Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικουμενικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικουμενικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2023

Θ.Ι.Ζιάκας, Τα Ελληνικά Φώτα





[Εισήγηση στην Ημερίδα «Ο ελληνικός Πολιτισμός ως Οικουμενική Πρόταση – Μια ελπίδα για τον 21ο αιώνα», που έλαβε χώρα στην Αρχαία Ολυμπία στις 9/9/2023].


Θα ξεκινήσω με το εξής προκαταρκτικό ερώτημα:

Τι νομιμοποιεί άραγε –σήμερα– την εδώ απόπειρά μας να αναδείξουμε τον ελληνικό Πολιτισμό; Και μάλιστα, ως οικουμενική πρόταση;

Άρχισε μήπως, ξανά, ο «πόλεμος των γιγάντων»; Όπου οι θεοί τα βρίσκουν σκούρα; Και χρειάζεται να επιστρατευθεί, ξανά, ο Ηρακλής, προκειμένου «να μη χάσουν τον πόλεμο»;…

Ή μήπως, αγαπητοί φίλοι, είμαστε αιθεροβάμονες; Τραγικά ανακόλουθοι;



ΓΙΑΤΙ ΑΝΑΚΟΛΟΥΘΟΙ;

Το ελλαδικό Εθνοκράτος μας θεμελιώθηκε (ως γνωστόν) στη «μετακένωση» των δυτικών Φώτων, ως ακραιφνώς ελληνικών.

Σύμφωνα με τον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1843), τον αρχηγέτη του «Νεοελληνικού Διαφωτισμού», επρόκειτο, για «μετακένωση» των «αναγεννημένων» αρχαιοελληνικών φώτων, «από τα ευρωπαϊκά καυκία στα δικά μας καύκαλα». Και συνάμα για αποβολή των όποιων βυζαντινών φώτων, στο σκότος το εξώτερο των «γραικορωμαίων τυράννων».

Η θέση αυτή του Κοραή νομιμοποιήθηκε από τα ελλαδικά Συντάγματα των 1822, 1823, 1827, 1832 και 1844, όπου ως Έλληνες ορίζονταν μόνον οι αυτόχθονες και οι ως τότε πολιτογραφηθέντες.

Ο λόγος της ελλαδιστικής αυτής καθεστωτικής συνθήκης είναι διαφανέστατος: Να απαλλαγούμε από τον τουρκικό ζυγό, μέσω της δυτικής «Προστασίας». Επιβλήθηκε δε από τις «Προστάτιδες Δυνάμεις», ημών βεβαίως συναινούντων. Κάτι που είναι, φυσικά, γνωστό και στον έξω κόσμο.

Κοντολογίς τα όποια Φώτα κατοχυρώσαμε εθνοκρατικά και διδαχθήκαμε ως ελληνικά, είναι αυτά που πήραμε από τη Δύση.

Τούτων δοθέντων, πού στηρίζεται –επαναλαμβάνω- η εδώ αξίωσή μας να δώσουμε -και «πάλι!»- τα Φώτα «μας» στην Οικουμένη;

Μήπως αυτό που έχουμε κατά νου, είναι όλο κι όλο, το τουριστικό συνάλλαγμα; – Όπως λέει ο κυνικός πειραστής μου; – Ή μήπως έχουμε «τελειώσει» ως έθνος; – Όπως ψιθυρίζει στ’ αυτί μου ο πεισιθάνατος κολλητός του;

Πριν από τριάντα χρόνια, λαμβάνοντας υπόψη την κατάρρευση των σοσιαλιστικών οραματικών διεξόδων της Νεωτερικότητας, σημείωνα:

«Αν ζούσαμε σὲ ἐποχὴ ὁμαλῆς ἀναπαραγωγῆς τοῦ «συστήματος», ὅλ᾽ αὐτὰ θὰ ἐμφανίζονταν σὰν τεῖχος ἀδιαπέραστο. Μπήκαμε ὅμως σὲ ἐποχὴ γενικῆς ἀβεβαιότητας καὶ ἀστάθειας, ὅπου τὰ πάνω ἔρχονται κάτω καὶ ὁ κόσμος μοιάζει ἕτοιμος νὰ μπεῖ στὸν κυκλώνα ἄδηλων πολιτισμικῶν ἀνακατατάξεων. Σὲ μιὰ τέτοια ἐποχὴ ὅλοι οἱ δρόμοι ἀνοίγουν τις πύλες τους καὶ τίποτα δὲν ἀποκλείεται.»

Αν η πιθανή διέξοδος ήταν τότε ορατή μόνο δια της θεωρητικής «τεθλασμένης», τώρα είναι ορατή και δια «γυμνού οφθαλμού».

Ασφαλώς είναι δεινή, αγαπητοί φίλοι, η αναμφισβήτητη καθήλωσή μας στις συνέπειες της ελλαδιστικής καθεστωτικής συνθήκης. Το ξεπέρασμά τους είναι, ωστόσο, η κρίσιμη μετα-νεωτερική πρόκληση, στην οποία καλείται να απαντήσει η ελληνική Διανόηση στις μέρες που έρχονται.

Αφού δει πρώτα (εννοείται), ποια ακριβώς είναι τα Ελληνικά Φώτα, που έχουν, όντως, οικουμενική σημασία στην εποχή μας.



Ο ΔΥΤΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ

Κατ’ αρχήν, δεν μπορεί να δει κανείς τα Ελληνικά Φώτα, αν δεν παραμερίσει πρώτα τους δύο μύθους με τους οποίους μεγαλώσαμε:

Ότι η Δύση κληρονόμησε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Και ότι η Ρωσία κληρονόμησε τον βυζαντινό ελληνικό πολιτισμό.

Ο Δυτικός μύθος αποδομήθηκε ήδη –εγκαίρως και επαρκώς– από τους: Γιώργο Σεφέρη (1900-1971). Κώστα Παπαϊωάννου (1925-1981). Και Κορνήλιο Καστοριάδη (1922-1997). Ας τους δώσουμε τον λόγο.

Σεφέρης: Υπάρχουν «δύο ελληνισμοί». Ο δυτικός και ο ελληνικός.

Ο δυτικός ελληνισμός τελείωσε με την πτώση της αρχαίας Ρώμης. Και είναι αυτός, που «Αναγεννήθηκε» στη μεσαιωνική Εσπερία.

Ο ελληνικός ελληνισμός συνεχίστηκε – «χωρίς διακοπή»- μέσω του Βυζαντίου και της Οθωμανοκρατίας, έως την εθνοκρατική μας εποχή.

Παπαϊωάννου: Η διαφορά μεταξύ του αρχαιοελληνικού και του δυτικού νεωτερικού πολιτισμού είναι οντολογική.

Ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός, νοηματοδοτώντας τη δική του τάξη-δικαιοσύνη, ως ωχρή απομίμηση της αξιολογικά υπέρτατης συμπαντικής Τάξης-Δικαιοσύνης (του «τρόπου της του παντός διοικήσεως»), ήταν Κοσμοκεντρικός.

Ο δυτικός-νεωτερικός πολιτισμός, δογματίζοντας αντίθετα, ότι δεν υπάρχει τίποτα αξιολογικά υπέρτερο από το εκάστοτε δικό του παρόν, εκτός απ’ ό,τι θα φέρει η μελλοντική τεχνολογική του Πρόοδος, είναι Αυτοαναφορικός και Ιστορικιστικός.

Και προεξόφλησε, ο Παπαϊωάννου, το επικείμενο τέλος του πολιτισμού αυτού, επαναλαμβάνοντας τον Φρίντριχ Νίτσε (1844-1900):

«Τώρα που ο θεός πέθανε, τώρα που το υποκείμενο έγινε απόλυτο, τι απόμεινε; Πώς μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει μέσα στο μηδέν που άνοιξε ο θάνατος του Θεού, χωρίς ο ίδιος να μηδενιστεί; Με τι θα παλέψει τώρα ο άνθρωπος, τώρα που έμεινε μόνος με τον ίσκιο του; Ποιος θα είναι ο σκοπός που θα κάνει τον άνθρωπο να ξεπεράσει τον εαυτό του, τώρα που ο μόνος σκοπός για τον άνθρωπο είναι ο εαυτός του;».

Καστοριάδης: Συνοψίζοντας σε δεκαπέντε τις διαφορές του δυτικού – νεωτερικού πολιτισμού από τον αρχαιοελληνικό, τον τοποθέτησε στους οντολογικούς αντίποδες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.

Η αρχαιοελληνική εξατομίκευση ήταν, αναφορική και αδιαμεσολάβητη. Ενώ, η νεωτερική-δυτική, ήταν αυτοαναφορική και τεχνοσυστημικά διαμεσολαβημένη. Με αντιδιαμετρική, συνάμα, την κατεύθυνση της εξέλιξής τους.

Ανακεφαλαιώνοντας τα συμπεράσματά του, ο Καστοριάδης προσδιόρισε ως εξής, το πού ακριβώς βρισκόμαστε σήμερα. Τόσο Εμείς όσο και η λοιπή Δύση:

Εμείς: Σε εικοσιπέντε χρόνια, καταστρέψαμε ελληνικό πολιτισμό εικοσιπέντε αιώνων.

Δύση: Στα ίδια χρόνια «ανόδου της ασημαντότητας» (: πτώσης στον μεταμοντέρνο Μηδενισμό) κατέστρεψε κι αυτή τον δικό της πολιτισμό.

Και ιδού η κατάληξη: Τα δυτικά «ελληνικά φώτα», έχουν πλέον περιέλθει σε απόλυτη ανυποληψία στη μεταμοντέρνα Δύση. Απορρίπτονται μετά βδελυγμίας, ως τοξικά, σεξιστικά και ρατσιστικά.

Έχοντας ολοκληρώσει την πραγμάτωσή της, η νεωτερική εξατομίκευση προχωρά πλέον στην «απελευθέρωση» του Ατόμου απ’ όλες τις μορφές ταυτότητας. Κοινωνικής αλλά και βιολογικής: από το φύλο και απ’ αυτό ακόμα το ανθρώπινο είδος (Μετανθρωπισμός, Τεχνητή Νοημοσύνη κλπ).

Ας δούμε τώρα και τη «ρωσοβυζαντινή» εκδοχή. Μήπως και βρίσκεται εκεί το ελληνικό Φως το αληθινό.



Ο «ΡΩΣΟΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ»ΜΥΘΟΣ

Κατ’ αρχήν, την δυτική (επομένως και την ελλαδιστική) αποπομπή του Βυζαντίου από την ιστορία, την έχει αποδομήσει ήδη ο «βυζαντινός ρεβιζιονισμός», ο οποίος μάλιστα «ξεκλειδώνει την Παγκόσμια ιστορία», κατά την έκφραση Γάλλου διανοητή.

Πράγματι. Είμαστε πλέον σε θέση να αναγνωρίσουμε, ότι η βυζαντινή Οικουμένη-κράτος μετακένωσε μεν τον Ορθόδοξο χριστιανισμό στους σλαβικούς λαούς, χωρίς όμως τις ελληνικές προϋποθέσεις του: Τις γλωσσικές. Τις φιλοσοφικές. Και προπαντός τις πολιτειακές. -Όπως, για παράδειγμα, την Κοινοτική-πολεοτική αυτονομία. Την διακοινοτική-διαπολεοτική Εταιρική οικονομία. Την ισότητα πάντων, έναντι του νομίμως επιστατούντος βυζαντινού Βασιλέα. Συν τη διακοινοτική-διαπολεοτική, επίσης, εκκλησιολογία (το Συνοδικό Σύστημα το εδραζόμενο στην ενδημοποιημένη Εκκλησία).

Η παράλειψη του Βυζαντίου, να μετακενώσει στους σλαβικούς λαούς τα κυρίαρχα στην κοινωνία του αρχαιοελληνικά Φώτα, ήταν σκόπιμη. -Για να μη τους μεταφερθεί, «μαζί με το ελληνικό μήλο, και το εντός του ατομικιστικό σκουλήκι».

Δηλαδή ο σοφιστικός σχετικισμός/μηδενισμός, που είχαν ανατινάξει εκ των έσω, την εξατομικευτική ολοκλήρωση της αρχαιοελληνικής μετοχής στην καθολική ελευθερία (: ιδιωτική + κοινωνική + πολιτική). (Κατ’ αντιδιαστολή: Η νεωτερική εξατομίκευση παρέμεινε -από την αρχή ως το τέλος της- έγκλειστη στην πρώτη βαθμίδα της ελευθερίας: την ιδιωτική.)

Η πρόνοια αυτή, του Μεγάλου Φωτίου, -δεινού ελληνιστή-, θα άφηνε τις μετέπειτα ρωσικές ελίτ, τραγικά έκθετες στον γερμανικό ιστορικιστικό μηδενισμό. Και τελικά στον μεταμοντέρνο μηδενισμό.

Αν υπάρχουν, λοιπόν, Ελληνικά Φώτα, οφείλουμε να τα αναζητήσουμε εκεί που υπάρχουν σωρευτικά. Δηλαδή στον «ελληνικό ελληνισμό», της βυζαντινής-οικουμενικής κρατικής βαθμίδας του ελληνικού πολιτισμού. Έναν ελλειπτικό κόσμο, που έχει δύο νοηματοδοτικά κέντρα περιστροφής: την Ιλιάδα και το Ευαγγέλιο.

Το κριτήριο όμως, με το οποίο θα τα αναζητήσουμε, δεν είναι άλλο από τον σαφή προσδιορισμό του κεντρικού ερωτήματος / προβλήματος της εποχής μας.



ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Εισβάλλοντας, σήμερα, και ο μη δυτικός κόσμος (πριν απ’ όλα, των μεγάλων κολεκτιβιστικών πολιτισμών Κινεζικού, Ινδικού, Ισλαμικού) στον δρόμο της εξατομίκευσης, μοιραία θα φτάσει (ήδη φθάνει) στο ίδιο πρόβλημα/απειλή: Την τεχνοσυστημική εξαέρωση της κοινωνικότητας και την αποσύνθεση-απανθρωποποίηση της ατομικότητας.

Το κεντρικό ερώτημα/πρόβλημα της εποχής μας είναι πλέον τούτο: Υπάρχει άραγε τύπος ανθρώπου, πέρα από το Άτομο, ικανός να το βγάλει από τη δίνη του οντολογικού μηδενισμού;

Απ’ αυτό, το ήδη κεντρικό σε Δύση και Ανατολή, Βορρά και Νότο, ερώτημα/πρόβλημα, αν πιαστούμε και κατορθώσουμε να δώσουμε απάντηση, αυτή θα μπορεί όντως να σταθεί ως οικουμενική πρόταση.

Η απάντηση των άγνωστων ελληνικών Φώτων είναι: Ναι. Υπάρχει τέτοιος τύπος ανθρώπου και λέγεται Πρόσωπο.

Στηρίζεται δε – η απάντηση αυτή- όχι στο τι λέω εγώ, αλλά στο μοναδικό στον κόσμο ιστορικό προηγούμενο: Τη μετάβαση του Πανελληνίου, από την ομόλογη δική του κρίση της εξατομίκευσης, στον βυζαντινό Προσωποκεντρικό πολιτισμό.

Η εμπειρία και γνώση της ελληνικής Προσωποκεντρικής μετάβασης, η εισέτι απρόσληπτη από Ανατολή και Δύση (ημών περιλαμβανομένων), είναι η απάντησή μας στο κοινό/οικουμενικό πρόβλημα.

Υπάρχει (αυτή η εμπειρία και γνώση) στο συγκεκριμένο αυτό σημείο της ελληνικής ιστορίας, προσιτή στον καθένα. Θα μπορούσε κάλλιστα να αξιοποιηθεί σαν το γνωσιολογικό αρχιμήδειο στήριγμα, προκειμένου να υπερβούμε την πόλωση Ατομοκεντρισμού – Κολεκτιβισμού και να βγούμε από τον εμπεδόκλειο «Δίνο» – Στρόβιλο του οντολογικού Μηδενισμού.

Μέσα στον Στρόβιλο αυτό, λαμβάνει χώρα η ανακύκλωση των οντολογικών παραμέτρων των πολιτισμών. Μεσολαβούντος –εννοείται- του «Αρείου Πάγου» των διαπολιτισμικών και ενδοπολιτισμικών διενέξεων, που δεν είναι άλλος από τον Ηρακλείτειο Πόλεμο, των «πατέρα πάντων».

Περαίνοντας την εισήγησή μου, θα έλεγα, ότι ο προβληματισμός πάνω στην πρόταση αυτή, δύνανται να ξεκλειδώσει και τα προσιδιάζοντα Φώτα της Ολυμπιακής μας «κληρονομιάς».



Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

Θανάσης Παπαθανασίου, Απελπισία και απελευθέρωση

[Σημείωση: Αναδημοσιεύουμε το κείμενο του Θανάση Παπαθανασίου "Απελπισία και απελευθέρωση" ως ελάχιστο δείγμα αλληλεγγύης μετά την ανοίκεια λογοκρισία που εδέχθη σε ΜΚΔ] 

Απελπισία και απελευθέρωση
Πανανθρώπινες διαδρομές με τη Βίβλο

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου

[Δημοσιεύτηκε στον τόμο του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου «Ο ρόλος της Αγίας Γραφής στην αρμονική συμβίωση των ετεροτήτων. Το Διάταγμα της ανεξιθρησκίας του 313 μ.Χ. και το αίτημα του 21ου αιώνα για καταλλαγή», εκδ. Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, Αθήνα 2014, σσ. 75-82]

«Θα πάρω θέση, θα σταθώ στη σκοπιά μου και στην πολεμίστρα μου και θα προσμένω για να δω τι θα μου πει ο Θεός για να πω, και ποια θα πρέπει απάντηση να δώσω στο παράπονο που διατύπωσα» [1].


Προφήτης Αβακούμ: Εκπρόσωπος παραπονούμενων, μα παραπονούμενων απαιτητικών κι ετοιμοπόλεμων. Το ετοιμοπόλεμο μεταμορφώνει την αδρανή υπομονή σε προσδοκία έμπρακτη. Είσαι στην πολεμίστρα, σε θέση πράξης. Και προσδοκάς απάντηση ρηματική και έμπρακτη μαζί. Γιατί ζητάς να αλλάξει ροή η ιστορία.

«Ως πότε, Κύριε, θα σου φωνάζω για βοήθεια, κι εσύ δεν θα με ακούς; Σου κράζω για την αδικία που επικρατεί, μα εσύ δεν επεμβαίνεις! […] Γιατί παρατηρείς τη δυστυχία χωρίς να κάνεις τίποτα;»(Αβακ. 1: 1-4).

Εμείς τώρα, διαβάζοντας τον Αβακούμ μέχρι τέλους, γνωρίζουμε ότι η απάντηση ήρθε. Αλλά τις ώρες του παραπόνου, τις ώρες της κραυγής, τις ώρες του καμπουριάσματος στην πολεμίστρα, ο παραπονούμενος αναμετριέται με τη σιωπή, με την απουσία, με την απελπισία, χωρίς κάτι εκείνη τη στιγμή να του εξασφαλίζει ότι η σιωπή, η απουσία, η απελπισία δεν θα είναι αιώνιες. Και σιωπή, απουσία, απελπισία σημαίνουν ότι επελαύνει ανενόχλητη στην ιστορία η νομοτέλεια την οποία ορίζει η ισχύς, με όχημα στις ημέρες του Αβακούμ τους Βαβυλώνιους και στις ημέρες της αφεντιάς μας τους νεοφιλελεύθερους,
«αυτό το έθνος το σκληρό κι αδίστακτο, που διασχίζει όλη τη γη, γυρεύοντας να κατακτήσει ξένες χώρες. Είναι φοβεροί και τρομεροί. Νόμος τους είναι του ισχυρότερου το δίκιο» (1: 6-7).
Απέναντι στη δήλωση, τα θύματα και οι αδικημένοι στενάζουν και κραυγάζουν. Η δυνατότητα για παράπονο, για στεναγμούς και για κραυγή, είναι σπουδαία προίκα του ανθρώπου. Είναι μια δυνατότητα, ο άνθρωπος να γίνει πιο ευρύχωρος, ποθώντας ζωή της προκοπής και προσκαλώντας τον άλλον να συμμεριστεί αυτόν τον πόθο. Σαν νήμα μυστικό η κραυγή αυτή ενώνει όλους τους ανθρώπους. Φώναξε γοερά το αίμα του Άβελ (Γεν. 4: 10), στέναξαν κι έκραξαν οι Εβραίοι στη δουλεία της Αιγύπτου (Έξ. 2: 23), κραυγάζει ο μισθός του εργάτη που τον παρακράτησαν τα αφεντικά (Δευτ. 24: 14-15, Ιακ. 5: 4), στενάζει και κραυγάζει η κτίση ολόκληρη, λαχταρώντας την απελευθέρωσή της από τη φθορά (Ρωμ. 8: 19-22), κραυγάζουν δυνατά οι ψυχές των μαρτύρων ζητώντας πίσω το αίμα τους και επαναλαμβάνοντας τον στίχο του Αβακούμ: «Έως πότε, επιτέλους;» (Αποκ. 6: 10). Υψώθηκε στον ουρανό η κραυγή των μαύρων δούλων στην Αμερική κι έγινε spiritual, υψώνεται στον ουρανό το Χαν των Κορεατών, η κραυγή του αδικαίωτου τυραννισμένου [2]. 

Στον πίνακα του Έντβαρντ Μουνκ υπάρχει μόνο η κραυγή [3]. Ανταπόκριση όχι. Σα να μην τίθεται καν το ερώτημα, «έως πότε;». Σα να δηλώνεται με απελπισία, «έτσι είναι, για πάντα». Στον αντίποδα του Μουνκ βρίσκεται ένας αφρικανός σκορπιός. Τον μνημονεύει ένας Έλληνας, ο Καζαντζάκης, σχολιάζοντας την κραυγή μιας φιλάσθενης εξεγερμένης Γερμανοεβραίας, της Ρόζας Λούξεμπουργκ: 

«Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ σκίζει τα σωθικά μας: - “Βοήθεια!”. Ο αέρας άλλαξε, αναπνέει μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη θειάφι. Ποιος φώναξε; Εμείς φωνάζουμε, οι αδικημένοι άνθρωποι! Κι ύστερα σιωπή· ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από φόβο. Μα ξάφνου πάλι η κραυγή σκίζει τα σωθικά μας. Γιατί δεν είναι απόξω, δεν είναι μακριά, δεν έρχεται, για να μπορούμε να ξεφύγουμε – μέσα στην καρδιά κάθεται η κραυγή και φωνάζει.Ανίλεη, αυστηρή είναι η στιγμή που περνούμε. Δε στρέφουμε πια το πρόσωπό μας στον ουρανό, ζητώντας βοήθεια. Ξέρουμε, ουρανός και γης είναι ένα. Ο νους, ας είναι ο ποιητής ουρανού και γης· αυτός ανέλαβε όλη την ευθύνη του χαμού ή της σωτηρίας. Ο νους μας είναι σαν το “Μικρό Σκορπιό”μιας αφρικάνικης παράδοσης, που αν την ήξερε, πολύ θα την αγαπούσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.“Ο μικρός σκορπιός είπε: – Εγώ, ο μικρός σκορπιός ποτέ δε θα επικαλεστώ το όνομα του Θεού. Εγώ, ο μικρός σκορπιός, όταν θέλω να κάμω τίποτα, θα το κάμω με την ουρά μου!”» [4].
Είναι τόσο δυναμική η κραυγή του Καζαντζάκη! Και όμως, μ’ όλη της τη γοητεία, είναι συγκλονιστικά φτωχή! Είναι στενάχωρη, γιατί, παρ’ όλο που βλέπει τον άνθρωπο ως ύπαρξη σχεσιακή (δηλαδή ως ύπαρξη που λειτουργεί μέσα σε ένα «εμείς»), εν τέλει τον συρρικνώνει, αφού τον θέλει αυτάρκη και αυτοαναφορικό. Ο πόνος είναι αυστηρά ατομικό γεγονός, επικίνδυνα ατομικό. Κάνει τον άνθρωπο να διπλωθεί στον εαυτό του, εκτός… εκτός αν ο πόνος γίνει συμπόνια. Η συμπόνια με ξεδιπλώνει στον χώρο έξω από τα συστατικά μου: στον χώρο του άλλου. Σ’ αυτό νιώθω πως συμφωνώ με τον Καζαντζάκη, αλλά από δω και πέρα αρχίζει η διαφωνία μου. Αν το ξεδίπλωμα του ανθρώπου είναι πολύτιμο, αν δηλαδή η αλληλεγγύη είναι πολύτιμη (όπως προδήλως θα έλεγε και η Λούξεμπουργκ), τότε είναι μιζέρια να μην γίνει άπειρο αυτό το ξεδίπλωμα, υπόθεση δηλαδή Κυρίου Σαβαώθ.

Σε ολόκληρη τη Γραφή αποτυπώνεται το ξεδίπλωμα και η κραυγή του ανθρώπου ως μέρος ενός δυσθεώρητου διαλόγου, που απελπίζει την απελπισία. Στους Ψαλμούς, εκεί ακριβώς όπου αφθονεί το παράπονο του πάσχοντος δικαίου, εκεί ο Θεός ορίζεται ως εκείνος που δεν ξεχνά «των καταπιεσμένων την κραυγή» (Ψαλμ. 9: 13). Και παρακάτω εμφανίζεται άλλο ένα είδος στεναγμού. Όχι ο στεναγμός του αδικημένου, αλλά του αλληλέγγυου, ο οποίος πάσχει τον πόνο του πάσχοντος. «Το Πνεύμα […] μεσιτεύει το ίδιο στο Θεό για μας με στεναγμούς που δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις» (Ρωμ. 8: 26). Η κραυγή για τη δικαιοσύνη είναι υπόθεση πολύ μεγαλύτερη από το τίποτα του Μουνκ ή απ’ το κεντρί ενός σκορπιού, που θα πεθάνει κι αυτό όταν πεθάνει ο σκορπιός. Χρειάζεται να γίνει στεναγμός και «φωνή μεγάλη» (Ματθ. 27: 46) ενός Θεού.

Σε μια αβυσσαλέα αντινομία, ο Βιβλικός Θεός είναι ταυτόχρονα αρωγός και ενδεής, ταυτόχρονα πολέμαρχος και πάσχων δούλος, αρνίο εσφαγμένο από καταβολής κόσμου και ταυτόχρονα νικηφόρο (Αποκ. 13: 8 και 17:14, Πέτρ. 2: 19-20). Και ζητάει από τον πιστό να είναι ομοίως συμπάσχων, συνοδοιπόρος και συμπολεμιστής. Η ραχοκοκαλιά του Χριστιανισμού, έλεγε ο Μ. Βασίλειος, είναι η μίμηση του Χριστού «εν τω μέτρω της ενανθρωπήσεως» [5]. «Εν τω μέτρω της ενανθρωπήσεως» σημαίνει ότι την αδικία και το παράλογο της ζωής δεν κάθεσαι να τα κοιτάς, ούτε αδάπανα να τα κουτσομπολεύεις. Σημαίνει να υιοθετείς τον πόνο του αλλουνού, για να παλέψεις την αδικία και το παράλογο στην ίδια σου τη σάρκα. Η ανταπόκριση στις κραυγές των αδικημένων σημαίνει δρόμο δύσκολο: ευθύνη και πράξη μέσα στην ιστορία.

Αλλά και οι αργυραμοιβοί μέσα στην ιστορία δρουν, και καταλαμβάνουν τον ναό, και λαφυραγωγούν τη Γραφή. Κι έτσι, χρέος, συν τοις άλλοις, είναι η απελευθέρωση της Γραφής, η ανάγνωση, δηλαδή, που παραπέμπει στον ζωντανό Θεό, τον απελευθερωτή του ναού. «Πόσοι ερμηνεύουν τις Γραφές», αναλογιζόταν ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, «αγνοώντας ολότελα αυτόν που μιλάει μέσα στις Γραφές!» [6]. Και η αγνόησή του αυτή παράγει ένα αντι-ευαγγέλιο. Αναφερόμενη χαρακτηριστικά στο γεγονός ότι στο διάβα της ιστορίας σημεία του αποστόλου Παύλου έχουν χρησιμοποιηθεί για τη μεταφυσική δικαίωση της δουλείας και της υποταγής, η Ινδή θεολόγος Μούκτι Μπάρτον επισημαίνει με οδυνηρή ωμότητα: «Ορισμένα αποσπάσματα των επιστολών έχουν μετατραπεί και συνεχίζουν να μετατρέπονται σε όπλα μαζικής καταστροφής» [7].

Στην άλλη πλευρά του ωκεανού έχει καταστεί κλασική η αφήγηση του Χάουαρντ Θέρμαν, αφροαμερικανού Βαπτιστή ιερέα, απόγονου σκλάβων και πρόμαχου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Διηγούταν ο Θέρμαν:

«Στο μεγαλύτερο διάστημα της παιδικής μου ηλικίας με φρόντιζε η γιαγιά μου, η οποία είχε γεννηθεί σκλάβα […]. Εγώ είχα το καθήκον να της διαβάζω, μιας και η ίδια δεν ήξερε ούτε να διαβάζει ούτε να γράφει. Δυο - τρεις φορές τη βδομάδα της διάβαζα τη Βίβλο φωναχτά. Με είχε εντυπωσιάσει βαθειά ότι είχε πολύ ιδιαίτερες προτιμήσεις. Για παράδειγμα, μερικούς από τους πιο κατανυκτικούς Ψαλμούς, αποσπάσματα του Ησαΐα και τα ευαγγέλια της τα διάβαζα ξανά και ξανά. Αλλά τις επιστολές του Παύλου ποτέ, εκτός από το 13ο κεφάλαιο της Α΄ προς Κορινθίους – κι αυτό πολύ αραιά. Έσκαγα από περιέργεια, αλλά της γιαγιάς δεν της κάναμε ποτέ ερωτήσεις. 
[Μετά από πολλά χρόνια και] με την αίσθηση ότι αποτολμούσα κάτι φοβερό, την ρώτησα μια μέρα για ποιο λόγο δεν με άφηνε να της διαβάζω καμία επιστολή του Παύλου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την απάντησή της. «Την εποχή της δουλείας», μου είπε, «ο ιερέας του αφεντικού έκανε συχνά λειτουργίες για τους δούλους […]. Ο λευκός ιερέας πάντα χρησιμοποιούσε στο κήρυγμά του κάτι από τον Παύλο. Τουλάχιστον τρεις - τέσσερις φορές το χρόνο ξεκινούσε από το χωρίο «Οι δούλοι υπακούετε τοις κατά σάρκα κυρίοις […] ως τω Χριστώ» [Εφ. 6: 6]. Κατόπιν συνέχιζε δείχνοντας ότι ήταν θέλημα Θεού το ότι ήμασταν δούλοι και ότι ο Θεός θα μας ευλογούσε αν ήμασταν καλοί και πρόσχαροι δούλοι. Υποσχέθηκα στον Δημιουργό μου πως, αν ποτέ μάθαινα να διαβάζω, και αν ερχόταν κάποτε η ελευθερία, δεν θα διάβαζα ποτέ αυτό το κομμάτι της Βίβλου» [8].

Μέσα από σύνθετες διαδρομές, εν τέλει, σημαντικά ρεύματα των μαύρων κοινοτήτων έφτασαν σε συμφιλίωση με τον Φιλήμονα και με τον Παύλο. Η ερμηνευτική της υποψίας και η ερμηνευτική της επιβίωσης διάβασαν απελευθερωτικά τα επίμαχα κείμενα, είδαν τον Παύλο να ροκανίζει τη δουλεία με έναν αλλιώτικο, μη-βίαιο τρόπο, κι έστρεψαν τον προβολέα στους αδικημένους των ευαγγελικών αφηγήσεων, όπως στην Άγαρ. Τον έστρεψαν, μάλιστα, όχι μόνο στις καταπιεσμένες κοινότητες ως συμπαγείς ομάδες, αλλά και στα μέλη τους εκείνα (όπως οι γυναίκες) που υφίσταντο μια ιδιαίτερη καταπίεση μέσα στις ίδιες τους τις κοινότητες.

Αλλά δεν είναι μόνο θέμα ερμηνείας η περιπέτεια της Γραφής. Είναι και θέμα –θα λέγαμε σήμερα– κριτικής έκδοσής της. Θυμίζω την πλαστογραφία που είχε καταγγείλει ο Ιωάννης Χρυσόστομος, πλαστογραφία με ταξικό ειδικό βάρος. Σε κάποιο σημείο της Παλαιάς Διαθήκης ο Θεός, μιλώντας με το στόμα του προφήτη Αγγαίου, λέει: «Σε μένα, τον Κύριο του σύμπαντος, ανήκει το ασήμι και το χρυσάφι» (2: 8). Ο Χρυσόστομος μας πληροφορεί ότι στην πρόταση αυτή κάποιοι είχαν προσθέσει τη φράση: «... και το δίνω [το χρυσάφι και το ασήμι] σε όποιον θέλω εγώ [ο Θεός]», επιδιώκοντας, προφανώς, να νομιμοποιήσουν μεταφυσικά την πλουτοκρατία. Ο Χρυσόστομος καταδίκασε με οξύτητα την προσθήκη, ως μεθοδευμένη από τον διάβολο. Είναι αδιανόητο, είπε, να πιστεύουν μερικοί ότι είναι θέλημα του Θεού ο πλουτισμός ανθρώπων βρωμερών, που δεν τους αξίζει να αντικρίζουν τον ήλιο και να αναπνέουν, αφού αναστατώνουν τα πάντα γύρω τους, αρπάζουν τα σπίτια των χηρών, αδικούν τους ορφανούς, καταδυναστεύουν τους κατώτερούς τους [9]. 

Το 1989 εκδόθηκε το –κλασικό πλέον– βιβλίο του Λάμιν Σάννεχ, Μεταφράζοντας το μήνυμα. Η ιεραποστολική επίδραση στον πολιτισμό. Ο Σάννεχ μετατόπισε την προσοχή του ερευνητή από το έργο των ιεραποστόλων στα έργα των αποδεκτών του έργου των ιεραποστόλων. Επεσήμανε ότι με τις μεταφράσεις της Γραφής πυροδοτήθηκαν δυναμικές, τις οποίες συχνά ούτε τις είχαν θελήσει ούτε τις είχαν προβλέψει οι ιεραπόστολοι. Αναδύθηκαν, δηλαδή, απαντήσεις στην αποικιοκρατία και οράματα απελευθέρωσης εμπνευσμένα από τη Βίβλο. Ο πολύς Χάρβευ Κοξ επεσήμανε χαρακτηριστικά ότι το βιβλίο του Σάννεχ «είναι το σπουδαιότερο βιβλίο που εξέδωσαν οι εκδόσεις Orbis, μετά (since) τη Θεολογία της Απελευθέρωσης του Γκουτιέρεζ» [10].

Δείγματος χάριν μνημονεύω τις σπαζοκεφαλιές που πυροδοτήθηκαν μεταξύ των Νταλίτ της Ινδίας, δηλαδή των 180 εκατομμυρίων ψυχών που βρίσκονται στο περιθώριο, έξω από κάθε κάστα. Οι Νταλίτ ένιωσαν τον Χριστό ως μια φωνή συχνά διαφορετική από αυτήν των αποικιακών κηρυγμάτων, παρ’ όλ’ αυτά διχάστηκαν μεταξύ ενός Χριστού πάσχοντος όπως οι Νταλίτ, αλλά υποσχόμενου μεταθανάτια δικαίωση, και ενός Χριστού πάσχοντος, που όμως ζητεί τη μεταμόρφωση της ιστορίας. Στη δεύτερη από αυτές τις οπτικές, ο ιστορικός Ιησούς νοείται ως χειρώνακτας, ως μέλος δηλαδή μιας τάξης που στον Ρωμαϊκό κόσμο ήταν λιγότερο προνομιούχα κι από τους αγρότες. Ο Χριστός έτσι εμφανίζεται όχι μόνο ως φωνή για τους καταπιεσμένους, αλλά ως φωνή των ίδιων των καταπιεσμένων, οι οποίοι, αντίθετα προς την ιουδαϊκή αριστοκρατία και το ιερατείο, δεν έγιναν συνομιλητές των καταπιεστών [11].

Αξίζει επίσης (πάλι δείγματος χάριν) να προσέξουμε τις Χριστολογικές προοπτικές που άνοιξε στους Κικούγιου της Κένυας η μετάφραση της Καινής Διαθήκης στη γλώσσα τους το 1926, παρόλο που υπήρχε στη διάθεσή τους μετάφραση στα Σουαχίλι από το 1909. Η μετάφραση στη δική τους γλώσσα ανέδειξε τον όρο muigwithania, που σημαίνει τον συμφιλιωτή, τον ενοποιό των διεστώτων, κι όχι απλώς τον njumbe, που στα Σουαχίλι σημαίνει τον αγγελιαφόρο. Ο muigwithania αντιστοιχούσε στον μεσίτη Ιησού της προς Εβραίους επιστολής, του οποίου το αίμα είναι ανώτερο από το αίμα του Άβελ (12: 24). Όντας κτηνοτρόφοι, όπως ο Άβελ, οι Κινούγιου έζησαν κάτι πρωτόγνωρο και απελευθερωτικό: την ανάδειξη της ταυτότητάς τους, αλλά σε ζεύξη πλέον με κάτι οικουμενικό και πανανθρώπινο [12], δηλαδή με κάτι που ρηγματώνει τον φοβερό και τρομερό αφρικανικό φυλετισμό. Αυτή η ζεύξη (η ένταξη, δηλαδή, του επιμέρους σε πανανθρώπινη προοπτική) αφορά ένα καίριο ζήτημα παγκοσμίως. Η πρόσληψη της Αγίας Γραφής ως ενός βιβλίου οικουμενικών αληθειών αποτέλεσε σε πάμπολλες περιπτώσεις το κρίσιμο διακύβευμα. Η οικουμενικότητα δεν επλήγη όποτε η Γραφή απορρίφθηκε καθαυτήν, αλλά όποτε έγινε δεκτή ως ένα βιβλίο που αφορά μονάχα τους πολιτισμούς της Μεσογείου και εκφράζει αλήθειες με ισχύ μόνο στη μεσογειακή, εβραιο-ελληνο-ρωμαϊκή συνάφεια [13].

Η οικουμενικότητα του βιβλικού προτάγματος της αγάπης είναι απελευθερωτική, ακριβώς επειδή δύναται να αγκαλιάσει κάθε μερικότητα, και ταυτόχρονα να την κρίνει, δηλαδή να φωτίσει μέσα σε κάθε συνάφεια τις δυνάμεις οι οποίες δεξιώνονται ή, αντιθέτως, κατατρέχουν την ανθρωπιά. Είναι χαρακτηριστικό πώς, σε μια κριτική του γενέθλιου πολιτισμού του, τον οποίο και αγαπά, ο κινέζος θεολόγος Τσόαν-Σενγκ Σονγκ κατήγγειλε την τάση της παραδοσιακής Ασίας να ειδωλοποιεί την εξουσία και τη βαρβαρότητά της. Το ευαγγέλιο, λέει ο Σονγκ (συμφωνώντας με τον άγιο Γρηγόριο της Νύσσας, τον Γιον Σομπρίνο του Ελ Σαβαδόρ, τον Αλοΐσιο Πιέρις της Σρι Λάνκα, τον Ένγκελμπερτ Μβενγκ του Καμερούν) δεν ελευθερώνει μόνο τους καταπιεσμένους, αλλά και τους ίδιους τους καταπιεστές από τη βία στην οποία έχουν παραδοθεί για να παραμείνουν στην εξουσία [14]. Αυτού του είδους η έγνοια για όλους τους ανθρώπους είναι, θα έλεγα, μια διαφορά της Βιβλικής απελευθέρωσης από την εκδίκηση και από μια τυφλωμένη επαναστατική βία! Και παρόμοια, η πίστη σε ζωντανό Θεό, του οποίου ο πιστός πασχίζει να αφουγκραστεί τον βηματισμό μέσα στην ιστορία, κρατά την ιστορία ελεύθερη, δηλαδή δημιουργικά ανοιχτή στο μέλλον και στη λαχτάρα της Βασιλείας, αντίθετα προς κάθε ολοκληρωτισμό (θρήσκο ή άθρησκο) που θέλει να στρατωνίσει την ιστορία ορίζοντας ο ίδιος, κατά τις ορέξεις του, το τέρμα της.

Στον οικουμενικό χώρο, από τις αρχές, περίπου, του αιώνα μας, η συμφιλίωση έχει αναδυθεί ως το νέο «παράδειγμα» ιεραποστολής και μαρτυρίας των Χριστιανών. Η δε αποδοχή της ετερότητας έχει καταδειχθεί ως ουσιώδης όρος της χριστιανικής ύπαρξης. Είναι πολύτιμα πράγματα αυτά και δεν χρειάζεται εδώ να πλειοδοτήσω. Αλλά ακριβώς επειδή είναι πολύτιμα, πρέπει ιδιαίτερα να προσέξουμε και κάτι άλλο: τη στρέβλωσή τους σε έναν άνευρο πασιφισμό, βολικό στις ηγεμονικές ελίτ που θέλουν τον κόσμο να μείνει όπως έχει. Αλλά η συμφιλίωση δεν μπορεί να νοείται ως το αντίθετο της απελευθέρωσης, δηλαδή ως το παράδειγμα που αντικαθιστά εκείνο της απελευθέρωσης! [15]. Αντιθέτως, η συμφιλίωση ουσιαστικά σημαίνει (οφείλει να σημαίνει) ό,τι και η απελευθέρωση. Και οι δύο σημαίνουν διακοπή της νομοτέλειας του αιώνος τούτου, διακοπή του φαύλου κύκλου της αντεκδίκησης, διακοπή της επικράτησης του ισχυρότερου. Διακοπή της φυσιοκρατικής νομοτέλειας σημαίνει τη δυνατότητα μιας νέας αρχής. Η όσμωση απελευθέρωσης και συμφιλίωσης είναι μετοχή στη δημιουργικότητα του Θεού, συμμετοχή, δηλαδή, στο να μη συνεχιστούν νομοτελειακά και αναπόδραστα τα παλιά, αλλά τα πάντα να γίνουν καινά. Η συμφιλίωση, λοιπόν, κανονικά εμπεριέχει μια πράξη απελευθέρωσης, μια πράξη ρήξης: το γκρέμισμα του μεσότοιχου του φραγμού (πρβλ. Εφ. 2: 14). Μια πασιφιστική διατήρηση του μεσότοιχου είναι δωσιλογισμός, είναι αποδοχή της έχθρας και, συνεπώς, είναι εχθρός της συμφιλίωσης! Η γενικόλογη καλολογία της ετερότητας, κοντολογίς, δεν αρκεί. Ακριβώς ο σεβασμός της ετερότητας βοά ότι υπάρχει μια ετερότητα η οποία δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Είναι η ετερότητα που λέγεται μίσος για την ετερότητα.

Δεν μπορούμε να διακρίνουμε ποιοι απ’ όσους δηλώνουν μαθητές του Χριστού είναι (είμαστε) αληθώς μαθητές του. Θαρρώ όμως ότι δυνάμεθα να διακρίνουμε ποιες είναι οι ρότες των όντως μαθητών. Οι μαθητές του Χριστού, λοιπόν, βρίσκονται αδιάκοπα μπροστά σε μια ερώτηση, που τους την απευθύνει ο ίδιος ο Χριστός: Αν νόημα γι’ αυτούς έχει ο προφήτης ενός νέου κόσμου που ήδη ξεμύτισε, ή «οι τα μαλακά φορούντες εν τοις οίκοις των βασιλέων» (Ματθ. 11: 8). Οι μαθητές του Χριστού δεν θα καταδικάσουν «τη βία, απ’ όπου κι αν προέρχεται», αλλά θα ζηλώσουν τη βία εκείνη των βιαστών που αρπάζουν τη Βασιλεία (Ματθ. 11: 12). Δεν θα κόψουν το αυτί του Μάλχου, αλλά ούτε θα αφαιρέσουν το φραγγέλιο από τα χέρια του Χριστού. Οι μαθητές του Χριστού δεν θα στραφούν κατά της ετεροδοξίας, θα στραφούν όμως κατά της αδικίας. Οι μαθητές του Χριστού δεν θα αφαιρέσουν το διαζευκτικό ή μεταξύ Θεού και Μαμωνά. Οι μαθητές του Χριστού δεν πρόκειται να γράψουν ένα μεταμοντέρνο «Χριστός Ανέστη», όπου θα δηλώνεται η συμφιλίωση με τον θάνατο.


_____________________________________

[1] Παλαιά Διαθήκη: Αβακούμ 2:1. Τη μετάφραση των βιβλικών κειμένων την παίρνω από τις εκδόσεις Η Παλαιά Διαθήκη. Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, και Η Καινή Διαθήκη. Το πρωτότυπο κείμενο με μετάφραση στη δημοτική, έκδ. Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, Αθήνα 1997 και 1989 αντίστοιχα.

[2] Βλ. αντίστοιχα James H. Cone, The Spirituals and the Blues. An Interpretation, Orbis Books, Maryknoll, New York 21991, και D. Bannon, «Unique Korean Cultural Concepts in Interpersonal Relations», Translation Journal 12.1 (2008), http://www.bokorlang.com/journal/43korean.htm (10-2-2014).


[4] Νίκος Καζαντζάκης, «Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ», στο: Ρόζα Λούξεμπουργκ, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία. Οργανωτικά προβλήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας (μτφρ. Δημήτρη Φασέα), εκδ. Κοροντζή, Αθήνα, χ.χ., σσ. 32-33.

[5] Μ. Βασίλειος, Όροι κατά πλάτος, 43, PG 31, 1028B: «Εις γάρ […] όρος Χριστιανισμού, μίμησις Χριστού εν τω μέτρω της ενανθρωπήσεως, κατά το επιβάλλον τη εκάστου κλήσει».

[6] Συμεών Νέος Θεολόγος, Λόγος 15, SC 129, 452.

[7] Mukti Burton, «Was Paul an Arch-Advocate of Slavery or a Liberator?», Black Theology, Slavery, and Contemporary Christianity (επιμ. Anthony G. Reddie), Ashgate, Farnham & Burlington 2010, σ. 50 (οι μεταφράσεις όλων των παραθεμάτων είναι δικές μου). Όσα ακολουθούν για την ερμηνεία των παύλειων επιστολών από υποστηρικτές και από πολέμιους της δουλείας στην Αμερική, τα προσεγγίζω σφαιρικότερα στο μελέτημά μου «Ο Παύλος, σημείο αντιλεγόμενο στις αντιπαραθέσεις για τη δουλεία και την απελευθέρωση στα νεώτερα χρόνια», Παύλεια: Τόμος επετειακός επί τη συμπληρώσει είκοσι ετών από της υπό του Σεβ. Μητροπολίτου Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμονος καθιερώσεως των εκδηλώσεων προς τιμήν του αγίου ενδόξου αποστόλου Παύλου, Ι. Μητρόπολις Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, Βέροια 2014, σσ. 433-456.

[8] Howard Thurman, Jesus and the Disinherited, Beacon Press, Boston 21976, σσ. 30-31.

[9] Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις το ρητόν του προφήτου Ιερεμίου 10, 23, PG 56, 158. Βλ. σχετικά Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, «Προοπτικές της Πατερικής σκέψης για μια θεολογία της απελευθέρωσης», Βιβλική θεολογία της απελευθέρωσης, πατερική θεολογία και αμφισημίες της νεωτερικότητας (επιμ. Παντελής Καλαϊτζίδης), εκδ. Ίνδικτος, Αθήναι 2012, σ. 159 (για το ότι η ταξική διάρθρωση της κοινωνίας δεν είναι θέλημα Θεού, βλ. ιδίως σσ. 157-160).

[10] Στο οπισθόφυλλο του Lamin Sanneh, Translating the Message: The Missionary Impact on Culture,Orbis Books, Maryknoll, New York 1989.

[11] Αnderson H. M. Jeremiah, «Exploring new facets of Dalit Christology: Critical interaction with J. D. Crossan’s portrayal of the historical Jesus», Dalit Theology in the Twentieth-first Century: Discordant Voices, Discerning Pathways (επιμ. Sathianathan Clarke, Deenabandhu Manchala, Philip Vinod Peacock), Oxford University Press, New Delhi 1010, σσ. 153-155.

[12] John Lonsdale, «Kikuyu Christianities: A history of intimate diversity», Christianity and the African Imagination; Essays in Honour of Andrian Hastings (επιμ. David Maxwell with Ingrid Lawrie), Briill, Leiden - Boston - Köln 2002, σ. 173.

[13] Πρβλ. Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, «Έσχατος εχθρός καταργείται... ο Χριστός; Ο “χριστιανικός Ελληνισμός” του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ και η ιεραποστολή», Θεολογία 81.4 (2010), σσ. 313-336.

[14] Choan-Seng Song, Third-Eye Theology: Theology in Formation in Asian Settings, Orbis Books, Mayknoll, New York 1979, σσ. 220-221, 257-259. Γρηγόριος Νύσσης, Εις τους μακαρισμούς, λόγος ε΄, PG44, 1260Α-Β. Για τους υπόλοιπους βλ. Jon Sobrino, The Eye of the Needle. No Salvation outside the Poor: A Utopian-Prophetic Essay, Darton - Longman - Todd, London 2008, σ. 52. Συναφής είναι η ιδιότυπη βία (δηλαδή η έμπρακτη και κωπιώδης διαφοροποίηση από τη φιλήδονη και αφιλάνθρωπη λογική του κόσμου τούτου), την οποία συνεπάγεται καθαυτόν ο χριστιανικός τρόπος ζωής. Βλ. ενδεικτικά: Σωτήριος Δεσπότης, «Ο βιασμός της Βασιλείας στο Μτ. 11, 12-13», Επιστημονική Επετηρίς της Θελογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών 37 (2002), σσ. 657-671.

[15] Ενδεικτικά γι’ αυτούς τους προβληματισμούς βλ. Robert Schreiter, “Reconciliation as a New Paradigm of Mission”, Come, Holy Spirit, heal and reconcile! Report of the WCC Conference on World Mission and Evangelism, Athens, Greece, May 2005 (επιμ. Jacques Matthey), WCC, Geneva 2008, σσ. 213-219. Επίσης το ημέτερο «Ταξίδι στο κέντρο του βάρους. Η χριστιανική ιεραποστολή έναν αιώνα μετά το συνέδριο του Εδιμβούργου (1910)», Σύναξη 122 (2012), ιδίως σσ. 78-80.


Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2016

Ιωάννης Ν. Λίλης, Οι Οικουμενικές Σύνοδοι του Βυζαντίου και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της σύγχρονης Εκκλησίας: ομοιότητες και διαφορές

Οι Οικουμενικές Σύνοδοι του Βυζαντίου 
και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της σύγχρονης Εκκλησίας˙ 
ομοιότητες και διαφορές [1]





Δρ. Ιωάννης Ν. Λίλης
 Λέκτορας της Πατριαχικής Ανωτάτης 
Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης


Εισαγωγή
Ο εντοπισμός των ομοιοτήτων και των διαφορών μεταξύ των Οικουμενικών Συνόδων του λεγομένου Βυζαντίου και της επικείμενης Αγίας και μεγάλης Συνόδου της σύγχρονης Ορθόδοξης Εκκλησίας, θα μας βοηθήσει επαρκώς για να καταλάβουμε τις ιστορικές αλλαγές που προέκυψαν αυτά τα χίλια χρόνια, στην διάρκεια των οποίων δεν έγινε σχεδόν μία ανάλογη Σύνοδος στο χώρο του Ανατολικού Χριστιανισμού [2].  Παράλληλα όμως θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε γιατί η επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της σημερινής Ορθοδοξίας δεν είναι Οικουμενική Σύνοδος, κατά τη δήλωση άλλωστε του ίδιου του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γαλλίας κ. Εμμανουήλ, ως εκπροσώπου του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, σε επίσημη παρουσίαση – ενημέρωση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην αίθουσα τελετών της Πατριαρχικής Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης (δύο μήνες πριν τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου), παρότι έχει κοινά σημεία με τις βυζαντινές Οικουμενικές Συνόδους. Η παρούσα ανακοίνωση μας θα κινηθεί σε αυτό το πλαίσιο εντοπίζοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές των δύο κόσμων.    
    
«Επαρχία»
Για να κατανοήσουμε την πρώτιστη βασική διαφορά μεταξύ των Οικουμενικών Συνόδων του λεγομένου Βυζαντίου και της επικείμενης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της σύγχρονης Ορθοδοξίας, νομίζω πως είναι ανάγκη, καταρχήν, να εντοπίσουμε το ακριβές περιεχόμενο του όρου «εκκλησιαστική επαρχία», στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και σήμερα. Στο λεγόμενο Βυζάντιο δεν ήταν εφικτό μία εκκλησιαστική «επαρχία» να οριοθετηθεί γεωγραφικά, σε συγκεκριμένο τόπο, όπως συμβαίνει σήμερα, γιατί η αυτοκρατορία ήταν αχανέστατη. Γι’ αυτό η αυτοκρατορία δεν είχε γεωγραφικά «Σύνορα», παρά μόνο «Τείχη» σε κάθε πόλη ξεχωριστά, με ευθύνη της ίδιας της πόλεως, αναλόγως τη δύναμη και την οικονομική και στρατιωτική παρουσία της πόλης. Υπάρχουν πατερικά κείμενα, αλλά και οι βίοι των αγίων στην «Παρακλητική» της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας συναξάρια που περιγράφουν τα «Τείχη» μεγάλων βυζαντινών πόλεων και την «τάφρο» ως επιπλέον προστασία, μπροστά από τα «Τείχη», τις αιρέσεις που προέρχονταν εκτός των «Τειχών» (π.χ. η Κωνσταντινούπολη για την Αλεξάνδρεια) ή εντός των Τειχών (από τον ίδιο τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως), μια πραγματικότητα που διαμόρφωνε διαφορετικά τη ζωή τους, σε σχέση με τη σύγχρονη. Επειδή στερούνταν γεωγραφικών συνόρων, οι μοναδικοί συνεκτικοί δεσμοί της αυτοκρατορίας, που αντικαθιστούσαν την έλλειψη των γεωγραφικών συνόρων και μπορούσαν επαρκώς να ενώσουν την αυτοκρατορία, ήταν η α) ελληνική γλώσσα και β) ο χριστιανισμός. Ο χριστιανισμός θα πρέπει να θεωρηθεί ενοποιητικός άξονας μετά το 381 μ.Χ., δηλαδή την επίσημη αναγνώριση του από τον Μεγάλο Θεοδόσιο. Ο στρατός του αυτοκράτορα ήταν πάντοτε μισθοφορικός, γιατί λόγω της τεράστιας εκτάσεως, αίσθηση πατρίδος δεν έδινε η γεωγραφία, ο συγκεκριμένος τόπος, αλλά πρωτίστως η ελληνική γλώσσα και το χριστιανικό δόγμα˙, δευτερευόντως η γεωγραφία. Από οποιοδήποτε μέρος στρατολογούσε πολεμιστές που τους προσείλκυε με μισθό, εφόσον δεν ήταν από τη συγκεκριμένη γεωγραφική έκταση, αρκεί να μιλούσαν τα ελληνικά και να ήταν χριστιανοί. Αυτό είχε ως θετικό αποτέλεσμα ο ελληνισμός να γίνει πολύ δυνατός, γιατί καθώς δεν έμενε σε γεωγραφικά στεγανά, μπορούσε να αφομοιώνει στοιχεία από παντού και να τον ασπάζεται όλος ο τότε γνωστός κόσμος, είχε όμως και το επικίνδυνο στοιχείο να απειλείται ανά πάσα στιγμή με αφανισμό, καθώς δεν είχε την ασφάλεια των δικών του γεωγραφικών συνόρων.       
Κάθε φορά που συγκαλούνταν στο Βυζάντιο μία Οικουμενική Σύνοδος, προσκαλούνταν οι επίσκοποι από τα πέρατα της αυτοκρατορίας, οι οποίοι ήταν επαρχιούχοι, όχι όμως με αποσαφηνισμένα τα γεωγραφικά όρια της επαρχίας τους. Σήμερα τα σύνορα των επαρχιών μπορούν να αποσαφηνισθούν πλήρως, ειδικά όταν η εκκλησία είναι πλήρως αναγνωρισμένη από την εκάστοτε πολιτεία, καθώς τα σύγχρονα κράτη δεν είναι αυτοκρατορίες, αλλά πρωτίστως γεωγραφικές εκτάσεις των εθνών (εθνικά κράτη), μία πρακτική που προήλθε από τη φεουδαρχία του δυτικού μεσαίωνα. Στη Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν ήταν δυνατό να αποσαφηνισθεί ακριβώς η επαρχία του Γάγγρας, του Βεροίας και του Εδέσσης στην Μεσοποταμία, ή του Εμέσης, εκτός αν ήταν μία πολύ μεγάλη πόλη με τεράστια δύναμη, η οποία θα έχτιζε και τεράστια «Τείχη». Αλλά ακόμα και εκεί παραμόνευε ο κίνδυνος, όπως πήγε να συμβεί με την Κωνσταντινούπολη από την απειλή των Αβάρων (τότε που γράφτηκε ο περίφημος Ακάθιστος Ύμνος) και μάλιστα τον 7ο αιώνα, όταν ακόμα βρίσκονταν η αυτοκρατορία στην ακμή της, πριν φανεί καθαρά η μελλοντική κατάρρευση της. 
Η έννοια της επαρχίας συνδέεται άμεσα με τη σημασία της ψήφου. Στο Βυζάντιο υπήρχαν επίσκοποι κάτω από την πνευματική και διοικητική εποπτεία του Μητροπολίτη, και ο αρχαιότερος αυτών στα πρεσβεία ονομαζόταν αρχιεπίσκοπος, χωρίς να έχουν πολλές φορές δική τους επαρχία. Και αυτοί όμως είχαν ψήφο τουλάχιστον στις τοπικές συνόδους, ενώ δεν είχαν δική τους επαρχία, γιατί και η επαρχία δεν είχε τη σημερινή έννοια των ακριβών θεσμοθετημένων γεωγραφικών ορίων. Σήμερα οι βοηθοί επίσκοποι δεν ψηφίζουν ούτε στις τοπικές συνόδους (με ελάχιστες εξαιρέσεις π.χ. την Κύπρο), ούτε και στην επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, γιατί και σε εμάς μετά την επανάσταση του 1821 ήρθε η έννοια πρωτίστως της γεωγραφικής κατοχυρώσεως, και κατόπιν της ελληνικής γλώσσας και του χριστιανικού δόγματος, πρακτική που γέννησε τόσες διαφορετικές παραμέτρους της σύγχρονης Εκκλησίας με εκείνης του Βυζαντίου. Ο αείμνηστος Καθηγητής του Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου Παναγιώτης Χριστινάκης υποστήριζε σε επιστημονικές ανακοινώσεις του πως η απουσία επαρχίας στους σημερινούς επισκόπους της Ελλαδικής Εκκλησίας δεν αντικανονική. Αντικανονική είναι η απαγόρευση τους να μετέχουν στην Ιερά Σύνοδο και να ψηφίζουν, γιατί στο Βύζαντιο ψήφιζαν και οι βοηθοί Επίσκοποι, παρότι εστερούντο επαρχίας, ακριβώς γιατί η επαρχία δεν είχε τα ακριβή γεωγραφικά όρια με τη σημερινή σημασία.                 
Την παρουσία της γεωγραφικής έννοιας ως πρωτίστου μεγέθους στην Ανατολική χριστιανική Εκκλησία – αυτό που ονομάζουμε σήμερα Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία – έφερε η σταδιακή κατάρρευση της Ανατολής και η ανάδειξη της Δύσεως. Στη Δύση, επειδή τη διαμόρφωσε το άτεγκτο δίκαιο, από γεννησιμιού της κυριαρχούσε εξαρχής πρώτα η γεωγραφία και κατόπιν η λατινική γλώσσα και το δυτικό χριστιανικό δόγμα, μία πραγματικότητα που κορυφώθηκε με τη «φεουδαρχία», δηλαδή την αντιστοίχιση της γλώσσας και του χριστιανικού δόγματος στις γεωγραφικές εκτάσεις του Πάπα και των δυτικών επισκόπων[3]. 
Σήμερα για να αποκτήσει κάποιος την ελληνική υπηκοότητα και να θεωρηθεί Έλληνας, αρκεί να δηλώσει μόνιμη κατοικίας διαμονής για δεκαπέντε χρόνια σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο μεταξύ Κρήτης και Αλεξανδρούπολης, στο σύγχρονο ελληνικό κράτος. Αν δεν μιλάει καλά ελληνικά ή δεν ποτέ βαπτιστεί χριστιανός δεν ενοχλεί καθόλου στο να θεωρηθεί Έλληνας. Τότε όμως συνέβαινε το εντελώς αντίθετο. Μετά το 1821 και ο ελληνισμός οργανώθηκε ως εθνικό κράτος με τα πρότυπα της πρώην φεουδαρχίας, δηλαδή των γεωγραφικών εκτάσεων.       

Δογματικά ζητήματα
Επειδή η ελληνική γλώσσα ήταν ο βασικός συνεκτικός δεσμός της αυτοκρατορίας, οι αιρέσεις ήταν πάντοτε παραποιήσεις και παραχαράξεις της ορθοδόξου πίστεως με αφορμή και βάση την αρχαία ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία˙ ελληνική γλώσσα χωρίς ελληνική φιλοσοφία δεν μπορεί να υπάρξει. Οι αριστοτελικοί όροι «οὐσία», «ἐνέργεια», «ὑπόσταση», δηλαδή οι «πρῶτες οὐσίες» του Αριστοτέλη, κυριαρχούν στις αποφάσεις και στους επίσημους δογματικούς όρους των Οικουμενικών Συνόδων. Οι αιρετικοί είναι πάντοτε μόνο κληρικοί της ανατολικής χριστιανικής εκκλησίας και μάλιστα αρχιερείς και Προκαθήμενοι, οι οποίοι έφερναν το ακριβές περιεχόμενο των φιλοσοφικών όρων μέσα στο δόγμα (όχι το εξωτερικό σχήμα των όρων όπως έκαναν οι ορθόδοξοι), παραποιώντας την αλήθεια της πίστεως. Το σώμα της εκκλησίας ονόμαζε πολλές φορές την καταδικασθείσα αίρεση με το όνομα του κληρικού που τη γέννησε, π.χ. Νεστοριανισμός, από τον Νεστόριο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής είχε διαφωνήσει με τον Πύρρο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τον 7ο αιώνα, μονοθελήτης αιρετικός όπως και ο προκάτοχος του, ο Σέργιος Α΄.
Μία σημερινή Σύνοδος, όπως η επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, δεν μπορεί να συζητήσει δογματικά ζητήματα πίστεως με την ακριβής μορφή των βυζαντινών θεμάτων, γιατί ο αιρέσεις πλέον δεν δημιουργούνται και δεν υφίστανται με βάση την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά με τις νέες προκλήσεις των σύγχρονων γεωγραφικών κρατών, όπως διαμορφώθηκαν από το γαλλικό διαφωτισμό. Γι’ αυτό και απουσιάζουν, και πολύ σωστά, από την ημερησία διάταξη της Συνόδου. Όχι μόνο τα δογματικά ζητήματα ήδη διατυπώθηκαν στο σύνολο τους, αλλά κυρίως οι αιρετικοί είναι πολύ εύκολο πλέον να εντοπιστούν, γιατί δεν ανήκουν ή δεν ανήκαν ποτέ στη δική μας Εκκλησία. Και μόνο από την γεωγραφία του κράτους, από το οποίο προέρχονται και στο οποίο κατοικούν, είναι πανεύκολο να καταλάβουμε αν είναι ορθόδοξοι, ετερόδοξοι ή ακόμα και άθεοι. Επειδή τα αιρετικά προβλήματα ποικίλουν σε κάθε γεωγραφικό κράτος, τα λύνει η κάθε τοπική εκκλησία μεμονωμένα.
Στη Δύση πάντοτε συνέβαινε η ανάλογη τακτική. Ο Πελάγιος, ιδρυτής της δυτικής αιρέσεως του Πελαγιανισμού, του 400 μ.Χ., ήταν Βρεταννός μοναχός. Και μόνο το γεγονός ότι προερχόταν από άλλη γεωγραφική περιοχή εκτός Ρώμης, από τη Βρεταννία, ήταν αρκετό για να υποψιαστούμε ότι ήταν αιρετικός. Στο Βυζάντιο όμως συνέβαινε το εντελώς αντίθετο. Οι αιρετικοί ήταν πάντοτε από την ίδια περιοχή, από τη διοίκηση της Εκκλησίας και μάλιστα υψηλόβαθμοι κληρικοί˙ σχεδόν ποτέ δεν είχαμε λαϊκούς αιρετικούς.     

Ο αυτοκράτορας
Τις Οικουμενικές Συνόδους τις συγκαλούσε πάντοτε ο αυτοκράτορας, ο οποίος τοποθετούνταν και Πρόεδρος της Συνόδου,  εφόσον θεωρούσε το Χριστιανισμό βασικό συνεκτικό άξονα της αυτοκρατορίας. Είναι γνωστή η παρουσία του Μεγάλου Κωνσταντίνου στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και η περίφημη φράση του πως είναι «ὁ ἐπίσκοπος τῶν ἐκτὸς καθεστάμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ», ενώ οι αρχιερείς είναι εκ «τῶν εἴσω τῆς Ἐκκλησίας», δηλαδή από το εσωτερικό της Εκκλησίας[4].  Η παρουσία του δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως επιβολή της δημοσίας τάξεως μέσα στην εκκλησία εκ μέρους της τότε πολιτείας, γιατί η έννοια της «δημοσίας τάξεως» γεννήθηκε για πρώτη φορά στα αστικά κράτη της δύσεως, μετά τον 18ο αιώνα, όπου είχαν πρώτα εξασφαλισθεί τα γεωγραφικά σύνορα, και είναι άγνωστη σε μία αχανέστατη αυτοκρατορία, και θα πρέπει να εκληφθεί μόνο μέσα στο γενικότερο πνεύμα των δύο προαναφερθέντων συνεκτικών αξόνων, γλώσσας και χριστιανικού δόγματος. Σήμερα είναι αδιανόητη μία παρόμοια πρακτική από τον σύγχρονο πολιτειακό άρχοντα καθώς υπάρχουν εξασφαλισμένα γεωγραφικά σύνορα και ο σύγχρονος ανατολικός χριστιανισμός, δηλαδή η Ορθόδοξη Εκκλησία, ζει και αναπνέει στα πλαίσια του δυτικού πολιτισμού με τα γεωγραφικά κράτη. Υπάρχουν Σύνταγμα και Νόμοι του Κράτους που καθορίζουν ακριβώς τη θέση του κάθε θεσμού μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες. Για τους βυζαντινούς το Σύνταγμα ήταν μόνο στρατιωτικό, του αυτοκράτορα, με μισθοφόρους πολεμιστές και ποτέ πολιτικό στην έννοια των σημερινών αστικών νόμων. Σήμερα, μετά τη Γαλλική Επανάσταση, είναι μόνο πολιτικό.   
  
Η ελληνική, ως επίσημη γλώσσα
Η επίσημη γλώσσα των Οικουμενικών Συνόδων ήταν μόνο η ελληνική. Μία αυτοκρατορία είναι πάντοτε πολυεθνική. Κατά τόπους οι διάφοροι λαοί μιλούσαν τις δικές τους γλώσσες, όμως επίσημα έπρεπε να είναι ελληνόφωνοι. Σήμερα αυτό δεν μπορεί να συμβεί, γιατί ήρθαν οι γεωγραφικές εκτάσεις, με κλειστά σύνορα, κατοχυρωμένα από το διεθνές Δίκαιο, οι οποίες διαμόρφωσαν και τις δικές τους γλώσσες, και η ελληνική γλώσσα έχασε την οικουμενικότητα της καθώς κλείστηκε και αυτή σε περιορισμένα, γεωγραφικά, σύνορα. Η μεγαλύτερη οικονομική δαπάνη της επικείμενης σύγχρονης Συνόδου είναι τα μεταφραστικά μέσα, κατά την ομολογία του ίδιου του Μητροπολίτου Γαλλίας κ.κ. Εμμανουήλ, καθώς οι επίσημες γλώσσες θα είναι τέσσερις ή πέντε. Η ελληνική πλέον είναι μία γλώσσα, όπως όλες οι άλλες, και όχι αυτή που κυριαρχεί σε ολόκληρη την οικουμένη, όπως συνέβαινε τότε. 

Ο γάμος
Στα θέματα της ημερησίας διατάξεως της σημερινής Συνόδου βρίσκονται και τα κωλύματα του γάμου. Το συγκεκριμένο θέμα χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Ο γάμος μετά το 1833 έγινε για πρώτη φορά και ανθρώπινο δικαίωμα, ενώ μέχρι τότε ήταν μόνο εκκλησιαστικό χάρισμα και μυστήριο. Επειδή τα σύγχρονα κράτη δημιουργήθηκαν με βάση τις αρχές του γαλλικού διαφωτισμού, κορυφαία αρχή των οποίων είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα, όλα τα μέχρι τότε εκκλησιαστικά μυστήρια, μετά τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους έγιναν και ανθρώπινα δικαιώματα. Ο γάμος, η μοναχική κουρά, η χειροτονία, η μισθοδοσία του κληρικού, η εκκλησιαστική εκπαίδευση είναι σήμερα και βασικά ανθρώπινα δικαιώματα των εκκλησιαστικών προσώπων. Μία βυζαντινή Οικουμενική Σύνοδος ποτέ δεν θα έβαζε ως θέμα συζητήσεως τα κωλύματα του γάμου, ενώ σήμερα είναι αναγκασμένη από τα πράγματα να το θέσει, γιατί είναι ανθρώπινο δικαίωμα και των κληρικών, οι οποίοι ζητούν τον γάμο και ως πολίτες, όχι μόνο ως εκκλησιαστικά μέλη. Το 85% των ορθόδοξου κλήρου είναι έγγαμοι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του Ανατολικού Χριστιανισμού που έχουμε τόσους εγγάμους κληρικούς, οι οποίοι αυξήθηκαν ραγδαία μέσα στο νέο ελληνικό κράτος, όπου ο γάμος έγινε ανθρώπινο δικαίωμα. Στο βυζάντιο θεσπίσθηκαν οι τρεις γάμοι, όχι όμως ως ανθρώπινο δικαίωμα, αλλά ως οικονομία εκ μέρους της εκκλησίας, όταν το ζήτησε συγκεκριμένος αυτοκράτορας, ώστε να προφυλαχθούν και θεραπευθούν τα ανθρώπινα πάθη. Τα λόγια του εκκλησιαστικού μυστήριου, ειδικά του τρίτου γάμου, το δείχνουν πολύ καθαρά. Επίσης δεν πρέπει να βγει το βιαστικό συμπέρασμα ότι ο τρίτος γάμος ίσχυε από τότε για όλους τους πιστούς, αλλά, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, για τα πρόσωπα μόνο της αυτοκρατορικής αυλής. Η μετατροπή του γάμου και ως ανθρωπίνου διαιώματος έφερε πλέον την παρουσία του σε ολόκληρο το εκκλησιαστικό σώμα. 

Η ψήφος 
Στο Βυζάντιο οι επίσκοποι στις Συνόδους ψήφιζαν. Και σήμερα ψηφίζουν. Δεν είναι όμως το ίδιο. Στις εκκλησιαστικές επαρχίες του σύγχρονου ελληνικού κράτους η ψήφος είναι επίσημη πολιτειακή πράξη με νομική επικύρωση, ακριβώς γιατί και η συνοδική ψήφος είναι πλέον και αυτή ανθρώπινο δικαίωμα˙ ενώ τότε δεν ήταν. Η ψήφος των ιεραρχών για ένα θέμα στη Διαρκή Ιερά Σύνοδος της Αθήνας ή στην Ιερά Επαρχιακή Σύνοδο της Εκκλησίας Κρήτης είναι επίσημες και πολιτειακές πράξεις και όχι μόνο εσωτερικές εκκλησιαστικές πράξεις, όπως συμβαίνει σε πολλές σύγχρονες εκκλησίες του εξωτερικού και της διασποράς, όπου είναι περιθωριποιημένες από τις κοινωνίες στις οποίες ζουν. Οι πολιτειακές όμως πράξεις, ειδικά όταν παραμείνουν πολύ καιρό στον πολιτισμό, επηρεάζουν εκ των πραγμάτων και τις εκκλησιαστικές, διαμορφώνοντας και το ανάλογο ήθος. Η απλή αναφορά στους 318 Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, ακόμα και αν είχαν ψηφίσει όλοι, δεν έχει κανένα νόημα αν δεν κατανοηθεί και δεν παραλληλισθεί ακριβώς με τα συγκεκριμένα ιστορικά δεδομένα της κάθε εποχής, αλλά ακόμα και της κάθε εκκλησίας στην ίδια εποχή.


Νηστεία και Διασπορά
Το θέμα της νηστείας, όταν είναι κατοχυρωμένο ανθρώπινο δικαίωμα, όπως στην Ελλάδα, είναι εύκολο ζήτημα γιατί όλοι γνωρίζουν το ακριβές περιεχόμενο της. Το αγιολόγιο της Εκκλησίας είναι την ίδια ώρα και επίσημο εορτολόγιο της Πολιτείας. Όταν η Ορθοδοξία βρίσκεται σε μία χώρα όπου οι χριστιανοί είναι ελάχιστοι, τότε το ζήτημα είναι διαφορετικό. Εκεί θα πρέπει να εφευρεθούν τρόποι, ώστε να προσαρμοσθεί στα δύο σύγχρονα δεδομένα που αναφέραμε. Διαφορετικά σύντομα θα σβήσει, αν δεν καταφέρει να μιλήσει μέσα στον σύγχρονο πολιτισμό της κάθε εποχής. Στο Βυζάντιο, ελλείψει ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επιστήμης και άμεσης επικοινωνίας μεταξύ των απομακρυσμένων περιοχών, η θέσπιση της νηστείας ήταν συνήθως ίδια για όλες τις επαρχίες, αλλά και οι οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ των εκκλησιαστικών επαρχιών δεν γινόντουσαν γνωστές εξαιτίας των «τειχών» και της αδυναμίας επικοινωνίας μεταξύ των πόλεων. Η ορθόδοξη διασπορά και η κοινή συμπόρευση όλων των ορθοδόξων σε μία μακρινή ήπειρο όπως η Αμερική, κάτω από μία Εκκλησία επίσης δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί μόνο με εκκλησιαστική προτροπή ή μία Συνοδική απόφαση, αλλά με τη ζωντανή προσαρμογή στα δεδομένα εκείνου του κράτους˙ δηλαδή, μιλώντας τη σύγχρονη γλώσσα, με τη γεωγραφία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτή η σωστή προσαρμογή δεν σημαίνει ποτέ απώλεια της παραδόσεως. Αντιθέτως η σωστή προσαρμογή εγγυάται την ιστορική συνέχεια της Εκκλησίας μας. Ο 17ος κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου : «τοῖς πολιτικοῖς καὶ δημοσίοις τύποις καὶ ἡ τῶν ἐκκλησιαστικῶν παροικιῶν τάξις ἀκολουθείτῳ», μόνο με αυτόν τον τρόπο θα βρει τη σωστή εφαρμογή της. Οι πολιτικοί και δημόσιοι τύποι τότε ήταν η αυτοκρατορία, σήμερα είναι τα εθνικά γεωγραφικά κράτη, όπως τα διαμόρφωσε ο δυτικός διαφωτισμός.               

Συμπεράσματα
Τα ζητήματα που θέτει η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος είναι φλέγοντα γιατί πρέπει να κινηθούν α) στους δύο άξονες του Βυζαντίου : ελληνική γλώσσα και χριστιανικό δόγμα καθώς, ποτέ δεν μπορούμε να αφήσουμε την παράδοση μας – τίποτα δεν υπάρχει χωρίς ρίζες, αλλά β) και στους δύο σύγχρονους πραοαναφερθέντες άξονες : γεωγραφία και ανθρώπινα δικαιώματα˙ πάντοτε πρέπει να προσαρμοζόμαστε ως ιστορική Εκκλησία και στα σύγχρονα δεδομένα. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά των δύο κόσμων˙ βυζαντινών οικουμενικών συνόδων και σύγχρονης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Αν η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος το ακολουθήσει, πέτυχε στην αποστολή της. Αν δεν το ακολουθήσει γρήγορα θα ξεχαστεί και δεν θα ξαναγίνει ανάλογη Σύνοδος. Για να μεσολαβήσουν χίλια χρόνια κατά τα οποία δεν έγινε Σύνοδος ολόκληρης της Ορθοδοξίας σημαίνει από κάποιο σημείο και μετά άρχισε να απομακρύνεται από τις ιστορικές προκλήσεις του τότε πολιτισμού. Αυτό όμως δεν συνέβαινε στην πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα των αποστόλων, η οποία προσαρμόστηκε ζωντανά στην ελληνική γλώσσα που ήταν η τότε πραγματικότητα και όχι στα αραμαϊκά ή στα ακόμα και στα λατινικά (τα ελληνικά ήταν οι πολιτικοί και δημόσιοι τύποι της εποχής εκείνης), και στην ελληνική γράφτηκαν τα ευαγγέλια. Ήρθε η ώρα να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της. 

-------------------------------
1.  Εισήγηση που ανακοινώθηκε στον Επιστημονική Διημερίδα, την οποία οργάνωσαν η Πατριαρχική Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης και το Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου και πραγματοποιήθηκε στην Πατριαρχική Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης κατά τη 15η και 16η Μαΐου 2016.

2.  Θα μπορούσαμε ίσως να θεωρήσουμε ως εξαίρεση τη Σύνοδο του 879/880 που έλαβε χώρα στην Κωνσταντινούπολη καθώς αναγνώρισε ως Οικουμενική τη Σύνοδο του 787 στη Νίκαια της Βιθυνίας, σχετικά με την Εικονομαχία. Ανάλογη Σύνοδος είναι και αυτή του 1482 στην Κωνσταντινούπολη, η οποία δεν αναγνώρισε τη Σύνοδο της Φλωρεντίας του 1439 και όρισε πως όσοι θα επιστρέφουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία από τη Ρωμαιοκαθολική, θα πρέπει να χρίονται με μύρο. Βλ. Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Γ΄, Π. Πουρναρά Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 296.      
3. Μέσα στη Ρώμη ζούσε μόνο ο Πάπας και οι ιερείς του, και ο Πάπας δεν μπορούσε ποτέ να βγει εκτός Ρώμης, εξαιτίας της «φεουδαρχίας». Μέσα στην Κωνσταντινούπολη δεν ζούσε μόνο ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αλλά οι πάντες ακριβώς γιατί δεν υπήρχε η φεουδαρχία. Αυτό είναι ο λόγος που δεν παρέστη ποτέ Πάπας σε Οικουμενική Σύνοδο, αλλά έστελνε τους αντιπροσώπους του, τους λεγάτους.  
4.  Εὐσεβίου, Εἰς τὸν βίον τοῦ μακαρίου Κωνσταντίνου τοῦ βασιλέως 4,24 PG 20,1172AB.


Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Θ.Ι.Ζιάκας, Προς τι η απίστευτη περί το Έθνος σύγχυση;

Πηγή: Αντίφωνο

Η σημερινή οικουμένη αποτελείται από καμιά τριακοσαριά έθνη πάνω κάτω, που αναμένεται μάλιστα να αυξηθούν. Εμφανίζονται σαν υποκείμενα της οικουμένης, σαν υποστάσεις της, ώστε χωρίς εθνικότητα να μην νοείται οικουμενικότητα. Προσδιορίζονται κατά κανόνα ως εθνοκράτη. Πριν αποκτήσουν όμως κράτος υπήρχαν σαν εθνότητες. Αν και υπάρχουν εθνότητες που φαίνεται να γεννήθηκαν από το κράτος. Ξεχωρίζουν όλα μεταξύ τους από ένα είδος συλλογικής ετερότητας: την εθνική ετερότητα.
Αλλά τι είναι εθνική ετερότητα; Ανάγεται μήπως σε καμιά από τις γνωστές συλλογικές ετερότητες; Παραδόξως όμως δεν ταυτίζεται με καμιά από τις εμφανείς μορφές συλλογικής ετερότητας, όπως είναι η κρατική, θρησκευτική, γλωσσική, ταξική, λαοτική, εδαφική, οικονομική, πολιτική, πολιτιστική. Παρόλο που βλέπουμε συχνά στην αυτοκατανόηση των εθνών να συνδέεται η ταυτότητά τους με τη μια ή την άλλη μορφή συλλογικής ετερότητας και να αναπαράγεται χρησιμοποιώντας τες σαν οιονεί καταφύγιο. Η εθνική ετερότητα δεν ταυτίζεται, επίσης, με κάποιο συνδυασμό, ή με την ολότητα των ως άνω μορφών συλλογικής ετερότητας, όπως εύλογα θα υπέθετε κάποιος. Αν υπάρχει πρέπει να είναι ένα αυτόνομο είδος συλλογικής ετερότητας.
Μήπως όμως είναι καθαρώς υποκειμενική αίσθηση, κάτι το φανταστικό, που δεν έχει πραγματική ύπαρξη; Μήπως είναι "τίποτα", κούφιο ιδεολόγημα, "μηδέν"; Όχι, γιατί και το συλλογικό φανταστικό δεν είναι ποτέ χωρίς πρακτικό αντίκρισμα. Και αντιστρόφως το συλλογικό πραγματικό ποτέ δεν είναι εντελώς καθαρό από φαντασιακές εικόνες, παραστάσεις, υποθέσεις, σχέδια κλπ. Το πραγματικό είναι πάντοτε "μιγαδικής" μορφής: το "αντικειμενικό" επί την ρίζα του μείον ένα. Άρα και η εθνική ετερότητα μιγαδική θα είναι. Άλλωστε αν είναι "μηδέν", "τίποτα", πώς γίνεται και εκφράζεται στην ιστορία με τέτοια φοβερή ενέργεια; Εφόσον υπάρχει ενέργεια, υπάρχει και "ουσία", από την οποία πηγάζει η εθνική ενέργεια, ουσία υποστασιαζόμενη στα καθέκαστα έθνη.  Αλλά αν υπάρχει ουσία υπάρχει και η δυνατότητα ορισμού της. Άλλο αν είναι δύσκολη η εκπόνηση του ορισμού της.
Η εθνική ετερότητα είναι πολιτιστική, αφού ενεργείται κατά τρόπο έτερο και αφού ονομάζουμε "πολιτισμό" το σύνολο της κοινωνικής δημιουργικότητας. Δεν εξαντλείται όμως σε πολιτιστική. Δεν φαίνεται να υπάρχει μια "κρίσιμη" ποσότητα πολιτιστικών διαφορών, που αν συγκεντρωθεί προκαλεί την γένεση της εθνικής ετερότητας. Μια αίσθηση εθνικής ετερότητας μπορεί να ξεπηδήσει από ένα σχετικά "ομογενοποιημένο" πολιτιστικό έδαφος και η εμφάνισή της να συνοδευτεί με την γέννηση τεράστιων πολιτιστικών διαφορών. Και αντιστρόφως: παρατηρείται εθνική ετερότητα ακόμα και σε περιβάλλον με ασήμαντες πολιτιστικές διαφορές.
Το πρόβλημα μπορεί ίσως να λυθεί αν θεωρήσουμε ότι η εθνική ετερότητα είναι εμβιωμένη πολιτιστική ενέργεια. Εμβιωμένη αλλά από ποιόν; Είναι δηλαδή η εθνότητα συλλογικό υποκείμενο; Η λύση αυτή θα εξηγούσε γιατί διαφέρει η εθνική ετερότητα από τις άλλες μορφές συλλογικής ετερότητας. Αυτές θα αναφέρονταν στις ενέργειες του υποκειμένου, δεν θα το περιλάμβαναν όπως η εθνική ετερότητα. Η εθνική ετερότητα έχει πολιτιστικό χαρακτήρα αλλά περιλαμβάνει την εμβίωσή του και την επεξεργασία του σε συνείδηση ετερότητας έναντι των ομολόγων άλλων: σε εθνική συνείδηση. Τότε όμως είναι σαν να λέμε ότι η εθνότητα και άρα το έθνος, είναι το συλλογικό υποκείμενο όλων των ενδεχόμενων μορφών συλλογικής ετερότητας, της κρατικής, της γλωσσικής, της θρησκευτικής κ.ο.κ. Είναι ο "δημιουργός" τους;
Μιλώντας όμως για "συλλογικό υποκείμενο" εννοούμε κάτι το ριζικά άλλο από το ατομικό υποκείμενο. Το συλλογικό υποκείμενο ορίζεται στο πεδίο της συνάντησης με τον συλλογικό άλλο. Είναι για την ακρίβεια υποκείμενο οικουμενικού κοινωνικού πεδίου. Και ιδού, παρεμπιπτόντως, γιατί δηλώνει πελώρια σύγχυση το να λέει κάποιος ότι η εθνικότητα είναι το "αντίθετο" της οικουμενικότητας. Περιλαμβάνοντας όμως το ατομικά υποκείμενα, ως οιονεί "κύτταρα", καθορίζεται από τη σχέση του με αυτά, αν και έναντι στο καθένα προβάλλει ως απολύτως αυτόνομο. Ως συλλογικό υποκείμενο έχει, μάλιστα, και το ιδίωμα που συναντούμε στα ατομικά υποκείμενα: την αμοιβαία αυτοαξιολόγηση. Θεωρεί συνήθως τον εαυτό του ή τουλάχιστον τα ομοειδή προς αυτό, "ανώτερα" των άλλων. Στην ακρότητά του το "ιδίωμα" αυτό, το "εγωιστικό", το κατ' εξοχήν δηλωτικό της "υποκειμενικότητας", εμφανίζεται ως εθνικός "ρατσισμός".
Η τρομακτική σύγχυση περί το τι είναι το έθνος εξηγείται από την αδυναμία μας να συλλάβουμε την έννοια "συλλογικό υποκείμενο" και το έθνος σαν τέτοιο. Αδυναμία καταστατική για την αυτοκατανόηση πολλών από μας ως υποκειμένων-ατόμων. Υπ' αυτή την έννοια είναι τρομακτικά δύσκολο να αρθεί η σύγχυση επειδή απλά θα έρθει αντιμέτωπη με μια επιστημονική προσέγγιση στο πρόβλημα.


Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

ΑΘΑΝ. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ, ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ
Ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης

[Το παρόν δημοσιεύθηκε στο ένθετο "Φιλολογικός Δημοκράτης", εφ. Δημοκράτης (Καθημερινή Πρωινή Εφημερίδα Δημοκρατικών Αρχών), Μυτιλήνη 31 Δεκεμβρίου 2011, σσ. 11-12. Αναδημοσιεύεται εδώ με την άδεια του συγγραφέα].


Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Γιορτές και φέτος! Και μέσα στη μαυρίλα των ημερών που ο λαός μας περνά, είναι νομίζω καλόν να αφουγκραστούμε γνήσιες φωνές αντίστασης. Μια απ’ αυτές προέρχεται από την καρδιά της Ορθοδοξίας. Είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Μητέρα Εκκλησία, που αιώνες τώρα σιωπηρά και με εκκλησιαστικό ήθος, γιορτάζει τη Γέννα του Χριστού. Σε μηνύματά του κάθε χρόνο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, τονίζει ότι η Ενανθρώπιση του Υιού του Θεού, μπολιάζει το ανθρώπινο σώμα στη ζωογόνο θεότητα.  
Από τη θέση αυτή, όμως, ας μου επιτραπεί να αναφερθώ στο ρόλο που διαδραματίζει ο όρος οικουμενικότητα, που αιώνες κουβαλά στην πλάτη της, η Μητέρα Εκκλησία. Πρόθεσή μου βέβαια, δεν είναι να διαπραγματευτώ την αυθεντικότητα της οικουμενικότητας του Πατριαρχείου του Γένους των Ελλήνων. Κάτι τέτοιο για τον ιστορικό θεολόγο απαιτεί τόμους ιστορικής έρευνας. Αντιθέτως, στο σύντομο αυτό σημείωμά μου, πρόθεσή μου είναι να καταδείξω τι επακριβώς σημαίνει τούτη η οικουμενικότητα.
Στην περίπτωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, είναι γεγονός, ότι αυτό στη μακρόσυρτη ιστορική του πορεία (381-1453) άσκησε τον οικουμενικό του ρόλο πάνω σε ένα πλαίσιο καθαρά βυζαντινό, που σήμαινε την ταύτιση του με μια κατά βάση πολυεθνική κοινωνία, και με ένα συγκεκριμένο πολιτισμό. Μολονότι το Βυζάντιο έπεσε στα χέρια των Τούρκων, κατά την εποχή της Οθωμανοκρατίας (1453-1821) η μορφή του βυζαντινού πλαισίου δεν εξαφανίστηκε. Απλούστατα πήρε άλλη μορφή και συνέχισε να ανθεί. Ο Ρουμάνος ιστορικός Ν. Jorga, ορθότατα είδε αυτήν την επιβίωση και συνέχεια ως το 19ο αιώνα, στο περίφημο βιβλίο του Byzance αpres Byzance, (Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο).     
            Μόνο στους δύο τελευταίους αιώνες ο οικουμενικός ρόλος του Πατριαρχείου φαινομενικά και μόνο έχει διαταραχθεί, για άλλους καταρρεύσει. Με ένα δραστικό τρόπο έχει αντικατασταθεί από μια ποικιλία εθνικιστικών ιδεολογιών. Όλες τους συνδέονται με τη Γαλλική Επανάσταση και τον Διαφωτισμό. Δυστυχώς όμως κατά έναν παράδοξο τρόπο, και λέγω παράδοξο διότι η Εκκλησία τον 18ο αιώνα, μολονότι σθεναρά αντιστάθηκε στο κίνημα του Διαφωτισμού, εν πολλοίς φαίνεται να επηρεάστηκε απ’ αυτό, επικύρωσε τις παραπάνω εθνικιστικές ιδεολογίες. 
Πως αντιδρά το Οικουμενικό Πατριαρχείο έναντι τούτων των ιδεολογιών, νομίζω ότι είναι γνωστό. Η επαναστατική αλλαγή της εθνοφυλετικής αυτοκεφαλίας, που μετά κόπων και βασάνων πολλές Αυτοκέφαλες ανά τον κόσμο Ορθόδοξες Εκκλησίες προσπαθούν να διατηρήσουν, είναι γεγονός ότι θίγει τον ίδιο τον raison d’ etre (τον λόγο ύπαρξης) της Μητέρας Εκκλησίας.    Εδώ, βέβαια, οφείλουμε να τονίσουμε το εξής: η Μητέρα Εκκλησία δεν κατάφερε να νικήσει την καταιγίδα των εθνικών Εκκλησιών. Αν και στον αγώνα της για επιβίωση, ασυνείδητα  πολλές φορές ταύτισε το πεπρωμένο της με το ελληνικό έθνος, δεν ξέχασε ότι ο ρόλος της ως θεματοφύλακα και μήτρα μιας Οικουμενικής Ορθοδοξίας, υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός.
Από τη σκοπιά του εκκλησιαστικού ιστορικού, λυπούμαι βαθύτατα που σε παρελθόντες καιρούς έντονης διαμάχης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Ελλαδική Εκκλησία, προσπάθησε να στραγγαλίσει μια παράδοση αιώνων και να γκετοποιήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο στα ανιστόρητα πλαίσια της Ιστανμπούλ. Ο π. Olivier Clement ρητά σε μια από τις περισπούδαστες του μελέτες γράφει ότι προκειμένου να γευτούμε την Εκκλησία των Πατέρων και των Συνόδων, είναι ανάγκη να υπερβούμε τα σύνορα μιας στενά Ελλαδικής Ορθοδοξίας. Είναι αδύνατον σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία να ευδοκιμήσει, αν δεν αναδείξει το «πατερικό πνεύμα», με ότι αυτό συνεπάγεται, πατερική σκέψη, βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη, δίκαιο, ολάκερο δηλαδή το πνεύμα της παράδοσης, παράδοσης που ο πολύς Γ. Σεφέρης στις Δοκιμές του νοηματοδοτεί ως εξής: «βρισκόμαστε σ’ ένα σταυροδρόμι· δεν ήμασταν ποτέ απομονωμένοι· μείναμε πάντα ανοιχτοί σ’ όλα τα ρεύματα − Ανατολή και Δύση· και τ’ αφομοιώναμε θαυμάσια τις ώρες που λειτουργούσαμε σαν εύρωστος οργανισμός… Κι όλα τούτα θα μπορούσα να τα ονομάσω με τη λέξη παράδοση, που την ακούμε κάποτε ψυχρά και μας φαίνεται υπόδικη. Αλήθεια, υπάρχουν ροπές που νομίζουν πως η παράδοση μας στρέφει σε έργα παρωχημένα και ανθρώπους παρωχημένους· πως είναι πράγμα τελειωμένο και άχρηστο για τις σημερινές μας ανάγκες· πως δεν μπορεί να βοηθήσει σε τίποτε τον σημερινό τεχνοκρατικό άνθρωπο… Η παράδοση είναι λοιπόν ένα περιττό βάρος που πρέπει να εξοβελιστεί. Μου φαίνεται πως αυτές οι ροπές εκπορεύουνται από τη σύγχρονη απελπισία για την αξία του ανθρώπου. Είναι τα συμπτώματα ενός πανικού, που εν ονόματι του ανθρώπου τείνουν να κατακερματίσουν την ψυχή του ανθρώπου. Όμως τι απομένει αν βγάλουμε από τη μέση τον άνθρωπο;».


Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως κ. Ανθίμου, Εθνική φυσιογνωμία και Ορθόδοξη Οικουμενικότητα στη σημερινή Ελλάδα

 Πηγή-Φωτό: Ρομφαία


Εθνική φυσιογνωμία και Ορθόδοξη Οικουμενικότητα στη σημερινή Ελλάδα

(ομιλία του Σεβ. Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως κ. Ανθίμου στο Πολεμικό Μουσείο, 29-12-2010)

Ο τίτλος του θέματος που ανέλαβα να σας παρουσιάσω, έχει την πρωτοτυπία να σημαίνει κάτι, μόνο στη γλώσσα μας, στα ελληνικά! Αν μεταφραστεί σε άλλη γλώσα θα είναι τελείως ακατανόητος. Ας μην βιαστεί κάποιος να πει, «τι μας ενδιαφέρει κάτι τέτοιο!». Είναι ανάγκη πλέον, να μεταφράζουμε τις έννοιές μας και σε άλλες γλώσσες για να βλέπουμε δύο πράγματα:
1. πόσο μπορούν να μας κατανοήσουν οι άλλοι και
2. πόσο αντέχουν οι αλήθειες μας στο ευρύτερο σήμερα,
διαφορετικά θα μας παραμείνουν για εσωτερική κατανάλωση. Όμως, οι έννοιες «φυσιογνωμία» και «οικουμενικότητα», είναι εξωστρεφείς∙ τη «φυσιογνωμία» μας, άλλοι τη διαπιστώνουν και η «οικουμενικότητα» είναι «άνοιγμα» σε άλλους.

Όταν συζητάμε τις δύο έννοιες του τίτλου «εθνική ταυτότητα»-«Ορθόδοξη Οικουμενικότητα» και τη σχέση που έχουν η που δεν έχουν, φανερώνουμε ότι όλοι μας, ανεξαιρέτως, είμαστε ακατάστατα ριγμένοι μέσα σ’ένα δίχτυ, από το οποίο, νομίζω πως πρέπει γρήγορα να βγούμε.
Τι εννοώ∙
για την πρώτη έννοια∙ κολακευόμαστε από το λόγο του Αϊνστάιν ότι «το σύμπαν είναι ελληνικό», πιστεύουμε ότι όλος ο κόσμος μας οφείλει το «αρχαίο πνεύμα αθάνατο» και από την άλλη, «ελληνικό» θεωρούμε μόνο ο,τι φαίνεται από την πλατεία Συντάγματος (Γ. Σεφέρης).
Την Ορθοδοξία, πάλι, τη βλέπουμε με τα γυαλιά της βοσπορίδος ανατολής, αυτά τα γυαλιά είναι πολύχρωμα∙ όμως, εκείνο που μας δυσκολεύει περισσότερο είναι το γεγονός ότι την Ορθοδοξία ενώ τη βιώνουμε γονιδιακά, την εξωτερικεύουμε προτεσταντικά.
Επιμένω, λοιπόν, ότι χρειάζεται να ξέρουμε πως μας βλέπουν οι άλλοι, για να βγούμε μέσα από το δίχτυ στο οποίο βρισκόμαστε, επειδή σε μια επίσκεψη των ονομάτων του τίτλου μας, το πιο ανώδυνο θα ήταν να συζητήσουμε: τι είναι «εθνικό», ποιά στοιχεία συγκροτούν την εθνική φυσιογνωμία μιας χώρας, ποιά τακτική κατέστησε το Βυζάντιο «οικουμενικό» και τι είναι η Ορθοδοξία!
Όμως, αφού στον τίτλο του Συνεδρίου μας βάλατε την δύσκολη λέξη «σήμερα», η ομιλία θα μας οδηγήσει σε κακοτοπιά, όπου το λιγότερο, θα είναι να παρεξηγηθούμε, όμως το χειρότερο θα είναι να χαθούμε σε αντιθέσεις και να πνιγούμε σε διαπιστώσεις, χωρίς να φτάσουμε πουθενά.
Λοιπόν, τι είναι «εθνικό», σήμερα;
Ποιά είναι, σήμερα, η εθνική φυσιογνωμία της Χώρας μας;
Αυτό που στο Βυζάντιο εννοούσαν «οικουμενικό» αποδίδεται, σήμερα, με τη λέξη «παγκόσμιο»;
Τι σημαίνει «Ορθοδοξία», σήμερα; όχι στη Θεολογία, εκεί το καταλαβαίνουμε∙ αλλά στην καθημερινότητα της κατά Χριστόν ζωής, όπου αποδεικνύεται η δεν αποδεικνύεται το ορθόδοξο του δόγματος σε κάθε εποχή.
Τι λέτε; θα το αντέξουμε το «σήμερα»; αν «ναι», τότε, σας ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνατε να μου αναθέσετε αυτήν την ομιλία και συνεχίζω.

Αγαπητοί μου∙

Α’
Υποπτεύομαι ότι στις μέρες μας, η διχασμένη εθνική μας προσωπικότητα έφτασε σε αδιέξοδο και χρειάζεται εξάπαντος να επανεξετασθεί. Άρχισε με την ελληνική επανάσταση, οπόταν, προκειμένου να μη θιγούν οι βλέψεις του τσάρου προς την Άσπρη θάλασσα και αξιοποιώντας το ρομαντικό φιλελληνισμό της Ευρώπης (απότοκο της ληστείας των αρχαιοελληνικών μας χώρων), οι επαναστάτες έκαναν μια προσυμφωνημένη και εξομολογημένη αμαρτία. Είπαν, θα ονομασθούμε «έλληνες, για να ρίξουμε στάχτη στα μάτια του κόσμου, πραγματικά ρωμηοί» (Μακρυγιάννης). Από τότε άρχισε ο ελληνισμός να βιώνει την διχασμένη εθνική του προσωπικότητα και συνεχίζεται με διάφορες μορφές μέχρι και σήμερα.
Να θυμίσω παραδείγματα;
Όλες οι διαφημιστικές αφίσσες και τα σποτάκια του υπουργείου Τουρισμού, παρουσιάζουν αρχαιοελληνικά αγάλματα και κίονες∙
Στις σελίδες των διαβατηρίων μας από τις 14 φωτογραφίες οι 12 έχουν αρχαιοελληνικές παραστάσεις, υπάρχουν δύο μόνο καθολικά μοναστηριών κι αυτά έτυχε να τα πάρουν από γραβούρες του 18ου αιώνα που συνέπεσε να μην έχουν σταυρό∙
Στις αναφορές του υπουργείου Πολιτισμού, στις μελέτες του, στους εκπαιδευτικούς προγραμματισμούς του, δε βλέπω να υφίστανται τα πρόσφατα 2000 χρόνια∙
οπότε και ο λαός μας έμαθε, ενώ επικαλείται τον Χριστό και την Παναγία, συγχρόνως να λανσάρεται με την Αφροδίτη της Μήλου η τον Ερμή του Πραξιτέλη.
Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτό, που λέω διχασμό της εθνικής μας προσωπικότητος, συντηρείται για λόγους προβολής μας στο Εξωτερικό. Παρ’όλο, που, έξω κανείς πια δεν μας παίρνει στα σοβαρά ως απογόνους του Μ. Αλεξάνδρου, να το δεχθώ∙ είναι όμως και η συνολική εικόνα της Χώρας μας που δε δείχνει να ενδιαφέρεται για την διατήρηση μιας ζωντανής εθνικής ταυτότητος. Επιμένω στο «ζωντανής εθνικής ταυτότητος». Και, αρέσει-δεν αρέσει, η ζωντανή ταυτότητα του λαού μας  είναι η ορθοδοξη χριστιανική, οπότε ορθόδοξη χριστιανική είναι και η φυσιογνωμία της Πατρίδος μας, ακόμα. Και δεν είναι που το λέω εγώ, τώρα πλέον το λένε παντού, ότι πρώτιστο και δυναμικότερο στοιχείο της εθνικής φυσιογνωμίας μιας χώρας, είναι η θρησκευτική πίστη του λαού της.
Σ’εμας, φανερά η Πολιτεία μας, δεν τολμά να αποστασιοποιηθεί από τις ορθόδοξες χριστιανικές καταβολές μας, αλλά, δεν βιώνει όμως, με αυτοσυνειδησία και τόλμη αυτό το βίωμα του λαού μας. Κρυφά, λοιπόν, βλέπουμε να υφαίνονται μεθοδολογίες, να καταστρώνονται νομοσχέδια, να τυπώνονται βιβλία, να εφαρμόζονται τακτικές, να διορίζονται Δραγώνες, να μοντάρονται σποτάκια για τις τηλεοράσεις, που αμβλύνουν κάθε παραδοσιακή φυσιογνωμία και ταυτότητα της Πατρίδος μας. Επίσημα η Πολιτεία δε μας λέει∙ «θέλω να γίνω λαϊκό Κράτος», όμως, διαπιστώνουμε ότι η νέα πολιτική σκέψη που διαχέεται σε όλα τα κόμματα, επιστρατεύει ανθρώπους τελείως άγευστους της πνευματικής λαϊκής εμπειρίας, για να ευτελίσουν, να γελοιοποιήσουν και τελικά να ροκανίσουν το φρόνημα και το ήθος του λαού∙ (συμπτωματικά; κατευθυνόμενα; κανείς δεν μπορεί να το βεβαιώσει).
Υπήρξε Πρωθυπουργός μας που σημειώθηκε ότι καθ’όλη τη διάρκεια της θητείας του δεν παρευρέθηκε ποτέ σε Δοξολογία και σε Παρέλαση!
Τα προηγούμενα χρόνια, αν μιλούσες για πατρίδα ήσουν εθνικιστής, αν συγκρινόσουν με κάποιον άλλο λαό ήσουν σωβινιστής, αν μιλούσες για το στρατό ήσουν μιλιταριστής, μέχρι πριν από 1 χρόνο αν έλεγες τη γνώμη σου για την ιθαγένεια ήσουν ρατσιστής, φονταμενταλιστής! Πατριώτης ποτέ δεν ήσουν. Η λέξη ήταν σχεδόν επικηρυγμένη, όπως και ο εκφραστής της.
Θυμάστε και τα παρεπόμενα∙ ο όρκος στα δικαστήρια και στη Βουλή, οι εικόνες στα σχολεία, οι παρελάσεις, η έπαρση και η υποστολή, ο σταυρός από το κοντάρι και το πανί της σημαίας.
Αλλά και στον υπόλοιπο κοινωνικό μας βίο, μια πλούσια σειρά νομοσχεδίων επιδιώκουν να αποχρωματίσουν την εθνική φυσιογνωμία της Χώρας μας από κάθε χριστιανικό χρώμα∙ πολιτικός γάμος, αυτόματο διαζύγιο, σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, το θρήσκευμα στις ταυτότητες, η πολιτική βάπτιση, η πολιτική κηδεία, όχι η σύμφωνη, αλλά η απλή γνώμη του επισκόπου, προκειμένου να ανεγερθεί τέμενος αλλοθρήσκων στην επαρχία του και άλλα.
Και το νυστέρι πήγε πιο βαθειά∙ στα σχολικά εγχειρίδια. Δεν ήταν μόνο «ο συνωστισμός στην παραλία της Σμύρνης», είναι ακόμα ουσιαστικότερη η επέμβαση. Στα σχολικά βιβλία κατορθώθηκε η απάλειψη της αλυσιδωτής συνέχειας των ιστορικών γεγονότων (αν διδάξεις σε σχολική τάξη σήμερα ότι στην άλωση της Πόλης ήταν κι ο Μέγας Ναπολέων, τα παιδιά θα το αποδεχτούν, επειδή συνήθισαν σε ιστορικά άλματα και όχι στην ιστορική συνέχεια) καθώς και η απομυθοποίηση κάθε ιστορικής αλήθειας. (η παλιότερη φράση «μετριούνται οι τούρκοι 3 φορές και λείπουν 3.000, μετριούνται τα ελληνόπουλα και λείπουν 3 λεβέντες» μπορεί να έδινε με την υπερβολή της μια αίσθηση υπερηφάνειας, αλλά δεν έβλαφτε κανέναν, δεν αναβίωνε εχθρότητες, δεν πυροδοτούσε μίση).
Παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα, από τα αναγνωστικά του Δημοτικού απαλείφθηκε τελείως κάθε παραπομπή και σε εκκλησιαστικά στιγμιότυπα.
Όλα αυτά γίνονταν, έγιναν (είτε επειδή τα ζητούσε η Ε. Ε. είτε με εγχώριο ζήλο) μέχρι πριν από 14 μήνες που κοινολογήθηκε η οικονομική κρίση. Οπότε ακούσαμε τον Πρωθυπουργό μας να μας θυμίζει μια λησμονημένη λέξη∙ «η Πατρίδα μας» είπε∙ «χρειάζεται θυσίες». Ξαφνιαστήκαμε! Κοιταχτήκαμε περίεργα, ποιά πατρίδα, τι είναι αυτό; Τρομάζαμε να θυμηθούμε την έννοια! Μέχρι τότε ακούγαμε για Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση, για ΟΝΕ, για Οικονομική Σύγκλιση και παρόμοια, οπότε δικαιολογημένα είχε επικρατήσει σε όλους μας η νοοτροπία που είχαμε. Αυτή η τακτική είχε ρημάξει κάποτε την πανίσχυρη Οθωμανική Αυτοκρατορία, όταν δεν δίστασε να γράψει έξω από το ανάκτορο του Yildiz στην ΚΠολη, επάνω σε μαρμάρινη πινακίδα: «Το ταμείο του Πατισάχ είναι θάλασσα κι όποιος δεν πίνει απ’αυτό είναι χοίρος».
Αλλά, γιατί όχι; Χωρίς εθνική υπερηφάνεια (Ίμια), χωρίς εθνικές κόκκινες γραμμές (η κ. Μπενάκη στον Πρόεδρο Παπούλια), χωρίς ιστορικό μπούσουλα, χωρίς εθνική Παιδεία, σε τι άλλο θα μας εξυπηρετούσε μια Πατρίδα, αν όχι για να την αρμέξουμε; Ανάχωμα σε ένα τέτοιο εθνικό σπορ, οπωσδήποτε θα μπορούσε να σταθεί, μια «ηθική αγωγή του πολίτη», η η αξιοποίηση της ηθικής του Ευαγγελίου, που είναι μέσα στην Παράδοση του λαού μας. Αλλά αυτή η ηθική είχε προ πολλού εξοστρακιστεί από την Χώρα, μαζύ μ’αυτούς που την διδάσκουν. Θυμηθείτε, κάθε χρόνο πριν την Μεγ. Βδομάδα∙ τη μια χρονιά, ο «Κώδικας ντα-Βίντσι», την άλλη, ένα «Απόκρυφο Ευαγγέλιο», την τρίτη, η λειψανοθήκη με τα οστά κάποιου «Ιησού γιου του Ιωσήφ» και έπειτα η πλημμυρίδα των σκανδάλων στην Αθήνα, στα Ιεροσόλυμα, στο Βατοπαίδι∙ ε! πολύ θέλει να διαλυθεί ο ηθικός εθνικός ιστός ενός κρατιδίου;
Κάναμε και οι κληρικοί λάθη, να σας πω τι εννοώ. Όταν παρασυρθήκαμε σε άγνωστα για μας τερέν και μιλήσαμε οι ίδιοι για «κάθαρση της Εκκλησίας». Βλάσφημη φράση! Και οι ακάθαρτοι που θα πάνε, όταν η Εκκλησία γίνει κολλέγιο αγίων; Χάσαμε τότε μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να μιλήσουμε στο λαό μας ορθόδοξα∙ για την πορεία προς την μετάνοια και την ανακαίνιση του όλου ανθρώπου, που είναι η κύρια «δουλειά της Εκκλησίας».
Ο λαός μας, λοιπόν, κρύωσε, χαλάρωσε, έχασε τα πρότυπά του, έχασε την ελπίδα του, ισοπέδωσε μέσα του τα πάντα, δεν είχε πλέον φραγμούς και μας ταύτισε με το διεφθαρμένο Κράτος του οποίου μας βλέπει αναπόσπαστο τμήμα. Είπα κάποτε σε πολιτικό, αν μάθετε στο λαό μας να πετάει πέτρες στους ιερείς, σε σας θα πετάξει χειροβομβίδες. Στο τέλος, ο λαός μας, παρασύρθηκε σ’ένα παιχνίδι που απαιτούσε να πληρώσει η Εκκλησία φόρους από την θρυλούμενη «αμύθητη περιουσία» της. Αλήθεια! διερωτήθηκε κανείς, από που κόβουμε τα χρήματα που πληρώνουμε φορολογία;
Μέσα στο 2010 ψηφίστηκαν και μια σειρά νόμοι και εγκαθιδρύθηκε σε βάρος μας νοοτροπία, που μας έκαναν να αισθανόμαστε οι πιο ανέντιμοι και αντιπαραγωγικοί φορείς του Δημοσίου.
Σήμερα, αντιλαμβανόμαστε ότι συλλήβδην ο εκκλησιαστικός λόγος μόλις γίνεται ανεκτός, εκτός αν είναι «κατά παραγγελίαν». Για πολλούς είναι ύποπτος, οπισθοδρομικός και αντιδραστικός. Δικαιούται ύπαρξης, χάρη στη μεγαθυμία του «δημοκρατικού πλουραλισμού». Αρκεί να μην ενοχλεί την κοινωνία με πολλά λόγια και ο χρόνος και η «πρόοδος» θα εξαλείψουν και αυτό το φαινόμενο, όπως και τόσα άλλα κατάλοιπα της λαϊκής δεισιδαιμονίας» (π. Βασιλ. Καλλιακμάνης). Είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι σε μια επόμενη αναθεωρητική Βουλή, τίποτε στις σχέσεις μας με το Κράτος δε θα παραμείνει ως έχει σήμερα. Το κακό είναι ότι δεν προετοιμαζόμαστε για κάτι τέτοιο, ούτε «επί χάρτου».
Όλα αυτά και όσα παρόμοια, ενδεχομένως, έχετε εσείς στο νου σας, δείχνουν με το δάκτυλο μια Χώρα, που δεν ξέρω τι φυσιογνωμία έχει, αλλά πάντως Ορθόδοξη Χριστιανική φυσιογνωμία δε θέλει να έχει, ενώ ο λαός της επιμένει να θρησκεύεται.
Αυτήν τη διχασμένη εθνική προσωπικότητα της Χώρας μας, τη ζουν έντονα οι πολιτικοί μας, οι οποίοι εκλέγονται μεν από ένα λαό που διαγκωνίζονται να τον συναντήσουν σε κάθε γιορτή (Χριστούγεννα, Πάσχα, 15αυγουστο, δοξολογίες, εθνικά μνημόσυνα), σε εσπερινούς και λιτανείες (προ εκλογικών περιόδων κυρίως), αλλά δε λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους την πίστη του λαού, όταν νομοθετούν γι’αυτόν.
Θυμηθείτε τις δηλώσεις των πολιτικών μας στο πλατύσκαλο του Μητροπολιτικού Ναού των Αθηνών την Κυριακή της Ορθοδοξίας∙ κάποιος είπε πριν 2-3 χρόνια: «η Εκκλησία πρέπει να εκσυγχρονισθεί, να καθαρθεί και να επανεξετάσει το ρόλο της». Μιλούσε ασφαλώς για το Νομικό Πρόσωπο της Εκκλησίας, που ξέρει. Άλλο πρόσωπο της Εκκλησίας, πνευματικό, δεν ξέρει ο άνθρωπος∙ ίσως να γνωρίζει και το κοινωνικό πρόσωπο της Εκκλησίας μας, ιδρύματα, συσσίτια κ.λ.π.
Αυτόν τον τομέα, του κοινωνικού έργου της Εκκλησίας μας, πάλι δεν τον αξιοποιήσαμε σωστά, προκειμένου να διδάξουμε στο λαό μας, ότι η φιλανθρωπία για μας αποτελεί τον τρίτο πυλώνα της δράσεως της Εκκλησίας μετά την λατρεία και το κήρυγμα. Η φιλανθρωπία είναι για μας απόρροια της ευαγγελικής εντολής της αγάπης, έτσι όπως οικοδομείται στα επισκοπικά γραφεία που δέχονται ανθρώπους καθημερινά, έτσι όπως καλλιεργείται από ιερείς που ξημεροβραδυάζονται στους Ναούς με το πετραχείλι στο λαιμό. Αυτήν την προσφορά δεν την αποτιμά κανείς. Ο συμβολισμός των κωδωνοκρουσιών, οι θείες Λειτουργίες, οι πολλές Αγρυπνίες στις πόλεις και στα μοναστήρια, στο Άγιον Όρος, οι Κατηχητικές συνάξεις, οι εποικοδομητικές ομιλίες, οι χριστιανικές Κατασκηνώσεις, δεν είναι στοιχεία που σηματοδοτούν το φρόνημα του λαού μας, οπότε και τη φυσιογνωμία της Χώρας;

Η σημερινή, λοιπόν, εθνική φυσιογνωμία της Πατρίδος μας, καταγράφεται ως ασύνδετη με την ιστορική μας συνέχεια. Προσπαθεί να αποποιηθεί κάθε χριστιανικό της γονίδιο και κάθε ανάλογη συμπεριφορά, οπότε εμφανίζεται χωρίς εθνικό προσανατολισμό. Δεν μετέχει στην καθημερινή μεταφυσική πάλη του λαού μας, γι’αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν αφήνει ίχνη της διαβάσεώς της στο σύνολο πολιτισμό. Στο δε θρησκευτικό γεγονός, που απαιτητικά επανέρχεται στην παγκόσμια πολιτισμική ιστορία σε Ευρώπη και Αμερική, νομίζω ότι η δική μας εθνική ταυτότητα, πλέον, δεν έχει να παίξει κανένα απολύτως ρόλο. Οπότε η Χώρα μας καθίσταται πλέον ξέφραγη σε οποιοδήποτε θρησκευτικό υποκατάστατο μεταναστεύσει και δράσει στην εδαφική επικράτειά μας.
Β’
Η έννοια της οικουμενικότητος δεν μπορεί να έχει σήμερα καμμιά ιστορική ομοιότητα με αυτήν που είχε στη βυζαντινή Οικουμένη. Εκείνο το σχήμα παρήλθε και ανάλογες σημερινές προσπάθειες (Η.Π.Α., Ε.Ε., Ρωσία) έχουν εγγενείς αδυναμίες για να το αντιγράψουν. Οι αυτοκρατορίες πέρασαν∙ η πτώση των Αετών, όταν συντελέσθηκε, άφησε μακάβριο γδούπο που μας τρομάζει μέχρι σήμερα∙ η πρόσφατη παλλινόρθωση μερικών δικεφάλων δέφαίνεται να επιδιώκει τη συγκρότηση «Οικουμένης»∙ κι όσοι το προσπαθούν, μάλλον θέλουν να μονοπωλήσουν με τα παραμυθένια σύμβολα του παρελθόντος σύχρονες εθνικές διεκδικήσεις τους.
Άρα, λοιπόν, ταυτόχρονη συμπόρευση «βασιλείας και ιερωσύνης» με σκοπό τη δημιουργία «Οικουμένης» κατά το βυζαντινό μοτίβο, δεν υπάρχει τρόπος να επιτευχθεί, τουλάχιστον στη γηραιά Ήπειρο.
Η Εκκλησία πρέπει πρώτη να το καταλάβει αυτό, να αποτινάξει από πάνω της τη σκουριά του αυτοκρατορικού παρελθόντος μας και να αναλάβουμε, χωρίς ψευδαισθήσεις, έναν καίριο ρόλο δράσεως στη σύγχρονη κοινωνία, όπου γης.
Μπορεί να γίνει αυτό; Μπορεί. Επειδή η έννοια της οικουμενικότητος του κηρύγματος της Εκκλησίας δεν έχει χάσει την δραστικότητά της, ούτε θα τη χάσει ποτέ. Αρχίζει με την προσευχή του Κυρίου στη Γεθσημανή για «μια ποίμνη με έναν ποιμένα» και καταλήγει με την εντολή Του «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη».
Αυτός είναι ο λόγος που η Εκκλησία δεν είναι θρησκεία. Δεν έχει μέλη. Δεν έχει οπαδούς. Έχει πιστούς και ο πιστός εγγράφεται στην Εκκλησία με το βάπτισμά του∙ όμως, παραμένει σ’αυτήν με όρους πνευματικότητος, όχι με ταυτότητα μέλους. Η Εκκλησία θεωρεί όλο τον κόσμο δικό της. Θεωρεί ότι έχει ευθύνη ακόμα και για όσους δεν της ανήκουν. Θεωρεί ότι είναι υπεύθυνη ακόμα και για τη λάσπη με την οποία γράφεται η ιστορία του πλανήτη. Αυτή η ευθύνη της δεν είναι διεκδικητική, για να κατακτήσει τον κόσμο. Είναι ευθύνη ανανεωτική, για να αναπλάσει τον κόσμο. Να τον αναπλάσει όχι με βία, με επιβουλή, αλλά με αγιότητα.
Υπάρχουν ακόμα σήμερα, άθεοι άνθρωποι και λαοί που ενώ εκτιμούν την υπεροχή του Ευαγγελίου, δε γίνονται χριστιανοί, ξέρετε γιατί; επειδή εμείς οι Χριστιανοί δε ζούμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, ώστε να μας δουν, να διαπιστώσουν τα καλά μας έργα και τότε να δοξάσουν τον Πατέρα μας «τον εν τοις ουρανοίς».
Αυτή η έλλειψη της αγιότητος είναι που μας κάνει να φοβούμεθα να ανοιχτούμε στον κόσμο για να μην «αποκαλυφθεί» η ανεπάρκειά μας. Κλεινόμαστε, λοιπόν, στον εαυτό μας, ζυμωθήκαμε με τις εθνικές διεκδικήσεις των λαών μας, τρώμε τις σάρκες μας και δεν αφήνουμε το κοινό Ποτήριο να μας ενώσει, ούτε τους Ορθοδόξους εννοώ. Έχουμε έλειμμα της οικουμενικής αποστολής μας και προσπαθούμε να την αναπληρώσουμε με προσκόλληση στο γράμμα. Έχουμε μειωμένη αυτοσυνειδησία και γι’αυτό δεν αποφασίζουμε να παρουσιάσουμε κρυστάλλινο το λόγο του Ευαγγελίου στο παγκόσμιο χρηματιστήριο των αξιών. Δεν έχουμε ταπείνωση για να παραδεχτούμε την αλήθεια, ότι δε ζούμε «κατά Χριστόν» και για να καθησυχάζουμε τη συνείδησή μας, ανυψώσαμε τους τύπους σε δόγματα. Τελικά, φαίνεται ότι έχουμε ελλειματική πίστη στο Χριστό, γι’αυτό διστάζουμε να πατήσουμε επάνω σε φίδια και σε σκορπιούς, με βεβαιότητα ότι τίποτε δε θα μας βλάψει.
Αυτή η έλειψη πίστεως και αυτοπεποιθήσεως δημιουργεί την ιεραποστολική νωχελικότητα των ορθοδόξων, μειώνει τη δραστικότητα του Ευαγγελίου στην εποχή μας, δεν ανανεώνει την Εκκλησία μας εσωτερικά και της κόβει και την οικουμενική προοπτική.
Χρειάζεται, λοιπόν, να ξαναγυρίσουμε στην αρχή μας, στη βάση μας. Χρειάζεται να δοκιμάσουμε ξανά, πόσο στέρεος είναι ο λίθος επάνω στον οποίο στέκεται η Εκκλησία σήμερα. Όταν λέω «στέκεται» εννοώ όχι σαν κατεστημένη εξουσία, αλλά σαν πνευματικό γεγονός. (Πιστέψτε με, όταν στις καταθέσεις στεφάνων περνώ με τους επισήμους μπροστά από την μπάντα που παιανίζει, διερωτώμαι τι να σκέπτονται άραγε για μένα οι στρατιώτες που παρουσιάζουν όπλα.)
Χρειάζεται, από την αρχή, να εξετάσουμε πόσο χρήσιμοι είμαστε στην κοινωνία πνευματικά, όχι στο Κράτος θεσμικά. Αλλιώς είχε αρχίσει αυτή η σχέση: το αναμφισβήτητο πνευματικό ειδικό βάρος μας στην κοινωνία, το πήρε η Πολιτεία και το τίμησε θεσμικά. Σήμερα, τι ισχύει; (δεν αντέχω την απάντηση)
Επανέρχομαι στο ότι χρειάζεται να προβληματιζόμαστε σε κάθε εποχή∙ και στη δική μας, να επανεξετάσουμε τη δραστικότητα του Ευαγγελίου, όχι επειδή αμφιβάλλουμε αλλά επειδή είναι ανάγκη να  εμπιστευθούμε το Χριστό περισσότερο. Χρειάζεται να μας προστεθεί πίστη.
Η Πίστη μας έχει οικουμενική δυναμική. «Οικουμενική» δεν εννοώ γεωγραφικά, αλλά μεθοδολογικά και ιεραποστολικά. Όμως, ούτε οι ίδιοι θα πεισθούμε γι’αυτό, ούτε κανέναν θα μπορέσουμε να πείσουμε, ούτε  το παραμικρό οικουμενικό αποτέλεσμα θα φέρουμε, αν δεν είμαστε θωρακισμένοι εσωτερικά. Αλλιώς, που να πάμε ξυπόλητοι στ’αγκάθια;
Θα γίνουμε σαν κι εκείνους που τους είπε ο Χριστός, ότι περιάγουν «την θάλασσαν και την ξηράν ποιήσαι ένα προσήλυτον...»
Η οικουμενική δράση μας χρειάζεται να αρχίσει από μέσα μας, από το εσωτερικό της Πίστεώς μας και να επικεντρωθεί σε όσους συμπατριώτες μας έχουν να βρεθούν σε Εκκλησία από την ημέρα που τους βάπτισαν.
Ποιός δεν το αντιλαμβάνεται, ότι στην ελλαδική κοινωνία μας, ολοένα και λιγοστεύουμε, όσοι ξέρουμε την αξία της λατρευτικής και της μυστηριακής ζωής! Εξάπαντος χρειάζεται να αποκρυπτογραφήσουμε την «κατά Χριστόν ζωή» και να προτείνουμε σε όσους δεν τη γεύθηκαν ποτέ, τόσο την ωφελιμότητά της, όσο και την ομορφιά της (δίπλα μας υπάρχουν 40ρηδες, 50ρηδες, τεχνοκράτες, οικογενειάρχες, καλής πάστας, με ευγένεια χαρακτήρος και με καχυποψία, όμως, που τους κρατά μακρυά μας).
Να τους προτείνουμε να τη ζήσουν αφού τη διαπιστώσουν οι ίδιοι («γεύσασθε και ίδετε») κι όχι επειδή τους το λέμε εμείς η κάποιες Οικουμενικές Σύνοδοι.
Τα δόγματά μας, αν θέλουμε να είναι και σήμερα δείκτες ζωής, δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως μαθηματικά αξιώματα. Κι αν είναι δείκτες ζωής θα είναι της δικής μας ζωής, όχι της ζωής άλλων, άλλοτε («ουκέτι δια την σην λαλιάν πιστεύομεν∙ αυτοί γαρ ακηκόαμεν και οίδαμεν ότι ούτος εστιν αληθώς ο σωτήρ του κόσμου ο Χριστός» (Ιω. 4, 42).
Σήμερα, είναι αλήθεια, ότι στον τόπο μας, στην Πατρίδα μας, δεν εμπνεόμαστε από την οικουμενική διάσταση του Ευαγγελίου, που την περιγράφω σαν έξοδο από τον εαυτό μας για μια συνάντηση με τον έλληνα ακατήχητο, κατ’αρχήν κι έπειτα με όλους τους παρόμοιους. Καί  ξέρετε γιατί δεν υπάρχει αυτή η εκρηκτική προοπτική; κατά την γνώμη μου. Επειδή, αισθανόμαστε εμείς και δίνουμε την εντύπωση και στους άλλους ότι είμαστε ένα μουσείο ιερών λειψάνων του παρελθόντος, της γλώσσης, του τυπικού, του τελετουργικού, της ενδυματολογίας, κ. α. Εμείς ξέρουμε τι αξία έχουν όλα αυτά, ως εργαλεία όμως, όχι ως στόχοι. Το «άνοιγμα» όλων αυτών, δεν γίνεται να δαιμονοποιείται ασυζητητί.
Ο Φλωρόφσκυ δεν είπε «πίσω στους Πατέρες» για να οπισθοδρομήσουμε  εκεί, είπε να πάμε μπροστά «μαζί με τους Πατέρες».
Λέμε ότι ο κόσμος σήμερα δεν έχει πυξίδα. Δεν έχει, επειδή η Εκκλησία δε γεννάει δόγματα∙ τα δόγματα είναι δείκτες ζωής. Μα, για να γεννηθούν δόγματα, χρειάζεται να προηγηθεί πνευματικός τοκετός, δυναμικός προβληματισμός, παλαίστρα, κονταροκτυπήματα.
Πέρασε η εποχή που οι άνθρωποι δεν αμφισβητούσαν εύκολα τα λόγια μας κι ἂν τα αμφισβητούσαν δεν το εξέφραζαν. Σήμερα χρειάζεται να πείσουμε για τα πάντα. «Κανενός δε θα πείσεις την καρδιά, αν ο λόγος δεν βγαίνει απ’τήν καρδιά σου, κανενός δε θα πείσεις τη ζωή, αν η ζωή σου δεν είναι ματωμένη».
Να ανοίξουμε, λοιπόν, την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη και να αφήσουμε τη φράση: «οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε ετούτο η το άλλο» χωρίς να παραπέμπουμε σε κανέναν Πατέρα. Να κατανοήσουμε ότι οι Πατέρες μας δεν ήταν πιόνια στη σκακιέρα του Θεού, αλλά ελεύθερες υπάρξεις που φαγώθηκαν με τα ρούχα τους προκειμένου να δουν τη δόξα του πραγματικού (Χρυσ. Σταμούλη, Έρως και θάνατος).
Να ξαναμιλήσουμε για το Χριστό,  (αναφέρομαι σχετικά στην έκδοση του Μp 3 με το κείμενο της Καινής Διαθήκης σε μετάφραση) χωρίς μεγάλες κουβέντες, πομπώδεις φράσεις και θεολογικά συμπλέγματα.
Βρίσκω ο ίδιος άρθρα σε περιοδικά, που τα διαβάζω και δεν τα καταλαβαίνω∙
μαθαίνω ότι και μερικά σχολικά εγχειρίδια θρησκευτικών, είναι ανυπόφορα.
Να πάψουμε τις μεγάλες κουβέντες για θέωση, για νήψη και για θαύματα.
Να ομολογήσουμε την ανεπάρκειά μας, για να μην ξαφνιάζεται ο κόσμος όταν «βγαίνουν στον αέρα» σκάνδαλα. Να καταθέσει ο καθ’ένας μας, την όση ταπεινή προσπάθεια κάνει για να λυτρωθεί από την αμαρτία.
-Γέροντα, είδες αγγέλους στο Άγιον Όρος; -Όχι, παιδί μου, εγώ μέχρι τώρα μόνο δαίμονες βλέπω, που τους πολεμώ!
Να ξανακάνουμε σκοπό μας την αγιότητα, αφού πρώτα συμφωνήσουμε στον ορισμό της αγιότητος. (άγιος είναι ο μετανοημένος αμαρτωλός κι όχι ο θαυματοποιός η ο καζαμίας)
Να παραδεχτούμε ότι και οι άγιοι Πατέρες μας έκαναν λάθη και να διαλαλήσουμε ότι αγιότητα δεν είναι η αναμαρτησία, αλλά η βαθειά συναίσθηση της αμαρτωλότητος.
Να πάψουμε να κακολογούμε τους Επισκόπους στην Πατρίδα μας, παγκόσμια ορθόδοξη πρωτοτυπία γκρεμίζοντας έτσι ολόκληρο το εκκλησιολογικό μας οικοδόμημα, γιατί  θα πάθουμε το «ει αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε...(Γαλ. 5,15).
Να γίνουμε φιλάνθρωποι με τον αμαρτωλό, με τον αιρετικό και τον άθεο και τέλος, να υψώσουμε τη φωνή μας ενάντια σε κάθε αδικία.
Να μάθουμε πρώτα εμείς και έπειτα να διδάξουμε στα νέα παιδιά, πως να μη φοβούνται τη ζωή κι έπειτα πως να νικούν το θάνατο. (Θα έχετε δει το σύνθημα στους δρόμους «υπάρχει ζωή πριν το θάνατο;»)
Κοντολογίς, να γίνουμε αλάτι, ειδ’άλλως ας πεταχτούμε στο δρόμο.
Και αφού τα κάνουμε αυτά, αφού δηλαδή, κάνουμε την Εκκλησία στην Πατρίδα μας Ορθόδοξη κοινότητα με οικουμενική διάσταση, τότε∙ με αυτήν την εμπειρία του Χριστού, ως εξάρτυση∙
να βγούμε να παλέψουμε στα μαρμαρένια αλώνια των ιδεών,
να βγάλουμε την πνευματική πραμάτεια μας στον πάγκο, όπως οι παραγωγοί στη λαϊκή αγορά,
να πούμε, «ορίστε, κόσμε, εμείς οι ορθόδοξοι από την αγιότητα των χαρισματικών φορέων μας, από την Παράδοσή μας, από την αμαρτωλή εμπειρία μας, από την 2χιλιοχρονη πάλη μας με το Θεό, αυτήν την πρόταση ζωής έχουμε να προτείνουμε στον πλανήτη.
Έτσι, προσωπικά, εννοώ την οικουμενική αποστολή της Εκκλησίας, που δε σταμάτησε ποτέ, δεν ολοκλήρωσε το έργο της, αφού ο Χριστός δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ στον κήπο της Γεθσημανή.
Αλλιώτικα οι Ορθόδοξοι δεν μπορούμε να μιλάμε (και γι’αυτό δε μιλάμε) για Οικουμενικότητα της Εκκλησίας μας.
Όμως, όσο χρειάζεται το οικουμενικό μήνυμα του Ευαγγελίου ο δικός μας Ορθόδοξος Ελληνικός κόσμος, άλλο τόσο το χρειάζεται και ο έξω από την Ορθοδοξία κόσμος.
Χρειάζεται επανευαγγελισμό η δύσμοιρη Ευρώπη που ακόμα την εκδικούμαστε για τον Καρλομάγνο,
χρειάζεται την τρυφερότητά μας το Ισλάμ της πνευματικής Τουρκίας,
χρειάζεται την αποδοχή της λησμονιάς η Ορθοδοξία της Βουλγαρίας,
χρειάζεται κατανόηση η Εκκλησία των Σκοπίων,
χρειάζεται την αντισιωνιστική ειλικρίνειά μας ο εβραϊκός κόσμος,
χρειάζεται προσγείωση το τσαρικό ανεμόπτερο της Ρωσίας, για να μη συντριβεί.
Χρειάζεται να βγάλουμε την Αμερική από την πρόσφατη αλλοφροσύνη που την οδήγησε το δίπολο «εξέλιξη η δημιουργία»;
Χρειάζεται μια Ορθόδοξη συμπόρευση με το πείραμα του Cern για να λυτρωθεί από την ψευδαίσθηση ότι θα ανακαλύψει το γονίδιο του Θεού.
Χρειάζεται, όμως, και να πάρουμε στα σοβαρά τα νεώτερα πορίσματα πολλών επιστημών προκειμένου να τα «παντρέψουμε» με την Αγία Γραφή και την εκκλησιαστική μας εμπειρία, μήπως αναχθούμε έτσι σε μια ανώτερη αλήθεια, την οποία ενδεχομένως θέλει να μας αποκαλύψει ο Θεός. («Πολλά απεσιώπησεν η γραφή∙ παρέλειπεν δε η ιστορία τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα, εξ ολίγων αφορμήν παρεχομένη επιλογίζεσθε τα υπόλοιπα», έγραφε το 370 ο Μέγας Βασίλειος).
Να το καταλάβουμε κάποτε∙ η Αγία Γραφή δεν είναι επιστημονικό βιβλίο, αν ήταν, έπρεπε να κλείσουν όλα τα Πανεπιστήμια του κόσμου.
Χρειάζεται να εγκαταλείψουμε την ενορχηστρωμένη καχυποψία απέναντι στον Πολιτισμό, όσο καλό κι αν είναι το άλλοθι μας.
Χρειάζεται ερμηνεία το φαινόμενο της οικονομικής κρίσεως που διερχόμεθα∙ ερμηνεία όχι τραπεζική, ούτε φιλανθρωπική, ούτε «πνευματική». Αλλά ερμηνεία των λόγων του Χριστού για το δίπολο Θεός-μαμωνάς.
Τότε να βγούμε να συναντήσουμε τον Ρωμαιοκαθολικό και να του εξηγήσουμε, πως τον λοξοδρομεί το δόγμα της εξουσίας του.
Τότε να βγούμε να εξηγήσουμε στον Προτεστάντη, πως τον χιλιοκομμάτιασε η απόρριψη της ενιαίας εκκλησιαστικής Παραδόσεως.
Τότε να προκαλέσουμε σε δημόσιο διάλογο το Χιλιαστή, προκειμένου να ανατρέψουμε τις χριστολογικές δοξασίες του. (όχι δεν πας φαντάρος, δε δίνεις στο παιδί σου αίμα)

Έτσι μας χρειάζεται ο κόσμος! διαφορετικά, ερμηνεύστε, αν μπορείτε, τη δουλειά που έκανε ο Προηγούμενος της Μονής Φιλοθέου π. Εφραίμ στην Αμερική και στον Καναδά. Σήμερα αντιγράφει, αύριο θα κλονιστεί, θα πέσει, όμως μεθαύριο θα πατήσει στα πόδια της.
Έτσι, μ’αυτόν τον τρόπο, η Ορθοδοξία «ανοίγεται» και νικά!
Κάθε φορά που θα ανοίγεται θα νικά, κάθε φορά που θα την «κλείνουμε», θα την καταδικάζουμε στο να γίνει ιδεολογία.
Αν η πίστη μας έχει αλήθεια, δεν έχει ανάγκη τα ψιμμύθια του παρελθόντος, ούτε τις φοβίες του μέλλοντος.
Η Εκκλησία μεταποίησε κι έπειτα στήριξε την αυτοκρατορία, γιατί να φοβηθεί την παγκοσμιοποίηση;
Το Ευαγγέλιο με τα «σπαστά ελληνικά» του, πάλεψε και νίκησε την ελληνική φιλοσοφική διανόηση. Γιατί να μη νικήσουμε τους αφελείς σχεδιασμούς της Νέας Εποχής;
Η λαϊκή ρωσική ευσέβεια νίκησε την κομμουνιστική απάτη, γιατί να μη νικήσει την καπιταλιστική σχιζοφρένεια;
Πρώτα, λοιπόν, η εσωτερική καλλιέργειά μας σε μια οικουμενική διάνοιξη της υπάρξεώς μας και έπειτα η προς τα έξω οικουμενική ομολογία, με αυτοπεποίθηση και πίστη στο Χριστό.
Εμείς, σήμερα, τι κάνουμε στην Ελλάδα;
Καταντήσαμε περπατούσες εγκυκλοπαίδειες δογματικής,
οσφραινόμαστε έναν αιρετικό από μίλια μακρυά, κι αν δε βρούμε, βαφτίζουμε εύκολα κάποιους∙
επιδεικνύουμε μια εικόνα προτεσταντικής ερμηνευτικής, Πηδάλιο, παραγωγή γεροντικών προτύπων, σωρηδόν αγιοποιήσεις μοναχών και ιερομονάχων,
υστερικού φανατισμού, Ορθοδοξία η θάνατος, τον πάπα να καταράσθε,
φοβικής συνωμοσιολογίας, Πρωτόκολλα των σοφών της Σιών, 666, κάρτα του πολίτη, μεσσαιωνικής σημειολογίας, συντέλεια του κόσμου, οικουμενισμός,
προφητικής μελλοντολογίας, π. Παίσιος∙ Πόλη, Β’Παρουσια,
«Ιεροποιούμε» η «δαιμονοποιούμε» τα ιερά κείμενα και δεν κατεβαίνουμε από το άρμα της κατά γράμμα θεοπνευστίας.
Καταφεύγουμε στο παρελθόν και στο μέλλον, λες και δεν έχουμε να πούμε τίποτε για το παρόν.
Έτσι που κάνουμε∙ πρώτοι οι πιστοί αισθάνονται άβολα, μέσα σε μια τέτοια Εκκλησία που τους στιγματίζει και τους κάνει δακτυλοδεικτούμενους κι έπειτα οι χλιαροί∙ δεν τολμούν μεν να αποποιηθούν το βάπτισμα, αλλά δε θέλουν να έχουν καμμία σχέση με τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, παρά μόνο με την κοινωνική.
Φοβάμαι ότι χάνουμε το τραίνο
Όταν η Ελλάδα μπήκε στην Ε.Ε. η Le Monte έγραψε πρωτοσέλιδο: «καλωσορίζουμε τη Χώρα της Φιλοκαλίας». Στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα όλη η Ευρώπη ψυχανεμίζονταν ότι η Ορθοδοξία θα αρθρώσει λόγο πρωτότυπο και δυναμικό. Δεν τον ακούσαμε.
Ο Ράνσιμαν είχε πει ότι ο 21ος αιώνας θα είναι ο αιώνας της Ορθοδοξίας.
Δεν τον βλέπω, ακόμα!
Αν αργήσουμε, η Ιστορία θα μας προσπεράσει. Ο ποιητής ρωτάει: «αγάπη πού’ναι η εκκλησιά σου, βαρέθηκα πια τα μετόχια» (Γ. Σεφέρης).
Τα συμπτώματα του σημερινού κόσμου οφείλονται στα υποκατάστατα της χριστιανικής ζωής και στις αυθαίρετες ερμηνείες του Ευαγγελίου. Αυτά είναι τα μετόχια!
Αλλά αν αργήσουμε, θα συμβεί και κάτι χειρότερο: θα απογοητεύσουμε.
Τότε δε θα μας μείνει παρά να κλείσουμε το στόμα μας για πάντα, να βάλουμε το Ευαγγέλιο σ’ένα σκονισμένο ράφι βιβλιοθήκης και να βολέψουμε, όπως όπως, τη συμβιβασμένη και υποκριτική ζωή μας καθώς θα τρώγεται με τις ζωές και τις υπολήψεις των άλλων.
«Καιρός του ποιήσαι», λοιπόν. «Καθαρθήναι είτα καθάραι», αυτό θα πει Ορθόδοξη Οικουμενικότητα.
Να ανοίξουμε την Εκκλησία στον κόσμο και να μετασχηματίσουμε τον κόσμο σε Εκκλησία.
Να φωτίσουμε τα πάντα μὲ το Χριστό, τίποτε άμοιρο, τίποτε ξένο, τίποτε εχθρικό να μην υπάρχει γύρω μας. «Τα πάντα δείται σταυρού» και «υπέρ πάντων Χριστός απέθανε».
Να μην κλειστούμε άλλο στον εαυτό μας,
Να ξεγίνουμε από θρησκεία και να γίνουμε Εκκλησία του «σύμπαντος κόσμου».
Κάποτε, το να μην «ανοίγεσαι», φτιάχνει προφίλ, δεν προδίδει και την ένδειά σου, όμως, τώρα, ήρθε η ώρα μας∙ το θέλουμε; το μπορούμε;
«Τα αδύνατα παρ’ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστιν».
Σαν συμπέρασμα∙
Στον τόπο μας μόνο η Εκκλησία μπορεί να αναλάβει οικουμενικό ρόλο,
η Πατρίδα μας πια, όχι! Και προσέξτε∙
Ο,τι είναι Ορθόδοξο χριστιανικό, είναι και οικουμενικό αλλιώς προτεσταντίζει.
Ο,τι είναι Ορθόδοξο χριστιανικό οικουμενικό, είναι και ελληνικό.
Ο,τι είναι ελληνικό, πάντα ήταν ανοιχτό. Γι’αυτό οι έλληνες ανοίγονταν σε όλα και ελληνοποιούσαν τα πάντα.
Πήγαιναν μετανάστες και έκαμναν τους εκεί γηγενείς έλληνες. Έρχονταν λαοί ως μετανάστες, τους κοινωνούσαν την Παιδεία τους και έτσι τους έκαμναν φίλους. Τώρα δεν έχουμε Παιδεία να τους δώσουμε γι’ αυτό τους κάναμε ξένους, εχθρούς.
Ο επανευαγγελισμός των πιστών μας, ημών των ιδίων, θα είναι πράξη οικουμενικών διαστάσεων, αφού είτε το θέλουμε είτε όχι, το κατασάρκιο της Ορθοδοξίας είναι ελληνικής κατασκευής και ολόκληρη η Εκκλησία κυλάει πάνω σε ρόδες ελληνικών προδιαγραφών.
Η ελληνική Ορθοδοξία, σήμερα, δεν έχει φωνή στο ευρύτερο πνευματικό γίγνεσθαι. Έχει μόνο μια εμπειρία, που τη σέρνει σαν λείψανο από το παρελθόν και που κάποτε, καταντάει ειδωλολατρία.
Διερωτώμαι∙ στέρεψε άραγε από μας η έμπνευση; Από την Εκκλησία μας, εννοώ.
Ο ελληνισμός ξεκομμένος από την Εκκλησία δεν έχει έμπνευση πια.
Ο,τι ελληνικό άξιζε, μας το πήραν μαζί με τα Ελγίνεια και στις Χώρες εκείνες, δημιουργήθηκαν Πανεπιστημιακές Έδρες ελληνικών γραμμάτων, ελληνικής γλώσσας, ανθρωπιστικές επιστήμες κ.λ.π.
Όμως εκείνη η παραγωγή χρειάζονταν να εμπλουτίζεται από την Ελλάδα. Δεν έγινε κάτι τέτοιο. Όχι μόνο δεν τροφοδοτήθηκε από εμάς, αλλά εγκαταλείφθηκε κιόλας. Απαξιώθηκε τραγικά.
Άρα, τελειώσαμε.
Λέμε∙ «βαρειά μας βιομηχανία είναι ο πολιτισμός μας».
Προ μηνών κάποιος μου είπε ότι πήγε στη Δήλο και παραμέριζε τα χόρτα για να διαβάσει τις επιγραφές κάτω από τα αγάλματα.
Οι απεργίες στην Ακρόπολη και τα πανώ στα Προπύλαια δήλωσαν όχι κοινωνία του αρχαίου πνεύματος, αλλά μόνο διαχείρηση και μάλιστα κακή διαχείρηση. Η γλώσσα μας φτώχυνε τραγικά και όταν η Εκκλησία αδήρητα κάποια στιγμή θα την βγάλει από την λατρεία, στην ουσία θα την κηδεύσει. Η κλασσική παιδεία είναι ανύπαρκτη. Η Ιστορία μας γελοιοποιήθηκε από το Χόλλυγουντ (Μ. Αλέξανδρος, Τροία, Θερμοπύλες).
Γι’αυτό επιμένω ότι, μόνο η Εκκλησία μπορεί να δώσει χρώμα και ταυτότητα στην εθνική φυσιογνωμία της Χώρας, αν φυσικά το θέλει η Χώρα μας και όσο το θέλει. Χωρίς την εκκλησιαστική καθημερινή ζωή, η Πατρίδα μας δεν έχει ιδιοπροσωπία, δεν μπορεί να διεκδικήσει πρότυπη φυσιογνωμία. Στη σύγχρονη Παιδαγωγική διαπιστώνουμε προσπάθεια αναδείξεως των ελαχίστων ιδιαιτεροτήτων ενός παιδιού, της όποιας διαφορετικότητος που χαρακτηρίζει και αναδεικνύει το «κάτι άλλο». Φανταστείτε, λοιπόν, μια Χώρα σαν τη δική μας, χωρίς την ανάδειξη της εκκλησιαστικής παραδόσεώς της, έτσι όπως αυτή καλλιεργείται μέσα στους Ναούς και διαχέεται στην καθημερινότητα των ελλήνων. Τί  θα περισσεύσει στην περιρρέουσα ελλαδική ατμόσφαιρα, αν αφαιρεθεί το εκκλησιαστικό τελετουργικό, το λατρευτικό τυπικό, η εορτολογική αλυσίδα, η η βιβλική ορολογία;
Θέλετε να σας πω παράδειγμα προς αποφυγήν;
Η Ε.Ε. που οραματίστηκε τον εαυτό της να υπάρχει και να δραστηριοποιείται όχι μόνο χωρίς τη χριστιανική προμετωπίδα στο Σύνταγμά της αλλά, το κυριώτερο, χωρίς πνευματική θωράκιση, δεν υποψιάστηκε ότι έπρεπε να προηγηθεί πνευματική σύγκληση, για να επιτευχθεί η οικονομική. Τα οικονομικά μεγέθη δε φέρνουν κοντά τις καρδιές, δεν εξομαλύνουν τις διαφορές. Τώρα που η οικονομική Ένωση παραπατάει και πολλοί προβλέπουν ότι θα σωριστεί, παρασέρνει μαζί της κι έναν ολόκληρο κόσμο ιδεών και πραγμάτων που συστάθηκαν σε πολιτισμό κάτω από τη σκια του Σταυρού. Τώρα που έκοψε τον ομφάλιο λώρο της με τη ζωή, υπάρχει το ενδεχόμενο «την επισκοπήν» αυτής να λάβει «έτερος» (Ψαλμ. 108,8).
Αγαπητοί μου∙
Ίσως να έχει φτάσει ο καιρός για την «ήττα» της Ορθοδοξίας. Μια ήττα που θα δώσει τη δυνατότητα για να βάλουμε αρχή, νέα αρχή, που δε θα στηρίζεται στη δύναμη και την εξουσία που υπόσχονται νίκες και κυριαρχίες, αλλά στην αξιοποίηση της αποτυχίας, στο κέρδος που ανθίζει από την αποδοχή της αστοχίας. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, δεν μπορεί παρά να έχει δίκαιο, όταν σημειώνει∙ «ύστερ’από τόσες μεγάλες νίκες στην ιστορία, χρειάζονται τώρα και μερικές μεγάλες ήττες». (Χρυσ. Σταμούλη, Έρως και θάνατος).
Ας νικηθούν όλα όσα στην Πατρίδα μας πήραν τη θέση της Εκκλησίας∙ το σπίτι της εσωστρέφειας, το μαγαζί της εξουσιαστικότητας, η συντεχνία της θεσμικής επάρκειας, η ομάδα της αλαζονείας και της υποκρισίας, το σωματείο της αυταρέσκειας. Ας επανέλθει το θρησκευτικό σχήμα σε Οίκο από τον οποίο δε θα λείπει ὁ Χριστός, αὐτὸς ποὺ κάνει τὴν Ἐκκλησία Ἐκκλησία, αὐτὸς ποὺ σαρκώνει τὴν ἐλπίδα τῶν μελῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καὶ ἀποδεικνύεται ἡ μόνη ὑπόστασή τους.
Πιστεύω ἀκράδαντα ὅτι τότε, ὁ νικημένος Ἰησοῦς, θὰ ξανανικήσει γιὰ χάρη μας τὸν κόσμο του.



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη