Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναδημοσίευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναδημοσίευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Μηδενισμός και εθνική κατάθλιψη

 Κριτικό και φιλικό σχόλιο στη συνέντευξη του καθηγητή Γιάννη Ιωαννίδη


Του π. Νικολάου Λουδοβίκου 




Η τελευταία συνέντευξη του Καθηγητή Γιάννη Ιωαννίδη στον Γιώργο Σαχίνη δημιούργησε ευνοήτως κύμα μεγάλο συναίνεσης, καθώς καταγγέλλει με συντριπτικά στοιχεία την καθολική νέκρωση της χώρας. Επειδή ωστόσο το ορμητικό consensus στην ετεροκαταδίκη έχει βαθιές ρίζες στις κοινωνίες, καθώς λειτουργεί ψυχολογικά ως συνεκτική αποφόρτιση των κοινωνικών ομάδων και ως εκ τούτου είναι συχνά και ολίγο προβληματικό πνευματικά, ας επιτραπεί σε έναν ανησυχούντα θεωρητικό να επιχειρήσει ένα άλλο διάβασμα, τόσο της γραμματικής της συνέντευξης, όσο, και κυρίως, των αιτίων ένεκα των οποίων συμβαίνει ό,τι (πράγματι) συμβαίνει. Αλλά θα χρειαστεί να ταξιδέψουμε λίγο, διανοητικά. Ζητώ την προσοχή των αναγνωστών και μαζί την υπομονή τους.

Έχουν περάσει τριανταπέντε χρόνια από τότε που ο δημιουργικός Γάλλος φιλόσοφος, κοινωνιολόγος και ανθρωπολόγος Bruno Latour δημοσίευσε το σημαντικό του έργο που στα Ελληνικά θα μπορούσε να αποδοθεί ως Δεν υπήρξαμε ποτέ Μοντέρνοι (Nous n’avons jamais été modernes: Essai d'anthropologie symétrique, 1991), μια ιδιαίτερα διεισδυτική θέση του οποίου είναι πως, στην μοντέρνα εποχή, εκσυγχρονισμός οποιουδήποτε λαού σημαίνει απαρεγκλίτως εκδυτικισμός του. Δεν είναι χωρίς σημασία πως, στο έργο αυτό, ο μοντερνισμός παρουσιάζεται ως ένα είδος υπερβολής, με το μεταμοντερνισμό να ακολουθεί πιστά, στηριζόμενοι και οι δύο σε πολύ παλαιότερες σχάσεις, μεσαιωνικές και προνεωτερικές, σαν αυτές μεταξύ φύσης και κοινωνίας, υποκειμένου και αντικειμένου, εξουσίας και λαού, ενώ ταυτόχρονα θεωρούν και οι δύο πως ακυρώνουν επαναστατικά ολόκληρο το μεσαιωνικό και προνεωτερικό ιστορικό οικοδόμημα – κάτι που μεγενθύνει, αρκετά μυθολογικά ωστόσο, την απόσταση από τα παραπάνω, καθώς και από τις θεωρούμενες ως μη-Δυτικές κοινωνίες. Ούτε πρέπει να αγνοήσουμε το ότι ο Latour θεωρεί τον αντιμοντερνισμό, ο οποίος απλώς επιχειρεί την παλινόρθωση παλαιότερων ιδεών περί Θεού, κοινωνίας, ιστορίας κλπ, ως ανεπαρκή και ανίσχυρη απάντηση στον μεταμοντερνισμό – αντίθετα προτείνει τον μη-μοντερνισμό ή αμοντερνισμό ως την κατάλληλη απάντηση, ακριβώς μέσω της επιδίωξης του τελευταίου, όπως τον ορίζει ο Γάλλος στοχαστής, να διορθωθούν συμμετρικά οι παραπάνω, αλλά και άλλες συναφείς σχάσεις.

Και δεν είναι δυνατόν να μην συνδέσουμε την θεωρία που στηρίζει αυτό το είδος της νομιζόμενης, μυθικής δηλαδή τελικά, απόστασης από οτιδήποτε προηγήθηκε ή ταυτοχρόνως σε άλλες κοινωνίες συνυπάρχει, με τον παραλλήλως βαίνοντα προοδοκεντρισμό της νεωτερικότητας, όπως τον αποκάλεσε ο Hans Jonas, στο γνωστό έργο του Η Αρχή της Ευθύνης (1979). Η κριτική του αφορά στο νεώτερο Δυτικό αποσυνδεμένο Εγώ (το αποσυνδεμένο από τις κοινές πηγές νοήματος που οριοθέτησαν την Δυτική αυτοκατανόηση, ήτοι την αρχαιοελληνική έννοια της φύσεως και την Χριστιανική Βίβλο), το οποίο προχωρεί ήδη, όπως μας έδειξε ο Alasdair McIntyre, σε μια ηθική συγκινησιοκρατική, ή αυτό που εγώ αποκαλώ ηθική του γούστου. Στη Δύση, μας λέγει λοιπόν ο Jonas, η ιστορία αυτού του αποσυνδεμένου από το νόημα του κόσμου υποκειμένου είναι ‘προοδο-καθοριζόμενη’, η συνεχής πρόοδος της κοινωνίας θεωρείται ως δόγμα εγγενές στην ιστορική πορεία και μαζί απόλυτη ιστορική προσταγή: πρόκειται για αναγκαστική πρόοδο μέσω μιάς, αδιερώτητης σχεδόν, «αυτοεκπληρούμενης προφητείας». Όλα όσα κάνουμε απλά στο όνομα της προόδου και ως «προοδευτικοί» είναι λοιπόν εξ ορισμού «σωστά», διότι «η κοινωνία πάει μπροστά» και μάλιστα ανυπερθέτως και αυταποδείκτως. Προσωπικά θεωρώ πως η στάση αυτή είναι απότοκος μιάς εκκοσμίκευσης της εσχατολογίας, η οποία κατάγεται από τον Χέγκελ. Κατά τον Γιόνας πάντως αυτό οδήγησε στην εγκατάσταση της ουτοπίας στο κέντρο της Δυτικής αυτοσυνειδησίας, μαζί με τα όνειρα μιάς δήθεν ανθρώπινης τελειότητας, χωρίς μάλιστα αντιφάσεις, μέσα στο τωρινό χωρόχρονο. Δεν το βλέπουμε ακριβώς αυτό στις μεσσιανίζουσες αξιώσεις των σύγχρονων κέντρων της υψηλής τεχνολογίας και βιοτεχνολογίας; Αλοίμονο όμως, η τρομερή ιστορική εμπειρία του εικοστού αιώνα έχει ήδη δείξει, κατά τον φιλόσοφό μας, κάτι εντελώς άλλο: ότι «ο πραγματικά μή αντιφατικός άνθρωπος της ουτοπίας μπορεί μόνον να είναι ο ισοπεδωμένος, συμπεριφορικά ρυθμισμένος ανθρωπάκος της μελλοντολογικής ψυχικής μηχανικής». Γι’αυτό και θα προτείνει ο Γερμανός στοχαστής μιαν ‘ευρετική του φόβου’, πέρα από την τυφλή αισιοδοξία της προόδου, μια στάση δηλαδή η οποία επιβάλλει να ακούμε κατά προτεραιότητα την απαισιόδοξη πρόβλεψη για οποιαδήποτε ανάπτυξη στο χώρο της επιστήμης και της Τεχνικής γενικά (τεχνητή νοημοσύνη, γενετική μηχανική, σύγχρονη φαρμακοτεχνική κλπ) παρά την αισιόδοξη, η οποία άλλωστε αποτελεί πάντοτε απήχημα των οικονομικών συμφερόντων που οργανώνονται γύρω από εταιρείες και πανεπιστήμια. Θα προτείνει επίσης και μια νέα κατηγορική προσταγή, ως ηθική της ευθύνης, που θέτει την προστασία της ακεραιότητας της ανθρώπινης φύσης και την αποφυγή του υπαρξιακού κινδύνου στο παρόν και στο μέλλον ως το μόνο αδιαπραγμάτευτο κριτήριο πραγματικής προόδου – η ανθρώπινη φύση πρέπει να επανακαθοριστεί ως ιερή. Το απώτερο ερώτημα εδώ είναι το εξής: μιλώντας ανθρωπολογικά, πώς και ποιος και με ποια κριτήρια θα ορίσει το τί ακριβώς είναι πρόοδος και πώς ακριβώς ελέγχεται ότι είναι τέτοια; Ειδικά εάν η πρόοδος θεωρείται ότι σχετίζεται αποκλειστικά με την παραπάνω αυτονόητη πρόοδο την οποία κατοικτείρει ο Γιόνας, που δεν προέρχεται δηλαδή από τίποτε άλλο παρά από την υπερφίαλη αυτοβεβαίωση ενός συγκεκριμένου τεχνογραφειοκρατικού (για να θυμηθούμε τον Κώστα Αξελό) εκβλαστήματος, ενός πολιτισμού, η συγκεκριμένη εξέλιξη του οποίου τόσο αμφισβητείται από μια σειρά εξεχόντων στοχαστών – και να προσθέσω στους δύο παραπάνω τους Heidegger, Norbert Elias, Charles Taylor, Jacques Ellul, Slavoj Zizek, Remi Brague, John Milbank, Sergej Khoruzhiy, Jacques Lacan, Karl-Gustav Jung, Καστοριάδη και άλλους. Με ποιο ηθικό δικαίωμα και στηριγμένοι σε ποιά συγκριτική μελέτη αποφασίζουμε λοιπόν πως πρόοδος είναι η παραπάνω και μόνον, και εν συνεχεία ασκούμε σκληρότατη κριτική πάνω σε οτιδήποτε δεν ανταποκρίνεται σε αυτήν ακριβώς την ιδέα της προόδου που είναι αυτή ακριβώς που επικρίνει ο Jonas και οι παραπάνω υπόλοιποι;

Πώς όμως σχετίζονται όλα αυτά με το σχόλιο που θέλει να είναι το άρθρο αυτό στην αναμενόμενα σημαντική συνέντευξη του καθηγητή Γιάννη Ιωαννίδη (στο εξής ΓΙ) στο κανάλι Κρήτη TV στις 24/7/26; Σχετίζονται καταρχήν διότι αναγκαστικός εκδυτικισμός και προοδοκεντρισμός με παράλληλη απαξίωση του παρελθόντος ως, στην καλύτερη περίπτωση, ασθενικού προανακρούσματος του τωρινού παραδείσου και στη χειρότερη, ως βάρους εννοιών ατελέσφορων, αποτελούν τα κριτήρια με τα οποία και μόνον σχεδιάζεται και αξιολογείται σήμερα, από μερικές ισχυρότατες διεθνείς ομάδες επιρροής και εξουσίας, η ιστορική παρουσία όλων ανυπερθέτως των σημερινών ανθρώπινων κοινωνιών, ή αποφασίζεται η απαξίωσή τους και η χρήση τους, στην καλύτερη περίπτωση, ως πιθανό απόθεμα για άντληση εγκεφάλων που θα λιπάνουν την μηχανή αυτής ακριβώς της προόδου. Μια ολόκληρη ομάδα λαών έτσι, με πολύ μεγαλύτερη σοφία από αυτήν της Silicon Valley, οι οποίοι, ακριβώς εξαιτίας της σοφίας αυτής, είναι πιο δυσκίνητοι προς την αβάσταχτη ελαφρότητα αυτής της προόδου, τοποθετούνται ήδη στα περιθώρια της ιστορίας, με μικρές μάλιστα πιθανότητες γρήγορης μετάνοιας. Θέλω να πω πως η κατανόηση της προόδου με άλλους παράλληλους όρους θεωρείται επίφοβη και πιθανώς καταστροφική του ονείρου για έναν, κατά Huxley, γενναίο νέο κόσμο που έρχεται, η δε δυσκινησία των εν λόγω λαών (ή καλύτερα, ο δισταγμός, η δειλία τους) ερμηνεύεται ως περίπου αναπηρία τους. Και αυτό είναι βέβαια άδικο, ακριβώς επειδή ο τρόπος και οι πηγές γένεσης θεμελιωδών θεσμών των λαών αυτών υπήρξε πολύ διαφορετικός από αυτόν της Δύσης και, καθώς προχωρούν προς τον (αναπόφευκτο) εκδυτικισμό τους, έχουν συχνά (και νόμιμα) την αίσθηση της αυτοαποξένωσης και μη πλήρους κυριότητας της ιστορίας τους– αυτή δε είναι και η κύρια πηγή, πέρα από τις, κατά καιρούς, κυβερνητικο-οικονομικές ατασθαλίες, αυτού που εγώ αποκαλώ εθνική κατάθλιψη. Η δε άμετρη και συνεχής και απαρηγόρητη κατάθλιψη οδηγεί τελικά, όπως θα δούμε, και σε πλήρη και εφηρμοσμένο μηδενισμό.

Δεν νομίζω λοιπόν ότι ο ΓΙ διαφωνεί και καλά με τα παραπάνω, αλλά το πρόβλημα είναι πως, ασυνείδητα, η παραπάνω αυτονόητη ιδεολογία προμηθεύει κριτήρια, ΤΑ κριτήρια, για οποιαδήποτε αξιολόγηση της ιστορικής διάστασης και του διαμετρήματος όλων των ανθρώπινων κοινοτήτων σήμερα. Δεν μπορώ αλλιώς να εξηγήσω πώς στον αυτονοήτως (και δικαίως) καταγγελτικό λόγο του ΓΙ λείπει παντελώς η παρηγορία των πραγματικών και τεράστιων βημάτων εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης που πραγματοποίησε ο λαός αυτός κατά τους τελευταίους δύο αιώνες με τον ρυθμό και τον τρόπο του. Ως παλιός ψυχολόγος, μπορώ να καταλάβω την τεράστια ψυχοθεραπευτική ισχύ και σημασία της τόνωσης του καταπεσμένου ψυχικού τόνου του καταθλιπτικού με την μνεία επιτευγμάτων και κατορθωμάτων – και αυτό ισχύει απαράλλακτα και στις συλλογικές καταθλίψεις και μπορώ με ευκολία να αποδείξω πως τέτοιου ακριβώς είδους υπήρξε η παρέμβαση, καταρχήν, κάποιων προικισμένων πλασμάτων που αποκλήθηκαν Δάσκαλοι του Γένους, σε καιρούς που η εθνική κατάθλιψη της μη κυριότητας του λαού αυτού πάνω στη ιστορία του είχε φτάσει στο απόγειό της. Μετά δε την απελευθέρωση, όταν δηλαδή κατά τον ευφυή Παπαδιαμάντη, ο λαός αυτός ‘ήλλαξεν αυθέντας’, υπήρξε βέβαια μια μέριμνα, ή αγωνία, μαρτυρούμενη από πολλά κείμενα του 19ου αιώνα, για το ‘πώς μας βλέπουσιν οι ξένοι’, μαρτυρώντας για μια ασυνείδητη συντήρηση του πυρήνα της κατάθλιψης αυτής – αυτό όμως που την έβγαλε στο φως και την επέβαλε εκκωφαντικά παντού ως αυτονόητο μέτρο κοινωνικο-ιστορικής αυτοσυνειδησίας υπήρξε, μετά την μεταπολίτευση, το έργο κάποιων αριστερών κοινωνιολόγων, δεξιών ιστορικών και του Στέλιου Ράμφου. Και οι μεν πρώτοι ανέλαβαν εργολαβικά να αποδείξουν, με μαρξιστικά ή μή εργαλεία, την απόλυτη υπανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας και την ενγένει παράλυσή της ενώπιον των αγαθών κελευσμάτων του (μετα)Διαφωτισμού, ενώ ο τελευταίος αφιέρωσε τριάντα χρόνια της ζωής του για να αποδείξει, με πάθος ινστρούχτορα, την εγγενή δήθεν ανικανότητα του Βυζαντινού και Μετα-βυζαντινού λεγόμενου στοχασμού από τον τέταρτο ως τον δέκατο όγδοο αιώνα να έρθει σε κοινωνία με την περίλαμπρη Δυτική μετανεωτερικότητα, την οποία εξιδανίκευσε απίστευτα, ενάντια στην ίδια την συνεχώς εξελισσόμενη, εδώ κι ενάμιση αιώνα, πολυεπίπεδη αυτοκριτική της. Θα επιστρέψω στην ανάλυση αυτή παρακάτω, γιατί εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα.

Σε γονιμότερες ωστόσο πνευματικά εποχές, η διελκυστίνδα μεταξύ ‘πεφωτισμένης’ Δύσης και ‘εσκοτισμένης’ Ανατολής, που αρχίζει, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους και διεξάγεται ήδη κατά το 19ο αιώνα με τους Κουμανούδηδες και Σαρίπολους από τη μία και τους Παπαρρηγόπουλους και Βυζάντιους από την άλλη, τον Κωστή Παλαμά και την γενιά του ’30 εν συνεχεία και την γενιά του ’60 εντέλει, υπήρξε σαφώς περισσότερο υποσχόμενη και πολυεπίπεδη, καθώς την αναζήτηση του οικείου συνόδευε και κάποια γνώση του αλλοτρίου. Αυτό βοήθησε μια κάποια εξισορρόπιση κατευθύνσεων και τάσεων, επιτρέποντας μια, στην πραγματικότητα, εντυπωσιακή ανάπτυξη της Ελληνικής αυτοσυνειδησίας, κοινωνίας και οικονομίας – αφού όλα αυτά πάνε πάντα μαζί. Επιπλέον, στο ιδιαίτερα εύστοχο βιβλίο του Ελλάδα: μια χώρα παραδόξως νεωτερική, (2019) ο Γιάννης Βούλγαρης αποδεικνύει ότι ουδέποτε υπήρξε καθαρή, ιδεολογική αντιπαράθεση μεταξύ ‘παραδοσιοκρατίας’ και ‘εκσυγχρονισμού’, ή ‘Δύσης’ και ‘Ανατολής’, ή λαϊκισμού και προόδου, ή δημοκρατίας και ολιγαρχίας στην νεώτερη Ελλάδα – ήταν κυρίως οι διανοούμενοι που διεξήγαγαν τέτοιες συζητήσεις, αν και, όπως υπονοήθηκε, με μεγαλύτερη συνήθως διάθεση επικοινωνίας από ότι συνήθως πιστεύεται. Ούτε λοιπόν η κοινωνική τάξη, ούτε η θρησκεία, ούτε οι εθνοτικές διαφορές, ούτε το δικαίωμα ψήφου, λέγει ορθά ο Βούλγαρης, αποτέλεσαν πηγές συγκρούσεων στη Ελλάδα, ενώ ο εκδημοκρατισμός υπήρξε και πρώιμος και απρόσκοπτος και επιπλέον η διαπίδυση και ώσμωση μεταξύ σύγχρονου και παραδοσιακού σαφώς πιο πραγματική. Κάποιες παρεμφερείς διαπιστώσεις, αν και όχι με την ενάργεια του Βούλγαρη, επιχειρεί και ο Στάθης Καλύβας στο βιβλίο του Καταστροφές και Θρίαμβοι. Οι 7 κύκλοι της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας (2015). Και οι δύο ωστόσο συγγραφείς αδυνατούν να διαβλέψουν το βαθμό καταλυτικής επίδρασης της βιωμένης Ορθόδοξης λαϊκής αυτοσυνειδησίας, με τον ενσαρκωτισμό της, την βαθύτατη αίσθηση της ιστορικότητας και της κοινότητας ως πεδίου θεο-ανθρώπινης συνεργίας, και τον ιερό υλισμό της, την πληρότητα δηλαδή του φυσικού ως δώρου του Θεού, στην θετικότητα αυτή προς ό,τι γνήσιο εκόμισε ο Διαφωτισμός, πλην δηλαδή της αθεϊας του. Το ζήτημα επίσης είναι πως η πρόοδος αυτή υπήρξε αβίαστη και δεν τσάκισε την κοινωνία και αυτό ισχύει πάντοτε, το ότι δηλαδή ο εκσυγχρονισμός, όταν δεν είναι επιθετικός, επιβαλλόμενος με βία, βρισιές και κατάρες ενάντια στην πνευματική ταυτότητα μιάς κοινωνίας, τότε και μόνον τότε έχει μέλλον, ως ισορροπημένος ή διαλογικός εκσυγχρονισμός, που ξετυλίγεται σύμφωνα με την ιδιοπροσωπία κάθε λαού και την ιστορική του αυτοσυνειδησία.

Το πρόβλημα θα δημιουργηθεί λοιπόν, για να επανέλθω, με την στυγνή εφαρμογή της μαρξιστικής ανάλυσης των παραπάνω κοινωνιολόγων, μαζί και των εξίσου ακρίτως Διαφωτισμένων κριτηρίων κάποιων δεξιών ιστορικών λίγο αργότερα (οι πλείστοι των οποίων ευρίσκονται εν ζωή ακόμη) σε μια εθνική οντότητα από την οποία ήταν και είναι όλοι τους παντελώς υπαρξιακά αποκομμένοι, καταδικάζοντάς την ριζικά ως υπανάπτυκτη, ως ευρισκόμενη εκτός ιστορίας, ως εγγενώς ανίκανη να προσλάβει τον φυσιολογικό κατ’αυτούς εκδυτικισμό, προοδοκεντρισμό, Διαφωτισμό, εκσυγχρονισμό κλπ. Έχασαν έτσι τον ιδιοπρόσωπο ρυθμό της, την πλαστικότητα και την πραγματικότητα των επιτευγμάτων της, που της επέτρεψαν όχι μόνον να επιβιώσει, αλλά και να συντηρεί απαράμιλλης σοφίας κοινοτικά και ιστορικά επιτεύγματα με πανανθρώπινη αξία, όπως μας έδειξε ο καθηγητής Κοντογιώργης, σε μια σειρά έργων του. Χάθηκε έτσι σιγά-σιγά όχι μόνον η νεοελληνική ταυτότητα, αλλά και η ίδια η περί αυτής διερώτηση…

Και εδώ ακριβώς ευρίσκεται και η ουσία και η αιτία του προβλήματος που μας συντρίβει όλους σήμερα: καθώς όλοι αυτοί αποτέλεσαν τις αποκλειστικές πηγές μεταπολιτευτικά για την διαμόρφωση εξουσίας και παιδείας στην Ελλάδα (με το ΠΑΣΟΚ καταρχάς, αν και ποτέ στις δεκαετίες που ακολούθησαν δεν συνέβη πραγματική, ριζική αλλαγή παραδείγματος) έπεισαν τους πάντες για την πολιτιστική υπανάπτυξη αυτή, και βοήθησαν τους πολιτικούς να χτίσουν την πολιτική τους ακριβώς πάνω στην αποθέωση αυτή της εθνικής ανημπόριας, αναπηρίας και κατάθλιψης, ανοίγοντας έτσι αναπόφευκτα το δρόμο για την μόνη ιστορική μοίρα του ανιάτως υπανάπτυκτου: τον έμπρακτο και εφηρμοσμένο μηδενισμό. Ο μηδενισμός αυτός έγινε, στην πράξη, επίσημη, καταρχάς, κρατική πολιτική: Υπάρχει άραγε κανείς νοήμων Έλληνας σήμερα που να μην βλέπει την τυχοδιωκτική και παντελώς ασυνάρτητη και δίχως αύριο τοτινή οικονομική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, τον λαϊκισμό και συνάμα τον συνειδητό αποπροσανατολισμό του λαού, την καταρράκωση των θεσμών, τον άλογο πολλαπλασιασμό πανεπιστημίων και πανεπιστημιακών τμημάτων χωρίς καμμιά σχέση με την αγορά εργασίας, τον εσμό των κομματικών αποβλήτων που χρίστηκαν εν μια νυκτί ‘καθηγητές’, τον καρκινικό πολλαπλασιασμό των άνευ καθηκόντων δημοσίων υπαλλήλων, την προκλητική διασπάθιση του δημόσιου χρήματος σε συνθήκες πλήρους ατιμωρησίας και ‘ασυλίας’, την ηθική καταστροφή της δημόσιας διοίκησης, τον εξισωτισμό καιτον τριτοκοσμικό λαϊκισμό, την ισοπέδωση προς τα κάτω, τον κομματοκρατικό ημετερισμό παντού, την …αχρηστοκρατία πράγματι, για να χρησιμοποιήσω τον όρο του ΓΙ; Η απόλυτη πίστη στην απόλυτη υπανάπτυξη του τόπου γέννησε τον σχεδόν αυτονόητο μηδενισμό του υπανάπτυκτου – είναι τόσο περίεργο αυτό;

Εν συνεχεία και παρά τα ελάχιστα διαλείμματα πολιτικού… ορθολογισμού ο μηδενισμός αυτός έγινε το μόνιμο μοτίβο της Ελληνικής πολιτικής, με κορύφωση τον ανεκδιήγητο ΣΥΡΙΖΑ και αυτά που ζούμε σήμερα. Οι σύγχρονοι πολιτικοί είναι αυτονοήτως πνευματικά ξένοι προς τον τόπο που, προς ίδιο κυρίως όφελος, διοικούν, και δίνουν συνηθέστατα την εντύπωση κοινών τυχοδιωκτών μάλλον, παρά ταγών και ηγετών. Το επιπλέον ζήτημα ωστόσο εδώ είναι το ότι, όπως έλεγε ο Άρθουρ Καίστλερ, η πορεία της διαφθοράς είναι αμφίδρομη: οι πολιτικοί διαφθείρουν τον λαό για να τον κυβερνήσουν και εν συνεχεία διαφθείρονται έτι περαιτέρω από τον λαό που οι ίδιοι διέφθειραν. Το πρόβλημα δηλαδή δεν είναι, αίφνης, μόνον το κυβερνητικό σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και ο αριθμός των πολιτών που θα ήταν διατεθειμένοι να το αποσιωπήσουν εάν ανήκαν και αυτοί στους ευεργετημένους…Οι έτοιμοι προς διαφθοράν πολίτες χρειάζονται διεφθαρμένους πολιτικούς από τους οποίους διαφθείρονται αλλά και επωφελούνται, επιδεικνύοντας εν συνεχεία τον ίδιο ακριβώς τυχοδιωκτισμό με τους ταγούς τους. Δεν είπε τυχαία ο Πλάτων ότι η πολιτεία, το κράτος, είναι ‘παιδαγωγείον’, σχολείο δηλαδή, το οποίο διδάσκει το δικό του ήθος στους πολίτες – ακριβώς για τον λόγον αυτό πρέπει κατά Πλάτωνα οι φιλόσοφοι και μόνον να κυβερνούν. Αλλά βεβαίως οι πολίτες έχουν και οι ίδιοι ευθύνη για όσα αποδέχονται ως διδασκαλία και ήθος. Η κακή διδασκαλία δεν εξαναγκάζει κανέναν να την αποδεχθεί και η αποδοχή και εφαρμογή της δηλώνει και την δική μας διάθεση προς διαφθορά.

Αυτό ακριβώς είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα, το πιο δυσεπίλυτο: η πνευματική και ηθική συν-υπευθυνότητα (σχεδόν) πάντων. Το ότι οι συντριπτικότατα περισσότεροι που ευρίσκονται ή εισέρχονται στην πολιτική σήμερα δεν είναι παρά υποψήφιοι ή εν ενεργεία γκάγκστερς και λαμόγια, με μοναδικό ή κύριο σκοπό τους την χείρωση δημόσιων αγαθών –ως συνειδητοί και κυνικοί μηδενιστές δηλαδή – και την πλήρη αιχμαλώτευση του κράτους και της κοινωνίαςˑ το ότι σήμερα οσμίζεται κανείς στον αέρα φιλοδοξίες δικτατορικές και καθορά δια γυμνού οφθαλμού τον βιασμό των θεσμών κατά βούλησηˑ το ότι το δημογραφικό έχει φτάσει σε επίπεδο αυτογενοκτονίαςˑ το ότι το δημόσιο χρήμα συνεχίζει να υπάρχει αντικείμενο κλοπής από τους εν ασυλία διατελούντεςˑ όλα αυτά δεν είναι παρά ο κρατικός μηδενισμός. Όμως η αποδοχή και ενίσχυση τέτοιων συμπεριφορών, καθώς και χρήση τους προς ίδιον όφελος, όταν αυτό είναι εφικτό, δεν είναι παρά όψεις ανακυκλούμενης συνενοχής και κοινού πλέον και πεπεισμένου μηδενισμού. Αφορά δε αυτό μια κοινωνική μερίδα πολύ μεγαλύτερη από όσο η κοινωνική ευσχημοσύνη μας επιτρέπει να ομολογήσουμε, διότι σχετίζεται υπαρξιακά με την καταθλιπτική αυτο-υποτίμηση μέσα στην οποία διάγει η Ελλάδα τα τελευταία 50 χρόνια. Πρόκειται για μια κοινωνία που στο consensus της, βαθμιαία και μηδενιστικά, στην πράξη, εγκατέλειψε τα μέγιστα μαθήματα που η ίδια εδίδαξε, μέσω του αρχαιοελληνικού λόγου και της ελληνικότατα γραμμένης Καινής Διαθήκης, σε όλη την ανθρωπότητα. Και είναι ακριβώς η πνευματική νόσηση αυτή μιας ολόκληρης κοινωνίας στην πλειονότητά της που ατυχώς αποκρύπτεται από έναν οιονδήποτε καταγγελτικό λόγο που όμως κατηγορεί πάντοτε ‘εκείνους’, τους ‘αχρηστοκράτες’ δηλαδή, αθωώνοντας εμάς τους υπολοίπους. Για να καταφύγω ωστόσο στην ψυχολογία ξανά, νοσούν πάντοτε, μα πάντοτε, όπως πειραματικά γνωρίζουμε, συλλογικότητες και όχι απλώς και μόνον άτομα. Το ότι το ΠΑΣΟΚ έκαμε 30 σχεδόν χρόνια στην εξουσία δεν οφείλεται παρά στην εκούσια συνενοχή και τύφλωση κάποιων εκατομμυρίων Ελλήνων – το αυτό συμβαίνει δε και σήμερα. Ωστόσο μια τέτοια αυτονόητη διαπίστωση δεν ανεβάζει και πολύ τα νούμερα της τηλεθέασης, μιας και το να συντρέχουμε και να χειροκροτούμε καταγγελίες που αφορούν πάντα κάποιους άλλους είναι απίστευτη αποφόρτιση των ενοχών μας και της κατάθλιψης που τις συνοδεύει – μια κάθαρση ανέξοδη και κυρίως ανεύθυνη. Ο λαός αυτός τελειώνει λόγω κοινού πνευματικού μαρασμού και είναι ο κοινός αυτός μαρασμός η αιτία ένεκα της οποίας δεν αναφαίνονται σήμερα στον ορίζοντα ηθικά πολιτικά μεγέθη. Σήμερα, τον νεαρό υποψήφιο Καποδίστρια επιχειρεί να μετατρέψει σε λαμόγιο ο ίδιος ο πατέρας του, ενώ την ίδια στιγμή κάνει ενθουσιώδες like κάτω από την συνέντευξη του καθηγητή Ιωαννίδη… Μπορεί να είμαστε θύματα των διανοουμένων μας, και, εν συνεχεία, των πολιτικών μας, αλλά έχουμε πλέον τώρα αρρωστήσει κι εμείς.

Και μπορεί πράγματι αυτή η ασθένεια να είναι ασθένεια προς θάνατον, ακριβώς επειδή δεν την αναλύουμε σωστά και αδυνατούμε να την πολεμήσουμε μέσα μας. Όταν πεισθώ ότι οι πάντες φταίνε εναντίον μου, σηκώνομαι και φεύγω τάχιστα – όπως φοβούμαι πως θα κάνουν και οι φοιτητές μου μόλις ακούσουν τον κ. Ιωαννίδη. Εάν οι Τουρκικές μυστικές υπηρεσίες, για παράδειγμα, ήθελαν να αδειάσουν άμεσα την Ελλάδα από τους υπόλοιπους νέους που έμειναν, δεν θα ήταν καλή ιδέα να διάλεγαν προς τούτο έναν συμβολικώς τρελά επιτυχημένο Έλληνα του εξωτερικού που θα περιέγραφε τον τόπο του με όρους μεταξύ Γολγοθά και Νταχάου; Δεν υπονοώ κάτι βεβαίως για τον κ. Ιωαννίδη που είναι ένας εξαιρετικά προικισμένος και πολλαπλά ευαίσθητος άνθρωπος, με αποθέματα ανθρωπισμού μεγάλα, πράγμα το οποίο υπεισέρχεται και στην ίδια του την επιστημονική έρευνα, καθιστώντας την τόσο πρωτότυπη. Το γεγονός παρά ταύτα πως η συνέντευξή του παραμένει σπαραγμός χωρίς πνευματική ανάλυση και υπέρβαση και στρέφεται εναντίον ενόχων μεν, αφήνοντας ωστόσο απέξω την κοινή πλέον ευθύνη, καταποντίζει κάθε πιθανότητα ίασης, διότι προστρέχω σ’αυτήν την τελευταία μόνον εάν πεισθώ πως είμαι ασθενής. Επιπλέον λειτουργεί απλώς ως σειρήνα συναγερμού: ο Τιτανικός βυθίζεται, ο σώζων εαυτόν σωθείτω. Αυτό στην ψυχοπαθολογία ονομάζεται κρίση πανικού. Το άλλο επίσης που λείπει από την συνέντευξη αυτή είναι η κριτική της Αμερικής και της Δύσης εν γένει, σε μιαν εποχή όπου η βιβλιογραφία βογγάει στην κυριολεξία από έργα τέτοιας κριτικής, σαν αυτή, για παράδειγμα, που συναντάει κανείς και στην αρχή αυτού εδώ του άρθρου. Ο ΓΙ φαίνεται να ομιλεί μέσα από τον παράδεισο του Stanford, όπου ακόμη και το γεγονός ότι η Αμερική βρίσκεται στην ίδια σχεδόν θέση με την Ελλάδα στη διαφθορά (ένα μόλις σκαλί πάνω) περνάει ασχολίαστο. Γιατί έτσι;

Και μόνον για το γεγονός πως μετά το τέλος της παρακολούθησης της συνέντευξης αυτής, ένας αριθμός νέων θα έχει ήδη αποφασίσει την άτακτη και πανικόβλητη φυγή, πρέπει να προβληματιστούμε. Εάν οι προαναφερθέντες δάσκαλοι του γένους προκαλούσαν το ίδιο, σήμερα δεν θα υπήρχε τέτοιο γένος. Αντι γι’αυτό έσκυψαν με στοργή πάνω στο σώμα της ημιθανούς μάνας τους και η αγάπη τους έγινε πνοή ζωής και υγείας. Μετά την κριτική οφείλουμε λοιπόν να σκύψουμε στο αγαπημένο νοσούν σώμα (και είμαι σίγουρος πως ο ΓΙ μπορεί επίσης να το κάνει αυτό!) και να κάνουμε όποια …αποκοτιά επιβάλλει αυτή η αγάπη – έτσι έχουν γεννηθεί ιστορικά πολλές γόνιμες παρεμβολές στα εθνικο-κοινωνικο-εκπαιδευτικά μας πράγματα. Ως ιερέας στο εξωτερικό, παράλληλα προς τα ακαδημαϊκά μου καθήκοντα, έχω συναντήσει, επιπλέον, πολλούς νέους ανθρώπους οι οποίοι πανικόβλητοι έφυγαν κατ' αυτόν τον τρόπο από την πατρίδα τους και πέρασαν αμέτρητα χρόνια μαύρης δυστυχίας, ακριβώς γιατί κάποιοι τους υποσχέθηκαν ότι ΕΚΕΙ θα βρουν κατανόηση, υποδοχή, αναγνώριση, περίθαλψη και λαμπρή εν γένει επιτυχία. Ως ακαδημαϊκός επίσης (στο Καίμπριτζ από το 1999 και αλλού) συνάντησα την ίδια και χειρότερη …academic jealousy με την καταγγελόμενη Ελληνική, παρεμφερή οικειοποίηση πανεπιστημιακών πόρων με πλάγιες μεθόδους, παρόμοια ευνοιοκρατία (ακόμη και …αχρηστοκρατία), ιδιοτέλεια και… πώληση του εαυτού προς επίτευξη επιτυχίας. Βεβαίως υπήρχε δαψίλεια κονδυλίων, απείρως ωστόσο περισσότερος έλεγχος και ποδηγέτηση του πανεπιστημιακού, με ώρες ατέλειωτες γραφείου και ανελευθερία πλήρη σχεδόν ως προς την κατεύθυνση έρευνας και διδασκαλίας – γι’αυτό και τόσοι Έλληνες πανεπιστημιακοί επεδίωκαν διακαώς να βρουν μια θέση στην Ελλάδα, όπου η αξιοπρέπεια και η ελευθερία του πανεπιστημιακού είναι (το ομολογώ!) σαφώς ανώτερη. Γιατί να μην αναφέρονται όλα αυτά;

Ο καθηγητής Ιωαννίδης μου είναι στην κυριολεξία προσφιλής – ειδικά μάλιστα από τότε που ανακάλυψα το λογοτεχνικό του έργο. Είναι, θα έλεγα, ένα δώρο Θεού για όλους μας, με επιστημονική και ανθρωπιστική επάρκεια που θυμίζουν άλλες λαμπρότερες εποχές, όταν η επιστημονική δραστηριότητα δεν σήμαινε εγκλωβιστική μονομέρεια, αλλά άνοιγμα προς το Όλον. Η αγωνία του όμως θα πρέπει, θεωρώ, να αναληφθεί στοχαστικά και κριτικά και ως σήμα κινδύνου για να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος και όχι για να θεωρηθεί ως συμφορά αναπότρεπτη, ή ακόμα χειρότερα, ως συντελεσθείσα…

Δεν ανήκω σ’αυτούς που θεωρούν ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω ελπίς… Παν τουναντίον. Αλλά η ελπίδα προϋποθέτει ανάλυση σε βάθος, ανάληψη ευθύνης σε προσωπικό επίπεδο, και κυρίως αλλαγή πνευματική, μετά-νοια στην κυριολεξία. Κάποτε ο Σολτζενίτσυν, όταν του δόθηκε το βραβείο Templeton, όντας αυτοεξόριστος στον Καναδά, άρχισε την ευχαριστήρια ομιλία του ενώπιον ενός ακροατηρίου λαμπρών λογίων με λόγια σαν αυτά: ‘Όταν ήμουν μικρός, είπε, άκουγα τη μάνα μου να λέει, ενώπιον συμφορών μεγάλων, πως «άφησαν οι άνθρωποι τον Θεό, γι’αυτό και όλες αυτές οι συμφορές». Τώρα πλέον και ο ίδιος εγώ, συνέχισε, αν με ρωτήσουν για τις μέγιστες συμφορές του αιώνα μου θα έδινα την ίδια απάντηση’. Δεν έχω προσωπικά την αθωότητα να απαντήσω τόσο άμεσα, παρά την ιδιότητά μου. Γνωρίζω όμως, από όση έρευνα μου δόθηκε να κάνω στη φιλοσοφία, την ψυχολογία και την θεολογία, ότι είναι τόσο βαθιά σήμερα η κρίση του νοήματος του Είναι, τόσο τεράστια η α-πορία για τις πηγές μιας ηθικής που θα ξεπερνούσε την (παρανοειδή) ηθική του γούστου, τόσο τεράστια η ανάγκη να υπερβούμε τον παντοδύναμο και αυτονόητο ναρκισσισμό (ή τον αυτιστικό σχεδόν μετα-ναρκισσισμό, σύμφωνα με τον όρο που έχω προτείνει), τόσο απαραίτητο το να ξανασκεφτούμε την διυποκειμενικότητα με άλλους εντελώς όρους από τους ψυχολογικούς, τόσο, τέλος, αναγκαίο να σκεφτούμε το πώς θα αποφύγουμε αυτό που έρχεται ως, όπως νομίζω, ‘βελούδινος ολοκληρωτισμός’, καθώς και τόσο μεγάλη ήσουν ακολουθούσα καταφανής κρίση που κατατρώγει τον Ελληνο-δυτικό πολιτισμό σήμερα, που τα κριτήρια που μας κατέτασσαν στους υπανάπτυκτους δεν ισχύουν πλέον, ούτε ως κακά αστεία. Αυτό είναι ένα πολύ καλό νέο! Σημαίνει δε, και προσωπικά είμαι απολύτως βέβαιος γι’αυτό, πως μπορούμε ξανά να σχεδιάσουμε την ταυτότητά μας εξαρχής, με νέους όρους, σε πλήρη επαφή (εννοώ σύγχρονη, ερμηνευτική επαφή και όχι… παλιλαλία) με το πνευματικό μας παρελθόν, από τον Όμηρο και τον Ηράκλειτο μέχρι τον Γρηγόριο Παλαμά, τον Γεννάδιο Σχολάριο, τον Ευγένιο Βούλγαρι και τις γενιές του ’30 και του ’60, και με πλήρη γνώση του ανάλογου Δυτικού στοχασμού, από τον Αυγουστίνο μέχρι τον Heidegger, τον Lacan και τον Charles Taylor – είναι αλήθεια πως μια βαθιά και δίκαιη γνώση του Δυτικού φιλοσοφικο-θεολογικού στοχασμού δεν κατορθώθηκε από την προηγούμενη γενιά και γι’αυτό η συζήτησή μας με την Δύση δεν υπήρξε απροκατάληπτη. Είναι αυτός ένας από τους τρόπους να ξεπεραστεί η εθνική μας κατάθλιψη σε επίπεδο παιδείας καταρχάς και ο μηδενισμός σε επίπεδο θεσμών εν συνεχεία. Προσωπικά, πιστεύω στη δύναμη των ιδεών: όπως η τωρινή μας κατάσταση είναι αποτέλεσμα λαθεμένων ιδεών, έτσι και οι αγαθές ιδέες έχουν, για να θυμηθώ τον Νίτσε, και αυτές την χιλιόχρονη βασιλεία τους…

Ανέφερα τον προσφιλή σε μένα Charles Taylor, έναν από τους κορυφαίους στοχαστές της εποχής, και για έναν επιπρόσθετο λόγο. Πριν λίγα χρόνια έδωσε μια εκπληκτική διάλεξη στην Αθήνα – δεν ήμουν παρών, την είδα αργότερα. Ήταν στην κυριολεξία εκπληκτικό να ακούς τον σημαντικότερο ζώντα ερμηνευτή της Δυτικής πνευματικής ιστορίας σήμερα να λέγει απευθυνόμενος προς το Ελληνικό κοινό του πως ‘χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για να χτίσουμε το μέλλον του Δυτικού Κόσμου, την βοήθεια της παράδοσής σας’, εννοώντας την Βυζαντινή λεγόμενη παράδοση. Και ήταν τραγικά απογοητευτικό (και για τον ίδιον, όπως έμαθα αργότερα) να του απαντούν από κάτω, αμφισβητώντας την λυσιτέλεια του αιτήματός του, ξαφνιασμένοι και έκπληκτοι, κάποιοι αρχαίοι και ανυποψίαστοι λάτρεις του Διαφωτισμού, που δεν φαντάστηκαν ποτέ ότι η παράδοσή ‘τους’ περιέχει στοιχεία άξια να χρησιμέψουν στον επανακαθορισμό της ανθρώπινης ταυτότητας στον μελλοντικό (Ελληνο)δυτικό κόσμο. Εάν και όταν αυτό αλλάξει, κάτι που δεν χρειάζεται πολύ χρόνο για να συμβεί, τότε και η εθνική κατάθλιψη, καθώς και ο συνακόλουθος θεσμικός μηδενισμός θα αρχίσουν να υποχωρούν, καθώς η υγιής αυτοεκτίμηση θα αρχίσει να ανεβαίνει…




Τρίτη 26 Μαΐου 2026

Θεός και θεωρίες δημιουργίας







Του Αντώνη Παπαγιάννη

Κατά καιρούς, δυο επιστημονικές θεωρίες έχουν προκαλέσει ‘σάλον μέγα’ σε Χριστιανούς και μη: η δαρβινική θεωρία περί εξέλιξης στην οντολογία και το Big Bang στην κοσμολογία. Ας αποτολμήσουμε μερικές σκέψεις πάνω στο θέμα αυτό.

Ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο, εκτός των άλλων, και νόηση. Συνεπώς ο άνθρωπος μπορεί, έχει υποχρέωση, να χρησιμοποιεί ‘τὸ δοθὲν αὐτῷ τάλαντον’ για να γνωρίζει και να ερμηνεύει τον κόσμο γύρω του, έμβιο και άψυχο. Το έργο αυτό είναι πράγματι τιτάνιο. Σε μια εντελώς πρόχειρη και αδρή αναλογία, ας φαντασθούμε ένα μυρμήγκι με νοημοσύνη να επιχειρεί να γνωρίσει και να κατανοήσει ολόκληρο τον πλανήτη μας (για να μη πάμε και πιο μακριά). Και όμως, το ‘νοήμον μυρμήγκι’ που λέγεται άνθρωπος έχει φθάσει σε σχετικά σύντομο (για το μέγεθος του έργου) χρονικό διάστημα να μελετά αφενός τις εσχατιές του εξωτερικού Σύμπαντος και αφετέρου το υπομικροσκοπικό εσωτερικό ‘Σύμπαν’ των ποικίλων βιολογικών οργανισμών. Όλα αυτά είναι αξιοθαύμαστα, αξιέπαινα και ευπρόσδεκτα.

Ωστόσο η θαυμαστή αυτή πρόοδος της γνώσης γίνεται αφορμή για μια πνευματική ταλαιπωρία του ανθρώπου. Έτσι, ένας πιστός, που έχει γαλουχηθεί με την βιβλική εικόνα της εξαήμερης δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου, βλέπει να του παρουσιάζουν οι επιστήμονες ένα μοντέλο κοσμογένεσης που απαιτεί δισεκατομμύρια χρόνια για να συντελεσθεί και δεν φαίνεται να ‘χωράει’ στις έξι μέρες της Γενέσεως. Διαβλέπει και υποψιάζεται μια επίθεση αθεΐας στα ‘πιστεύω’ του και αντιδρά απορρίπτοντας ασυζητητί το μοντέλο αυτό. Ουσιαστικά, εκδηλώνει μια πίστη επιπόλαια, αλλά και τον φόβο του μήπως την χάσει κι αυτή.

Από την άλλη μεριά, εξίσου ταλαίπωρος πνευματικά αναδεικνύεται κι εκείνος που, κραδαίνοντας την (όποια) θεωρία, επιτίθεται αλαζονικά στην πίστη και απορρίπτει κάθε ιδέα θεϊκής υπάρξεως και παρεμβάσεως στο νοητικό οικοδόμημα που με τόσο κόπο και προσπάθεια σχημάτισε. Προσοχή: δεν το δημιούργησε, αλλά το συναρμολόγησε μέσα από μια μακρά σειρά παρατηρήσεων, μελετών και ανακαλύψεων για πράγματα, καταστάσεις και φαινόμενα που προϋπήρχαν γύρω του.

Παρόμοιο το σφάλμα, ο ‘λίθος προσκόμματος’, και των δύο πλευρών: η προσπάθεια της μιας να επιλύσει το πρόβλημα της δημιουργίας με λάθος εργαλεία, ο φόβος της άλλης μήπως η δημιουργία αποδειχθεί κάτι άλλο από αυτό που πιστεύει. Μα, αν ο Θεός χρειάζεται την στήριξη κάποιας επιστημονικής απόδειξης, ή αν η ύπαρξή Του κινδυνεύει να ακυρωθεί με επιστημονικά μέσα, τότε μάλλον είναι κάτι λιγότερο από… θεός. Αν όντως πιστεύουμε «εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων», τότε καμία θεωρία δεν μπορεί να απειλήσει ή να τροποποιήσει την πίστη αυτή. Ο Παντοκράτωρ δεν χρειάζεται συνηγόρους για την ύπαρξή Του. Ωστόσο, ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά το δίλημμα: εξέλιξη ή δημιουργία; Πολύς ο καυγάς, αλλά... για τί ακριβώς;

* * *

Η πολεμική αντιπαράταξη πίστης και επιστήμης είναι εν πολλοίς κατασκεύασμα του ορθολογικού Δυτικού τρόπου σκέψης και του Δυτικού Χριστιανισμού, ο οποίος επηρέασε από πολλές δεκαετίες και τη δική μας προσέγγιση. Στα πλαίσια της αντιπαράταξης αυτής, η εξέλιξη (ή η άρνησή της) χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται κυρίως για να αντικρούσει (ή, αντίστροφα, να υποστηρίξει) την διήγηση της Γένεσης για τη δημιουργία του κόσμου, όπως αυτή διδάσκεται από την Αγία Γραφή. Έτσι οι ‘δημιουργιστές’ (creationists) έρχονται σε αντίθεση με τους εξελικτικούς (evolutionists), και μεταξύ τους ‘χάσμα μέγα εστήρικται’.

Αυτή η τακτική όμως είναι εσφαλμένη. Τα γνωστικά και συλλογιστικά πεδία της πίστης και της επιστήμης είναι δυο παράλληλα επίπεδα: το ένα δεν μπορεί να αναιρέσει ή να αποδείξει το άλλο (έστω κι αν – υπό τύπον λογοπαιγνίου – στην ελληνική γλώσσα η λέξη ‘επιστήμη’ περικλείει ολόκληρη τη λέξη ‘πίστη’). Στο φυσικό επίπεδο μπορώ να αποδεχθώ οποιαδήποτε επιστημονική ερμηνεία για τον κόσμο γύρω μου. Το αν θα κάνω το άλμα στο μεταφυσικό επίπεδο, από τα κτίσματα στον Κτίστη, είναι υπόθεση πίστης και δεν μπορεί να μου το υπαγορεύσει ούτε να το ακυρώσει ο Δαρβίνος και οι επίγονοί του (αν το προσπαθούν, διαπράττουν λογικό σφάλμα).

Ας σκεφθούμε το ακόλουθο πρόχειρο παράδειγμα. Φτάνουμε μ’ ένα πλοίο σ’ ένα άγνωστο ερημονήσι και αρχίζουμε να το εξερευνούμε. Παντού τροπική βλάστηση, δέντρα, λουλούδια, πουλιά, ποτάμια... Ξάφνου βλέπουμε μπροστά μας μια καλαμοπλεγμένη καλύβα και δίπλα της απομεινάρια φωτιάς και μαγειρικά σκεύη. «Κοιτάξτε!» λέει κάποιος, «προφανώς εδώ ζουν άνθρωποι!» «Όχι απαραίτητα», απαντάει ο εξελικτικός της παρέας, «αυτά που βλέπουμε εξελίχθηκαν αυτόματα με τον χρόνο». Πόσο λογική μπορούμε να θεωρήσουμε μια τέτοια πρόταση; Και γιατί πρέπει να δεχθούμε υποχρεωτικά την ύπαρξη κάποιου κατασκευαστή για την καλύβα, αλλά αρνούμαστε πεισματικά την ύπαρξη δημιουργού για τα φυτά, τα δέντρα, τα λουλούδια, τα πουλιά και ό,τι άλλο ‘φυσικό’ βλέπουμε γύρω μας;

Γιατί δεν δέχεται ο άνθρωπος την ύπαρξη δημιουργού; Διότι θα πρέπει να αποδεχθεί την ύπαρξη νόησης ανώτερης από τη δική του (= τρώση του εγωισμού), άρα και εξουσίας (= ποιος βάζει τους κανόνες;), και επομένως και ευθύνης απέναντι στον νομοθέτη (= ηθικές συνέπειες, αλλαγή τρόπου ζωής). Ο υπερφίαλος άνθρωπος δεν μπορεί να δεχθεί κάτι τέτοιο. Προκειμένου να μην απαρνηθεί αυτό που θεωρεί ως κυριαρχία του στον κόσμο, είναι διατεθειμένος να δεχθεί οτιδήποτε άλλο ως τυχαίο γεγονός, ακόμη και με πιθανότητες απείρως μικρές έως ανύπαρκτες.

Έτσι δεν σκέφτεται π.χ. ότι χρειάστηκαν πολλοί αιώνες και πάρα πολλά μυαλά για να φτάσει να ερμηνεύσει κάποια (πολλά, αλλά όχι όλα, και όχι εξ ολοκλήρου) από τα φαινόμενα που ονομάζει φυσικά, από τον κόσμο και τα πλάσματα που βλέπει γύρω του. Και αρνείται πεισματικά να δεχθεί ότι αν η εκ των υστέρων ανάλυση και κατανόηση όλων αυτών των πραγμάτων και φαινομένων χρειάσθηκε τόση προσπάθεια και νοημοσύνη, τότε πόσο μεγαλύτερη νοημοσύνη χρειάσθηκε η εξαρχής δημιουργία τους, ακόμη και η εξέλιξή τους; Και μπορεί η τελευταία να ακολούθησε την πορεία της εντελώς αυθαίρετα και χωρίς καθοδήγηση;

Καμιά θεωρία εξέλιξης δεν είναι ασύμβατη με την πίστη σε Θεό Δημιουργό. Τον Θεό ή τον δέχεσαι ή όχι, δεν μπορείς όμως να Τον αποκλείσεις (ή να Τον αποδείξεις) με όση επιστήμη κι αν συσσωρεύσεις. Η οποιαδήποτε εξέλιξη στο σύμπαν, είτε σε υπομικροσκοπικό είτε σε γαλαξιακό επίπεδο, δεν είναι μια διεργασία που λαμβάνει χώρα αυτόματα. Μπορεί να την ονομάζουμε φυσική, αλλά τι ακριβώς είναι το ‘φυσικό’; Πώς έγινε τόσο… ‘φυσικά’; Αν ως επιστήμονες αναζητούμε για όλα μια αλήθεια, ένα αντικειμενικό ‘γιατί’, πώς ικανοποιούμαστε μ’ ένα τέτοιο γενικό και αόριστο επίθετο που δεν μας λέει τίποτε για την γενεσιουργό αιτία του; Αυτό είναι, νομίζω, ένα καίριο ερώτημα, απέναντι στο οποίο ένα μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας φαίνεται να σηκώνει μάλλον αδιάφορα τους ώμους.

Δεν έχω κανένα πρόβλημα με την εξέλιξη. Σε καθαρά βιολογικό επίπεδο μπορώ να δεχθώ την βαθμιαία εξέλιξη των όντων, σε διάστημα Χ ετών (βάλτε όποιο μεγάλο νούμερο θέλετε), αλλά το προηγούμενο ‘γιατί’ εξακολουθεί να υφίσταται. Τελικά, όποια από τις δυο λέξεις -- εξέλιξη ή δημιουργία -- χρησιμοποιήσει κανείς, θα φτάσει αναγκαστικά σ’ αυτό που ο μακαρίτης Αλ. Τσιριντάνης ονόμαζε ‘φράχτη’: θα πρέπει να αποφασίσει αν θα κάνει το κρίσιμο άλμα από τα φαινόμενα στα μη φαινόμενα, που τόσο ωραία διατυπώνεται στην προς Εβραίους επιστολή: «Πίστει νοοῦμεν κατηρτίσθαι τοὺς αἰῶνας ρήματι Θεοῦ, εἰς τὸ μὴ ἐκ φαινομένων τὰ βλεπόμενα γεγονέναι» (Εβρ. 11:3).

Αυτό που δεν μπορεί να ερμηνεύσει η βιολογική εξέλιξη είναι η ανάπτυξη συνειδήσεως, με την ευρεία έννοια του όρου. Πώς ξέρω ότι υπάρχω; Πώς έχω την αίσθηση του ‘εγώ’, του εαυτού μου, σε αντιδιαστολή με κάθε άλλο ον; Πώς ξέρω ότι μια μέρα θα πεθάνω; Κανένα ζώο, όσο ‘πρωτεύον’ (primate) κι αν είναι, δεν έχει αυτή την επίγνωση. Πώς και γιατί προβληματίζομαι για το ‘μετά’ τον θάνατο; Σε πιο στενό επίπεδο, πώς εννοώ την ηθική συνείδηση, το ‘πρέπει’ και το ‘δεν πρέπει’; Αρκεί η ανατροφή και το κοινωνικό παράδειγμα; Και πώς προέκυψε αυτό; Πώς εξηγείται ο λόγος (ενδιάθετος και έναρθρος); Πώς ερμηνεύεται το αυτεξούσιο και η ελευθερία του ανθρώπου, οι φιλοδοξίες του και οι επιλογές του, που μπορούν να κυριαρχούν ακόμη και πάνω στα ‘φυσικά’ ένστικτα; Ακόμη και σε καθαρά ζωικό επίπεδο, τι ακριβώς είναι αυτά που ονομάζουμε ένστικτα;

Όλα αυτά τα ερωτήματα δεν επιδέχονται απαντήσεις στηριγμένες σε επιστημονικές θεωρίες ή πειράματα. Η Ορθόδοξη χριστιανική ερμηνεία περικλείεται στην απλή φράση της Γένεσης «ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» [Γέν. 2:7]. Δεν μας περιγράφει το ‘πώς’ αλλά τονίζει εμφατικά το ‘Ποιός’ έπλασε τον άνθρωπο και δημιούργησε και όλη την υπόλοιπη κτίση. Θυμούμαι μια καθηγήτρια θεολόγο στο Γυμνάσιο να μας λέει, πριν μερικές δεκαετίες, ότι ο «χοῦς ἀπὸ τῆς γῆς» μπορεί να ήταν οποιοδήποτε έμβιο ον· αυτό που έκανε την ειδοποιό διαφορά από όλα τα άλλα όντα ήταν εκείνη η θεϊκή «πνοὴ ζωῆς» που έκανε τον άνθρωπο «ψυχὴν ζῶσαν», πρόσωπο με λόγο, αυτοσυνειδησία και επίγνωση του εαυτού του και του κόσμου γύρω του και ελεύθερη βούληση. Κι αυτή η πνοή δεν μπορεί να αναλυθεί με κανένα επιστημονικό μέσον· «πίστει μόνῃ» την αποδεχόμαστε. Η αναζήτησή μας σταματάει στο κατώφλι της πίστης: εκούσια, είτε το διαβαίνουμε είτε μένουμε εκτός. Αλλά βέβαια, η κάθε επιλογή έχει και τις (μετα)φυσικές συνέπειές της.

* * *

Το να οχυρωνόμαστε πίσω από μια σχολαστική, κατά λέξιν ερμηνεία της βιβλικής διηγήσεως για την δημιουργία είναι αφελές, και δίνει αφορμή στους ‘απέναντι’ να χλευάζουν την πίστη. Οποιαδήποτε θεωρία για την προέλευση, δημιουργία και εξέλιξη του Σύμπαντος, υλικού και εμβίου, δεν μπορεί να μας πει τίποτε απολύτως για τον Δημιουργό του. Και πώς να πει; «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε» [Ιω. 1:18]. Από την άλλη όμως, αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι και ειλικρινείς με την επιστήμη μας, ας σκεφθούμε πολύ απλά: αν εμείς οι άνθρωποι χρειασθήκαμε τόσους αιώνες, τόση έρευνα, τόσα κεφάλια και κεφάλαια, τόση συλλογική σκέψη για να εξιχνιάσουμε τα θαυμάσια του κόσμου (που, σαν τα κεφάλια της μυθικής Λερναίας Ύδρας, δεν φαίνονται να έχουν τέλος…), πώς καταδεχόμαστε (δεν υπάρχει πιο κατάλληλη λέξη) να αρνούμαστε την ύπαρξη Οδηγού Νοός, που είναι μεν απρόσιτος στην επιστημονική έρευνα και απόδειξη, μας δίνει όμως άφθονα τα τεκμήρια της παρουσίας του μέσα από τα δημιουργήματά του; Με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, «τὰ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης» [Ρωμ. 1:20]. Σε μια εντελώς πρόχειρη και απλή αναλογία, μπορεί να μη γνωρίσαμε π.χ. τον Μπαχ ή τον Μότσαρτ, η μελέτη όμως των έργων τους μας αποδεικνύει περίτρανα τη μουσική τους ιδιοφυΐα. Και όπως γράφει ο Μέγας Βασίλειος στους λόγους του στην Εξαήμερο, «οὐκ ἐλαττοῦται ἡ ἐπὶ τοῖς μεγίστοις ἔκπληξις, ἐπειδὰν ὁ τρόπος καθ᾿ ὃν γίνεταί τι τῶν παραδόξων ἐξευρεθῇ».

Εν κατακλείδι, καμιά θεωρία δεν μπορεί να γκρεμίσει την όντως πίστη στον Δημιουργό Θεό. Με ανθρώπινους όρους, είναι σαν να επιχειρούμε να λύσουμε μαθηματικά προβλήματα με κανόνες π.χ. της γλωσσολογίας ή της χημείας (τα λάθος εργαλεία που είπαμε παραπάνω): οδηγούμαστε σε λογικό άτοπο (absurdum). Συνεπώς, ούτε ο πιστός πρέπει να φοβάται ή να αποστρέφεται την επιστήμη, αλλά ούτε και ο άπιστος να επιχειρεί με την επιστήμη να κατεδαφίσει την ‘πέτραν τῆς πίστεως’. Κανένα επιστημονικό μοντέλο για τον κόσμο δεν είναι έξω από τις δυνάμεις και την δικαιοδοσία του Παντοκράτορος. Το κύριο ζητούμενο είναι να έχουμε μάτια καθαρά για να βλέπουμε πίσω από τα φαινόμενα και να αναγόμαστε, δια της πίστεως, «ἀπὸ την κτίσιν πρὸς τὸν κτίσαντα», τον «πάντα ἐν σοφίᾳ ποιήσαντα». Αυτό όμως είναι μια καθαρά ελεύθερη, προσωπική επιλογή.


Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

«Οι βραχοκλησιές του Ρεθύμνου» το νέο βιβλίο του Χ. Στρατιδάκη

 





Μετά από μακρόχρονη κυοφορία κυκλοφόρησε λίγο πριν τις γιορτές το βιβλίο «Οι βραχοκλησιές του Ρεθύμνου». Συγγραφέας του είναι ο ερευνητής και σπηλαιολόγος Χάρης Στρατιδάκης, ο οποίος είχε επίσης συγγράψει το βιβλίο «Τα σπήλαια του Ρεθύμνου», που κυκλοφόρησε το 2011. Το νέο βιβλίο αφιερώνει στον φίλο του και πρώτο μελετητή του θέματος, αείμνηστο καθηγητή Χρίστο Μακρή. Όπως αναφέρει στο εισαγωγικό του σημείωμα, εκείνος ήταν που του υπέδειξε τον όρο «βραχοκλησιές» για τα ταπεινά αυτά κατασκευάσματα, δείγματα λαϊκής λατρείας αλλά και φτώχειας των κοινωνιών του παρελθόντος.


Όπως τονίζεται στο βιβλίο, η σχέση του ανθρώπου με τον βράχο και τα σπήλαια που διανοίγονται σ’ αυτόν είναι πολύ παλιά. Από την αυγή προϊστορίας οι άνθρωποι τα θεωρούσαν κατά κάποιο τρόπο μήτρες της γης και τα περιέβαλλαν με δέος και θαυμασμό. Όλες οι θρησκείες και οι πολιτισμοί συνέδεσαν τις λατρείες τους με ιερά κάτω ή μέσα στον βράχο ή έστω σε επαφή μ’ αυτόν. Το γεγονός έχει οπωσδήποτε να κάνει με την αντοχή στον χρόνο και με την αίσθηση στιβαρότητας που δίνει ο βράχος, ιδιότητες οι οποίες με τη σειρά τους υπέβαλλαν στους ανθρώπους αισθήματα πνευματικότητας και ιερότητας.


Στο πρώτο μέρος του βιβλίου εξετάζονται σπηλαιώδεις ιεροί χώροι ανά τον κόσμο. Εκεί παρέχονται πληροφορίες για μεγάλα συγκροτήματα βραχωδών ιερών του βουδισμού, του ινδουισμού, του κομφουκιανισμού, του ταοϊσμού και βέβαια του εβραϊσμού και του χριστιανισμού. Και σε παλιότερες όμως θρησκείες κάποια σπήλαια είχαν λατρευτική χροιά. Απ’ αυτή την άποψη δεν είναι τυχαίο ότι τόσο ο Δίας του παγανισμού όσο και ο Χριστός του χριστιανισμού θεωρείται ότι γεννήθηκαν σε σπήλαια.

Στην περιοχή του Ρεθύμνου κατά την αρχαιότητα λειτούργησε μια σειρά ιερών σπηλαίων, πιο γνωστά από τα οποία είναι το Ιδαίον Άντρον στη Νίδα, ο Γεροντόσπηλιος στο Μελιδόνι και το σπήλαιο του Ερμή Κραναίου στην Πατσό. Η λατρεία στα σπήλαια, που είχε ξεκινήσει ήδη από τα μινωικά χρόνια, μετασχηματίστηκε στα χριστιανικά, με μεγαλύτερες ή μικρότερες διακοπές.

Κάποιες από τις βραχοκλησιές φαίνεται να είναι οικοδομημένες κατευθείαν επάνω σε αρχαία ιερά, έχοντας μάλιστα χρησιμοποιήσει προϋπάρχον οικοδομικό υλικό. Τέτοιες χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις της Ζωοδόχου Πηγής στον Σταυρωμένο Ρεθύμνου, της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα στην Αρχοντική, των έξι βραχοκλησιών στην Ελεύθερνα και της Αγίας Παρασκευής στην Επισκοπή Ρεθύμνης.


Από τον 13ο αιώνα η λατρεία στα σπήλαια επανεμφανίστηκε, με διστακτικά οπωσδήποτε βήματα. Μια πρώτη περίοδος ακμής σημειώθηκε κατά τον 14ο αιώνα και αργότερα κατά τους 17ο, 18ο και 19ο. Η μεγαλύτερη ακμή τους πάντως φαίνεται να σημειώθηκε κατά την περίοδο 1669-1856, κατά την οποία οι οθωμανικές αρχές απαγόρευαν ουσιαστικά την οικοδόμηση νέων ναών και καθιστούσαν δύσκολη έως αδύνατη την επισκευή και επέκταση των μέχρι τότε υφιστάμενων.

Ο συγγραφέας, ερευνώντας το θέμα επί τρεις δεκαετίες, κατάφερε να εντοπίσει στο Ρέθυμνο 136 βραχοκλησιές, καθώς και μια δεκάδα άλλων που στις μέρες μας δεν υφίστανται, έχοντας καταστραφεί από φυσικές καταστροφές και από ανθρώπους. Στο βιβλίο του επιχειρεί να δικαιολογήσει το φαινόμενο του μεγάλου αυτού αναλογικά με τον πληθυσμό αριθμού βραχοκλησιών στην Κρήτη και ιδιαιτέρως στις διοικητικές περιφέρειες του Ρεθύμνου και των Χανίων.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, μετά το ιστορικό τους, παραθέτει λαογραφικές παραδόσεις για τις βραχοκλησιές, για τη χωροθέτηση και για την ονοματοδοσία τους, καθώς και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Στο τρίτο κεφάλαιο προχωρά σε πληροφοριακή και φωτογραφική τεκμηρίωσή τους, ενώ στο επίμετρο παραθέτει καταλόγους του συνόλου των κρητικών βραχοκλησιών, τις οποίες ανεβάζει σε 390. Στον σχετικό κατάλογο των Χανίων στηρίχτηκε σε πληροφορίες του Αντώνη Πλυμάκη, ο οποίος δεν πρόλαβε να χαρεί το βιβλίο, αφού μας άφησε για το επέκεινα την περασμένη άνοιξη. Με την έννοια αυτή, το βιβλίο υπέχει και θέση μνημοσύνου για τον πρωτοπόρο αυτόν της σπηλαιολογίας στην Κρήτη, ο οποίος, όπως και ο Χρίστος Μακρής, είχαν διετέλεσαν επίτιμοι πρόεδροι του Τμήματος Δυτικής Κρήτης της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας. Σημειωτέον ότι είχε συνεισφέρει στην ανακαίνιση σπηλαιωδών ναών, μεταξύ των οποίων σ’ εκείνη του Αγίου Αντωνίου της Αργυρούπολης.

Το βιβλίο είναι διαστάσεων 22×24 εκατοστών, έχει 306 σελίδες, είναι τετράχρωμο και διαθέτει σκληρό εξώφυλλο. Περιέχει τρεισήμισι εκατοντάδες φωτογραφιών, οι περισσότερες από τις οποίες τραβήχτηκαν από τον συγγραφέα του, ενώ στην εισαγωγή και στο επίμετρο γίνεται μνεία όλων όσοι προσέφεραν δικές τους καθώς κι εκείνοι που τον συνέδραμαν στη συλλογή πληροφοριών και τον ακολούθησαν στις κατά καιρούς αναζητήσεις του. Προλογίζεται από τον πρόεδρο του Τοπικού Τμήματος Δυτικής Κρήτης της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας Γιώργο Καλούδη και θα παρουσιαστεί στο κοινό το επόμενο χρονικό διάστημα, σε εκδήλωση που θα πλαισιωθεί με εξορμήσεις γνωριμίας με βραχοκλησιές που παρουσιάζονται στο βιβλίο. Αποτελεί ατομική έκδοση, στην πραγματοποίηση της οποίας συνέδραμαν με αγορά αντιτύπων της η Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, το Τμήμα Δυτικής Κρήτης της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας και η Αντιπεριφέρεια Ρεθύμνου.

Το βιβλίο κλείνει με έκκληση, που αφορά τη λιτότητα και τη φτώχια των βραχοκλησιών, χαρακτηριστικά τα οποία θα πρέπει να διαφυλαχτούν ως κόρη οφθαλμού. Η αξία των κατασκευών αυτών των προγόνων μας έγκειται ακριβώς στην απλότητά τους. Η αντίληψη κάποιων εκκλησιαστικών συμβουλίων ότι αν δεν γίνουν έργα «καλλωπισμού» και διευκόλυνσης της πρόσβασης οι πιστοί δεν προσέρχονται στις εκκλησίες δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση των βραχοκλησιών. Ακριβώς αυτές οι ευκολίες είναι που τις απομακρύνουν από τις ψυχές των πιστών και ακυρώνουν την προσφορά τους. Όπως το διατύπωσε ο Απόστολος Παύλος θα πρέπει να μάθουμε να λατρεύουμε το θείο παντού, ακόμη και «εν ερημίαις πλανώμενοι και όρεσιν και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης»!




Τρίτη 27 Αυγούστου 2024

Χρήστος Γιανναράς (1935-2024) - Γράφει ο Δημήτρης Αγγελής



Πόσο φτωχότεροι θα ήμασταν

Του Δημήτρη Αγγελή

[Δημοσιεύθηκε στην "Καθημερινή", 27/8/2024]

Την αξία των ανθρώπων τη ζυγίζουμε με κριτήριο το κενό που αφήνει η ενδεχόμενη απουσία τους. Τι θα είχε συμβεί αν δεν υπήρχε ο Χρήστος Γιανναράς; Πόσο φτωχότεροι θα ήμασταν αν δεν εξέδιδε το πρωτοποριακό «Σύνορο», την «Ελευθερία του ήθους», το «Πρόσωπο και ο έρως» ή το «Σχόλιο στο Ασμα ασμάτων»; Για ποια συλλογική αυτοσυνειδησία θα μιλούσαμε χωρίς το «Καταφύγιο ιδεών», που μας αποκάλυψε τον περίκλειστο ναρκισσευόμενο ευσεβισμό των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων; Πόσο θα είχαν επηρεάσει, έστω και με τον ατυχή τους τίτλο, οι «νεορθόδοξοι» τη δημόσια συζήτηση, χωρίς τον δυναμισμό και την ευστοχία των δικών του διατυπώσεων; Σε μια εποχή που το εκκλησιαστικό κατεστημένο έκρινε σκόπιμο να υπηρετεί την αντικομμουνιστική ρητορική του μετεμφυλιακού κράτους ή την ηθικιστική υποκρισία της δικτατορίας, ο Γιανναράς τόλμησε ν’ ανοίξει θεματικές, να συνδυάσει προσφυώς την πατερική παράδοση με τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις (αρδεύοντας κυρίως από τον Χάιντεγκερ και τον Σαρτρ, τον περσοναλισμό και τον νεοθωμισμό) και, το κυριότερο, να αρθρώσει μια νέα θεολογική γλώσσα, που αποτελεί σήμερα την επίσημη γλώσσα της Εκκλησίας. Μιλώντας για τον «εκστατικό χαρακτήρα του προσώπου», για το «αληθεύειν εν σχέσει», για «ερωτική αυθυπέρβαση» και «ευχαριστιακή κοινότητα», ο Γιανναράς έφτιαξε ένα περίτεχνο θεολογικό οικοδόμημα, συνεπές προς τον εαυτό του και σε αυτό που είχε ανάγκη ο εκκλησιαστικός κόσμος. Εχει τόση σημασία αν κατανόησε λ.χ. τον Χάιντεγκερ ορθά, όπως τον επικρίνουν οι πολέμιοί του; Αν έμεινε συγχρόνως πιστός στην «ελληνοτροπία» που διακήρυττε σχεδόν εμμονικά στην επιφυλλιδογραφία του (μάλλον σε βάρος της άνευ όρων και ορίων χριστιανικής αγάπης), αυτό δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει: καθένας μας είναι δέσμιος της εποχής της διαμόρφωσής του, αλλά οι εσωτερικές μας αντιφάσεις είναι τελικά αυτές που μας κάνουν ανθρώπους.



Πέμπτη 22 Αυγούστου 2024

Η συγκομιδή

Του Βαγγέλη Π. Κούμπουλη*


φωτογραφία: Απείρανθος Νάξου / Γ.Μ.Β. (2024)



[Δημοσιεύθηκε στα "ΝΕΑ" στις 21/8/2024]

Ανθρωπιστικές και κοινωνικές είναι οι επιστήμες τις οποίες θεραπεύω. Δεν είμαι δηλαδή ειδικός. Δεν έχω απαντήσεις ούτε ως προς το γιατί συμβαίνει ό,τι συμβαίνει, ούτε τι πρέπει να γίνει για να μη συμβαίνει ό,τι συμβαίνει. Μιλάω ως ένας ενεργός πολίτης. Και αυτό που έχω να πω είναι ότι τα πράγματα δεν πάνε καθόλου, μα καθόλου καλά. Την τελευταία τριετία μετράμε καταστροφικές πυρκαγιές στην Εύβοια, στον Έβρο, στην Αττική, καθώς και τις πλημμύρες στη Θεσσαλία. Ευθύνεται η κλιματική αλλαγή; Σίγουρα. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα αν σταθούμε αποκλειστικά και μόνο σε αυτού του είδος την προσέγγιση. Θα ήταν σαν να λέγαμε πως για την πτώση του εργοστασίου της Ρικομέξ το 1999 ευθυνόταν αποκλειστικά και μόνο ο σεισμός. Αλλ’ η Ρικομέξ δεν ήταν ο κανόνας αλλ’ η εξαίρεση. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν έγινε όλη η χώρα όπως η Ρικομέξ. Με δυο λόγια, ο σεισμός είναι ένα φυσικό φαινόμενο που δεν μπορούμε ούτε να προβλέψουμε ούτε να αποτρέψουμε, ωστόσο έχουμε τη δυνατότητα να προστατευτούμε απ’ αυτόν κι ως έναν βαθμό τα καταφέρνουμε.
Με τις πυρκαγιές και τις πλημμύρες (που οπωσδήποτε θα ακολουθήσουν) τι κάνουμε; Λίγα πράγματα. Σημαντικό πολύ βεβαίως είναι το 112 και η χρήση του, όσο κι αν δυσανασχετούν εκείνοι που έχουν λόγους να θέλουν – αν είναι δυνατόν! – να υπάρξουν νεκροί, υπηρετώντας μια λογική «ισοφάρισης» της τραγωδίας στο Μάτι το 2018. Αλλά εκτός από την προστασία της ζωής όταν υπάρχει πυρκαγιά, οφείλουμε να προβλέπουμε και, αν κάτι ξεφύγει από την πρόβλεψή μας, να είμαστε έτοιμοι να το αντιμετωπίσουμε. Αυτή η προετοιμασία ακυρώθηκε και στις φετινές πυρκαγιές.
Κάτι δεν κάνουμε καλά. Παρά το γεγονός ότι, στο μεγαλύτερο μέρος του καλοκαιριού, αποφύγαμε τα χειρότερα, τελικά το κακό έγινε. Αυτονόητα έχει ευθύνες η κυβέρνηση. Kαι η προσπάθεια που έγινε από τον υπουργό Επικρατείας, Άκη Σκέρτσο, στα κοινωνικά δίκτυα, να επιρρίψει ευθύνες στην αντιπολίτευση, ήταν τουλάχιστον ατυχής. Γιατί η αντιπολίτευση μπορεί να είναι σοβαρή ή γελοία, εποικοδομητική ή ανερμάτιστη, υπεύθυνη ή λαϊκιστική, αλλά δεν κυβερνά αυτή. Η σημερινή κυβέρνηση συμπληρώνει ήδη πενταετία στην εξουσία.
Επαναλαμβάνω ότι δεν γνωρίζω τι φταίει και δεν ξέρω τι πρέπει να γίνει. Πρέπει να αλλάξουν οι εν χρήσει πρακτικές; Να γίνει νέο νομοθετικό πλαίσιο; Υπάρχει ανάγκη αλλαγής της σχέσης των αρμοδιοτήτων ανάμεσα στην τοπική αυτοδιοίκηση και την κεντρική διοίκηση; Η δημόσια συζήτηση οδηγεί στην επισήμανση δυσλειτουργιών σε όλες αυτές τις λειτουργίες, πιθανόν και σε άλλες.
Η ουσία είναι όμως ότι η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά πυρκαγιές και πλημμύρες – τα προβλέψιμα φυσικά φαινόμενα. Και αυτό δεν εξηγείται από τις ανόητες θεωρίες συνωμοσίας, που αποδίδουν ευθύνες στις ανεμογεννήτριες ή στα φωτοβολταϊκά. Δυστυχώς, η πραγματικότητα συγκρούεται με τις κυβερνητικές εξαγγελίες.
Η κυβέρνηση έχει μπροστά της τρία χρόνια για να αλλάξει αυτή την κατάσταση. Χρειάζεται σχέδιο, πολιτική βούληση, δουλειά. Η χώρα επέλεξε για δεύτερη τετραετία μια κυβέρνηση που θα βελτίωνε την καθημερινή ζωή μας. Θα αδικούσε την επιλογή των πολιτών αν η δεύτερη θητεία της είχε να επιδείξει μόνο τον γάμο τον ομόφυλων ζευγαριών, έναν λειψό νόμο για τα ιδιωτικά/μη κρατικά πανεπιστήμια κι έναν επίσης λειψό νόμο για την ψήφο των αποδήμων. Όχι ιδιαίτερα κολακευτική συγκομιδή για μια πολιτική δύναμη που κυβερνά ως δύναμη μεταρρυθμιστική.

_______________________________
*Ο Βαγγέλης Π. Κούμπουλης είναι υποψήφιος διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας του ΕΚΠΑ, σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού «Ιστορία Εικονογραφημένη»




Πέντε γραμμές για έναν φίλο - Άγγελος Μαντάς (1953 – 2024)


πηγή-φωτό: mygrevena.gr



Όταν σήκωνε το τηλέφωνο τον αποκαλούσα “Πρωτοψάλτα μου!” κι ένα χαμόγελο απλωνόταν από την Χαλκίδα ίσαμε εδώ. Μας αγκάλιαζε.

Δεν είναι ώρα για λόγια.
Και τι να πω άλλωστε; Για τον λαμπρό φιλόλογο, τον δεινό γνώστη της Ελληνικής, τον μελετητή του Παπαδιαμάντη του, του Μωραϊτίδη, τον ξυλογλύπτη ποιημάτων, τον αφηγητή λάμψεων από παλιά βιβλία σε ντουλάπια. Τον διακονητή του ψαλτηρίου, με γνώση βαθιά της Βυζαντινής μουσικής αλλά και με το μεράκι της πίστεως, του τρόπου του όντως εκκλησιαστικού. Τον δάσκαλο, με πολύχρονη δουλειά στο δύσκολο αμπέλι της τάξης.
Μας φώτιζε, “γλυκεία απολαμπή”, μοιραζόταν, έδινε. Τα γραπτά του στα Χρονικά, στην Τύρβη, τα κρατώ οίνο πολύτιμο.

Μακάρι να θυμόμουν έναν στίχο από τον Όμηρο ή τον Ρωμανό τον Μελωδό. Αφήνω μονάχα την θάλασσα, την Σκιαθίτικη, της Χαλκίδος, να ψάλλει τα πρεπούμενα.

Αντώνης Ν. Παπαβασιλείου,
22.8.2024



Παρασκευή 9 Αυγούστου 2024

Παπαδιαμάντης λίαν ἐπίκαιρος κατά τῆς ματαιοδοξίας τοῦ νεοπλουτισμοῦ

πηγή: ΕΣΤΙΑ,8/8/2024



«Κάθε παρόν χάνει τήν σημασία του ἀπό τήν διαρκῆ προσδοκία τοῦ μέλλοντος – Καί στραγγίζει πρίν κἄν γεμίσει – Ἐξαντλούμαστε στήν ἀναζήτηση τοῦ μελλοντικοῦ “ἐπί πλέον” χάνοντας τήν ἀπόλαυση τοῦ τωρινοῦ ὑπαρκτοῦ – Τό νέο θάβεται πρίν προλάβει νά στεριώσει ἀπό τό ἑπόμενο καινούργιο – Νά ξυπνήσουμε ἀπό τόν λήθαργο τῆς ματαιοδοξίας, μέ ἁπλότητα καί λιτότητα»

(Ἡ «Ἑστία» βρίσκει ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέρουσα, πλήρη νοημάτων, τήν ὁμιλία τῆς δημοσιογράφου Μπήλιως Τσουκαλᾶ μέ τίτλο «Γιατί ἔχουμε ἀνάγκη τόν Παπαδιαμάντη σήμερα», ἡ ὁποία ἔγινε στό πλαίσιο τῆς παρουσιάσεως τοῦ βιβλίου τοῦ Γιώργου Πίττα «Καί ἔφαγον πάντες καί ηὐφράνθησαν-ἡ γαστρονομία τῆς Σκιάθου μέ τό βλέμμα τοῦ Παπαδιαμάντη» (ἐκδόσεις «Ἁρμός»). Γι’ αὐτό καί δημοσιεύουμε σήμερα ἐκτενές ἀπόσπασμά της. Τό Θέρος προσφέρεται ἄλλως τε γιά ἀναστοχασμό)

«Γιατί ἔχουμε ἀνάγκη τόν Παπαδιαμάντη σήμερα»

Τῆς Μπήλιως Τσουκαλᾶ

Ἡ χαρά καί ἡ ἀπόλαυση τῶν κοινῶν γευμάτων μιᾶς ἀνοικτῆς ὁμήγυρης στήν ὕπαιθρο ἀποκτᾶ ἄλλες διαστάσεις ἐλευθερίας καί ἴσως σέ συμβολική διάσταση παραπέμπει στήν ἀνάμνηση τῶν πρώτων γευμάτων τῶν ἀρχέγονων κοινοτήτων. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι τά γεύματα αὐτά ἐμπεριέχουν χαρά καί γέλιο, γιατί διαχρονικά ἡ πράξη τοῦ φαγητοῦ καί ὁ ἀγῶνας γιά τήν ἱκανοποίηση τῆς πείνας παραπέμπουν πάλι συμβολικά στόν θρίαμβο τῆς ζωῆς ἐπί τοῦ θανάτου.



Τό βιβλίο μας κάνει λοιπόν τήν γνωριμία τῆς Σκιάθου ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ἀλλά ταυτόχρονα μᾶς ἀνοίγει διάπλατα τήν πόρτα σέ ἕνα σύμπαν, τό Παπαδιαμαντικό σύμπαν, ὅπου οἱ ἄνθρωποι, παρ’ ὅλο πού ζοῦν μέσα στήν ἀνέχεια καί τή στέρηση, ἀπολαμβάνουν τά ἀγαθά πού τούς προσφέρει ἡ φύση τοῦ νησιοῦ τους, γλεντοῦν, τό ρίχνουν ἔξω, ἔχουν τή σοφία νά μή στεροῦνται τή χαρά. Πῶς γίνεται; Καί πῶς μποροῦμε νά διδαχτοῦμε κάτι ἀπό αὐτό;

Ἐμεῖς, σήμερα, ζοῦμε μέσα σέ ἕναν κόσμο πού ἔχει ἀναδείξει τό χρῆμα σέ ὑπέρτατο θεό, καί σέ μιά ἐποχή ὅπου ἡ συσσώρευση πλούτου εἶναι τό ἅπαν καί τό μοναδικό πού θεωρεῖται ὅτι προσδίδει ἀξία στόν ἄνθρωπο. Καί ἔρχεται ὁ Παπαδιαμαντικός λόγος νά μᾶς ξυπνήσει ἀπό τόν λήθαργο τῆς ματαιοδοξίας. Νά μᾶς κάνει νά ἀναρωτηθοῦμε τά αὐτονόητα: Πῶς θά μπορέσει ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη νά ἀγκαλιάσει τή χαρά τῆς συνύπαρξης μέ τόν Ἄλλον, νά ἀφεθεῖ σέ μιά συμβίωση παραμερίζοντας ἰδιοτέλεια ἤ συμφέρον, νά ἐκτιμήσει τήν ἐλευθερία τοῦ νά ζεῖς ἀπολαμβάνοντας αὐτά πού ἔχεις, ὅσα κι ἄν εἶναι αὐτά, δίνοντας ἔμφαση στά τόσο οὐσιαστικά πού σοῦ δίνει ἡ ζωή.

Σίγουρα θά ἀναρωτιέται κανείς τί εἶναι αὐτό πού μποροῦμε νά βροῦμε στή σημερινή ἐποχή καί νά μᾶς ἀγγίξει στό έργο τοῦ μεγάλου Σκιαθίτη. Ὅπως γράφει καί ὁ Πίττας στήν ἀρχή τοῦ βιβλίου του, «ἴσως εἶναι αὐτή ἡ φλογίτσα πού σιγοκαίει μέσα μας, μιά ἐλπίδα πού θά μᾶς βγάλει ἀπό τά ἀδιέξοδα τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας μας. Μιᾶς ἀλαζονικῆς κοινωνίας ὅπου τά πάντα μᾶς κατευθύνουν πρός τό συμφέρον, τόν καταναλωτισμό, τή δόξα, τήν ἐπίδειξη, τήν ἐξουσία. Τή σύγχρονη ζωή τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ καί τῆς μεζούρας, τοῦ ἔχειν καί τοῦ φαίνεσθαι. Τή ζωή πού πασχίζουμε νά γεμίσουμε μέ ἀγαθά, μέ ἀποτέλεσμα νά μή μᾶς μένει χρόνος νά γνωρίσουμε καί νά ἀγαπήσουμε τόν ἑαυτό μας καί νά δώσουμε νόημα στήν ὕπαρξή μας. Ἐξαντλούμαστε στή χωρίς σταματημό ἀναζήτηση τοῦ μελλοντικοῦ “ἐπί πλέον”, χάνοντας τήν ἀπόλαυση τοῦ τωρινοῦ ὑπαρκτοῦ. Κι ἔτσι, κάθε παρόν χάνει τή σημασία του ἀπό τή διαρκῆ προσδοκία τοῦ μέλλοντος καί “στραγγίζει πρίν κἄν γεμίσει”. Κι ὅταν ἡ ζωή κάθε καινούργιου μετρᾶ λίγες μέρες, μέχρι τήν ἐμφάνιση τοῦ ἑπόμενου καινούργιου, ὅταν κάθε νέο θάβεται πρίν προλάβει νά στεριώσει, χωρίς νά προλάβουμε νά γονιμοποιήσουμε τίς δημιουργικές του δυνατότητες».

Νά γιατί ἔχουμε ἀνάγκη τόν Παπαδιαμάντη σήμερα. Ὁ ἤρεμος καί βαθύτατα παρηγορητικός του λόγος λειτουργεῖ ὡς ψυχικό ἀντίβαρο ἀπέναντι σ’ ἕναν κόσμο πού δέν ἔχει στό λεξιλόγιό του ἔννοιες ὅπως ἀλληλεγγύη, συντροφικότητα, φιλαλληλία, γενναιοδωρία, ἀνιδιοτέλεια. Διαβάζοντας τά διηγήματά του συνειδητοποιοῦμε τήν πορεία τοῦ σύγχρονου δυτικοῦ ἀνθρώπου, πού ἔχοντας πάρει τόν μονόδρομο τῆς λογικῆς καί τῆς ἀνάλυσης, κατακερμάτισε τή γνώση τοῦ κόσμου σέ ἐπί μέρους γνώσεις, σέ ὀρθολογικές ἑρμηνεῖες καί σέ ὠφελιμιστικές στρατηγικές, ἐξοστρακίζοντας ἀπό τή ζωή του τήν τυχαιότητα, τόν ποιητικό ρεαλισμό, τήν ὑπερβατικότητα, τήν πίστη, τή μεταφυσική.

Τί σπουδαῖο δῶρο μᾶς κάνει ὁ μέγας Σκιαθίτης! Μᾶς δείχνει τόν δρόμο γιά νά ἀναστοχαστοῦμε τή ζωή μας, νά νοιώσουμε πόσο ἐγκλωβισμένοι εἴμαστε σέ πράγματα ἀνούσια, ἄχρηστα, ἄνοστα, πού δέν ἀφήνουν στό διάβα τους παρά μιά γεύση ἄσκοπου χρόνου, ματαιότητας καί ξοδεμένης ἐνέργειας.

Ὁ Παπαδιαμάντης ἀναγόρευσε τήν ἁπλότητα καί τή λιτότητα σάν στάση ζωῆς. Μέσα στόν ἀσκητισμό καί τή φτώχεια ἄρδευε τίς τεράστιες πνευματικές δυνάμεις γιά νά φτιάξει τά ἀριστουργήματά του. Ἦταν εὐτυχής ἀπολαμβάνοντας τό δῶρο τῆς ζωῆς, ἔτσι ὅπως τή βίωνε στήν οὐσία τῆς πνευματικότητας πού τῆς προσέδιδε. Ἔζησε ἀσκητικά καί ταπεινά σάν μοναχός, ἀρνιόταν κάθε ἐπίδειξη, δέν τόν ἐνδιέφερε νά δείξει σέ κανέναν τίποτα, ἔφτασε νά ἀπαρνηθεῖ τήν ἀρχοντική καταγωγή τῆς μητέρας του, τό γένος Μωραΐτη, μιᾶς ἀρχοντικῆς οἰκογένειας ἀπό τόν Μυστρᾶ, πού ἐγκαταστάθηκε στή Σκιάθο πρός τό τέλος τοῦ 18ου αἰῶνα.

Μακριά ἀπό τούς λογίους, τούς δημοσιογράφους καί τήν κοινωνία τῆς ἐποχῆς του, ἔζησε στά γραφικά ξωκκλησάκια, κοντά στούς ἁπλούς κι ἀδιάφθορους ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ, μέσα στή φύση, στή μοναξιά καί τή σιωπή, στήν ψυχική καί πνευματική ἀπομόνωση, τίς στιγμές ἐκεῖνες πού θά ἀποτυπώσει ἀργότερα στά 175 διηγήματά του, ἀγγίζοντας μέ ἕναν μοναδικό τρόπο τήν οὐσία τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Τό καλό καί τό κακό γιά τό ὁποῖο εἶναι ἱκανός ὁ ἄνθρωπος, τό πιό θαυμαστό, ἀλλά καί τό πιό εἰδεχθές, πού κρύβει ὁ καθένας μας μέσα του.

Ὁ Παπαδιαμάντης, μέσα στήν ἀσκητική, λιτή καί μακριά ἀπό κάθε κοσμική ἀναζήτηση ζωή του, εἶχε ἕναν ἔμφυτο καί βαθύ σεβασμό γιά τήν ἀξία τῆς ζωῆς, αὐτῆς καθ’ αὑτῆς. Γιά τό μεγαλεῖο τῆς ὕπαρξης, ἐκεῖ πού τό ἀχανές σύμπαν συναντᾶ τόν μικροσκοπικό ἄνθρωπο, δίνοντάς του μιά οἰκουμενική ἀξία μέσα στή μικρότητα καί τήν ἀσημαντότητά του.

Τό βλέμμα του στέκεται μέ καταπληκτική διορατικότητα, ἐνσυναίσθηση καί τρυφεράδα, συχνά μέ χιοῦμορ (ναί, ναί, εἶχε καί χιοῦμορ ὁ Παπαδιαμάντης!), ἀλλά καί μέ ὀξύ κριτικό πνεῦμα καί ἀπαράμιλλη δεινότητα δημοσιογραφικῆς καταγραφῆς, σέ ὅσα συμβαίνουν γύρω του, καί σάν περισκόπιο τά ἐντοπίζει καί τά μεταφέρει στά διηγήματά του μέ ἐνάργεια πού κρύβει ὅμως βαθύτατη γνώση. Μέ μία ἀκρίβεια μοναδική, περιγράφει τά τοπία τῆς Σκιάθου, τίς ρεματιές, τά ρυάκια, τίς βρύσες, τίς τοποθεσίες μέ τά τοπωνύμιά τους, τή χλωρίδα, τήν πανίδα, τίς καλλιέργειες, τίς ἀγροτικές ἐργασίες, τά ψαρέματα, τά προϊόντα καί τά ἐδέσματα τοῦ νησιοῦ.

Γίνεται ἔτσι ταυτόχρονα χρονογράφος, λαογράφος καί ἠθογράφος τῆς ἐποχῆς του!

Ὅπως βλέπουμε στά σχετικά ἀποσπάσματα τῶν διηγημάτων του, πού ὑπάρχουν στά 30 κεφάλαια τοῦ βιβλίου τοῦ Γιώργου Πίττα, ὁ Παπαδιαμάντης γνωρίζει ἐξ ἴσου καλά τήν τέχνη τοῦ καραβομαραγκοῦ, κάνοντας λεπτομερέστατες περιγραφές τῆς μαστοριάς του καί τῶν ἐργαλείων του στούς ταρσανάδες τοῦ νησιοῦ, ἀπαριθμεῖ δεκάδες φυτά, βότανα καί δέντρα τῆς σκιαθίτικης φύσης, παρουσιάζει τρόπους καλλιεργειῶν καί ποτισμάτων, περιγράφει τήν παρασκευή σκιαθίτικων ἐδεσμάτων, ἐνῷ ἐκπληκτικῆς ὀμορφιᾶς εἶναι οἱ περιγραφές του ἀπό τσιμπούσια καί γλέντια στήν ὕπαιθρο, στίς ταβέρνες καί στά καφενεῖα.

Γράφει σχετικά ὁ Ζήσιμος Λορεντζᾶτος: «Ὁ Παπαδιαμάντης στό τιμόνι ξέρει τή γλῶσσα τοῦ τιμονιέρη, στή γέννα ξέρει τή γλῶσσα τῆς μαμῆς, στό ξόδι τή γλῶσσα τῆς μοιρολογήτρας, στό παιχνίδι τή γλῶσσα τῶν παιδιῶν, ὅλες τίς γλῶσσες αὐτές μιλημένες ἀπό πρῶτο χέρι καλύτερα ἀπό τόν τιμονιέρη, τή μαμῆ, τή μοιρολογήτρα, τά παιδιά, καί ὅλες φορεμένες πάντα τή δική του ἀπαρομοίαστη γλῶσσα πού δέν παραγνωρίζεται μέ τίποτα καί τήν ξεχωρίζεις ἀπό μακριά, σά μιά πολιτεία πού “οὐ δύναται κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη”».

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, γιά τόν ὁποῖον ὁ Μίλαν Κούντερα ἔγραψε πώς εἶναι ὁ σημαντικώτερος Ἕλληνας πεζογράφος, «δανείζεται» τό φυσικό περιβάλλον τοῦ νησιοῦ του, ψυχογραφῶντας τούς ἁπλούς, ταπεινούς ἀλλά καί ταλαιπωρημένους ἀπό τίς στερήσεις καί τά πάθη τους ἀνθρώπους, καί κάνει τόν μικρόν αὐτόν τόπον μέγαν, ἀποθησαυρίζοντας τόν παράξενο τρόπο ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, τό κλειδί τῆς ἐθνικῆς μας ἰδιαιτερότητας.

Ὡστόσο, ὅπως ἐμφατικά σημειώνει ὁ Πίττας, τό ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη δέν μπορεῖς νά τό προσεγγίσεις ἀνέμελα, ἀντιμετωπίζοντάς το λογοτεχνικά, αἰσθητικά ἤ ἠθογραφικά, ὅπως ἕνα ὁποιοδήποτε ἄλλο λογοτεχνικό κείμενο. Γιά νά μπεῖς στόν «κόσμο τοῦ Παπαδιαμάντη» ἀπαιτεῖται νά προετοιμαστειῖς καταλλήλως, γιά παράδειγμα ὅπως εἰσέρχεται κανείς σ’ ἕνα ξωκκλήσι τοῦ Αἰγαίου, μέ ταπεινότητα καί εὐλάβεια. Εἶναι χαρακτηριστικά τά λόγια τοῦ Ἠλία Παπαδημητρακόπουλου: «Ἡ εἴσοδος στόν κόσμο τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπαιτεῖ καί μιά ψυχική προετοιμασία, κάποιο εἶδος νηστείας καί προσευχῆς. Εἶναι ἕνας κόσμος πού ἐκ προοιμίου ἀποκλείει κάθε μορφή ἀλαζονείας: ὁ ἀναγνώστης εἰσέρχεται χάριν ταπεινώσεως…».

Ὁ Παπαδιαμάντης τελικά μέ τό έργο του καταφέρνει (ὅπως σχολιάζει ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης στό δοκίμιό του «Ἡ μαγεία τοῦ Παπαδιαμάντη») νά μετατρέψει τήν πεζή καί ἄχαρη καθημερινότητα, τήν ταπεινή ζωή καί τό ἦθος τῶν κατοίκων τῆς Σκιάθου σέ ποίηση, αἰσθητικό καί πνευματικό γεγονός πανανθρώπινης ἀξίας, μέ ἀποτέλεσμα χάρη σ’ αὐτόν «τὰ ἑξήντα περίπου τετραγωνικὰ χιλιόμετρα τοῦ νησιοῦ του μὲ τὶς τρεῖς χιλιάδες ψυχὲς νὰ ἀποκτήσουν τὴ σημασία ὁλόκληρης ἠπείρου» καί ἔτσι μέ τόν τρόπο αὐτόν ἀπό παντογνώστης τῆς ἐντοπιότητας νά κερδίσει μιά ξεχωριστή θέση στό βάθρο τῆς οἰκουμενικότητας.

Γι’ αὐτό, ἄς κρατήσουμε σάν προσευχή τήν προτροπή τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη: «Ὅπου καὶ νὰ σᾶς βρίσκει τὸ κακό, ἀδελφοί, ὅπου καὶ νὰ θολώνει ὁ νοῦς σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμὸ καὶ μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη».


Πέμπτη 8 Αυγούστου 2024

Νόβακ Τζόκοβιτς: Η φωνή των αποκλεισμένων από τη «συμπερίληψη»


αναδημοσίευση: ΕΝΔΟΤΟΠΟΣ



Το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο του Νόβακ Τζόκοβιτς επέστεψε μια μεγάλη σταδιοδρομία, η οποία περιλαμβάνει 24 τίτλους Grand Slam, συμπεριλαμβανομένου ενός ρεκόρ 10 τίτλων στο Αυστραλιανό Όπεν. Γίνεται μάλιστα ο μόλις πέμπτος παίκτης στην ιστορία του αθλήματος, ο οποίος επιτυγχάνει το λεγόμενο «Golden Slam», δηλαδή έχει επιπλέον κερδίσει τον χρυσό ολυμπιακό τίτλο. Οι άλλοι τέσσερις αθλητές, οι οποίοι έχουν πετύχει κάτι ανάλογο είναι ο Ραφαέλ Ναδάλ, η Σερένα Ουίλιαμς, ο Αντρέ Αγκάσι και η Στέφι Γκραφ.

Είναι, όμως, εντυπωσιακή η δημοτικότητα του αθλητή, ο οποίος λίγα μόλις χρόνια αφότου είχε καταστεί διεθνές μαύρο πρόβατο, καθώς είχε αρνηθεί να εμβολιαστεί για τον κορονοϊό, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του από αγώνες, ακόμη και την κράτησή του σε χώρο κράτησης παράτυπων μεταναστών στην Αυστραλία. Ο ύψιστος φετινός άθλος του απέσπασε μία συνολική επιδοκιμασία από όλο το φίλαθλο κοινό, καθώς μάλιστα ο 37χρονος πλέον υπεραστέρας του τένις, ο Σέρβος Τζόκοβιτς, κατόρθωσε να νικήσει τον νεότερο και πλέον φέρελπι μεγάλο αστέρα του αθλήματος, τον Ισπανό Κάρλος Αλκαράθ.

Ο Τζόκοβιτς έχει, πάντως, καταστεί ιδιαιτέρως ένα σύμβολο για όσους θεωρούν τους εαυτούς τους αποκλεισμένους από μία ολυμπιακή εορτή, η οποία έχει ως κύριο σύνθημά της τη συμπερίληψη. Θα άξιζαν ορισμένοι στοχασμοί για αυτό το παράδοξο, αφορμώμενοι από τη λαϊκή λατρεία, ιδίως στη Σερβία, προς τον Τζόκοβιτς, αλλά και σχετικοί προς ορισμένα βασικά διακυβεύματα της εποχής μας.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλες θρησκείες με αξιώσεις παγκοσμιότητας, οι οποίες δεν βασίζονται στον εξαιρετισμό (δηλαδή τον εξαιρετικό χαρακτήρα ενός μόνο λαού, έθνους, κάστας, κοινωνικής ομάδας κ.ο.κ.) ξεκινούν ως χειραφετητικά αιτήματα μέγιστης συμπερίληψης, αλλά δημιουργούν νέους αποκλεισμένους. Λ.χ. ο Χριστιανισμός ξεκίνησε με ένα καινοτόμο όραμα καθολικότητας και ισότητας ανδρών και γυναικών, ελευθέρων και σκλάβων, Ιουδαίων, Ελλήνων και Ρωμαίων· προκάλεσε, όμως, τους δικούς του αφορισμούς, με αποτέλεσμα, όταν βασίστηκε σε αυτόν η κοινωνική και πολιτική συνοχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το Βυζάντιο μακροπρόθεσμα να αποξενωθεί από τους ανατολικούς πληθυσμούς και να χάσει την πολιτισμική μάχη με το Ισλάμ. Το Ισλάμ, από τη μεριά του, ξεκίνησε με ένα πολύ δυναμικό όραμα ισότητας της θρησκευτικής κοινότητας της Ούμμα, το οποίο του εξασφάλισε μεγάλο δυναμισμό στον ιεραρχημένο μεσαιωνικό κόσμο, αλλά και σημαντικές νίκες έναντι ευρασιατικών συστημάτων με κάστες. Στην πορεία, όμως, οδηγήθηκε σε ένα σύστημα ενθυλακωμένων ετεροτήτων, με αποτέλεσμα οι πολυπολιτισμικές πλην ανομοιογενείς κοινωνίες του να μην αντέξουν στις προκλήσεις της νεωτερικότητας, που απαιτούσε πολιτική ομοιογένεια.

Η ιδεολογικοποίηση της συμπερίληψης

Οι φετινοί Ολυμπιακοί Αγώνες χαρακτηρίζονται από τη μέγιστη έως τώρα ιδεολογικοποίηση, όπου μάλιστα η κυρίαρχη δυτική woke κουλτούρα έχει λάβει έναν οιονεί «θρησκευτικό» χαρακτήρα λ.χ. με την παρουσίαση τρανς θηλυκοτήτων να αναπαριστούν ένα παγανιστικό «συμπόσιο των θεών» (πίνακας του Ολλανδού ζωγράφου Γιαν φαν Μπάιλερτ), υπαινισσόμενες, όμως, ταυτόχρονα και τον Μυστικό Δείπνο του Λεονάρντο ντα Βίντσι, τον οποίο άλλωστε φέρεται να είχε υπ’ όψη του ο μεταγενέστερος Ολλανδός ζωγράφος. Η woke κουλτούρα αποτελεί μία ιδιότυπη σύνθεση της ύστερης νεωτερικότητας, ένα νέο «μάγμα» (για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο του Κορνήλιου Καστοριάδη) από ιδέες, σύμβολα και φαντασιώσεις. Κατ’ αρχήν, ετυμολογικά, ο όρος «woke» παραπέμπει σε μία ηθική «αφύπνιση», σε μία ηθική αναπαρθένευση του βλέμματος βάσει της οποίας αυτό που μέχρι πρότινος φάνταζε φυσικό σήμερα θεωρείται ηθικώς ανεπίτρεπτο, όπως λ.χ. το να σκοτώνουμε μη ανθρώπινα ζώα για κατανάλωση ή όπως κάποια είδη ερωτικής παρενόχλησης και άλλων πρακτικών με τα οποία ακόμη και οι παραδοσιακές κοινωνίες ήταν συμβιβασμένες. Αυτή η «κουλτούρα ακύρωσης», η οποία μεταβαίνει οπισθοβατικώς από το μέλλον και το παρόν προς το παρελθόν, προκειμένου να «ακυρώσει» αναδρομικά ακόμη και καταξιωμένες διασημότητες ζώντων και τεθνεώτων αποτελεί οπωσδήποτε μία εκκοσμίκευση της χριστιανικής εσχατολογίας. Είναι κυρίως στον Ιουδαιοχριστιανισμό που βρίσκουμε ένα πνεύμα κλήσης για μετάνοια, η οποία μπορεί να μηδενίσει δραστικά ό,τι ως τώρα θεωρείται φυσικό και αναμενόμενο και μάλιστα να πορευθεί κρίνοντας «εσχατολογικώς» και τα περασμένα, δηλαδή κρίνοντας ακόμη και το παρελθόν με καινούργια κριτήρια του μέλλοντος, που δεν ίσχυαν την εποχή που είχαν δράσει ηθικώς οι προγενέστεροι.

Προτεσταντισμός και woke κουλτούρα

Μάλιστα, ως έντονος ηθικισμός η «woke» κουλτούρα ακύρωσης ομοιάζει περισσότερο με τον Προτεσταντισμό, δηλαδή τη χριστιανική ομολογία με τη μεγαλύτερη ηθική βία στην απολυτότητα των κρίσεών της. Θα άξιζε να βρεθεί ένας σύγχρονος Μαξ Βέμπερ να αναλύσει τη γέννηση της woke κουλτούρας από το πνεύμα των μακροχρόνιων προτεσταντικών εθισμών. Το πνεύμα αυτό της woke κουλτούρας είναι, όπως και στον καπιταλισμό, αυτό της δυνητικής ισότητας. Με τη μετατόπιση από την κοινωνικο-οικονομική ισότητα στην ηθική συμπερίληψη, τονίζεται η σημασία του να εντάσσονται στη δημόσια ορατότητα όλοι οι πρώην περιθωριακοί και να αποκτούν ίσα δικαιώματα στη σφαίρα του δυνητικού. Το αν όντως θα υπάρξει μία συλλογική κοινωνική πραγμάτωση της ανθρώπινης καθολικότητας δεν είναι κάτι που παρουσιάζεται ως αναγκαίο.

Το πνεύμα αυτό αποτελεί κατ’ αρχήν μία γνήσια ηθική αφύπνιση. Κατά τη γνώμη του γράφοντος, υπάρχει ένα ηθικό μεγαλείο στο να αλλάζει τόσο ραγδαία η παραδοσιακή έννοια του γάμου, να αποσυνδέεται δραστικά από τη βιολογική αναπαραγωγή και να συνδέεται με μια πολύ καθαρότερη έννοια αγάπης και μη βιολογικής τεκνοθεσίας (παρά τις σφοδρές αντιδράσεις παραδοσιαρχικών Xριστιανών προς τη woke κουλτούρα, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς ότι η αξίωση για καθαρή αγάπη χωρίς βιολογικές σκοπιμότητες, όπως και η υπεροχή της τεκνοθεσίας έναντι της φυσικής αναπαραγωγής είναι θεμελιώδη καινοτόμα στοιχεία που κυρίως ο Xριστιανισμός εισήγαγε στη νοοτροπία της ανθρωπότητας). Ταυτοχρόνως, δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι το πνεύμα δυνητικής ισότητας που καθιερώνει η woke κουλτούρα με το να επιμένει στη συμπερίληψη επιμέρους κοινωνικών ομάδων, χωρίς να εγγυάται συλλογική κοινωνική πραγμάτωση, ομοιάζει με αυτό του καπιταλισμού της ύστερης νεωτερικότητας, δηλαδή της εποχής όπου ο καθένας μπορεί να είναι «μάνατζερ του εαυτού του», αντί για προλετάριος, σε ένα σύστημα με κοινωνική κινητικότητα, καταλήγοντας, όμως, επισφαλής «κογκνιτάριος», αν έχει τη μόρφωση, ή ευάλωτος εργασιακά «πρεκάριος», ενώ σε κάθε περίπτωση ο παράδεισος της πραγματικής ανέλιξης και αυτοπραγμάτωσης περιορίζεται σε δραματικά ελάχιστους.

Νεοφιλελεύθερος κρατισμός

Ενώ η νοοτροπία της ηθικής αφύπνισης μπορεί να γενεαλογείται από τον Xριστιανισμό και δη τον Προτεσταντισμό, που είναι η ομολογία του μέγιστου συνδυασμού δυνητικής ισότητας και πραγματικής ανισότητας (σημειωτέον ότι στην καλβινική εκδοχή υπάρχει οντολογική ανισότητα σωσμένων και κολασμένων, η οποία, όμως, είναι ιστορικώς κρύφια, εξ ου και προκύπτει ένας ψυχαναγκασμός ορατής επίδειξης του πλούτου ως τεκμήριου σωτηρίας), υπάρχει ένα στοιχείο που συνδέει τη woke κουλτούρα ειδικά με τη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του καπιταλισμού της ύστερης νεωτερικότητας: Αυτό είναι ο έντονος ρόλος που παίζει το κράτος. Η παροχή συμπερίληψης και δικαιωμάτων σε επιμέρους έως πρότινος περιθωριακές ομάδες είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να επιτευχθεί οργανικά από την ίδια την κοινωνία, εφόσον στην κοινωνία κυριαρχεί ο «λαϊκισμός», δηλαδή η καταπίεση των μειονοτικών κοινωνικών ομάδων από την τυραννία της πλειονότητας. Για τον λόγο αυτό χρειάζεται ένα ολοένα και πιο γιγαντούμενο κράτος να προστατεύει τις μειονοτικές ομάδες από τον λαό στο πλαίσιο ενός καπιταλισμού της επιτήρησης. Το αποτέλεσμα είναι ένα απολύτως πατερναλιστικό κράτος, το οποίο νιώθει την υποχρέωση να επιτηρεί τις ζωές των πολιτών, για να προστατεύει τις κοινωνικές μειονότητες, προσποριζόμενο στην πορεία όποια οφέλη φέρνει αυτή η εποπτεία στην κατεύθυνση της καταστολής πραγματικά ενοχλητικών ετεροτήτων.

Αυτό το ιδιαζόντως γιγαντιαίο πατερναλιστικό κράτος (ή διακρατικοί θεσμοί), πάντα με τη συνδρομή καθεστωτικών διανοουμένων, ταιριάζει με μια νεοφιλελεύθερη εκδοχή του καπιταλισμού, ενώ σε παλαιότερες εποχές μπορεί να ήταν φιλελεύθερο ιδεώδες είτε η μείωση του κράτους, είτε κάποια άλλη μορφή γόνιμης κρατικής παρέμβασης στον ιδιωτικό ανταγωνισμό. Η μεγέθυνση του κράτους βεβαίως είναι ένα γενικότερο αίτημα της εποχής μας, σε μια περίοδο όπου κυριαρχούν διεθνώς ποικιλόμορφα υβρίδια καπιταλισμού και «κομμουνισμού» (=κρατικού καπιταλισμού). Μάλιστα ο καπιταλισμός σε κρίση έχει ανάγκη για να σωθεί από έναν κρατικώς εκπορευόμενο πολεμικό κεϋνσιανισμό, ο οποίος, όμως, είναι λιγότερο αποτελεσματικός από τον πρωτότυπο της δεκαετίας του 1940, καθώς σήμερα σύνολη η Δύση βρίσκεται σε μεγαλύτερη κρίση, ύστερα από την αποαποικιοποίηση και τη νέα πολυπολικότητα. Σε κάθε περίπτωση, το κράτος του καπιταλισμού της επιτήρησης διαπρέπει κατ’ εξοχήν στην επιβολή βιοπολιτικών μέτρων, δηλαδή κανονισμών, οι οποίοι διεισδύουν στον βίο των πολιτών, στη βιολογία τους.

Ποιους αποκλείει η συμπερίληψη;

Το όραμα της συμπερίληψης είναι ένα χαρακτηριστικά νεωτερικό πρόταγμα: Περιλαμβάνει λ.χ. τον φεμινισμό, κυρίως ως νομική ισότητα ανδρών και γυναικών, την υπέρβαση του φυλετικού ρατσισμού, την άρση μορφών κοινωνικού ρατσισμού, όπως λ.χ. αυτού ενάντια στην αναπηρία, την παχυσαρκία, την ορατότητα πολλών διαφορετικών επιτελέσεων έμφυλης ταυτότητας και ερωτικού προσανατολισμού, ακόμη και τον αντισπισισμό, δηλαδή τον σεβασμό στη ζωικότητα των μη ανθρώπινων ζώων, στο δικαίωμά τους να πραγματώνουν την ιδιάζουσα σε αυτά κίνηση και αισθητικότητα, χωρίς να μετατρέπονται σε μηχανές. Όλα αυτά είναι προοδευτικές κατακτήσεις και ένας άνθρωπος αντιστασιακός προς την εξουσία και γνησίως αγαπών την ελευθερία και την ισότητα θα τα χαιρετίσει, χωρίς να ταυτίζεται με όσους από συντηρητισμό φετιχοποιούν παραδοσιακές σχέσεις που περιείχαν καταπιεστικούς θεσμούς αδιαφάνειας και καταστολής. Ταυτοχρόνως, μπορούμε πλέον να ομολογήσουμε ότι πρόκειται για ένα όραμα το οποίο υφίσταται ανάκτηση και επανοικειοποίηση (récupération κατά την ορολογία του Αλαίν Μπαντιού) από την κρατική εξουσία. Το να πέφτει θύμα της κρατικής εξουσίας ένα χειραφετητικό όραμα δεν είναι κάτι καινούργιο στην ιστορία της ανθρωπότητας, αντιθέτως είναι μάλλον ο κανόνας της. Λ.χ. το χριστιανικό όραμα για ανθρώπινη καθολικότητα, κατάργηση της δουλείας κ.ο.κ. οδήγησε σε μία αυτοκρατορική εξουσία αλλεργική προς την ετεροδοξία και εντέλει σε Σταυροφορίες και Ιερές Εξετάσεις. Παρομοίως, ο κοινωνικός εξισωτισμός του Ισλάμ οδήγησε σε ιερούς πολέμους ενθυλακώσεως ετεροτήτων σε εξαιρετικά άνισες «πολυπολιτισμικές» κοινωνίες των πολλών «μιλιετιών». Οφείλουμε να είμαστε σε επαγρύπνηση ότι μια παρόμοια ανάκτηση και επανοικειοποίηση χειραφετητικών ιδεολογιών λαμβάνει χώρα από το κράτος του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.

Το κατ’ εξοχήν φιλοσοφικό και υπαρξιακό ερώτημα που αξίζει να τεθεί είναι ποιοι είναι οι αποκλεισμένοι από τη συμπερίληψη. Ως προς αυτό το μείζον ερώτημα της εποχής μας, είναι οξύτομη η διάγνωση του Τζόρτζιο Αγκάμπεν: Οι αποκλεισμένοι από τη συμπερίληψη είναι όσοι δεν συμβιβάζονται με την κρατική βιοπολιτική. Προσφάτως, λ.χ. αποκλεισμένοι ήταν οι ανεμβολίαστοι, οι οποίοι λοιδορήθηκαν ως «ψεκασμένοι».

Ειδικά στο μεγάλο ιδεολογικό πανηγύρι της συμπερίληψης, που φιλοδόξησαν να αποτελέσουν οι φετινοί Ολυμπιακοί Αγώνες, υπήρχαν και άλλοι αποκλεισμένοι. Λ.χ. η (αισθητικώς και φιλοσοφικώς οπωσδήποτε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα) επιλογή να μετατραπεί όλη η Πόλη των Φώτων σε ένα στάδιο, στο οποίο μεταλαμπαδεύτηκε η ολυμπιακή φλόγα διά της υδάτινης οδού της θεοποιημένης «Σηκουάνας» (θηλυκό το όνομα του Σηκουάνα στα γαλλικά, παραπέμποντας σε νύμφη των υδάτων), παρόλη την ανήκεστη και ματαιωτική βρομιά της, είχε ως αποτέλεσμα να βρεθούν αποκλεισμένοι οι κάτοικοι μέσα στην ίδια την πόλη τους. Κάποιος μπορεί να πει ότι αξίζει ένας ολιγοήμερος αποκλεισμός στον βωμό του παγκόσμιου θεάματος (τον οποίο, παρεμπιπτόντως, υπαινίχθηκε ο σκηνοθέτης Τομά Ζολί με το catwalk της πασαρέλας να μετατρέπεται σε Αγία Τράπεζα της Ευχαριστίας). Είναι, όμως, πραγματικά ολιγοήμερος ο αποκλεισμός; Λόγω του σύγχρονου «καπιταλισμού της πλατφόρμας» (κατά την έκφραση του Νικ Σέρνιτσκ) οι περισσότερες πόλεις που πάσχουν από υπερτουρισμό αποκλείουν τους κατοίκους τους από το παραδοσιακό ιστορικό κέντρο, το οποίο εγκαταλείπεται στην ολιγοήμερη ενοικίαση για τουρίστες με τρόπο που καταργεί την πολιτική συνοχή του άστεως και την ύπαρξη γειτονιών. Στην πραγματικότητα, η εορτή της συμπερίληψης αισθητοποίησε με το θέαμά της έναν γενικότερο αποκλεισμό που υπάρχει σε όλες τις σύγχρονες πόλεις, δηλαδή τον αποκλεισμό των κατοίκων από το «χαμένο κέντρο» (για να θυμηθούμε τον Ζήσιμο Λορεντζάτο). Ειδικότερα, εκδιώχθηκαν οι άστεγοι. Και αν αυτό φαίνεται ως μια «λαϊκιστική» ένσταση (άλλωστε σε όλους τους Ολυμπιακούς έχουμε παρόμοια φαινόμενα που καταδικάζονται ηθικώς, όπως λ.χ. εκτοπισμό αστέγων και φτωχών ή, αντιστρόφως, αύξηση του εποχικού σεξοτουρισμού), ειδικά στο Παρίσι χάθηκε το «πνεύμα» της πόλης, αυτό των «Αθλίων» του Βίκτωρος Ουγκώ, των καυσοκαλυβιτών κλοσάρ που ύμνησε ο υπαρξισμός ενός Σαρτρ.

Υπήρξαν, όμως, και διπλά στάνταρ στον αποκλεισμό χωρών για λόγους γεωπολιτικών συγκρούσεων. Αποκλείστηκαν η Ρωσία και η Λευκορωσία, όχι, όμως, η χώρα που σκοτώνει αμάχους στη Μέση Ανατολή, ούτε οι νεο-αποικιοκρατικές δυνάμεις που έκαναν τις πολλαπλές εισβολές και πραξικοπήματα της παγκοσμιοποίησης κατά την περίοδο 1991-2014 (και συνεχίζουν ακόμη να προσπαθούν με μικρότερη επιτυχία). Μάλιστα η ιδεολογικοποίηση φέτος υπήρξε τέτοια που όλα αυτά τα διαφορετικά διακυβεύματα συνδυάστηκαν «γλυκά». Λ.χ. υπήρξε ένα, κατά τη γνώμη του γράφοντος, όντως δύσκολο ηθικό δίλημμα για το αν ένα πρόσωπο ίντερσεξ δικαιούται να συμπεριληφθεί σε αγώνες μποξ γυναικών. Πράγματι μπορεί να θεωρηθεί ότι το αίτημα συμπερίληψης οδηγεί σε μια ανάγκη να συμπεριλαμβάνονται ίντερσεξ πρόσωπα, που έχουν ζήσει όλη τους τη ζωή ως γυναίκες, σε αγώνες γυναικών, ακόμη και αν υπάρχει η υποψία ότι έχουν λ.χ. ανδρικά χαρακτηριστικά στο μυοσκελετικό τους σύστημα και στους πνεύμονες. Ασφαλώς, προκαλείται πολύ μεγαλύτερος προβληματισμός, αφενός από το γεγονός ότι πρόκειται για αγώνες, όπως του μποξ, με εγγενή βία, και, αφετέρου από το ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι καταστατικώς δυαδικοί και δεν μπορούν ακόμη να φιλοξενήσουν τους non binary (μη δυαδικούς) προβληματισμούς της woke κουλτούρας. Στο μέλλον αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να «διορθωθεί» και να έχουμε μη δυαδικούς αθλητικούς αγώνες, αλλά βασιζόμενους σε άλλα πιο μαθηματικοποιημένα κριτήρια, αν το woke μάγμα επικρατήσει ακόμη περισσότερο στις συνειδήσεις.

Εδώ, όμως, αξίζει να προσέξουμε τα εξής:

Πρώτον, η Ολυμπιακή Επιτροπή μέσω εκπροσώπου της με περισσή αλαζονεία επέμεινε ότι το κύριο κριτήριο για το αν ένα πρόσωπο είναι γυναίκα είναι το κρατικό διαβατήριο, δικαιώνοντας, θα τολμούσε να πει κανείς, πλήρως τον Αγκάμπεν για το πνεύμα της σύγχρονης βιοπολιτικής. «Έτσι είναι, αν έτσι γράφει το διαβατήριο που εκδίδουμε», για να παραφράσουμε τον Πιραντέλο.

Δεύτερον, το πνεύμα της συμπερίληψης των ίντερσεξ προσώπων συνδυάστηκε, όπως αναμενόταν, με μια έντονη ρωσοφοβία. Οποιαδήποτε αντίδραση θεωρήθηκε ως «ρωσόφιλη», εφόσον συντονιζόταν με τον αποκλεισμό της Αλγερινής αθλήτριας από Διεθνή Ομοσπονδία Πυγμαχίας, η οποία θεωρήθηκε γενικευτικά ότι είναι «ρωσοκρατούμενη».

Τρίτον, ακολούθησε μια φοβερή προοδευτική αλαζονεία να χαρακτηρίζονται ως «ψεκασμένοι» κ.ο.κ. όσοι έχουν ενστάσεις προς το να δέχεται μία cis-gender γυναίκα θεσμοποιημένη βία από ένα, κατά τα φαινόμενα, ίντερσεξ πρόσωπο, έστω στο πλαίσιο «συναινετικού» μποξ αγώνα. Οι ίδιοι «ψεκασμένοι» είναι, κατά τα φαινόμενα, αυτοί που προσβλήθηκαν από την απεικόνιση του Μυστικού Δείπνου του Ντα Βίντσι, επειδή δεν γνώριζαν ότι επρόκειτο για το «Συμπόσιο των θεών» του μεταγενέστερου Ολλανδού ζωγράφου. Ο τρέχων μεταμοντερνισμός φαίνεται να μας λέει: «Ο αναγνώστης δημιουργεί το νόημα. Όχι, όχι εσύ πλεμπαίε, εσύ να μορφωθείς για το ποιος είναι ο Ολλανδός ζωγράφος Γιαν φαν Μπάιλερτ και να μην είσαι συνωμοσιολόγος». (Μια μικρή πολιτικο-κοινωνιολογική παρατήρηση: Ήταν, στην Ελλάδα τουλάχιστον, περισσότερο οι αριστεροφιλελεύθεροι αυτοί που πλειοδότησαν σε αντιλαϊκή αλαζονεία, ενώ κατά κανόνα φιλελεύθεροι, κεντροδεξιοί και δεξιοί είχαν μια στοιχειώδη συμφωνία με anti-woke αριστερούς σε παρόμοιες ενστάσεις· ως προς αυτό υπήρξε στο συγκεκριμένο θέμα μια μικρή μετατόπιση στα μέτωπα που συνήθως παρατηρούνται στους πρόσφατους πολιτισμικούς πολέμους).

Δημιουργήθηκε, εντέλει, ένας πολιτισμικός πόλεμος, στον οποίο υπάρχουν μεγάλοι κίνδυνοι και από μια άλλη πλευρά. Η Αλγερινή αθλήτρια δέχτηκε ένα αβάστακτο μίσος, το οποίο δεν άξιζε, εφόσον δεν φάνηκε να υπάρχει ένα γενικό «σχέδιο» με δόλο, αλλά μόνο μια ή, έστω, δύο, περιπτώσεις ίντερσεξ προσώπων που διεκδίκησαν τη συμπερίληψή τους: κάτι που θα έπρεπε να είναι σεβαστό και να μην εκλύει βρομερούς ποταμούς κοινωνικού ρατσισμού, ούτε να συνασπίζει, δυστυχώς, ένα μέρος της αριστεράς με ιδεολογίες ακροδεξιές έως και φασίζουσες, επιβεβαιώνοντας ατυχώς τα βολικά στερεότυπα και τσουβαλιάσματα της κυρίαρχης ιδεολογίας. Είναι σε κάθε περίπτωση ενδιαφέρον πόσο διχασμό και πόλωση, έως και πολιτισμικό πόλεμο, παράγει το αίτημα της συμπερίληψης.

Τζόκοβιτς: μια «μορφή του μεσσιανικού»;

Η επίστεψη του Νόβακ Τζόκοβιτς με το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στην ολοκλήρωση μιας σταδιοδρομίας με νίκη επί του νεαρού Αλκαράθ έχει οδηγήσει στη μεγάλη δημοφιλία και πανθομολογούμενη καταξίωση ενός αθλητή που τελειώνει με ιδεώδη τρόπο μια απολύτως νικηφόρα καριέρα, αφήνοντας τη σκυτάλη σε νέες γενιές, όπως συμβαίνει και με τον ΛεΜπρόν Τζέιμς στο μπάσκετ. Υπάρχει, όμως, κάτι περισσότερο: Το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του λαού αναγνωρίζει στον Τζόκοβιτς μια λαϊκή αντιστασιακότητα. Σε μια Ολυμπιάδα, όπου ο Μυστικός Δείπνος «κρύφτηκε» πίσω από το παγανιστικό «Συμπόσιο των Θεών», ο Τζόκοβιτς επέδειξε με παρρησία το χριστιανικό σύμβολο του σταυρού εντός της πρωτεύουσας του εκκοσμικευμένου ρεπουμπλικανισμού, η οποία διακατέχεται από αλλεργία στα θρησκευτικά σύμβολα. Πρόκειται για μια σταυρική αρρενωπότητα που διεκδίκησε την ορατότητά της, με αποτέλεσμα να ταυτιστούν μαζί του όλοι όσοι διεκδικούν παραδοσιακές μορφές οικογένειας, οι οποίες πλήττονται όχι λόγω του εποικοδομήματος του «woke ολοκληρωτισμού», όπως θέλει η κλισέ έκφραση, αλλά λόγω του όντως υπαρκτού καπιταλιστικού «βελούδινου ολοκληρωτισμού», ο οποίος αποσαρθρώνει τις κοινωνίες στην απεδαφικοποιημένη τρέχουσα εκδοχή του. Μυστικό του Τζόκοβιτς είναι, επίσης, ότι αποτελεί μία ήρεμη και ήπια δύναμη, τονίζοντας κυρίως τον συναισθηματικό του αυτοέλεγχο.

Βεβαίως, είναι ποικίλα τα στοιχεία της προσωπικότητας και της ιστορίας του Τζόκοβιτς που για πολλούς τον καθιστούν μία σύγχρονη «μορφή του μεσσιανικού». Κατ’ αρχήν, η δυνατότητά του να μπαινοβγαίνει στον κόσμο της ελίτ μπορεί να συγκριθεί μόνο με αυτήν που βλέπουμε σε υπερήρωες των κόμικς. Γεννημένος στη Σερβία, δηλαδή στη μη αφομοιώσιμη μαύρη τρύπα της Ευρώπης, στη «μικρή Ρωσία» κατά τη δυτική οριενταλιστική ματιά, ανδρώθηκε αθλητικώς υπό τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς και κατόρθωσε να πρωτεύσει στο πλέον εμβληματικό άθλημα των ελίτ, στο τένις. Στη συνέχεια, όμως, η επιμονή του να αμφισβητεί την κυρίαρχη βιοπολιτική τον οδήγησε ακόμη και «να λογισθεί μετά παρατύπων μεταναστών», επανερχόμενος με τον πλέον εικαστικά εύγλωττο τρόπο στη θέση του αουτσάιντερ, αυτού που μπουζουριάζεται στο κρατητήριο μαζί με τους homines sacres των ανθρώπων χωρίς διαβατήρια. Το γεγονός ότι πέρασε ξανά από τη φυλακή στη νίκη των γηπέδων τον κατατάσσει, κυρίως για τους Ορθόδοξους θαυμαστές του, στην κατηγορία των τροπαιοφόρων αγίων, όπως ο βαλκανικός άγιος Δημήτριος του Σιρμίου και της Θεσσαλονίκης που οδήγησε σε πνευματική νίκη στη ρωμαϊκή αρένα ή ο άγιος Γεώργιος που αποτελεί σύμβολο του σερβικού εθνισμού ως θριαμβευτής επί του τερατώδους. Ο Τζόκοβιτς είναι λαοφιλής στην ιδιαίτερη πατρίδα του επίσης επειδή πρωτοστάτησε στον αγώνα να μην παραδοθούν τα σερβικά δάση στην εταιρεία Rio Tinto για εξόρυξη λιθίου. Με άλλα λόγια, σε έναν κόσμο εξημερωμένων διαφορετικοτήτων, υπερασπίστηκε την άγρια ετερότητα της δασικής φύσης. Σε μια εποχή αφομοιώσιμων κοινωνικών ομάδων, στάθηκε συχνά στην πλευρά του αναφομοίωτου άλλου, του ανθρώπου χωρίς κρατικές ιδιότητες (για να παραφράσουμε τον Ρόμπερτ Μούζιλ). Υπήρξε ένα «σημείον αντιλεγόμενον», ήταν μοναδική η ικανότητά του να εμπνέει εξίσου φανατική αγάπη και μίσος, διθυράμβους και ύβρεις, αποδεχόμενος αμφότερα με χαρακτηριστική θυμική αυτοσυγκράτηση, όπου ο αθλητικός αυτοέλεγχος συναντά τη χριστιανική πραΰτητα.

Γιατί δεν είναι βεβαίως τυχαίο ότι είναι Ορθόδοξος Χριστιανός. Αυτή τη στιγμή ο «Άξονας της Αντίστασης» στη νεοαποικιακή παγκοσμιοποίηση είναι ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός (σε μία περισσότερο σλαβική εκδοχή του) και το σιιτικό Ισλάμ, δηλαδή οι δύο ομολογίες, οι οποίες μειονεκτούν αριθμητικώς εντός κάθε αντίστοιχης θρησκείας (Χριστιανισμό και Ισλάμ εν γένει), έχουν περισσότερα χαρακτηριστικά οργανικού εξισωτισμού και έτσι παρουσιάζουν τη μέγιστη διαφοροποίηση από το πνεύμα του Προτεσταντισμού και της woke κουλτούρας που θεμελιώνεται στην ηθική και τη δυνητική ισότητα. Τη στιγμή αυτή μάλιστα, η woke ιδεολογία, παρά τα χειραφετητικά της προτάγματα, έχει καταστεί ασμένως το κύριο ιδεολογικό εποικοδόμημα του αμερικανοκίνητου πολιτισμικού ιμπεριαλισμού και της δυτικής νεο-αποικιοκρατίας σε σύγχρονες «ιριδοφορίες» που αντιγράφουν τις άλλοτε σταυροφορίες στο όνομα της χριστιανικής πίστης. Βεβαίως, το woke κίνημα έχει στοιχεία αναστοχασμού και αυτοκριτικής, λ.χ. είναι χαρακτηριστική η προνομιακή θέση που επεφύλαξε η Γαλλία σε αλγερινής καταγωγής αθλητές, όπως ο Ζινεντίν Ζιντάν, ενώ δεν είναι τυχαία και η υποστήριξη προς την Αλγερινή πυγμάχο, σε αγώνες με επίκεντρο ένα ποτάμι όπου άλλοτε είχαν πνιγεί εκατοντάδες Αλγερινοί διαδηλωτές από τη γαλλική αστυνομία. Σε αυτή την αυτοκριτική διάθεση, το woke κίνημα ακολουθεί άλλωστε τους προκατόχους του, τη μετανοητική διάθεση του Χριστιανισμού και τη μεθοδική αμφιβολία του Διαφωτισμού. Κανένα, όμως, από αυτά τα (όντως θαυμαστά) χαρακτηριστικά δεν εμπόδισε τα πνευματικά αυτά κινήματα να καταστούν καθεστωτικές ιδεολογίες και εποικοδομήματα του ολοκληρωτικού καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού.

Ο Νόβακ Τζόκοβιτς, ένας Σέρβος, ένας Ορθόδοξος, ένας φυλακισμένος, ένας οικολόγος προστάτης της άγριας δασικής φύσης της Σερβίας και εν ταυτώ ένας πορθητής του τένις, δηλαδή του εμβληματικού κάστρου των ελίτ, έχει χτυπήσει μια λαϊκή φλέβα σε σπάνιο βαθμό. Ασφαλώς, οποιαδήποτε αγιογραφία ενός αθλητή μπορεί να εκπέσει σε ειδωλολατρία και οποιοσδήποτε μεσσιανισμός σε αντιδραστικότητα. Αυτό που θα μείνει εντέλει μετά από το πέρασμα του Τζόκοβιτς από το άθλημα του τένις είναι κυρίως η διερώτηση για το τι πραγματικά σημαίνει συμπερίληψη σήμερα και για το ποιος είναι πραγματικά ο αποκλεισμένος που διεκδικεί την ορατότητα και τη φωνή του. Μια διερώτηση που παραμένει πάντα ανοικτή και ανθιστάμενη σε εύκολους αφορισμούς.



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη