Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταδημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταδημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

Giorgio Agamben, Η ιατρική ως θρησκεία



πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ


Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος


Ότι η επιστήμη έχει γίνει η θρησκεία της εποχής μας, αυτό στο οποίο οι άνθρωποι πιστεύουν ότι πιστεύουν, είναι πρόδηλο εδώ και καιρό. Στη σύγχρονη Δύση, έχουν συνυπάρξει και, σε κάποιο βαθμό, συνυπάρχουν ακόμα,  τρία μεγάλα συστήματα πεποιθήσεων: ο χριστιανισμός, ο καπιταλισμός και η επιστήμη. Στη νεωτερική ιστορία, αυτές οι τρεις “θρησκείες” διασταυρώθηκαν αναγκαστικά κατ’ επανάληψη, ερχόμενες από καιρού εις καιρόν σε σύγκρουση και, στη συνέχεια, με διάφορους τρόπους, πάλι σε συμφιλίωση, έως ότου, προοδευτικά, να επιτευχθεί ένα είδος ειρηνικής και αρμονικά διαρθρωμένης συνύπαρξης, αν όχι πραγματικής συνεργασίας στο όνομα του κοινού συμφέροντος.

Το νέο γεγονός είναι ότι μεταξύ της επιστήμης και των άλλων δύο θρησκειών έχει αναζωπυρωθεί χωρίς να το αντιληφθούμε μια υπόγεια και αδυσώπητη σύγκρουση, της οποίας τα νικηφόρα αποτελέσματα για την πρώτη, την επιστήμη, εμφανίζονται σήμερα μπροστά στα μάτια μας και καθορίζουν με τρόπο πρωτοφανή όλες τις πτυχές της ζωής και της ύπαρξής μας. Αυτή η σύγκρουση δεν αφορά, όπως στο παρελθόν, τη  θεωρία και τις γενικές αρχές, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, τη λειτουργική πρακτική. Ακόμα και η επιστήμη, στην πραγματικότητα, όπως κάθε θρησκεία, διακρίνεται σε διαφορετικά επίπεδα και μορφές, μέσω των οποίων ρυθμίζει και οργανώνει τη δική της δομή: στις λεπτές και ακριβείς διατυπώσεις μιας αυστηρής δογματικής αντιστοιχεί, στην πράξη, τo εξαιρετικά ευρύ και εκτενώς δικτυωμένo πεδίο λατρείας που συμπίπτει με αυτό που ονομάζουμε τεχνολογία.

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ως πρωταγωνιστής αυτού του νέου θρησκευτικού πολέμου εμφανίζεται εκείνος ο κλάδος της επιστήμης του οποίου η δογματική είναι λιγότερο αυστηρή και η πραγματιστική πτυχή του υπερισχύει: η ιατρική, της οποίας άμεσο αντικείμενο είναι το ζωντανό σώμα των ανθρώπων. Ας προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της νικηφόρας πίστης με την οποία θα πρέπει να αναμετριόμαστε ολοένα και περισσότερο.

1) Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι ότι η ιατρική, όπως και ο καπιταλισμός, δεν χρειάζεται ειδική δογματική, αλλά περιορίζεται στον δανεισμό των θεμελιωδών εννοιών της από τη βιολογία. Σε αντίθεση με τη βιολογία, ωστόσο, διατυπώνει αυτές τις έννοιες με τρόπο γνωστικο-μανιχαϊστικό, δηλαδή σύμφωνα με μίαν ακραία δυαλιστική αντίθεση. Υπάρχει ένας θεός ή μια κακοήθης αρχή, κατ’ ακρίβειαν η ασθένεια, της οποίας οι ειδικοί νοσογόνοι παράγοντες είναι τα βακτήρια και οι ιοί, και ένας θεός ή μια ευεργετική αρχή, που δεν είναι η υγεία, αλλά η ανάρρωση, της οποίας οι παράγοντες λατρείας είναι οι γιατροί και το σύστημα θεραπείας. Όπως και σε κάθε Γνωστική πίστη, οι δύο αρχές είναι σαφώς διαχωρισμένες, αλλά στην πράξη είναι δυνατόν να βεβηλωθούν η μία από την άλλη, εφόσον η ευεργετική αρχή, καθώς και ο γιατρός που την εκπροσωπεί, μπορούν να κάνουν λάθος και να συνεργαστούν ασυνείδητα με τον εχθρό τους, χωρίς αυτό βέβαια να καθιστά άκυρη την πραγματικότητα του δυαλισμού και την ανάγκη της λατρείας, μέσω της οποίας η ευεργετική αρχή δίνει τη μάχη της. Και είναι σημαντικό ότι οι θεολόγοι που πρέπει να καθορίσουν τη στρατηγική της είναι οι εκπρόσωποι μιας επιστήμης, της ιολογίας, η οποία δεν έχει τον δικό της χώρο, αλλά βρίσκεται στα σύνορα μεταξύ βιολογίας και ιατρικής.

2) Αν η λατρευτική πρακτική ήταν έως τώρα, όπως κάθε λειτουργία, επεισοδιακή και περιορισμένη στο χρόνο, το αναπάντεχο φαινόμενο του οποίου γινόμαστε σήμερα μάρτυρες είναι ότι αυτή έχει καταστεί μόνιμη και πανταχού παρούσα. Δεν τίθεται πλέον ζήτημα λήψης φαρμάκων ή υποβολής, όταν είναι απαραίτητο, σε ιατρική εξέταση ή χειρουργική επέμβαση: ολόκληρη η ζωή των ανθρώπων πρέπει να γίνεται κάθε στιγμή,  ο τόπος μιας αδιάκοπης λατρευτικής τελετουργίας. Ο εχθρός, ο ιός, είναι πάντα παρών και πρέπει να καταπολεμείται ακατάπαυστα και χωρίς ανακωχή. Ακόμα και η χριστιανική θρησκεία γνώρισε παρόμοιες ολοκληρωτικές τάσεις, οι οποίες όμως αφορούσαν μόνο σε ορισμένα  άτομα —ιδίως τους μοναχούς— που επέλεξαν ως έμβλημα ολόκληρης της ύπαρξής τους το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Η ιατρική ως θρησκεία υιοθετεί το παράγγελμα του Παύλου και, ταυτόχρονα, το αντιστρέφει: η λατρεία πρέπει να ασκείται σήμερα με την ίδια επιμέλεια με την οποία οι μοναχοί συγκεντρώνονταν στα μοναστήρια για να προσευχηθούν, πλην όμως με τον όρο ότι θα παραμένουμε χωρισμένοι και σε απόσταση.

3) Η πρακτική λατρείας δεν είναι πλέον ελεύθερη και εθελοντική, εκτιθέμενη μόνο σε κυρώσεις πνευματικής τάξεως, αλλά πρέπει να καταστεί υποχρεωτική με κανονιστικές ρυθμίσεις. Η συμπαιγνία μεταξύ θρησκείας και μη ειδήμονος εξουσίας δεν είναι ασφαλώς κάτι νέο· εντελώς νέο, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι αυτή δεν αφορά πλέον τη διακήρυξη των δογμάτων, όπως συνέβαινε για τις αιρέσεις, αλλά αποκλειστικά την  τέλεση της λατρείας. Η μη ειδήμων εξουσία οφείλει να επαγρυπνεί ώστε η λειτουργία της θρησκείας της ιατρικής, η οποία συμπίπτει πλέον με ολόκληρη τη ζωή, να τελείται πράγματι με ακρίβεια και χωρίς καμία παρέκκλιση. Ότι πρόκειται εν προκειμένω για μια λατρευτική πρακτική και όχι για μια ορθολογική επιστημονική απαίτηση είναι εξόφθαλμο. Οι καρδιοαγγειακές παθήσεις αποτελούν μακράν την πιο συχνή αιτία θνησιμότητας στη χώρα μας και είναι γνωστό ότι αυτές θα μπορούσαν να μειωθούν εάν εφαρμοζόταν ένας πιο υγιεινός τρόπος ζωής και εάν ακολουθούσαμε μια συγκεκριμένη δίαιτα. Αλλά δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό κανενός γιατρού ότι ο τρόπος ζωής και δίαιτας που συμβούλευε στους ασθενείς του, θα αποτελούσε αντικείμενο νομικών ρυθμίσεων, που θα επέβαλαν ex lege τι θα πρέπει να τρώμε και πώς θα πρέπει να ζούμε, μεταμορφώνοντας ολόκληρη την ύπαρξη σε υγειονομική υποχρέωση. Ακριβώς αυτό έγινε και, τουλάχιστον προς το παρόν, οι άνθρωποι έχουν αποδεχθεί, σαν να ήταν αυτονόητο, να παραιτηθούν από την ελευθερία των κινήσεών τους, από την εργασία, τις φιλίες, τους έρωτες, τις κοινωνικές σχέσεις, τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις τους.

Παρατηρούμε εδώ σε ποιο βαθμό οι δύο άλλες θρησκείες της Δύσης, η θρησκεία του Χριστού και η θρησκεία του χρήματος, παραχώρησαν την πρωτοκαθεδρία, καταφανώς χωρίς μάχη, στην ιατρική και την επιστήμη. Η Εκκλησία αρνήθηκε τις αρχές της ξεκάθαρα και απερίφραστα, ξεχνώντας ότι ο άγιος, του οποίου το όνομα φέρει ο σημερινός ποντίφηκας, αγκάλιαζε τους λεπρούς, ότι ένα από τα έργα του ελέους ήταν η επίσκεψη στους αρρώστους, ότι τα ιερά μυστήρια τελούνται μόνο με φυσική παρουσία. Ο καπιταλισμός από την πλευρά του, αν και με κάποιες διαμαρτυρίες, δέχτηκε απώλειες παραγωγικότητας που ποτέ δεν είχε τολμήσει να υπολογίσει, ίσως ευελπιστώντας ότι  αργότερα θα επιτύχει κάποια συμφωνία διακονισμού με τη νέα θρησκεία, η οποία, ως προς τούτο, φαίνεται διατεθειμένη να συμβιβαστεί.

4) Η θρησκεία της ιατρικής έχει αρυσθεί χωρίς επιφύλαξη από τον Χριστιανισμό την εναγώνια εσχατολογική προοπτική του που ο ίδιος άφησε να εκπέσει στο περιθώριο. Ήδη ο καπιταλισμός, εκκοσμικεύοντας το θεολογικό παράδειγμα της σωτηρίας, είχε εξαλείψει την ιδέα του τέλους του χρόνου, υποκαθιστώντας την με μια κατάσταση μόνιμης κρίσης, χωρίς λύτρωση ή τέλος. Η λέξη  «Κρίσις» έχει αρχικά, εκ προελεύσεως, μία ιατρική έννοια, η οποία προσδιορίζει, στον Ιπποκράτειο Κώδικα, τη στιγμή που ο γιατρός αποφαινόταν εάν ο ασθενής θα ανέκαμπτε από την ασθένεια. Οι θεολόγοι έχουν προσλάβει τον όρο αυτό για να υποδηλώσουν την τελική κρίση που λαμβάνει χώρα την τελευταία ημέρα του κόσμου. Εάν παρατηρήσουμε την κατάσταση εξαίρεσης που βιώνουμε σήμερα, φαίνεται ότι η θρησκεία της ιατρικής συνδυάζει τη διαρκή κρίση του καπιταλισμού με τη χριστιανική ιδέα ενός τέλους του χρόνου, με το «έσχατον», κατά το οποίο η οριστική απόφαση είναι πάντα σε εξέλιξη και το τέλος καταπίπτει και αναβάλλεται ταυτόχρονα, σε μια ακατάπαυστη προσπάθεια να μπορέσει να το διαχειριστεί και να το ελέγξει, χωρίς ποτέ, ωστόσο, να το αντιμετωπίσει ουσιαστικά και να κατορθώσει να το αποτρέψει άπαξ και δια παντός. Είναι η θρησκεία ενός κόσμου που αισθάνεται ότι έχει φθάσει στο τέλος του και όμως δεν είναι σε θέση, όπως ο ιπποκρατικός γιατρός, να αποφασίσει εάν θα επιβιώσει ή θα πεθάνει.

5) Όμοια με τον καπιταλισμό και ανόμοια με τον Χριστιανισμό, η θρησκεία της ιατρικής δεν προσφέρει καμία προοπτική σωτηρίας και λύτρωσης. Αντίθετα, η ανάρρωση στην οποία στοχεύει μπορεί να είναι μόνο προσωρινή, εφόσον ο κακοήθης Θεός, ο ιός, δεν μπορεί να εξαλειφθεί οριστικά, αλλά αλλάζει συνεχώς και λαμβάνει πάντα νέες μορφές, ενδεχομένως πιο επικίνδυνες. Η επιδημία, όπως υποδεικνύει η ετυμολογία του όρου («δήμος» είναι στην ελληνική  ο λαός ως πολιτικό σώμα και «πόλεμος επιδήμιος» είναι στον Όμηρο η ονομασία του εμφύλιου πολέμου) είναι προπαντός μία πολιτική έννοια, η οποία προετοιμάζεται να γίνει το νέο έδαφος της πολιτικής — ή της μη πολιτικής—παγκοσμίως. Είναι πιθανό, μάλιστα, η επιδημία που βιώνουμε να είναι η πραγματοποίηση του παγκόσμιου εμφυλίου πολέμου που, σύμφωνα με τους πιο προσεκτικούς πολιτικούς επιστήμονες, έχει υποκαταστήσει τους παραδοσιακούς παγκόσμιους πολέμους. Όλα τα έθνη και όλοι οι λαοί είναι τώρα σε διηνεκή πόλεμο με τον εαυτό τους, γιατί ο αόρατος και ασύλληπτος εχθρός με τον οποίο πολεμούν βρίσκεται μέσα στον καθένα από εμάς.

Όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο διάβα της ιστορίας, οι φιλόσοφοι θα πρέπει και πάλι να έρθουν σε σύγκρουση με τη θρησκεία, η οποία δεν είναι πλέον ο Χριστιανισμός, αλλά η επιστήμη ή ο επιμέρους κλάδος της που έχει λάβει τη μορφή θρησκείας. Δεν ξέρω εάν θα επανέλθουν οι πυρές  και εάν κάποια βιβλία θα περιληφθούν σε λίστα απαγορευμένων, αλλά η σκέψη εκείνων που συνεχίζουν να αναζητούν την αλήθεια και να αρνούνται το κυρίαρχο ψέμα, θα είναι, σαφώς, όπως συμβαίνει ήδη μπροστά στα μάτια μας, περιθωριοποιημένη και θα κατηγορείται ότι διασπείρει ειδήσεις ψευδείς —ειδήσεις, όχι ιδέες, επειδή η είδηση είναι πιο σημαντική από την πραγματικότητα! Όπως σε όλες τις περιόδους έκτακτης ανάγκης, είτε αυτές είναι πραγματικές είτε είναι προσομοιωμένες, θα ξαναδούμε ανίδεους να συκοφαντούν τους φιλόσοφους και απατεώνες να γυρεύουν τρόπο να επωφεληθούν από τις συμφορές που οι ίδιοι έχουν προκαλέσει. Όλα αυτά έχουν ήδη συμβεί και θα εξακολουθήσουν να συμβαίνουν, αλλά εκείνοι που μαρτυρούν για την αλήθεια, δεν θα σταματήσουν να το κάνουν, γιατί κανένας δεν μπορεί να μαρτυρήσει για τον μάρτυρα.

2 Μαΐου 2020
Giorgio Agamben



Τρίτη 12 Μαΐου 2020

ΕΡΤ αλήστου μνήμης

Όταν, επί Σαμαρά, ολόκληρος σχεδόν ο κλάδος των εκπαιδευτικών έδειξε έμπρακτα την αλληλεγγύη του στην ΕΡΤ σίγουρα δεν περίμενε ότι η ΕΡΤ θα καθίστατο φερέφωνο της εκάστοτε εξουσίας, αναξιόπιστη και αναίσχυντη! Θυμίζει η ΕΡΤ την αλήστου μνήμης μονότροπη, προπαγανδιστική και πασοκική κρατική τηλεόραση της δεκαετίας του '80! Κρίμα!


Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

ΝΕΑ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ



Ο Καθηγητής Γεώργιος Κοντογιώργης υπέστη νέα διαδικτυακή λογοκρισία σε ΜΚΔ. Ο κ. Κοντογιώργης σε σχετική ανάρτηση του στο facebook αναφέρει τα ακόλουθα:


ΝΕΑ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ ΜΟΥ


Όπως θα έχετε διαπιστώσει αγαπητοί μου φίλοι οι «γνωστές άγνωστες» συμμορίες που εννοούν να διακινούν ως ιδίωμα κοινωνικής και πολιτικής πράξης τον φασιστικό τρόπο επέβαλαν την λογοκρισία της σημερινής (27/3/2020) συνέντευξής μου στο ραδιοφωνικό σταθμό Νέα Κρήτη (δημοσιογράφος Γιώργος Σαχίνης). Σας καλώ να διαμαρτυρηθείτε όσοι ενοχλείστε από την πρακτική αυτή στο Facebook δεδομένου ότι αυτό ευθύνεται σε τελική ανάλυση για ότι συντελείται στις σελίδες του. Μπορείτε να επιχειρήσετε ανάρτηση της συνέντευξής μου (επειδή το Facebook δεν μου επιτρέπει να γράψω εδώ τον τίτλο της συνέντευξης μπορείτε να τον πάρετε από το μπλόγκ μου, είναι οι δύο κίτρινες αράδες) και στο σημείο της άρνησης της σελίδας να την δημοσιεύσει στην τρίτη αράδα όπου γράφει «ενημερώστε» μας γράφετε τη διαμαρτυρία σας.


Ιδού η δική μου παρέμβαση στο Facebook:

«Κύριοι του FACEBOOK, προ ολίγων ημερών κατεβάσατε το σύνολο των δημοσιεύσεων μου από καταβολής παρουσίας μου σ’ αυτό. Ευτυχώς τα επαναφέρατε σύντομα στη θέση τους. Σήμερα ανήρτησα συνέντευξή μου στο Ράδιο Νέα Κρήτη όπου αναλύω τις επιπτώσεις της επιδημίας και τις εξελίξεις στο πεδίο της τεχνολογίας την επόμενη ημέρα. Αίφνης με ενημέρωσαν μόλις ότι έγινα ξανά θύμα λογοκρισίας, καθώς κατεβάσατε την ανάρτηση αυτή. Δεν αντιλαμβάνομαι πώς μια συνομιλία ενός πανεπιστημιακού με έναν δημοσιογράφο για τις επιπτώσεις της επιδημίας στην ανθρώπινη συμπεριφορά και στην εξέλιξη της τεχνολογίας παραβιάζει τους κανόνες της κοινότητάς σας. Πολλώ μάλλον αφού όπως και όλες τις άλλες φορές ο λόγος μου είναι αυστηρά επιστημονικός, κόσμιος όπως οφείλει ένας πανεπιστημιακός καθηγητής και τεκμηριωμένος. Με ενημερώνουν δε ότι ανάλογες επιθέσεις δέχθηκαν δημοσιεύσεις μου -μεταξύ αυτών και η σημερινή- και σε άλλες σελίδες του φέισμπουκ. Δεν θέλω να πιστέψω ότι το διαπράττετε εσείς αυτό. Δεν θα ήθελα όμως να με κάνετε να πιστέψω ότι είστε συνένοχοι σε μια φασιστική αθλιότητα της οποίας είναι θύμα ο λόγος μου τον καιρό αυτόν. Παρακαλώ να με ενημερώσετε για το συμβάν και ιδίως να αποκαταστήσετε πάραυτα.

Καθηγητής Γ. Κοντογιώργης, Πρώην Πρύτανης»

***
Δημοσιεύουμε ξανά την επίμαχη συνέντευξη του καθηγητή στο δημοσιογράφο Γιώργο Σαχίνη:



Σάββατο 6 Ιουλίου 2019

Ἡ ἀποθέωση τῆς χυδαιότητας

φωτὸ ἀπὸ ἐδῶ.


Ἡ ἀποθέωση τῆς χυδαιότητας: ἕνας κυνικὸς ἐξυπνακισμὸς στὸ πλαίσιο μιᾶς δῆθεν ἡγεμονίας, ποὺ στὴν πράξη ἔχει ξεπεραστεῖ καὶ καταντᾶ συνώνυμη τοῦ γραφικοῦ· στόχο ἔχει τὴν ἐνοχοποίηση τῶν οἱονεὶ ἀντιφρονούντων, τὸν πατερναλισμὸ καὶ τὴν ποδηγέτηση τους μὲ ὅρους κοινότοπης “ταμπελοποίησης”. Τὴν ἐνοχοποίηση τῆς κοινωνίας τὴν ἐπιχείρησαν βεβαίως καὶ ἄλλοι στὸ παρελθὸν μὲ τὰ ἀνάλογα ἀποτελέσματα: ἀφέθηκαν στὴν ἀγκαλιὰ τῆς λησμονιᾶς καὶ τῆς λήθης.



Γ.Μ.Β.

Ἡράκλειο 6/7/2019


Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Πόσος λαϊκισμός πια, πόσος;

Πόσος λαϊκισμός πια, πόσος; Και μάλιστα με κοινότοπα επιχειρήματα (ραμφίζοντα σχεδόν ή like a river). Κοινότοπη, απέθαντη χώρα... Δεν ξέρω αλλά αυτή η γενικευμένη ακρισία μου θυμίζει την πρώτη φάση της κρίσης, όπου κάποιοι (ευκολόπιστοι, γραφικοί, ανυποψίαστοι;) δημόσιοι υπάλληλοι αδημονούσαν να μπούν στο Ενιαίο Μισθολόγιο, για να...πάρουν (άκουσον, άκουσον) αύξηση! Ακολούθησε βεβαίως μείωση σχεδόν 50% αλλά κάποιοι μυαλό δεν έβαλαν. Δεν μπορούν να καταλάβουν ορισμένοι (ούτε ακόμα και τώρα!) ότι είμαστε σε μεταδημοκρατική φάση, σε μόνιμο καθεστώς "εκτάκτου ανάγκης", όπου τίποτα δεν είναι αυτονόητο, πέραν του μονίμου -καταπώς φαίνεται- έξωθεν ετεροκαθορισμού μας. Αντ' αυτών ορισμένοι τυρβάζουν περί δημοσίου συμφέροντος... Μα μπορεί να υπάρξει δημόσιο συμφέρον χωρίς την κοινωνία; Ρητορικό βεβαίως το ερώτημα.


Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Νικόλας Σεβαστάκης, Στη ροή του Ποταμιού



Από καιρό έχουν γίνει ορατά τα σοβαρά κενά στις πολιτικές της κρίσης, μνημονιακές και αντιμνημονιακές. Η πολιτική της λαϊκής οργής αποδείχτηκε ευάλωτη στον ιό του γενικευμένου αντικομματισμού και ενός ματαιωμένου εθνικισμού που ξέρει από απίθανες μεταμορφώσεις. Από την άλλη, ο «ορθόδοξος» μνημονιακός μεταρρυθμισμός πότισε καλά τις απορριπτικές τάσεις στο κοινωνικό σώμα και μαζί με αυτές, το διαιρετικό πνεύμα το οποίο εξασθενίζει και άλλο την όποια αίσθηση πολιτικής κοινότητας σε τέτοιους δύσκολους καιρούς.



Υπάρχει πλέον και ένα άλλο ενδεχόμενο. Αυτά τα ίδια τα κενά να εμφανιστούν ως «πρόταση» υπέρβασης των προηγούμενων κενών. H κόπωση, η βαρεμάρα, η ψυχική και συναισθηματική απόσχιση από το πολιτικό σύστημα να γίνουν παράγοντες του νέου πολιτικού σκηνικού. Με άλλα λόγια, η εδώ και τέσσερα χρόνια διαρκώς αναβαλλόμενη έκρηξη του συστήματος να ξεδιπλωθεί ως ασύντακτος κατακερματισμός και χαοτική διασπορά.



Το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη προσπαθεί να εκμεταλλευτεί αυτήν ακριβώς την ευκαιρία. Προβάλλει ένα ύφος γύρω από το οποίο μπορεί να συναντηθούν, προσωρινά έστω, οι αμηχανίες και οι αμφιθυμίες ενός τμήματος της κοινωνίας. Σαν ένα προϊόν το οποίο αντιστοιχεί καλύτερα στη δεύτερη φάση της κρίσης: στην κόπωση από όλες τις πολιτικές φόρμες, αγωνιστικές και συναινετικές, και σε ένα μείγμα συμπονετισμού και μετα-ιδεολογικής ραστώνης.



Το εγχείρημα μπορεί να ξεθυμάνει ή και να έχει συνέπειες σε έναν νέο συσχετισμό δυνάμεων. Το σημαντικό όμως είναι ότι και τούτη η κίνηση αποκαλύπτει το βάθος της πολιτικής μας κρίσης. Ποια είναι η ουσία αυτής της κρίσης; Νομίζω κυρίως μία: ότι από τις μετωπικές διαιρέσεις γύρω από το Μνημόνιο και τις πολιτικές της λιτότητας δεν αναδύθηκε μια συνθετική, ενωτική και αληθινά προγραμματική αντίληψη για το δημόσιο συμφέρον. Ο πρώτος πολιτικός χρόνος της αγανάκτησης υποτάχτηκε στη λογική της άθροισης των δυσαρεσκειών και των επιμέρους αρνήσεων. Το σχήμα προσδοκίας είχε ως εξής: η ένταση του πόνου θα γεννούσε ένα κύμα αντίστασης και εν συνεχεία κατακλυσμιαίο πολιτικό αποτέλεσμα. Σε αυτή τη δεύτερη φάση, την περισσότερο αμήχανη παρά αποφασισμένη, η παραπάνω ιδέα φαίνεται να μη λειτουργεί στην πράξη. Μέχρι στιγμής τουλάχιστον.



Εδώ λοιπόν οι τάσεις απόδρασης από τα «σκληρά» διλήμματα μπορεί να παρουσιάζονται ως μια κάποια, εύθραυστη βεβαίως, απάντηση. Η κυβέρνηση απαγγέλλει το ποίημά της: πρωτογενές πλεόνασμα, έξοδος στις αγορές, εξωστρέφειες, καινοτομίες κ.λπ. Η αξιωματική αντιπολίτευση αντιγυρίζει: ανατροπή της λαίλαπας των Μνημονίων και τέλος της λιτότητας και της ανθρωπιστικής καταστροφής. Και έρχεται ξάφνου κάποιος τρίτος μιλώντας για μια «πιο ωραία ζωή» ή για την «ευτυχία». Σαν να απευθύνεται, έτσι, σε εκείνα τα τμήματα των μεσοαστικών στρωμάτων που δεν βυθίστηκαν πραγματικά στην κρίση, αλλά παρέμειναν εν πολλοίς στον αφρό, σε μια κατάσταση αμήχανης κατάπληξης ή χλομής και πάντως όχι έξαλλης ενόχλησης.



Ας κάνουμε μια υπόθεση: για ένα τέτοιο ακροατήριο το κυρίαρχο δεν είναι ούτε η προγραμματική εμβάθυνση μιας πολιτικής πρότασης ούτε φυσικά η ιστορική δικαίωση μιας ταυτότητας αλλά κάποιες θετικές αλλαγές στη δημόσια ατμόσφαιρα και στο ύφος της ελληνικής ζωής. Υπάρχει ένα κομμάτι της κοινωνίας για το οποίο η ελπίδα δεν αφορά μια υπόσχεση για την πολιτική μας συλλογικότητα ούτε ακόμα για μια δικαιότερη ρύθμιση του κοινωνικού μας ζητήματος. Αυτό που κερδίζει εδώ την προσοχή είναι η πιθανότητα για επανεκκίνηση του ατομικού ονείρου σε ένα κάπως «φιλικότερο περιβάλλον» από το κατατονικό και ζοφερό πλαίσιο της ύφεσης.



Αλλά η κουβέντα περί «πιο ωραίας ζωής» δεν είναι τόσο ανώδυνη ή δίχως γενικότερη σημασία. Στη συγκεκριμένη στιγμή, το να κλείνει κανείς το μάτι σε μια διάθεση απόδρασης από τα υπαρκτά βαριά διλήμματα της οικονομίας και της πολιτικής φτιάχνει απλώς έναν πιο ζαχαρωμένο λαϊκισμό. Το δικαίωμα στην ευτυχία, στην εκδοχή που πάει να σχηματιστεί, αποσιωπά το κόστος το οποίο έχουν οι δημόσιες επιλογές ως επιλογές οι οποίες, αναγκαστικά, δεν μπορεί να αρέσουν σε όλους. Η εκπροσώπηση της «κοινής λογικής» μπορεί να είναι λοιπόν άλλο ένα πλήγμα στην αντιπροσωπευτική μας δημοκρατία: σαν ένα είδος αίρεσης φτιαγμένης όμως από πολλές μικρές συμβατικότητες φιλελεύθερες, αριστερές, νεοφιλελεύθερες ή «πατριωτικές» (γιατί όχι;).



Νομίζω πάντως ότι το πολιτικό πρόβλημα που έχουμε μπροστά μας δεν είναι η διαμάχη παλαιού και μοντέρνου, μπαγιάτικου και φρέσκου. Όπως και στο παρελθόν με τον εκσυγχρονισμό, έτσι και τώρα με τις προσπάθειες για ένα «υπερβατικό» άλμα στην πολιτική, ο κίνδυνος είναι ένας: να ξαναδοκιμάσουμε πολύ συμβατικές και ρηχές ιδέες στο όνομα της ρήξης με το παρελθόν και της «νέας απαρχής». Η αδυναμία των κυρίαρχων της θεσμικής πολιτικής μας τάξης να διαβάσουν τη συγκυρία και κυρίως να εκθέσουν με παρρησία εναλλακτικές αφηγήσεις του κοινού καλού πέρα από την άθροιση των αντιστάσεων (ριζοσπαστική Αριστερά) ή των προσαρμογών («μνημονιακός» μεταρρυθμισμός) μεγεθύνει το κενό. Και επειδή πάντα η κάλυψη του κενού είναι δύσκολη υπόθεση χωρίς πολιτική, ο κίνδυνος είναι η ίδια η ελαφρότητα να παρουσιαστεί ως διέξοδος από τα αδιέξοδα. Σε αυτή την περίπτωση, το μέλλον προς μια «Αριστερά» με κόμματα πειρατών και μια «Δεξιά» με κόμματα αθλητικών παραγόντων ή μεγαλοεπιχειρηματιών θα έλθει ακόμα κοντύτερα.


Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Γιώργος Κοντογιώργης,Οι δημοσκόποι και οι δημοσκοπούμενοι: Μια σχέση χειραγώγησης


Τελικά οι δημοσκόποι καθάρισαν τα αυτιά τους και άκουσαν. Μερικώς!.. Επί πολλά χρόνια τώρα ζητούσα να τεθούν στη δημοσκοπούμενη κοινωνία τα σωστά ερωτήματα και όχι αυτά που κατατείνουν στον εγκιβωτισμό της στο μονοσήμαντο καθεστωτικό γίγνεσθαι της κομματοκρατίας. Στο κρίσιμο ερώτημα: "πόσοι από εσάς θα φεύγατε από τη χώρα εάν είχατε τη δυνατότητα", η απάντηση είναι 56,6%. Το ερώτημα αυτό, θα ήταν πλήρες και θα έδινε το ακριβές στίγμα των αισθημάτων της κοινωνίας, εάν συνοδευόταν από τις δέουσες συμπληρωματικές ερωτήσεις. Θα πληροφορούμασταν για παράδειγμα  για το βαθμό νομιμοποίησης των ηγητόρων και του συστήματος, εάν και σε ποιο βαθμό οι Έλληνες αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στην Ελλάδα της ασχήμιας και του αίσχους που οικοδόμησαν οι ολιγαρχικές συμμορίες και οι συγκατανευσιφάγοι που λυμαίνονται το κράτος και καταδυναστεύουν την κοινωνία. Επειδή όμως οι δημοσκόποι έχουν εθισθεί να εστιάζουν μονοσήμαντα τα ερωτήματα στις προδιαγραφές και στις ανάγκες των εντολέων τους, υπηρετώντας το σύστημα και τους στόχους τους, δεν κατάφεραν να σκεφθούν ή δεν θέλησαν να θέσουν με τον σωστό τρόπο το ερώτημα, με τις προεκτάσεις που επιβάλλονται για να γίνει σαφές το "γιατί", η αιτιολογία της απάντησης. Το "στένεψαν" ευθύς αμέσως, το ενέταξαν δηλαδή σε πλήθος άλλων ερωτημάτων (όπως ποιος είναι ο καταλληλότερος πρωθυπουργός (sic), ποια προτεραιότητα δίδουν στα ονομαστικά αναφερόμενα προβλήματα (!) κ.ά.) που καθοδηγούν τον δημοσκοπούμενο στα γνώριμα νερά της καθεστωτικής εναλλαγής στην εξουσία. Προφανώς πρέπει να προκύψει ότι από αυτή την επιλογή θα βγει η χώρα από την κρίση, ότι μέσω του κρατούντος κομματικού συστήματος θα αντιμετωπισθούν υποχρεωτικά τα ζέοντα προβλήματα που οι ίδιοι δημιούργησαν και συντηρούν. Ότι η απόρριψη που καταγράφεται σχεδόν ολοκληρωτικά είναι συγκυριακή και όχι ανυπέρβλητη. Όλη η ιστορία είναι ότι εντολείς των δημοσκοπήσεων και δημοσκόποι αγωνιούν να εκβιάσουν πρόθεση ψήφου στην καθεστωτική κομματοκρατία, όχι να αντλήσουν την πραγματική κοινωνική βούληση. Να ανιχνεύσουν τάσεις στην κοινωνία ώστε είτε να την καθοδηγήσουν, καταστρώνοντας την επόμενη στρατηγική είτε, εν ανάγκη, να εναρμονίσουν τις δικές τους κινήσεις προκειμένου να παραμείνουν στον αφρό και την επόμενη ημέρα.

Παρόλ' αυτά, μια προϊδεασμένη ματιά ρίχνει άπλετο φως στα αισθήματα, στις προσεγγίσεις της κοινωνίας των πολιτών. Επιβεβαιώνεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η κοινωνία απορρίπτει στο σύνολό τους το πολιτικό σύστημα και τους διαμεσολαβητές του (την κομματοκρατία), τις καθεστωτικές δυνάμεις της διαπλοκής και της αγυρτείας που κινούνται γύρω από αυτό. Ότι συντρέχει μια χαοτική απόκλιση των πολιτικών του κράτους από τις επιλογές της, αλλά και σε ότι έχει να κάνει με τις κοινωνικές προτεραιότητες, τις πραγματικές ανάγκες της χώρας, και πολλά άλλα. Πάντως ένα είναι βέβαιο: όσο και αν ο σχολιαστής της δημοσκόπησης επιχειρεί εναγωνίως να εντοπίσει το πρόβλημα στην ανεργία, με πρόσχημα την πρώτη προτεραιότητα που δίνει ο δημοσκοπούμενος σ' αυτήν, η ανάγνωση του όλου υλικού συνομολογεί ότι η απόρριψη είναι καθολική. Η ελληνική κοινωνία σε τίποτε και με τίποτε δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα στον καιάδα της απαξίωσης, της λεηλασίας και της ταπείνωσης που την σέρνουν οι ηγήτορές της. Και της οποίας η ανεργία αποτελεί απόρροια. Θα είχε επομένως ενδιαφέρον, αντί να επιδιώκεται η "χειραγώγηση" των απαντήσεων, να ερωτηθεί ο δημοσκοπούμενος ποία είναι η δική του ιδέα για την Ελλάδα, για το μέλλον της, για το πολιτικό σύστημα και για όλα όσα στο κοινωνικο-οικονομικό, πολιτισμικό και πολιτικό πεδίο αντιλαμβάνεται ως προσιδιάζοντα σε μια χώρα στην οποία θα ήθελε να ζήσει. Πώς η χώρα του θα μπορούσε να γίνει προσφιλής, οικεία και αποδεκτή για να τον στεγάσει.
 


Ζύγκμουντ Μπάουμαν, Ευρώπη: το διαζύγιο εξουσίας και πολιτικής

Η διάγνωση για την ασθένεια που οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση στην εντατική έχει γίνει επιτυχώς: «δημοκρατικό έλλειμμα». Μάλιστα, κοντεύει να καταντήσει κοινός τόπος, αφού θεωρείται δεδομένη, και σχεδόν κανένας δεν την αμφισβητεί σοβαρά. Κάποιοι  αναλυτές αποδίδουν την ασθένεια σε κάποιο εκ γενετής ελάττωμα του οργανισμού, άλλοι αναζητούν φορείς της νόσου ανάμεσα στα μέλη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και αυτά που εκπροσωπούν· κάποιοι πιστεύουν ότι η νόσος έχει φτάσει στο τελικό στάδιο και κατέστη πλέον ανίατη, ενώ άλλοι διατηρούν την πεποίθηση ότι μια τολμηρή χειρουργική επέμβαση μπορεί να σώσει τον ασθενή. Ωστόσο, σχεδόν κανένας δεν αμφισβητεί τη διάγνωση. Όλοι, ή περίπου όλοι, συμφωνούν ότι οι ρίζες της ασθένειας βρίσκονται στη διάρρηξη της επικοινωνίας ανάμεσα στους πολιτικούς ιθύνοντες (εκείνους που χαράσσουν πολιτική στις Βρυξέλες και/ή τους πολιτικούς του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου) που δίνουν τον ρυθμό, και στον λαό ο οποίος καλείται να χορέψει σ’ αυτά τα βήματα, χωρίς να έχει ερωτηθεί ή συναινέσει.
Τουλάχιστον δεν υπάρχει έλλειμμα επιχειρημάτων για να υποστηριχθεί η διάγνωση, το «έλλειμμα δημοκρατίας» δηλαδή, στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κατάσταση της Ένωσης, χωρίς αμφιβολία, απαιτεί εντατική φροντίδα: το μέλλον της –ακόμα και η ίδια η πιθανότητα επιβίωσής της– είναι αμφίβολο. Μια τέτοια κατάσταση ονομαζόταν, από τις απαρχές της ιατρικής πρακτικής «κρίση». Ο όρος επινοήθηκε για να δηλώσει ακριβώς μια τέτοια στιγμή, στην οποία ο γιατρός είναι αναγκαίο να αποφασίσει επειγόντως σε ποιο συνδυασμό γνωστών και διαθέσιμων ιατρικών μέσων θα καταφύγει, προκειμένου να αρχίσει να αναρρώνει ο ασθενής. Όταν μιλάμε για κρίση οποιασδήποτε φύσης, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής, εκφράζουμε αφενός το αίσθημα της αβεβαιότητας, της άγνοιάς μας για την τροπή που θα πάρουν τα πράγματα — και, δευτερευόντως, την ανάγκη παρέμβασης: να επιλέξουμε τα σωστά μέτρα και να αποφασίσουμε να τα εφαρμόσουμε τάχιστα. Χαρακτηρίζοντας μια κατάσταση «κρίσιμη», εννοούμε ακριβώς αυτό: τον συνδυασμό της διάγνωσης και το κάλεσμα για δράση. Υπάρχει, βέβαια, μια εγγενής αντίφαση σε μια τέτοια ιδέα: σε κάθε περίπτωση, η είσοδος σε μια κατάσταση αβεβαιότητας και άγνοιας αποτελεί αρνητικό παράγοντα, όσον αφορά τη δυνατότητά μας να επιλέξουμε τα κατάλληλα μέτρα και να οδηγήσουμε τις υποθέσεις μας στην επιθυμητή κατεύθυνση.
***
H παρούσα κρίση διαφέρει από τα ιστορικά προηγούμενα της, στον βαθμό που βιώνεται ως ένα διαζύγιο μεταξύ εξουσίας και πολιτικής. Συνέπεια του διαζυγίου είναι η απουσία ενός οργανισμού που να μπορεί να κάνει εκείνο το οποίο απαιτεί εξ ορισμού κάθε «κρίση»: να επιλέξει τον δρόμο και τη θεραπεία που θα ακολουθήσει. Η απουσία αυτή, όπως φαίνεται, θα συνεχίσει να λειτουργεί παραλυτικά στην αναζήτηση μιας βιώσιμης λύσης, ώστε εξουσία και πολιτική να έλθουν ξανά σε γάμο. Ωστόσο, υπό τις συνθήκες της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης το ενδεχόμενο ενός τέτοιου νέου γάμου δεν μοιάζει διόλου πιθανό στο εσωτερικό ενός κράτους, όσο μεγάλο και ισχυρό κι αν είναι αυτό. Ούτε και μέσα σε μια ένωση κρατών, αφού η εξουσία είναι ελεύθερη να εγκαταλείψει κατά βούληση και άνευ προειδοποιήσεως κάθε επικράτεια που την ελέγχουν πολιτικές οντότητες υπό τα φαντάσματα των μετα-βεστφαλιανών ψευδαισθήσεων. Μοιάζει τώρα να αντιμετωπίζουμε το τρομερό αλλά επιτακτικό καθήκον της ισχυροποίησης της πολιτικής και των θεσμών της σε παγκόσμιο επίπεδο. Όλες οι πιέσεις, από τις απολύτως γήινες μέχρι τις υψιπετείς φιλοσοφικές, είτε πηγάζουν από τα συμφέροντα της επιβίωσης είτε υπαγορεύονται από ηθικό καθήκον, τείνουν σήμερα προς την ίδια κατεύθυνση — παρότι έχουμε προχωρήσει πολύ λίγο προς τα εκεί. Στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενός πανδοχείου στα μισά αυτού του δρόμου, τούτες οι πιέσεις μοιάζουν πιο σοβαρές και πιο οδυνηρές από ό,τι σε άλλες περιοχές του παγκοσμιοποιημένου πλανήτη.
Το δημοκρατικό έλλειμμα δεν αποτελεί, με κανέναν τρόπο, ζήτημα που αφορά αποκλειστικά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κάθε δημοκρατικό κράτος, κάθε πολιτικό σώμα που έχει στόχο –ή διατείνεται ότι έχει– την πλήρη κυριαρχία στην επικράτειά του, εν ονόματι των πολιτών του και όχι της βούλησης ενός μακιαβελικού Ηγεμόνα ή σμιτιανού Führer, υπόκειται σήμερα σε μια διπλή δέσμευση: εκτίθεται στις πιέσεις εξωτερικών από την πολιτική δυνάμεων, αδιαπέραστων από την πολιτική βούληση και τις απαιτήσεις της ιδιότητας του πολίτη, στις οποίες δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να ανταποκριθεί, λόγω του χρόνιου ελλείμματος εξουσίας. Με την εξουσία και την πολιτική να υπακούουν σε διαχωρισμένες και ανεξάρτητες μεταξύ τους ομάδες συμφερόντων, με τις κυβερνήσεις να βολοδέρνουν μεταξύ δύο πιέσεων που είναι αδύνατον να συμβιβαστούν, η εμπιστοσύνη στην ικανότητα και τη βούληση του πολιτικού κατεστημένου να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του ξεθωριάζει γρήγορα — ενώ η επικοινωνία μεταξύ των κυρίαρχων ελίτ και του πλήθους έχει διαρραγεί πλήρως. Ολοένα και περισσότερο, στις εκλογές, την ψήφο την καθορίζει η απογοήτευση για τις ελπίδες του παρελθόντος, ελπίδες που είχαν επενδυθεί στους νυν κυβερνώντες. Αυτή η απογοήτευση των εκλογέων έχει τον πρώτο λόγο, και όχι η προτίμησή τους για μια συγκεκριμένη πολιτική ή η αφοσίωσή τους σε μια ιδεολογία.
Υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να αναλογιστούμε, στο οποίο πρέπει να επικεντρώσουμε τη σκέψη και τη δράση μας. Είτε το γνωρίζουμε είτε όχι, ακούσια ή εκούσια, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σήμερα ένα εργαστήριο (αν όχι το μοναδικό, τότε σίγουρα ένα από τα πιο προηγμένα σε διεθνώς), στο οποίο σχεδιάζονται, ερευνώνται και τεστάρονται τρόποι αντιμετώπισης των αποτελεσμάτων που παράγει ο παρών διαχωρισμός εξουσίας και πολιτικής. Αυτή είναι, αναμφισβήτητα, η πιο σημαντική και αποτελεσματική εισφορά της Ευρώπης στις προοπτικές του πλανήτη· στην πραγματικότητα, στην επιβίωσή του. Το παρόν δίλημμα της Ευρώπης προδιαγράφει τις προκλήσεις που το υπόλοιπο του πλανήτη –το σύνολο του πλανήτη, όλοι οι κάτοικοί του– είναι βέβαιο ότι, αργά ή γρήγορα, θα νιώσει από πρώτο χέρι, θα αντιμετωπίσει και θα ζήσει. Οι πόνοι που νιώθουμε λοιπόν σήμερα, μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι οι ωδίνες του τοκετού που θα γεννήσει μια ανθρωπότητα η οποία θα ζει εν ειρήνη με τον εαυτό της, βγάζοντας τα κατάλληλα συμπεράσματα από τις απαιτήσεις τής –αμετάκλητα παγκοσμιοποιημένης– συνθήκης της. Αυτό που σήμερα αισθανόμαστε σαν το αφόρητα οδυνηρό σφίξιμο μιας μέγγενης μπορεί να αποδειχθεί, εκ των υστέρων, ότι ήταν ο σοβαρός αλλά παροδικός πόνος που προξενεί μια δαγκάνα που μας αρπάζει από την επικείμενη καταστροφή και μας σώζει.

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

[Το άρθρο του Zygmunt Bauman, «Εurope is trapped between power and politics», δημοσιεύθηκε στο Social Europe Journal, στις 14.5.2013. Εδώ δημοσιεύονται αποσπάσματα].




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ