Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουκρανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουκρανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Απριλίου 2022

Μπολσόι και Σταβρόγκιν







Την Πέμπτη 7 Απριλίου του 2022, σε συνεδρία ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων, είχε κληθεί και παρίστατο η Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η παρουσία της Προέδρου είχε καίρια συμβολική σημασία: Το κοινοβουλευτικό σώμα θα δεξιωνόταν τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι και η παρουσία της Προέδρου υπογράμμιζε τον χαρακτήρα καθολικότητας της τιμής, που το ελληνικό Κοινοβούλιο ήθελε να αποδώσει στον προσκεκλημένο.

Η υποδοχή είχε οργανωθεί, με ακρίβεια, το τελετουργικό τυπικό τηρήθηκε άψογα. Όμως ο κεκλημένος και τιμώμενος δεν ήρθε, ούτε ανακοινώθηκε η αιτία – μια, τυπική έστω, δικαιολόγηση και αίτηση συγγνώμης για την απροσδόκητη απουσία. Η εικόνα του κ. Ζελένσκι εμφανίστηκε σε μια οθόνη, τοποθετημένη στο βήμα της Βουλής, και οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι της ελλαδικής δημοκρατίας άκουσαν τον Ουκρανό πρόεδρο να εκφωνεί το λογύδριό του. Η αμφίεσή του, ένα κοντομάνικο και χωρίς γιακά αθλητικό φανελάκι (t-shirt), δήλωνε εκείνη την επιδεικτική ανεμελιά, που μπορεί να ερμηνευθεί ως οικειότητα ή ως περιφρόνηση, χωρίς έγνοια για την ευαισθησία του δέκτη.

Υπήρχε και δεύτερη έκπληξη: Το από την οθόνη λογύδριο του Ουκρανού ηγέτη συνοδεύτηκε απρόοπτα (ως κάτι εντελώς αυτονόητο) από τις παρεμβάσεις δύο «στρατιωτών της Εθνοφρουράς της Ουκρανίας», ο ένας εκ των οποίων δηλώθηκε ότι «ανήκει στο Τάγμα Αζόφ». Αν εμπιστευθούμε την πληροφόρηση που προσφέρει το Διαδίκτυο (Google), θα μάθουμε ότι «το Τάγμα Αζόφ είναι μια εθελοντική ακροδεξιά, νεοναζιστική ομάδα, εθνικής φρουράς της Ουκρανίας, η οποία εδρεύει στη Μαριούπολη, στην παράκτια περιοχή της Αζοφικής θάλασσας».

Η οργανωμένη δομική πολυμορφία της Άκρας Δεξιάς, όπως και η νομοτελειακά συνακόλουθη της Ακρας Αριστεράς, συνοδεύουν, ως ιστορική αναγκαιότητα, τα φρικώδη εκτρώματα που γέννησε στους δύο τελευταίους αιώνες, και σε παγκόσμια κλίμακα, ο Ιστορικός Υλισμός – στη θεωρία και στην πράξη. Ως θεωρία, ίσως καταδικάζεται, κατά πλειοψηφία, ο Ιστορικός Υλισμός, όμως, στην πράξη, η προτεραιότητα της Οικονομίας είναι καθολικά επιβεβλημένη, αυτονομημένη από κάθε έλεγχο – «ελεύθερη αγορά». Όχι μόνο η οργάνωση και λειτουργία της συλλογικότητας, αλλά και οι αυτονόητες πρακτικές (τα «αντανακλαστικά») της ατομικής συμπεριφοράς είναι συναρτήσεις του οικονομικού παράγοντα. Οι σπουδές και το επάγγελμα, οι φιλίες και οι σχέσεις μετοχής στα κοινά, οι στόχοι της πολιτικής, του συνδικαλισμού, της «διά βίου μάθησης», όλα, είναι στόχοι απεξαρτημένοι, συνεχώς και περισσότερο, από την ατομική βούληση και τις αρετές της συνέπειας, του ταλέντου, της ελπίδας, των οραματισμών.

Όταν η απανθρωπία απειλεί την ανθρωπότητα, το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι ο ανταγωνισμός: ποιος θα πετύχει τέτοια ισχύ επιβολής, ώστε να υποχρεώσει σε αναδίπλωση τον αντίπαλο. Το κρίσιμο κατόρθωμα είναι η συνειδητοποίηση του προβλήματος. Το τραγωδικό στοιχείο στη σύγκρουση ΝΑΤΟ και Πούτιν μοιάζει να είναι ότι και οι δύο μάλλον αγνοούν ποιο είναι το ζητούμενο στην αντιμαχία τους και τι διακυβεύεται. Οι Αμερικανοί έφτασαν στη γελοιότητα να αντιμάχονται και να απαγορεύουν τα Μπαλέτα Μπολσόι, έχοντας λησμονήσει ή αγνοώντας τους «Δαιμονισμένους». Όπως, από την άλλη, και ο Πούτιν δείχνει να μάχεται τους Νεοναζί με τη δαιμονική έπαρση του Σταβρόγκιν. Και οι δυο ολότελα ανυποψίαστοι για τις αντιφάσεις τους.

Έλληνες και Ρώσοι έχουμε το προνόμιο (ή το είχαμε για αιώνες) να μαθαίνουμε την Εκκλησία, όχι σαν ιδεολόγημα, ατομικές πεποιθήσεις, δεοντολογία συμπεριφοράς – δεν μαθαίνουμε, μετέχουμε σε τρόπο που μας χαρίζεται σαν Γιορτή. Η γλώσσα της πίστης μας είναι ποίηση, τραγούδι, εμπειρία αδελφοσύνης, κάλλος προσιτό ως κοινωνούμενη χαρά. Οι Έλληνες μάθαμε, για τέσσερις ολόκληρους αιώνες, να ζούμε, κάτω από σκλαβιά, την εμπειρική ψηλάφηση της πίστης-εμπιστοσύνης – ψηλαφητή ευφροσύνη, όχι νοητική πεποίθηση και συνταγή συμπεριφοράς. Οι Ρώσοι, άλλη ιδιοσυγκρασία, εγγύτερη στον νοησιαρχικό εγκλωβισμό-νομικισμό της ατομοκεντρικής θρησκείας.

Εδώ και μερικά χρόνια είναι φανερό ότι η ρωσική Εκκλησία έχει φιλοδοξίες απόσχισης από τον ενιαίο κορμό ενότητας της «πενταρχίας» των λεγόμενων Ορθόδοξων Εκκλησιών. Βασίζεται στην πληθυσμική υπεροχή της, εξαγοράζει, με την οικονομική της υπεροχή, τη μία μετά την άλλη τις κρατικές αυτοκέφαλες, ιδεολογικά «ορθόδοξες» εθνικές Εκκλησίες. Πριν μερικούς μήνες τόλμησε και την εισπήδηση στην Αφρική, καταλύοντας προκλητικά τις δικαιοδοσίες του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.

Έχει περικόψει κάθε λειτουργικό σύμβολο αναφοράς στη συνάρτησή της με την «κατά την οικουμένην» ενότητα της Μιας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Δεν μπορεί πια να διακρίνει τη θεμελιώδη αλήθεια, ότι το εκκλησιαστικό Γεγονός δεν υποτάσσεται στη λογική της εξουσίας, αλλά στη σταυρική αυταπάρνηση που κάνει τη «δύναμη να τελειούται εν ασθενεία». Πρώτος είναι ο πάντων έσχατος, ηγούμενος, ο πάντων διάκονος. «Ανατροπή όλων των αξιών» (Umwertung aller Werte), όπως λαχταρούσε ο Νίτσε, ορίζοντας με τη δίψα του εναργέστατα τη χριστιανική «όντως αλήθεια».

Ανεπίγνωστα, κάτι ζωτικό κυοφορείται. Ασφαλώς ακριβοπληρωμένο.



Κυριακή 20 Μαρτίου 2022

Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ

 


πηγή-φωτό: ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 

Πρός

τό Χριστεπώνυμο Πλήρωμα

τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Θέμα: «Περί τοῦ πολέμου στήν Οὐκρανία»

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ἡ Δι­αρ­κής Ἱ­ερά Σύ­νο­δος τῆς Ἐκ­κλη­σίας τῆς Ἑλ­λά­δος μέ αἴ­σθημα εὐ­θύ­νης ἐ­νώ­πιον τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς κοι­νό­τη­τος, κατά τήν συ­νε­δρί­αση Αὐ­τῆς τῆς 14ης Μαρ­τίου 2022, ἀ­σχο­λή­θηκε ἐ­πι­στα­μέ­νως καί μέ τό ζή­τημα τῶν τρα­γι­κῶν γε­γο­νό­των τοῦ πο­λέ­μου στήν Οὐ­κρα­νία.

Ἡ Ἱ­ερά Σύ­νο­δος, ἀ­φοῦ ἐ­νη­με­ρώ­θηκε ἀπό τόν Μα­κα­ρι­ώ­τατο Ἀρ­χι­ε­πί­σκοπο Ἀ­θη­νῶν καί πά­σης Ἑλ­λά­δος κ. Ἱ­ε­ρώ­νυμο τόσο γιά τίς ἐ­πι­στο­λές, τίς ὁ­ποῖες ἀ­πέ­στειλε πρός τόν Μα­κα­ρι­ώ­τατο Μη­τρο­πο­λίτη Κι­έ­βου καί πά­σης Οὐ­κρα­νίας κ. Ἐ­πι­φά­νιο καί τόν Μα­κα­ρι­ώ­τατο Πα­τρι­άρχη Μό­σχας καί πά­σης Ρω­σίας κ. Κύ­ριλλο, ὅσο καί γιά τήν δι­α­βού­λευση πού εἶχε μέ τό ἁρ­μό­διο Ὑ­πουρ­γεῖο Με­τα­να­στευ­τι­κῆς Πο­λι­τι­κῆς, ὡς πρός τήν πα­ροχή βο­η­θείας πρός τούς ἐκ τοῦ πο­λέ­μου πρό­σφυ­γες, ἀ­πο­φά­σισε νά ἀ­πευ­θυν­θεῖ καί πάλι πρός τόν Ἱ­ερό Κλῆρο καί τόν εὐ­σεβῆ Ὀρ­θό­δοξο Λαό, ἐκ­φρά­ζον­τας τήν θλίψη καί τήν ἀ­γω­νία Της γιά τόν κα­τα­στρε­πτικό πό­λεμο πού δι­ε­ξά­γε­ται ἐναντίον τῆς Οὐ­κρα­νίας.

Ἡ Ἱ­ερά Σύ­νο­δος αἰ­σθά­νε­ται ἔν­τονο τό χρέος νά κα­τα­δι­κά­σει τήν βί­αιη εἰ­σβολή τῶν ρωσικῶν στρατευμάτων καί τόν πό­λεμο στήν Οὐ­κρα­νία καί νά ὑ­ψώ­σει φωνή δι­α­μαρ­τυ­ρίας γιά ὅλα τά, ὡς μή ὤ­φειλε, θύ­ματα τοῦ πο­λέ­μου καί ὅ­λους τούς δι­ω­κο­μέ­νους. Θρη­νεῖ γιά ὅ­σους θα­να­τώ­θη­σαν, ἀλλά καί γιά ὅ­σους ἀ­κόμη δο­κι­μά­ζον­ται καί δι­ώ­κον­ται.

Ὁ πό­λε­μος δέν εἶ­ναι κάτι και­νούρ­γιο στήν ἀν­θρώ­πινη ἱστο­ρία, ὅ­μως τοῦτο δέν τόν κα­θι­στᾶ, ὡς γε­γο­νός, λι­γό­τερο ἀπο­τρό­παιο. Ὁ Κύ­ριός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός ἀρ­νεῖ­ται καί κα­τα­δι­κά­ζει τήν βία σέ ὅ­λες τίς μορ­φές της. Μά­λι­στα, ποτέ δέν χρη­σι­μο­ποί­ησε βία ἐ­ναν­τίον τῶν ἀν­θρω­πί­νων προ­σώ­πων, ἀ­κόμη κι ὅ­ταν ὁ Ἴ­διος τήν ὑ­πέ­στη παν­τοι­ο­τρό­πως.

Ἐξ ἐ­πό­ψεως Ὀρ­θο­δό­ξου, κα­νένα γε­γο­νός, κα­μία πρό­κληση, κα­μία ἐ­πι­δί­ωξη καί κα­μία πρό­φαση δέν δύ­να­ται νά δι­και­ο­λο­γή­σει τήν θη­ρι­ω­δία τοῦ πο­λέ­μου, ἡ φύση τοῦ ὁ­ποίου προ­ϋ­πο­θέ­τει τήν ἐ­πι­βολή τῆς βου­λή­σεως τοῦ ἰ­σχυ­ροῦ στόν ἀ­νί­σχυρο. Τοι­ου­το­τρό­πως, πα­ρά­γε­ται τό λε­γό­μενο «δί­καιο» τοῦ ἰσχυ­ροῦ, τό ὁ­ποῖο, βε­βαίως, δέν ἔ­χει κα­μία σχέση μέ τήν ἔν­νοια τῆς δι­και­ο­σύ­νης, τῆς ἀ­γά­πης καί τῆς ἐ­λευ­θε­ρίας, πού εὐ­αγ­γε­λί­ζε­ται ὁ Χρι­στός.

Ὁ πό­λε­μος ὄχι μόνο δέν λύ­νει τά προ­βλή­ματα, ἀλλά ἐνερ­γεῖ πολ­λα­πλα­σι­α­στι­κῶς, ἀ­να­πα­ρά­γον­τας καί ἀ­να­τρο­φο­δο­τών­τας τόν κύ­κλο τῆς βίας, τοῦ μί­σους, τοῦ πό­νου, τοῦ ξε­ρι­ζω­μοῦ, τῆς προ­σφυ­γιᾶς, τῆς πεί­νας καί τῆς ἀ­πώ­λειας τῆς ἴ­διας τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζωῆς, πού ὡς Χρι­στι­α­νοί ὀ­φεί­λουμε νά σε­βό­μα­στε, νά προ­στα­τεύ­ουμε καί νά τι­μοῦμε.

Τίς ἡ­μέ­ρες αὐ­τές, ἡ Οὐ­κρα­νία βι­ώ­νει τόν πα­ρα­λο­γι­σμό καί τήν σκλη­ρό­τητα τοῦ πο­λέ­μου. Ἄ­μα­χοι βομ­βαρ­δί­ζον­ται, μέ θύ­ματα ἀ­κόμη καί παι­διά, κα­τα­στρέ­φον­ται Ἱ­ε­ροί Ναοί καί Ἱ­ε­ρές Μο­νές, ζω­τι­κές ὑ­πο­δο­μές καί μνη­μεῖα μα­κραί­ω­νης πο­λι­τι­σμι­κῆς ση­μα­σίας, στρα­τιές προ­σφύ­γων ἀ­να­ζη­τοῦν ἀ­πελ­πι­σμένα δι­ό­δους δι­α­φυ­γῆς. Ἐ­πι­πλέον, ἐλ­λο­χεύει ὁ κίν­δυ­νος μιᾶς πυ­ρη­νι­κῆς κα­τα­στρο­φῆς, ἐνῶ τί­ποτε δέν ἀ­πο­κλείει ὁ πό­λε­μος νά λά­βει παγ­κό­σμιες δι­α­στά­σεις.

Ἡ εὐ­θύνη πάν­των ἡ­μῶν τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Χρι­στι­α­νῶν ἔναντι αὐ­τῶν τῶν ὀ­λε­θρίων κα­τα­στά­σεων συ­νε­πά­γε­ται ἔμ­πονη προ­σευχή καί ἔν­τονη δράση δι­ότι καί ὁ Ἱ­δρυ­τής τῆς Ἐκ­κλη­σίας μας, προ­σευ­χό­με­νος γιά τήν σω­τη­ρία μας, ἀ­νέ­λαβε, ἐν­τός τῆς ἱ­στο­ρίας, ρόλο ἐ­νεργό, ὁ ὁ­ποῖος Τόν ὁ­δή­γησε μέ­χρι τόν Σταυρό καί τόν θά­νατο, μέ σκοπό νά εὐ­αγ­γε­λι­σθεῖ τήν εἰ­ρήνη καί νά ἑ­νώ­σει τά πρίν δι­ε­στῶτα, δη­λαδή τόν ἄν­θρωπο μέ τόν Πλα­στουργό καί Θεό του.

Ὀ­φεί­λουμε, λοι­πόν, πρός δό­ξαν Θεοῦ νά πλη­ρο­φο­ρή­σουμε τήν δι­α­κο­νία μας. Ἡ Ἐκ­κλη­σία τῆς Ἑλ­λά­δος, σχε­τικά μέ τήν πα­ροχή ἀν­θρω­πι­στι­κῆς βο­η­θείας πρός τούς πρό­σφυ­γες, ἔχει ἤδη θέ­σει στήν δι­ά­θεση τῆς Πο­λι­τείας, σέ ἀ­γα­στή συ­νερ­γα­σία μέ τό ἁρ­μό­διο Ὑ­πουρ­γεῖο Με­τα­να­στευ­τι­κῆς Πο­λι­τι­κῆς, δο­μές τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πῆς Ἀ­θη­νῶν καί Ἱ­ε­ρῶν Μη­τρο­πό­λεων, κα­θώς καί ξε­νῶ­νες τῆς Ἀ­στι­κῆς Μή Κερ­δο­σκο­πι­κῆς Ἑται­ρείας «Συ­νύ­παρ­ξις» καί τοῦ Φι­λαν­θρω­πι­κοῦ Ὀρ­γα­νι­σμοῦ «Α­ΠΟ­ΣΤΟΛΗ», γιά τήν φι­λο­ξε­νία Οὐ­κρα­νῶν προ­σφύ­γων, ἰδίως παι­διῶν καί ἀ­συ­νό­δευ­των ἀ­νη­λί­κων. Ἐ­πι­προ­σθέ­τως, πολ­λές Ἱ­ε­ρές Μη­τρο­πό­λεις, σέ συ­νερ­γα­σία μέ φι­λαν­θρω­πι­κές ὀρ­γα­νώ­σεις καί φο­ρεῖς, προ­βαί­νουν σέ συγ­κέν­τρωση ἀν­θρω­πι­στι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ, τό ὁ­ποῖο μέ φρον­τίδα τῶν προ­α­να­φερ­θέν­των φο­ρέων θά προ­ω­θη­θεῖ πρός τούς πλη­γέν­τες ἐκ τοῦ πο­λέ­μου.

Ταὐ­το­χρό­νως, ἡ Ἐκ­κλη­σία μας ἀ­νέ­λαβε τήν πρω­το­βου­λία καί σέ ἐκ­κλη­σι­α­στικό ἐ­πί­πεδο νά ἀ­πευ­θύ­νει ἔκ­κληση πρός τούς ἁρ­μο­δί­ους ἐκ­κλη­σι­α­στι­κούς ἡ­γέ­τες μέ σκοπό τήν οὐ­σι­α­στική πα­ρέμ­βασή τους πρός τούς κο­σμι­κούς ἄρ­χον­τες τῆς δι­και­ο­δο­σίας τους γιά τόν τερ­μα­τι­σμό τοῦ πο­λέ­μου.

Τέ­κνα ἐν Κυ­ρίῳ ἀ­γα­πητά,

Ἡ Ἐκ­κλη­σία τῆς Ἑλ­λά­δος, ὅ­πως ἔ­πραξε καί στό πα­ρελ­θόν κατά τόν πό­λεμο καί τήν βί­αιη εἰ­σβολή στήν Σερ­βία, τό Κοσ­συ­φο­πέ­διο καί τήν χει­μα­ζο­μένη καί αἱ­μάσ­σουσα ἐπί πε­ντη­κον­τα­ε­τία ὅλη Κύ­προ μας, το­νί­ζει ἐκ νέου ὅτι καί στήν πε­ρί­πτωση τῆς εἰ­σβο­λῆς στήν Οὐ­κρα­νία ὁ πό­λε­μος δέν ἐ­πι­λύει ὁποι­εσ­δή­ποτε ἀν­θρώ­πι­νες δι­α­φο­ρές, ὅσο ση­μαν­τι­κές κι ἄν εἶ­ναι, σέ κοι­νω­νικό, ἐ­θνικό ἤ παγ­κό­σμιο ἐ­πί­πεδο.

Δυ­στυ­χῶς, μέσα ἀπό αὐ­τές τίς τρα­γι­κές κα­τα­στά­σεις φα­νε­ρώ­νε­ται καί ἡ ἀ­πο­τυ­χία μας ὡς ἀν­θρώ­πων καί εἰ­δι­κό­τερα ὡς Χρι­στι­α­νῶν, ἀ­κόμη καί ὡς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν ἡ­γε­τῶν, νά ζοῦμε μέσα στήν εἰ­ρήνη πού μᾶς κλη­ρο­δό­τησε ὁ Χρι­στός: «Εἰ­ρή­νην ἀφί­ημι ὑ­μῖν, εἰ­ρή­νην τήν ἐ­μήν δί­δωμι ὑ­μῖν» (Ἰω. 14,27).

Γι’ αὐτό καί προ­τρέ­πουμε πα­τρι­κῶς τό εὐ­σε­βές πλή­ρωμα τῆς Ἐκ­κλη­σίας, τόσο τούς ἐκ τοῦ ἱ­ε­ροῦ Κα­τα­λό­γου, ὅσο καί τούς εὐ­λα­βεῖς πι­στούς, σέ ἐγ­κάρ­δια προ­σευχή πρός τόν Ἄρ­χοντα τῆς Εἰ­ρή­νης, τόν Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, μέ σκοπό νά φω­τί­σει τίς δι­ά­νοιες τῶν ἐ­χόν­των τήν κο­σμική ἐ­ξου­σία καί λαμ­βα­νόν­των ἀ­πο­φά­σεις, γιά τήν κατάπαυση κάθε πε­ραι­τέρω πο­λε­μι­κῆς ἐ­πι­βου­λῆς, τήν δι­ά­σωση τῶν ἀν­θρώ­πων καί τήν ἐ­πι­κρά­τηση παγ­κό­σμιας εἰ­ρή­νης.

Ἄς μᾶς κα­θο­δη­γή­σει ὅ­λους ἡ ἀ­γάπη τοῦ Θεοῦ, ἰ­δι­αι­τέ­ρως ὅ­σους εὑ­ρί­σκον­ται στήν δεινή δο­κι­μα­σία τοῦ πο­λέ­μου, ὥ­στε νά δι­έλ­θουμε τό ὑ­πό­λοιπο στά­διο τῆς Ἁ­γίας καί Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς ἐν εἰ­ρήνῃ, με­τα­νοίᾳ καί φι­λαλ­λη­λίᾳ καί νά ἀ­ξι­ω­θοῦμε τῆς με­το­χῆς στό σω­τή­ριο γε­γο­νός τῆς Ἀ­να­στά­σεως τοῦ Χρι­στοῦ μας ἀ­κέ­ραιοι καί εἰ­ρη­νι­κοί.

Μετά πατρικῶν εὐχῶν καί ἀγάπης,

† Ὁ Ἀ­θη­νῶν Ι Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Σ, Πρό­ε­δρος

† Ὁ Σά­μου καί Ἰ­κα­ρίας Εὐ­σέ­βιος

† Ὁ Φλω­ρί­νης, Πρε­σπῶν καί Ἐ­ορ­δαίας Θε­ό­κλη­τος

† Ὁ Κασ­σαν­δρείας Νι­κό­δη­μος

† Ὁ Σερ­ρῶν καί Νι­γρί­της Θε­ο­λό­γος

† Ὁ Σι­δη­ρο­κά­στρου Μα­κά­ριος

† Ὁ Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί Ἀλ­μω­πίας Ἰ­ωήλ

† Ὁ Ἀρ­γο­λί­δος Νε­κτά­ριος

† Ὁ Θεσ­σα­λι­ώ­τι­δος καί Φα­να­ρι­ο­φερ­σά­λων Τι­μό­θεος

† Ὁ Με­γά­ρων καί Σα­λα­μῖ­νος Κων­σταν­τῖ­νος

† Ὁ Κε­φαλ­λη­νίας Δη­μή­τριος

† Ὁ Τρίκ­κης, Γαρ­δι­κίου καί Πύ­λης Χρυ­σό­στο­μος

† Ὁ Καρ­πε­νη­σίου Γε­ώρ­γιος


Ὁ Ἀρ­χι­γραμ­μα­τεύς

† Ὁ Ὠ­ρεῶν Φι­λό­θεος


http://pgdorbas.blogspot.com/2022/03/blog-post_20.html



Παρασκευή 4 Μαρτίου 2022

Ερτογανοποίηση



Όταν απομακρύνονται φοιτητές από τα πανεπιστήμια της Ευρώπης χωρίς να υπάρχει αποχρών λόγος πάρα μόνον εξαιτίας της (ρωσικής) καταγωγής τους τότε τα ανθρώπινα δικαιώματα πάνε περίπατο! Μιλάμε για απροκάλυπτο μακαρθισμό και στυγνή ερτογανοποίηση.


Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2022

Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, Ἡ αἰτία τῆς ἐκκλησιαστικῆς κρίσης στήν Οὐκρανία καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία




Ἀπό πολλά χρόνια παρακολουθῶ προσεκτικά τήν ἐκκλησιαστική κρίση πού ὑπάρχει στήν Οὐκρανία πού ἐπεκτάθηκε σέ ὅλη τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ ἀπρόβλεπτες συνέπειες, ὅπως φαίνονται μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου καί ἔγραψα διάφορα κείμενα, τά ὁποῖα συμπεριλήφθηκαν στό βιβλίο μου μέ τίτλο «Τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, μέ ἀναφορά στό οὐκρανικό ζήτημα», τό ὁποῖο ἐξεδόθη τό 2019.

Βασικά θέματα τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ἦταν τά ἐκκλησιολογικά ζητήματα, ὅπως τί εἶναι τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τί εἶναι τό Πρωτεῖο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, τί εἶναι ὁ θεσμός τῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλη­σία, τί εἶναι ἡ Ἀποστολική Παράδοση καί Ἀποστολική Διαδοχή στό μυστήριο τῆς Ἐκκλη­σίας, πῶς λειτουργεῖ ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας, καί θέματα πού σχετίζονται μέ τήν θεωρία τῆς Τρίτης Ρώμης. Στό τέλος ἐτέθη καί μιά πρόταση γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ οὐκρανικοῦ ζητήματος.

Ἀπό τότε μέχρι σήμερα ἡ Ρωσία, τόσο ἐκκλησιαστικά ὅσο καί πολιτικά, ἀποδίδει, μέ διάφορες δηλώσεις τῶν ἐκπροσώπων της, εὐθῦνες στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη γιά τήν χορήγηση Αὐτο­κεφαλίας σέ δύο σχισματικές Ὁμάδες, μέ τήν παρέμβαση καί τήν πίεση τῆς Ἀμερικανικῆς Πολιτικῆς. Μέ ἀφορμή αὐτήν τήν ἐκτίμηση προβαίνει σέ διάφορες ἐνέργειες πού ὑπονομεύουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Προσπάθησα νά ἐρευνήσω τό θέμα αὐτό καί νά δῶ τήν ἱστορία του, στό γιατί ἔφθασε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης νά δώση τήν αὐτο­κεφαλία στήν Οὐκρανία καί ποιά εἶναι ἡ εὐθύνη τῶν Ἀμερικανῶν ἤ τῶν Ρώσων στήν ὑπόθεση αὐτή.

Ἐπειδή ἤθελα νά δῶ τήν ὅλη ἱστορία τοῦ θέματος, δέν θέλησα νά ἀσχοληθῶ ἁπλῶς μέ διάφορες δηλώσεις, οὔτε νά γράψω «ἐκθέσεις» μέ βερμπαλισμούς καί «ἔξυπνες» ἰδέες καί συμψηφισμούς εὐθυνῶν, ἀλλά νά μελετήσω τά Πρακτικά τῶν Προσυνοδικῶν Διασκέψεων καί τῶν Προπαρασκευα­στικῶν Ἐπιτροπῶν μέχρι τό 2019 πού χορηγήθηκε ἡ Αὐτοκεφαλία στήν Οὐκρανία ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Ἡ μελέτη αὐτή τῶν Πρακτικῶν τῶν Διορθοδόξων Συζητήσεων ὑπό τήν Προεδρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρ­χείου καί τήν παρουσία Ἐκπροσώπων ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τῆς Ρωσίας ἐπεκτάθηκε σέ πάνω ἀπό 1.500 σελίδες.

Ἀπό τήν ἀνάγνωση τῶν Πρακτικῶν τῶν Διορθοδόξων Συναντή­σεων στίς ὁποῖες συζήτησαν καί τό θέμα τῆς χορηγήσεως τῆς Αὐτοκεφαλίας σέ μιά Ἐκκλησία πού τό ζητᾶ, ἐξάγονται μερικά συμπεράσματα.

Κατ’ ἀρχάς ὅτι στήν Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή πού ἔγινε ἀπό 7η ὥς 13η Νοεμβρίου 1993, ὕστερα ἀπό ἀπόφαση τῶν δύο Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων (Α΄ τό 1976 καί τῆς Γ΄ τό 1986) συζητήθηκε τό θέμα καί ἀποφασίσθηκε νά χορηγῆται ἡ Αὐτοκεφαλία ἀπό τό Οἰκουμενικό Πα­τριαρ­χεῖο, ὕστερα ἀπό πρόταση τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας ἀπό τήν ὁποία θά ἀποσπασθῆ ἡ συγκεκριμένη Ἐκκλησία, καί ἀπό Πανορθόδοξη συναί­νεση, ἀλλά παραπέμφθηκε τό θέμα στήν ἑπομένη Διορθόδοξη Προπαρα­σκευαστική Ἐπιτροπή προκειμένου νά ἀποφασίση γιά τόν τρόπο ὑπογραφῆς τοῦ Τόμου Αὐτοκεφαλίας, καί γιά τό περιεχόμενό του. Ἐπρόκειτο γιά μιά ὑποχώρηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νά δίδεται τό Αὐτοκέφαλο σέ μιά Ἐκκλησία μέ συνοδικό τρόπο, ἐνῶ μέχρι τότε ἐδίδετο μόνον ἀπό Αὐτό, δηλαδή τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

Στήν συνέχεια στίς ἑπόμενες Διορθόδοξες Προπαρασκευα­στι­κές Ἐπιτροπές μέχρι τήν Σύναξη τῶν Προκαθημένων, πού ἔγινε στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης τόν Ἰανουάριο τοῦ 2016, ὑπῆρξε διαφωνία ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας καί δέν συμφωνήθηκε ὁμοφώνως ὁ τρόπος ὑπογραφῆς τῆς χορηγήσεως τῆς Αὐτοκε­φαλίας.

Συγκεκριμένα, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο δέχθηκε τήν πρόταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Τσεχίας καί Σλοβακίας νά ὑπογράφεται ὁ τόμος τῆς Αὐτοκεφαλίας ἀπό τόν Οἰκουμε­νικό Πατριάρχη μέ τό «ἀποφαίνεται» καί τούς ἄλλους Προκαθημένους μέ τό «συναποφαίνεται», ὁ καθένας, ὅπως εἶχε γίνει καί στόν Τόμο τῆς Αὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ὅμως ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας δέν τό ἀποδέχθηκε, προτείνοντας νά ὑπογράφουν ὅλες οἱ Ἐκκλησίες, χωρίς καμία ἔνδειξη, δηλαδή νά μήν γράφεται τό «ἀποφαίνεται» καί «συναποφαίνεται».

Αὐτό τό ἔκανε ἐπειδή δέν ἀναγνώριζε ἐν τοῖς πράγμασιν, τήν διακεκριμένη θέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στό συνοδικό πολί­τευμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως φάνηκε στίς συζητήσεις πού ἔγιναν. Φυσικά, δέν συζητήθηκε καί τό περιεχό­μενο τοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας, πού θά περιεῖχε τούς ὅρους καί τίς προϋπο­θέσεις μέ τούς ὁποίους θά ἐχορηγεῖτο τό Αὐτοκέφαλο. Ὁπότε, ἡ ἀπόφαση τοῦ Νοεμβρίου 1993 παρέμεινε ὡς ἕνα «κείμενο ἐργασίας».

Ἀκόμη, ἡ ἀνάγνωση τῶν Πρακτικῶν δείχνει καθαρά τό πρόβλημα τοῦ Ἐθνο­φυλετισμοῦ πού ταλαιπωρεῖ, ὡς μή ὄφελε, τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί τήν ἡγεμονική τάση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας. Μέσα σέ αὐτές τίς δυσκολίες τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο προσπαθεῖ μέ πολύ κόπο νά ἐξασκήση τήν διακονική Προεδρία, πού προσδιορίσθηκε ἀπό τούς Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τήν μετέπειτα διαχρονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔτσι, ἀπό τό ἔτος 1993 (29 χρόνια μέχρι σήμερα) ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας δημιουργοῦσε διάφορα προβλήματα, ὅπως φαίνεται καθαρά στά Πρακτικά τῶν Συνεδριάσεων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἕνα μέρος τῶν ὁποίων θά παρατεθῆ στό κείμενο πού συνέταξα καί δημοσιεύεται πιό κάτω.

Ἑπομένως, ἡ εὐθύνη τῆς μή ἐπιλύσεως τῆς χορηγήσεως τῆς Αὐτοκεφαλίας σέ μιά Ἐκκλησία μέ συνο­δικό τρόπο ἀποδίδεται στήν τακτική τῆς Ρωσικῆς πλευρᾶς, καί ὄχι σέ ὄψιμες ἔξωθεν πολιτικές ἐπεμβάσεις. Ἄλλωστε, αὐτό τό ὁμολόγησε ἐν μέρει καί ὁ ὑπεύθυνος στούς διαλόγους αὐτούς ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, ὅπως θά φανῆ πιό κάτω.

Ἡ σύνταξη τοῦ κειμένου πού ἀκολουθεῖ ἔγινε στήν προοπτική νά ἀναζητήσω μέσα ἀπό τήν ἀνάγνωση τῶν Πρακτικῶν τῶν Ὀρθοδόξων Διασκέψεων τόν λόγο γιά τό ποιός εὐθύνεται πού ναυάγησε ἡ ληφθεῖσα ἀπόφαση νά χορη­γῆται τό Αὐτοκέφαλο σέ μιά Ἐκκλησία μέ συνοδικό τρόπο, ποιά εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐκκλησιαστικῆς κρίσης πού ἔχει συνέπειες μέχρι τίς ἡμέρες μας, μέ τήν ἀμυδρά ἐλπίδα νά γίνη ἡ ἀναγνώριση τῶν λαθῶν γιά νά ἐπέλθη ἡ ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὥστε νά ἀποφευχθοῦν οἱ σχισματικές τάσεις. Ἄν δέν γίνη ἡ ἀναγνώριση τῶν λαθῶν δέν θά ἐπέλθη ἡ πολυπόθητη ἑνότητα.

Στήν συνέχεια παρατίθεται ὁ καρπός τῆς ἔρευνάς μου αὐτῆς μέ τίτλο: «Οἱ ἐκκλησιαστικές εὐθῦνες γιά τήν Οὐκρανία, ἐκ τῶν Πρακτικῶν», τά ὁποῖα Πρακτικά, ὅπως προαναφέρθηκε, ἐπεκτείνονται περίπου σέ 1.500 σελίδες.



Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2021

Μητροπολίτης Μπουένος Άϊρες κ.Ιωσήφ: «Το σκάνδαλο της (θείας;) εκδίκησης» – Απάντηση στις προκλητικές δηλώσεις του Πατριάρχη Μόσχας

 πηγή: ΡΟΜΦΑΙΑ




Με έκπληξη διάβασα μεταγραφή μιας συνέντευξης της Α. Μ. του Πατριάρχη Μόσχας για το ρωσικό κανάλι Россия-1 με την ευκαιρία της πρόσφατης γιορτής των Χριστουγέννων σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο. Σε αυτή τη συνέντευξη ο Μακαριώτατος διαβεβαιώνει ότι «η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί τον περασμένο Ιούλιο είναι τιμωρία από τον Θεό στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο για την παραχώρηση του αυτοκεφαλικού τόμου στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας» [1]. 

Ξαναδιαβάζω την εν λόγω πρόταση, που συνοψίζει ολόκληρη τη συνέντευξη, και η έκπληξη μετατρέπεται σε απογοήτευση και δυσφορία.

Και αναρωτιέμαι: Πώς είναι δυνατόν ο προκαθήμενος μιας τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας να έχει εκφράσει με τόση ελαφρότητα μία τέτοια κρίση; Σε ποιο μαντείο βασίζεται η ερμηνεία της πραγματικότητας από το Ρώσο προκαθήμενο, αποδίδοντάς την στη θεϊκή ενέργεια; Και τέλος, ποιά είναι η θεολογική δικαιολογία - όχι θρησκευτική, φυσικά – που δικαιολογεί τη θεία τιμωρία και εκδίκηση κατά των ανθρώπινων πράξεων, σύμφωνα με το πλαίσιο στο οποίο γίνεται ο ισχυρισμός του Πατριάρχη; 

Δεν είναι δυνατόν σε αυτό το σημείο της Ιστορίας να ασχολούμαστε στην Ορθόδοξη Εκκλησία με θρησκευτικές αντιλήψεις κατά πάντα ξένες στην Παράδοση της Εκκλησίας μας. Και ακόμη περισσότερο: να διατυπώνονται τέτοιες θεολογικές εικασίες, να προσαρμόζονται και να ταυτίζονται με την πραγματικότητα την οποία ζούμε. 

Η ερμηνεία της πραγματικότητας που εκφράζεται στην εν λόγω συνέντευξη είναι ακραία ακόμη και για απλό χριστιανό.

Πώς είναι δυνατόν να συσχετιστεί-ταυτοποιηθεί η ανθρώπινη βούληση με τη θεϊκή Πρόνοια, με την κρίση, με το θυμό, με τη εκδίκηση του Θεού; Προφανώς, από την άποψη μιας εξαιρετικά θεσμοποιημένης, δομημένης και κρατικοποιημένης θρησκείας, είναι δυνατόν, καθώς σε αυτό το πλαίσιο δημιουργούνται όλοι οι μηχανισμοί χειραγώγησης-παραμόρφωσης της φωτοειδούς Αποκάλυψης του Θεού, που την καθιστούν πλέον λειτουργική ως προς τα συμφέροντα και την προπαγάνδα ενός καθαρά ενδοκοσμικού θεσμού. 

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αυτό δεν απαντά πουθενά. 

Σκανδαλίστηκα. Και λυπάμαι πολύ, καθώς πέρα από την υπάρχουσα διοικητική-θεσμική διαφονία δυο τοπικών εκκλησιών, προτάσεις και αποφάνσεις που δηλώνονται ως «ex cathedra» -όπως οι σημερινές- μπερδεύουν και σκανδαλίζουν τους απλούς πιστούς - όπως ο γράφων - που προσπαθούν μέσω της Εκκλησίας να προβάλουν το μήνυμα αγάπης, καταλλαγής και του δοξασμού του αναπλάσαντος ημάς Χριστού, για να διευκολύνουμε με τον τρόπο αυτό τη ζωή όλων των ανθρώπων, ειδικά αυτήν την εποχή. 

Σήμερα η ανθρωπότητα ζει μια περίοδο πρωτοφανούς δοκιμασίας, ερήμωσης και αβεβαιότητας. Δεν είναι δυνατόν να διαβάζουν ή να ακούουν οι άνθρωποι, οι απλοί πιστοί τέτοιες εκρηκτικές κατηγορίες, που υποτιμούν την παράδοση της νήψεως και της προσευχής. 

Αυτό που οι θρησκευτικοί managers ερμηνεύουν ως οργή, εκδίκηση και τιμωρία του Θεού, οι Ορθόδοξοι το ταυτίζουμε με την Πρόνοιά Του, που είναι η συγκατάβασή του, η δικαιοσύνη του, ως κρίση μετανοίας και φωτοειδούς αναμονής και, φυσικά, η άπειρη και ανεκλάλητη αγάπη Του για όλο τον κόσμο, για όλους τους ανθρώπους, αμαρτωλούς και αδύναμους. 

------------
[1]. https://infovaticana.com/2021/01/07/patriarca-de-rusia-la-conversion-de-santa-sofia-un- castigo-divino-a-bartolome/



Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019

ΤΟ ΕΠΙΣΗΜΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟ


Συνήλθε σήμερα, Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2019, εκτάκτως, η Ιερά Συνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την Προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, στην Αίθουσα Συνεδριών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.

Προ της Συνεδρίας ετελέσθη Θεία Λειτουργία στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη.
Περί την 9η πρωινή, στη μεγάλη Αίθουσα των Συνεδριών της Ιεράς Συνόδου, ετελέσθη η Ακολουθία για την έναρξη των εργασιών της Ιεράς Συνόδου. Αναγνωσθέντος του Καταλόγου των συμμετεχόντων Ιεραρχών, διεπιστώθη απαρτία.
Ακολούθως συνεκροτήθη η Επιτροπή Τύπου, αποτελουμένη από τούς Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο, Σύρου, Τήνου, Άνδρου, Κέας, Μήλου, Δήλου και Μυκόνου κ. Δωρόθεο και Πατρών κ. Χρυσόστομο.
Σύμφωνα με την Ημερησία Διάταξη, ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος ανέπτυξε την Εισήγησή του, με τίτλο: «Αυτοκεφαλία Εκκλησίας Ουκρανίας»*.
Στον Πρόλογο της Εισηγήσεως, ο Μακαριώτατος ανέφερε ότι η Δ.Ι.Σ. ασχολήθηκε εντατικά σε αρκετές Συνεδρίες της με το θέμα αυτό, το οποίο και παρέπεμψε στις αρμόδιες Συνοδικές Επιτροπές, επί των Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων και επί των Διορθοδόξων και των Διαχριστιανικών Σχέσεων, ώστε από κοινού να εισηγηθούν δεόντως προς την Ιερά Σύνοδο.
Την 13η Αυγούστου ε.έ. οι εν λόγω Επιτροπές κατέθεσαν στην Αρχιγραμματεία το Κοινό Πόρισμα και το Εισηγητικό Σημείωμα υπό τον τίτλο: «Το ζήτημα της κανονικής δικαιοδοσίας στην Ιερά Μητρόπολη Κιέβου». Το Πόρισμα των Επιτροπών, κατόπιν αναφοράς πέντε βασικών θέσεων εξ επόψεως νομοκανονικής, κατέληξε στο εξής: «Κατόπιν των ανωτέρω θεωρήσαντες το θέμα της αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ουκρανίας εξ επόψεως κανονικής, ου μην αλλά και νομικής, ευσεβάστως εισηγούμεθα ότι ουδέν το κωλύον την αναγνώρισιν του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ουκρανίας και την απόλυτον εναρμόνισιν και συμπόρευσιν της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά του Οικουμενικού Πατριαρχείου».
Ακολούθως, ο Μακαριώτατος έκανε σύντομη αναφορά στον συνοδικό θεσμό και την διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας, καθώς και στον θεσμό της Αυτοκεφαλίας. Σημείωσε δε ότι η Εκκλησία της Ουκρανίας παρέμενε πάντοτε στην κανονική εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο παραιτήθηκε εκ της κανονικής του δικαιοδοσίας, για να ενταχθεί στην κοινωνία των αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, πράξη την οποία το Πατριαρχείο Μόσχας αποδοκιμάζει ως αντικανονική, σαν να ανήκε κανονικώς σε αυτό.
Τέλος, αφού χαρακτήρισε την ανακήρυξη της εκκλησιαστικής Αυτοκεφαλίας της Ουκρανίας ιδιαιτέρως επωφελή για την Ορθόδοξη Εκκλησία και πολύτιμη για την ενίσχυση των σχέσεων των δύο αδελφών αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, της Μεγάλης Ρωσίας και της Ουκρανίας, εισηγήθηκε «την αναγνώρισιν υπό της ημετέρας Εκκλησίας της Αυτοκεφαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της ανεξαρτήτου Δημοκρατίας της Ουκρανίας».
Επηκολούθησε εποικοδομητικός διάλογος και τοποθετήσεις πολλών Σεβασμιωτάτων Ιεραρχών και η Ιεραρχία απεφάσισε όπως αποδεχθεί την απόφαση της παρελθούσης Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και την εισήγηση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, ήτοι αναγνωρίζει «το κανονικό δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την παραχώρηση του Αυτοκεφάλου, καθώς και το προνόμιο του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος να χειρισθή περαιτέρω το ζήτημα της αναγνωρίσεως της Εκκλησίας της Ουκρανίας», ενώ επτά Μητροπολίτες εζήτησαν την αναβολή λήψης Αποφάσεως.


Η Επιτροπή Τύπου
της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας

https://fanarion.blogspot.com/2019/10/blog-post_91.html

____________________________________
*Παραθέτουμε την εισήγηση του αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου Β' με τίτλο: «Αυτοκεφαλία Εκκλησίας Ουκρανίας»: 


Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019

Δημητρίου Κεραμιδά, Εκκλησία της Ελλάδος και ουκρανικό ζήτημα: Ένα σχόλιο


Στο (ιστορικό;) επίσημο ανακοινωθέν της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά τη συνεδρίαση της ΔΙΣ για το μήνα Αύγουστο (28/8/2019) αναφέρεται πως:
Κατόπιν εισηγήσεως των Συνοδικών Επιτροπών Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων και Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων περί του Ουκρανικού Ζητήματος, η Δ.Ι.Σ. αναγνωρίζει το κανονικό δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχου για την παραχώρηση του Αυτοκεφάλου, καθώς και το προνόμιο του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος να χειρισθεί περαιτέρω το ζήτημα της αναγνωρίσεως της Εκκλησίας της Ουκρανίας”.

Με βάση το ανακοινωθέν μπορεί να ειπωθεί πως:

Α) Η Εκκλησία της Ελλάδος (Ε.τ.Ε.) μέσω ενός επίσημου οργάνου διοίκησής της (ΔΙΣ) αναγνωρίζει το δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη να παραχωρεί αυτοκέφαλο καθεστώς σε μια τοπική Εκκλησία (δίχως να αναφέρει ως προϋπόθεση παραχώρησης μιας νέας Αυτοκεφαλίας τη σύγκλιση μιας Γενικής / Πανορθόδοξης Συνόδου ή την έγκριση της πράξης παραχώρησης Αυτοκεφαλίας από μία ή περισσότερες Ορθόδοξες Εκκλησίες – αν συνέβαινε αυτό, τότε το δικαίωμα δεν θα αναφερόταν στον Οικουμενικό Πατριάρχη πρόσωπο είτε σ’ ένα άλλο πανορθόδοξο όργανο).

Β) Επιπλέον, η ΔΙΣ δεν αναφέρεται στο ανακοινωθέν της στην ανάγκη περαιτέρω έγκρισης της απόφασής της από την Ιεραρχία της Ε.τ.Ε., τουτέστιν από το σύνολο των ενεργών Μητροπολιτών και το ανώτατο όργανο διοίκησής της.

Γ) Αντιθέτως, το «προνόμιο του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος να χειρισθεί περαιτέρω το ζήτημα της αναγνωρίσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος», για το οποίο γίνεται λόγος στο ανακοινωθέν, δεν σημαίνει ότι είναι στην ευχέρεια του Πρόεδρου της ΙΣ της Ε.τ.Ε. να επιβεβαιώσει ή απορρίψει την απόφαση της ΔΙΣ, διότι: α) ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών / Προκαθήμενος της Ε.τ.Ε προεδρεύει της ΔΙΣ, άρα η απόφαση της τελευταίας εκφράζει και τον ίδιο, β) ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών/Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν διοικεί ούτε αποφασίζει «άνευ» ή «υπεράνω» των οργάνων διοίκησης της Ε.τ.Ε. (ΔΙΣ, Ιεραρχία), αλλά «μαζί» μ’ αυτά και, κατά μία πολύ συγκεκριμένη έννοια, δεσμεύεται απ’ αυτά.

Δ) Είναι θεμιτό να σκεφτεί κανείς πως ο «περαιτέρω» χειρισμός του ουκρανικού ζητήματος εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Αθηνών σημαίνει: την λειτουργική μνημόνευση του Προκαθημένου της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας (OUC), την αποστολή επίσημης αλληλογραφίας και όλων των λοιπών εκκλησιαστικών πράξεων που εκφράζουν την κανονική και μυστηριακή κοινωνία μεταξύ δύο αδελφών Εκκλησιών. 

Ε) Αν, πάραυτα, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών θελήσει να προωθήσει την απόφαση της ΔΙΣ στην Ιεραρχία της Ε.τ.Ε. για επικύρωση (μολονότι συζήτηση του ουκρανικού θέματος στη Ιεραρχία της Ε.τ.Ε. δεν σημαίνει απαραιτήτως κι επανεξέταση των αποφάσεων της ΔΙΣ), θα το κάνει προκειμένου να προσδώσει «επισημότερο» χαρακτήρα στην απόφαση ΔΙΣ. Στην περίπτωση, όμως, που η Ιεραρχία κληθεί να εκφραστεί επί του ουκρανικού και το κάνει αρνητικά σε σχέση με την απόφαση της ΔΙΣ (όντας ανώτερο αυτής όργανο), θα έχουμε μία τελείως διαφορετική κανονική άποψη για το ποιος παραχωρεί αυτοκέφαλο καθεστώς σε μια τοπική Εκκλησία, που θα αντιτίθετο στην εισήγηση των 2 Συνοδικών Επιτροπών της Ιεράς Συνόδου (Δογματικών-Νομοκανονικών Ζητημάτων, Διορθοδόξων και Διαθρησκειακών Υποθέσεων) και, κυρίως, στην απόφαση της ΔΙΣ της 28ηςΑυγούστου 2019.

Μπορεί να θεωρηθεί, επομένως, πως η πράξη της ΔΙΣ αποτελεί μία de facto αλλά και επί της (κανονικο-εκκλησιολογικής) αρχής αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας της ουκρανικής Εκκλησίας όπως και του ιστορικο-κανονικού δικαιώματος του Οικουμενικού Πατριάρχη να παραχωρηθεί αυτό το εκκλησιαστικό καθεστώς σε μια επιμέρους Εκκλησία.



Πέμπτη 22 Αυγούστου 2019

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου, Ἀκρίβεια καί οἰκονομία γιά τίς χειροτονίες τῶν ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας


πηγή: ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

Ἕνα σημαντικό θέμα πού ἐπανέρχεται κατά καιρούς στίς συζητήσεις μας εἶναι πῶς θά γίνωνται ἀποδεκτοί οἱ «Κληρικοί» ἄλλων σχισματικῶν καί αἱρετικῶν ὁμάδων, ὅταν προσέρχωνται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Βέβαια, αὐτό ἔχει σχέση μέ τήν Ἀποστολική Παράδοση καί τήν Ἀποστολική Διαδοχή, ἀλλά ἐπειδή ὑπάρχουν πολλές λεπτομερεῖς περιπτώσεις, γι’ αὐτό κάθε φορά ἐξετάζεται ἡ συγκεκριμένη περίπτωση καί οἱ προϋποθέσεις κάτω ἀπό τίς ὁποῖες ἔγιναν οἱ «χειροτονίες» Κληρικῶν.

Ἤδη, σέ κείμενό μου, πού ἔχω δημοσιεύσει μέ τίτλο «Ἀποστολική Παράδοση καί Ἀποστολική Διαδοχή στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας» ἔχω θίξει τό σοβαρό αὐτό ζήτημα, μέσα στήν προοπτική τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί ἐκκλησιολογίας.

Ὅμως, ἀναζητώντας περισσότερα στοιχεῖα γιά τό θέμα αὐτό, βρῆκα τρία κείμενα, τά ὁποῖα δίνουν τήν προοπτική γιά τό πῶς ἀντιμετωπίζει ἡ Ἐκκλησία διαχρονικά τό θέμα τῶν χειροτονιῶν ἀπό σχισματικούς καί αἱρετικούς καί πῶς ἀποδέχεται ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τέτοιους «Κληρικούς», πού προσέρχονται σέ αὐτήν.

1. Ἀνάλυση τοῦ θέματος ἀπό τόν καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα

Ὁ καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας στόν Τρίτο Τόμο τῆς Δογματικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας περιλαμβάνει κεφάλαιο μέ τίτλο «Χειροτονίαι ἄκυροι καί ἀναχειροτονίαι» (Παναγιώτου Τρεμπέλα, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 3ος, ἐκδ. Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθήνα 1961, σελ. 314-319), στό ὁποῖο μέ συντομία ἐκθέτει τίς βασικές ἀρχές τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, ὅπως φαίνεται στούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καί στήν Παράδοσή της γιά τό θέμα τῶν χειροτονιῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας.

Θά κάνω μιά περίληψη τῶν σκέψεών του, γιατί ἦταν ἕνας συντηρητικός θεολόγος καί κατά τεκμήριο ἡ ἄποψή του εἶναι ἐνδιαφέρουσα.

Στήν ἀρχή τοῦ κειμένου του κάνει λόγο ὅτι στήν Ἐκκλησία ὑπάρχουν δύο ἀρχές, ὡς πρός τό ζήτημα τῶν χειροτονιῶν.

Ἡ πρώτη ἀρχή εἶναι ὅτι γιά τήν ἔγκυρη χειροτονία εἶναι ἀπαραίτητο ὁ λαμβάνων τήν χειροτονία νά κλίνη τόν αὐχένα «ὑπό τήν χεῖρα τοῦ χειροτονοῦντος» αὐτοπροαιρέτως, ἀλλά καί ὁ χειροτονῶν νά μεταδώση τό χάρισμα «μακράν παντός δόλου ἤ ἀπάτης ἤ οἱουδήποτε καταναγκασμοῦ».

Ἡ δεύτερη ἀρχή εἶναι ὅτι τά τελούμενα Μυστήρια ὑπό σχισματικῶν ἤ αἱρετικῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας «εἶναι ἄκυρα κατά τό ἀξίωμα «extra ecclesiam nulla salus»», δηλαδή ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχει σωτηρία.

Ὡς πρός τήν πρώτη ἀρχή ἀμφισβητήθηκε ἡ χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου Νοουάτου ἐπειδή αὐτός παρέσυρε τρεῖς ἐπισκόπους νά ἔλθουν στήν Ρώμη «δι’ ἀπάτης» καί σέ κατάσταση μέθης «μετά βίας ἠνάγκασεν εἰκονικῇ τινι καί ματαίᾳ χειροθεσίᾳ ἐπισκοπήν αὐτῷ δοῦναι». Τό ἴδιο καί ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος μέ τόν 4ο Κανόνα της ὅρισε «περί Μαξίμου τοῦ κυνικοῦ καί τῆς κατ’ αὐτόν ἀταξίας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει γενομένης∙ ὥστε μήτε Μάξιμον ἐπίσκοπον ἤ γενέσθαι, ἤ εἶναι μήτε τούς παρ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντας, ἐν οἱῳδήποτε βαθμῷ κλήρου∙ πάντων καί τῶν περί αὐτόν, καί τῶν παρ’ αὐτοῦ γενομένων ἀκυρωθέντων».

Ἀπό τίς ἄκυρες χειροτονίες τοῦ Νοουάτου καί τοῦ Μαξίμου τοῦ Κυνικοῦ πρέπει νά διακρίνωνται «αἱ μή μετά κανονικήν ἐκλογήν γινόμεναι χειροτονίαι, αἵτινες ὑπό τῶν κανόνων κηρύττονται ἄκυροι». Πρόκειται γιά τίς ὑπερόριες χειροτονίες, γιά εἰσπηδήσεις ἤ αὐθαίρετες ἐγκαταστάσεις ἀπό χειροτονημένους κανονικῶς ἐπισκόπους ἀπό τήν δική τους ἐπισκοπή στά ὅρια ἄλλων ἐπισκοπῶν, καθώς ἐπίσης καί ἐγκαταστάσεις διαδόχων ἐπισκόπων ἤ συγγενῶν τους παρά τούς ἱερούς Κανόνες ἀπό αὐτούς πού τίς κατεῖχαν προηγουμένως.

Οἱ χειροτονίες αὐτές μυστηριακῶς εἶναι ἔγκυροι, καί, ἐάν ἡ ἁρμόδια ἀρχή ἤθελε αὐτούς τούς ὑπερορίους καί ἀντικανονικούς Κληρικούς νά τούς χρησιμοποιήση, δέν ἀναχειροτονοῦνται, γιατί ἰσχύει ἐξ ὁλοκλήρου σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ὁ 68ος ἀποστολικός κανόνας, πού ἀπαγορεύει τήν ἀναχειροτονία μέ ποινή καθαιρέσεως. Ἐνῶ οἱ χειροτονίες αὐτές εἶναι μυστηριακῶς ἔγκυροι, ἐν τούτοις ἀκυρώνεται ἡ ἐγκατάσταση αὐτῶν καί ὅλα τά δικαιώματα τῶν χειροτονηθέντων πού ἀπορρέουν ἀπ’ αὐτές τίς χειροτονίες, ὁπότε θεωροῦνται ἀπολελυμένες χειροτονίες.

Ὡς πρός τήν δεύτερη ἀρχή, δηλαδή γιά τίς χειροτονίες τῶν σχισματικῶν καί αἱρετικῶν, πού εἶναι μυστήρια πού τελέσθηκαν ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία «δέον νά λογίζωνται ὡς πάντῃ ἄκυρα». Ἔτσι, ὅσοι κληρικοί ἀπό τούς αἱρετικούς καί σχισματικούς προσχωροῦν στήν Μία, Ἁγία Ἐκκλησία «δέον νά χειροτονοῦνται», καί ἡ χειροτονία αὐτή δέν λογίζεται δεύτερη χειροτονία, ἀλλά ἔγκυρη πρώτη χειροτονία.

Ὅσοι Κληρικοί ἔλαβαν τήν χειροτονία στήν Μία καί Ἁγία Ἐκκλησία καί στήν συνέχεια ἔκκλιναν σέ αἵρεση ἤ σχίσμα, «οὗτοι μετανοοῦντες καί γινόμενοι δεκτοί ὑπό τῆς Ἐκκλησίας κἄν ἔτι καθηρέθησαν ἐν τῷ μεταξύ, ἀποκαθίστανται εἰς τόν ὅν κατεῖχον βαθμόν ἱερωσύνης, ἄνευ ἀναχειροτονίας». Δευκρινίζεται δέ ὅτι ὅσο χρόνο ἦταν στό σχίσμα ἤ στήν αἵρεση, ἀφοῦ εἶχαν καθαιρεθῆ καί ἀποκηρυχθῆ ἀπό τήν μία Ἐκκλησία ἀπό τήν ὁποία ἔλαβαν τό χάρισμα, αὐτό τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης «ἦτο ἀνενέργητον καί ἀνίσχυρον», οἱ δέ χειροτονίες πού ἔγιναν ἀπό αὐτούς «δέον κατ’ ἀκρίβειαν νά λογίζωνται ὅλως ἄκυροι καί νά ἐπαναλαμβάνωνται». Ἐπικαλεῖται στό σημεῖο αὐτό τήν διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου πού ἀκολούθησε τήν διακήρυξη τοῦ Κυπριανοῦ καί τοῦ Φιρμιλιανοῦ, ὅτι, ὅταν ἀφίστανται κάποιοι ἀπό τήν Ἐκκλησία, διακόπτεται ἡ μετάδοση τῆς Χάριτος.

Γιά τό θέμα αὐτό χρησιμοποιεῖται τό παράδειγμα τοῦ ἀγωγοῦ, πού συνδέεται μέ τήν δεξαμενή ὕδατος. Δηλαδή, ὁ ἀγωγός μεταφέρει τό ὕδωρ τῆς δεξαμενῆς σέ διάφορα μέρη. Ἐκεῖνος, λοιπόν, πού λαμβάνει τό χάρισμα τῆς Ἱερωσύνης στήν μία καί ἁγία Ἐκκλησία «καθίσταται ἀγωγός μεταδίδων καί τοῖς ἄλλοις τήν θείαν χάριν», ἐφ’ ὅσον διατελεῖ σέ κοινωνία ἀδιάσπαστη μέ τήν ταμιοῦχο τῆς χάριτος Μία, Ἁγία Ἐκκλησία, ἀντλώντας ἀπό αὐτήν ὡς ἀπό ἀνεξάντλητη δεξαμενή τό σωτήριο νάμα τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί γιά τόν ἑαυτό του καί γιά τούς ἄλλους. Ὅμως, ὅταν ἀποσπᾶται ἀπό τήν Μία, Ἁγία Ἐκκλησία, παραμένει μέν ἀγωγός, «διά τό ἀνεξάλειπτον τῆς ἱερωσύνης», ἐπειδή ὅμως ἀποκόπτεται ἀπό τήν μόνη ταμειοῦχο καί ζωοπάροχο δεξαμενή τῆς χάριτος «παραμένει ἀγωγός κενός καί ἀνίκανος νά μεταδώσῃ οἱανδήποτε χάριν».

Μποροῦμε ἀντί τοῦ ἀγωγοῦ ὕδατος, νά χρησιμοποιήσουμε τό παράδειγμα τοῦ ἀγωγοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος (καλωδίου), τό ὁποῖο, ὅταν συνδέεται μέ τόν ρευματολήπτη (πρίζα), μεταφέρει τό ἠλεκτρικό ρεῦμα, διαφορετικά εἶναι ἕνα ἁπλό καλώδιο.

Αὐτήν τήν ἀρχή καθιερώνει καί ὁ 68ος ἀποστολικός Κανόνας, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τήν ἀναχειροτονία, ἐκτός καί ἐάν ἔχη τήν χειροτονία ἀπό αἱρετικούς. Ὅμως, καί στήν περίπτωση αὐτή, τῶν χειροτονιῶν, δηλαδή, ἀπό αἱρετικούς χρησιμοποιήθηκε «τό μέτρον τῆς λεγομένης ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, πάντοτε ὑπό περιορισμόν καί ὑπό ὅρους». Ἔτσι, γιά τίς αἱρέσεις στίς ὁποῖες δέν ἀναγνωρίζεται ὡς ἔγκυρο τό Βάπτισμα «ἀπερρίπτετο ἀπαρεγκλίτως καί ἡ ἱερωσύνη». Γιά ἐκείνους τῶν ὁποίων κατ’ οἰκονομία γίνεται δεκτό τό Βάπτισμα «δέν ἀνεγνωρίζετο ἀπαρεγκλίτως καί ἡ ἱερωσύνη», ἀλλά ἀπό αὐτούς ἄλλοι μέν «ἐγίνοντο δεκτοί ἐν τῷ κλήρῳ καί ἐν τῷ βαθμῷ τόν ὁποῖον ἐν τῇ αἱρέσει κατεῖχον, ἄλλοι δέ ἐκηρύττοντο ἀναχειροτονητέοι». Ἀναφέρονται σχετικά παραδείγματα ἀπό τούς Κανόνες καί τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀναφερόμενος δέ ὁ καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας σέ παραδείγματα Ἀρειανῶν πού ἐπέστρεφαν στήν Ἐκκλησία, γράφει ὅτι ἡ Ἐκκλησία κάθε φορά ἐξέταζε ἰδιαιτέρως κάθε περίπτωση. Θά παραθέσω ὁλόκληρο τό συγκεκριμένο ἀπόσπασμα.

«Ὅσον δέ ἀφορᾷ εἰς τά ἀναφερόμενα ὑπό τοῦ Μ. Ἀθανασίου εἰς τήν πρός Ρουφιανιανόν κανονικήν ἐπιστολήν αὐτοῦ, καθ’ ἥν ἐκ τῶν ἀπό τῆς Ἀρειανικῆς πλάνης ἐπιστρεφόντων κληρικῶν «οἱ μέν προϊστάμενοι τῆς ἀσεβείας» συνεχωροῦντο μέν μετανοοοῦντες, δέν ἐδίδετο ὅμως «αὐτοῖς τόπος κλήρου», «τοῖς δέ μή αὐθεντοῦσι μέν τῆς ἀσεβείας, παρασυρεῖσι δέ δι’ ἀνάγκην καί βίαν ἔδοξε δίδοσθαι μέν συγγνώμην, ἔχειν δέ καί τόν τόπον τοῦ κλήρου», παρατηροῦμεν, ὅτι κατά πᾶσαν πιθανότητα, ἄν μή καί βεβαιότητα, πρόκειται περί κληρικῶν λαβόντων τήν χειροτονίαν ἐν τῇ μιᾷ ἁγίᾳ Ἐκκλησίᾳ καί ἐκ ταύτης ἀποσχισθέντων καί εἰς αἵρεσιν ἐκπεσόντων. Παρόμοιόν τι θά ἠδύνατο νά παρατηρηθῇ καί περί ἐπισκόπων χειροτονηθέντων ὑπό αἱρετικῶν μέν, ἀλλ’ ἐντός τῆς μιᾶς ἁγίας καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐνεργούντων, οἷοι οἱ Ἀντιοχείας Μελέτιος, Ἱεροσολύμων Κύριλλος, Κωνσταντινουπόλεως Ἀνατόλιος, Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, Ἰωάννης Ἱεροσολύμων. Δέν ἐχειροτονήθησαν οὗτοι, ἵνα ὦσιν ἐπίσκοποι τῆς αἱρέσεως, τήν ὁποίαν ἐπρέσβευον οἱ χειροτονήσαντες, οὐδέ φρονοῦντες τά τῆς αἱρέσεως ταύτης, ἀλλ’ ὀρθοδόξως πιστεύοντες τῶν ὀρθοδοξούντων ποιμνίων ἐξ ἀρχῆς ὡς τῆς μιᾶς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπίσκοποι κατεστάθησαν. Καί τοῦ Πέτρου δέ τοῦ Μογγοῦ (482-490) διά πραξικοπήματος τόν Ἀλεξανδρινόν θρόνον καταλαβόντος αἱ πράξεις καί χειροτονίαι ὡς ἐν τῇ μιᾷ ἁγίᾳ Ἐκκλησίᾳ γενόμεναι ἀνεγνωρίσθησαν».

Ἐπισημαίνεται δέ ὅτι ἡ χρήση τῆς οἰκονομίας δέν δημιουργεῖ καθεστώς μόνιμο, ἀλλά ρυθμίζεται ἀνάλογα ἀπό τήν Ἐκκλησία πού ἐκτιμᾶ τίς διάφορες περιστάσεις. Γράφει:

«Πάντως, χρῆσις τῆς οἰκονομίας ἐγίνετο πολλάκις, αὕτη ὅμως δέν δημιουργεῖ καθεστώς μόνιμον, ἀλλ’ ἀπόκειται εἰς τήν Ἐκκλησίαν, ἐκτιμῶσαν τάς ἑκάστοτε περιστάσεις καί ρυθμίζουσαν αὐτάς, νά ποιήσηται χρῆσιν τοῦ μέτρου τῆς οἰκονομίας, ὅταν ἐξ αὐτοῦ πρόκειται νά προέλθῃ γενικωτέρα τις ὠφέλεια, νά τηρήσῃ δέ τήν αὐστηράν ἀκρίβειαν, ὅταν δι’ αὐτῆς προλαμβάνεται χαλάρωσις καί ἀδιαφορία δυναμένη νά ἀγάγῃ εἰς καταστροφάς». Ἀναφέρει δέ σχετικά παραδείγματα ἀπό τήν νεώτερη πράξη τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀναφερόμενος σέ ἀπόφαση ἐπιτροπῆς, πού συστήθηκε ἀπό τήν Σύνοδο Κωνσταντινουπόλεως ὑπέρ τοῦ κύρους τῆς χειροτονίας κληρικῶν ἀπό ἐπισκόπους καθηρημένους καί σχισματικούς, γράφει:

«Δεδομένου δέ ὅτι, ὡς ἤδη εἴπομεν, ἡ χρῆσις τῆς οἰκονομίας δέν εἶναι μέτρον δυνάμενον νά ἐπιβληθῇ κατά νόμον ἤ κανόνα μονίμως ἰσχύοντα, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν περιστάσεων, κακῶς ἡ ὑπό τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως συστᾶσα τῷ 1879 ἐπιτροπεία ἀπεφάνθη "ὑπέρ τοῦ κύρους τῆς χειροτονίας κληρικῶν ὑπό ἐπισκόπων καθῃρημένων καί σχισματικῶν χειροτονηθέντων". Μόνον κατ’ οἰκονομίαν θά ἠδύναντο ν’ ἀναγνωρίζωνται αὗται, διότι, ἐάν ἡ οἰκονομία αὕτη ἴσχυεν ὡς κανών, πᾶσα πειθαρχία ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ θά κατελύετο, θά συνεχέοντο δέ ὀλεθρίως τά ὅρια οἰκονομίας καί ἀκριβείας. Τέλος ὅσον ἀφορᾷ εἰς τό κῦρος τῶν Ἀγγλικανικῶν χειροτονιῶν σημειοῦμεν, ὅτι αὗται δέον νά ἐκλαμβάνωνται ὡς μυστήρια ἔξω τῆς Ἐκκλησίας τελεσθέντα».

Σέ ὑποσημείωση κάνει διάκριση μεταξύ τῶν πρωτεργατῶν τοῦ σχίσματος καί τῶν ἀπογόνων τους. Γράφει:

«Ἀναμφιβόλως οἱ πρῶτοι, οἱ ἀποσχισθέντες τῆς Ἐκκλησίας καί καθαιρεθέντες ὑπ’ αὐτῆς, ὡς πρωτουργοί τῆς ἐπαναστάσεως καί μετά τήν καθαίρεσιν αὐτῶν χειροτονήσαντες βαρυτάτην ὑπέχουσιν εὐθύνην, πολλῷ δέ βαρυτέραν ἐκείνων, οἵτινες μετά γενεάς ὅλας [μᾶλλον ὅλης] γεννηθέντες ἐν τῷ σχίσματι εὑρέθησαν καί λειτουργοί ἐν τῇ σχισματικῇ Ἐκκλησίᾳ. Ἄλλως λοιπόν θά κριθῶσιν οἱ πρωτουργοί ἐκεῖνοι, ἐν ὥρᾳ μάλιστα καθ’ ἥν τό σχίσμα διατελεῖ ἐν ἐκρήξει, καί ἄλλως οἱ ἀπόγονοι τούτων, οἵτινες ἐπιστρέφοντες μετά τήν κατασίγασιν τῆς ἡφαιστειώδους ἐκρήξεως, ἀναντιλέκτως δέον ἵνα γένωνται δεκτοί ἐξαντλουμένου παντός μέτρου ἐπιεικίας καί οἰκονομίας». Ἀπό τήν σύντομη αὐτή περίληψη καί παρουσίαση τῆς ἀναλύσεως τοῦ καθηγητοῦ Παναγιώτη Τρεμπέλα φαίνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ταμειοῦχος τῆς θείας Χάριτος, οἱ Κληρικοί εἶναι ἀγωγοί πού μεταφέρουν τήν Χάρη ἀπό τήν δεξαμενή, ἄν δέν συνδέεται μέ τήν δεξαμενή, παραμένουν κενοί, ἄδειοι ἀγωγοί. Ἀκόμη, ἡ Ἐκκλησία διά τῶν Συνόδων της ἀποφασίζει γιά τήν ἀκρίβεια καί τήν οἰκονομία, πότε γίνονται ἀναχειροτονίες καί πότε ἀναγνωρίζονται οἱ χειροτονίες τῶν Κληρικῶν πού ἦταν στά σχίσματα καί τίς αἱρέσεις, ὕστερα ἀπό ἐξέταση τῶν διαφορετικῶν περιπτώσεων, ὕστερα ἀπό ἐξέταση τοῦ πῶς κάποιος ἔλαβε τό ἱερατικό ἤ ἐπισκοπικό χάρισμα καί πῶς προσέρχεται στήν Μία καί Ἁγία Καθολική Ἐκκλησία, καί ἐξετάζεται ἄν πρόκειται νά προέλθη γενικοτέρα ὠφέλεια.

Παρατηρεῖ κανείς σέ αὐτήν τήν ἀνάλυση, τήν ἀκρίβεια καί τό φιλάνθρωπο πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τήν συντηρητικότητα καί τήν εὐρύτητα τῆς σκέψεως τοῦ καθηγητοῦ Παναγιώτου Τρεμπέλα.

2. «Φωτίου τοῦ Πατριάρχου, ἐρωτήματα ...»

Ἀπό τίς ἀπαντήσεις τοῦ Μεγάλου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινου­πόλεως σέ δέκα ἐρωτήματα πού τοῦ ἐτέθησαν θά παραθέσω σέ κείμενο καί σέ μετάφραση τήν ἀπόκριση τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατρός στήν τέταρτη ἐρώτηση. Ἡ ἀπάντηση αὐτή εἶναι σημαντική γιά τόν τρόπο πού ἐνεργεῖ ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς στίς χειροτονίες ἀπό σχισματικούς καί αἱρετικούς.

Κείμενο:

«Ἐρώτησις Δ΄: Τίνων κατακριθέντων οἱ ὑπ’ αὐτῶν χειροτονηθέντες οὐδέν ἐβλάβησαν;

Ἀπόκρισις: Παύλου τοῦ ἐκ Σαμοσατέων κατακριθέντος, οὐδείς τῶν ὑπ’ αὐτοῦ καθῄρηται, καίτοι συμπεπραχότων αὐτῷ ἐκεῖνα, δι’ ἅ ἐκεῖνος καθῃρέθη. Τοῦ Νεστορίου καθαιρεθέντος, οὐδείς τῶν ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντων καθῄρηται. Πέτρου τοῦ Μόγγου ἔτι πρεσβυτέρου ὄντος, καί καθαιρεθέντος ὑπό τοῦ ἁγίου Προτερίου, εἶτα εἰς τόν αὐτόν αὐτοῦ θάνατον Τιμοθέῳ τῷ φονεῖ συνδεδραμηκότος, καί μετά ταῦτα τόν θρόνον τῆς Ἀλεξανδρείας μετά θάνατον ἐκείνου ἁρπάσαντος, καί τήν ἐν Καλχηδόνι (Χαλκηδόνι) σύνοδον καθ’ ἑκάστην τῷ ἀναθέματι ὑποβάλλοντος, οἱ ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντες, καίπερ καθῃρη­μένου καί φονέως καί αἱρετικοῦ, αἱρετικοί ὄντες καί αὐτοί ἔτι, μετανοοῦντες ἐδέχθησαν. Καί Φῆλιξ ὁ Ῥώμης γράφων πρός Ζήνωνα τόν βασιλέα, τήν διάταξιν αὐτοῦ, ἥτις Πέτρον μέν τῆς Ἐκκλησίας ἐξέβαλλεν, ἐκείνους δέ μετανοοῦντας ἐδέξατο, θεῖον ἀποκαλεῖ τύπον. Ἐγκαλεῖ δέ αὐτῷ δι’ ὧν ἔγραφε, τίνος χάριν τόν Πέτρον ἐκβαλών τῆς Ἐκκλησίας, αὖθις αὐτόν εἰσήγαγε, καί τόν Ἰωάννην ἐδίωξε. Μελέτιος ὁ Ἀντιοχεύς ὑπό αἱρετικῶν χειροτονηθείς ἀντί Εὐσταθίου Σεβαστείας ἐπισκόπου, κακεῖθεν μετενεχθείς εἰς Βέῥῥοιαν, εἶτα πάλιν ὑπ’ αὐτῶν καταστάς Ἀντιοχείας ἐπίσκοπος, ἐκείνων ὡς αἱρετικῶν δυσφημουμένων, οὗτος παρά τῆς Ἐκκλησίας ἀπεδέχθη. Οἱ ὑπό Σεργίου καί Πύῥῥου χειροτονηθέντες καί Μακαρίου, τούτων ὡς αἱρετικῶν τῆς Ἐκκλησίας ἐκδιωχθέντων μετανοήσαντες προσεδέχθησαν. Καί οἱ ὑπό Μακεδονίου τοῦ πνευματομάχου χειροτονηθέντες ὡσαύτως. Τόν Ἀκάκιον οἱ Ῥωμαῖοι ἔτι μέν περιόντα καθαιρέσει ὑπέβαλλον καί ἀναθέματι∙ μετά τελευτήν δέ, Ἰουστίνου μετά τόν Ἀναστάσιον βασιλεύσαντος, πρεσβευσάμενοι πρός αὐτόν, καί τῶν διπτύχων ἐκβαλόντες, Ἰωάννου τηνικαῦτα τόν θρόνον διέποντος Κωνσταντινουπόλεως, τούς ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντας συλλειτουργούς εἶχον, καί ἐκοινώνουν αὐτοῖς. Οἱ ὑπό Ἀναστασίου καί Νικήτα τῶν αἱρετικῶν χειροτονηθέντες παρά τῆς ἑβδόμης ἐδέχθησαν συνόδου. Καί Μελέτιος δέ μυρίων ἔνοχος γέγονεν, ἐπεπήδησε θρόνοις ἀλλοτρίοις, ἐλύπησε μάρτυρας, ἐπανέστη τῷ οἰκείῳ πατριάρχῃ, καί τόν αὐτοῦ θρόνον ἥρπασε, συναπήχθη Ἀρείῳ∙ ὡς δέ λέγει Σωκράτης, καί εἰς τόν διωγμόν ἐπέθυσε. Καί διά ταῦτα ὑπό τοῦ Πέτρου καθῃρέθη∙ ἀλλ’ ὅμως εἰ καί καθῃρέθη πολλάκις, ὕστερον εἰ καί μή τήν ἱερωσύνην, ἀλλά τό ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου ἀπείληφεν» (Φωτίου τοῦ Πατριάρχου, Ἐρωτήματα Δέκα σύν ἴσαις Ἀποκρίσεσι, P.G. τόμ. 104, στ. 1224).

Μετάφραση:

«Ἐρώτηση Δ΄: Ποιοί χειροτονημένοι ἀπό τούς καταδικασθέντες αἱρετικούς δέν ἔπαθαν καμμία βλάβη;

Ἀπόκριση: Ἀπό τόν καταδικασμένο Παῦλο τόν Σαμοσατέα κανένας δικός του δέν καθαιρέθηκε, παρόλο πού ἔπραξαν τά ἴδια μέ ἐκεῖνα γιά τά ὁποῖα καί αὐτός καθαιρέθηκε. Ὁ Νεστόριος, ἐνῶ ὁ ἴδιος καθαιρέθηκε, κανένας χειροτονημένος ἀπό αὐτόν δέν καθαιρέθηκε. Ὁ Πέτρος ὁ Μογγός, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη πρεσβύτερος καί καθαιρέθηκε ἀπό τόν ἅγιο Προτέριο, κατόπιν ὁ ἴδιος βοήθησε τόν Τιμόθεο στόν θάνατο τοῦ Προτερίου, καί ὅταν ἐκεῖνος (ὁ Τιμόθεος) μετά τόν θάνατό του ἅρπαξε τόν θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας καί καθημερινά ἀναθεμάτιζε τήν Σύνοδο τῆς Καλχηδόνος (Χαλκηδόνος), ὅσοι χειροτονήθηκαν ἀπό αὐτόν, ἄν καί ὁ ἴδιος ἦταν καθηρημένος, καί φονιάς καί αἱρετικός, ὄντας καί οἱ ἴδιοι αἱρετικοί, μετανόησαν καί ἔγιναν ἀποδεκτοί. Καί ὁ Φήλικας τῆς Ρώμης ἔγραψε καί ἔστειλε στόν Ζήνωνα τόν βασιλέα τήν διάταξή του, ἡ ὁποία τόν μέν Πέτρο ἔβγαλε ἐκτός Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἐκείνους πού μετανόησαν τούς δέχθηκε, τόν ἀποκαλεῖ θεϊκό τύπο. Κατηγορεῖ δέ αὐτόν μέ ὅσα ἔγραφε, γιά ποιό λόγο τόν Πέτρο πού ἦταν ἐκτός Ἐκκλησίας τόν εἰσήγαγε πάλι στήν Ἐκκλησία καί ἐδίωξε τόν Ἰωάννη. Ὁ Μελέτιος ὁ Ἀντιοχεύς χειροτονηθείς ἀπό αἱρετικούς ἀντί τοῦ ἐπισκόπου Σεβαστείας Ευσταθίου, ἀπό ἐκεῖ μεταφέρθηκε στήν Βέρροια, καί μετά πάλι ἀπό τούς ἴδιους ἔγινε ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας, ἐνῶ ἐκεῖνοι κατηγορήθηκαν ὡς αἱρετικοί, αὐτός ἔγινε δεκτός ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ὅσοι χειροτονήθηκαν ἀπό τόν Σέργιο, τόν Πύρρο καί τόν Μακάριο, ἐνῶ ἐκδιώχθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία ὡς αἱρετικοί, μετανόησαν καί ἔγιναν ἀποδεκτοί. Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τούς χειροτονηθέντες ἀπό τόν Πνευματομάχο Μακεδόνιο. Οἱ Ρωμαῖοι τόν Ἀκάκιο ἐνῶ ἀκόμα ἦταν σέ καθαίρεση τοῦ ὑπέβαλαν καί ἀνάθεμα. Μετά τόν θάνατό του (Ἀκακίου), καί ὅταν, μετά τόν Ἀναστάσιο, βασίλευε ὁ Ἰουστῖνος, ἔστειλαν πρεσβεία πρός αὐτόν, τόν ἔβγαλαν ἀπό τά δίπτυχα, ὄντος τότε στόν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ἰωάννου, εἶχαν συλλειτουργούς καί κοινωνοῦσαν μέ ὅσους ἐκεῖνος εἶχε χειροτονήσει. Ὅσοι χειροτονήθηκαν ἀπό τούς αἱρετικούς Ἀναστάσιο καί Νικήτα ἔγιναν ἀποδεκτοί ἀπό τήν ἑβδόμη Σύνοδο. Καί ὁ Μελέτιος ἦταν ἔνοχος γιά μύρια πράγματα, εἰσπήδησε σέ ξένους θρόνους, λύπησε μάρτυρες, ἐπαναστάτησε στόν οἰκεῖο Πατριάρχη καί τοῦ ἅρπαξε τόν θρόνο, ἀπομακρύνθηκε μαζί μέ τόν Ἄρειο, καί ὅπως λέγει ὁ Σωκράτης καί στόν διωγμό θυσίασε. Καί γι’ αὐτά ὅλα καθαιρέθηκε ἀπό τόν Πέτρο. Ἀλλά ὅμως, ἄν καί καθαιρέθηκε πολλές φορές, ὕστερα, ἄν ὄχι τήν ἱερωσύνη, τό ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου τό πῆρε.

Ἡ ἀπάντηση τοῦ Μεγάλου Φωτίου εἶναι σημαντική γιά τόν τρόπο πού ἐνεργεῖ ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς στίς χειροτονίες πού ἔγιναν ἀπό σχισμαστικούς καί αἰρετικούς. Κάνει διάκριση μεταξύ τῶν πρωτεργατῶν τῶν σχισμάτων-αἱρέσεων καί τῶν χειροτονηθέντων ἀπό αὐτούς.

Ὅλες οἱ περιπτώσεις πού ἀναφέρει ὁ Μέγας Φώτιος εἶναι σημαντικές, ἰδιαιτέρως, ὅμως, νά προσεχθῆ ἡ περίπτωση τοῦ Πέτρου Μογγοῦ, ὁ ὁποῖος ἦταν αἱρετικός, ἀρνητής καί πολέμιος τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, χειροτονήθηκε ἀπό καθηρημένους καί ἦταν φονιᾶς. Ὅμως, οἱ χειροτονίες πού ἔκανε ἔγιναν ἀποδεκτές ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὅταν μετανόησαν οἱ χειροτονηθέντες.

Γιά τόν βίο τοῦ Πέτρου τοῦ Μογγοῦ ἔγραψε σχετικά ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός:

«Πέτρος, ὁ Γ´ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, ἐπικαλούμενος Μογγός (477/82-490). Μονοφυσίτης, χειροτονηθείς διάκονος ὑπό τοῦ Διοσκόρου. Μετέσχε τῶν κατά τοῦ πατριάρχου Φλαβιανοῦ ἐκδηλώσεων κατά τήν Ληστρικήν σύνοδον. Ταχθείς ὑπέρ Τιμοθέου τοῦ Αἰλούρου, μονοφυσίτου πατριάρχου, κατά τοῦ ὀρθοδόξου πατριάρχου Προτερίου, ἐξωρίσθη (454). Μετά τόν θάνατον τοῦ αὐτοκράτορος Μαρκιανοῦ (457) κατέλαβε τόν θρόνον ἀντικανονικῶς Τιμόθεος ὁ Αἴλουρος, ὁ δέ Πέτρος ἐγένετο ἀρχιδιάκονός του. Τό 460 ἐξωρίσθησαν ἀμφότεροι. Ὁ ὀρθόδοξος πατριάρχης Τιμόθεος Σαλοφακίολος ἔμεινε ἐπί τοῦ θρόνου, μέχρι τοῦ 476, ὅτε τῇ ὑποστηρίξει τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλίσκου ἐπανῆλθε Τιμόθεος ὁ Αἴλουρος, ὅστις ἀπέθανε τό ἑπόμενον ἔτος (31.7.477).

Ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Σαλοφακιόλου οἱ μονοφυσῖται ἐξέλεξαν τόν Πέτρον διάδοχόν του, χειροτονηθέντα, ὡς λέγεται, ὑπό ἑνός μόνον ἐπισκόπου, τοῦ Θεοδώρου Ἀντινόης. Ὁ Σαλοφακίολος μετά πολλάς ἐνεργείας ἐπέτυχε νά ἐξορισθῇ ὁ Πέτρος εἰς Εὐχάϊτα. Κατά πληροφορίας μονοφυσιτῶν ἱστορικῶν ὁ πρεσβύτερος καί οἰκονόμος τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Προδρόμου ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἰωάννης Ταλάϊας ἤ Ταβεννησιώτης παρά τήν ἀπαγόρευσιν τοῦ αὐτοκράτορος Ζήνωνος ἐπέτυχε νά καταλάβῃ τόν ἐπισκοπικόν θρόνον. Ὁ Ζήνων ὅμως ηὐνόει τόν Μογγόν ὡς πολέμιον τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Κατ’ αὐτῆς ἐστρέφετο καί τό «Ἑνωτικόν»τοῦ Ζήνωνος (482), τό ὁποῖον ὁ Πέτρος, ζητήσας νά ἐπανέλθῃ εἰς Ἀλεξάνδρειαν, ἠναγκάσθη νά ὑπογράψῃ καί διά τήν γένεσιν τοῦ ὁποίου συνειργάσθη μετά τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Ἀκακίου. Ὁ Ταλάϊας ἐξεδιώχθη, ὁ δέ Πέτρος συνεκάλεσε σύνοδον (482) κατά τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς (Mansi VII, 1024, 1177. Εὐαγρίου, Ἐκκλη. Ἱστ., 3, 15, Νικηφ. Καλλίστου, Ἐκκλ. Ἱστ. 16, 13, Θεοφάνους, Χρονογραφία, σ. 130).

Ὁ Μονοφυσιτισμός ἐπικρατεῖ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, τό δέ «Ἑνωτικόν» δυσηρέστησεν ἐξ ἴσου τούς ὀρθοδόξους καί πολλούς μονοφυσίτας, οἵτινες ἀποσπασθέντες τοῦ Πέτρου ὠνομάσθησαν «Ἀκέφαλοι», ὡς μή ἔχοντες πλέον ἐπίσκοπον. Τῇ προτάσει τῶν ὀρθοδόξων Αἰγύπτου καί Κωνσταντινουπόλεως ὁ Ρώμης Φῆλιξ Γ' διά δύο συνόδων (484 καί 485) καθήρεσε καί ἀφώρισε τούς Ἀκάκιον, Πέτρον Μογγόν καί Πέτρον Γναφέα Ἀντιοχείας ὡς μονοφυσίτας (Ἀκακιανόν Σχίσμα, 484-519). Ἡ πολιτική τοῦ Πέτρου ὑπῆρξε διπρόσωπος, διό καί προὐκάλεσε πλείστας ἀνωμαλίας εἰς τήν Ἐκκλησίαν Ἀλεξανδρείας. Ἐν μέσῳ τῆς ἐκρύθμου αὐτῆς καταστάσεως ἀπεβίωσε τήν 29.10.490. Μετά τῶν Διοσκόρου, Τιμοθέου Αἰλούρου, Πέτρου Γναφέως καί Ἀκακίου, ἀνεθεματίσθη διά τῆς formula Hormisdae (519)» (Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια, τόμ. 10, σελ. 366-367).

3. Ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου στόν 68ο Ἀποστολικό Κανόνα

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης εἶναι μέγας διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας στούς τελευταίους αἰῶνες καί κανονολόγος, διότι στό Πηδάλιο κατόρθωσε νά ἑρμηνεύση σωστά τούς Κανόνες τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί νά περιλάβη τήν ὅλη ἐκκλησιαστική παράδοση. Νά σημειωθῆ ὅτι τό Πηδάλιο πού καταρτίσθηκε ἀπό τόν ἅγιο Νικόδημο ἐξεδόθη μέ ἔγκριση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Στήν συνέχεια θά παραθέσω τόν 68ο ἀποστολικό Κανόνα, ὁ ὁποῖος κάνει λόγο γιά τήν μή ἀναχειροτονία τῶν Κληρικῶν, καθώς ἐπίσης καί τήν «ἑρμηνεία», ἀλλά καί τήν «συμφωνία» τοῦ Κανόνος αὐτοῦ μέ ἄλλους ἱερούς Κανόνες, τήν ὁποία «συμφωνία» κάνει ὁ ἅγιος Νικόδημος.

Ἀποστολικός Κανών ΞΗ´

«Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, δευτέραν χειροτονίαν δέξηται παρά τινος, καθαιρείσθω καὶ αὐτός καὶ ὁ χειροτονήσας, εἰ μή γε ἄρα συσταίη, ὅτι παρὰ Αἱρετικῶν ἔχει τὴν χειροτονίαν. Τοὺς γὰρ παρὰ τῶν τοιούτων βαπτισθέντας, ἢ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστούς, οὔτε κληρικοὺς εἶναι δυνατόν».

Ἑρμηνεία

«Τό νά χειροτονηθῇ τινάς δύω φοραῖς, διαφόρως ἠμπορεῖ νά νοηθῆ. Ἤ διατί ὁ χειροτονηθείς κατεφρόνησε τόν πρότερον αὐτόν χειροτονήσαντα, ἤ διατί νομίζει ὅτι θέλει λάβῃ περισσοτέραν χάριν ἀπό τόν δεύτερον αὐτόν χειροτονήσαντα, ὡς πίστιν ἔχων πρός ἐκεῖνον περισσοτέραν, ἤ διά ἄλλην κᾀμμίαν τοιαύτην αἰτίαν. Ὅθεν ὁ παρών Κανών διορίζει, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος, ἤθελε δεχθῇ δευτέραν χειροτονίαν ἀπό τινα, ἄς καθαίρεται καί αὐτός, καί ἐκεῖνος ὁποῦ τόν ἐχειροτόνησεν, ἔξω μόνον ἄν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἔχει τήν χειροτονίαν ἀπό Αἱρετικούς. Διότι οἱ παρά τῶν Αἱρετικῶν βαπτισθέντες, ἤ χειροτονηθέντες, οὔτε ὅλως Χριστιανοί δύνανται νά ᾖναι μέ τό αἱρετικόν αὐτό βάπτισμα, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν μόλυσμα, οὔτε Ἱερεῖς καί Κληρικοί, μέ τήν αἱρετικήν ταύτην χειροτονίαν. Διά τοῦτο ἀκινδύνως οἱ τοιοῦτοι καί βαπτίζονται παρά τῶν ὀρθοδόξων Ἱερέων, καί χειροτονοῦνται παρά τῶν ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων. Ὅθεν ἀκολούθως καί ὁ μέγας Βασίλειος γράφων πρός Νικοπολίτας, λέγει∙ Ἐγώ δέν θέλω συναριθμήσει ποτέ μέ τούς ἀληθεῖς ἱερεῖς τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖνον ὁποῦ ἐχειροτονήθη καί ἔλαβε προστασίαν λαοῦ ἀπό τάς βεβήλους χεῖρας τῶν αἱρετικῶν πρός ἀνατροπήν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως».

Συμφωνία

«Εἰ δέ καί ἡ α΄. (Οἰκουμενική Σύνοδος) ἐν τῷ η´. (Κανόνι) ἐδέχθη τάς χειροτονίας τῶν Ναυατιανῶν, καί ἡ ἐν Καθαργένῃ ἐν τῷ οζ´. τάς τῶν Δονατιστῶν, ἀλλά οἱ μέν Ναυατιανοί δέν ἦσαν αἱρετικοί, ἀλλά σχισματικοί, κατά τόν α´. Βασιλείου, αἱ δέ τῶν Δονατιστῶν χειροτονίαι ἐδέχθησαν ἀπό τήν ἐν Καρθαγένῃ, διά τήν μεγάλην ἀνάγκην καί ἔνδειαν ὁποῦ εἶχεν ἡ Ἀφρική ἀπό κληρικούς, κατά τόν ξς´. αὐτῆς Κανόνα∙ ταὐτόν εἰπεῖν ἐδέχθησαν οἰκονομικῶς καί ἐξ ἀνάγκης. Δι’ ὅ καί ἡ ἐν Ἰταλίᾳ σύνοδος ταύτας οὐκ ἐδέχθη, ὡς μή τοιαύτην ἀνάγκην ἔχουσαν, κατά τόν οζ´ τῆς αὐτῆς. Ἀλλά καί ἡ αὐτή ἐν Καρθαγένη σύνοδος ἐν τῷ ρα´. Κανόνι θέλει νά ζημιοῦνται δέκα λίτρας χρυσίου, ὅσοι χειροτονήσουν αἱρετικούς, ἤ χειροτονηθοῦν ἀπό αὐτούς, ἤ δεχθοῦν αὐτούς νά λειτουργοῦν. Καί ἡ Οἰκουμενική δέ ζ´. σύνοδος, εἰ καί ἐδέχθη τάς χειροτονίας τῶν αἱρετικῶν Εἰκονομάχων (οὐχί ὅμως τῶν πρωτάρχων τῆς αἱρέσεως, καί τῶν ἐμπαθῶς ἐγκειμένων καί μή γνησίως καί ἀληθῶς μετανοούντων, ὡς εἶπεν ὁ θεῖος Ταράσιος∙ ἀλλά τῶν ἀκολουθησάντων τοῖς πρωτάρχαις, καί ἀληθῶς καί γνησίως μετανοούντων. Περί οὗ ὅρα τήν ἑρμηνείαν τήν πρός Ῥουφινιανόν ἐπιστολῆς τοῦ μεγάλου Ἀθανασίου) καί τούς παρ’ αὐτῶν χειροτονηθέντας, πάλιν δέν ἀνεχειροτόνησεν ὀρθοδοξήσαντας καθώς φαίνεται ἐν τῇ α´. πράξει αὐτῆς, ἀλλά τοῦτο οἰκονομικῶς ἐποίησε διά τό πολύ πλῆθος ὁποῦ τότε ἐπεπόλαζε τῶν εἰκονομάχων. Καθώς καί ἡ Οἰκουμενική β´. τινῶν αἱρετικῶν δι’ οἰκονομίαν ἐδέχθη τό βάπτισμα, ὡς προείπομεν. Ὅθεν ὡς μή ὅρον τήν τοιαύτην καιρικήν καί περιστατικήν οἰκονομίαν ποιησαμένη, οὐκ ἐναντιοῦται εἰς τόν παρόντα Ἀποστολικόν Κανόνα. Καί γάρ καί ὁ Πατριάρχης Ἀνατόλιος ὑπό τοῦ αἱρετικοῦ Διοσκόρου καί τῆς περί αὐτόν αἱρετικῆς συνόδου ἐχειροτονήθη, καί ὁ ἅγιος Μελέτιος ὁ Ἀντιοχείας ὑπό Ἀρειανῶν, κατά τόν Σωζόμενον βιβλ. δ’. κεφ. κη΄. καί ἄλλοι πολλοί ὑπό αἱρετικῶν ἐχειροτονήθησαν, καί μετά ταῦτα, ὑπό τῶν ὀρθοδόξων ἐδέχθησαν. Ἀλλά σπάνια τά τοιαῦτα καί κατά περίστασιν, κανονικῆς ἀκριβείας λειπόμενα, οὐ νόμος δέ Ἐκκλησίας τό κατά περίστασιν γινόμενον καί τό σπάνιον, κατά τε τόν ιζ´. τῆς α´. καί β´. καί τόν Θεολόγον Γρηγόριον, καί τήν β´. πρᾶξιν τῆς ἐν τῇ ἁγίᾳ Σοφίᾳ συνόδου, καί τό νομικόν ἐκεῖνο τό λέγον∙ Τό, παρά κανόνας, οὐχ ἕλκεται πρός ὑπόδειγμα. Τάς δευτέρας χειροτονήσεις τῶν ὀρθοδόξων ἐμποδίζει καί ὁ νζ´. Καρθαγένης. Ἀνάγνωθι καί τάς ἑρμηνείας καί ὑποσημειώσεις τοῦ μς´. καί μζ´. Κανόνος τῶν Ἀποστόλων» (Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πηδάλιον, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθήνα 1970, σελ. 89-91).

Εἶναι σαφέστατη τόσο ἡ παραδοσιακότητα ὅσο καί ἡ εὐρύτητα τοῦ πνεύματος τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.

Συμπέρασμα

Τά τρία κείμενα, τά ὁποῖα παρέθεσα προηγουμένως (καθηγητοῦ Παναγιώτου Τρεμπέλα, Μεγάλου Φωτίου καί ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου) προσδιορίζουν τήν προοπτική στήν ὁποία κινοῦνται οἱ Ἐπίσκοποι στίς Συνόδους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τήν εὐθύνη νά ἐπιλύουν σοβαρά θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά ζητήματα.

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ ΣΤ´ Κανόνας τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου χαρακτηρίζει τούς ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους ὡς «οἰκονομοῦντας τάς ἐκκλησίας». Ἡ φράση «οἰκονομοῦντας τάς ἐκκλησίας» εἶναι σημαντική, διότι μᾶς παραπέμπει στό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἰοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ πού εἶναι μυστήριο θείας οἰκονομίας, δηλαδή δείχνει πῶς οἰκονόμησε ὁ Θεός μέ τήν ἄπειρη ἀγάπη Του καί φιλανθρωπία Του τίς ἐπιπτώσεις τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας.

Ἡ βάση τοῦ θέματος εἶναι ὅτι κατ’ ἀκρίβεια δέν ὑπάρχουν Μυστήρια ἔξω ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ὅμως ἡ Ἐκκλησία ἀποδέχεται τούς προσερχομένους σέ αὐτήν σχισματικούς ἤ αἱρετικούς, ἄλλοτε μέ ἀκρίβεια καί ἄλλοτε μέ οἰκονομία, ἀνάλογα μέ κάθε περίπτωση, μέ σαφεῖς ὅρους καί προϋποθέσεις. Ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Ἐφέσου Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης στό θέμα αὐτό ἔκανε τήν διάκριση μεταξύ ἀκρίβειας καί οἰκονομίας (Χρυσοστόμου Κωνσταντινίδου, Μητροπολίτου Ἐφέσου, Καθηγητοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς Θεολογίας, Ἡ ἀναγνώριση τῶν Μυστηρίων τῶν Ἑτεροδόξων στίς διαχρονικές σχέσεις Ὀρθοδοξίας καί Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, ἐκδ. Ἐπέκταση 1995). 

Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι εἰσαγγελία γιά νά ἐκδίδη καταδικαστικές ἤ ἀθωωτικές ἀποφάσεις, ἀλλά πνευματικό νοσοκομεῖο πού θεραπεύει.

Ἑπομένως, ἡ ἀκρίβεια καί ἠ οἰκονομία εἶναι τά «δύω εἴδη κυβερνήσεως καί διορθώσεως», οἱ ὁποῖες «φυλλάττονται εἰς τήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν», κατά τήν εὔστοχη παρατήρηση τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου σέ ἑρμηνεία ἄλλου ἀποστολικοῦ Κανόνος (Νικοδήμου Ἁγιορείτου, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 53-54, σημ.). Καί πρέπει νά τονισθῆ ὅτι, τόσο γιά τήν ἀκρίβεια ὅσο καί γιά τήν οἰκονομία ἤ συγκατάβαση στήν ἐπίλυση διαφόρων προβλημάτων, προϋποτίθεται ἡ συνοδική διαγνώμη θεουμένων Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦν καί ἀποφασίζουν μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ὅταν μιά Σύνοδος κάνη κάποιο λάθος, τότε αὐτό διορθώνεται ἀπό ἄλλη ὀρθόδοξη Σύνοδο. Γενικά ἡ Ἐκκλησία ὅταν προκύπτουν τέτοια ζητήματα ὅπως στήν Οὐκρανία στίς ἡμέρες μας, πρέπει νά τά ἀντιμετωπίζει μέσα ἀπό τήν ἀκρίβεια καί τήν οἰκονομία, κατά περίπτωση. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση τά ὅσα εἶπε ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης σέ μοναχό πού τόν ρώτησε γιά κάποιο θέμα, κατά τήν αὐθεντική μαρτυρία ἑνός ἀπό τούς πιό στενούς ὑποτακτικούς του, δηλαδή τοῦ Ἱερομονάχου Παϊσίου. Γράφει ὁ Ἱερομόναχος π. Παΐσιος:

«Γνωστός μου μοναχός ἐρώτησε τόν Γέροντα γιά τό θέμα τῶν μεταμοσχεύσεων καί ὁ Γέροντας ἀπάντησε ὅτι γιά τό θέμα αὐτό θά μιλήση ἡ Ἐκκλησία. Ἀκόμη καί γιά σοβαρότερα θέματα, πού ὁ Γέροντας εἶχε ἐκφράσει γνώμη, ἔλεγε ὅτι, ἄν ἡ Ἐκκλησία πάρη διαφορετική θέση, θά πρέπη νά ἀκολουθήσουμε τήν Ἐκκλησία. Μόνο γιά μή σοβαρά θέματα, πού δέν ἔχει πάρει θέση ἡ Ἐκκλησία, μπορεῖ νά ἐκφράζεται κάποιος» (Ἱερομονάχου Παϊσίου, Μύρον ἐκκενωθέν, ἑλκυόμενοι ἀπό τό ἄρωμα τοῦ ἁγίου Παϊσίου, ἐκδ. Ἱ.Μ. Ἁγίου Ἱλαρίωνος, Πρόμαχοι Ἀριδαίας, Α' ἔκδοση 2019, σελ. 41-42). 

Αὐτό εἶναι γνήσιο ἐκκλησιαστικό φρόνημα.

Στό ἑπόμενο ἄρθρο μου θά τολμήσω νά ὑποβάλω μιά πρόταση γιά τήν ἐνδεχόμενη λύση τοῦ σοβαροῦ ζητήματος πού ἀνέκυψε στήν Οὐκρανία, ὥστε νά μή μονιμοποιηθῆ αὐτή ἡ κατάσταση καί ἐξελιχθῆ σέ σοβαρό σχίσμα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Νομίζω σήμερα, πέρα ἀπό τίς ἱστορικές, κανονικές καί θεολογικές ἀναλύσεις, πρέπει νά κατατεθοῦν σοβαρές προτάσεις γιά τήν ἐπίλυση τοῦ θέματος, οἱ ὁποῖες θά τύχουν περαιτέρω ἐπεξεργασίας ἀπό τούς ὑπευθύνους ἐκκλησιαστικούς ἡγέτες.–



Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, Ὁ ὅρος «Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία»



Σέ προηγούμενο κείμενό μου κατέληξα στό ὅτι σέ ἑπόμενο κείμενο θά ἀσχοληθῶ μέ τόν ὅρο «Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία», πού παρερμηνεύεται. Αὐτό τό κάνω μέ τήν παρούσα μελέτη, μέ τήν ὁποία ἐπεκτείνω τίς σκέψεις μου, πού συνοπτικά εἶχαν διατυπωθῆ καί παλαιότερα.

Ὅταν ἀναφερόμαστε στίς κατά τόπους Ἐκκλησίες τίς ἀπο­καλοῦμε Αὐτοκέφαλες, καί στόν Τόμο μέ τόν ὁποῖον χειραφετοῦνται οἱ Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί χορηγεῖται σέ αὐτές ἡ αὐτοδιοίκηση γίνεται λόγος γιά Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία.

Θεωρῶ ὅτι ὁ ὅρος Αὐτοκέφαλη Ἐκ­κλησία πρέπει νά διευκρινισθῆ τό τί σημαίνει ἐκκλησιολο­γικῶς. Καί αὐτό εἶναι σημαντικό, διότι τό πρόβλημα πού ἀνέκυψε μέ τήν Οὐκρανία εἶναι ἕνα σύμπτωμα, ἀλλά τό αἴτιο τῆς ἀσθενείας βρίσκεται στό πῶς θεωρεῖται σήμερα ἡ λεγόμενη Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία, ἀπό μερικές κατά τόπους Ἐκκλησίες. Αὐτό θά γίνη σαφές μέ ὅσα θά γραφοῦν στήν συνέχεια.



Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, Οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες καί ὁ θεσμός τῆς «Πενταρχίας»



Τόν τελευταῖο καιρό μέ ἀφορμή τό Οὐκρανικό ζήτημα γράφηκαν πολλά, θετικά καί ἀρνητικά, ἀπό ὅποια πλευρά καί ἄν τό ἐξετάση κανείς, κυρίως ἔγινε ἰσχυρότατη κριτική στό Οἰκουμε­νικό Πατριαρχεῖο.

Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή χρειάσθηκε νά γράψω κάποια ἄρθρα, γιά νά ἐξηγήσω μερικές πτυχές τοῦ ὅλου θέματος, χωρίς νά τό ἐξαντλῶ, κυρίως ὅτι τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι οὔτε παπικό οὔτε προτεσταντικό-συνομοσπονδία, ἀλλά εἶναι συνοδικό καί συγχρόνως ἱεραρχικό [«Τό Πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»]. Ἐπιμένω στό θέμα αὐτό, γιατί θεωρῶ ὅτι αὐτή εἶναι ἡ βάση τοῦ προβλήματος πού ἀνέκυψε.

Βεβαίως τό ἐκκλησιαστικό Οὐκρανικό ζήτημα ἔχει πολλές πτυχές, ἀλλά τό βασικότερο εἶναι ὅτι πολλοί δέν ἔχουν καταλάβει τί εἶναι ἡ «Αὐτοκεφαλία» στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία∙ τί εἶναι οἱ «Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες»∙ πῶς λειτουργεῖ ὁ ἱερός θεσμός τῆς Ἐκκλησίας∙ κατά πόσον οἱ «Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες» μποροῦν νά λειτουργοῦν ἀνεξάρτητα ἀπό τόν Οἰκουμενικό Θρόνο πού εἶναι πρωτόθρονος καί προεδρεύει ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ πολλές ἁρμοδιότητες καί ὑπευθυνότητες∙ ἀλλά καί πῶς λειτουργεῖ ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος σέ σχέση μέ τίς «Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες».



Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου, Τό πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας


Μέ ἀφορμή τό θέμα τῆς Οὐκρανίας γίνονται συζητήσεις γιά τό λεγόμενο πρωτεῖο μέσα στήν Ἐκκλησία, ἄλλοι τό ἀρνοῦνται καί ἄλλοι τό παρερμηνεύουν. Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί συνήθως ἑρμηνεύουν τό πρωτεῖο μέσα ἀπό τήν οὐσιοκρατία καί μερικοί σύγχρονοι ὀρθόδοξοι θεολόγοι τό ἑρμηνεύουν μέσα ἀπό τόν περσοναλισμό.

Μέ τό παρόν ἄρθρο δέν θά ἀσχοληθῶ μέ τό θέμα αὐτό γιά νά δώσω τίς θεολογικές διαστάσεις τοῦ προβλήματος, ἀλλά θά τονίσω ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία περισσότερο κάνουμε λόγο γιά τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμά της. Θά τονισθοῦν μερικές ἀπόψεις πού καί παλαιότερα ἔχω τονίσει ἀπό ἄλλη ἀφορμή.

1. Συνοδικότητα καί ἱεραρχικότητα

Τό συνοδικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας συνδέεται μέ τό ἱεραρχικό, καί στήν πραγματικότητα ἡ συνοδικότητα συντονίζεται μέ τήν ἱεραρχικότητα. Αὐτό, ἄλλωστε, μέ ἄλλη προοπτική, συμβαίνει καί στίς πολιτεῖες καί στά δημοκρατικά πολιτεύματα, ἀφοῦ ὑπάρχει συνάθροιση τοῦ λαοῦ, ἀλλά, συγχρόνως, ὑπάρχει καί ἱεράρχηση τῶν διακονιῶν-ἐξουσιῶν, δηλαδή δέν ἔχουν ὅλοι τά ἴδια δικαιώματα καί καθήκοντα.

Ἡ λέξη σύνοδος ἀποτελεῖται ἀπό δύο λέξεις τό σύν καί τήν ὁδό, καί δηλώνει τήν συμπόρευση. Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά δοῦμε τήν φράση ὅτι ἡ θεία Λειτουργία εἶναι «σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς», δηλαδή σύναξη καί συμπόρευση.

Ἔπειτα, ἡ λέξη ἱεραρχία δηλώνει τόν ἄρχοντα τῶν τελετῶν, τόν Ἐπίσκοπο, τόν Ἱεράρχη, ἀλλά καί τήν ἱεράρχηση τῶν χαρισμάτων καί διακονιῶν. Ἔτσι, ἡ Σύνοδος δέν ἀποκλείει τήν Ἱεραρχία καί ἡ Ἱεραρχία δέν ἀποκλείει τήν Σύνοδο. Τόν ὅρο αὐτό –Ἱεραρχία– τόν συναντοῦμε στά ἔργα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου μέ τίτλο Οὐράνια καί ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, στά ὁποῖα διακρίνονται οἱ ἐννέα χοροί τῶν ἀγγέλων, πού χωρίζονται σέ τρεῖς τριάδες καί οἱ ὁποῖες συνδέονται μέ τήν ἐπίγεια ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, ὡς πρός τίς τελετές (Βάπτισμα, Σύναξη καί Μύρο), ὡς πρός τίς τρεῖς φάσεις ἀνόδου πρός τόν Θεό (κάθαρση, φωτισμός, τελείωση), ὡς πρός τούς τρεῖς ἱερατικούς βαθμούς (ἱεράρχης, ἱερεύς, λειτουργός) καί ὡς πρός τίς τρεῖς τάξεις τῶν λαϊκῶν (κατηχούμενοι-ἀκοινώνητοι, πιστοί καί θεραπευτές-μοναχοί). Αὐτήν τήν πραγματικότητα δηλώνει καί ἡ φράση «λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ πολιτεύματος».

Ἔχει παρατηρηθῆ (Ἀλέξανδρος Σμέμαν) ὅτι τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας θεωρεῖται ὡς «ἱεραρχικῶς συνοδικόν» ἤ «συνοδικῶς ἱεραρχικόν». Ἡ ἱεραρχική ἀρχή δέν εἶναι ἀντίθετη πρός τήν συνοδική, ἀφοῦ ἡ συνοδική ἀρχή θεμελιώνεται διά τῆς ἱεραρχικῆς ἀρχῆς. Ὅταν ἀπουσιάζη τό ἕνα, δέν μπορεῖ νά ὑπάρχη καί τό ἄλλο, ὁπότε σέ τέτοια περίπτωση δέν ὑφίσταται πραγματική ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτή ἡ ἑρμηνευτική ἐπεξήγηση τῶν ὅρων εἶναι πολύ χρήσιμη γιά ὅσα θά λεχθοῦν στήν συνέχεια, σχετικά μέ τήν λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ καί ἱεραρχικοῦ πολιτεύματος στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

2. Ἡ θεία Λειτουργία, πρότυπο ἱεραρχικῆς συνοδικότητας τῆς Ἐκκλησίας

Ὅπως εἶναι γνωστόν, ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, πού σημαίνει ὅτι ὅσοι εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί πορεύονται πρός τήν θέωση. Δέν πρόκειται γιά μιά στάσιμη κατάσταση, ἀλλά γιά μία συνεχῆ κίνηση, μιά διαρκῆ πορεία, τήν ὁποία ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής θά ἀποκαλέση «στάσιν ἀεικίνητον» καί «κίνησιν στάσιμον»: «στάσιν ἀεικίνητον λαβοῦσα τήν ἀπέραντον τῶν θείων ἀπόλαυσιν, καί κίνησιν στάσιμον τήν ἐπ’ αὐτοῖς ἀκόρεστον ὄρεξιν». Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι κατεστημένος θεσμός, ἀλλά μιά στρατεία ἐν Χριστῷ, μιά πορεία πρός τήν μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία Βασιλεία καί βιώνεται ἀπό τό παρόν καί θά ἔλθη στό μέλλον στήν πληρότητά της.

Κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ἡ θεία Εὐχαριστία. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ τρόπος τελέσεως τῆς θείας Εὐχαριστίας εἰκονίζει τό τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά καί δείχνει ποιός εἶναι ὁ ἀπώτερος σκοπός της.

Στήν Μυσταγωγία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ διαφαίνεται ποιός εἶναι ὁ χαρακτήρας καί ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς θείας Εὐχαριστίας. Πάντως, ἡ ἐκκλησιολογία δέν μπορεῖ νά ἐξετάζεται ἀνεξάρτητα ἀπό τήν εὐχαριστιολογία.

Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι πράγματι ἡ «Σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς». Τό χωρίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου εἶναι πολύ χαρακτηριστικό:

«Ὤ τῶν τοῦ Χριστοῦ δωρημάτων! Ἄνω στρατιαί δοξολογοῦσιν ἀγγέλων· κάτω ἐν ἐκκλησίαις χοροστατοῦντες ἄνθρωποι τήν αὐτήν ἐκείνοις ἐκμιμοῦνται δοξολογίαν. Ἄνω τά Σεραφίμ τόν τρισάγιον ὕμνον ἀναβοᾷ· κάτω τόν αὐτόν ἡ τῶν ἀνθρώπων ἀναπέμπει πληθύς· κοινή τῶν ἐπουρανίων καί τῶν ἐπιγείων συγκροτεῖται πανήγυρις· μία εὐχαριστία, ἕν ἀγαλλίαμα, μία εὐφρόσυνος χοροστασία. Ταύτην γάρ ἡ ἄφραστος τοῦ Δεσπότου συγκατάβασις ἐκρότησε, ταύτην τό Πνεῦμα συνέπλεξε τό ἅγιον, ταύτης ἡ ἁρμονία τῶν φθόγγων τῇ πατρικῇ εὐδοκίᾳ συνηρμόσθη· ἄνωθεν ἔχει τήν τῶν μελῶν εὐρυθμίαν, καί ὑπό τῆς Τριάδος, καθάπερ ὑπό πλήκτρου τινός κινουμένη, τό τερπνόν καί μακάριον ἐνηχεῖ μέλος, τό ἀγγελικόν ᾆσμα, τήν ἄληκτον συμφωνίαν. Τοῦτο τῆς ἐνταῦθα σπουδῆς τό πέρας, οὗτος ὁ τῆς συνελεύσεως ἡμῶν καρπός».

Τό κεντρικό σημεῖο αὐτοῦ τοῦ Χρυσοστομικοῦ χωρίου εἶναι τό «μία εὐχαριστία, ἕν ἀγαλλίαμα, μία εὐφρόσυνος χοροστασία» ἀγγέλων καί ἀνθρώπων, κεκοιμημένων καί ζώντων.

Ἡ ἱεραρχικότητα τῶν χαρισμάτων καί τῶν διακονιῶν αὐτῶν πού μετέχουν στήν θεία Λειτουργία διακρίνεται σέ πολλούς βαθμούς. Εἶναι οἱ κατηχούμενοι, οἱ φωτιζόμενοι καί οἱ φωτισθέντες πιστοί· οἱ λαϊκοί διαφόρων πνευματικῶν καταστάσεων, ἤτοι καθαιρόμενοι, φωτιζόμενοι καί θεούμενοι· οἱ Κληρικοί διαφόρων βαθμῶν, ἤτοι Ἐπίσκοποι, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι· καί οἱ διαφοροτρόπως ὑπηρετοῦντες στήν θεία Λειτουργία, ἤτοι ὑποδιάκονοι, ἀναγνῶστες, ψάλτες, βοηθητικό προσωπικό. Ὅλοι μετέχουν στό Μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας, ἀλλά διαφοροτρόπως, ὁπότε ὑφίσταται συνοδικότητα καί ἱεραρχικότητα. Οἱ λαϊκοί συμμετέχουν στήν θεία Λειτουργία προσευχόμενοι καί κοινωνοῦντες τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ· οἱ ἱεροψάλτες ψάλλουν ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ· οἱ Διάκονοι ἀπευθύνουν τίς δεήσεις στόν Θεό ὑπέρ τοῦ λαοῦ· οἱ Πρεσβύτεροι προσφέρουν τήν ἀναίμακτη μυσταγωγία, μέ τήν ἄδεια τῶν Ἐπισκόπων τους, καί οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι οἱ προεστῶτες τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως.

Καίτοι οἱ παρευρισκόμενοι στήν θεία Λειτουργία μετέχουν τοῦ μεγάλου Μυστηρίου, οἱ Κληρικοί πλαισιώνουν τό Θυσιαστήριο καί προσεύχονται, ὅμως, ὁ Προεστώς τῆς θείας Εὐχαριστίας προσφέρει τήν ἀναίμακτη θυσία, αὐτός ἀπευθύνει τήν εὐχή τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς, πού εἶναι προσευχή στόν Πατέρα νά ἀποστείλη τό Ἅγιον Πνεῦμα καί νά μεταβάλη τόν ἄρτο καί οἶνο σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ. Ἔτσι, γίνεται συλλείτουργο, ἀλλά διακρίνονται ἰδιαίτερες κατηγορίες πνευματικῶν χαρισμάτων καί διακονιῶν. Ἀκόμη καί τότε πού συλλειτουργοῦν Κληρικοί τοῦ ἰδίου βαθμοῦ, ὁ πρῶτος ἀπό τούς λειτουργούς προσφέρει τήν ἀναίμακτη θυσία καί οἱ ἄλλοι μετέχουν τοῦ Μυστηρίου. Ἡ τέλεση τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας προϋποθέτει προεξάρχοντα. Ὁπότε, ἡ συνοδικότητα λειτουργεῖ σέ συνδυασμό μέ τήν ἱεραρχικότητα.

Αὐτή ἡ διάκριση τῶν χαρισματικῶν διακονιῶν στήν θεία Λειτουργία φαίνεται καί στό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰωάννου, στό ὁποῖο παρουσιάζεται τό ὅραμα τῆς οὐράνιας Ἐκκλησίας καί τῆς οὐράνιας θείας Λειτουργίας πού εἶδε ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης καί βεβαίως, ὅπως ἀναφέρθηκε προηγουμένως, συνδέεται μέ τήν ἐπίγεια θεία Λειτουργία.

Στό ὅραμα αὐτό τῆς οὐράνιας θείας Λειτουργίας βλέπουμε τόν «ὅμοιον υἱῷ ἀνθρώπου...», εὑρισκόμενο μεταξύ τῶν ἑπτά λυχνιῶν (Ἀπ. α΄, 12 κ.ἑξ. )· τόν ἐπί τοῦ θρόνου καθήμενο, καί τούς εἰκοσιτέσσερις Πρεσβυτέρους καθημένους σέ θρόνους «κυκλόθεν τοῦ θρόνου»· τά τέσσερα ζῶα ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου, καί τήν λατρεία πού προσφέρουν στόν καθήμενο ἐπί τοῦ θρόνου οἱ εἰκοσιτέσσερις Πρεσβύτεροι καί τά λειτουργικά ζῶα (Ἀπ. δ΄, 1 κ.ἑξ. )· «τό ἀρνίον τό ἑστηκός ὡς ἐσφαγμένον» «ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου καί τῶν τεσσάρωνζῴων καί ἐν μέσῳ τῶν πρεσβυτέρων» καί τήν λατρεία τους στό ὡς ἐσφαγμένο ἀρνίο (Ἀπ. ε΄, 6 κ.ἑξ. )· τό Θυσιαστήριο καί «ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τάς ψυχάς τῶν ἐσφαγμένων διά τόν λόγον τοῦ Θεοῦ» (Ἀπ. στ΄, 9 κ.ἑξ. )· «τόν ὄχλον πολύ» «ἑστῶτες ἐνώπιον τοῦ θρόνου καί ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου» (Ἀπ. ζ΄, 9κ. ἑξ. )· τόν λιβανωτό καί τόν καπνό τῶν θυμιαμάτων (Ἀπ. η΄, 3 κ.ἑξ. )· τό ᾆσμα τῶν λελυτρωμένων (Ἀπ. ιδ΄, 1κ. ἑξ. )· τόν ὕμνον ἀλληλούια (Ἀπ. ιθ΄κ. ἑξ. )· τό «δεῖπνον τοῦ γάμου τοῦ ἀρνίου» (Ἀπ. ιθ΄, 9 κ.ἑξ. )· τόν καινό οὐρανό καί τήν καινή γῆ καί τήν ἁγία πόλη Ἱερουσαλήμ (Ἀπ. κα΄, 1 κ.ἑξ. ).

Ὅλη αὐτή ἡ ἀποκαλυπτική ἐμπειρία εἶναι καί οὐράνια Λειτουργία καί πρότυπο τῆς ἐπίγειας θείας Λειτουργίας, μεταξύ δέ αὐτῶν ὑπάρχει μιά πνευματική ὄσμωση. Ἀλλά τόσο οἱ εὐχές ὅσο καί ἡ διάταξη τῆς θείας Λειτουργίας δείχνουν μιά συνοδική καί ἱεραρχική πορεία καί ἀνάβαση πρός τό ὕψος τοῦ ὄρους Σινᾶ, τοῦ Γολγοθᾶ καί τοῦ καινοῦ μνημείου τῆς Ἀναστάσεως.

Ἡ θεία Λειτουργία ὄχι μόνον εἰκονίζει, ἀλλά καί ἐκφράζει τήν Θαβώρια ἐμπειρία καί μετέχει αὐτῆς. Στό ὄρος Θαβώρ, στό μέσον βρισκόταν ὁ Χριστός μέσα στό ἄκτιστο Φῶς, τό ὁποῖο προχεόταν ἔσωθεν, ἀφοῦ καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πηγή τοῦ ἀκτίστου Φωτός· οἱ Προφῆτες παρευρίσκονταν ἔνθεν καί ἔνθεν τοῦ Χριστοῦ συνομιλοῦντες μαζί Του· καί οἱ τρεῖς Μαθητές ἔπεσαν πρηνεῖς, γιατί, ἐνῶ ζητοῦσαν τήν κατασκευή κτιστῶν σκηνῶν γιά τόν Χριστό, τόν Μωϋσῆ καί τόν Ἠλία, βρέθηκαν οἱ ἴδιοι κάτω ἀπό τήν ἄκτιστη σκηνή, τήν νεφέλη τήν φωτεινή, τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅλες αὐτές οἱ πνευματικές καταστάσεις θυμίζουν τέλεση θείας Λειτουργίας.

Ἐπίσης, μέ αὐτήν τήν ἀποκαλυπτική ἐμπειρία τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου δημιουργήθηκε καί ὁ ἐπίγειος κτιστός Ναός, ὅπως ἄλλωστε τό βλέπουμε καί στήν περίπτωση τοῦ Μωϋσῆ, ὁ ὁποῖος μέ βάση τήν ἀχειροποίητη καί ἄκτιστη σκηνή, πού εἶδε στό ὄρος Σινᾶ, κατασκεύασε τήν κτιστή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί ἀργότερα κατασκευάσθηκε ὁ Ναός τοῦ Σολομῶντος, ἀλλά καί ὁ χριστιανικός Ναός, μέ τήν διαίρεσή του, σέ νάρθηκα, κυρίως Ναό καί ἅγια τῶν Ἁγίων, ἤτοι Ἱερό Βῆμα.

Ἑπομένως, στήν θεία Λειτουργία, στόν τρόπο τελέσεώς της, ἀλλά καί στόν χῶρο πού τελεῖται βλέπουμε τήν συνοδική καί ἱεραρχική δομή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος.

3. Τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα σέ ὅλα τά ἐπίπεδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς

Ἡ θεία Λειτουργία καί μέ τόν τρόπο πού τελεῖται, ἀλλά καί μέ τό «πνεῦμα» της ἀποτέλεσε ἀνέκαθεν τό πρότυπο τῆς βιώσεως ὅλης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἄλλωστε, ἡ θεία Λειτουργία δέν εἶναι ἕνα ἀποκεκομμένο τμῆμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀλλά τό κέντρο, ὁ πυρήνας καί ἡ βάση τῆς συγκροτήσεως ὅλης τῆς Ἐκκλησίας.

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ ἁγιογράφος, πού παριστάνει τίς Συνεδριάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἔχει ὡς βάση τήν εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπου οἱ Μαθητές ἔλαβαν τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλά καί ὁ τύπος αὐτός εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο γίνεται συλλείτουργο σέ κάθε θεία Εὐχαριστία, ὅταν ὑπάρχη Σύνθρονο. Θεία Εὐχαριστία, μυστήριο Πεντηκοστῆς καί Συνεδριάσεις τῶν Συνόδων συνδέονται μεταξύ τους, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν.

Μέ αὐτήν τήν προοπτική καί ἡ ὅλη διοίκηση καί ποιμαντική διακονία τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά λειτουργῆ, κατά τό πρότυπο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἤτοι συνοδικῶς καί ἱεραρχικῶς, καί νά εἶναι προέκτασή της. Ἄλλωστε, δέν νοεῖται διάσπαση μεταξύ μυστηριακῆς καί διοικητικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Τό συνοδικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας στό λεγόμενο διοικητικό καί ποιμαντικό της ἐπίπεδο, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, πρέπει νά λειτουργῆ μέ τόν τρόπο πού τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία. Ἡ συνοδική δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ συνοδική διαχείριση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ἀποτελεῖ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί ἀναλύεται μέ πολύ ὡραῖο τρόπο βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων ἀπό τόν Ἀρχιμ. Γεώργιο Καψάνη, Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, σέ μιά σημαντική μελέτη του.

Ἡ συγκρότηση τῆς πνευματικῆς ζωῆς λειτουργεῖ μέ τήν θεολογική ἔννοια τῆς συνέργειας, ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι ὁ ἐνεργῶν καί ὁ ἄνθρωπος ὁ συνεργῶν. Ὁ Χριστός ποιεῖ τήν θέωση, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος πάσχει τήν θέωση, δηλαδή μετέχει τῆς θεώσεως. Καί αὐτό γίνεται κατά διαφόρους βαθμούς.

Ἡ συνοδικότητα καί ἡ ἱεραρχικότητα πρέπει νά λειτουργοῦν στίς σχέσεις μεταξύ τῶν Ἐπισκόπων καί στίς Συνεδριάσεις στήν Ἱεραρχία, ὡς βίωση καί προέκταση τῆς θείας Λειτουργίας. Ἡ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων εἶναι μιά συλλειτουργία, προέκταση τῆς θείας Λειτουργίας καί τῆς προσευχῆς. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἀρχίζουμε τίς Συνεδριάσεις τῆς Ἱεραρχίας μέ τήν ἐκζήτηση τοῦ Παρακλήτου καί τελειώνουμε τίς ἐργασίες της μέ τό «Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς».

Καί στίς συνάξεις αὐτές ὑπάρχει ὁ Προεστώς, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον παρίσταται καί ἐπιβλέπει τόν τρόπο λειτουργίας τῆς πορείας τῆς Συνόδου (Ἱεραρχία-Διαρκής), ἀλλά συνιστᾶ τήν ἱερουργία της, ὅπως γίνεται καί στήν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, καθώς ἐπίσης καί ὑπάρχουν καί συνδιοικοῦντες-συλλειτουργοῦντες. Αὐτό ἐπιτάσσει ὁ λδ΄ Ἀποστολικός Κανόνας γιά τήν λειτουργία τοῦ Μητροπολιτικοῦ συστήματος, ὅτι «τόν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καί ἡγεῖσθαι αὐτόν ὡς κεφαλήν, καί μηδέν τι πράττειν περιττόν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης» στά συνοδικά ζητήματα, ὄχι ὅμως σέ ἐκεῖνα πού ἀναφέρονται στίς ἐπί μέρους ἐπαρχίες. Ἀλλά καί ὁ πρῶτος-πρόεδρος «μηδέ ἐκεῖνος ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποιείτω τι». Μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις «ὁμόνοια ἔσται, καί δοξασθήσεται ὁ Θεός, διά Κυρίου, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι· ὁ Πατήρ, καί ὁ Υἱός, καί τό ἅγιον Πνεῦμα».

Αὐτό τό συνοδικό πολίτευμα πρέπει νά λειτουργῆ στήν διοίκηση τῶν κατά τόπους Ἱερῶν Μητροπόλεων τῆς Ἐκκλησίας, στίς σχέσεις μεταξύ Ἐπισκόπων, Πρεσβυτέρων καί λαϊκῶν, ἀφοῦ καί αὐτοί οἱ λαϊκοί δέν εἶναι τά «παθητικά» μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τά «χαρισματοῦχα» πού ἔχουν τήν δυνατότητα μεθέξεως τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί τήν εὐλογία νά ποιμαίνωνται πρός τήν δικήτους προσωπική σωτηρία.

Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι προεστώς τῆς εὐχαριστιακῆς Συνάξεως, ἀλλά καί προεστώς τῆς ὅλης κανονικῆς συγκροτήσεως τῆς Ἐπισκοπῆς καί Μητροπόλεως, ἀφοῦ ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας γίνεται μέσα στά πλαίσια τῆς ποιμαντικῆς διακονίας καί αὐτή ἡ ποιμαντική εἶναι ἔκφραση τῆς εὐχαριστιακῆς ἀτμόσφαιρας καί συνάρτηση τῆς μετοχῆς ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας στό Μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια κάνουμε λόγο γιά τό ἐπισκοποκεντρικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο, ὅμως, δέν εἶναι ἀνεξάρτητο ἀπό τό συνοδικό καί ἱεραρχικό. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι οἱ ἱεροί Κανόνες ἀναφέρονται στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο μετέχουμε στήν θεία Λειτουργία. Ἐπίσης, καί ἡ διάταξη τοῦ Συνθρόνου προϋποθέτει ὅτι οἱ Πρεσβύτεροι ἵστανται πιό κάτω ἀπό τόν θρόνο τοῦ Ἐπισκόπου, ἀλλ’ ὄχι, ὅμως, στό ἐπίπεδο τῶν λαϊκῶν, διότι ὑφίσταται ἱεράρχηση τῶν χαρισμάτων.

Ἡ συνοδική καί ἱεραρχική δομή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος, ὡς προέκταση τῆς θείας Λειτουργίας πρέπει νά λειτουργῆ καί μεταξύ Πρεσβυτέρων καί λαϊκῶν στίς Ἐνορίες τους, ἀλλά καί μεταξύ Ἡγουμένων καί μοναχῶν στίς Ἱερές Μονές. Τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα λειτουργεῖ σέ ὅλες τίς πλευρές τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, δέν πρέπει νά τό ἀναμένουμε μόνον στίς Συνόδους τῆς Ἱεραρχίας, ἀλλά πρέπει νά λειτουργῆ καί στίς ἄλλες ἐκφράσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Δέν εἶναι δυνατόν νά παρατηροῦνται παρατάξεις καί παρασυναγωγές στήν ἐκκλησιαστική ζωή. «Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖται ὡς μία συνεχής σύνοδος», ἀφοῦ αὐτό δηλώνει καί ἡ λέξη Ἐκκλησία.

Βασική ἀρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ὅτι, ὅποιος γνωρίζει νά λειτουργῆ συνοδικῶς καί ἱεραρχικῶς ὡς Πρεσβύτερος στήν Ἐνορία του καί ὡς Μητροπολίτης στήν Μητρόπολή του, μπορεῖ νά λειτουργήση μέ κανονικό καί συνοδικό τρόπο καί στίς ἄλλες λειτουργίες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί στίς Συνόδους τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἐκκλησιολογικές ἀσθένειες ξεκινοῦν ἀπό τόν τρόπο πού συγκροτεῖται ἡ Ἐνορία καί ἡ Μητρόπολη καί ἐκδηλώνονται καί στά ἀνώτερα ἐκκλησιαστικά ἐπίπεδα. Ἄλλωστε, ἡ καρκινογένεση ἀρχίζει ἀπό τό κύτταρο καί ἐπεκτείνεται σέ ὅλο τό σῶμα. Ὅποιος δέν μπορεῖ νά ἐνεργῆ συνοδικά στήν Ἐνορία καί τήν Μητρόπολή του, δέν μπορεῖ νά λειτουργήση συνοδικά καί ἐκκλησιαστικά καί στίς Συνεδριάσεις τῶν Ἐπισκόπων.

Ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά φαίνεται ὅτι τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι συνοδικό πού λειτουργεῖ ἱεραρχικῶς καί ἱεραρχικό πού λειτουργεῖ συνοδικῶς. Οὔτε ἡ συνοδικότητα καταργεῖ τήν ἱεραρχικότητα οὔτε ἠ ἱεραρχικότητα καταργεῖ τήν συνοδικότητα.

Αὐτό συμβαίνει καί στόν τρόπο λειτουργίας ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως ἀκριβῶς ἰσχύει καί στίς πανορθόδοξες Λειτουργίες. Ὑπάρχει σαφῶς ἕνας Πρῶτος, πού ἔχει καθῆκον γιά τήν καλή λειτουργία τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ αὐτοκεφαλίες δέν εἶναι, ὅπως ἔχω τονίσει σέ ἄλλο κείμενό μου, αὐτοκεφαλαρχίες. Ἄλλωστε, κεφαλή τῆς Ἐκλησίας εἶναι ὁ Χριστός καί δέν μπορεῖ νά ἐννοηθῆ ἀκόμη μέ ἀπόλυτη σημασία καί ὁ ὅρος «αὐτοκεφαλία», ἀλλά περισσότερο αὐτός ὁ ὅρος ἀποδίδει τήν αὐτοδιοίκηση μερικῶν περιοχῶν καί ὄχι τήν πλήρη ἀνεξαρτησία τους.

Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπάρχει πρῶτος, πού συνυπάρχει μέ τούς ἄλλους προκαθημένους ἱεραρχικῶς. Κατ' οὐσίαν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι ἴσοι μεταξύ τους, ἐπειδή ἔχουν τήν ἴδια ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά κατά τό κανονικό σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως δέν εἶναι ὅλοι ἰσότιμοι καί αὐτό νοεῖται ἀνάλογα μέ τήν διοικητική καί εὐχαριστιακή θέση τους μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἀλλά αὐτό εἶναι ἀντικείμενο ἄλλου κειμένου μου.–




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ