Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθρωπολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθρωπολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Ανθολὀγιον 359: Άγιος Σωφρόνιος του Essex




[...] Ὁ Ἄνθρωπος - Ὑπόστασις ἐκδηλοῦται διὰ τῆς λειτουργίας τῆς αὐτοσυνειδησίας, τοῦ αὐτοπροσδιορισμοῦ, ὡς καὶ διὰ τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ νὰ γνωρίζῃ οὐχὶ μόνον τὸν κόσμον τῶν κτιστῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ τὸ Θεῖον Εἶναι, τουτέστι τὸν Ἴδιον τὸν Δημιουργόν. Ἐπιγινώσκει ἑαυτὸν ἐναργέστερον ἐν τῇ φλογί τῆς ἀγάπης τῆς ἑνούσης αὐτὸν μετὰ τοῦ ἠγαπημένου Θεοῦ. Ἡ ἀγάπη, δι’ ἰδιαιτέρου τρόπου ἑνοῦσα τὸν ἄνθρωπον μετὰ τοῦ Θεοῦ, χαρίζεται εἰς αὐτὸν καὶ τὴν Θεογνωσίαν. Εἰς τὴν ἐν ἡμῖν ὑποστατικὴν ἀρχὴν ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός ἐν τῷ φωτὶ καὶ ὡς Φῶς, ἐν τῇ ζέσει τῆς ἀγάπης καὶ ὡς Ἀγάπη. [...]

Ἁγίου Σωφρονίου τοῦ Essex, Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθῶς ἐστι, ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Essex, Essex 1996, σελ. 321.


Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025

Κυκλοφόρησε ο β' τόμος του βιβλίου "Αναλογικές ταυτότητες" του π. Ν. Λουδοβίκου

 




π. Ν. Λουδοβίκος, Αναλογικές ταυτότητες - Η δημιουργία του Χριστιανικού εαυτού, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2025, ISBN: 978-960-615-784-4.

Πρωταρχικό μου ενδιαφέρον είναι η διαμόρφωση μιας σύγχρονης Ελληνο-δυτικής ανθρωπολογίας με θεολογική αφόρμηση, η οποία να μπορεί να προσφέρει ορισμένες απαντήσεις και σε φιλοσοφικές και ψυχολογικές αναζητήσεις. Η έρευνα αυτή με απασχόλησε καθόλη τη διάρκεια των τελευταίων ετών. Είμαι πεπεισμένος ότι, χωρίς μια νέα προσέγγιση της ελληνοδυτικής θεολογικής σκέψης, σε μια προοπτική επανερμηνείας και αξιοποίησης, είναι εντελώς αδύνατο να οικοδομηθεί μια πειστική ανθρωπολογική μεταφυσική σήμερα. Η μετανεωτερική υπονόμευση της μεταφυσικής έχει θέσει στο περιθώριο όλες τις σύγχρονες φιλοδοξίες οικοδόμησης κάθε είδους οντολογικής ή ηθικής θεωρίας περί του ανθρώπου, στον βαθμό που παραμένει αποφασιστικά αποκομμένη από τις περισσότερες κοινές μας ελληνοδυτικές φιλοσοφικοθεολογικές πηγές του παρελθόντος. Αλλά ακόμη κι αν αληθεύει ότι μερικές από τις πιο καταστροφικές στρεβλώσεις της σύγχρονης υποκειμενικότητας προέκυψαν, εν σπέρματι, ακριβώς από αυτό το παρελθόν, φαίνεται ότι είναι επίσης αλήθεια πως μπορούμε να εμπνευστούμε για τη νέα χριστιανική, Ελληνοδυτική αυτοκατανόησή μας από αυτή την ίδια την, όχι ακόμη κορεσμένη, πηγή. Και πάλι, ο διάλογος με το παρελθόν, στην προοπτική μιας σύγχρονης επανερμηνείας, δεν εξαντλείται στην ιστορική πιστότητα, αλλά αναφέρεται σε έναν γόνιμο τρόπο οικοδόμησης του μέλλοντος.


π. Νικόλαος Λουδοβίκος



Πέμπτη 17 Ιουλίου 2025

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, [Η εξατομίκευση σήμερα]

 

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / https://lukasvasilikos.com/




H εξατομίκευση που ζούμε σήμερα έχει βαθιές ρίζες, που ξεκινούν και από το τρεχούμενο νερό μέσα στο σπίτι. Όταν πήγαινες στη δημόσια κρήνη για νερό, αυτός ο τόπος γινόταν αναγκαστικά ένας δημόσιος χώρος, όπου συναντιόμασταν όλοι. Ακόμα και τα άγρια ζώα στη Σαβάνα μοιράζονται δημόσιους τόπους για να πιούν νερό — εκεί όπου συνυπάρχουν, με όλους τους κινδύνους που αυτό κρύβει. Όμως όταν το νερό έρχεται απευθείας μέσα στο σπίτι, δημιουργείται η αίσθηση της ιδιωτικότητας. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με το τηλέφωνο. Θυμάμαι παλιά, πριν ακόμα έχουμε κινητά, το τηλέφωνο ήταν πάντα στο περίπτερο ή στο ψιλικατζίδικο — άλλος ένας δημόσιος χώρος, μια φωλιά όπου μαζευόντουσαν όλοι. Σήμερα όμως το κινητό τηλέφωνο μας απομονώνει…Μας δίνει την ψευδαίσθηση ότι έχουμε τον κόσμο ολόκληρο στην τσέπη μας, ότι είμαστε αυτάρκεις. Κρατάμε μέσα στο smartphone μας όχι μόνο τους φίλους μας, αλλά και τις σκέψεις μας, σχεδόν την ψυχή μας, εκτεθειμένη και “επίπεδη” στην οθόνη. Αυτό μας κάνει τελικά πιο επιφανειακούς, πιο συμβατούς, πιο ίδιους. Γινόμαστε μια μαζική παρέα «εξατομικευμένων» ανθρώπων που μοιάζουν παράξενα όμοιοι. Δεν είναι λοιπόν σωστό να σκεφτόμαστε ότι αυτή η σύγχρονη εξατομίκευση είναι αντίθετη με την ομοιομορφία που φέρνει ο ολοκληρωτισμός. Αντίθετα, σήμερα η εξατομίκευση είναι η βάση ενός καινούργιου είδους ολοκληρωτισμού, όπου το παρελθόν σβήνεται και το μέλλον γεμίζει φόβο. Η «διαφορά» που μας αφήνουν να πιστεύουμε πως υπάρχει, είναι μόνο μια ψευδαίσθηση διαφοράς στην κατανάλωση. Μπορεί να διαφέρεις στα ρούχα ή τις απόψεις, αρκεί να καταναλώνεις. Αν δεν μπορείς — αν είσαι πρόσφυγας, άνεργος, μετανάστης ή κοινωνικά αποκλεισμένος — τότε χάνεις, λίγο ή πολύ, την ανθρώπινη ιδιότητα. Το πιο σημαντικό σήμερα είναι να θυμόμαστε ότι πίσω από τις επιφανειακές μας διαφορές — ύψος, βάρος, χρώμα, φύλο, εθνικότητα — είμαστε όλοι μαζί ευάλωτοι, αδύναμοι και θνητοί. Αυτό είναι που τελικά μας ενώνει. Παρατηρώ επίσης μια σημαντική αλλαγή ανάμεσα στον παλιότερο και το σημερινό καπιταλισμό. Ο πρώτος δημιουργούσε ανάγκες στον υλικό κόσμο, ενώ ο σημερινός καλλιεργεί επιθυμίες πιο άυλες, επικοινωνιακές — μια συνεχή επιδίωξη για περισσότερη σύνδεση και επικοινωνία, που όμως συχνά μας απομονώνει περισσότερο. Έτσι η εποχή μας είναι μια εποχή όπου η τεχνολογία και η οικονομία παράγουν μια εξατομίκευση που δεν οδηγεί σε ελευθερία ή αυθεντικότητα, αλλά πολλές φορές σε μια μονότονη ομοιομορφία μέσα στην απομόνωση.






Τρίτη 22 Απριλίου 2025

Ανθολόγιον 338: π. Ν. Λουδοβίκος (Διαλογική αμοιβαιότητα)

 




Διαλογική αμοιβαιότητα


[...] Σ' αυτήν ακριβώς την παράδοξη "ισότητα" μεταξύ Θεού και ανθρώπου, θεμελιώνεται [...] [η] "διαλογική αμοιβαιότητα", κάτι το οποίο φαίνεται να είναι το αντίθετο οποιασδήποτε ανθρωπολογικής παθητικότητας· ο Θεός φαίνεται να θεωρεί τον άνθρωπο ως ίσο του και δίνεται ολοκληρωτικά στον άνθρωπο αντί απλώς να διατάζει ή να υπαγορεύει την ύπαρξη του μέσω οιουδήποτε απόλυτου προορισμού. [...]

π. Νικόλαος Λουδοβίκος, Ο τεχνοπίθηκος και η αλήθεια, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2024, σελ. 110.


Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Αδημοσίευτα κείμενα του Αγίου Λουκά του Ιατρού

 



Άγιος Λουκάς ο Ιατρός, Πνεύμα, Ψυχή και σώμα, εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 2024, ISBN: 978-618-5573-33-1.

Αδημοσίευτα κείμενα του Αγίου Λουκά του Ιατρού, ενός επιστήμονα και Αρχιερέα της Ορθοδόξου εκκλησίας που με την σκέψη και το έργο του σημάδεψε την πνευματική πορεία του 20ου αι.

Μερικά από τα ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να απαντήσει ο συγγραφέας:


• Υπάρχει τριμέρεια στον άνθρωπο; Αν ναι, ποια στοιχεία την αποτελούν; Ποια είναι η σχέση μεταξύ τους;

• Υπάρχει κάποιο μέρος αθάνατο στον άνθρωπο κι αν ναι ποιο;

• Είναι ο εγκέφαλος όργανο των σκέψεων και των συναισθημάτων ή όχι;

• Μπορεί η καρδιά να αποτελεί όργανο και κέντρο της γνώσης;

• Υπάρχουν επιστημονικές, φιλοσοφικές ή άλλες αποδείξεις;

• Μπορούν να ισχύουν οι Βιβλικές θέσεις για τα παραπάνω ή ήδη έχουν ξεπεραστεί;

Ο μεγάλος θεολόγος χρησιμοποιεί τις επιστημονικές, φιλοσοφικές και ψυχολογικές τοποθετήσεις της εποχής του για να στηρίξει τα επιχειρήματά του. Ταυτόχρονα επαναφέρει στο προσκήνιο παλαιά, αλλά πάντα επίκαιρα ερωτήματα για τον άνθρωπο. Η ορθόδοξη θεολογία κατά το διάβα των αιώνων διαμόρφωσε την δική της ανθρωπολογία που έχει πάντοτε ως αρχέτυπο και πρότυπο τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Έχει δώσει τις δικές της απαντήσεις – μαρτυρίες κι αυτές ακριβώς επαναφέρει στην επικαιρότητα ο Άγιος Λουκάς ο ιατρός.

***

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος

Κεφάλαιο Α'

Τι μπορούμε να συμπεράνουμε από τη σύγχρονη κατάσταση των φυσικών επιστημών

Κεφάλαιο Β΄

Η καρδιά ως όργανο ανώτερης γνώσης

Κεφάλαιο Γ΄

Εγκέφαλος και πνεύμα, πνεύμα και φύση

Κεφάλαιο Δ΄

Το πνεύμα των φυτών και των ζώων

Κεφάλαιο Ε΄

Η ψυχή των ζώων και των ανθρώπων

Κεφάλαιο ΣΤ΄

Το πνεύμα δεν είναι άνευ όρων συνδεδεμένο με την ψυχή και το σώμα

Κεφάλαιο Ζ΄

Υπερβατικές πνευματικές ικανότητες

Κεφάλαιο Η΄

Για τον εσωτερικό άνθρωπο

Κεφάλαιο Θ΄

Αθανασία



Τρίτη 15 Αυγούστου 2023

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου: Ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ




Ἡ Παναγία ἔχει μιά ἐξέχουσα θέση τόσο στήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας ὅσο καί στήν λατρεία της. Δέν πρέπει νά ἀγνοηθῆ ὅτι μιά Οἰκουμενική Σύνοδος καί συγκεκριμένα ἡ Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, πού συγκροτήθηκε στήν Ἔφεσο τό 431 μ.Χ. ἀσχολήθηκε μέ τήν θέση της στήν Ἐκκλησία σέ σχέση μέ τήν θεολογία τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι ἀνεξάρτητα ἀπό Αὐτόν. Ἔτσι, ὑπάρχει μιά ἐκπληκτική θεολογία σχετικά μέ τό πρόσωπό της.

Βασική πίστη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι ὁ Θεός εἶναι Τριαδικός, Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιον Πνεῦμα, πού εἶναι Τρία Πρόσωπα ἄκτιστα. Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, «ὁ εἷς τῆς Τριάδος» ἐνηνθρώπησε, δηλαδή προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί ἔγινε Θεάνθρωπος. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἕνωσε στήν ὑπόστασή Του τήν θεία καί τήν ἀνθρώπινη φύση, δηλαδή τό ἄκτιστο καί τό κτιστό. Ἀκριβῶς, αὐτή ἡ πρόσληψη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως στό Πρόσωπό Του ἔγινε ἀπό τήν Παναγία, ὁπότε αὐτή θεωρεῖται «τό μεθόριο ἀκτίστου καί κτιστῆς φύσεως».

Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος μέ τήν σύλληψη καί γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀπέκτησε ἰδιαίτερη τιμή καί δόξα στήν Ἐκκλησία, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, στόν Ὁποῖο ἔδωσε τήν ἀνθρώπινη φύση. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν ἀνῆλθε σέ θέση «Θεᾶς», οὔτε ἔγινε «συλλυτρώτρια», οὔτε συγκαταλέγεται στήν Ἁγία Τριάδα ὡς ἀποτελοῦσα τήν «Τετράδα» στόν Θεό. Εἶναι ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία τίμησε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός καί τήν τιμᾶ ὁλόκληρη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀκριβῶς γιατί ἀπό αὐτήν προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση.

Ἀκόμη, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος δέν διεκδίκησε κάποια ποιμαντική διακονία στήν Ἐκκλησία, οὔτε ἔχει τήν Ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔδωσε στούς Ἀποστόλους καί ἐκεῖνοι στούς διαδόχους τους, ἀλλά παρένειμε ταπεινή μέσα στήν Ἐκκλησία ἀπολαμβάνοντας, ὅμως, μεγάλη τιμή ὡς Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, πού ἔχει ὑπερβῆ ὅλα τά ἀνθρώπινα, ἀφοῦ σέ αὐτήν «καινοτομεῖται καί φύσις καί χρόνος».

Εἶναι χαρακτηριστική ἡ μεγάλη τιμή πού ἀπολαμβάνει ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος στό Ἅγιον Ὅρος, τό ὁποῖο θεωρεῖται ὡς «τό περιβόλι τῆς Παναγίας». Το Ἅγιον Ὄρος, ἐνῶ εἶναι ἄβατος χῶρος γιά τίς γυναῖκες, ὄχι, ὅμως, ἀπό ὑποτίμηση τῶν γυναικῶν, ἀλλά γιά δική τους αὐστηρότερη ἄσκηση καί ἀγώνα γιά τήν ὑπέρβαση τῶν μεταπτωτικῶν στοιχείων τῶν φύλων, ἐν τούτοις τιμᾶται πολύ ἡ Παναγία, πού ἔχει μεγάλη θέση στήν ζωή καί τήν λατρεία τῶν μοναχῶν. Αὐτό γίνεται γιατί ὑπερέβη τά ἀνθρώπινα, χωρίς νά γίνη κατά φύση Θεός. Εἶναι «ἡ θεός μετά Θεόν, τά δευτερεῖα τῆς Τριάδος κατέχουσα».

Νά ἀναφερθῆ ἡ περίπτωση ἑνός ἁγιορείτου μοναχοῦ, τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου, ὁ ὁποῖος γράφει γιά τήν Παναγία: «Ἡ ἀγάπη της ἦταν τέλεια. Ἀγαποῦσε ἄπειρα τόν Θεό καί Υἱό της, ἀλλά ἀγαποῦσε καί τόν λαό μέ μεγάλη ἀγάπη». «Καί αὐτή τήν Ἄχραντη Μητέρα Του ὁ Κύριος τήν ἔδωσε σέ μᾶς. Αὐτή εἶναι ἡ χαρά μας καί ἡ ἐλπίδα μας. Αὐτή εἶναι πνευματική μας Μητέρα, καί βρίσκεται κοντά μας κατά τή φύση ὡς ἄνθρωπος καί κάθε χριστιανική ψυχή ἑλκύεται πρός Αὐτήν μέ ἀγάπη».

Συνεπῶς, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος δείχνει τό ὕψος τῆς ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας, τό πῶς ὁ ἄνθρωπος γίνεται κατά Χάρη Θεός, ὑπερβαίνοντας τίς πέντε διαιρέσεις, κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, δηλαδή τίς διαιρέσεις -ἀπό κάτω πρός τά ἄνω- μεταξύ ἄρρενος καί θήλεος, παραδείσου καί κόσμου, οὐρανοῦ καί γῆς, νοητῶν καί αἰσθητῶν, ἀκτίστου καί κτιστοῦ. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀπό τίς ὑπάρχουσες διαιρέσεις μποροῦμε νά φθάσουμε στήν ὑπέρβασή τους μέ τήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ.


(Δημοσιεύθηκε στήν Ἐφημερίδα Καθημερινή, τήν Κυριακή 13 Αὐγούστου 2023)



Παρασκευή 21 Ιουλίου 2023

Ανθολόγιον 295: π. Νικόλαος Λουδοβίκος



(...) Το νόημα δεν μπορεί να είναι ιδιωτικό, δεν μπορεί δηλ. ο θεούμενος να παράγει ένα σύμπαν νοημάτων το οποίο οι άλλοι απλώς το βλέπουν θαυμαστικά. Θεούμενος είναι αυτός που ποιεί νόημα μαζί με άλλους, έχει ένα τρόπο να εκμαιεύει το νόημα της ύπαρξης μου και να το συνδέει με το δικό του.(...)

π. Νικόλαος Λουδοβίκος, Αναλογικές ταυτότητες, εκδόσεις Εν πλώ, Αθήνα 2020, σελ. 144.


Πέμπτη 20 Ιουλίου 2023

Ανθολόγιον 294: π. Νικόλαος Λουδοβίκος



(...) Η μόνη ίσως πραγματική αυτονομία είναι αυτό το προσωπικό άνοιγμα στη θεία απειρία, πραγματοποιούμενο αναλογικά στον άνθρωπο δια μετοχής. Πρόκειται για μια αναλογική αυτονομία - μέσα - και - μέσω - μετοχής. (...)




Πέμπτη 8 Απριλίου 2021

Φώτης Σχοινᾶς: Cur Deus homo? Τό ἀπροϋπόθετον καί τό ἐμπροϋπόθετον τῆς θείας Σαρκώσεως

πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ



1. Εἰσαγωγικές παρατηρήσεις

Ἕνα θεολογικό ζήτημα πού ἔχει ἀπασχολήσει τούς θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας ἀνά τούς αἰῶνες εἶναι ἄν ἡ Σάρκωση τοῦ Θεοῦ εἶχε ὡς προϋπόθεση τήν πτώση καί σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἤ ἦταν ἀνεξάρτητη ἀπό τήν πτώση καί θά γινόταν οὕτως ἤ ἄλλως. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἐναθρώπηση τοῦ Θεοῦ ἦταν μία «ὑστερογενής» τῆς ἀνθρωπίνης πτώσεως κίνηση τοῦ Θεοῦ πού ἀποσκοποῦσε στή λύτρωση καί σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἤ ἀποτελοῦσε τόν πρωταρχικό σκοπό τῆς δημιουργίας ἀνεξαρτήτως τῆς ἀνθρωπίνης πτώσεως; Οἱ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας ὑπεστήριξαν καί τίς δύο θέσεις, καί τό ἀπροϋπόθετον καί τό ἐμπροϋπόθετον τῆς θείας Σαρκώσεως. Ἄλλοι ὑπεστήριξαν ὅτι ἡ ἐνανθρώπιση ἦταν ἀπροϋπόθετη καί ἄλλοι ἐμπροϋπόθετη, ὀφειλομένη ἀλλά καί ἀποβλέπουσα στή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Στήν παροῦσα ἐργασία θά ἐξετάσουμε διά βραχέων καί τίς δύο ἀπόψεις.

Τό ἀπροϋπόθετον τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως

Ἀπό τούς Ἐκκλησιαστικούς Πατέρες ὁ πρῶτος πού ὑπεστήριξε σαφῶς καί ἐναργῶς τό ἀπροϋπόθετον τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Γράφει λοιπόν ὁ ἅγιος Μάξιμος: «Τό τοῦ Χριστοῦ μυστήριον…τοῦτο προδήλως ἐστίν ἄρρητός τε καί ἀπερινόητος θεότητός τε καί ἄνθρωπότητος καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσις…Τοῦτό ἐστι τό μέγα καί ἀπόκρυφον μυστήριον. Τοῦτό ἐστιν ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπός, ὅν ὅρίζοντες εἶναί φαμεν, “προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μέν πάντα, αὐτό δέ οὐδενός ἕνεκα”. Πρός τοῦτο τό τέλος ἀφορῶν, τάς τῶν ὄντων ὁ Θεός παρήγαγε οὐσίας. Τοῦτο κυρίως ἐστί τό τῆς προνοίας καί τῶν προνοουμένων πέρας, καθ’ὅ εἰς τόν Θεόν ἡ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ πεποιημένων ἐστίν ἀνακεφαλαίωσις. Τοῦτό ἐστι τό πάντας περιγράφον τούς αἰῶνας καί τήν ὑπεράπειρον καί ἀπείρως προϋπάρχουσαν τῶν αἰώνων μεγάλην τοῦ Θεοῦ βουλήν ἐκφαῖνον μυστήριον, ἧς γέγονεν ἄγγελος αὐτός ὁ κατ’οὐσίαν τοῦ Θεοῦ Λόγος γενόμενος ἄνθρωπος, καί αὐτόν, εἰ θέμις εἰπεῖν, τόν ἐνδότατον πυθμένα τῆς πατρικῆς ἀγαθότητος φανερόν καταστήσας καί τό τέλος ἐν αὐτῷ δείξας, δι’ὅ τήν πρός τό εἶναι σαφῶς ἀρχήν ἔλαβον τά πεποιημένα. Διά γάρ τόν Χριστόν, ἤγουν τό κατά Χριστόν μυστήριον, πάντες οἱ αἰῶνες καί τά ἐν αὐτοῖς τοῖς αἰῶσιν, ἐν Χριστῷ τήν ἀρχήν τοῦ εἶναι καί τό τέλος εἰλήφασιν.». Μετάφραση  (Ἰγνατίου Σακαλῆ): «Τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ…Αὐτό εἶναι ὁλοφάνερα ἡ ἄρρητη καί ἀκατάληπτη ὑποστασιακή ἕνωση τῆς θεότητας καί τῆς ἀνθρωπότητας…Αὐτό εἶναι τό μεγάλο καί ἀπόκρυφο μυστήριο. Αὐτό εἶναι τό μακάριο τέλος γιά τό ὁποῖο ἔχουν γίνει ὅλα. Αὐτός εἶναι ὁ θεῖος σκοπός πού προεπινοήθηκε πρίν ἀπό τήν ἀρχή τῶν ὄντων, πού ὁρίζοντάς τον μποροῦμε νά τόν ποῦμε ῾προεπινοούμενο τέλος᾿, γιά χάρη τοῦ ὁποίου ἔγιναν τά πάντα κι αὐτό γιά χάρη κανενός. Σ᾿ αὐτό τό τέλος ἀτενίζοντας δημιούργησε ὁ Θεός τίς οὐσίες τῶν ὄντων. Αὐτό εἶναι κυρίως τό πέρας τῆς πρόνοιας καί ἐκείνων πού ἡ πρόνοια προνοεῖ, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο γίνεται ἡ ἐπανασυναγωγή στό Θεό ὅλων τῶν ποιημάτων του. Αὐτό εἶναι τό μυστήριο πού περικλείει ὅλους τούς αἰῶνες καί φανερώνει τήν ὑπεράπειρη καί πού ἄπειρες φορές ἀπείρως προϋπάρχει ἀπό τούς αἰῶνες μεγάλη βουλή τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας βουλῆς ἀγγελιοφόρος ἔγινε ὁ ἴδιος ὁ σύμφωνος μέ τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ Λόγος ὅταν ἔγινε ἄνθρωπος, καί φανέρωσε, ἄν μοῦ ἐπιτρέπεται νά πῶ, τόν ἴδιο τόν βαθύτερο πυθμένα τῆς Πατρικῆς ἀγαθότητας κι ἔδειξε μέσα σ’αὐτόν τό τέλος, πού γιά χάρη του τά δημιουργήματα ἔλαβαν σαφῶς τήν ἀρχή τῆς ὕπαρξής τους. Γιατί γιά τόν Χριστό, δηλαδή γιά τό μυστήριο κατά Χριστό, ὅλοι οἱ αἰῶνες καί ὅλα ὅσα περιέχουν ἔχουν λάβει τήν ἀρχή καί τό τέλος τοῦ εἶναι τους».[1] Σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Μάξιμο ὁ Χριστός, τό μυστήριον τό κατά Χριστόν, πού εἶναι ἡ ἔνωση τῆς θεότητος καί τῆς ἀνθρωπότητος, τῆς ἄκτιστης καί τῆς κτιστῆς φύσεως σέ μία ὑπόσταση/πρόσωπο, εἶναι ὁ πρῶτος καί ὁ ἔσχατος σκοπός, γιά τόν ὁποῖον δημιουργήθηκε ὁλόκληρη ἡ κτίση. Εἶναι ὁ πρωταρχικός καί ὁ ἔσχατος σκοπός γιά τόν ὁποῖον ἔγιναν τά πάντα, αὐτός δέ γιά κανένα ἄλλο σκοπό πέρα ἀπό αὐτόν τόν ἴδιο. Σ’αὐτό τόν ὕψιστο σκοπό ἀποβλέποντας ὁ Θεός δημιούργησε ὅλες τίς κτιστές οὐσίες. Αὐτός ὁ σκοπός, δηλαδή ἡ ἕνωση τοῦ κτίστη καί τῶν κτισμάτων σ’ἕνα πρόσωπο/ὑπόσταση φανερώνει τόν βαθύτερο πυθμένα τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ. Ὅλα ὅσα ὑπάρχουν, λέγονται καί νοοῦνται ἔλαβαν τήν ὕπαρξη γι’αὐτό τό σκοπό, τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Βλέπουμε ἑπομένως ὅτι κατά τόν θεῖο Μάξιμο ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπροϋπόθετη: γι’αὐτήν ἔγιναν τά πάντα, αὐτή δέ γιά τίποτε ἄλλο πέρα ἀπό αὐτή τήν ἴδια.

Σημειωτέον ὅμως ὅτι ὁ μακαριστός, κορυφαῖος δογματολόγος Ἀνδρέας Θεοδώρου προσκομίζει ἀρκετά χωρία ἀπό τό ἔργο τοῦ ἱεροῦ Μαξίμου, τά ὁποῖα συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς ἐμπροϋποθέτου ἐνανθρωπίσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου[2]. Γιά τήν τελική ἄποψη τοῦ Ἀ. Θεοδώρου θά ἀναφερθοῦμε παρακάτω.

Ἐπίσης καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὑποστηρίζει τό ἀπροϋπόθετον τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ. Γράφει σχετικά (μετάφραση Παναγιώτη Χρήστου): «Μέ τό νά εἰπῆ δέ ὁ Πατήρ ἀπό ἄνω περί τοῦ βαπτισθέντος κατά σάρκα “οὗτος ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾦ εὐδόκησα”, ἔδειξε ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τά ἄλλα πού ἐλέχθηκαν πρωτύτερα διά τῶν προφητῶν, οἱ νομοθεσίες, οἱ ἐπαγγελίες, οἱ υἱοθεσίες, ἦσαν ἀτελῆ καί δέν ἐλέχθηκαν οὔτε ἐτελέσθηκαν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐπί τούτου, ἀλλά ἀπέβλεπαν πρός τόν τωρινό σκοπό καί διά τοῦ τελεσθέντος τώρα ἐτελειώθηκαν κι ἐκεῖνα. Καί τί περιορίζομαι στίς διά τῶν προφητῶν νομοθεσίες, τίς ἐπαγγελίες, τίς υἱοθεσίες; Διότι καί ἡ κατά τήν ἀρχή θεμελίωσις τοῦ κόσμου πρός τοῦτον ἔβλεπε, τόν κάτω μέν βαπτιζόμενο ὡς υἱό ἀνθρώπου, ἀπό ἐπάνω δέ μαρτυρούμενο ἀπό τό Θεό ὡς μόνο ἀγαπητό Υἱό, καί γιά τόν ὁποῖο ἔγιναν τά πάντα καί διά τοῦ ὁποίου ἔγιναν τά πάντα, ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος. Ἐπομένως καί ἡ ἐξ ἀρχῆς παραγωγή τοῦ ἀνθρώπου γι’αὐτόν ἔγινε, ἀφοῦ ἐπλάσθηκε κατά εἰκόνα Θεοῦ, γιά νά μπορέση κάποτε νά χωρέση τό ἀρχέτυπο∙ καί ὁ νόμος στόν παράδεισο γι’αὐτόν ἐδόθηκε ἀπό τόν Θεό∙ διότι δέν θά τόν ἔθετε ὁ νομοθέτης, ἄν ἐπρόκειτο νά μείνη ἀπραγματοποίητος διαπαντός. Καί τά ἐπειτα ἀπό αὐτόν λεχθέντα καί τελεσθέντα ὅλα σχεδόν γι’αὐτόν ἔγιναν, ἄν δέν εἰπῆ κανείς καλῶς ὅτι καί ὅλα τά ὑπερκόσμια, οἱ ἀγγελικές φύσεις καί τάξεις δηλαδή καί οἱ ἐκεῖ θεσμοθεσίες, πρός τοῦτον τό σκοπό τείνουν ἀπό τήν ἀρχή, δηλαδή πρός τήν θεανδρική οἰκονομία, τήν ὁποία καί ὑπηρέτησαν, ἀπό τήν ἀρχή ἕως τό τέλος. Διότι εὐδοκία εἶναι τό κυριαρχικό (τό προηγούμενον στό πρωτότυπο) καί ἀγαθό καί τέλειο θέλημα τοῦ Θεοῦ∙ αὐτός δέ εἶναι ὁ μόνος, στόν ὁποῖο εὐδοκεῖ καί ἐπαναπαύεται καί ἀρέσκεται τελείως ὁ Πατήρ, “ὁ θαυμαστός αὐτοῦ σύμβουλος, ὁ τῆς μεγάλης αὐτοῦ βουλῆς ἄγγελος”, αὐτός πού ἀκούει καί ὁμιλεῖ ἀπό τόν Πατέρα του καί παρέχει στούς εὐπειθεῖς ζωή αἰώνια»[3]. Βλέπουμε λοιπόν ὅτι κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ ὁ Χριστός εἶναι τό κέντρο καί ὁ ὕψιστος σκοπός γιά τόν ὁποῖο ἔγιναν τά πάντα: ὅλα ὅσα λέγονται, τελοῦνται καί νομοθετοῦνται στήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, καθώς καί ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὡς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, γιά νά μπορέσει νά δεξιωθεῖ τό ἀρχέτυπό του, δηλαδή τόν Χριστό. Ἀκόμη γιά τόν Χριστό ἐπλάστηκε ὅλη ἡ νοητή καί αἰσθητή φύση. Πρός τήν θεανδρική οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ ἀπέβλεπαν καί ἐτελειώθησαν ὅλες οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ σχετικά μέ σύνολη τήν δημιουργία, νοητή καί αἰσθητή.

Σημειωθήτω ἐν παρόδῳ ὅτι τό ὄνομα Χριστός ἐδόθη στόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ μετά τήν ἐνανθρώπισή Του.Ὅπως γράφει καί ὁ ἱερός Δαμασκηνός (μετάφραση Κωνσταντίνου Φραντζολᾶ):«Δέν ἡνώθη ὁ νοῦς μέ τόν Θεόν Λόγον πρό τῆς σαρκώσεώς του ἀπό τά σπλάχνα τῆς Παρθένου, καί δέν ὠνομάσθη ἀπό τότε Χριστός, ὅπως μερικοί ψευδολογοῦν∙ αὐτή ἡ ἀσχήμια εἶναι ἀπό τάς φλυαρίας τοῦ Ὠριγένους, πού ἐδίδαξε τήν προΰπαρξιν ψυχῶν. Ἐμεῖς ὅμως παραδεχόμεθα ὅτι ἔγινε Χριστός ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν στιγμήν πού ἐσκήνωσε μέσα εἰς τήν κοιλίαν τῆς ἁγίας Ἀειπαρθένου καί ἔγινε σάρκα χωρίς μεταβολήν καί ἐπῆρε ἡ σάρκα τό χρῖσμα ἀπό τήν θεότητα».[4] Ὁ Χριστός εἶναι κεχρισμένος ὡς ἄνθρωπος ἀπό τήν θεότητα. Ἑπομένως πρό τῆς σαρκώσεως ὁ ἄσαρκος Λόγος εἶναι ὁ μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, μετά τήν ἐνσάρκωση εἶναι ὁ σεσαρκωμένος Λόγος, ὁ Χριστός-Μεσσίας.

Ἀλλά καί ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης εἶναι ὑπέρμαχος τοῦ ἀπροϋποθέτου τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, μολονότι βέβαια καί ἡ ὅλη θεανδρική οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ ἔγινε πρόξενος τῆς σωτηρίας καί τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἅγιος Νικόδημος παρουσιάζει τήν διδασκαλία του αὐτή στό δοκίμιό του Ἀπολογία ὑπέρ τοῦ ἐν τῷ βίβλῳ τοῦ Ἀοράτου Πολέμου κειμένου σημειώματος περί τῆς Κυρίας ἡμῶν Θεοτόκου, τό ὁποῖο περιλαμβάνεται στό ἔργο του Συμβουλευτικόν ἐγχειρίδιον. Στό δοκίμιο αὐτό ὁ ἅγιος Νικόδημος ἀπαντᾶ σέ ἐκείνους πού τόν κατηγόρησαν γιά ὅσα ἔγραψε γιά τή Θεοτόκο στό ἔργο του Ἀόρατος Πόλεμος. Συγκεκριμένα ἀπολογεῖται γιά τήν ἀπόφανσή του ὅτι ὅλος ὁ νοητός καί αἰσθητός κόσμος ἔγινε γιά τήν Θεοτόκο, ἡ δέ Θεοτόκος γιά τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Δέν εἶναι δυνατόν νά παρουσιασθεῖ στό σύνολό της ἤ καί στίς λεπτομέρειές της ἡ μελέτη αὐτή τοῦ ἁγίου Νικοδήμου. Προτρέπουμε τόν ἀναγνώστη νά βρεῖ καί νά ἀπολαύσει τό θεολογικώτατο αὐτό κείμενο. Ἐμεῖς ἐδῶ θά ἐρανισθοῦμε ὁρισμένα ἀποσπάσματα τῆς θεολογίας τοῦ Ἁγιορείτη ἁγίου. Γράφει ὁ ἅγιος: «Οὐ μόνον, λέγω, τοῦτο ἀποκρίνομαι, ἀλλά καί πρός τούτοις, πῶς ὅλος ὁ νοητός καί αἰσθητός κόσμος διά τοῦτο τό τέλος προεγνωρίσθη ἀπ’αἰῶνος καί προωρίσθη. Πόθεν δῆλον; ἀπό τῶν ἑξῆς ρηθησομένων. Αἱ μέν θεῖαι Γραφαί μαρτυροῦσιν ὅτι τό μυστήριον τῆς ἐνσάρκου τοῦ Θεοῦ Λόγου οἰκονομίας εἶναι ἀρχή ὅλων τῶν ὁδῶν τοῦ Κυρίου, ὅτι εἶναι πρῶτον πάντων τῶν κτισμάτων, καί ὅτι αὐτός προωρίσθη πρό τοῦ προορισμοῦ πάντων τῶν σωζομένων…»[5] Ὡσαύτως: «Ὅθεν καί σύνδεσμον τοῦ νοητοῦ καί αἰσθητοῦ κόσμου, καί ἀνακεφαλαίωσιν καί ἐπίλογον ὅλων τῶν κτισμάτων ἔκτισεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, διά τοῦτον τόν σκοπόν, ἵνα ἑνωθείς μετ’αὐτοῦ, ἑνωθῇ μεθ’ὅλων τῶν κτισμάτων, καί ἀνακεφαλαιωθῶσιν ἐν τῷ Χριστῷ οὐράνια καί ἐπίγεια, ὡς λέγει ὁ Παῦλος∙ καί κτίστης καί κτίσις γένηται ἕν καθ’ὑπόστασιν, κατά τόν θεοφόρον Μάξιμον»[6]. Ἐπίσης: «Ἔπειτα τό μυστήριον τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας ὀνομάζεται ὑπό τοῦ Ἡσαΐου ἀρχαία βουλή τοῦ Θεοῦ∙ ”Κύριε, γάρ φησίν, ὁ Θεός δοξάσω σε, ὑμνήσω τό ὄνομά σου, ὅτι ἐποίησας θαυμαστά πράγματα, βουλήν ἀρχαίαν ἀληθινήν” (Ἡσ. κε´.1). Ἀρχαία δέ ὠνομάσθη ὡς ἀρχηγική καί πρώτη πασῶν τῶν ἄλλων βουλῶν τοῦ Θεοῦ∙ εἰ δέ ἦν ἄλλη βουλή πρό αὐτῆς προγνωσθεῖσα, οὐν ἄν ἦν ἀρχαία, ἀλλά μᾶλλον νεωτέρα καί ἑπομένη ὠνομάζετο».[7] Ἀκόμη: «…ἐπειδή τό μυστήριον τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας ὀνομάζεται εὐδοκία, ἤτοι προηγούμενον θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὡς εἶπεν ἀνωτέρω ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος (ἀναφέρεται ὁ ἅγιος Νικόδημος στό ἀνωτέρω παρατεθέν ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας εἰς τά ἅγια Φῶτα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τό ὁποῖο παραθέτει καί ὁ ἴδιος), τό δέ προηγούμενον θέλημα τοῦ Θεοῦ πάλιν κατά τόν ἅγιον Ἰωάννην τόν Δαμασκηνόν (Βιβλ. α´ Περί πίστεως Κεφ, με´) ἤρτηται ὄχι ἐξ ἡμῶν, ἀλλ’ἐκ τοῦ Θεοῦ, καί ἐκ τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ∙ λοιπόν καί τό μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως, καθ’ὅ τοιοῦτον, προεγνώσθη, καί προωρίσθη πρό τῆς προγνώσεως, καί προορισμοῦ πάντων τῶν κτισμάτων…»[8]

Ἀπό τούς συγχρόνους θεολόγους ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου π. Ἱερόθεος Βλάχος ἔγραψε ἕνα ἐμπεριστατωμένο δοκίμιο γιά τό ἀπροϋπόθετο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως (Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου, “Τό Ἀπροϋπόθετο τῆς Θείας ἐνανθρωπήσεως”, ἐφημ. Εκκλησιαστική Ἀλήθεια ἀριθ. 355/ 16.12.92.

Ἐπίσης ὁ μακαριστός Παναγιώτης Νέλλας γράφει σχολιάζοντας θεομητορική ὁμιλία τοῦ ἁγίου Νικολάου τοῦ Καβάσιλα: «Ἀποτελεῖ πράγματι βαθειά καί ἄρρητη πεποίθηση ὅλων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τό γεγονός ὅτι ἡ προαιώνια βουλή τοῦ Θεοῦ, ὁ τελικός καί ὕψιστος σκοπός πάντων εἶναι ἡ «Εἰσαγωγή τοῦ Πρωτοτόκου εἰς τήν οἰκουμένην»[9].

Τό ἐμπροϋπόθετον τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως

Ὁρισμένοι θεολόγοι παλαιότεροι καί νεώτεροι ὑπεστήριξαν ὅτι αἰτία τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ πτώση καί ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐνσάρκωση δέν θά γινόταν ἄν δέν προηγεῖτο ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου καί φυσικά ἡ ἀδήριτος ἀνάγκη τῆς σωτηρίας του. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἀνέλαβε στήν προαιώνια ὑπόσταση/πρόσωπό του τήν ἀνθρώπινη φύση γιά νά τήν σώσει καί θεώσει.

Ἀπό τούς νεώτερους θεολόγους τήν θέση αὐτή ὑποστηρίζουν ὁρισμένοι δογματολόγοι, ὅπως ὁ Χρῆστος Ἀνδροῦτσος, ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας, ὁ Ἰωάννης Καρμίρης καί ὁ Ἀνδρέας Θεοδώρου στηριζόμενοι καί παραπέμποντες στήν Ἁγία Γραφή καί στούς Πατέρες.

Ὁ Χρῆστος Ἀνδροῦτσος γράφει ἐπί τοῦ προκειμένου: «Ἡ αἰτία δέ τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι κατά τόν λόγον τοῦτον ἡ ἀνάστασις τοῦ πεσόντος ἀνθρώπου, τοῦθ’ὅπερ μαρτυρεῖ μέν πολυειδῶς ἡ Γραφή, διδάσκουσα ὅτι ἡ θεία ἐνσάρκωσις ἐγένετο εἰς σωτηρίαν καί καταλλαγήν, τοῦ Κυρίου ἐλθόντος εἰς τόν κόσμον “ἁμαρτωλούς σῶσαι” ἤ “ζητῆσαι καί σῶσαι τό ἀπολωλός”, θεσπίζει δ’ἡ Ἐκκλησία “δι’ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν” τιθεμένη τήν ἐνανθρώπησιν τοῦ Σωτῆρος. Καί ἠξίωσαν μέν πολλοί ἐν τῷ μέσῳ αἰῶνι καί ἐν τοῖς νεωτέροις χρόνοις ἱκανοί θεολόγοι, ὅτι ἡ θεία ἐνανθρώπησις εἶναι ἀχώριστος ἀπό τοῦ σχεδίου τῆς δημιουργίας, προαποφασισθεῖσα ἀσχέτως πρός τήν πτῶσιν εἰς ἀποκάλυψιν τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί εἰς τελείωσιν τῆς ἀνθρωπότητος, ἤ πρός συμπλήρωσιν τῶν ἔργων τῆς θεολογίας∙ ἀλλ’ἡ θεωρία αὕτη οὐδέν μέν ἔρεισμα ἔχει ἐν τῇ Γραφῇ, ῥητάς δέ ἱκανῶν Πατέρων ἐκφράσεις κατ’αὐτῆς. Ἡ μέν ἐν τῇ καινῇ Διαθήκῃ ἀντίθεσις τοῦ δευτέρου Ἀδάμ πρός τόν πρῶτον δέν ἐμφαίνει ὅτι ἡ τοῦ Σωτῆρος ἔλευσις ἦν ἀναγκαία πρός συμπλήρωσιν τῶν ἔργων τῆς δημιουργίας∙ τό δ’ἐν Ἐφ. 1,10 “ἀνακεφαλαιώσασθαι τά πάντα ἐν τῷ Χριστῷ” προϋποτίθησι τήν διά τῆς ἁμαρτίας διατάραξιν τῆς ἑνότητος τοῦ κόσμου, καί ἐν Κορινθ. 15, 45 ἑξ. χαρακτηρίζεται ὁ Χριστός ὡς “ἐπουράνιος” ἕνεκα τῆς ἀναστάσεως καί οὐχί τῆς ἐνανθρωπήσεως αὑτοῦ. Ἐκ δέ τῶν Πατέρων ὁ μέν Εἰρηναῖος κατά τοῦ Γνωστικοῦ Πνευματισμοῦ ἀντεπελθών, εἶπεν, ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν θά ἐσαρκοῦτο, ἐάν δέν ἐπρόκειτο νά σωθῇ ἡ σάρξ (Κατά αἱρεσ. V, 14,1)∙ ὁ δ’Ἀμβρόσιος ἀπεφήνατο ὅτι causa incarnationis εἶνε ut caro quae peccaverat, per se redimeretur (=ἡ αἰτία τῆς ἐνανθρωπήσεως εἶναι νά λυτρωθεῖ ἡ σάρκα, ἡ ὁποία ἁμάρτησε).(De incarn. 6). Ὀρθῶς δέ παρετήρησεν ὁ Αὐγουστῖνος: Si homo non perїїsset, filius hominis non venїsset (=ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν ἀπώλλυτο, ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου δέν θά ἤρχετο, μετφρ. Παν. Τρεμπέλα)) (Serm. 174, 2).[10]

Ὁμοίως καί ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας ἀρνεῖται τό ἀπροϋπόθετον τῆς θείας Σαρκώσεως. Ἀφοῦ ἀναφερθεῖ στούς Σχολαστικούς θεολόγους-φιλοσόφους καί τούς φιλοσόφους Δούνς Σκῶτο, Μάλεμπρανς καί Λάϊμπνιτς, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τό ἀπροϋπόθετον τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, τάσσεται μέ τή γνώμη τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη, ὁ ὁποῖος δέχεται τό ἐμπροϋπόθετον τῆς ἐνανθρωπήσεως. Ἐπίσης ἀναφέρεται καί στήν γνώμη Ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων, ὅπως π.χ. τοῦ Εἰρηναίου, τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, τοῦ ἱεροῦ Ἀμβροσίου καί τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, οἱ ὁποῖοι, φαίνεται, ὅτι πρεσβεύουν τό ἐμπροϋπόθετον τῆς σαρκώσεως. Ἄς ἀκούσουμε τί γράφει ὁ Παν. Τρεμπέλας: «Ἐγεννήθη ἐν τούτοις μεταξύ τῶν Σχολαστικῶν ζήτημαπερί τοῦ ἄν ἡ περί ἐνανθρωπήσεως βουλή τοῦ Θεοῦ προωρίσθη λόγῳ τῆς προγνωσθείσης ὑπό τοῦ Θεοῦ πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ὑπεστήριζε Θωμᾶς ὁ Ἀκυινᾶτος καί οἱ διαδεξάμενοι αὐτόν, ἤ προωρίσθη ἀπολύτως καί ἀσχέτως πρός τήν πτῶσιν τοῦ ἄνθρώπου ἐπί σκοπῷ τελειοποιήσεως αὐτοῦ καί τοῦ κόσμου εἰς περίπτωσιν, καθ’ἥν οὗτος δέν ἔπιπτεν, ὡς ὑπεστήριζεν ὁ Δούνς Σκῶτος καί οἱ κατ’αὐτόν. Ἐπί τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ μεταξύ Σκωτιστῶν καί Θωμιστῶν ἀναφυέντος Εὐγένιος ὁ Βούλγαρις τάσσεται κατά τῆς γνώμης τοῦ Δούνς Σκώτου, εὑρίσκων, ὅτι ἡ τῶν Θωμιστῶν δόξα (=γνώμη) “καί ταῖς γραφαῖς αὐταῖς καί τῇ κατά τήν ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν διδασκαλίᾳ ἔοικε (=φαίνεται) μᾶλλον σύμφωνα ἀποφαίνεσθαι”. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν ὁ Δούνς Σκῶτος διετείνετο, ὅτι κἄν δέν παρέβαινε τήν ἐντολήν τοῦ Θεοῦ ὁ Ἀδάμ, ὁ Λόγος θά ἐσαρκοῦτο, οὐχί ὅπως σταυρωθῇ, ἀλλ’ὅπως τελειοποιηθῇ ὁ ἄνθρωπος, μετ’αὐτοῦ δέ καί πᾶσα ἡ δημιουργία. Κατά τήν παρατήρησιν τοῦ Bartmann, ἡ γνώμη αὕτη, “ὑποστηριχθεῖσα πρότερον ὑπό Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καί τοῦ Σκώτου Ἐρίγενα δέν εἶναι ἀπηλλαγμένη χροιᾶς τινος τῆς ἀσυστάτου ἐκείνης αἰσιοδοξίας”, κατά τήν ὁποίαν ὁ Θεός ἀποφασίσας νά δημιουργήσῃ τόν κόσμον, οὐχί ἁπλῶς ὡς καλόν λίαν ἀλλ’ὡς τόν ἄριστον πάντων, δέν ἦτο δυνατόν παρά νά οἰκονομήσῃ καί τήν ἐνανθρώπησιν τοῦ Λόγου πρός ἐπίστεψιν καί ἐπιστέγασμα τῆς ἀρίστης κατά πάντα δημιουργίας αὐτοῦ. Ἡ ἀμέτρως αἰσιόδοξος αὕτη περί τοῦ κόσμου ἐκδοχή ὑπεστηρίχθη καί ὑπό τῶν φιλοσόφων Μαλεμβράγχη καί Λεϊβνιτίου. Ἡ γνώμη ὅμως τοῦ Δούνς Σκώτου δέν εὑρίσκει ἐρείσματα οὔτε ἐν τῇ Γραφῇ, ἀλλ’οὔτε καί παρά τοῖς πατράσι τῆς Ἐκκλησίας, πολλοί τῶν ὁποίων ὅλως τοὐναντίον εἴτε ρητῶς εἴτε ὑπονοουμένως κηρύττονται κατ’αὐτῆς

Οὕτω ρητῶς μέν κατ’αὐτῆς ἐκφράζεται πρῶτον μέν ὁ Εἰρηναῖος παρατηρῶν, ὅτι ἐάν δέν ἐπρόκειτο νά σωθῇ ἡ σάρξ, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν θά ἐγίνετο σάρξ, οὐδέ θά προσελάμβανεν αἷμα ὁ Κύριος, ἐάν δέν ἐπρόκειτο νά ζητηθῇ τό αἷμα τῶν δικαίων. Εἶτα δέ ὁ Ἀμβρόσιος ἐρωτᾷ: Ποία ἡ αἰτία τῆς ἐνανθρωπήσεως ἐάν μή νά λυτρωθῇ ἡ ἁμαρτήσασα σάρξ; (Quae est causa Incarnationis, nisi ut caro, quae peccaverat, redimeretur? ).  Καί τέλος ὁ Αὐγουστῖνος διακηρύττει, ὅτι ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν ἀπώλλυτο, ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου δέν θά ἤρχετο (Si homo non periisset, Filius hominis non venisset). Ἀλλά καί ὁ θεῖος Χρυσόστομος ἀρκούντως ἐμφανῶς περιορίζει τόν σκοπόν τῆς ἐνανθρωπήσεως εἰς τήν ἀνόρθωσιν τοῦ ἀνθρώπου παρατηρῶν ἔνθεν μέν, ὅτι ὁ Κύριος “δι’οὐδέν ἕτερον τήν ἡμετέραν ὑπέδυ σάρκα καί διά τήν σωτηρίαν τοῦ τῶν ἀνθρώπων γένους γέγονεν ἄνθρωπος,” ἔνθεν δέ “διά φιλανθρωπίαν μόνον τήν σάρκα ἀνέλαβε τήν ἡμετέραν, ἵνα ἐλεήσῃ ἡμᾶς∙ οὐδέ γάρ ἐστιν ἄλλη τις αἰτία τῆς οἰκονομίας ἤ μόνη αὕτη”. Ἀλλά καί κατά τόν Μ. Ἀθανάσιον “ἡ ἡμῶν αἰτία ἐκείνῳ γέγονεν πρόφασις τῆς καθόδου καί ἡ ἡμῶν παράβασις τοῦ Λόγου τήν φιλανθρωπίαν ἐξεκαλέσατο, ὥστε καί εἰς ἡμᾶς φθάσαι καί φανῆναι τόν Κύριον ἐν ἀνθρώποις”. “Προηγεῖται γάρ τοῦ γενέσθαι αὐτόν ἄνθρωπον ἡ τῶν ἀνθρώπων χρεία, ἧς ἄνευ οὐκ ἄν ἐνεδύσατο σάρκα. Τίς δέ ἡ χρεία, δι’ἥν γέγονεν ἄνθρωπος, αὐτός ὁ Κύριος σημαίνων ταύτην ἔλεγε: Καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με, τό δέ θέλημα τοῦτο εἶναι, ἵνα πᾶν ὅ δέδωκέ μοι μή ἀπολέσω ἐξ αὐτοῦ”». [11]

Ὡσαύτως καί ὁ Ἰωάννης Καρμίρης ἀρνεῖται τό ἀπροϋπόθετον τῆς ἐνανθρωπήσεως: «Ὁ Χριστός λοιπόν ἐνηνθρώπησεν ἁμαρτωλούς σῶσαι καί ζητῆσαι “καί σῶσαι τό ἀπολωλός” ἤ κατά τό ἱερόν σύμβολον τῆς πίστεως, ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Σωτῆρος ἐγένετο δι’ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν. Ἐντεῦθεν συνάγεται ὅτι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἦτο ἡ ἁμαρτία καί ἡ πτῶσις τοῦ ἀνθρώπου ἀπορριπτομένης τῆς ἀντιθέτου δοξασίας, καθ’ἥν ὁ Ἰησοῦς Χριστός θά ἐσαρκοῦτο καί ἐάν ἀκόμη δέν ἐλάμβανε χώραν ἡ πτῶσις τοῦ ἀνθρώπου. Τῷ ὄντι κατά τόν Εἰρηναῖον ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν θά ἐσαρκοῦτο ἐάν δέν ἐπρόκειτο νά σωθῇ ἡ σάρξ, καί κατά τόν Αὐγουστῖνον. Si homo non periisset, Filius homonis non venisset (=μετφρ. Παν. Τρεμπέλα: Ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν ἀπώλλυτο, ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου δέν θά ἤρχετο )»[12]

Τέλος ὁ Ἀνδρέας Θεοδώρου ἀρνεῖται καί αὐτός τό ἀπροϋπόθετον τῆς σαρκώσεως καί δέχεται τό ἐμπροϋπόθετον αὐτῆς: «Ὁ Θεός, λοιπόν, ἦλθε στή γῆ γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους καί γιά τή δική μας σωτηρία. Ἡ δήλωση τοῦ Συμβόλου (τῆς Πίστεως) εἶναι σαφής καί κατηγορηματική. Ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου ἦταν ἐμπροϋπόθετη. Σάν προϋπόθεσή της εἶχε τή λύτρωση τοῦ κόσμου ἐκ τῆς ἁμαρτίας. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν ἁμάρτανε, δέν θά ὑπῆρχε φυσικά λόγος τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως. Ὁ πρωτόπλαστος θά συνέχιζε ἤρεμα τή ζωή του στούς κόλπους τῆς θείας χρηστότητος καί ἀγαθωσύνης καί, μέ τή βοήθεια τῆς θείας χάριτος, θά γινόταν “κατά χάριν” θεός, μέ τήν παγίωσή του στό ἀγαθό καί τό ἅγιο θέλημα τοῦ Πλάστη του. Κάτι παρόμοιο εἶχε συμβεῖ προηγουμένως στά ἀγαθά πνεύματα. Φυσικά τό δυναμικό αὐτό τέλος τῆς φύσεως ἀνέκοψε ἡ ἁμαρτία, ἀνέλαβε δέ νά τό φέρει εἰς πέρας ὁ ἴδιος ὁ Θεός ντυμένος τόν ἄνθρωπο. Δέν νομίζουμε, ὅτι εἶναι σωστή ἡ θεολογική γνώμη πού διατυπώθηκε σέ ὁρισμένο θεολογικό ρεῦμα σκέψεως στήν ἀρχαία Ἐκκλησία, κατά τό ὁποῖο ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου ἦταν ἀπροϋπόθετη, θά γινόταν δηλαδή οὕτως ἤ ἄλλως, ἔστω κι ἄν δέν ἁμάρτανε ὁ ἄνθρωπος, ὡς πλήρωση αὐτοῦ καί τῆς δημιουργηθείσης κτίσεως» [13].

Ὁ Ἀνδρέας Θεοδώρου, ὅπως ἤδη ἔχουμε ἀναφέρει, ἔγραψε μιά μελέτη περί τῆς ἀπροϋποθέτου ἤ ἐμπροϋθέτου ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου. Σ’αὐτή τή μελέτη προσκομίζει χωρία ἀπό τό ἔργο τοῦ ἱεροῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἄλλα ἐκ τῶν ὁποίων συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς ἀπροϋποθέτου ἐνανθρωπήσεως, ἄλλα ὑπέρ τῆς ἐμπροϋποθέτου. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι μόνο στήν πρός Θαλάσσιον περικοπή, πού παραθέσαμε ἀνωτέρω, κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ μακαριστοῦ καθηγητοῦ ὁ ἅγιος Μάξιμος διατυπώνει σαφῶς καί ἀναντιλέκτως τήν ἰδέα τῆς ἀπροϋποθέτου ἐνανθρωπήσεως. Κατά τήν ἑρμηνεία, ἐπαναλμβάνουμε, τοῦ Ἀ. Θεοδώρου ὅλα τά ὑπόλοιπα χωρία ἐκφράζουν τήν ἰδέα τῆς ἐμπροϋποθέτου σαρκώσεως. Μάλιστα καί αὐτά πού φαίνεται ὅτι συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς ἀπροϋποθέτου σαρκώσεως, καταλλήλως ἑρμηνευόμενα, συνηγοροῦν ὑπέρ τοῦ ἀντιθέτου, τῆς ἐμπροϋποθέτου δηλαδή σαρκώσεως.Τό τελικό του συμπέρασμα εἶναι: «Ὡς τελικόν συμπέρασμα τοῦ μετά χεῖρας μελετήματος ἡμῶν δυνάμεθα νά εἴπωμεν τά ἑξῆς. Ἐν τῇ πρός Θαλάσσιον παρατεθείσῃ περικοπῇ αὐτοῦ (MPG 90,620-621) (πρόκειται γιά τήν περικοπή τοῦ ἱεροῦ Μαξίμου πού παραθέσαμε καί ἐμεῖς ἀνωτέρω) ὁ ἱερός Μάξιμος δέχεται τήν ἀπροϋπόθετον ἐνανθρώπησιν…Ἀλλά μήν (=βεβαίως) ἐν τῇ Γραφῇ οὐδαμῶς μαρτυρεῖται ἡ περί ἀπροϋποθέτου ἐνανθρωπήσεως ἰδέα. Εἶναι προφανές ὅτι ὁ ἱερός Μάξιμος ἀπολυτοποιεῖ ἐν προκειμένῳ ἰδέας βιβλικάς, χρησιμοποιῶν μάλιστα σχήματα θεολογοῦντος λόγου ὑπερβολικά. Ἡ ἀπολυτοποίησις αὕτη ἐξαίρει τήν μοναδικότητα τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως διά τήν θέωσιν τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς κτίσεως. Τήν ἰδέαν ταύτην ὁ Μάξιμος ἅπαξ μόνον ἐκφέρει, οὐδαμῶς ἀνακάμπτων – τοὐλάχιστον ἐκπεφρασμένως − ἐπ’αὐτῆς. Εἶναι ἀδύνατον ἐν τῇ σκέψει τοῦ Μαξίμου νά ἀποχωρίσῃ τις τήν ἰδέαν τῆς ἐνανθρωπήσεως ἀπό τῆς ἰδέας τῆς ἀπολυτρώσεως καί σωτηρίας. Ὁ Χριστός γίνεται ἄνθρωπος, καθ’ὅσον ὁ ἄνθρωπος δέν ἐγένετο Θεός. Θεοποιεῖ τόν ἀστοχήσαντα εἰς τήν θεοποίησιν αὐτοῦ ἄνθρωπον. Ἄν ἐθεοῦτο ἀπ’ἀρχῆς ὁ ἄνθρωπος χάριτι, δέν θά ὑπῆρχε λόγος διά τό θεοποιητικόν ἔργον τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως. Ἐνανθρώπησις καί ἀπολύτρωσις τοσοῦτον στενῶς συμπλέκονται μεταξύ των, ὥστε ἀμφότεραι αἱ στιγμαί ν’ἀπαρτίζωσιν ἀρρήκτως τό προεγνωσμένον τῆς θείας βουλῆς περί τόν ἄνθρωπον μυστήριον. Φρονοῦμεν ὅτι ἀπροϋπόθετος ἐνανθρώπησις καί δή καί ὡς ψιλή θεολογική ἐπίνοια καί θεωρία, ἐλλείπει ἐκ τῆς θεολογικῆς σκέψεως τοῦ ἱεροῦ Πατρός»[14].

Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Βλέπουυμε ὅτι ἀμφότερες οἱ ἀντιλήψεις περί τοῦ κινήτρου τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ ὑποστηρίζονται καί ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό συγχρόνους θεολόγους. Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι τό θέμα εἶναι «θεολογούμενο». Μάλιστα θεωροῦμε ὅτι εἶναι νόμιμο θεολογικά νά ὑποστηρίξουμε ὅτι οἱ δύο θέσεις δέν ἀλληλοαποκλείονται, ἀλλά συμβιβάζονται καί ἐναρμονίζονται. Μποροῦμε κάλλιστα νά ὑποστηρίξουμε ὅτι ἀλληλοσυμπληρώνονται καί συναρμόζονται. Δέν νομίζω ὅτι ἀντιμετωπίζουμε πιεστικό δίλλημα, νά ἐκλέξουμε μία ἐκ τῶν δύο. Κάλλιστα μποροῦμε νά συναποδεχθοῦμε ἀμφότερες.

Ἀντί ἄλλου συμπεράσματος θά παραθέσουμε τήν ἄποψη τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι, ὁ ὁποῖος προβαίνει σέ μία σύνθεση καί τῶν δύο ἀντιλήψεων: «Τό χριστιανικό μήνυμα ἦταν ἀπό τήν πρώτη του ἀρχή τό μήνυμα τῆς σωτηρίας. Γι’αὐτό καί ὁ Κύριός μας ἐμφανιζόταν κατά κύριο λόγο σάν ὁ Σωτήρας πού λυτρώνει τό λαό Του ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας καί τῆς φθορᾶς. Τό ἴδιο τό γεγονός τῆς ἐνανθρωπήσεως ἡ πρωτοχριστιανική θεολογία τό ἑρμήνευε συνήθως μέσα στήν προοπτική τῆς ἀπολυτρώσεως…Ἡ λυτρωτική ὄψις τῆς ἐνανθρωπήσεως καί ἡ περιχώρησις τῶν φύσεων τονίσθηκαν μέ ἔμφασι ἀπό τούς Πατέρες. Σάν σκοπός καί ἀποτέλεσμα τῆς ἐνσαρκώσεως ὡρίσθηκαν ἀκριβῶς ἡ Ἀπολύτρωσις τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἀποκατάστασίς του στήν προπτωτική κατάστασι πού χάθηκε μέ τήν πτῶσι καί τήν ἁμαρτία… Ἀπό τ’ἄλλο μέρος, θἆταν ἄδικο νά ἰσχυρισθῆ κανείς ὅτι οἱ Πατέρες θεωροῦσαν τόν  λυτρωτικό αὐτό σκοπό σάν τήν μόνη αἰτία Ἐνσαρκώσεως, ἔτσι πού ἡ Ἐνανθρώπησις νά μποροῦσε νά μήν εἶχε γίνει ποτέ, ἄν δέν εἶχε ἁμαρτήσει ὁ ἄνθρωπος. Οὐδέποτε ἔθεσαν οἱ Πατέρες τό ἐρώτημα κατ’αὐτόν τόν τρόπο. Τό θέμα τοῦ ἐσχάτου κινήτρου τῆς ἐνανθρωπήσεως δέν συζητήθηκε ποτέ ἐπίσημα στήν Πατερική ἐποχή.Τό πρόβλημα τῆς σχέσεως τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐνσαρκώσεως καί τοῦ ἀρχικοῦ σκοποῦ τῆς Δημιουργίας δέν τό ἔθιξαν οὔτε μιά φορά οἱ Πατέρες, καί δέν τό ἐπεξεργάσθηκαν συστηματικά. “Ἴσως εἶναι ἀλήθεια νά πῆ κανείς ὅτι ἡ σκέψις γιά μιά ἐνσάρκωσι ἀνεξάρτητη ἀπό τήν πτῶσι ἐναρμονίζεται μέ τή γενική κατεύθυνσι τῆς Ἑλληνικῆς θεολογίας. Μερικές πατερικές φράσεις μᾶς ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα ὅτι ἔγινε πραγματικά μιά τέτοια σκέψις, ἐδῶ ἤ ἐκεῖ, πού ἴσως καί νά συζητήθηκε”. Οἱ πατερικές αὐτές φράσεις συγκεντρώθηκαν καί ἐξετάσθηκαν ἀρκετές φορές, ἀλλά χωρίς ἀποτέλεσμα, ἀφοῦ μποροῦμε νά παραπέμψουμε στούς ἴδιους αὐτούς πατέρες, προκειμένου καί περί τοῦ ἀντιθέτου. Δέν εἶναι ἀρκετό νά μαζεύουμε χωρία βγάζοντάς τα ἀπό τή συνάφειά τους καί ἀγνοώντας τό σκοπό, συχνά πολεμικό, γιά τόν ὁποῖο γράφθηκε καθένα ἀπ’αὐτά τά κείμενα. Πολλές ἀπό ἐκεῖνες τίς “πατερικές φράσεις” εἶναι περικοπές περιπτωσιακές, πού δέν μποροῦμε νά τίς χρησιμοποιοῦμε παρά μόνο μέ μεγάλη περίσκεψι καί προσοχή. Τό σωστό τους νόημα ἐξακριβώνεται μόνο, ἄν τίς διαβάσουμε στή συνάφειά τους, δηλ. μέσα στήν προοπτική τῆς σκέψεως τοῦ κάθε συγγραφέως»[15]

----------------------------------

[1] Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Πρός Θαλάσσιον Ξ´, μετάφραση Ἰγνατίου Σακαλῆ, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1992, σελ.186-187-188-189

[2]  Ἀνδρέου Θεοδώρου, Cur Deus hommo? Ἀπροϋπόθετος ἤ ἐμπροϋπόθετος ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ Λόγου; Ἐν Ἀθήναις 1974, σελ. 21 κ.ἑξ.

[3] Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία Ξ´ εἰς τά ἅγια Φῶτα 19,20, μετάφραση Παναγιώτη Χρήστου, τόμος 11 στά ἔργα τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 533-535

[4] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως Δ´ (6) 79, μετάφραση Κωνσταντίνου Φραντζολᾶ, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1976, σελ 431

[5]Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συμβουλευτικόν ἐγχειρίδιον, Δ´ ἐκδοση, ἐκδ. Νεκτάριος Παναγόπουλος, Ἀθῆναι 1999, σελ. 316

[6] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, ὅ.π., σελ.319

[7] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, ὅ.π., σελ.324

[8] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, ὅ.π., σελ.325

[9] Νικολάου Καβάσιλα,Ἡ Θεομήτωρ, Τρεῖς Θεομητορικές Ὁμιλίες, κείμενο-μετάφραση-εἰσαγωγή-σχόλια Παναγιώτη Νέλλα, Β´ ἔκδοση, ἐκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 1974, σελ. 150

[10] Χρήστου Ἀνδρούτσου, Δογματική, ἔκδοσις δευτέρα, ἐκδοτικός οἶκος “Ἀστήρ”, Ἀθῆναι χ.χ., σσ. 168-169

[11] Π.Ν. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμος Β´, ἔκδοσις Δευτέρα, Ἀδελφότης θεολόγων “Ὁ Σωτήρ”, Ἀθῆναι 1979, σελ. 9-10-11, ὅπου καί οἱ σχετικές παραπομπές τῶν καταχωρημένων Πατερικῶν  καί λοιπῶν ἐδαφίων.

[12] Δογματική, Κατά τάς παραδόσεις τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἰ. Καρμίρη, Ἀνατύπωσις ἐκ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Φοιτητικοῦ Θεολογικοῦ Συνδέσμου τοῦ  ἔτους 1964, Ἀθῆναι 1995

[13] Ἀνδρέα Θεοδώρου, Βασική δογματική διδασκαλία, Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, ἔκδοση Γ´, Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 2019, σελ. 125

[14] Ἀνδρέου Θεοδώρου, Cur Deus hommo? Ἀπροϋπόθετος ἤ ἐμπροϋπόθετος ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ Λόγου; Ἐν Ἀθήναις 1974, σελ. 47-48

[15]Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Θέματα ὀρθοδόξου θεολογίας, Β´ ἔκδοση, ἐκδ. «Ἄρτος Ζωῆς», Ἀθήνα 1989, σσ. 33-34



Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2020

Ανθολόγιον 253: Μάριος Π. Μπέγζος, [Αγάπη και ελευθερία]




(...) Η αγάπη και η ελευθερία συναγωνίζονται μεταξύ τους ακατάπαυστα. Όποιος αγαπά, θυσιάζει την ελευθερία του έστω και εν μέρει ή κατ' ελάχιστον. Όταν δύο πρόσωπα αγαπιούνται, είτε είναι σύντροφοι στην ζωή είτε γονείς απέναντι στα παιδιά τους, παραιτούνται από την ελευθερία των επιλογών τους, αν όχι όλων, οπωσδήποτε μερικών. (...)




Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

"Η ανοικτή ιστορία και οι εχθροί της": Το νέο βιβλίο του π. Νικολάου Λουδοβίκου




Ποιές εγγενείς αδυναμίες και αντιφάσεις ταλανίζουν την μετα-Διαφωτιστική νεωτερικότητα; Ούτε η φιλοσοφία του υποκειμένου, ούτε η ψυχολογία του ασυνειδήτου, ούτε η Μαρξιστική ή φιλελεύθερη οικονομία, ούτε η κοινωνιολογία των θεσμών, μαζί και μια θεολογία που έχει χάσει το χάρισμα της προφητείας, μπόρεσαν να προβλέψουν αυτό που παραταύτα εγκαθιδρύεται, θριαμβευτικά σχεδόν και αδιερώτητα, ως μετα-ανθρώπινη εποχή, στον Ελληνο-δυτικό κόσμο. Δεν μπόρεσαν δηλαδή να προβλέψουν πως δεν υπάρχουν όροι και όρια στην ανθρώπινη αποσυνδεμένη από την φύση και τον Θεό αυτο-επέκταση. Πως το άνοιγμα στις τρομερές δυνατότητες μπορεί να είναι κλείσιμο. Πως ο σκληρότερος Ολοκληρωτισμός είναι βελούδινος…

***

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
1. Η Ανοικτή Ιστορία και οι εχθροί της: Γρηγόριος Παλαμάς, Θωμάς Ακινάτης και Hegel
2. Φονταμενταλιστικός Εκσυγχρονισμός: Η περίκλειστη Ιστορία
3. Χριστιανισμός, Αναρχισμός και Κράτος. Ο Βελούδινος Ολοκληρωτισμός
4. Ποια Παράδοση; Με τον Horkheimer και παραπέρα
5.Εσχατολογοποίηση του παρόντος: Τα χαρακτηριστικά του Βελούδινου Ολοκληρωτισμού
6. Νέκρωση της ελευθερίας και ψυχική αδρανοποίηση: Η Ηθική του Βελούδινου Ολοκληρωτισμού
7.Παρένθεση: Νεοορθοδοξίες, νεοπροτεσταντισμοί και οι μεταπτώσεις του Νεοελληνικού εκσυγχρονισμού
8. Ανάμεσα στον Βελούδινο Ολοκληρωτισμό και τον Ισλαμοφασισμό;
9. ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Cyborgs, Ολοκληρωτισμοί, πολλαπλοί εκσυγχρονισμοί και η σύνθεση των εκσυγχρονισμών

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
1. Φύλο και σεξουαλικότητα: Βιο/ψυχοτεχνολογίες του υποκειμένου στην εποχή του μετα-Διαφωτισμού
2. Χωρίς-εμείς-εγώ: Η ανάδυση του αυτοαναφορικού υποκειμένου στα νεώτερα χρόνια
3. Το πρόβλημα του Κακού: από τον Αυγουστίνο στην σύγχρονη Γενετική
4. Μεταλαμβάνοντας σε καιρούς πανδημίας, ή τα Χριστολογικά βάθη του εαυτού και η Θεία Κοινωνία




Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

Η θεολογική προσέγγιση της σεξουαλικότητας



Η θεολογική προσέγγιση της σεξουαλικότητας: 

Με μεγάλη επιτυχία και το 2ο Webinar Θεολόγων Στερεάς Ελλάδος και Θεσσαλίας



“H σεξουαλικότητα είναι μια από τις έμφυτες δυνάμεις του ανθρώπου και όπως έχουν διευκρινίσει οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν είναι κακή, ούτε αμαρτωλή αφ΄ εαυτής. Στο πλαίσιο της χριστιανικής ανθρωπολογίας ο άνθρωπος καλείται να μην την αφήνει τυφλή, αλλά να την προσανατολίσει προς συγκεκριμένο πρόσωπο καθώς η σεξουαλικότητα δεν (πρέπει να) είναι απλώς τρόπος ικανοποίησης μιας βιολογικής ορμής, αλλά (πρέπει να) γίνεται οδός για την πραγμάτωση μιας προσωπικής (δηλ. μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων) ερωτικής κοινωνίας μέσα απ΄ το μυστήριο του γάμου”. 

Τα παραπάνω τονίσθηκαν στο επιμορφωτικό ψηφιακό / webinar (web-based seminar) σεμινάριο (τηλεσπερίδα, 03-06-2020) Θεολόγων κεντρικής Ελλάδος το οποίο υλοποιήθηκε μέσω της πλατφόρμας σύγχρονης τηλεκπαίδευσης Cisco Webex έχοντας ως θέμα την “Θεολογία του σώματος”, ένα θέμα που επιλέχθηκε μ΄ αφορμή τη συζήτηση για την ένταξη στο σχολείο του μαθήματος της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. 

Το e-σεμινάριο πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των συνεργατικών δράσεων τηλεκπαίδευσης που σχεδίασαν και υλοποιούν για θέματα Θεολογίας / Θρησκευτικών τα Περιφερειακά Κέντρα Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού (ΠΕΚΕΣ) Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, δια της συμπράξεως, των αντιστοίχων Συντονιστών ΕΕ κλ. ΠΕ01 - Θεολόγων των εν λόγω ΠΕΚΕΣ Δρ Νικολάου Παύλου και Δρ Χαράλαμπου Ανδρεόπουλου. 

Καρπός της άριστης οργάνωσης και αυτού του (2ου) webinar ΠΕ01- Θεολόγων, εξ επόψεως τόσο της θεματολογίας, όσο της συνεργασίας των οργανωτών της τηλεσπερίδας με την εκπαιδευτική κοινότητα των θεολόγων της Θεσσαλίας και της Στερεάς Ελλάδος, υπήρξε η μεγάλη συμμετοχή που έφθασε στις 150 (ψηφιακές) παρουσίες θεολόγων οι οποίοι/-ες επί τρείς (3) σχεδόν ώρες παρακολούθησαν τις εργασίες (6.30μ.μ – 8 μ.μ) της τηλεσπερίδας και έλαβαν μέρος στον επακολουθήσαντα (8 μ.μ. - 9 μ.μ.) δημιουργικό διάλογο με τους τρείς εισηγητές. 

Η τηλεσπερίδα ξεκίνησε με χαιρετισμούς των Οργανωτικών Συντονιστών των ΠΕΚΕΣ Στερεάς Ελλάδος και Θεσσαλίας Δρ Χρίστου Μαρκαντώνη και Δρ Βασ. Κωτούλα οι οποίοι εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για την επιτυχημένη σύμπραξη των Συντονιστών Θεολόγων και δι΄ αυτών των ΠΕΚΕΣ, θεωρώντας ότι μπορεί ν΄ αποτελέσει οδηγό για μελλοντικές διευρυμένες συνεργασίες και δράσεις επιμορφωτικές σ΄ όλα τα επιστημονικά πεδία και ειδικότητες εκπαιδευτικών των δύο μεγάλων και δυναμικών εκπαιδευτικών περιφερειών αρμοδιότητας των ΠΕΚΕΣ Στερεάς Ελλάδος και Θεσσαλίας που καλύπτουν συνολικά το χώρο της κεντρικής Ελλάδος. 

Κεντρικός ομιλητής του e-σεμιναρίου ήταν ο καθηγητής Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας του ΑΠΘ Δρ Χρυσόστομος Σταμούλης, ο οποίος έχοντας ασχοληθεί επισταμένως με το θέμα της θεολογίας του σώματος και της σεξουαλικότητας ανέλυσε διεξοδικά τις (θετικές) θέσεις των Πατέρων της Εκκλησίας Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Aγ. Βασιλείου του Μεγάλου, Αγ. Βασιλείου Αγκύρας και Αγ. Συμεών του Νέου Θεολόγου απέναντι στην ανθρώπινη σεξουαλικότητα την οποία θεωρούν ως λειτουργία του σώματος δοθείσα υπό του Θεού στο δημιούργημά του, τον άνθρωπο, όχι μόνο προς παιδοποιϊαν, αλλά και “υπέρ του σβέσαι την της φύσεως πύρωσιν” (βλ. Ιωάννου Χρυσoστόμου, “Περί παρθενίας”, P. G. 48, 547) “δια τον της μίξεως οίστρον” (Bασιλείου Αγκύρας, “Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας”, P. G. 30, 676AC). Παραλλήλως ο κ. Σταμούλης αναφέρθηκε στην ιερότητα ολάκερου του δημιουργημένου απ΄ τον Θεό σώματος και, συνεπώς, και των “ομοτίμων” με τα υπόλοιπα όργανα του ανθρώπου γεννητικών οργάνων, παραπέμποντας προς τούτο στον Αγ. Συμεών τον Νέο Θεολόγο και στην αφοπλιστική αναφορά του Αγίου αυτού πατρός : “...εγώ δε λέγω σοι: Βλέπε Χριστόν εν μήτρα και τα εν μήτρα νόησον και μήτρα υπεκδύντα και πόθεν εξερχόμενος ο Θεός μου διήλθε!” (Ύμνοι θείων ερώτων 165, SC [Sources Chrétiennes, Paris] 156, σ, 288-292. Επίσης, σχετ. Μεγ. Βασιλείου, ”Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας προς Λητόϊον επίσκοπον Μελιτηνής” (P. G. 30, 800-801B. κ.α.). Ολόκληρη η ομιλία του Καθηγητή κ. Χρυσ. Σταμούλη, έχει αναρτηθεί στα υπηρεσιακά ιστολόγια των Συντονιστών Θεολόγων Στερεάς Ελλάδος Χάρη Ανδρεόπουλου και Θεσσαλίας Nικολάου Παύλου). Ο κ. Σταμούλης αναφέρθηκε και το θέμα της ένταξης της σεξουαλικής αγωγής στο σχολείο απαντώντας θετικά, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει ολοκληρωμένο διεπιστημονικού χαρακτήρα και περιεχομένου πρόγραμμα διδασκαλίας και θα προηγηθεί η απαραίτητη επιμόρφωση εκπαιδευτικών Α/θμιας και Β/θμιας, ενώ έκρινε ως καταλληλότερη για το υπό ένταξη μάθημα την ονομασία “Ερωτική αγωγή”. 

Της ομιλίας του κ. Σταμούλη προηγήθηκαν σύντομες παρεμβάσεις των Συντονιστών Θεολόγων. Οι κ.κ. Ανδρεόπουλος και Παύλου αναφέρθηκαν στο γεγονός ότι στο μάθημα των Θρησκευτικών εδώ και πολλά χρόνια υπάρχουν εκτεταμένες αναφορές στο θέμα των διαφυλικών σχέσεων, του έρωτα καθώς, επίσης, και της σεξουαλικής αγωγής υπό το πρίσμα της χριστιανικής θεολογίας που την θεωρεί έμφυτη στον άνθρωπο, όπως αναλυόταν στο (παλαιό) βιβλίο Θρησκευτικών της Γ¨ Λυκείου (Διδακτική ενότητα 11) με παραπομπή στην πατερική γραμματεία, εν προκειμένω, στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά (14ος αι.) ο οποίος αιώνες πριν από τις διαπιστώσεις της σύγχρονης βιολογίας και ψυχολογίας, σημείωνε ότι η σεξουαλικότητα είναι φυσική και μάλιστα εκδηλώνεται ήδη από τη βρεφική ηλικία του ανθρώπου (“Προς την σεμνοτάτην εν μοναζούσαις Ξένην. Περί παθών και αρετών”, P. G. 150, 1069) . Επισημαίνοντας ότι σχετικές αναφορές υπάρχουν και στο νέο πρόγραμμα σπουδών της Β' Λυκείου (Θεματική ενότητα 5.2, περί Έρωτος) και εκτιμώντας ότι το νέο μάθημα δεν θα περιορίζεται στις διαστάσεις της βιολογίας και της ψυχολογίας, οι Συντονιστές ΠΕ01 υποστήριξαν ότι οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί έχουν την παιδαγωγική / επιστημονική γνώση και την εκπαιδευτική εμπειρία να διδάξουν το μάθημα της σεξουαλικής αγωγής αφού, φυσικά, επιμορφωθούν στη σύνολη ύλη του μαθήματος μέσω των προγραμμάτων που έχει σχεδιάσει το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) για όλα τα μαθήματα που περιλαμβάνονται στο θεματικό κύκλο του “Εργαστηρίου Δεξιοτήτων” που πρόκειται να εφαρμοσθεί πιλοτικά από τη νέα σχολική χρονιά. 

Η τηλεσπερίδα ολοκληρώθηκε με τις απαντήσεις των ερωτημάτων που έθεσαν οι συμμετέχοντες εκπ/κοί στους εισηγητές, στο πλαίσιο μιας συζήτησης που ξεπέρασε την ώρα και την οποία συντόνισε επιδεξίως η καθηγήτρια του 4ου Γυμνασίου Λάρισας, Μ.Sc. Θεολογίας, Δέσποινα Πανάγου. Στους/- τις θεολόγους εκπαιδευτικούς που συμμετείχαν στο e-σεμινάριο επιδόθηκαν Βεβαιώσεις Παρακολούθησης.


Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Θ.Ι.Ζιάκας, Τι είναι ο «Μυστικισμός»;

πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ





[Απόσπασμα από το βιβλίο του Θ.Ι.Ζιάκα,  Τα δύο τέρατα και η αριστερά: Για την παρακμή και για τις δυνατότητες ανάσχεσής της, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2019] 
Μυστικισμός είναι ο λόγος για το Μυστήριο. Όπου «Μυστήριο» είναι το εξ ορισμού ανεξιχνίαστο και παρά ταύτα επιδεχόμενο εμβίωση. Εμβίωση ιδιωτική-προσωπική και εμβίωση συλλογική-κοινοτική.
Καθώς ζούμε σε ιδιωτικοποιημένη κοινωνία δεν είναι παράξενο, που το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται στις ιδιωτικές εμβιώσεις του Μυστηρίου, τις λεγόμενες «μυστικές εμπειρίες». Δεν θα ασχοληθώ μ’ αυτές, όχι γιατί δεν έχουν σημασία, αλλά γιατί έτσι κι αλλιώς δεν μπορούν να εκφραστούν με λόγια. Τουλάχιστον οι εξ αυτών χριστιανικές. Λέει ο Απόστολος Παύλος:
«Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ. καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄῤῥητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι.»[1]
Θα σταθώ, λοιπόν, αποκλειστικά, στην συλλογική εμβίωση του Μυστηρίου και ειδικά στην συλλογική «μυστική εμπειρία», την αναφερόμενη σε τρεις καθοριστικές πτυχές του πολιτισμικού Μυστηρίου: την γένεση του πολιτισμού, την αναπαραγωγή του από γενιά σε γενιά και το τέλος του.
  1. Αλλά γιατί είναι μυστήριο ο πολιτισμός;
Είναι Μυστήριο, επειδή σε αντίθεση με τα άλλα ζώα, το ανθρώπινο ζώο δεν είναι προικισμένο από την φύση του με μια καθορισμένη μορφή κοινωνικότητας και πρέπει να την εφεύρει ή να την επιλέξει μέσα από ένα δυνητικά απεριόριστο φάσμα επιλογών.
Το Μυστήριο του πολιτισμού έγκειται ακριβώς σ’ αυτό: στην κοινωνιο-οντολογική ελευθερία του ανθρωπίνου είδους. Διαβλέπουμε άλλωστε, αυτού του είδους την ελευθερία, πίσω από την απερίσταλτη ετερότητα των ιστορικών πολιτισμών.
Το γεγονός, ότι η ελευθερία επιλογής τρόπου κοινωνικής αυτοθέσμισης είναι Μυστήριο, σημαίνει πριν απ’ όλα, ότι όποιο και να είναι το «σκεπτικό» ή το «αφήγημα», μέσω του οποίου κάθε πολιτισμός θέτει στο απυρόβλητο την κοινωνιο-οντολογική επιλογή του, είναι κατ’ ανάγκην ένας Μύθος. Και τούτο υπό την έννοια, ότι μόνο μέσω Μύθου προσεγγίζεται το Μυστήριο. Δεν έχει δηλαδή σημασία, αν το μυθικό κοινωνιο-οντολογικό «αφήγημα» αυτοπροσδιορίζεται ως «θρησκευτικό», «καλλιτεχνικό», «φιλοσοφικό», ή «επιστημονικό». 
Μύθος δεν σημαίνει παραμύθι ή ψέμμα. Το λιγότερο που ενδιαφέρει τον μυθικό θεσμοθέτη, είναι η ευλογοφάνεια των μυθολογουμένων. Αυτό που κυρίως τον ενδιαφέρει είναι η Πίστη στην απρόσβλητη Αυθεντία του μυθικού θεμελιωτή του συγκεκριμένου πολιτισμού.
Κατά συνέπεια: Στην Πίστη μπορεί να ανατιταχθεί μόνο μια άλλη Πίστη: η ομότιμη Πίστη στην θεμελίωση ενός άλλου πολιτισμού. Και αν, όπως στις μέρες μας, έχουν την μανία να αντιτάσσουν στην «αλήθεια της Πίστης» την «αλήθεια της Επιστήμης», είναι γιατί νομίζουν, ότι η δεύτερη «τεκμηριώνει» τάχα «αντικειμενικά», την Πίστη του νεωτερικού πολιτισμού στο μυθολογικό του αφήγημα: τον Τεχνολογικό Μεσσιανισμό.
Παρ’ ότι η ποικιλία των πολιτισμών είναι ανεξάντλητη, οι κοινωνιο-οντολογικοί τους Μύθοι εμφανίζουν τέσσερα κοινά σημεία:
α) Η αποκάλυψη του οικείου τρόπου κοινωνικότητας, έχει γίνει από κάποιον Θεό. Δεν είναι, με άλλα λόγια, ανθρώπινο έργο, ώστε να επιτρέπεται η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του.
β) Τον οικείο και εξ ορισμού σωστό τρόπο κοινωνικότητας, τον αντιμάχονται μοχθηροί θεοί και δαίμονες.
γ) Ο άνθρωπος πρέπει να εμπιστεύεται μόνο τον Θεό ή τους Θεούς της δικής του πολιτισμικής κοινότητας. Και «να τους το δείχνει», με επί τούτου θεσπισμένες θυσιαστικές τιμές και λειτουργίες.
δ) Η θυσία είναι ο άξονας όλων των συλλογικών (θρησκευτικών) εμβιώσεων του πολιτισμικού Μυστηρίου.
Η θυσία υπόκειται σε ανελικτική διαβάθμιση: από την ανθρωποθυσία περνάμε στην ζωοθυσία και από την ζωοθυσία στην Θεοθυσία. Η διαβάθμιση-εκλέπτυνση της θυσίας προσδιορίζει αντίστοιχα «στάδια» στην κοινωνιο-οντολογική ανέλιξη του ανθρωπίνου είδους.
Η τρίσημη «σταδιοποίηση» των θυσιαστικών μεταλλάξεων, είναι ισόμορφη στον Ορθόδοξο Μυστικισμό της συλλογικής Σωτηρίας, με τρίβαθμη Κλίμακα. Όπου οι «σωζόμενοι» διέρχονται από «τρεις τάξεις»: την τάξη των «Δούλων του Θεού», την τάξη των «Μισθωτών εργατών» του θεϊκού Αμπελώνα και την τάξη των «Παιδιών του Θεού» ή Φίλων του Υιού και Λόγου Του.
  1. Το μυστήριο της κοινωνιο-οντολογικής ελευθερίας
«Κανονικά», λοιπόν, θα έπρεπε τα μέλη της πολιτισμικής κοινότητας να σέβονται ευγνωμόνως την θεόσδοτη θεμελίωσή της.
Είτε γιατί αποφεύγουν, με την υποταγή τους, την οργή του Θεού, είτε γιατί κερδίζουν, με τον ευσεβή τρόπο τους, την εύνοια του Θεού, είτε γιατί (μιλώντας για τον χριστιανισμό) τους συγκινεί το φιλάνθρωπο αυτοθυσιαστικό παράδειγμά του και τον μιμούνται από αγαπητική αφοσίωση.
Αλλά: «εξουσίαν και δύναμιν έχει ο νους ώ θέλει είτε έπεσθαι είτε αντιστήναι», λέει ο Πρύτανης του χριστιανικού Μυστικισμού άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662). Δηλαδή: Είναι στο χέρι του καθενός να θέλει «να κάνει ό,τι θέλει». Να θέλει λ.χ. «να αλλάξει τον κόσμο». Να «πάρει την εξουσία», για να φτιάξει έναν «καλύτερο κόσμο».  Και έτσι, «να γίνει ο ίδιος θεός» (: κοσμοθεμελιωτής). –«Ανώτερος», απ’ αυτόν που έφτιαξε «τούτον τον κόσμο τον κακό».
Και ξέρουμε, ασφαλώς, ότι οι υποψήφιοι «ανθρωποθεοί» δεν λείπουν. Αν δεν είμαι Εγώ, θα είναι κάποιος άλλος. Αλλά «γιατί αυτός και όχι Εγώ;». Τούτο είναι «φυσικό», αν «ουδεμία ηδονή εγγυτέρα τω θείω ή η περί τας τιμάς ευφροσύνη», κατά τον Τύραννο Διονύσιο των Συρακουσών (431-367). Η «αποθέωση» δεν είναι το ζητούμενο;
Η αβυσσαλέα αυτή αναθεμελιωτική παρόρμηση, είναι η άλλη όψη της κοινωνιο-οντολογικής ελευθερίας. Και είναι αναπόφευκτη.
Πώς διαχειριζόμαστε την αβυσσαλέα αυτή ελευθερία; Ιδού ο πυρήνας του κοινωνιο-οντολογικού προβλήματος.
Εξυπακούεται, λοιπόν, πως όταν ο μυθικός θεσμοθέτης καλείται να θεσμίσει την σημασία του ανθρωπίνου ζώου, ως ὑποκειμένου του πολιτισμού, ή ως «ζώου θεούμενου», κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό (329-390), πρέπει νά πεί «τί εἶναι Θεός» και «τί εἶναι Διάβολος». Τί εἶναι  «Παράδεισος» και τί εἶναι «Κόλαση». (Ονομάζονται έτσι στην χριστιανική και στην ισλαμική Θρησκεία. Σε άλλες αλλιώς. Η περιπτωσιολογία δεν αναιρεί την διαπίστωση.)
Εν πάση περιπτώσει, λέγοντας τι είναι Θεός και τι Διάβολος, τι Παράδεισος και τι Κόλαση, ο κοινωνιο-οντολογικός θεσμοθέτης χαράζει τους δρόμους υποκειμενοποίησης, που θα πρέπει να βαδίσει το ανθρώπινο ζώο, προκειμένου «να γίνει άνθρωπος», ικανός δηλαδή να εξασφαλίσει την από γενιά σε γενιά αναπαραγωγή της κοινωνιο-οντολογικής θεμελίωσης του πολιτισμού του.
Και να πώς, ομοδοξώντας, επιμαρτυρεί ένας αυθεντικός Ορθόδοξος Μυστικός, ο αββάς Δωρόθεος της Γάζας (6ος αιώνας):
Τοποθετεί τον Θεό στο κέντρο ενός κύκλου. Διατάσσει τα ανθρώπινα ζώα στην περιφέρεια του κύκλου. Προβάλλει μπρος στον καθένα την ακτίνα την άγουσα προς το κέντρο και τους λέει: αυτός είναι ο μοναδικός δικός σας δρόμος προς την θέωση. Κι αν θέλετε να έρχεστε κοντά ο ένας προς τον άλλο, δηλαδή να συγκροτείτε βιώσιμη κοινωνία, αυτό θα το πετύχετε μόνο στο μέτρο που βαδίζετε προς το κέντρο. Αντίθετα, αν απομακρύνεστε από το κέντρο, θα απομακρύνεστε και μεταξύ σας. Και αν η προς τα έξω φυγή σας υπερβεί κάποιο αστάθμητο όριο, θα χαθείτε. Ο πολιτισμός σας θα καταστραφεί. Κι εσείς μαζί του.
Και συνεχίζει εξηγώντας, γιατί η δεινότητα της θεοτικής παρόρμησης, η θεοεπιθυμία, ως ενέργεια πολιτισμοφόρος και όχι πολιτισμοφθόρος, είναι η αγάπη προς τον Θεό και τον Πλησίον:
«Ιδού τοιαύτη εστίν η φύσις της αγάπης. Εφόσον μεν εσμέν έξω και ουκ αγαπώμεν τον Θεόν, επί τοσούτον έχομεν διάστασιν έκαστος προς τον πλησίον. Εάν δε αγαπήσωμεν τον Θεόν, όσον εγγίζωμεν τω Θεώ διά της εις αυτόν αγάπης, τοσούτον ενούμεθα τη αγάπη του πλησίον, και όσον ενούμεθα τω πλησίον, τοσούτον ενούμεθα τω Θεώ».[2]
Οι πολιτισμοί θεμελιώνονται, λοιπόν, στην θέσμιση της σημασίας «Θεός» και μέσω αυτής, στην θέσμιση του «θεωθήναι», ή αλλιώς, του «ομοιωθήναι θεώ κατά το δυνατόν», κατά τον Πλάτωνα (Θεαίτητος 176 b).
Το γεγονός, ότι διατηρείται-αναπαράγεται η κοινωνιο-οντολογική θέσμιση, παρά την διαδοχή των γενεών ενός πολιτισμού, μαρτυρεί την εντός του παρουσία ειδικών «φορέων», εντεταλμένων να διαχειρίζονται ανάλογα την αυτοθεοποιητική δεινότητα της ανθρώπινης ελευθερίας. Μπορούμε να ονομάσουμε Παραδόσεις τους «φορείς» αυτούς. – Παραδόσεις υποκειμενοποιητικές, ανθρωπολογικές, κοινωνιο-οντολογικές.
  1. Το σύστημα πατρίδος: υποκείμενο του πολιτισμού
Παρομοιάζοντας την κοινωνιο-οντολογική ταυτότητα του βυζαντινού πολιτισμού με «πανίερη ακρόπολη», όπου φυλάσσεται, ως συλλογικός «θησαυρός», «ο λόγος της ενεστώσης υπάρξεως και ο σπόρος της μελλούσης», ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος (1815-1881), εξαρτά την υπεράσπισή της από την συμμαχία τριών κατηγοριών Παραδόσεων: Των Παραδόσεων του Θυσιαστηρίου, -των μυστικιστικών. Των Παραδόσεων της Σχολής, -των εκπαιδευτικών. Και των Παραδόσεων του Πολιτικού, -των δικαιοπολιτικών. Γράφει:
«Αγώνες σωματικοί και διανοητικοί, πόλεμοι, σχίσματα, έριδες, ολοκαυτώματα, προς τι τελούνται; Υπέρ ακεραιότητος παρελθόντος, υπέρ της πανιέρου ταύτης ακροπόλεως, όπου άλλως τε περιφρουρούνται ο λόγος της ενεστώσης υπάρξεως και ο σπόρος της μελλούσης. Προκειμένης αμύνης τοιούτου θησαυρού, Θρόνος, Θυσιαστήριον, Σχολή σπανίως διχονοούσι. Μάχονται μεν, ιδίως ο Βασιλεύς, υπέρ ακεραιότητος της Ρωμαϊκής πολιτείας. Μάχεται δε η Σύνοδος υπέρ ακεραιότητος Πίστεως. Μάχεται και η Σχολή υπέρ ακεραιότητος Επιστήμης. Αλλά και οι τρεις συναθληταί συμπυκνούσι τους λόχους των, όταν τυχόντως μία τις των παραδόσεων, ας έκαστος κατ’ ιδίαν εκπροσωπεί, λάβη, υφ’ ομογενών ή αλλογενών, την ελαχίστην προσβολήν.»[3]
Η διάκριση αυτή, μεταξύ Πόλεως και ιεράς Ακροπόλεως, μας εισάγει στο ακριβές νόημα της έννοιας «Πολιτισμός». 
Πολιτισμός υπάρχει, εκεί όπου υφίσταται θεσμισμένος κοινωνικός χώρος, συντεταγμένη Πολιτεία, όπου ο αυτοθεοποιητικός κι ο εν γένει εριστικός ταραγμός, διευθετείται από τον Νόμο και η βία μονοπωλείται εννόμως από την πολιτειακή Αρχή. Με άλλα λόγια, έχουμε Πολιτισμό εκεί, όπου λειτουργεί «Σύστημα Πατρίδος»: Πόλις-Κοινό στον ελληνικό πολιτισμό, Έθνος-Κράτος στον νεωτερικό. «Σύστημα Πατρίδος» είναι το «χάος» της βαρβαρότητας, που έγινε «κόσμος», χάρη στην τιθάσευσή του από την θεσμική «τάξη».
Αυτό σημαίνει, ότι η προπολιτισμική βαρβαρότητα εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά έξω από τα τείχη της Πόλεως, στον εισέτι αθέσμιστο χώρο των δια-κρατικών σχέσεων. Εκεί, οφθαλμοφανώς, πάντων βασιλιάς και δικαστής είναι ο πόλεμος, κατά τον Ηράκλειτο τον Εφέσιο (6ος – 5ος π.Χ. αιώνας). Εύκολα δε ο διαπολεοτικός εριστικός ταραγμός δύναται να ωσμωθεί με τον πάντοτε σοβούντα ενδοπολεοτικό ταραγμό, για να ρίξουν την Πόλι στο «χάος» της εσωτερικής βαρβαρότητας, που οι αρχαίοι αποκαλούσαν Στάση και οι νεωτερικοί Εμφύλιο πόλεμο.
Αποδίδοντας στον πόλεμο την διάκριση «θεών και ανθρώπων, ελεύθερων και δούλων», πάνω στην οποία θεμελιώνονται οι πολιτισμοί, ο Ηράκλειτος τον αναγνωρίζει ως «πάντων πατέρα».[4]
Σε αντίθεση με την Οικογένεια και την Κοινότητα, που είναι αναγκαίες για το ζην, η Πόλις είναι αναγκαία για την επιδίωξη του ευ ζην, λέει ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.). Πολιτισμός και επιδίωξη του πολεοτικού ευ ζην, είναι ένα και το αυτό. Το ευ ζην ταυτίζεται με το κοινό καλό κι αυτό με το κατ’ αλήθειαν ζην, το επιμαρτυρούμενο από το κατ’ αλήθειαν θνήσκειν. -Όπως, εννοείται, το νοηματοδοτούν οι κεντρικές Παραδόσεις της Πόλεως στους πυλώνες της Πίστης, της Παιδείας και της Πολιτικής.
Εννοείται, επίσης, ότι σε κάθε Πόλι (ή Έθνος) αντιστοιχεί το δικό τους κοινό καλό, η δική τους κοινή αλήθεια και άρα ο δικός τους πολιτισμός. Η ετερότητα των πολιτισμών παραπέμπει, έτσι, στην ετερότητα-ταυτότητα του πολεοτικού (ή εθνικού) υποκειμένου τους, όπως αυτή αναπαράγεται από τα «τρία Π»: Πίστη, Παιδεία, Πολιτεία.
______________________________________________
[1] Β Κορ. 12,2-12,4.
[2] Dorothee de Gaza, Oeures Spirituelles, Construction 78 (1-25). (Les Edittions du Cerf, Paris 1963.) Ο «χαμένος άλλος» και ο «χαμένος εαυτός», πράγμα που αντιλαμβανόμαστε εδώ ως «ολοκληρωμένο μηδενισμό», προϋποθέτουν το «χαμένο κέντρο». Για το ίδιο θέμα μας μίλησε κι ένας σύγχρονος «αββάς», της λογοτεχνίας αυτός. Είναι το Χαμένο Κέντρο (Μελέτες τ. Ι, Εκδ. Δόμος.) του Ζήσιμου Λορεντζάτου (1915-2004).
[3] Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Βυζαντιναί Μελέται. Περί πηγών νεοελληνικής εθνότητος από Η’ άχρι Ι’ εκατοενταετηρίδος μετά Χριστόν. Εν Αθήναις, 1857. Το απόσπασμα είναι από την Προθεωρία, την εισαγωγή του έργου.
[4] Ερμηνεία, βάσει της θεωρίας του Ρενέ Ζιράρ για τον θυσιαστικό μηχανισμό, η ενεργοποίηση του οποίου τερματίζει κοινωνιο-γεννητικά την «κατάσταση μηδέν», τον «πόλεμο όλων εναντίον όλων».



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ