Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ι.Μ.Κονιδάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ι.Μ.Κονιδάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Μαΐου 2025

Εκδήλωση παρουσίασης του νέου βιβλίου του καθηγητή Ιωάννη Κονιδάρη την Τρίτη 13/5/2025 στην Αθήνα

 



Οι Εκδόσεις «Επίκεντρο» διοργανώνουν εκδήλωση για την παρουσίαση του νέου βιβλίου του Ομότιμου Καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη  «Πολιτεία και Εκκλησία στην πράξη. Απάνθισμα άρθρων».

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί τη Τρίτη, 13 Μαϊου 2025 και ώρα 7 μ.μ. στην αίθουσα «Γεώργιος Καραντζάς», στον 1ο όροφο του Μεγάρου της ‘Ενωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (Ε.Σ.Η.Ε.Α.), επί της οδ. Ακαδημίας 20, στην Αθήνα.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

* Eυάγγελος Βενιζέλος, πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και υπ. Εξωτερικών, ομ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.

* Ιωάννης Σαρμάς, τ. Υπηρεσιακός Πρωθυπουργός, επίτιμος Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, και

* Φίλιππος Σπυρόπουλος, ομ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Θα ακολουθήσει αντιφώνηση από τον συγγραφέα του βιβλίου. Τη συζήτηση θα συντονίσει ο κ. Πέτρος Παπασαραντόπουλος, Δρ. Βαλκανικών Σπουδών, εκδότης και συγγραφέας.

H εκδήλωση θα μεταδοθεί ζωντανά (live) μέσω:



    Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

    Πολιτεία και Εκκλησία στην πράξη

     




    ΕΝΑ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ – ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ κ. ΙΩΑΝΝΗ Μ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ



    Του Χάρη Ανδρεόπουλου*


    Ο καθηγητής κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις καθώς είναι πολύ γνωστός όχι μόνο στον πανεπιστημιακό χώρο και ιδιαίτερα αυτόν της νομικής επιστήμης, αλλά και στο ευρύ κοινό χάρις στις συχνές, δημόσιες αρθογραφικές του παρεμβάσεις, κυρίως από των στηλών της εφημερίδος «Το Βήμα», της οποίας εδώ και 25 χρόνια τυγχάνει τακτικός συνεργάτης. Πρόκειται για τον ακαδημαϊκό δάσκαλο ο οποίος με το πλούσιο επιστημονικό του έργο στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και τη συμμετοχή του στο δημόσιο διάλογο επί θεμάτων τα οποία εν γένει άπτονται των σχέσεων της Πολιτείας με την Εκκλησία και επί το ειδικότερον ρυθμίζουν τις έννομες σχέσεις της Εκκλησίας στην ελληνική επικράτεια, έχει συμβάλει τα μέγιστα στην ανάπτυξη του ιδιαιτέρου περί των εν λόγω θεμάτων κλάδου της νομικής επιστήμης, ήτοι του Εκκλησιαστικού Δικαίου. Το συγγραφικό του έργο – συγγράμματα / μελέτες - είναι καθιερωμένο στον επιστημονικό χώρο, πέραν της μορφής των εγχειριδίων για τους φοιτητές της Νομικής, και ως κατατοπιστικό βοήθημα, γενικώς, για τους νομικούς τόσο της θεωρίας, όσο και της πράξεως, αλλά και τους θεολόγους που εξειδικεύονται σε νομοκανονικά ζητήματα, όπου το Κανονικό Δίκαιο συναντά το Εκκλησιαστικό και συμπορεύονται άλλοτε αρμονικά και άλλοτε με δυσχέρειες.

    Στο υπό τον τίτλο «Πολιτεία και Εκκλησία στην πράξη» νέο του βιβλίο που κυκλοφορήθηκε στην εκπνοή του 2024 από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις «Επίκεντρο», ο ομότιμος καθηγητής της Νομικής ΕΚΠΑ κ. Ι. Μ. Κονιδάρης με τα δημοσιευόμενα αρθρογραφικά κείμενά του δεν απευθύνεται στο στενό ακροατήριο των ειδικών, κυρίως νομικών ή θεολόγων, αλλά στο πλατύτερο κοινό των αναγνωστών μιας ιστορικής και έγκυρης εφημερίδας, όπως «Το Βήμα». Τώρα δε, δια της εκδόσεως ενός αντιπροσωπευτικού δείγματος αυτής της αρθρογραφίας (ένα «απάνθισμα», κατά τον υπότιτλο) σε βιβλίο, απευθύνεται στο σύνολο της κοινωνίας, σε αναγνώστες οι οποίοι (ανεξαρτήτως της επιστημονικής τους ειδικεύσεως) είτε εντρυφούν (ως πολίτες και ως πιστοί) στο πεδίο σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας (κι ευρύτερα των θρησκευτικών κοινοτήτων), είτε ασχολούνται με θέματα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Ελλάδος και δη της νεότερης.

    Στο βιβλίο στεγάζεται ο επιφυλλιδογραφικός αμητός μιας εικοσιπενταετίας περίπου (1998-2022) για το θέμα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας. Πρόκειται για ένα πολύπτυχο συστηματικό έργο, εκκλησιαστικού και κανονικού δικαίου, διεθνών εκκλησιαστικών σχέσεων και εκκλησιαστικής γεωπολιτικής. Αποτελεί επιτομή της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας και λειτουργεί ως μια “μηχανή του χρόνου”, η οποία, όπως σημειώνει ο Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος, αναπλ. καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στην ευθύβολη βιβλιοκριτική του στο «Βήμα» (02.02.2025), «ξαναζωντανεύει πρόσωπα και γεγονότα που συνδιαμόρφωσαν τη ταυτότητα των εκκλησιαστικών εξελίξεων κατά το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα».

    Οι τίτλοι των επιμέρους και με χρονολογική σειρά εντασσομένων στη ύλη του βιβλίου δεκατεσσάρων θεματικών ενοτήτων (Εκκλησία και Πολιτική, Θρησκευτική Ελευθερία, Οικουμενικό Πατριαρχείο, Εκκλησία της Ελλάδος – Αρχιεπισκοπεία Χριστουδούλου και Αρχιεπισκοπεία Ιερωνύμου Β΄, Εκκλησία και πανδημία, Εκκλησιαστική περιουσία, Ουκρανία και αυτοκέφαλο, Διαχριστιανικές και διορθόδοξες σχέσεις, Άγιον Όρος, Εβραϊκές κοινότητες, Μουσουλμάνοι, Αποτέφρωση νεκρών, «Miscellanea» [συλλογή άρθρων με θεματολογία σχετικώς με την κωδικοποίηση του Κανονικού Δικαίου της Ορθόδοξης Εκκλησίας]), δείχνουν το εύρος και την πληρότητα της προσεγγίσεως, με τη συγγραφή τους να υπόκειται μεν στο ρυθμό της συγκυρίας, αλλά με την επιστημονική εγκυρότητα και τη βαρύτητα που τους προσδίδει η υπογραφή του Ι. Μ. Κονιδάρη ν΄ αποκτούν μια άλλη προοπτική... Μια προοπτική η οποία προδιαγράφεται στην καταληκτήρια διαπίστωση από το προλόγισμα του συνταγματολόγου Ευαγγέλου Βενιζέλου, που εισφέρεται εν είδει «Εισοδικού» στην έκδοση, σύμφωνα με την οποία η τελευταία «θα καταστεί βιβλίο αναφοράς για τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας και τη διαρκή δοκιμασία τους στην πράξη» («Τα Νέα» / “Bιβλιοδρόμιο”, 22.02.2025).

    * Με τον καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη με συνδέει μια πολύχρονη, διττή σχέση μαθητείας: κατά πρώτον και εμμέσως, υπό την προτέρα ιδιότητά μου ως δημοσιογράφου – εκκλησιαστικού συντάκτη που προσέτρεχα στα επιστημονικά συγγράμματά του για να τεκμηριώσω νομοκανονικά τα (εκκλησιαστικά) ρεπορτάζ μου – ιδίως σε περιόδους εξημμένων παθών και συσσωρευμένων εντάσεων, όπως κατά τις αρχές της δεκαετίας του ΄90, οπότε την Εκκλησία ταλάνισε επί μακρόν η υπόθεση των 12 εκπτώτων – από το 1974 – «ιερωνυμικών» λεγομένων μητροπολιτών, μετά την δικαιωτική γι΄ αυτούς – τον Οκτώβριο του 1990 – απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ). Κατά δεύτερον, και αμέσως, υπό την σημερινή επαγγελματική μου ιδιότητα ως θεολόγου καθηγητή Β/θμιας και ιδίως στην περίπτωση της εκδόσεως σε εμπλουτισμένη μορφή της διδακτορικής μου διατριβής με θέμα που αφορά στο εκκλησιαστικό ζήτημα της Επταετίας (1967-1974).

    Εχοντας προ πολλού ασχοληθεί και ο ίδιος ο κ. καθηγητής με το εν λόγω ζήτημα, από την 1η έκδοση (1994) του μνημειώδους έργου του «Η διαπάλη νομιμότητας και κανονικότητας και η θεμελίωση της εναρμονίσεώς τους» (Αθήνα: Eκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1994, 2η έκδοση 2022) - το ειδικότερο μέρος του οποίου περί της Εκκλησίας κατά την Επταετία θεωρώ οιονεί πρόδρομο της δικής μου μελέτης - μου προσέφερε τις πολύτιμες επιστημονικές του συμβουλές για την έκδοση της διατριβής μου σε βιβλίο, προσέτι δε μου έκαμε και την εξαιρετική τιμή να προλογίσει το υπό τον τίτλο «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση» (Θεσσαλονίκη: Εκδ. Επίκεντρο, 2017, σσ. 424) κυκλοφορηθέν βιβλίο μου. Το θεωρώ υψίστη τιμή από τη θέση αυτή το καταθέτω· εγκαρδίως και ευγνωμόνως.

    ________________________________________

    * Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Διευθυντής του Προτύπου Γενικού Λυκείου Λάρισας, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ, μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (https://www.etekkad.gr).



    Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

    ΠΟΛΙΤΕΙΑ - ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

     





    Επανακυκλοφορεί εμπλουτισμένο το βιβλίο του καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη


    Toυ Χάρη Ανδρεόπουλου*

    Την τελευταία τριετία δύο ήταν τα μεγάλα ζητήματα που προκάλεσαν τριγμούς στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Το πρώτο ήταν κατά την περίοδο της πανδημίας covid-19 όταν το Υπ. Υγείας, στο πλαίσιο των προληπτικών μέτρων που εισηγούνταν οι αρμόδιοι επιστήμονες, συμπεριέλαβε περιοριστικά μέτρα και στην άσκηση της ελευθερίας της λατρείας, ιδίως μάλιστα στη συλλογική έκφρασή της (περιορίζοντας τον αριθμό των πιστών στους ναούς) εν όψει της προστασίας ενός άλλου, επίσης σπουδαίου, συνταγματικώς κατοχυρωμένου εννόμου αγαθού, αυτού της δημόσιας υγείας.

    Το δεύτερο ζήτημα που προκάλεσε, επίσης, ένταση στις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας ήταν πρόσφατο και συγκεκριμένα αυτό που αφορούσε στη ψήφιση του νομοσχεδίου για τη θεσμοθέτηση στην ελληνική έννομη τάξη του γάμου των ομοφύλων ζευγαριών. Eπρόκειτο για μια ενέργεια η οποία από την πλευρά της κυβερνήσεως θεωρήθηκε (ιδεολογικά) επιβεβλημένη με το (πολιτικό) σκεπτικό ότι προασπίζει και διασφαλίζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Αντιθέτως, από την πλευρά της Εκκλησίας το περιεχόμενο της (ήδη ψηφισθείσης) διατάξεως του Υπ. Επικρατείας Άκη Σκέρτσου αποδοκιμάσθηκε εξ αρχής και καθ΄ ολοκληρίαν καθώς από θεολογικής σκοπιάς η ομοφυλοφιλία θεωρείται αμαρτία (Ρωμ. 1, 25-27), ενώ η έννοια του γάμου μπορεί να νοηθεί μόνο ως σχέση / συνάφεια άνδρα και γυναίκας. «Nuptiae sunt conjunctio maris et feminae consortium omni vitae, divini et humani juris communicatio…» (Γάμος εστίν ανδρός καί γυναικός συνάφεια και συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε καί ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία), σύμφωνα με τον επιγραμματικό ορισμό του σπουδαίου ρωμαίου νομικού του 3ου αι. μ.Χ, Μοδεστίνου περί του γάμου (Modestin, lib. I. Reg.1.1 Digest de ritu nupt 23,2), τον οποίο αποδέχεται η χριστιανική Εκκλησία και υπό την θεολογική / δογματική του διάσταση. Και οι δύο ενδεικτικές αυτές περιπτώσεις ανέδειξαν μια κρίσιμη παράμετρο που χαρακτηρίζει την αμφίθυμη σχέση Πολιτείας / Κράτους και Εκκλησίας˙ τη διαπάλη νόμων και κανόνων.

    Η διαπλοκή δύo δικαίωv είvαι έvα θέμα oύτως ή άλλως ιδιαιτέρως εvδιαφέρoν, πoλύ περισσότερo όταv πρόκειται για δύo δικαιϊκά συστήματα τελείως διαφoρετικά μεταξύ τoυς, τόσο ως προς τη φύση τους, όσο και ως προς τα όρια της δεσμευτικότητάς τους όπως στηv περίπτωση τoυ δικαίoυ της Πoλιτείας (οι νόμοι της οποίας δεσμεύουν όλα τα υποκείμενα δικαίου που ευρίσκονται μέσα στα εδαφικά της όρια) και εκείνoυ των κανόνων της Ορθόδoξης Εκκλησίας (της οποίας οι κανόνες δεσμεύουν μόνο τα μέλη της, τους πιστούς της). Mε το θέμα αυτό της συγκρούσεως - διαπάλης Νόμων και Κανόνων έχει ασχοληθεί επισταμένως ο ομ. καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης με το προ 30ετίας (1994) μνημειώδες έργο του «Η διαπάλη νομιμότητας και κανονικότητας και η θεμελίωση της εναρμονίσεώς τους». Το βιβλίο, εξαντλημένο από πολλού χρόνου στην 1η του έκδοση, επανακυκλοφορεί από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα (2022, σσ. 286) εμπλουτισμένο με ένα εκτεταμένο επίμετρο, όπου ερευνώνται οι εξελίξεις κατά τη διαρρεύσασα τριακονταετία στον τομέα αυτό για την εναρμόνιση νομιμότητας και κανονικότητας με την επισήμανση των μεταβολών που έγιναν, αλλά και των περιοχών εκείνων των σχέσεων που παραμένουν προβληματικές. Στη 2η αυτή έκδοση παρατίθεται, επίσης, στο τέλος του βιβλίου, επιλεγμένη (και απολύτως εξειδικευμένη θεματολογικά) νεότερη βιβλιογραφία (1994-2022).

    Τo βασικό πόρισμα της μακρόχρoνης εvασχoλήσεως του συγγραφέα με τη διαπάλη πoυ εvδημεί στις σχέσεις Πoλιτείας και Εκκλησίας στη χώρα μας, όπως αναλύεται με εύληπτο τρόπο στο πρώτο μέρος του βιβλίου, είvαι ότι πoλλά από τα ζητήματα πoυ ταλάvισαv θεωρία και πράξη έχoυv δημιoυργηθεί εκ τoυ μη όvτoς και θα ήταv ευχερής η επίλυσή τoυς, ακόμη και υπό τo σύστημα σχέσεωv Πoλιτείας και Εκκλησίας πoυ καθιερώvει τo ισχύoν Σύvταγμα και στο πλαίσιο των διακριτών τους ρόλων.

    Στο δεύτερο μέρος, που αναφέρεται στην εναρμόνιση νομιμότητας και κανονικότητας στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας, προτείνονται λύσεις για μείζονα εκκρεμή ζητήματα, όπως η συνταγματική κατοχύρωση όλων των ιερών κανόνων (δογματικών τε και διοικητικών - καθώς νομολογιακώς υπάρχει κατοχύρωση μόνο των δογματικών, επί τη βάσει αποφάσεων του ΣτΕ), η συμμετοχή των λαϊκών στη διοίκηση της Εκκλησίας, η αναμόρφωση της εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης (θέμα που θ΄ απασχολήσει και το Συνέδριο που προγραμματίζει για το ερχόμενο φθινόπωρο στη Λάρισα η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου σε συνεργασία με τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και την Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου, βλ. σχετ. εις ''ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ'', 25.04.2024), κ.α.

    Με τον καθηγητή κ. Κονιδάρη με συνδέει μια πολύχρονη, διττή σχέση μαθητείας: πρώτον και εμμέσως, υπό την προτέρα ιδιότητά μου ως δημοσιογράφου – εκκλησιαστικού συντάκτη που προσέτρεχα στα επιστημονικά - περί το Εκκλησιαστικό Δίκαιο - συγγράμματά του για να τεκμηριώσω νομοκανονικά τα (εκκλησιαστικά) ρεπορτάζ μου - ιδίως σε περιόδους εξημμένων παθών και συσσωρευμένων εντάσεων (όπως κατά τις αρχές της δεκαετίας του ΄90, οπότε την Εκκλησία ταλάνισε επί μακρόν η υπόθεση των 12 εκπτώτων – από το 1974 – “ιερωνυμικών” λεγομένων μητροπολιτών, μετά τη δικαιωτική γι΄ αυτούς - τον Οκτώβριο του 1990 - απόφαση του ΣτΕ) και δεύτερον, και αμέσως, υπό την σημερινή επαγγελματική μου ιδιότητα ως θεολόγου καθηγητή Β/θμιας και ιδίως στην περίπτωση της εκδόσεως σε εμπλουτισμένη μορφή της διδακτορικής μου διατριβής με θέμα που αφορά στο εκκλησιαστικό ζήτημα της Επταετίας (1967-1974).

    Έχοντας προ πολλού ασχοληθεί και ο ίδιος ο κ. καθηγητής με το εν λόγω ζήτημα, από την 1η έκδοση (1994) του εν θέματι προαναφερθέντος μνημειώδους έργου του (το ειδικότερο μέρος του οποίου περί της Εκκλησίας κατά την Επταετία θεωρώ οιονεί πρόδρομο της δικής μου μελέτης), μου προσέφερε τις πολύτιμες επιστημονικές του συμβουλές για την έκδοση της διατριβής μου σε βιβλίο προσέτι δε μου έκαμε και την εξαιρετική τιμή να προλογίσει το υπό τον τίτλο «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση» (Θεσσαλονίκη: Εκδ. Επίκεντρο, 2017, σσ. 424) κυκλοφορηθέν βιβλίο μου. Το θεωρώ υψίστη τιμή από τη θέση αυτή το καταθέτω· εγκαρδίως και ευγνωμόνως.

    * Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων (ΠΕ01), δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ και μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (xaan@theo.auth.gr)



    Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021

    Ας πορευθούν οι κληρικοί προς τους πιστούς

     

    Του Ι. Μ. Κονιδάρη*



    πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ, 19/1/2021 

    Τώρα που πέρασαν τα Θεοφάνεια και τα δαιμόνια, οι «καλικάντζαροι», κατά τη λαϊκή δοξασία, επέστρεψαν και πάλι στα υποχθόνια κελιά τους, κρίνω πως είναι κατάλληλη η στιγμή να διατυπωθούν ψύχραιμα μερικές σκέψεις σχετικά με την πρόσφατη αιφνίδια κρίση στις σχέσεις της διοικούσας Εκκλησίας της Ελλάδος και της πολιτείας με αφορμή τον εορτασμό των Φώτων.

    Την ασυνεννοησία των δύο πλευρών, για πρώτη φορά μετά την έναρξη της πανδημίας, ακολούθησε δημόσια συζήτηση που μόνον με τον όρο βαττολογίες μπορεί να χαρακτηρισθεί. Άσκοπες φλυαρίες, οι οποίες αναμάσησαν όλο τα φάσμα των απόψεων που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί για αλλαγή στο καθεστώς σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, απόψεων που ποτέ δεν πήραν σάρκα και οστά, καθώς μεταξύ της διοικούσας Εκκλησίας και όλων των πολιτικών δυνάμεων ισχύει αυτό που λέει ο λαός μας, «μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε»…

    Ιδιαίτερα θλιβερή, βέβαια, υπήρξε η σύγκριση, από συγκεκριμένες πλευρές, της λειτουργίας των Ναών με το άνοιγμα του λιανεμπορίου, πράγμα που έδωσε λαβή σε κάποιους να ισχυρισθούν ότι όλα αυτά γίνονται για «το παγκάρι». Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου…

    Εξίσου θλιβερή υπήρξε η προσωπική αναφορά, από προβεβλημένους Μητροπολίτες, σε συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα ως υπαίτια των κυβερνητικών αποφάσεων, οι οποίες προφανώς πρέπει να τηρούνται ανεξαιρέτως από όλους. Θυμίζω, ότι κατά τη «διαβεβαίωσή» τους, ενώπιον του/της Προέδρου της Δημοκρατίας, οι Αρχιερείς δηλώνουν «υπακοήν εις το Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους»…

    Γεγονός είναι ότι η πανδημία συνεχίζεται, θεραπεία δεν έχει βρεθεί, οι συνέπειες του συγχρωτισμού λόγω των εορτών δεν έχουν ακόμη οριστικά αποτιμηθεί, τα κρούσματα αυξάνονται, ιδίως στην Αττική, οι θάνατοι έχουν ξεπεράσει τους 5.300, που δεν είναι ένας αριθμός, αλλά ψυχές, άνθρωποι, με συγγενείς και κοινωνικό περίγυρο, ενώ οι εμβολιασμοί, τουλάχιστον προ το παρόν, καρκινοβατούν, οι αρνητές, τόσο του ιού όσο και του εμβολίου, επιπολάζουν και η επίτευξη μιας μερικής έστω ανοσίας του πληθυσμού δεν προβλέπεται πριν από το Πάσχα…

    Από την άλλη πλευρά το εκκλησιαστικό εορτολόγιο προχωρά κανονικά, μετά ένα μήνα ανοίγει το Τριώδιο, ακολουθούν οι Απόκριες και η εορτή του Ευαγγελισμού, αναζωπυρώσεις είναι πιθανές και νέες συγκρούσεις δεν πρέπει να αποκλείονται…

    Εκτιμώ, λοιπόν, ότι ίσως θα πρέπει να επιχειρηθεί από την πλευρά της διοικούσας Εκκλησίας μια ρηξικέλευθη ανατροπή που δεν θίγει την εκκλησιολογία της. Ενώ δηλ. έως τώρα η Εκκλησία, με το ειδικό βάρος της, επιμένει στη διευκόλυνση της μετάβασης των πιστών στους ναούς, ας έλθει αυτή τη φορά εκείνη προς τους πιστούς, προς τα μέλη της, ασκώντας την ενισχυτική και παρηγορητική αποστολή της.

    Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η Εκκλησία εκτός από το ποίμνιό της εν ζωή (στρατευομένη Εκκλησία) διατηρεί τα μέλη της στους κόλπους της και μετά το θάνατό τους (θριαμβεύουσα Εκκλησία), γι' αυτό και τελούνται τρισάγια και μνημόσυνα γι' αυτούς.

    Ας μεταβούν, λοιπόν, όλοι οι Αρχιερείς, Μητροπολίτες και Επίσκοποι, στα νεκροταφεία των περιοχών τους και ας τελέσουν τρισάγια μπροστά στους φρεσκοσκαμμένους τάφους, όπου τα μέλη της τοπικής Εκκλησίας έχουν ενταφιασθεί, συχνά σε ξεχωριστές ζώνες και υπό μακάβριες συνθήκες.

    Ας μεταβούν και οι πολλές χιλιάδες κληρικοί μας (Αρχιμανδρίτες, πρεσβύτεροι, διάκονοι) στους ενορίτες τους, σε εκείνους που γνωρίζουν ότι έχασαν δικούς τους ανθρώπους, που δεν μπόρεσαν να τους αποχαιρετήσουν, που δεν τους πένθησαν καν, καθώς τα φέρετρα των νεκρών από κορωνοϊό τυλιγμένα σε διπλούς αδιάβροχους σάκκους ενταφιάζονται, πολλές φορές χωρίς να επιτραπεί η εξόδιος ακολουθία εντός του ναού, αλλά μόνο πάνω στον τάφο, για λόγους υγειονομικούς, για μια δεκαετία.

    Ας παρηγορήσουν, λοιπόν, οι κληρικοί τους άτυχους συνανθρώπους μας που έχασαν γονείς και αδέλφια, συντρόφους και παιδιά, ας τους επισκεφθούν στα σπίτια τους, ας τους δείξουν έμπρακτα τη χριστιανική αλληλεγγύη.

    ΄Όλα αυτά δεν χρειάζεται να γίνουν εντός των ναών, είναι όμως εξίσου σημαντικά, καθώς ο λόγος και η αποστολή της Εκκλησίας μας δεν είναι μόνον ευχαριστιακός και διδακτικός, αλλά και ενισχυτικός και παρηγορητικός. Άλλωστε αυτή είναι η μεγάλη ανάγκη όσων κτυπήθηκαν οι ίδιοι από τον ιό και όσων έχασαν τους ανθρώπους τους από αυτή τη μάστιγα της ανθρωπότητας, καθώς η ψυχική υγεία τους έχει βαρύτατα επιβαρυνθεί.

    Και για να μη θεωρηθούν όλα αυτά ακαδημαϊκές αδολεσχίες, ας μου επιτρέψει ο αναγνώστης, όλως εξαιρετικώς, την κατάθεση μιας προσωπικής μαρτυρίας.

    Από μικρό παιδί έβλεπα στο σπίτι μας τις φωτογραφίες το διάκου – παππού μου και της γιαγιάς μου, από την πατρική πλευρά, και γνώριζα ότι πέθαναν στην Κεφαλονιά στη διάρκεια της πανδημίας της «ισπανικής», όπως αποκλήθηκε, γρίππης του 1918/1919. Μαζί τους πέθαναν και τα τέσσερα από τα οκτώ παιδιά τους. Αυτά που επέζησαν κατέληξαν στο ορφανοτροφείο, που σημάδεψε την υγεία τους. Η οικογένεια ρήμαξε.

    Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι εκατό χρόνια μετά θα ζούσα μια παρόμοια πανδημία, είχα συνειδητοποιήσει, όμως, πολύ ενωρίς, πως και οι κληρικοί δεν είναι άτρωτοι.

    ___________________________

    * Ο κ. Ι. Μ. Κονιδάρης είναι ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το άρθρο αναδημοσιεύται από την εφημ. "ΤΟ ΒΗΜΑ" (19.01.2021)




    Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020

    Ι. Μ. Κονιδάρη, Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου

     



    «Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου» 

    Νέο βιβλίο του πανεπιστημιακού καθηγητή Ιωάννη Μ. Κονιδάρη από τις Εκδόσεις Σάκκουλα

     

     Του Χάρη Ανδρεόπουλου * 



    Ο καθηγητής κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις καθώς είναι πολύ γνωστός όχι μόνο στον πανεπιστημιακό χώρο και ιδιαιτέρως σ΄ αυτόν της νομικής επιστήμης, αλλά και στο ευρύ κοινό χάρη στις αρθογραφικές του παρεμβάσεις, κυρίως από των στηλών της εφημερίδος «Το Βήμα» - της οποίας τυγχάνει τακτικός συνεργάτης - αλλά και από τις συχνές εμφανίσεις του στη κρατική (δημόσια) τηλεόραση, σε συζητήσεις που αφορούν στα ζητήματα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, εκφράζοντας λόγο καθαρό και μετρημένο και εν παντί επιστημονικά τεκμηριωμένο. 

    Πρόκειται για τον ακαδημαϊκό δάσκαλο ο οποίος, με το πλούσιο επιστημονικό του έργο στη Νομική Σχολή του Eθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και τη συμμετοχή του στο δημόσιο διάλογο επί θεμάτων τα οποία εν γένει άπτονται των σχέσεων της Πολιτείας με την Εκκλησία και επί το ειδικότερον ρυθμίζουν τις έννομες σχέσεις της Εκκλησίας - και εν γένει των θρησκευτικών κοινοτήτων - στην ελληνική επικράτεια, έχει συμβάλλει τα μέγιστα την ανάπτυξη του ιδιαιτέρου περί των εν λόγω θεμάτων κλάδου Δικαίου της νομικής επιστήμης και συγκεκριμένα αυτού που έχει επικρατήσει να ονομάζεται, με τον πολύ στενότερο από το περιεχόμενό του όρο, «Εκκλησιαστικό» καθώς, υπό αυτόν τον ομολογιακώς προσανατολισμένο χαρακτηρισμό, περιλαμβάνεται η διδασκαλία τόσο του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας όσο και των σχέσεων της Πολιτείας με τις πάσης φύσεως και προελεύσεως θρησκευτικές συσσωματώσεις. 

    Έχοντας, λοιπόν, επί πολλά συναπτά έτη, ως πανεπιστημιακός δάσκαλος, διδάξει στα αμφιθέατρα το μάθημα του εν λόγω κλάδου Δικαίου, ο ομ. καθηγητής της Νομικής Αθηνών και πρόεδρος της Εταιρείας Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου κ. Κονιδάρης μας παραδίδει (με τη συνεργασία του παλαιού μαθητού και διδάκτορός του κ. Γεωργίου Ι. Ανδρουτσοπούλου, ήδη επικούρου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Αθηνών) ένα νέο έργο – ένα νέο βιβλίο, άρτι εκδοθέν από τις ευφήμως γνωστές Εκδόσεις Σάκκουλα (https://www.sakkoulas.gr) υπό τον τίτλο “Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου”, το οποίο, αποτελώντας καταστάλαγμα αυτής της μακράς ερευνητικής και διδακτικής του διαδρομής, αποσκοπεί στη συστηματική διδασκαλία του «Εκκλησιαστικού Δικαίου». Το εγχείρημα αναπτύσσεται σε δύο στάδια. Στο πρώτο εκτίθεται, κατά τρόπο εύληπτο και συνεκτικό, η ύλη του γνωστικού αντικειμένου, στην οποία εντός παρενθέσεων παρατίθενται τόσο οι νομοθετικές πηγές, πολιτειακής ή/και εκκλησιαστικής προελεύσεως, όσο και παραπομπές σε δικαστικές αποφάσεις (τις πιο πρόσφατες ή τις πλέον σημαντικές). Στο δεύτερο - το Παράρτημα – παρουσιάζονται επικαιροποιημένα και ανακαθαρμένα τα βασικά νομοθετικά κείμενα, στα οποία στηρίζεται η έκθεση που περιέχεται στο κυρίως μέρος, με στόχο την ενίσχυση της μαθησιακής διαδικασίας με τη συστηματική μελέτη των πηγών, τη διασταύρωση και τον έλεγχο των εκτειθεμένων απόψεων. 

    Αναφορικώς με τα επί μέρους περιεχόμενα: Στην Εισαγωγή του βιβλίου εξετάζονται με κάθε δυνατή συντομία, η έννοια, το αντικείμενο και η φύση του Εκκλησιαστικού Δικαίου, οι πηγές και η ερμηνεία του. Στο Μέρος Α΄ του έργου αναλύεται η θρησκευτική ελευθερία, το περιεχόμενό της και οι φραγμοί στην άσκηση της λατρείας. Στο αυτό Μέρος αναλύεται, επίσης, και ο Ν. 4301/2014 που αφορά στη ρύθμιση σειράς θεμάτων που αφορούν στη νομική οργάνωση των εν Ελλάδι θρησκευτικών κοινοτήτων πέραν εκείνων που έχουν οργανωθεί με ειδικές νομοθετικές διατάξεις ως ΝΠΔΔ. Το Μέρος Β΄ αφιερώνεται στην εξέταση των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας. Μετά από μια σύντομη έρευνα των επί μέρους συστημάτων σχέσεων, εξετάζονται διεξοδικώς οι σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας στη νεότερη Ελλάδα τόσο ιστορικώς (με ιδιαίτερη έμφαση στις περιόδους της δικτατορίας 1967-1974 και της μεταπολιτεύσεως) όσο και δογματικώς υπό το ισχύον Σύνταγμα. Στη συνέχεια η ύλη του Δικαίου της Εκκλησίας της Ελλάδος διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη, τα οποία αναφέρονται αντιστοίχως: το Μέρος Γ΄ στην οργάνωση της Εκκλησίας, το Μέρος Δ΄ στη διοίκηση της Εκκλησίας, την ιδιαίτερη νομική μεταχείριση κληρικών και μοναχών, περιλαμβάνοντας, επίσης, εκτεταμένες αναφορές και αναλύσεις στα θέματα ταφής, καύσεως και αποτεφρώσεως νεκρών που εισάγουν οι πρόσφατοι Ν. 4277/2014 (αρθ. 48) και Ν. 4368/2016 (αρθ. 19 και 92). Το Μέρος Ε΄ ασχολείται με το εκκλησιαστικό ποινικό δίκαιο (εκκλησιαστικά αδικήματα, επιβαλλόμενες ποινές, κ.λ.π.) και το Μέρος ΣΤ΄ με τα εκκλησιαστικά δικαστήρια και τη δικονομία. Τέλος, στο Ζ΄ Μέρος εξετάζονται συνοπτικώς τα ιδιαίτερα εκκλησιαστικά καθεστώτα στην ελληνική επικράτεια, δηλαδή η Εκκλησία της Κρήτης (με παράθεση των ρυθμίσεων που εισάγουν στη διοίκησή της οι Ν. 4301/2014 [αρθ. 19, 20] και 4310/2014 [αρθ. 51-54], το ΄Αγιον Όρος και οι εκκλησιαστικές επαρχίες της Δωδεκανήσου [N. 4301, αρθ. 21, 22]). Ακολουθεί το Παράρτημα, που περιλαμβάνει επικαιροποιημένα τα βασικά νομοθετικά κείμενα, α) για την Εκκλησία της Ελλάδος (Ν. 590/77 περί του Κατασταστικού Χάρτου [Κ.Χ.] αυτής, Ν.Δ. 5383/1932, περί εκκλησιαστικών δικαστηρίων, όπως ισχύει σήμερα), β) για την Εκκλησία της Κρήτης (Σύμβαση Οκτωβρίου 1900 μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Κρητικής Πολιτείας και Ν. 4149/1961 περί Κ.Χ. της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας), γ) για το Άγιον Όρος (Κ. Χ Αγίου Όρους 1924 και Ν.Δ. 1926 περί κυρώσεως του Κ.Χ.) και δ) για την οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα (αρθ. 1 – 18, Ν. 4301/2014). Το έργο κατακλείει εκτενής βιβλιογραφία, η οποία διαιρείται σε τρία τμήματα: το πρώτο περιέχει τα γενικά έργα εκκλησιαστικού δικαίου, το δεύτερο περιλαμβάνει μονογραφίες, μελέτες και άρθρα και το τρίτο πηγές και χρηστικά βοηθήματα. 

    Τα «Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου» προορίζονται, εν πρώτοις, για τους προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές του γνωστικού αυτού αντικειμένου. Φιλοδοξούν, όμως, ταυτοχρόνως να αποτελέσουν ένα αξιόπιστο και κατατοπιστικό βοήθημα για τους νομικούς τόσο της θεωρίας όσο και της πράξεως, δικηγόρους και δικαστές που έχουν να αντιμετωπίσουν ζητήματα του δυσχερούς και ιδιαιτέρου αυτού κλάδου του Δικαίου. Απευθύνονται, επίσης, σε θεολόγους και σε ερευνητές από το χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών (ιστορικούς, κοινωνιολόγους, κ.α.) οι οποίοι είτε εντρυφούν στο πεδίο σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, είτε ασχολούνται με θέματα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Ελλάδος και δη της νεότερης. 


    * Ο Χάρης Ανδρεόπουλος (xaan@theo.auth.gr) είναι Δρ Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ, μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Υπηρετεί σε θέση Σχολικού Συμβούλου (Συντονιστού) Θεολόγων (Στερεάς Ελλάδος). 




    Πέμπτη 28 Μαρτίου 2019

    Χ. Ανδρεόπουλος, «Aντιπελάργηση»: Τιμητικός Τόμος για τον καθηγητή Ι. Μ. Κονιδάρη



    Τιμητικός Τόμος για τον καθηγητή Ι. Μ. Κονιδάρη


     «Aντιπελάργηση» στον πανεπιστημιακό δάσκαλο του Εκκλησιαστικού Δικαίου από τους μαθητές του

    Του Χάρη Ανδρεόπουλου *


    Ο όρος «αντιπελάργηση» είναι ελάχιστα γνωστός στο ευρύ κοινό και σημαίνει την εκ μέρους των παιδιών αντιδωρεά, την ανταπόδοση, των ευεργεσιών και της οφειλομένης φροντίδος προς τους γέροντες γονείς τους. Τον συγκεκριμένο όρο που αφορά στη φροντίδα των νέων και ακμαίων πελαργών προς τους ηλικιωμένους και ασθενικούς γονείς τους, χρησιμοποιεί ο Μέγας Βασίλειος στον 8o Λόγο (Ομιλία) του εις την «Εξαήμερον»,  ως  διδακτικό παράδειγμα της οφειλομένης στοργής του παιδιού προς τους γονείς του:  «Ἡ δὲ περὶ τοὺς γηράσαντας τῶν πελαργῶν πρόνοια ἐξήρκει τοὺς παῖδας ἡμῶν, εἰ προσέχειν ἐβούλοντο, φιλοπάτορας καταστῆσαι. Ἐκεῖνοι τὸν πατέρα ὑπὸ τοῦ γήρως πτερορρυήσαντα περιστάντες ἐν κύκλῳ τοῖς οἰκείοις πτεροῖς διαθάλπουσι, καὶ τὰς τροφὰς ἀφθόνως παρασκευάζοντες, τὴν δυνατὴν καὶ ἐν τῇ πτήσει παρέχονται βοήθειαν, ἠρέμα τῷ πτερῷ κουφίζοντες ἑκατέρωθεν. Καὶ οὕτω τοῦτο παρὰ πᾶσι διαβεβόηται, ὥστε ἤδη τινὲς τὴν τῶν εὐεργετημάτων ἀντίδοσιν ἀντιπελάργησιν ὀνομάζουσι».
    Με τoν όμορφο αυτό όρο – «Αντιπελάργηση» - επέλεξαν να τιτλοφορήσουν τον Τιμητικό Τόμο μελετών που εξέδωσαν για τον δάσκαλό τους οι μαθητές του ομ. Καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής  του  Πανεπιστημίου Αθηνών  κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη καταθέτοντας στον εκδοθέντα τόμο τoν επιστημονικό και ερευνητικό τους αμητό,  καθιστώντας με τον τρόπο αυτό εφικτή την εκπλήρωση ενός χρέους προς τον τιμώμενο δάσκαλο. Οι μαθητές του κ. Κονιδάρη – παλαιότεροι και νεότεροι - συνέβαλαν στη συγγραφή του τόμου με πρωτότυπες και δη μη προδημοσιευμένες μελέτες τους σε θεματολογία της επιλογής τους, η οποία, πάντως, αφορά, κυρίως, στα επιστημονικά πεδία που υπηρέτησε και θεράπευσε ο Καθηγητής. Ο παρών Τόμος, ο οποίος επιγράφεται «Αντιπελάργηση», νοείται ως ευχαριστιακή ανταπόδοση των μαθητών προς τον δάσκαλο για όσα μέχρι σήμερα τους  έχει διδάξει· ως ελάχιστο αντίδωρο για όσα έχει ανυστερόβουλα τους έχει προσφέρει.
    Στον 513 σελίδων Τόμο, o οποίος εξεδόθη τον περασμένο Οκτώβριο από τις ευφήμως γνωστές Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., περιλαμβάνονται είκοσι (20), συνολικά, ενδιαφέρουσες μελέτες επικαίρων ζητημάτων Εκκλησιαστικού Δικαίου τις οποίες υπογράφουν μαθητές του κ. Κονιδάρη και ήδη διακεκριμένοι επιστήμονες - πανεπιστημιακοί και διδάκτορες – όπως οι κ.κ. Γ. Ανδρουτσόπουλος,  επικ. καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου Παν/μίου Αθηνών με θέμα «Η τυπολογία των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας στην ελληνική επικράτεια: από το πόρισμα της Επιτροπής Σταμάτη στην πρόταση του καθηγητή Ι. Μ. Κονιδάρη», Π. Λαζαράτος, καθηγητής Διοικητικού Δικαίου Παν/μίου Αθηνών, «Τα αυτοκρατορικά χρυσόβουλα των ετών 1088, 1292 και και οι κτήσεις της Ιεράς Μονής Πάτμου», Αχ. Αιμιλιανίδης, καθηγητής Νομικής Σχολής Παν/μίου Λευκωσίας, «Νομικές πτυχές της Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας Κύπρου», Γ. Κτιστάκις, επικ. καθηγητής Διεθνούς Δικαίου (ΔΠΘ)Νομικής Σχολής Παν/μίου Θράκης, «Συνηγορία για καινοτόμες ρυθμίσεις στις σχέσεις Πολιτείας και θρησκευτικών κοινοτήτων», Vassilios Kondylis, prof. assistant à l’École de Droit de l’ Université d’ Athènes, «Les phénomènes de ‘antidosis’ des qualités et de ‘circumincession’ dans le dialogue direct des juges nationaux avec les juges européens», Δ. Νικολακάκης, αναπλ. καθηγητής Κανονικού Δικαίου Θεολογικής ΑΠΘ, «Οι περιουσιακές έννομες συνέπειες της μοναχικής κουράς σε ιερό ησυχαστήριο της Εκκλησίας της Ελλάδος», Γ. Ιατρού, διδάκτωρ Νομικής - δικηγόρος, «Αναδείξεις Αρχιερέων στην Εκκλησία της Ελλάδος κατά την τελευταία πεντηκονταετία (1967-2017), Ζ. Καραμήτρου, διδάκτωρ Νομικής, ειδική επιστήμων στην Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του Πολίτη», «Η οργάνωση των θρησκευτικών κοινοτήτων στην Ελλάδα. Kατ’ άρθρον παρουσίαση του Ν. 4301/2014», Θεοδ. Τσιβόλας, διδάκτωρ Νομικής, «Η Πολιτική Διάσταση του Εκκλησιαστικού Δικαίου», Ηλ. Καστανάς, διδάκτωρ Νομικής - νομικός σύμβουλος Β΄, Υπ. Εξωτερικών, «Η θρησκευτική ελευθερία στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου-μεταξύ σεβασμού της ετερότητας και διαφύλαξης της κοινωνικής συνοχής», Β. Μάρκος, διδάκτωρ Νομικής, «Η ενσωμάτωση της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928 στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος», Αθ. Κόντης διδάκτωρ Νομικής, «Το νομικό καθεστώς των κτι(η)τορικών και ιδιόκτητων ναών της Ορθοδόξου Εκκλησίας», Δ. Κρεμπενιός, διδάκτωρ Νομικής, «Το Άγιον Όρος στη νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας», Γ. Μάμαλος, διδάκτωρ Νομικής, «Προσεγγίζοντας το οικουμενικό όραμα του Πατριάρχη Αθηναγόρα εβδομήντα χρόνια από την εκλογή του (1948-2018): Οι σχέσεις με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία», Μ. Τσαπόγας, διδάκτωρ Νομικής, «Η εφημερίδα Augsburger Allgemeine Zeitung για τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1843 και για το Σύνταγμα του 1844», πρωτ. Βασ. Τρομπούκης, διδάκτωρ Νομικής - Ε.ΔΙ.Π. Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, «Έμμισθος και άμισθος εφημεριακός κλήρος», Εμ. Ανδρουλακάκης, μεταπτυχ. διπλ. Εκκλησιαστικού Δικαίου, «Η διοίκηση της εκκλησιαστικής περιουσίας στην Εκκλησία Κρήτης»,  αρχιμ. Ιωαννίκιος Ζαμπέλης, πτ. μεταπτυχ. δίπλωμα Εκκλησιαστικού Δικαίου, «Οργάνωση και απονομή της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης στην Ιόνιο Εκκλησία», Ι.  Καστανάς, μεταπτυχ. διπλ.  Εκκλησιαστικού και Δημοσίου Δικαίου, «Εντάσσονται τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα στον «δημόσιο τομέα»; Σπουδή στο άρθρο 68 § 1 υποπ. 3 Ν. 4235/2014» και Ν. Χαμάκος, Πρωτοδίκης Διοικητικών Δικαστηρίων - μεταπτυχ. διπλ. Εκκλησιαστικού Δικαίου, «Η αντιμετώπιση των λαϊκών από τις νομοκανονικές συλλογές σχετικά με τη συμμετοχή τους στη διοίκηση της Εκκλησίας».
     * Με τον καθηγητή κ. Κονιδάρη με συνδέει μια πολύχρονη, διττή σχέση μαθητείας: πρώτον και εμμέσως, υπό την προτέρα ιδιότητά μου ως δημοσιογράφου – εκκλησιαστικού συντάκτη που προσέτρεχα στα επιστημονικά - περί το Εκκλησιαστικό Δίκαιο - συγγράμματά του για να τεκμηριώσω νομοκανονικά τα (εκκλησιαστικά) ρεπορτάζ μου - ιδίως σε περιόδους εξημμένων παθών και συσσωρευμένων εντάσεων (όπως κατά τις αρχές της δεκαετίας του ΄90, οπότε την Εκκλησία ταλάνισε επί μακρόν η υπόθεση των 12 εκπτώτων – από το 1974 - «ιερωνυμικών» λεγομένων μητροπολιτών, μετά την δικαιωτική γι΄ αυτούς - τον Οκτώβριο του 1990 - απόφαση του ΣτΕ) και δεύτερον, και αμέσως, υπό την σημερινή επαγγελματική μου ιδιότητα ως θεολόγου καθηγητή Β/θμιας και ιδίως στην περίπτωση της εκδόσεως σε εμπλουτισμένη μορφή της διδακτορικής μου διατριβής με θέμα που αφορά στο εκκλησιαστικό ζήτημα της Επταετίας (1967-1974). Εχοντας προ πολλού ασχοληθεί και ο ίδιος ο κ. καθηγητής με το εν λόγω ζήτημα, στο μνημειώδες έργο του «Η διαπάλη νομιμότητας και κανονικότητας και η θεμελίωση της εναρμονίσεώς τους» (Αθήνα: Eκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1994, σσ. 262 - έργο του οποίου το ειδικότερο Μέρος περί της Εκκλησίας κατά την Επταετία θεωρώ οιονεί πρόδρομο της δικής μου μελέτης), μου προσέφερε τις πολύτιμες επιστημονικές του συμβουλές για την έκδοση της διατριβής μου σε βιβλίο προσέτι δε μου έκαμε και την εξαιρετική τιμή να προλογίσει το υπό τον τίτλο "H Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση" (Θεσσαλονίκη: Eκδ. Επίκεντρο, 2017, σσ. 424), κυκλοφορηθέν βιβλίο μου.  Το θεωρώ υψίστη τιμή από τη θέση αυτή το καταθέτω·  εγκαρδίως και ευγνωμόνως.   
     *  Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Θεολόγος καθηγητής Β/θμιας, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του  ΑΠΘ. Υπηρετεί ως Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου κλ. ΠΕ01 – Θεολόγων (Περιφερείας Στ. Ελλάδος).



    Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

    Ι.Μ.Κονιδάρης, Το "μετοχιακό ζήτημα"

     [Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ, 16-12-2012, σελ. Α57/ αναδ. ΑΜΗΝ]


    Σε χαλεπούς για τα οικονομικά του κράτους καιρούς δεν είναι, δυστυχώς, σπάνιο φαινόμενο η Ελληνική Πολιτεία να «βάζει χέρι» στην εκκλησιαστική περιουσία, με ιδιαίτερη προτίμηση στην περιουσία των μοναστηριών. Βέβαια οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται κατά κανόνα από εκείνους που την επόμενη στιγμή διαγκωνίζονται για μια θέση στην πρώτη σειρά, αν πρόκειται για λιτανείες, συλλείτουργα ή πανηγύρεις, προκειμένου να «φωτογραφίσουν» τη στενή σχέση τους με την Ορθοδοξία, μια και τούτο μεταφράζεται σε ψήφους...
    Εφέτος συμπληρώθηκαν εκατό έτη από την απελευθέρωση και του Αγίου Όρους (2.11.1912). Καλό θα ήταν να μη λησμονείται ότι συμπληρώνονται όμως και 80 έτη, με ορόσημο τον Ν. 5377/1932, από τη δημιουργία του «μετοχιακού ζητήματος», που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και η μεγάλη εξαπάτηση των μονών του Αγίου Όρους από το Ελληνικό Δημόσιο. Πράγματι, λίγο μετά την ένταξη του Αγίου Όρους στην ελληνική επικράτεια, το Ελληνικό Δημόσιο, ιδιαιτέρως χειμαζόμενο την εποχή εκείνη λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής, προήλθε στην εγκατάσταση χιλιάδων προσφύγων σε εκτάσεις των μονών, κυρίως στη Χαλκιδική, αλλά και αλλού. Ο υπουργός Γεωργίας συνήψε σύμβαση με την I. Κοινότητα του Αγίου Όρους δεκαετούς εκμισθώσεως αγροτικών κτημάτων (μετοχιών) μονών του Αγίου Όρους, στη Χαλκιδική και αλλού, για την εγκατάσταση προσφύγων αντί ετήσιου μισθώματος που δεν θα υπερέβαινε το ποσόν των 5.000.000 δραχμών της εποχής εκείνης.
    Η σχετική σύμβαση υπογράφηκε το 1924. Διαρκούσης όμως της μισθώσεως αυτής, το Ελληνικό Δημόσιο προήλθε, το 1926, σε αναγκαστική απαλλοτρίωση των κτημάτων αυτών! Με νόμο καθορίστηκε και η αποζημίωση για τις κηρυχθείσες ως απαλλοτριωτέες εκτάσεις των μονών. Ως την καταβολή της αποζημιώσεως όμως ορίστηκε ότι από το Δημόσιο θα καταβάλλεται προς τις μονές μίσθωμα ίσο προς το 8% της αξίας του κτήματος που θα βρισκόταν με βάση πρόχειρους υπολογισμούς, το οποίο θα συμψηφιζόταν στην οφειλόμενη αποζημίωση.
    Επειδή, προφανώς, η αποζημίωση δεν μπορούσε να καταβληθεί, εκδόθηκε στη συνέχεια ο Ν. 5377/1932 με τον οποίο αναζητήθηκε νέος τρόπος πληρωμής της αξίας των κτημάτων των μονών που είχαν απαλλοτριωθεί. Ως βάση για την εξεύρεση του τιμήματος αυτή τη φορά ορίστηκε ότι θα ληφθεί η μέση καθαρή πρόσοδος κάθε κτήματος σε είδος επί μία δεκαετία πριν από την απαλλοτρίωση του. Η καθαρή αυτή πρόσοδος κεφαλαιοποιούμενη, με τόκο 6%, θα απέδιδε το τίμημα του κτήματος, οι τόκοι δε του τιμήματος αυτού προς 6% θα αποτελούσαν την «εις το διηνεκές πρόσοδον του κτήματος».
    Για την πληρωμή, εξάλλου, της αξίας των αγιορειτικών κτημάτων συνομολογήθηκε διηνεκές «Εθνικό Αγιορείτικο Δάνειο», τοκοφόρο, του οποίου οι ομολογίες προσδιορίστηκαν ως «ονομαστικοί, πάγιαι και αναπαλλοτρίωτοι». Οι ομολογίες αυτές παραδόθηκαν στις δικαιούχους μονές του Αγίου Όρους, άρχισε δε να καταβάλλεται κατ' έτος και ο αναλογών τόκος.
    Επακολούθησαν, δυστυχώς, ο πόλεμος και η κατοχή (1941-1944), που τελικώς οδήγησαν και στην εκμηδένιση της αξίας της δραχμής. Στο πλαίσιο αυτό το Ελληνικό Δημόσιο μονομερώς θεώρησε ότι εξοφλήθηκαν οι υποχρεώσεις του από την καταβολή των τόκων και αποφάσισε, αντί αποζημιώσεως, την παροχή «χαριστικής», όπως περιέργως την αποκάλεσε, οικονομικής ενισχύσεως προς τις μονές του Αγίου Όρους.
    Η αναξιοπιστία αυτή του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, κατ' ουσίαν, απαλλοτρίωσε αναγκαστικώς εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα αγιορειτικών μετοχιών χωρίς να καταβάλει «πλήρη αποζημίωση», δημιούργησε το λεγόμενο «μετοχιακό ζήτημα» και μια διαρκή εστία τριβών μεταξύ του Αγιώνυμου Όρους και της Ελληνικής Πολιτείας.
    Αλλά ακόμη και η οικονομική αυτή ενίσχυση αντικαταστάθηκε, με νόμο του 1981, με ετήσια χορηγία προς τις μονές «προς ενίσχυσιν της μακραίωνος θρησκευτικής, πνευματικής και πολιτιστικής αυτών αποστολής». Τα μεγάλα λόγια του νομοθέτη! Η ετήσια χορηγία δεν μπορεί να αντικαταστήσει ούτε να υποκαταστήσει την αποζημίωση που τους οφείλεται από τις απαλλοτριώσεις, κατ' εκτίμηση 1.000.000 στρεμμάτων στη Χαλκιδική και αλλού, ακόμη και σε τιμές της εποχής εκείνης...
    Η Ελληνική Πολιτεία έχει το προνόμιο να περιλαμβάνει στην επικράτειά της έναν ανεκτίμητο θησαυρό, έναν πολιτιστικό δρυμό: το Αγιον Όρος. Όταν, λοιπόν, ρυθμίζει ζητήματα του αυτοδιοίκητου αυτού τμήματος της, δεν θα πρέπει να παρορά ότι σε εκτέλεση διατάξεως της Συνθήκης του Λονδίνου (1913) οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής εκείνης, δηλαδή Γερμάνια, Αυστρία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Ιταλία και Ρωσία, είχαν ανακηρύξει το Αγιον Όρος πολιτεία ανεξάρτητη, αυτόνομη και ουδέτερη. Η υπαγωγή της περιοχής, τελικώς, στην ελληνική επικράτεια επιτεύχθηκε χάρη στη σθεναρή επιμονή των αγιορειτών πατέρων, διότι η Ελλάδα, ως εκ των παντοίων δυσχερειών υπό τις οποίες και τότε βρισκόταν, δεν ήταν σε θέση να υπερασπιστεί την ελληνικότητα του Αγίου Όρους, παρ' ότι ασκούσε την κυριαρχία της επ' αυτού.
    Το Αγιον Όρος εξακολουθεί να αποτελεί πανορθόδοξο προσκύνημα... Και δεν έχει παύσει να εφελκύει και σήμερα το ενδιαφέρον ισχυρών κρατών. Καλό είναι αυτό να μη λησμονείται από τους κρατούντες κατά τον χειρισμό των υποθέσεών του...
    ____________
    *Ο κ. I. Μ. Κονιδάρης είναι καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.




    Αρχείο

    Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

    Φόρμα επικοινωνίας

    Όνομα

    Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

    Μήνυμα *

    ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

    ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
    ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

    Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

    Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

    Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

    Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

    Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



    ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

    ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

    ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
    Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

    Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

    Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

    Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

    Επισκέπτες από 17/9/2009

    Free counters!

    Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

    Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

    Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

    台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

    ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

    ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

    Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

    ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

    ΕΛΛΟΠΟΣ

    Αξίζει να διαβάσετε

    ORTHODOXIA INFO

    ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

    ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

    9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

    ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ