Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2022

Χρειάζεται μεταρρύθμιση η Ορθόδοξη Εκκλησία;


Του Θ. Ι. Ρηγινιώτη

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι στάσιμη. Οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανικού αγώνα, όχι μόνο πάντα μιλούν τη γλώσσα της εποχής τους (τη γλώσσα που έχει ανάγκη ο άνθρωπος), αλλά πολλές φορές ξεπερνούν την εποχή τους. Αυτό το βλέπουμε και στα βυζαντινά χρόνια (με τον Μέγα Αντώνιο και τους Τρεις Ιεράρχες, που είναι οι πιο γνωστοί, αλλά και πολλούς άλλους), και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, με αγίους όπως η αγία Φιλοθέη η Αθηναία, ο άγ. Κοσμάς ο Αιτωλός κ.π.ά., αλλά και στα νεώτερα χρόνια, καθώς και σήμερα, που έχουμε επίσης πολλούς αγίους.

Έχουμε επίσης και πολλές περιπτώσεις πλάνης και πνευματικής σύγχυσης, επειδή βιαζόμαστε να νιώσουμε «τέλειοι» χωρίς πολύ κόπο και δεν έχουμε ούτε υπομονή, ούτε ταπεινότητα, την οποία χρειάζεται κάθε καλό έργο – από το να σπείρεις ένα χωράφι ή να ζυμώσεις ένα ψωμί, μέχρι να μεγαλώσεις τα παιδιά σου, και από το να φυτέψεις ένα δέντρο μέχρι να αγαπήσεις τον εχθρό σου (δηλ. να αγαπήσεις το Χριστό πρώτα και κατόπιν να προσπαθήσεις να κάνεις αυτό που ζητάει από όλους μας) και να γίνεις άγιος.

Ναι, υπάρχουν περιπτώσεις πλάνης (κυρίως σε διάφορα «πνευματικά» και «φιλοσοφικά» συστήματα, εκτός της Εκκλησίας), αλλά υπάρχουν και πολλοί άγιοι. Ερευνώντας με σοβαρότητα και χωρίς έπαρση περιπτώσεις αγίων, όπως η αγία Μαρία Σκόμπτσοβα, ο άγιος Λουκάς ο Ιατρός (της Κριμαίας), ο άγ. Ιωάννης Μαξίμοβιτς, η αγία Σοφία της Κλεισούρας, η αγία Ματρώνα η Αόμματη, ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης, ο άγιος Νεκτάριος, ο άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς, οι νεομάρτυρες των ρουμανικών φυλακών Βαλέριος Γκαφένκου και Κωνσταντίν Οπρισάν, αλλά και η σύγχρονη γερόντισσα Γαλακτία της Μεσαράς ή η γερόντισσα Γαβριηλία, ο π. Σεραφείμ Ρόουζ κ.λ.π. και φυσικά οι πασίγνωστοι άγιοι Πορφύριος, Παΐσιος και Ιάκωβος της Εύβοιας (παρά το ότι συχνά παρερμηνεύονται, χλευάζονται και συκοφαντούνται), θα δούμε ότι υπάρχει κάτι βαθύ και πολύ ανθρώπινο σε αυτό που μας φαίνεται απολιθωμένο και «ξεπερασμένο».

Ας δούμε τη ζωή και το έργο των δύο σύγχρονων ορθοδόξων επισκόπων της Αγγλίας, Αντωνίου Μπλουμ (γιατρού επίσης) και Κάλλιστου Γουέαρ (καθηγητή της Οξφόρδης), ο οποίος κοιμήθηκε πρόσφατα. Παρακολουθήστε το έργο του π. Ειρηναίου Δεληδήμου, του π. Νικολάου Λουδοβίκου, του μακαριστού επισκόπου Σισανίου και Σιατίστης Παύλου και άλλων, και πιστεύω ότι θα διαπιστώσετε ότι βρίσκει κέντρο – είτε αυτό το κέντρο είναι η καρδιά του ανθρώπου, είτε ο νους. Αλλά χρειάζεται και διάθεση από τον κάθε άνθρωπο να ακούσει, και αυτή η διάθεση δεν υπάρχει πάντα.

Η Ορθοδοξία δεν είναι στάσιμη. Η προσφορά της Μητρόπολής στην οποία ζείτε (όποια κι αν είναι) και κάθε Ορθόδοξης Μητρόπολης στις ανάγκες κάθε ταλαιπωρημένου ανθρώπου που ζητά βοήθεια, δείχνει με τον καλύτερο τρόπο πόσο κοντά είναι η καρδιά της Εκκλησίας στην καρδιά της κοινωνίας.

Η Ορθοδοξία δεν είναι στάσιμη. Δείτε πώς μπολιάζεται με τον πολιτισμό των Αφρικανών αδελφών μας, οι οποίοι βαπτίζονται ορθόδοξοι χριστιανοί επειδή ακριβώς διαπιστώνουν ότι είναι αυτό που έψαχναν τόσον καιρό. Προτείνω μια αναζήτηση (στο διαδίκτυο) των άρθρων «Ουγκάντα – Κένυα: Η συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Αφρικής» και «Η τιμή του Σίμωνος Κυρηναίου ως αγίου από τους Ορθοδόξους Αφρικανούς της Αμερικής».

Μήπως όμως χρειάζεται μεταρρύθμιση του τρόπου συμπεριφοράς της, του ύφους της, της προσέγγισής τους προς τους ανθρώπους;

Για να καταλάβουμε ότι τέτοια μεταρρύθμιση δεν μπορεί να γίνει, επειδή θα προκαλέσει μόνον αρνητικά αποτελέσματα αντί για θετικά, ας επισημάνουμε ότι η Εκκλησία διαθέτει τρία στοιχεία: το δόγμα (δηλ. τη διδασκαλία της για την ύπαρξη και την ταυτότητα του Θεού, για τον Ιησού Χριστό, για το τι είναι ο άνθρωπος κ.τ.λ.), τον ηθικό δρόμο και τις τελετές. Κάθε στοιχείο σε αυτά τα τρία είναι ακριβώς όπως πρέπει να είναι για να βοηθήσει κάθε άνθρωπο να φτάσει στον επιθυμητό στόχο, που είναι η ένωσή του με τον Θεό, η οποία φυσικά έχει ως συνέπεια και την ένωσή του με κάθε άνθρωπο – αφού ο Θεός, στον οποίο αναφερόμαστε, είναι ο Θεός της αγάπης.

Ο κόσμος έχει «εξελιχθεί» και αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Όμως δεν φαίνεται να εξελίσσεται προς το καλύτερο, διότι οι άνθρωποι δεν αντιμετωπίζουμε τα πάθη μας, δηλ. τις σωματικές και πνευματικές (και ηθικές) εξαρτήσεις μας, που μας αποκόπτουν και από τον Θεό, και από τον συνάνθρωπο και από το περιβάλλον, αλλά και από τον εαυτό μας. Γι’ αυτό είναι πάντα επίκαιρο το Ευαγγέλιο φυσικά, αλλά και έργα όπως η «Κλίμαξ» του αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη, αλλά ακόμη και οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου, η τελετή του γάμου και η νεκρώσιμη ακολουθία, έργα που αν καθόμασταν να τα μελετήσουμε, να συνειδητοποιήσουμε το νόημά τους, να βάλουμε στην καθημερινότητά μας την ομορφιά τους και να ακολουθήσουμε τα μηνύματά τους, κυριολεκτικά θα άλλαζε η ζωή μας προς το καλύτερο.

Στην εποχή μας οι άνθρωποι, επειδή αντιλήφθηκαν σε μεγάλο βαθμό ότι η «εξέλιξη» δεν τους οδηγεί στην ευτυχία, ούτε στην ελευθερία, στρέφουν το βλέμμα στους αρχαίους πολιτισμούς και αναζητούν τη σοφία των Ιθαγενών της Αμερικής ή της Αφρικής, των Ινδών, των Κινέζων κ.τ.λ. Όμως ξεχνούν τη σοφία των δικών μας διδασκάλων, των αγίων. Ξεχνούν επίσης τη σοφία των άμεσων προγόνων μας, των παππούδων και γιαγιάδων μας, των γονιών μας, των ηλικιωμένων που πέρασαν μέσα από τις φλόγες πολέμων, ξεριζωμών, φτώχειας κ.τ.λ., αλλά επιβίωσαν, επειδή ήξεραν και να μαζεύουν άγρια χόρτα, να τα μαγειρεύουν νόστιμα και να τα τρώνε για μεσημεριανό, και να πολεμούν και να πεθαίνουν για την πατρίδα και την οικογένειά τους, αλλά και να νηστεύουν (βλ. τα χόρτα που λέγαμε) και να κάνουν το σταυρό τους πριν ζυμώσουν ψωμί, πριν σπείρουν το χωράφι τους (ή το μικροσκοπικό χωραφάκι τους), πριν φυτέψουν δέντρο, πριν κάνουν ερωτική σχέση (βλ. γάμος!), πριν γεννήσουν τα (πολλά) παιδιά τους, πριν κάνουν οτιδήποτε.

Τη σοφία αυτή δεν τη λογαριάζουμε, αλλά ζητάμε να προσαρμοστεί η Εκκλησία και να μοιάζει με το τρελοκομείο, που έχει καταντήσει η κοινωνία του δυτικού κόσμου, ή με το πολύχρωμο τσίρκο των δήθεν «χριστιανικών Εκκλησιών» Ευρώπης, Αμερικής κ.τ.λ., που δεν ξέρουν πλέον ούτε τι πιστεύουν οι ίδιες… Μάλλον θα μπορέσουμε να βοηθήσουμε τον εαυτό μας και κάθε άλλο άνθρωπο γύρω μας αν αποφεύγουμε επίμονα ό,τι μπορεί να μας κάνει να μοιάζουμε με όλα αυτά (προσοχή: ό,τι καλό μπορεί να εντοπίσουμε στο σύγχρονο κόσμο, ό,τι κι αν είναι, ήδη υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία και μάλιστα εδώ και πολλούς αιώνες).

Ήθελα να δώσω και παραδείγματα καταστάσεων, τις οποίες η Εκκλησία δεν πρέπει να αλλάξει (σε πείσμα των αξιώσεων κάποιων), αλλά έχω ήδη μακρηγορήσει ανεπίτρεπτα. Επιτρέψτε μου να πω μόνο τούτο: ας προσπαθήσουμε να πλησιάσουμε τον Θεό και τον συνάνθρωπο όπως τους πλησιάζουν ο άγιος Πορφύριος και η χριστιανή γιαγιά μας – με απλότητα, με καλοσύνη, με νηστεία, θεία κοινωνία, εξομολόγηση, καντήλι, θυμιατό κ.τ.λ. Στην αρχή ίσως νιώσουμε αποστροφή και ταραχή, γιατί ο εγωισμός μέσα μας ίσως επαναστατήσει και επειδή μας πολεμάει και κάποιος άλλος, «αόρατος» αντίπαλος (δεν θα πω ποιος είναι), αλλά, αν επιμείνουμε (με τη βοήθεια πνευματικού διδασκάλου φυσικά, δηλ. εξομολόγου), είμαι βέβαιος ότι θα δούμε τη ζωή μας να αλλάζει εκπληκτικά και η ζωή μας και η ζωή των παιδιών μας και η κοινωνία γύρω μας.

«Βρες την ειρήνη και χιλιάδες άνθρωποι θα ειρηνεύσουν μαζί σου» έλεγε ο Ρώσος άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ του 19ου αιώνα. «Αγάπησε τον Ένα και θα σε αγαπήσουν όλοι», πρόσθετε ο σύγχρονος άγιος της Πάτμου Αμφιλόχιος Μακρής. «Και δεν θα σε αγαπούν μόνον, αλλά και θα σε σέβονται – και μάλιστα, όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα».

Ελπίζω να μου δοθεί η δυνατότητα, πρώτα ο Θεός, να επανέλθω για παραδείγματα. Ευχαριστώ για την αφορμή και τη φιλοξενία.


Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Αριστείδης Μπαλτάς,Τρεις γενιές


Ο όρος "γενιά" κατά κανόνα δεν είναι δόκιμος. Δεν υπόκειται σε σαφή χρονολογικά ή άλλα όρια, υπονοεί μια οριζόντια ενότητα απλώς ηλικιακή, αγνοεί ουσιώδεις διαφορές - ταξικές, τοπικές, ιστορικές, οικονομικές, πολιτικές, ιδεολογικές. Ωστόσο κάποιες φορές είναι χρήσιμος. Μπορεί να εντοπίσει στοιχεία νοοτροπιών και να βοηθήσει το σχεδίασμα μιας πρώτης εικόνας. Που βεβαίως απαιτεί εμπεριστατωμένη έρευνα προκειμένου να ελεγχθεί.

Ο ελληνικός 20ός αιώνας διαιρείται βίαια από τη δεκαετία 1940-1950. Οι απολήξεις της δεσμεύουν καθοριστικά τη χώρα μέχρι το 1974, ενώ συνεχίζουν να δρουν ακόμη. Η μακρόσυρτη επιβίωση του όρου "μεταπολίτευση" και η τρέχουσα ρητορική της Ακροδεξιάς το πιστοποιούν εύγλωττα.

Μπορούμε να πούμε ότι τρεις διαδοχικές γενιές βλέπουν το φως μετά τον εμφύλιο. Η πρώτη προσπαθεί να επουλώσει τα τραύματα και να οργανώσει τη ζωή της. Καημός της το σπίτι, κτισμένο πέτρα την πέτρα, και μέλημά της το να σπουδάσει τα παιδιά της. Το οικονομικό θαύμα που επιτέλεσε είναι τουλάχιστον εφάμιλλο εκείνου της μεταπολεμικής Γερμανίας. Γιατί πραγματοποιήθηκε σχεδόν αποκλειστικά με ιδρώτα και πείσμα. Και με όνειρο το να γίνουν τα πράγματα καλύτερα για τους επόμενους. Η αντιπαροχή και το αυθαίρετο βοήθησαν. Όσο κι αν κληροδότησαν προβλήματα.

Τα παιδιά αυτής της γενιάς κατάφεραν να σπουδάσουν. Πολλά να προκόψουν. Αναγνωρίζοντας ότι οι γονείς είχαν τάξει μια ζωή στο να ζήσουν αυτά καλύτερα και με έντονη τη μνήμη της δικής τους παιδικής συμμετοχής στα κοινά βάρη. Διατηρώντας έτσι τη σχέση της με την παλιά, η νέα γενιά κράτησε το όνειρο ζωντανό. Επειδή τα πράγματα είχαν όντως γίνει καλύτερα, μπορούσαν να γίνουν και περισσότερο. Οπότε η γενιά ασχολήθηκε με τα κοινά. Πολιτικοποιήθηκε. Ακολουθώντας τη γραμμή των γονιών ή επαναστατώντας εναντίον της.

Κάποια στιγμή η ενότητά της ράγισε. Σε συνθήκες προϊούσας ευημερίας, το πρωτοπόρο Κλικ έθεσε τη στροφή στον εαυτό και στην εικόνα του ως οιονεί πολιτικό πρόταγμα. Το λάιφσταϊλ άρχισε να κερδίζει έδαφος.

Η τρίτη γενιά είναι εκείνη της εμπεδωμένης ευμάρειας. Που τα βρήκε σχεδόν όλα έτοιμα. Η στροφή στον εαυτό ολοκληρώθηκε και τα μελήματα έγιναν ατομικά. Κάποτε εγωκεντρικά. Έτσι όχι μόνο διέκοψε κάθε σχέση με την πολιτική, τουλάχιστον όπως την εννοούσαν οι παλιότεροι, αλλά τελικά την αρνήθηκε μέχρι περιφρονήσεως. Η ίδια διασπάστηκε. Μια μερίδα συνέχισε στη γραμμή του λάιφσταϊλ και της εικόνας. Η άλλη, περισσότερο ευαίσθητη, ακολούθησε γραμμές προσωπικής έκφρασης, εξερεύνησης εμπειριών, πολύμορφης αυτονομίας. Οι δύο μερίδες ανήκουν στην ίδια γενιά μόνο γιατί αρνούνται να στρατευθούν -λέξη απελπιστικά παλιομοδίτικη- στον πολιτικό ή στον συνδικαλιστικό φορέα.

Η Ελλάδα είναι χώρα περίεργη. Γενιές και νοοτροπίες συμπλέκονται παρά τους ασύμβατους νέους τρόπους επικοινωνίας. Οι οικογένειες, με όλες τις κατά καιρούς εντάσεις, παρέχουν ασφάλεια και παραμένουν καταφυγή. Βεβαίως οι κλασικές μορφές πολιτικής δραστηριότητας συνεχίζονται. Έστω κι αν φαίνονται να επιβεβαιώνουν ηθικά εκείνους που αρνούνται συστηματικά κάθε σχέση μαζί τους.

Η κρίση έχει ανατρέψει πλήρως τις παγιωμένες βεβαιότητες. Μια νέα γενιά αναδύεται. Σε συνθήκες εξαιρετικά δυσμενείς. Γιατί η ευμάρεια έχει εκλείψει και το όνειρο δεν εκλαϊκεύεται ούτε κινητοποιεί πλατιά. Ωστόσο το μέλλον υπόκειται στις δικές της δυνάμεις. Σε συνάρτηση με τις δικές μας. Ξανά.



Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

Θ. Ι. Ρηγινιώτης, Σατανισμός, η καινούργια θρησκεία των νέων

Εικόνα από εδώ
Στην πραγματικότητα δεν είναι νέα θρησκεία, αλλά τόσο αρχαία, όσο και ο άνθρωπος. Οι πρωτόπλαστοι λάτρεψαν τον Εχθρό του ανθρώπινου γένους στον παράδεισο, όσο κι αν η ιστορία τους είναι δοσμένη στην Αγία Γραφή με αρκετές αλληγορίες και συμβολισμούς.

Στη συνέχεια η ανθρωπότητα δεν έπαψε ποτέ να λατρεύει τους δαίμονες. Τερατόμορφοι και απειλητικοί «θεοί», που λατρεύονταν με ανθρωποθυσίες, κυριαρχούσαν σ’ όλες τις ειδωλολατρικές θρησκείες. Οι Βαβυλώνιοι θυσίαζαν βρέφη στο Μολώχ, το «θεό» με το κεφάλι του ταύρου. Οι Γαλάτες δρυΐδες και οι λοιποί Κέλτες είχαν διαφορετικό τρόπο θυσίας για τα θύματα κάθε κελτικού «θεού». Οι Αζτέκοι θυσίασαν 40.000 αιχμαλώτους μέσα σε τέσσερις μέρες στα εγκαίνια του ναού του Θεού Ήλιου στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας τους!... Ακόμη και στην αρχαία Ελλάδα, θεότητες όπως η Ορθία Άρτεμις της Σπάρτης «έπρεπε να λατρεύονται με αίμα», ενώ υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες για ανθρωποθυσίες στην Αρκαδία της Πελοποννήσου και αλλού (δείτε εκτενές αφιέρωμα στο θέμα εδώ).

Τι είναι όλοι αυτοί οι «θεοί»; Τι είναι όλα τα διφορούμενα ή σκοτεινά πνεύματα, που ακόμα και σήμερα καταλαμβάνουν τα μέντιουμ, τους σαμάνους και τους διάφορους πνευματιστές όλων των ειδών; Η απάντηση είναι αυτονόητη.

Εξίσου αυτονόητο είναι και το «ποιον θεό λατρεύουν» οι λέσχες που βρίσκονται πίσω από τις τεράστιες οικονομικές αυτοκρατορίες που κυβερνούν τον κόσμο. Σίγουρα όχι τον Ιησού Χριστό.

Αυτός λοιπόν ο προαιώνιος Εχθρός, ο Διάβολος, που ξεγέλασε την ανθρωπότητα χιλιάδες χρόνια πείθοντάς την ότι είναι Θεός, έρχεται πια με μια καινούργια μάσκα – πιο αποκαλυπτική – κερδίζοντας τη φαντασία και την καρδιά των παιδιών μας.


Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Νικόλας Σεβαστάκης, Ευρώπη: κίνδυνοι και μύθοι


Γράφτηκαν ήδη πολλά, αυτές τις μέρες, για τα εκατό χρόνια από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Μεγάλο Πόλεμο όπως τον ονόμαζαν πριν έλθει η επόμενη ανθρωποσφαγή του 1939-45. Και όπως θα περίμενε κανείς, οι μνήμες του 1914 συνδέθηκαν με άλλες σκέψεις για τη σημερινή κατάσταση της Ευρώπης.

Οι διαπιστώσεις είναι, σε μεγάλο βαθμό, κοινές. Σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες, σε Βορρά και Νότο, τον τόνο δίνει η απογοήτευση. Ο σκεπτικισμός είναι μια κομψή λέξη για να περιγράψει κανείς τα κύματα βαθύτερης απαισιοδοξίας σε σχέση με τις εξελίξεις στον χώρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Και οι απορριπτικές τάσεις που θεριεύουν δείχνουν τα σημάδια της κρίσης: από τη μια την όξυνση των ανισοτήτων και την ανεργία, από την άλλη την κρίση ταυτότητας της παλαιάς Ευρώπης απέναντι στην «εισβολή του Ισλάμ» και στις δυσκολίες των πολυπολιτισμικών μοντέλων. Για τη νέα ευρωπαϊκή Δεξιά της αμφισβήτησης, η παρακμή προέρχεται από την Ευρώπη της χαλάρωσης, των αφύλακτων συνόρων, των φιλελεύθερων και αριστερών κοσμοπολιτισμών. Ενώ την ίδια στιγμή, για ένα σημαντικό κομμάτι της ριζοσπαστικής Αριστεράς ο ευρωπαϊσμός είναι πια ένας γερασμένος μύθος των ελίτ ή μια αδύναμη ηθικολογία δίχως σχέση με την αλήθεια της πολιτικής και της οικονομίας. Οι εικόνες της ύφεσης και κυρίως ο τρόπος χειρισμού της από τις κυβερνήσεις ενίσχυσαν αυτή την ψυχρή ματιά που το πρώτο το οποίο αναζητά είναι το ποιος κερδίζει και ποιος χάνει στο παιχνίδι των συμφερόντων και της κατανομής εξουσιών. Αλλά εδώ οι αντιευρωπαϊσμοί της Δεξιάς έχουν ένα συγκριτικό πλεονέκτημα: στην ιδεολογική και φιλοσοφική τους μήτρα βρίσκουμε την αποδοχή των ανισοτήτων και την αβυσσαλέα εχθρότητα για όλα τα πολιτικά σχέδια που ζητούν να υπερβούν την αιώνια διαπάλη των εθνικών κοινοτήτων ή των κρατικών και πολιτισμικών μονάδων.

Για την Αριστερά τα πράγματα είναι μάλλον πιο σύνθετα. Ή σωστότερα, αυτό θα έπρεπε να ισχύει. Η ευκολία όμως με την οποία πολλοί μιλούν πλέον για την άθλια Ευρώπη και σπεύδουν να καλωσορίσουν το τέλος του ευρωπαϊσμού είναι ανησυχητική. Είναι μια ευκολία αποκαρδιωτική και κοντόθωρη διότι βοηθά στη διάδοση απλουστεύσεων που σκοτώνουν: για παράδειγμα, σε κύκλους της ριζοσπαστικής διανόησης η μέριμνα για την Ευρώπη ταυτίζεται με έναν ευρωκεντρισμό που συγκαλύπτει το «αποικιοκρατικό και ιμπεριαλιστικό φαντασιακό της Δύσης». Σε ευρύτερα ακροατήρια πληθαίνουν οι φωνές που μιλούν για τον νέο ολοκληρωτισμό δίχως αίσθηση του γελοίου και του πολιτικού μέτρου. Παράλληλα όμως με αυτές τις ολέθριες ταυτίσεις επιστρέφει και ο μύθος της αυτάρκειας, των νησίδων κοινωνικής εξουσίας σε μια Ελλάδα των κοινοτήτων που θα ξεκόψει, με πράξεις θεϊκής βούλησης, από το γραφειοκρατικό τέρας των Βρυξελλών.

Είναι, ωστόσο, πολύ διαφορετικό πράγμα η κριτική στα πεπραγμένα της ευρωπαϊκής ορθοδοξίας. Κάτι αναγκαίο και γόνιμο. Οπως είναι ζωτικής σημασίας η εγρήγορση, η διανοητική και πολιτική, απέναντι στη θεολογία της ανταγωνιστικής λιτότητας και στην τεχνοκρατική τύφλωση των στυλοβατών της. Αλλά ακόμα και στην πτώση της, ακόμα και στην «παρακμή» της, η Ευρώπη είναι αυτό που μας έλαχε, για να παραφράσω εδώ τον Αγγελο Ελεφάντη. Οι πολιτικές της αποτυχίες δεν κρύβονται, αλλά υπάρχουν και πολλές επιτυχίες που έχουν ενσωματωθεί σιωπηλά στους τρόπους ζωής και στους θεσμούς των ευρωπαϊκών χωρών. Και αισθάνομαι θυμό όταν ακούω ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι μια αυταρχική αυτοκρατορία που θα καταρρεύσει όπως η σοβιετική. Γιατί νομίζω ότι στην Ιστορία υπάρχουν αποτυχίες και αποτυχίες. Υπάρχουν οι αποτυχίες που αφήνουν ωστόσο χώρο για διορθώσεις, στροφές, αλλαγές πορείας και αναθεωρήσεις. Κι εκείνες οι αποτυχίες που η μοναδική τους έκβαση υπήρξε η ντροπή και η τραγωδία.

Η Ευρώπη που απογοητεύει και εξοργίζει τους πολίτες της, αυτή που βρίσκεται ίσως στη χειρότερη θέση από τη μεταπολεμική της ίδρυση, παραμένει, παρ’ όλα αυτά, μια υπόθεση του μέλλοντος. Η αβεβαιότητα και οι κίνδυνοι που την απειλούν εκ των ένδον υπενθυμίζουν πλέον ότι καμιά πρόοδος δεν είναι εγγυημένη από τους νόμους της Ιστορίας ή τις επιταγές του Ορθού Λόγου. Ποτέ άλλωστε η Ευρώπη δεν υπήρξε μια ασφαλής ή κληρονομημένη ταυτότητα: το πνεύμα της ήταν η ζωντανή αντίφαση. Ηταν η κίνηση των αντιφάσεων που επινοεί το χειρότερο και το καλύτερο, την απόγνωση αλλά και την ελπίδα μέσα και πέρα από την απόγνωση.

Σήμερα λέμε ότι υπάρχουν περισσότεροι λόγοι για απαισιοδοξία παρά για ελπίδα. Κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί αυτό, αν και ζουν ακόμα ανάμεσά μας κάποιοι που συγχέουν την ευρωπαϊκή ιδέα με τη χαζο-αισιοδοξία διαφημιστικής μακέτας και γλωσσάρι του μάνατζμεντ. Οι απειλές για την Ευρώπη δεν έρχονται από έξω αλλά από το εσωτερικό της. Είναι τα κοινωνικά της ρήγματα, οι περιφερειακές ανισότητες και οι αντιδημοκρατικές ροπές της νεοφιλελεύθερης τεχνοκρατίας. Είναι, πάνω από όλα, τα μίση που συνδυάζονται με την αδιαφορία και την αποξένωση των πολλών. Ολα αυτά όμως ζουν και βασιλεύουν και εκτός Ευρώπης. Και τα συναντά κανείς μεγεθυσμένα μαζί με τον πόλεμο, τη δικτατορία, την απουσία οποιουδήποτε κοινωνικού κράτους. Αν λοιπόν η Ευρώπη εξακολουθεί να είναι στοίχημα, τούτο οφείλεται σε έναν βασικό λόγο: στο ότι δεν αποτελεί μόνο μια «στρατηγική του Κεφαλαίου», ούτε μια συνωμοσία διευθυντηρίων και στοών, αλλά μια πολιτική υπόσχεση που αναζητεί διαρκώς το νόημά της. Και σε αυτό το πεδίο του νοήματος αξίζει κανείς να επιμένει, όσο και αν η απαισιοδοξία για την Ευρώπη μπορεί να εξελιχτεί σε μόδα της ανοιξιάτικης σεζόν.


Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης, Άγιος Νεκτάριος και Νίκος Καζαντζάκης: βίοι παράλληλοι και αποκλίνοντες


Στη ζωή των δύο αυτών αναμφίβολα μεγάλων προσωπικοτήτων διακρίνω άφθονα κοινά σημεία, καθώς και μερικές θεμελιώδεις διαφορές. Τα κοινά αυτά και τις διαφορές θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας με τούτο το άρθρο.
Φυσικά, κάποιοι, που θεωρούν μεγάλο τον Καζαντζάκη, νομίζω πως δε συγκαταλέγουν στους μεγάλους της Ιστορίας τον άγ. Νεκτάριο. Και κάποιοι, που θεωρούν μεγάλο τον άγ. Νεκτάριο, δε συμπεριλαμβάνουν στους μεγάλους τον Καζαντζάκη. Αυτό θα έλεγα πως είναι ένα ακόμα κοινό σημείο που χαρακτηρίζει τους δυο άντρες.


Α΄. Κοινά σημεία στη ζωή του αγ. Νεκταρίου και του Ν. Καζαντζάκη

Και οι δύο:
Έζησαν ανάμεσα στο 19ο και τον 20ό αιώνα. Συγκεκριμένα, ο άγ. Νεκτάριος έζησε τα έτη 1846-1920 και ο Καζαντζάκης τα έτη 1883-1957. Δηλαδή, όταν γεννήθηκε ο Καζαντζάκης, ο άγ. Νεκτάριος ήταν 37 ετών και, όταν κοιμήθηκε ο άγ. Νεκτάριος, ο Καζαντζάκης ήταν 37 ετών και έζησε ακόμη 37 χρόνια (κοιμήθηκαν και οι δύο σε ηλικία 74 ετών).
Γεννήθηκαν και έζησαν παιδικά χρόνια σε περιοχές υπόδουλες στους Τούρκους, έξω από τα όρια του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Ο Καζαντζάκης στην Κρήτη και ο άγ. Νεκτάριος στη Σηλυβρία της Ανατολικής Ρωμυλίας (Β. Θράκης). Ο Καζαντζάκης, βεβαίως, ευτύχησε να δει, όσο ζούσε, την απελευθέρωση της ιδιαίτερης πατρίδας του και την ένωσή της με την Ελλάδα, αντίθετα από τον άγ. Νεκτάριο.
Από παιδιά διέθεταν ανήσυχο πνεύμα, διάβαζαν αχόρταγα και άρχισαν να αποθησαυρίζουν ένα τεράστιο πλούτο γνώσεων, πολύ μεγαλύτερο από τα συνηθισμένα παιδιά της ηλικίας τους. Για τον άγ. Νεκτάριο αρκεί να πούμε πως άρχισε τη συλλογή αποσπασμάτων των αρχαίων συγγραφέων, της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας σε ηλικία 7 ετών. Εργαζόμενος μάλιστα σε καπνοπωλείο της Κωνσταντινούπολης, σε ηλικία 14 ετών, συνήθιζε να γράφει τέτοια αποσπάσματα στο περιτύλιγμα των εμπορευμάτων, με την ελπίδα να τα διαβάσουν κάποιοι από τους πελάτες του καταστήματος και να ωφεληθούν πνευματικά (την ιστορική αυτή συλλογή, που συνεχίστηκε για χρόνια, την εξέδωσε το 1894 και 95, ενώ επανεκδόθηκε πρόσφατα σε νεοελληνική μετάφραση και επιμέλεια του αξιόλογου λόγιου ιερέα και συγγραφέα π. Αντωνίου Μπιλάλη, με τίτλο Θησαυρός Λογίων).
Ως παιδιά παρουσίασαν έντονες πνευματικές ανησυχίες και κλίση προς τη θρησκευτική ζωή. Είναι γνωστή η παιδική λατρεία του Καζαντζάκη προς τα συναξάρια των αγίων, που του διάβαζε η μητέρα του, και η ατυχής απόπειρά του «να πάει στο Άγιο Όρος ν’ αγιάσει», όπως τα αφηγείται ο ίδιος στην Αναφορά στο Γκρέκο. Ομοίως, είναι γνωστό στους φίλους ότι ο άγ. Νεκτάριος έμαθε πολλά για την πνευματική ζωή της Ορθοδοξίας από τη γιαγιά του και αγάπησε αυτό τον τρόπο ζωής από μικρός.
Στην εφηβεία τους έφυγαν από την πατρίδα τους και σπούδασαν σε ξένο τόπο. Ο άγ. Νεκτάριος στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα και ο Καζαντζάκης στη Γαλλική Εμπορική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, στη Νάξο, την οποία διοικούσαν φραγκισκανοί μοναχοί, ενώ αργότερα σπούδασε Νομική στην Αθήνα και έκανε μεταπτυχιακά στο Παρίσι.
Έζησαν την ενήλικη ζωή τους σε άλλους τόπους, μακριά από την πατρίδα τους, όπου και πέθαναν.
Ως ενήλικες διέθεταν πλέον ιλιγγιώδη μόρφωση και συνέγραψαν πολλά βιβλία.
Καταδιώχτηκαν και ταλαιπωρήθηκαν αρκετά από τους πνευματικούς ή προσωπικούς τους αντιπάλους. Ο Καζαντζάκης παραπονείται για την πολεμική συντηρητικών και εκκλησιαστικών κύκλων – που υπέσκαψαν και την υποψηφιότητά του για Νόμπελ Λογοτεχνίας – ενώ ο άγ. Νεκτάριος συκοφαντήθηκε και εξορίστηκε από το πατριαρχείο Αλεξανδρείας, υβρίστηκε και λοιδορήθηκε ως ιεροκήρυκας στην Κεντρική Ελλάδα, συκοφαντήθηκε και διασύρθηκε ακόμη και για εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ως μοναχός στην Αίγινα.
Και οι δύο πολεμήθηκαν εντονότατα από εκκλησιαστικούς κύκλους της εποχής τους. Είναι γνωστό ότι, όταν η σορός του αγ. Νεκταρίου κατέβαινε από το Αρεταίειο Νοσοκομείο στην Αίγινα, για την κηδεία του, ο τότε μητροπολίτης Πειραιώς δεν επέτρεψε την είσοδό της στο μητροπολιτικό ναό του Πειραιά, με αποτέλεσμα να αφεθεί έξω από τις κλειστές πόρτες του ναού κατά την αναμονή της επιβίβασής της στο πλοίο. Η σκηνή έχει αποτυπωθεί σε μια ιστορική και πασίγνωστη πλέον φωτογραφία.

Για τον Καζαντζάκη πρέπει να πούμε ότι ο περίφημος αφορισμός του από την Εκκλησία αποτελεί μύθο.

Το επίσημο έγγραφο του Οικουμενικού Πατριαρχείου απ' όπου καταφαίνεται ότι ο Καζαντζάκης δεν αφορίστηκε
(κάντε κλίκ στην εικόνα για καλύτερη ανάλυση)
 Όμως εκκλησιαστικοί παράγοντες της εποχής του είχαν ζητήσει την απαγόρευση της κυκλοφορίας κάποιων βιβλίων του ως υβριστικών των ελληνοχριστιανικών αξιών, ενώ η επίσημη είσοδος της σορού του στο μητροπολιτικό ναό Ηρακλείου, όπου τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα, καθώς και η τέλεση της εκκλησιαστικής κηδείας του με τη συμμετοχή του τότε αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγένιου και 17 ιερέων επικρίθηκαν έντονα από εκκλησιαστικές προσωπικότητες, όπως ο μετέπειτα μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης (ότι θάφτηκε στο Μαρτινέγκο επειδή «η Εκκλησία απαγόρευσε την ταφή του σε νεκροταφείο» και ότι ο ιερέας π. Σταύρος Καρπαθιωτάκης «τιμωρήθηκε επειδή συνόδευσε την ταφή», πιστεύω ότι επίσης πρέπει να τα θεωρήσουμε μύθους, δεδομένης της επίσημης εκκλησιαστικής κήδευσης του Καζαντζάκη).
Ας επισημάνω εδώ ότι ο Καντιώτης (1907-2010) δεν είχε προσωπικούς λόγους να εχθρεύεται τον Καζαντζάκη. Ο αντικαζαντζακικός αγώνας του οφειλόταν στην πεποίθησή του ότι τα βιβλία του Καζαντζάκη περιέχουν ύβρεις κατά του Χριστού και αντιχριστιανικές ιδέες με χριστιανικό επίχρισμα. Γενικά, ο Καντιώτης τα έβαλε με κάθε άνθρωπο που προωθούσε ιδέες αντίθετες με την παραδοσιακή ευσέβεια και φιλοπατρία (από το βασιλιά Παύλο, του οποίου, το 1949, διέκοψε το «πολυχρόνιο», δηλ. την επίσημη υπέρ αυτού προσευχή στην εκκλησία, μέχρι το σκηνοθέτη Θόδωρο Αγγελόπουλο), γι’ αυτό και ο ίδιος μισήθηκε και πολεμήθηκε κατά κόρον από εκείνους που συμπαθούν τέτοιες ιδέες, ενώ αντιπαθούν εκείνες, για τις οποίες αγωνίστηκε. Προσωπικά είμαι φίλος της προσωπικότητας και των ιδεών του Καντιώτη, ο οποίος ήταν αδέκαστος και ανιδιοτελής (στην Κατοχή π.χ., ως απλός παπάς, είχε επιδοθεί σε υπεράνθρωπο αγώνα για τη σίτιση των πεινασμένων, ενώ, αργότερα, η βοήθειά του προς τους Τσιγγάνους της Φλώρινας ήταν πρωτοποριακή και του επέφερε τον ειρωνικό χαρακτηρισμό «ο δεσπότης των Γύφτων» από εκείνους που τους περιφρονούσαν – δε δίστασε δε να πει για τον εαυτό του «είμαι κομμουνιστής εν Χριστώ»), αν και στη θέση του θα εκφραζόμουν πιο ήπια.
Ο Καντιώτης, όπως και ο Καζαντζάκης, ήταν ευθύς και αγαπούσε την κατά μέτωπον επίθεση, όχι τη διπλωματική ευγένεια και τα μισόλογα. Ξεσπούσε σαν ηφαίστειο, όχι επειδή ήταν κάποιος κοντόφθαλμος φανατικός, αλλά επειδή αγωνιούσε για τη σωτηρία των ανθρώπων. Θα ήταν ευχής έργο να είχαν συναντηθεί και συζητήσει με τον Καζαντζάκη. Ίσως όμως να τσακώνονταν, λόγω του σφοδρού χαρακτήρα τους. Αντιθέτως, ο άγ. Νεκτάριος ήταν γλυκύς και πράος και πιστεύω ότι θα είχαν γίνει φίλοι με τον Καζαντζάκη, και μάλιστα ότι, αν είχαν συναντηθεί, ίσως ο Καζαντζάκης να είχε διαφορετική άποψη σε μερικά πνευματικά ζητήματα, στα οποία – όπως θα πούμε παρακάτω – φαίνεται ότι δεν είχε κατανοήσει σωστά την Ορθοδοξία.
Ας ολοκληρώσουμε αυτό το κεφάλαιο με το κοινό στοιχείο ότι και ο άγ. Νεκτάριος και ο Καζαντζάκης τιμήθηκαν και τιμώνται από εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, ακόμη και σήμερα, αν και οι φίλοι τους μάλλον δεν προέρχονται από τους ίδιους πνευματικούς χώρους. Εδώ ωστόσο πρέπει να επισημάνω ότι ο Καζαντζάκης απόλαυσε αρκετή αποδοχή και αναγνώριση όσο ζούσε, αν και γεύτηκε και πίκρες, ενώ ο άγιος Νεκτάριος, παρότι είχε και φίλους, γεύτηκε κυρίως πίκρες και αναγνωρίστηκε μετά την κοίμησή του, και μάλιστα πρωτίστως από τον απλό λαό και κατόπιν από εκκλησιαστικούς παράγοντες.
Για έναν άλλο μύθο, ότι δήθεν ο άγ. Νεκτάριος συμμετείχε στον αναθεματισμό του Ελ. Βενιζέλου, δείτε τη μελέτη του Σοφοκλή Γ. Δημητρακόπουλου Ιστορική βιογραφία του Αγίου Νεκταρίου βασισμένη σε πηγές, Αθήνα 1998, σελ. 267-268, και αναζητήστε στο Διαδίκτυο το άρθρο του π. Χρυσόστομου Παπαδάκη «Το ανάθεμα του Βενιζέλου και ο άγιος Νεκτάριος».

Β΄. Αποκλίσεις στη ζωή του αγ. Νεκταρίου και του Ν. Καζαντζάκη
Οι φίλοι του Καζαντζάκη συχνά τον αντιμετωπίζουν περίπου σαν άγιο και εξαγριώνονται όταν του ασκείται κριτική, και μάλιστα από χριστιανική σκοπιά. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, οφείλεται αφενός σε μια κατανοητή ανάπτυξη αντανακλαστικών, λόγω της σφοδρότητας της κριτικής που έχει δεχτεί ο αγαπημένος τους στο παρελθόν, αλλά αφετέρου και στη συγκινησιακή φόρτιση και τον επικό τόνο των έργων του, με την έντονη αν και ανάμικτη θρησκευτικότητά τους, που μεταβάλλουν τον αναγνώστη σε οιονεί πολεμιστή, υπέρμαχο ενός υψηλού ιδανικού. Αυτό το ιδανικό υποτίθεται πως είναι ανθρωπιστικό και ορθολογικό («στη γης δε χύνω, πίνω το κρασί, στη γεια του νου του ανθρώπου» κατά τη συγκλονιστική σπονδή του Οδυσσέα στην καζαντζακική Οδύσσεια, Α, 1133). Προσωπικά, νομίζω ότι δεν έχει κανένα από αυτά τα δυο χαρακτηριστικά, αλλά είναι υπερανθρωπιστικό, ελιτιστικό και συναισθηματικό.
Τολμώ δε να τον κρίνω, σπάζοντας κι εγώ ένα ταμπού, επειδή τον υπεραγαπώ και τα βιβλία του με έχουν, στα νιάτα μου, συνεπάρει και γοητεύσει.
Εκτός λοιπόν από το προφανές – ότι ο άγ. Νεκτάριος, αν και ποιητής, έγραψε κυρίως μελέτες και δοκίμια κι όχι λογοτεχνικά έργα – έχουμε και λέμε:
Ο άγιος Νεκτάριος δεν ξέφυγε ποτέ από την πνευματική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ ο Ν. Καζαντζάκης άνοιξε πανιά, σαν τον Οδυσσέα του, και σάλπαρε προς όλες τις πνευματικές παραδόσεις που μπορούσε να συναντήσει. Η ισόβια αυτή περιπλάνηση τον κάνει ιδιαίτερα αγαπητό και θαυμαστό σε αμέτρητους ανθρώπους, αλλά το αποτέλεσμα δε φαίνεται να τον οδήγησε σε κάποια Ιθάκη.
Ο Γέρων Σωφρόνιος του Essex

Η Ορθοδοξία δεν αντιπαθεί τους αναζητητές και τους περιπλανώμενους. Όλοι βρισκόμαστε σ’ αυτή τη θέση. Ο Χριστός για μας ήρθε, και μας καλεί. Τέτοιοι περιπλανώμενοι, που διένυσαν αμέτρητα πνευματικά χιλιόμετρα, υπήρξαν ο γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, ο π. Σεραφείμ Ρόουζ, ο Κλάους Κένεθ και πολλοί άλλοι. Κι αυτοί – ιδίως ο τελευταίος [1] – είναι προσωπικότητες που θα μπορούσαν να συγκριθούν με τον Καζαντζάκη. Δυστυχώς όμως μια περιπλάνηση σαν τη δική τους, που δεν ήταν λιγότερο αγωνιώδης και ειλικρινής ή λιγότερο δυναμική, συχνά αντιμετωπίζεται με καχυποψία και προκατάληψη (οι συγκεκριμένες περιπτώσεις σίγουρα δε σας είναι καν γνωστές), επειδή αυτού του είδους οι περιπλανώμενοι δεν ισχυρίζονται πως κάθε δρόμος είναι εξίσου καλός και πως η περιπλάνηση έχει αξία καθεαυτήν, χωρίς να οδηγήσει κάπου, αλλά ούτε η Οδύσσειά τους κατέληξε σε κάποια φαντασίωση εγωκεντρικής τελειότητας βουδιστικού τύπου. Οδήγησε στο Χριστό, και ο Χριστός δεν είναι συμπαθής (παρά μόνο κομμένος και ραμμένος στα δικά μας μέτρα [2]). Οδήγησε στην Ορθοδοξία, και η Ορθοδοξία δεν είναι συμπαθής. Οδήγησε σ’ ένα δρόμο, που διατείνεται πως είναι ο μοναδικός δρόμος, όμως η μοναδικότητα δεν είναι συμπαθής. Συμπαθής είναι ο ισχυρισμός πως όπου κι αν είσαι, καλά είσαι, κι όπου κι αν φτάσεις είναι εξίσου καλά, αρκεί να νιώθεις εσύ, με το υποκειμενικό σου κριτήριο, που απολυτοποιείται και αποθεώνεται, πληρότητα και ικανοποίηση.
 Ο θαυμασμός αυτός προς την ατελεύτητη περιπλάνηση και την αναζήτηση, που δεν καταλήγει πουθενά, οφείλεται στην ιδέα ότι Ιθάκες δεν υπάρχουν. Ότι η αλήθεια είναι κάτι σχετικό και ο άνθρωπος αρκεί να περιπλανιέται σε όποιο πνευματικό δρόμο του προκαλεί ευχαρίστηση και τελικά, αν έχει ισχυρό πνεύμα, να συνθέσει μια «δική του αλήθεια», επιλέγοντας κατά βούληση στοιχεία απ’ όλες τις παραδόσεις που βρίσκει στο δρόμο του.
Η άποψη αυτή, με τα κριτήρια της Ορθοδοξίας (που βασίζονται όχι σε «θεολογικές θεωρίες», αλλά στην εμπειρία χιλιάδων περιπλανώμενων από κάθε εποχή, όπως οι τρεις που κατονόμασα), δεν αποτελεί παρά μια τεράστια σύγχυση. Στη σύγχυση αυτή υπέπεσε ο Καζαντζάκης, φτάνοντας στο σημείο να εξυμνήσει τον υπερανθρωπισμό του Νίτσε και το καθεστώς του Φράνκο, να επιχειρήσει την ίδρυση δικής του θρησκείας και να εμφανίσει ως φιλοσοφική θεότητα (στην Ασκητική και, εν μέρει, στην Οδύσσεια και στον Τελευταίο Πειρασμό) τη φαντασίωση ενός άτεγκτου Θεού, που χειρίζεται τους ανθρώπους σα μαριονέτες και τους οδηγεί σε μια αέναη μάχη χωρίς αγάπη, χωρίς φίλους και ουσιαστικά χωρίς σκοπό – η ίδια η μάχη είναι αυτοσκοπός – μέχρι το θάνατό τους. Ο Καζαντζάκης είναι φανερό πως επιθυμεί την αγάπη, αλλά ο φιλοσοφικός Θεός που προβάλλει δεν την επιθυμεί. «Μη ζητάς φίλους, να ζητάς συντρόφους» (Ασκητική).
Έτσι, ας μου επιτραπεί να πω ότι ο Καζαντζάκης δε συμφιλιώνει τους ανθρώπους, παρά μόνο στα σημεία όπου φαίνεται επηρεασμένος από το χριστιανισμό (π.χ. Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Ο Φτωχούλης του Θεού), ενώ στα νιτσεϊκά του κρεσέντα, ιδίως στην Οδύσσεια, διαχωρίζει ανελέητα τον ιδεώδη άνθρωπο από τους πολλούς, τον απομονώνει απ’ αυτούς και, στο απόγειο της πνευματικής του τελειοποίησης και της αυτοθέωσής του, τον οδηγεί σ’ ένα μοναχικό και παγωμένο θάνατο.
Στις παραπάνω διαπιστώσεις προβαίνω με πλήρη νηφαλιότητα και χωρίς απαξιωτική διάθεση. Ως χριστιανός, βέβαια, θεωρώ μια τέτοια φιλοσοφία ολέθρια. Όμως ένας μη χριστιανός έχει κάθε δικαίωμα να τη συμπαθεί. Πάντως, αν και η καζαντζακική σκέψη (όπως και κάθε ανθρώπου) είναι κάτι σύνθετο, πράγμα που επιτείνει η ποικιλία των απόψεων που εκφράζονται από τους μαστορικά δομημένους χαρακτήρες των έργων του, αυτό διαπιστώνω ως ουσία της ανθρωπολογίας του Καζαντζάκη, τον οποίο επαναλαμβάνω ότι υπεραγαπώ. Πιστέψτε με, ότι οι γραμμές αυτές είναι χαραγμένες με πόνο ψυχής και χωρίς καμιά προκατάληψη.
Αντίθετα, ο άγιος Νεκτάριος τίποτε άλλο δεν είπε και δεν έγραψε στη ζωή του παρά για την αγάπη. Αγάπη γι’ αυτούς που τον καταδίωξαν, αγάπη για τους αιρετικούς και τους αμαρτωλούς, αγάπη για τον απλό και φτωχό λαό, αγάπη για τους μοναχούς και τις μοναχές, αγάπη για τους σπουδαστές της Ριζαρείου Ακαδημίας, όπου υπηρέτησε για ένα διάστημα ως διευθυντής, αγάπη για το Χριστό και την Παναγία, προς την οποία έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο με εξαίσια ποιήματα… Αυτή την αγάπη έζησε και αυτήν δίδαξε σε όλο τον κόσμο και με τη ζωή και με τα γραπτά του. Έτσι απλά, χωρίς περίπλοκους συλλογισμούς και υπαρξιακά μπερδέματα. Ο Θεός που υπηρετεί ο άγ. Νεκτάριος είναι ο Θεός της αγάπης και όχι του πολέμου.

Ο Θεός του Καζαντζάκη
Έτσι – κι αυτό είναι μια δεύτερη διαφορά μεταξύ των δύο αντρών – ο άγ. Νεκτάριος, τους ανθρώπους που μπόρεσαν να προσεγγίσουν τον ίδιο και το έργο του, τους οδήγησε πιο κοντά στο Χριστό, ενώ ο Καζαντζάκης με τη δική του προσωπικότητα και το έργο θεωρώ πως μεγάλωσε τη σύγχυση του σύγχρονου ανθρώπου και καλλιέργησε φαντασιώσεις υπερανθρωπισμού, πνευματικής αυτάρκειας και τελειότητας. Απομάκρυνε τον άνθρωπο από το Χριστό (δηλαδή από την ενσωμάτωσή του στο Σώμα του Χριστού, στο σύνολο των ορθόδοξων χριστιανών που έχει κεφαλή το Χριστό και μέλη όλους εμάς) και του φόρεσε τη φαντασίωση ότι έχει την ευθύνη μόνος του «να σώσει τον κόσμο» – και τι ακριβώς σημαίνει «να σώσει»; Ούτε ο ίδιος ο Καζαντζάκης νομίζω πως θα ’ξερε ν’ απαντήσει, ίσως ούτε και θα τον ενδιέφερε… Ό,τι περιεχόμενο θέλει ο καθένας ας δώσει (θέλει να γίνει πολεμιστής; γλεντζές και γυναικάς; ασκητής; ποιητής; πολιτικός; όλα το ίδιο είναι), αρκεί να μάχεται για «να φτάσει όπου δεν μπορεί» και ν’ ανηφορίζει προς το μηδέν, απ’ όπου θα ρίξει ένα ατρόμητο βλέμμα στην άβυσσο της ανυπαρξίας και μετά θα βουτήξει σ’ αυτήν, ικανοποιημένος που δεν ένιωσε ελπίδα και φόβο, όπως οι πολλοί και χαμηλοί.
Φυσικά, ο Καζαντζάκης αυτή την υπερανθρωπιστική και μηδενιστική φαντασίωση την απεύθυνε σ’ ένα ευρωπαϊκό κοινό που βρισκόταν ήδη σ’ αυτό το δρόμο. Τη μετέφερε όμως, νομίζω, και σε μεγάλη μερίδα του ελληνικού αναγνωστικού κοινού, εμποδίζοντάς το ίσως να γνωρίσει την Ορθοδοξία (την υποτιμημένη κληρονομιά των πατέρων μας, το «πιο καλά κρυμμένο μυστικό του κόσμου», όπως τη χαρακτηρίζει ο μεγάλος Σέρβος άγιος, σύγχρονος του Καζαντζάκη, Νικόλαος Βελιμίροβιτς – κάτοχος πέντε διδακτορικών τίτλων, που κάποιες από τις πιο συγκλονιστικές σελίδες του τις έγραψε αιχμάλωτος στο Νταχάου [3] – και την ονομάζει μεταφορικά τόσο καλά κρυμμένη, επειδή βρίσκεται δίπλα μας κι όμως δεν τη βλέπουμε), την Ορθοδοξία που κι ο ίδιος ο Καζαντζάκης δε γνώριζε.
Ο Καζαντζάκης σίγουρα αγαπούσε το Χριστό ως «πρότυπο αγωνιζόμενου ανθρώπου» (ανεξάρτητα αν πίστευε ή όχι στη θεότητά Του) και αγαπούσε και την Ορθοδοξία, ως σεβαστό κομμάτι της πολιτισμικής παράδοσης του έθνους μας, όμως ο τρόπος που κατανοεί τη θρησκεία είναι καθαρά δυτικός και ο τρόπος που κατανοεί το Θεό είναι περισσότερο ιουδαϊκός παρά χριστιανικός: ο Θεός του είναι Ένας και Μόνος, ένας άγριος πολέμαρχος που αγαπάει μόνο τους πολεμιστές του. Ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού (μ’ αυτή τη λογοτεχνική ασάφεια που υπάρχει στον Τελευταίο Πειρασμό και προέρχεται, κατά τη γνώμη μου, από την αρχαία αίρεση των Υιοθετιστών [4]). Όμως πουθενά δε φαίνεται ο Χριστός ως Θεός, εκτός από το όνειρο της Δευτέρας Παρουσίας στους Αδερφοφάδες και ίσως σε ένα δυο ακόμη σημεία ήσσονος σημασίας. Κι εκεί ακόμη, ο Χριστός ως Θεός φαίνεται Μόνος. Ο Θεός του Καζαντζάκη δεν είναι Τριαδικός, γι’ αυτό και δεν είναι Θεός της αγάπης, αλλά πολεμιστής, όπως κατανοείται ο Θεός-Μονάδα στην Παλαιά Διαθήκη και στο Ισλάμ.
Ακόμη και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία πάσχει στην κατανόηση της Αγίας Τριάδας (βλ. το πρόβλημα της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος), γι’ αυτό και κατέληξε σε μια πολεμική θρησκεία κοσμοκρατορίας, ιπποτών, σταυροφόρων και ιεροεξεταστών (και υπερανθρωπιστικών φαντασιώσεων). Ο Καζαντζάκης είμαι βέβαιος ότι γνώριζε αυτή την παράδοση, από τον προπάτορά της ιερό Αυγουστίνο ώς τον Ακινάτη και φυσικά τον αγαπημένο του άγιο Φραγκίσκο, αλλά αμφιβάλλω αν υποψιαζόταν καν τις θεμελιώδεις διαφορές της από την πνευματική παράδοση της Ορθοδοξίας. Οι προτεστάντες ακόμη περισσότερο πάσχουν και κατανοούν το Θεό ιουδαϊκά, περισσότερο όμως ως σκληρό κριτή παρά ως πολεμιστή.
Η εσφαλμένη αυτή κατανόηση του Θεού και του χριστιανισμού από τον Καζαντζάκη, κατά τη γνώμη μου, δεν οφείλεται μόνο στα ξένα σχολεία όπου σπούδασε και στα διαβάσματά του, αλλά και στο ότι έζησε σε μια εποχή έντονου επηρεασμού της ελληνικής θεολογίας από τη δύση. Είναι γνωστά π.χ. στους θεολογικούς κύκλους τα εμπόδια που συνάντησε ο μεγάλος Νεοέλληνας θεολόγος π. Ιωάννης Ρωμανίδης, όταν, το 1957 (τη χρονιά θανάτου του Καζαντζάκη), ερχόμενος από την Αμερική, κατέθεσε τη διδακτορική του διατριβή προς τη Θεολογική Σχολή Αθηνών, μετατοπίζοντας τη θεολογική μας σκέψη ξανά προς τις πηγές της.
Πέφτει δηλαδή ο Καζαντζάκης θύμα της εποχής του, αν και πέρασε δίπλα από μεγάλους ορθόδοξους αγίους του καιρού του – κάνω μια νύξη στην υποσημείωση 3 – και είναι λυπηρό που δεν τους αντιλήφθηκε, πελαγωμένος τόσο στον, κατά τη γνώμη μου, αυτάρεσκο κοσμοπολιτισμό όσο και στην παθιασμένη, μα υλιστική, επαναστατικότητα της μοντέρνας εποχής.
Ο άγ. Νεκτάριος ήταν ελεύθερος απ’ αυτό τον επηρεασμό, γι’ αυτό μπορούσε να κατανοήσει το Θεό ως Τριάδα, δηλ. ως ενότητα αγάπης. Ο Θεός, κατά την Ορθοδοξία, σε καλεί να ενωθείς μ’ Αυτόν διά του Χριστού. Η ενότητα αυτή πραγματοποιείται με την αγάπη και τη συγχώρεση, που προϋποθέτουν μια ταπεινή καρδιά και καθόλου αίσθημα ανωτερότητας ή τελειότητας. Η ένταξη του ανθρώπου στην Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού, είναι από μόνη της μια πράξη ταπεινής αγάπης: ακολουθείς το δρόμο κάποιων άλλων, μαζί με κάποιους άλλους, και δε λαχταράς να χαράξεις «δικό σου δρόμο». Όλα τα στοιχεία που περιλαμβάνει αυτός ο δρόμος, όπως η θεία κοινωνία, η εξομολόγηση, η τήρηση των κοινών νηστειών κ.π.ά., αποτελούν ασκήσεις αύξησης της ταπεινής αγάπης και της θείας χάριτος (της αγαθής ενέργειας του Θεού, που καθαρίζει τον άνθρωπο από τα πάθη και τον μετατρέπει σε θεοειδές ον) και δεν έχουν σχέση με κάποια έννοια ενοχής, τιμωρίας και θείας δικαιοσύνης, όπως αυτά που στριφογυρίζουν διαρκώς στη σκέψη της δυτικής χριστιανοσύνης (αλλά και του Καζαντζάκη, όπου η γυναίκα π.χ. συνιστά εμπόδιο στην επιτέλεση της αποστολής του άνδρα υπερανθρώπου του – ενώ στην Ορθοδοξία όχι, γι’ αυτό και έχουμε αναρίθμητους έγγαμους αγίους, άντρες και γυναίκες, καθώς και ζευγάρια ή και ολόκληρες οικογένειες αγίων).
Ο Καζαντζάκης αμφιβάλλω αν άκουσε ποτέ γι’ αυτά τα πράγματα, παρότι και το Άγιο Όρος επισκέφτηκε, ως γνωστόν. Αμφιβάλλω αν κατάλαβε ποτέ τι είναι άγιος – ότι άγιος δεν είναι κάποιος που έχει δαμάσει τη σάρκα και τη θέλησή του, που τέτοιους βρίσκεις σε όλες τις θρησκείες, αλλά κάποιος που έχει ενωθεί με το Χριστό κι έχει βαδίσει ένα δρόμο που μόνο στην Ορθοδοξία υπάρχει. Και μέσω αυτού του δρόμου έχει γίνει θεός και σηκώνει τα βάρη όλου του κόσμου με ταπείνωση και αγάπη, ενωμένος με όλο τον κόσμο, και όχι με σκληρότητα και υπεροψία, όπως φαίνεται στην Ασκητική.
Την ταπείνωση δε νομίζω πως την αγάπησε ο Καζαντζάκης (δεν κατάλαβε ασφαλώς και την αξία της), και σίγουρα δεν τη μετέδωσε στους αναγνώστες του. Την ταπείνωση μπροστά στο σύμπαν, ίσως. Μπροστά στις «μεγάλες έγνοιες», πιθανόν. Μπροστά στο κουκούλι που σκάει και προβαίνει η πεταλούδα με μουδιασμένες ακόμα σγουρές φτερουγίτσες, ίσως. Αλλά την ταπείνωση που σε ωθεί να μην κομπάζεις λέγοντας «Κύριε, παρατέντωσέ με κι ας σπάσω», αλλά απλώς να εξομολογηθείς σ’ έναν ιερέα (όχι ψάχνοντας να ανακαλύψεις έναν άγιο ιερέα, για να είναι αντάξιός σου), να νηστέψεις τη σαρακοστή μαζί με τους αγράμματους χριστιανούς του χωριού σου ή να ξεκουκίσεις το κομποσκοίνι με την προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό», όχι. Και οι διαχρονικοί φίλοι του Καζαντζάκη δε γνωρίζω αν έχουν αγαπήσει αυτή την ταπείνωση ή αν έχουν μάθει έστω την ύπαρξή της.
Αμφιβάλλω επίσης αν ο Καζαντζάκης έμαθε ποτέ να προσεύχεται σοβαρά και βαθιά (αν δηλαδή το διδάχτηκε από κάποιον αυθεντικό ορθόδοξο ησυχαστή – ή αν γνώριζε καν τι είναι ο ησυχασμός, σε μια εποχή που θεωρώ ότι κυριαρχούσε απολύτως στους λόγιους κύκλους η δυτική παρανόηση και πολεμική κατά του ησυχασμού), ενώ για τον άγιο Νεκτάριο δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η «επιστήμη της νοεράς προσευχής» τον ενέπνευσε και τον καλλιέργησε έμπρακτα από παιδί. Και του έδωσε μνημειώδη ταπεινοφροσύνη, λόγω της οποίας αποδέχτηκε στωικά τις διώξεις, τις λοιδορίες και τις συκοφαντίες, και λόγω της οποίας επίσης διεύθυνε όπως διεύθυνε τη Ριζάρειο Ακαδημία: καθαρίζοντας τις τουαλέτες, για να μην απολυθεί η άρρωστη καθαρίστρια, και τιμωρώντας τον εαυτό του με απεργία πείνας όταν κάποιος σπουδαστής παρέβαινε τους κανονισμούς.
Αποφθέγματα, όπως η απάντηση του Καζαντζάκη στην Εκκλησία της Ελλάδος («Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να ’ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να ’στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ») ή στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία («Ad tuum, Domine, tribunal apello» = «στο Δικαστήριό σου, Κύριε, κάνω έφεση»), είναι αδιανόητα για τον επίσης καταδιωγμένο άγ. Νεκτάριο, ο οποίος υπέμεινε τις ταλαιπωρίες κυριολεκτικά σαν Χριστός.
Έτσι προκύπτει και μια τρίτη διαφορά, με την οποία και θα τελειώσω: ότι ο άγιος Νεκτάριος είναι άγιος. Έκανε δηλαδή πράξη τη διδασκαλία του Χριστού, βάδισε αυτό το δρόμο μέχρι εκεί που μπορεί να τον βαδίσει ο άνθρωπος. Την ώρα που ο Καζαντζάκης ανηφόριζε μπερδεμένος σε χαράδρες φιλοσοφίας, ο άγιος ανηφόριζε φορτωμένος το σταυρό του στο Γολγοθά της αγιότητας.
Αν ο Καζαντζάκης δεν έγινε άγιος, δεν τον κατακρίνω. Εύχομαι ο Χριστός ν’ άπλωσε το χέρι, να τον ξεκάρφωσε από κάποια απ’ αυτές τις χαράδρες, όταν τον βρήκε ο θάνατος, και να του είπε: «Συχωρεμένος να ’σαι, γιατί αγάπησες πολύ». Αυτή τη φράση του Χριστού τη χρησιμοποιεί ο Μανωλιός στο Ο Χριστός ξανασταυρώνεται και θεωρώ ταπεινά πως είναι από τα πιο ορθόδοξα στιγμιότυπα όλου του καζαντζακικού έργου.
Για την περί Θεού ιδέα του Καζαντζάκη θα ήθελα να κλείσω με το ακόλουθο απόσπασμα. Στο περίφημο ταξιδιωτικό του Ισπανία, ο συγγραφέας, αφού εξυμνεί την ταυρομαχία, ως αρχέγονη πάλη του ανθρώπου με το Θεό, που οδηγεί στο φόνο του Θεού, με τη μορφή του ταύρου, και την ένωση του ανθρώπου με αυτόν (και ίσως δεν έχει άδικο ως προς τις απαρχές του «αθλήματος»), χαρακτηρίζει δε την αρένα «σπίτι του Θεού» και τους θεατές «πιστούς», ολοκληρώνει γράφοντας:
«Εδώ ο σκοτωμός είναι ο καρπός αβάσταχτης αγάπης. Ο ιερός γάμος κι ο ιερός φόνος είναι ένα. Η ταύτιση τούτη θα φανεί παράλογη στις ντελικάτες, ανίδεες ψυχές· μα όποιος αληθινά αγάπησε, αυτός εννοεί. Το αίμα, η ένωση με το αίμα, η αθανατοποίηση της αγάπης με το θάνατο, είναι βαθιές ανάγκες του ανθρώπου, που πια με τον πολιτισμό κρύφτηκαν και μουλώσαν· μα ξάφνου ξαναζωντανεύουν, με τρόπο απλότατο και μυστηριώδη, εδώ, στην άκρα της Μεσόγειος» (Ταξιδεύοντας: Ισπανία, Αθήναι 1964, σελ. 132).
Ζητώ συγγνώμη για τη δική μου ανίδεη ψυχή, μα δεν αντιλαμβάνομαι σε τι είδους πνευματικότητα οδηγεί αυτή η αντίληψη περί αγάπης, αν φυσικά δεν τη θεωρήσουμε απλή ποιητική έξαρση, αλλά θεωρία και πρόταση ηθικής και ζωής.
***
Η αγιότητα είναι ένα αμφισβητούμενο θέμα. Όμως, στην πραγματικότητα, ότι υπάρχουν άγιοι και ότι κάνουν θαύματα είναι τόσο αναμφισβήτητο, όσο και ότι η Γη γυρίζει. Για την ακρίβεια, οι μαρτυρίες ανθρώπων που έχουν ζήσει θαύματα (σ’ αυτούς περιλαμβάνομαι κι εγώ, η οικογένειά μου και κάποιοι φίλοι μου) είναι απείρως περισσότερες από εκείνες ανθρώπων που έχουν δει με τα μάτια τους την περιφορά της Γης. Οι περισσότεροι βλέπουμε να γυρίζει ο Ήλιος. Ακόμα και πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι αποδέχονται την αγιότητα ως πραγματική κατάσταση, έχοντας προσωπική πείρα, ενώ υπάρχουν και πανεπιστημιακοί που έγιναν οι ίδιοι θαυματουργοί άγιοι, όπως ο άγ. Λουκάς ο Ιατρός, ο άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς κ.ά. Η άρνηση των αγίων, της αγιότητας και των θαυμάτων από ανθρώπους που δεν έχουν κάνει καμιά σοβαρή σχετική έρευνα, αλλά απλώς επικαλούνται ότι οι ίδιοι θεωρούν πως δεν έχουν δει κάποιο θαύμα (άρα κανείς δεν έχει δει ποτέ κάποιο πραγματικό θαύμα), είναι τουλάχιστον αυθαίρετη. (Για περισσότερα, αναζητήστε στο Διαδίκτυο το άρθρο μας «Θαυματουργοί άγιοι: αλήθεια ή μύθος;», καθώς και το «Νευροθεολογία: Εγκέφαλος και πνευματική εμπειρία»).
Ο άγιος Νεκτάριος λοιπόν έχει πραγματοποιήσει αναρίθμητα θαύματα και εμφανίσεις, γι’ αυτό και ολόκληρος ο ορθόδοξος χριστιανικός κόσμος είναι γεμάτος από εκκλησίες του. Και αυτός ο κόσμος δεν αποτελείται από ανόητους, αμόρφωτους και δεισιδαίμονες, όπως πολλοί νομίζουν, καθώς και ο κόσμος της αθεΐας δεν αποτελείται οπωσδήποτε από φωτισμένα μυαλά.
Θα μπορούσα ως τέταρτη διαφορά να αναφέρω ότι ο Καζαντζάκης ήταν μασόνος (γράφτηκε στη Μασονική Στοά Αθηνών το 1907 – βλ. το βιογραφικό του από το Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών Ε.ΚΕ.ΒΙ., που δημοσιεύεται εδώ). Δε θέλω να σταθώ εδώ, για να είμαι ειλικρινής, ούτε να προσπαθήσω να εξιχνιάσω κατά πόσον οι πεποιθήσεις της Μασονίας επηρέασαν τις δικές του πεποιθήσεις ή το έργο του. Δεν είμαι σε θέση, ούτε και θέλω να εμπλακώ σε μια διαμάχη για το τι ακριβώς πρεσβεύει η Μασονία και αν επηρέασε τον Καζαντζάκη, ζήτημα που ξεφεύγει και από τις δυνατότητές μου και από τα πλαίσια του παρόντος. Ας το κάνουν άλλοι, ικανότεροι.

Επίλογος

Το κίνητρο, με το οποίο έγραψα αυτό το άρθρο, είναι να εξηγήσω στους φίλους του Ν. Καζαντζάκη ότι υπάρχει κι ένα άλλο είδος πνευματικότητας, ένας διαφορετικός πνευματικός δρόμος, εκτός από αυτόν όπου περπάτησε ο μεγάλος Κρητικός στοχαστής. Ότι ένας άλλος άνθρωπος, εξίσου χαρισματικός (και δεν είναι μόνο ένας), ξεκίνησε με παρόμοιες προϋποθέσεις και έγινε άγιος Νεκτάριος.
Θα ήθελα επίσης να προσκαλέσω τους φίλους ν’ ασχοληθούν με το πρόσωπο και το έργο του αγίου Νεκταρίου. Θα γνωρίσουν έτσι την άλλη πλευρά του φεγγαριού και ίσως αποκαλυφθεί μπροστά τους ένας σπουδαίος και φωτεινός δρόμος (ανηφορικός μα/και συγκλονιστικός) κι ένας ολόκληρος κόσμος, που ούτε καν φαντάζονται την ύπαρξή του.

Σημειώσεις:
[1] Αυτοβιογραφικό σημείωμα του Κλάους Κένεθ από το βιβλίο του Χιλιάδες μίλια προς τον τόπο της καρδιάς – Από το σκοτάδι του μίσους στον Γέροντα Σωφρόνιο (Born to Hate – Reborn to Love), Εν πλω 2009:
«Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου το αφιέρωσα στην αναζήτηση της αγάπης και της αλήθειας, και η πραγματική απόσταση που διήνυσα κατά την πνευματική αυτή διαδρομή προϋπέθετε πολλές περιπλανήσεις ανά τον κόσμο. Πέρασα από την Ινδία, το Θιβέτ και την Ταϊλάνδη, καθώς και από αραβομουσουλμανικές χώρες, όπως ο Ιράν, το Αφγανιστάν, το Μαρόκο και τη Μαλαισία. Ταξίδεψα στην Αλάσκα, στο Μεξικό και στη Βραζιλία, για να δοκιμάσω άλλα συστήματα, περιλαμβανομένων του κομμουνισμού, του αθεϊσμού και της χίπικης κουλτούρας. Επί αρκετά χρόνια μελέτησα ενδελεχώς τις ανατολικές θρησκείες: τον ινδουισμό, το βουδισμό, τον ισλαμισμό, καθώς και την πνευματικότητα των Αμερικανών αυτοχθόνων. Άλλες φορές πάλι, έμπλεξα με τον υπόκοσμο των ναρκωτικών και εισχώρησα στον εσωτερισμό και την απόκρυφη γνώση, περιερχόμενος σε κατάσταση έκστασης. Όμως, τίποτα δεν μπορούσε να γεμίσει το κενό που υπήρχε της ψυχής μου, μέχρι την ημέρα που βρέθηκα αντιμέτωπος με εφτά όπλα. Τότε μόνο –και απροσδόκητα– είχα μια συγκλονιστική κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Άγνωστο σε μένα Θεό. Τότε ήταν που σώθηκα, κατά ένα θαυμαστό, βέβαια, τρόπο.
»Πάντοτε έτρεχα να ξεφύγω από το Θεό, από τους ανθρώπους και τον εαυτό μου. Ήταν ένα ταξίδι στην κόλαση, γεμάτο μίσος και θάνατο, ώσπου να αντικρίσω την αλήθεια για το ποιος πραγματικά ήμουν.
»Άκουσα πολλές φορές να προφέρουν το όνομα του Ιησού και άλλες τόσες φορές Τον απέρριψα και Τον αρνήθηκα. Δεν Τον είχα καθόλου ανάγκη, ή έτσι νόμιζα. Επειδή είναι βέβαιο πως ο ίδιος ο Θεός με αγαπά και με περιβάλλει με τη Χάρη Του, το να πιάνω τον εαυτό μου τώρα να αφηγείται και να τραγουδά για την αγάπη του Θεού, το θεωρώ απίστευτο και θαυμαστό.
»Ίσως κάποιοι στο άκουσμα του ονόματος του Ιησού να μη θελήσουν να διαβάσουν την ιστορία, αντιμετωπίζοντας καθετί παρόμοιο ως «πνευματική ανισορροπία». Αυτός όμως που ειλικρινά αναζητεί την αλήθεια προκειμένου να βρει την αλήθεια, θα διαβάσει την ιστορία αυτή με πολλή προσοχή, αλλά και προς μεγάλη του τέρψη, διαπιστώνοντας πόσο ζωντανή είναι η παρουσία του Θεού και με πόση αγάπη προστατεύει όλους εμάς, κάθε μέρα, κατά την πορεία μας στη ζωή».
[2] Ο Καζαντζάκης στο Ο Χριστός ξανασταυρώνεται καταγγέλλει το δεσπότη πως έχει κόψει και ράψει το Χριστό στα μέτρα του. Είμαι βέβαιος πως μέσα του δε γενικεύει, το δε φανερό παράπονό του, πως πολλοί ρασοφόροι είναι παπα-Γρηγόρηδες και λίγοι παπα-Φώτηδες, είναι παράπονο ίσως κάθε ορθόδοξου χριστιανού (αν και ο χριστιανός αγαπά και τους παπα-Γρηγόρηδες – ίσως όμως κι ο Καζαντζάκης ένιωσε γι’ αυτούς κάποια αγάπη, γι’ αυτό και βάζει το Μανωλιό να την εκφράζει).
Όμως φοβούμαι πως ο αναγνώστης του Καζαντζάκη, ακαθοδήγητος στα πραγματικά ανηφορικά μονοπάτια της Ορθοδοξίας και γαλουχημένος με το (φανταστικό) γάλα δράκαινας που τον ποτίζει ο συγγραφέας, κάνει αυτό που δεν κάνει ο δάσκαλός του: γενικεύει, φυτεύοντας μέσα του την πεποίθηση πως ο ίδιος κατανοεί αυθεντικά το Χριστό και πως «οι παπάδες» Τον κόβουν και ράβουν στα μέτρα τους και δεν αγαπά τους παπα-Γρηγόρηδες. Βλέπει δε στο πρόσωπο κάθε παπά έναν παπα-Γρηγόρη, εκτός αν έναν στους τόσους τον αξιολογήσει αυτός ο ίδιος και τον εκτιμήσει σαν φωτεινή εξαίρεση – που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Γι’ αυτό και δεν πρόκειται να πάει ποτέ να εξομολογηθεί ή να κοινωνήσει, κι αν κοινωνήσει κοινωνεί υπεροπτικά και εθιμοτυπικά κι όχι ταπεινά και φλογερά.
Λοιπόν, οι δάσκαλοι της Ορθοδοξίας δεν είναι οι φαρισαίοι που προσαρμόζουν το Χριστό στα δικά τους πάθη, αλλά κάποιοι γίγαντες ταπεινοί, γεμάτοι αγάπη, που το ανάστημά τους δεν το φαντάζεται καν ο δυστυχής αδελφός μου που σκέφτεται ως ανωτέρω. Ας είναι ευλογημένος.
[3] Ο άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (1880-1956), αρχιεπίσκοπος Αχρίδος, ήταν διδάκτορας των πανεπιστημίων της Βέρνης και της Οξφόρδης και επίτιμος διδάκτορας των πανεπιστημίων Κέιμπριτζ, Γλασκόβης και Κολούμπια. Κοιμήθηκε στις Η.Π.Α., εκτοπισμένος από το αθεϊστικό καθεστώς της πατρίδας του.
Σύγχρονοι του Καζαντζάκη ήταν και ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης Μαξίμοβιτς (1896-1966), ο ξυπόλυτος άγιος της Σαγκάης, του Παρισιού και του Σαν Φρανσίσκο (θαυματουργός ήδη εν ζωή, άφθορος σήμερα), και ο άγιος Λουκάς ο Ιατρός (1877-1961), καθηγητής του πανεπιστημίου της Τασκένδης, που ήταν καταποντισμένος, μαζί με χιλιάδες άλλα διαμάντια της Ορθοδοξίας του 20ού αιώνα, σε μια θάλασσα βίας και τρόμου, μέσα στους φοβερούς διωγμούς που διεξήγαγε το αθεϊστικό καθεστώς της Ε.Σ.Σ.Δ. (την ίδια ώρα στις φυλακές της Ρουμανίας πέθαιναν ο άγ. Βαλέριος Γκαφένκου, †1952, ο άγ. Κωνσταντίν Οπρισάν, ο Φιλόσοφος και Μάρτυρας, †1958, και πλήθος άλλων). Οι άγιοι αυτοί είναι προσωπικότητες εφάμιλλες του Καζαντζάκη, αλλά και του Μπεργκσόν και του Καμύ και του Σαρτρ και όλων των μοντέρνων φιλοσόφων, η δε ζωή και το έργο τους αποτελούν αξεπέραστα πρότυπα για τους ορθόδοξους χριστιανούς, όπως ο Καζαντζάκης και οι φιλόσοφοι που κατονόμασα για τους δικούς τους φίλους. Ατυχώς, οι γίγαντες αυτοί της ορθόδοξης πνευματικής κληρονομιάς δεν ανακαλύφθηκαν από τον Καζαντζάκη και σήμερα είναι άγνωστοι στους «παραέξω», που νομίζουν πως η Ορθοδοξία απευθύνεται σε αναλφάβητους και δεισιδαίμονες.
[4] Δυναμικοί μοναρχιανοί ή Υιοθετιστές: αρχαία αίρεση, που πίστευε πως ο Χριστός ήταν κοινός άνθρωπος, που ο Θεός τον ανέδειξε σε Υιό Του (τον «υιοθέτησε») λόγω της μεγάλης ηθικής του καθαρότητας.
Οι μοναρχιανοί, γενικά, προσπαθούσαν να διασώσουν στη σκέψη τους την απόλυτη μονοθεΐα (μοναρχία του Θεού), επειδή δε μπορούσαν να αντιληφθούν την ενότητα των Τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδας (αυτό το πρόβλημα, όπως γράφουμε, το έχει και ο Καζαντζάκης).
Ο άλλος κλάδος των μοναρχιανών ήταν οι Τροπικοί μοναρχιανοί ή Πατροπασχίτες, που υποστήριζαν πως ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι το ίδιο Πρόσωπο, που εμφανίστηκε σε διάφορες φάσεις της ανθρώπινης Ιστορίας με διαφορετικά προσωπεία.


Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Χριστιανοφοβία, αντιχριστιανισμός και μαρτύρια χριστιανών εν έτει 2013

Φωτογραφία από τη δολοφονική επίθεση (6-10-2013) στο Ναό του Τιμίου Σταυρού Δαμασκού (από εδώ)

Σε πρωτοσέλιδο άρθρο του με τίτλο "Ο πόλεμος που δεν βλέπουμε" στο σημερινό φύλλο της εφημερίδος Εστία (αρ. φυλλ. 39688/19-10-2013) ο γνωστός λογοτέχνης Τηλέμαχος Μαράτος επισημαίνει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα για την χριστιανοφοβία και τα σύγχρονα μαρτύρια των χριστιανών παγκοσμίως:

[...]Την τελευταία δεκαετία (σύμφωνα με μελέτες επιστημονικών [μη θρησκευτικών] κέντρων παρακολουθήσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Φρανκφούρτη και στη Μασσαχουσέτη) 100.000 -εκατό χιλιάδες- κατά μέσο όρο, χριστιανοί σκοτώνονται κάθε χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι 11 χριστιανοί σκοτώνονται σε κάποιο μέρος του κόσμου κάθε ώρα, κάθε μέρα, 365 μέρες τον χρόνο. (Στοιχεία από τον "Spectator" τεύχος 5.10.13).
Όλοι γνωρίζουμε τους διωγμούς των χριστιανών μαρτύρων τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού. Σχεδόν κάθε ημέρα του ημερολογίου είναι αφιερωμένη σε μάρτυρες και αγίους. Όπως είναι φυσικό οι περιγραφές των μαρτυρίων είναι εντυπωσιακές στον "Συναξαριστή"[...] Ό,τι και να έγραψαν όμως, όσο υπερβολικό και να φαίνεται ωχριά μπροστά σε αυτά που συμβαίνουν σήμερα σε μια κλίμακα πρωτοφανή στην ιστορία.
Στο Ιράκ το 1991(πρό του πολέμου) υπήρχαν 1,5 εκατομμύρια χριστιανοί. Σήμερα είναι αμφίβολο αν υπάρχουν 500.000.  [...] Από τις 65 εκκλησίες οι 40 έχουν υποστεί βομβαρδισμό ή κατακρεούργηση ιερέων και πιστών κατά την ώρα της λειτουργίας. [...]
[...] Στη Βόρεια Κορέα πάνω από 100.000 χριστιανοί ζούν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, ενώ 300.000 χριστιανοί έχουν εξαφανισθεί. Στο Ινδικό κράτος Ορίσσα στις διώξεις εξαγριωμένου όχλου Ινδουιστών το 2008, πάνω από 5.000 σπίτια χριστιανών και 350 εκκλησίες κατεστράφησαν, ενώ χιλιάδες χριστιανοί κατέφυγαν σε καταυλισμούς στην εξορία. Στην Βιρμανία οι περιοχές που κατοικούν χριστιανοί έχουν κηρυχθεί "μαύρες ζώνες" όπου τα στρατιωτικά ελικόπτερα πολυβολούν κατά βούληση. [...]
Τηλέμαχος Μαράτος, "Ο πόλεμος που δεν βλέπουμε", στην εφημ. Εστία, αρ.φυλλ. 39688/19-10-2013, σελ. 1 (αποσπάσματα).

Δείτε και:

Θρησκευτικές διώξεις κατά χριστιανών στον ισλαμικό κόσμο (Ανακοίνωση του Παγκρητίου Συνδέσμου Θεολόγων, 2012)



Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Μάριος Μπέγζος, Η κοινωνική παρενέργεια της θρησκείας σήμερα



Η πρωτόγνωρη λέξη «φονταμενταλισμός» είναι ελληνική μεταγραφή του αγγλικού όρου fundamentalism (από το λατινικό fundamentum: θεμέλιο). Αποδίδεται ως «θεμελιωτισμός» ή «θεμελιοκρατία» και σημαίνει την επιστροφή στα «θεμέλια» μιας παράδοσης του παρελθόντος, την εμμονή στα «θεμελιώδη» άρθρα πίστης και τη μαχητική προάσπιση των «θεμελιακών» στοιχείων κάποιας θρησκευτικής κληρονομιάς.
Φονταμενταλισμός είναι ο μαχητικός θρησκευτικός συντηρητισμός. Τρία χαρακτηριστικά στοιχεία του είναι η συντηρητικότητα, η θρησκευτικότητα και η μαχητικότητα.
Πρώτιστο ιδίωμα παραμένει ο συντηρητισμός, που διαφοροποιεί τον φονταμενταλισμό από τον εκσυγχρονισμό, τον αντιπαραθέτει με τον φιλελευθερισμό ή τον σοσιαλισμό και τον αντιδιαστέλλει με τον διαφωτισμό, με τον ορθολογισμό και τον ατομικισμό της νεωτερικότητας. Η συντήρηση της παράδοσης των «θεμελίων» χωρίς ανανέωση και δίχως προσαρμογή, η πιστή κατά γράμμα ερμηνεία και η τυφλή τυποποιημένη εφαρμογή των επιταγών της κληρονομιάς του παρελθόντος μαζί με την αντιπαράθεση σε καθετί νεωτερικό, σύγχρονο, μοντέρνο, δυτικό (ευρωπαϊκό ή αμερικανικό) συνιστούν τον πυρήνα του φονταμενταλιστικού κινήματος.
Η θρησκευτικότητα χρωματίζει τον φονταμενταλισμό αποφασιστικά και καθορίζει τον συντηρητισμό του. Χάρη στη βασική εμπειρία της ενότητας που διακρίνει κάθε θρησκεία τόσο στον χώρο όσο και μέσα στον χρόνο ιδρύοντας την κοινωνία (οριζόντια ενότητα των ομοδόξων μέσα στον χώρο) και γεννώντας την ιστορία (κατακόρυφη ενότητα των ομοφρόνων μέσα στον χρόνο), η συντήρηση των «θεμελίων» επικυρώνεται μεταφυσικά και επεκτείνεται από τον θολό πυθμένα κάποιου παρελθόντος «χρυσού αιώνα» στον απλησίαστο ορίζοντα ενός μελλοντικού «παραδείσου». Η θρησκεία λειτουργεί σαν το «τσιμέντο» της συντήρησης, ως το ανθεκτικότερο συνεκτικό υλικό των «θεμελίων» της παράδοσης που υποτάσσει το κοσμικό (κράτος, κοινωνία, οικονομία) στο θρησκευτικό και υποτάσσει το ιδιωτικό (προσωπική ζωή του ατόμου) στο δημόσιο (θρησκευτικός κώδικας ηθικών αξιών, «ιερός νόμος»).
Η μαχητικότητα είναι το τρίτο στη σειρά, αλλά πρώτο σε εντυπωσιασμό στοιχείο του φονταμενταλισμού. Η βία στη διακονία του ιερού εν ονόματι της συντήρησης είναι που συνοψίζει το φονταμενταλιστικό κίνημα άριστα. Προσφυγή στα όπλα, αιματοχυσίες και εκατόμβες, ακρωτηριασμοί τιμωρίας και παραδειγματικές εκτελέσεις, πογκρόμ και γκέτο, φυλετικές διακρίσεις και σεξιστικοί διαχωρισμοί, εθνοκάθαρση και τρομοκρατία βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη των φονταμενταλιστών όλου του κόσμου, κάθε εποχής.
Κάθε θρησκευτική κληρονομιά έχει να παρουσιάσει κρούσματα φονταμενταλισμού. Δυστυχώς δεν υπήρξε αναίμακτη θρησκεία ως σήμερα, όπως επίσης δεν εμφανίσθηκε ποτέ αναίμακτη επανάσταση, ειρηνική εξέγερση ή «βελούδινη» ανταρσία.
Η πολιτική σκοπιμότητα και η ειδησεογραφική προχειρότητα σε μερικές περιπτώσεις δημιούργησαν την εσφαλμένη εντύπωση πως δήθεν μόνον το Ισλάμ ταυτίζεται με τον φονταμενταλισμό, ενώ η αδιάψευστη ιστορική πραγματικότητα είναι ότι κάθε θρησκεία διαβρώνεται από τον φονταμενταλιστικό ιό, ακόμη και τα ινδικά θρησκεύματα που δεν υστερούν σε βίαιες αναμετρήσεις δολοφονώντας μέλη της οικογενείας Γκάντι «δι' ασήμαντον αφορμήν».
Η σχέση της θρησκείας με τον φονταμενταλισμό είναι σαν τη σχέση της ενέργειας με την παρενέργεια ή του προϊόντος και του υποπροϊόντος. Οπως κάθε φάρμακο έχει ενδείξεις και αντενδείξεις, έτσι και η θρησκεία ως φαινόμενο της Ιστορίας, της κοινωνίας και του πολιτισμού αντανακλά το περιβάλλον της και αναπαράγει τον περίγυρό της άλλοτε προς το καλύτερο και άλλοτε προς το χειρότερο.
Ο φονταμενταλισμός είναι η θρησκευτική αναπαραγωγή της κοινωνίας προς το χειρότερο, κατιτί σαν καρκίνωμα της Ιστορίας και παράσιτο του πολιτισμού.
Η ίδια η θρησκεία μπορεί να παράγει το αντίδοτο κατά του φονταμενταλισμού, εάν και όταν η φωτισμένη θεολογία και η υπεύθυνη ιεραρχία ερμηνεύσουν τις επιταγές της παράδοσης κατά το πνεύμα που ζωοποιεί και όχι κατά το γράμμα που σκοτώνει, εφαρμόζοντας με τρόπο φιλάνθρωπο και όχι απάνθρωπο ό,τι είναι απολύτως απαραίτητο για τη συνοχή της κοινωνίας σε έναν χώρο παγκοσμιοποιημένο πλανητικά και σε έναν ιστορικό χρόνο με προοπτική μελλοντολογική κι όχι παρελθοντολογική.
Εάν επιβίωση σημαίνει συμβίωση και εφόσον ο λόγος είναι διάλογος, ποτέ μονόλογος ούτε αντίλογος, τότε η θρησκεία έχει κοινωνικό συμφέρον και ιστορικό ενδιαφέρον να φανεί τίμια με τον εαυτό της ως δύναμη που ενώνει αντί να χωρίζει. Πρώτιστο μέλημα κάθε θρησκευτικής παρουσίας σήμερα είναι η παραγωγή θεολογικών αντιδότων κατά του φονταμενταλισμού για το καλό όλων μας. Αλλιώτικα θα αποβληθούν τα προϊόντα μαζί με τα υποπροϊόντα και μάλιστα εξαιτίας αυτών των τελευταίων…


_______________  
Ο κ. Μάριος Μπέγζος είναι κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Αθηνών.


Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Θ.Ρηγινιώτης, Μήπως περιμένουμε το τέλος του κόσμου το Δεκέμβριο του 2012;


Καθώς πλησιάζουμε στο Δεκέμβρη του 2012, σίγουρα αυξάνει η ανησυχία των ανθρώπων που, επηρεασμένοι από κείμενα, ρεπορτάζ και ταινίες, θεωρούν πιθανό να συμβεί τότε μια παγκόσμια καταστροφή.
Όμως για το τέλος του κόσμου δε μιλούν μόνον οι προφητείες των Μάγιας ή άλλων αρχαίων πολιτισμών. Εμείς, οι χριστιανοί, έχουμε επίσης μια προφητεία που δίνει αξιόπιστα και σημαντικά στοιχεία γι’ αυτό το θέμα. Η αξιοπιστία της έχει τεκμηριωθεί από τους χιλιάδες αγίους όλων των αιώνων, που ενώθηκαν με το Θεό, είδαν με τα μάτια τους τα μυστήρια του ουρανού και απόχτησαν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, όχι μόνο οι ψυχές τους μετά το θάνατο, αλλά ακόμη και πριν πεθάνουν.
Τέτοιοι άγιοι υπήρξαν και στο τέλος του 20ού αιώνα, όπως οι μεγάλοι Γέροντες Παΐσιος ο Αγιορείτης, Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης, Ιάκωβος Τσαλίκης, Κλεόπας Ελίε της Ρουμανίας, Σωφρόνιος του Έσσεξ κ.π.ά. Όλοι αυτοί έχουν άποψη για τη ζωή και το θάνατο, την αιωνιότητα, το Θεό και την Αλήθεια, την τελειότητα του ανθρώπου και το τέλος του κόσμου – και η άποψή τους δεν είναι λιγότερο αξιόπιστη και υπολογίσιμη από την άποψη των Μάγιας ή οποιουδήποτε άλλου. Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι είναι πολύ περισσότερο αξιόπιστη και υπολογίσιμη, γιατί είναι άνθρωποι της εποχής μας, ενώ οι Μάγιας και οι άλλοι αρχαίοι πολιτισμοί δε βλέπουμε να έχουν αντίστοιχους θεοφόρους αγίους στις μέρες μας, και, αν έχουν, μοιάζουν περισσότερο με μάγους παρά με αγίους.
Οι πνευματικές εμπειρίες των προφητών και διδασκάλων των διαφόρων θρησκειών είναι γνωστές και μελετημένες από τους αγίους διδασκάλους του χριστιανισμού, που τις έχουν αξιολογήσει προσεχτικά και ξεπεράσει με τη δική τους υπέρτατη εμπειρία της θέωσης, δηλαδή της ένωσης με τον Τριαδικό Θεό εν Χριστώ. Τις έχουν αξιολογήσει επίσης με την πνευματική επιστήμη της διάκρισης των πνευμάτων – και της αξιολόγησής τους, αν είναι αγαθά ή σκοτεινά – επιστήμης που λείπει από όλες τις άλλες παραδόσεις εκτός της Ορθοδοξίας.
Με τον ίδιο τρόπο οι ορθόδοξοι άγιοι έχουν αξιολογήσει με αγάπη αλλά και μεγάλη προσοχή τις απόψεις, καθώς και τις πνευματικές εμπειρίες των χριστιανών που είναι μέλη διαφόρων αιρέσεων, οι οποίες εμφανίστηκαν στην πορεία του χρόνου και διαφοροποιήθηκαν από τις αρχαίες χριστιανικές ρίζες, τις οποίες ακολουθεί η Ορθοδοξία. Τέτοιες αιρέσεις είναι ο καθολικισμός (παπισμός), ο προτεσταντισμός, ο πεντηκοστιανισμός και οι «αναγεννημένοι» χριστιανοί, οι «προ-χαλκηδόνιες» Εκκλησίες [«Ανατολικές (Oriental) Ορθόδοξες Εκκλησίες»] κ.ά.
Η προφητεία που έχουμε για το τέλος του κόσμου περιέχεται στην Αγία Γραφή. Είναι γνωστές οι αναφορές της Αποκάλυψης του αγίου Ιωάννη, αλλά ανάλογες αναφορές κάνει και ο Ιησούς Χριστός στο Ευαγγέλιο (π.χ. κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφ. 24 και 25), ο απόστολος Παύλος (π.χ. Α΄ προς Θεσσαλονικείς, κεφ. 4 και 5), ο απόστολος Πέτρος (Β΄ επιστολή Πέτρου, κεφ. 3) κ.λ.π.
Από τα στοιχεία που δίνουν οι παραπάνω, συμπεραίνουμε τα εξής:
1) Είναι αδύνατο να υπολογίσουν οι άνθρωποι πότε ακριβώς θα γίνει το τέλος του κόσμου. Ο Ιησούς Χριστός, όταν Τον ρώτησαν οι μαθητές Του, απάντησε ότι το τέλος θα έρθει απρόσμενα, όπως ο κλέφτης μέσα στη νύχτα, και μόνο ο Θεός Πατέρας γνωρίζει την ημέρα και την ώρα που θα συμβεί (π.χ. Ματθ. κεφ. 24, στίχ. 36 και 42-44). Το ίδιο επαναλαμβάνει και ο απόστολος Παύλος (Α΄ Θεσσ. 5, 2-4). Άρα δεν πρέπει να περιμένουμε μια συγκεκριμένη ημέρα ή χρονιά «το τέλος», αλλά να είμαστε έτοιμοι όλη μας τη ζωή.
2) Το τέλος του κόσμου δεν θα είναι καθόλου τέλος, αλλά η «Ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και επιφανής» (Πράξεις των αποστόλων, 2, 20), με γεγονότα που λαχταρούν από τα βάθη της καρδιάς τους οι χριστιανοί από την αρχή του χριστιανισμού! Θα επιστρέψει ο Χριστός γεμάτος φως και συνοδευόμενος από τους αγίους αγγέλους (Ματθ. κεφ. 25, 31). Θα γίνει η ανάσταση όλων των νεκρών! (κατά Ιωάννην, κεφ. 5, στίχ. 25. Α΄ Θεσσ. 4, 16. Αποκάλυψις 20, 11-13, κ.λ.π.). Θα νικηθεί τελείως το κακό, θα πάψει ο θάνατος και θα ανατείλει η αιώνια ημέρα του παραδείσου (Αποκάλυψις, κεφ. 21-22).
Δεν πρέπει λοιπόν να περιμένουμε το τέλος με φόβο, αλλά με χαρά, όπως οι πρώτοι χριστιανοί (η ίδια η Αποκάλυψη τελειώνει με την προσευχή «Ναι, έλα, Κύριε Ιησού»).
Πριν το τέλος θα συμβούν συμφορές (Ματθ. κεφ. 24, Πράξεις 2, 19-21), θα αλλάξει η μορφή του κόσμου (Β΄ Πέτρ. 3, 7-13), αλλά «όποιος επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου θα σωθεί» (Πράξεις, ό.π.), καινούργιοι ουρανοί και καινούργια γη θα έρθουν, όπου θα κατοικεί η δικαιοσύνη (Β΄ Πέτρου, ό.π.) και στην αιώνια αυτή βασιλεία του Φωτός, όπου «ήλιος και φεγγάρι της θα είναι ο ίδιος ο Θεός», δε θα υπάρχει πόνος και δάκρυ, ούτε θα μπορεί να μπει κανένα κακό (Αποκάλυψις, κεφ. 21-22).
3) Πριν το τέλος θα υπάρξουν «σημεία», που θα προσανατολίσουν τους χριστιανούς όχι στο πότε ακριβώς θα γίνει, αλλά ότι πλησιάζει. Το κυριότερο από αυτά τα σημεία θα λέγαμε ότι είναι ο Αντίχριστος, το Θηρίο, ο «άνθρωπος της αμαρτίας» (Αποκάλυψις, κεφ. 13, Β΄ προς Θεσσαλονικείς, κεφ. 2), που θα πείσει σχεδόν όλους τους ανθρώπους να τον λατρέψουν και θα καταδιώξει ανελέητα όσους αρνηθούν (επειδή θα λατρεύουν τον αληθινό Θεό), οι οποίοι θα γίνουν μάρτυρες και άγιοι (Αποκάλ. 20, στίχ. 4).
Ο Αντίχριστος δε φαίνεται να έχει έρθει ακόμη – τα επτά έτη της βασιλείας του, που προφητεύονται, οι δύο προφήτες που θα τον αντιμετωπίσουν, ο μεγάλος πόλεμος που θα τον ρίξει από την εξουσία, δεν έχουν ακόμη συμβεί. Πώς λοιπόν «ήρθε το τέλος»;
Ίσως το τέλος είναι κοντά. Ίσως το ανακάτεμα των θρησκειών που προκαλεί με πονηριά το λεγόμενο «κίνημα της new age πνευματικότητας», με τη μόδα της γιόγκα, της αστρολογίας, των παραψυχολογικών δυνάμεων και τόσων άλλων δοξασιών από τις ειδωλολατρικές θρησκείες όλων των λαών (από το βουδισμό, το ζεν, τον ινδουισμό, μέχρι τους Ινδιάνους, τους αρχαίους Αιγυπτίους ή τους αρχαίους Έλληνες, τους δρυΐδες, τις μάγισσες κ.λ.π.), όλα αυτά ίσως είναι ένα τέχνασμα από σκοτεινούς κύκλους για να καλλιεργήσουν το έδαφος για τη λατρεία του Αντίχριστού. Ίσως ακόμη και όλα όσα λέγονται για «το τέλος» που «θα γίνει το 2012» να είναι ένα κόλπο για να παραπλανήσουν πολλούς, από εκείνους που δεν πιστεύουν πια στο Χριστό, αλλά μπερδεμένοι ψάχνουν την αλήθεια σε ειδωλολάτρες «προφήτες», παράξενες μεθόδους «πνευματικής εμπειρίας» ή «τελειότητας» και εξωτικές θρησκείες. Ίσως ο Αντίχριστος είναι κοντά (ίσως και όχι, γιατί μπορεί να έρθει άλλη εποχή, πιο ταιριαστή στην Αποκάλυψη), αλλά δεν τον είδαμε ακόμη. Μην ανησυχείς, λοιπόν: δεν περιμένουμε το τέλος του κόσμου φέτος ή του χρόνου.
4) Ο Χριστός όμως, και οι άγιοι μαθητές Του, προφήτεψαν και την εμφάνιση απατεώνων, ψευτοπροφητών και ψευτο-Χριστών που θα ξεγελάσουν τον κόσμο εμφανίζοντας συχνά και υπερφυσικές δυνάμεις, μιλώντας για το τέλος, για «αλήθεια και σωτηρία», αλλά θα λένε ψέματα και θα στρέψουν τους δυστυχείς ανθρώπους σε άλλες κατευθύνσεις, απομακρύνοντάς τους από το Χριστό, κάνοντάς τους να χάσουν την αλήθεια και τη σωτηρία! (π.χ. Ματθ. 24, 23-26)
Μήπως αυτοί που σου μιλάνε για «το τέλος», δίνοντας συγκεκριμένη ημερομηνία και βάζοντας στην καρδιά σου πανικό και απελπισία (αλλά δε μιλάνε καν για τον ερχομό του Χριστού, την ανάσταση των νεκρών και τον παράδεισο, που θα συνοδεύσουν το «τέλος»), είναι τέτοιοι ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτες και σου στήνουν παγίδα;
Αν θέλεις τη γνώμη μας, μην τους πιστεύεις. Σου έχουμε ήδη δώσει αρκετές παραπομπές στην Αγία Γραφή, που μπορείς να ερευνήσεις και να βγάλεις ο ίδιος τα συμπεράσματά σου.
Εμείς, στην Ορθόδοξη Εκκλησία – την αρχαία πίστη των χριστιανών, την πίστη των αγίων – δεν περιμένουμε το τέλος του κόσμου το 2012! Αλλά περιμένουμε κάθε στιγμή της ζωής μας το Χριστό, τον Οποίο θα συναντήσουμε έτσι κι αλλιώς τη στιγμή του θανάτου μας, που μπορεί να είναι σήμερα ή αύριο. Το «τέλος» θα έρθει όταν Εκείνος θέλει και το περιμένουμε με χαρά, γιατί θα αναστηθούμε μαζί με όλους τους νεκρούς, όλων των λαών, όλων των εποχών. Αλλά πριν το τέλος, θα έρθει η μέρα της δικής μας συνάντησης με τον Ιησού. Θα είμαστε έτοιμοι να Τον αντικρίσουμε; Είμαστε έτοιμοι για σήμερα, αν είναι να φύγουμε σήμερα; Είσαι έτοιμος για σήμερα, αν είναι να «φύγεις» σήμερα, αδελφέ μας; Τους δικούς σου, τα παιδιά σου, τους φίλους σου, τους ετοίμασες; Δεν ξέρουμε πότε είναι η μέρα ή η στιγμή. Είναι εύκολο ν’ αρρωστήσω. Είναι εύκολο να πάθω ένα θανατηφόρο ατύχημα. Ο θάνατος τι θα είναι για μένα; Χαρά ή αιώνια καταδίκη;
Το λέμε αυτό, γιατί το Φως του Θεού δεν θα το αντικρίσουν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Όσοι το δουν μέσα από την παραμόρφωση του εγωισμού, της κακίας, του μίσους ή ακόμη και της απιστίας, θα το νιώσουν ως πυρ – αυτό είναι το σκότος το εξώτερον και το πυρ της κόλασης, για το οποίο μιλάει και ο Χριστός (π.χ. Ματθ. κεφ. 25) και η Αποκάλυψη (κεφ. 14, στίχ. 10-11. κεφ. 20, στίχ. 10) και οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού γενικώς.
Αν φοβάσαι το «τέλος», έλα στην Ορθοδοξία. Εδώ δεν περιμένουμε κανένα «τέλος». Περιμένουμε το Χριστό. Εδώ επίσης δεν υπάρχει κανένας σαδιστής Θεός που απειλεί τους φουκαράδες ανθρώπους με την τιμωρία της κόλασης, αλλά ένας δρόμος πολλοί τον έχουν βαδίσει και έχουν ενωθεί με το Θεό. Υπάρχει η βοήθεια του Θεού, για να Τον δούμε ως Φως και όχι ως πυρ, η βοήθεια που Εκείνος προσφέρει σε όποιον θέλει ν’ αγωνιστεί για να καθαρίσει την καρδιά του και να είναι έτοιμος να Τον αντικρίσει.
Δε μιλάμε με ωραία λόγια (όπως ακούμε άλλους), δεν κάνουμε κόλπα. Μιλάμε τη γλώσσα της αλήθειας και, από εκεί και πέρα, ας αποφασίσει καθένας μόνος του.
Εμείς δεν είμαστε «ήδη σωσμένοι», αλλά καλούμαστε ν’ αγωνιζόμαστε κάθε στιγμή ενάντια στις πτώσεις μας, στα λάθη, τις αδυναμίες και τα πάθη μας. Ο Χριστός είναι ο οδηγός μας και οι άγιοι είναι τα πρότυπά μας. Εκείνοι μας διδάσκουν με αγάπη και τον τρόπο να γινόμαστε ένα μαζί Του και με όλους τους ανθρώπους, ακόμα και με όλα τα όντα – όπως έχουν γίνει ένα εκείνοι, και σ’ αυτή τη ζωή και στην αιωνιότητα.
Εδώ υπάρχει η ελπίδα, εδώ υπάρχει η αλήθεια, εδώ είναι ο προθάλαμος για την αιωνιότητα κι όχι για κάποιο «τέλος του κόσμου», σήμερα ή αύριο.
Ψάξε το, αν θέλεις. Ερεύνησε την Καινή Διαθήκη, μάθε για τους αγίους, μάθε για το νόημα και την ουσία της Ορθοδοξίας. Και κάνε ό,τι θέλεις, αδελφέ μας. Είσαι ελεύθερος. Ή μάλλον, για να το πούμε σωστότερα, με τη χάρη του Θεού, γίνε ελεύθερος.


Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Παναγιώτης Ασημακόπουλος: Θεολογικός λόγος, εθνική υπόσταση, κοινωνικός ιστός

Τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα έδειξαν ότι εθνικιστικές αντιλήψεις, φασιστικός κοινωνικός λόγος και φοβικές δοξασίες ήρθαν για να μείνουν αρκετά. Φάνηκε επίσης η πλήρης αδυναμία μεγάλης μερίδας του εκκλησιαστικού σώματος να λειτουργήσει πέρα από τα συνήθη όρια του «πάω στην Εκκλησία και ανάβω το κερί μου». Να λειτουργήσει εκκλησιαστικά στα φλέγοντα θέματα της καθημερινότητάς του ως μέλους κοινωνίας και έθνους.
Σε συζητήσεις, διαδικτυακές αψιμαχίες και καθημερινές γνωριμίες συναντάς και διθυράμβους αλλά και λιβέλους από ανθρώπους που συνήθως συναντιούνται κάτω από τον ίδιο τρούλο με τον Παντοκράτορα να ευλογεί. Χρυσή η αυγή της νέας πραγματικότητας για τον ένα, σκοτεινό το μέλλον για τον άλλο. Και ο ένας και ο άλλος μπορεί να είναι ο παπάς και ο καντηλανάφτης της ίδιας ενορίας, ο κατηχητής και ο θεολόγος του σχολείου, η κυρία που σταυροκοπιέται συνεχώς και ο ψάλτης που επιδεικνύει τα τεριρέμ.
Προφανώς και θα έπρεπε η θεολογία να μάς έχει εμποτίσει πριν από τα γεγονότα, προφανώς και κατόπιν εορτής θα έπρεπε να μάς είχε συνεφέρει. Προφανώς και η βία, το εθνικιστικό μίσος, οι κοινωνικοί αποκλεισμοί και τα πάσης φύσεως φοβικά σύνδρομα καταδικάζονται δημοκρατικά, λογικά και θεολογικά. Αυτό όμως που διαπιστώνω με έκπληξή μου είναι κάτι εξίσου επικίνδυνο, προφανώς λόγω υπέρ λίαν ζήλου. Και εξηγούμαι:
Στη ρηχή συνθηματολογία «να πετάξουμε όλους τους ξένους έξω από την Ελλάδα» και «να τσακίσουμε τους εχθρούς του έθνους», οι έχοντες αντίθετο σκεπτικό επικαλούνται από τη θεολογική παραγωγή χωρία που δείχνουν την ενότητα όλης της κτίσης στο Ευαγγέλιο του Χριστού, την υπέροχη αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων της εποχής τους από Πατέρες της Εκκλησίας, την νέα πραγματικότητα που ευαγγελίζεται ο ερχομός του Θεού της Αγάπης. Κι ως εδώ άριστα και εννοείται ότι όλοι μας, πιστοί και άπιστοι, υπερθεματίζουμε, συμφωνούμε και προβάλλουμε τα χρυσά κοσμήματα της Εκκλησίας έναντι του κατακλυσμού της λάσπης και του γκρίζου της εποχής μας.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν χρησιμοποιείται η θεολογία της Εκκλησίας για ανεφάρμοστες και λυρικές εκθεσούλες ιδεών ή (χειρότερα) για ενίσχυση νοοτροπιών που αγγίζουν τα όρια του διεθνισμού ή της εκ βάθρων ανατροπής κοινωνικών συντεταγμένων. Είναι απαράδεκτο και παραπλανητικό να αφήνουμε να αιωρούνται (εσκεμμένα ή αθέλητα) ασάφειες. Μια σειρά από «ενοχλητικά» ερωτήματα μάλλον θα φωτίσει το εύρος του προβληματισμού.
Καταδικαστέος ο εθνικισμός και το μίσος για τους μη Έλληνες. Σίγουρα, ο διαχωρισμός της υφηλίου σε έθνη και κράτη, η δημιουργία στρατών, η ύπαρξη και τιμή της εθνικής σημαίας είναι σχήματα του αιώνος τούτου που θα παρέλθουν στη Βασιλεία των Ουρανών. Αυτό σημαίνει αυτομάτως ότι όποιος τιμά την ελληνική σημαία και συγκινείται στη θέα της και στο άκουσμα του εθνικού ύμνου παραβαίνει τα ευαγγελικά λόγια ότι ο Χριστός ήρθε στον κόσμο για να γίνουν όλοι ένα; Όποιος αγωνίζεται για την προάσπιση των εθνικών συνόρων είναι πιο μακριά από το πρότυπο του Χριστιανού σε σχέση με αυτόν που αγωνίζεται για τη συνεκμετάλλευση του Αιγαίου με τους Τούρκους; Η ορθότατη λογική ότι η ορθόδοξη πίστη είναι πάνω από σύνορα, έθνη και κράτη επιβάλλει την ταυτόχρονη διάλυση της εθνικής συνείδησης και ιστορικής μνήμης και της κρατικής υπόστασης των λαών, αρχής γενομένης από τον ελληνικό;
Καταδικαστέος ο φασισμός και το μίσος εναντίον των μεταναστών. Λέγοντας ότι όλοι είμαστε εικόνες και παιδιά του Θεού, εξίσου φθαρτοί και αμαρτωλοί (ολόσωστη θεολογική προσέγγιση), ξεμπερδεύεις με τον συνάνθρωπό σου που ζει στο πετσί του καθημερινά τις συνέπειες της λαθρομετανάστευσης σε γειτονιές που στενάζουν από τα μύρια προβλήματα; Γιατί άραγε τα παλιά μοναστήρια παράλληλα με τη θεολογία της αποδοχής του άλλου είχαν και πύργους και οχυρωματικά έργα εναντίον κουρσάρων και ληστών που «μετανάστευαν»; Το να προστατεύει κανείς το σπίτι του και να οργίζεται για ένα κράτος που τον γδέρνει από παντού δείχνει απαραίτητα ότι είναι εγωιστής, σκληρόκαρδος και βλάσφημος; Μήπως είναι τουλάχιστον υποκριτικό και ανήθικο να έχεις συναγερμό στο σπίτι και στο αυτοκίνητο και να επικαλείσαι τους αγίους που τα έδιναν όλα ακόμη και για τους ληστές, απλά και μόνο για να επιπλήξεις τον αγανακτισμένο που του άνοιξαν το μαγαζί και του κλέψανε το σπίτι; Εν κατακλείδι, μήπως είναι απαράδεκτο να χρησιμοποιούμε κατά το δοκούν τη θεολογία της Εκκλησίας για να καταδείξουμε όλους τους άλλους ως αμαρτωλούς και ως χαμηλού επιπέδου και για τη δημιουργία απλώς και μόνο ενός δικού μας φιλανθρώπου (πλην όμως κενού) image making;
Εάν τα γράφω αυτά είναι επειδή από μικρό παιδί έχω χορτάσει από ωραιολογίες και θολοθεολογίες. Εάν η ορθόδοξη θεολογία δεν έχει να πει στο σύγχρονο άνθρωπο και πέντε πρακτικές και εφαρμόσιμες κουβέντες, τότε είναι για τα αραχνιασμένα σεντούκια του ακαδημαϊσμού. Καλό κατευόδιο.
Όποιος θέλει να σχολιάσει, τουλάχιστον ας το κάνει ελεύθερα (έλευσις θείας ροής) και πρακτικά.





Αρχείο

ΤΟ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΣΤΗ WORDPRESS

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος ὁ κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη