Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π.Βασίλειος Καλλιακμάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π.Βασίλειος Καλλιακμάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

π. Β. ΚΑΛΛΙΑΚΜΑΝΗΣ, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ

φωτό: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ / blogs.auth.gr/moschosg

πηγή: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, 25/1/2013 

Η ομιλία του π. Βασίλειου Καλλιακμάνη, καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ., στο συνέδριο "Εκκλησία και Αριστερά" (Θεσσαλονίκη, 22-23/1/2013)

Εισαγωγικά 

Θα ήθελα πριν αρχίσω την εισήγησή μου, να αναφέρω το εξής: Κάθε χρόνο την πρωτοχρονιά μεταδίδεται από τη Βιέννη η μεγάλη συναυ­λία κλασσικής μουσικής, που αποτελεί παγκόσμιο πολιτιστικό γεγονός και αναμεταδίδεται απευθείας σε πλείστες χώρες του πλανήτη, αλλά και στη Ελλάδα από την κρατική τηλεόραση. Στη διάρκεια της συναυλίας αυτής οι οργανωτές προβάλ­λουν τη χώρα τους, τα αξιοθέατα και την παράδοσή τους. Φέτος επέλεξαν να παρουσιάσουν όλα αυτά μέσα από έναν παραδοσιακό θρησκευτικό γάμο ενός νέου ζεύγους. ΄Εξω από ένα εκκλησάκι οι παρευρισκόμενοι ραίνουν με ροδοπέταλα τους νεόνυμφους. Στο βάθος του πλάνου κυ­ριαρ­χεί ένας ιερέας, που τέλεσε προφανώς το γάμο. Οι νεόνυμφοι μπαίνουν σε ένα αυτοκίνητο και ξεκινούν το ταξίδι της ζωής. Όμως, στην πρώτη στροφή του δρόμου η μηχανή του αυτο­κινή­του παρου­σιάζει πρό­βλημα και βγάζει καπνούς. Το βλέπουν οι συγγενείς και οι φίλοι και με πρώτο τον ιερέα τρέχουν προς το μέρος τους. Όταν φθά­νουν εκεί, ένα κοριτσάκι δίνει στον ιερέα ένα γαλλικό κλειδί. Εκείνος επιδιορθώνει τη μηχανή και με τα χέρια του μουντζουρωμένα σκου­πίζει τον ιδρώτα του, Όπως είναι φυσικό, μουντζουρώνει και το μέτωπό του… Με χαμόγελο το νέο ζευγάρι ευχαριστεί και συνεχίζει το ταξίδι της ζωής. Αυτά βέβαια γίνονται σε μια χώρα που έχει παιδεία, πολιτισμό και τιμά την παράδοσή της. Και μάλιστα δεν ντρέπεται να την προβάλλει στα πέρατα του κόσμου! Αναρωτιέμαι, στην Ελλάδα ποιο έγκλημα έκαναν οι κληρικοί και είναι συνεχώς υπόλογοι; Μετά από αυτά έρχομαι στην εισή­γη­σή μου.

Τα θέματα που κλήθηκα να αναπτύξω είναι ευρύτατα και έχουν διά­φορες πλευρές. Ειδικότερα, το ζήτημα της εκκλησια­στι­κής περιουσίας δεν απα­σχό­λησε την ακαδημαϊκή θεολογική σκέψη γενικότερα (εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων,) ούτε ήταν και εντός των δικών μου ερευνητικών ενδιαφε­ρό­ντων. Κι αυτό, διότι ήθελα να βλέπω την Εκ­κλη­σία πέρα και πάνω από τα όρια μιας μη κυβερ­νη­τικής οργάνωσης ή μιας μικρής ή με­γάλης επι­χεί­ρη­σης. Εξάλλου, οι κλη­ρικοί σύμφωνα με τους ιερούς κανό­νες δεν επι­τρέ­πε­ται να ασχο­λού­νται με το εμπόριο. Πράγματι, εάν η Εκ­κλησία χάσει τον εσχα­το­λογικό της προ­σανα­το­λισμό, κινδυνεύει να με­τα­σχηματισθεί σε εγκόσμιο κοινωνικό οργανισμό. Από χώρος φα­νε­ρώ­σεως χά­ρι­τος και αγιασμού των ανθρώπων, κιν­δυ­­νεύει να μεταβληθεί μόνο σε χώρο εξυπη­ρέ­τησης θρη­­­σκευτικών, αλλά και πά­σης φύσεως ανθρώπινων ανα­γκών. Από ει­κό­να και σημάδι του παρα­δεί­σου και χώρος δράσεως του Παρακλήτου, το ο­ποίο συγκρο­τεί το θεσμό της Εκκλησίας, να μετατραπεί σε δημόσια υ­πη­ρε­σία.

Αυτή όμως η θεώρηση ενδέχεται να είναι μονομερής, αφού μπορεί να υποκρύπτει και μανιχαϊστικά στοιχεία. Διότι, η Εκκλησία και ως αν­θρώ­πινος οργα­­νισμός που δραστη­ριο­ποι­είται εντός του κόσμου, προσλαμ­βά­νει, εκκλη­σιοποι­εί και μεταμορφώνει τη ζωή των ανθρώπων και τα πράγ­ματα του κόσμου. ΄Ετσι, πρέπει να οικοδομήσει, να συντηρήσει και να ανα­και­νίσει ιερούς ναούς, όπου συνάγεται ο λαός του Θεού για τη θεία Ευχαρι­στία. Και οι ναοί αυτοί αποτε­λούν κατεξοχήν πνευ­μα­τι­κά και πο­λι­­τι­στικά κέντρα που όμως ταυτόχρονα έχουν εσχα­τολο­γική προο­πτι­κή. Χρειά­ζε­ται επί­σης να απα­σχο­­λήσει προ­σω­πικό, να το ασφα­λί­σει και παράλληλα να φανερώσει έ­στω αμυδρά αλλά εμπειρικά το πρό­σωπο της έμπονης αγάπης, που απο­τελεί κεντρικό ευαγγελικό μή­νυ­μα. Οπότε το ζήτημα εί­ναι πιο σύνθετο, από ότι φαίνεται. Εξάλλου, όπως σε όλα τα σύγχρονα θέ­ματα συχνά χά­νε­ται κι εδώ η έννοια του μέτρου.

Θα ήθελα να αναφέρω ότι στους Προγραμματικούς Στόχους της Συμμαχίας των πέντε κομμάτων της Αριστεράς, δηλαδή της ΕΔΑ, του ΚΚΕ εσωτερικού, Της Σοσιαλιστικής Πρωτοβουλίας, της Σοσια­λι­στικής Πορείας και της Χριστιανικής Δημοκρατίας, που δημοσιεύτηκε το 1977 στο κεφάλαιο της Εκκλησιαστικής Πολιτικής αναφέρονται τα εξής: «Σε θέ­μα­τα οικονομικά θα υπάρχει συνεργασία με την Πολιτεία, με στόχο τη στα­διακή απαλλαγή της Διοικούσας Εκκλησίας από οικονομικές δια­χει­­ρίσεις και την αποκλειστική αφοσίωσή της στο έργο της «διακονίας του λόγου». Οι βιοτικές ανάγκες του κλήρου ή τυχόν άλλες ανάγκες της Εκ­κλη­σίας θα καλύπτονται εξ’ ολοκλήρου από τον κρατικό προϋπο­λο­γι­σμό». Οι θέσεις αυτές οφείλονται προφανώς στις ζυ­μώ­σεις που γίνονταν τότε με τη συμμετοχή της Χριστιανικής Δημοκρα­τί­ας, η οποία είχε πά­ντοτε ανοιχτό δίαυλο με την αριστερά. Αλλά ίσως κι εδώ δεν απο­φεύ­γεται ο μανι­χαϊ­σμός, αφού μάλλον υπονοείται ότι, «εσείς θα ασχολείσθε με τα πνευ­μα­τι­κά ζητήματα, κι εμείς με τα οικονομικά σας».


Οι άξονες της εισήγησης

Στη συνέχεια θα εστιάσω το ενδιαφέρον στα εξής ερωτήματα: Ποια είναι η θεολογική διάσταση του θέματος; Πώς αποκτή­θηκε η εκκλη­σια­στι­κή περιουσία και πώς αντιμετώπισε το θέμα η ελ­ληνική πολιτεία; Οι κληρικοί είναι δημόσιοι υπάλληλοι ή όχι; Πώς αι­τιο­λογείται η μισθο­δο­σία του κλήρου από το κράτος; Μήπως οι κληρικοί επιστρέφουν πίσω στο κοι­νωνικό σύνολο ως υπερα­ξία, όσα εισ­πράτ­τουν;

Θεολογική διάσταση: Ορισμένοι σύγχρονοι θεολόγοι υπο­στη­ρίζουν, ότι η Εκκλησία σώ­ζει τον κό­­σμο «με αυτό που είναι» κι όχι «με αυ­τό που κάνει». Η θέ­ση αυτή είναι κα­ταρ­χήν ορ­θή, αρκεί να μην αυτο­νο­μεί­ται. Διότι έχει μεγάλη σημασία και «αυτό που κάνει». Α­πό το άλλο μέρος δη­μο­­σιο­­γρά­­φοι και σχο­λιαστές της σύγχρονης κοινωνι­κής πραγματικό­τη­τας βλέπουν την Ε­­κ­­­­κλησία ως κοσμική κοι­νω­νική οργά­νωση αναζη­τώ­ντας και ανα­γνω­ρίζοντας σε αυτή μόνο το κοι­νωνικό έρ­γο, παρα­βλέ­πο­ντας προφανώς ότι το πνευματικό και μυστηριακό της έρ­γο έχει κοι­νω­νι­κές διαστάσεις.

Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια υπήρξε προβληματι­σμός σχε­τι­κά με την προτεραιότητα ή μη του αποστολικού κηρύγματος, που συ­νο­ψί­ζε­ται στην αγάπη προς το Θεό και το συνάνθρωπο, έ­να­ντι της ανά­πτυ­ξης κοι­νωνικού έργου, στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής κοινότητας των Ιερο­σολύμων[1]. Τελικά εξελέγησαν οι επτά διάκονοι για το έργο αυτό, αφή­νο­ντας απερί­σπα­στους τους δώδεκα αποστόλους στην προσευχή και τη δια­κο­νία του λό­γου. Εδώ δίδεται προτε­ραιό­τητα στη διδαχή, ενώ η ενα­σχό­ληση με την κοι­­νω­νική προ­σφο­­ρά ακολουθεί. Όμως, οι εκλεγμένοι διά­κο­νοι δεν είναι τυ­χαίοι, αλλά «πλήρεις Αγίου Πνεύ­μα­τος και σοφίας». Κι αυ­τή η προϋ­­­πό­θε­ση τους καθιστά ικα­νούς να διαχειρίζονται δίκαια τα οικο­νο­μι­κά και κοινωνικά ζητήματα της κοι­νό­τητας. Αντίστοιχα, η διακονία που τους ανατίθεται δε θεωρείται υποδεέστερη και δευτερεύουσα, αλλά λογίζεται ως μια σημαντική και βασική λειτουργία της Εκκλησίας.

Με την πάροδο του χρόνου και με την αναγνώριση στις χριστια­νι­κές κοινότητες, ακόμη και από ρωμαίους Αυτοκράτορες όπως ο Αλέξαν­δρος Σεβήρος, να διαθέτουν συλλογική ιδιοκτησία για τις ανάγκες τους, θε­­με­λιώθηκε η αντίληψη περί ιερών κτημάτων και πραγμάτων. Κύριος υ­πεύ­θυνος για τη διαχείρισή τους έγινε ο επίσκοπος, ο οποίος είχε ως βοη­θό τον «οικονόμο», «ώστε μη αμάρτυρον είναι την οικονομίαν της εκ­κλη­σίας, και εκ τούτου σκορπίζεσθαι τα της εκκλησίας πράγματα, και λοι­δο­ρίαν τη ιερωσύνη προστρίβεσθαι»[2].

Ακόμη, στην πατερική παράδοση γί­νεται έ­ντο­νη κριτική του έ­ντο­κου δανεισμού, καταγγέλλεται ως αιτία οι­κο­­νο­μι­κής εξαθλίωσης η βα­ριά φορολογία και η τοκογλυφία, και απαγο­ρεύε­ται στους κληρικούς να α­­ποδέχονται χορηγίες για τις ανάγκες της εκκλη­σίας, οι οποίες προέρ­χο­νται από εκμετάλλευση και αδικία.

Τρόποι απόκτησης της περιουσίας[3]

Η χρησι­κτη­σία, που αφορά την καλλιέργεια και χρήση κτημάτων πάνω από 40 χρό­νια, αποτελεί πάγια πρακτική αναγνώρισης κυριότητας. Για τους ιδιώτες το διάστημα ήταν μικρότερο.

Τα μοναστήρια απέκτη­σαν περιουσία και από την εργασία των μο­να­χών, οι οποίοι εκτός από την καλλιέργεια της γης κατασκεύαζαν πλή­θος εργοχείρων και τα πωλούσαν για τη συντήρησή τους.


Επίσης σημαντικό μέρος της μοναστηριακής περιουσίας οφείλεται και σε δωρεές ακινήτων αλλά και χρημάτων, αφού με την ευθύνη των μο­να­στηριών συντη­ρού­νταν σχολεία, συγκροτούνταν βιβλιοθήκες και φυ­λάσσονταν κειμήλια με­γά­λης αξίας. Οι δωρητές προέρχονταν από όλες τις τάξεις της κοινωνικής ζωής[4]. Βυζαντινοί αυτοκρά­το­ρες και μέλη των οικογενειών τους, ηγεμόνες, κληρικοί όλων των βαθμών αλλά και απλοί χριστιανοί προσέφεραν διάφορες δωρεές.

Άλλη πηγή απόκτησης της μοναστηριακής περιουσίας ήταν και εί­ναι η προσωπική ιδιοκτησία των μοναχών, την οποία μετά την κουρά τους συνήθως διαθέ­τουν στο μοναστήρι. Με τον ίδιο τρόπο τα μοναστήρια κλη­­ρονομούν την περιουσία πλήθους μοναχών που εγκαταβιώνουν σ’ αυτά. Μαρτυρούνται ακόμη αγοραπωλησίες για απόκτηση καλλιεργή­σι­μης γης, εργαστηρίων, μύλων κ.λπ. Να αναφερθεί ακόμη, ότι πολλοί υπόδουλοι κατά την Τουρκοκρατία α­φιέ­ρωναν εθελουσίως τις περιουσίες τους σε εκκλησιαστικές κοινότητες, ναούς και μοναστήρια και αντί­στοι­χα οι Οθωμανικές αρχές τα αναγνώριζαν ως βακούφια, δηλαδή ως Κοινωφελή Ιδρύματα[5]. ΄Αραγε αυτό αποτελεί λόγο αφαίρεσής τους από την Εκκλησία κα­τά την Απε­λευ­θέ­ρω­ση; Ποιος θα μπορούσε να διερμηνεύσει την επι­θυ­μία των δωρητών; Αλλά και η Εκ­κλη­σία για ποιόν αξιοποιεί την περιου­σία, για τον εαυτό της ή για το κοινωνικό σύνολο;

Εκκλησιαστική περιουσία και Ελληνική Πολι­τεία

Υπάρχουν πολλοί σταθμοί στην πορεία του νέου ελληνικού κράτους, κατά τους ο­ποίους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η ελληνική πολιτεία α­παλ­­λοτρίωσε, οι­­κειο­­ποιή­θη­κε, δήμευσε, δέσμευσε, φορολόγησε, ή «αξιο­ποίησε» την εκ­κλη­σιαστική περιουσία. Θα αναφερ­θούν τρεις από αυτούς.

Από το 1917 μέχρι το 1930 απαλλοτριώθηκαν εκκλησιαστικές εκτά­σεις αξίας άνω του 1.000.000.000 προπολεμικών δραχμών για την αποκα­τά­σταση των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής. Το κράτος κα­τέ­βα­λε στο τότε Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο, που είχε ιδρυθεί α­πό το ίδιο για τη συντή­ρη­ση του κλήρου μόνο 40 εκατομμύρια. Τα υπό­λοι­πα 960. 000.000 οφείλο­νται ακόμη[6].

Το 1952 το κράτος με την απειλή της διακοπής μισθοδοσίας του ε­φη­μεριακού κλήρου και ύστερα από αφόρητες πιέσεις υπέγραψε με την Εκ­κλησία «Σύμβασιν περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων…. της Εκκλησίας… προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιερ­γη­τών και ακτη­μό­νων κτηνοτρό­φων». ΄Ετσι παραχωρήθηκαν στο κράτος τα 4/5 της καλλιερ­γού­μενης ή καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας και τα 2/3 των βοσκο­τόπων με αντάλλαγμα να λάβει η Εκκλησία το 1/3 της πραγματικής αξίας κάποια αστικά ακίνητα αμφίβολης αξίας και 45.000.000 προπο­λεμι­κές δραχμές[7].


Μόνο η Μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας, όπως γράφει ο Μητροπολίτης της κ. Αλέξανδρος με τη σύμβαση του 1952 «παρε­χώ­ρησε στο Κράτος κτήματα, που συνολικά ανέρχονται σε 30.549 στρέμματα, τα οποία δόθηκαν τυπικά μεν εις τους δήθεν ακτήμονες γεωργοκτη­νο­τρό­φους, … με την πάροδον ολίγου χρόνου τα επώ­λη­σαν και αυτοί μεν φαι­νο­μενικά έμεινα πάλιν ακτήμονες, η Εκκλησία όμως α­ποστερήθηκε τα 4/5 της περιουσίας της με την οποίαν ευεργετούσε τον πτωχό Λαό μας».

Στη σύμβαση αυτή (1952) αναφέρεται ρητά, πρώτον ότι, «η απαλλο­τρίωση αυτή είναι η τελευταία, δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον», και δεύτερον το κράτος δεσμεύεται να παρέχει κάθε ανα­γκαία υ­πο­στήριξη (υλική και τεχνική), ώστε η Εκκλησία να αξιο­ποιήσει την ε­να­πο­μείνασα περιουσία της[8].

Και οι δύο όροι της σύμβασης δεν τηρήθηκαν ποτέ. Αντίθετα οι Υ­πηρεσίες του κράτους άλλοτε αμφισβητώντας την κυριότητα, άλλοτε χα­­ρακτηρίζοντας ως δασικές ή «διακατεχόμενες» τις μοναστηριακές εκτά­σεις και άλλοτε κωλυσιεργώντας την έκδοση σχετικών αποφάσεων εμπό­δισαν την αξιοποίησή της σε βάρος του λαού.

Ο τρίτος σταθμός της πορείας αυτής ήταν το 1987 με το Νόμο 1700, το γνωστό ως «Νόμο Τρίτση». Με τις διατάξεις του Νόμου 1700 έγινε από­πει­ρα αλλα­γής των κανόνων διαχείρισης και διοίκησης του ΟΔΕΠ. Στον ΟΔΕΠ τα μέλη, του οποίου θα διορίζονταν από το κράτος, «περιέρχεται αυ­το­δικαίως η αποκλειστική διοίκηση, διαχείριση και εκπρο­σώ­πηση ολό­κλη­ρης της ακίνητης περιουσίας των Ιερών Μονών». Στο Νό­μο αυτό προ­βλέ­πονταν ότι: «Μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξ (6) μη­νών ο ΟΔΕΠ και οι ΟΔΜΠ (Κρήτης) μπορούν να μεταβιβάσουν προς το ελ­λη­νικό δη­μόσιο… την κυριότητα της εν λόγω περιουσίας…»[9]. Το 1988 η διοίκηση της Εκκλησίας υποχώρησε και -παρά τους ιερούς κανόνες- δέχθη­κε να υπο­γρα­φεί σύμβαση παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγρο­τολιβα­δικής περιουσίας των ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλά­δος. Τη σύμ­βα­ση υποχρεώθηκαν και υπέγραψαν 149 μονές, ενώ άλλες αρνή­θη­καν να την υπογράψουν. Εννέα από αυτές προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικα­στήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης και δι­και­­ώ­­θηκαν[10].

Αλλά για να υπάρχει σαφέστερη εικόνα για το μέγεθος της εκκλη­σιαστικής περιουσίας, η οποία ανήκει σε πολλά Ν.Π.Δ.Δ., (που δημο­σιο­γρα­­φικές πληροφορίες τα ανεβάζουν σε 10.000, εννοείται προφανώς ότι κάθε ενορία έχει και μια αυλή, στην οποία παίζουν τα παιδιά και πρέπει να φορολογηθεί!) θα ήθελα να ανα­φέρω κάποια στοιχεία από μελέτη της Αγροτικής Τράπεζας του 1983 που δημο­σιεύ­τη­κε το 1986[11].


Η Ελλάδα έχει συνολική έκταση 131.957.4004 στρεμμάτων. Από αυ­τά, αγροτική γη, γεωργο- κτηνοτροφικού ενδιαφέροντος, είναι:

29.500.000 στρέμ. δάση (22%),

52.500.000 στρέμ. βοσκότοποι (40%),

39.500.000 στρέμ. γεωργική γη (30%). Από τις παραπάνω εκτάσεις, τα 61.441.900 στρέμματα α­νήκουν κατά κυριότητα:

43.598.000 στο Δημόσιο,

15.553.200 στην Τοπική Αυ­τοδιοίκηση,

1.098.400 στις Συνεταιριστικές Οργανώσεις,

1.292.300 στην Εκ­κλησία.

Δηλαδή στην Εκκλησία ποσοστιαία ανήκει το 1,4% των δασικών εκτάσεων, το 2,3% των βοσκοτόπων και το 2,19% της γεωργικής γης (όπου όμως το Δημόσιο κατέχει το 45,6% και η Τοπική Αυ­το­διοίκηση το 30,8%).

Από τις εκτάσεις που ανήκουν στην Εκκλησία (δηλ. από το 1.292.­300), 367.000 στρέμματα είναι δάση,

735.300 βοσκότοποι και

189.900 γεωργική γη.

Τα δάση και οι βοσκότοποι είναι σχεδόν ανεκμετάλ­λευ­τα και το 53% της καλ­λιεργήσιμης γης βρίσκεται σε ορεινές ή ημιο­ρεινές πε­ριο­χές. Σημα­ντι­κό στοιχείο της εν λόγω έρευνας είναι ότι κα­τά τη δεκαε­τία 1974 – 1983 «εγκαταλείπονται κάθε χρόνο και κατά μέσο όρο, 162.400 στρέμματα αγροτικής γης που περιλαμβάνουν 117.500 στρ. βο­­σκό­­τοπους, 32.800 στρ. δάση, 9.300 στρ. γεωργικής γης»[12].

Κατά τις τελευ­ταί­ες δεκαετίας οι ρυθμοί και τα ποσοστά της εγκαταλελειμμένης αγρο­τικής γης έχει αυ­ξη­θεί ακόμη περισσότερο, λόγω της γήρανσης αγροτικού πλη­θυ­σμού καθώς και άλλων παραγόντων. Όταν μελετούσα τα στοιχεία αυτά, άκουσα τον Μακαριώτατο Αρχιε­πί­σκο­πο Αθηνών και πάσης Ελλάδος να ανακοινώνει την πρόθεσή του να δοθούν για καλλιέργεια εκτάσεις που ανήκουν στην Εκκλησία και αναρω­τήθηκα: Ποιος θα επιστρέψει να καλλιεργήσει τη γη που ανήκει στην Εκκλησία; Εδώ οι νεοέλληνες έχουν εγκαταλείψει τις δικές τους καλλιερ­γή­σι­μες εκτάσεις.

Μισθοδοσία του κλήρου: Ως αντιστάθμισμα των απαλλοτριώσεων χωρίς ουσιαστική εξό­φληση, αλλά και των παραχωρήσεων με συμβάσεις της εκκλησιαστικής πε­ριου­σίας ήταν η μισθοδοσία τού Κλήρου από το Κράτος. Παράλληλα, είχε ορισθεί αρχικά φορολόγηση κατά 25% και αργότερα 35% των εισπράξεων των ναών για την ενίσχυση του σχετικού ταμείου. Η φορολόγηση αυτή καταργήθηκε το 2004. Ισχύουν όμως άλλες φορολογήσεις της εκκλησιαστικής περιουσίας, οι οποίες έφθασαν για το 2011 το ποσό των 12.584.139,92€[13].

Επειδή η μι­σθο­δοσία τού Κλήρου είναι αποτέλεσμα συμβάσεων, ση­μαίνει ότι οποια­δή­ποτε διακοπή της (μισθοδοσίας) θα έχει ως αποτέ­λε­σμα τη λύση των συμβάσεων και την επιστροφή των παραχωρηθέντων στην Εκκλησία. Οπότε θα προκύψει τεράστιο πρόβλημα.

Αλλά πόσοι είναι οι κληρικοί που μισθοδοτούνται από το κράτος; Σήμερα υπολογίζονται σε 8500 στην Εκκλησία της Ελλάδος και περίπου 1000 στην Κρήτη και τα Δωδεκάνησα.


Σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι θρησκευτικοί λει­τουργοί αμείβονται από το κράτος, όπως στο Βέλγιο, την Τσεχία, ό­που έχουν μάλιστα ανταποδοτικό χαρακτήρα και αφορούν στις κα­τα­σχέ­σεις της Εκκλησιαστικής περιουσίας από το πρώην Κομμου­νιστικό καθε­στώς. Στη Γαλλία, στις περιφέρειες της Αλσατίας και της Μοζέλ (πρώ­ην Λωρραίνη) με 3.5 εκατομμύρια πληθυσμό, οι κληρικοί των Ρω­μαιο­κα­θολικών, των Προτεσταντών καθώς και οι Ραβίνοι πληρώνονται από το Δη­μόσιο ταμείο του κράτους. Στο Λουξεμβούργο, οι κληρικοί και οι ρα­βί­νοι πληρώνονται από το κράτος.

Στη Ρουμανία οι λειτουργοί των αναγνωρισμένων θρησκειών πλη­ρώ­­νονται από το κράτος. Στη Σλοβακία το κράτος επιδοτεί τους μισ­θούς των κληρικών. Στην Ελβετία, στα περισσότερα από τα 26 κα­ντό­νια, οι ιδιωτικές εταιρίες πληρώνουν υ­πο­χρεω­τικά φό­ρο υπέρ της Εκκλησίας[14].

Στην Ελλάδα οι Εφημέριοι, αν και μισθοδοτούνται από το Δημόσιο, δεν αποκτούν τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα, αλλά ούτε και την ιδιότη­τα υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ., παρά το ότι η Εκκλησία και τα νομικά της πρό­σω­πα είναι δημοσίου δικαίου. «…αφού οι Εφημέριοι είναι κυρίως θρησκευ­τικοί και πνευματικοί λειτουργοί και όχι συνήθεις διοικητικοί υπάλληλοι»[15]. Και αυτή η μισθοδοσία των κληρικών από το Δημόσιο, δεν τους προ­σδίδει την ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου. Καταβάλλεται από την Πο­λι­τεία για χάρη της Εκκλησίας, δεν αποτελεί, όμως, αντιπαροχή για την ε­πι­τέλεση των ιερατικών τους καθηκόντων, αλλά κάλυψη από την Εκ­κλη­σία των βιοτικών τους αναγκών[16].

Αποδίδουν στην κοινωνία οι κληρικοί όσα εισπράττουν; Πέρα όμως από τα παραπάνω υπάρχει και ένα άλλο γεγονός, που δεν έχει προσεχθεί. Οι κληρικοί είναι οι μόνοι στο δημόσιο χώρο που με πρω­τοβουλία τους κτίζουν, διακοσμούν, συντηρούν, ανακαινίζουν και γενικά φροντίζουν το χώρο στον οποίο εργάζονται. Σε κάθε Μητρόπολη υπάρ­χουν ανοιχτά πολλά εργοτάξια για δεκαετίες, όπου απασχολούνται οικο­δόμοι όλων των ειδικοτήτων, τεχνίτες, αλλά και μαραγκοί, ξυλογλύπτες, α­γιο­γράφοι, αργυροχόοι και άλλοι. Τα χρήματα για όλα αυτά τα έργα δεν προέρχονται από επιχορηγήσεις του κράτους, αλλά κατά κα­νό­να από το λαό του Θεού και μικρούς δωρητές, που βλέπουν το έργο της Εκ­κλησίας να προάγεται. Οι επίσκοποι και εφημέριοι που αναλαμβάνουν το έργο αυτό γίνονται συχνά «ζητιάνοι», για να το φέρουν σε πέρας. Να σημειω­θεί στο σημείο αυτό, ότι τα δύο τελευταία χρόνια πολλοί ναοί έχουν ανα­στείλει τις οικοδομικές εργασίες τους και δίδουν προτεραιότητα στο κοι­νω­νικό έργο.

Ακόμη σε κάθε ναό απασχολούνται με έμμισθη σχέ­ση και ασφά­λι­ση ψάλτες, νεωκόροι, καθαριστές κ.λπ. Δεν είναι εύκολο να υπο­λο­γίσει κά­ποιος πόσες χιλιάδες οικογένειες ζουν σήμερα από τα εργοτάξια της Εκ­κλησίας, χωρίς την παραμικρή επι­βά­ρυνση για το κράτος.

Ανάλογο έργο γίνεται στα μοναστήρια από τους μοναχούς, οι ο­ποίοι όχι μόνο ανακαινίζουν και συντηρούν τις κτιριακές εγκαταστάσεις και διαφυλάσσουν το φυσικό περιβάλλον, αλλά γί­νο­νται ταυτόχρονα και άμισθοι φύλακες των μνημείων αλλά και των κει­μη­λίων μεγάλης αξίας που θησαυρίζονται εκεί. Δεν επιτρέπει ο χρόνος να αναφερθεί η προσφο­ρά των μονών στο γένος και το λαό μας. Θα χρειαζόταν ολόκληρο συνέδ­ριο αφιερωμένο στο ζήτημα αυτό.

Αλλά αφού τόσα λέγονται ένθεν κακείθεν, ας αναφερθεί και μια υπόθεση εργασίας που εύχομαι να διαψευσθεί: Οι ιεροί ναοί και τα μοναστήρια που κτίζονται σήμερα μετά από 150 χρόνια θα αποτελούν μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου. Τότε, προβλέπω να ερίζουν οι υπεύθυνοι των υπηρεσιών της πολιτείας με τους εφημερίους και τους μοναχούς για το «πώς και το γιατί των μνημείων»! Τότε θα «τρέχουν» οι πολιτιστικά ευαίσ­θητοι υπάλληλοι, που ζουν από τον πο­λι­τισμό της Εκκλησίας, να επι­τι­μήσουν τους κληρικούς, διότι «κατα­στρέ­φουν τα μνημεία που ανήκουν στο λαό». Βέβαια αυτό συμβαί­νει και σή­με­ρα, διότι υπάρχει διαφορετική θεώρηση. Οι μεν τα βλέπουν ως απολι­θώ­ματα και μνημεία του παρε­λθό­ντος, οι δε ως χώρους ζωντανής έκφρασης της ορθοδόξου πίστεως και ανάπτυξης υψηλού πολιτισμού.


Επίλογος

Αφήνω το τεράστιο κοινωνικό έργο της εκκλησίας, διότι αυτό θα συζητηθεί σε άλλη συνεδρία. Θα ήθελα να κλεί­σω την εισήγησή μου λέγοντας τα εξής: Η μεγαλύτερη περιουσία της Εκ­κλη­σίας είναι το Ευαγ­γέλιο της αγάπης και της θυσίας του Χριστού, αλλά και η αγάπη του λαού της. Είναι η αγάπη που εισπράττει από τους α­πλούς ανθρώπους και η αλλη­λεγγύη που εμπνέει. Σε έναν κόσμο που με­τά το «θάνατο του Θεού» ακολούθησε δυστυχώς και ο «θάνατος του πλη­σίον»[17], η πίστη στον Τρια­δι­κό Θεό αποτελεί αδαπάνητο θησαυρό. Κι ακό­μη περιουσία της Εκ­κλη­σίας είναι η στενή σχέση της με το λαό και το συλλ­ογικό του υπο­συ­νεί­δητο. Οι πρωτο­γε­νείς σχέσεις των κληρικών με τους απλούς ανθρώπους σε επίπεδο ενο­ρίας και γει­τονιάς και κυρίως η παντοειδής στήριξη στα αδύναμα και απρο­στά­τευ­τα μέλη της κοι­νω­νίας είναι η μεγαλύτερη επένδυσή της. Περιουσία της Εκκλησίας είναι το κεφάλαιο της πίστης, της αγάπης και της ελπίδας. Της ελπίδας που χά­νε­ται. Και χωρίς ελπίδα η κοινωνία μας δεν μπορεί να προαχθεί, και δεν μπο­ρεί να προοδεύσει και να αναπτυχθεί. Την ελπίδα αυτή καλείται να αναστήσει σήμερα η Εκ­κλησία με τον προφητικό της λόγο, την ενοποιό κοι­νω­νική της πρα­κτική και τη διαύγεια της διδασκαλίας της.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. Πράξ. 6, 1-7.


[2] Κανών 26, Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Βλ. περισσότερα, Θ. Παπαθανασίου, «Λόγος περί- ουσίας, Σημειώσεις για την Εκκλησιαστική Περιουσία», περ. Σύναξη, τεύχ. 23, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1987, σ. 51 κ.ε. 


[3] Βλ. Αρχιεπ. Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου, Εκκλησιαστική περιουσία και μισθοδοσία του κλήρου, Αθήναι 2012, σ. 28 κ.ε.


[4] Όπ. π., σ. 29. 


[5] ΄Αραγε αυτό αποτελεί λόγο αφαίρεσής τους από την Εκκλησία κατά την Απε­λευ­θέ­ρω­ση; Ποιος θα μπορούσε να διερμηνεύσει την επιθυμία των δωρητών; Αλλά και η Εκ­κλη­σία για ποιόν αξιοποιεί την περιουσία, για τον εαυτό της ή για το κοινωνικό σύνολο; 


[6] Ευάγγελος Λέκκος, Εκκλησιαστική περιουσία. Οι προκαταλήψεις, οι μύθοι, η αλήθεια,έκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2001, σ. 27. 


[7] Ευάγγελος Λέκκος, όπ. π. σ. 28.


[8] ΄Ο.π., σ. 28-29.


[9] Αρχιεπ. Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ό.π., σ. 113.


[10] Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, Εκκλησιαστική περιουσία, Η αρχαία πράξη και οι νέοι παραβάτες, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 10-11. 


[11] Θ. Τσούμα-Δ. Τασιούλα, Ιδιοκτησιακό καθεστώς και αξιοποίηση της αγροτικής γης στην Ελλάδα, έκδ. Αγροτικής Τραπέζης, Αθήνα 1986.


[12] ΄Ο.π. σ.18.


[13] Επιστολή Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερω­νύ­μου προς τον Πρωθυπουργό, την πολιτική ηγεσία και τους Ευρω­παί­ους ηγέτες, Ιούλιος 2012. 


[14] Βλ. Αρχιμ. Πέτρος Μποζίνης, Εκκλησία και Πολιτεία για τη μισθοδοσία του κλήρου,στο Ιστολόγιο agioritis.


[15] Β. Χ. Τρομπούκης Δρ Νομικής, Η περιφερειακή οργάνωση της Εκ­κλησίας της Ελλάδος, (Διδακτορική Διατριβή στη Νομική Αθηνών) εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κο­μοτηνή 2011, σ. 236.


[16] Β. Χ. Τρομπούκης, όπ. π. σ. 238-239.


[17] Luigi Zoja, Ο θάνατος του πλησίον, μετφρ. Μ. Μελετιάδης, εκδ. ΄Ιταμος, Αθήνα 2011.


Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης, Η μεταμόρφωση του χρόνου




α) Σε κάθε εποχή ο άνθρωπος επιθυμεί να μετρήσει, να ελέγξει και να προσδιορίσει την αξία του χρόνου αλλά και να υπερβεί, εάν είναι δυνατόν, τα όριά του.
Αυτό φαίνεται από τα μνημεία του παγκόσμιου πολιτισμού, καθώς και από διάφορες αντιλήψεις που διατυπώθηκαν γι’ αυτόν. Στους εξωβιβλικούς λαούς και τις κοσμικές θρησκείες αναπτύχθηκαν μυθολογικές απόψεις για την ιερότητα και την ανακύκληση του χρόνου. Έτσι προέκυψε η αντίληψη, ότι ο χρόνος ανακυκλώνεται. Η θέση αυτή είχε επικρατήσει και στην αρχαιοελληνική σκέψη.


β) Κατά την προχριστιανική περίοδο δημιουργήθηκαν διάφοροι εορταστικοί κύκλοι. Η πρώτη εκάστου μηνός, η πρώτη του έτους, οι ισημερίες, τα ηλιοστάσια ή διάφορα σημαντικά γεγονότα γίνονταν αφορμή εορτασμών. Στην Παλαιά Διαθήκη λ.χ. το Σάββατο συνδέθηκε με την έβδομη ημέρα της δημιουργίας και ως ημέρα καταπαύσεως του Θεού «από πάντων των έργων αυτού» προσέλαβε βαθύ εορταστικό συμβολισμό. Ο αριθμός επτά θεωρούμενος εντός του εβδομαδιαίου κύκλου, συμβολίζει την πληρότητα της δημιουργίας και συγχρόνως τον κοσμικό χρόνο της εβδομάδος.


γ) Όμως, η θρησκευτική τυποποίηση της αργίας του Σαββάτου καθώς και των άλλων εορτών τις απομάκρυνε από το ανθρωπιστικό τους περιεχόμενο. Έτσι ο λόγος του Θεού δια του προφήτου γίνεται επιτιμητικός: «Τα νουμηνίας και τα Σάββατα υμών μισεί η ψυχή μου… Μάθετε το καλό να κάνετε, τη δικαιοσύνη επιδιώξτε, τον καταπιεσμένο βοηθήστε» (Ησ. 1, 13 κ.ε.). Η Εκκλησία, μεταθέτοντας το κέντρο βάρους από το Σάββατο στην Κυριακή, η οποία είναι ταυτόχρονα η πρώτη και όγδοη ημέρα της εβδομάδος, διανοίγει το χώρο της χάριτος και της βασιλείας του Θεού. Η Κυριακή ως κατεξοχήν αναστάσιμη ημέρα γίνεται το εβδομαδιαίο Πάσχα.


δ) Για τους χριστιανούς οι μήνες, οι χρόνοι, οι αιώνες και οι χιλιετίες βρίσκονται στα χέρια του Κυρίου Παντοκράτορος. Εκείνος εξουσιάζει το χρόνο και ανάγει στην αιωνιότητα, αφού είναι άναρχος και αιώνιος. «Κατ’ αρχάς συ, Κύριε την γην εθεμελίωσας και έργα των χειρών σου εισίν οι ουρανοί», διδάσκει η Γραφή και συνεχίζει: «Αυτοί θα εξαφανιστούν, ενώ εσύ θα παραμένεις. Τα πάντα θα παλιώσουν σαν ρούχο… Εσύ όμως παραμένεις ο ίδιος, τα χρόνια σου ποτέ δεν θα τελειώσουν» (Εβρ. 1, 10-12).


ε) Στο εορτολόγιο της Εκκλησίας με την καλλιέργεια της μνήμης προβάλλονται ως παρόντα όλα εκείνα τα σωστικά γεγονότα, που ο Θεός μετέρχεται εντός της ιστορίας για τη λύτρωση του ανθρώπου. Γέννηση του Χριστού, Περιτομή, Υπαπαντή, Βάπτιση, Μεταμόρφωση, Σταύρωση, Ανάσταση και Ανάληψη βιώνονται ως γεγονότα του παρόντος. Εορτάζεται ακόμη η μνήμη των φίλων του Θεού, των αγίων, των δικαίων, των προφητών, των αποστόλων, των μαρτύρων, των ιεραρχών, των ομολογητών, των οσίων, αλλά και των νεομαρτύρων πού ευαρέστησαν το Θεό και αγάπησαν τον συνάνθρωπο σε καιρούς χαλεπούς.


στ) Στην Εκκλησία φανερώνεται, τί έκαμε ο Θεός για το πλάσμα του, αλλά και τί μπορεί να επιτύχει ο άνθρωπος, όταν φωτίζεται από το Άγιο Πνεύμα και εμπνέεται από την αγάπη του Θεού. Οι χριστιανοί αν και εύχονται τα έτη να είναι πολλά, καλά και ειρηνικά, δεν θεωρούν το χρόνο ως υπέρτατο αγαθό. Τον θεωρούν ως καιρό αγώνος και ασκήσεως πνευματικής, αφού προσεύχονται «τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής τους να διέρχονται εν ειρήνη και μετανοία».


ζ) Στον παρόντα χρόνο προετοιμάζεται με τη συνεργία του Παρακλήτου η συμμετοχή στον Παράδεισο της θείας αγάπης. Όποιος καταθέτει τη ζωή του στα χέρια του Θεού και τηρεί τις εντολές του, δεν φοβάται το μέλλον. Εμπνέεται από την πίστη των προφητών, των αποστόλων και των αγίων του παρελθόντος, αγωνίζεται για τη βίωση της αγάπης στο παρόν και διατηρεί ζωντανή την ελπίδα μετοχής στη μέλλουσα βασιλεία και δόξα. Τότε μπορεί να απευθύνεται σε Εκείνον που είναι «το Α και το Ω, ο πρώτος και ο έσχατος, αρχή και τέλος», και να του λέγει: «Ναι έρχου Κύριε Ιησού» (Αποκ. 22,13).





Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

π. Βασιλείου Ι. Καλλιακμάνη, Κανείς δε σώζεται μόνος του

Ευαγγέλιο στην Κυριακή Β’ Νηστειών

1. Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα (Μάρκ. 2, 1-12)
Τω καιρώ εκείνω, εισήλθεν ο Ιησούς εις Καπερναούμ· και ηκούσθη ότι εις οίκόν έστι. Και ευθέως συνήχθησαν πολλοί, ώστε μηκέτι χωρείν μηδέ τα προς την θύραν· και ελάλει αυτοίς τον λόγον. Και έρχονται προς αυτόν παραλυτικόν φέροντες, αιρόμενον υπό τεσσάρων και μή δυνάμενοι προσεγγίσαι αυτώ δια τον όχλον, απεστέγασαν την στέγην όπου ην, και εξορύξαντες χαλώσι τον κράβαττον εφ’ ω ο παραλυτικός κατέκειτο. Ιδών δε ο Ιησούς την πίστιν αυτών λέγει τω παραλυτικώ· Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου. Ήσαν δε τίνες των γραμματέων εκεί καθήμενοι και διαλογιζόμενοι εν ταις καρδίαις αυτών Τί ούτος ούτω λαλεί βλασφημίας; Τις δύναται αφιέναι αμαρτίας ει μή εις ο Θεός; Και ευθέως επιγνούς ο Ιησούς τω πνεύματι αυτού ότι ούτως αυτοί διαλογίζονται εν εαυτοίς, είπεν αυτοίς· Τί ταύτα διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις υμών; Τί έστιν ευκοπώτερον, ειπείν τω παραλυτικώ, αφέωνταί σου αι αμαρτίαι, ή ειπείν, έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει; Ίνα δε ειδήτε δη εξουσίαν έχει ο Υιός του ανθρώπου αφιέναι επί της γης αμαρτίας – λέγει τω παραλυτικώ· Σοι λέγω, έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και ύπαγε εις τον οίκόν σου. Και ηγέρθη ευθέως, και άρας τον κράβαττον εξήλθεν εναντίον πάντων, ώστε εξίστασθαι πάντας και δοξάζειν τον Θεόν λέγοντας ότι ουδέποτε ούτως είδομεν.
undefined
2. Νεοελληνική απόδοση
«Ύστερα από λίγες μέρες πήγε και πάλι ο Ιησούς στην Καπερναούμ και έγινε γνωστό, ότι βρισκόταν σε κάποιο σπίτι. Αμέσως μαζεύτηκαν εκεί πολλοί, τόσοι πού δεν υπήρχε χώρος ούτε και έξω από την πόρτα· και Αύτός τους δίδασκε το λόγο του Θεού. Και έρχονται κάποιοι πού έφερναν έναν παράλυτο, πού τον μετέφεραν τέσσερις. Και μη μπορώντας από τον πολύ κόσμο να πλησιάσουν τον Ιησού, ξεσκέπασαν τη στέγη πάνω από το σημείο πού βρισκόταν ο Ιησούς και έκαναν ένα άνοιγμα και κατέβασαν από εκεί το κρεβάτι, επάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος. Ο Ιησούς είδε την πίστη τους και είπε στον παράλυτο: «Παιδί μου, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου!». Έκεϊ ήταν και μερικοί γραμματείς, πού άκούγοντάς το άρχισαν να σκέπτονται: «Πώς μιλάει αύτός έτσι βλασφημώντας; Ποιός μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες εκτός από το Θεό;». Ο Ιησούς με το πνεύμα του κατάλαβε αμέσως όσα αυτοί είχαν κατά νου και τους είπε: «Τί είναι αύτά πού σκέφτεστε; Ποιό είναι ευκολότερο; Να πώ στον παράλυτο: Σου συγχωρούνται οι άμαρτίες σου; «Ή να του πώ: Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα; Αλλά για να καταλάβετε ότι ο Υιός του Ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί εδώ στη γη αμαρτίες» (γύρισε και είπε στον παράλυτο): «Εγώ σε διατάζω, σήκω, πάρε το κρεβάτι σου στον ώμο σου και πήγαινε στο σπίτι σου!». Και εκείνος σηκώθηκε άμέσως. Και άφού πήρε το κρεβάτι του στον ώμο του μπροστά στα μάτια όλων, βγήκε και έφυγε για το σπίτι του! Όλοι έμειναν κατάπληκτοι και δόξαζαν το Θεό λέγοντας: «Ποτέ μέχρι τώρα δεν είδαμε κάτι τέτοιο!».

3. Θεολογική και κοινωνική προσέγγιση
α) Τα θαύματα πού διασώζουν οι ιεροί ευαγγελιστές, αποτελούν «σημεία»-σημάδια έλευσης της βασιλείας του Θεού στον κόσμο, ενώ ταυτόχρονα προαναγγέλλουν «τους καινούριους ουρανούς και την καινούρια γη, όπου θα βασιλεύει η δικαιοσύνη» (βλ. Β’ Πέτρ. 3, 13). Στα ευαγγέλια περιγράφονται σαράντα περίπου θαύματα του Χριστού, πού αφορούν σωματικές και ψυχικές θεραπείες ασθενών, προστασία από τα στοιχεία της φύσης, απαλλαγή από την επήρεια δαιμονικών δυνάμεων, αναστάσεις νεκρών και άλλα. Τα θαύματα δεν αποβλέπουν στον πειθαναγκασμό των ανθρώπων να πιστέψουν. Συνήθως αποτελούν καρπό θερμής πίστης και εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του Χριστού. Ωστόσο μαρτυρούνται και θαύματα χωρίς την προϋπόθεση αυτή.
β) Στο σημερινό ευαγγέλιο (Μάρκ. 2, 1-12) περιγράφεται η θεραπεία ενός παραλυτικού στην Καπερναούμ. Ο Χριστός δίδασκε σε ένα σπίτι, το οποίο ήταν ασφυκτικά γεμάτο, ώστε δεν υπήρχε χώρος ούτε καν έξω από την πόρτα. Η δυσκολία προσέγγισης προς το μέρος του διδασκάλου, οδήγησε τους τέσσερις συνοδούς του παραλυτικού να ξηλώσουν τη στέγη και από ‘κει να κατεβάσουν μπροστά στον Χριστό το φορείο, πάνω στο οποίο βρισκόταν ο ασθενής. Βλέποντας ο Χριστός την πίστη τους, του είπε: «Παιδί μου, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες».
γ) Επειδή όμως για τους Γραμματείς η άφεση αμαρτιών θεωρούνταν έργο μόνο του Θεού και καρπός κάποιας θυσίας, είδαν ως βλασφημία τη συγχώρηση του Κυρίου. Εκείνος ως καρδιογνώστης κατάλαβε τις σκέψεις τους και τους ρώτησε: «Τί είναι ευκολότερο να πώ στον παράλυτο: σοϋ συγχωρούνται οι αμαρτίες ή σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα;». Για να μάθετε λοιπόν ότι ο Υιός του Ανθρώπου έχει εξουσία συγχώρησης, λέει στον παράλυτο, «σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Η θεραπεία του ασθενούς προξένησε μεγάλο θαυμασμό και όλοι δόξαζαν το Θεό.
δ) Με βάση το ευαγγελικό κείμενο μπορεί κάποιος να εστιάσει το ενδιαφέρον του σε πολλά θέματα. Ορισμένα από αυτά είναι: η υπερνίκηση των εμποδίων για τη συνάντηση με τον Χριστό, η βεβαιότητα της πίστης και η υπέρβαση της λογικής, η σύνδεση σωματικής και ψυχικής ασθένειας, ο φθοροποιός ρόλος της αμαρτίας, η τυπολατρική θρησκευτικότητα των Γραμματέων και κυρίως το γεγονός ότι, κανείς δε σώζεται μόνος του! Στην παρούσα συνάφεια θα αναφερθούμε ακροθιγώς στο πρώτο και το τελευταίο από αυτά.
ε) Οι χριστιανοί σε κάθε εποχή βρίσκουν εμπόδια στην πορεία τους, προκειμένου να συναντήσουν το Σωτήρα Χριστό. Αυτά προέρχονται από ενδογενείς αλλά και εξωγενείς παράγοντες. Άλλα αφορούν τον ίδιο τον άνθρωπο, ενώ αλλα προέρχονται από το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει. Όχι σπάνια τα εμπόδια αύτά μπορεί να προέρχονται και από «χριστιανικά περιβάλλοντα». Ιδιαίτερα από εκείνα πού αφήνουν, ίσως ανεπαίσθητα, να επωάζονται και να υφέρπουν στους κόλπους τους η υποκρισία και ο φαρισαϊσμός. Έτσι όμως προκύπτουν δύο κακά. Οι άνθρωποι μένουν καταρχάς ψυχικά άθεράπευτοι, αφού εφησυχάζουν μένοντας στη θρησκευτική τους αύτάρκεια, και δεύτερον δημιουργούν στρεβλή εικόνα για το χριστιανικό ήθος.
στ) Τα κυριότερα όμως εμπόδια για τη συνάντηση με το πρόσωπο του Χριστού, σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας και ειδικότερα τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά πού εορτάζει σήμερα, προέρχονται από τους εσωτερικούς δεσμούς των παθών. Γι’ αύτό ο θεοφόρος πατέρας επιμένει στην κάθαρση της καρδίας από αυτά και επικαλείται τη θεία βοήθεια για το φωτισμό του νοός. Ο αγώνας για την κάθαρση από τα πάθη και τη μεταστοιχείωσή τους σε άρετές, διεξάγεται κυρίως στην καρδιά του χριστιανού. Η καρδιά είναι «το ταμείο των λογισμών και το πρώτο σαρκικό όργανο του λογιστικού» κατά τον άγιο Γρηγόριο. Οπότε η πνευματική εγρήγορση και η μετάνοια, η διόρθωση και η προσοχή συνδέονται με το «θρόνο της χάριτος», την καθαρή καρδιά.
ζ) Η στροφή προς τον «έσω άνθρωπο» δεν καλλιεργεί την ατομική σωτηρία, όπως νομίζουν ορισμένοι, αλλά παρέχει την ευκαιρία φιλάδελφου ανοίγματος προς τον πλησίον. Το άνοιγμα αυτό δημιουργεί τις προϋποθέσεις υγιούς κοινωνικότητας, διότι προέρχεται από καθαρή καρδιά χωρίς εμπάθεια. Σε κάθε περίπτωση, ο άνθρωπος δε σώζεται μόνος του. Σώζεται με τους συνανθρώπους του εντός της Εκκλησίας. Συχνά έχει ανάγκη από συνανθρώπους-συνοδούς, οι οποίοι εάν διαθέτουν αποφασιστικότητα, θερμή πίστη στο Θεό και αγάπη στον πλησίον, είναι ικανοί να οδηγήσουν στη σωτήρια συνάντηση με τον ιατρό των ψυχών και των σωμάτων, τον Ζωοδότη Χριστό.

Πηγή: Βασιλείου Ι. Καλλιακμάνη Πρωτοπρεσβυτέρου, «Μαθητεύοντας στο Ευαγγέλιο της Κυριακής», Κείμενο, νεοελληνική απόδοση, θεολογική και κοινωνική προσέγγιση, Ιερά Μητρόπολη Νεαπόλεως & Σταυρουπόλεως, Θεσσαλονίκη 2011




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ