Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Agamben. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Agamben. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Τρίτη 17 Ιουνίου 2025

Giorgio Agamben, Το κράτος και ο πόλεμος

πηγή: Φρέαρ




[Αναρτήθηκε στις 14 Ιουνίου 2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una Voce). Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ]


Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Αυτό που αποκαλούμε Κράτος είναι, σε τελική ανάλυση, μια μηχανή για τη διεξαγωγή πολέμων· και αργά ή γρήγορα, η καταστατική του αυτή κλίση καταλήγει να αναδύεται, επισκιάζοντας κάθε σκοπό — περισσότερο ή λιγότερο εποικοδομητικό — που μπορεί να αποδίδει στον εαυτό του για να δικαιολογεί την ύπαρξή του. Αυτό είναι σήμερα ιδιαίτερα εμφανές. Ο Νετανιάχου, ο Ζελένσκι και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ακολουθούν πεισματικά, πάση θυσία, μια πολιτική πολέμου, για την οποία ασφαλώς μπορούν να διατυπωθούν σκοποί και δικαιολογίες· όμως το έσχατο κίνητρό της είναι ασυνείδητο και εδράζεται στην ίδια τη φύση του Κράτους ως πολεμικής μηχανής. Αυτό εξηγεί γιατί ο πόλεμος — όπως είναι πρόδηλο στην περίπτωση του Ζελένσκι και της Ευρώπης, αλλά και του Ισραήλ — συνεχίζεται επίμονα, ακόμη κι αν οι ίδιοι οι εμπλεκόμενοι οδηγούνται στην πιθανή τους αυτοκαταστροφή. Και είναι μάταιο να ελπίζουμε πως μια μηχανή πολέμου θα σταματήσει μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο. Θα προχωρήσει ως το τέλος, όποιο κι αν είναι το τίμημα που θα κληθεί να πληρώσει.


https://frear.gr/?p=37214



Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2023

G. Agamben, Η σιωπή της Γάζας

 πηγή: frear.gr



Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Αυτές τις ημέρες, επιστήμονες από τη Σχολή Φυτοεπιστημών του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ ανακοίνωσαν ότι κατέγραψαν με ειδικά μικρόφωνα, ευαίσθητα στους υπερήχους, τις κραυγές πόνου που εκπέμπουν τα φυτά όταν κόβονται ή όταν τους λείπει το νερό. Στη Γάζα δεν υπάρχουν μικρόφωνα.

30 Οκτωβρίου 2023
Giorgio Agamben


[Αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ, 2/11/2023]




Τρίτη 20 Απριλίου 2021

Giorgio Agamben, Η γυμνή ζωή και το εμβόλιο

φωτό: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

 

πηγή: ΦΡΕΑΡ

[Άρθρο του Giorgio Agamben που δημοσιεύτηκε στις 16.4.2021 στο ηλεκτρονικό περιοδικό Quodlibet]


Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Αρκετές φορές στις προηγούμενες παρεμβάσεις μου επικαλέστηκα τη μορφή της γυμνής ζωής. Μου φαίνεται, πράγματι, ότι η επιδημία δείχνει, πέρα από κάθε πιθανή αμφιβολία, πως η ανθρωπότητα δεν πιστεύει πια σε τίποτα εκτός από τη γυμνή ύπαρξη που πρέπει να διατηρηθεί ως τέτοια με οποιοδήποτε τίμημα. Η χριστιανική θρησκεία με τα έργα της αγάπης και του ελέους και με την πίστη της που οδηγεί μέχρι το μαρτύριο, η πολιτική ιδεολογία με την απροϋπόθετη αλληλεγγύη της, ως και η εμπιστοσύνη στην εργασία και στο χρήμα, φαίνεται ότι περνούν σε δεύτερη μοίρα αμέσως μόλις απειληθεί η γυμνή ζωή, ακόμα και με τη μορφή ενός κινδύνου του οποίου το στατιστικό μέγεθος είναι ασταθές και ηθελημένα απροσδιόριστο.

Ήρθε η ώρα να διευκρινιστεί το νόημα και η προέλευση αυτής της έννοιας. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να θυμόμαστε ότι ο άνθρωπος δεν είναι κάτι που μπορεί να οριστεί άπαξ δια παντός. Είναι μάλλον ο τόπος μιας συνεχώς ανανεούμενης ιστορικής απόφασης, η οποία κάθε φορά επαναπροσδιορίζει το όριο που χωρίζει τον άνθρωπο από το ζώο, αυτό που είναι ανθρώπινο στον άνθρωπο από αυτό που δεν είναι ανθρώπινο σε αυτόν και έξω από αυτόν. Όταν ο Λινναίος αναζητά το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό για τις ταξινομήσεις του που διαχωρίζει τον άνθρωπο από τα πρωτεύοντα θηλαστικά, αναγκάζεται να ομολογήσει ότι δεν το γνωρίζει και καταλήγει να θέσει δίπλα στο γενικό όνομα homo μόνο το παλιό φιλοσοφικό ρητό: nosce te ipsum, γνώθι σαυτόν, γνώρισε τον εαυτό σου. Αυτή είναι η έννοια του όρου sapiens που ο Λινναίος θα προσθέσει στη δέκατη έκδοση του έργου του «Σύστημα της φύσης»: ο άνθρωπος είναι το ζώο που πρέπει να αναγνωριστεί ανθρώπινο για να είναι άνθρωπος και επομένως πρέπει να διαιρέσει – να διαχωρίσει αποφασιστικά – το ανθρώπινο από αυτό που δεν είναι ανθρώπινο.

Ο μηχανισμός μέσω του οποίου αυτή η απόφαση εφαρμόζεται ιστορικά, μπορεί να ονομαστεί ανθρωπολογική μηχανή. Η μηχανή λειτουργεί αποκλείοντας τη ζωώδη ζωή από τον άνθρωπο και παράγοντας τον άνθρωπο μέσω αυτού του αποκλεισμού. Όμως, προκειμένου αυτή η μηχανή να μπορεί να λειτουργεί, είναι αναγκαίο ο αποκλεισμός να είναι επίσης μια ενσωμάτωση, ώστε μεταξύ των δύο πόλων — του ζώου και του ανθρώπου — να υπάρχει ένας διαρθρωτικός σύνδεσμος και ένα κατώφλι που τους χωρίζει και τους συνδέει ταυτόχρονα. Αυτός ο διαρθρωτικός σύνδεσμος είναι η γυμνή ζωή, δηλαδή, μια ζωή που δεν είναι ούτε κυριολεκτικά ζωώδης ούτε πραγματικά ανθρώπινη, αλλά στην οποία η απόφαση μεταξύ ανθρώπινου και μη ανθρώπινου εφαρμόζεται κάθε φορά. Αυτό το κατώφλι, το οποίο περνά αναγκαστικά μέσα από τον άνθρωπο, διαχωρίζοντας τη βιολογική από την κοινωνική ζωή του, είναι μια αφηρημένη και εικονική έννοια, που γίνεται εντούτοις πραγματική, ενσαρκούμενη κάθε φορά σε συγκεκριμένες ιστορικές μορφές και πολιτικά προσδιορισμένες: ο σκλάβος, ο βάρβαρος, ο homo sacer, τον οποίο ο καθένας μπορεί να φονεύσει χωρίς να διαπράξει έγκλημα, στον αρχαίο κόσμο· το enfant-sauvage, ο λυκάνθρωπος και ο homo alalus ως ο ελλείπων κρίκος μεταξύ της μαϊμού και του ανθρώπου, μεταξύ του Διαφωτισμού και του 19ου αιώνα· ο πολίτης στην κατάσταση εξαίρεσης, ο Εβραίος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αυτός που βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση σε θάλαμο εντατικής θεραπείας και το σώμα που διατηρείται για την αφαίρεση οργάνων κατά τον 20ό αιώνα.

Ποια είναι η μορφή της γυμνής ζωής που εμφανίζεται σήμερα στη διαχείριση της πανδημίας; Δεν είναι τόσο ο άρρωστος, που, ωστόσο, απομονώνεται και αντιμετωπίζεται όπως ποτέ ένας ασθενής δεν έχει αντιμετωπιστεί στην ιστορία της ιατρικής· είναι, μάλλον, ο μολυσμένος ή – όπως ορίζεται με μια αντιφατική τυπική έκφραση – ο ασυμπτωματικός ασθενής, δηλαδή κάτι που κάθε άνθρωπος είναι δυνητικά, ακόμα και χωρίς να το γνωρίζει. Το όλο ζήτημα δεν αφορά τόσο την υγεία, όσο κυρίως τη ζωή, μια ζωή που δεν είναι ούτε υγιής ούτε άρρωστη, η οποία, ως τέτοια, ως δυνητικά παθογόνος, μπορεί να στερηθεί των ελευθεριών της και να υπόκειται σε απαγορεύσεις και ελέγχους κάθε είδους. Όλοι οι άνθρωποι, υπό αυτή την έννοια, είναι δυνητικά ασυμπτωματικοί άρρωστοι. Η μόνη ταυτότητα αυτής της ζωής, που κυμαίνεται μεταξύ αρρώστιας και υγείας, παρέχεται με το μοριακό τεστ και το εμβόλιο, τα οποία, όπως και το βάπτισμα μιας νέας θρησκείας, ορίζουν την ανεστραμμένη μορφή εκείνου που κάποτε λεγόταν ιθαγένεια. Το βάπτισμα δεν είναι πλέον ανεξίτηλο, αλλά αναγκαστικά προσωρινό και ανανεώσιμο, γιατί ο νέος πολίτης, ο οποίος πρέπει πάντα να επιδεικνύει το πιστοποιητικό του, δεν έχει πλέον αναφαίρετα και αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα, αλλά μόνο υποχρεώσεις που πρέπει να καθορίζονται και να επανακαθορίζονται συνεχώς.



Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

Giorgio Agamben, Πόλεμος και ειρήνη

Κράσι Ηρακλείου
φωτό: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ


πηγή: ΦΡΕΑΡ

[άρθρο του Giorgio Agamben στο Quodlibet]

Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Είναι ανάγκη να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας τη θέση, που επαναλαμβάνεται πολλές φορές από τις κυβερνήσεις, σύμφωνα με την οποία η ανθρωπότητα και κάθε έθνος βρίσκονται σε κατάσταση πολέμου. Είναι αυτονόητο ότι μια τέτοια θέση χρησιμεύει για να νομιμοποιήσει την κατάσταση της εξαίρεσης με τους δραστικούς περιορισμούς της στην ελεύθερη κυκλοφορία και τις παράλογες εκφράσεις όπως «απαγόρευση της κυκλοφορίας», η οποία, διαφορετικά, δύσκολα θα μπορούσε να δικαιολογηθεί. Ο δεσμός που συνδέει τις δυνάμεις της κυβέρνησης και του πολέμου είναι, ωστόσο, πιο βαθύς και εγγενής. Είναι γεγονός ότι ο πόλεμος συνιστά κάτι χωρίς το οποίο δεν θα μπορούσαν να διατηρήσουν την ύπαρξή τους. Στο μυθιστόρημά του, ο Τολστόι αντιπαραβάλλει την ειρήνη –κατά την οποία οι άνθρωποι ακολουθούν τις επιθυμίες τους, τα συναισθήματά τους και τις σκέψεις τους περισσότερο ή λιγότερο ελεύθερα–, που τη θεωρεί ως τη μόνη πραγματικότητα, με την αφηρημένη ατμόσφαιρα και το ψέμα του πολέμου, στο οποίο φαίνεται ότι όλα παρασύρονται βίαια από μια αδυσώπητη αναγκαιότητα. Και στην τοιχογραφία του στο δημόσιο παλάτι της Σιένα, ο Λορεντζέτι αναπαριστά μια πόλη εν ειρήνη, της οποίας οι κάτοικοι κινούνται ελεύθερα, σύμφωνα με τις ιδιαίτερες ασχολίες και τις απολαύσεις τους, ενώ στο προσκήνιο μερικά κορίτσια χορεύουν πιασμένα χέρι-χέρι. Αν και η τοιχογραφία έχει παραδοσιακά τον τίτλο «η χρηστή διακυβέρνηση», μια τέτοια κατάσταση, υφασμένη από τα μικρά καθημερινά γεγονότα της κοινής ζωής και από τις επιθυμίες του καθενός, είναι, στην πραγματικότητα, για την εξουσία, ακυβέρνητη μακροπρόθεσμα. Αν και είναι δυνατό να υπόκειται σε όρια και ελέγχους κάθε είδους, τείνει από τη φύση της να διαφεύγει τους υπολογισμούς, τα σχέδια και τους κανόνες –ή, τουλάχιστον, αυτός είναι ο μυστικός φόβος της εξουσίας. Το ίδιο εκφράζει με άλλα λόγια και ο ισχυρισμός ότι η ιστορία, χωρίς την οποία η εξουσία είναι τελικά αδιανόητη, είναι αυστηρά αλληλέγγυα με τον πόλεμο, ενώ η ζωή εν ειρήνη είναι εξ ορισμού χωρίς ιστορία. Τιτλοφορώντας το μυθιστόρημά της Η Ιστορία, στο οποίο όσα διαδραματίζονται στην προσωπική ζωή μερικών απλών πλασμάτων έρχονται σε αντίθεση με τους πολέμους και τα καταστροφικά γεγονότα που σηματοδοτούν τα δημόσια γεγονότα του εικοστού αιώνα, η Έλσα Μοράντε είχε κατά νου κάτι τέτοιο.

Γι’ αυτό οι δυνάμεις που θέλουν να κυβερνήσουν τον κόσμο πρέπει αργά ή γρήγορα να καταφύγουν σε έναν πόλεμο, χωρίς να έχει σημασία αν αυτός είναι πραγματικός ή προσεκτικά προσομοιωμένος. Και αφού, στην κατάσταση της ειρήνης, η ζωή των ανθρώπων τείνει να ξεπερνά κάθε ιστορική διάσταση, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις σήμερα δεν κουράζονται να θυμούνται ότι ο πόλεμος κατά του ιού σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας ιστορικής εποχής, κατά την οποία τίποτα δεν θα είναι όπως πριν. Και πολλοί μεταξύ εκείνων που κλείνουν δένοντας τα μάτια τους για να μη βλέπουν την κατάσταση της μη ελευθερίας στην οποία έχουν περιπέσει, το αποδέχονται αυτό, ακριβώς επειδή είναι πεπεισμένοι, όχι χωρίς ένδειξη περηφάνειας, ότι εισέρχονται –μετά από σχεδόν εβδομήντα χρόνια ειρηνικής ζωής, δηλαδή χωρίς ιστορία– σε μια νέα εποχή.

Ακόμα και αν, όπως είναι πολύ προφανές, διαγράφεται η προοπτική μιας εποχής δουλείας και θυσιών, στην οποία ό,τι καθιστά τη ζωή άξια να τη ζήσει κάποιος θα πρέπει να υποστεί θανατώσεις και περιορισμούς, αυτοί τίθενται υπό οποιονδήποτε ζυγό πρόθυμα, επειδή πιστεύουν σταθερά πως έχουν βρει με αυτόν τον τρόπο εκείνο το νόημα της ζωής τους, που είχαν χάσει, χωρίς να το αντιληφθούν, κατά την περίοδο της ειρήνης.

Είναι πιθανό, ωστόσο, ότι ο πόλεμος κατά του ιού, που φαινόταν ένας ιδανικός μηχανισμός, τον οποίο οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να διαχειριστούν και να κατευθύνουν, σύμφωνα με τις ανάγκες τους, πολύ πιο εύκολα από έναν πραγματικό πόλεμο, καταλήγει, όπως κάθε πόλεμος, να ξεφεύγει από τον έλεγχό τους. Και, ίσως, τότε, εάν δεν είναι πολύ αργά, οι άνθρωποι, θα αναζητήσουν πάλι εκείνη την ακυβέρνητη ειρήνη, την οποία έχουν εγκαταλείψει τόσο αβασάνιστα.

23 Φεβρουαρίου 2021

Giorgio Agamben




Τετάρτη 3 Μαρτίου 2021

Giorgio Agamben, Η αυθαιρεσία και η αναγκαιότητα



Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Το ερώτημα εάν οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν συνειδητά την πανδημία για να δηλώσουν μια κατάσταση εξαίρεσης που ενισχύει τις εξουσίες τους πέρα από κάθε όριο ή εάν δεν έχουν άλλη επιλογή από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, τίθεται εσφαλμένα. Αυτό που συμβαίνει σήμερα, όπως και σε οποιαδήποτε ιστορική κρίση αποφασιστικής σημασίας, είναι ότι ισχύουν και τα δύο: η χρήση της κατάστασης εξαίρεσης ως ένα στρατήγημα και η αδυναμία διακυβέρνησης με άλλο τρόπο παρά μόνο μέσω αυτής της κατάστασης, συμπίπτουν. Ο κυρίαρχος, ενώ ενεργεί απολύτως αυθαίρετα, αναγκάζεται ταυτόχρονα να λαμβάνει ακατάπαυστα αποφάσεις για την κατάσταση εξαίρεσης που τελικά καθορίζει τη φύση του. Η εποχή στην οποία ζούμε είναι, δηλαδή, εκείνη στην οποία η ανομία των εξουσιών που κυβερνούν τη γη φανερώνεται με άπλετο φως: εφόσον αυτές έχουν χάσει οποιαδήποτε δυνατότητα να παρουσιαστούν με έναν αναγνωρίσιμο συμβολικό χαρακτήρα, υποχρεούνται να αναστείλουν το νόμο και τις συνταγματικές αρχές που θα μπορούσαν να τον προσδιορίσουν. Η κατάσταση εξαίρεσης γίνεται υπό αυτήν την έννοια η κανονική κατάσταση και όποιος κυβερνά δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να κυβερνά διαφορετικά. Είναι πιθανόν η παρούσα κατάσταση της εξαίρεσης να ανακληθεί επισήμως: αλλά μια κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας, όπως αυτή που διαμορφώνεται, στην οποία παύει κάθε αντιπολίτευση, είναι η τέλεια συνέχεια της κατάστασης εξαίρεσης. Η διάγνωσή μας ότι η εποχή των αστικών δημοκρατιών παρέρχεται οριστικά, επιβεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση. Απομένει να δούμε πόσον καιρό η αναστολή της πολιτικής και η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι δυνατό να διαρκέσουν ως παράδειγμα διακυβέρνησης, χωρίς να υποδύονται όψη διαφορετική από τον ιατρικό τρόμο στον οποίο στηρίζονται.

12 Φεβρουαρίου 2021
Giorgio Agamben



Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

Giorgio Agamben, Κομμουνιστικός καπιταλισμός

 Πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

[Το κείμενο του Giorgio Agamben δημοσιεύθηκε στο Quodlibet με τίτλο "Capitalismo comunista": https://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-capitalismo-comunista]

Μετάφραση: Γιώργος Πινακούλας



[Το βιβλίο "Που βρισκόμαστε; Η επιδημία ως πολιτική" του Giorgio Agamben σε εξαιρετική μετάφραση Τάσου Θεοφιλογιαννάκου και Παναγιώτη Καλαμαρά, κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Αλήστου μνήμης]


Ο καπιταλισμός που εδραιώνεται σε πλανητική κλίμακα δεν είναι ο καπιταλισμός με τη μορφή που προσέλαβε στη Δύση: είναι μάλλον ο καπιταλισμός στην κομμουνιστική εκδοχή του, που συνδυάζει μια εξαιρετικά ταχεία παραγωγική ανάπτυξη μ’ ένα ολοκληρωτικό πολιτικό καθεστώς. Αυτή είναι η ιστορική σημασία του ηγετικού ρόλου που αναλαμβάνει η Κίνα, όχι μόνο στην οικονομία με τη στενή έννοια, αλλά επίσης, όπως έδειξε εύγλωττα η πολιτική χρήση της πανδημίας, ως παράδειγμα διακυβέρνησης των ανθρώπων. Ότι τα καθεστώτα που εγκαθιδρύθηκαν στις υποτιθέμενες κομμουνιστικές χώρες ήταν ένας ιδιαίτερος τύπος καπιταλισμού, ειδικά προσαρμοσμένος σε οικονομικά καθυστερημένες χώρες και χαρακτηρισμένος γι’ αυτό το λόγο ως κρατικός καπιταλισμός, ήταν απόλυτα γνωστό σε όποιον ξέρει να διαβάζει ιστορία· εντελώς απροσδόκητο, αντίθετα, ήταν ότι αυτός ο τύπος καπιταλισμού, που φαινόταν να έχει ολοκληρώσει το έργο του και συνεπώς να έχει ξεπεραστεί, προοριζόταν, παρ’ όλα αυτά, να γίνει, σε τεχνολογικά εκσυγχρονισμένη μορφή, η δεσπόζουσα αρχή στην παρούσα φάση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Στην πραγματικότητα, είναι πιθανό ότι σήμερα παρακολουθούμε μια σύγκρουση μεταξύ του δυτικού καπιταλισμού, που συνυπήρχε με το κράτος δικαίου και την αστική δημοκρατία, και του νέου κομμουνιστικού καπιταλισμού, απ’ την οποία αυτός ο τελευταίος φαίνεται ν’ αναδεικνύεται νικητής. Αυτό που είναι βέβαιο, ωστόσο, είναι ότι το νέο καθεστώς θα ενώσει εν εαυτώ την πιο απάνθρωπη όψη του καπιταλισμού με την πιο βάρβαρη πλευρά του κρατικού κομμουνισμού, συνδέοντας την ακραία αποξένωση στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων μ’ έναν κοινωνικό έλεγχο άνευ προηγουμένου.

15 Δεκεμβρίου 2020
Giorgio Agamben


Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2020

Giorgio Agamben, Όταν το σπίτι καίγεται

πηγή: ipressa.gr


Giorgio Agamben

Όταν το σπίτι καίγεται

Πρώτη δημοσίευση: Quodlibet, 5 Οκτωβρίου, 2020 


Η παρούσα μετάφραση βασίστηκε στην αγγλική μετάφραση του κειμένου από τον Richard Braude https://illwilleditions.com/when-the-house-is-on-fire/ με παράλληλη χρήση του ιταλικού πρωτοτύπου.


Μετάφραση:

Παναγιώτης Τριτσιμπίδας, Δανάη Θεοδωράκη



«Ό,τι και να κάνω δεν έχει κανένα νόημα αν το σπίτι καίγεται». Ωστόσο, ακόμα και όσο καίγεται το σπίτι είναι απαραίτητο να συνεχίσουμε όπως πριν, να τα κάνουμε όλα με την ίδια φροντίδα και ακρίβεια, αν όχι μεγαλύτερη, ακόμα και αν κανείς δεν το προσέχει. Μπορεί η ζωή να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης, μπορεί καλώς ή κακώς να χαθεί κάθε ανάμνηση από όσα έχουν συμβεί. Αλλά εσύ συνεχίζεις όπως πριν, είναι πλέον πολύ αργά για να αλλάξεις, δεν υπάρχει πλέον χρόνος.

«Ό,τι συμβαίνει γύρω σου, δεν πρέπει πλέον να σε απασχολεί». Όπως η γεωγραφία μιας χώρας που πρέπει να αφήσεις για πάντα πίσω σου. Όμως με ποιο τρόπο σε επηρεάζει ακόμα; Ακριβώς από τη στιγμή που πλέον δεν σε απασχολεί, τώρα που όλα μοιάζουν να έχουν τελειώσει, όλα τα πράγματα και οι τόποι εμφανίζονται με το πιο αληθινό τους περίβλημα, σε αγγίζουν ακόμα πιο βαθιά —έτσι όπως είναι: μεγαλείο και ένδεια.

Φιλοσοφία, νεκρή γλώσσα. «Η γλώσσα των ποιητών είναι πάντα μια νεκρή γλώσσα… παράξενο να το λες: Μια νεκρή γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να κάνουμε τη σκέψη πιο ζωντανή». Ίσως όχι μια νεκρή γλώσσα, αλλά μια διάλεκτος. Το ότι η φιλοσοφία και η ποίηση μιλάνε μια γλώσσα που είναι κάτι λιγότερο από γλώσσα είναι ένδειξη της τάξης τους, της ιδιαίτερης ζωτικότητάς τους. Ζυγίζουν, κρίνουν τον κόσμο με μέτρο μια διάλεκτο, μια νεκρή γλώσσα η οποία όμως ρέει και δεν μπορείς να της αλλάξεις ούτε κόμμα. Συνέχισε να μιλάς αυτή τη διάλεκτο, ακόμα και τώρα που το σπίτι καίγεται.

Ποιο σπίτι καίγεται; Η χώρα που ζεις, η Ευρώπη, ο κόσμος ολόκληρος; Μπορεί τα σπίτια και οι πόλεις ήδη να κάηκαν από μια τεράστια πυρκαγιά —ποιος ξέρει πόσο καιρός έχει περάσει— την οποία κάναμε πως δεν είδαμε. Δεν έμειναν παρά κάποιοι τοίχοι, μια τοιχογραφία, ένα τμήμα οροφής, και ονόματα, πολλά ονόματα, που τα δάγκωσαν οι φλόγες. Ωστόσο, εμείς τα καλύπτουμε όλα αυτά πολύ προσεκτικά με λευκό σοβά και απατηλές λέξεις, για να φαίνονται άθικτα. Μένουμε σε σπίτια, σε πόλεις που κάηκαν ολοσχερώς προσποιούμενοι πως στέκονται ακόμα όρθια. Οι άνθρωποι ζουν και περπατάνε δίπλα στα συντρίμμια με τις μάσκες τους σαν να βρίσκονται στις γειτονιές που γνώριζαν παλιά.

Τώρα η φλόγα έχει αλλάξει μορφή και φύση, έχει γίνει ψηφιακή, αόρατη και ψυχρή —και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι πλέον ακόμα πιο κοντά μας και μας περικυκλώνει κάθε στιγμή.

Το ότι ένας πολιτισμός —μια βαρβαρότητα— μπορεί να βυθιστεί και να μη ξαναβγεί ποτέ στην επιφάνεια, δεν είναι κάτι καινούριο. Οι ιστορικοί είναι συνηθισμένοι να καταγράφουν και να χρονολογούν τομές και ναυάγια. Αλλά τι μαρτυρία να καταθέσουμε για έναν κόσμο που οδεύει προς την καταστροφή με τα μάτια δεμένα και το πρόσωπο καλυμμένο, μια πολιτεία που καταρρέει χωρίς ίχνος διαύγειας ή περηφάνιας, βυθισμένη στην αθλιότητα και τον φόβο; Η τύφλωση γίνεται ακόμα πιο απελπιστική από τη στιγμή που οι ναυαγοί προσποιούνται ότι κυβερνούν το ίδιο τους το ναυάγιο, ορκίζονται πως ακόμα μπορούν όλα να τεθούν υπό έλεγχο μέσω της τεχνικής, πως δεν χρειάζεται ούτε ένας νέος θεός ούτε ένας νέος ουρανός, παρά μόνο απαγορεύσεις, ειδικοί και γιατροί. Πανικός και απατεωνιά.

Τι θα ήταν ένας Θεός στον οποίο δεν θα απευθύναμε ούτε προσευχές ούτε θυσίες; Και τι θα ήταν ένας νόμος που δεν θα γνώριζε ούτε προσταγή ούτε εφαρμογή; Και τι θα ήταν μια λέξη που ούτε θα σήμαινε ούτε θα πρόσταζε κάτι, αλλά θα μπορούσε να σταθεί αληθινά στην αρχή —ακόμα και πριν από αυτή;

Ένας πολιτισμός που αισθάνεται ότι βρίσκεται στο τέλος του, ότι δεν έχει άλλη ζωή, προσπαθεί να κυβερνήσει την κατάρρευσή του με τον μόνο τρόπο που μπορεί, με μια διαρκή κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Από αυτή την οπτική πρέπει να ιδωθεί η ολική κινητοποίηση στην οποία ο Γιούνγκερ [Ernst Jünger] εντόπισε το ουσιώδες χαρακτηριστικό της εποχής μας. Οι άνθρωποι πρέπει να είναι κινητοποιημένοι, να αισθάνονται κάθε στιγμή πως βρίσκονται σε μια επείγουσα κατάσταση, την οποία ρυθμίζουν μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια εκείνοι που έχουν την εξουσία να την αποφασίζουν. Αλλά ενώ στο παρελθόν η κινητοποίηση είχε ως στόχο να φέρει κοντά στους ανθρώπους, σήμερα στοχεύει να τους απομονώσει, να απομακρύνει τον έναν από τον άλλο.

Εδώ και πόσο καιρό καίγεται το σπίτι; Πόσο καιρός πέρασε από τότε που κάηκε; Το σίγουρο είναι ότι έναν αιώνα πριν, μεταξύ του 1914 και του 1918, στην Ευρώπη συνέβη κάτι που έριξε στις φλόγες και την τρέλα καθετί που έμοιαζε να στέκει ακόμα όρθιο και ζωντανό. Τριάντα χρόνια αργότερα, η φωτιά κάλυψε τα πάντα και έκτοτε σιγοκαίει χωρίς σταματημό, μόλις που φαίνεται κάτω από τις στάχτες. Ίσως όμως η πυρκαγιά να ξεκίνησε πολύ νωρίτερα, όταν η τυφλή ενόρμηση της ανθρωπότητας για σωτηρία και πρόοδο συναντήθηκε με τη δύναμη της φωτιάς και των μηχανών. Όλα αυτά είναι γνωστά και δεν χρειάζεται να τα επαναλαμβάνουμε. Το μόνο ερώτημα είναι πώς μπορέσαμε να συνεχίσουμε να ζούμε και να σκεφτόμαστε, όσο οι φλόγες κάλυπταν τα πάντα γύρω μας, τι ήταν αυτό που παρέμεινε ανέπαφο στο κέντρο της φωτιάς ή στις άκρες της. Πώς καταφέραμε να συνεχίσουμε να αναπνέουμε μέσα στις φλόγες, τι ήταν αυτό που χάσαμε και από ποια ερείπια —ή ποιες απάτες— κρατηθήκαμε; Τώρα που δεν υπάρχουν πια φλόγες αλλά μόνο νούμερα, στοιχεία και ψέματα, είμαστε σίγουρα πιο αδύναμοι και μόνοι, αλλά χωρίς τη δυνατότητα κάποιου συμβιβασμού, είμαστε τουλάχιστον πιο διαυγείς από ποτέ.

Το κεντρικό αρχιτεκτονικό πρόβλημα γίνεται ορατό μόνο όταν το σπίτι παίρνει φωτιά, και γι’ αυτό μπορείς τώρα να δεις τι διακυβεύεται στην ιστορία της Δύσης, τι προσπάθησε με κάθε κόστος να αδράξει και γιατί δεν μπορούσε παρά να αποτύχει.

Είναι σαν να θέλησε η εξουσία να συλλάβει με κάθε κόστος τη γυμνή ζωή που παράγει, αλλά όσο και να προσπάθησε να την ιδιοποιηθεί και να την ελέγξει επιστρατεύοντας κάθε λογής μηχανισμούς —πλέον όχι μόνο εκείνους της αστυνόμευσης, αλλά και της ιατρικής και της τεχνολογίας— η ζωή πάντα της διέφευγε, διότι είναι εξ ορισμού ασύλληπτη. Η διακυβέρνηση της γυμνής ζωής είναι η τρέλα του καιρού μας. Όταν οι άνθρωποι ανάγονται στην καθαρά βιολογική τους ύπαρξη, δεν έχουν πλέον κάτι το ανθρώπινο, και έτσι η διακυβέρνηση των ανθρώπων συμπίπτει με τη διαχείριση των πραγμάτων.

Το άλλο σπίτι, αυτό που δεν θα μπορέσω ποτέ να κατοικήσω παρότι είναι το πραγματικό μου σπίτι· η άλλη ζωή, αυτή που ποτέ δεν έζησα ενώ πίστευα ότι τη ζούσα· η άλλη γλώσσα, αυτή που συλλάβισα χωρίς ποτέ να μπορέσω να μιλήσω —όλα αυτά είναι τόσο δικά μου που δεν μπόρεσα ποτέ να τα έχω.

Όταν σκέψη και γλώσσα χωρίζονται, πιστεύουμε πως μπορούμε να μιλάμε έχοντας ξεχάσει ότι μιλάμε. Η ποίηση και η φιλοσοφία, όταν μιλούν, δεν ξεχνούν ότι μιλούν, θυμούνται τη γλώσσα. Αν θυμόμαστε τη γλώσσα, αν δεν ξεχνάμε πως μπορούμε να μιλήσουμε, τότε γινόμαστε πιο ελεύθεροι, δεν μας δεσμεύουν πράγματα και κανόνες. Η γλώσσα δεν είναι ένα εργαλείο, είναι το πρόσωπό μας, η ανοικτότητα [l’aperto] μέσα στην οποία είμαστε.

Το πρόσωπο είναι ό,τι πιο ανθρώπινο. Οι άνθρωποι έχουν πρόσωπα και όχι απλά μουσούδες, επειδή κατοικούν στην ανοικτότητα, επειδή μέσα από το πρόσωπό τους εκτίθενται και επικοινωνούν. Γι’ αυτό το πρόσωπο είναι ο τόπος της πολιτικής. Η απολιτική εποχή μας δεν θέλει να δει το πρόσωπό της, το κρατάει σε απόσταση, του φοράει μάσκα και το καλύπτει. Δεν πρέπει να υπάρχουν πλέον πρόσωπα, μόνο νούμερα και στοιχεία. Ακόμα και ο τύραννος είναι απρόσωπος.

Να νιώθεις ότι ζεις: Να συγκινείσαι από την ίδια σου την αισθητικότητα [sensibilità], να έχεις παραδοθεί απαλά στην ίδια σου την κίνηση χωρίς να είσαι σε θέση ούτε να την αναλάβεις ούτε να την αποφύγεις. Το να νιώθω ζωντανός καθιστά δυνατή τη ζωή για εμένα, ακόμα και αν με κλειδώσουν σε ένα κελί. Και τίποτα δεν είναι τόσο πραγματικό όσο αυτή η δυνατότητα.

Στα χρόνια που έρχονται θα υπάρχουν μόνο μοναχοί και παραβάτες. Κι όμως είναι αδύνατο απλά να φύγουμε, να πιστέψουμε ότι μπορούμε να προσπεράσουμε τα ερείπια του κόσμου που έχει καταρρεύσει γύρω μας. Διότι η κατάρρευση αφορά και καλεί εμάς, ένα από αυτά τα ερείπια είμαστε εμείς. Και πρέπει να μάθουμε πώς μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε με τον πιο σωστό τρόπο, προσεκτικά, χωρίς να γίνουμε αντιληπτοί.

Να γερνάς: «Να μην μεγαλώνουν πια τα κλαδιά, αλλά μόνο οι ρίζες». Να βυθίζεσαι στις ρίζες, χωρίς πια να βγάζεις λουλούδια ή φύλλα. Ή μάλλον, σαν μια μεθυσμένη πεταλούδα που πετάει πάνω από όσα έχει ζήσει. Υπάρχουν ακόμα κλαδιά και λουλούδια στο παρελθόν. Και μπορείς ακόμα να βγάλεις μέλι.

Το πρόσωπο είναι με τον Θεό, αλλά τα οστά δεν έχουν Θεό. Έξω, όλα μας σπρώχνουν προς τον Θεό. Μέσα, ο επίμονος, σαρκαστικός αθεϊσμός του σκελετού.

Η ψυχή και το σώμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, σε αυτό έγκειται η πνευματικότητα. Το πνεύμα δεν είναι το τρίτο μέρος μεταξύ ψυχής και σώματος. Είναι η ανήμπορη και υπέροχη σύμπτωσή τους. Η βιολογική ζωή είναι μια αφαίρεση και αυτήν την αφαίρεση ισχυρίζεται η εξουσία ότι κυβερνά και θεραπεύει.

Για εμένα μόνο, δεν μπορεί να υπάρξει σωτηρία· η σωτηρία υπάρχει, επειδή υπάρχουν οι άλλοι. Και αυτό δεν συμβαίνει για λόγους ηθικούς, επειδή οφείλω να δράσω για το καλό τους. Υπάρχει σωτηρία μόνο επειδή δεν είμαι μόνος: Μπορώ να σώσω τον εαυτό μου μόνο ως ένας μεταξύ πολλών, ως άλλος μεταξύ άλλων. Μόνος —και αυτή είναι η ιδιαίτερη αλήθεια της μοναξιάς— δεν χρειάζομαι σωτηρία. Πράγματι, είναι αδύνατη η σωτηρία μου. Η σωτηρία είναι η διάσταση που ανοίγεται, επειδή δεν είμαι μόνος, επειδή υπάρχει πολλαπλότητα και πλήθος. Ο θεός, ο ενσαρκωμένος, έπαψε να είναι μοναδικός και έγινε ένας άνθρωπος μεταξύ πολλών. Εξαιτίας αυτού, ο χριστιανισμός έπρεπε να προσδεθεί στην ιστορία και να ακολουθήσει τη μοίρα του μέχρι το τέλος. Και όταν η ιστορία, όπως φαίνεται να συμβαίνει σήμερα, σβήνει και παρακμάζει, τότε και ο χριστιανισμός πλησιάζει στη δύση του. Η αθεράπευτη αντίφασή του είναι ότι αναζήτησε μέσα στην ιστορία και μέσω της ιστορίας, μια σωτηρία πέρα από την ιστορία, και όταν η ιστορία αυτή φτάνει στο τέλος της, το έδαφος χάνεται κάτω από τα πόδια του. Η Εκκλησία ήταν στην πραγματικότητα στραμμένη όχι προς τη σωτηρία, αλλά στην ιστορία της σωτηρίας και αφού αποζητούσε τη σωτηρία [salvezza] μέσω της ιστορίας, δεν μπορούσε παρά να καταλήξει στην υγεία [salute]. Και όταν ήρθε η στιγμή, η Εκκλησία δεν δίστασε να θυσιάσει τη σωτηρία για την υγεία.

Η σωτηρία πρέπει να αποσχιστεί από το ιστορικό της πλαίσιο και πρέπει να βρεθεί μια μη ιστορική πολλαπλότητα, μια πολλαπλότητα ως έξοδο από την ιστορία.

Να φύγεις από ένα μέρος ή μια κατάσταση δίχως να μπεις σε άλλα εδάφη, να αφήσεις πίσω μια ταυτότητα και ένα όνομα χωρίς να υιοθετήσεις άλλα.

Στο παρόν μόνο οπισθοχωρούμε, ενώ το παρελθόν μας επιτρέπει να προχωρήσουμε προς τα μπροστά. Αυτό που αποκαλούμε παρελθόν, δεν είναι παρά η μακρόσυρτη οπισθοχώρηση μας προς το παρόν. Η απόσπαση από το παρελθόν μας, είναι το πρώτο εργαλείο στο οποίο καταφεύγει η εξουσία.

Αυτό που μας ελευθερώνει από το βάρος είναι η αναπνοή. Αναπνέοντας δεν έχουμε πια βάρος, σαν να πετάμε υπερβαίνοντας τη δύναμη της βαρύτητας.

Θα πρέπει να μάθουμε να κρίνουμε από την αρχή, αλλά με μια κρίση που ούτε τιμωρεί ούτε ανταμείβει ούτε συγχωρεί ούτε καταδικάζει. Μια πράξη χωρίς σκοπό που αφαιρεί την ύπαρξη από κάθε σκοπό, αναγκαία άδικο και ψευδή. Μόνο μια διακοπή, μια στιγμή που αιωρείται μεταξύ χρόνου και αιωνιότητας, όπου αστράφτει η εικόνα μιας ζωής δίχως σκοπό ή σχέδιο, δίχως όνομα ή μνήμη —και για τον λόγο αυτό σώζει, όχι σε μια αιωνιότητα, αλλά σε ένα «είδος αιωνιότητας». Μια κρίση χωρίς προκαθορισμένα κριτήρια, ωστόσο, μια πολιτική κρίση, ακριβώς επειδή επαναφέρει τη ζωή στη φυσικότητά της.

Το να αισθάνεσαι και να συναισθάνεσαι, η αίσθηση και η αυτοσυγκίνηση [autoaffezione] συμβαίνουν ταυτόχρονα. Σε κάθε αίσθηση συγκινείσαι από το ίδιο σου το συναίσθημα, στην αίσθηση του καθενός υπάρχει η αίσθηση του άλλου, μια φιλία και ένα πρόσωπο.

Η πραγματικότητα είναι το πέπλο μέσα από το οποίο αντιλαμβανόμαστε τι είναι δυνατό, τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να κάνουμε.

Δεν είναι εύκολο να πούμε ποιες από τις παιδικές μας επιθυμίες έχουν εκπληρωθεί. Και πάνω από όλα, αν η γειτνίαση του κομματιού εκείνο που έχει εκπληρωθεί με εκείνο που είναι αδύνατο να εκπληρωθεί, αρκεί για να μας κάνει να συνεχίσουμε να ζούμε. Ο φόβος του θανάτου εμφανίζεται όταν το ανεκπλήρωτο κομμάτι των επιθυμιών αυξάνεται πέρα από κάθε μέτρο.

«Τα βουβάλια και τα άλογα έχουν τέσσερις οπλές· αυτό το ονομάζω Παράδεισο. Να βάλεις καπίστρια στα άλογα και να τρυπήσεις τα ρουθούνια των βουβαλιών· αυτό το ονομάζω άνθρωπο. Γι’ αυτό τον λόγο λέω: Φρόντισε το ανθρώπινο να μην καταστρέψει τον Παράδεισο μέσα σου, φρόντισε η πρόθεση να μην καταστρέψει το ουράνιο».

Στο σπίτι που καίγεται, η γλώσσα παραμένει. Όχι η γλώσσα, αλλά οι αμνημόνευτες, αδύναμες και προϊστορικές δυνάμεις που τη φυλάνε και τη θυμούνται: η φιλοσοφία και η ποίηση. Τι φυλάνε και τι θυμούνται από τη γλώσσα; Όχι εκείνη ή την άλλη νοηματική πρόταση, ούτε εκείνο ή το άλλο άρθρο καλής ή κακής πίστης, αλλά το ίδιο το γεγονός ότι υπάρχει γλώσσα, ότι χωρίς ένα όνομα είμαστε ανοιχτοί μέσα στο όνομα και ότι σε αυτή την ανοιχτότητα, σε μια χειρονομία, σε ένα πρόσωπο, είμαστε άγνωστοι και εκτεθειμένοι.

Η ποίηση, η λέξη, είναι το μόνο πράγμα που μας έχει απομείνει από εκείνη την εποχή που δεν ξέραμε ακόμα πώς να μιλάμε, ένα σκοτεινό τραγούδι μέσα στη γλώσσα, μια διάλεκτος ή ένα ιδίωμα που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως, αλλά που δεν μπορούμε παρά να ακούσουμε· ακόμα και αν το σπίτι καίγεται, ακόμα και αν στη φλεγόμενή τους γλώσσα οι άνθρωποι συνεχίζουν να λένε ανοησίες.

Υπάρχει όμως μια γλώσσα της φιλοσοφίας όπως υπάρχει μια γλώσσα της ποίησης; Όπως η ποίηση, η φιλοσοφία κατοικεί πλήρως στη γλώσσα και μόνο στον τρόπο κατοίκησής της διαχωρίζει τον εαυτό της από την ποίηση. Πρόκειται για δύο εντάσεις στο πεδίο της γλώσσας που διασταυρώνονται σε ένα σημείο για να χωριστούν και πάλι απτόητες. Και όποιος λέει μια λέξη σωστή, απλή και ρέουσα, κατοικεί σε αυτή την ένταση.

Όποιος αντιληφθεί ότι το σπίτι καίγεται μπορεί να θελήσει να αντιμετωπίσει με περιφρόνηση και χλεύη τους συνανθρώπους του που δείχνουν να μην το έχουν καταλάβει. Και όμως, αυτοί οι άνθρωποι, που δεν βλέπουν και δεν σκέφτονται, δεν είναι άραγε τα Λεμούρια, στα οποία θα πρέπει να λογοδοτήσεις τη μέρα της κρίσης; Το γεγονός ότι συνειδητοποιούμε ότι το σπίτι καίγεται, δεν μας ανεβάζει πιο ψηλά από τους άλλους. Αντίθετα, με αυτούς θα πρέπει να ανταλλάξεις τις τελευταίες ματιές όταν οι φλόγες θα πλησιάζουν. Τι μπορείς να πεις για να δικαιολογήσεις την επίγνωση που αξιώνεις σε αυτούς τους ανθρώπους που έχουν τόσο άγνοια που μοιάζουν σχεδόν αθώοι;

Στο σπίτι που φλέγεται συνεχίζεις να κάνεις ό,τι έκανες πριν, αλλά δεν μπορείς να αποστρέψεις το βλέμμα σου από αυτό που τόσο απροκάλυπτα σου δείχνουν οι φλόγες. Κάτι έχει αλλάξει όχι σε αυτό που κάνεις, αλλά στον τρόπο που το αποδεσμεύεις στον κόσμο. Ένα ποίημα γραμμένο στο σπίτι που καίγεται είναι πιο δίκαιο και αληθινό, επειδή κανείς δεν θα το ακούσει, επειδή τίποτα δεν εγγυάται ότι θα γλιτώσει από τις φλόγες. Όμως, αν, κατά τύχη, βρει έναν αναγνώστη, αυτός δεν θα μπορέσει να ξεφύγει από την ανήμπορη, ανεξήγητη, βαθιά βοή που τον καλεί.

Η αλήθεια μπορεί μόνο να ειπωθεί από εκείνους που δεν έχουν καμιά ελπίδα να ακουστούν, μόνο από εκείνους που μιλούν μέσα από το σπίτι που το κατασπαράσσουν αδιάκοπα οι φλόγες.

Σήμερα ο άνθρωπος εξαφανίζεται, όπως ένα πρόσωπο στην άμμο από το κύμα. Αλλά αυτό που παίρνει τη θέση του, δεν συγκροτεί πια ένα κόσμο. Είναι μονάχα μια γυμνή και βουβή ζωή, χωρίς ιστορία, στο έλεος των υπολογισμών της εξουσίας και της επιστήμης. Ωστόσο, μπορεί από τα συντρίμμια αυτά μια μέρα να γίνει η αρχή για να εμφανιστεί, είτε αργά είτε ακαριαία, κάτι άλλο —όχι φυσικά ένας θεός, αλλά και ούτε ένας άλλος άνθρωπος— ίσως ένα νέο ζώο, μια ψυχή που ζει διαφορετικά…

5 Οκτωβρίου, 2020

Τζόρτζιο Αγκάμπεν



Σάββατο 16 Μαΐου 2020

Ο Giorgio Agamben συζητά με τη Βαβυλωνία (Κυριακή 17/5/2020 στις 19:00)

[Η συζήτηση μεταφέρθηκε για αύριο 17/5/2020 λόγω ανυπέρβλητων τεχνικών προβλημάτων]




Την Κυριακή 17 Μαΐου, στις 19:00, η Βαβυλωνία συζητά ζωντανά με τον Ιταλό φιλόσοφο Τζόρτζιο Αγκάμπεν.
– Ο κόσμος που σχηματίζεται και έρχεται μετά την πανδημία.
– Παλιές και νέες κανονικότητες.
– Η δυνατότητα για μια πολιτική της αντίστασης.

Η συζήτηση θα πραγματοποιηθεί ζωντανά και θα προβληθεί στο κανάλι της Βαβυλωνίας στο Youtube: youtube.com/ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΒΑΒΥΛΩΝΙΑ



Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

Giorgio Agamben, Η ιατρική ως θρησκεία



πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ


Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος


Ότι η επιστήμη έχει γίνει η θρησκεία της εποχής μας, αυτό στο οποίο οι άνθρωποι πιστεύουν ότι πιστεύουν, είναι πρόδηλο εδώ και καιρό. Στη σύγχρονη Δύση, έχουν συνυπάρξει και, σε κάποιο βαθμό, συνυπάρχουν ακόμα,  τρία μεγάλα συστήματα πεποιθήσεων: ο χριστιανισμός, ο καπιταλισμός και η επιστήμη. Στη νεωτερική ιστορία, αυτές οι τρεις “θρησκείες” διασταυρώθηκαν αναγκαστικά κατ’ επανάληψη, ερχόμενες από καιρού εις καιρόν σε σύγκρουση και, στη συνέχεια, με διάφορους τρόπους, πάλι σε συμφιλίωση, έως ότου, προοδευτικά, να επιτευχθεί ένα είδος ειρηνικής και αρμονικά διαρθρωμένης συνύπαρξης, αν όχι πραγματικής συνεργασίας στο όνομα του κοινού συμφέροντος.

Το νέο γεγονός είναι ότι μεταξύ της επιστήμης και των άλλων δύο θρησκειών έχει αναζωπυρωθεί χωρίς να το αντιληφθούμε μια υπόγεια και αδυσώπητη σύγκρουση, της οποίας τα νικηφόρα αποτελέσματα για την πρώτη, την επιστήμη, εμφανίζονται σήμερα μπροστά στα μάτια μας και καθορίζουν με τρόπο πρωτοφανή όλες τις πτυχές της ζωής και της ύπαρξής μας. Αυτή η σύγκρουση δεν αφορά, όπως στο παρελθόν, τη  θεωρία και τις γενικές αρχές, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, τη λειτουργική πρακτική. Ακόμα και η επιστήμη, στην πραγματικότητα, όπως κάθε θρησκεία, διακρίνεται σε διαφορετικά επίπεδα και μορφές, μέσω των οποίων ρυθμίζει και οργανώνει τη δική της δομή: στις λεπτές και ακριβείς διατυπώσεις μιας αυστηρής δογματικής αντιστοιχεί, στην πράξη, τo εξαιρετικά ευρύ και εκτενώς δικτυωμένo πεδίο λατρείας που συμπίπτει με αυτό που ονομάζουμε τεχνολογία.

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ως πρωταγωνιστής αυτού του νέου θρησκευτικού πολέμου εμφανίζεται εκείνος ο κλάδος της επιστήμης του οποίου η δογματική είναι λιγότερο αυστηρή και η πραγματιστική πτυχή του υπερισχύει: η ιατρική, της οποίας άμεσο αντικείμενο είναι το ζωντανό σώμα των ανθρώπων. Ας προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της νικηφόρας πίστης με την οποία θα πρέπει να αναμετριόμαστε ολοένα και περισσότερο.

1) Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι ότι η ιατρική, όπως και ο καπιταλισμός, δεν χρειάζεται ειδική δογματική, αλλά περιορίζεται στον δανεισμό των θεμελιωδών εννοιών της από τη βιολογία. Σε αντίθεση με τη βιολογία, ωστόσο, διατυπώνει αυτές τις έννοιες με τρόπο γνωστικο-μανιχαϊστικό, δηλαδή σύμφωνα με μίαν ακραία δυαλιστική αντίθεση. Υπάρχει ένας θεός ή μια κακοήθης αρχή, κατ’ ακρίβειαν η ασθένεια, της οποίας οι ειδικοί νοσογόνοι παράγοντες είναι τα βακτήρια και οι ιοί, και ένας θεός ή μια ευεργετική αρχή, που δεν είναι η υγεία, αλλά η ανάρρωση, της οποίας οι παράγοντες λατρείας είναι οι γιατροί και το σύστημα θεραπείας. Όπως και σε κάθε Γνωστική πίστη, οι δύο αρχές είναι σαφώς διαχωρισμένες, αλλά στην πράξη είναι δυνατόν να βεβηλωθούν η μία από την άλλη, εφόσον η ευεργετική αρχή, καθώς και ο γιατρός που την εκπροσωπεί, μπορούν να κάνουν λάθος και να συνεργαστούν ασυνείδητα με τον εχθρό τους, χωρίς αυτό βέβαια να καθιστά άκυρη την πραγματικότητα του δυαλισμού και την ανάγκη της λατρείας, μέσω της οποίας η ευεργετική αρχή δίνει τη μάχη της. Και είναι σημαντικό ότι οι θεολόγοι που πρέπει να καθορίσουν τη στρατηγική της είναι οι εκπρόσωποι μιας επιστήμης, της ιολογίας, η οποία δεν έχει τον δικό της χώρο, αλλά βρίσκεται στα σύνορα μεταξύ βιολογίας και ιατρικής.

2) Αν η λατρευτική πρακτική ήταν έως τώρα, όπως κάθε λειτουργία, επεισοδιακή και περιορισμένη στο χρόνο, το αναπάντεχο φαινόμενο του οποίου γινόμαστε σήμερα μάρτυρες είναι ότι αυτή έχει καταστεί μόνιμη και πανταχού παρούσα. Δεν τίθεται πλέον ζήτημα λήψης φαρμάκων ή υποβολής, όταν είναι απαραίτητο, σε ιατρική εξέταση ή χειρουργική επέμβαση: ολόκληρη η ζωή των ανθρώπων πρέπει να γίνεται κάθε στιγμή,  ο τόπος μιας αδιάκοπης λατρευτικής τελετουργίας. Ο εχθρός, ο ιός, είναι πάντα παρών και πρέπει να καταπολεμείται ακατάπαυστα και χωρίς ανακωχή. Ακόμα και η χριστιανική θρησκεία γνώρισε παρόμοιες ολοκληρωτικές τάσεις, οι οποίες όμως αφορούσαν μόνο σε ορισμένα  άτομα —ιδίως τους μοναχούς— που επέλεξαν ως έμβλημα ολόκληρης της ύπαρξής τους το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Η ιατρική ως θρησκεία υιοθετεί το παράγγελμα του Παύλου και, ταυτόχρονα, το αντιστρέφει: η λατρεία πρέπει να ασκείται σήμερα με την ίδια επιμέλεια με την οποία οι μοναχοί συγκεντρώνονταν στα μοναστήρια για να προσευχηθούν, πλην όμως με τον όρο ότι θα παραμένουμε χωρισμένοι και σε απόσταση.

3) Η πρακτική λατρείας δεν είναι πλέον ελεύθερη και εθελοντική, εκτιθέμενη μόνο σε κυρώσεις πνευματικής τάξεως, αλλά πρέπει να καταστεί υποχρεωτική με κανονιστικές ρυθμίσεις. Η συμπαιγνία μεταξύ θρησκείας και μη ειδήμονος εξουσίας δεν είναι ασφαλώς κάτι νέο· εντελώς νέο, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι αυτή δεν αφορά πλέον τη διακήρυξη των δογμάτων, όπως συνέβαινε για τις αιρέσεις, αλλά αποκλειστικά την  τέλεση της λατρείας. Η μη ειδήμων εξουσία οφείλει να επαγρυπνεί ώστε η λειτουργία της θρησκείας της ιατρικής, η οποία συμπίπτει πλέον με ολόκληρη τη ζωή, να τελείται πράγματι με ακρίβεια και χωρίς καμία παρέκκλιση. Ότι πρόκειται εν προκειμένω για μια λατρευτική πρακτική και όχι για μια ορθολογική επιστημονική απαίτηση είναι εξόφθαλμο. Οι καρδιοαγγειακές παθήσεις αποτελούν μακράν την πιο συχνή αιτία θνησιμότητας στη χώρα μας και είναι γνωστό ότι αυτές θα μπορούσαν να μειωθούν εάν εφαρμοζόταν ένας πιο υγιεινός τρόπος ζωής και εάν ακολουθούσαμε μια συγκεκριμένη δίαιτα. Αλλά δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό κανενός γιατρού ότι ο τρόπος ζωής και δίαιτας που συμβούλευε στους ασθενείς του, θα αποτελούσε αντικείμενο νομικών ρυθμίσεων, που θα επέβαλαν ex lege τι θα πρέπει να τρώμε και πώς θα πρέπει να ζούμε, μεταμορφώνοντας ολόκληρη την ύπαρξη σε υγειονομική υποχρέωση. Ακριβώς αυτό έγινε και, τουλάχιστον προς το παρόν, οι άνθρωποι έχουν αποδεχθεί, σαν να ήταν αυτονόητο, να παραιτηθούν από την ελευθερία των κινήσεών τους, από την εργασία, τις φιλίες, τους έρωτες, τις κοινωνικές σχέσεις, τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις τους.

Παρατηρούμε εδώ σε ποιο βαθμό οι δύο άλλες θρησκείες της Δύσης, η θρησκεία του Χριστού και η θρησκεία του χρήματος, παραχώρησαν την πρωτοκαθεδρία, καταφανώς χωρίς μάχη, στην ιατρική και την επιστήμη. Η Εκκλησία αρνήθηκε τις αρχές της ξεκάθαρα και απερίφραστα, ξεχνώντας ότι ο άγιος, του οποίου το όνομα φέρει ο σημερινός ποντίφηκας, αγκάλιαζε τους λεπρούς, ότι ένα από τα έργα του ελέους ήταν η επίσκεψη στους αρρώστους, ότι τα ιερά μυστήρια τελούνται μόνο με φυσική παρουσία. Ο καπιταλισμός από την πλευρά του, αν και με κάποιες διαμαρτυρίες, δέχτηκε απώλειες παραγωγικότητας που ποτέ δεν είχε τολμήσει να υπολογίσει, ίσως ευελπιστώντας ότι  αργότερα θα επιτύχει κάποια συμφωνία διακονισμού με τη νέα θρησκεία, η οποία, ως προς τούτο, φαίνεται διατεθειμένη να συμβιβαστεί.

4) Η θρησκεία της ιατρικής έχει αρυσθεί χωρίς επιφύλαξη από τον Χριστιανισμό την εναγώνια εσχατολογική προοπτική του που ο ίδιος άφησε να εκπέσει στο περιθώριο. Ήδη ο καπιταλισμός, εκκοσμικεύοντας το θεολογικό παράδειγμα της σωτηρίας, είχε εξαλείψει την ιδέα του τέλους του χρόνου, υποκαθιστώντας την με μια κατάσταση μόνιμης κρίσης, χωρίς λύτρωση ή τέλος. Η λέξη  «Κρίσις» έχει αρχικά, εκ προελεύσεως, μία ιατρική έννοια, η οποία προσδιορίζει, στον Ιπποκράτειο Κώδικα, τη στιγμή που ο γιατρός αποφαινόταν εάν ο ασθενής θα ανέκαμπτε από την ασθένεια. Οι θεολόγοι έχουν προσλάβει τον όρο αυτό για να υποδηλώσουν την τελική κρίση που λαμβάνει χώρα την τελευταία ημέρα του κόσμου. Εάν παρατηρήσουμε την κατάσταση εξαίρεσης που βιώνουμε σήμερα, φαίνεται ότι η θρησκεία της ιατρικής συνδυάζει τη διαρκή κρίση του καπιταλισμού με τη χριστιανική ιδέα ενός τέλους του χρόνου, με το «έσχατον», κατά το οποίο η οριστική απόφαση είναι πάντα σε εξέλιξη και το τέλος καταπίπτει και αναβάλλεται ταυτόχρονα, σε μια ακατάπαυστη προσπάθεια να μπορέσει να το διαχειριστεί και να το ελέγξει, χωρίς ποτέ, ωστόσο, να το αντιμετωπίσει ουσιαστικά και να κατορθώσει να το αποτρέψει άπαξ και δια παντός. Είναι η θρησκεία ενός κόσμου που αισθάνεται ότι έχει φθάσει στο τέλος του και όμως δεν είναι σε θέση, όπως ο ιπποκρατικός γιατρός, να αποφασίσει εάν θα επιβιώσει ή θα πεθάνει.

5) Όμοια με τον καπιταλισμό και ανόμοια με τον Χριστιανισμό, η θρησκεία της ιατρικής δεν προσφέρει καμία προοπτική σωτηρίας και λύτρωσης. Αντίθετα, η ανάρρωση στην οποία στοχεύει μπορεί να είναι μόνο προσωρινή, εφόσον ο κακοήθης Θεός, ο ιός, δεν μπορεί να εξαλειφθεί οριστικά, αλλά αλλάζει συνεχώς και λαμβάνει πάντα νέες μορφές, ενδεχομένως πιο επικίνδυνες. Η επιδημία, όπως υποδεικνύει η ετυμολογία του όρου («δήμος» είναι στην ελληνική  ο λαός ως πολιτικό σώμα και «πόλεμος επιδήμιος» είναι στον Όμηρο η ονομασία του εμφύλιου πολέμου) είναι προπαντός μία πολιτική έννοια, η οποία προετοιμάζεται να γίνει το νέο έδαφος της πολιτικής — ή της μη πολιτικής—παγκοσμίως. Είναι πιθανό, μάλιστα, η επιδημία που βιώνουμε να είναι η πραγματοποίηση του παγκόσμιου εμφυλίου πολέμου που, σύμφωνα με τους πιο προσεκτικούς πολιτικούς επιστήμονες, έχει υποκαταστήσει τους παραδοσιακούς παγκόσμιους πολέμους. Όλα τα έθνη και όλοι οι λαοί είναι τώρα σε διηνεκή πόλεμο με τον εαυτό τους, γιατί ο αόρατος και ασύλληπτος εχθρός με τον οποίο πολεμούν βρίσκεται μέσα στον καθένα από εμάς.

Όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο διάβα της ιστορίας, οι φιλόσοφοι θα πρέπει και πάλι να έρθουν σε σύγκρουση με τη θρησκεία, η οποία δεν είναι πλέον ο Χριστιανισμός, αλλά η επιστήμη ή ο επιμέρους κλάδος της που έχει λάβει τη μορφή θρησκείας. Δεν ξέρω εάν θα επανέλθουν οι πυρές  και εάν κάποια βιβλία θα περιληφθούν σε λίστα απαγορευμένων, αλλά η σκέψη εκείνων που συνεχίζουν να αναζητούν την αλήθεια και να αρνούνται το κυρίαρχο ψέμα, θα είναι, σαφώς, όπως συμβαίνει ήδη μπροστά στα μάτια μας, περιθωριοποιημένη και θα κατηγορείται ότι διασπείρει ειδήσεις ψευδείς —ειδήσεις, όχι ιδέες, επειδή η είδηση είναι πιο σημαντική από την πραγματικότητα! Όπως σε όλες τις περιόδους έκτακτης ανάγκης, είτε αυτές είναι πραγματικές είτε είναι προσομοιωμένες, θα ξαναδούμε ανίδεους να συκοφαντούν τους φιλόσοφους και απατεώνες να γυρεύουν τρόπο να επωφεληθούν από τις συμφορές που οι ίδιοι έχουν προκαλέσει. Όλα αυτά έχουν ήδη συμβεί και θα εξακολουθήσουν να συμβαίνουν, αλλά εκείνοι που μαρτυρούν για την αλήθεια, δεν θα σταματήσουν να το κάνουν, γιατί κανένας δεν μπορεί να μαρτυρήσει για τον μάρτυρα.

2 Μαΐου 2020
Giorgio Agamben



Παρασκευή 8 Μαΐου 2020

Giorgio Agamben, Περί του αληθούς και του ψευδούς

πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Όπως ήταν ήδη αναμενόμενο και προεξοφλημένο, η Φάση 2 επιβεβαιώνει με υπουργικό διάταγμα τις ίδιες -λίγο ή πολύ- περικοπές των συνταγματικών ελευθεριών που μπορούν να περιοριστούν κανονικά μόνο με νόμο. Αλλά δεν είναι λιγότερο σημαντικός ο περιορισμός ενός ανθρώπινου δικαιώματος που δεν κατοχυρώνεται από κανένα Σύνταγμα: το δικαίωμα στην αλήθεια, η ανάγκη για μια λέξη αλήθειας.

Αυτό που βιώνουμε, πριν ακόμα γίνει ανήκουστη χειραγώγηση των ελευθεριών του καθενός, είναι ουσιαστικά μία γιγαντιαία επιχείρηση παραποίησης της αλήθειας. Εάν οι άνθρωποι συγκατατίθενται να περιορίσουν τις προσωπικές τους ελευθερίες, τούτο συμβαίνει, στην πραγματικότητα, επειδή αποδέχονται, άνευ οιουδήποτε ελέγχου επαλήθευσης, τα δεδομένα και τις απόψεις που παρουσιάζουν τα μέσα ενημέρωσης. Η διαφήμιση μας είχε εθίσει για πολύ καιρό σε εκφορά λόγων που δρούσαν τόσο αποτελεσματικότερα όσο λιγότερο αξίωναν να έχουν αντίκρισμα αλήθειας. Και για μεγάλο, επίσης, χρονικό διάστημα, οι πολιτικοί παρείχαν τη συναίνεσή τους χωρίς βαθιά πεποίθηση, εκλαμβάνοντας ως -τρόπον τινά- δεδομένο ότι στις εκλογικές ομιλίες η αλήθεια δεν αμφισβητείται, καθότι αυτή η ίδια δεν τίθεται ως ζήτημα. Αυτό που ξετυλίγεται τώρα μπροστά στα μάτια μας είναι, ωστόσο, κάτι νέο, αν μη τι άλλο, γιατί από την αλήθεια ή το ψεύδος των λεγομένων που γίνονται παθητικά αποδεκτά, επηρεάζεται ή μάλλον εξαρτάται ο τρόπος της ζωής μας, ολόκληρη η ύπαρξή μας, στην καθημερινότητά της. Για αυτόν τον λόγο, είναι επείγουσα ανάγκη να προσπαθήσει ο καθένας από εμάς να περάσει από την κρησάρα μίας τουλάχιστον στοιχειώδους επαλήθευσης ό, τι του υπαγορεύεται.

Δεν είμαι ο μόνος που παρατηρεί ότι τα δεδομένα για την επιδημία παρέχονται με γενικό τρόπο και χωρίς κανένα επιστημονικά κριτήριο. Από επιστημολογική άποψη, είναι προφανές, για παράδειγμα, ότι το να ανακοινώνεται ένας αριθμός εκλιπόντων, χωρίς να συσχετίζεται με την ετήσια θνησιμότητα κατά την αντίστοιχη περίοδο και χωρίς να προσδιορίζεται η πραγματική αιτία του θανάτου τους, δεν έχει νόημα. Και όμως, αυτό ακριβώς εξακολουθεί να γίνεται καθημερινά δίχως να φαίνεται ότι το αντιλαμβάνεται κανείς, πράγμα που προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη διότι τα δεδομένα που επιτρέπουν την επαλήθευση είναι προσβάσιμα σε όλους. Έχω δε αναφέρει ήδη, σε αυτήν την ενότητα άρθρων, την έκθεση του Προέδρου της Ιταλικής Στατιστικής Υπηρεσίας, Δρ. Gian Carlo Blangiardo, στην οποία καταδεικνύεται ότι ο αριθμός των θανάτων από τον Covid-19  είναι μικρότερος από εκείνον που είχε καταγραφεί αναφορικά με τους θανάτους από αναπνευστικές ασθένειες κατά τα δύο προηγούμενα έτη. Εντούτοις, αν και δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση, η εν λόγω έκθεση είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ, όπως επίσης δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός, μολονότι τούτο έχει δηλωθεί, ότι συναριθμείται στους νεκρούς από Covid-19 ακόμα και ο θετικός στον ιό ασθενής που πέθανε από καρδιακή προσβολή ή από οποιανδήποτε άλλη αιτία. Γιατί, ακόμα και αν τεκμηριώνεται το ψεύδος, εξακολουθούμε να το εμπιστευόμαστε; Φαίνεται ότι το ψέμα εκλαμβάνεται ως αλήθεια, ακριβώς επειδή, όπως η διαφήμιση, αδιαφορεί για την απόκρυψη του ψεύδους. Όπως συνέβη και με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο πόλεμος κατά του ιού  είναι δυνατόν να έχει μόνο απατηλά κίνητρα.

Η ανθρωπότητα εισέρχεται σε μια φάση της ιστορίας της κατά την οποία η αλήθεια περιορίζεται στην στιγμιαία εκφορά του ψεύδους. Aληθινός είναι εκείνος ο ψευδής λόγος που πρέπει να εκλαμβάνεται ως αληθινός ακόμα και όταν δεν αποδεικνύεται η αλήθεια του. Αλλά με αυτόν τον τρόπο είναι η ίδια η γλώσσα των ανθρώπων που, ως τόπος εκδήλωσης της αλήθειας, κατάσχεται. Μπορούμε τώρα να παρατηρούμε βουβοί την -αληθινή καθότι πραγματική- εκφορά του ψεύδους. Για να σταματήσει, όμως, αυτή η ροή του ψεύδους, χρειάζεται ο καθένας από εμάς να έχει το θάρρος να αναζητήσει χωρίς συμβιβασμό το πιο πολύτιμο αγαθό: μια αληθινή λέξη.

28 Απριλίου 2020
Giorgio Agamben



Τρίτη 28 Απριλίου 2020

Giorgio Agamben, Νέοι στοχασμοί

Ο Giorgio Agamben με τη δημοσιογράφο Α. Γιάμαλη (πηγή)
πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ



[Συνέντευξη του Giorgio Agamben σε ιταλική εφημερίδα αναδημοσιευμένη στον ιστότοπο Quodlibet στις 22 Απριλίου 2020]


Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος



Με αυτόν τον καταναγκαστικό εγκλεισμό, ζούμε έναν νέο ολοκληρωτισμό;

«Ολοένα και περισσότεροι παραδέχονται πλέον ότι, στην πραγματικότητα, βιώνουμε το τέλος ενός κόσμου, εκείνου των αστικών δημοκρατιών, που βασίζεται στα δικαιώματα, τα κοινοβούλια και τη διάκριση των εξουσιών. Αυτός ο κόσμος δίνει τώρα τη θέση του σε έναν νέο δεσποτισμό και, όσον αφορά τo εύρος διείσδυσης των ελέγχων ή την παύση όλων των πολιτικών δραστηριοτήτων, θα είναι ο χειρότερος από τους ολοκληρωτισμούς που έχουμε γνωρίσει έως σήμερα. Οι Αμερικανοί πολιτειολόγοι το ονομάζουν Κράτος Ασφάλειας (Security State) – ο όρος ανακαλεί στη μνήμη μας τις διαβόητες “Επιτροπές Κοινής Σωτηρίας” κατά την περίοδο της “βασιλείας του Τρόμου” (1793-1794)- δηλαδή ένα κράτος το οποίο “για λόγους ασφάλειας” (εν προκειμένω, του “δημόσιου συστήματος υγείας”), δύναται να επιβάλλει κάθε στιγμή οποιοδήποτε όριο στις ατομικές ελευθερίες. Στην Ιταλία, εξάλλου, έχουμε εθιστεί εδώ και καιρό σε μια παρεκκλίνουσα νομοθετική διαδικασία με έκτακτα διατάγματα της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία με αυτόν τον τρόπο αντικαθιστά τη νομοθετική εξουσία και καταργεί de facto την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, πάνω στην οποία θεμελιώνεται η δημοκρατία. Και ο έλεγχος που ασκείται με βιντεοκάμερες και, όπως έχει προταθεί, μέσω κινητών τηλεφώνων, υπερβαίνει κατά πολύ οποιαδήποτε μορφή ελέγχου που ασκήθηκε στο παρελθόν από ολοκληρωτικά καθεστώτα, όπως ο φασισμός ή ο ναζισμός».

Αναφορικά με τα δεδομένα, εκτός από αυτά που θα συλλεχθούν μέσω κινητών τηλεφώνων, θα έπρεπε  να προβληματιστούμε ακόμα και για εκείνα που διαδίδονται στις πολυάριθμες συνεντεύξεις τύπου, συχνά ελλιπή  ή παρερμηνευμένα.

«Αυτό είναι ένα σημαντικό ζήτημα γιατί αγγίζει τη ρίζα του φαινομένου. Όποιος έχει κάποια γνώση της επιστημολογίας δεν είναι δυνατό να μην εκπλαγεί από το γεγονός ότι τα μέσα ενημέρωσης έχουν διαδώσει αριθμητικά στοιχεία, κατά τους τελευταίους μήνες, χωρίς κανένα επιστημονικό κριτήριο, όχι μόνο χωρίς να τα συσχετίσουν με την ετήσια θνησιμότητα για την αντίστοιχη περίοδο, αλλά και χωρίς να προσδιορίσουν την αιτία του θανάτου. Δεν είμαι ιoλόγος ή γιατρός, όμως περιορίζομαι να παραθέτω αυτολεξεί επίσημες αξιόπιστες πηγές. 21.000 θάνατοι από τον Covid-19 φαίνεται και είναι βέβαια ένα εντυπωσιακό νούμερο. Αλλά εάν το αντιπαραβάλλετε με τα ετήσια στατιστικά δεδομένα, τα πράγματα προσλαμβάνουν εύλογα διαφορετική όψη. Ο Πρόεδρος της Ιταλικής Στατιστικής Υπηρεσίας, Δρ. Gian Carlo Blangiardo, ανακοίνωσε, πριν από μερικές εβδομάδες, τον αριθμό θανάτων του περασμένου έτους: 647.000 θάνατοι (επομένως 1772 θάνατοι την ημέρα). Αν αναλύσουμε λεπτομερώς τις αιτίες, βλέπουμε ότι τα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα, τα οποία αναφέρονται το έτος 2017, καταγράφουν 230.000 θανάτους από καρδιαγγειακές παθήσεις, 180.000 θανάτους από καρκίνο και τουλάχιστον 53.000 θανάτους από αναπνευστικές ασθένειες. Όμως ένα ζήτημα είναι εξαιρετικά σημαντικό και μας αφορά ιδιαίτερα».

 Ποιό;

«Παραθέτω τα λόγια του Δρ. Blangiardo: " Τον Μάρτιο του 2019 οι θάνατοι από αναπνευστικές ασθένειες ήταν 15.189 και το προηγούμενο έτος ήταν 16.220. Παρεμπιπτόντως, διαπιστώνεται ότι είναι περισσότεροι από τον αντίστοιχο αριθμό θανάτων λόγω Covid (12.352) που ανακοινώθηκαν τον Μάρτιο του 2020". Αλλά εάν τούτο είναι αλήθεια, και δεν έχουμε κανένα λόγο να το αμφισβητήσουμε, χωρίς να θέλουμε να ελαχιστοποιήσουμε τη σπουδαιότητα της επιδημίας, πρέπει να αναρωτηθούμε εάν αυτή μπορεί να δικαιολογήσει μέτρα περιορισμού της ελευθερίας που δεν είχαν ληφθεί ποτέ στην ιστορία της χώρας μας, ούτε καν κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων. Γεννιέται η υπόνοια ότι η διάδοση του πανικού και η απομόνωση των ανθρώπων στα σπίτια τους, εξυπηρετούσε τη βούληση να μετατεθούν στον πληθυσμό οι βαρύτατες ευθύνες των κυβερνήσεων που είχαν αποσαθρώσει πρώτα το Εθνικό Σύστημα Υγείας και στη συνέχεια, στη Λομβαρδία, διαπράξει  μια σειρά λαθών -όχι λιγότερο σοβαρών-  στην αντιμετώπιση της επιδημίας».

Ακόμα και οι επιστήμονες δεν παρουσίασαν, στην πραγματικότητα, καλή εικόνα. Φαίνεται ότι δεν ήταν σε θέση να μας δώσουν τις απαντήσεις που περιμέναμε ότι θα λαμβάναμε από αυτούς. Τι έχετε να πείτε σχετικά;

«Είναι πάντα επικίνδυνο να αναθέτουμε σε γιατρούς και επιστήμονες τη λήψη αποφάσεων που είναι τελικά ηθικές και πολιτικές. Βλέπετε, οι επιστήμονες, δικαίως ή αδίκως, επιδιώκουν με καλή πίστη την εφαρμογή της δικής τους συλλογιστικής, που ταυτίζεται με το συμφέρον της επιστήμης, στο όνομα της οποίας – η ιστορία το αποδεικνύει ευρέως – είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν οποιονδήποτε ενδοιασμό ηθικής τάξεως. Ας μη λησμονούμε ότι κάτω από το ναζιστικό καθεστώς, επιστήμονες μεγάλης υπόληψης ηγήθηκαν της ευγονικής πολιτικής και δεν δίστασαν να εκμεταλλευτούν τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως για να εκτελέσουν θανατηφόρα πειράματα, που θεωρούσαν χρήσιμα για την πρόοδο της επιστήμης και για τη θεραπεία των Γερμανών στρατιωτών. Στην προκειμένη περίπτωση, το θέαμα είναι άκρως ανησυχητικό, διότι, στην ουσία, ακόμη και αν το κρύβουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των επιστημόνων,  ορισμένοι δε από τους πιο επιφανείς εξ αυτών, όπως ο Didier Raoult, ίσως ο μεγαλύτερος Γάλλος ιολόγος, έχουν διαφορετικές απόψεις αναφορικά με τη σπουδαιότητα της επιδημίας και την αποτελεσματικότητα των μέτρων απομόνωσης, τα οποία σε μια συνέντευξη χαρακτήρισε ως αποκύημα μεσαιωνικής δεισιδαιμονίας. Έχω γράψει αλλού ότι η επιστήμη έχει γίνει η θρησκεία της εποχής μας. Η αναλογία με τη θρησκεία πρέπει να ληφθεί κατά γράμμα: οι θεολόγοι δήλωναν ότι δεν μπορούν να ορίσουν με σαφήνεια τι είναι ο Θεός, αλλά στο όνομά Του υπαγόρευαν στους ανθρώπους δεοντολογικούς κανόνες συμπεριφοράς και εν γένει διαγωγής και δεν δίσταζαν να καίνε τους αιρετικούς. Οι ιολόγοι παραδέχονται ότι δεν γνωρίζουν ακριβώς τι είναι ο ιός, αλλά στο όνομά του αξιώνουν να αποφασίζουν οι ίδιοι πώς θα πρέπει να ζήσουν τα ανθρώπινα όντα».

Μας λένε –όπως συνέβη συχνά στο παρελθόν– ότι τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως πριν και ότι η ζωή μας πρέπει να αλλάξει. Τι θα συμβεί κατά τη γνώμη σας;


«Έχω προσπαθήσει ήδη να περιγράψω τη μορφή του δεσποτισμού που προμηνύεται και ενάντια στον οποίο οφείλουμε να μην πάψουμε να επαγρυπνούμε και να αγωνιζόμαστε. Αλλά εάν για μια φορά αφήσουμε τη σφαίρα της επικαιρότητας και επιχειρήσουμε να εξετάσουμε τα πράγματα από τη σκοπιά της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους στη Γη, έρχονται στο νου μου οι παρατηρήσεις ενός μεγάλου ολλανδού επιστήμονα, του Ludwig Bolk. Σύμφωνα με τον Bolk, το ανθρώπινο είδος χαρακτηρίζεται από την προοδευτική αναστολή των φυσικών ζωτικών διεργασιών προσαρμογής στο περιβάλλον, οι οποίες αντικαθίστανται από την υπερτροφική ανάπτυξη τεχνολογικών συσκευών για την προσαρμογή του περιβάλλοντος στους ανθρώπους. Όταν αυτή η διαδικασία ξεπεράσει ένα ορισμένο όριο, φθάνει στο σημείο όπου καθίσταται αντιπαραγωγική και μετατρέπεται σε αυτοκαταστροφή του είδους. Φαινόμενα όπως αυτό που βιώνουμε σήμερα, μου φαίνεται πως δείχνουν ότι έχουμε φθάσει στο σημείο εκείνο και ότι το φάρμακο που υποτίθεται πως θα θεραπεύσει τα δεινά μας κινδυνεύει να προκαλέσει  μεγαλύτερο κακό. Ακόμα και σε αυτόν τον κίνδυνο οφείλουμε να αντισταθούμε με κάθε τρόπο».


22 Απριλίου 2020
Giorgio Agamben




Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Giorgio Agamben, Φάση 2

πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ





Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Όπως ήταν προβλεπόμενο και όπως είχαμε προσπαθήσει να υποψιάσουμε όσους προτιμούσαν να κλείσουν τα μάτια και τα αυτιά τους, η λεγόμενη φάση 2 ή η επιστροφή στην κανονικότητα θα είναι ακόμη χειρότερη από όσα έχουμε ζήσει έως σήμερα. Δύο σημεία μεταξύ εκείνων που προετοιμάζονται (στα υπό εκπόνηση διατάγματα) είναι ιδιαίτερα αποτρόπαια και συνιστούν κατάφωρη παραβίαση των αρχών του Συντάγματος: η περιορισμένη, με βάση την ηλικιακή ομάδα, δυνατότητα μετακίνησης, δηλαδή η υποχρέωση για άτομα άνω των 70 ετών να παραμείνουν κλεισμένοι στο σπίτι τους και η υποχρεωτική ορολογική χαρτογράφηση για το σύνολο του πληθυσμού. Όπως έχει επισταμένως επισημανθεί σε μία έκκληση που κυκλοφορεί τώρα στην Ιταλία, αυτή η διάκριση είναι αντισυνταγματική γιατί αφενός μεν δημιουργεί μια ομάδα πολιτών δεύτερης κατηγορίας (ενώ όλοι οι πολίτες πρέπει να είναι ίσοι ενώπιον του νόμου), αφετέρου δε τους στερεί de facto την ελευθερία τους με μία εντελώς αδικαιολόγητη επιβολή άνωθεν, η οποία θέτει μάλλον σε κίνδυνο την υγεία των εν λόγω ατόμων αντί να τα προστατέψει. Τούτο μαρτυρείται από τις πρόσφατες ειδήσεις για την αυτοκτονία δύο ανθρώπων ηλικίας άνω των εβδομήντα ετών, οι οποίοι δεν άντεχαν πλέον να ζουν σε απομόνωση. Εξίσου παράνομη είναι η υποχρέωση της ορολογικής χαρτογράφησης, δοθέντος ότι το άρθρο 32 του Συντάγματος ορίζει πως κανείς δεν υποχρεώνεται να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση παρά μόνο κατ’ εφαρμογή διατάξεως νόμου, ενώ για μία ακόμα φορά, όπως συμβαίνει κατά την τελευταία περίοδο, τα μέτρα φέρεται ότι θα θεσπιστούν με κυβερνητικό διάταγμα.

Παραμένουν επίσης οι περιορισμοί αναφορικά με τις τηρητέες αποστάσεις και τις απαγορεύσεις συναντήσεων, πράγμα που συνεπάγεται τον αποκλεισμό οιασδήποτε δυνατότητας πραγματικής πολιτικής δραστηριότητας.

Είναι απαραίτητο να εκφράσουμε χωρίς επιφυλάξεις τη διαφωνία μας για το μοντέλο της κοινωνίας που βασίζεται στην κοινωνική απόσταση και στον απεριόριστο έλεγχο που βούλονται να επιβάλουν.


[Το κείμενο του Giorgio Agamben δημοσιεύθηκε στο Quodlibet με τίτλο Fase 2: https://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-fase-2]


Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Giorgio Agamben, Ένα ερώτημα






«Πρῶτόν τε ἦρξε καὶ ἐς τἆλλα τῇ πόλει ἐπὶ πλέον ἀνομίας τὸ νόσημα […] καὶ τὸ μὲν προσταλαιπωρεῖν τῷ δόξαντι καλῷ οὐδεὶς πρόθυμος ἦν, ἄδηλον νομίζων εἰ πρὶν ἐπ’ αὐτὸ ἐλθεῖν διαφθαρήσεται»
[Και από άλλες απόψεις ο λοιμός έγινε αφορμή για μεγαλύτερη ανομία στην πόλη […] Κανένας δεν είχε διάθεση να επιμένει περισσότερο σε κάτι που το θεωρούσε καλό, αφού δεν ήταν βέβαιος ότι δεν θα πέθαινε προτού να το πραγματοποιήσει] 
Θουκυδίδης, Ιστορίαι 2,53 (μετάφρ.:  Νίκος Σκουτερόπουλος)


Θα ήθελα να μοιραστώ με όσους το επιθυμούν ένα ερώτημα επί του οποίου δεν έχω πάψει εδώ και πάνω από ένα μήνα να στοχάζομαι. Πώς είναι δυνατόν μια ολόκληρη χώρα να μη συνειδητοποιεί ότι κατέρρευσε ηθικά και πολιτικά ενώπιον μιας ασθένειας; Οι λέξεις που χρησιμοποίησα για να διατυπώσω αυτό το ερώτημα ζυγίστηκαν προσεκτικά μία προς μία. Το μέτρο της παραίτησης από τις ηθικές και πολιτικές αρχές μας είναι, στην πραγματικότητα, πολύ απλό: πρέπει ν’ αναρωτηθούμε ποιο είναι το όριο πέρα απ’ το οποίο δεν είμαστε διατεθειμένοι να υποχωρήσουμε. Πιστεύω ότι ο αναγνώστης που θα κάνει τον κόπο να εξετάσει τα ακόλουθα σημεία δε θα μπορέσει παρά να συμφωνήσει –αν δεν το έχει ήδη συνειδητοποιήσει ή αν προσποιείται ότι δεν το έχει συνειδητοποιήσει– ότι το κατώφλι που χωρίζει την ανθρωπιά από τη βαρβαρότητα ξεπεράστηκε.
1) Το πρώτο σημείο, ίσως το πιο σοβαρό, αφορά τις σορούς των νεκρών. Πώς μπορέσαμε να δεχτούμε, με την επίκληση και μόνο ενός απροσδιόριστου κινδύνου, όχι μόνο να πεθαίνουν μόνοι τους οι αγαπημένοι μας άνθρωποι και γενικά τα ανθρώπινα όντα, αλλά –πράγμα που δεν είχε ξανασυμβεί ποτέ στην ιστορία, από την Αντιγόνη μέχρι σήμερα– οι σοροί τους να καίγονται χωρίς κηδεία;
2) Δεχτήκαμε έπειτα, χωρίς να φέρουμε πολλά προσκόμματα, με την επίκληση και μόνο ενός απροσδιόριστου κινδύνου, να περιορίσουμε σε βαθμό που δεν είχε συμβεί ποτέ πριν στην ιστορία της χώρας, ούτε κατά τη διάρκεια των δύο Παγκόσμιων Πολέμων (η απαγόρευση κυκλοφορίας κατά τη διάρκεια του πολέμου περιοριζόταν σε ορισμένες ώρες) την ελευθερία μετακίνησής μας. Δεχτήκαμε, συνεπώς, με την επίκληση και μόνο ενός απροσδιόριστου κινδύνου, να αναστείλουμε κατ’ ουσίαν τις σχέσεις φιλίας και αγάπης, επειδή ο πλησίον μας έγινε πιθανή πηγή μόλυνσης.
3) Αυτά μπόρεσαν να συμβούν –και εδώ φτάνουμε στη ρίζα του φαινομένου– διότι έχουμε διαχωρίσει την ενιαία βιοτική μας εμπειρία, που είναι πάντα αδιαχώριστα σωματική και πνευματική, αφενός σε μια καθαρά βιολογική ύπαρξη και αφετέρου σε μια αισθηματική και πολιτισμική ζωή. Ο Ιβάν Ίλιτς έχει δείξει, και ο Ντέιβιντ Κέιλυ το ανέφερε πρόσφατα, την ευθύνη της σύγχρονης ιατρικής γι’ αυτό το διαχωρισμό, ο οποίος θεωρείται δεδομένος, ενώ είναι, αντίθετα, η μεγαλύτερη αφαίρεση. Ξέρω καλά ότι αυτή η αφαίρεση πραγματοποιήθηκε από τη σύγχρονη επιστήμη μέσω συσκευών ανάνηψης, οι οποίες μπορούν να διατηρήσουν ένα σώμα σε κατάσταση καθαρά φυτικής ζωής.
Αν όμως αυτή η κατάσταση επεκτείνεται πέρα από τα αναγκαία χωρικά και χρονικά όριά της, όπως προσπαθούμε να κάνουμε σήμερα, και γίνεται ενός είδους αρχή της κοινωνικής συμπεριφοράς, πέφτουμε σε αντιφάσεις απ’ τις οποίες δεν υπάρχει διέξοδος.
Ξέρω ότι κάποιοι θα σπεύσουν να μου απαντήσουν πως πρόκειται για μια κατάσταση χρονικά περιορισμένη, μετά την οποία όλα θα επανέλθουν στην πρότερη κατάσταση. Είναι πραγματικά παράδοξο ότι μπορούν και το επαναλαμβάνουν, εκτός αν το κάνουν με κακή πίστη, αφού η ίδια η εξουσία που κήρυξε την έκτακτη ανάγκη δεν παύει να μας υπενθυμίζει πως, όταν η έκτακτη ανάγκη ξεπεραστεί, οφείλουμε να συνεχίσουμε να τηρούμε τις ίδιες οδηγίες και ότι η «κοινωνική αποστασιοποίηση», όπως ονομάστηκε μ’ έναν εύγλωττο ευφημισμό, θα είναι η νέα αρχή οργάνωσης της κοινωνίας. Και, σε κάθε περίπτωση, αυτό που, με καλή ή κακή πίστη, έχουμε δεχτεί να μας επιβληθεί δε θα είναι δυνατόν να ακυρωθεί.
Δεν μπορώ, σε αυτό το σημείο, αφού απέδωσα ευθύνες σε καθέναν από μας, να μην αναφερθώ επίσης στις βαρύτερες ευθύνες εκείνων που έχουν το καθήκον να διαφυλάσσουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Πρώτα απ’ όλα, η Εκκλησία, έχοντας μετατραπεί σε θεραπαινίδα της επιστήμης, η οποία έχει γίνει πλέον η αληθινή θρησκεία της εποχής μας, αρνήθηκε ριζικά τις θεμελιωδέστερες αρχές της. Η Εκκλησία, υπό έναν Πάπα με το όνομα Φραγκίσκος, ξέχασε ότι ο Φραγκίσκος αγκάλιαζε τους λεπρούς. Ξέχασε ότι ένα από τα έργα του ελέους είναι να επισκέπτεσαι τους ασθενείς. Ξέχασε ότι οι μάρτυρες διδάσκουν πως πρέπει να είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε τη ζωή και όχι την πίστη και πως η εγκατάλειψη του πλησίον μας σημαίνει εγκατάλειψη της πίστης. 
Μια άλλη κατηγορία που απέτυχε στα καθήκοντά της είναι εκείνη των νομικών. Είμαστε εδώ και καιρό συνηθισμένοι στην απερίσκεπτη χρήση των διαταγμάτων έκτακτης ανάγκης μέσω των οποίων η εκτελεστική εξουσία αντικαθιστά στην ουσία τη νομοθετική, καταργώντας την αρχή της διάκρισης των εξουσιών στην οποία θεμελιώνεται η δημοκρατία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως ξεπεράστηκε κάθε όριο, και έχει κανείς την εντύπωση ότι τα λόγια του πρωθυπουργού και του επικεφαλής της πολιτικής προστασίας αποκτούν, όπως είχε ειπωθεί για τα λόγια του Φύρερ, άμεση ισχύ νόμου. Και δεν είναι σαφές πώς θα διατηρηθούν, όταν εξαντληθεί το όριο χρονικής ισχύος των διαταγμάτων έκτακτης ανάγκης, οι περιορισμοί της ελευθερίας, όπως ανακοινώθηκε. Με ποιες νομικές ρυθμίσεις; Με μια διαρκή κατάσταση εξαίρεσης; Είναι καθήκον των νομικών να ελέγχουν ότι τηρούνται οι διατάξεις του συντάγματος, αλλά οι νομικοί σωπαίνουν. Quare siletis, iuristae, in munere vestro? [Γιατί σωπαίνετε, νομομαθείς, για τα πράγματα που σας αφορούν;]*
Ξέρω πως θα υπάρξουν εκείνοι που θα απαντήσουν ότι, αν και βαριά, η θυσία έγινε στο όνομα ηθικών αρχών. Σε αυτούς θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ο Άιχμαν, απ’ ό,τι φαίνεται καλή τη πίστει, δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει πως έκανε όσα έκανε ακολουθώντας τη συνείδησή του, υπακούοντας σε αυτό που πίστευε ότι είναι οι επιταγές της καντιανής ηθικής. Ένας κανόνας που διακηρύσσει ότι πρέπει να παραιτηθούμε από το καλό για να διασώσουμε το καλό είναι εξίσου ψευδής και αντιφατικός μ’ εκείνον που, προκειμένου να προστατεύσουμε την ελευθερία, μας επιβάλλει να παραιτηθούμε απ’ την ελευθερία.
13 Απριλίου 2020
Giorgio Agamben

[Το κείμενο του Giorgio Agamben δημοσιεύθηκε στο Quodlibet με τίτλο Una domanda: https://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-una-domanda]
-----------------------------------
* Πρόκειται για μια φράση με μεγάλη ιστορία. Το 1558 ο Αλμπερίκο Τζεντίλι γράφει: «Silete, theologi, in munere alieno» (Σωπάστε, θεολόγοι, για πράγματα που δε σας αφορούν), καλώντας τους θεολόγους να παραδώσουν τα ηνία των υποθέσεων του κόσμου στους νομομαθείς. Το 1946 ο Καρλ Σμιτ γράφει, με τη σειρά του: «Silete, iurisconsulti, in munere alieno» (Σωπάστε, νομομαθείς, για πράγματα που δε σας αφορούν), διαπιστώνοντας ότι τώρα καλούνται οι νομικοί να παραδώσουν τα ηνία στους τεχνοκράτες. Αυτή την προτροπή προς τους νομικούς να σωπάσουν αρνείται ο Αγκάμπεν, στο βιβλίο του Stato di eccezione (Κατάσταση εξαίρεσης)· τους καλεί να μην εγκαταλείψουν τη νομοθέτηση και την οργάνωση της κοινωνικής ζωής στους τεχνοκράτες. Γιατί σωπαίνετε, νομομαθείς, για τα πράγματα που σας αφορούν; [Σ.τ.Μ.]


Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

Giorgio Agamben, Μολυσματική νόσος

πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος




Ο μιαρός! ούστ! ούστ! Διώξτε μακριά τον μιαρό! 
Alessandro Manzoni, Οι αρραβωνιασμένοι
Μια από τις πιο απάνθρωπες συνέπειες του πανικού που επιδιώκεται με κάθε τρόπο να εξαπλωθεί στην Ιταλία με την ευκαιρία της επονομαζόμενης επιδημίας του κορωνοϊού είναι απτή στην ίδια ιδέα της μόλυνσης, βάσει της οποίας διαμορφώθηκαν τα έκτακτα μέτρα που υιοθέτησε η κυβέρνηση. Η ιδέα αυτή, η οποία ήταν ξένη προς την ιατρική του Ιπποκράτη, είχε τον πρώτο ανύποπτο πρόδρομό της κατά τη διάρκεια των λοιμών που κατέστρεψαν ορισμένες ιταλικές πόλεις μεταξύ του 1500 και του 1600. Αυτή είναι η μορφή του μιαρού, του πανουκλιασμένου, που αποθανατίζεται από τον Manzoni τόσο στο μυθιστόρημά του, όσο και στο δοκίμιο για την Ιστορία της μιαρής στήλης. Μια μιλανέζικη “κραυγή” για την πανούκλα του 1576, τους περιγράφει κατ' αυτόν τον τρόπο, καλώντας τους πολίτες να τους καταγγείλουν:
"Έχοντας ενημερωθεί από τον κυβερνήτη ότι μερικοί άνθρωποι με λιγοστό ζήλο φιλανθρωπίας προκειμένου να τρομοκρατήσουν και να τρομάξουν τους ανθρώπους και τους κατοίκους αυτής της πόλης του Μιλάνου και να τους παρακινήσουν σε κάποια αναταραχή, αλείφουν με ουσίες που λέγεται ότι είναι λοιμώδεις και μολυσματικές, τις πόρτες και τις κλειδαριές των σπιτιών και τις γωνιές των συνοικιών αυτής της πόλης και άλλες περιοχές, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να συμβαίνουν πολλά ανάρμοστα και να παρατηρείται όχι μικρή αλλοίωση στις σχέσεις των ανθρώπων, περισσότερο μάλιστα σε όσους πείθονται εύκολα να πιστεύουν τέτοια πράγματα, κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως τάξης, κατάστασης, βαθμού, ας εννοήσει για λογαριασμό του ότι αν μέσα σε σαράντα ημέρες θα είναι εφικτό να εντοπίσει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που έχουν ευνοήσει, βοηθήσει ή πληροφορηθεί για αυτήν την υβριστική πράξη, θα του δοθούν πεντακόσια σκούντα … "
Δοθέντων των αναντίρρητων διαφοροποιήσεων, οι πρόσφατες αποφάσεις (οι οποίες ελήφθησαν από την κυβέρνηση με διατάγματα που θα θέλαμε να ελπίζουμε –  ματαίως ωστόσο- ότι δεν θα επιβεβαιωθούν από το κοινοβούλιο με νόμο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας) μετατρέπουν πραγματικά το κάθε άτομο σε δυνητικό μολυσματικό φορέα, ακριβώς όπως εκείνες οι αποφάσεις που αφορούν στην τρομοκρατία, υπολαμβάνουν κάθε πολίτη ως εν δυνάμει τρομοκράτη.  Η αναλογία είναι τόσο ξεκάθαρη, ώστε ο δυνητικός μολυσματικός φορέας που δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις τιμωρείται με φυλακή. Ιδιαίτερα αποτρόπαιη είναι η μορφή του υγιούς ή πρώιμου φορέα, ο οποίος μολύνει μια πληθώρα ατόμων χωρίς να είναι κανένας σε θέση να αμυνθεί εναντίον του, όπως κάποιος θα μπορούσε να προστατέψει τον εαυτό του από έναν πραγματικό μολυσματικό φορέα.
Ακόμη πιο λυπηρός από τους περιορισμούς των ελευθεριών, που συνεπάγονται οι πρόσφατες αποφάσεις, είναι, κατά τη γνώμη μου, ο εκφυλισμός των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που δύνανται αυτές να προκαλέσουν. Ο άλλος άνθρωπος, όποιος κι αν είναι, ακόμα και ένας αγαπημένος, δεν πρέπει να πλησιαστεί ή να αγγιχθεί και μάλιστα προκρίνεται να τεθεί, ανάμεσα σε εμάς και σε εκείνον, μια απόσταση, που σύμφωνα με ορισμένους είναι ένα μέτρο, αλλά σύμφωνα με τις τελευταίες υποδείξεις των λεγόμενων εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να είναι 4,5 μέτρα (ενδιαφέροντα τα πενήντα εκατοστά!). Η έννοια του πλησίον έχει καταργηθεί. Είναι δυνατόν, δεδομένης της ηθικής ασυνέπειας των κυβερνώντων, αυτές οι αποφάσεις να απευθύνονται σε εκείνους που τις εκλαμβάνουν και τις εφαρμόζουν με τον ίδιο φόβο που είναι θεμιτό να προκαλέσουν, αλλά είναι δύσκολο να μην σκεφτεί κανείς ότι η κατάσταση που δημιουργούν είναι ακριβώς εκείνη που όποιος μας κυβερνά προσπάθησε -όχι λίγες φορές- να πραγματοποιήσει: τα πανεπιστήμια και τα σχολεία να κλείνουν και τα μαθήματα να γίνονται μόνο διαδικτυακά, να πάψουμε, μια και καλή, να συναντιώμαστε και να μιλάμε για πολιτικά ή πολιτιστικά θέματα, να ανταλλάσσουμε μόνο ψηφιακά μηνύματα και, οπουδήποτε είναι εφικτό, τα μηχανήματα να αντικαθιστούν κάθε επαφή – αποτρέποντας οποιαδήποτε μολυσματική ασθένεια – μεταξύ των ανθρώπων.

11 Μαρτίου 2020
Giorgio Agamben


***
Ένας Ιταλός δημοσιογράφος καταπιάστηκε, σύμφωνα με την καλή συνήθεια του επαγγέλματός του, να παραμορφώσει και να παραποιήσει τις σκέψεις μου για τη σύγχυση, ηθικής τάξεως, στην οποία η επιδημία ρίχνει τη χώρα, όπου δεν έχουμε πλέον σεβασμό ούτε για τους νεκρούς. Όπως ακριβώς δεν κρίνει απαραίτητο να αναφέρει το όνομά του, δεν μπαίνει ομοίως στον κόπο να διορθώσει τα αυτονόητα και δεδομένα που διατυπώνει με έκδηλες χειριστικές προθέσεις. Όποιος θέλει  μπορεί να διαβάσει το κείμενο του άρθρου μου με τίτλο “Μολυσματική νόσος” στον ιστότοπο του εκδοτικού οίκου Quodlibet. Δημοσιεύω εδώ ορισμένες άλλες σκέψεις, οι οποίες, παρά τη σαφήνεια τους, πιθανότατα θα παραποιηθούν και αυτές.
Ο φόβος είναι κακός σύμβουλος, αλλά φανερώνει πολλά πράγματα που προσποιούμαστε ότι δεν βλέπαμε. Το πρώτο πράγμα που αποκαλύπτει το κύμα πανικού που παραλύει τη χώρα είναι ότι η κοινωνία μας δεν πιστεύει πλέον σε τίποτα εκτός από τη γυμνή ζωή. Είναι σαφές ότι οι Ιταλοί είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν σχεδόν τα πάντα, τις συνήθεις συνθήκες διαβίωσης, τις κοινωνικές σχέσεις, την εργασία, ακόμα και τις φιλίες, τα συναισθήματα και τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις, μπροστά στον κίνδυνο να αρρωστήσουν. Η γυμνή ζωή -και ο φόβος της απώλειάς της- δεν είναι κάτι που ενώνει τους ανθρώπους, αλλά τους τυφλώνει και τους χωρίζει. Τα άλλα ανθρώπινα όντα, όπως στον λοιμό που περιγράφεται από τον Manzoni, θεωρούνται τώρα μόνον ως πιθανοί μολυσματικοί φορείς (“πανουκλιασμένοι”), οι οποίοι πρέπει να αποφεύγονται πάση θυσία και οι οποίοι πρέπει να διατηρούνται σε απόσταση τουλάχιστον ενός μέτρου. Οι νεκροί – οι νεκροί μας – δεν έχουν δικαίωμα σε κηδεία και δεν μας είναι σαφές τι συμβαίνει στα πτώματα των αγαπημένων μας. Η έννοια του πλησίον ακυρώνεται και είναι περίεργο ότι οι εκκλησίες σωπαίνουν γι' αυτό. Τι γίνονται οι ανθρώπινες σχέσεις σε μια χώρα που συνηθίζει να ζει με αυτόν τον τρόπο χωρίς να γνωρίζει κανείς για πόσο καιρό; Και τι είναι μια κοινωνία που δεν έχει άλλη αξία από την επιβίωση;
Το άλλο πράγμα, όχι λιγότερο ανησυχητικό από το πρώτο, που η επιδημία καθιστά ολοφάνερο είναι ότι η έκτακτη κατάσταση, στην οποία οι κυβερνήσεις μάς έχουν συνηθίσει εδώ και καιρό, έχει γίνει πραγματικά η φυσιολογική κατάσταση. Υπήρξαν πιο σοβαρές επιδημίες στο παρελθόν, αλλά κανείς δεν είχε σκεφτεί ποτέ να δηλώσει γι' αυτό μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όπως η σημερινή, η οποία μας εμποδίζει ακόμη και τη μετακίνηση. Οι άνθρωποι έχουν τόσο εθιστεί να ζουν σε συνθήκες πολυετούς κρίσης και πολυετούς έκτακτης ανάγκης που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι η ζωή τους έχει μειωθεί σε καθαρά βιολογική κατάσταση και έχει χάσει κάθε διάσταση όχι μόνο κοινωνική και πολιτική, αλλά και ανθρώπινη και συναισθηματική. Μια κοινωνία που ζει διηνεκώς σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν μπορεί να είναι μια ελεύθερη κοινωνία. Στην πραγματικότητα ζούμε σε μια κοινωνία που έχει θυσιάσει την ελευθερία στους λεγόμενους «λόγους ασφαλείας» και, ως εκ τούτου, καταδικάστηκε να ζήσει σε μια μόνιμη κατάσταση φόβου και ανασφάλειας.
Δεν μας εκπλήσσει που αναφορικά με τον ιό μιλάμε για πόλεμο. Τα μέτρα έκτακτης ανάγκης μας υποχρεώνουν να ζούμε σε συνθήκες απαγόρευσης κυκλοφορίας. Αλλά ένας πόλεμος με έναν αόρατο εχθρό, που μπορεί να κρύβεται σε οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο, είναι ο πιο παράλογος των πολέμων. Είναι, μάλιστα, ένας εμφύλιος πόλεμος. Ο εχθρός δεν είναι έξω, είναι μέσα μας.

Εκείνο που προκαλεί ανησυχία δεν είναι τόσο ή όχι μόνο το παρόν, αλλά το μετά. Ακριβώς όπως οι πόλεμοι έχουν αφήσει μια σειρά δυσοίωνων και επιτευγμάτων ως κληρονομιά στην ειρήνη, από αγκαθωτά σύρματα έως πυρηνικούς σταθμούς, είναι πολύ πιθανό ότι θα καταβληθούν προσπάθειες να συνεχιστούν, ακόμη και μετά την έκτακτη ανάγκη για την υγεία, τα πειράματα που οι κυβερνήσεις δεν είχαν πραγματοποιήσει πρωτύτερα, ώστε τα πανεπιστήμια και τα σχολεία να κλείνουν και τα μαθήματα να γίνονται μόνο διαδικτυακά ή, μια και καλή πλέον, να πάψουμε να συναντιώμαστε και να μιλάμε για πολιτικά ή πολιτιστικά θέματα και να ανταλλάσσουμε μόνο ψηφιακά μηνύματα και, οπουδήποτε είναι εφικτό, τα μηχανήματα να αντικαθιστούν κάθε επαφή – αποτρέποντας οποιαδήποτε μολυσματική ασθένεια – μεταξύ των ανθρώπων.

17 Μαρτίου 2020
Giorgio Agamben





Αρχείο

ΤΟ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΣΤΗ WORDPRESS

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος ὁ κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη