Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καύση νεκρών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καύση νεκρών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2023

Γιατί δεν καίμε τους νεκρούς

Γράφει ο  Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης


 


Τα τελευταία χρόνια αυξάνονται στην Ελλάδα οι περιπτώσεις ανθρώπων που επιθυμούν, μετά το θάνατό τους, να αποτεφρωθούν. Στη δυτική Ευρώπη και την Αμερική οι περιπτώσεις αυτές είναι πλέον αναρίθμητες. Τώρα και στην Ελλάδα έχει ψηφιστεί ο νόμος που επιτρέπει την αποτέφρωση των νεκρών και έχουν δημιουργηθεί οι σχετικές υποδομές.
Πρέπει ωστόσο να διευκρινίσουμε τους λόγους, για τους οποίους οι χριστιανοί δεν καίμε τους νεκρούς μας, ούτε επιθυμούμε να καεί το σώμα μας μετά θάνατον, αλλά επιλέγουμε σταθερά την ταφή. Βέβαια σημαντικό ρόλο παίζει και η παράδοση, καθώς και η ανθρώπινη ψυχολογία (ο τάφος είναι ένα σταθερό σημείο αναφοράς, που συνδέει τον νεκρό με τους ζωντανούς ανθρώπους που τον αγαπούν – αλλά τέτοιο σημείο αναφοράς μπορεί να είναι και η τεφροδόχος, αν η τέφρα, δηλ. η στάχτη, φυλαχθεί και δεν σκορπιστεί στη φύση). Υπάρχουν όμως και σημαντικοί πνευματικοί λόγοι (δηλ. λόγοι σχετικοί με θεμελιώδεις πεποιθήσεις του χριστιανισμού) που οδηγούν στην απόρριψη της αποτέφρωσης.

Οι χριστιανοί θεωρούμε το ανθρώπινο σώμα ιερό και σεβαστό, κατ’ αρχάς επειδή είναι δημιούργημα του Θεού, ακριβώς όπως και η ανθρώπινη ψυχή. Επιπλέον, το σώμα μας γίνεται «ναός του Αγίου Πνεύματος» (όπως αναφέρει ο απόστολος Παύλος, Α΄ Κορινθίους 6, 19), εμποτίζεται με τη χάρη του Θεού και καθαγιάζεται (γίνεται άγιο) ακριβώς όπως και η ψυχή μας, εφόσον ο χριστιανός συνδέεται με τον Θεό μέσω του σώματος: το σώμα μας βαπτίζεται και χρίζεται με το άγιο μύρο, στο σώμα μας δεχόμαστε το σώμα και το αίμα του Χριστού κατά τη θεία κοινωνία, το σώμα μας ευλογείται όταν κάνουμε το σταυρό μας κ.τ.λ.

Επίσης ο Χριστός έλαβε ανθρώπινο σώμα όμοιο με το δικό μας όταν έγινε άνθρωπος, αλλά και αναστήθηκε με το σώμα Του και όχι μόνον ως πνεύμα (κατά Λουκάν 24, 29). Έτσι, καθώς ο άνθρωπος πλησιάζει το Θεό και γίνεται άγιος, αγιάζεται και το σώμα του και όχι μόνον η ψυχή του, ενώ στη δευτέρα παρουσία του Χριστού, κατά την οποία περιμένουμε την ανάσταση όλων των ανθρώπων κατά τα πρότυπα της ανάστασης του Χριστού («προσδοκώ ανάστασιν νεκρών»), οι άνθρωποι θα αναστηθούμε με το σώμα μας, το οποίο θα αναδημιουργηθεί, αθάνατο όμως και αγέραστο, και θα ζήσουμε στη βασιλεία του Θεού όχι ως πνεύματα, αλλά ως ψυχοσωματικά πλάσματα, όπως μας δημιούργησε εξαρχής ο Θεός.

Συνεπώς, το σώμα είναι κάτι σπουδαίο, ιερό και σεβαστό, γι’ αυτό και το τιμούμε. Αντίθετα, οι πολιτισμοί (και οι θρησκείες) που έχουν καθιερώσει την καύση των νεκρών, πιστεύουν ότι μόνο η ψυχή του ανθρώπου έχει αξία, μόνο η ψυχή συνδέεται με το Θεό, μόνο η ψυχή θα ζήσει αιώνια. Το σώμα το θεωρούν προορισμένο για τον αφανισμό, μάλιστα το θεωρούν και εμπόδιο στην «τελειοποίηση» του ανθρώπου (εννοώντας ως πραγματικό άνθρωπο μόνο την ψυχή) και αυτές ακριβώς τις πεποιθήσεις εκφράζουν καίγοντας το σώμα του νεκρού, δηλαδή παραδίδοντάς στο στην ανυπαρξία – όπως καίμε τα σκουπίδια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η θρησκεία του Ινδουισμού (στην Ινδία), η οποία πιστεύει στη μετενσάρκωση των ψυχών, άρα ότι το σώμα είναι κάτι προσωρινό και ασήμαντο, ενώ μόνο η ψυχή έχει πραγματική αξία. Αλλά και οι αρχαίοι Έλληνες, οι οποίοι κατά εποχές και τόπους έκαιγαν τους νεκρούς, είχαν παρόμοια άποψη για τη μετά θάνατον ζωή (ότι αφορά μόνο τις ψυχές και ότι το σώμα δεν έχει καμία σύνδεση με τους θεούς), γι’ αυτό και στην Αθήνα οι φιλόσοφοι που συνάντησε ο απόστολος Παύλος δεν μπορούσαν να δεχτούν την ανάσταση του Χριστού. Ο δε φιλόσοφος Κέλσος, μία από τις κατηγορίες που αποδίδει στους χριστιανούς είναι η πεποίθησή τους για την ανάσταση των σωμάτων και όχι μόνο των ψυχών, πράγμα που ο ίδιος θεωρούσε αδιανόητο και απαράδεκτο.

Ακόμα και σήμερα, όσοι επιθυμούν να καούν στις χώρες του δυτικού κόσμου, είτε δεν πιστεύουν καθόλου ότι υπάρχει ζωή μετά το θάνατο, είτε πιστεύουν ότι υπάρχει μεν, αλλά αφορά μόνο στις ψυχές, ενώ τα σώματα πεθαίνουν διά παντός. Αυτή την πεποίθηση εκφράζει η επιθυμία της αποτέφρωσης.

Επειδή το σώμα μας συνδέεται με το Θεό και εμποτίζεται από τη θεία χάρη (την αγαθή ενέργειά Του), γι’ αυτό τα σώματα των αγίων γίνονται άγια λείψανα. Γι’ αυτό ανάβουμε στους τάφους καντήλι, τοποθετούμε εικόνες και βάζουμε σταυρό, σαν να είναι μικρές εκκλησίες, και γι’ αυτό θυμιάζουμε τους νεκρούς (και πριν την κηδεία τους, αλλά και όταν επισκεπτόμαστε το μνήμα τους), επειδή το σώμα κάθε χριστιανού έχει αποκτήσει μια ιδιαίτερη αγιότητα με τη χριστιανική ζωή που έζησε.

Γι’ αυτούς τους λόγους, προσωπικά δεν θα καώ και δεν θα κάψω τους νεκρούς της οικογένειάς μου (φυσικά δεν το θέλουν και οι ίδιοι), επειδή θεωρώ ότι η αποτέφρωση δεν ταιριάζει σε χριστιανούς. Είμαστε «μέλη του σώματος του Χριστού», όπως λέει η Αγία Γραφή, και ο νους μας δεν είναι προσανατολισμένος στο θάνατο και την ανυπαρξία, αλλά στην ανάσταση.


Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

Το Δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης



Το Δίκαιο της ταφής

και της αποτέφρωσης

‘Ένα νέο βιβλίο από την επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά «Παράφυλλα» των εκδόσεων Σάκκουλα


Του Χάρη Ανδρεόπουλου*


Με το εν γένει Δίκαιο που διέπει τη μετά θάνατον διάθεση του ανθρωπίνου λειψάνου, λαμβανομένων υπόψη των πολύπλοκων, αλλά και ευαίσθητων ζητημάτων που συνδέονται με τα θέματα της ταφής και αποτέφρωσης, κυκλοφορήθηκε προσφάτως από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα το υπό τον τίτλο «Το Δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης» βιβλίο, με συγγραφείς τους κ.κ. Γεώργιο Ι. Ανδρουτσόπουλο, επίκουρο καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών και Βασίλειο Κ. Μάρκο, δικηγόρο, Δρ. Νομικής.

Πρόκειται για μια μελέτη η οποία έχει συμπεριληφθεί στην επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά Παράφυλλα» (των εκδόσεων Σάκκουλα), η οποία σειρά ιδρύθηκε και διευθύνεται υπό του ομοτίμου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, του διευθύνοντος ήδη, από μακρού χρόνου, τη σειρά «Μελετών» της «Βιβλιοθήκης Εκκλησιαστικού Δικαίου» (από το 1999) και την Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου «Νομοκανονικά» (από το 2002), του ιδίου εκδοτικού οίκου, η οποία αποτελεί και το επίσημο όργανο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, εμπνευστής και ιδρυτής της οποίας υπήρξε ο ίδιος.

Σκοπός του παρόντος έργου είναι να παρουσιάσει συστηματικά το δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης των νεκρών, ενόψει των πολυάριθμων νομοθετικών ρυθμίσεων των τελευταίων ετών καθώς και της (μετά από χρόνια δισταγμών και καθυστερήσεων) θέσεως σε λειτουργία (τον Σεπτέμβριο του 2019) του πρώτου ιδιωτικού αποτεφρωτηρίου στη Ριτσώνα Ν. Ευβοίας. Η έλλειψη στην ελληνική βιβλιογραφία μιας συστηματικής, συγκριτικής παρουσίασης του Δικαίου της ταφής και της αποτέφρωσης των νεκρών έδωσε στους συγγραφείς το έναυσμα να ασχοληθούν με την οργανωμένη και συστηματική παρουσίαση των πολυάριθμων διατάξεων και νομοθετικών παρεμβάσεων, φιλοδοξώντας το έργο τους αυτό ν΄ αποτελέσει αφενός μεν, ένα χρήσιμο βοήθημα τόσο για τους νομικούς της πράξης, όσο και για τους θεολόγους, αλλά και για ερευνητές από τον ευρύτερο χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών οι οποίοι εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, αφετέρου δε και μια αφετηρία για περαιτέρω έρευνα και προβληματισμό.

Στην Ελλάδα το ζήτημα της αποτέφρωσης των νεκρών, εμφανίστηκε πρώτη φορά στο δημόσιο λόγο το 1960, μετά το θάνατο του διεθνούς φήμης και αναγνώρισης μουσικού Δημήτρη Μητρόπουλου, ο οποίος, παρά τις ορθόδοξες καταβολές του, υπήρξε «αιρετικός» ως προς το θέμα της ταφής του, όταν εκφράζοντας την ύστατη επιθυμία του είχε ζητήσει: «(…) η σορός μου να μη εκτεθή εις κοινή θέαν και να αποτεφρωθή άνευ τελετής και κατά τον πλέον σύμφορον τρόπον (…)". Παρά τις ενστάσεις του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου Β΄ (Παναγιωτοπούλου), πολλοί διακεκριμένοι θεολόγοι, ακαδημαϊκοί αλλά και ιεράρχες της εποχής διαφοροποιήθηκαν από την επίσημη στάση της Εκκλησίας εκφράζοντας την άποψη πως ότι το θέμα της επιλογής της ταφής ή της αποτέφρωσης δεν είναι δογματικό θέμα αλλά θέμα παράδοσης και, ως εκ τούτου, η Εκκλησία δεν θα πρέπει να απορρίπτει από το σώμα της τους πιστούς, που επιλέγουν την αποτέφρωση για λόγους συνείδησης. Τελικά, η αποτέφρωση του Δ. Μητρόπουλου έγινε στο Λουγκάνο της Ελβετίας, η λήκυθος με την τέφρα του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και παρέμεινε σε αίθουσα του Ωδείου Αθηνών και αργότερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου με κατ΄ οικονομίαν απόφαση της Ι. Συνόδου δόθηκε άδεια σε ιερέα προκειμένου να τελεσθεί Τρισάγιο επί της ληκύθου που περιείχε την τέφρα του Δ. Μητρόπουλου.

Αργότερα, το 1977, ο θάνατος της μεγάλης Ελληνίδας σοπράνο Μαρίας Κάλλας επανάφερε το θέμα στο δημόσιο προβληματισμό, αναδεικνύοντας την επιθυμία πολλών ανθρώπων που αποτεφρώθηκαν στο εξωτερικό να επιστραφεί η τέφρα τους στην πατρίδα. Η κηδεία της Μαρίας Κάλλας έγινε στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στο Παρίσι και η τέφρα της σκορπίστηκε στο Σαρωνικό κόλπο του Αιγαίου, δύο χρόνια αργότερα με επίσημη τελετή, όπως η ίδια επιθυμούσε. Το ζήτημα της αποτέφρωσης βρέθηκε μετ΄ επιτάσεως στο επίκεντρο του δημοσίου διαλόγου στην Ελλάδα και το 1987, όταν ο τότε Δήμαρχος Αθηναίων, ο αείμνηστος Μιλτιάδης Έβερτ, υπό το βάρος των δραματικών συνθηκών που είχε δημιουργήσει ο καύσωνας εκείνου του θέρους, απέστειλε σχετική επιστολή στην Ιερά Σύνοδο, η οποία απέρριψε κάθε σκέψη για αποτέφρωση νεκρών που είχαν ξεπεράσει τους 1.300 με την πλειοψηφία (1.100 νεκροί) αυτών στην Αθήνα. Πάγια παρέμεινε – και συνεχίζει να παραμένει - η θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία – υιοθετώντας και τηρώντας σχετική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του 1937 – «απορρίπτει την καύσιν των νεκρών ως θεσμόν απάδοντα προς την παράδοσιν Αυτής», θέση που απορρέει από τον σεβασμό προς το ανθρώπινο πρόσωπο και κατ΄ επέκταση στο σώμα του ανθρώπου, το οποίο αποτελεί «ναόν και κατοικητήριον του Αγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορ. 6, 19). Μάλιστα, μετά και από τη νομοθετική καθιέρωση της αποτέφρωσης των νεκρών, το έτος 2006, η Εκκλησία της Ελλάδος (επί ημερών του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου) τοποθετήθηκε εκ νέου ευθέως κατά της επιλογής αυτής ως προς τα μέλη της, επαναλαμβάνοντας ότι: «Για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς η Εκκλησία γνωρίζει και συνιστά ως μοναδικό τρόπο αποσυνθέσεως του νεκρού σώματος την ταφή σύμφωνα με την Αγία Διδασκαλία Της και την απ΄ αιώνων Παράδοσή Της», διευκρινίζοντας για ακόμη μια φορά ότι δεν έχει αντίρρηση για την καύση των νεκρών για ετεροδόξους και ετεροθρήσκους, αποφάσεις που επανελήφθησαν και εν έτει 2010 (επί αρχιεπισκοπείας του νυν Αθηνών κ.κ. Ιερωνύμου Β΄).

Το υπό τον τίτλο «Ταφή και κοιμητήρια» Α΄ Μέρος του βιβλίου, αποτελείται από δύο κεφάλαια. Στο 1ο εξ αυτών εξετάζεται η εκκλησιαστική κήδευση, η οποία περιγράφεται σε αντιδιαστολή με την «πολιτική» κηδεία, όπου επισημαίνεται το αδόκιμο του όρου, καθώς, ακριβώς ειπείν, αποτελεί μια θρησκευτικά αποχρωματισμένη τελετή για τον αποχαιρετισμό του νεκρού. Επίσης, προσεγγίζεται το ζήτημα του ενταφιασμού και της αποτέφρωσης, ως δύο όψεων της εξαφάνισης του λειψάνου. Στο 2ο κεφάλαιο γίνεται ειδική αναφορά στα κοιμητήρια «ως τόπους ενταφιασμού» και συγκεκριμένα περιγράφεται το νομοθετικό καθεστώς διοίκησης και λειτουργίας τους, στο οποίο περιλαμβάνεται και η αρμοδιότητα των Δήμων και Κοινοτήτων, η ίδρυση και κατάργησή τους, η λειτουργία των «εκκλησιαστικών» κοιμητηρίων, η αφή των κανδυλίων και οι διακρίσεις ως προς την ταφή. Ιδιαίτερες ενότητες αφιερώνονται στους «Οικογενειακούς τάφους» και στην προστασία που επιφυλάσσει η ελληνική έννομη τάξη απέναντι στις προσβολές νεκρού και τάφου.

Το Β’ μέρος που τιτλοφορείται «Η αποτέφρωση των νεκρών» αναπτύσσεται, επίσης, σε δύο επί μέρους κεφάλαια. Το 1ο κεφάλαιο ασχολείται με τις προϋποθέσεις, τους χώρους και τη διαδικασία της αποτέφρωσης και το 2o με το ειδικό ζήτημα της επιλογής του τόπου ενταφιασμού ή/και αποτέφρωσης και του τύπου της κηδείας, ήτοι εκκλησιαστικής ή λεγομένης «πολιτικής», όπως αυτό ρυθμίζεται με τον τροποποιητικό Ν. 4555/2018 (αρθ. 48). Το ειδικό ζήτημα της επιλογής του τόπου ενταφιασμού - το οποίο διεξοδικώς αναλύουν οι συγγραφείς - απασχόλησε τις προηγούμενες ημέρες την επικαιρότητα μ΄ αφορμή τη διένεξη που υπήρξε μεταξύ συγγενών και συνεργατών του αποβιώσαντος μεγάλου Έλληνα μουσικοσυνθέτη Μίκη (Μιχαήλ) Θεοδωράκη, για τον τόπο ενταφιασμού του. Το δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), ως ανεμένετο, έκρινε και απεφάσισε ότι, βάσει της κειμένης νομοθεσίας (αρθ. 48 του Ν. 4555/2018 σε συνδυασμό με το αρθ. 15 του Ν. 4368/2016) θα πρέπει να γίνει σεβαστή και να τηρηθεί η τελευταία επιθυμία του θανόντος - όπως την είχε εκφράσει με συμβολαιογραφική πράξη τον Ιανουάριο του 2020 - για την κηδεία και την ταφή του στον Γαλατά Χανιών (κι όχι στο Βραχάτι Κορινθίας, όπως επιθυμούσε μερίδα συγγενών του), δίνοντας έτσι ένα τέλος στη ενδοοικογενειακή (που κατέληξε σε δικαστική) διαμάχη των τελευταίων ημερών.

* Το έργο επιστεγάζει ένα χρηστικό Παράρτημα, στο οποίο παρατίθεται επικαιροποιημένη και αποκαθαρμένη η βασική νομοθεσία, που διέπει την ταφή και την αποτέφρωση, όπου έχουν ενσωματωθεί και αναδειχθεί με τον αναγκαίο υπομνηματισμό οι πολλές κατά καιρούς τροποποιήσεις της, ως μία οιονεί κωδικοποίηση.


-------------------------------

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Συντονιστής Εκπ/κού Έργου κλ. ΠΕ01-Θεολόγων, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ, μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (xaan@theo.auth.gr ).



Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020

Δ. Ουλής, Οι θιασώτες της καύσης στην πυρά

Να τα αφήσετε αυτά τα κομμουνιστικά. ΄Η μάλλον τα φασιστικά. ΄Η μάλλον, και τα δύο. Και να αναγνωρίσετε στην Εκκλησία το δικαίωμα να επικαλείται τα ίδια ανθρώπινα δικαιώματα που επικαλείσθε κι εσείς, όταν αισθάνεσθε ότι θίγεται το κύρος και η αξιοπρέπειά σας. Είναι ή δεν είναι δικαίωμα του καθενός να επιλέγει τον τρόπο διαχείρισης του θανάτου του; Ε, λοιπόν, είναι επίσης δικαίωμα της Εκκλησίας να επιλέγει αν θα τελέσει Εξόδιο Ακολουθία σε εκείνον που αρνείται τη διδασκαλία της ή την ακολουθεί επιλεκτικά. Ντόμπρα πράγματα. Όχι δύο μέτρα και δυο σταθμά.

Και τι να πω για το παιδαριώδες επιχείρημα της ιδιοτέλειας; Ιδιοτελής η Εκκλησία μας βρε θεομπαίχτες; Η Εκκλησία, που έγινε Κιβωτός του Έθνους και της γλώσσας μας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας; Η Εκκλησία μας, που στήριξε και εξακολουθεί να στηρίζει όσο κανείς άλλος το Ελληνικό Έθνος με το φιλανθρωπικό, ιεραποστολικό και ποιμαντικό της έργο; Φταίει η Εκκλησία για τον υπερκορεσμό και τα υψηλά δημοτικά τέλη των δημοτικών κοιμητηρίων; Φταίει η Εκκλησία για την κερδοσκοπία που σημειώνεται (σε μεμονωμένες περιπτώσεις) επί των οστεοφυλακίων και κατά την εκταφή των νεκρών; Ωραίοι είστε κι εσείς. Για το δικαίωμα στον καταναλωτισμό και για την αύξηση των μισθών, ξέρετε να κάνετε πορείες και εξεγέρσεις. Για να διεκδικήσετε αξιοπρεπείς συνθήκες ταφής στα δημοτικά κοιμητήρια, λουφάζετε στον καναπέ σας.

Αλλά και τι να πω επίσης για το κατάπτυστο επιχείρημα ότι η καύση τιμά δήθεν το σώμα του νεκρού; Μόνο οι αδαείς (και οι εγκάθετοι) επιμένουν να παραθεωρούν το γεγονός ότι ο αφανισμός του σώματος σε κλίβανο παραπέμπει μάλλον σε αποτρόπαιες μεθόδους μαζικής εξόντωσης σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως, η δε σύνθλιψη των οστών του από ειδικό μίξερ, προωθεί περαιτέρω την εκδοχή του ανθρώπινου σώματος ως απορρίμματος. Αν η Εκκλησία προκρίνει την ταφή έναντι της καύσης, είναι διότι, σε αντίθεση με τους «φιλελεύθερους» θιασώτες της τελευταίας, αντιμετωπίζει το σώμα όχι ως σκουπίδι, αλλά ως ένα λουλούδι που θάπτεται στη γη με την ελπίδα ότι θα ανθίσει ξανά στη Βασιλεία των Ουρανών.


Θάπτονται βέβαια και τα σκουπίδια, σε χώρους υγειονομικής ταφής (ΧΥΤΑ). Και πάνω στο διακύβευμα της υγειονομικής αυτής ταφής είναι αλήθεια ότι έχει στηθεί μια τεράστια μπίζνα. Αλλά εν προκειμένω δεν πρόκειται καθόλου περί αυτού. Και θα ήθελα κατηγορηματικά μέσα από την παρούσα στήλη να δηλώσω ότι οποιαδήποτε προσπάθεια παραλληλισμού της υγειονομικής ταφής των σκουπιδιών με την ταφή των νεκρών είναι χυδαία, αυθαίρετη, παραπλανητική και προκύπτει ως απότοκος άγνοιας όχι μόνο της Εκκλησιαστικής Ταφικής Παραδόσεως, αλλά και της Ελληνορθόδοξης Πατερικής Θεολογικής Παραδόσεως. Καταλάβετέ το, επιτέλους. Το ανθρώπινο σώμα θάπτεται μεν, αλλά όχι ως σκουπίδι. Θάπτεται επ’ ελπίδι αναστάσεως.




Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2019

Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος,Αποτέφρωση των ανθρώπινων σωμάτων: Αξιοπρεπής λύση ή ωμή ανακύκλωση;


Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος
 Αποτέφρωση των ανθρώπινων σωμάτων: Αξιοπρεπής λύση ή ωμή ανακύκλωση;

Το θέμα της μετά θά­να­τον καύ­σης και α­πο­τέ­φρω­σης των αν­θρώ­πι­νων σω­μά­των α­πα­σχο­λεί την εκ­κλη­σι­α­στική κοι­νό­τητα ι­δι­αί­τερα κατά την τε­λευ­ταία ει­κο­σα­ε­τία, α­φό­του άρ­χι­σαν συ­ζη­τή­σεις για την νο­μο­θέ­τησή της (θε­σπί­σθηκε με δι­α­δο­χι­κούς νό­μους το 2006, 2014 και 2016).

Α­σφα­λώς η Ελ­λη­νική Πο­λι­τεία εί­ναι αρ­μό­δια να νο­μο­θε­τεί, αλλά και η Εκ­κλη­σία πα­ρα­μέ­νει ε­λεύ­θερη έ­ναντι του Κρά­τους να τη­ρεί τις πα­ρα­δό­σεις Της, μα­κριά από κάθε κο­σμική ε­πιρ­ροή και ε­πέμ­βαση, και υ­πο­χρε­ού­ται να α­πευ­θύ­νε­ται στα μέλη Της κα­τα­θέ­τον­τας την ά­ποψη και την μαρ­τυ­ρία Της επί του ζη­τή­μα­τος αυ­τού, κα­θώς αφορά ά­μεσα στην ζωή και στην Θε­ο­λο­γία Της.

Το αν­θρώ­πινο σώμα και η ε­πι­λογή της τα­φής
Το σώμα συ­νι­στά στοι­χείο της υ­πό­στα­σης του αν­θρώ­που, ο οποίος έ­χει πλα­σθεί κατ’ ει­κόνα και καθ’ ο­μοί­ωση του Θεού (Γέν. 1,24) με προ­ο­πτική όχι τον θά­νατο, αλλά την αι­ω­νι­ό­τητα και την ελ­πίδα της Α­νά­στα­σης. Η Εκ­κλη­σία θε­ω­ρεί το αν­θρώ­πινο σώμα ως «ιερό», ο­νο­μά­ζον­τάς το ναό του Α­γίου Πνεύ­μα­τος (Α΄ Κορ. 6,19). Τρανό πα­ρά­δει­γμα γι’ αυτό από την ζωή της Εκ­κλη­σίας α­πο­τε­λεί η τι­μη­τική προ­σκύ­νηση των ι­ε­ρών λει­ψά­νων των Α­γίων. Α­φού το σώμα των Αγίων κο­πί­ασε για την δόξα του Θεού, αυ­τοί έ­λα­βαν ως θεία δω­ρεά και μετά τον σω­μα­τικό θά­νατό τους χάρη, έ­λεος και δύ­ναμη, με α­πο­τέ­λε­σμα να θαυ­μα­τουρ­γούν.

Η ταφή α­νή­κει στην πα­ρά­δοση της Εκ­κλη­σίας, η ο­ποία έ­χον­τας ως βάση την Ευ­αγ­γε­λική και Πα­τε­ρική δι­δα­σκα­λία σέ­βε­ται το αν­θρώ­πινο σώμα ως δη­μι­ούρ­γημα του Θεού, γι’ αυτό και το εν­τα­φι­α­σμένο σώμα γί­νε­ται αν­τι­κεί­μενο φρον­τί­δας και προ­σευ­χών. Το νε­κρό σώμα το θε­ω­ρεί όχι ως «στε­ρεό α­πό­βλητο», ό­πως (κατ’ α­πο­τέ­λε­σμα) το αν­τι­με­τω­πί­ζουν οι θι­α­σώ­τες της α­πο­τέ­φρω­σης, αλλά το πε­ρι­βάλ­λει με σε­βα­σμό και τιμή.

Τους δε αν­θρώ­πους που φεύ­γουν από την ζωή η Εκ­κλη­σία τους ο­νο­μά­ζει κε­κοι­μη­μέ­νους, δι­ότι βρί­σκον­ται σε α­να­μονή για να ξυ­πνή­σουν, α­φού η αν­θρώ­πινη ζωή δεν κλεί­νε­ται σε δύο η­με­ρο­μη­νίες, δεν έχει την χρο­νική δι­άρ­κεια που γρά­φε­ται στις τα­φό­πλα­κες, και οι κε­κοι­μη­μέ­νοι θα α­να­στη­θούν την η­μέρα της Δευ­τέ­ρας και εν­δό­ξου Πα­ρου­σίας του Κυ­ρίου. Γι᾿ αυτό και τους τό­πους ό­που φι­λο­ξε­νούν­ται τα σώ­ματα των κε­κοι­μη­μέ­νων, και ως εκ τού­του δι­α­θέ­τουν και αυ­τοί ι­ε­ρό­τητα, τους ο­νο­μά­ζει «κοι­μη­τή­ρια». Η ε­πι­λογή λοι­πόν της Εκ­κλη­σίας να ε­να­πο­θέ­τει τα κε­κοι­μη­μένα μέλη Της μέσα στην γη και σε στάση κοί­μη­σης, συμ­βο­λί­ζει την προσ­δο­κία της Α­νά­στα­σης και εκ­δη­λώ­νει την α­γάπη Της προς τον άν­θρωπο, α­κόμη και ως νε­κρό.

Εί­ναι ε­πί­σης κα­τα­νο­ητό, ότι υ­πάρ­χουν και άν­θρω­ποι που α­δυ­να­τούν να α­πο­δε­χθούν με ρε­α­λι­σμό το γε­γο­νός του θα­νά­του. Η αν­θρώ­πινη αυτή α­δυ­να­μία, με­ταξύ άλ­λων, ε­ξη­γεί γι­ατί δεν αν­τέ­χουν στην δι­α­τή­ρηση της μνή­μης, της σχε­τι­κής με τον θά­νατο των οι­κείων τους (ό­πως τα τα­φικά μνη­μεία), ή στην ι­δέα της α­πο­σύν­θε­σης του δι­κού τους σώ­μα­τος. Την α­δυ­να­μία αυτή νικά και υ­περ­βαί­νει η θε­τική α­πάν­τηση στο κρί­σιμο ε­ρώ­τημα: υ­πάρ­χει ζωή μετά τον θά­νατο; Η α­πάν­τηση σε αυτό το ε­ρώ­τημα κα­θο­ρί­ζει και την α­νά­λογη στάση α­πέ­ναντι στο νε­κρό σώμα.

Οι υ­πέρ­μα­χοι της καύ­σης

Από τους υ­πε­ρα­σπι­στές της καύ­σης γί­νε­ται ε­πί­κληση «τε­χνι­κών» λό­γων (χω­ρο­τα­ξι­κών, πε­ρι­βαλ­λον­τι­κών, οι­κο­νο­μι­κών), οι ο­ποίοι, του­λά­χι­στον μέσα από μία θε­ο­λο­γική θε­ώ­ρηση των πρα­γμά­των, δεν μπο­ρούν να α­πο­τε­λέ­σουν για τα μέλη της Εκ­κλη­σίας ε­παρ­κείς λό­γους για την βί­αιη κα­τα­στροφή του αν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος. Ε­ξάλ­λου, κράτη με πο­λυ­πλη­θέ­στερα α­στικά κέν­τρα, ό­που οι κά­τοι­κοί τους α­κο­λου­θούν την πα­ρά­δοση της τα­φής (π.χ. μου­σουλ­μά­νοι), έ­χουν βρει λύ­σεις στα πα­ρα­πάνω ζη­τή­ματα.

Α­κόμη, δι­α­τυ­πώ­νε­ται η ά­ποψη, ότι κα­θέ­νας πρέ­πει να έ­χει ελευ­θε­ρία ε­πι­λο­γής α­νά­μεσα στην ταφή ή την καύση. Η Εκ­κλη­σία ως κοι­νό­τητα, που εί­ναι κατ’ ε­ξο­χήν χώ­ρος ε­λευ­θε­ρίας, δεν κα­τα­ναγ­κά­ζει κα­νέ­ναν άν­θρωπο να τη­ρεί τις πα­ρα­δό­σεις Της. Έ­χει ό­μως το δι­καί­ωμα να θε­ω­ρή­σει την καύση ως με­τα­χεί­ριση αν­τί­θετη προς τις αρ­χές, την πα­ρά­δοση και τα έ­θιμά Της και να α­πο­φαν­θεί ότι ό­ποιος ε­πι­λέ­ξει την καύση αυ­το­νο­μεί­ται, α­φού δι­α­φο­ρο­ποι­εί­ται από βα­σι­κές δι­δα­σκα­λίες και τον τρόπο της ζωής Της. Προ­φα­νώς, ό­σοι δεν θέ­λουν να α­κο­λου­θή­σουν την πα­ρά­δοση της Εκ­κλη­σίας, έ­χουν το δι­καί­ωμα να επι­λέ­ξουν την α­πο­τέ­φρωση, ο­πότε δεν θα τύ­χουν Ε­ξο­δίου Α­κο­λου­θίας (Κη­δείας) από την Εκ­κλη­σία.

Προ­βάλ­λε­ται και το παι­δα­ρι­ώ­δες ε­πι­χεί­ρημα, ότι η Εκ­κλη­σία απορ­ρί­πτει την καύση και προ­τιμά την ταφή για ι­δι­ο­τε­λείς λό­γους. Όμως πρώ­τον, οι Δή­μοι εί­ναι που λει­τουρ­γούν τα κοι­μη­τή­ρια και ει­σπράτ­τουν τα τέλη από τους τά­φους και τα ο­στε­ο­φυ­λά­κια. Δεύ­τε­ρον, εάν η Εκ­κλη­σία έ­θετε ως προ­τε­ραι­ό­τητα ο­ποι­ο­δή­ποτε (δή­θεν) οι­κο­νο­μικό ό­φε­λος, θα έ­πραττε το αν­τί­θετο και θα προ­έ­τρεπε τους ορ­θό­δο­ξους κλη­ρι­κούς να ψά­λουν την Νε­κρώ­σιμο Α­κο­λου­θία και για ό­σους α­πο­τε­φρώ­νον­ται.

Ε­πι­πλέον υ­πο­στη­ρί­ζε­ται ότι η σύγ­χρονη α­πο­τέ­φρωση εί­ναι πε­ρισ­σό­τερο «α­ξι­ο­πρε­πής» για το αν­θρώ­πινο σώμα από την ταφή. Προς τον σκοπό αυτό γί­νε­ται σύγ­κριση της σύγ­χρο­νης α­πο­τέ­φρω­σης όχι με την ταφή καθ’ ε­αυ­τήν ως νε­κρικό έ­θιμο, αλλά με τα κα­κώς κεί­μενα, τα φαι­νό­μενα ε­κμε­τάλ­λευ­σης ή την α­πα­ξι­ω­τική με­τα­χεί­ριση σε δι­ά­φορα δη­μο­τικά κοι­μη­τή­ρια (π.χ. κο­ρε­σμένα κοι­μη­τή­ρια, υ­ψηλά δη­μο­τικά τέλη, ε­κτα­φές με τρόπο που δεν τιμά τον νε­κρό). Αυτή ό­μως δεν εί­ναι ορθή βάση σύγ­κρι­σης. Η α­πάν­τηση στο ε­πι­χεί­ρημα αυτό θα πρέ­πει να εί­ναι η α­παί­τηση των πο­λι­τών να βελ­τι­ω­θούν οι συν­θή­κες στα δη­μο­τικά κοι­μη­τή­ρια, να ι­δρυ­θούν νέα κοι­μη­τή­ρια, να υ­πάρ­χει τι­μη­τική, α­ξι­ο­πρε­πής και αν­θρώ­πινη με­τα­χεί­ριση των νε­κρών και των συγ­γε­νών τους από τις αρ­μό­διες δη­μο­τι­κές υ­πη­ρε­σίες και όχι η α­πο­τέ­φρωση.

Γι’ αυτό και εί­ναι ση­μαν­τικό, ό­σοι δεν θέ­λουν να α­κο­λου­θή­σουν την πα­ρά­δοση της Εκ­κλη­σίας, να έ­χουν πλήρη ε­νη­μέ­ρωση για το πε­ρι­ε­χό­μενο της α­πο­τέ­φρω­σης, ώ­στε να κρί­νουν εάν πρά­γματι εί­ναι τι­μη­τική για το αν­θρώ­πινο σώμα, πριν προ­βούν στην ε­πι­λογή αυτή.

Η καύση των νε­κρών στην αρ­χαι­ό­τητα

Προ­βάλ­λε­ται ότι η α­πο­τέ­φρωση, ό­πως γί­νε­ται σή­μερα, α­νή­κει δή­θεν στην αρ­χαία ελ­λη­νική πα­ρά­δοση, γι­ατί σε πολ­λές πό­λεις οι αρ­χαίοι Έλ­λη­νες έ­και­γαν τα σώ­ματα των νε­κρών. Ό­μως, στις αρ­χαίες πό­λεις – κράτη συ­νη­θι­ζό­ταν είτε η ταφή είτε η καύση των νε­κρών σω­μά­των και α­κο­λού­θως η ταφή των ο­στών που α­πέ­με­ναν από την πυρά. Δη­λαδή, α­κόμα και στην πε­ρί­πτωση της καύ­σης στην αρ­χαία Ελ­λάδα, α­κο­λου­θούσε πάν­τοτε η ταφή του σκε­λε­τού και οι τα­φι­κές τι­μές προς τον νε­κρό. Μέ­χρι σή­μερα η αρ­χαι­ο­λο­γική σκα­πάνη βρί­σκει τα­φές με σκε­λε­τούς ή με καμ­μένα ο­στά (λ.χ. το­πο­θε­τη­μένα σε νε­κρι­κές λάρ­να­κες ή αγ­γεία) μαζί με ση­μαν­τικά κτε­ρί­σματα, που συ­νό­δευαν τον νε­κρό, δεί­γμα της θρη­σκευ­τι­κό­τη­τας και του σε­βα­σμού των αρ­χαίων Ελ­λή­νων στους νε­κρούς τους. Αυτή εί­ναι η πο­λι­τι­στική πα­ρά­δοση της χώ­ρας μας. Η σύγ­χρονη α­πο­τέ­φρωση, ό­πως α­να­λύ­ε­ται κα­τω­τέρω, δεν έ­χει κα­μία σχέση με την καύση των νε­κρών στην αρ­χαία Ελ­λάδα.


Η α­πο­τέ­φρωση σή­μερα

Σή­μερα πλα­νά­ται από κερ­δο­σκό­πους η ψευ­δής ει­κόνα, ότι δή­θεν η α­πο­τέ­φρωση γί­νε­ται με α­πλή καύση του σώ­μα­τος στην πυρά, ό­πως σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις γι­νό­ταν στην αρ­χαι­ό­τητα. Αυτό εί­ναι α­να­λη­θές.

Κατά την σύγ­χρονη δι­α­δι­κα­σία της –κατ’ ευ­φη­μι­σμόν– «α­πο­τέ­φρω­σης», μετά από την καύση του νε­κρού σε κλί­βανο ο αν­θρώ­πι­νος σκε­λε­τός ρί­χνε­ται σε η­λε­κτρικό σπα­στήρα (μί­ξερ, cremulator), θρυμ­μα­τί­ζε­ται και με­τα­τρέ­πε­ται σε σκόνη. Ει­δι­κό­τερα η α­πο­τέ­φρωση δι­ε­ξά­γε­ται σε δύο φά­σεις:

α) Στην πρώτη φάση ο νε­κρός ει­σέρ­χε­ται σε κλί­βανο και μετά την καύση του σώ­μα­τός του δεν α­πο­μέ­νει η τέ­φρα, αλλά ο αν­θρώ­πι­νος σκε­λε­τός. Ό,τι δη­λαδή θα α­πέ­μενε και μετά την ταφή στο κοι­μη­τή­ριο. Ε­νί­οτε, κατά την δι­άρ­κεια της καύ­σης, ο υ­πάλ­λη­λος του α­πο­τε­φρω­τη­ρίου α­νοί­γει τον κλί­βανο και με σι­δε­ρέ­νια ερ­γα­λεία σπάει τα ο­στά του νε­κρού σε μι­κρό­τερα τμή­ματα.

β) Στην δεύ­τερη φάση συλ­λέ­γον­ται τα ο­στά από τον κλί­βανο και ρί­χνον­ται σε μί­ξερ (σπα­στήρα ο­στών, cremulator). Το μί­ξερ κο­νι­ορ­το­ποιεί τον σκε­λετό και τον με­τα­τρέ­πει σε σκόνη. Η σκόνη συλ­λέ­γε­ται σε δο­χείο («τε­φρο­δόχο») και πα­ρα­δί­δε­ται στους οι­κεί­ους του νε­κρού.

Ε­πο­μέ­νως, ό­ταν σή­μερα γί­νε­ται λό­γος για «α­πο­τέ­φρωση», δεν κυ­ρι­ο­λε­κτεί­ται ο ό­ρος. Ούτε οι συγ­γε­νείς πα­ρα­λαμ­βά­νουν την «τέ­φρα» του νε­κρού από το α­πο­τε­φρω­τή­ριο. Αυτό που πα­ρα­λαμ­βά­νουν δεν εί­ναι το προ­ϊόν της καύ­σης (τέ­φρα, στάχτη), αλλά η σκόνη (τρίμ­ματα) από τα ο­στά, τα ο­ποία ρί­χθη­καν σε σπα­στήρα ο­στών (μί­ξερ) μετά την καύση.

Από την ά­ποψη αυτή, η σύγ­χρονη «α­πο­τέ­φρωση νε­κρών» δεν δι­α­φέ­ρει και πολύ από την «α­να­κύ­κλωση α­πορ­ριμ­μά­των». Εί­ναι σα­φές ότι, του­λά­χι­στον για το ή­θος της Εκ­κλη­σίας μας, αυτή η δι­α­δι­κα­σία μη­χα­νι­κού α­φα­νι­σμού του σώ­μα­τος δεν τιμά τον νε­κρό. Η Εκ­κλη­σία αρ­νεί­ται ότι εί­ναι α­ξι­ο­πρε­πές για τον κε­κοι­μη­μένο άν­θρωπο να καεί σε κλί­βανο και να θρυμ­μα­τι­σθεί σε μί­ξερ.

Σε ό,τι α­φορά στην δι­α­χεί­ριση της «τέ­φρας», η νο­μο­θε­σία (νό­μος 4368/2016 άρ­θρο 92, ΦΕΚ Α΄ 21/2016) την υ­πο­βι­βά­ζει στην κα­τη­γο­ρία των ι­δι­ω­τι­κών α­πορ­ριμ­μά­των. Η με­τέ­πειτα τύχη της «τέ­φρας» α­πο­τε­λεί ι­δι­ω­τική υ­πό­θεση των συγ­γε­νών, χω­ρίς κρα­τικό έ­λεγχο προ­στα­σίας του πε­ρι­βάλ­λον­τος και της δη­μό­σιας υ­γείας (π.χ. τρο­φι­κής αλυ­σί­δας). Ε­πι­τρέ­πε­ται στους συγ­γε­νείς (εάν θέ­λουν να α­πο­φύ­γουν τα έ­ξοδα φύ­λα­ξης της τε­φρο­δό­χου σε κοι­μη­τή­ριο ή α­πο­τε­φρω­τή­ριο) να σκορ­πί­σουν την «τέ­φρα», είτε ε­λεύ­θερα στην θά­λασσα είτε σε πε­ρι­οχή ε­κτός σχε­δίου πό­λης (α­δι­ά­φορο αν εί­ναι κα­τοι­κη­μένη ή καλ­λι­ερ­γού­μενη), είτε να ρί­ξουν την τε­φρο­δόχο στην θά­λασσα, υπό τον όρο ότι το σκεύος μπο­ρεί να δι­α­λυ­θεί στο νερό. Δεν προ­βλέ­πε­ται κα­νέ­νας έ­λεγ­χος από κρα­τική ή δη­μο­τική υ­πη­ρε­σία προς δι­α­σφά­λιση της δη­μό­σιας υ­γείας και α­πό­κει­ται στην νο­μι­μο­φρο­σύνη και ευ­αι­σθη­σία των συγ­γε­νών, εάν και πώς θα τη­ρή­σουν τις πα­ρα­πάνω ε­πι­λο­γές του νό­μου. Πρα­κτικά, δη­λαδή, μετά από την πα­ρά­δοση της τε­φρο­δό­χου στην οι­κο­γέ­νεια του νε­κρού, η τύχη της α­γνο­εί­ται από το Κρά­τος.

Συμ­πε­ρα­σμα­τικά

Όλα τα πα­ρα­πάνω δεν εί­ναι ευ­ρέως γνω­στά στην πλει­ο­ψη­φία της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας, η ο­ποία γί­νε­ται δέ­κτης συν­θη­μά­των ή δι­α­φη­μί­σεων περί της δή­θεν α­ξι­ο­πρε­πούς λύ­σης της α­πο­τέ­φρω­σης, αλλά προ­φα­νώς α­γνοεί την βι­αι­ό­τητα και ε­χθρό­τητα προς το αν­θρώ­πινο σώμα, η ο­ποία ε­πι­δει­κνύ­ε­ται κατά την σύγ­χρονη δι­α­δι­κα­σία α­πο­τέ­φρω­σης.

Α­ξι­ο­ση­μεί­ωτο δε εί­ναι ότι κά­ποιοι ψυ­χο­λό­γοι θε­ω­ρούν πως η σύγ­χρονη μέ­θο­δος α­πο­τέ­φρω­σης α­πο­τε­λεί σε ε­πί­πεδο φαν­τα­σι­ακό ένα ι­σο­δύ­ναμο της αυ­το­κτο­νίας.

Α­σφα­λώς υ­πάρ­χουν άν­θρω­ποι, που δεν α­πο­δέ­χον­ται την κοινή Πί­στη και Ζωή του Σώ­μα­τος του Χρι­στού ή ε­πι­λέ­γουν κατά το δο­κούν ποι­ους κα­νό­νες και πα­ρα­δό­σεις της Εκ­κλη­σίας θα α­κο­λου­θούν. Α­κρι­βώς ε­πειδή η Εκ­κλη­σία σέ­βε­ται την ε­λευ­θε­ρία της ε­πι­λο­γής τους να πα­ρα­δο­θούν στην πυρά, είτε ε­πι­θυ­μούν Κη­δεία είτε όχι, πα­ρό­μοια και ε­κεί­νοι ο­φεί­λουν να α­να­γνω­ρί­σουν την ε­λευ­θε­ρία της Εκ­κλη­σίας να μην υ­πο­χρε­ω­θεί να τε­λέ­σει Ε­ξό­διο Α­κο­λου­θία για κά­ποιον, που α­πο­φά­σισε να μην α­νή­κει κα­θό­λου ή να α­νή­κει ε­πι­λε­κτικά στην Εκ­κλη­σία, α­φού α­πορ­ρί­πτει ο­ρι­σμέ­νες από τις νε­κρι­κές Της πα­ρα­δό­σεις, ό­πως την ταφή.

Δι­α­φο­ρε­τική εί­ναι η αν­τι­με­τώ­πιση της Εκ­κλη­σίας προς ε­κεί­νους, οι ο­ποίοι α­κού­σια ή μαρ­τυ­ρικά (π.χ. στις κα­τα­στρο­φι­κές πυρ­κα­γιές) γνώ­ρι­σαν τέ­τοιο σκληρό θά­νατο και φυ­σικά τί­ποτα και κα­νείς δεν θα μπο­ρέ­σει να «εμ­πο­δί­σει» τον Θεό, στην Δευ­τέρα Πα­ρου­σία, να α­να­στή­σει τους αν­θρώ­πους, τόσο από τα ο­στά, όσο και από την τέ­φρα τους.

Πρέ­πει, ό­μως, να κα­τα­νο­ή­σουν ό­λοι, α­κόμη και εάν δεν εί­ναι μέλη της Εκ­κλη­σίας ή «αρ­νούν­ται την α­θα­να­σία» ή ψά­χνουν τρό­πους όσο το δυ­να­τόν πιο «α­νώ­δυ­νου» χει­ρι­σμού του θα­νά­του, ότι η α­παν­θρά­κωση του σώ­μα­τος και η σύν­θλιψή του α­πο­τε­λεί εκ­δή­λωση που κατ’ ου­σίαν «βε­βη­λώ­νει» την αν­θρώ­πινη ύ­παρξη. Για την Εκ­κλη­σία ο κάθε άν­θρω­πος εί­ναι «κατ’ ει­κόνα Θεού» πλα­σμέ­νος. Τα νε­κρά σώ­ματα δεν εί­ναι α­πορ­ρίμ­ματα! Δεν εί­ναι ά­χρη­στα αν­τι­κεί­μενα, τα ο­ποία πρέ­πει να πα­ρα­δο­θούν στην φω­τιά και στον θρυμ­μα­τι­σμό, δη­λαδή σε ένα βί­αιο α­φα­νι­σμό. Η Εκ­κλη­σία αρ­νεί­ται την καύση, ε­πειδή αρ­νεί­ται το α­με­τά­κλητο αν­θρώ­πινο τέ­λος και την βία προς το αν­θρώ­πινο πρό­σωπο. Εί­ναι τρα­γικό να καίμε και να κο­νι­ορ­το­ποι­ούμε ό,τι έχει α­λη­θινή α­ξία.

Η Εκ­κλη­σία ε­πι­λέ­γει και ε­φαρ­μό­ζει την ταφή, δι­ότι σέ­βε­ται το σώμα του κε­κοι­μη­μέ­νου αν­θρώ­που, έ­χει πί­στη και ελ­πίδα στο αι­ώ­νιο μέλ­λον και α­να­θέ­τει στην φύση την ευ­θύνη της φθο­ράς του φυ­σι­κού πα­ρόν­τος του αν­θρώ­που.

ΕΚ ΤΗΣ Ι­Ε­ΡΑΣ ΣΥ­ΝΟ­ΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚ­ΚΛΗ­ΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛ­ΛΑ­ΔΟΣ



Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος: «Περί τῶν κανονικῶν συνεπειῶν τῆς καύσεως νεκρῶν»


«Περί τῶν κανονικῶν συνεπειῶν τῆς καύσεως νεκρῶν»



Πρωτ. 5055
Ἀριθμ. Διεκπ. 2415
Ἀθήνῃσι 29ῃ Ὀκτωβρίου 2014

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 2 9 5 9

Πρός
Τούς Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτας
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Εἰς τάς Ἕδρας των

Ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος, μέ ἀφορμή τό νέο νομοθετικό καθεστώς γιά τήν ἀποτέφρωση νεκρῶν, σύμφωνα μέ τά ἄρθρα 48 καί 49 τοῦ Νόμου 4277/2014 «Νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας – Αττικής και άλλες διατάξεις» (Φ.Ε.Κ. 156/1-8-2014, τ. Α΄), κατά τήν Συνεδρία Αὐτῆς τῆς 14ης μηνός Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ., ἐπελήφθη καί τοῦ ζητήματος τούτου καί ἀπεφάσισε νά σᾶς ἐνημερώσει περί τῶν κανονικῶν συνεπειῶν ἀπό τήν ἀποτέφρωση τοῦ σώματος.

Μέ τά ἄρθρα 48 καί 49 τοῦ Νόμου 4277/2014 ὁ νομοθέτης δέν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τίς θρησκευτικές πεποιθήσεις τοῦ νεκροῦ. Ἐάν ὁ θανών δέν εἶχε ἐκφρασθεῖ ἐν ζωῇ περί τῆς μετά θάνατον ἐπιθυμίας ταφῆς ἤ ἀποτεφρώσεως τοῦ σώματός του, ἡ ἀποτέφρωση δύναται νά λάβει χώρα μέ μόνη τή δήλωση τοῦ/τῆς συζύγου ἤ «συντρόφου», μετά τοῦ/τῆς ὁποίου/ας ἔχει συνάψει «σύμφωνο συμβίωσης», ἤ τή δήλωση τῶν συγγενῶν πρώτου ἤ δευτέρου βαθμοῦ. 

Τοῦτο, κύημα τοῦ συγχρόνου μηδενιστικοῦ τρόπου ζωῆς καί τῆς τάσεως πρός ἀποθρησκευτικοποίηση κάθε πτυχῆς καί ἐκφάνσεως τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ ἐκ προοιμίου καταστρατήγηση τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων τοῦ κεκοιμημένου μέλους τῆς Ἐκκλησίας, ἔλλειψη σεβασμοῦ καί φροντίδος πρός τό ἀνθρώπινο σῶμα. 

Ἡ Ἐκκλησία δέν δέχεται γιά τά μέλη Της τήν ἀποτέφρωση τοῦ σώματος, διότι τοῦτο εἶναι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Α΄ Κορ. 6, 19), στοιχεῖο τῆς ὑποστάσεως τοῦ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ πλασθέντος ἀνθρώπου (Γεν. 1, 24), καί περιβάλλει αὐτό μέ σεβασμό καί τιμή ὡς ἔκφραση ἀγάπης πρός τό κεκοιμημένο μέλος Της καί ὡς ἐκδήλωση πίστεως στήν κοινή πάντων ἀνάσταση. 

Κατόπιν τούτου, ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος ἀπεφάσισε νά ἐνημερώσει, στό πλαίσιο τῆς ἀγρύπνου ποιμαντικῆς φροντίδος Της, τό εὐσεβές Αὐτῆς πλήρωμα, κληρικούς καί λαϊκούς, γιά τίς ἀκόλουθες κανονικές συνέπειες τῆς ἀποτεφρώσεως τοῦ σώματος: 

-Ἡ ἀποτέφρωση τοῦ σώματος δέν εἶναι σύμφωνη πρός τήν πράξη καί παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιά θεολογικούς, κανονικούς καί ἀνθρωπολογικούς λόγους.

-Πρός ἀποφυγήν οἱασδήποτε θεολογικῆς, κανονικῆς καί ἀνθρωπολογικῆς ἐκτροπῆς, ἀπαραίτητος εἶναι ὁ σεβασμός τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων καί ἡ διακρίβωση τῆς οἰκείας βουλήσεως τοῦ κεκοιμημένου καί ὄχι ἡ βούληση ἤ ἡ δήλωση τῶν οἰκείων του. 

-Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποδεδειγμένως οἰκειοθελῶς ἐδήλωσε τήν ἐπιθυμία περί καύσεως τοῦ σώματός του, δηλώνει τήν αὐτονόμησή του καί ὡς ἐκ τούτου δέν τελεῖται Νεκρώσιμος Ἀκολουθία καί Ἱερό Μνημόσυνο ὑπέρ αὐτοῦ. 

Παρά ταῦτα, ἐπαφίεται στήν ποιμαντική σύνεση καί τήν διακριτική εὐχέρεια τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου ἡ τέλεση ἁπλῶς Τρισαγίου.
Ἐπί δέ τούτοις, κατασπαζόμενοι τήν ὑμετέραν Σεβασμιότητα ἐν Κυρίῳ, διατελοῦμεν μετ' ἀγάπης.


† Ὁ Ἀθηνῶν Ι Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Σ, Πρόεδρος
† Ὁ Σταγῶν καί Μετεώρων Σεραφείμ
† Ὁ Περιστερίου Χρυσόστομος
† Ὁ Κεφαλληνίας Σπυρίδων
† Ὁ Καλαβρύτων καί Αἰγιαλείας Ἀμβρόσιος
† Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Ἀλέξιος
† Ὁ Καρπενησίου Νικόλαος
† Ὁ Λήμνου καί Ἁγίου Εὐστρατίου Ἱερόθεος
† Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως καί Πολυκάστρου Δημήτριος
† Ὁ Βεροίας, Ναούσης καί Καμπανίας Παντελεήμων
† Ὁ Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καί Σουφλίου Δαμασκηνός
† Ὁ Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης Ἀνδρέας
† Ὁ Ξάνθης καί Περιθεωρίου Παντελεήμων

Ὁ Ἀρχιγραμματεύς


† Ὁ Μεθώνης Κλήμης



Δευτέρα 17 Μαΐου 2010

Σεβ. Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ.Νικολάου: Περί της καύσεως των νεκρών

Πηγή: Ι.Ν. ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑΣ ΠΑΤΡΩΝ

Η κοινωνία με την καύση των νεκρών προσυπογράφει το δικό της τέλος, τον μηδενισμό της. Μια κοινωνία που δεν αντέχει τον άνθρωπο ούτε στην ασθένειά του, ούτε στην αδυναμία του, ούτε στον θάνατό του, μια κοινωνία που καίει τους νεκρούς της, μια κοινωνία που καταστρέφει και την ανάμνηση της ζωής και την ενθύμηση των μελών της -αυτό είναι τα λείψανα- μια κοινωνία που κάνει την αρχή του ανθρώπου τεχνητή και μηχανική και το τέλος του οριστικό και αμετάκλητο, μια κοινωνία που αρνείται την πνοή του αιώνιου και εγκλωβίζεται στην ασφυξία του εφήμερου, τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η κοινωνία με τη ζωή; Ακόμη και οι άθεοι υπογράμμιζαν την ανάμνηση των επίγειων θεών τους με ταριχεύσεις των σωμάτων τους (περίπτωση Λένιν) ή όπου αυτό δεν ήταν δυνατόν με κατασκευές αγαλμάτων και ψεύτικων ομοιωμάτων.

Κατόπιν τούτων, δεν είναι ότι δεν της επιτρέπεται, αλλά η Εκκλησία αδυνατεί και αρνείται να δεχθεί μια απλά χρηστική και καθόλου πειστική λύση ελάσσονος πρακτικής βαρύτητος και να θυσιάσει το βίωμα του σεβασμού της στη θεϊκότητα του προσώπου του κάθε ανθρώπου, πολλώ μάλλον του ανθρώπου που αυτή βάφτισε στη κολυμβήθρα της τιμώντας ταυτόχρονα και την ψυχή και το σώμα του. Το μείζον δεν μπορεί να υποταχθεί στο έλασσον. Είναι αδύνατον όποιος πιστεύει στην Εκκλησία και αποδέχεται την πρόταση ζωής της, όποιος ζει την πραγματικότητα της ψυχής, όποιος σέβεται τον άνθρωπο να μην τιμά και το σώμα. Το σώμα χρήζει μεγαλύτερης τιμής και σεβασμού από την κοινωνία μετά θάνατον απ' όση περιποίηση και προστασία δέχθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο κατά τη διάρκεια της ζωής του.

***
Δείτε του ιδίου:

Η κοινωνία με την καύση των νεκρών προσυπογράφει το τέλος της (ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ).



Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Μητροπολίτου Κυρηνείας κ.Παύλου: Καύση των νεκρών


Πηγή: εφημερίδα Φιλελεύθερος, 30-10-2009

Δημοσιεύθηκε τον περασμένο Μάρτιο στον ημερήσιο Τύπο ότι το Υπουργικό ΣυμΒούλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας αποφάσισε να εξουσιοδοτήσει την επίτροπο Νομοθεσίας να ετοιμάσει νομοσχέδιο για την αποτέφρωση και ταρίχευση των νεκρών, ώστε να μπορούν και οι Κύπριοι να έχουν «το δικαίωμα διάθεσης του πτώματός τους βάσει της προσωπικής τους επιλογής». Πρόσφατα δε, από δημοσιογραφικές και πάλι πηγές, πληροφορηθήκαμε ότι ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών της Κύπρου δήλωσε ότι πριν το τέλος του χρόνου θα κατατεθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων για ψήφιση νομοσχέδιο που «θά δίνει το δικαίωμα της επιλογής για αποτέφρωση των νεκρών σε όλους τους κατοίκους της Κύπρου ορθοδόξους και μη». Παλαιότερη απόφαση του Υπουργικού Συμθουλίου, η οποία λήφθηκε το 2006, αφορούσε μόνο στους αλλοδαπούς, οι οποίοι διέμεναν στο νησί μας.
Τό θέμα της καύσης των νεκρών στην Κύπρο, τέθηκε για πρώτη φορά από την Πολιτεία τό 2002. Τότε απασχόλησε συνεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου, με αφορμή παλαιότερο αίτημα για αποτέφρωση της σορού του πρώην γ.γ. του ΑΚΕΛ Πλούτη Σέρβα, ο όποιος «είχε ζητήσει πριν το θάνατό του να μην ταφεί αλλά να αποτεφρωθεί η σορός του».
Το γεγονός αυτό μας υποχρεώνει να εκφράσουμε διά του παρόντος συνοπτικού άρθρου τη διδασκαλία της Εκκλησίας προς ενημέρωση των πιστών.
 Η ταφή του νεκρού ως θεία εντολή, «γη ει και εις γην απελεύση» (Γεν. 3, 19), είναι πράξη τιμής και σεβασμού προς το ανθρώπινο σώμα και ταυτόχρονα σύμβολο ελπίδας καί αναστάσεως. Στην Παλαιά Διαθήκη ο πατριάρχης Ιακώβ ζήτησε από τον υιό του Ιωσήφ όταν πεθάνει να τον θάψει και μάλιστα στον τάφο των πατέρων του (Γεν. 47, 30).
Στην Καινή Διαθήκη ο ίδιος ο Κύριος δέχθηκε τον ενταφιασμό του σώματός του, λέγοντας στον Ιούδα: «Άφες αυτήν, εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό» (Ίωάν. 12, 7). Η θεόσωμη ταφή του Κυρίου ύπηρξε το αποκορύφωμα της επί γης κενώσεώς του. Το άψυχο σώμα του Χριστού ενωμένο με τη Θεότητα ενταφιάζεται. Ο αρχηγός της ζωής τίθεται εν τάφω. Ο ενταφιασμός του σαρκωθέντος Λόγου μάς υποδεικνύει τον τρόπο και της δικής μας εξόδου από τον πρόσκαιρο αυτό βίο. Κατά τον απόστολο Παύλο το ανθρώπινο σώμα «σπείρεται εν ψθορά, εγείρεται εν αφθαρσία» ( Α’ Κορ. 15, 42).
Ο Μέγας Αντώνιος εκφράζων την παράδοση της Εκκλησίας ζήτησε από τους μαθητές του να τον ενταφιάσουν. «Θάφτε, λοιπόν το σώμα μου σεις και κρύψτε το υπό την γην... διότι εγώ κατά ταν ανάστασιν των νεκρών θα το πάρω πάλι από τον Σωτήρα άφθαρτο» ( Ο Μέγας Αντώνιος, Βίος καί Πολιτεία, εκδόσεις Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη, 2000, σ. 150).
Ο 7ος Κανόνας της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου επιτάσσει όπως ο καθαγιασμός της Αγίας Τράπεζας γίνεται με την τοποθέτηση σ’ αυτή λειψάνων αγίων μαρτύρων (Πηδάλιον, έκδοση “ Αστέρος” , Αθήνα, 1970, σ. 328). Είναι δε αυτονόητο ότι η ύπαρξη των λειψάνων προϋποθέτει την προηγηθείσα ταφή τους. Η καύση λοιπόν των νεκρών αντιστρατεύεται το θείο θέλημα, γιατί στερεί τους πιστούς της δυνατότητας να αγιάζονται από τα αδιάφθορα και χαριτόβρυτα λείψανα των ααγίων.
Ο άγιος Συμεών, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και μεγάλος λειτουργιολόγος, αναφέρει ότι η έκχυση του ελαίου πάνω στο ένταφιασμένο λείψανο ανάγει την αρχή του στους αγίους αποστόλους (Ρ.G.166, 686).
Από τις αρχαιολογικές έρευνες και ανασκαφές, τις κατακόμβες, τους τάφους των αγίων μαρτύρων και τα πλήθη των κοιμητηρίων μαρτυρείται η συνείδηση των πιστών και το αρχαίον έθος της Εκκλησίας στην ταφή των νεκρών. Η ταφή των νεκρών εκφράζει την πίστη της Εκκλησίας προς την Ανάσταση καί τήν αιώνιο ζωή. Ο σεβασμός προς τα λείψανα των κεκοιμημένων αποδεικνύει την πίστη μας στην αθάνατη ψυχή.
Η ταφή λοιπόν των νεκρών αποτελεί αρχαία και αδιάκοπη παράδοση της Εκκλησίας, η οποία στηρίζεται στο σεβασμό του ανθρωπίνου σώματος ως «ναόν του Θεού» (Πρβλ. Α’ Κορ. 3, 16).
Η Εκκλησία λοιπόν καταδικάζει την καύση των νεκρών και τη θεωρεί ως αντίθετη προς τη δογματική της διδασκαλία και ως πράξη αποκρουστική, η οποία προσβάλλει βάναυσα τους κεκοιμημένους. Η καύση των νεκρών αποτελεί ασέβεια προς τον Πλάστη και Δημιουργό, διότι αποδεικνύει απιστία προς τη μέλλουσα ζωή καί συμβολίζει τον αφανισμό και την ανυπαρξία. Είναι ταυτόχρονα αντίθετη προς τους υπό του Δημιουργού τιθέντας νόμους της φύσεως, oι οποίοι προνοούν φθορά και αποσύνθεση και όχι καύση. Η καύση των νεκρών είναι βιασμός της φύσεως, όπως ακριβώς οι πυρκαγιές των δασών φέρνουν την οικολογική καταστροφή.
Οι υπέρμαχοι της καύσης των νεκρών επικαλούνται κυρίως ως λόγους, την εξοικονόμηση χώρου και τη μόλυνση του υπεδάφους. Οι δικαιολογίες όμως αυτές δεν ευσταθούν καί είναι «προφάσεις εν αμαρτίαις». Αφού oι άνθρωποι έχουν μολύνει την ατμόσφαιρα και απειλούν το όλο οικοσύστημα με τις καταχρήσεις και την ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση των πόρων της Γης, υποκριτικά ισχυρίζονται ότι κινδυνεύει η υγεία τους από τους νεκρούς. Ακριβώς το αντίθετο θα συμβεί με την καύση των νεκρών. Τα αποτεφρωτήρια θα είναι εστίες οχληρίας και θα επιβαρύνουν την ήδη μολυσμένη ατμόσφαιρα. Επί πλέον, θα υπάρχει ο κίνδυνος συγκάλυψης εγκληματικών ενεργειών με την καταστροφή των τεκμηρίων.
Τα βαθύτερα αίτια της επιθυμίας για την καύση των νεκρών είναι ο αγνωστικισμός, η αθεΐα και η έλλειψη πίστεως στη μετά θάνατο ζωή.
Ή καύση των νεκρών είναι αποτέλεσμα της μηδενιστικής αντίληψης της ζωής και δουλικής υποταγής σε συνθήκες ξένες προς τη λειτουργία της φύσεως. Μόνο ελάχιστοι άθεοι, oι όποιοι τρέμουν με την ιδέα ότι είναι «κατ’ εικόνα Θεού» πλασμένοι, λόγω του εσωτερικού κενού της ψυχής τους και της διχασμένης προσωπικότητάς τους, ίσως να θελήσουν να εκφράσουν την επιθυμία να αποτεφρωθεί η σωρός τους, εκδιπλώνοντας έτσι την εωσφορική εγωκεντρική ιδιορρυθμία τους. Με την αλαζονική αυτή συμπεριφορά τους, αποκαλύπτουν την άσέβειά τους προς τον Θεό και την έλλειψη πίστεως στην ύπαρξη της αιωνίου ζωής. Φανερώνουν ακόμη το φόβο που τους διακατέχει και την απεγνωσμένη προσπάθειά τους να φιμώσουν την εξεγειρόμενη συνείδησή τους. Έχουν την ψευδαίσθηση ότι με την αποτέφρωση του σώματός τους θα καταλήξουν στην ανυπαρξία και το μηδενισμό. Με τον τρόπο όμως αυτό αποκόπτουν τους εαυτούς τους από την Εκκλησία δείχνοντας ότι δεν πιστεύουν στην ανάσταση των νεκρών και στον παντοδύναμο Θεό, ο οποίος δύναται στους έσχατους καιρούς να αναστήσει όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως του τρόπου του θανάτου τους. Με μόνη διαφορά ότι θα αναστηθούν «οι τα αγαθά ηοιήσαντες εις ανάστασιν ζωής», «οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ίωάν. 5, 29).
Όσοι από τους ορθοδόξους χριστιανούς επιθυμούν την καύση των νεκρών σωμάτων τους, ας γνωρίζουν ότι αποκόπτουν τους εαυτούς τους από το θεανθρώπινο σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία, συνεπής προς τη διδασκαλία του ιερού Ευαγγελίου, έχει κάθε δικαίωμα να αρνηθεί την τέλεση της εκκλησιαστικής κηδείας και των εκκλησιαστικών μνημοσυνών, σε όσους θελήσουν νά αποτεφρωθούν μετά το θάνατο τα σώματά τους. Ουδείς δύναται να εξαναγκάσει την Εκκλησία να ενεργήσει αντίθετα προς τις πεποιθήσεις της.





Αρχείο

ΤΟ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΣΤΗ WORDPRESS

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος ὁ κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη