Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινοτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινοτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Ανθολόγιον 196: Νικόλαος Ι. Πανταζόπουλος


[...] Ο νόμος περί δήμων της 27ης Δεκεμβρίου 1833/8ης Ιανουαρίου 1834 επιδιώκοντας να προλάβει κάθε προσπάθεια δραστηριοποιήσεως του πολυκρατικού κοινοτικού συστήματος, διαλύει τις κοινότητες. Στη θέση των δυναμικών, αυτόνομων, αυτοδύναμων και αυτάρκων κοινοτήτων τοποθετεί τους ατροφικούς δήμους, νόθες διοικητικές περιφέρειες που αποτελούνται από τα λείψανα των κοινοτήτων. Οι νέες διοικητικές μονάδες τίθενται κάτω από την ανεξέλεγκτη εξουσία του Κράτους που διορίζοντας τους πριν αιρετούς κοινοτικούς άρχοντες διασπά την ενότητα της συλλογικής ηγεσίας τους και καθιστά το δήμαρχο εγκάθετο της Κυβερνήσεως, που μισθοδοτείται για το σκοπό αυτό. Ο άλλοτε αυτόνομος εκ των κάτω έλεγχος των πράξεων των κοινοτικών αρχόντων, ασκείται τώρα εκ των άνω ετερόνομα για λογαριασμό του Κράτους, το οποίο δεν αναγνωρίζει στους πολίτες του το δικαίωμα να συνέρχονται και να συνεταιρίζονται στερώντας τους το δικαίωμα να έχουν πολιτική βούληση. Στη φάση λοιπόν αυτή της αναμετρήσεως Κράτους- Κοινότητας η τελευταία παθαίνει κάθετη καθίζηση στο πεδίο του δημοσίου δικαίου αφού χάνει την αυτεξουσιότητα που είχε πριν. [...]


Νικολάου Ι. Πανταζόπουλου, Ο ελληνικός κοινοτισμός και η νεοελληνική κοινοτική παράδοση, εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα 1993, σελ. 43-44 (αποσπάσματα)


Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Το τίμημα της εθνοκρατικής μετάλλαξης

πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

Η εμφάνιση του νεωτερικού ατομοκεντρικού Συστήματος στη Δύση θα δώσει φτερά στο απωθημένο εθνοκρατικό όνειρο του υστεροβυζαντινού «αναγεννημένου» ελληνισμού. Η νεωτερική έλξη θα παρασύρει τον Ελληνισμό στη δίνη της εθνοκρατικής του μετάλλαξης. Η μνήμη του αποικιακού εξανδραποδισμού του, μετά το 1204 από τους Φράγκους, δεν θα μπορέσει να ενεργοποιήσει σε πολιτική αντιπρόταση τη ριζοσπαστική παρακαταθήκη του Ησυχασμού. Η «φιλοκαλική αναγέννηση»[1] του 18ου αιώνα θα επηρεάσει περισσότερο τη Ρωσία παρά την Ελλάδα.

1. Η καταστροφή του κοινοτικού και οικουμενικού Ελληνισμού

Η εθνοκρατική μετάλλαξη του Ελληνισμού καταγράφεται από τη νεωτερική ιστοριογραφία ως «πρόοδος». Αν λάβουμε όμως ως κριτήριο της προόδου τον βαθμό ενσάρκωσης της ελευθερίας θα διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για αδιαμφισβήτητη οπισθοδρόμηση: Μετέφερε τον ελληνικό κόσμο σε ένα προ-αντιπροσωπευτικό σύστημα. Δηλαδή δυόμισι χιλιάδες χρόνια πίσω, σε σχέση με τα κεκτημένα των Κοινών. Κρινόμενη όμως, η οπισθοδρόμηση αυτή, με κριτήριο την εθνική επιβίωση στην ανατέλλουσα εποχή των εθνοκρατικών τιτάνων και γιγάντων εμφανίζεται ως εθνική στρατηγική κατ’ οικονομίαν ορθή.
Ποιο ήταν όμως το τίμημα; Ήταν η ολοσχερής καταστροφή, τόσο της κοινοτικής όσο και της οικουμενικής διάστασης του Ελληνισμού:
α) Το ουσιαστικό περιεχόμενο της ιστορικής λειτουργίας του νεωτερικού ελλαδικού κράτους θα είναι η εξάλειψη της κοινοτικής διάστασης του Ελληνισμού, μέσω της εγκατάστασης ενός φαυλοκρατικού πολιτικού συστήματος, διχαστικού και εξανδραποδιστικού. Η καταστροφή αρχίζει με τον ειδικό Νόμο του 1833, βάσει του οποίου καταργείται το σύστημα των Κοινών και ολοκληρώνεται με την τελική εκτόπιση των ελληνικών πληθυσμών από τα ιστορικά τους οικοσυστήματα.
β) Η καταστροφή της οικουμενικής διάστασης του Ελληνισμού αρχίζει στο θρησκευτικό πεδίο με την αποκοπή της ελλαδικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το 1850. Η οικουμενική ελληνική Εκκλησία διαμελίζεται. Η κεφαλή της καρφώνεται στο Φανάρι, όπου και εκτίθεται έκτοτε σαν τοτεμικό αξιοθέατο. Ενώ το ακέφαλο σώμα-φυτό ενσωματώνεται στο ελλαδικό φαυλοκρατικό σύστημα. Η Μικρασιατική Κατά στροφή του 1922 θα επικυρώσει και γεωπολιτικά την εξάλειψη της ελληνικής Οικουμένης.
Ο Εμφύλιος πόλεμος (1946-1949), εσωτερικεύοντας τη διπλή (κοινοτική / οικουμενική) καταστροφή του Ελληνισμού, θα κάνει την Ελλάδα «χεσμένο τόπο», κατά την πικρή έκφραση του Κονδύλη.

2. Η συνάντηση φαυλοκρατίας και σύγχρονου μηδενισμού

Έπειτα από τη Μεταπολίτευση του 1974 η Ελλάδα εισέρχεται στον αστερισμό του σύγχρονου μηδενισμού. Καθοριστικό ρόλο στη μετάβαση από τον εθνοκρατισμό στον εθνομηδενισμό θα παίξει η ενσωμάτωση και ο φαυλοκρατικός εκφυλισμός του «κινήματος της αλλαγής», που γέννησε η επτάχρονη αντι-κομμουνιστική «ελληνο-χριστιανική» δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967.
Όπως δείχνει ο Βαγγέλης Κοροβίνης,[2] κυρίαρχη πολιτική παράδοση στη νεωτερική Ελλάδα είναι η Φαυλοκρατία, πλην βραχύβιων τινών διαλλειμάτων, όπου σε συνθήκες κρίσης η εξουσία παραχωρείται στους εκσυγχρονιστές, προκειμένου να επιτευχθεί μια «αλλαγή», η οποία «ανανεώνει» το φαυλοκρατικό πολιτικό σύστημα. Λειτουργώντας η μία ως άλλοθι της άλλης, οι δύο διακομματικές αυτές πολιτικές παραδόσεις, η φαυλοκρατία και ο εκσυγχρονισμός, κατέστρεψαν την Κοινοτική πολιτική κουλτούρα του ελληνικού λαού.[3]
Και επειδή στο εθνοκρατικό σύστημα η κοινωνία συναντάται με τα κόμματα μόνο στο επίπεδο της διακηρυσσόμενης εκ μέρους τους ιδεολογίας, η Φαυλοκρατία, αποδεικνύοντας στην πράξη τον προσχηματικό χαρακτήρα των ιδεολογικών αμφιέσεών τους (εθνικιστικών, σοσιαλιστικών ή απλώς εκσυγχρονιστικών), κατόρθωσε τελικά να κάνει τους Έλληνες να μην πιστεύουν σε τίποτα. Απελευθέρωσε έτσι τον κλασικό ελληνικό μηδενισμό, τον εγωιστικότερο-αυτοκαταστροφικότερο πάντων. 
Η Μεταπολίτευση, μη μπορώντας να διατηρήσει τον θεμελιώδη φαυλοκρατικό «εθνικό διχασμό», όπου στον χώρο του κοινωνικώς αποκλεισμένου είχε τοποθετηθεί, μετά τον Εμφύλιο, μαζί με τους κομμουνιστές και ολόκληρη η Αριστερά των εαμογενών δυνάμεων, διακινδύνευσε την κατάργησή του και το πέρασμα στο σύστημα της ομαλής εναλλαγής των κομμάτων στην εξουσία. Το βόλεμα των «δικών μας παιδιών» δεν θα έπρεπε πλέον να προϋποθέτει το ξεβόλεμα και την εκδίωξη των «παιδιών» του φαυλοκρατικού αντιπάλου. Όπερ και εγένετο: Δόθηκε χώρος για την «τακτοποίηση» πάντων στο διογκωμένο «Δημόσιο».
Παράδειγμα όλως τυπικό: «Τηρουμένων των αναλογιών (παραμέτρων: χρονικών, επιστημονικών, οικονομικών, κοινωνικών, ευρωπαϊκών), το Δημόσιο Νοσοκομείο που εγώ παρέλαβα να διοικήσω ως Πρόεδρος το 1982, με τα 440 κρεβάτια του και τα 800 άτομα συνολικό προσωπικό, παρείχε υποβαθμισμένη μεν αλλά συγκριτικά καλύτερη περίθαλψη, από το σημερινό ίδιο Νοσοκομείο του 2000, με τα επίσης 440 κρεβάτια του και τους 2.800 (ναι, καλά διαβάσατε 2.800!) συνολικά εργαζόμενους. Απίστευτο θα μου πείτε, πλην όμως τραγικά αληθινό.» [4]
Επιπλέον: Ο Ανδρέας Παπανδρέου (1919-1996), τροπαιοφόρος άγιος των «μη προνομιούχων», επέτρεψε στον «σοσιαλιστικό» λαό του, όχι μόνο να εισβάλλει στο κράτος, αλλά και να ισοπεδώσει κάθε ιεραρχία και κάθε εξουσία μέσα στα παραδοσιακά του στεγανά, μετατρέποντάς το από εφιαλτικό μπαμπούλα σε συνδικαλιστικό κλωτσοσκούφι, όπου «πας ανήρ ξυλεύεται». -Κάντε ό,τι θέλετε αρκεί να με ψηφίζετε, ήταν το μήνυμα. -Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση ο Λαός στην εξουσία. Από το μονοκομματικό κράτος περάσαμε στο πολυκομματικό μη-κράτος. Στο «παλαϊκό κράτος», που ήταν άλλωστε και το «όραμα» της εγχώριας κομμουνιστικής Αριστεράς, έπειτα από το περίφημο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ. 

Επειδή, παγίως στη νεωτερική Ελλάδα, το αληθινό περιεχόμενο της «πολιτικής» διαπάλης είναι η διαρπαγή των κρατικών πόρων,[5] τούτο οδήγησε απλώς σε γενίκευση / μαζικοποίηση της φαυλοκρατίας. Και στη δημιουργία ενός υπερμεγέθους παρασιτικού πολυκυκλώματος, που τα πλοκάμια του φτάνουν μέχρι τον τελευταίο Δήμο της χώρας, όπως δείχνουν οι επιδόσεις των ΟΤΑ στη διαφθορά. Η συντήρηση του κοινωνικού αυτού βαμπίρ απαιτεί την αυξανόμενη υποχρηματοδότηση των εθνικών και κοινωνικών αναγκών και την αυξανόμενη υπερχρέωση του «Δημοσίου». Αυτή είναι, άλλωστε, και η πραγματική αιτία των παντοειδών «ελλειμμάτων», τα οποία δεν μειώνονται, αλλά, «εκτοξεύονται και τίθενται σε δορυφορική τροχιά», διογκωνόμενα σταθερά, καθ’ όλη τη διάρκεια του «κύκλου» της Μεταπολίτευσης.
Γενικευόμενο όμως το φαυλοκρατικό σύστημα καθίσταται μη βιώσιμο. Κι αυτό όχι μόνο λόγω του απίθανου κόστους του, όχι μόνο λόγω της γενικής κρατικής «παραλυσίας» που προκαλεί, αλλά και επειδή το γέννημά του, το κυρίαρχο κοινωνικό βαμπίρ, στερείται ενστίκτου αυτοσυντηρήσεως. Σε αντίθεση με τις κανονικές άρχουσες τάξεις, δεν αντιλαμβάνεται, ότι η επιβίωσή του εξαρτάται από την επιβίωση του ξενιστή του: του ελληνικού έθνους-κράτους.
Η συνάντηση της νεοελληνικής φαυλοκρατίας και του μεταμοντέρνου μηδενισμού, εμπεδώνει τα ιστορικά αυτά δεδομένα. Γι’ αυτό και πετύχαμε το εκπληκτικό: να γίνει καθεστωτική ιδεολογία ο πιο αυτοκτονικός εθνομηδενισμός.[6]

(....)

Σημειώσεις
[1] Ονομάστηκε έτσι από τη Φιλοκαλία, την οποία επιμελήθηκαν οι Άγιοι Μακάριος Νοταράς (1731-1805) και Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809) και μετέφρασε στα ρωσικά ο αγιορείτης μοναχός Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794). Είναι «κίνημα των κολυβάδων». Η εκκλησιαστική ιεραρχία τους κυνήγησε. Υπολείμματά τους θα γνωρίσει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911) στη Σκιάθο από την πνευματικότητα των οποίων και θα επηρεαστεί καθοριστικά. Μια αίσθηση της άλλης ποιότητας των ανθρώπων εκείνων μας δίνει η παρακάτω αναφορά του (με αφορμή την επιλογή του Μακράκη να ενσωματώσει ορισμένες συνήθειές τους): «δέν εδόθη εις κοσμικούς ανθρώπους νά μιμώνται τά έθιμα τών ασκητικών εκείνων ανδρών, τών εν αμέμπτω πολιτεία διαγόντων, ουδ' έξεστιν εις τούς εν τή τύρβη τού κόσμου βιούντας νά παραδώσει τά σεμνά καί υψηλά εκείνα πράγματα.» Παιδιά του φιλοκαλικού κινήματος σαν τον Παπαδιαμάντη ήταν στη Ρωσία ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821-1881). Απόηχος στον 20ο αιώνα του πνευματικού εκείνου κινήματος είναι θεολόγοι, όπως ο Βλαδίμηρος Λόσκι, ο Σωφρόνιος Σαχάρωφ και ο δικός μας Ιωάννης Ρωμανίδης (1927-2001).
[2] Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία. Αρμός, Αθήνα 2008.
[3] Μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής: α) Στο πολιτικό πεδίο κύρια αντίθεση, μετά την Επανάσταση του 1821, είναι η αντίθεση ανάμεσα στην εισαγόμενη προαντιπροσωπευτική νεωτερική πολιτική παράδοση (όπου η πολιτική λειτουργία ανήκει στις κομματικές ολιγαρχίες και όχι στην κοινωνία), αφ’ ενός και στην προνεωτερική πολιτική παράδοση των Κοινών (όπου η ίδια η κοινωνία ασκεί την πολιτική λειτουργία, είτε άμεσα είτε έμμεσα δι’ αντιπροσώπων με όρους ελέγχου και ανακλητότητας εκ μέρους της Συνέλευσης των πολιτών), αφ’ ετέρου. Στη σύγκρουση με την κοινοτικό της αντίπαλο η νεωτερική πολιτική παράδοση διαιρείται σε φαυλοκρατική και «εκσυγχρονιστική» και η αντίθεσή τους, ενώ είναι δευτερεύουσα, επισκιάζει την κύρια αντίθεση, εμφανίζοντας τον «εκσυγχρονισμό» ως την «εναλλακτική λύση» στην εξάλειψη της ελευθεροκεντρικής-κοινοτικής κουλτούρας. β) Η φαυλοκρατική πολιτική παράδοση προέκυψε από τη νεωτερική μετάλλαξη των πελατειακού τύπου σχέσεων διαμεσολάβησης μεταξύ Κοινών και Οθωμανικής δεσποτείας (τις οποίες διεκπεραίωναν φαναριώτες, αρματωλοί και κέφτες, πουλώντας «προστασία» στα Κοινά). Τη μετάλλαξή τους σε σχέσεις «προστασίας» των οικογενειών πλέον έναντι της νεωτερικής-εθνοκρατικής δεσποτείας, με μεσολαβητές και πάτρωνες τους κομματάρχες. Η οθωμανική Πύλη αντικαταστάθηκε από τις Πρεσβείες των Μεγάλων Δυνάμεων και οι παλιοί διαμεσολαβητές από τα κόμματα. Η φαυλοκρατική πολιτική παράδοση αντιπροσωπεύει, έτσι, την πατρωνειακή προσαρμογή της εισαγόμενης νεωτερικής πολιτικής παράδοσης, με στόχο την εθνοκρατική μετάλλαξη του Ελληνισμού… Μόνο τελευταία αρχίζει να παραμερίζεται το «εκσυγχρονιστικό» παραμορφωτικό πρίσμα και να γίνεται κατανοητή η φύση της νεοελληνικής φαυλοκρατίας. Ήδη τίθεται θέμα «χωρισμού του κράτους από την κυβέρνηση» και «χωρισμού του λαού από το κράτος», αλλά δεν υπάρχει πλέον ο λαός που θα το ήθελε. Ούτε κανείς θυμάται τι θα σήμαινε.
[4] Χ. Σ. Σωτηρόπουλος, «Ε.Σ.Υ. Το προεκλογικό «κλωτσοσκούφι». ΑΝΤΙ τ. 713 σ. 41.
[5] Ευ. Κοροβίνης, ό.π.
[6] Παράδειγμα: Στη σ. 19 του γνωστού βιβλίου της Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού παρουσιάζεται σαν ακαταμάχητη αλήθεια, το εξής απόσπασμα από επιστολή στον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο 13ο του πρεσβευτή του στην Κωνσταντινούπολη το 1590-1606: «Οι Σουλτάνοι συνηθίζουν όταν κατακτούν ένα βασίλειο ή μια επαρχία, να διατηρούν θαυμαστή τάξη. Δημεύουν τις περιουσίες της εκκλησίας, των πολεμιστών … και … όλα τα αγαθά του ηττημένου ηγεμόνα. Όσο για τον λαό, αφήνεται να ζη σύμφωνα με τα έθιμά του. Διατηρεί τα αγαθά του και έχει θρησκευτική ελευθερία». Η ιστορική αλήθεια είναι τελείως διαφορετική. Σε σουλτανικό φιρμάνι της ίδιας εποχής (23 Μαρτίου 1601) διαβάζουμε τα εξής ανατριχιαστικά: «…άμα τη αφίξει του παρόντος αυτοκρατορικού φιρμανίου Μου, …[να] στρατεύονται και αποστέλλωνται εις τα οτζάκια των γενιτσάρων οι από 15 έως 20 ετών καλλίμορφοι, αρτιμελείς … νέοι των απίστων … Εφ’ όσον παρίσταται ανάγκη …[κατά] τας διατάξεις του ιερού φετβά του σεϊχουλισλαμάτου, όταν τις εκ των απίστων γονέων ή άλλος αντιστή … θα απαγχονίζεται ευθύς εις το κατώφλιον της θύρας του, του αίματός του θεωρουμένου άνευ αξίας. (Εν τω στρατοπέδω Αδριανουπόλεως τη 24η Ραμαζάν 1009 [ή 23 Μαρτίου 1601])». {Πηγή: «Ιστορικά Αρχεία Μακεδονίας», τ. Β’ (Αρχείον Βεροίας-Ναούσης, 1598-1886), επιμ. Ι.Κ.Βασδραβέλη, εκδ. Ε.Μ.Σ., Θεσ/νίκη 1954.} (Το υλικό της υποσημείωσης αυτής το πήρα από άρθρο του Κώστα Ζουράρι στην εφημερίδα Μακεδονία. Βλ. και www.antivaro.gr.)


Θ. Ι. Ζιάκας, Ο σύγχρονος μηδενισμός, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2008, σελ.243.

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ




Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Θ.Ι. Ζιάκας, Θαυμαστά στοιχεία της αρβανίτικης στρατιωτικής παράδοσης των ελληνικών κοινών


Πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

Πρόλογος από το βιβλίο του Γιώργου Σαλεμή "Παράξενοι Φτωχοί Στρατιώτες: Θαυμαστά στοιχεία της αρβανίτικης στρατιωτικής παράδοσης των ελληνικών κοινών", εκδ. Αλφειός. 



Το κεντρικό ζήτημα του βιβλίου είναι ο παράξενος ανθρωπολογικός τύπος των «Στρατιωτών», που παρελαύνουν στη Βενετία του 15ου αιώνα και καταπλήσσουν την Εσπερία με την ακαταμάχητη «ανορθόδοξη» τακτική τους. Ποια είναι η ταυτότητα των παράξενων αυτών πολεμιστών; 


Ο Γιώργος Σαλεμής δεν είναι «ιστορικός». Το βιβλίο του δεν είναι βιβλίο ιστορίας, αν και είναι πραγματική ιστορία από την αρχή ως το τέλος. Είναι κάτι παραπάνω από «ιστορία», καθώς βγάζει στο φως άγνωστες ή παρανοημένες πτυχές της συλλογικής μας ταυτότητας.


Ι 


Όπως το λέει κι ο υπότιτλος οι «Στρατιώτες» αντιπροσωπεύουν την αμυντική παράδοση των ελληνικών Κοινών. 


Ο όρος «Κοινό» παραπέμπει σε μια πολιτειακή συσσωμάτωση κοινοτήτων, κατά το πρότυπο του αρχαίου Δήμου, το ανάλογο του οποίου είναι σήμερα το έθνος-κράτος. Το δίκτυο των Κοινών αποτέλεσε τη διαχρονική βάση της Οικουμενικής κρατικής συγκρότησης του ελληνικού πολιτισμού, από τους ελληνιστικούς χρόνους και εντεύθεν. Επιβίωσε της βυζαντινής κατάρρευσης και γνώρισε μάλιστα μια δεύτερη άνθηση στην εποχή της Οθωμανοκρατίας. Τα Κοινά ήταν αυτόνομα, με θεσμούς που «..ουδέν άλλο ήσαν τότε ειμή τροπολογία τις, των έτι αρχαιοτέρων αυτονόμων αστικών πολιτευμάτων», κατά τον Κων/νο Παπαρρηγόπουλο (1815-1891). 


Για τη στρατιωτική ασφάλεια των Κοινών η υπερκείμενη οικουμενική Αρχή, ο Αυτοκράτωρ, τοποθετούσε εντός τους –«προνοίαζε»- επαγγελματίες πολεμιστές. Αυτοί λέγονταν «Στρατιώτες». Το αμυντικό σύστημα της «Πρόνοιας», όπου οι «Στρατιώτες» είχαν καθορισμένα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, ως προς το Κοινό και ως προς τον Αυτοκράτορα, ήταν έκγονο του παλιότερου συστήματος των «Θεμάτων». Οι θρυλικοί πολεμιστές των Ακριτικών επών, ήταν οι «θεματικοί» πρόγονοι των «προνοιακών» πολεμιστών. Το σύστημα της «Πρόνοιας» το διατήρησαν και οι Οθωμανοί με τα «Αρματολίκια», όπως είχαν κάνει νωρίτερα οι Φράγκοι και οι Βενετοί στις ελληνικές κτήσεις τους. Για τους πολέμους της με τους Τούρκους η Γαληνοτάτη βασιζόταν στους Ρωμιούς «Στρατιώτες». Οι «Στρατιώτες» του 1494 με τους οποίους ξεκινά το βιβλίο, έχουν μετακληθεί από τη Σινιορία για να αναχαιτίσουν τους Γάλλους εισβολείς στην Ιταλία.


Τα Κοινά καταργήθηκαν το 1833 με ειδικό νόμο της Βαυαροκρατίας, προκειμένου να εγκατασταθεί στη μετα-οθωμανική Ελλάδα το βεστφαλιανό εθνοκρατικό σύστημα. Μαζί τους εκλείπει και η στρατιωτική τους παράδοση, οι οπλαρχηγοί και με τα παλληκάρια της, που έκαναν την Επανάσταση του 1821. Οι άλλοτε «προνοιασμένοι» απορροφώνται από τις τοπικές κοινωνίες ως αγρότες, πλην των ελαχίστων που ενσωματώθηκαν στον εθνικό στρατό ή κυνηγήθηκαν και έγιναν ληστές. Το πόσο βαθιά ήταν τα ριζώματα της αρχέγονης αυτής στρατιωτικής παράδοσης θα φανεί στο έπος της Εθνικής Αντίστασης (1941-1944). Ήταν φυσικά το «κύκνειο άσμα» της. Το κρεμασμένο κεφάλι του Πρωτοκαπετάνιου στο φανοστάτη των Τρικάλων κι ο εν συνεχεία εθνοκτόνος Εμφύλιος, θα υπογραμμίσουν το τέλος. 


ΙΙ


Έναντι του ονόματος «Στρατιώτης» επικρατεί (από κάποιο σημείο και πέρα -στις ελάχιστες γραπτές αναφορές που διαθέτουμε) το όνομα «Αρβανίτης». Ότι πρόκειται βέβαια για το ίδιο είδος ανθρώπων δεν γεννάται θέμα. (Ο Γιώργος Σαλεμής έχει βάσιμους λόγους να ετυμολογεί το όνομα «αρβανίτες» από τα «άρβανα»: τους καταυλισμούς τους.) 


Ο προνοιασμός με αρβανίτες γίνεται σε συγκεκριμένη περιοχή, στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα νησιά Αιγαίου και Ιονίου. Αρβανίτης όμως δεν είναι ο προνοιασμένος Στρατιώτης γενικά, αλλά ο προνοιασμένος Στρατιώτης που προέρχεται από εκείνο τον κακοτράχαλο τόπο - τρόπο που τροφοδοτεί το στρατιωτικό επάγγελμα και τοποθετείται κυρίως στον βορειοηπειρωτικό χώρο, απ’ όπου ως επί το πλείστον στρατολογείται. 


Με την κατάρρευση της Οικουμένης-κράτους των Ρωμιών ένα μέρος των «Στρατιωτών» / «Αρβανιτών» εξισλαμίστηκαν. Τους εξισλαμισμένους θα τους χρησιμοποιήσει συστηματικά η Οθωμανική δεσποτεία σαν δύναμη καταστολής των εξεγέρσεων των χριστιανών ομοτέχνων τους. Όλες οι εξεγέρσεις την εποχή της Τουρκοκρατίας κατευθύνονται από χριστιανούς αρβανίτες. Και καταπνίγονται από τουρκαρβανίτες. Εμβληματικές μορφές των δύο τύπων έχουμε στην Επανάσταση του ’21 τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη (1770-1843), αφ’ ενός, και τον «αιγύπτιο» Ιμπραήμ πασά (1789-1848), αφ’ ετέρου. 


Το ερώτημα για την ταυτότητα των «Στρατιωτών» μεταπίπτει έτσι σε ερώτημα για την ταυτότητα των «Αρβανιτών». Και επειδή τελικά οι μεν πληθυσμοί των χριστιανών αρβανιτών συναποτέλεσαν το ελληνικό έθνος-κράτος, οι δε εξισλαμισμένοι το αλβανικό (που ίδρυσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις το 1913), το ερώτημα θα πάρει περίεργη τροπή: Μήπως τελικά «δεν είναι έλληνες οι αρβανίτες, αλλά αλβανοί;», όπως υποστηρίζουν μερικοί ιστορικοί της μεταμοντέρνας φουρνιάς; 


Αλλά με ποιό κριτήριο μπορεί να διαγνωσθεί η εθνική ταυτότητα; Προφανώς το κριτήριο προηγείται. Με λάθος κριτήριο θα λάβεις λάθος απάντηση. Ακόμα κι αν έχεις «πλήρη γνώση» των «ιστορικών δεδομένων». 


Καθώς το «όραμα» του μετεπαναστικού μας κράτους ήταν να γίνουμε το «Πρότυπο Βασίλειο» της Εσπερίας στην Ανατολή, επόμενο ήταν να μην παραδεχόμαστε άλλα κριτήρια εθνικού αυτοπροσδιορισμού από τα υφιστάμενα νεωτερικά. Αυτά όμως ήταν όσα και οι Μεγάλες Δυνάμεις: α) Το «γαλλικό-υποκειμενικό» κριτήριο: η «συνείδηση». (Εφόσον πιστεύουμε ότι είμαστε Έλληνες είμαστε κιόλας.) β) Το «γερμανικό-αντικειμενικό» κριτήριο: αίμα και γλώσσα. (Αν υπάρχει φυλετική και γλωσσική συνέχεια ανάμεσα σε μας και στους αρχαίους Έλληνες, τότε και μόνο τότε είμαστε Έλληνες.) γ) Το «αγγλοσαξωνικό» κριτήριο: η κρατική υπηκοότητα. (Το Συλλογικό είναι «Σύμβαση», το δε έθνος «Σύνταγμα». Εξ ού και η σημασία του «συνταγματικού πατριωτισμού» για την αμερικανική εθνική ταυτότητα.) δ) Το «ρωσικό» κριτήριο (των «σλαβόφιλων»): κάθε έθνος ανήκει σε κάποιον πολιτιστικό τύπο. Στην Ευρώπη υπήρξαν ο ελληνορωμαϊκός τύπος, ο γερμανορωμαϊκός και ο σλαβοελληνικός, που είναι και ο «κληρονόμος» του Βυζαντίου. (Εμείς είμαστε ρωμιοί-βυζαντινοί. Άρα νομιμοποιούνται οι ρώσοι να μας «απελευθερώσουν»!)


Τα κριτήρια αυτά υπήρξαν, φυσικά, ισάριθμες Κλίνες του Προκρούστη. Και δούλεψαν τόσο αποτελεσματικά, επί δύο αιώνες τώρα, που είναι ζήτημα αν έχει μείνει κάτι απ’ αυτό που όντως ήμασταν. Πρώτοι και σθεναρότεροι Προκρούστες ήταν ανέκαθεν τα καλά τα κόμματά μας: αγγλικό, γαλλικό, ρωσικό, γερμανικό, αμερικάνικο. Μόνο ελληνικό κόμμα δεν ευτύχησε να έχει η αλήστου μνήμης νεωτερική κρατική μας οντότητα!


Ο Γιώργος Σαλεμής, αρβανίτης ο ίδιος από το Σχηματάρι, με νωπές τις «ανορθόδοξες» στρατιωτικές μνήμες στον οικογενειακό και τον κοινοτικό του περίγυρο, δεν καλύπτεται από τα προκρούστεια νεωτερικά κριτήρια. Ανα-καλύπτει και εφαρμόζει το παραδοσιακό ελληνικό κριτήριο, που είναι η ανθρωπο-ποιητική παιδεία: Τις ταυτότητες τις φτιάχνει ο Τρόπος που το ανθρώπινο ζώο γίνεται «ζώον πολιτικόν». Δηλαδή κοινωνικό υποκείμενο, φορέας αναπαραγωγής του Τρόπου που του επιτρέπει «να γίνει άνθρωπος». 


Το θέμα, λοιπόν, είναι να διαγνωσθεί η ταυτότητα των «Στρατιωτών» / «Αρβανιτών» με το ελληνικό κριτήριο. 

ΙΙΙ


Οι «Στρατιώτες» συγκροτούν επαγγελματική κοινότητα. Τούτο δεν είναι βέβαια παράξενο για μια «εταιρική οικονομία» σαν τη βυζαντινή, η οποία αναπαράγεται ακόμα και επί οθωμανικού καθεστώτος. 


Οι εταιρικές οικονομικές συσσωματώσεις (τα βυζαντινά «συστήματα») και οι πολιτειακές συσσωματώσεις (τα Κοινά) αποτελούσαν τεμνόμενα λειτουργικά σύνολα. Η ταυτότητα της επαγγελματικής κοινότητας είναι η ταυτότητα της παράδοσής της: της ιδιαίτερης «μαστορικής» ή «τέχνης» που διακονεί. Ουσιαστικά της σχέσης με τα πρότυπα, τις τεχνικές, τα ήθη και τα έθιμα, της επαγγελματικής παράδοσης. Επομένως την ταυτότητα του «Στρατιώτη» θα τη βρούμε στη σχέση του με τα πρότυπα της στρατιωτικής παράδοσης που τον κατασκευάζει ως «επαγγελματία». Και καθώς είναι μια σχέση ιστορική, εγγεγραμμένη στην ευρύτερη δομή των παραδόσεων που συγκροτούν τους τρεις πυλώνες της Οικουμένης-κράτους, το Θυσιαστήριο, τον Θρόνο και τη Σχολή, η στρατιωτική ταυτότητα εγγράφεται ως συνιστώσα α) της ελληνικής ταυτότητας των Κοινών, β) της ρωμαϊκής ταυτότητας της Οικουμένης και γ) της χριστιανικής-εκκλησιαστικής ταυτότητας της Άνω Πόλεως, από την οποία οι της κάτω πόλεως αντλούν τη μεταφυσική τους αναφορά.


Μελετώντας, υπ’ αυτό το πρίσμα, τον τύπο του «Στρατιώτη» - «Αρβανίτη», το βιβλίο αποδελτιώνει βήμα προς βήμα την ταυτότητά του. Εδώ ο αναγνώστης, ο εξοικειωμένος με τα Ομηρικά έπη, σίγουρα θα εκπλαγεί. Θα διαπιστώσει ότι πρόκειται για τον ίδιο ανθρωπολογικό τύπο μ’ αυτόν που περιγράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα. 


Ιδού μερικά χαρακτηριστικά της ιλιαδικής ταυτότητας: α) Οι Αχαιοί «Στρατιώτες» είναι «έθνος εταίρων», δηλαδή ισοτίμων. Αν η ισοτιμία παραβιαστεί από τον αρχηγό το άτομο νομιμοποιείται να αποχωρήσει από την συλλογική σύμπραξη. β) Ασέβεια απέναντι στην άδικη εξουσία. γ) Φιλοτιμία: στόχος η δόξα-υστεροφημία επί αρετή-ανδρεία. δ) «Θνητά φρονείν» –όλοι θα πεθάνουμε. Το θέμα είναι να έχουμε έναν ένδοξο-έντιμο θάνατο. ε) Ο εχθρός δεν είναι χειρότερος από μας. στ) Ο φονιάς μπορεί να φάει ψωμί ακόμα και με τον πατέρα του σκοτωμένου εχθρού και να κλάψουν μαζί. ζ) Τέλος η Φιλία υπερβαίνει τη σχέση ατόμου-ομάδας. Είναι πάνω από τη συλλογική ταυτότητα! 


Κοντολογίς: Το άτομο και η τιμή του, είναι ο σκοπός της ιλιαδικής ομάδας. Σε αντίθεση με τους Τρώες (τους Σπαρτιάτες, τους Λατίνους, τους Τούρκους ή όποιους άλλους) όπου η ομάδα είναι αυτοσκοπός. 


Ό,τι διαφοροποιεί τους ιλιαδικούς Στρατιώτες, από τους μεσαιωνικούς Στρατιώτες, που παρελαύνουν στην πόλη των τεναγών και αύριο θα τσακίσουν τους Γάλλους ιππότες, είναι μόνο η «θρησκεία» και τα «έθιμά» τους. Για ανώτατο «αυθέντη» τους αναγνωρίζουν τον Άγιο Γεώργιο – τον τροπαιοφόρο και μεγαλομάρτυρα Στρατιώτη! Αν θέλουμε, λοιπόν, να ενσωματώσουμε τη θρησκευτική διαφορά θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο του Κ. Ζουράρι, ότι η ταυτότητα των εν λόγω πολεμιστών είναι «ιλιαδορωμέηκη»! 


Ο Στρατιώτης-Αρβανίτης, που στη θέση του Σταυρού θα βάλει την Ημισέληνο θα χάσει την ιλιαδορωμέηκη ταυτότητά του. Εδώ η πρόσβαση που μας παρέχει το βιβλίο, ώστε να κατανοήσουμε το φαινόμενο της ταυτοτικής μετάλλαξης, είναι ανεκτίμητη. Κάνει φανερό ότι η ατομική ελευθερία είναι ο βαθύτερος εσωτερικός δεσμός ανάμεσα στην ταυτότητα της κάτω πόλεως, την ιλιαδική-ελληνική του Κοινού και στην χριστιανική ταυτότητα της Άνω Πόλεως! Με τον εξισλαμισμό αυτή η ελευθερία έχει πλέον αναιρεθεί.


Αλλά ξεπέρασα την έκταση που αναλογεί σε έναν Πρό-λογο. Ο αναγνώστης θα δει όλα αυτά τα εντυπωσιακά από μόνος του και στις χαρακτηριστικές τους λεπτομέρειες. Και προπαντός τεκμηριωμένα. Κλείνοντας, δράττομαι της ευκαιρίας, να ευχαριστήσω τον συγγραφέα, αφ’ ενός, για την τιμή που μου έκανε να προλογίσω το έργο του και αφ’ ετέρου, για το νέο παράθυρο που άνοιξε στην αυτογνωσία μας.


Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Γ.Κοντογιώργης, Το κράτος του Καποδίστρια


[Ανακοίνωση του Καθηγητού Γ. Κοντογιώργη στη Συνδιάσκεψη με θέμα: "Ι.Καποδίστριας και σύγχρονες ρωσοελληνικές σχέσεις". Με την ευκαιρία της επίσκεψης στην Ελλάδα της ρωσικής αντιπροσωπείας, με τον ΥΠΕΞ Σ. Λαβρόφ, 30/10/2013, στο Ξεν. Κάραβελ]

1. Από τις πρώτες ενέργειες του Καποδίστρια μόλις ήρθε στην Ελλάδα, στις 8.1.1828, ήταν να ζητήσει από τη Βουλή -που προήλθε από την Γ' Εθνοσυνέλευση της Τροιζίνας (19.3 - 5.5. 1827) και η οποία τον εξέλεξε με επταετή θητεία-, την αναστολή του Πολιτικού Συντάγματος, επειδή "αι δειναί της πατρίδος περιστάσεις και η διάρκεια του πολέμου δεν εσυγχώρησαν ούτε συγχωρούσι την ενέργειαν" αυτού, ως περιέχοντος, όπως θα πει σε άλλη περίσταση, "απάσας τας δημοκρατικάς αρχάς των επαναστατών του 1793".
Στην πραγματικότητα το Σύνταγμα της Τροιζίνας ελάχιστη σχέση είχε με το Σύνταγμα των Γάλλων επαναστατών, υπό την έννοια ότι εδραζόταν στην πολιτική κυριαρχία των πόλεων/κοινών (προνοούσε μόνον για μια σκιώδη κεντρική κυβέρνηση, η οποία επιπλέον τελούσε υπό την πλήρη εξουσία της βουλής), και όχι στο πολιτικά κυρίαρχο κεντρικό κράτος του Συντάγματος του 1793. Σημασία έχει, εντούτοις, να συγκρατήσουμε εξαρχής ότι ο Καποδίστριας δεν δηλώνει αντίθετος επί της αρχής στα συντάγματα αυτά, αλλά στην εφαρμογή τους, σε μια στιγμή που η επανάσταση διαρκεί ακόμη, που ούτε κράτος υπάρχει ούτε και η ελληνική υπόθεση της ανεξαρτησίας έχει κριθεί και οι Δυνάμεις της εποχής εχθρεύονται απολύτως τις ιδέες τους. Σημειώνουμε, επίσης, ότι η αντίρρηση του Καποδίστρια συνοδεύεται από την επισήμανση πως η ενέργειά του αυτή είναι προσωρινή, "έως της συγκροτήσεως της (νέας) Εθνικής Συνελεύσεως" που ορίσθηκε να συνέλθει 2,5 μήνες αργότερα, τον Απρίλιο 1828.
Το προσωρινό πολιτειακό σχήμα που ενέκρινε η Βουλή, με εισήγηση του Καποδίστρια, προέβλεπε την κατάργησή της και την σύσταση ενός κεντρικού εξουσιαστικού συμβουλίου από 27 μέλη, του Πανελληνίου, που θα συμπαρίσταται στον Κυβερνήτη, με γνωμοδοτική βασικά και νομοπαρασκευαστική αρμοδιότητα. Οι πράξεις του Κυβερνήτη για να είναι έγκυρες, έπρεπε να είναι "θεμελιωμένες επάνω εις τας εγγράφους αναφοράς του Πανελληνίου ή των τμημάτων του".
Παράλληλα ο Καποδίστριας οργάνωσε διοικητικά την χώρα σε (επάλληλα) τμήματα, που εδραζόταν στο σύστημα των κοινών: Κάθε τμήμα διαιρείται "εις τας εξ ων σύγκειται επαρχίας και αύται πάλιν εις πόλεις, κώμας και χωρία".
Τούτο δηλώνει ότι επιλέγεται η αρχή της τοπικής και περιφερειακής πολιτειακής αυτονομίας, που ανάγεται στο ελληνικό παρελθόν της κοσμόπολης, όχι της διοικητικής αποκέντρωσης ή αυτοδιοίκησης, που αναπέμπει στο εξερχόμενο από τη φεουδαρχία πολιτικά κυρίαρχο κεντρικό κράτος. Καθεμία από τις βαθμίδες αυτές της πολεοτικής αυτονομίας διαθέτει ίδιον σύστημα διακυβέρνησης: οι δημογέροντες, στα πρωτοβάθμια κοινά, εκλέγονται με καθολική ψήφο, από τους πολίτες άνω των 25 ετών, ενώ στο επίπεδο της επαρχίας, η διοίκηση ασκείται από συλλογικό σώμα αντιπροσώπων των κοινών. Τα κοινά, "εξακολουθούν την ενέργειαν των χρεών των, ως και πρότερον" -διαθέτουν τις ίδιες αρμοδιότητες όπως πριν, τις οποίες ασκούν σύμφωνα με τους "άχρι τούδε κανόνας".
Στις αρμοδιότητες αυτές, επομένως, περιλαμβάνονται αφενός οι εσωτερικές υποθέσεις του κοινού και αφετέρου, η άσκηση των αρμοδιοτήτων που συνάδουν με την κεντρική εξουσία. Ανάμεσα σ'αυτές, η πλέον συμβολική, για την αναγωγή τους στο σύστημα των κοινών, αλλά και ουσιώδης, η οποία κρίνει την φύση του (προσωρινού) πολιτειακού συστήματος που επέλεξε ο Κυβερνήτης, είναι η άσκηση της δημοσιονομικής και, γενικότερα, της δημοσιο-οικονομικής αρμοδιότητας, η οποία δηλώνεται ρητώς ότι ανήκει στα κοινά. Τα κοινά, θα πει, είναι οι φορείς "δι'ών γίνεται η ενέργεια της δημοσίου οικονομίας", υπό την εποπτεία της επαρχιακής δημογεροντίας.
Η κεντρική κυβέρνηση παρίσταται στην επαρχιακή "δημογεροντία" δια του "εκτάκτου επιτρόπου", ο οποίος, στο μεταβατικό στάδιο, είναι επιφορτισμένος με την υποβοήθηση του έργου της ανασυγκρότησης του συστήματος των κοινών και, περαιτέρω, με την άσκηση αρμοδιοτήτων "έννομης επιστασίας" κατά τη λειτουργία τους και την εφαρμογή της νομιμότητας. Στις ειδικότερες πρόνοιες, που θα εισαγάγει ο Καποδίστριας, είναι προφανής η μέριμνά του να επαναφέρει την πολιτειακή ισορροπία στο εσωτερικό των κοινών, που ανέτρεψαν οι συνθήκες της επανάστασης, υπέρ της προεστικής τάξης. Μέριμνα, που κατέτεινε ουσιαστικά, στην επαναφορά του λαού στα πράγματα των κοινών και στην εγγραφή των τελευταίων στο γενικότερο πολιτειακό γίγνεσθαι του κράτους. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε ως επί το πλείστον κατά την προ-επαναστατική περίοδο, η αυτονόμηση της προεστικής τάξης και η ιδιοποίηση της εξουσίας των κοινών από αυτήν, στη διάρκεια επανάστασης, εκδηλώθηκε εφεξής με την άρνησή της να εναρμονισθεί με το διατακτικό της εθνικής πολιτείας. Ακραίες εκδηλώσεις του φαινομένου αυτού αποτελούν οι περιπτώσεις των Υδραίων και των Μανιατών. Η προεστική τάξη θα αντιταχθεί στην απόφαση του Κυβερνήτη να αναλάβει το κέντρο μέρος των δημοσίων προσόδων ή να ελέγξει τον τρόπο της διαχείρισής τους από αυτήν. Ορισμένοι μάλιστα θα φθάσουν μέχρι του σημείου να αξιώσουν αποζημίωση για τις απώλειες που υπέστησαν λόγω της συμμετοχής τους στην επανάσταση.
Έχει ενδιαφέρον, μάλιστα, ότι η μερίδα της προεστικής αυτής τάξης, που εκπροσωπείτο στο Πανελλήνιο, προκειμένου να εμποδίσει την επανείσοδο του λαού στην πολιτεία των κοινών, θα επικαλεσθεί το επιχείρημα του "εξευρωπαϊσμού" της χώρας, αξιώνοντας από τον Καποδίστρια να καταργήσει την καθολική ψήφο (στην Αγγλία τότε κατείχε το δικαίωμα ψήφου μόλις το 7% των ανδρών). Στην αξίωση αυτή ο Κυβερνήτης θα διακρίνει "μιαν ανίκητον δυσκολίαν", η οποία συνίσταται "εις το ότι δεν έχω την δύναμιν να κάμω ένα νόμον, ο οποίος θέτει όρους εις το δικαίωμα της ψήφου. Δικαίωμα, το οποίον ο ελληνικός λαός δοξάζει, ότι μετεχειρίσθη έως σήμερον χωρίς περιορισμόν".  Όπως θα επισημάνει ο τότε αντι-πρέσβης της Ρωσίας στην Ελλάδα, "οι κοτζαμπάσηδες αυτοί "χρησιμοποιούντες τα φιλελευθέρας αρχάς ως μέσον διαιωνίσεως της επιρροής των", εστράφησαν με μίσος κατά του Κυβερνήτη, "καθόσον απαγορεύει τας αρπαγάς, τιμωρεί τους ενόχους και προστατεύει τους καταπιεζομένους…".
Η αποτυχία του Καποδίστρια να αντιμετωπίσει τη στασιαστική, συχνά, αντιπολίτευση της προεστικής τάξης, θα τον οδηγήσει στην επιλογή της καθαρής διοικητικής αποκέντρωσης. Μέσω της Δ' Εθνικής Συνέλευσης και στη συνέχεια με Ψήφισμα του 1830, θα αποφασισθεί όπως "μέχρι την έκδοση του (νέου) εκλογικού νόμου, το συμβούλιο των δημογερόντων  "θέλει διορίζεσθαι από την κυβέρνησιν εκλεγόμενο από τον κατάλογο πολιτών, τον οποίον θέλει προβάλει εις αυτήν αι τοπικαί αρχαί, και των οποίων τον αριθμόν θέλει διπλασιάσει η Γερουσία". Συγχρόνως, επιχειρεί να οργανώσει και να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά από το κέντρο, πράγμα που έθιγε καταφανώς τα αυθαίρετα ή μη προνόμια της προεστικής τάξης. Εφεξής οι τοπικοί πόροι αποφασίζεται να εισάγονται "εις το εθνικόν ταμείον… και η κυβέρνησις (να) τους δαπανά όταν και όπως εγκρίνει εις τας ανάγκας εκάστης των επαρχιών, χρείας δε τυχούσης, (να) έχει το δικαίωμα να τους εξοδεύει και εις τας κοινάς του έθνους ανάγκας".
Αξίζει να προσεχθεί η διαδρομή της προεστικής τάξης: από τα συντάγματα που αναπαρήγαν αυθεντικά το σύστημα των κοινών, την πολιτεία των οποίων είχαν οικειοποιηθεί, στη διάρκεια της επανάστασης, θα οδηγηθεί στην άκαμπτη υπεράσπιση μιας εκδοχής τους, αυτής που προέκυψε από την ανατροπή των εσωτερικών τους ισορροπιών στη διάρκεια της επανάστασης. Συγχρόνως, θα θεωρήσει απολύτως συμβατό με τα συμφέροντά της το "συνταγματικό" επιχείρημα της ευρωπαϊκής μετα-φεουδαλικής ορθοταξίας, πριν προσχωρήσει εξολοκλήρου, στο τέλος, στη βαυαρική απολυταρχία. Η τελευταία, ως κρατική δεσποτεία, προέκρινε τον ολοσχερή εγκιβωτισμό της κοινωνίας των πολιτών στην ιδιωτική σφαίρα και την αποκλειστική ιδιοποίηση της πολιτικής από τη νέα, καταφανώς χειρότερη, εκδοχή του "κοτζαμπασιδισμού", τη βουλευτοκρατία.      
    2. Από τα ανωτέρω ολίγα προκύπτει νομίζω αβίαστα ότι ο Καποδίστριας είχε κατά νουν ένα κράτος, το οποίο εγγραφόταν στο ιστορικό κεκτημένο της ελληνικής οικουμενικής κοσμόπολης, που συγκέντρωνε άλλωστε την ομοθυμία των προεπαναστατικών Ελλήνων. Ένα κράτος που δεν ενσάρκωνε μονοσήμαντα το πολιτειακό σύστημα, αλλά το επιμέριζε ανάμεσα στην κεντρική κυβέρνηση και στα κοινά, αφενός και αφετέρου ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών, συγκροτημένη σε δήμο, στο πλαίσιο των κοινών, και στην αναφορική στο κοινό συμφέρον κεντρική πολιτική εξουσία. Στο πρόσωπο του Καποδίστρια παίχθηκε η τελευταία πράξη του διακυβεύματος της οικουμενικής κοσμόπολης, δηλαδή της προοπτικής ενός κράτους που θα ήταν ικανό να ενσαρκώσει το ανθρωποκεντρικό κεκτημένο του ελληνισμού και να το αντιτείνει στην ανερχόμενη ευρωπαϊκή απολυταρχία και, αργότερα, στο πρωτο-ανθρωποκεντρικό κράτος έθνος.
Τις ιδέες αυτές ο Καποδίστριας, που είδαμε να επιχειρεί να εφαρμόσει κατά μικρόν ως υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας και στο επίπεδο της ευρωπαϊκής Ηπείρου, γνώριζε καλώς ότι όφειλε να τις συγκεράσει με το κυρίαρχο ρεύμα της κρατικής δεσποτείας ή απολυταρχίας της εποχής. Γι' αυτό και στα έγγραφά του προς τη Βουλή, το Πανελλήνιο και τους λοιπούς παράγοντες του τόπου, δεν έπαυε να επισημαίνει τους κινδύνους που εγκυμονούσε για την Ελλάδα η πρόωρη προώθηση μιας οριστικής πολιτειακής ρύθμισης πριν αποφασισθεί η ανεξαρτησία της από τις Δυνάμεις της ευρωπαϊκής δεσποτείας: "…χρεωστείτε να θεωρήσετε σπουδαίως την εσωτερικήν διοίκησιν…. ότι αυτή δεν… είναι δυνατόν να κανονισθεί δια συνταγματικών και μονίμων νόμων, ειμή όταν η τύχη της Ελλάδος αποφασισθεί οριστικώς…". Ο Ν.Σπηλιάδης στα Απομνημονεύματά του γίνεται σαφέστερος όταν λέει ότι "ο Καποδίστριας γνωρίζων τους βασιλείς [της απολυταρχικής Ευρώπης], εξεύρει ότι δεν εμπορεί η Ελλάς να κυβερνάται δημοκρατικώς, ότε [όταν] από αυτούς περιμένει την σωτηρίαν της. Εξεύρει ότι αυτοί δεν θέλουν να υπάρξει εις κανέν μέρος του κόσμου δημοκρατία, και μ'όλον ότι δημοκρατικότατος και τον νουν και την καρδίαν, νομίζει χρέος του ιερόν να δείξει εις τους βασιλείς, …. ότι οι Έλληνες δεν θέλουν κυβερνάσθαι δημοκρατικώς….".
Μια άλλη διάσταση του ελληνικού ζητήματος, που συνέχεται άρρηκτα με το εσωτερικό σύστημα της χώρας, και μαζί με τη μοίρα του Καποδίστρια, συνδέεται με το μέγεθος και, συγκεκριμένα, με τη δυνατότητά του να ανταποκριθεί και να διαχειρισθεί τη φιλοδοξία του ελληνισμού της εποχής. Ήδη, από πολύ νωρίς, αλλά και μέχρι τέλους η υπόθεση του ελληνισμού συνδέθηκε άρρηκτα με την επίλυση του Ανατολικού ζητήματος. Η απόρριψη της ελληνικής επανάστασης αρχικά και στη συνέχεια η επιλογή του μικρού, μη αυτάρκους και θεσμικά εξαρτημένου κράτους, από τις Δυνάμεις, ήταν απολύτως συνυφασμένο με τις βλέψεις τους στην Ανατολή. Με πολλή αγωνία οι τοπικοί απεσταλμένοι των Δυνάμεων διέκριναν, ακόμη και στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, τον κίνδυνο ο ελληνισμός να οικειοποιηθεί την οθωμανική αυτοκρατορία και να αποτελέσει ανάχωμα στις επεκτατικές τους βλέψεις. Όπως γράφει ένα από αυτούς, "Ο καταμερισμός της απεράντου [οθωμανικής] αυτοκρατορίας εις πολλά ανεξάρτητα κράτη, θα ήτο προτιμότερον δια την Ευρώπην παρά να αφεθεί η ελληνική φυλή να επεκταθεί, να κυριαρχήσει παντού, και να αποτελέσει απέραντον ελληνικήν αυτοκρατορίαν, πολύ μεγάλην εν σχέσει με τα Δυνάμεις της Ευρώπης. Είναι το όνειρον της φυλής αυτής. [Και] θα το επιτύχωσιν με τον καιρόν διότι μεταξύ αυτών και των τούρκων το μέλλον δεν είναι αμφίβολον. Θα είναι ανυπόμονοι αφότου δεν θα έχωσιν ανάγκην της υποστηρίξεως των Ευρωπαίων…." (Derrasse, Λάρνακα, 1859).
Στην οπτική αυτή της επίλυσης του Ανατολικού ζητήματος θα προσχωρήσει το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα και η Ρωσία, η οποία μάλιστα, αργότερα, υπό το σοσιαλιστικό της καθεστώς, θα υπονομεύσει ακόμη και το εγχείρημα που προέκυψε από τη συνθήκη των Σεβρών. Την περίοδο αυτή, που η Ρωσία θα εγκαταλείψει το ελληνικό σχέδιο για την επίλυση του Ανατολικού ζητήματος και θα στραφεί στον Πανσλαβισμό -υποστηρίζοντας τους βαλκανικούς εθνικισμούς-, ο Ντοστογέφσκυ, σε άρθρο του, αφού διαλογίζεται για το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η Ρωσία για τον εκσυγχρονισμό της -τον γερμανικό ή τον ελληνικό- αποφαίνεται ότι αυτός που της αρμόζει είναι ο από κάθε άποψη ανώτερος ελληνικός δρόμος. Όμως θα υπογραμμίσει με έμφαση ότι "αργά ή γρήγορα η Κωνσταντινούπολη πρέπει να γίνει δική μας [της Ρωσίας], αφού πέρασε πια ο καιρός όπου οι Γραικοί, λαός απείρως λεπτότερος από τους χοντροκομένους Γερμανούς, λαός με ασυγκρίτως περισσότερα κοινά στοιχεία από ό,τι οι εντελώς ανόμιοί μας Γερμανοί, λαός πολυπληθής και αφοσιωμένος, [….θα μπορούσαν να έχουν] επικρατήσει στα πολιτικά πράγματα της Ρωσίας". Το να αφήσουμε…. ένα τόσο σημαντικό σημείο της οικουμένης [στους Έλληνες]…είναι πλέον αδύνατον".
Κλείνω με μια μόνο διαπίστωση: η στροφή αυτή της ρωσικής πολιτικής και η απομάκρυνσή της από την Ελλάδα, δεν κόστισε απλώς στην ελληνική χώρα. Την πλήρωσε με ασύμμετρο κόστος και η Ρωσία, η οποία όχι μόνον δεν κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη, όπως σχεδίαζε ακόμη στο τέλος του 19ου αιώνα, αλλά συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία ενός μείζονος αντιπάλου στο ζωτικό μαλακό της υπογάστριο.
Με την επισήμανση της ιστορικής αυτής μαρτυρίας, που αναδεικνύει το εσωτερικό και το εξωτερικό περιβάλλον, με το οποίο είχε να αντιπαλέψει ο Καποδίστριας, ως κυβερνήτης της Ελλάδας, θέλω να υπαινιχθώ, επ'ευκαιρία, μια εξόχως σημαντική γεωπολιτική παράμετρο της σχέσης μεταξύ Ρωσίας και Ελλάδας, εξίσου επίκαιρη στις ημέρες μας. Η επιλογή ή μη της Ελλάδας από τη Ρωσία ως στρατηγικού εταίρου, εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμης σημασίας διακύβευμα για το μέλλον και των δύο χωρών. Όσες φορές η Ρωσία αποφάσισε να απομακρυνθεί από την Ελλάδα έβλαψε επίσης τα συμφέροντα της. Η Ρωσία, με την Τουρκία ως μεγάλη δύναμη στο μαλακό της υπογάστριο και ουσιαστικά χωρίς την αξιωματική παρουσία της Ελλάδας, θα αναγκασθεί να σμικρύνει σημαντικά τη γεωπολιτική της φιλοδοξία και, ενδεχομένως, θα επανέλθει στην εσωστρέφειά της.



Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Βαρυσήμαντο άρθρο του Οικουμενικού Πατριάρχου στο περιοδικό "Νέα Ευθύνη"


Στο τεύχος 15 του περιοδικού "Νέα Ευθύνη" (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2013) φιλοξενείται βαρυσήμαντο άρθρο του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου υπό τον τίτλο "Η ΠΡΟΚΛΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ" (σελ. 1-3). Ολόκληρο το άρθρο αναδημοσιεύεται εδώ.

Σταχυολογούμε ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
(...)Τὸ ζητούμενον ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξίαν σήμερον εἶναι νὰ λειτουργήση ἡ ἰδία ὡς θετικὴ πρόκλησις διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον, ὡς προοπτικὴ ἐνθέου βιοτῆς καὶ σχεσιακῆς ἐλευθερίας. Εἰς μίαν ἐποχήν "ἀνατροπῆς τῶν ἀξιῶν", ἡ ὁποία ἀπαξιώνει πολλὰ σημαντικὰ καὶ ἀπολυτοποιεῖ πλεῖστα ὅσα ἀσήμαντα, ἡ Ἐκκλησία προβάλλει θεοφιλῆ ἱεράρχησιν ἀξιῶν, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὴν ἱερότητα τοῦ κατ' εἰκόνα καὶ καθ' ὁμοίωσιν Θεοῦ πλασθέντος ἀνθρώπου καὶ τὴν ἀκεραιότητα τῆς καλῆς λίαν δημιουργίας. 
Ἡ Ἐκκλησία, ὅταν ὁμιλῆ, τὸ πράττει διὰ νὰ ὑπερασπισθῆ τὸν ἄνθρωπον. Ἐπίσης ἠμπορεῖ νὰ σιωπᾶ διὰ τὰν ἴδιον λόγον. Εἶναι ἀδύνατον ὅμως ἡ Ἐκκλησία νὰ παραμείνη ἀδρανὴς ἀπέναντι εἰς τὴν κραυγὴν ἀγωνίας τῶν "κοπιώντων καὶ πεφορτισμένων" καὶ εἰς τὸν στεναγμὸν τῆς κτίσεως, νὰ σιωπήση ὅταν ἀπειλῆται ὁ "ἐλευθερία τετιμημένος" (Ἰ. Χρυσόστομος) ἄνθρωπος καὶ ὁ κόσμος του. 
Δὲν συμβιβάζεται ἡ Ἐκκλησία πρὸς τὴν ἀδικίαν, πρὸς ὅλας ἐκείνας τὰς ἀντιπερσοναλιστικὰς δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ὑποσκάπτουν τὴν κοινωνικὴν συνοχήν. Ἀντιστέκεται, προβάλλουσα τὸ κοινωνικὸν περιεχόμενον τοῦ χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου, ἀσκοῦσα ἔργον διακονίας καὶ φιλανθρωπίας. Τὸ ἐκκλησιαστικὸν γεγονός, ὁ βεβιωμένος κοινοτισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἡ κοινωνία τῶν σχέσεων, ἀποτελεῖ ἁπτὴν πρόκλησιν διὰ τὸν ἀτομοκεντρισμόν τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, διὰ τὸν δικαιωματισμὸν καὶ τὸν αὐτοσωτηρικὸν ναρκισσισμόν του. Τὸ ἀσκητικόν ἦθος της προσφέρεται ὡς ἐναλλακτικὴ πρότασις ζωῆς εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦ ἔχειν, ὁ ὁποῖος ταυτίζει τὴν εὐδαιμονίαν του πρὸς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἱκανοποιημένων ἀναγκῶν του. 
Ὡς χῶρος θεοσδότου ἐλευθερίας ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπορρίπτει τὴν τοποθέτησιν τοῦ ἔθνους ὑπεράνω τῆς κοινωνίας προσώπων. Εἶναι ἀδιανόητον τὸ ἔθνος νὰ ἀνάγηται εἰς καθοριστικὸν παράγοντα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, νὰ ἀποτελῆ τὸν ἄξονα τῆς ὀργανώσεως τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἐκφέρη ἡ Ἐκκλησία ἐθνοκεντρικόν λόγον, νὰ γίνεται κοιτὶς κρυπτοεθνικισμοῦ ἤ νὰ συμπράττει ἀνοικτὰ πρὸς ἐθνικιστικάς πολιτικὰς δυνάμεις. (...)
 ***
Εἰς τοὺς θιασώτας τοῦ ἐπιστημονισμοῦ ἡ κκλησία ὑπενθυμίζει τι δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ πρόοδος, ταν φαλκιδεύεται τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον καὶ ἡ λευθερία του. Τίποτε δεν γιγαντώνει τὴν ἀλαζονείαν τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου ὅσον ἡ πίστις εἰς τὴν παντοδυναμίαν τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνολογίας. Τὸ μέλλον, ὅμως, δὲν φαίνεται νὰ ἀνήκη εἰς τὸν αὐτοχειροτόνητον ἀνθρωποθεόν, ὁ ὁποῖος ἀγνοεῖ ἤ καταργεῖ προμηθεϊκῶς ὅρια καὶ μέτρα καὶ καταστρέφει τοὺς ὅρους ζωῆς ἐπὶ τῆς γῆς. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ νθρωπότης δὲν θὰ ἐπιβιώση, ἐὰν δὲν ἀλλάξη τὸν περοπτικὸν κτητικὸν προσανατολισμόν της. (...)

Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, Ἡ πρόκλησις τῆς Ὀρθοδοξίας, στὸ περιοδικό "Νέα Εὐθύνη", τ. 15 (Ἰανουάριος-Φεβρουάριος 2013), σελ. 1-2 (ἀποσπάσματα).


Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Γ.Κοντογιώργης,Ο Eλληνισμός και ο κόσμος σήμερα. Μία απάντηση στην κρίση; (link)

Στο Αντίφωνο δημοσιεύθηκαν οι δυο πρώτες συναντήσεις από τη σειρά διαλέξεων του καθηγητή Γ. Κοντογιώργη με κεντρικό θέμα: "Ο Eλληνισμός και ο κόσμος σήμερα. Μία απάντηση στην κρίση;", που έλαβαν χώρα από  17 Ιανουαρίου  - 21 Φεβρουαρίου 2012 στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη. Κάντε κλίκ στους παρακάτω συνδέσμους για να τις παρακολουθήσετε:

Ο Eλληνισμός και ο κόσμος σήμερα. Μία απάντηση στην κρίση; (1/6)

 Ο Eλληνισμός και ο κόσμος σήμερα. Μία απάντηση στην κρίση; (2/6)




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ