Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκκλησιαστική ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκκλησιαστική ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Ιουλίου 2022

Χ. ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ "12"

 



Δρ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Μ. ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΥ


To ζήτημα των «12» 

Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση του προβλήματος των εκπτώτων Μητροπολιτών από την Επταετία (1967-1974) έως και τη Μεταπολίτευση (1990-1996), εκδ. Αιακός, Πειραιάς, 2022, σσ. 196.

[Διάθεση του e-Book μέσω της "Χριστιανικής".  Δωρεάν στους συνδρομητές της εφημερίδας]


Στην παρούσα μελέτη του Δρος Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ Σχολικού Συμβούλου Θεολόγων Στερεάς Ελλάδος Χαραλάμπους Μ. Ανδρεοπούλου αναπτύσσεται το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε το εκκλησιαστικό πρόβλημα, το οποίο ταλάνισε την ελλαδική διοικούσα Εκκλησία εσωτερικά, αλλά και δημιούργησε τριβές στις σχέσεις της με την Πολιτεία, σχεδόν επί μια 30ετία. Συγκεκριμένα πρόκειται για την περίοδο από το 1967 (με τo διορισμό από τη δικτατορία – και σε αντικατάσταση της κανονικής 56μελούς Ιεραρχίας – της λεγομένης 8μελούς «Αριστίνδην» Συνόδου εκ της οποίας εξελέγησαν ο νέος Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Κοτσώνης και 29 νέοι Μητροπολίτες) μέχρι το 1996 (οπότε το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας απέρριψε τις προσφυγές των λεγομένων «ιερωνυμικών» Mητροπολιτών, εκείνων που διεκδικούσαν την επάνοδό τους στις έδρες απ’ τις οποίες εξέπεσαν το 1974, μετά τη πτώση του Aρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Κοτσώνη και την ανάρρηση στην Αρχιεπισκοπή του από Ιωαννίνων Μητροπολίτου Σεραφείμ Τίκα). Εξετάζονται και αναλύονται οι πολιτικές και εκκλησιαστικές συνθήκες που το προκάλεσαν. Παράλληλα με την ιστορική παράθεση των γεγονότων εξετάζονται υπό το πρίσμα των ιερών κανόνων και των νόμων οι πράξεις της κεντρικής (Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας) εκκλησιαστικής διοίκησης της επίμαχης περιόδου, χωριζομένης με αντίστοιχα κεφάλαια σε τρία διαστήματα:

α) από το 1967 – έτος κατά το οποίο δημιουργήθηκε το πρόβλημα με την ανάρρηση σε επισκοπικούς θρόνους υποψηφίων, όχι από κανονική Ιεραρχία, αλλά από τη λεγόμενη «Aριστίνδην» Ιερά Σύνοδο – μέχρι και το 1974, οπότε οι ούτω πως εκλεγέντες αρχιερείς (οι δέκα τον αριθμό «ιερωνυμικοί», απολέσαντες μαζί με τους δύο, επίσης, κηρυχθέντες εκπτώτους προϊερωνυμικούς Μητροπολίτες, την λεγόμενη ομάδα των «12») κηρύχθηκαν έκπτωτοι,

β) από το 1974 μέχρι το 1989, οπότε το πρόβλημα είχει μπεί στο αρχείο και, ουσιαστικά, τελούσε σε «λήθαργο», παρά τις παρασκηνιακές κινήσεις για επανεξέτασή του, η οποία επιδιώχθηκε μέσω επαφών των εκπτώτων – σχολαζόντων αρχιερέων με πολιτικούς και εκκλησιαστικούς παράγοντες, επί σκοπώ την επάνοδό τους στην ενεργό δράση και

γ) από το 1989 μέχρι το 1996, διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου παραχωρήθηκε το δικαίωμα προσφυγής των εκπτώτων στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) και εκδόθηκε απόφαση που τους δικαίωνε (1990), ωστόσο, το 1996 εκδόθηκε (μέσω νομικών ελιγμών εκ μέρους της πολιτείας, συνεργούσης της τότε διοικήσεως της Εκκλησίας) νέα, καταδικαστική απόφαση από το ίδιο το δικαστήριο (ΣτΕ), που σήμανε ουσιαστικά την λήξη του ζητήματος από νομικής, τουλάχιστον, πλευράς, και την οριστικοποίηση της αρχικώς επιβληθείσας ποινής της έκπτωσης από το θρόνο των «12» (δύο «προ – ιερωνυμικών» και δέκα υπό της λεγομένης «Aριστίνδην» Συνόδου εκλεγέντων – επί Αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου) Μητροπολιτών.

Στη μελέτη έχουν περιληφθεί (μετά σχολιασμού και κριτικών παρατηρήσεων) και οι κύριες αποφάσεις των εκκλησιαστικών πειθαρχικών οργάνων της Εκκλησίας της Ελλάδος καθώς και του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας (ΣτΕ), οι οποίες εκδόθηκαν μ’ αφορμή το «πρόβλημα των δώδεκα» (1967 και εντεύθεν) και αποτελούν τη σύγχρονη νομολογία σε θέματα εκλογής, αναγνώρισης και κατάστασης αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος. Aποτελεί, ουσιαστικά, πρόεκταση του σχετικού Κεφαλαίου 3 του βιβλίου Χαρ. Ανδρεόπουλου "H Eκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974", Θεσσαλονίκη, 2017, εκδ. Επίκεντρο (σσ. 424), καθώς στη νέα αυτή έκδοση (e-Book) καταγράφεται και η πλέον πρόσφατη περίοδος 1990-1996 του Ζητήματος που ταλαιπώρησε εκ νέου την διοικούσα Εκκλησία και δοκίμασε τις σχέσεις της με την Πολιτεία.

To βιβλίο (σσ.196) έχει κυκλοφορήσει (Απρίλιος 2022) από τις Εκδόσεις «ΑΙΑΚΟΣ», οδ. Σουρή Γ. 20 – 18547 Πειραιάς. ISBN: 978-618-5666-48-4. Με την άδεια του συγγραφέα προσφέρεται σε ψηφιακή μορφή (e-Book), μέσω της εφημερίδας «Χριστιανική» («Χ»), δωρεάν στους συνδρομητές της εφημερίδας ενώ στους φίλους αναγνώστες της διατίθεται στη συμβολική τιμή των 5 ευρώ ως έσοδο-ενίσχυση για τη «Χ». Η προσφορά-διάθεση γίνεται σε μορφή CD-ROM. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνούν με τα Γραφεία της «Χ», στο τηλ.: 210-3806863 ή στο e-mail: efim.xristianiki@gmail.com




Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Oι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας κατά την περίοδο της Επταετίας (1967-1974)



Διάλεξη του Δρος Εκκλησιαστικής Ιστορίας 
Χάρη  Ανδρεόπουλου στο Τμ. Θεολογίας του Παν/μίου Αθηνών 

Στο θέμα των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας κατά την περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας 1967-1974 αναφέρθηκε ο Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου Θεολόγων Στερεάς Ελλάδος Χάρης Ανδρεόπουλος, σε διδασκαλία – διάλεξή του στους τελειοφοίτους φοιτητές του Τμήματος Θεολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του υποχρεωτικού μαθήματος (Ζ΄ εξαμήνου) της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Ελλάδος. 

Ο κ. Ανδρεόπουλος έχει ασχοληθεί με την περίοδο της Επταετίας στο πλαίσιο της διδακτορικής του διατριβής και είναι συγγραφέας του βιβλίου "Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση" (εκδ. Επίκεντρο, με Πρόλογο του Καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών κ. Ιωαν. Μ. Κονιδάρη) το οποίο έχει από διετίας συγκαταλεχθεί στην κατηγορία των επιστημονικών συγγραμμάτων (υπηρεσία διαχείρισης συγγραμμάτων "ΕΥΔΟΞΟΣ" ) ως εγχειρίδιο διδασκαλίας σε ΑΕΙ (στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών / Τμήμα Ιερατικών Σπουδών, ανάμεσα στα επιλεγόμενα συγγράμματα για το μάθημα του 6ου – εαρινού – εξαμήνου «Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος»). Πραγματοποίησε τη δίωρη διδασκαλία του στο Τμήμα Θεολογίας του ΕΚΠΑ μετά από πρόσκληση της διδάσκουσας το μάθημα, επίκουρης καθηγήτριας του Ιστορικού τομέα του Τμήματος κ. Δέσποινας Μιχάλαγα, παρουσιάζοντας τις ποικίλες διαστάσεις και προεκτάσεις που είχε η προβληματική αυτή σχέση στη διοίκηση και στη ζωή της ελλαδικής Εκκλησίας καθ΄ όλη τη διάρκεια της Επταετίας (1967-1974) και σε αμφότερες τις φάσεις της, ήτοι τόσο επί αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου Κοτσώνη (Μάιος 1967 - Δεκέμβριος 1973), όσο και επί αρχιεπισκοπείας Σεραφείμ Τίκα (Ιανουάριος 1974 - Ιούλιος 1974, κ.ε.). 

Ο κ. Ανδρεόπουλος ανέλυσε ζητήματα της εν λόγω περιόδου που αφορούσαν την νομοκανονική αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας και τον βαθύ τραυματισμό της (σήμερα κατοχυρωμένης) αυτοδιοικήσεώς της ο οποίος εκδηλώθηκε με σωρεία απροκαλύπτων παρεμβάσεων της δικτατορίας στα εσωτερικά της, παρεμβάσεων που αποσκοπούσαν στον έλεγχο της εκκλησιαστικής διοικήσεως προκειμένου να υπηρετηθούν ιδεολογικές σκοπιμότητες του καθεστώτος. Ως ιδιαίτερης σημασίας ζητήματα αναλύθηκαν στους φοιτητές τα θέματα αφ΄ ενός μεν της διαταραχθείσας κατά το διάστημα της πρώτης φάσης της δικτατορίας (1967 - 1973) νομοκανονικής σχέσεως της ελλαδικής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφ΄ ετέρου δε των δώδεκα (12) εκπτώτων - "ιερωνυμικών" λεγομένων - Μητροπολιτών που δημιουργήθηκε στη δεύτερη φάση της δικτατορίας (Ιούνιος - Ιούλιος 1974) και το οποίο - ως απότοκο της Επταετίας πρόβλημα - ταλαιπώρησε τη ζωή της Εκκλησίας μέχρι και τα πρόσφατα χρόνια (1990 - 1996). Επίσης, ο κ. Ανδρεόπουλος αναφέρθηκε και ανέλυσε τις πολιτικές με τις οποίες στα πρώτα κρίσιμα χρόνια της μεταπολιτεύσεως, επί πρωθυπουργίας Κων/νου Καραμανλή (1974 - 1980), αντιμετωπίσθηκε και εξομαλύνθηκε η κρίση στην Εκκλησία, αλλά και θεμελιώθηκε ο εκδημοκρατισμός της με σειρά συνταγματικών διατάξεων και νομοθετημάτων που ρύθμισαν θετικά τόσο την εσωτερική της λειτουργία, όσο και τις σχέσεις της με την Πολιτεία. 

Τέλος, απάντησε σε ερωτήματα και τοποθετήθηκε σε προβληματισμούς που κατέθεσαν οι φοιτητές γύρω από το θέμα τόσο της περιόδου της Επταετίας, όσο και ευρύτερα των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας. 





Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, Οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες καί ὁ θεσμός τῆς «Πενταρχίας»



Τόν τελευταῖο καιρό μέ ἀφορμή τό Οὐκρανικό ζήτημα γράφηκαν πολλά, θετικά καί ἀρνητικά, ἀπό ὅποια πλευρά καί ἄν τό ἐξετάση κανείς, κυρίως ἔγινε ἰσχυρότατη κριτική στό Οἰκουμε­νικό Πατριαρχεῖο.

Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή χρειάσθηκε νά γράψω κάποια ἄρθρα, γιά νά ἐξηγήσω μερικές πτυχές τοῦ ὅλου θέματος, χωρίς νά τό ἐξαντλῶ, κυρίως ὅτι τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι οὔτε παπικό οὔτε προτεσταντικό-συνομοσπονδία, ἀλλά εἶναι συνοδικό καί συγχρόνως ἱεραρχικό [«Τό Πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»]. Ἐπιμένω στό θέμα αὐτό, γιατί θεωρῶ ὅτι αὐτή εἶναι ἡ βάση τοῦ προβλήματος πού ἀνέκυψε.

Βεβαίως τό ἐκκλησιαστικό Οὐκρανικό ζήτημα ἔχει πολλές πτυχές, ἀλλά τό βασικότερο εἶναι ὅτι πολλοί δέν ἔχουν καταλάβει τί εἶναι ἡ «Αὐτοκεφαλία» στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία∙ τί εἶναι οἱ «Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες»∙ πῶς λειτουργεῖ ὁ ἱερός θεσμός τῆς Ἐκκλησίας∙ κατά πόσον οἱ «Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες» μποροῦν νά λειτουργοῦν ἀνεξάρτητα ἀπό τόν Οἰκουμενικό Θρόνο πού εἶναι πρωτόθρονος καί προεδρεύει ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ πολλές ἁρμοδιότητες καί ὑπευθυνότητες∙ ἀλλά καί πῶς λειτουργεῖ ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος σέ σχέση μέ τίς «Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες».



Πέμπτη 4 Απριλίου 2019

Ιωάννη Αντ. Παναγιωτόπουλου: «Γεννά αμφισβήτηση της Εκκλησίας της Αλβανίας»



«Γεννά αμφισβήτηση της Εκκλησίας της Αλβανίας»

Του Ιωάννη Αντ. Παναγιωτόπουλου,
Επίκουρου Καθηγητή Γενικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ", 1/4/2019, σελ. 13]


Η διείσδυση του Ευσεβισμού στην Ελλαδική Εκκλησία του 20ού αιώνα συνιστούσε κίνδυνο θεολογικής αλλοίωσης με πολλαπλές εκκλησιαστικές συνέπειες. Δημιούργησε δε κρίση στις σχέσεις με την ελληνική κοινωνία, σχεδόν καταστροφική, όταν μεγάλη μερίδα εκπροσώπων του Ευσεβισμού υποστήριξαν τη δικτατορία των συνταγματαρχών (1967-1974). Αυτή ειδικά η κρίση γέννησε διάφορα ρεύματα «απόκλισης» από το κίνημα του Ευσεβισμού. Ένα μεγάλο μέρος «εκκλησιοποιήθηκε» με την προσέλευση στο μοναχισμό, ο οποίος γνώρισε νέα άνθηση. Άλλοι πάλι επέλεξαν τις αγκάλες των «νεορθοδόξων», ενώ πολλοί εξ αυτών γοητεύτηκαν από τη θεολογική παραγωγή των σλαβόφιλων θεολόγων που είχαν καταφύγει στη Δύση μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917). Το περίεργο είναι πως οι εν Ελλάδι θαυμαστές τους αγνοούσαν ότι η παραγωγή αυτή είχε «ενισχυθεί» δραστήρια από τις δυτικές κυβερνήσεις, προκειμένου να ανακοπεί ο προελαύνων τότε κομμουνιστικός κίνδυνος.

Το πρόβλημα, όμως, που γεννούσε η πνευματοκεντρική ευχαριστιακή εκκλησιολογία των σλαβόφιλων θεολόγων ήταν η αποσύνδεση από τη χριστοκεντρική εκκλησιολογία της Πατερικής Παράδοσης. Απέρριπταν τη χριστοκεντρική οντολογία της Εκκλησίας, αλλά και της θείας Ευχαριστίας. Έτσι, μεταξύ άλλων, οδηγούνταν στο καθόλα αυθαίρετο συμπέρασμα ότι ο επίσκοπος ασκεί εξουσία στην τοπική εκκλησία επειδή προΐσταται της ευχαριστιακής σύναξης, ενώ η εξουσία του προέρχεται από την αποστολική διαδοχή που χορηγήθηκε πλήρως από τον ίδιο τον Χριστό στους αποστόλους και στους διαδόχους τους, τους επισκόπους· «καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἕν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν» (Ιω. 17, 22).

Υπό τους ανωτέρω όρους κρινόμενη η επιστολή του Αρχιεπισκόπου Τιράνων Αναστασίου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο (14.01.2019) στερείται ασφαλούς τεκμηρίωσης, καθώς προβάλει πλαγίως πλην σαφώς το εκκλησιολογικά μη παραδεκτό επιχείρημα ότι η Ενωτική Σύνοδος του Κιέβου (15.12.2018) κατέστη ατελής, αφού μετείχαν σε αυτήν επίσκοποι καθαιρεθέντες ή χειροτονηθέντες από καθαιρεθέντες. Βρίσκεται δε σε αναντιστοιχία προς τη Συνοδική Παράδοση της Ανατολής, αφού ακόμη και ιστορικά πρόσφατα η λύση του Σχίσματος της Βουλγαρικής Εκκλησίας (1945), παρά τον αφορισμό των πρωταίτιων του Σχίσματος από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1872, δεν έθετε ζητήματα κανονικότητας του κλήρου ή των τελεσθέντων μυστηρίων.

Η αμφισβήτηση από την Εκκλησία της Αλβανίας της κανονικότητας της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξης απονομής της Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας από τον Οικουμενικό Θρόνο (6.1.2019), είναι αμφισβήτηση του ίδιου του καθεστώτος της Εκκλησίας της Αλβανίας, η οποία ανασυγκροτήθηκε με ενέργειες και αγώνες του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1992) παρά τις αντιδράσεις νεόκοπων φίλων της. Παράλληλα τότε είχε αρχίσει να ξεδιπλώνεται η στείρα και έμμεση αμφισβήτηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου από τους σλαβόφιλους κύκλους, που κορυφώθηκε με την άρνηση της Ρωσικής Εκκλησίας να συμμετάσχει στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Κρήτη (2016). Εκεί, και με τη συμμετοχή της Εκκλησίας της Αλβανίας, διασώθηκε η ενότητα της Ορθοδοξίας, και αποτράπηκαν τελικά τα σχέδια μετατροπής της σε μια «Ομοσπονδία Εκκλησιών», όπως ονειρευόταν κάποτε ο Τίτο και άλλοι κομμουνιστές ηγέτες των Βαλκανίων.

Αλλά όπως τότε αμφισβητήθηκε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (2016) από ευσεβιστικούς κύκλους, έτσι και τώρα οι ίδιοι κύκλοι αμφισβήτησαν την επίλυση του ουκρανικού προβλήματος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο!





Τρίτη 5 Μαρτίου 2019

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του π. Γεωργίου Μεταλληνού με τίτλο "Ήθος ελευθερίας"


  • Η Εκκλησία της Ελλάδος και η «Μακεδονική Εκκλησία»
  • Ο σοφός Ευγένιος Βούλγαρης, Περί Πάπα και Παπισμού
  • Ο μύθος περί ξένων επιδράσεων σε έργα του αγίου Νικόδημου Αγιορείτου
  • Καλβίνος και Καλβινισμός στην Ελλάδα
  • Ο Βολταίρος. Προσωποποίηση του άθεου Διαφωτισμού για τούς παραδοσιακούς Ορθοδόξους
  • Κριτική θεώρηση των όρων «Φιλελληνισμός» και «Φιλέλληνες» κ.α.
Με τις συγκεκριμένες μελέτες επιχειρείται να δοθούν απαντήσεις σε ανοικτά ακόμη στην έρευνα ερωτήματα, αλλά και καταβάλλεται συνάμα η προσπάθεια για την κάλυψη κενών η αναθεώρηση απόψεων πού ίσχυαν στο παρελθόν. Γίνεται πλούσια χρήση Αρχειακών Πηγών των τελευταίων αιώνων, η διερεύνηση των οποίων προσδίδει στην ιστορική έρευνα πληρότητα και αξιοπιστία.



Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018

ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΩ. ΦΕΙΔΑ, Η ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ (1686) ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ


Η ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ (1686) ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ

Βλασίου Ι.Φειδᾶ
Ὁμ. Καθηγητοῦ Πανεπ. Ἀθηνῶν



Ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱ. Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας γιά τή διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο προβάλλει ὡς ἕνα πλασματικό ἔρεισμα τήν αὐθαίρετη ἑρμηνεία τῶν ἐπισήμων κειμένων περί τῆς Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Διονυσίου Δ’ (1686), τήν ὁποία ἑρμηνεύουν ἀκρἰτως μέ τήν ἐσφαλμένη μέθοδο τῆς «λήψεως τοῦ ζητουμένου» (petitio principii), γιά νά ὑποστηρίξουν προφανῶς τήν ἐπιθυμητή πρόταση, ἤτοι ὅτι δῆθεν ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Δ’ μέ τή Συνοδική Πράξη του ὑπήγαγε πλήρως καί ὁριστικῶς τήν Μητρόπολη Κιέβου τῆς Οὐκρανίας στήν κανονική δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας.

Βεβαίως, τό Πατριαρχεῖο Μόσχας γνωρίζει καλῶς ὅτι τό «ζητούμενον» δέν ἔχει ὁποιοδήποτε ἔρεισμα τόσο στή συγκεκριμένη Συνοδική Πράξη, ὅσο καί στίς σχετικές Ἐπιστολές τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη πρός τούς τσάρους Ἰβάν καί Πέτρο, πρός τόν Πατριάρχη Μόσχας Ἰωακείμ (1674-90), πρός τόν Ἐτμάνο τῶν Κοζάκων τῆς Κριμαίας Σαμοΐλοβιτς, πρός τήν Ἱεραρχία καί τόν ἱερό Κλῆρο καί πρός τόν λαό τῆς Οὐκρανίας. Ἄλλωστε, γνωρίζει ἐπίσης καλῶς ὅτι μέχρι τό 1686 ὁ μητροπολίτης Κιέβου καί πάσης Ρωσσίας, μέ τήν ἀχανῆ δικαιοδοσία στή Λιθουανία, τή Λευκορωσσία καί τήν Οὐκρανία, ὑπαγόταν ὡς «Πατριαρχική Ἐξαρχία» στήν ἄμεση καί πλήρη κανονική δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (Β. Ι. Φειδᾶ, Ἐκκλ. Ἱστορία, ΙΙΙ, 613-614).

Πράγματι, ἡ κανονική δικαιοδοσία τοῦ Πατριάρχη Μόσχας περιοριζόταν ρητῶς μόνο στά ἐδαφικά ὅρια τοῦ «Βασιλείου τῆς Μεγάλης Ρωσσίας καί τῶν ὑπερβορείων μερῶν» καί ὄχι βεβαίως στίς νοτίως τοῦ Βασιλείου τῆς Μεγάλης Ρωσσίας χῶρες, ἤτοι στήν Οὐκρανία ἤ Μικρή Ρωσσία. Ὡστόσο, μέ τήν ἐπέκταση τῆς κυριαρχίας τοῦ Βασιλείου τῆς Μεγάλης Ρωσσίας προσαρτήθηκαν στήν κυριαρχία του οἱ ἀνατολικές ἐπαρχίες τόσο τῆς Λευκορωσσίας, ὅσο καί τῆς Οὐκρανίας. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ τσάρος Μ. Πέτρος ἀνταποκρίθηκε στό ἐπίμονο αἴτημα τοῦ Πατριάρχη Μόσχας Ἰωακείμ (1674-90) νά ζητήση ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη τήν ὑπαγωγή καί στήν ἐκκλησιαστική του δικαιοδοσία τῶν προσαρτηθεισῶν στή κυριαρχία τοῦ Βασιλείου τῆς Μεγάλης Ρωσσίας ἀνατολικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Οὐκρανίας.



Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2018

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου π. Ἱεροθέου, Ὑπάρχει «Τρίτη Ρώμη»;

πηγή: ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ


Στήν ἱστορία ἐμφανίσθηκε ἀπό πολλούς ἡ θεωρία ὅτι ἡ Μόσχα εἶναι ἡ Τρίτη Ρώμη, ἀφοῦ ἡ Πρώτη Ρώμη εἶναι ἡ ἀρχαία Ρώμη, πού ἦταν πρωτεύουσα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, ἡ Δεύτερη Ρώμη εἶναι ἡ Κωνσταντινούπολη, τήν ὁποία ἵδρυσε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, καί ἡ Τρίτη Ρώμη εἶναι ἡ Μόσχα τῆς Ρωσίας.

Ἡ ἰδέα περί τῆς Τρίτης Ρώμης γεννήθηκε μετά τήν Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39) καί ἐπισημοποιήθηκε μέ τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό 1453, ὅταν ἡ Βασιλεύουσα κυριεύθηκε ἀπό τούς Ὀθωμανούς, ὁπότε ἀρχίζει, κατά τήν θεωρία αὐτή, ἡ Τρίτη Ρώμη μέ τήν Χριστιανική Αὐτοκρατορία τῶν Ρώσων, ἀφοῦ ὁ νέος Ρῶσος Αὐτο­κρά­τορας προστατεύει τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς πού βρίσκον­ται κάτω ἀπό τήν Ὀθωμανική Αὐτοκτρατορία.

Ἔτσι, κατά τήν θεωρία αὐτή ἡ Πρώτη, Δεύτερη καί Τρίτη Ρώμη εἶναι συνδεδε­μένες μέ τήν πολιτική καί τήν δημιουργία τῆς Πρω­τεύουσας τῶν Αὐτοκρατοριῶν, ἡ ὁποία ἐπηρεάζει καί τούς ἐκκλησιαστικούς θρόνους πού βρίσκονται στίς Πρωτεύου­σες αὐτές.

Γιά τό θέμα τῆς θεωρίας περί τῆς Τρίτης Ρώμης θά παρου­σιάσω μερικά στοιχεῖα τά ὁποῖα παραθέτει ὁ διάσημος βυζαντι­νολόγος Στῆβεν Ράνσιμαν.

Κατά τόν μεγάλο αὐτόν βυζαντινολόγο «τό πιό περήφανο κατόρθωμα τῆς Βυζαντινῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε ὁ ἐκχριστια­νισμός τῶν Ρώσων». Παρά τό ὅτι διάφοροι ἱστορικοί λόγοι συνετέλεσαν στό νά ἀλλάξουν οἱ σχέσεις μεταξύ Βυζαντίου καί Ρωσίας στήν πορεία τοῦ χρόνου, ἐν τούτοις «τό Βυζάντιο ἐξακολουθοῦσε νά διατηρεῖ ἄμεσο ἔλεγχο ἐπί τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας», ἀφοῦ ὁ Μητρο­πολίτης Ρωσίας ἐκλεγόταν ἀπό τό Πατριαρχεῖο Κων­σταν­τι­νουπόλεως.

Αὐτό ἔγινε καί μέ τόν Μητροπολίτη Κιέβου Ἰσί­δωρο, ὁ ὁποῖος συμπεριελήφθηκε στήν συνοδεία τοῦ Αὐτο­κρά­τορα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί τοῦ Πατριάρχου Κωνσταν­τι­νουπόλεως στίς συνομιλίες πού γίνονταν μέ τούς Λατίνους στήν Φερράρα-Φλωρεντία (1438-39). Ὁ Ἰσίδωρος ὑπέγραψε τήν ψευδένωση καί αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά ἀποδοκιμασθῆ ἀπό τόν Ρωσικό λαό, νά καθαιρεθῆ ἀπό Σύνοδο στήν Μόσχα τό 1441, νά φύγη ἀπό τήν Ρωσία, καί στήν συνέχεια νά γίνη Καρδινάλιος τοῦ Πάπα.

Ὁ Ρῶσος Πρίγκιπας Βασίλειος Β΄ ἀπέστειλε ἐπιστολή στόν Οἰκου­μενικό Πατριάρχη καί παρακαλοῦσε νά ἐπικυρώση τόν διορισμό τοῦ Μητρο­πολίτου Ἰωνᾶ σέ διαδοχή τοῦ Ἰσιδώρου. Στήν ἐπιστολή αὐτή καυχᾶται «γιά τήν μακρά παράδοση ὀρθοδοξίας στή Ρωσία ἀπό τόν καιρό τοῦ νέου Μεγάλου Κωνσταντίνου, τοῦ εὐσεβοῦς τσάρου τῆς ρωσικῆς χώρας, Βλαδιμήρου». Ἡ ἐπιστολή αὐτή εἶναι σημαντική, γιατί ὁ Βλαδίμηρος πού ἔγινε Χριστιανός, χαρακτη­ρίζεται ὡς νέος Κωνσταντῖνος καί σαφῶς δείχνει ὅτι ὁ Πρίγ­κιπας Βασίλειος Β΄ «ἦταν ἕτοιμος νά διεκδι­κή­ση τήν κληρονομία καί τήν διαδοχή τοῦ Κωνσταντίνου».

Σέ ἄλλη ἐπιστολή ὁ Πρίγκιπας Βασίλειος δικαιολογεῖ τήν πρότασή του νά διορίση τόν Ἰωνᾶ ὄχι ἀπό ὑπερηφάνεια ἤ αὐθάδεια, ἀλλά γιατί «ὡς τόν αἰώνα τόν ἅπαντα θά παρα­μείνουμε πιστοί στήν ὀρθοδοξία πού μᾶς δόθηκε». Σαφῶς ὑπαινίσσεται τήν ἔκπτωση τῶν Ρωμαίων Ὀρθοδόξων ἀπό τήν ἀλήθεια μέ τήν ὑπογραφή τους στήν Σύνοδο Φερράρας-Φλω­ρεντίας, πού σημαίνει ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή ἔπαιξε ἀρνητικό ρόλο στήν ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι ὁ Μητροπολίτης Ἰωνᾶς σέ ἐπι­στολή του πού ἔγραψε τό ἔτος 1451, μετά τήν Σύνοδο Φερ­ράρας-Φλωρεντίας, καί δύο χρόνια πρίν τήν πτώση τῆς Νέας Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως στούς Ὀθωμανούς, «προεῖπε τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῆς Δεύτερης Ρώμης. Κινού­μαστε τώρα πρός τήν ἀντίληψη τῆς Μόσχας ὡς τῆς Τρίτης Ρώμης καί τοῦ Μεγάλου Πρίγκιπα τῆς Μοσχοβίας ὡς Ἁγίου Αὐτοκράτορα».

Ἑπομένως, ἡ θεωρία περί τῆς Τρίτης Ρώμης συνελήφθη με­τά τήν ψευδένωση μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν στήν Φερράρα-Φλωρεντία (1438-1439) καί ἄρχισε νά κυοφορεῖται πρίν τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό 1453, καί τό ἔτος αὐτό θεωρεῖται ὡς ἡ γενέθλια ἡμέρα τῆς Τρίτης Ρώμης.

Μετά λίγα χρόνια, καί συγκεκριμένα τό 1470, ἐνῶ ὁ Ἰβάν Γ΄ «διεκήρυξε ὅτι τό πατριαρχεῖο (Κωνσταντινουπόλεως) εἶχε στερηθεῖ παντός δικαιώ­ματος ἐπί τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας» ἐν τούτοις «ὁ ἐκλεγόμενος μητροπολίτης ἐξακολουθοῦσε νά ζητάει ἐπικύρωση ἀπό τόν Πατριάρχη, τόν ὁποῖον ἀνεγνώριζε ὡς ἀνώτερό του». Ὅμως, ἐπειδή ἔπαυσε νά ὑπάρχη ἕνας χριστιανός αὐτοκράτορας πού θά στηρίζη τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, αὐτό τό κενό θέλησε νά καλύψη ὁ Ρῶσος ἡγεμόνας. Αὐτό προσδιορίσθηκε στό πρόσωπο τοῦ Ἰβάν Γ΄, ὁ ὁποῖος νυμφεύθηκε τό 1472 «τήν Ζωή Παλαιολογίνα, ἀνεψιά τοῦ τελευταίου Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα», καί ἔτσι χαρακτηρίσθηκε «νέος Κωνσταντῖνος». Ὁ Ρῶσος Μητροπολίτης Ζώσιμος τό ἔτος 1492 γράφει: «Ὁ αὐτοκράτωρ Κωνσταντῖνος ἔκτισε τήν Νέα Ρώμη, τό Τσάριγκραδ, ἀλλά ὁ ἡγεμών καί κυρίαρχος πασῶν τῶν Ρωσιῶν, Ἰβάν Βασίλιεβιτς, ὁ νέος Κωνσταντῖνος, ἔθεσε τά θεμέλια γιά μιά νέα Κωνσταντι­νού­πολη, τῆς Μόσχας».

Τό 1498 ὁ Ἰβάν Γ΄ στέφθηκε «Τσάρος, Μέγας Πρίγκιπας καί Αὐτοκράτορας Πασῶν τῶν Ρωσιῶν» ἀπό τόν Μητροπολίτη Συμεών. Ἡ τελετή στέψεως ἦταν ἀντιγραφή τῆς στέψεως τῶν Ρωμαίων Αὐτοκρατόρων καί ὁ Μητροπολίτης τοῦ ἀνέθεσε «νά φροντίζει γιά ὅλες τίς ψυχές καί γιά τήν ὀρθόδοξη χριστια­νωσύνη». Ἀπό τότε χρησιμοποιεῖται ὁ τίτλος τοῦ Τσάρου.

Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Θεόληπτος ὁ Α' τό ἔτος 1516 ἔγραφε στόν Ρῶσο Ἡγεμόνα Βασίλειο Γ΄καί τόν χαρακτήριζε ὡς «τόν ὑψηλότατο καί εὐμενέστατο Τσάρο καί μέγα Βασιλέα ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων χωρῶν τῆς Μεγάλης Ρωσίας», καί ἄφηνε νά νοηθῆ ὅτι θά μποροῦσε νά δημιουργηθῆ ἕνα «ρωσο-βυζαν­τινό Κράτος».

Τό 1511 ἕνας μοναχός ἀπό τό Πσκώφ πού ὀνομαζόταν Φιλόθεος, σέ μία προσφώνησή του στόν Τσάρο ἐξέ­φραζε αὐτές τίς διεκδικήσεις. Ἔλεγε:

«Χάρη εἰς τήν παντοδύναμη καί τά πάντα στηρίζουσαν δεξιάν τοῦ Θεοῦ χεῖρα, βασιλεύουν οἱ αὐτοκράτορες ...καί αὐτή σέ ἀνύψωσε, Γαληνότατο καί Ὑπέρτατο Ἡγεμόνα, Μεγάλο Πρίγκιπα Ὀρθόδοξο Χριστιανό, Τσάρο καί Κυρίαρχο ὅλων, ἐσένα πού εἶσαι ὁ κάτοχος τῶν κτήσεων τῶν ἱερῶν θρόνων τοῦ Θεοῦ, τῶν ἁγίων οἰκουμενικῶν καί ἀποστολικῶν Ἐκκλησιῶν τῆς ἁγιοτάτης Μητέρας τοῦ Θεοῦ... ἀντί τῆς Ρώμης καί τῆς Κωνσταντινουπόλεως ... Τώρα λάμπει μέσα στήν οἰκουμένη, ὅπως ὁ ἥλιος στόν οὐρανό, ἡ Τρίτη Ρώμη, τῆς κυρίαρχης αὐτοκρατορίας Σου καί τῆς ἁγίας συνοδικῆς ἀποστολικῆς Ἐκ­κλη­σίας, ἡ ὁποία εἶναι στήν ὀρθόδοξη Χριστιανική πίστη... Ἐπίβλεψε καί φρόντισε εὐσεβέστατε Τσάρε, ὥστε ὅλες οἱ χριστιανικές αὐτοκρατορίες νά ἑνωθοῦν μέ τή δική σου. Γιατί δύο Ρῶμες ἔπεσαν, ἀλλά ἡ τρίτη στέκεται ὄρθια καί τέταρτη δέν θά ὑπάρξει. Γιατί ἡ χριστιανική σου αὐτοκρατορία δέν θά περιέλθει σέ κανένα ἄλλον, σύμφωνα μέ τό παντοδύναμο λόγο τοῦ Θεοῦ».

Παρά τίς διεργασίες αὐτές στήν Ρωσία, καί παρά τήν δουλεία στούς Ὀθωμανούς ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐξακο­λου­θοῦσε νά ἔχη θέση ἀνώτερη στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Γρά­­φει ὁ Ράνσιμαν:

«Ἀκόμα καί ὁ πιό φανατικός ὑποστηρικτής τῆς Τρίτης Ρώμης δέν ἤξερε πῶς νά τόν ὑποβιβάσει. Ὁ ἴδιος ὁ Τσάρος ὄχι μόνο ἐπιθυμοῦσε ἀναγνώριση ἀπό τόν Πατριάρχη, χάρη στό παραδοσιακό του γόητρο, ἀλλά καί ἀντιλαμβανόταν ὅτι δέν μποροῦσε νά γίνει κληρονόμος τῶν Βυζαντινῶν Καισάρων καί νά βρίσκεται ἐπικεφαλῆς τῆς ὀρθόδοξης οἰκουμένης χωρίς τήν καλή θέληση καί τήν ὑποστήριξη τοῦ Πατριάρχη».

Στήν συνέχεια ἀκολούθησαν διάφορα γεγονότα, ἀφοῦ οἱ Ρῶσοι στηρίζονταν στήν Ὀρθοδοξία τους, καί ζητοῦσαν νά λάβουν τήν πατριαρχική τιμή καί ἀξία.

Ἐν ὄψει αὐτῶν τῶν γεγονότων ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας ὁ Β΄, πού ἦταν «εὐέλικτος καί ρεαλιστής διπλωμάτης», σέ μιά περιοδεία του στήν Ρωσία ἔδωσε τήν Πατριαρχική τιμή καί ἀξία τό 1589, ὡς πέμπτο κατά σειράν μετά τόν Πατριαρχεῖο τῶν Ἱεροσολύμων καί ὄχι τρίτο μετά τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας ὅπως ἤθελαν ἐξ ἀρχῆς οἱ Ρῶσοι, καί ἐξελέγη πρῶτος Πατριάρχης ὁ Ἰώβ.

Ὁ Τσάρος, κατά τήν ἀνταλλαγή προσφωνήσεων πού ἀκολούθησαν τῆς ἐκλογῆς, χαρακτήρισε τόν Πατριάρχη Ἱερεμία Β΄ ὡς «Πατριάρχη μέ τήν χάρη τοῦ ἁγίου καί ζωο­ποιοῦ Πνεύματος, προερχόμενον ἀπό τόν ὑψηλότερο ἀποστο­λικό θρόνο, κληρονόμο καί ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κων­σταν­τινουπόλεως, Πατέρα τῶν Πατέρων».

Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἱερεμίας Β΄ προσεφώνησε τόν Τσάρο ὡς «ὀρθόδοξο καί φιλόχριστο θεοστεφάνωτον τσάρο, τιμώμενον ἀπό τόν Θεό καί στολισμένον ἀπό τόν Θεό ... γαληνότατο καί ἐνδοξότατο ἀπό τούς κυρίαρχους ἡγεμόνες». Ἔπειτα πρόσθεσε:

«Ἐφ’ ὅσον ἡ πρώτη Ρώμη ἔπεσε ἀπό τήν Ἀπολλινάρια αἵρεση καί ἡ δεύτερη Ρώμη, πού εἶναι ἡ Κωνσταντινούπολη, κατέχεται ἀπό τούς ἄπιστους Τούρκους, τότε λοιπόν ἡ μεγάλη σου ρωσική αὐτοκρατορία, εὐλαβέστατε τσάρε, ἡ ὁποία εἶναι εὐσεβέστερη ἀπό προηγούμενα βασίλεια, εἶναι ἡ Τρίτη Ρώμη καί σύ μόνος κάτω ἀπό τόν οὐρανό ὀνομάζεσαι τώρα Χριστια­νός Αὐτοκάτωρ γιά ὅλους τούς Χριστιανούς σ’ ὁλόκληρο τόν κόσμο∙ γι’ αὐτό ἡ πράξη μας τῆς ἱδρύσεως τοῦ Πατριαρχείου θά γίνει σύμφωνα μέ τήν θέληση τοῦ Θεοῦ, τίς προσευχές τῶν Ρώσων ἁγίων, τῆς δικῆς σου προσευχῆς πρός τόν Θεό καί σύμφωνα πρός τή γνώμη σου».

Ὁ Ράνσιμαν παρατηρεῖ:

«Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Ἱερεμίας διασαφηνίζει ὅτι ἀνα­γνω­ρίζει τόν ἰσχυρισμό τῆς Ρωσίας ὅτι εἶναι ἡ τρίτη Ρώμη πολιτικῶς, ἀλλ’ ὄχι ἐκκλησιαστικῶς. Τά δικαιώματα καί τά καθήκοντα τῆς κοσμικῆς κεφαλῆς τῆς οἰκουμένης πέρασαν ἀπό τούς αὐτοκράτορες τῆς Παλιᾶς Ρώμης καί τούς αὐτοκράτορες τῆς Νέας Ρώμης στούς αὐτοκράτορες τῆς Μοσχοβίας. Ἀλλά ἡ ἀνώτατη ἐκκλησιαστική ἀρχή ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ἡ Πενταρχία τῶν Πατριαρχῶν μέ τήν Κωνσταντινούπολη ὡς κεφαλή της καί τή Μόσχα στήν οὐρά τοῦ καταλόγου, γιά νά συμπληρώσει τήν πεντάδα τώρα πού ἡ Ρώμη εἶχε διαγραφεῖ γιά αἵρεση.
Ἡ λύση τοῦ Ἱερεμία ἦταν εὔστοχη καί ἔξυπνη. Ἔδωσε στούς ὀρθοδόξους ἕναν ἰσχυρό κοσμικό προστάτη μέ ἀρκετά κολακευτικούς ὅρους γιά τόν προστάτη ὥστε νά ἐγκαταλείψει μεγαλύτερες ἐκκλησιαστικές διεκδικήσεις. Οἱ Ρῶσοι δέν ἐγκα­τέλειψαν τελείως τήν πίστη τους στήν ἀνώτερη ἁγιότητά τους, ἀλλά οἱ σχέσεις τους μέ τούς Ἕλληνες ἔκτοτε διορθώ­θηκαν. Οἱ ὑπό τουρκική κυριαρχία ὀρθόδοξοι ἔνιωθαν τώρα ὅτι δέν ἦταν ἐντελῶς χωρίς φίλους. Ἡ ἐμπιστοσύνη τους ἀναζωογο­νήθηκε. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι αὐτή ἡ φιλία δέν διευκόλυνε τίς σχέσεις τους μέ τούς Τούρκους κυριάρχους τους, οἱ ὁποῖοι τήν ἔβλεπαν μέ ὑποψία, οὔτε στό μέλλον τούς βοήθησε στίς σχέσεις τους μέ τίς δυτικές δυνάμεις. Ἀλλά βοήθησε στήν διάσωση τῆς ὀρθοδο­ξίας».

Τά στοιχεῖα αὐτά προέρχονται ἀπό τόν Βυζαντινολόγο Στῆβεν Ράνσιμαν, καί στά ὁποῖα φαίνεται ἡ σύλληψη τῆς ἰδέας τῆς Ρωσίας ὡς Τρίτης Ρώμης, πού ἄρχισε μετά τά τραγικά γεγονότα τῆς Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39), κυοφορήθηκε τό διάστημα μεταξύ 1439-1453, καί τελικά γεννή­θηκε τό 1453 μέ τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως στούς Ὀθω­­μα­νούς. Οἱ Ὀρθόδοξοι Ρῶσοι ἔβλεπαν τόν Τσάρο τους ὡς τόν μόνον Ὀρθόδοξο Αὐτοκράτορα, καί οἱ ὑπόδουλοι Ρωμηοί τόν θεωροῦσαν προστάτη τους.

Κάπως ἔτσι ἀναπτύχθηκε ἡ ἰδέα τῆς Τρίτης Ρώμης, ἀπό ἀπόψεως πολιτικῆς, ὄχι ὅμως ἐκκλησιαστικῆς. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου τήν ἰδέα τῆς Τρίτης Ρώμης τήν ἐγκολπώθηκε καί τό Πατριαρχεῖο Ρωσίας.

Τό ἐρώτημα εἶναι: Ὑπάρχει Τρίτη Ρώμη;

Φυσικά ὑποστηρίζω ὅτι δέν ὑπάρχει Τρίτη Ρώμη, γιά τρεῖς βασικούς λόγους.

Ὁ πρῶτος λόγος, γιατί ποτέ δέν ὑπῆρξε Δεύτερη Ρώμη. Ἡ ἱστορία γνωρίζει τήν Ρώμη τῆς Ἰταλίας, τήν πρωτεύουσα τοῦ ἀρχαίου Ρωμαϊκοῦ Κράτους, πού ἀργότερα ὀνομάστηκε Παλαιά Ρώμη, ἀλλά καί τήν Νέα Ρώμη, πού εἶναι ἡ Κωνσταντινούπολη μετά τήν μεταφορά τῆς Πρω­τεύουσας τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο ἀπό τήν Ρώμη τῆς Ἰταλίας, στό Βυζάντιο τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, πού ὀνομάσθηκε Νέα Ρώμη. Ἑπομένως ἐφ’ ὅσον δέν ὑπάρχει Δεύτερη Ρώμη (καί κακῶς λέγεται ἔτσι ὅπου λέγεται) δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη Τρίτη Ρώμη.

Πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἡ ἑνωμένη Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία εἶχε κατ’ ἀρχάς Πρω­τεύουσα τήν Ρώμη τῆς Ἰταλίας καί ἔπειτα τήν Νέα Ρώμη τῆς Θράκης. Τό δυτικό τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας κυριεύ­θηκε ἀπό τά Γερμανικά φῦλα, μέ τελευταῖο τούς Φράγ­κους, καί ἀργότερα καί τό ἀνατολικό τμῆμα κυριεύθηκε ἀπό τούς Ὀθω­μανούς. Ἐφ’ ὅσον καταλύθηκε ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία ὡς Κράτος-Αὐτοκρατορία, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη κάποια ἄλλη Τρίτη Ρώμη. Αὐτό ἐνδεχομένως θά προϋπέθετε ὑπάρχουσα Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία ὡς κρατικό μόρφωμα.

Ὁ δεύτερος λόγος πού δέν ἰσχύει ἡ θεωρία περί Τρίτης Ρώμης εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία στηρίζεται στό Κανονικό της δίκαιο, ἔχει ἄλλους ρυθμούς, καί μάλιστα στηρίζεται στούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Κυρίως μνημονεύω τόν 28ο Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἔχει οἰκουμενικό κῦρος. Ἔτσι, ὁ Πατριάρχης Νέας Ρώμης-Κωνσταν­τι­νουπόλεως, καί μάλιστα μετά τήν ἀπομά­κρυνση τοῦ Πα­τριάρχου τῆς Παλαιᾶς Ρώμης-Πάπα, λόγῳ τῆς αἱρέσεως εἶναι ἡ Πρωτόθρονη Ἐκκλησία μέ ἀποφάσεις Πατέρων πού καθοδη­γοῦνταν ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, καί κανείς δέν μπορεῖ νά ὑπο­νομεύση αὐτό τόν θεσμό τῆς Πενταρχίας.

Ὁ τρίτος λόγος γιά τόν ὁποῖον δέν ἰσχύει ἡ θεωρία περί Τρίτης Ρώμης ἐκκλησιαστικῶς εἶναι ὅτι ἡ Ρωσική Ἐκκλησία, κατά τόν 19ο αἰώνα ἀνέπτυξε μιά ἰδιαίτερη θεολογία, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ρωσική θεολογία εἶναι ἀνώτερη τῆς θεολογίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τῶν ὀκτώ πρώτων αἰώνων.

Νά θυμίσω τήν θεωρία τοῦ Ἀλέξη Χομιακώφ καί ἄλλων ὁμοϊδεατῶν του, ὁ ὁποῖος δημιούργησε τήν θεωρία ὅτι ὁ πολι­τισμός διαιρεῖται σέ δύο μεγάλες κατευθύνσεις, ἤτοι τόν Ἰρανιανισμό, πού ἐκδηλώθηκε στό Ἰράν, εἶναι γεωργικός πολιτισμός καί διακρίνεται ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἐλευθερίας τῆς κοινότητος, καί τόν Κουσιτισμό, πού ἀναπτύχθηκε στήν Αἴγυπτο, τήν Βαβυλώνα, τήν Νότια Ἰνδία, τήν Κίνα, καί διακρίνεται γιά τήν ἀνάλυση, τήν λογική, τά μεγάλα οἰκοδομήματα.

Ὁ Χομιακώφ ὑποστήριζε ὅτι οἱ κουσιτικές ἀρχές ἐπηρέασαν τόν δυτικό Χριστιανισμό καί ἐν μέρει τόν ἀνατολικό Χριστιανισμό μέ τίς ἰσχυρές ἐπιδράσεις τῆς Ρωμαϊκῆς πολιτικῆς ὀργάνωσης, τοῦ νόμου πάνω στόν χαρακτῆρα τοῦ ἀνθρώπου καί τήν λογικοκρατία, ἐνῶ ἡ ρωσική ζωή καί θεολογία διακρίνεται ἀπό τίς ἰρανιανικές ἀρχές, δηλαδή τήν ἐλευθερία καί τήν ἀγάπη. Αὐτές οἱ ἰδέες γέννησαν τήν μεταπατερική θεολογία, τήν ὁποία θεωροῦν ὡς ἀνώτερη ἀπό τήν πατερική θεολογία καί τόν σχολαστικισμό.

Κατά συνέπεια οἱ θεωρίες περί Τρίτης Ρώμης εἶναι ἀπαράδεκτες ἀπό κάθε πλευρᾶς. Ἄν αὐτό κατανοηθῆ, τότε πιθανόν νά λυθοῦν καί ἄλλες κατά καιρούς ἀναφυόμενες διενέξεις. Ὅποιος ὑπονομεύει τόν ἱερό θεσμό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μέ ὁποιονδήποτε τρόπο, ὁ ὁποῖος θεσμός καθιερώθηκε ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, αὐτός θά ἀποτύχη σέ ὅλους τούς χρόνους καί σέ ὅλα τά ἐπίπεδα. Γιατί δέν πρέπει νά ὑπερ­βαίνουμε τά ὅρια «ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν».

Ὀκτώβριος 2018


Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

Αθ. Μουστάκης: Ο Λαός της Ουκρανίας και το Αυτοκέφαλο, με αναφορά στη Δωδεκάνησο

Ἡ συζήτηση γιά τήν ἀπόδοση τῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Οὐκρανική Ἐκκλησία θυμίζει ἔντονα μία ἄλλη περίπτωση, ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τῆς Δωδεκανήσου, ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, μόνη αὐτή ἀπό ὅλη τήν ἑλληνική ἐπικράτεια, ἔχει τό προνόμιο νά ἀποτελεῖ κανονικό ἔδαφος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί δέν ἀπέστη ποτέ ἀπό αὐτό.

Ἄς θυμηθοῦμε ὅμως λίγα στοιχεῖα ἱστορίας: ἡ Δωδεκάνησος ἀποτελοῦσε μέρος τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας μέχρι τό 1314 πού τήν κατέλαβαν οἱ Ἰωαννῖτες Ἱππότες. Αὐτοί καθώς ἦταν Ρωμαιοκαθολικοί στό θρήσκευμα δέν προέβησαν σέ εὐθεῖς διωγμούς ἀλλά ἀγωνίστηκαν μέ ποικίλα μέσα (πειθώ, πιέσεις, ἐμπόδια στήν ἐκμάθηση τῆς ἑλληνικῆς γλῶσσας, κωλυσιεργία στίς χειροτονίες ἀρχιερέων, ἀπαγόρευση χειροτονίας ἀρχιερέων, ὑποταγή κλήρου στόν Λατῖνο Ἀρχιεπίσκοπο τῆς Ρόδου κ.ἄ.) γιά νά δημιουργήσουν τίς κατάλληλες συνθῆκες ὥστε νά ἐγκαταλείψουν οἱ Ὀρθόδοξοι κάτοικοι τῶν νήσων τήν πίστη τους καί νά ἐνταχθοῦν στήν Δυτική Ἐκκλησία.

Στίς ἀρχές τοῦ 1523 τά νησιά ἔπεσαν στά χέρια τῶν Ὀθωμανῶν, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν σέ αὐτά μέχρι τό 1912. Ὑπῆρξε ὁμαλοποίηση στά ἐκκλησιαστικά ζητήματα, ἀλλά καί εὐθεῖς διωγμοί πού ἀνέδειξαν πολλούς νεομάρτυρες: ἀρχιερεῖς, κληρικούς ἄλλων βαθμίδων, καθώς καί λαϊκούς. Οἱ Ἰταλοί κυρίευσαν τά νησιά τό 1912. Παρέμειναν σέ αὐτά μέχρι τήν πτώση τοῦ καθεστῶτος τοῦ Μουσολίνι, τό 1943 (ἡ ἐνσωμάτωση στή μητέρα Ἑλλάδα ἦλθε τό 1948) καί σέ γενικές γραμμές ἀκολούθησαν παρόμοιες μεθόδους μέ τούς Ἱππότες.

Σέ ὅλη αὐτή τή μακρά περίοδο τῆς δουλείας ὁ μοναδικός σταθερός, ἀταλάντευτος καί ἀμετακίνητος προστάτης τῶν νησιωτῶν, πέρα ἀπό τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἦταν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο μέ κάθε τρόπο τούς προστάτευε καί ἔβρισκε τά κατάλληλα ἀντίμετρα μέ τά ὁποία ἀκύρωνε κάθε ἀντορθόδοξη καί ἀνθελληνική κίνηση τῶν κατακτητῶν.

Τήν περίοδο τῶν Ἱπποτῶν, παραδείγματος χάριν, ἀντιμετώπιζε τήν παρεμπόδιση χειροτονιῶν ἐπισκόπων στήν Κῶ μέ τό νά ἀναθέτει σέ ἐπισκόπους γειτονικῶν περιοχῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τήν «κατ᾿ ἐπίδοσιν» (θά λέγαμε κατ᾿ ἀνάθεση) διαποίμανση τῆς Κῶ. Ἐπίσης, ἀρχιερεῖς ἄλλων ἐπαρχιῶν, μέ εἰδική ἄδεια, πήγαιναν στήν Κῶ γιά νά τελέσουν χειροτονίες ἤ οἱ ὑποψήφιοι ἱερεῖς χειροτονοῦνταν σέ ἄλλες ἐπαρχίες καί ἐπέστρεφαν χειροτονημένοι (αὐτό συνέβαινε καί κατά τήν Ἰταλοκρατία).

Μέ τή σοβαρότητα καί τή σωφροσύνη τῆς τακτικῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τά Δωδεκάνησα, μετά ἀπό 650 ἔτη («καί ὄχι 400 ὅπως στήν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα», ὡς προσφυῶς τονίζει σέ κάθε εὐκαιρία ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Κώου καί Νισύρου κ. Ναθαναήλ) σκλαβιᾶς ἔφτασαν στήν ἀπελευθέρωση δίχως νά ἀπωλέσουν οὔτε τήν πίστη τους οὔτε τήν ἑλληνική γλῶσσα καί παράδοση.

Μία ἀπό τίς, ἀναμφίβολα, εὐφυεῖς μεθόδους πού ἐπεχείρησαν νά χρησιμοποιήσουν οἱ Ἰταλοί ἦταν ἡ ἀνακήρυξη τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δωδεκανήσου, ὥστε ἡ Δωδεκάνησος νά ἀποκοπεῖ ἀπό τήν πνευματική τροφοδοσία καί διαχρονική προστασία τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί, σιγά σιγά, μέ τήν πάροδο τῶν ἐτῶν νά ἁλωθεῖ πλήρως.

Μέ ἀφορμή τήν ἐκδημία τοῦ Μητροπολίτου Κώου Ἀγαθαγγέλου Ἀρχύτα, τό 1924, ὁ Ἰταλός Διοικητής τῆς Δωδεκανήσου Mario Lago ἔθεσε τό θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου στόν πρῶτο τῇ τάξει Μητροπολίτη τῆς Δωδεκανήσου Μητροπολίτη Ρόδου Ἀπόστολο Τρύφωνος, ὁ ὁποῖος συμφώνησε νά μεταφέρει τό θέμα στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὡς τήν μοναδική ἁρμόδια ἐκκλησιαστική ἀρχή γιά νά παράσχει τό Αὐτοκέφαλο. Ἀπό τή στιγμή αὐτή ξεκίνησε μία μακρά παρελκυστική πολιτική ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (μάλιστα τόν Νοέμβριο τοῦ 1924 ἐκοιμήθη ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ζ΄ καί τή θέση του πῆρε ὁ Κωνσταντῖνος Στ΄, ὁ ὁποῖος ἐξεδιώχθη ἀπό τούς Τούρκους) γιά νά κερδίσει χρόνο ὥστε τελικά νά ἀκυρωθοῦν ἐκ τῶν πραγμάτων τά σχέδια τῶν Ἰταλῶν. Οἱ Ἰταλοί ἐνοχλήθηκαν πολύ ἀπό αὐτή τή στάση πού ἐνισχυόταν ἀπό τήν ἀντίδραση τοῦ δωδεκανησιακοῦ λαοῦ καί στίς 31 Ὀκτωβρίου 1929 ἐπέδωσαν τελεσίγραφο γιά τήν ὑπογραφή τοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας στόν ἑπόμενο Οἰκουμενικό Πατριάρχη Φώτιο Β΄, ὁ ὁποῖος ἀρνήθηκε καί σοφά παρέπεμψε τό θέμα σέ δημοψήφισμα τοῦ λαοῦ τῆς Δωδεκανήσου, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νά ἀποφασίσει γιά τό θέμα. Οἱ Ἰταλοί ἐξεμάνησαν, καθώς γνώριζαν ὅτι κάτι τέτοιο δέν ἐπρόκειτο νά ἔχει θετική κατάληξη γι᾿ αὐτούς, καί, ὡς ἔσχατο μέσο πίεσης, σκλήρυναν τή στάση τους ἀπέναντι στούς νησιῶτες, ἀλλά καί στήν τοπική Ἐκκλησία, διακόπτοντας τίς ἐπαφές μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί καταργώντας ὅλα τά κοινοτικά προνόμια αὐτοδιοίκησης τῶν Ὀρθοδόξων.

Τό αὐτονόητο συμπέρασμα τῶν παραπάνω εἶναι ὅτι μέ τήν σοφή καί συνετή πρακτική τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν πού χειρίστηκαν τίς προσπάθειες τῶν Ἰταλῶν, ἀφ᾿ ἑνός, καί μέ τό ἀρραγές μέτωπο καί τήν σθεναρή ἀντίσταση τῶν Δωδεκανησίων, ἀφ᾿ ἑτέρου, τά σχέδια τῶν κατακτητῶν ἀκυρώθηκαν.


Καί ἐρχόμαστε στό σήμερα! Γιατί αὐτή ἡ εἰσαγωγή;

Τό ἀκριβῶς ἀντίθετο συμβαίνει σήμερα στήν Οὐκρανία: ὁ λαός ἐπιθυμεῖ τήν Αὐτοκεφαλία του, ζητᾶ διά τῶν ἐκκλησιαστικῶν (ἤδη ἀπό τό 1991) καί πολιτικῶν ἡγετῶν του (σέ πολλές περιπτώσεις) νά τοῦ ἀποδοθεῖ καί, ἐνῶ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, κανονικό ἔδαφος τοῦ ὁποίου ἀνέκαθεν ἀποτελοῦσε καί, φυσικά, συνεχίζει νά ἀποτελεῖ ἡ Οὐκρανία, κρίνει ὅτι τό αἴτημα αὐτό πρέπει νά ἰκανοποιηθεῖ, ἡ Ρωσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀρνεῖται πεισματικά νά ἱκανοποιήσει αὐτό τό δίκαιο καί λογικό, γιά ὅποιον γνωρίζει στοιχειωδῶς, ἔστω, τήν οὐκρανική ἱστορία, λαϊκό αἴτημα. Μάλιστα, ἡ ἐμμονή τῆς Μόσχας νά ἀρνεῖται τήν Αὐτοκεφαλία σέ συνδυασμό μέ τήν πολιτική τοῦ ρωσικοῦ κράτους πρός τήν Οὐκρανία προκαλεῖ ἐντονότατη δυσαρέσκεια στόν οὐκρανικό λαό στίς τάξεις τοῦ ὁποίου ἔχει ἀναπτυχθεῖ σοβαρό ἐνδοεκκλησιαστικό, ἐπί σειρά ἐτῶν, ἀθεράπευτο σχίσμα.

Τό σχίσμα αὐτό, μέ τήν ἀπόδοση τοῦ Αὐτοκεφάλου καί τήν ἀπελευθέρωση τῆς Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν ἀποπνικτικό ρωσικό ἐναγκαλισμό, βαίνει πρός θεραπεία, καθώς ἀντιμετωπίζονται οἱ κύριες αἰτίες του.

Ἡ στάση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας φαίνεται νά παραθεωρεῖ πλήρως τόν οὐκρανικό λαό. Συμβαίνει ἐν προκειμένῳ ἀκριβῶς τό ἀντίθετο ἀπό αὐτό πού προσπάθησαν νά κάνουν οἱ Ἰταλοί στή Δωδεκάνησο. Τή λύση σέ ἐκείνη τήν περίπτωση ἔδωσε ἡ σοφή προσφυγή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στή βούληση τῶν κατοίκων τῆς Δωδεκανήσου. Στήν περίπτωση τῆς Οὐκρανίας, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί πάλι στρέφεται στή βούληση τῶν Οὐκρανῶν, οἱ ὁποῖοι σαφῶς τίθενται ὑπέρ τῆς Αὐτοκεφαλίας. Ἄς μή λησμονοῦμε ἐξάλλου ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, παρά τίς σοβαρότατες ἐκπεφρασμένες ἀντιρρήσεις του, προχώρησε κατά τό παρελθόν στήν ἀπόδοση Αὐτοκεφάλου σέ πολλές ἄλλες «ἐθνικές» Ἐκκλησίες, μεταξύ τῶν ὁποίων στήν ρωσική καί στήν ἑλληνική, θεραπεύοντας μέ τή σύνεση καί τήν ἀγάπη του τά πολλά προβλήματα πού εἶχαν προκληθεῖ ἀπό τίς ἐκβιαστικές, ἄκαιρες καί ἄστοχες κινήσεις αὐτῶν τῶν Ἐκκλησιῶν. Καί μάλιστα, τό ἔπραξε μέ αὐτοθυσία στερούμενο τήν ἴδια του τή σάρκα θρέφοντάς τες πατρικά μέ τό ἴδιο του τό αἷμα, ὅπως ὁ πελεκᾶνος.

Εἶναι, τουλάχιστον, ἀμετροεπές γιά τήν ρωσική Ἐκκλησία νά προσπαθεῖ πεισματικά νά κρατήσει δεμένη στό ἅρμα της τήν Οὐκρανία ὅταν, ἀφ᾿ ἑνός δέν ἔχει αὐτό τό δικαίωμα καί, ἀφ᾿ ἑτέρου, ὁ οὐκρανικός λαός δέν τό θέλει. Διάβαζα σέ κάποια ἀπό τίς ἀναρτήσεις σχετικά μέ τό ζήτημα αὐτό ὅτι οἱ Ἱεράρχες τῆς κανονικῆς Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας δέν μνημονεύουν τόν Ρῶσο Πατριάρχη φοβούμενοι τήν ἀντίδραση τῶν πιστῶν τους. Ποῦ θά πάει αὐτή ἡ κατάσταση; Εἶναι δυνατόν νά στηριχθεῖ ἱεραρχία καί νά προχωρήσει πνευματικά δίχως τήν ἀγάπη καί τόν σεβασμό τοῦ λαοῦ;

Λένε κάποιοι: ἄς περιμένει τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο νά λύσουν οἱ Οὐκρανοί μόνοι τους τά προβλήματα τους καί ἔπειτα ἄς παραχωρήσει τήν Αὐτοκεφαλία. Νομίζω ὅτι ἡ ἁπλή λογική λέει ὅτι ἐφόσον τά προβλήματα τῶν Οὐκρανῶν ἔχουν αἰτία καί ἀφορμή τίς ἔξωθεν παρεμβάσεις τό πρόβλημα δέν μπορεῖ νά ἐπιλυθεῖ παρά μόνο ἐάν λείψει ἡ αἰτία τοῦ προβλήματος: οἱ ρωσικές περεμβάσεις. Εἶναι σαφές ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο κινεῖται πρός αὐτή ἀκριβῶς τήν κατεύθυνση. Ἀποδίδοντας τήν Αὐτοκεφαλία ἐπιτρέπει στήν Οὐκρανική Ἐκκλησία νά ἀντιμετωπίσει ἐλεύθερη ἀπό ἔξωθεν παρεμβάσεις τά τοῦ οἴκου της. Φαντάζομαι —μέ τόν δικό μου τρόπο σκέψης— ὅτι μέ τήν ἀπόδοση τοῦ Αὐτοκεφάλου οἱ σχισματικοί, ἐφόσον θά λείψει ἡ αἰτία τοῦ σχίσματος (καί δέν τούς ἐμποδίσουν ἄλλοι λόγοι π.χ. προσωπικοί) θά ἐπιδιώξουν τήν ἐπιστροφή τους στήν κανονική Οὐκρανική Ἐκκλησία.

Δέν πρέπει νά παραθεωροῦμε, αὐτό πού κάποιοι τεχνηέντως ἀφήνουν νά ἐννοεῖται, ὅτι δηλαδή τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο θά δώσει τήν Αὐτοκεφαλία στήν σχισματική μερίδα. Αὐτές οἱ διαδόσεις βλάπτουν σοβαρότατα τήν ὅλη συζήτηση καί ἰδιαιτέρως τήν ρωσική πλευρά διότι ἔτσι ὑποβιβάζεται, ἐκ μέρους της, μέ ἐσκεμμένες ἀνακρίβειες τό ἐπίπεδο τῆς συζητήσεως μέ τρόπο πού δέν συνάδει σέ ἐκκλησιαστικούς ἄνδρες. Μέ ἔκπληξη διάβασα, ἐπί παραδείγματι, δηλώσεις τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κυθήρων κ. Σεραφείμ πού ἔχουν ἀναρτηθεῖ στήν ἱστοσελίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κυθήρων (http://www.imkythiron.gr/index.php/eidiseis/teleftaia-nea/5048-diloseis-mitr-kythiron-dia-tin-aftokefalian-tis-oukranikis-ekklisias), στίς ὁποῖες ἐκφράζει τήν «βαθυτάτη λύπη» του γιά τήν, ὑποτιθέμενη, «ἐμμονή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νά ἐκχωρήσει τήν Αὐτοκεφαλία εἰς τούς σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας» κάτι τό ὁποῖο ἐπ᾿ οὐδενί προκύπτει ἀπό τίς κινήσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά παραπλανᾶ τούς ἀναγνῶστες καί ἀδικεῖ κατάφορα τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος εἶναι πάντοτε προσεκτικός στίς κινήσεις καί στίς ἐπιλογές του. Μάλιστα, ὅταν τό 2008 ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, προσκεκλημένος τῆς Οὐκρανικῆς Κυβερνήσεως, ἐπισκέφθηκε τήν Οὐκρανία γιά τόν ἑορτασμό τῶν 1020 ἐτῶν ἀπό τό βάπτισμα τοῦ ἁγίου Βλαδιμήρου ὄχι μόνο δέν ἦρθε σέ ἐπαφή μέ τήν σχισματική μερίδα, ἀλλά χάρη στήν ἁπλότητα καί στή σύνεσή του ἐπέτυχε νά συλλειτουργήσει μέ τόν Πατριάρχη Μόσχας κυρό Ἀλέξιο.

Ἄς ἀφουγκραστοῦν, λοιπόν, οἱ Ρῶσοι Ἱεράρχες τή θέληση τοῦ οὐκρανικοῦ λαοῦ καί ἄς πράξουν ἀναλόγως. Ἄς συζητήσουν μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἄς τοῦ ἀποδώσουν τά δικαιώματα πού σύμπασα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ ἀναγνωρίζει, ἄς δείξουν τόν ἀπαιτούμενο σεβασμό στούς Ἱερούς Κανόνες καί στίς Ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τότε τό «οὐκρανικό πρόβλημα» θά πάψει νά ὑφίσταται ἔχοντας ἐπιλυθεῖ πρός δόξαν Θεοῦ καί πρός ὄφελος τοῦ οὐκρανικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος διακαῶς ἐπιθυμεῖ τήν Αὐτοκεφαλία καί τήν ἀνεξαρτησία του ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας.


Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

Μανώλης Μηλιαράκης, «Η Εκκλησία δεν συμβιβάζεται με τυραννίες»



Ο επίτιμος Πρόεδρος της «Χριστιανικής Δημοκρατίας» Μανώλης Μηλιαράκης για τις σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας κατά την περίοδο της Επταετίας με αφορμή την έκδοση του βιβλίου «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974», του θεολόγου καθηγητή Χάρη Ανδρεόπουλου, από τις εκδόσεις «Επίκεντρο»




Του Μανώλη Μηλιαράκη * 

Είναι θλιβερό και ταυτόχρονα έντονα ανησυχητικό, για το επίπεδο της πνευματικής ζωής του τόπου μας, το γεγονός ότι έχουν περάσει πάνω από πενήντα χρόνια από την επιβολή, στη χώρα μας, της ξενοκίνητης και ξενόδουλης δικτατορίας του 1967-1974 και η Διοίκηση της Εκκλησίας μας, η Ιεραρχία της, καθώς και οι Θεολογικές Σχολές και οι Χριστιανικές Αδελφότητες, δεν έχουν αισθανθεί την ανάγκη να πουν στο Θεό και το λαό του Θεού, δυο λόγια για τη στάση τους, εκείνη την περίοδο. Να κάνουν ένα απολογισμό. Να κοιτάξουν στα μάτια τις στρατιές που εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, χωρίς να αισθάνονται στο πλευρό τους, τον εξ ορισμού φυσικό προστάτη τους, τη Μητέρα Εκκλησία και τους φορείς, που υποτίθεται ότι εκφράζουν και υπηρετούν το Πνεύμα και το Φρόνημά της. Αντίθετα έβλεπαν και άκουαν ιεράρχες και καθηγητάδες, να υμνούν κατά τρόπο εμετικό τους τυράννους, τους καταλυτές του Συντάγματος, τους δολοφόνους των θυμάτων του Πολυτεχνείου και της παράδοσης της Βορείου Κύπρου στον Αττίλα. Το Κίνημα της «Χριστιανικής Δημοκρατίας» επανειλημμένα, προφορικώς και γραπτώς, έχει απευθυνθεί στα αρμόδια όργανα της Εκκλησίας και έχει θέσει, ως θέμα ορθοδόξου ήθους και σεβασμού στο μέγα Μυστήριο της Εξομολογήσεως, να μιλήσει η Ιεραρχία ανοικτά στο λαό, για τα όσα έπραξε που δεν έπρεπε να πράξει και για τα όσα παρέλειψε να πράξει και δεν τα έπραξε, στη διάρκεια της επτάχρονης Δικτατορίας. Αλλά, δυστυχώς, φωνή βοώντoς εν τη ερήμω…

Ιστορικές και θαρραλέες φωνές

Με τα δεδομένα αυτά το βιβλίο του Χαράλαμπου Ανδρεόπουλου, «Εκκλησία και Δικτατορία. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση», όπως και το προηγούμενο του Ανδρέα Αργυρόπουλου «Χριστιανοί και πολιτική δράση κατά την περίοδο της δικτατορίας», αποτελούν, πέραν από την ιστορική τους αξία, μια θαρραλέα φωνή, δύο μάχιμων θεολόγων, για ένα θέμα που για τους εκκλησιαστικούς παράγοντες, ανώτατους κληρικούς, Θεολογικές Σχολές, Χριστιανικές Αδελφότητες, χριστιανούς διανοουμένους και τιμητές των πάντων, είναι ταμπού. Αποφεύγουν να το θίξουν, σαν να είναι εντελώς αδιάφορο ή ξένο προς αυτούς, ενώ η ευθύνη τους για την καλλιέργεια, ανάπτυξη και διάδοση μιας ιδεολογίας, που ο Νίκος Ψαρουδάκης ονόμασε «αόμματο αντικομμουνισμό», και η οποία υπήρξε το θεμέλιο της προπαγάνδας της Χούντας των συνταγματαρχών, είναι φανερή και τεράστια. Ποιος, της γενιάς μου, δεν θυμάται τα προδικτατορικά κηρύγματα και μηνύματα της κατεστημένης Θεολογίας, του άμβωνα, του πανεπιστημιακού αμφιθεάτρου, του Τύπου και του εν γένει λόγου των Αδελφοτήτων, που ως επίλογο και συμπέρασμά τους είχαν ότι «ο Κομμουνισμός με τους κρυπτοκομμουνιστές και τους συνοδοιπόρους του απεργάζονται την υποδούλωση της χώρας και οι χριστιανοί έπρεπε να προσεύχονται να μας λυπηθεί ο μεγαλοδύναμος για να σωθούμε από τον άθεο Κομμουνισμό, στέλνοντάς μας έστω και ένα λοχία!» Και ο Θεός…άκουσε τις προσευχές των «ευσεβών και πιστών» χριστιανών και στις 21 Απριλίου του 1967 μας έστειλε ένα συνταγματάρχη με την παρέα του. Έτσι είδε η κατεστημένη προδικτατορική θεολογία τον ερχομό «της εθνοσωτηρίου εθνικής επαναστάσεως» της Χούντας και σήμερα τηρεί σιγή ιχθύος για την τότε, ασύμβατη με το ορθόδοξο δημοκρατικό χριστιανικό ήθος, στάση της! Γι΄αυτό - επαναλαμβάνω - το βιβλίο του Χαράλαμπου Ανδρεόπουλου έχει μια ιδιαίτερη αξία και αξίζουν συγχαρητήρια και στον ίδιο και στις εκδόσεις «Επίκεντρο».

Μείζον θέμα: Αστοχριστιανική Ιδεολογία

Η αναφορά και σε άλλους φορείς εκτός της Ιεραρχίας της Εκκλησίας έχει τη σημασία της, γιατί όταν γίνεται λόγος για τη σχέση Εκκλησίας και Δικτατορίας, είναι μεν μείζον θέμα η σχέση της ποιμαίνουσας Εκκλησίας με τη δικτατορία, αλλά επειδή Εκκλησία δεν είναι μόνο ο Κλήρος, αλλά και ο πιστός λαός, γι’ αυτό είναι, επίσης, σημαντικό να εξετάζομε τη στάση και φορέων, όπως οι προαναφερόμενοι.

Έτσι καλό είναι να συνειδητοποιήσομε ότι η «σημαία» του «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», της χούντας, είχε υφανθεί και με το νήμα της αστοχριστιανικής ιδεολογίας του «αόμματου αντικομμουνισμού». Μιας ιδεολογίας που απέδιδε όλα τα υπάρχοντα και τα μελλούμενα να επέλθουν δεινά, στον «άθεο κομμουνισμό» και, ταυτόχρονα, άφηνε άθικτο και κατά κανόνα εξυμνούσε την «καθεστηκυία τάξη», το καθεστώς του «ελευθέρου κόσμου» και της «ηγέτιδος δυνάμεως και ασπίδος του», ΗΠΑ. Αποσιωπούσε δε με τα άχρωμα και άοσμα κηρύγματα αγαπολογίας, την ουσία του απελευθερωτικού και δημοκρατικού μηνύματος του φτωχού Ναζωραίου και της βιοτής των εκατομμυρίων μαρτύρων και αγίων μας που ποτέ δεν προσκύνησαν τυράννους.

Η κοινωνική δικαιοσύνη

Το δε βαθειά χριστιανικό αίτημα της Κοινωνικής Δικαιοσύνης το δαιμονοποιούσε και το απέδιδε, όταν προβαλλόταν, στους κομμουνιστές και τους «συνοδοιπόρους» τους. Ένας από τους «συνοδοιπόρους» αυτούς ήταν και ο Νίκος Ψαρουδάκης και γενικά το Κίνημα της Χ.Δ., για την κατεστημένη Θεολογία, την θεραπαινίδα του συστήματος, προ και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Ως μη ειδικός για νομοκανονικά ζητήματα παραπέμπω στο βιβλίο του κ. Ανδρεόπουλου όπου με καθαρό και επιστημονικά θεμελιωμένο τρόπο αναλύονται. Θα προσπαθήσω να θίξω ορισμένα κομβικά, κατά τη γνώμη μου, σημεία της διάρκειας της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967:

Κατάλυση Συντάγματος και Ιεραρχίας

Οι πραξικοπηματίες, όπως κατέλυσαν το Σύνταγμα και τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας, έτσι κατέλυσαν και την κανονική και νόμιμη Ιεραρχία της Εκκλησίας. Όπως για το σχηματισμό της παράνομης Κυβέρνησης τους, βρήκαν πρόθυμους υποτακτικούς στο χώρο της Δικαιοσύνης, από όπου βρήκαν και τον πρώτο πρωθυπουργό τους, τον Κόλλια, στα ΑΕΙ, στον Τύπο, και στις Αδελφότητες, έτσι και για το σχηματισμό της αντικανονικής και παράνομης ΔΙΣ, βρήκαν πρόθυμους αρχιερείς και συνήγορους των ανομιών τους σε χριστιανικά Σωματεία, τα οποία ευλόγησαν το πραξικόπημα και το αναγόρευσαν εθνοσωτήριο. Ένα από αυτά έδωσε και τον δοτό Αρχιεπίσκοπο της χούντας, τον πρωθιερέα των ανακτόρων, Ιερώνυμο Κοτσώνη. Με τα δεδομένα αυτά η Ιεραρχία της Εκκλησίας, όπως και η Κυβέρνηση της χώρας, καταργήθηκαν από τη χούντα και κατά συνέπεια δεν μπορούσαν να δράσουν και να αντιδράσουν, ως Σώμα.

Όσοι αντιστάθηκαν

Τα μέλη της Ιεραρχίας, ως πρόσωπα πια, αντιμετώπισαν το πρόβλημα που αντιμετώπιζε κάθε πολίτης και ιδιαίτερα ο κάθε ταγός. Να αντισταθεί στην τυραννία ή να συμβιβαστεί και να την υπηρετήσει από φόβο, προσωπικό συμφέρον ή και ιδεολογική ταύτιση; Σε αυτό το δίλημμα είναι λυπηρό αλλά αληθινό ότι η πλειονότητα των Ιεραρχών δεν στάθηκε στο ύψος του ορθόδοξου χριστιανού ποιμένα, ο οποίος θυσιάζεται, αν χρειαστεί υπέρ του ποιμνίου του. Τιμητικές εξαιρέσεις ελάχιστες, γι’ αυτό και αξιομνημόνευτες. Οι μακαριστοί Κορίνθου Παντελεήμων, Πειραιώς Χρυσόστομος, Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος, ο νυν Αλβανίας Αναστάσιος. Σχετικά ο κ. Ανδρεόπουλος μας πληροφορεί αρκετά.

Ο απλός κλήρος, πάντα δέσμιος της δεσποτοκρατίας του ήταν δύσκολο να αντιδράσει. Τιμητικές πάλι εξαιρέσεις, ο π. Γεώργιος Πυρουνάκης, ο ιεροδιάκονος Τιμόθεος Λαγουδάκης, ο Ηρακλειώτης παπά Γαβαλάς, οι Σφακιανοί παπάδες, ο π. Χρήστος Χριστοδούλου, ο π. Σταμάτης Χατζηκυριάκος και άλλοι, πάντως ολίγοι. Τα χριστιανικά Σωματεία, στην καλύτερη περίπτωση ανέχθηκαν τη Δικτατορία, κατά κανόνα όμως την ευλόγησαν, την εξύμνησαν και την θεώρησαν δώρο Θεού!

Οι Θεολογικές Σχολές, ως Σώμα δεν αντέδρασαν κατά της χούντας, ούτε εξέδωκαν κάποια θέση συμπαράστασης σε διωκομένους φοιτητές. Αντίθετα, υπήρξαν μέλη τους που υπουργοποιήθηκαν και το χειρότερο ορισμένοι, που ήταν και επικεφαλής της ΠΕΘ, υπήρξαν οι ιδεολογικοί τροφοδότες της ΕΟΚΑ Β΄, εναντίον του λαοπρόβλητου προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, σε περίοδο που ο Αττίλας ήταν προ των πυλών και συνήργησαν έτσι στο άνοιγμα της κερκόπορτας στον εισβολέα, στις 20 Ιουλίου 1974!

Ν. Ψαρουδάκης και το φρόνημα του λαού

Τιμητική πάλι εξαίρεση στον εξεταζόμενο χώρο το Κίνημα της Χ.Δ. και ιδιαίτερα του ιδρυτού και προέδρου του, Νικολάου Ψαρουδάκη και των μελών του τότε Πολιτικού Γραφείου του Κινήματος και της Νεολαίας του καθώς και απλών μελών και φίλων του ανά την Ελλάδα.

Δεν είναι το θέμα μας η ιστορία της αντιδικτατορικής δράσης προσώπων και συλλογικοτήτων που αφετηρία και κίνητρο για την αντίστασή τους στη Δικτατορία είχαν τη χριστιανική τους πίστη και συνείδηση. Εκείνο όμως, που κατά την ταπεινή μου γνώμη πρέπει να μας μείνει είναι ότι ο λαός- Εκκλησία αγκάλιασε και ένιωσε δικούς του, αυτούς που αντιστάθηκαν. Το γεγονός ότι τα άρθρα του Ν.Ψ. στη «Χ» μεταδίδονταν κάθε δεκαπενθήμερο από την Ντόυτσε Βέλλε, ότι φοιτητές όλου του αντιδικτατορικού φάσματος, Κνίτες, Ρηγάδες, Ανδρεοπαπανδρεϊκοί, Κεντρώοι και Δεξιοί έρχονταν και έπαιρναν τη «Χ» από το τυπογραφείο για να τη διαδώσουν στα αμφιθέατρα και στα περίπτερα, ότι στις Λειτουργίες του παπά Πυρουνάκη, στον Άγιο Στέφανο, Αττικής, ο Ναός ήταν κατάμεστος και ότι όλοι μας κρεμόμασταν από τα χείλη του όταν κήρυττε τον υπέρ της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αντιτυραννικό λόγο του Ευαγγελίου, δείχνει ότι ο λαός- Εκκλησία υιοθέτησε το γνώριμό του, από την Ιστορία, αγωνιστικό εκκλησιαστικό φρόνημα που επιβεβαιώνει και επαληθεύει το «Ου Πνεύμα Κυρίου εκεί και ελευθερία» και απέρριψε τους συμβιβασμούς και τη συνεργασία με το δικτατορικό καθεστώς.

Έτσι - και τελειώνοντας - εμείς ως πιστός λαός, ως μέλη της Εκκλησίας, που είναι όχι ένας Θεσμός , αλλά το Σώμα του Χριστού, δεν πρέπει να την χαρίζομε σε κοσμικά σχήματα και πρόσωπα, που πολλές φορές λειτουργούν κατά τρόπο ασύμβατο με το αγιοτριαδικό Πνεύμα και υποτάσσονται στους εκάστοτε ισχυρούς του κόσμου. Γιατί η Εκκλησία, το Σώμα Χριστού, ούτε συμβιβάζεται, ούτε υποκύπτει σε τυράννους και τυραννίες. Αντίθετα, αποτελεί αστείρευτη πηγή ελευθερίας, από όλα τα δεσμά, πηγή ειρήνης και κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτή η Εκκλησία, η Μητέρα Εκκλησία, όχι μόνο δεν ευλογεί δυνάστες, αλλά στο Σχέδιο της είναι το «καθείλε δυνάστας από θρόνων και ύψωσε ταπεινούς…». Αυτής της Εκκλησίας ο Θεός μας αξίωσε να είμαστε μέλη της και αυτή δεν είχε και δεν ήταν δυνατόν να έχει καμμιά σχέση με τη Δικτατορία, και με κάθε εξουσία της αδικίας και της καταπίεσης του ανθρώπινου προσώπου.

Εύχομαι στον αγαπητό κύριο Χαράλαμπο Ανδρεόπουλο, να είναι καλά και να δημιουργεί και να μας προσφέρει έργα του, όπως το σημερινό βιβλίο του.


_________________________________

* Ο κ. Μανώλης Μηλιαράκης είναι επίτιμος Πρόεδρος της «Χριστιανικής Δημοκρατίας». Το άρθρο του αυτό δημοσιεύεται στην εφημ. "Χριστιανική" (25.01.2018, φυλ. 1002). Εκ των ιδρυτικών μελών το 1962 της «Ελληνικής Χριστιανοδημοκρατικής Οργάνωσης Νέων» (Ε.Χ.Ο.Ν, νεολαία της Χ.Δ.), σπούδασε Φυσικός στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και την εποχή της δικτατορίας ήταν υπεύθυνος του εκπαιδευτικού ρεπορτάζ της εφημ. «Χριστιανική».






Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Παρουσιάσθηκε στην Αθήνα το βιβλίο του Χάρη Ανδρεόπουλου «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974- Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση»

Σε μια από τις πλέον σκοτεινές και δυσερμήνευτες περιόδους της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας αναφέρεται το βιβλίο του Λαρισαίου θεολόγου καθηγητή, δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ κ. Χαράλαμπου (Χάρη) Ανδρεόπουλου, μια επιστημονική πραγματεία που έρχεται να ρίξει φως στις σχέσεις της διοικούσας Εκκλησίας και της Πολιτείας της περιόδου 1967 - 1974, όπως αυτές διαμορφώθηκαν υπό το κράτος της εγκαθιδρυθείσας την 21η Απριλίου 1967 επτάχρονης δικτατορίας. Το βιβλίο παρουσιάσθηκε σε εκδήλωση που διοργάνωσε η εφημερίδα «Χριστιανική» με αφορμή την συμπλήρωση εφέτος των 50 χρόνων από την επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967 και η οποία πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή πλήθους κόσμου το βράδυ της περασμένης Παρασκευής (01.12.2017) στο βιβλιοπωλείο «Εν Πλω», στην Αθήνα.


Για το βιβλίο, το οποίο τιτλοφορείται «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974-Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Επίκεντρο» της Θεσσαλονίκης, μίλησαν ειδικοί επιστήμονες από τον χώρο της νομικής και θεολογικής επιστήμης καθώς και εκπρόσωπος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών εξαίροντας το περιεχόμενό του, καθώς και την μεθοδικότητα και επιστημονική συνέπεια του συγγραφέα.




ΟΜΙΛΙΕΣ

Ο πρώτος των ομιλητών κ. Γεώργιος Ιατρού, δικηγόρος, δρ. Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής του ΕΚΠΑ υποστήριξε ότι «η προκειμένη πραγματεία αποτελεί πρωτότυπη εργασία δεδομένου ότι δεν διστάζει να καταπιασθεί με ένα θέμα που πενήντα χρόνια μετά εξακολουθεί να αποτελεί “σημείον αντιλεγόμενον” και να παρουσιάζεται συνήθως μονομερώς και ανεπαρκώς προκειμένου να εξωραϊσθούν ή να καταδικασθούν πρόσωπα, καταστάσεις και ενέργειες της περιόδου αυτής». Ο ομιλητής ανέφερε ότι σκοπός του συγγραφέα είναι η εξέταση, κατανόηση και ανάδειξη των αιτίων και των διαδικασιών μέσω των οποίων η Εκκλησία της Ελλάδος επηρεάσθηκε, συμμετείχε, έδρασε και επέδρασε στις πολιτικές εξελίξεις υπό το κράτος της επτάχρονης δικτατορίας. Ιδίως δε στο ζήτημα της διαμόρφωσης των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας την ταραχώδη εκείνη περίοδο, κεντρική θέση κατέχουν (τα απαντώμενα στη μελέτη) ερωτήματα σχετικά με το «πως;» και το «γιατί;» οι πολιτειοκρατικές επιδιώξεις της ηγεσίας της δικτατορίας βρήκαν ελεύθερο πεδίο δράσεως στον εκκλησιαστικό χώρο. Ο κ. Ιατρού επεσήμανε ότι «ο συγγραφέας με την εναργή και λεπτομερή από νομοκανονικής και θεολογικής πλευράς ανάπτυξη του υλικού του προσφέρει εφαλτήριο περαιτέρω αναζητήσεων για όποιον επιθυμεί να εμβαθύνει με μεθοδικότητα και επιστημονική συνέπεια, όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας πράττει, σε μια περίοδο της νεότερης εκκλησιαστικής και πολιτικής ιστορίας μας η οποία αφήνει, όσο μάλιστα παρέρχεται ο χρόνος, πολλά περιθώρια ακόμη να αποκωδικοποιηθούν και να προβληθούν πτυχές της, που έως σήμερα παραμένουν ανέγγιχτες». 

Ο δεύτερος ομιλητής κ. Ανδρέας Αργυρόπουλος, θεολόγος (M.Th) - συγγραφέας και διευθυντής Γυμνασίου, ανάφερε ότι η μελέτη φωτίζει πολλές και σημαντικές, πλην αποσιωπημένες μέχρι σήμερα, πτυχές της ιστορικής αυτής περιόδου (1967-1974) οι οποίες αφορούν είτε στις ευθύνες που βαρύνουν ανωτάτους κυρίως κληρικούς για τη σύμπλευση της τότε εκκλησιαστικής διοίκησης με το δικτατορικό καθεστώς, είτε στην αντίσταση που προέβαλλαν ιεράρχες της εποχής, και κυρίως, όπως επισημάνθηκε στη διάρκεια της συζήτησης που επακολούθησε, οι Μητροπολίτες Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος Νικολάου και Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης οι οποίοι μέσω των δικαστικών προσφυγών τους, πέτυχαν την αποδόμηση και εν τέλει την κατάλυση του αντικανονικού συστήματος διοικήσεως που είχε τότε επιβληθεί επί αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου Α΄ (Κοτσώνη). Ο κ. Αργυρόπουλος αναφέρθηκε, επίσης, στην αντιστασιακή δράση κληρικών, όπως ο τότε Επίσκοπος Ανδρούσης (και νυν Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας) Αναστάσιος Γιαννουλάτος που μαζί με τον π. Γεώργιο Πυρουνάκη και τον διάκονο Τιμόθεο Λαγουδάκη στάθηκαν στο πλευρό των συλληφθέντων φοιτητών της Νομικής, ενώ ιδιαίτερη μνεία έκανε στους αγώνες της «Χριστιανικής Δημοκρατίας» και του Προέδρου της Νίκου Ψαρουδάκη εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος και της τότε διορισμένης – και γι΄ αυτό αντικανονικής - εκκλησιαστικής ηγεσίας υπό τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο Α’ (Κοτσώνη). Τέλος, εκτίμησε ότι 50 χρόνια μετά τη δικτατορία ήλθε πλέον ο καιρός για μια επίσημη διακήρυξη συγγνώμης εκ μέρους της διοικούσας Εκκλησίας, για την πολιτική και ιδεολογική στήριξη που παρείχε στο δικτατορικό καθεστώς η διορισμένη, αντικανονική «Αριστίνδην» Ιερά Σύνοδος του 1967, καθώς, όπως τόνισε, επρόκειτο για μια συμπόρευση απολύτως ασύμβατη με το Ευαγγέλιο. 






ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ


Ακολούθησε σύντομος χαιρετισμός του εκπροσώπου του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου Β΄ και συγκεκριμένα του πανοσιολογιωτάτου αρχιμανδρίτου π. Σιλουανού Ιωάννου. Ο π. Σιλουανός, αφού εξήγησε την αδυναμία του κ. Ιερωνύμου να παρευρεθεί - παρότι θα το ήθελε - λόγω της χοροστασίας του την ίδια ώρα στον πανηγυρικό εσπερινό στο Μήλεσι της Αττικής για την εορτή του Οσίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου, μετέφερε τις ευχές του Μακαριωτάτου κ. Ιερωνύμου για επιτυχία στην εκδήλωση καθώς τα συγχαρητήριά του προς τον συγγραφέα για τη «νηφάλια προσέγγιση και τον επιστημονικό τρόπο» με τον οποίο πραγματεύθηκε τη μελέτη του.


***



Ο Πρόεδρος της «Χριστιανικής Δημοκρατίας», δικηγόρος κ. Γιάννης Ζερβός κλείνοντας την συζήτηση και συνοψίζοντας τα συμπεράσματα ανέφερε ότι η εκδήλωση ήταν από τις καλύτερες που έχει διοργανώσει η εφημερίδα «Χριστιανική», χαρακτηρίζοντας υψηλό τόσο το επίπεδο των εισηγήσεων, όσο και του επακολουθήσαντος διαλόγου. Παράλληλα ευχαρίστησε τον συγγραφέα για την ουσιαστική συμβολή του στην ανάδειξη των όσων έγιναν την περίοδο της δικτατορίας έχοντας ταλαιπωρήσει την Εκκλησία και σκανδαλίσει τους πιστούς επί δεκαετίες. Αναφερόμενος στη μελέτη είπε ότι αυτή ως ένα καθαρά επιστημονικό πόνημα υπερβαίνει τις στρατευμένες απλουστεύσεις για τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν τόσο κατά την παπαδοπουλική, όσο και την ιωαννιδική περίοδο δίδοντας έρεισμα για περαιτέρω έρευνα και εξαγωγή συμπερασμάτων. Τέλος, σχολιάζοντας αναφορές του συγγραφέα, τις οποίες ανέδειξε και η συζήτηση, ότι πολλοί από τους εμπλεκομένους στις αντικανονικές παρεκκλίσεις ιεράρχες ήταν αμέμπτου ηθικής, ο κ. Ζερβός, συμπερασματικώς, ετόνισε, ότι «το εκκλησιαστικό ήθος είναι πολύ ευρύτερο από ένα κώδικα ατομικής ηθικής που είναι διατεθειμένος να συνυπάρξει με ένα τυραννικό καθεστώς και σε τελευταία ανάλυση να παραβιάζει τους Κανόνες της Εκκλησίας». 


***


ΠΡΟΛΟΓΟΣ Ι.Μ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ

Σημειώνεται ότι το βιβλίο προλογίζει ο ομ. καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης, σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Εως σήμερα, έχουν γραφεί πολλά και από πολλούς για όψεις και ζητήματα της περιόδου αυτής. Το πρώτον όμως επιχειρείται με την παρούσα διατριβή η συνολική και συστηματική περιγραφή και αποτίμηση της περιόδου αυτής. Η άρτια και λεπτολόγος συγκέντρωση του υλικού, η αναλυτική εκδίπλωσή του, η παρουσίαση όλων των έως σήμερα εξενεχθεισών απόψεων επιμέρους ζητημάτων και η κριτική θεώρησή τους, με οξυδέρκεια και ευθυκρισία, αποτελούν ένα εγχείρημα το οποίο απαιτεί μεγάλη επιμέλεια, άριστη γνώση του πλήθους των πηγών και της βιβλιογραφίας, εδραία επιστημονική κατάρτιση και αντικειμενική κρίση. Τα προαπαιτούμενα αυτά πληροί η συγγραφή του κ. Ανδρεόπουλου έτσι, ώστε η μετά χείρας διατριβή όχι μόνο να αποτελεί ένα έργο-σταθμό για την εκκλησιαστική ιστορία, αλλά και εφαλτήριο για περαιτέρω αναζητήσεις σε συναφείς κλάδους, όπως το εκκλησιαστικό δίκαιο ή/και η πολιτική ιστορία του τόπου μας». 


***

Αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο συγκαταλέχθηκε από την τρέχουσα ακαδημαϊκή χρονιά (2017-2018) στην κατηγορία των επιστημονικών συγγραμμάτων (υπηρεσία διαχείρισης συγγραμμάτων «ΕΥΔΟΞΟΣ») ως εγχειρίδιο διδασκαλίας σε ΑΕΙ (στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών / Τμήμα Ιερατικών Σπουδών, ανάμεσα στα επιλεγόμενα συγγράμματα για το μάθημα του 4ου – εαρινού – εξαμήνου "Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος" ).

***

* Μετά τις εορτές του Νέου Έτους το βιβλίο θα παρουσιασθεί σε ανάλογες εκδηλώσεις στη Θεσσαλονίκη, στη Λάρισα, κ.α., για το ευρύ κοινό, ενώ έχουν προγραμματισθεί, κατόπιν σχετικών προσκλήσεων, και παρουσιάσεις για φοιτητές σε συνεργασία με καθηγητές των τομέων Ιστορίας των Τμημάτων Θεολογίας του ΕΚΠΑ και του ΑΠΘ. 







Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

Χ. Ανδρεόπουλος, H Eκκλησία κατά τή δικτατορία 1967 - 1974 (Πρόλογος και περιεχόμενα του βιβλίου)


Χαράλαμπος (Χάρης) Aνδρεόπουλος, Μ., H Eκκλησία κατά τή δικτατορία 1967 - 1974: Ιστορική καινομοκανονική προσέγγιση, εκδόσεις «Επίκεντρο», Θεσσαλονίκη, 2017 (σσ. 424). ISBN: 978-960-458-311-9.

Από τον πρόλογο του βιβλίου:


Αντικείμενο της παρούσας μελέτης, η οποία εκπονήθηκε στο πλαίσιο της υπό τον τίτλο «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στην Ελλάδα κατά την Επταετία (1967-1974)» διδακτορικής μου διατριβής στο Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ. στο οποίο και εγκρίθηκε τον Απρίλιο του 2016, είναι η εξέταση, κατανόηση και ανάδειξη των αιτίων και των διαδικασιών μέσω των οποίων η Εκκλησία της Ελλάδος επηρεάσθηκε, συμμετείχε, έδρασε και επέδρασε στις πολιτικές εξελίξεις υπό το κράτος της επτάχρονης δικτατορίας 1967-1974. Επιχειρώντας να υπηρετήσω τον σκοπό της περαιτέρω εμβαθύνσεως της επιστημονικής έρευνας στο πεδίο των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας και ειδικά την περίπτωση που τις σχέσεις αυτές σκίαζε, κατά την περίοδο που ερευνάται, ένα ανελεύθερο καθεστώς, κινήθηκα με βασικό άξονα διαπραγματεύσεως την εξειδικευμένη και συστηματική ανάλυση των πολιτικών και εκκλησιαστικών παραμέτρων που συνθέτουν συνδυαστικά το πρόβλημα. Ένα πρόβλημα ιδιαιτέρως «ακανθώδες» για το γεγονός και μόνο ότι αφορά σε μια λίαν επώδυνη για τη χώρα μας περίοδο της σύγχρονης ιστορίας, της οποίας πολλά τραύματα – σε θεσμούς (όπως στον εκκλησιαστικό, κυρίως, και στον πολιτειακό, εν μέρει), αλλά και σε πρόσωπα – δεν έχουν ακόμη επουλωθεί. Για τους λόγους αυτούς καταβλήθηκε προσπάθεια να αποφευχθεί η φορτισμένη προσέγγιση του ζητήματος σχετικά με τη θέση και τη σχέση της Εκκλησίας με το συγκεκριμένο καθεστώς. Χωρίς, φυσικά, αυτό να σημαίνει αποφυγή της κριτικής προσεγγίσεως ή διάθεση «ουδετεροποιήσεώς» μας απέναντι σε γεγονότα και πρόσωπα που σημάδεψαν την περίοδο αυτή της σύγχρονής μας ιστορίας.

Στον σκοπό της εργασίας μας δεν υπήρξε επ’ ουδενί η πρόθεση να «δικάσουμε» – πολλώ δε μάλλον να «καταδικάσουμε» – τη θεσμική Εκκλησία και τους εκπροσώπους της για τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους στη περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Βούλησή μας ήταν να μελετήσουμε επισταμένως τις ιστορικές και νομοκανονικές διαστάσεις του θέματος και να καταλήξουμε σε τεκμηριωμένα και, όσο είναι εφικτό, αντικειμενικά συμπεράσματα που θέτουν το ζήτημα στις πραγματικές του διαστάσεις, εξηγούν τους λόγους συγκεκριμένων συμπεριφορών, παίρνουν θέση σε θέματα αμφιταλαντευόμενα, ρευστά, «επικίνδυνα», ερμηνεύουν κείμενα και ψηλαφούν ιστορικές περιόδους εντός των οποίων διαχέεται το όλο πρόβλημα. Σε αντίθεση με μερίδα συγγραμμάτων για το «Εκκλησιαστικό πρόβλημα» τα οποία, υπηρετώντας τους στόχους μιας στρατευμένης εκκλησιαστικής ιστοριογραφίας, επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στη δεύτερη φάση της δικτατορίας (25.11.1973 -23.07.1974) μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους του προβλήματος στα γενόμενα επί αρχιεπισκοπείας Σεραφείμ (Τίκα) και εντεύθεν, η παρούσα μελέτη, ως οφειλόμενο επιστημονικό χρέος του συντάκτου της, προσεγγίζει το θέμα ολιστικά˙ σ’ όλη την έκταση και σ’ όλο το βάθος του προβλήματος.

Σε τούτη την εργασία θεωρούμε ως ιστορική αφετηρία του «Εκκλησιαστικού προβλήματος» τα γεγονότα του Μαΐου του 1967 που είναι αυτά τα οποία συνθέτουν την απαρχή του. Πρόκειται για τις συνδυασμένες επιθετικές παρεμβάσεις του δικτατορικού καθεστώτος που κατέλυσαν την κανονική τάξη στο επίπεδο της εκκλησιαστικής ηγεσίας και εκδηλώθηκαν σε διάστημα μικρότερο του μηνός (Μαΐου του ’67), σε τρεις διαδοχικές φάσεις: πρώτον, με την αντικανονική απομάκρυνση του τότε Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄ (Χατζησταύρου), δεύτερον, με τη σύσταση και τον διορισμό 8μελούς «Αριστίνδην» Ιεράς Συνόδου δια της οποίας εξουδετερώθηκε η (56μελής εκείνη την εποχή) κανονική Ιεραρχία, και, τρίτον, με την αντικανονική – μέσω της διορισμένης «Αριστίνδην» Συνόδου – ανάρρηση στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του αρχιμανδρίτου και καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Ιερωνύμου Κοτσώνη. Όσον αφορά στο ειδικότερο εκκλησιαστικό «Πρόβλημα των “12”» (εκπτώτων, «ιερωνυμικών» λεγομένων, Μητροπολιτών), το οποίο ως πτυχή του ευρύτερου «Εκκλησιαστικού προβλήματος» απετέλεσε ιδιαίτερη αφορμή εντάσεων στον χώρο της Εκκλησίας μέχρι τα πρόσφατα χρόνια (1990 - 1996), πράγματι, δημιουργήθηκε στη δεύτερη φάση (Ιούνιος - Ιούλιος 1974) της δικτατορίας και επί αρχιεπισκοπείας Σεραφείμ (Τίκα), στον οποίο καταλογίζονται και οι σχετικές ευθύνες για τον ατυχή χειρισμό του. Και αυτό, όμως, το ειδικότερο πρόβλημα, δεν προήλθε εκ «παρθενογενέσεως» – όπως, στο πλαίσιο της προαναφερθείσης στρατευμένης εκκλησιαστικής ιστοριογραφίας, επιχειρείται να εμφανισθεί, είτε με αποσιωπήσεις, είτε με στρεβλώσεις γεγονότων της εποχής – αλλά ως προέκταση και συνέπεια των νομοκανονικών προβλημάτων τα οποία επεσώρευσε η πρώτη φάση της δικτατορίας (1967 - 1973), επί αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου Α΄ (Κοτσώνη).

Στο ζήτημα της διαμορφώσεως των σχέσεων της Εκκλησίας και της τελούσης υπό δικτατορικό καθεστώς Πολιτείας κατά την περίοδο της Επταετίας, κεντρική θέση κατέχουν ερωτήματα, όπως σχετικά με το «πώς;» και το «γιατί;» οι πολιτειοκρατικές επιδιώξεις της ηγεσίας της δικτατορίας βρήκαν ελεύθερο πεδίο δράσεως στον εκκλησιαστικό χώρο. Στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής επιχειρείται η απάντηση καίριων ερωτημάτων, όπως:

Για ποιον λόγο και στη βάση ποίων σκοπιμοτήτων ο συνταγματάρχης Γ. Παπαδόπουλος και οι υπ’ αυτού πραξικοπηματίες επιχείρησαν αρχικώς να οδηγήσουν σε παραίτηση τον νόμιμο και κανονικό αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο (Χατζησταύρου), και εν τέλει, τεχνηέντως, να τον κηρύξουν έκπτωτο από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο, για να ανέλθει εν συνεχεία σ’ αυτόν δι’ εκλογής υπό της διορισμένης «Αριστίνδην» Συνόδου ο πρωθιερεύς των Ανακτόρων –και πανεπιστημιακός καθηγητής του Κανονικού Δικαίου– αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης;

Ποιες ήταν οι αιτίες που προκάλεσαν την κατάρρευση του συστήματος διοικήσεως του Ιερωνύμου (Κοτσώνη) και την πτώση του ιδίου, τότε Αρχιεπισκόπου, τον Δεκέμβριο του 1973 από τον θρόνο του; Ποιοι αρχιερείς διαφοροποιήθηκαν από την πολιτική του Ιερωνύμου και με τις συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και δράσεις τους έπαιξαν τον καθοριστικό ρόλο για την έκβαση αυτή; Ισχύει η εν πολλοίς επικρατούσα στην κοινή γνώμη αντίληψη ότι τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο (Κοτσώνη) ανέτρεψε ο Ιωαννίνων και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ (Τίκας), ή πρόκειται περί πλάνης, περί εδραιωμένου μύθου;

Για ποιον λόγο και σκοπό στη δεύτερη φάση της δικτατορίας ο «αόρατος δικτάτωρ» ταξίαρχος Δημ. Ιωαννίδης προσεταιρίσθηκε τον τότε Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκα) για να ορκίσει όλως αντικανονικώς τον Στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη ως «Πρόεδρο της Δημοκρατίας» και τον Αδαμ. Ανδρουτσόπουλο ως «Πρωθυπουργό» και εν συνεχεία να τον επιβάλλει με την αντικανονική μέθοδο του «τριπροσώπου» δελτίου ως νέο Αρχιεπίσκοπο της Εκκλησίας της Ελλάδος;

Ιδιαίτερης σημασίας ζήτημα είναι και αυτό της διαταραχθείσης, κατά το διάστημα της Επταετίας, νομοκανονικής σχέσεως της ελλαδικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο με την επιχειρηθείσα απομείωση των κανονικών δικαιωμάτων του στην ελληνική επικράτεια μέσω της καταστρατηγήσεως των πατριαρχικών κειμένων (του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928) που περιγράφουν και ορίζουν το πλαίσιο της κανονικής τους ενότητας. Για ποιους λόγους και πώς καταστρατηγήθηκαν από την Εκκλησία επί αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου (1967-1973) –συνεργούντος και του δικτατορικού καθεστώτος– αυτές οι πατριαρχικές διατάξεις; Ποιοι ήταν οι απώτεροι στόχοι αυτής της «αντιπατριαρχικής» πολιτικής; Και γιατί μόλις άλλαξε, με το νοεμβριανό (1973) (αντι-) πραξικόπημα του Δημ. Ιωαννίδη, το πολιτικό σκηνικό και δι’ αυτού και το εκκλησιαστικό, ανελθόντος στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του Σεραφείμ, επιδιώχθηκε και συντελέσθηκε άμεσα η αποκατάσταση και ομαλοποίηση των σχέσεων Αθηνών – Κωνσταντινουπόλεως;

Mια αντικειμενική, με επιστημονικές προϋποθέσεις και προδιαγραφές, έρευνα οφείλει εν προκειμένω να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν και να συνεκτιμήσει όλα εκείνα τα γεγονότα που θα μπορούσαν να δώσουν απαντήσεις στα εν λόγω θεμελιώδη ερωτήματα, να λύσουν συνεπακόλουθες, συναφείς με το θέμα και τα σχετικά ζητήματα, απορίες και να οδηγήσουν στην εξαγωγή τεκμηριωμένων συμπερασμάτων. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε και στόχευσε η ανάλυση των στοιχείων που διαπραγματευθήκαμε και η συστηματική θεώρησή τους επιδιώκοντας να εισφέρει χρήσιμο υλικό που θα φωτίσει έτι περαιτέρω τις επιμέρους πτυχές που διαμόρφωσαν αυτή τη σχέση, δημιούργησαν δε και συντήρησαν μέχρι και πρότινος το λεγόμενο – απότοκο της Επταετίας – «Εκκλησιαστικό πρόβλημα». Στόχος μας είναι αυτά τα συμπεράσματα που έχουν προκύψει ν’ αποτελέσουν συμβολή στον προβληματισμό για την παθολογία των σχέσεων Εκκλησίας και δικτατορίας και τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώθηκε η σχέση αυτή στη διάρκεια της Επταετίας.

Το θέμα που πραγματευόμαστε προσφέρεται και για προβληματισμό στο σήμερα, σε μια εποχή κατά την οποία το ευρύτερο ζήτημα των σχέσεων της Εκκλησίας με την Πολιτεία εμφανίζεται στο προσκήνιο με αξιοζήλευτη περιοδικότητα αποτελώντας – το τελευταίο διάστημα όλο και συχνότερα, όλο και εντονότερα – θέμα «ημερησίας διατάξεως» στην ατζέντα του δημοσίου διαλόγου. Οι απαιτήσεις τόσο της επιστημονικής προσεγγίσεως του ζητήματος, όσο και οι ανάγκες του δημοσιογραφικού ρεπορτάζ και της σχετικής αρθρογραφίας, καθιστούν αναγκαία την προσφυγή σε ιστορικές πηγές αναφορικά με θέματα που αφορούν στο πλαίσιο των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από τη μεταπολεμική περίοδο και εντεύθεν μέχρι το εξεταζόμενο διάστημα της Επταετίας, αλλά και μεταγενέστερα καθώς τα νομοκανονικής φύσεως προβλήματα που τότε δημιουργήθηκαν «εκτονώθηκαν» μεν σε μεγάλο βαθμό στη μεταπολίτευση, κραδασμοί τους, όμως, εκδηλώθηκαν και στη σύγχρονη περίοδο (1990 – 1996). Ελπίζουμε η παρούσα ιστορική και νομοκανονική μελέτη να συμβάλλει στην κάλυψη αυτών των απαιτήσεων, να συνδράμει σ’ αυτές τις ανάγκες. Είναι προφανές ότι η ανά χείρας έκδοση δεν φιλοδοξεί να εξαντλήσει το θέμα παρά να εμπλουτίσει τη σχετική βιβλιογραφία και να δώσει αφορμές για περαιτέρω διάλογο στο επίκαιρο πολιτικά, όσο και ενδοεκκλησιαστικά, θέμα των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας.
Χ. Ανδρεόπουλος



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ Μ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Μ Ε Ρ Ο Σ Α΄
Όψεις σχέσεων κράτους και εκκλησίας προ και κατά την περίοδο
της «Επταετίας»
1. Ιστορική επισκόπηση
2. Η μεγάλη κρίση στην Εκκλησία στις αρχές της 10ετίας του ’60
3. Το «Πιστεύω» της 21ης Απριλίου
4. Η στάση της Εκκλησίας
5. Οι θρησκευτικές οργανώσεις
6. Η στάση των Αρχιεπισκόπων Ιερωνύμου Kοτσώνη και Σεραφείμ Τίκα
έναντι των χριστιανικών οργανώσεων
7. Οι αντιλήψεις του καθεστώτος της 21ης Απριλίου και της Εκκλησίας περί
«μεσσιανιστικής» αποστολής
Μ Ε Ρ Ο Σ Β΄
Η α΄ φάση της δικτατορίας (1967-1973)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΟΙ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
1. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις για τον διοικητικό έλεγχο της Εκκλησίας
2. Η «Αριστίνδην» Ιερά Σύνοδος:
α) Ίδρυση
β) Δράση
γ) Κατάληξη
3. Η απομάκρυνση του νομίμου και κανονικού Αρχιεπισκόπου
Χρυσοστόμου Β΄ (Χατζησταύρου)
4. Η εκλογή του αρχιμανδρίτου Ιερωνύμου Κοτσώνη ως Αρχιεπισκόπου
5. Οι εκλογές και χειροτονίες νέων αρχιερέων
α) Οι 29 νέοι επαρχιούχοι Μητροπολίτες (1967-1971)
β) Οι 6 νέοι τιτουλάριοι Επίσκοποι (1967-1972)
6. Τα προβλήματα ως προς την κανονικότητα εκλογής των
νέων αρχιερέων
α) Εκλογή Μητροπολιτών σε μη κανονικώς χηρεύουσες Μητροπόλεις
β) Εκλογή Μητροπολιτών σε κανονικώς χηρεύουσες Μητροπόλεις
7. Θεσμοθέτηση θέσεως «Αρχιερέως των Ενόπλων Δυνάμεων»
8. Η Συντακτική Πράξη Δ΄/1967
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΚΑΘΑΡΣΗ» ΚΑΙ Η ΡΗΞΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ
ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΙΑ
1. Ο Α.Ν. 214/1967. Διώξεις παλαιών αρχιερέων
2. Οι κατά τη διάρκεια της Επταετίας 16 αντικανονικώς
απομακρυνθέντες αρχιερείς
α) Οι κηρυχθέντες έκπτωτοι
β) Οι εξαναγκασθέντες σε παραίτηση
γ) Οι «αυτοδικαίως» απομακρυνθέντες λόγω ηλικίας
και χρόνου υπηρεσίας
3. Οι «ανεπιθύμητοι»: Ο Ελασσώνος Ιάκωβος (Μακρυγιάννης),
το πρώτο θύμα
4. Η αποπομπή του Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος (Παπαγεωργίου)
5. Η ρήξη ανάμεσα στον Αρχιεπίσκοπο και τον Βασιλιά
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Η ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ
ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΝΟΜΩΝ
1. Το ζήτημα της διακρίσεως των Ιερών Κανόνων σε δογματικούς
και διοικητικούς
2. Ο αντιπερισπασμός της Κυβερνήσεως: Η πρόφαση περί αφαιρέσεως της
επικλήσεως της Αγ. Τριάδος στο νέο «Σύνταγμα» (1968)
3. Η διατήρηση της διακρίσεως των Ιερών Κανόνων στη Νομοθεσία
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Ο ΝΕΟΣ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ (1969)
1. Οι ρυθμίσεις για τη διοικητική αυτοτέλεια της Εκκλησίας της Ελλάδος
2. Οι αρχιεπισκοπικές αντιφάσεις
3. Ο πολιτικός έλεγχος της εκκλησιαστικής διοικήσεως
4. Παρεμβάσεις της δικτατορίας σε θέματα προσλήψεων εκκλησιαστικών
υπαλλήλων και επιλογής εκκλησιαστικών συμβουλίων
5. Καταστατικός Χάρτης (1969) και Οικουμενικό Πατριαρχείο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ
1. Το νομοκανονικό πλαίσιο της σχέσεως Πατριαρχείου – ελλαδικής
Εκκλησίας
2. Η απορρύθμιση των σχέσεων
3. Η καταστρατήγηση των Πατριαρχικών Πράξεων
4. Οι αντιδράσεις του Πατριαρχείου και Μητροπολιτών για τον νέο
Καταστατικό Χάρτη
α) Οι παρεμβάσεις του πατριάρχη Αθηναγόρα προς Αρχιεπίσκοπο
και Κυβέρνηση
β) Η εξουδετέρωση των Πατριαρχικών Πράξεων στον νέο
Καταστατικό Χάρτη (1969)
γ) Αντιδράσεις εντός της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος
δ) Η ανακληθείσα παραίτηση του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου
5. Διεργασίες περί αρχιεπισκοπικής διαδοχής
6. Η ακύρωση της συνθέσεως της Δ.Ι.Σ. στο Σ.τ.Ε
7. Αίτημα Μητροπολιτών περί επαναφοράς της ισχύος των Πατριαρχικών
Πράξεων
8. Η τελευταία στήριξη της στρατιωτικής Κυβερνήσεως προς τον
αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΑΛΕΥΘΕΙΣΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ
1. H Ιεραρχία υπερψηφίζει τη συγκρότηση της νέας Δ.Ι.Σ.
με τη σειρά των πρεσβείων
2. Αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος στην Ιεραρχία
της 10ης Μαΐου 1973
3. Αντιδράσεις κατά της αποφάσεως της Ιεραρχίας. Προσφυγή στο Σ.τ.Ε.
κατά της συνθέσεως του σώματος των εκλεκτόρων και του τρόπου
εκλογής της νέας Δ.Ι.Σ
4. Απόρριψη της προσφυγής. Νομική κατοχύρωση της νέας Δ.Ι.Σ
5. Ανοικτή «έκκληση» Μητροπολίτου προς Γ. Παπαδόπουλο για
στήριξη Ιερωνύμου. Η σφοδρή αντίδραση της Δ.Ι.Σ
6. Πολιτικές εξελίξεις και νέα δεδομένα. Η Κυβέρνηση Μαρκεζίνη
7. Η παραίτηση του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου (Κοτσώνη)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΚΟΤΣΩΝΗΣ.
ΜΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ
1. Η άνοδος, η θητεία και η πτώση του (1967-1973)
2. Η πολιτική του Ιερωνύμου σε σχέση με το Πατριαρχείο
3. Ο Ιερώνυμος ως Πρόεδρος της Ιεραρχίας. Οι επιτυχίες του σε έργα,
οι αποτυχίες του στον τρόπο ασκήσεως της εξουσίας
Μ Ε Ρ Ο Σ Γ΄
Η β΄ φάση της δικτατορίας (1973-1974)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟ (ΚΟΤΣΩΝΗ) ΣΤΟΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ (ΤΙΚΑ)
1. Η νέα πολιτική κατάσταση. Διεργασίες για την ανάδειξη
νέας εκκλησιαστικής ηγεσίας
2. Η συγκρότηση της «Πρεσβυτέρας Ιεραρχίας»
3. H αντίδραση των αποκλειομένων από την «Πρεσβυτέρα Ιεραρχία»
Μητροπολιτών
4. Η εκλογή του μητροπολίτου Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκα)
ως νέου Αρχιεπισκόπου
5. Η κατ’ οικονομίαν αντιμετώπιση των παραπτωμάτων του
αρχιεπισκόπου πρώην Αθηνών Ιερωνύμου
α) Η αναγνώριση του Ιερωνύμου ως Αρχιεπισκόπου πρώην Αθηνών
β) Η κοίμηση του Ιερωνύμου (1988) και η διαθήκη του
6. Η κρίση της κανονικότητος εκλογής των αναδειχθέντων επί
αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου αρχιερέων
7. Η περίπτωση του Φλωρίνης: Η πρώτη και συμβολική αναγνώριση
εκλογής του Μητροπολίτου που εναντιώθηκε ανοικτά στον
αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο
8. Η αναγνώριση των 23 εκ των 29 επί αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου
εκλεγέντων αρχιερέων
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Η ΙΔΡΥΣΗ ΝΕΩΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΝ, Η ΑΛΛΑΓΗ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΩΝ
ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ
1. Η ίδρυση των οκτώ (8) νέων Μητροπόλεων
α) Τα νομοκανονικά προβλήματα στον Ν.Δ. 411/74
2. Οι ένδεκα νέοι Μητροπολίτες
3. Η κλιμάκωση των αντιπαραθέσεων
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ «12»
1. Ιούνιος 1974: Η αντιπαράθεση στα άκρα
2. Ανάκληση αρχικών αναγνωρίσεων για 20, επικύρωση κανονικότητος
για 9 και εκθρόνιση για 10 νέους και 2 παλαιούς Μητροπολίτες
3. Οι καταδικαστικές αποφάσεις για τους «12»
4. Οι διάδοχοι των εκθρονισθέντων
5. Η «αλήθεια δια το “Εκκλησιαστικόν Ζήτημα”»: Η εκδοχή της Ιεραρχίας
6. Απονομή «ψιλών» τίτλων στους εκθρονισθέντες Μητροπολίτες
7. Προσπάθειες καταλλαγής
8. Η σιωπηρή αναγνώριση των άνευ οριστικής κρίσεως 10 Μητροπολιτών
9. Αποτίμηση και κριτική ερμηνεία της καταδίκης των «12»
Μ Ε Ρ Ο Σ Δ΄
Η Εκκλησία στη Μεταπολίτευση
1. Ο Κων. Καραμανλής και ο Σεραφείμ (Τίκας) ως θεμελιωτές του
εκδημοκρατισμού της θεσμικής Εκκλησίας
Ο νέος Καταστατικός Χάρτης
2. Συνταγματική και νομοθετική προστασία των Πατριαρχικών
Πράξεων (1850/1928)
3. Οι πρώτες μεταπολιτευτικές απόπειρες για την επίλυση του
εκκλησιαστικού προβλήματος:
α) Ενέργειες από πλευράς της Πολιτείας
β) Ενέργειες εκ μέρους της Εκκλησίας
4. Το θέμα των «12» στο Οικουμενικό Πατριαρχείο
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ – ΣΥΝΟΨΗ
SUMMARY
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΡΧΕΙΑ – ΠΡΑΚΤΙΚΑ
ΠΗΓΕΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ
ΜΕΛΕΤΕΣ
ΑΡΘΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΡΩΝ

* Ο Χαράλαμπος Ανδρεόπουλος γεννήθηκε και ζει με την οικογένειά του στη Λάρισα. Υπηρετεί στη Β/θμια εκπαίδευση ως θεολόγος καθηγητής. Είναι διδάκτωρ Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Α.Π.Θ. και μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στη μελέτη θεμάτων της σύγχρονης πολιτικής και εκκλησιαστικής ιστοριογραφίας. Αρθρογραφεί στην «Ελευθερία» Λαρίσης, στο «Amen.gr» και στο προσωπικό του ιστολόγιο (http://religiousnet.blogspot.com).




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ