Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνική γεωγραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνική γεωγραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2019

Βιβλιοπαρουσίαση: Μανώλης Μιχ. Παπυράκης, Η Κρητική Παρέα – Αρχές και κανόνες επικοινωνίας


Βιβλιοπαρουσίαση 

Μανώλης Μιχ. Παπυράκης, Η Κρητική Παρέα – Αρχές και κανόνες επικοινωνίας, Ρέθυμνο 2019 

Του Θεόδωρου Ι. Ρηγινιώτη 

Ο σύγχρονος άνθρωπος – και στην Κρήτη και παντού – έχει αντιληφθεί πλέον ότι οι παραδοσιακοί πολιτισμοί έχουν πολλά να προσφέρουν στην ποιότητα της ζωής μας. Αν και οι πρόγονοί μας κατά κανόνα ήταν φτωχοί και βέβαια δεν είχαν στη διάθεσή τους τα προϊόντα της σημερινής τεχνολογίας (τα οποία δεν είχαν εφευρεθεί ακόμη), όμως είχαν έντονο το στοιχείο των ανθρώπινων σχέσεων, που τους πρόσφερε ασφάλεια, αγάπη, αξιοπρέπεια και αλληλοβοήθεια – βασικά δηλαδή αγαθά, που η έλλειψή τους στην εποχή μας έχει επισημανθεί και έχει τραγικές συνέπειες. 

Διέθεταν επίσης ολιγάρκεια (μπορούσαν να ζήσουν με τα λιγότερα δυνατά ρούχα, τρόφιμα, ανέσεις και γενικώς υλικά αγαθά) και αυτό αντιστάθμιζε τη σχεδόν ολοκληρωτική απουσία του χρήματος από τη ζωή τους, αλλά και αυτάρκεια, αφού τα περισσότερα εφόδια που χρειάζονταν τα παρήγαγαν και τα κατασκεύαζαν οι ίδιοι. «Λεφτά μπορεί να μην υπήρχαν, αλλά η κρητική ύπαιθρος παράγει τα πάντα και από το σπίτι του νοικοκύρη Κρητικού με τη νοικοκυρά του, όταν θέλουν και προσπαθούν, δεν λείπει τίποτα» (σελ. 168). «Χωρίς να φαίνεται υπερβολικό, τα μοναδικά πράγματα που αγοράζανε και είχαν, ας πούμε, σχέση με τη διατροφή, ήταν καφές και ζάχαρη» (σελ. 75). 

Έτσι βρίσκονταν και σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον, αγαπούσαν και σέβονταν τα ζώα και τα φυτά (ένιωθαν ευγνώμονες για όσα τους παρείχαν), αλλά και ήταν πολύ περισσότερο από εμάς έτοιμοι για επανάσταση εναντίον των κατακτητών ή των καταπιεστών τους, ακριβώς επειδή η ζωή τους ήταν γενικά δύσκολη και επικίνδυνη. Συνεπώς, μπορούσαν να ριψοκινδυνεύσουν περισσότερο να χάσουν όσα είχαν για να κερδίσουν την ελευθερία τους και την ελευθερία των παιδιών τους. 

Στη μελέτη αυτού του πολιτισμού και των ανθρώπινων σχέσεων που τον διέπουν συμβάλλει καθοριστικά, κατά τη γνώμη μου, το πρόσφατο βιβλίο του γιατρού Μανώλη Μ. Παπυράκη «Η Κρητική Παρέα – Αρχές και κανόνες επικοινωνίας», που εκδόθηκε στο Ρέθυμνο τον Ιανουάριο τ.έ. (θυμάται κανείς τι σημαίνει τ.έ.; τρέχοντος έτους, δηλ. του 2019). 

Γενικά στην Κρήτη «παρέα» χαρακτηρίζεται η συντροφιά ανθρώπων που διασκεδάζουν με αυθόρμητο γλέντι, είτε στο καφενείο, είτε σ’ ένα σπίτι, είτε έξω από μια εκκλησία (ή ξωκλήσι) μετά τη θεία λειτουργία (όταν εορτάζει ο άγιος) ή κινούμενοι από σπίτι σε σπίτι στο χωριό ή οπουδήποτε. Το βιβλίο εξετάζει όχι μόνο τον τρόπο διασκέδασης (πώς παίζουν μουσική, πώς τραγουδούν και χορεύουν, τι μουσικά όργανα και τι τραγούδια εμφανίζονται, τι τρώνε και πίνουν κ.τ.λ.), αλλά γενικότερα το πλέγμα σχέσεων που εκδηλώνονται σ’ αυτές τις συναναστροφές και τις θετικές συνέπειές του για την καθημερινή ζωή, όχι μόνο των ανθρώπων ως μονάδων, αλλά της τοπικής κοινωνίας γενικότερα. 

«Όταν στις παρέες που γίνονται επικρατεί σεβασμός, προφανώς σεβασμός εκπέμπεται και ακτινοβολείται. Όταν υπάρχει αγάπη, αγάπη περνά στον κόσμο. Κι αν τύχει να υπάρξει κακία και ανοησία, αυτό θα εισπράξει ο άλλος. Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά αμφιβολία πως οι αρχές και οι κανόνες επικοινωνίας που ισχύουν στις παρέες αποτελούν έναν από τους δείκτες της πολιτισμικής ταυτότητας της κοινωνίας» (σελ. 39). 

Το βιβλίο εξετάζει τα ήθη, τον ενδεδειγμένο τρόπο συμπεριφοράς μέσα στην παρέα, το ρόλο της γυναίκας (είτε ως οικοδέσποινας είτε ως μέλους της παρέας που διασκεδάζει), το ρόλο του κρασιού και γενικά του ποτού, τη φιλία, την αλληλεγγύη, την έκφραση ευχάριστων ή οδυνηρών συναισθημάτων (και πώς μοιράζονται ανάμεσα σε δικούς και φίλους) και πολλά άλλα, που ψάχνουν να βρουν τη θέση τους και στην κοινωνία της εποχής μας, η οποία βασανίζεται από την απομόνωση των ανθρώπων, τη χαμηλή αυτοεκτίμηση, την απελπισία και την κατάθλιψη. 

Γι’ αυτό, θεωρώ πως η μελέτη του μπορεί να συμβάλει όχι μόνο στην κατανόηση, αλλά και στη βελτίωση των ανθρώπινων σχέσεων, αντλώντας πολύτιμα στοιχεία από το δικό μας πολιτισμικό περιβάλλον, που δεν έχει πεθάνει ακόμη, αλλά δοκιμάζεται σκληρά. 

«Η παρέα δεν είναι μόνο το σμίξιμο των ανθρώπων με αποκλειστικό σκοπό το γλέντι, αλλά η συνάντησή τους προκειμένου να περάσουν ευχάριστα, να ξεφύγουν από την κούραση και τις στενοχώριες της καθημερινότητας ή και να παρηγορηθούν. Καθώς η μορφή της παρέας κι ο τρόπος που σμίγουν και επικοινωνούν οι άνθρωποι αλλάζει από λαό σε λαό, από κοινωνία σε κοινωνία, στο βιβλίο αυτό γίνεται μια προσπάθεια να παρουσιαστούν αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και οι κανόνες επικοινωνίας των Κρητικών μέσα στο πλαίσιο της κρητικής παρέας, όπως ίσχυαν και ισχύουν και στις μέρες μας στις κοινωνίες της Κρήτης, εκεί που διατηρούνται ακόμη ζωντανά στοιχεία που ανταποκρίνονται στις παραδόσεις μας και στον λαϊκό μας πολιτισμό» (οπισθόφυλλο). 

Στον τόπο μας ευτυχώς υπάρχει έντονη δραστηριότητα γύρω από την παράδοση. Και οι παρέες έχουν αναβιώσει σε μεγάλο βαθμό, όμως πολλές φορές οι νέοι άνθρωποι δεν ξέρουν πώς να διασκεδάσουν, με αποτέλεσμα την κατάχρηση του αλκοόλ (συχνά με θανατηφόρες συνέπειες) καθώς και διάφορα παρατράγουδα, με ουσιαστική αποξένωση από τις αξίες και τα μηνύματα που μεταφέρει (ή μάλλον μετέφερε) ο πολιτισμός μας. Το σημερινό «κρητικό γλέντι» π.χ. (που είναι μια μαζική και απρόσωπη διοργάνωση με στόχο το οικονομικό κέρδος) έχει ελάχιστη σχέση με τον κρητικό πολιτισμό και με τον πολιτισμό γενικά, και αυτό καλό είναι να φροντίσουμε να το αλλάξουμε. Παρόλα αυτά, ο συγγραφέας δεν απαξιώνει και το σημερινό κρητικό γλέντι, αλλά τονίζει τα θετικά σημεία, επισημαίνοντας βέβαια με νηφαλιότητα τις διαφοροποιήσεις στον τρόπο διασκέδασης του Κρητικού, που προέκυψαν με τα χρόνια και με τις γενικότερες κοινωνικές και τεχνολογικές μεταβολές. 

Να πω εδώ τον καημό μου, ότι φέτος η πληθώρα «παραδοσιακών» γλεντιών με κατανάλωση κρέατος τις ημέρες της νηστείας του δεκαπενταύγουστου (που για το λαό μας ήταν μια από τις πιο αγαπημένες περιόδους του έτους, γεμάτη ομορφιά και πλήθος μηνυμάτων) δυναμιτίζει εξ ολοκλήρου τη σχέση του Κρητικού, όχι μόνο με τη θρησκευτική πίστη των προγόνων του, αλλά συνολικά με την παράδοσή του. 

Έτσι, η έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες μόνο των μελετητών (λαογράφων, κοινωνιολόγων κ.τ.λ.), μα και όλων εκείνων που επιθυμούν να γνωρίσουν τη σοφία των προγόνων μας και να έρθουν πιο κοντά στο συνάνθρωπό τους, πιο κοντά – επιτρέψτε μου – σε ένα φυσιολογικό τρόπο ζωής, όπως κατά κανόνα έχει αναγνωριστεί ότι ήταν ο παραδοσιακός τρόπος ζωής. 

Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι αγαπητό και καταξιωμένο μέλος της ρεθεμνιώτικης κοινωνίας, προσεκτικός μελετητής της κρητικής παράδοσης (την οποία έχει ζήσει και εξακολουθεί να ζει στην πράξη) και μέλος της περίφημης «Παραδοσιακής Ρεθεμνιώτικης Παρέας», μια συντροφιάς παλαιών μερακλήδων, που μεταφέρει όλα τα θετικά στοιχεία που προαναφέραμε μέσα στο χρόνο. 


Τα περιεχόμενα του βιβλίου 

Εισαγωγή. 

Τα χαρακτηριστικά της παρέας. 

Η παρέα στην κοινωνία. Αιτίες και επιπτώσεις. 

Η παρέα στην εργασία και την παραγωγική διαδικασία. 

Η παρέα και οι διατροφικές συνήθειες. 

Η παρέα στο καφενείο. Το κέρασμα και η φιλοξενία. 

Η παρέα στον αρραβώνα, στο γάμο και στη βάφτιση. 

Η παρέα στις γιορτές και στα πανηγύρια. 

Η παρέα στις κοινωνικές εκδηλώσεις. Κρητικά στέκια και ταβέρνες. 

Η παρέα στη γειτονιά. Η αποσπερίδα. 

Η παρέα από σπίτι σε σπίτι. Το ξύπνημα του φίλου. 

Επίλογος. Γλωσσάρι. Βιβλιογραφικά βοηθήματα. 

Μια ομηρική σκηνή 

Θα κλείσω την παρουσίασή μας με ένα απόσπασμα, που για κάποιο λόγο με συγκίνησε ιδιαίτερα όταν το διάβαζα. Περιγράφει μια σκηνή από τη ζωή του παραδοσιακού Κρητικού, που μου θύμισε τον πολιτισμό που περιγράφει ο Όμηρος στα περίφημα και αξεπέραστα έπη του, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Κατά τη γνώμη μου, επιβεβαιώνει αυτό που έλεγε – όπως έχω ακούσει – ο αείμνηστος Ρεθεμνιώτης καθηγητής Γιάννης Μανούσακας, ότι η ομηρική εποχή στην Κρήτη τελείωσε μόλις τα μέσα του 20ού αιώνα: 

«Ξέρετε, ο λαγός, η πέρδικα και ό,τι άλλο είδος κυνηγιού υπάρχει, δεν είναι γεύμα του στενού οικογενειακού κύκλου. Σπανίως ο κυνηγός θα καθίσει να φάει το θήραμα μόνος του. Αυτό πιστεύω ότι συμβαίνει αφ’ ενός γιατί το κυνήγι είναι σίγουρα ένας εκλεκτός μεζές, αλλά συγχρόνως αποτελεί και το αποτέλεσμα ενός αγώνα, μιας επίπονης προσπάθειας. Φαίνεται λοιπόν ότι ο κυνηγός, εκτός του ότι θέλει να μοιραστεί ένα εκλεκτό φαγητό, νιώθει συγχρόνως και την ανάγκη να πανηγυρίσει την επιτυχία του. Έτσι θα καλέσει τους φίλους του και όλοι μαζί θα φάνε, θα πιούνε, θα τραγουδήσουν και θα ευχηθούνε να πάνε όλα καλά και στις επόμενες κυνηγετικές εξορμήσεις» (σελ. 71). 




Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Ανθολόγιον 151: Κυριάκος Σιμόπουλος

(...)Η αλήθεια είναι ότι ο Έλληνας ψοφάει για επιδείξεις και ψωρομεγαλεία. Φιγουρατζής και ρεκλαμαδόρος πάντοτε. Κληρονομιά κι αυτό της δουλείας.
Όσο ήταν ραγιάς ζήλευε τον τύραννο που δεν τον άφηνε να φορέση κίτρινα παπούτσια, πράσινο μπινίσι και σαρίκι με πολλές δίπλες. Έδιωξε τον Τούρκο αλλά κράτησε τα τερτίπια του. Έγινε ο ίδιος αγάς. Ήξερε πως το ράσο κάνει τον παπά. Είσαι ό,τι δείχνεις κι ό,τι φοράς. Τα φούμαρα.(...)




Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Χρ.Γιανναράς, Ένα ενδεχόμενο στοίχημα

[Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6-1-2013 /αναδ. LoMaK ]
Σε επανάληψη το ερώτημα, το κρίσιμο για τον ρεαλιστικό προσανατολισμό μας στο ελλαδικό σήμερα: Aν εξαφανιζόμασταν (και τυπικά) από τον ιστορικό ορίζοντα οι Eλληνώνυμοι, ποιος θα είχε να χάσει τι; Tι το ξεχωριστό δικό μας κομίζουμε σήμερα στο γίγνεσθαι του κόσμου (στην Eυρωπαϊκή Eνωση, στη διεθνή κοινότητα) – κάτι που μόνο εμείς διασώζουμε ή κατ’ εξοχήν καλλιεργούμε, και οι άλλοι το εκτιμούν και το χρειάζονται;
Για να χαριτολογήσουμε το μακάβριο: Mήπως θα νοσταλγήσει κανείς την αρχιτεκτονική νεωτερική μας καλαισθησία, τις τριτοκοσμικές μας πολυκατοικίες που ασέλγησαν βανδαλικά στο κάλλος της γης μας και στην ποιότητα της ζωής μας; Mήπως τους κοινοβουλευτικούς μας θεσμούς που γέννησαν το πελατειακό κράτος, τη διαφθορά, τη διαπλοκή, την απάνθρωπη αδικία, το ρεζιλίκι της αναξιοκρατίας; Θα υπάρξει κανείς που να αναπολήσει με συγκίνηση τον παραλυμένο, ατελέσφορο, τυραννικό για τον πολίτη κρατικό μας μηχανισμό; Mήπως τον συνδικαλισμό μας, βασανιστή ασύδοτο των αδύναμων και της φτωχολογιάς;
Tι κομίζουμε στον ιστορικό βίο οι Eλληνώνυμοι σήμερα που να μην είναι ντροπή και άγος; Kαταστρέψαμε την Aττική («γαίας ατίμωσις»), Aττική δεν υπάρχει πια στην Iστορία και στην ιερή γεωγραφία. Tο απαρόμοιαστο κάλλος της, το φως, η αλαφράδα της ανάσας στα χώματά της, όλα τα εξαφάνισε το εργολαβικό κιτσαριό – σιχαμερή λέπρα στην πολυτραγουδισμένη γη της. H εκτρωματική (απολύτως τριτοκοσμική και αυτή) πρωτεύουσά μας, βλασφημία καθεαυτήν, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας από τα πιο ειδεχθή. Tο αυτοκίνητο αποκλείει προγραμματικά τον άνθρωπο, δρόμοι και πεζοδρόμια προϋποθέτουν μόνο στάθμευση ή κίνηση αυτοκινήτων, όχι διαβάτες, όχι να παίζουν παιδιά, όχι ανθρώπινη αναστροφή και σχέση. H άλλοτε «πόλις» της Παλλάδος, σήμερα κρανίου τόπος, σκηνικό λατρείας της μηχανής και του σκουπιδοντενεκέ.
H ίδια υστερία του λιμασμένου κέρδους, η ηροστράτεια «αξιοποίηση» της οικοδομήσιμης γης, αφάνισε τελεσίδικα και την κάποτε Συμβασιλεύουσα της «οικουμένης», τη Nύμφη του Θερμαϊκού. Tα άκρας ευαισθησίας αρχοντικά της (τρία απόμειναν στη Bασιλίσσης Όλγας να μετράνε το μέγεθος του συντελεσμένου κακουργήματος) έδωσαν τη θέση τους στο θρασύτερο δυνατό οικοδομικό ύψος και στην αθλιέστερη εκδοχή ανθρώπινης συγκατοίκησης. Ίδια καταστροφή και στην πανοραμική Kαβάλα, στο άλλοτε κόσμημα: την παραλίμνια Kαστοριά, στον Bόλο, στο Pέθυμνο. O οικιστικός εφιάλτης γενικευμένος, όλες οι πόλεις στο χρηματολάγνο Eλλαδιστάν ολόιδιες: δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν βρίσκεσαι στο Aγρίνιο ή στη Σπάρτη, στην Aλεξανδρούπολη ή στο Hράκλειο, στα Γιάννενα ή στην Kαλαμάτα.
Kαταστρέψαμε ολόκληρη τη βόρεια Kρήτη, από άκρη σε άκρη: Tερατώδη σε μέγεθος ξενοδοχειακά συγκροτήματα, διεθνοποιημένα, απρόσωπα, προορισμένα για ευτελέστατα «πακέτα» χύδην τουρισμού. Kι από κοντά, συνωστισμός αυτοσχέδιων Rooms to Let, πρωτόγονης καλαισθησίας που τη βαφτίζουμε «γραφικότητα». Ίδια καταστροφή στη Pόδο, στην Kέρκυρα, στη Xαλκιδική. Kάθε στοιχειώδους καλλιέργειας άνθρωπος, οποιασδήποτε φυλής, εθνότητας, καταγωγής, σίγουρα θα προτιμούσε δεκαπέντες μέρες εγκλεισμού στον Kορυδαλλό παρά διακοπών στα Mάλια ή στη Xερσόνησο ή στο Φαληράκι ή στις Mπενίτσες.
Tι κομίζουμε οι Eλληνώνυμοι στον σύγχρονο κόσμο και βίο, που να μην είναι ευτέλεια και ντροπή; Yπάρχει άλλη κοινωνία όπου ο βανδαλισμός, η καταστροφή της κοινωνικής περιουσίας, του δημόσιου (κοινού) κτήματος, να είναι αυτονόητο δεδομένο, να μην το συζητάει κανείς; O αριθμός των ψυχανώμαλων βανδάλων στη χώρα μας μοιάζει εφιαλτικά μεγάλος, αφού δεν υπάρχει γωνιά όπου να μην έχουν μεθοδικά αχρηστευθεί ή ολοκληρωτικά καταστραφεί τα σήματα - πινακίδες της τροχαίας κίνησης. Tεράστιος ο αριθμός των ανθρώπων που ηδονίζονται βασανίζοντας εσκεμμένα τους συνανθρώπους τους να χάσουν τον προσανατολισμό τους, να μπουν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, να συγκρουστούν σε σταυροδρόμια. Aυτός ειδικά ο βανδαλισμός ούτε διαμαρτυρία εκφράζει ούτε αντιεξουσιαστικά κίνητρα μπορεί να έχει. Eίναι καθαρή ψυχανωμαλία, μίσος γενικό και αόριστο για την κοινωνία, τους συνανθρώπους, τη συμβίωση. O σαδισμός γίνεται ηδονική αυταξία.
Kαι πρωτογεννιέται η ψυχανωμαλία στο ελλαδικό σχολειό. Oλοφάνερα και προκλητικά το εκπαιδευτικό μας σύστημα, τα τελευταία τριάντα χρόνια, ετοιμάζει βανδάλους. Ό,τι είναι δημόσιο, κοινωνική περιουσία, γίνεται για το Eλληνόπουλο μισητό, ξένο, εχθρικό. Tο δωρεάν βιβλίο, το κοινόχρηστο θρανίο, ο φρεσκοβαμμένος τοίχος, η ολοκαίνουργια πόρτα. Mε τον σουγιά, με τον μαρκαδόρο, με το σπρέι θα καταστραφούν, για να μεταβληθεί ο χώρος της κοινής ζωής, το πεδίο των σχέσεων κοινωνίας, σε σταύλο.
Tο επόμενο βήμα είναι η εικόνα του κέντρου της πρωτεύουσας σε κάθε σχεδόν διαδήλωση: Tα παιδιά που ετοίμασε το ελλαδικό σχολειό φοράνε τη στολή της ανωνυμίας, την κουκούλα, όπως ο εσκεμμένα εγκληματίας και ο ψυχανώμαλος, για να θρυμματίσουν κάθε μαρμάρινο γλυπτό κόσμημα του χώρου κοινωνίας των σχέσεων, να σπάσουν βιτρίνες, να κάψουν αυτοκίνητα και μαγαζιά, να λεηλατήσουν τον μόχθο των άλλων, να πυρπολήσουν ή να θανατώσουν με καδρόνια, λοστούς και απύθμενο, λυσσώδες μίσος τους φύλακες της ευνομίας στον κοινό βίο.
Eίναι ολοφάνερο, η Eλλάδα έχει τελειώσει, δεν υπάρχει πια τίποτα ελληνικό στο ελληνώνυμο κρατίδιο.
Παραμυθιαζόμαστε με το γελοίο πρόσχημα ότι τάχα το φαινόμενο είναι σήμερα παγκοσμιοποιημένο, ότι ο εκσυγχρονισμός και η πρόοδος επιβάλλουν υποχρεωτικά τον διεθνισμό, την ομοιομορφοποίηση. Eθελοτυφλούμε. Δεν θέλουμε να δούμε το πάθος των Γάλλων για τη γλώσσα τους και τη θεσμική της θωράκιση, την εγρήγορση και την έμπρακτη έγνοια τους για την ιστορική τους αυτοσυνειδησία, την καύχηση για τη συμβολή τους στο παγκοσμιοποιημένο νεωτερικό «παράδειγμα». Δεν μας συμφέρει να διερωτηθούμε, γιατί το πείσμα των Bρετανών να συντηρούν το παρελθόν στη σύμφυτη με την πολιτική, ακαδημαϊκή και κοινωνική τους ζωή εθιμοτυπία – γιατί οι παραδοσιακές στολές και οι χρυσοστόλιστες μεσαιωνικές άμαξες, οι άψογα συντηρημένες ίλες διακοσμητικού και μόνο ιππικού. Ποια μέτρα αρχοντιάς και ήθους του δημόσιου βίου αντλεί η βρετανική κοινωνία από τη συντήρηση συμβόλων συλλογικής ιδιαιτερότητας.
Δεν διδασκόμαστε ούτε από την εμμονή συμβατικών χωρίς ιστορικούς τίτλους κρατιδίων να κατασκευάσουν τεχνητή ή ψευδεπίγραφη «ιδιαιτερότητα» – τα Σκόπια λ. χ. Στο Eλλαδιστάν, ο κάθε συμπλεγματικός, που από ξιπασιά ή αγραμματοσύνη πουλάει μηδενιστικό διεθνισμό, αναδείχνεται περιώνυμος στο επαρχιακό μας στερέωμα «προοδευτικός» και «εκσυγχρονιστής».
Aκόμα και η δραματική μετριότητα του κ. Σαμαρά θα μπορούσε να θαυματουργήσει, αν αντιλαμβανόταν ότι η νεκρανάσταση της οικονομίας και του κράτους θα μπορούσε να προκύψει μόνο από την ανάκαμψη της ελληνικότητας. Άκρως ρεαλιστική και γόνιμη πολιτική πρόκληση. Γιατί ποτέ δεν είναι αργά.


Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Ανθολόγιον 123: Γιάννης Κιουρτσάκης

Ποῦ πῆγαν σήμερα οἱ γκάνγκστερ τοῦ 20οῦ αἰῶνα;
[...]ἴσως νὰ ἔχουν μεταμφιεστεῖ σὲ γιάπηδες, ὑψηλὰ στελέχη καὶ ἰθύνοντες μεγάλων τραπεζῶν ἤ χρηματιστηριακῶν ἑταιριῶνσὲ αὐτοὺς τοὺς νέου τύπου ἀετονύχηδες πού, παίζοντας καθημερινὰ μὲ τοὺς ἀριθμοὺς, καταχρῶνται τὴν ἐμπιστοσύνη ἑκατομμυρίων μικροεπενδυτῶν ἀνὰ τὸν κόσμο, ὑπεξαιρώντας ἀστρονομικὰ ποσὰ μὲ τὰ  "δημιουργικὰ" λογιστικὰ παιχνίδια τους. Τί χρειάζονται οἱ γκάνγκστερ στοὺς καιροὺς τοῦ "ἔξυπνου" ἐξαϋλωμένου χρήματος; Πρὸς τί νὰ διακινδυνεύσουν τὴ ζωὴ τους πηδώντας ἀπὸ οὐρανοξύστη σὲ οὐρανοξύστη ἤ ξεκαθαρίζοντας μὲ τὰ πολυβόλα τοὺς λογαριασμοὺς τους, ὅταν μποροῦν νὰ κερδίζουν ἀφάνταστα πιὸ πολλὰ πληκτρολογώντας ἥσυχα τὸν ὑπολογιστὴ τους;[...]



Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Νικόλας Σεβαστάκης, Το βλέμμα στην πόλη


Πολλοί άνθρωποι παγώνουν αυτή τη στιγμή. Στο πανεπιστήμιο η θέρμανση είναι είδος εν ανεπαρκεία. Στις πολυκατοικίες οι συνελεύσεις αρχίζουν να θυμίζουν τις μάχες του προϋπολογισμού ή του Μεσοπρόθεσμου στο Κοινοβούλιο. Άλλοι έχουν αγριέψει, άλλοι διατηρούν μια αμήχανη αξιοπρέπεια και υπάρχουν κι οι εξαφανισμένοι. Για όλο και περισσότερους πάντως η ζωή έχει γίνει κανονικό βιβλίο εσόδων και εξόδων. Ακόμα και για κείνους που κατ’ ευφημισμό ανήκουν ώς σήμερα στη «μεσαία τάξη».
Αναγνωρίζοντας αυτές τις εμπειρίες καταλαβαίνει κανείς καλύτερα ότι υπάρχει ένα ηθικό πρόβλημα που καμιά σχέση δεν έχει με όσα λένε οι διαφημιστές της ανόρθωσης διά της ολοκλήρωσης των «δημιουργικών (μας) καταστροφών». Γιατί το ότι πολλοί άνθρωποι παγώνουν δεν έχει τίποτα το δημιουργικό. Το να μην μπορείς να ψωνίσεις ένα δώρο της ανθρωπιάς για τους δικούς σου, για τους οικείους, δεν συνιστά υπέρβαση του "κακού ευδαιμονισμού"των "πελατειακών εποχών". Στην πτώση των ανθρώπων, τα λόγια των τιμητών ηθικολόγων ακούγονται σαν τους απολογισμούς των σοβιετικών αξιωματούχων για τα πεντάχρονα πλάνα.
Το νέο βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη και του Γιάννη Σταυρακάκη
Μένω σε μια λαϊκή περιοχή της Θεσσαλονίκης, χαμηλά στις Συκιές. Εδώ οι Έλληνες μικροαστοί συνυπάρχουν με ανθρώπους που μιλούν ρωσικά και γεωργιανά, με Βούλγαρους που ασκούν το επάγγελμα του ρακοσυλλέκτη. Μοιράζομαι κάθε πρωί τα βλέμματά τους και κάποιες νύχτες ακούω τους καβγάδες και τις μουσικές τους. Κατεβαίνοντας στο κέντρο, εκεί γύρω στην Τσιμισκή ή στην Παύλου Μελά, η εικόνα ξεγελάει: εδώ ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να δει αυτό που θα επιβεβαιώσει το στερεότυπο της χώρας που έχει ακόμα "λίπος". Παρέες μεσηλίκων με πουράκια και ωραία καστόρινα μπουφάν, κυρίες που πίνουν τον εσπρέσσο τους, τριαντάρηδες με καφέ Μοντγκόμερι... Πρόσωπα που θυμίζουν τις περιγραφές των free press για τις όψεις Βερολίνου ή τις γωνιές Λονδίνου στις γειτονιές με τα ντελικατέσεν και την καινοτομία να ρέει από παντού, έτοιμη να προσφέρει εισοδήματα και ελευθερία σε αυτόν που «ψάχνει τις ευκαιρίες».
Ο συσχετισμός ωστόσο έχει αλλάξει. Αλλάζει μήνα τον μήνα. Και αυτό φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού. Αν παρ' όλα αυτά το μάτι εκπαιδευτεί στην κοινωνική αφασία, η πραγματικότητα συρρικνώνεται στη ζώνη του "λίπους" και στους αντίστοιχους ανθρωπότυπους. Μπορείς να προβάλεις μπροστά σου τον κόσμο σαν μια αόριστη καταναλωτική κραιπάλη και, κλείνοντας τα μάτια, να συνταχτείς με την «ευρωπαϊκή Ελλάδα», κάπου ανάμεσα στον Σαμαρά και στην ΡΙΚΣΣΥ.
Ότι και αν επιλέξεις πάντως, η αλήθεια είναι ότι πολλοί άνθρωποι παγώνουν αυτόν τον καιρό. Το θέμα είναι να μην αισθανθούν πως το μόνο που μπορεί να τους θερμάνει, το μόνο ικανό να γλυκάνει την ήττα τους είναι ο φασισμός...



Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Βασίλης Καραποστόλης, Τι σημαίνει να γίνουμε ευέλικτοι;

Η απαγκίστρωση από τις αποκτημένες ικανότητες μολύνει την κοινωνία με νέου τύπου ανασφάλεια και στοιχίζει στην οικονομία
 πηγή: LoMak


Να γίνετε ευέλικτοι... Ιδού τι ζητούν σήμερα οι περιστάσεις, οι ανάγκες, η οικονομία, τα ήθη. Η λέξη δεν ηχεί άσχημα κατ’ αρχήν. Την ακούει κανείς και στον νου του έρχονται εικόνες γεμάτες από κίνηση και πλαστικότητα. Αλλά αμέσως οι εικόνες εξαφανίζονται από τη στιγμή που η λέξη συνδεθεί με συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες επιβάλλεται να γίνουν.
Πρέπει να ενεργούμε ευέλικτα, να σκεφτόμαστε ευέλικτα, να φερόμαστε ευέλικτα. Η επιταγή είναι αμείλικτη και φέρει τη σφραγίδα του οικονομικού επείγοντος.
Εδώ και αρκετό καιρό το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα έδειχνε πως αυτά που παλαιότερα αποτελούσαν αρρυθμίες στη λειτουργία του άρχισαν να γίνονται ο κυρίαρχος ρυθμός του, ένας ρυθμός άτακτος, σπασμωδικός που αυξομείωνε απότομα την παραγωγή, που νέκρωνε απότομα ολόκληρους κλάδους και απαιτούσε γρήγορα την αναζωογόνηση άλλων.
Όλο και συχνότερα οι εργαζόμενοι ήταν υποχρεωμένοι είτε να μετακινούνται σε νέες θέσεις εργασίας είτε να μένουν χωρίς εργασία, κεραυνοβολημένοι από απρόβλεπτες αλλαγές. Σήμερα το κεραυνοβόλημα έγινε κανόνας. Και για να ελεγχθεί κάπως ο αριθμός των θυμάτων, οι πολιτικοί, οι επιχειρήσεις, ακόμη και η εκπαίδευση ζητούν από τους εργαζόμενους να γίνουν περισσότερο ευέλικτοι.
Αυτό γενικά σημαίνει να μπορούν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις μιας καινούργιας δουλειάς χρησιμοποιώντας «δεξιότητες» που δεν είχαν ως τότε. Πράγμα που στη συνέχεια σημαίνει πως είναι υποχρεωμένοι να προετοιμάζονται, να βρίσκονται σε εγρήγορση, να είναι πρόθυμοι να ξεχάσουν όσα είχαν μάθει για να τα αντικαταστήσουν με άλλα τα οποία θα είναι κι αυτά προσωρινά. Η γνώση η ίδια γίνεται προσωρινή.
Γιατί όχι; Θα ρωτούσε ένας θιασώτης της εξέλιξης για την εξέλιξη. Στην περίπτωση όμως αυτή δεν θα έπρεπε να μιλάμε και για θεμελίωση. Και χωρίς μια κάποια θεμελίωση αυτών που προσλαμβάνει και επεξεργάζεται η διάνοια, δεν μπορεί να υπάρχει μάθηση, επειδή λείπει η θέληση για μάθηση. Κανένα παιδί, κανένα σπουδαστή, όπως και κανένα τεχνίτη ή επιστήμονα δεν θα τον είλκυε η διαδικασία της μάθησης, αν του έλεγαν ότι αυτά που θα σημειώσει, θα σκεφτεί και θα τα εφαρμόσει κατόπιν είναι εξ αρχής τόσο ευπαθή, τόσο τρωτά απέναντι στον χρόνο, ώστε το μόνο που έχει πραγματικό ενδιαφέρον είναι να δει κανείς πόσο γρήγορα θα παραμεριστούν ως άχρηστα. Όταν το αντικείμενο της προσοχής μας φαντάζει μακροχρονίως άχρηστο, τότε κι εμείς νιώθουμε πως ματαιοπονούμε. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς προοπτική.
Η ύπαρξη, ακόμη και η πιο στριμωγμένη, έχει ανάγκη να τεντωθεί στον χρόνο. Όμως το άπλωμα σήμερα απαγορεύεται. Απεναντίας, συνιστάται το μάζεμα, η επιφυλακή, η προσεκτική στη συνέχεια έξοδος από το κέλυφος και η περιήγηση από δω κι από κει μέχρι να βρεθεί μια νέα τρυπούλα να χωθεί κανείς, μια νέα απασχόληση.
Αυτή είναι λοιπόν η ευελιξία. Μια τεθλασμένη πορεία από κάπου προς το οπουδήποτε, και από εκεί προς το οπουδήποτε αλλού.
Τι κερδίζεται μ’ αυτό; Πιθανόν η επιβίωση (αν και ποτέ οριστικά). Τι χάνεται; Η αίσθηση της προσωπικής συνέχειας. Αλλά δεν είναι δα και τόσο μεγάλο το κόστος, θα πουν μερικοί. Αφού και χωρίς να βασίζονται σε κάποιες σταθερές αρχές, γνώσεις ή πεποιθήσεις, οι άνθρωποι μπορούν να συνεχίζουν να εξασφαλίζουν τη ζωή τους και να πνίγουν τη μελαγχολία τους στη μικροδιασκέδαση που η κοινωνία πάντα θα φροντίζει να τους δίνει.
Η άποψη αυτή θέλει να λέγεται «ρεαλιστική». Αλλά δεν είναι καθόλου τέτοια, και δεν είναι ούτε καν στο οικονομικό επίπεδο.
Πράγματι, η ώθηση των εργαζομένων σε διαρκή μετατόπιση, ο εξαναγκασμός τους να εγκαταλείπουν μαζί με τις θέσεις εργασίας τις οποίες κατείχαν, τη βεβαιότητά τους πως τουλάχιστον ορισμένα πράγματα στη δουλειά τους τα ήξεραν (και μερικοί απ’ αυτούς τα ήξεραν καλά), αυτή η απαγκίστρωση από τις ίδιες τις αποκτημένες ικανότητές τους μολύνει την κοινωνία με μια νέου τύπου ανασφάλεια κι αυτή στοιχίζει ήδη αρκετά στο οικονομικό σύστημα. Λιγοστεύουν επικίνδυνα αυτοί που μπορούν να δουλέψουν σε βάθος.
Η ευέλικτη εργασία ευνοεί την ευκολία και εμποδίζει την εμβάθυνση. Όμως η εμβάθυνση είναι αναγκαία για την παραγωγή καινοτομιών καθώς και για την παραγωγή ποιοτικών αποτελεσμάτων σε κάθε τομέα. Αν δεν αγκυροβολήσει το μυαλό σε μερικά σημεία, αν δεν αφοσιωθεί στο να λύσει μερικά προβλήματα, αν δεν αγνοήσει τα ζιζάνια που του ψιθυρίζουν «παράτα το, άσ’ το και φύγε, μην είσαι μονομανής», αν δεν κλείσει τ’ αυτιά του ο εργαζόμενος στους ψιθύρους των περισπασμών και δεν συγκεντρωθεί σε ό,τι κάνει, δεν θα δώσει ποτέ η εργασία του μια αξία στο προϊόν του που να ξεπερνά το παροδικό και να εμπλουτίζει τον κόσμο σε κάτι.
Εφόσον λοιπόν χρειαζόμαστε τη διάρκεια, πρέπει να επιμείνουμε στην ποιότητα. Αν η Ελλάδα θέλει τη μακροημέρευση, πρέπει να πει όχι στην επιφανειακή παραγωγικότητα, στην άκρα ευελιξία που τάχα θα την κάνει πιο ανταγωνιστική.
Πιο βασικό και από τη μείωση του χρέους μας είναι να μην ανταγωνιστούμε τον εαυτό μας. Και μια πλευρά του εαυτού μας είναι συνδεδεμένη (και είναι σε κάθε λαό) μ’ αυτό που σήμερα βιαστικά υποτιμάται: τη μαστοριά, ή ό,τι απέμεινε απ’ αυτήν. Ένας άνθρωπος, όπως και ένας λαός, νιώθει καλά μόνον όταν κάνει κάτι καλά και είναι γι’ αυτό υπερήφανος. Με την ευελιξία ποτέ δεν θα έρθει ένα τέτοιο αίσθημα. Αλλά και καμιά ανάπτυξη επίσης που να έχει μέλλον.

* Ο Β. Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 11-11-12
http://lomak.blogspot.gr/2012/11/blog-post.html


Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

Βασίλης Καραποστόλης: Πώς θα μπει η ψυχή στη μηχανή μας;


Η κρίση, η εργασία, ο μύθος της τεμπελιάς και το αγεφύρωτο χάσμα στη φιλοσοφία μεταξύ Βορείων και Νοτίων στην Ευρώπη

[Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22-7-2012 & ΑΝΤΙΦΩΝΟ]

Να παράγετε περισσότερα! Να παράγετε ταχύτερα! Η εντολή από τον Βορρά φέρει μέσα της όλη τη βεβαιότητα του εντολέως σχετικά με το τι είδους άνθρωποι είναι αυτοί προς τους οποίους απευθύνεται. Δείχνουν, πράγματι, ράθυμοι και φυγόπονοι οι Νότιοι στα μάτια εκείνου που βιάζεται πολύ να έχει οφέλη από την εργασία του. Αλλά τα οφέλη που θέλουν να αποκομίσουν οι Βόρειοι δεν είναι ακριβώς τα ίδια με εκείνα που θέλουν οι Νότιοι, κι εκεί είναι το πρόβλημα.
Για τον Γερμανό και τον Ολλανδό το βασικό προσωπικό του επίτευγμα είναι το προϊόν της εργασίας του. Για τον άνθρωπο της Μεσογείου είναι η πράξη του. Θέλει περισσότερο να πράττει, παρά να παράγει. Θέλει να έχει την ικανοποίηση ότι είναι αυτός που ρυθμίζει τη σχέση του με την αδρανή ύλη, αντί να ικανοποιείται με το να υπακούει στην ύλη ώστε να μπορεί να τη δαμάσει στη συνέχεια. Βαθιές διαφορές στο πνεύμα, στις στάσεις των λαών. Είναι βαθιές οι διαφορές, αλλά σήμερα που όλα θεωρείται ότι πρέπει επειγόντως να μπουν σε εύχρηστες φόρμουλες, οι διακρίσεις στα ήθη ξεχνιούνται, παραμερίζονται, εγκαταλείπονται για να ασχοληθούν με αυτές οι ιστορικοί και οι φιλόσοφοι - όχι όμως και οι αγέρωχοι μηχανοδηγοί της Ευρώπης. Μέσα στην πρεμούρα της αναδιοργάνωσης οι ιθύνοντες λησμονούν να αναρωτηθούν για τα μέσα τα οποία διαθέτουν. ΄Η μάλλον θεωρούν ότι όλα τα μέσα τους είναι μηχανικά. Να πατήσουν ένα κουμπί και αμέσως να γυρίσει ο τροχός. Να σηκώσουν τον μοχλό και να αρχίσει η πολυπόθητη ανάκαμψη. Ποιος όμως είναι αυτός που θα θελήσει να σηκώσει τον μοχλό;

Δούλοι του ωραρίου
Οι μηχανές περιμένουν, λαδώνονται, γυαλίζονται. Εκείνο το χέρι όμως που θα τις έβαζε μπροστά, κι εκείνο το μυαλό που θα παρακολουθούσε τη λειτουργία τους δείχνουν μουδιασμένα. Οι άνθρωποι του Νότου στέκουν λυπημένοι και δύσπιστοι πλέον μπροστά σ’ αυτά τα κατασκευάσματα τα οποία χρησιμοποίησαν για μερικές δεκαετίες, με μια προθυμία γεννημένη από τις προηγούμενες στερήσεις τους. Ζήτησαν να εργαστούν σύμφωνα με τη λογική της βιομηχανικής παραγωγής, προκειμένου να εξασφαλίσουν αυτά που τους έλειπαν. Κοπίασαν, ίδρωσαν, μπήκαν σε μια ορισμένη ρουτίνα. Η αμοιβή τους ήταν: καλύτερη τροφή, καλύτερη κατοικία, καλύτερα ρούχα. Εως εκεί όμως. Δεν θα ’θελαν να προχωρήσουν ακόμη περισσότερο και να ανταλλάσσουν την αφθονία των υλικών αγαθών με την όλο και μεγαλύτερη συμπίεση της ανεξαρτησίας τους. Το να είναι δούλος ενός ωραρίου που συνεχώς επεκτείνεται, το να κυριαρχεί ο χρόνος της εργασίας πάνω σ’ ένα χρόνο που θα τον ήθελε «δικό του», αυτό ήταν μια εξέλιξη που ο Νότιος δεν την περίμενε, και τελικά με τον τρόπο του την αρνήθηκε. Φυσικά, η άρνησή του δεν ήταν απολύτως συνειδητή. Πώς θα μπορούσε από τη μια να επιθυμεί να απολαμβάνει, και από την άλλη να μη δέχεται να δουλέψει σκληρά για τις απολαύσεις του; Η λύση την οποία εφηύρε αποτελούσε μια προσπάθεια συμβιβασμού. Ηταν σαν να έλεγε μέσα του: «Να απολαμβάνω, αλλά να μη γίνω υπηρέτης της απόλαυσής μου. Να δουλεύω, αλλά να μην ξεπατώνομαι στη δουλειά».

Ζήτημα ρυθμού

Για τον άτεγκτο θιασώτη της παραγωγικότητας, η στάση αυτή συνδυάζει την πονηριά, την υπεκφυγή και τη φιληδονία. Πάνω απ’ όλα φανερώνει την πανουργία της τεμπελιάς. Δεν είναι όμως έτσι. Δεν είναι οκνηρία το να μη θέλει κάποιος να ενεργεί με έναν ρυθμό ο οποίος του επιβάλλεται. Είναι, πράγματι, ζήτημα ρυθμού η απόδοση της εργασίας, αλλά ποιος από τους υπουργούς Οικονομικών, τους τραπεζίτες και τους συμβούλους για την περιλάλητη ανάπτυξη σκοτίζεται γι’ αυτό; Λίγο περισσότερο όμως να σκεφτεί κανείς θα μπορέσει να δει τι σαλεύει κάτω από τους αριθμούς, τους δείκτες, τα μεγέθη. Θα δει ότι για κάτι άλλο πασχίζουν κυρίως οι άνθρωποι, για κάτι που δεν είναι προς αγορά ή προς πώληση, που δεν συσκευάζεται, που δεν τυποποιείται.
Φέρτε στον νου σας τις ταινίες του Ζακ Τατί. Ο ήρωας σκοντάφτει κάθε τόσο πάνω σε μια αλυσίδα συμβάντων και πραγμάτων που γυρίζει ασταμάτητα, κι εκείνος δεν καταφέρνει να βρει τον λόγο που γίνεται αυτό. Γυρίζουν τα γρανάζια του κόσμου συνεχώς, χωρίς διακοπή. Αυτό που πιο πολύ εντυπωσιάζει τον ήρωα είναι ότι οι άλλοι γύρω του βρίσκουν μια παράξενη ευχαρίστηση στο να γίνονται και οι ίδιοι γρανάζια, λες κι αυτό τους γλιτώνει από το να πρέπει να επιλέγουν και να αποφασίζουν. Ο κύριος Υλό γίνεται, έτσι, μάρτυρας της ηθελημένης μηχανοποίησης της ζωής, πράμα ριζικά αφύσικο. Διότι μηχανή ίσον επανάληψη, ενώ ζωή ίσον εναλλαγή, εξέλιξη. Μελαγχολεί ο ήρωας απ’ αυτή την ελάττωση της ορμητικής πλαστικότητας, της ζωικής φοράς, όπως θα ’λεγε ο Μπερξόν, απ’ αυτή την αναπηρία μες στη μονότονη δράση την οποία ο δυτικός άνθρωπος διαλέγει ώστε να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Σε άλλα κεφάλια όμως μια τέτοια ησυχία δεν έχει κανένα νόημα.


Το τέμπο της ζωής
Στην παλιά ελληνική κωμωδία ο ήρωας δεν στέκεται όπως ο κύριος Υλό απορημένος και θλιμμένος με όσα συμβαίνουν. Δεν είναι παρατηρητής ο ντόπιος πρωταγωνιστής, βρίσκεται ολόκληρος μέσα στην αναστάτωση που επικρατεί. Ο ρυθμός των κινήσεων του Χατζηχρήστου ή του Βέγγου είναι ο ρυθμός του ανθρώπου που μπαινοβγαίνει στον ρουν των πραγμάτων. Τον βλέπουμε να ανασκουμπώνεται, να πατάει γκάζι στις ενέργειές του, να στριφογυρίζει σαν σβούρα και ξαφνικά η σβούρα να σταματάει. Είναι επειδή το θέλησε αυτός. Δεν ήρθε ένας απόλυτος εξαναγκασμός απ’ έξω για να τον προστάξει. Το παν λοιπόν είναι να διαφοροποιεί κανείς το τέμπο με το οποίο πορεύεται στη ζωή. Όταν το απαιτεί η ανάγκη να ρίχνεται στη δράση, αλλά όταν παύει η ανάγκη να μην έχει γίνει θύμα της κεκτημένης του ταχύτητας. Η παλιά ελληνική συνταγή ήταν: δουλειά και ανάπαυλα, πορεία και στάση, στάση απαραίτητη για να θυμηθούμε τον λόγο για τον οποίο ξεκινήσαμε την πορεία. Και ακόμη τον σκοπό για τον οποίο αγκομαχάμε. Οι καιροί άλλαξαν βέβαια, το βλέπουμε σήμερα. Αλλά ότι πρέπει να ξέρει ένας λαός τον σκοπό για τον οποίο μοχθεί, αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Και ίσως κάποτε στις πλατείες υψωθεί το πανό με το νέο αίτημα: «Ούτε παράσιτα θέλουμε να είμαστε, ούτε είλωτες».
------------------------------------------------------------------
 Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



Βασίλης Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης

undefined


Το καλύτερο αντίδοτο στην γενικευμένη γκρίνια της εποχής είναι το καλογραμμένο βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη Η εποχή της όρεξης: Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60. Ο συγγραφέας αναφέρεται μεν στη δεκαετία του ’60 αλλά όχι με τον κοινότοπο εκείνο τρόπο μιας γλυκανάλατης νοσταλγίας για ένα εξιδανικευμένο χτές. Σκοπός του είναι να καταδείξει ότι σ εκείνες τις χαλεπές μέρες δεν έλειψε από τον Έλληνα ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό: η όρεξη. Όρεξη για ρήξεις, όρεξη για το νέο μέσα από τη δημιουργία και κυρίως όρεξη για αναμέτρηση με τις συνεχόμενες δυσκολίες της καθημερινότητας. Αγώνας επιβίωσης και σταδιακός εγκλιματισμός στις νέες προκλήσεις. Η μετάβαση δύσκολη, επίπονη. Η μια πτώση ακολουθούσε την άλλη. Όμως παρά τις δυσκολίες ο αγώνας συνεχιζόταν αδιάκοπα, οι αναποδιές δεν έκαμπταν την κοινωνία, που έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Άλλοι καιροί, άλλη αντίληψη, άλλη στάση ζωής, άλλη νοο-τροπία…
Όλα αυτά χάθηκαν σε σύντομο διάστημα όχι μόνο λόγω του γνωστού παρασιτισμού και της κρατικοδίαιτης “ανάπτυξης” αλλά κυρίως διότι η ευτυχία συνδέθηκε με το “κατέχειν”, την κατανάλωση, την κοινωνική δήθεν “καταξίωση”. Τη μεγάλη αυτή αλήθεια  διατύπωσε με εξαιρετικό τρόπο  η γραφίδα του Παντελή Μπουκάλα:
«…ταυτίζουμε το βίο με το βιός μας, με την περιουσία μας, επειδή, φενακισμένοι, αλλοτριωμένοι, εκβιασμένοι ή υποταγμένοι στα κυρίαρχα και εξουθενωτικά προβαλλόμενα μοντέλα ζωής καταντήσαμε να εξισώνουμε το υπάρχειν με το έχειν» («Καθημερινή», 13 Ιανουαρίου 2008).
Το βιβλίο επιδιώκει να αναστοχαστούμε κριτικά μέσα από τον οιονεί  “δανεισμό” των παρακαταθηκών μιας άλλης γενιάς, που ταλαιπωρήθηκε, μετανάστευσε, είχε συνεχείς πτώσεις και αναβάσεις αλλά όπως τονίζει εμφατικά ο συγγραφέας σχεδόν ποτέ δεν σταμάτησε να αγωνίζεται, σχεδόν ποτέ δεν λιποτάκτησε.
Κλείνουμε με μια φράση  του βιβλίου:
Στην κοινωνία γινόμαστε διπλωμάτες, στην πολιτική χασάπηδες (Β. Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης, σελ. 185).
Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο αξίζει την προσοχή μας. Καλή ανάγνωση!


Λαγονήσι 9/7/2012- Ηράκλειο 22/7/2012
Γ. Μ. Βαρδαβάς



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο