Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκκλησιαστική περιουσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκκλησιαστική περιουσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Μαΐου 2026

"Ζητήματα Εκκλησιαστικής Περιουσίας" - Επιστημονική εκδήλωση της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου στην Αμαλιάδα την Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

 



«Ζητήματα εκκλησιαστικής περιουσίας»

Επιστημονική εκδήλωση της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου στην Αμαλιάδα σε συνεργασία με την Ιερά Μητρόπολη Ηλείας και τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο


Η Ιερά Μητρόπολη Ηλείας, ο ∆ικηγορικός Σύλλογος Αμαλιάδας και η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού ∆ικαίου με την υποστήριξη των Εκδόσεων Σάκκουλα συνδιοργανώνουν επιστημονική εκδήλωση με θέμα «Ζητήματα Εκκλησιαστικής Περιουσίας». Πρόκειται να ένα θέμα – αυτό της διοίκησης και της διαχείρισης της εκκλησιαστικής περιουσίας – το οποίο από την σύσταση του νεοελληνικού κράτους μέχρι και τις ημέρες μας αποτελεί ζήτημα ιδιαιτέρως νευραλγικό έως και ακανθώδες στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Η πολυπλοκότητα του ζητήματος έγκειται στην αλληλοκάλυψη δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, στην έλλειψη πλήρους καταγραφής και τις διαφορετικές προσεγγίσεις για την αξιοποίησή της.

H εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την ερχομένη Πέμπτη, 7 Μαϊου 2026 και ώρα 17:30 στον Πολυχώρο Πολιτισμού του ∆ήμου Ήλιδας, στην Αμαλιάδα, με εισηγητές έγκριτους νομικούς επιστήμονες από τον πανεπιστημιακό και εκκλησιαστικό χώρο, δικαστικούς λειτουργούς, καθώς και προσοντούχους δικηγόρους με υψηλή επιστημονική κατάρτιση επί θεμάτων εκκλησιαστικού δικαίου, σύμφωνα με το ακόλουθο Πρόγραμμα εργασιών:

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

17.30 - 18.00: Έναρξη εκδήλωσης – Χαιρετισμοί

• Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ηλείας και Ωλένης κ. Αθανάσιος

• Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αμαλιάδος κ. Αθανάσιος Π. Θεοδόσης

• Πρόεδρος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου κ. Αθανάσιος Κόντης

* Α΄ Συνεδρία

18.00 - 18.20: «Νησίδες προϊσχύσαντος εκκλησιαστικού δικαίου στην ελληνική έννομη τάξη: η περίπτωση των Ναών και Μονών της Επτανήσου», Αρχιμ. Ιωαννίκιος Ζαμπέλης, Διδάκτωρ Εκκλησιαστικού Δικαίου - Ιεροκήρυκας Ι. Μητροπόλεως Λευκάδος και Ιθάκης


18.20 - 18.40: «Καθεστώς των ιδιόκτητων Ναών μετά τον ν. 5224/2025», Θεόδωρος Παπαγεωργίου, Δικηγόρος, Μ.Δ.Ε. - Ειδικός Νομικός Σύμβουλος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος


18.40 - 19.00: «Κοινωφελείς περιουσίες υπέρ εκκλησιαστικών νομικών προσώπων», Αικατερίνη Καραμπίνη, Διδάκτωρ Εργατικού Δικαίου – Δικηγόρος στη Νομική Υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος


19.00 - 19.15: Παρεμβάσεις – Συζήτηση

19.15 - 19.30: Διάλειμμα


* Β΄ Συνεδρία


19.30 - 19.50: «Όταν η εκκλησιαστική περιουσία απογράφεται και τακτοποιείται…», Γεώργιος Ανδρουτσόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών – Διευθυντής του «Εργαστηρίου Εκκλησιαστικού Δικαίου και σχέσεων Κράτους - Θρησκευμάτων» του Ε.Κ.Π.Α. – Δικηγόρος


19.50 - 20.10: «Τα διαχωριστικά διατάγματα (ν. 4684/1930) ως τρόπος κτήσεως

κυριότητας», Σπυρίδων - Αθανάσιος Σουγλέρης, Πρωτοδίκης Πρωτοδικείου Αχαΐας - Mεταπτυχ. δίπλωμα Ιστορίας Δικαίου


20.10 - 20.30: «Χρησικτησία επί εκκλησιαστικών ακινήτων», Βασιλική Δημάκη, Δικηγόρος - Mεταπτυχ. δίπλωμα Εκκλησιαστικού Δικαίου - Υποψήφια Διδάκτωρ Νομικής


20.30 - 21.00: Συζήτηση - Λήξη συνεδρίου


ΔΡΑΣΕΙΣ - ΔΙΟΙΚΗΣΗ


Η Εταιρεία Eκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (https://www.etekkad.gr) η οποία ιδρύθηκε το 2014 από τον καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, έχει ως κύριο σκοπό της την προώθηση και τον συντονισμό της επιστημονικής έρευνας προάγοντας με τις δράσεις της την επιστήμη στα ζητήματα του Εκκλησιαστικού και του Κανονικού Δικαίου και ευρύτερα τον δημόσιο διάλογο στα ζητήματα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, τα οποία εμφανίζονται στο προσκήνιο με αξιοζήλευτη περιοδικότητα. Η επικείμενη επιστημονική εκδήλωση έρχεται να προστεθεί στη σειρά της πλούσιας δράσης της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, ως συνέχεια ανάλογης ημερίδας με θέμα «Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη και Εκκλησιαστικά Δικαστήρια» που είχε πραγματοποιηθεί με μεγάλη επιτυχία το Νοέμβριο του 2024 στη Λάρισα, με τη συνεργασία της Ιεράς Μητροπόλεως και του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.


* Το Δ.Σ. της Εταιρείας (2024-2027) συγκροτείται υπό την ακόλουθη σύνθεση: Πρόεδρος Aθανάσιος Κόντης, Δρ. Νομικής – Δικηγόρος Αθηνών, Aντιπρόεδρος Γεώργιος Ιατρού, Δρ. Νομικής – Δικηγόρος Πατρών, Γενική Γραμματέας Ζωή Καραμήτρου, Δρ. Νομικής – Δικηγόρος Αθηνών - Ειδική Επιστήμων στο "Συνήγορο τoυ Πολίτη", Ταμίας Δημήτριος Κρεμπενιός, Δρ. Νομικής – Δικηγόρος Αθηνών και Έφορος Δημοσίων Σχέσεων Χαράλαμπος Ανδρεόπουλος, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας - Δ/ντής Προτύπου Γενικού Λυκείου Λάρισας.


Επιστημονικό όργανο της Εταιρείας είναι η Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (τα) «ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ» που εκδίδονται από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε. (https://www.sakkoulas.gr) και κυκλοφορούν Νοέμβριο/Δεκέμβριο και Μάϊο/Ιούνιο κάθε έτους.

 






Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

Τα «Νομοκανονικά» περί εκκλησιαστικής περιουσίας

 


Η συγκριτική θεώρηση των διαφορετικών νομικών καθεστώτων στις Εκκλησίες Κύπρου και Ελλάδος στο νέο τεύχος της Επιθεωρήσεως Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου



Του Χάρη Ανδρεόπουλου*


Με αφιέρωμα στην Ημερίδα που συνδιοργάνωσαν η Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου με θέμα «Η Εκκλησιαστική περιουσία στις Εκκλησίες Κύπρου και Ελλάδος: Συγκριτική θεώρηση» κυκλοφορήθηκε το νέο τεύχος (1/2024) της εξαμηνιαίας Επιθεωρήσεως Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (τα) «Νομοκανονικά».

Η Ημερίδα που ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Κύπρου κυρού Χρυστοστόμου Β΄ πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Νοέμβριο στη Κυπριακή πρωτεύουσα με κεντρικό θεματικό άξονα τη συγκριτική θεώρηση ενός μείζονος ζητήματος, εκείνου της εκκλησιαστικής περιουσίας στο σύνολό της, μεταξύ δύο ομοδόξων και ομογλώσσων Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίες, όμως, διαφέρουν ριζικά στο εσωτερικό τους δίκαιο, όπως και στο θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας, καθώς ενεργούν εντός διαφορετικών συστημάτων σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας.

Το τεύχος προλογίζει ο ιδρυτής και διευθυντής του περιοδικού, ομ. καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Ιωάννης Κονιδάρης, του οποίου η δημοσιευομένη εναρκτήρια ομιλία, με θέμα «Η εκκλησιαστική περιουσία στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Απόπειρα περιθριγκώσεως μιας αχανούς θεματικής», αποτελεί το προοίμιο των επιστημονικών παρεμβάσεων της ημερίδας στη διάρκεια της οποίας ειδικοί επιστήμονες του Εκκλησιαστικού Δικαίου, νομικοί, θεολόγοι και αξιωματούχοι της Εκκλησίας της Κύπρου εξέτασαν συγκριτικά σειρά επιμέρους θεματικών.


ΜΕΛΕΤΕΣ

Συγκεκριμένα, σε αντίστοιχες συνεδρίες αναλύθηκαν οι ακόλουθες ενότητες με τις σχετικές εισηγήσεις (οι οποίες και καταχωρίζονται στην ύλη του περιοδικού):

- «Δυνατότητα κρατικής παρέμβασης στη Εκκλησιαστική περιουσία»: Γεωρ. Ιατρού, Δρ. Νομικής, δικηγόρος, για την περίπτωση της Ελλάδος, Αχ. Αιμιλιανίδης, Κοσμήτωρ της Νομικής Σχολής Λευκωσίας, για την περίπτωση της Κύπρου,

- «Η εσωτερική διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας»: Γεωρ. Ανδρουτσόπουλος, αναπλ. καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής ΕΚΠΑ για τα εν Ελλάδι, Δημ. Δήμου, Οικονομικός Δ/ντής Ι. Αρχιεπισκοπής Κύπρου, για τα εν Κύπρω,

- «Η Εκκλησία ως επιχειρηματική οντότητα»: Zωή Kαραμήτρου, Δρ. Ν. - δικηγόρος, ειδική επιστήμων στην Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του Πολίτη») για την Εκκλησία της Ελλάδος και Κων. Κατσαρός, δικηγόρος – Νομικός Σύμβουλος Ι. Αρχιεπισκοπής Κύπρου, για την οικεία Εκκλησία,

- «Μισθοδοσία του κλήρου»: Πρωτοπρεσβύτερος π. Βασίλειος Τρομπούκης, Ε.ΔΙ.Π. Νομικής Αθηνών (για τον κλήρο της Ελλάδος) και Ιωαν. Χαριλάου, Διευθυντής Εκκλησιαστικού Ταμείου Κύπρου (για τον κλήρο της μεγαλονήσου),

- «Δικαίωμα ιδιωτικής ιδιοκτησίας και ρυθμίσεις για την περιουσία κληρικών/μοναχών»: Aθ. Κόντης, Δρ. Ν., δικηγόρος (για τα εν Ελλάδι), Ιωαν. Καστανάς, Δρ. Ν, διδάσκων στη Νομική Λευκωσίας (για τα εν Κύπρω), και, τέλος,

- “Φορολογική μεταχείριση της Εκκλησίας»: Θεοδ. Τσιβόλας, Δρ. Ν., δικηγόρος (για Ελλάδα), Θεογνωσία Κούσπη, Δρ. Ν., διδάσκουσα στη Νομική Λευκωσίας (για Κύπρο).


ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Στο νέο τεύχος παρουσιάζονται και αναλύονται σημαντικές δικαστικές αποφάσεις που άπτονται ζητημάτων εκκλησιαστικής και ευρύτερα θρησκευτικής φύσεως, όπως οι αποφάσεις:

• 1536/2023 του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ, Ολομ.) περί του δικαιώματος απαλλαγής από τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών μέσω της επικλήσεως λόγων θρησκευτικής συνειδήσεως για μαθητές ετεροδόξους, αλλοθρήσκους, αθρήσκους, αθέους και αγνωστικιστές, δια της οποίας εκρίθη νόμιμη η αίτηση απαλλαγής - καθώς και η επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων – προβλεπομένης για τους απαλλασσομένους μαθητές της θεσπίσεως και οργανώσεως, υπό του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, «ισότιμου εναλλακτικού μαθήματος συναφούς περιεχομένου» (ΣτΕ, 1478/2022, Ολομ.). [ανάλυση – σχολιασμός υπό Μιχ. Τσαπόγα, Διδάκτορος Νομικής – δικηγόρου, Ειδικού Επιστήμονα στην Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του Πολίτη» και Ελένης Παλιούρα, δικηγόρου, Μ.Sc. και υποψ. Δρος Εκκλησιαστικού Δικαίου],

• 2137/2023 του ΣτΕ (Ολομ.) δια της οποίας εκρίθησαν ως ανεκτά κατά το Σύνταγμα, υπό προϋποθέσεις, μέτρα που συνιστούν σοβαρή επέμβαση στη θρησκευτική ελευθερία σε κατάσταση υγειονομικής κρίσεως. Πρόκειται για τη “νομολογία της πανδημίας” (κορωνοϊού / covid-19) που περιλαμβάνει ενδιαφέρουσες και πρωτοποριακές κρίσεις, τόσο εξ επόψεως δικονομίας, όσο και ουσίας, τις οποίες επισημαίνει και αναλύει σε εκτενές σχόλιό του ο κ. Γεώργιος Ανδρουτσόπουλος, αναπλ. καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών,

• 589/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Τμ. 2ο) με την οποία στην κατηγορία των εκτός συναλλαγής (res extra commercium) πραγμάτων θείου δικαίου (res divini iuris) των εξυπηρετούντων θρησκευτικούς σκοπούς κατατάσσονται και οι ιδιόκτητοι ναοί που ανήκουν στο σωματείο των ΓΟΧ («Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών», των λεγομένων “παλαιοημερολογιτών”) [ανάλυση – σχολιασμός υπό Δημ. Κρεμπενιού, Δρος Ν. – δικηγόρου). Για το ίδιο θέμα, αναφορικώς, με τους ναούς της Εκκλησίας της Ελλάδος, η υπ. αριθμ. 3567/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στην οποία επιπροσθέτως, ορίζεται ότι οι αγνώστου ιδιοκτήτου ναοί και τα παρεκκλήσια ελλείψει νομίμου τίτλου ανήκουν στη κυριότητα του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου και συγκεκριμένα στον πλησιέστερο ενοριακό ναό (ανάλυση-σχολιασμός υπό Ευαγ. Παπαηλία, Μ. Sc. Εκκλησιαστικού Δικαίου – δικηγόρου),

• 60/2023 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου αφορώσα σε περίπτωση διαφωνίας γονέων ως προς την επιλογή ονόματος και τόπου βαπτίσεως του ανηλίκου τέκνου τους, καθοριζομένων αμφοτέρων υπό του δικαστηρίου με γνώμονα το συμφέρον του τέκνου,

• 6170/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σύμφωνα με την οποία τα προ του Ν. 4301/2014 υφιστάμενα καθιδρύματα της (Ρωμαιο-) Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα αναγνωρίζονται αυτοδικαίως ως ίδια θρησκευτικά νομικά πρόσωπα, η λειτουργία των οποίων διέπεται από το Κανονικό Δίκαιο της εν λόγω Εκκλησίας (Codex Iuris Canonici), συνεπεία δε τούτων ο κάθε, εν Ελλάδι, Ηγούμενος Ιεράς Μονής Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αποκτά δικαίωμα εκπροσωπήσεως με μόνο το διορισμό του κατά το Δίκαιο αυτό (ανάλυση – σχολιασμός υπό Ζωής Καραμήτρου, δικηγόρου, Δρος Ν., Ειδικής Επιστήμονος στην Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του Πολίτη»).

Τέλος, δημοσιεύεται η υπ. αριθμ 140/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων η οποία που αφορά στα κριτήρια για την επιλογή θρησκεύματος ανηλίκου σε περίπτωση διαφωνίας των αλλοθρήσκων γονέων του (ανάλυση-σχολιασμός υπό Γεωργίου Ζιαζοπούλου, Μ. Sc. Εκκλησιαστικού Δικαίου – δικηγόρου).


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Στη στήλη των Βιβλιoκρισιών του παρόντος τεύχους δημοσιεύονται οι ακόλουθες βιβλιοπαρουσιάσεις:

* του καθ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη για το βιβλίο του Μητροπολίτου Σελευκείας κ. Θεοδώρου (Μεϊμάρη) [του και καθηγητού Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Πατριαρχικής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης], «Η αναδιοργάνωσις της Γεροντικής Μητροπόλεως Εφέσου. Το Εφεσιακόν ή Κυδωνιακόν Μητροπολιτικόν Ζήτημα (1905-1908)», Θεσσαλονίκη: Εκδ. οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη, 2023, σσ. 364) και

* του Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου (Σαββάτου) [του και καθηγητού στο γνωστικό αντικείμενο «Ιστορία Δογμάτων και Συμβολική», της Θεολογικής του ΕΚΠΑ], για το βιβλίο του αναπλ. καθηγητή της Δογματικής στην ίδια Σχολή, κ. Σταύρου Γιαγκάζογλου «Θεολογία και Νεωτερικότητα. Δοκίμια για τη συνάντηση της Ορθόδοξης Θεολογίας με τον σύγχρονο κόσμο»: Aθήνα, Εκδ. Αρμός, 2023, σσ. 610,


* Τα «Νομοκανονικά» είναι η εξαμηνιαία Επιθεώρηση που επιδιώκει να καλύψει δύο σύνθετους και δυσχερείς επιστημονικούς κλάδους, το Εκκλησιαστικό και το Κανονικό Δίκαιο, τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και δικαστηριακής πράξεως. Αποτελούν το επιστημονικό όργανο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (http://www.etekkad.gr), διευθύνονται υπό του ομ. καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών και Προέδρου της Εταιρείας κ. Ιωαν. Μ. Κονιδάρη, εκδίδονται από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε. (https://www.sakkoulas.gr) και κυκλοφορούν Νοέμβριο/Δεκέμβριο και Μάϊο/Ιούνιο κάθε έτους.

Απευθύνονται σε δικηγόρους, δικαστές, θεολόγους και σε ερευνητές επιστήμονες από τον χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών (ιστορικούς, κοινωνιολόγους, κ.λ.π.) οι οποίοι είτε εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, είτε ασχολούνται με θέματα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας και δη της νεότερης. Εκδίδονται ανελλιπώς από τον Μάιο του 2002 και ήλθαν να καλύψουν την απουσία, που είχε από ικανού χρόνου καταστεί ευκρινώς ορατή, μιας περιοδικής εκδόσεως, η οποία να προάγει την επιστήμη στα ζητήματα του Εκκλησιαστικού και του Κανονικού Δικαίου και ευρύτερα τον δημόσιο διάλογο στα ζητήματα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας.

____________________________________________

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Υπηρετεί στη Β/θμια Εκπ/ση ως Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων.




Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2018

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΝΤΙΘΕΤΗ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΡΑΤΟΥΣ - ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ 
ΙΕΡΑ ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ 
ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ 

Ἡ Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης συνῆλθε στίς 10 Νοεμβρίου 2018, στό Ἡράκλειο, σέ ἔκτακτη Συνεδρία καί ἀσχολήθηκε μέ θέματα πού εἶναι στήν ἐπικαιρότητα τίς ἡμέρες αὐτές, καί συγκεκριμένα: α. τήν προτεινόμενη ἀναθεώρηση ἄρθρων τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, β. τή μισθοδοσία τοῦ ἱεροῦ κλήρου καί γ. τήν ἐκκλησιαστική περιουσία. 
Ἡ Ἱερά Σύνοδος συζήτησε τά μείζονος σημασίας θέματα αὐτά καί μελέτησε τίς διάφορες ἐκκλησιαστικές, κοινωνικές, νομικές καί ἄλλες προεκτάσεις καί παραμέτρους, μέ συναίσθηση τῆς σπουδαιότητας τῶν θέσεων καί Ἀποφάσεών Της ἔναντι τοῦ Ἔθνους καί τῆς Ἱστορίας. 
Γιά τό θέμα τῆς προτεινόμενης ἀναθεώρησης ἄρθρων τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος ἀπό τήν Κυβέρνηση ἡ Ἱερά Σύνοδος ὁμόφωνα ἀποφάσισε καί δηλώνει τά ἑξῆς: 
1. Θεωρεῖ ἀπαράδεκτη τήν ἀναθεώρηση τοῦ ἄρθρου 21, τό ὁποῖο ἀναφέρεται καί προστατεύει τόν ἱερό θεσμό τῆς οἰκογένειας, πού σύμφωνα μέ τό ἰσχύον Σύνταγμα ἀποτελεῖ «θεμέλιο της συντήρησης και της προαγωγής του Έθνους» καί τελεῖ ὑπό τήν προστασία τοῦ Κράτους καί δηλώνει ρητῶς τήν ἀντίρρησή Της στήν ἀπάλειψη τῆς διατύπωσης αὐτῆς ἀπό τό Σύνταγμα. Ἀρχιερεῖς καθώς καί κληρικοί τῆς Μεγαλονήσου δέχονται συνεχῶς αἰτήματα καί διαμαρτυρίες τοῦ λαοῦ γιά τά προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει σήμερα ὁ θεσμός τῆς οἰκογένειας, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τό πρῶτο κύτταρο τῆς κοινωνίας μας καί μάλιστα σέ μέρες πού ἡ Πατρίδα μας ἔχει ἔντονο δημογραφικό πρόβλημα. Ἡ οἰκογένεια χρειάζεται σαφῆ Συνταγματική προστασία καί ὄχι ἀποδόμηση. 
2. Ἡ Ἱερά Σύνοδος, κατ᾽ ἀρχήν, διαφωνεῖ ρητά μέ τήν ἀναθεώρηση τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, καθώς οὐδεμία Ἐθνική, κοινωνική ἤ νομική ἀνάγκη ἐπιβάλλει τοῦτο. Αὐτή τή θέση, ἐξέφρασε καί ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός μας Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος, στό ἀπό 1ης Αὐγούστου 2017 Σεπτό Πατριαρχικό Του γράμμα, πρός τόν Ἐξοχώτατο Πρωθυπουργό τῆς Ἑλλάδος. 
Σέ κάθε περίπτωση, ἡ Ἐκκλησία Κρήτης διαφωνεῖ μέ τήν προτεινόμενη προσθήκη τῆς φράσης: «Η Ελληνική Πολιτεία είναι θρησκευτικά ουδέτερη», στό 3ο ἄρθρο τοῦ Συντάγματος. Δηλώνει τόν σεβασμό Της σέ κάθε θρήσκευμα, τό ὁποῖο προστατεύεται καί σήμερα ἐπαρκῶς ἀπό τό Σύνταγμα (ἄρθρο 13, παρ.2) καί τή νομοθεσία τοῦ Κράτους. Οἱ νομικές προεκτάσεις τῆς προτεινόμενης εἰσαγωγῆς τῆς φράσης ὅτι «Η Ελληνική Πολιτεία είναι θρησκευτικά ουδέτερη» δέν εἶναι σαφεῖς. Κάθε πειραματισμός καί ἀκροβασία στό θέμα αὐτό θά ἐπιφέρει στό μέλλον ἀρνητικές συνέπειες εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας. Τί σημαῖνει ἄραγε, γιά τόν λαό καί τήν Ἐκκλησία, ὁ ἐν λόγῳ ὅρος περί θρησκευτικῆς οὐδετερότητας τῆς Ἑλλάδας; Πῶς ἑρμηνεύεται ἀπό πλευρᾶς τῆς Πολιτείας;
Ἐπίσης, ἡ προτεινόμενη ἀναθεώρηση τοῦ ἄρθρου 3, δέν κατονομάζει ρητά τή δικαιοδοσιακή ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, δηλαδή ὅτι εἶναι Ἡμιαυτόνομη Ἐκκλησία ὑπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, καθώς καί ὅτι διοικεῖται μέ δικό Της Καταστατικό Χάρτη. 
Γιά τό θέμα τῆς ἀξιοποίησης τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας, ἡ Ἱερά Σύνοδος ὁμόφωνα ἀποφάσισε καί δηλώνει τά ἑξῆς: 
Ὅσα ἀκούγονται καί φημολογοῦνται γιά ἀμύθητη δῆθεν περιουσία τῆς Ἐκκλησίας, δέν ἀνταποκρίνονται στήν πραγματικότητα. Ἡ Ἐκκλησία Κρήτης διαχρονικά ἔδωσε τό μεγαλύτερο μέρος τῆς περιουσίας Της ὑπέρ ἀναξιοπαθούντων ἀνθρώπων, ὑπέρ τοῦ Ταμείου Ἐφέδρων Πολεμιστῶν, γιά ὑποτροφίες ἄπορων φοιτητῶν καί ἐνίσχυσε τίς προνοιακές δομές τῆς Ἐκκλησίας, γιά τή στήριξη καί τή βοήθεια ἐμπερίστατων συνανθρώπων μας σέ ὅλη τήν Κρήτη. Ἐπίσης, μεγάλο μέρος τῆς περιουσίας Της δόθηκε στήν Πολιτεία γιά νά καλύπτει τή μισθοδοσία τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου. Ἡ σημερινή ὑπάρχουσα ἐκκλησιαστική περιουσία στήν Μεγαλόνησο, στό μεγαλύτερό της μέρος εἶναι ἄνευ ἀξίας καί εἶναι ἀδύνατο αὐτή νά καλύψει τή μισθοδοσία τῶν κληρικῶν τῆς Κρήτης. Συνεπῶς, γιά ποιό «κοινό ταμεῖο» συζητοῦμε, τό ὁποῖο θά εἶναι ἱκανό νά καλύψει τίς μισθολογικές ἀνάγκες τῶν κληρικῶν μας; 
Γιά τό θέμα τῆς μισθοδοσίας τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου ἡ Ἱερά Σύνοδος ὁμόφωνα ἀποφάσισε καί δηλώνει: 
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης τιμᾶ τούς κληρικούς Της καί ἀναγνωρίζει ὅτι ἐργάζονται φιλότιμα στή διακονία τους. Ὁ ρόλος τοῦ Κρητικοῦ Ἱερέα εἶναι ὄχι μόνο Ἐκκλησιαστικός, ἀλλά Ἐθνικός καί κοινωνικός. Ἰδιαίτερα στά χρόνια αὐτά τῆς παρατεινόμενης κρίσης, ὁ κληρικός τῆς Κρήτης εἶναι ἐκεῖνος πού ἀνέλαβε πολύπτυχους ρόλους καί πρωτοβουλίες γιά τήν ἀντιμετώπιση καθημερινῶν προβλημάτων καί δυσκολιῶν τοῦ λαοῦ μας, διαφυλάττοντας τήν κοινωνική συνοχή. Στό πλαίσιο αὐτό ἡ Ἱερά Σύνοδος δηλώνει ἀπερίφραστα ὅτι ἡ ὑπάρχουσα νομοθετημένη μισθοδοσία τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου, πού ἐπί σειρά δεκαετιῶν ἔχει δοκιμασθεῖ, δέν χρήζει ὁποιασδήποτε ἀλλαγῆς. Ὅσα δημοσιεύθηκαν γιά τήν ἀλλαγή τοῦ καθεστῶτος στή μισθοδοσία τῆς κληρικῶν, δέν διασφαλίζουν τά ἐργασιακά δικαιώματα καί ἀφήνουν κενά καί ἀσάφειες σέ πολλά ἐπίπεδα. Μέ τόν τρόπο αὐτό, τό μέλλον τῶν ἑκατοντάδων κληρικῶν τῆς Κρήτης, ὡς καί τῶν οἰκογενειῶν τους, κάποιες ἀπό τίς ὁποῖες εἶναι πολύτεκνες, εἶναι μετέωρο καί ἀμφισβητούμενο. Ἡ Ἱερά Σύνοδος θά διασφαλίσει μέ κάθε νόμιμο τρόπο τήν ἀξιοπρέπεια τῶν κληρικῶν καί τῶν οἰκογενειῶν τους, πού ὑπηρετοῦν τήν Ἐκκλησία Κρήτης καί δέν θά ἐπιτρέψει τή βίαιη δυσμενῆ μεταβολή τοῦ ἐργασιακοῦ καθεστῶτος τους, μέ ἀναίτιες καταστρατηγήσεις κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους. 
Ἄν σήμερα πολλοί σιωποῦν γιά τήν ἐπιχειρούμενη καταπάτηση τῶν ἐργασιακῶν δικαιωμάτων τῶν κληρικῶν, νά γνωρίζουν ὅτι αὔριο εἶναι ἐνδεχόμενο νά βρεθοῦν καί αὐτοί στήν ἴδια θέση. 
Ἡ Ἐκκλησία Κρήτης δηλώνει ὅτι οὐδεμία ἐπίσημη ἤ ἀνεπίσημη ἐνημέρωση εἶχε γιά ὅσα ἀνακοινώθηκαν σχετικά μέ τά παραπάνω καί ἐκφράζει τή δυσαρέσκεια καί τήν ἔντονη διαμαρτυρία Της πρός τήν Ἑλληνική Πολιτεία. 
Ἀντιπροσωπεία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, μαζί μέ ἐκπροσώπους τῶν Ἱερῶν Συνδέσμων τῶν Κληρικῶν τῆς Κρήτης, πού ἐκφράζουν τούς ἐννιακόσιους καί πλέον κληρικούς τῆς Κρήτης, θά μεταβοῦν ἄμεσα στούς Ἀρχηγούς τῶν Κομμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, γιά νά καταθέσουν Ὑπόμνημα καί νά ὑποστηρίξουν ἐπίσημα τίς παραπάνω θέσεις τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης. Ἐπίσης, θά κληθοῦν οἱ Βουλευτές καθώς καί ἄλλοι Φορεῖς τῆς Μεγαλονήσου Κρήτης, γιά νά ἐνημερωθοῦν γιά τίς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης γιά ὅλα τά παραπάνω θέματα, τά ὁποῖα ἅπτονται τῆς Ἱστορίας καί τῶν Παραδόσεων τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. 

Ἀπό τήν Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης




Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος για το σχέδιο συμφωνίας Εκκλησίας και Πολιτείας



Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2018

Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος: ''Η συμφωνία θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη υποδούλωση της Εκκλησίας στο Κράτος''



Σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον Καταστατικό Χάρτη, η Εκκλησία της Ελλάδος είναι Αυτοκέφαλη Εκκλησία, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο, έχει επικεφαλής τον Ιησού Χριστό, και ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος είναι Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου.

Με το ισχύον καθεστώς κατοχυρώνεται η ισχύς των Πατριαρχικών Τόμων του 1851 και του 1928, δηλαδή, κατοχυρώνεται, με πολλή σοφία, η ύπαρξη της Εκκλησίας της Ελλάδος, η δημοκρατική της λειτουργία, ο σεβασμός των εκκλησιαστικών καθεστώτων και η αναντικατάστατη σχέση της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Κάθε λέξη του Συντάγματος που αφορά την Ορθοδοξία είναι λέξη με τεράστιο ιστορικό και πολιτισμικό βάρος, προϊόν πολύτιμης εμπειρίας αλλά και τραυματικών γεγονότων.

Ειδικά στην περίπτωση του Συντάγματος του 1975, η διατύπωση των άρθρων που αφορούν την Εκκλησία είναι βαθύτατα επηρεασμένη από το τραυματικότατο γεγονός της επαίσχυντης επεμβάσεως της χούντας, η οποία παραβιάζοντας κάθε έννοια θρησκευτικής ελευθερίας της Εκκλησίας, οδήγησε σε ολέθριες και Εθνικά ζημιογόνες καταστάσεις.

Παράδειγμα, η τραγική συνέπεια του Εκκλησιαστικού διχασμού της Κύπρου, που οδήγησε στον Εθνικό διχασμό και εν τέλει στην Τουρκική εισβολή.

Το κοινό ανακοινωθέν Πρωθυπουργού και Αρχιεπισκόπου, δεν συνάδει με τις περιγραφείσες αρχές και την ιστορική εμπειρία, ενώ υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη υποδούλωση της Εκκλησίας στο κράτος, και μάλιστα με όρους επαιτείας εξαιτίας της αιωρούμενης αβεβαιότητας ως προς την τακτική και συνεπή καταβολή της συμφωνηθείσας ετήσιας επιχορήγησης.

Είναι αλήθεια ότι χωρίς οικονομική αυτοτέλεια, δεν μπορεί να υπάρξει μια ανεξάρτητη Εκκλησία της Ελλάδος. Όμως, ως Έλληνες, προτιμούμε ως εγγυητή αυτής της οικονομικής ανεξαρτησίας μας, το Ελληνικό Κράτος.

Η πρόταση που περιγράφει το κοινό ανακοινωθέν θα οδηγήσει την Εκκλησία της Ελλάδος στον ολισθηρό δρόμο να αναζητά εναγωνίως και διαρκώς την αποκόμιση κερδών, είτε μέσω εταιρειών, είτε μέσω χορηγιών/επιχορηγήσεων από οποιονδήποτε που έχει τα χρήματα, ώστε να μισθοδοτεί τους κληρικούς Της και να καλύπτει τις υλικές ανάγκες Της.

Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος να συντείνει στη μεταφορά πόρων από το κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας, στην κάλυψη αναγκών μισθοδοσίας του εφημεριακού κλήρου.

Μια τέτοια Εκκλησία δεν είναι η Εκκλησία της Ελλάδος, δεν είναι η Εκκλησία του λαού μας. Και η Εκκλησία στην Ελλάδα είναι υπόθεση, πρώτα απ’ όλα, του λαού μας.

Εκτός από όλα αυτά, όμως, υπάρχει και ένα ακόμα σημείο που εκπλήσσει δυσάρεστα όποιον πίστευε ότι μια Κυβέρνηση της Αριστεράς θα επιδείκνυε ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέματα εργασιακών δικαιωμάτων, εργασιακής ασφάλειας και, φυσικά, δεν θα συναινούσε σε απολύσεις.

Το κοινό ανακοινωθέν Πρωθυπουργού – Αρχιεπισκόπου συνιστά τη μεγαλύτερη και βιαιότερη αλλαγή εργασιακών σχέσεων στην ιστορία του Ελληνικού κράτους.

Χωρίς καμία γνώση των ίδιων των άμεσα ενδιαφερομένων, αποφασίστηκε, μέσα σε λίγες ώρες, η μαζική απόλυσή τους από το δημόσιο, ενώ το μελλοντικό καθεστώς εργασιακής τους απασχόλησης (ακόμα και η ίδια η επαναπρόσληψή τους στον νέο εργοδότη τους) είναι σκοτεινό και αβέβαιο, με την απώλεια επίσης εργασιακών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων να προβάλει ως ένα πολύ πιθανό σενάριο.

Όσοι χαίρονται για το γεγονός αυτό ή όσοι σκέφτονται ότι άδειασαν 10.000 του Δημοσίου, ας σκεφτούν πως ό,τι έγινε μια φορά, μπορεί να γίνει και δεύτερη.

Παραδείγματος χάριν, ΝΠΔΔ είναι και οι Δήμοι, είναι και τα Πανεπιστήμια.

Τώρα που βρέθηκε η διαδικασία και ο τρόπος, τί θα σταματήσει αύριο μια κυβέρνηση να επαναλάβει το ίδιο μοτίβο απομονώνοντας μια κατηγορία εργαζομένων του Δημοσίου και οδηγώντας την μαζικά σε ένα νέο εργασιακό καθεστώς;

10.000 οικογένειες, 10.000 Έλληνες που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην διακονία του λαού μας δεν είναι δυνατόν να τυγχάνουν τέτοιας απαξιωτικής μεταχείρισης.

Δεν είναι δυνατόν να τους αφαιρείται κάθε δικαίωμα, ακόμα και αυτό της απλής ενημέρωσης, μόνο και μόνο γιατί είναι Ιερείς.

Το αίσθημα ευθύνης και η αγωνία μας για το μέλλον της Εκκλησίας και του τόπου, δεν μας επιτρέπει να παραμείνουμε απαθείς ενώπιον των σοβαρών αυτών εξελίξεων και επικίνδυνων ανατροπών.

Γι’ αυτό και συγκαλούμε έκτακτη Σύναξη του Ιερού Κλήρου της Μητροπόλεώς μας, προκειμένουμε να υπάρξει ενημέρωση, ανταλλαγή απόψεων και λήψη αποφάσεων, τις οποίες και θα καταθέσουμε στο Ανώτατο διοικητικό όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος, την Ιεραρχία, την έκτακτη σύγκλιση της οποίας άμεσα ζητούμε και αναμένουμε.


Γιάννης Κτιστάκις, Τρία θεμελιώδη ελαττώματα της συμφωνίας Τσίπρα - Ιερώνυμου



Πρώτον, ο πρωθυπουργός πρώτος όφειλε να γνωρίζει ότι σε μείζονα εκκλησιαστικά ζητήματα, σαν αυτά που θίγει η συμφωνία, θα έπρεπε να διαβουλευθεί και με το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο οποίο ανήκουν οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών (Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη και νησιά του Β. Αιγαίου), το Άγιο Όρος, τα Δωδεκάνησα και η Κρήτη. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έλαβε την σύμφωνη γνώμη του Φαναρίου για την κατάρτιση και ψήφιση του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1977. Αντί αυτού, ο πρωθυπουργός διαβουλεύτηκε μυστικά μόνον με τον Αρχιεπίσκοπο, ούτε καν με την Ιερά Σύνοδο, όπως προβλέπει το άρθρο 3 του Συντάγματος. Πρώτο ελάττωμα, συνεπώς, ο επιλεκτικός χαρακτήρας της διαβούλευσης, που προσκρούει στο ίδιο το Σύνταγμα.

Δεύτερον, είναι, βεβαίως, θεμιτό η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος να νοικοκυρέψει τα του οίκου Της αλλά, αλήθεια, ποιος πολιτειακός κανόνας επιτρέπει την εσαεί παράδοση του ετήσιου κονδυλίου της μισθοδοσίας στα χέρια του Αρχιεπισκόπου και της Συνόδου, χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί ένα μέτρημα: πόσοι είναι σήμερα οι μισθοδοτούμενοι ιερείς, πόσα είναι τα καταπατημένα ακίνητα της Εκκλησίας, ποιες είναι οι εκκρεμείς περιουσιακές αντιδικίες μεταξύ Εκκλησίας και κράτους; Με άλλα λόγια, πώς μπορεί να αφαιρεί ετησίως από τις τσέπες των φορολογουμένων δεκάδες εκατομμύρια ευρώ και να τα παραδίδει ανεξέλεγκτα στα χέρια του Αρχιεπισκόπου; Δεύτερο ελάττωμα, λοιπόν, η παράνομη ετήσια οικονομική ενίσχυση, χωρίς την εγγύηση των κρατικών δημοσιονομικών μηχανισμών.

Τρίτον, το 1945 προβλέφθηκε για πρώτη φορά η μισθοδοσία των εφημέριων από το Δημόσιο (Α.Ν. 536/1945). Σε αντιστάθμισμα της δαπάνης αυτής επιβλήθηκε με τον ίδιο νόμο (α) η υποχρεωτική είσπραξη του 25% των τακτικών εσόδων των ενοριακών ναών από το Δημόσιο και (β) η υποχρεωτική ετήσια εισφορά όλων των ορθόδοξων οικογενειών στην ενορία τους. Με άλλα λόγια, το κράτος πλήρωνε τον κάθε εφημέριο με τα έσοδα των ναών που σχηματίζονταν από τις υποχρεωτικές εισφορές των πιστών. Το 1956 η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή επέκτεινε την είσπραξη του 25% επί των πάσης φύσεως εσόδων των ναών (Ν.Δ. 3559/1956). Η εισφορά των πιστών καταργήθηκε το 1962 (Ν.Δ. 4242/1962). Στη συνέχεια, το 1968, το ποσοστό της είσπραξης από το Δημόσιο αυξήθηκε στο 35% (Α.Ν. 469/1968). Το 2004, η κυβέρνηση Σημίτη κατάργησε οριστικώς και αυτό το 35% (άρθρο 15 του Ν. 3220/2004). Συνεπώς, η κρατική μισθοδοσία των εφημερίων ποτέ δεν αποτέλεσε αντιστάθμισμα για την παραχώρηση προς το ελληνικό κράτος της ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Άλλωστε, η σημαντικότερη μεταβίβαση εκκλησιαστικής περιουσίας προς το κράτος υλοποιήθηκε το 1952 με σύμβαση η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 2185/1952 (ΦΕΚ Α΄ 217). Η σύμβαση αυτή ήταν αμφοτεροβαρής: το κράτος απέκτησε την κυριότητα αγροτεμαχίων και βοσκοτόπων εκτός Αττικής (αξίας 97 δισεκατομμυρίων δραχμών, όπως η ίδια η σύμβαση προσδιορίζει) έναντι ίσης αξίας αστικών ακινήτων και μετρητών που απέκτησε η Εκκλησία. Τούτα όλα, με αναλυτικούς πίνακες των εκτάσεων ή των ακινήτων που άλλαξαν κυριότητα αλλά και εκείνων που διατηρούνται στην κυριότητα των Μονών, δημοσιεύονται σε άνω των εκατό σελίδες στο ΦΕΚ. Συνεπώς, πόθεν προκύπτει ότι η μισθοδοσία των εφημέριων προβλέφθηκε σε αντιστάθμισμα της αφαίρεσης εκκλησιαστικής περιουσίας;
-----------------------------
*Ο κ. Γιάννης Κτιστάκις είναι Επίκουρος καθηγητής Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ


Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018

1,8 εκατομμύρια ευρώ ΕΝΦΙΑ πλήρωσε η Εκκλησία της Ελλάδος το 2018

πηγή-φωτό: Ρομφαία


Δεύτερη συνεδρία της Δ.Ι.Σ. για το μήνα Οκτώβριο

Συνήλθε σήμερα, Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018, η Διαρκής Ιερά Συνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος της 162ης Συνοδικής Περιόδου, υπό την Προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου.

Κατά την σημερινή Συνεδρία:

Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος ενέκρινε την πρόταση της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο.) περί της καταβολής σε πέντε ισόποσες μηνιαίες δόσεις του αναλογούντος στην Εκκλησία της Ελλάδος Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) έτους 2018, ο οποίος συνολικώς ανέρχεται στο ποσό του ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων τεσσαράκοντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων τεσσαράκοντα οκτώ ευρώ και εξήκοντα ενός λεπτών (1.848.248,61€).

Ακολούθως ασχολήθηκε με το θέμα της προετοιμασίας του εορτασμού του προστάτου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αγίου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης, την 6η Φεβρουαρίου 2019.

Επίσης, σύμφωνα με την Ημερησία Διάταξη, ενέκρινε οργανογράμματα των Ιερών Μητροπόλεων για την εύρυθμη λειτουργία τους, ασχολήθηκε με τρέχοντα υπηρεσιακά θέματα και τέλος ενέκρινε αποσπάσεις κληρικών.

Εκ της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου



Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

π. Β. ΚΑΛΛΙΑΚΜΑΝΗΣ, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ

φωτό: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ / blogs.auth.gr/moschosg

πηγή: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, 25/1/2013 

Η ομιλία του π. Βασίλειου Καλλιακμάνη, καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ., στο συνέδριο "Εκκλησία και Αριστερά" (Θεσσαλονίκη, 22-23/1/2013)

Εισαγωγικά 

Θα ήθελα πριν αρχίσω την εισήγησή μου, να αναφέρω το εξής: Κάθε χρόνο την πρωτοχρονιά μεταδίδεται από τη Βιέννη η μεγάλη συναυ­λία κλασσικής μουσικής, που αποτελεί παγκόσμιο πολιτιστικό γεγονός και αναμεταδίδεται απευθείας σε πλείστες χώρες του πλανήτη, αλλά και στη Ελλάδα από την κρατική τηλεόραση. Στη διάρκεια της συναυλίας αυτής οι οργανωτές προβάλ­λουν τη χώρα τους, τα αξιοθέατα και την παράδοσή τους. Φέτος επέλεξαν να παρουσιάσουν όλα αυτά μέσα από έναν παραδοσιακό θρησκευτικό γάμο ενός νέου ζεύγους. ΄Εξω από ένα εκκλησάκι οι παρευρισκόμενοι ραίνουν με ροδοπέταλα τους νεόνυμφους. Στο βάθος του πλάνου κυ­ριαρ­χεί ένας ιερέας, που τέλεσε προφανώς το γάμο. Οι νεόνυμφοι μπαίνουν σε ένα αυτοκίνητο και ξεκινούν το ταξίδι της ζωής. Όμως, στην πρώτη στροφή του δρόμου η μηχανή του αυτο­κινή­του παρου­σιάζει πρό­βλημα και βγάζει καπνούς. Το βλέπουν οι συγγενείς και οι φίλοι και με πρώτο τον ιερέα τρέχουν προς το μέρος τους. Όταν φθά­νουν εκεί, ένα κοριτσάκι δίνει στον ιερέα ένα γαλλικό κλειδί. Εκείνος επιδιορθώνει τη μηχανή και με τα χέρια του μουντζουρωμένα σκου­πίζει τον ιδρώτα του, Όπως είναι φυσικό, μουντζουρώνει και το μέτωπό του… Με χαμόγελο το νέο ζευγάρι ευχαριστεί και συνεχίζει το ταξίδι της ζωής. Αυτά βέβαια γίνονται σε μια χώρα που έχει παιδεία, πολιτισμό και τιμά την παράδοσή της. Και μάλιστα δεν ντρέπεται να την προβάλλει στα πέρατα του κόσμου! Αναρωτιέμαι, στην Ελλάδα ποιο έγκλημα έκαναν οι κληρικοί και είναι συνεχώς υπόλογοι; Μετά από αυτά έρχομαι στην εισή­γη­σή μου.

Τα θέματα που κλήθηκα να αναπτύξω είναι ευρύτατα και έχουν διά­φορες πλευρές. Ειδικότερα, το ζήτημα της εκκλησια­στι­κής περιουσίας δεν απα­σχό­λησε την ακαδημαϊκή θεολογική σκέψη γενικότερα (εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων,) ούτε ήταν και εντός των δικών μου ερευνητικών ενδιαφε­ρό­ντων. Κι αυτό, διότι ήθελα να βλέπω την Εκ­κλη­σία πέρα και πάνω από τα όρια μιας μη κυβερ­νη­τικής οργάνωσης ή μιας μικρής ή με­γάλης επι­χεί­ρη­σης. Εξάλλου, οι κλη­ρικοί σύμφωνα με τους ιερούς κανό­νες δεν επι­τρέ­πε­ται να ασχο­λού­νται με το εμπόριο. Πράγματι, εάν η Εκ­κλησία χάσει τον εσχα­το­λογικό της προ­σανα­το­λισμό, κινδυνεύει να με­τα­σχηματισθεί σε εγκόσμιο κοινωνικό οργανισμό. Από χώρος φα­νε­ρώ­σεως χά­ρι­τος και αγιασμού των ανθρώπων, κιν­δυ­­νεύει να μεταβληθεί μόνο σε χώρο εξυπη­ρέ­τησης θρη­­­σκευτικών, αλλά και πά­σης φύσεως ανθρώπινων ανα­γκών. Από ει­κό­να και σημάδι του παρα­δεί­σου και χώρος δράσεως του Παρακλήτου, το ο­ποίο συγκρο­τεί το θεσμό της Εκκλησίας, να μετατραπεί σε δημόσια υ­πη­ρε­σία.

Αυτή όμως η θεώρηση ενδέχεται να είναι μονομερής, αφού μπορεί να υποκρύπτει και μανιχαϊστικά στοιχεία. Διότι, η Εκκλησία και ως αν­θρώ­πινος οργα­­νισμός που δραστη­ριο­ποι­είται εντός του κόσμου, προσλαμ­βά­νει, εκκλη­σιοποι­εί και μεταμορφώνει τη ζωή των ανθρώπων και τα πράγ­ματα του κόσμου. ΄Ετσι, πρέπει να οικοδομήσει, να συντηρήσει και να ανα­και­νίσει ιερούς ναούς, όπου συνάγεται ο λαός του Θεού για τη θεία Ευχαρι­στία. Και οι ναοί αυτοί αποτε­λούν κατεξοχήν πνευ­μα­τι­κά και πο­λι­­τι­στικά κέντρα που όμως ταυτόχρονα έχουν εσχα­τολο­γική προο­πτι­κή. Χρειά­ζε­ται επί­σης να απα­σχο­­λήσει προ­σω­πικό, να το ασφα­λί­σει και παράλληλα να φανερώσει έ­στω αμυδρά αλλά εμπειρικά το πρό­σωπο της έμπονης αγάπης, που απο­τελεί κεντρικό ευαγγελικό μή­νυ­μα. Οπότε το ζήτημα εί­ναι πιο σύνθετο, από ότι φαίνεται. Εξάλλου, όπως σε όλα τα σύγχρονα θέ­ματα συχνά χά­νε­ται κι εδώ η έννοια του μέτρου.

Θα ήθελα να αναφέρω ότι στους Προγραμματικούς Στόχους της Συμμαχίας των πέντε κομμάτων της Αριστεράς, δηλαδή της ΕΔΑ, του ΚΚΕ εσωτερικού, Της Σοσιαλιστικής Πρωτοβουλίας, της Σοσια­λι­στικής Πορείας και της Χριστιανικής Δημοκρατίας, που δημοσιεύτηκε το 1977 στο κεφάλαιο της Εκκλησιαστικής Πολιτικής αναφέρονται τα εξής: «Σε θέ­μα­τα οικονομικά θα υπάρχει συνεργασία με την Πολιτεία, με στόχο τη στα­διακή απαλλαγή της Διοικούσας Εκκλησίας από οικονομικές δια­χει­­ρίσεις και την αποκλειστική αφοσίωσή της στο έργο της «διακονίας του λόγου». Οι βιοτικές ανάγκες του κλήρου ή τυχόν άλλες ανάγκες της Εκ­κλη­σίας θα καλύπτονται εξ’ ολοκλήρου από τον κρατικό προϋπο­λο­γι­σμό». Οι θέσεις αυτές οφείλονται προφανώς στις ζυ­μώ­σεις που γίνονταν τότε με τη συμμετοχή της Χριστιανικής Δημοκρα­τί­ας, η οποία είχε πά­ντοτε ανοιχτό δίαυλο με την αριστερά. Αλλά ίσως κι εδώ δεν απο­φεύ­γεται ο μανι­χαϊ­σμός, αφού μάλλον υπονοείται ότι, «εσείς θα ασχολείσθε με τα πνευ­μα­τι­κά ζητήματα, κι εμείς με τα οικονομικά σας».


Οι άξονες της εισήγησης

Στη συνέχεια θα εστιάσω το ενδιαφέρον στα εξής ερωτήματα: Ποια είναι η θεολογική διάσταση του θέματος; Πώς αποκτή­θηκε η εκκλη­σια­στι­κή περιουσία και πώς αντιμετώπισε το θέμα η ελ­ληνική πολιτεία; Οι κληρικοί είναι δημόσιοι υπάλληλοι ή όχι; Πώς αι­τιο­λογείται η μισθο­δο­σία του κλήρου από το κράτος; Μήπως οι κληρικοί επιστρέφουν πίσω στο κοι­νωνικό σύνολο ως υπερα­ξία, όσα εισ­πράτ­τουν;

Θεολογική διάσταση: Ορισμένοι σύγχρονοι θεολόγοι υπο­στη­ρίζουν, ότι η Εκκλησία σώ­ζει τον κό­­σμο «με αυτό που είναι» κι όχι «με αυ­τό που κάνει». Η θέ­ση αυτή είναι κα­ταρ­χήν ορ­θή, αρκεί να μην αυτο­νο­μεί­ται. Διότι έχει μεγάλη σημασία και «αυτό που κάνει». Α­πό το άλλο μέρος δη­μο­­σιο­­γρά­­φοι και σχο­λιαστές της σύγχρονης κοινωνι­κής πραγματικό­τη­τας βλέπουν την Ε­­κ­­­­κλησία ως κοσμική κοι­νω­νική οργά­νωση αναζη­τώ­ντας και ανα­γνω­ρίζοντας σε αυτή μόνο το κοι­νωνικό έρ­γο, παρα­βλέ­πο­ντας προφανώς ότι το πνευματικό και μυστηριακό της έρ­γο έχει κοι­νω­νι­κές διαστάσεις.

Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια υπήρξε προβληματι­σμός σχε­τι­κά με την προτεραιότητα ή μη του αποστολικού κηρύγματος, που συ­νο­ψί­ζε­ται στην αγάπη προς το Θεό και το συνάνθρωπο, έ­να­ντι της ανά­πτυ­ξης κοι­νωνικού έργου, στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής κοινότητας των Ιερο­σολύμων[1]. Τελικά εξελέγησαν οι επτά διάκονοι για το έργο αυτό, αφή­νο­ντας απερί­σπα­στους τους δώδεκα αποστόλους στην προσευχή και τη δια­κο­νία του λό­γου. Εδώ δίδεται προτε­ραιό­τητα στη διδαχή, ενώ η ενα­σχό­ληση με την κοι­­νω­νική προ­σφο­­ρά ακολουθεί. Όμως, οι εκλεγμένοι διά­κο­νοι δεν είναι τυ­χαίοι, αλλά «πλήρεις Αγίου Πνεύ­μα­τος και σοφίας». Κι αυ­τή η προϋ­­­πό­θε­ση τους καθιστά ικα­νούς να διαχειρίζονται δίκαια τα οικο­νο­μι­κά και κοινωνικά ζητήματα της κοι­νό­τητας. Αντίστοιχα, η διακονία που τους ανατίθεται δε θεωρείται υποδεέστερη και δευτερεύουσα, αλλά λογίζεται ως μια σημαντική και βασική λειτουργία της Εκκλησίας.

Με την πάροδο του χρόνου και με την αναγνώριση στις χριστια­νι­κές κοινότητες, ακόμη και από ρωμαίους Αυτοκράτορες όπως ο Αλέξαν­δρος Σεβήρος, να διαθέτουν συλλογική ιδιοκτησία για τις ανάγκες τους, θε­­με­λιώθηκε η αντίληψη περί ιερών κτημάτων και πραγμάτων. Κύριος υ­πεύ­θυνος για τη διαχείρισή τους έγινε ο επίσκοπος, ο οποίος είχε ως βοη­θό τον «οικονόμο», «ώστε μη αμάρτυρον είναι την οικονομίαν της εκ­κλη­σίας, και εκ τούτου σκορπίζεσθαι τα της εκκλησίας πράγματα, και λοι­δο­ρίαν τη ιερωσύνη προστρίβεσθαι»[2].

Ακόμη, στην πατερική παράδοση γί­νεται έ­ντο­νη κριτική του έ­ντο­κου δανεισμού, καταγγέλλεται ως αιτία οι­κο­­νο­μι­κής εξαθλίωσης η βα­ριά φορολογία και η τοκογλυφία, και απαγο­ρεύε­ται στους κληρικούς να α­­ποδέχονται χορηγίες για τις ανάγκες της εκκλη­σίας, οι οποίες προέρ­χο­νται από εκμετάλλευση και αδικία.

Τρόποι απόκτησης της περιουσίας[3]

Η χρησι­κτη­σία, που αφορά την καλλιέργεια και χρήση κτημάτων πάνω από 40 χρό­νια, αποτελεί πάγια πρακτική αναγνώρισης κυριότητας. Για τους ιδιώτες το διάστημα ήταν μικρότερο.

Τα μοναστήρια απέκτη­σαν περιουσία και από την εργασία των μο­να­χών, οι οποίοι εκτός από την καλλιέργεια της γης κατασκεύαζαν πλή­θος εργοχείρων και τα πωλούσαν για τη συντήρησή τους.


Επίσης σημαντικό μέρος της μοναστηριακής περιουσίας οφείλεται και σε δωρεές ακινήτων αλλά και χρημάτων, αφού με την ευθύνη των μο­να­στηριών συντη­ρού­νταν σχολεία, συγκροτούνταν βιβλιοθήκες και φυ­λάσσονταν κειμήλια με­γά­λης αξίας. Οι δωρητές προέρχονταν από όλες τις τάξεις της κοινωνικής ζωής[4]. Βυζαντινοί αυτοκρά­το­ρες και μέλη των οικογενειών τους, ηγεμόνες, κληρικοί όλων των βαθμών αλλά και απλοί χριστιανοί προσέφεραν διάφορες δωρεές.

Άλλη πηγή απόκτησης της μοναστηριακής περιουσίας ήταν και εί­ναι η προσωπική ιδιοκτησία των μοναχών, την οποία μετά την κουρά τους συνήθως διαθέ­τουν στο μοναστήρι. Με τον ίδιο τρόπο τα μοναστήρια κλη­­ρονομούν την περιουσία πλήθους μοναχών που εγκαταβιώνουν σ’ αυτά. Μαρτυρούνται ακόμη αγοραπωλησίες για απόκτηση καλλιεργή­σι­μης γης, εργαστηρίων, μύλων κ.λπ. Να αναφερθεί ακόμη, ότι πολλοί υπόδουλοι κατά την Τουρκοκρατία α­φιέ­ρωναν εθελουσίως τις περιουσίες τους σε εκκλησιαστικές κοινότητες, ναούς και μοναστήρια και αντί­στοι­χα οι Οθωμανικές αρχές τα αναγνώριζαν ως βακούφια, δηλαδή ως Κοινωφελή Ιδρύματα[5]. ΄Αραγε αυτό αποτελεί λόγο αφαίρεσής τους από την Εκκλησία κα­τά την Απε­λευ­θέ­ρω­ση; Ποιος θα μπορούσε να διερμηνεύσει την επι­θυ­μία των δωρητών; Αλλά και η Εκ­κλη­σία για ποιόν αξιοποιεί την περιου­σία, για τον εαυτό της ή για το κοινωνικό σύνολο;

Εκκλησιαστική περιουσία και Ελληνική Πολι­τεία

Υπάρχουν πολλοί σταθμοί στην πορεία του νέου ελληνικού κράτους, κατά τους ο­ποίους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η ελληνική πολιτεία α­παλ­­λοτρίωσε, οι­­κειο­­ποιή­θη­κε, δήμευσε, δέσμευσε, φορολόγησε, ή «αξιο­ποίησε» την εκ­κλη­σιαστική περιουσία. Θα αναφερ­θούν τρεις από αυτούς.

Από το 1917 μέχρι το 1930 απαλλοτριώθηκαν εκκλησιαστικές εκτά­σεις αξίας άνω του 1.000.000.000 προπολεμικών δραχμών για την αποκα­τά­σταση των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής. Το κράτος κα­τέ­βα­λε στο τότε Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο, που είχε ιδρυθεί α­πό το ίδιο για τη συντή­ρη­ση του κλήρου μόνο 40 εκατομμύρια. Τα υπό­λοι­πα 960. 000.000 οφείλο­νται ακόμη[6].

Το 1952 το κράτος με την απειλή της διακοπής μισθοδοσίας του ε­φη­μεριακού κλήρου και ύστερα από αφόρητες πιέσεις υπέγραψε με την Εκ­κλησία «Σύμβασιν περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων…. της Εκκλησίας… προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιερ­γη­τών και ακτη­μό­νων κτηνοτρό­φων». ΄Ετσι παραχωρήθηκαν στο κράτος τα 4/5 της καλλιερ­γού­μενης ή καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας και τα 2/3 των βοσκο­τόπων με αντάλλαγμα να λάβει η Εκκλησία το 1/3 της πραγματικής αξίας κάποια αστικά ακίνητα αμφίβολης αξίας και 45.000.000 προπο­λεμι­κές δραχμές[7].


Μόνο η Μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας, όπως γράφει ο Μητροπολίτης της κ. Αλέξανδρος με τη σύμβαση του 1952 «παρε­χώ­ρησε στο Κράτος κτήματα, που συνολικά ανέρχονται σε 30.549 στρέμματα, τα οποία δόθηκαν τυπικά μεν εις τους δήθεν ακτήμονες γεωργοκτη­νο­τρό­φους, … με την πάροδον ολίγου χρόνου τα επώ­λη­σαν και αυτοί μεν φαι­νο­μενικά έμεινα πάλιν ακτήμονες, η Εκκλησία όμως α­ποστερήθηκε τα 4/5 της περιουσίας της με την οποίαν ευεργετούσε τον πτωχό Λαό μας».

Στη σύμβαση αυτή (1952) αναφέρεται ρητά, πρώτον ότι, «η απαλλο­τρίωση αυτή είναι η τελευταία, δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον», και δεύτερον το κράτος δεσμεύεται να παρέχει κάθε ανα­γκαία υ­πο­στήριξη (υλική και τεχνική), ώστε η Εκκλησία να αξιο­ποιήσει την ε­να­πο­μείνασα περιουσία της[8].

Και οι δύο όροι της σύμβασης δεν τηρήθηκαν ποτέ. Αντίθετα οι Υ­πηρεσίες του κράτους άλλοτε αμφισβητώντας την κυριότητα, άλλοτε χα­­ρακτηρίζοντας ως δασικές ή «διακατεχόμενες» τις μοναστηριακές εκτά­σεις και άλλοτε κωλυσιεργώντας την έκδοση σχετικών αποφάσεων εμπό­δισαν την αξιοποίησή της σε βάρος του λαού.

Ο τρίτος σταθμός της πορείας αυτής ήταν το 1987 με το Νόμο 1700, το γνωστό ως «Νόμο Τρίτση». Με τις διατάξεις του Νόμου 1700 έγινε από­πει­ρα αλλα­γής των κανόνων διαχείρισης και διοίκησης του ΟΔΕΠ. Στον ΟΔΕΠ τα μέλη, του οποίου θα διορίζονταν από το κράτος, «περιέρχεται αυ­το­δικαίως η αποκλειστική διοίκηση, διαχείριση και εκπρο­σώ­πηση ολό­κλη­ρης της ακίνητης περιουσίας των Ιερών Μονών». Στο Νό­μο αυτό προ­βλέ­πονταν ότι: «Μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξ (6) μη­νών ο ΟΔΕΠ και οι ΟΔΜΠ (Κρήτης) μπορούν να μεταβιβάσουν προς το ελ­λη­νικό δη­μόσιο… την κυριότητα της εν λόγω περιουσίας…»[9]. Το 1988 η διοίκηση της Εκκλησίας υποχώρησε και -παρά τους ιερούς κανόνες- δέχθη­κε να υπο­γρα­φεί σύμβαση παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγρο­τολιβα­δικής περιουσίας των ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλά­δος. Τη σύμ­βα­ση υποχρεώθηκαν και υπέγραψαν 149 μονές, ενώ άλλες αρνή­θη­καν να την υπογράψουν. Εννέα από αυτές προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικα­στήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης και δι­και­­ώ­­θηκαν[10].

Αλλά για να υπάρχει σαφέστερη εικόνα για το μέγεθος της εκκλη­σιαστικής περιουσίας, η οποία ανήκει σε πολλά Ν.Π.Δ.Δ., (που δημο­σιο­γρα­­φικές πληροφορίες τα ανεβάζουν σε 10.000, εννοείται προφανώς ότι κάθε ενορία έχει και μια αυλή, στην οποία παίζουν τα παιδιά και πρέπει να φορολογηθεί!) θα ήθελα να ανα­φέρω κάποια στοιχεία από μελέτη της Αγροτικής Τράπεζας του 1983 που δημο­σιεύ­τη­κε το 1986[11].


Η Ελλάδα έχει συνολική έκταση 131.957.4004 στρεμμάτων. Από αυ­τά, αγροτική γη, γεωργο- κτηνοτροφικού ενδιαφέροντος, είναι:

29.500.000 στρέμ. δάση (22%),

52.500.000 στρέμ. βοσκότοποι (40%),

39.500.000 στρέμ. γεωργική γη (30%). Από τις παραπάνω εκτάσεις, τα 61.441.900 στρέμματα α­νήκουν κατά κυριότητα:

43.598.000 στο Δημόσιο,

15.553.200 στην Τοπική Αυ­τοδιοίκηση,

1.098.400 στις Συνεταιριστικές Οργανώσεις,

1.292.300 στην Εκ­κλησία.

Δηλαδή στην Εκκλησία ποσοστιαία ανήκει το 1,4% των δασικών εκτάσεων, το 2,3% των βοσκοτόπων και το 2,19% της γεωργικής γης (όπου όμως το Δημόσιο κατέχει το 45,6% και η Τοπική Αυ­το­διοίκηση το 30,8%).

Από τις εκτάσεις που ανήκουν στην Εκκλησία (δηλ. από το 1.292.­300), 367.000 στρέμματα είναι δάση,

735.300 βοσκότοποι και

189.900 γεωργική γη.

Τα δάση και οι βοσκότοποι είναι σχεδόν ανεκμετάλ­λευ­τα και το 53% της καλ­λιεργήσιμης γης βρίσκεται σε ορεινές ή ημιο­ρεινές πε­ριο­χές. Σημα­ντι­κό στοιχείο της εν λόγω έρευνας είναι ότι κα­τά τη δεκαε­τία 1974 – 1983 «εγκαταλείπονται κάθε χρόνο και κατά μέσο όρο, 162.400 στρέμματα αγροτικής γης που περιλαμβάνουν 117.500 στρ. βο­­σκό­­τοπους, 32.800 στρ. δάση, 9.300 στρ. γεωργικής γης»[12].

Κατά τις τελευ­ταί­ες δεκαετίας οι ρυθμοί και τα ποσοστά της εγκαταλελειμμένης αγρο­τικής γης έχει αυ­ξη­θεί ακόμη περισσότερο, λόγω της γήρανσης αγροτικού πλη­θυ­σμού καθώς και άλλων παραγόντων. Όταν μελετούσα τα στοιχεία αυτά, άκουσα τον Μακαριώτατο Αρχιε­πί­σκο­πο Αθηνών και πάσης Ελλάδος να ανακοινώνει την πρόθεσή του να δοθούν για καλλιέργεια εκτάσεις που ανήκουν στην Εκκλησία και αναρω­τήθηκα: Ποιος θα επιστρέψει να καλλιεργήσει τη γη που ανήκει στην Εκκλησία; Εδώ οι νεοέλληνες έχουν εγκαταλείψει τις δικές τους καλλιερ­γή­σι­μες εκτάσεις.

Μισθοδοσία του κλήρου: Ως αντιστάθμισμα των απαλλοτριώσεων χωρίς ουσιαστική εξό­φληση, αλλά και των παραχωρήσεων με συμβάσεις της εκκλησιαστικής πε­ριου­σίας ήταν η μισθοδοσία τού Κλήρου από το Κράτος. Παράλληλα, είχε ορισθεί αρχικά φορολόγηση κατά 25% και αργότερα 35% των εισπράξεων των ναών για την ενίσχυση του σχετικού ταμείου. Η φορολόγηση αυτή καταργήθηκε το 2004. Ισχύουν όμως άλλες φορολογήσεις της εκκλησιαστικής περιουσίας, οι οποίες έφθασαν για το 2011 το ποσό των 12.584.139,92€[13].

Επειδή η μι­σθο­δοσία τού Κλήρου είναι αποτέλεσμα συμβάσεων, ση­μαίνει ότι οποια­δή­ποτε διακοπή της (μισθοδοσίας) θα έχει ως αποτέ­λε­σμα τη λύση των συμβάσεων και την επιστροφή των παραχωρηθέντων στην Εκκλησία. Οπότε θα προκύψει τεράστιο πρόβλημα.

Αλλά πόσοι είναι οι κληρικοί που μισθοδοτούνται από το κράτος; Σήμερα υπολογίζονται σε 8500 στην Εκκλησία της Ελλάδος και περίπου 1000 στην Κρήτη και τα Δωδεκάνησα.


Σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι θρησκευτικοί λει­τουργοί αμείβονται από το κράτος, όπως στο Βέλγιο, την Τσεχία, ό­που έχουν μάλιστα ανταποδοτικό χαρακτήρα και αφορούν στις κα­τα­σχέ­σεις της Εκκλησιαστικής περιουσίας από το πρώην Κομμου­νιστικό καθε­στώς. Στη Γαλλία, στις περιφέρειες της Αλσατίας και της Μοζέλ (πρώ­ην Λωρραίνη) με 3.5 εκατομμύρια πληθυσμό, οι κληρικοί των Ρω­μαιο­κα­θολικών, των Προτεσταντών καθώς και οι Ραβίνοι πληρώνονται από το Δη­μόσιο ταμείο του κράτους. Στο Λουξεμβούργο, οι κληρικοί και οι ρα­βί­νοι πληρώνονται από το κράτος.

Στη Ρουμανία οι λειτουργοί των αναγνωρισμένων θρησκειών πλη­ρώ­­νονται από το κράτος. Στη Σλοβακία το κράτος επιδοτεί τους μισ­θούς των κληρικών. Στην Ελβετία, στα περισσότερα από τα 26 κα­ντό­νια, οι ιδιωτικές εταιρίες πληρώνουν υ­πο­χρεω­τικά φό­ρο υπέρ της Εκκλησίας[14].

Στην Ελλάδα οι Εφημέριοι, αν και μισθοδοτούνται από το Δημόσιο, δεν αποκτούν τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα, αλλά ούτε και την ιδιότη­τα υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ., παρά το ότι η Εκκλησία και τα νομικά της πρό­σω­πα είναι δημοσίου δικαίου. «…αφού οι Εφημέριοι είναι κυρίως θρησκευ­τικοί και πνευματικοί λειτουργοί και όχι συνήθεις διοικητικοί υπάλληλοι»[15]. Και αυτή η μισθοδοσία των κληρικών από το Δημόσιο, δεν τους προ­σδίδει την ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου. Καταβάλλεται από την Πο­λι­τεία για χάρη της Εκκλησίας, δεν αποτελεί, όμως, αντιπαροχή για την ε­πι­τέλεση των ιερατικών τους καθηκόντων, αλλά κάλυψη από την Εκ­κλη­σία των βιοτικών τους αναγκών[16].

Αποδίδουν στην κοινωνία οι κληρικοί όσα εισπράττουν; Πέρα όμως από τα παραπάνω υπάρχει και ένα άλλο γεγονός, που δεν έχει προσεχθεί. Οι κληρικοί είναι οι μόνοι στο δημόσιο χώρο που με πρω­τοβουλία τους κτίζουν, διακοσμούν, συντηρούν, ανακαινίζουν και γενικά φροντίζουν το χώρο στον οποίο εργάζονται. Σε κάθε Μητρόπολη υπάρ­χουν ανοιχτά πολλά εργοτάξια για δεκαετίες, όπου απασχολούνται οικο­δόμοι όλων των ειδικοτήτων, τεχνίτες, αλλά και μαραγκοί, ξυλογλύπτες, α­γιο­γράφοι, αργυροχόοι και άλλοι. Τα χρήματα για όλα αυτά τα έργα δεν προέρχονται από επιχορηγήσεις του κράτους, αλλά κατά κα­νό­να από το λαό του Θεού και μικρούς δωρητές, που βλέπουν το έργο της Εκ­κλησίας να προάγεται. Οι επίσκοποι και εφημέριοι που αναλαμβάνουν το έργο αυτό γίνονται συχνά «ζητιάνοι», για να το φέρουν σε πέρας. Να σημειω­θεί στο σημείο αυτό, ότι τα δύο τελευταία χρόνια πολλοί ναοί έχουν ανα­στείλει τις οικοδομικές εργασίες τους και δίδουν προτεραιότητα στο κοι­νω­νικό έργο.

Ακόμη σε κάθε ναό απασχολούνται με έμμισθη σχέ­ση και ασφά­λι­ση ψάλτες, νεωκόροι, καθαριστές κ.λπ. Δεν είναι εύκολο να υπο­λο­γίσει κά­ποιος πόσες χιλιάδες οικογένειες ζουν σήμερα από τα εργοτάξια της Εκ­κλησίας, χωρίς την παραμικρή επι­βά­ρυνση για το κράτος.

Ανάλογο έργο γίνεται στα μοναστήρια από τους μοναχούς, οι ο­ποίοι όχι μόνο ανακαινίζουν και συντηρούν τις κτιριακές εγκαταστάσεις και διαφυλάσσουν το φυσικό περιβάλλον, αλλά γί­νο­νται ταυτόχρονα και άμισθοι φύλακες των μνημείων αλλά και των κει­μη­λίων μεγάλης αξίας που θησαυρίζονται εκεί. Δεν επιτρέπει ο χρόνος να αναφερθεί η προσφο­ρά των μονών στο γένος και το λαό μας. Θα χρειαζόταν ολόκληρο συνέδ­ριο αφιερωμένο στο ζήτημα αυτό.

Αλλά αφού τόσα λέγονται ένθεν κακείθεν, ας αναφερθεί και μια υπόθεση εργασίας που εύχομαι να διαψευσθεί: Οι ιεροί ναοί και τα μοναστήρια που κτίζονται σήμερα μετά από 150 χρόνια θα αποτελούν μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου. Τότε, προβλέπω να ερίζουν οι υπεύθυνοι των υπηρεσιών της πολιτείας με τους εφημερίους και τους μοναχούς για το «πώς και το γιατί των μνημείων»! Τότε θα «τρέχουν» οι πολιτιστικά ευαίσ­θητοι υπάλληλοι, που ζουν από τον πο­λι­τισμό της Εκκλησίας, να επι­τι­μήσουν τους κληρικούς, διότι «κατα­στρέ­φουν τα μνημεία που ανήκουν στο λαό». Βέβαια αυτό συμβαί­νει και σή­με­ρα, διότι υπάρχει διαφορετική θεώρηση. Οι μεν τα βλέπουν ως απολι­θώ­ματα και μνημεία του παρε­λθό­ντος, οι δε ως χώρους ζωντανής έκφρασης της ορθοδόξου πίστεως και ανάπτυξης υψηλού πολιτισμού.


Επίλογος

Αφήνω το τεράστιο κοινωνικό έργο της εκκλησίας, διότι αυτό θα συζητηθεί σε άλλη συνεδρία. Θα ήθελα να κλεί­σω την εισήγησή μου λέγοντας τα εξής: Η μεγαλύτερη περιουσία της Εκ­κλη­σίας είναι το Ευαγ­γέλιο της αγάπης και της θυσίας του Χριστού, αλλά και η αγάπη του λαού της. Είναι η αγάπη που εισπράττει από τους α­πλούς ανθρώπους και η αλλη­λεγγύη που εμπνέει. Σε έναν κόσμο που με­τά το «θάνατο του Θεού» ακολούθησε δυστυχώς και ο «θάνατος του πλη­σίον»[17], η πίστη στον Τρια­δι­κό Θεό αποτελεί αδαπάνητο θησαυρό. Κι ακό­μη περιουσία της Εκ­κλη­σίας είναι η στενή σχέση της με το λαό και το συλλ­ογικό του υπο­συ­νεί­δητο. Οι πρωτο­γε­νείς σχέσεις των κληρικών με τους απλούς ανθρώπους σε επίπεδο ενο­ρίας και γει­τονιάς και κυρίως η παντοειδής στήριξη στα αδύναμα και απρο­στά­τευ­τα μέλη της κοι­νω­νίας είναι η μεγαλύτερη επένδυσή της. Περιουσία της Εκκλησίας είναι το κεφάλαιο της πίστης, της αγάπης και της ελπίδας. Της ελπίδας που χά­νε­ται. Και χωρίς ελπίδα η κοινωνία μας δεν μπορεί να προαχθεί, και δεν μπο­ρεί να προοδεύσει και να αναπτυχθεί. Την ελπίδα αυτή καλείται να αναστήσει σήμερα η Εκ­κλησία με τον προφητικό της λόγο, την ενοποιό κοι­νω­νική της πρα­κτική και τη διαύγεια της διδασκαλίας της.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. Πράξ. 6, 1-7.


[2] Κανών 26, Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Βλ. περισσότερα, Θ. Παπαθανασίου, «Λόγος περί- ουσίας, Σημειώσεις για την Εκκλησιαστική Περιουσία», περ. Σύναξη, τεύχ. 23, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1987, σ. 51 κ.ε. 


[3] Βλ. Αρχιεπ. Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου, Εκκλησιαστική περιουσία και μισθοδοσία του κλήρου, Αθήναι 2012, σ. 28 κ.ε.


[4] Όπ. π., σ. 29. 


[5] ΄Αραγε αυτό αποτελεί λόγο αφαίρεσής τους από την Εκκλησία κατά την Απε­λευ­θέ­ρω­ση; Ποιος θα μπορούσε να διερμηνεύσει την επιθυμία των δωρητών; Αλλά και η Εκ­κλη­σία για ποιόν αξιοποιεί την περιουσία, για τον εαυτό της ή για το κοινωνικό σύνολο; 


[6] Ευάγγελος Λέκκος, Εκκλησιαστική περιουσία. Οι προκαταλήψεις, οι μύθοι, η αλήθεια,έκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2001, σ. 27. 


[7] Ευάγγελος Λέκκος, όπ. π. σ. 28.


[8] ΄Ο.π., σ. 28-29.


[9] Αρχιεπ. Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ό.π., σ. 113.


[10] Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης, Εκκλησιαστική περιουσία, Η αρχαία πράξη και οι νέοι παραβάτες, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 10-11. 


[11] Θ. Τσούμα-Δ. Τασιούλα, Ιδιοκτησιακό καθεστώς και αξιοποίηση της αγροτικής γης στην Ελλάδα, έκδ. Αγροτικής Τραπέζης, Αθήνα 1986.


[12] ΄Ο.π. σ.18.


[13] Επιστολή Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερω­νύ­μου προς τον Πρωθυπουργό, την πολιτική ηγεσία και τους Ευρω­παί­ους ηγέτες, Ιούλιος 2012. 


[14] Βλ. Αρχιμ. Πέτρος Μποζίνης, Εκκλησία και Πολιτεία για τη μισθοδοσία του κλήρου,στο Ιστολόγιο agioritis.


[15] Β. Χ. Τρομπούκης Δρ Νομικής, Η περιφερειακή οργάνωση της Εκ­κλησίας της Ελλάδος, (Διδακτορική Διατριβή στη Νομική Αθηνών) εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κο­μοτηνή 2011, σ. 236.


[16] Β. Χ. Τρομπούκης, όπ. π. σ. 238-239.


[17] Luigi Zoja, Ο θάνατος του πλησίον, μετφρ. Μ. Μελετιάδης, εκδ. ΄Ιταμος, Αθήνα 2011.


Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας για την εκκλησιαστική περιουσία και τη μισθοδοσία του κλήρου

φωτό: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ/ blogs.auth.gr/moschosg

Η εισήγηση του Μητροπολίτη Μεσσηνίας και καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Χρυσόστομου (Σαββάτου) στο συνέδριο "Εκκλησία και Αριστερά" (Θεσσαλονίκη 22-23/1/2013)

Θέματα ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας καί μισθοδοσίας τοῦ κλήρου

1. Τό δίπτυχο τοῦ θέματος: «Ἐκκλησιαστική περιουσία καί μισθοδοσία τοῦ κλήρου» ἀποτελεῖ ἴσως ἕνα ἀπό τά πιό ἐνδιαφέροντα «σημεῖα τριβῆς» στόν παρόντα διάλογο καί μάλιστα ὄχι μόνο σέ ἐπίπεδο ἐπικοινωνιακό ἀλλά καί οὐσίας, ἀφοῦ κατακαιρούς ἔχουν ἀκουστεῖ ἀρκετές ἀνακρίβειες ἀλλά καί κάποιες ἀλήθειες, πρέπει ὅμως νά γνωρίζουμε, ὅτι ἡ μισή ἀλήθεια δέν εἶναι ὁλόκληρη ἡ ἀλήθεια καί ἡ ἀνακρίβεια κατά τό ἥμισυ τουλάχιστον εἶναι ψεῦδος.

Πρίν ξεκινήσω τήν τοποθέτησή μου πάνω στά δύσκολα αὐτά θέματα, θά ἤθελα νά κάνω τρεῖς διευκρινήσεις:

α) Μέ τόν ὅρο «Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος» προσδιορίζεται τό Ν.Π.Δ.Δ., τό ὁποῖο περιγράφεται στό νόμο 590/1977 «Περί Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος».

β) Ὅσα θά ἀναφερθοῦν στήν παρούσα εἰσήγηση ἀποτελοῦν ἀπαντήσεις σέ ἐρωτήματα, τά ὁποῖα τέθηκαν κατά τήν συζήτηση τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου (Σεβ. Μητρ. Ἐλασσῶνος κ. Βασιλείου, Σύρου κ. Δωροθέου καί Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου), μέ τά μέλη τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς οἰκονομικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου (2010), σχετικά μέ τή φορολόγηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας καί μισθοδοσία-συνταξιοδότηση τῶν κληρικῶν καί ὄχι σέ ὅσα ἀνεύθυνα ἤ ἀνακριβῆ κατά καιρούς ἔχουν δημοσιευθεῖ, ἐνῶ ἀξιολογοῦνται ἐπίσης οἱ θέσεις τοῦ κ. καθηγητοῦ καί βουλευτοῦ Ἀναστασίου Κουράκη, ὑπευθύνου τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, γιά θέματα παιδείας καί θρησκευμάτων, στήν ἐφημερῖδα ΑΥΓΗ, ἀλλά καί τοῦ βουλευτοῦ κ. Νικολάου Τσούκαλη, ὡς καί τό κείμενο «περί φορολογίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας», τό ὁποῖο δημοσιεύθηκε στήν ἱστοσελίδα «ἀριστερόκ», στό ὁποῖο ἀποτυποῦνται οἱ θέσεις-ἀπόψεις τῆς Δημοκρατικῆς Ἀριστερᾶς.

γ) Θά ἤθελα νά τονίσω ὅτι ὅσα εἰπωθοῦν εἶναι στοιχεῖα τά ὁποῖα σκιαγραφοῦν μία πραγματικότητα καί τά ὁποῖα θά μποροῦσαν νά ἀποτελέσουν τή βάση γιά τήν ἀνάπτυξη ἑνός διαλόγου.

2. Πρῶτο σημεῖο ἀφορᾶ ὡς πρός τό ὕψος τῆς ὑπάρχουσας ἐναπομείνασας πλέον ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ὕστερα ὕστερα ἀπό ἀναγκαστικές καί νομοθετημένες ἀπαλλοτριώσεις, κατά τά ἔτη 1830-1836, 1882, 1927, 1952, καί 1987 ἀντίστοιχα. Ἡ ἀνάρμοστη καί μόνιμη κατά τό πλεῖστον διαγωγή τῆς Πολιτείας ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας δέν πρέπει νά προκαλῇ ἰδιαίτερη ἔκπληξη στούς ἔχοντες ἄμεση γνώση καί ἐμπειρία τῶν «παρ’ ἡμῖν» πραγμάτων, δεδομένου ὅτι ἡ ἁρπαγή ἤ ἡ ἀναγκαστική δήμευση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἀπό μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας ἄρχισε ἤδη, ἀπό τίς πρῶτες ἡμέρες τῆς συστάσεως τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ κράτους. Ἤδη τό 1833-1834 μέ τήν ἔκδοση Βασιλικοῦ Διατάγματος ἀπό τοῦ Ἀντιβασιλέα ἀναγκάσθηκαν 416 Ἱεραί Μοναί νά διαλυθοῦν, οἱ Μοναχοί τούτων κακήν κακῶς νά ὑποχρεωθοῦν νά ἐγκαταλείψουν αὐτές καί ἔκτοτε νά περιέρχονται ρακένδυτοι καί πεινασμένοι ἀνά τάς ὁδούς τῶν πόλεων ζητοῦντες τήν ἐλεημοσύνην τῶν ἀνθρώπων, ἡ δέ ὑπάρχουσα αὐτῶν (ἐν. τῶν Μονῶν) κινητή καί ἀκίνητη περιουσία περιῆλθε στό κράτος μέ τήν δῆθεν δικαιολογίαν τῆς συστάσεως τοῦ «Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου».

Ὡσάν νά μή ἔφθανεν ἡ πρώτη αὐτή μεγάλη λεηλασία τῶν Ἱερῶν Μονῶν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, τρία ἔτη μετά (1836) ἐξεδόθη νέα βασιλική ἀπόφαση μέ τήν ὁποία ἡ δήμευση τῆς ὑπολειπόιμενης ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἐπεξετείνετο καί στίς ἐναπομεινάσας Ἱερές Μονές «χάριν θεαρέστων ἔργων καί πρός οἰκοδομήν ἱερῶν καί ἀγαθοερ­γῶν καταστημάτων». Στίς τυχόν ἀπό τῆς πρώτης καί δευτέρας δημεύ­σεως διασωθεῖσες ἐλάχιστες Ἱερές Μονές ἐπεβλήθη ἀπό τήν Πολιτεία ἄμεσος δυσβάστακτος φορολογία. Μετά τούς νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους, τόν Α΄ Παγκόσμιον πόλεμον καί τήν Μικρασιατικήν Καταστρο­φήν (1922), τό ἀδηφάγο Ἑλληνικόν κράτος μή ἀρκούμενον εἰς ὅ,τι ἤδη εἶχε λάβει ἀπό τήν Ἐκκλησία συνέχισε νά ἀκολουθῇ πιστότατα τήν ἴδια ἀδηφάγον καταστροφική πάντοτε γιά τήν Ἐκκλησία τακτική. Μέ τούς Ν. 1072/1917 καί 2050/1920 συνοδευομένων καί ἀπό ἄλλων μεταγενεστέρων τοιούτων ἀπαλλοτριώθηκαν «ἀναγκαστικῷ τῷ τρό­πῳ» μεγάλες καί λίαν σημαντικές καί πανάκριβες καθαρῶς ἐκκλησια­στι­κές ἐκτάσεις διά τήν ἀποκατάσταση τῶν ἐμπεριστάτων ἀδελφῶν προσφύγων καί ἀκτημόνων, γιά λόγους, ὅπως ἀναφέρεται, «προφανοῦς ἀνάγκης καί δημοσίας ἀσφαλείας».



Εἰδικότερα ἀπό τοῦ ἔτους 1917 μέχρι τοῦ ἔτους 1930 ἀπηλλοτριώθησαν λίαν σημαντικαί καί πανάκριβοι ἐκκλησιαστικαί ἐκτάσεις τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ὑπερέβαινε κατά πολύ τό 1 δισεκατομμύριον προπολεμικῶν δραχμῶν. Ἀπό τό ὑψηλό τοῦτο καθορισθέν ποσόν γιά τίς γενόμενες ἀπαλλοτριώσεις τό κράτος κατέβαλε στό «Γενικόν Ἐκκλησιαστικόν Ταμεῖον» μόνον τό 4%, ἤτοι 40.000.000 δρχ. Τό ὑπόλοιπο ποσόν τῶν 960 ἑκατομμυρίων ἐξακολουθεῖ νά τό ὀφείλει ἡ Πολιτεία στήν Ἐκκλησία. Ἡ ἀναξιοπιστία καί ἡ ἀφερεγγυότητα τοῦ κράτους ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας δέν σταμάτησε, ἀλλά τοὐναντίον συνεχίσθηκε μέ τόν ἴδιον πάντοτε ἀμείωτο ρυθμό καί μέ τίς ἴδιες πάντοτε ἁρπακτικές αὐτοῦ διαθέσεις. Μέ τόν Ν. 4684/1931 θεσπίστηκε «Ὀργανισμός Διοικήσεως Ἐκκλησιαστικῆς καί Μοναστηριακῆς Περιουσίας», βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ ρευστοποίηση τῆς ἀκινήτου περιουσίας τῶν Ἱερῶν Μονῶν χωρίς τήν συγκατάθεση τῆς Ἱεραρχίας.

Ἡ ἐπελθοῦσα κατάληψη τῆς χώρας ὑπό τῶν στρατευμάτων Κατοχῆς συνετέλεσεν ὥστε καί αὐτό τοῦτο τό ἐλάχιστο ἀντίτιμο τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀπαλλοτριώσεως, τό ὁποῖον ἔλαβε ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία, ἀπωλέσθη ἕνεκα τῆς δραματικῆς καί τυραννικῆς κατοχικῆς ἀδυσωπήτου πραγματικότητας.

Μετά ταῦτα ἐπηκολούθησεν ἡ περίφημος «Σύμβασις περί ἐξαγορᾶς ὑπό τοῦ Δημοσίου κτημάτων τῆς Ἐκκλησίας πρός ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων γεωργικῶν κτηνοτρόφων» τῆς 18/9/1952, τήν Σύμβασιν δέ τοῦ ἔτους 1952 ἦλθε νά συνεχίσῃ ὁ Ν. 1700/87 (Ν.Α. Τρίτση) μέ τόν ὁποῖον συμπληρώθηκε ἡ ἀναγκαστική δήμευση καί ἀπαλλοτρίωση τῆς ἤδη συρρικνωμένης εἰς τό ἐλάχιστον ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας.


Μία ἀκόμη ἀπό τίς ἐρωτήσεις πού ἐτέθη ἀπό κάποιον βουλευτή τοῦ Σ.Υ.Ρ.Ι.Ζ.Α. ἀφοροῦσε τό κατά πόσον τά ἔξοδα καί τά ἔσοδα διαχείρισης τῆς ἀκίνητης περιουσίας ἔχουν ἀναφορά πρός τούς ἁπλούς πολῖτες.

Ἡ ἐκκλησιαστική περιουσία δέν εἶναι κτῆμα ἤ ἰδιοκτησία κανενός φυσικοῦ προσώπου τῆς Ἐκκλησίας. Ἀνήκει στό ἀντίστοιχο Πρόσωπο καί ἁπλᾶ τά φυσικά πρόσωπα εἶναι διαχειριστές, ὅπως καί σέ κάθε ἄλλο περιουσιακό στοιχεῖο κάθε δημοσίου φορέα, ἡ δέ διαχείρισή του ἀπό συγκεκριμένη νομοθεσία καί ὡς πρός τήν διαχείριση καί ὡς πρός τήν ἀξιοποίησή της, μέ βάση τούς προβλεπόμενους ὅρους καί τούς ἐπιδιωκόμενους σκοπούς.



Ἡ ὁποιαδηποτε ἐπιδίωξη ἤ πρόταση γιά ἀνταποδοτική ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν πολιτῶν δέν βρίσκει τήν Διοικοῦσα Ἐκκλησία ἀντίθετη, ἀρκεῖ νά ὑπάρξει νομοθετική ρύθμιση, πού θά προβλέπεται α) ὅτι τό Ν.Π. τῆς Ἐκκλησίας θά κάνει τήν κατανομή καί τήν προσφορά, γιατί μέχρι σήμερα γιά τόσες χιλιάδες στρέμματα πού ἡ Ἐκκλησία προσέφερε γιά τούς ἀκτήμονες οὐδέποτε πληροφορήθηκε ποιά ἦταν ἡ τύχη αὐτῶν τῶν ἐκτάσεων, πόσοι καί ποιοί ἀκτήμονες τά ἐκμεταλλεύονται. β) Τό ὑπό καλλιέργεια εἶδος ἤ προϊόν θά πρέπει νά εἶναι ἀνταγωνιστικό καί γ) ἐνισχυτικό τῆς τοπικῆς οἰκονομίας, καί ὄχι καλλιεργοῦμε γιά νά καλλιεργοῦμε καί νά ἐπιδοτούμεθα.

Ἐξαιτίας δέ τῆς μέχρι σήμερα χρηστῆς διαχείρισης τῆς ἐναπομείνασας ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ἡ Ἐκκλησία, σέ τοπικό πάντα ἐπίπεδο, ἀσκεῖ τό κοινωνικό, φιλανθρωπικό καί προνοιακό ἔργο της, χωρίς νά τό διαφημίζει ἐνῶ σέ πολλές περιοχές ἔχει ὑποκαταστήσει πλήρως τό ἀπόν κράτος πρόνοιας (Μεσσηνία, Σπάρτη, Ἠλεία, Πάτρα, Καλάβρυτα κ.ἄ.), μέσα ἀπό δομές προνοιακοῦ ἔργου, μέ τό ὁποῖο συμβάλλει στήν ἐπίλυση προβλημάτων πού προέρχονται ἀπό τήν ἀνεργία (ἐργαζόμενοι στά ἱδρύματα) καί συμβάλλει τήν ἀνάπτυξη τῆς τοπικῆς οἰκονομίας (μέσα ἀπό τή λειτουργία καί τά ἔξοδα λειτουργίας τῶν ἱδρυμάτων).

Χαρακτηριστικά γιά τό ἔτος 2010 σέ ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δαπανήθηκαν περίπου 100.000.000 εὐρώ γιά τήν φιλανθρωπία καί τήν πρόνοια : δηλαδή τό μισό περίπου τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου. Εἰς τά τῆς πρόνοιας καί τῆς φιλανθρωπίας θά ἀναφερθεῖ διεξοδικά αὔριο ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Νεαπόλεως καί Σταυρουπόλεως κ. Βαρνάβας.

3. Τό θέμα τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου: ἀποτελεῖ συμβατική ὑποχρέωση τοῦ ἑλληνικοῦ δημοσίου, ὅπως καί ἡ κάλυψη τῶν ἐξόδων λειτουργίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔναντι τῆς ἐκκλησιαστι­κῆς περιουσίας (ἀγροτολιβαδικῆς καί ἀστικῆς), ἡ ὁποία μέ ὁποιοδήποτε τρόπο ἤ μέσο παρεχωρήθηκε στό ἑλληνικό δημόσιο καί ἡ ὁποία καλύπτει, ὅπως προανέφερα τό 96% τῆς ὅλης ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Ἡ συμβατική αὐτή ὑποχρέωση δυστυχῶς καί κυρίως ἡ ἀνταποδοτική λειτουργία της, ἡ ὁποία ἤδη ἀπό τό 1833 ἕως καί τό 1952 ἐμφανίζεται μέ αὐτήν τήν νομική κατοχύρωση δηλαδή ὡς συμβατική ὑποχρέωση, καταστρατηγήθηκε ὅταν συσχετίστηκε τό 1945 ὄχι πλέον μέ τήν παραχωρηθεῖσα ἐκκλησιαστική περιουσία ἀλλά μέ τήν κάλυψη φορολογίας ἐπί τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Νομικῶν Προσώπων ἀρχικά 25% καί 20 χρόνια ἀργότερα περίπου, τό 1968, μέ τό ποσόν τῶν 35% .

Ἔτσι λοιπόν τό κέντρο βάρους τῆς μισθοδοσίας μετακυλείεται ἀπό τή συμβατική ὑποχρέωση τοῦ ἑλληνικοῦ δημοσίου, στήν ἐπιβάρυνση τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ συγκεκριμένη ἐπιβάρυνση θά ἔπρεπε νά καλύπτεται ὄχι ἀνταποδοτικά ἀλλά ἔσοδο προερχόμενο ἀπό φορολογικούς πόρους, τούς ὁποίους θά καταβάλλει ἡ Ἐκκλησία καί ὄχι ἀπό τό γενικότερο φορολογικό σύστημα.

Ἡ παροῦσα φορολογία ἐπιπλέον τῆς προαναφερθείσας, ἀποτελεῖ ἀκόμη μία ἐπιβάρυνση καί οἰκονομική αἱμορραγία τῆς Ἐκκλησίας γιά μία ὑποχρέωση τοῦ ἑλληνικοῦ δημοσίου ἔναντι τῶν ὅσων ἡ Ἐκκλησία προσέφερε σ’ αὐτό καί τήν ὁποίαν ἀκόμη δέν ἔχει ἀξιοποιήσει ἀλλά καί γιά τήν ὁποίαν οὐδέποτε κατέθεσε τά ὀφειλόμενα πρός αὐτήν.

Ἐάν ἡ Ἐκκλησία εἶχε λάβει σέ τρεῖς δόσεις τό ὀφειλόμενο ποσόν τῶν 97.601.000.000, τό ὁποῖον ποσό δέν τῆς κατεβλήθη, τότε ἡ συμβατική ὑποχρέωση τοῦ ἑλληνικοῦ δημοσίου θά μποροῦσε νά θεωρεῖ ὡς ἀνυπόστατος ἀλλά καί ἡ Ἐκκλησία θά εἶχε τήν δυνατότητα ἀπό τούς προερχόμενους πόρους ἐκ τῆς ἀξιοποιήσεως τοῦ ὡς ἄνω ποσοῦ νά καλύψει τήν μισθοδοσία τοῦ κλήρου. Ἀντί τούτου ἡ ἑλληνική πολιτεία ἐπιβάλλει ἐπί πλέον φορολογία (35%) ἀπό τήν ὁποίαν μόλις τό 2004 ἀπαλλάσει τήν Ἐκκλησία, κατανοοῦσα ἀκριβῶς τό ἄνισον καί ἀδικαιολόγητον, ἐνῶ ἐπέβαλλε ἄλλη μορφή φορολογίας ἐπί τῶν ἐσόδων καί ἐξόδων της, ὅπως αὐτή παρουσιάστηκε προηγουμένως.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σέ ἕνα νέο μύθευμα ὅσον ἀφορᾶ τά τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου, γιατί πλέον τό θέμα τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου καί τῆς λειτουργίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως δέν εἶναι μόνο θέμα ἠθικό, μέ τήν ἔννοια τῆς τηρήσεως τῆς συμβατικῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἑλληνικοῦ δημοσίου ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀλλά καί οὐσιαστικό, ὅταν γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό σκοπό τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως καταβάλλονται φόροι ἀπό μέρους τῆς Ἐκκλησίας πρός τό Ἑλληνικό Δημόσιο.

Ἡ ὁποιαδήποτε λοιπόν συζήτηση ἤ ἀμφισβήτηση πρέπει νά ἀναζητήσει τίς ἀφετηριακές ἐκεῖνες γραμμές γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ κάθε μορφῆς διαλόγου ἐπί τῶν συγκεκριμένων ζητημάτων, γιατί ἡ φορολόγηση τῆς Ἐκκλησίας, ὑπό τόν ἄνισο τρόπο πού περιέγραψα, ἔχει εἰδικό σκοπό, ἡ δέ μισθοδοσία τοῦ κλήρου καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως δέν καλύπτεται ἀπό τή φορολόγηση ὅλων τῶν πολιτῶν γενικά, γι’ αὐτό καί ὁ ὁποιοσδήποτε διάλογος δέν μπορεῖ νά γίνει σέ μηδενική βάση, ἀλλά μόνο μέ ὅρους καί προϋποθέσεις αὐταπόδεικτες καί ἱστορικά ἐπιβεβαιωμένες.

Σᾶς εὐχαριστῶ



Βιβλιογραφία:

Ἱερωνύμου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος, Ἐκκλησιαστική περιουσία καί μισθοδοσία τοῦ κλήρου, Ἀθῆναι 2012.

Χρυσοστόμου (Γερασίμου Σ. Ζαφείρη), Μητροπολίτου Περιστερίου, Ἡ ἐκκλησιαστική περιουσία τοῦ ἱεροῦ κλήρου, ἡ ἐκκλησιαστική ἐκπαίδευσις καί ἡ σημερινή Ἱεραρχία, Ἀθῆναι 2012.



Δείτε και:

ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ"



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη