Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εισηγήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εισηγήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Βασίλης Καραποστόλης, Η χριστιανική στάση απέναντι στα Κοινά

πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

[Εισήγηση του Βασίλη Καραποστόλη στην 3η Πανελλήνια συνάντηση Θεολόγων (Πανελλήνιος Θεολογικός  Σύνδεσμος «Καιρός»),  στις 6/9/2019]
Είναι ένα σημείο του καιρού μας,  και κάθε άλλο παρά ευοίωνο σημείο, ότι ο σύγχρονος άνθρωπος φαίνεται σαν να θέλει να αποσυρθεί από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει. Να αποσυρθεί, όχι με την έννοια της  εγκατάλειψης ενός  άβολου τόπου, αλλά με μιαν άλλη, παράδοξη, που δείχνει πως η ψυχή του καταλαμβάνεται όλο και περισσότερο από ένα μείγμα οκνηρίας, δειλίας και καιροσκοπισμού. Θέλει να κρατά μια αυξομειούμενη απόσταση από τα πράγματα, ώστε να μπορεί να αποσπά απ’ αυτά οτιδήποτε πρόσφορο για το συμφέρον του, αν δει πως δεν θα του κοστίσει σε περιπέτειες οι οποίες δεν ξέρει πού θα τον βγάλουν. Παρατηρεί,  και καιροφυλακτεί αδρανώντας. Αλλά ένας τέτοιος κόσμος κατοικημένος από ανθρώπους που προσπαθούν να τον χρησιμοποιήσουν με τον πιο πρόχειρο και άμεσο τρόπο αντί να τον ζήσουν, έτσι όπως θα ζούσε ένας  ένοικος μέσα στην ασφάλεια και την τάξη του σπιτιού του, τι είδους κόσμος είναι; Η πρώτη απάντηση που μπορούμε να δώσουμε είναι ότι αυτό το οίκημα, ο κόσμος,  ορθώνεται πλέον σαν μια πελώρια κατασκευή που ενώ εξακολουθεί να περιβάλλει τα άτομα και τις  ομάδες, έχει πάψει να τα περιέχει. Ή  μάλλον, οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν πάψει να θεωρούν ότι τους  περιέχει. Με άλλα λόγια, αυτό που ονομαζόταν, κάποτε, Κοινά, η αίσθηση πως οι ανθρώπινες μονάδες βρίσκονται κάτω από την ίδια στέγη, διέρχεται σήμερα μια κρίση χωρίς προηγούμενο. Ποτέ στην ιστορία της  ανθρωπότητας δεν είχε εκδηλωθεί τόσο έντονη διάθεση φυγής από τον κόσμο. Ας  αναλογισθούμε για λίγο τι προηγήθηκε.
Η αρχαία ελληνική πόλις με τις λειτουργίες της  και τα ήθη της  που υποβαστάζουν τους νόμους, συγκρατεί μέσα στους  κόλπους της  τους  πολίτες και τους  κάνει συχνά να νιώθουν ταυτισμένοι με τις  τύχες της.  Ανάλογη, αν και μέσα από διαφορετικές διαδικασίες, είναι η θέση που παραχωρεί η Ρώμη στους πολίτες. Η πόλις γίνεται κράτος και το κράτος αποτελεί έμβλημα στο οποίο  αποτυπώνεται η ατομική ταυτότητα. Ο τρόπος που ο Ρωμαίος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του προκύπτει από τη σχέση του με τον κραταιό θεσμό, με τη στρατιωτική ισχύ, με το εκθαμβωτικό μεγαλείο μιας αυτοκρατορίας από την οποία λαμβάνει το ατομικό του μερίδιο. Αργότερα, στους Μεσαιωνικούς χρόνους, η κατάσταση αλλάζει, δεδομένου ότι το θάμβος της  εξουσίας δεν διαχέεται πλέον προς  τα κάτω. Οι ευγενείς κυβερνούν, οι ταπεινοί δουλεύουν. Παρ’ όλα αυτά, ανάμεσα  στους ταπεινούς διατηρείται η αίσθηση ότι βρίσκονται όλοι στην ίδια βάρκα, και από την άλλη, ότι το σκάφος των  ηγεμόνων ακολουθεί  περίπου τον ίδιο πλου. Οι διαφορές, οι αντιθέσεις των συμφερόντων υπάρχουν φυσικά και είναι οδυνηρά αισθητές, αλλά δεν φθάνουν να αποσυνθέσουν στην αντίληψη των ανθρώπων  μια ορισμένη ενότητα του κόσμου. Σ’ αυτό, βέβαια, συμβάλλει και η χριστιανική διδασκαλία. Με την αυξανόμενη επιρροή της  καλλιεργεί τη βεβαιότητα πως  ό,τι κι αν είναι ο επίγειος κόσμος είναι για  τους θνητούς κατ’ ουσίαν κοινός. Τα καθήκοντα για τους ανθρώπους, οι φροντίδες για την σωτηρία της  ψυχής τους, δεν διαφέρουν κατά άτομο ή κατά κοινωνική ομάδα ή τάξη. Όλοι προορισμένοι για τον ίδιο σκοπό, με την ίδια προσδοκία λυτρώσεως. Αυτήν ακριβώς την προοπτική, ή μάλλον τη μέθοδο για να την ακολουθήσει κάποιος αποδοτικά, την αμφισβήτησε ανοικτά, όπως γνωρίζουμε, η Μεταρρύθμιση. Από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει εδώ αρκεί να σημειωθεί ότι η προτεσταντική ανατροπή οδηγεί και παροτρύνει το άτομο σε μια ουσιαστικά μοναχική πορεία. Ο καθένας θα δώσει λογαριασμό στον Κύριο μόνος του, με τα έργα του από τα οποία το κυριότερο είναι η εμβάθυνση της  πίστης. Να είσαι μόνος και να προσπαθείς να σωθείς με την πίστη σου και ο μόνος που μπορεί να σε βοηθήσει για να ενισχύσεις την πίστη σου να είναι πάλι ο ίδιος ο Θεός, που θα σε κρίνει. «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ» μονολογεί ο πατέρας του δαιμονισμένου παιδιού στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο (9΄, 24). Πιστεύω, αλλά βοήθα με Κύριε να βγω από την απιστία.
Ανεξάρτητα από τις άλλες  συνέπειες που έχει αυτή η θεώρηση και τα δόγματα που γεννά, στη ψυχικοπνευματική σφαίρα εδραιώνεται το αίσθημα της  μοναξιάς. Το άτομο είναι μεν ενταγμένο σε μια κοινωνική δομή, εργάζεται, συντηρεί τον εαυτό του ή και την οικογένειά του και μπορεί επίσης  κάποια βράδυα  να απευθύνει προς  τον ύψιστο Κριτή του μια προσευχή που έχει πάντα μέσα της  μια πολύ δυνατή νότα απολογίας και ενοχής. Το άτομο δεν μοιράζεται με τα όμοιά του αυτό το βάρος, και γι’ αυτό ακριβώς ριζώνει η αμφιβολία σχετικά με το αν οι άλλοι, ο Άλλος, είναι ικανοί να παρηγορήσουν ή να στηρίξουν τον κάθε μοναχικό στον αγώνα του να γίνει καλύτερος, αγνότερος.
Από το σημείο αυτό εγκαινιάζεται μια νέα ιστορική φάση απόσπασης του ατόμου από τους  ομοίους του. Μπορεί μεν  να συνεργάζεται επαγγελματικά μαζί τους –κι αυτό υπαγορεύει η νέα βιομηχανική εποχή–, μπορεί να τους συναναστρέφεται ή να συναγελάζεται μ’ αυτούς –κι αυτό υπαγορεύει η μαζικότητα στην κοινωνική ζωή– όμως όλο και πιο δύσκολα θα δεχθεί να συμπράξει μαζί τους  για μια υπόθεση που ξεπερνά τα προσωπικά του οφέλη.
Όλα τα κανονίζει η δυσπιστία, αυτή η τοξίνωση του εμπορικού  πνεύματος: το τι θα πάρει κανείς, το τι αναγκαστικά θα εκχωρήσει. Όμως το τι θα μπορούσε να μοιραστεί με άλλους ή  να συνδημιουργήσει  μένει ανοικτό, μια ιδέα που, καθώς οι χαρές της επισκιάζονται από τον φόβο των περιπλοκών, στο τέλος εγκαταλείπεται. Όσο οι δοσοληψίες πληθαίνουν, τόσο εξασθενούν οι δεσμοί. 
Και η πιο απλή σκέψη καθιστά προφανές το γεγονός ότι μια τέτοια αδιαφορία απέναντι στους  κανόνες της  αμοιβαιότητας –αδιαφορία που η άλλη όψη της είναι η ιδιοτέλεια– συνιστά σήμερα μια ακραία μορφή εθελοτυφλίας. Σε όλους τους τομείς ο κοινός βίος δείχνει να πάσχει από την έλλειψη ενεργού ενδιαφέροντος όσων τυπικά μετέχουν σ’ αυτόν. Το χάσμα ανάμεσα στις  πολιτικές ηγεσίες  και το πλήθος των πολιτών μεγαλώνει και είναι μια από τις πιο σοβαρές αιτίες που οι κυβερνώμενοι καθώς στρέφουν τα νώτα προς τους κυβερνώντες, κατακυριεύονται από μνησικακία. Μνησικακία είναι το νόσημα των ανήμπορων που δεν αποφασίζουν να αντιδράσουν, είχε πει ο Μαξ Σέλερ. Έτσι, η πολιτική, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια ενός άλλου οξυδερκούς στοχαστή, καταλήγει να γίνεται σε αυξανόμενο βαθμό η τέχνη του να κάνεις τους άλλους να μην αναμειγνύονται στα πράγματα που τους αφορούν.
Αν όμως συμβαίνει αυτό τότε οι αποκλεισμένοι από τη δράση, θα πρέπει να αναζητήσουν μια διέξοδο για να αντισταθμίσουν τον υποβιβασμό τους. Και αναζητούν, πράγματι, ένα αντιστάθμισμα στην ενασχόληση με το εγώ τους. Δεν χρειάζεται να επιμείνω στο φαινόμενο. Το γνωρίζουμε όλοι, το βλέπουμε γύρω μας,  πόσο πολύ η στροφή προς τα ψυχικά ενδότερα έχει πάρει τον χαρακτήρα μιας εμμονής για την οποία τίποτα δεν αξίζει να γνωρίσει ή και να πράξει κανείς όσο το να βρει  «γιατί να αισθάνεται όπως αισθάνεται». Η επιχείρηση περιστρέφεται χωρίς τέλος γύρω από τέτοιους άξονες. Δεν είναι το θέμα μας εδώ να εξετάσουμε τι αποτελέσματα προκύπτουν από τη σκοπιά της ατομικής ψυχοπαθολογίας. Εννοείται ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι ενδοσκοπήσεις ανακουφίζουν, ρίχνοντας κάποιο φως στις σκοτεινές υποσυνείδητες περιοχές και άλλες περιπτώσεις όπου το εξαγόμενο δεν είναι πολύ παραπάνω από τη συνήθεια μιας εκφόρτισης. Δεν θα επεκταθώ σ’ αυτό. Το ουσιώδες για μας δεν είναι να εκτιμηθεί το πόσο αποδίδει κατ’ άτομο η αυτοεξέταση με τη συνδρομή ειδικών. Άλλο είναι το σημαντικό: είναι να επισημάνουμε  ότι κατά κανόνα η προσέγγιση και ανάλυση του εγώ και του εαυτού γενικότερα απορροφάται μέσα στο ίδιο της το αντικείμενο. Δεν πρόκειται για γνώση του εαυτού που ενδιαφέρεται να επιστρέψει στο περιβάλλον μέσα στο οποίο σχηματίζεται ο εαυτός. Όποια  πορίσματα βγουν –αυτή είναι η συνταγή–  καλό είναι να τεθούν στην υπηρεσία της ατομικής ευζωίας. Το άτομο μπορεί να νιώσει πιο ήρεμο, πιο ασφαλές, πιο πολύ συμφιλιωμένο με τα ελαττώματά του-  που άλλωστε γιατί να θεωρούνται εντελώς ελαττώματα; Ακόμη και τα μειονεκτήματα έχουν τις χάρες τους. Αυτό λέει η σύγχρονη κοινωνία, δια στόματος των  ειδικών και με ελάχιστες εξαιρέσεις. Από τι υποφέρουν τόσοι και τόσοι; Από την αίσθηση της αχρήστευσης, του παραγκωνισμού· δεν μετέχουν αρκετά στον κόσμο, δεν τους αφήνουν να ξεδιπλώσουν τις όποιες ικανότητές τους. Και τι τους συστήνουν λοιπόν; Να εξετάσουν τι έχει «απομείνει» μέσα τους ώστε μ’ αυτό το υπόλειμμα να μπορέσουν να προσαρμοσθούν σε όσα ισχύουν εκεί έξω, εκεί όπου ποτέ δεν θα μπορέσουν να έχουν πρόσβαση.
Η γενικότερη συνέπεια απ’ όλα αυτά είναι να δημιουργείται μια τεράστια ασυμμετρία ανάμεσα στο τι χρειάζεται η ανθρωπότητα σήμερα και στο πώς ανταποκρίνονται στις ανάγκες της οι άνθρωποι. Είναι εμφανές ότι από αντικειμενική άποψη υπάρχει μεγάλη ανάγκη για ενεργό παρουσία των ανθρώπων σε όσα οργανώνονται, κατασκευάζονται και ρυθμίζονται γύρω τους. Συνήθως λέγεται το αντίθετο. Ότι το σύστημα ή η μεγαμηχανή του συστήματος, δουλεύει από μόνο του. Τα άτομα, λένε, δεν είναι παρά παθητικοί χρήστες των προϊόντων και των υπηρεσιών. Αλλά να που τα γρανάζια της μηχανής κάποτε σκαλώνουν. Σημειώνεται εμπλοκή, η κίνηση αναστέλλεται. Τι γίνεται τότε; Φυσικά, καμμιά μηχανή δεν είναι σε θέση να διορθώσει μόνη  της τον εαυτό της –απαιτείται λοιπόν να υπάρχουν άνθρωποι αρκετά πρόθυμοι για να επέμβουν και να αποκαταστήσουν τη βλάβη.
Σήμερα ακριβώς τέτοιοι άνθρωποι χρειάζονται και τέτοιοι λείπουν. Δεν λείπουν μόνο οι επιδιορθωτές, λείπουν ακόμη περισσότερο εκείνοι που με αφορμή το σταμάτημα της μηχανής, θα θελήσουν να επινοήσουν μιαν άλλη, εντελώς διαφορετική, ένα κατασκεύασμα που θα θυμίζει πάντα ότι είναι έργο του μυαλού, των χεριών αλλά και της καρδιάς του ανθρώπου. Παρά το γεγονός, ωστόσο, ότι οι ικανότητες υπάρχουν, η προθυμία σπανίζει. Η ανθρωπότητα φαίνεται να στερείται εκείνα τα μέλη της που άλλοτε είτε με εξεγέρσεις, είτε με επαναστάσεις, είτε με μεταρρυθμιστικό πνεύμα θέλησαν να αναμορφώσουν την πραγματικότητα. Από τη μια ήταν ο εαυτός τους, από την άλλη ο κόσμος. Χάρη στην πρωτοβουλία τους ο κόσμος μετατράπηκε σε «ύλη  εαυτού», όπως θα ’λεγαν οι στωϊκοί φιλόσοφοι. Ο άνθρωπος είναι ένα ον προορισμένο να αναπλάσει ό,τι μπορεί από την αδρανή ύλη που τον περιβάλλει. Αλλά γι’ αυτό το έργο, απαιτείται σθένος, μια ένταση της βούλησης, και κατά καιρούς μια ψυχική ανάταση που δεν λογαριάζει θυσίες. Τα αποθέματα αυτά λιγοστεύουν σήμερα. Και εδώ χρειάζεται να αναρωτηθούμε σχετικά με το ποιες πηγές ανθρώπινης ενέργειας έχουν ακόμη αρκετά περιθώρια αξιοποίησης ώστε οι απώλειες να αναπληρωθούν. Η χριστιανική συνείδηση είναι μια από όμως κυριώτερες. Υπό ποιους όρους, πράγματι, είναι δυνατή σήμερα η επάνοδός  της στα Κοινά;
Αφετηρία μας είναι η παρατήρηση ότι η παράδοση της χριστιανικής σκέψης είναι σημαδεμένη από την άρνηση τής εντύπωσης (την οποία δημιουργεί η ίδια η κίνηση του κόσμου) ότι ο κόσμος θα διαρκέσει. Το εφήμερο, το πεπερασμένο υποχωρεί μπροστά στο άπειρο. Όσο λαμπρά κι αν είναι τα ανθρώπινα τεχνουργήματα θα παρέλθουν. Οπότε γιατί να εξαντλείται η ψυχή και η βούληση στο να τα βελτιώνουν; Κατά βάθος τα επίγεια δεν είναι παρά ένα πεδίο για να ασκηθεί η ψυχή ώστε να γίνει καθαρότερη, απαλλαγμένη, δηλαδή από ματαιότητες. Δεν εννοώ ότι στους θεολογικούς κύκλους η άποψη αυτή κατέλαβε τη θέση ενός αξιώματος. Ασφαλώς, οι συζητήσεις δεν θα πάψουν γύρω απ’ αυτό. Όμως, όσον αφορά τη μεγάλη πλειονότητα των θρησκευόμενων, θεωρώ ότι η πιο πάνω διαπίστωση διατηρεί την ισχύ της. Επί αιώνες ο κόσμος στα μάτια του απλού πιστού εμφανιζόταν περισσότερο ως πειρασμός, ή ως δοκιμασία παρά ως ανοικτός χώρος και χρόνος μέσα στον οποίο θα μπορούσε να αναπτύξει τις ικανότητές του, να δημιουργήσει αξιέπαινα έργα και να γνωρίσει την εκτίμηση ή ακόμη και τον θαυμασμό των συνανθρώπων του. Κύριο εμπόδιο στη γένεση τέτοιων βλέψεων ήταν η καταδίκη, ιδίως στην Καινή Διαθήκη, της αυταρέσκειας και της έπαρσης. Καλά έργα ενδέχεται να γίνουν, δεν επιτρέπεται όμως να νομίζει ο άνθρωπος ότι είναι ο αποκλειστικός αυτουργός τους. Είναι χαρακτηριστικό, φερειπείν, ότι  στον κανονισμό του τάγματος των Βενεδικτίνων είναι ρητή η καταδίκη της υπερηφάνειας· αν κάποιος έφτιαξε κάτι για το οποίο υπερηφανεύεται, θα πρέπει να το αφήσει και να ασχοληθεί με κάτι διαφορετικό.
Πρόκειται, βέβαια, για ακρότητες, ίσως πει κάποιος. Ωστόσο, μέσα απ’ αυτές  διαφαίνονται οι διαστάσεις ενός σημαντικού προβλήματος. Το πρόβλημα αυτό αφορά στα ανθρώπινα κίνητρα. Αν το άτομο δεν κινηθεί από την προοπτική μιας κάποιας ικανοποίησης, μιας αυτοεκπλήρωσης  χάρη στην οποία  θα ανέλθει στα ίδια τα μάτια του τη στιγμή που και οι άλλοι θα το επιδοκιμάσουν, πώς θα μπορούσε διαφορετικά να επέμβει στις κοινές υποθέσεις; Προβλέπονται τριβές, παρεξηγήσεις, συγκρούσεις. Για να αντεπεξέλθει όποιος δρα, χρειάζεται ώθηση. Στους αρχαίους χρόνους την παρείχε η προσδοκία της δόξας, της επίγειας αθανασίας. Στις μεταγενέστερες εποχές οι ριζικές αποφάσεις και τα τολμήματα ενισχύονται από παρόμοιες αξίες, αν και η έννοια της  δόξας συχνά κατεβαίνει αρκετά σκαλοπάτια για να φθάσει στο επίπεδο απλώς της φήμης, πιο περιορισμένης και λιγότερο ανθεκτικής  στη λήθη. Έντονη είναι επίσης σε άλλες περιόδους και σε άλλα άτομα   η αναμονή για δικαίωση από την Ιστορία. Αυτή η έννοια επεσκίασε για ένα διάστημα την αιωνιότητα· γοήτευσε ιδιαίτερα τους ταγούς των κοινωνικών επαναστάσεων. Παρά τις μεγάλες διαφορές μεταξύ τους  ό,τι ήταν ο υπέρτατος Λόγος για τον Ροβεσπιέρο και τον Δαντών ήταν ο ιστορικός «Νόμος της διαλεκτικής» για τον Λένιν. Σε κάθε περίπτωση δίχως επίκληση σε μια δεσπόζουσα δύναμη ή αρχή και δίχως την προσμονή μιας κάποιας επιβράβευσης δύσκολα η ανθρώπινη θέληση επιμένει να φέρει βαθιές αλλαγές στον κόσμο.
Ως προς αυτό, με μια πρώτη ματιά ο χριστιανισμός μοιάζει να παγιδεύει την ίδια του τη δυναμική. Διαθέτει πιστούς που στο όνομά του καλού θα ήταν έτοιμοι να δώσουν αγώνες εμπλεκόμενοι στο δίχτυ των εγκόσμιων πραγμάτων. Με τον ζήλο τους –  ελεγχόμενο από μια διάθεση κατανόησης εκείνων οι οποίοι τους αντιμάχονται – θα ήταν δυνατόν να προκαλέσουν τομές στη λειτουργία των θεσμών, πρώτα απ’ όλα της κρατικής προνοίας, στην εκπαίδευση, στην απονομή της δικαιοσύνης. Έχουν όμως αντίκρυ τους την προειδοποίηση ότι καιροφυλακτεί η έπαρση. Γενικεύεται, έτσι, ένα δίλημμα από τα πιο βαθιά: ή θα διατρέξεις τον κίνδυνο να καυχηθείς για τον εαυτό σου  και τα έργα του, αν επιτύχουν, ή θα παραμείνεις στην άκρη, καλλιεργώντας την ταπεινότητα και ευελπιστώντας ότι τη γαλήνη τη βρίσκει κανείς σ’ ένα είδος απραξίας παρά σε οποιοδήποτε είδος πράξης.
Ένα τέτοιο δίλημμα ασφαλώς  δεν είναι δυνατόν να λυθεί με δραστικά μέσα. Απαιτούνται ειδικές προσπάθειες, εσωτερική αναθεώρηση και επανειλημμένες δοκιμές. Το βέβαιο είναι ότι ο ερημωμένος σχεδόν δημόσιος χώρος ζητά επειγόντως σήμερα να εισρεύσει στους κόλπους του ένα νέο αίμα, ένα αίμα καλής θέλησης και ανωτερότητας. Ο χριστιανισμός εξακολουθεί να είναι πηγή μιας τέτοιας ενέργειας. Προϋπόθεση όμως για να ρεύσει στην κοινωνία η ενέργεια αυτή είναι να αρθεί ο φραγμός που χωρίζει το ιδιωτικό καλό από το δημόσιο. Ο κίνδυνος της υποκρισίας είναι πάντοτε υπαρκτός, αυτό δεν αλλάζει. Όμως, τα περιθώρια έχουν στενέψει τόσο σήμερα ώστε  ο κίνδυνος θα πρέπει να αναληφθεί.  Σε σύγκριση με τον φαρισαϊσμό ή και τον ναρκισσισμό, η απάθεια και ο κυνισμός είναι σοβαρότερες απειλές.  Οι πράξεις που αποσκοπούν στο κοινό καλό θα πρέπει επομένως να έλθουν περισσότερο στο φως, όχι όμως για να εντυπωσιάσουν, αλλά για να προσελκύσουν μιμητές.
Γίνεται συχνά λόγος στις μέρες μας για το πρόβλημα της απουσίας προτύπων, ιδιαίτερα ενώπιον της νεολαίας. Αλλά οι φλυαρίες, τα ευχολόγια και οι αοριστολογίες είναι τα πραγματικά εμπόδια για να γίνει μια συζήτηση που αποβλέπει ειλικρινά σε συμπεράσματα. Στην ουσία αυτό που απουσιάζει είναι  η κατάλληλη δημόσια  παρουσίαση του αγώνα που δίνει κάποιος ο οποίος ενδιαφέρεται για το κοινό καλό και, ειδικότερα, η ιδιαίτερη χαρά που παίρνει από την ίδια του την προσπάθεια. Είναι ένας αγώνας διαποτισμένος από μια έξαρση, μια αφοσίωση που ανοίγει την καρδιά, αντί να την περισφίγγει, όπως γίνεται όταν πρόκειται για έναν εξαναγκασμό ή για την τυπική εκπλήρωση μιας υποχρέωσης. Ο άνθρωπος που θέλει να ωφελήσει τον πλησίον του δεν μπορεί να εμφανίζεται σαν κάποιος που σηκώνει το Σταυρό του. Κι ούτε επίσης μπορεί να λέει ότι ενεργώντας έτσι εκτελεί πειθήνια το θέλημα του Θεού. Αν προβάλλουν μ’αυτόν τον τρόπο οι ευγενείς πράξεις του χριστιανού μέσα στον κοινωνικό χώρο θα καταδικασθούν  σε παραμερισμό. Θα θεωρηθούν σαν κάτι υπερβολικά βαρύ, σαν ένα ασήκωτο φορτίο και επιπλέον θα θίξουν ενοχλητικά την επικρατούσα διάθεση του αυτοπροσδιορισμού. Τι πάει να πει, «εκτελώ το θέλημα του Κυρίου;». Είναι πολύ δύσκολο σήμερα να γίνει κατανοητή ακόμη και από τους πιο ανοιχτόμυαλους αγνωστικιστές και αθέους η εμπειρία της υπακοής. Η σύγχρονη ελευθεροφροσύνη συχνά δεν είναι παρά η άλλη όψη της άκοπης ιδιώτευσης: δεν θέλουν να δεσμεύονται, δεν θέλουν να υπάγονται σε μια υπέρτερη αρχή. Γι’ αυτό και η έννοια του υπηρετώ, της υπηρέτησης έχει φθάσει να θεωρείται συνώνυμο της δουλικής εξάρτησης και της υποταγής. Ακούστε αυτές τις φράσεις: «… ὅταν ποιήσετε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοι ἐσμέν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν».
Όταν κάνετε όλα όσα σας προστάζει ο Θεός, να λέτε: «είμαστε ανάξιοι δούλοι· κάναμε αυτό που οφείλαμε να κάνουμε». Η ρήση του Αποστόλου Λουκά (17, 10) ηχεί ακατανόητα παθητική στα αυτιά εκείνων που θέλουν να λένε πως είναι κυρίαρχοι του εαυτού τους. Τι περισσότερο κάνουν όμως τον εαυτό τους πολλοί απ’αυτούς εκτός από το να τον διευκολύνουν να μην πράξει τίποτα άξιο λόγου και να μη νιώθει τίποτα αληθινά διεγερτικό;
Παρ’ όλα αυτά, μια γέφυρα επιβάλλεται να ριχθεί ανάμεσα στις δύο πλευρές. Και είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται στις μέρες μας ο κόσμος. Από τη μεριά του χριστιανισμού θα είχε μεγάλη αξία να φανεί πως το να υπηρετεί ο άνθρωπος τον κόσμο των ανθρώπων είναι ο μόνος τρόπος για να υπηρετεί τον Θεό. Δεν είναι υποταγή αυτό, είναι συναίνεση. Είναι μάλιστα μια συναίνεση την οποία ο Θεός περιμένει από το πλάσμα του, ή –για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση που ίσως ξενίσει μερικούς– που τη θέλει να γίνει έτσι ώστε ο άνθρωπος να προαχθεί, κατά κάποιον τρόπο, σε συνεργό του Θεού. Αυτά όμως αποτελούν αντικείμενο ατελεύτητων θεολογικών συζητήσεων. Εκείνο που εν προκειμένω μας απασχολεί είναι άλλο. Είναι το πώς ο κοινός βίος, ο δημόσιος χώρος ειδικότερα θα ξαναγίνουν στίβος για ανθρώπινα αθλήματα και ανθρώπινους άθλους.
Ανεξάρτητα από το τι πρεσβεύουν σχετικά με την ύπαρξη ή μη του Θεού, οι άνθρωποι με καλές προθέσεις θα ήταν δυνατόν να συναντηθούν και να συμπράξουν έτσι ώστε να διασφαλισθεί η πιθανότητα ότι ο αγώνας εναντίον του πεπερασμένου θα συνεχίζεται. Χωρίς μιαν υπερβατική αρχή που να δεσπόζει στις ανθρώπινες υποθέσεις, η ζωή θα κατρακυλά από βάσανα σε βάσανα, από πλήξη σε πλήξη, από μικρότητες σε μικρότητες. Υπάρχουν ανθρώπινοι τύποι που αρνούνται να βουλιάξουν σ’ ένα τέτοιο τέλμα. Ο χριστιανός που κατέχεται από σπλαχνική αγάπη για τον πλησίον, που λυπάται για τη θνητότητα των ομοίων του και του ιδίου και αγαπά για να ξεπεράσει τη θλίψη του, και εκείνος ο άλλος χαρακτήρας που με γνώμονα μιαν αταλάντευτη πεποίθησή του πασχίζει να είναι δίκαιος και προσηνής, είναι υπάρξεις οι οποίες θα έπρεπε, παρά τις διαφορές τους, να αποτελούν, συμπράττοντας, τη μαγιά για έναν κόσμο καλύτερο.  Η φιλευσπλαχνία μπορεί να δώσει το χέρι της στην ευσυνειδησία ή ακόμη και σε ένα φρόνημα  πιο μαχητικό. Ας γίνει δεκτό ότι η επιθυμία για το καλώς πράττειν έρχεται από διαφορετικές πηγές. Και ανεξάρτητα από το αν  η προέλευσή της είναι  η γνησιότητα του θρησκευτικού αισθήματος  ή η ειλικρίνεια των πεποιθήσεων ενός ατόμου, εκείνο που μετρά είναι το αποτέλεσμα. Η μέριμνα για το δίκαιο έγινε αναγκαία στις κοινωνίες επειδή δεν υπήρξε ποτέ αρκετή αγάπη. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι οι δίκαιοι έχουν ξεχάσει να αγαπούν ή ότι οι αγαπώντες δεν ξέρουν να είναι δίκαιοι. Ο κόσμος έχει ανάγκη και από τα δύο. Και από τον πιστό και από τον ακέραιο. Και από την καρδιά και από τη βούληση. Και από τη θρησκεία και από την ηθική.


Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Αθανάσιος Ι. Καλαμάτας, ΟΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙΣ ΚΥΔΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΜΟΣΧΟΝΗΣΙΩΝ (19ος αι – 1922)


[Η  εισήγηση που ακολουθεί αναδημοσιεύεται στο ιστολόγιο μας με την ευγενική άδεια του συγγραφέα. Του οφείλουμε από καρδιάς θερμότατες ευχαριστίες]

Αθανάσιος Ι. Καλαμάτας

ΟΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙΣ ΚΥΔΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΜΟΣΧΟΝΗΣΙΩΝ (19ος αι – 1922)[1]

Η εκκλησιαστική ιστορία των Μητροπόλεων του Μικρασιατικού Ελληνισμού συνιστά λίαν ενδιαφέρον κεφαλαίο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας και ειδικότερα της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που εν πολλοίς μέχρι σήμερα παραμένει ανεξερεύνητο. Και αυτό συμβαίνει για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, διότι η διαμορφωθείσα διοικητική εκκλησιαστική κατάστασή τους κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες πέρασε από πολλές διακυμάνσεις. Και δεύτερον, διότι κάποιες πτυχές έρευνάς τους, αν και κατά το παρελθόν διερευνήθηκαν με σημαντικές μελέτες, η συνολική ανάλυση και έκθεση της εκκλησιαστικής τους κατάστασης, μέχρι σήμερα λείπει εισέτι.
Για να έχουμε μια συνολική εικόνα τούτης της εκκλησιαστικής κατάστασης ας μου επιτραπεί εν τάχει να την προσδιορίσω. Οι δύο εξεταζόμενες εδώ Μητροπόλεις, Κυδωνιών και Μοσχονησίων, ανήκουν σήμερα στη Μητέρα Εκκλησία. Μαζί με αυτές στη δικαιοδοσία της, ανήκουν ακόμη η Αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως και 40 Μητροπόλεις. Βέβαια εδώ μιλούμε μόνο γι’ αυτές που βρίσκονται εντός Τουρκίας[2]. Η Αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως υπάγεται στην άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και διαιρείται σε πέντε αρχιεπισκοπικές περιφέρειες: του Σταυροδρομίου, των Ταταούλων, του Βοσπόρου, των Υψωμαθείων, του Φαναρίου και Κερατείου Κόλπου. Από τις εντός Τουρκίας Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου μόνο τέσσερις, Χαλκηδόνος, Δέρκων, Ίμβρου, Τενέδου και Πριγκηποννήσων διατηρούν σήμερα ορθόδοξο ποίμνιο. Οι υπόλοιπες τριάντα οκτώ, που βρίσκονται εντός Τουρκίας, μετά το μικρασιατικό πόλεμο απώλεσαν το ορθόδοξο ποίμνιό τους. Παρόλα αυτά, θεωρούνται εν ενεργεία Μητροπόλεις του Οικουμενικού θρόνου και διατηρούν τη θέση τους στο Συνταγμάτιο των Μητροπόλεων. Οι Μητροπολίτες που εκλέγονται και χειροτονούνται στις Μητροπόλεις αυτές θεωρούνται εν ενεργεία Μητροπολίτες. Αυτές είναι οι παρακάτω: Αγκύρας, Αδριανουπόλεως, Αίνου, Αμασείας, Ανέων, Βιζύης, Βριούλων, Γάνου και Χώρας, Δαρδανελίων και Λαμψάκου, Εφέσου, Ηλιουπόλεως και Θείρων, Ηρακλείας, Ικονίου, Καισαρείας, Καλλιουπόλεως και Μαδύτου, Κολωνείας, Κρήνης, Κυδωνιών, Κυζίκου, Μετρών και Αθύρων, Μοσχονησίων, Μυριφύτου και Περιστάσεως, Νεοκαιασαρείας, Νικαίας, Νικομηδείας, Περγάμου, Πισιδίας, Προικοννήσου, Προύσης, Ροδοπόλεως, Σαράντα Εκκλησιών, Σάρδεων, Σηλυβρίας, Σμύρνης, Τραπεζούντος, Τυρολόης και Σερεντίου, Φιλαδελφείας, Χαλδίας Χεροιάνων και Κερσούντος. Οι περισσότερες απ’ αυτές σήμερα χηρεύουν .

Η Μητρόπολη Κυδωνιών

Ο Νεότερος Ελληνισμός οφείλει πολλά στις Κυδωνίες. Πόλη ευημερούσα από το 1773, με εξαιρετικά προνόμια αυτονομίας, τα οποία παρεχωρήθησαν από την Υψηλή Πύλη χάρη στις προσπάθειες του δραστήριου ιερέα Ιωάννη Δημητρακέλλη, για δύο σχεδόν αιώνες μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή, γνώρισε μεγάλη ακμή[3]. Φτάνει να σκεφθεί κανείς ότι σε αυτή, εκτός από την εμπορική, ναυτική και βιομηχανική ανάπτυξη που σημείωσε – και τούτη αποκλειστικά οφειλόταν μόνο στους ελληνικής καταγωγής κατοίκους της, μιας και η εγκατάσταση μουσουλμάνων στην πόλη ήταν απαγορευμένη[4] – ταυτόχρονα γνώρισε και σημαντικότατη άνθηση της παιδείας. Εκπαιδευτήρια όπως η Ακαδημία ή το Ελληνομουσείο της, με διδασκάλους τον Βενιαμίν Λέσβιο και τον Θεόφιλο Καϊρη, ακολούθησαν λαμπρή πορεία, συνέβαλαν αποφασιστικά στην ανάπτυξη της παιδείας, και οδήγησαν τον υπόδουλο Ελληνισμό στην πρώτη του γνωριμία με το νεωτερικό πνεύμα των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Η περίπτωση της Ακαδημίας των Κυδωνιών, αν και κάπως αργά, μαζί με το Φιλολογικό Γυμνάσιο της Σμύρνης και τη Σχολή Χίου, εντάχθηκε στο ρεύμα της παιδείας του Διαφωτισμού – σε αυτό κυρίαρχος υπήρξε ο ρόλος του Αδαμαντίου Κοραή που κηδεμόνευε αυτό το εκπαιδευτικό τρίγωνο – είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρεί η λειτουργικότητα του σχολικού της οικοδομήματος, του οποίου ακόμη και οι κτιριακές εγκαταστάσεις το έκαμαν να βρίσκεται στην πρωτοπορία της πνευματικής αναγέννησης του Νέου Ελληνισμού[5].   
            Σε εκκλησιαστικό επίπεδο τώρα, οι Κυδωνίες διοικητικά μέχρι την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα υπαγόταν στη Μητρόπολη Εφέσου. Στις 22 Απριλίου 1908 για πρώτη φορά επί πατριαρχείας Ιωακείμ Γ΄, παρά τη σφοδρή αντίδραση δύο σημαντικών και δυναμικών λογίων Μητροπολιτών του Πελαγωνίας Ιωακείμ Φοροπούλου και του Χαλκηδόνος Αγαθαγγέλου, ανακηρύχθηκαν σε ξεχωριστή Μητρόπολη, υπαγόμενη κατευθείαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ποιοι λόγοι οδήγησαν στην παραπάνω πράξη, η ιστορική έρευνα έχει σαφώς καταδείξει, περιγράφοντας μάλιστα το γεγονός της απόσπασης των Κυδωνιών από τη Μητρόπολη Εφέσου, με τον όρο εφεσιακό ή κυδωνιακό μητροπολιτικό ζήτημα[6]. Κατά κύριο λόγο, οφειλόταν σε μια σειρά από οικονομικά προβλήματα που προέκυπταν και τα οποία ως βάση είχαν το λεγόμενο στρατιωτικό φόρο που όφειλαν οι κάτοικοι των Κυδωνιών να πληρώνουν στην τουρκική κυβέρνηση. Στην κατάσταση αυτή με ενεργό τρόπο, δίχως όμως αποτέλεσμα αναμείχθηκε ο τότε Μητροπολίτης Εφέσου Ιωακείμ Ευθυβούλης (1897-1920), πρώην Μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως (1884-1889) και Χαλκηδόνος (1889-1897)[7], στον οποίο οι κάτοικοι των Κυδωνιών επέρριπταν ευθύνες για την αδυναμία του να δώσει λύση στο πρόβλημα. Η δυσφορία τους ωστόσο, είχε και άλλη αφορμή. Ο Εφέσου Ιωακείμ επεζητούσε την ανάδειξη της Περγάμου σε επισκοπή έδρα και τον υποβιβασμό της πόλης των Κυδωνιών, ορίζοντας μόνο σε αυτή σχετικό αρχιερατικό επίτροπο.
Ωστόσο, πέρα από αυτές τις εκκλησιαστικές πρακτικές εκείνο που οφείλουμε εδώ να υπογραμμίσουμε, είναι το γεγονός, ότι κατά τον 19ο αιώνα στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο των μικρασιατικών παραλίων, με την αναδιοργάνωση του οθωμανικού χώρου, τα διοικητικά όρια των Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναδιοργανώνονται παράλληλα στα πλαίσια ενός «εθνοθρησκευτικού χώρου». Υπ’ αυτήν την έννοια, η Μητρόπολη Κυδωνιών αποσπάστηκε απ’ αυτή της Εφέσου, κάτω από την πίεση που ασκήθηκε κυρίως από το κυρίαρχο λαϊκό της στοιχείο το οποίο ήθελε να έχει πρόσβαση στην τοπική εξουσία, αντανακλώντας κατά αυτόν τον τρόπο κάποιες κοινωνικοοικονομικές πραγματικότητες[8].      
 Στην ανάδειξη των Κυδωνιών σε Μητρόπολη η οποία συμπεριλάμβανε τα πέριξ χωριά του δήμου Κισθήνης, το Γενιτσαροχώριο και το Αγιασμάτιο[9], σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η αστική τάξη[10], που αναμφίβολα αποτελούσε το πιο προοδευτικό στοιχείο της εποχής. Οφείλουμε εδώ να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι η αστικοποίηση της κοινωνίας των Κυδωνιών, η οποία με βραδείς ρυθμούς άρχισε να συντελείται από την τελευταία δεκαετία του 18ου και η οποία συνεχίστηκε καθ΄ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, πέρα από τη νέα διάσταση που έδινε σε θεσμούς όπως η παιδεία, ως επακόλουθο είχε και τη άμεση εμπλοκή της αστικής τάξης στις διεργασίες ανάδειξης εκκλησιαστικών ηγετών, όπως του εκ Μαγνησίας της Μικράς Ασίας καταγόμενου Γρηγορίου Αντωνιάδη ή Ωρολογά, πρώτου και μοναδικού Μητροπολίτη Κυδωνιών. Η άποψη αυτή μπορεί περισσότερο να ενισχυθεί από το γεγονός, ότι ο Γρηγόριος Κυδωνιών για ένα μικρό χρονικό διάστημα από το 1893 μέχρι το 1894 εχρημάτισε διευθυντής του ιστορικού Δευτέρου Γυμνασίου Θεσσαλονίκης, που με τη  μορφή Αστικής Σχολής σε παλιά έγγραφα αναφέρεται ήδη από το 1852. Εκείνο ωστόσο που εδώ αξίζει να σημειώσουμε, είναι ότι ο Γρηγόριος συγκαταλέγεται σε εκείνη την ομάδα μορφωμένων, δραστήριων και ικανών ιεραρχών, όπως λόγου χάρη ο Χρυσόστομος Καλαφάτης μετέπειτα εθνομάρτυρας Σμύρνης, ο Γερμανός Καραβαγγέλλης, ο Ιωακείμ Φορόπουλος, ο Στέφανος Δανιηλίδης, ο  Μελενίκου Ειρηναίος, ο Δοϊράνης Παρθένιος και ο Αλέξανδρος Θεσσαλονίκης, που υπό την καθοδήγηση του φωτισμένου Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄, ανέπτυξαν αξιόλογη εθνική και εκκλησιαστική δραστηριότητα.        
Τα περί του βίου και της εκκλησιαστικής δράσης του Γρηγορίου, πρώτα ως Μητροπολίτη Τιβεριουπόλεως και Στρωμνίτσης (12 'Οκτωβρίου 1902 - 22 Ιουλίου 1908) και μετέπειτα ως Μητροπολίτη Κυδωνιών (22 Ιουλίου 1908 - 3 'Οκτωβρίου 1922) από τη νεότερη έρευνα επαρκώς έχουν διερευνηθεί[11]. Εδώ θα σταθώ κυρίως σε ιστορικά τεκμήρια που μαρτυρούν το αγωνιστικό εκκλησιαστικό και εθνικό ήθος του.
Ως γνωστόν η περίοδος κατά την οποία ο Γρηγόριος διετέλεσε Μητροπολίτης Κυδωνιών (1908-1922)[12], ο Μικρασιατικός Ελληνισμός βρισκόταν στην κρισιμότερη ιστορική του φάση. Το όραμα της Μεγάλης Ιδέας[13], το οποίο καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για το Ελληνισμό αποτελούσε κυρίαρχο στόχο και αίτημα, με την επερχόμενη σκοτεινή θύελλα της Μικρασιατικής Καταστροφής το 1922, οριστικά γινόταν παρελθόν. Για το λόγο αυτό ο αλησμόνητος Ελληνισμός της Μικράς Ασίας και γενικότερα του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου της Ανατολής, απογυμνωμένος πια από τα ιστορικά εδάφη που για αιώνες κατοικούσε, εντάχθηκε σε ένα πολιτικό σύστημα, με κυρίαρχη την ιδεολογία περί «εθνικού κέντρου»[14]. Σε αυτό αποφασιστικά συνέβαλε το Επανάσταση των Νεοτούρκων, που κάτω από τις ιδεολογικές επικαλύψεις του «πανισλαμισμού», του «οθωμανισμού» και του «παντουρανισμού» ή «τουρκισμού», όπως αυτές εκφράστηκαν από τις πολιτικές, τις στρατιωτικές και τις πνευματικές δυνάμεις της καταρρέουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας, συνεπικουρούμενες και από τον εθνικισμό του  Κεμάλ Ατατούρκ, τελικά πέτυχε την εξόντωση και την εκδίωξη από τις γενέθλιες κοιτίδες της καθ' ημάς Ανατολής των μη τούρκικων εθνοτήτων[15].
Ο εθνομάρτυρας ιεράρχης Γρηγόριος, σθεναρά αντιτάχθηκε στην προσπάθεια οθωμανοποίησης όλων των υπηκόων της Τουρκίας, η οποία και συντελέστηκε με  ένοπλη βία. Τούτο περίτρανα μαρτυρά η στάση του έναντι της πολιτικής του κινήματος των Νεοτούρκων, κατά την περίοδο των αγρίων διωγμών που υπέστησαν οι κάτοικοι των Κυδωνιών απ’ αυτούς[16]. Τα ιστορικά τεκμήρια περί αυτού είναι πολλά. Αρκούμαι μόνο σε ένα: το 1918 ο Γρηγόριος κατηγορήθηκε από τους Τούρκους για εσχάτη προδοσία, δικάστηκε δύο φορές στο Στρατοδικείο της Σμύρνης και φυλακίστηκε. Μετά την αποφυλάκισή του στις 16 Οκτωβρίου 1918 ο Γρηγόριος δέχθηκε εξοντωτικές πιέσεις από τον Ύπατο Αρμοστή στη Σμύρνη 'Αριστείδη Στεργιάδη[17], με το οποίο ήρθε σε σύγκρουση για να αποχωρήσει από την επαρχία του. Όμως δεν απομακρύνθηκε. Μετά την αποχώρηση των ελληνικών πολιτικών και στρατιωτικών αρχών από τις Κυδωνιές, ο Γρηγόριος σε σύσκεψη με τη Δημογεροντία, εισηγήθηκε την αναχώρηση των κατοίκων των Κυδωνιών και τη μεταφορά τους στη Μυτιλήνη, για να αποφύγουν τη σφαγή από τους Τούρκους, αλλά δυστυχώς οι υποδείξεις του δεν έγιναν αποδεκτές. Έτσι, το δράμα των κατοίκων των Κυδωνιών οριστικοποιήθηκε όταν στις 22 Αυγούστου 1922, άτακτος τουρκικός στρατός κατέσφαξε κοντά στην κωμόπολη Φράνελι του Άδραμυττηνού Κόλπου περί τους 4.000 Έλληνες. Ο Γρηγόριος παρά τους εξευτελισμούς που υφίσταντο από τις τουρκικές αρχές, τους επισκεπτόταν συχνά και αγωνιζόταν να σώσει το ποίμνιο του. Όταν δε πληροφορήθηκε τη σφαγή του Μητροπολίτη Μοσχονησίων Αμβροσίου και των κατοίκων τους από τους Τούρκους, ο Γρηγόριος αγωνίστηκε υπεράνθρωπα για τη διάσωση του εναπομείναντος ελληνικού πληθυσμού, ο οποίος μέσω ελληνικών πλοίων υπό αμερικανική σημαία κατέπλευσε τελικά στη Μυτιλήνη. Ο Γρηγόριος αρνήθηκε για άλλη μια φορά να αναχωρήσει. Για αυτό, στις 30 Σεπτεμβρίου οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν. Στις 3 'Οκτωβρίου 1922 μαζί με άλλους ιερείς και προκρίτους των Κυδωνιών πού είχαν επίσης συλληφθεί, θανατώθηκε με φρικτό τρόπο: εικάζεται ότι ετάφη ζωντανός.

Η Μητρόπολη Μοσχονησίων.

«Τα νησιά πούναι σκορπισμένα μπροστά στο χερσόνησο, ανάμεσα μεγάλη στεριά και Μυτιλήνη, μετριούνται ίσαμε τριάντα», γράφει στον Αστρολάβο του ο Φώτης Κόντογλου[18]. Γνωστά στον Στράβωνα, τα Μοσχονήσια από την αρχαιότητα μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή κατοικούνταν αποκλειστικά από Έλληνες κατοίκους. Από εκκλησιαστικής άποψης, σύμφωνα με τις υπάρχουσες πηγές, η Μητρόπολη Μοσχονησίων πέρασε πολλές φάσεις διοικητικής εξάρτησης. Εν ολίγοις η κατάσταση έχει ως ακολούθως. Ως τον 16ο αιώνα αποτελούσε επισκοπή της Μητρόπολης Μυτιλήνης. Η εκκλησιαστική αυτή εξάρτηση των Μοσχονησίων μπορεί άνετα να δικαιολογηθεί, αν λάβουμε υπόψη τη γειτνίασή τους με τη Λέσβο. Περί τα μέσα του 18ου αιώνα και συγκεκριμένα στα 1742, επί πατριαρχείας Νεοφύτου ΣΤ΄ του από Καισαρείας, ανακηρύχθηκε Πατριαρχική Εξαρχία και υπήχθη στη Μητρόπολη Σμύρνης, παρά τη επίμονη άρνηση του Μητροπολίτη Μυτιλήνης Ανθίμου Βερτουμή. Για μια οκταετία όμως παρέμεινε η εν λόγω Εξαρχία στη δικαιοδοσία της Μητρόπολης Σμύρνης. Το 1750 μετά από συμφωνία με τον Μητροπολίτη Εφέσου, αμοιβαία αντηλλάγη μετά της Πατριαρχικής Εξαρχίας Νέας Φώκαιας, με έγκριση βέβαια του Οικουμενικού Πατριάρχη Κυρίλλου Ε΄. Στα 1760 με ενέργειες του Μυτιλήνης Ανθίμου, αποσπάστηκε και ξανά για μια τριετία υπήχθη στη δικαιοδοσία της Μητρόπολης Μυτιλήνης, ώσπου στα 1763 το Οικουμενικό Πατριαρχείο και συγκεκριμένα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωαννίκιος Γ΄, αναγνωρίζοντας τις δίκαιες ενστάσεις του τότε Μητροπολίτη Σμύρνης Νεοφύτου για ενίσχυση της επαρχίας του, ένωσε τα Μοσχονήσια με τη Μητρόπολη Σμύρνης[19], στην οποία και παρέμειναν μέχρι το 1922[20].
Οφείλω εδώ μια βασική διευκρίνιση σε ότι αφορά το θεσμό της Πατριαρχικής Εξαρχίας[21]. Στο θεσμό αυτό οδήγησε η γεωγραφική επέκταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που εδυσχέρανε την άμεση εποπτεία σε επαρχίες απομακρυσμένες. Γι’ αυτό, οι εκάστοτε Οικουμενικοί Πατριάρχες διορίζανε Πατριαρχικούς Εξάρχους σαν τοποτηρητές, να ασκούν δηλαδή την ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία εν ονόματι του Πατριάρχη. Τέτοιοι Έξαρχοι ετοποθετούντο Μητροπολίτες ιστορικών ως επί το πλείστον Μητροπόλεων με ιδιαίτερο προνομιακό καθεστώς, που ως κύριο έργο είχαν την πνευματική, διοικητική, ποιμαντική, δικαστική και οικονομική εποπτεία κάποιας επαρχίας ή ακόμη και επαρχιών. Στη δικαιοδοσία τους δηλαδή ενέπιπταν ζητήματα όπως, εξέταση ερίδων μεταξύ Μητροπολιτών και ανάδειξη αυτών, είσπραξη οφειλομένων ζητιών, εξέταση μοναστηριακών θεμάτων, άσκηση ποιμαντορίας σε χηρεύουσα επισκοπή, εξαιρουμένης μόνο της «του ιερού συνθρόνου εγκαθιδρύσεως» όταν ο Έξαρχος ήταν Επίσκοπος, και καθιέρωση ναών, εξού και τα οφφίκια Μητροπολιτικός Έξαρχος, Επισκοπικός Έξαρχος και Έξαρχος Σταυροπηγίων Μονών. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα ο θεσμός των Πατριαρχικών Εξάρχων ήταν πολύ διαδεδομένος στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Με την ψήφιση όμως των Εθνικών Κανονισμών το 1862, οι Πατριαρχικές Εξαρχίες καταργήθηκαν και ενσωματώθηκαν στις όμορες επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου, πλην ελαχίστων, όπως της Πάτμου που είναι και η μόνη που διατηρείται μέχρι σήμερα[22].
Από το 1800 μέχρι το 1922 ο μητροπολιτικός κατάλογος των Μοσχονησίων περιλαμβάνει οκτώ Μητροπολίτες. Σημαντικά βιογραφικά σχεδιάσματα αυτών κάμει ο Ευστράτιος Δράκος στο περισπούδαστο, αν και παλαιό έργο του Μικρασιανά ή Ιστορία των Μοσχονησίων υπό έποψιν εκκλησιαστικήν[23]. Πρόκειται για τους Μητροπολίτες Διονύσιο Α΄, Κωσταντινουπολίτη στην καταγωγή (20 Αυγούστου 1800 – 1818), Βαρθολομαίο Α΄, τον εκ Μυτιλήνης (14 Σεπτεμβρίου 1818 - 3 Ιουνίου 1821),  Καλλίνικο Α΄, Μελέτιο Α΄, τον εκ Λαρίσης (τέλη του 1842 – καλοκαίρι 1855),  Κύριλλο Β΄, τον εκ Σμύρνης (13 Ιουνίου 1855 – 7 Φεβρουαρίου 1872), Παίσιο Β΄, Ιάκωβο Α΄ (25 Αυγούστου 1882 – 1894) και τελευταίο τον εθνομάρτυρα Αμβρόσιο Πλειανθίδη.
Απ’ αυτούς ξεχωριστή εκκλησιαστική, ποιμαντική και εθνική δράση είχαν τρεις μόνο, ο  Καλλίνικος Α΄ Μοσχονήσιος στην καταγωγή, ο Παϊσιος Β΄, και ο Αμβρόσιος. Του  πρώτου την αρχιερατεία ο Ευστράτιος Δράκος την χαρακτηρίζει περίφημη κατέχουσα «επίσημον θέση εις τα Μοσχονησιακά»[24]. Εξελέγη  Μητροπολίτης Μοσχονησίων στις 10 Ιανουαρίου 1832, χειροτονήθηκε  στο Σιναϊτικό Μετόχι του Τιμίου Προδρόμου στην Κωνσταντινούπολη και εποίμανε τους Μοσχονησίους μέχρι το φθινόπωρο του 1842. Ο δεύτερος υπήρξε ιεράρχης σπανίου εκκλησιαστικού ήθους. Εξελέγη στις 20 Μαρτίου 1872 και εποίμανε τη Μητρόπολη Μοσχονησίων μέχρι τις 9 Αυγούστου 1882. Σύμφωνα με τον Ευστράτιο Δράκο επιτέλεσε σημαντικό εκκλησιαστικό και εκπαιδευτικό έργο: μερίμνησε για την ανασύσταση της ελληνικής σχολής, ίδρυσε παρθεναγωγείο, σύστησε αναγνωστήριο, μεταρρύθμισε τα μοναστηριακά και ανήγειρε το μεγαλόπρεπη ναό των Ταξιάρχων όπου και κατέστη μητροπολιτικός. Ο τρίτος υπήρξε λόγιος ιεράρχης. Καταγόμενος από το Τριαντάρο της Τήνου γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1872 όπου υπήρχε ανθούσα παροικία Τηνίων. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα και στη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου. Διετέλεσε εφημέριος σε ελληνικές κοινότητες της Κριμαίας, της Θεοδοσίας, της Συμφεροπόλεως και της Σεβαστουπόλεως. Το 1913 χειροτονήθηκε βοηθός Επίσκοπος της Μητρόπολης Σμύρνης ύστερα από παραίνεση του άλλου εθνομάρτυρα ιεράρχη Χρυσοστόμου με τον τίτλο Ξανθουπόλεως, αναπλήρωσε δε τον εξόριστο Μητροπολίτη στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια του Α' παγκοσμίου πολέμου. Το 1919 χρησιμοποιήθηκε ως Πατριαρχικός Έξαρχος στα Μοσχονήσια και τον Ιανουάριο 1922 έγινε Μητροπολίτης Μοσχονησίων. Το εθνικό του έργο υπήρξε σημαντικό. Ασχολήθηκε με την περίθαλψη του διασωθέντος πληθυσμού των Μοσχονησίων από το διωγμό του 1915. Κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή, μαζί με την πλειονότητα του ποιμνίου του απήχθη από τον τουρκικό στρατό στην τουρκική ενδοχώρα και στις 15 Σεπτεμβρίου 1922 ετάφη ζωντανός στην περιοχή της Περγάμου. Ο τρόπος του μαρτυρικού θανάτου του βέβαια δεν έχει απόλυτα εξακριβωθεί. Ο Αθανάσιος Τσερνόγλου γνωστός ερευνητής των αλησμόνητων πατρίδων, αναφέρει ότι κατετεμαχίσθη φρικωδώς καθ’ οδόν προς Αδραμύττιο[25]. Ο Κ. Λαμέρας σημειώνει ότι κατεσφάγη μαζί με άλλους ιερείς[26]. Η Μοσχονήσια συγγραφέας Σίτσα Καραϊσκάκη επίσης γράφει ότι ετάφη ζωντανός[27]. Την ίδια άποψη υιοθετεί και ο Χρ. Αγγελομάτης[28]. Ο Αρ. Σταυρίτσης γράφει ότι ετάφη ζωντανός μαζί με τον Κυδωνιών Γρηγόριο[29].

Είναι φανερό ότι τα μικρασιατικά γεγονότα προκαλούν πάντα μια αμφιθυμία στους Έλληνες[30]. Δεν είναι λίγες οι στιγμές όπου η υποβάθμιση της σημασίας τους, η απόκρυψη του αριθμού των θυμάτων, τουλάχιστον 800.000 σύμφωνα με την εκτίμηση των πολλών ιστορικών, καθώς επίσης και η απενοχοποίηση του τουρκικού εθνικισμού, υπήρξαν κοινός τόπος στο μετά το 1922 ελλαδικό κρατίδιο. H νεοελληνική ιδεολογία, όπως αυτή εκφράστηκε, διαμορφώθηκε και συνακόλουθα περιχαρακώθηκε γύρω από τα στενά όρια των συμφερόντων του ελληνικού κράτους, ώθησε για δεκαετίες πολλούς ιστορικούς στην παραγνώριση της ιστορίας των Eλλήνων της Mικράς Aσίας, γεγονός που  οδήγησε και δυστυχώς συνεχίζει να οδηγεί στην αντιϊστορική ερμηνεία της Μικρασιατικής Καταστροφής. Σε καμμιά περίπτωση όμως δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε την άποψη, ότι η Mικρασιατική Kαταστροφή υπήρξε αποτέλεσμα μιας ανορθολογικής διαχείρισης της μεγάλης πρόκλησης του 1919. Eκείνη την εποχή οι κάτοικοι της Eλλάδας ανέρχονταν σε πέντε εκατομμύρια και οι Έλληνες της Mικράς Aσίας και της Aνατολικής Θράκης σε δυόμισι. H Σμύρνη και πολλές πόλεις των μικρασιατικών παραλίων, ήταν πόλεις πιο σημαντικές από την Aθήνα, με τεράστια εμπορική και βιομηχανική παραγωγή. H ελληνική ήττα και η νίκη του κεμαλικού εθνικισμού που διαμόρφωσε τη σύγχρονη εικόνα ολοκλήρου του γεωπολιτικού χώρου της Μικράς Ασίας, κατά κύριο λόγο οφειλόταν στη συμπεριφορά του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων της Eλλάδας. Tο γεγονός αυτό, συνδυασμένο άμεσα με μια ασύλληπτης έκτασης καταστροφή, οδήγησε το μικρασιατικό πρόβλημα στη λήθη.
Πέρα όμως από αυτές τις πραγματικότητες, εκείνο που συνιστά αναμφισβήτητη ιστορική πραγματικότητα είναι το γεγονός ότι η Εκκλησία, μακριά από εθνοφυλετικές περιχαρακώσεις αγωνίστηκε και επέτυχε να διατηρήσει την αυτοσυνειδησία του Γένους. Τούτο τεκμαίρεται από τον τρόπο με τον οποίο διατήρησε τη συνείδηση της ιδιοπροσωπίας του Ελληνισμού. Για το λόγο αυτό σήμερα το πνεύμα του Μικρασιατικού Ελληνισμού συνεχίζει να φέρει ένα μοναδικό μήνυμα προς όλους μας. Το αίτημα του παραμένει ακέραιο: είμαστε συνέχεια αυτού και οφείλουμε να κρατήσουμε αυτή τη συνέχεια. 

Summary.
Based on the existing bibliography, I outline the two Metropolis of the Asia Minor Hellenism Kydonies and Moshonisia in the last two centuries. To de more specific I examine the formation of the ecclesiastic condition of these Metropolis from the beginning of the 19th century up to 1922.  I also try to present the ecclesiastic and ethnic work of following Metropolites (tans) Dionysios A, Bartholomeos A, Kallinikos A, Meletios A, Kyrillos B, Paisios B, Iakovos A and Amvrosios Plianthidis at the Metropolis of Moschonisia and of Gregorios the so called Watchmaker (Orologas) in Kydonies. As we well know, after the Asia Minor disaster, these Metropolis lost their followers, but they were still considered active and belonged to the Ecumenical Patriarchate and still exist as far as the practice of the Metropolis are concerned. The Metropolites (-tans) who are chosen are considered active members of the Mother Church.             
 


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Εισήγηση στο Ε΄ Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας: Μυτιλήνη – Αϊβαλί (Κυδωνίες). Μια αμφίδρομη σχέση στο Βορειοανατολικό Αιγαίο, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2005, σσ. 39-50. 
[2] Για τις εκτός Τουρκίας εκκλησιαστικές περιφέρειες και Μητροπόλεις η κατάσταση έχει ως ακολούθως: Στην άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπάγονται και μία σειρά από Πατριαρχικά και Σταυροπηγιακά Μοναστήρια. Τα περισσότερα από τα Μοναστήρια αυτά βρίσκονται εκτός των ορίων της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως και είναι τα εξής: Ζωοδόχου Πηγής Βαλουκλή, Αγίας Τριάδος Χάλκης, Αγίου Σπυρίδωνος Χάλκης, Μεταμορφώσεως του Χριστού Χάλκης, Μεταμορφώσεως του Χριστού Πριγκήπου, Αγίου Νικολάου Πριγκήπου, Αγίου Γεωργίου Κουδουνά Πριγκήπου, Μεταμορφώσεως του Χριστού Αντιγόνης, Αγίου Γεωργίου Καρύπη Αντιγόνης, Μεταμορφώσεως του Χριστού Πρώτης, Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας Χαλκιδικής, Βλατάδων Θεσσαλονίκης, Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας και  Εισοδίων της Θεοτόκου Ντάρπλιν Αλαμπάμας. Επίσης στην άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπάγονται: η Πατριαρχική Εξαρχία Πάτμου, η οποία περιλαμβάνει τα νησιά Πάτμο, Λειψούς, Αρκιούς και Αγαθονήσι. Διοικείται από Πατριαρχικό Έξαρχο, ο οποίος είναι και Ηγούμενος της Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και κατά καιρούς μπορεί να είναι και Επίσκοπος Τιτουλάριος. Η Μοναστική Πολιτεία του Αγίου Όρους με τις είκοσι Πατριαρχικές Μονές, τα εξαρτήματα και παραρτήματά τους. Η διοίκηση ασκείται από τα όργανα του Αγίου Όρους, τα οποία προβλέπονται από τον Καταστατικό Χάρτη και είναι η Ιερά Κοινότητα και η Ιερά Επιστασία. Η Ιερά Μονή Οσίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου Αστορίας Νέας Υόρκης, με τα μετόχιά της. Η Μονή αυτή καθώς και τα μετόχια της ακολουθούν το Ιουλιανό Ημερολόγιο. Ο ηγούμενος της Μονής είναι Τιτουλάριος (τιτλούχος) Μητροπολίτης και ο αναπληρωτής ηγούμενος Τιτουλάριος Επίσκοπος. Η Πατριαρχική Εξαρχία των ορθοδόξων ενοριών Δυτικής Ευρώπης ρωσικής εκφράσεως. Η έδρα της Εξαρχίας βρίσκεται στο Παρίσι, ενώ η δικαιοδοσία της εκτείνεται και σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Ο Έξαρχος φέρει το βαθμό του Τιτουλάριου Αρχιεπισκόπου και βοηθείται στο έργο του από Τιτουλάριους βοηθούς Επισκόπους.
[3] Η βιβλιογραφία για τις Κυδωνίες είναι αρκετά πλούσια. Ενδεικτικά αναφέρω τις μελέτες των Ι. Δημητρίου – Αποστολάκη, Κυδωνιακαί Μελέται και Παραλληλισμοί, Κυδωνίες 1914. Γ. Σακκάρη, Ιστορία των Κυδωνιών, Αθήνα 1920, [επανέκδοση με πρόλογο του Π. Βαλσαμάκη και εισαγωγικό κείμενο του Κ. Μοσκώφ, Ένωση Κυδωνιατών, Αθήνα 1982]. Ι. Καραμπλιά, Ιστορία των Κυδωνιών. Από της ιδρύσεώς των μέχρι της αποκαταστάσεως των προσφύγων εις το ελεύθερον Ελληνικόν Κράτος, ττ. 2, Αθήναι 1949-1950.       
[4] R. Clogg, «Two accounts of the Academy of Ayvalik (Kydonies) in 1818-1819», Revue des etudes sud – est europeennes 10(1972)643.  
[5] Η περιγραφή του από την Χαρίκλεια Σταυράκη είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή βλ. Αι Κυδωνίαι προ του 1821, Σμύρνη 1861, σσ. 42κ.ε.
[6] Γ. Σακκάρη, Ιστορία των Κυδωνιών, σ. 192.
[7] Οφείλω εδώ να σημειώσω ότι ο εν λόγω ιεράρχης με την άνοδό του στη Μητρόπολη Εφέσου επέδειξε αξιοζήλευτο πατριωτικό φρόνημα. Είναι γνωστή η αντίστασή του στην προσπάθεια καταδίωξης του ελληνικού πληθυσμού της περιφέρειάς του από τον τούρκο διοικητή Σμύρνης Ραχμή Πασά. Στο έντονο διάβημά του προς τον υπουργό εξωτερικών Ταλαάτ Βέη έλεγε ότι «λάβετε τα όπλα και φονεύσατε πρώτον εμέ και κατόπιν διατάξατε την εκκένωσιν των Βρυούλων». Γενικότερα για τη δράση του βλ. Αθηναγόρα Μητροπολίτου Παραμυθίας, «Ο θεσμός των Συγκέλλων εν των Οικουμενικώ Πατριαρχείω», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 9(1932)286-287. Ι. Ανδρεάδου, «Χίοι Μητροπολίται Θράκης», Θρακικά 15(1941)145-147.     
[8] Σία Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία 19ος αι. – 1919. Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες. Από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998, σσ. 321-322.  
[9] Σχετική περιγραφή τους βλ. Γ. Σακκάρη, Ιστορία των Κυδωνιών, σσ. 253-258.
[10] Η εμφάνισή της στο χώρο γύρω από τη Σμύρνη οφειλόταν κυρίως σε πολιτικοοικονομικούς παράγοντες που ευνόησαν την ανάπτυξή της. Βλ. Σία Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία 19ος αι. – 1919. σσ. 301-318.  
[11] Αξιόλογα στοιχεία κυρίως γα την εθνική του δράση στις Κυδωνίες αναφέρει ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Ιάκωβος Κλεόμβροτος, στη μελέτη του Ο εθνομάρτυς Μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος ο από Στρωμνίτσης, Αθήναι 1956. 
[12] Είναι πιθανόν την εκλογή του να υποστήριξε ο Μητροπολίτης Εφέσου Ιωακείμ Ευθυβούλης, μιας και κατά την χειροτονία του σε Μητροπολίτη Στρωμνίτσης συμμετείχε ενεργά. Βλ., αυτόθι, σ. 9. 
[13] Είναι ευρύτατα γνωστή η άποψη ότι η Μεγάλη Ιδέα υπήρξε συνέχεια της Πολιτικής Ορθοδοξίας του Βυζαντίου, η οποία τραγικά έσβησε με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τι ωστόσο δεχόταν το περί Πολιτικής Ορθοδοξίας θρησκευτικοπολιτικό ιδεολόγημα, αυτό εύστοχα έχει επισημανθεί από τον Η. G. Beck στο σημαντικό έργο του Η Βυζαντινή Χιλιετία, Mορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, μτφρ. Δ. Κούρτοβικ, Αθήνα σ. 117-146. Ορθότατα ο εν λόγω συγγραφέας επισημαίνει ότι το Βυζάντιο δεν ήταν απλώς μια συνέχεια της Ρώμης στην ιστορική συνάντησή της με την ελληνιστική Ανατολή, αλλά κυρίως ήταν η Βασιλεία του Χριστού επί της γης, ότι δηλαδή τελειότερο μπορούσε ο Θεός να δώσει στους ανθρώπους με την ενσάρκωση του. Θεολογικοί θεμελιωτές της θεωρίας υπήρξαν ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος, καθώς και ο εκ Συρίας καταγόμενος Θεοδώρητος Κύρου. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία της σύνδεσης της Μεγάλης Ιδέας με την Πολιτική Ορθοδοξία κάμει ο Σ. Αγουρίδης στο άρθρο του «Οι ρίζες της Μεγάλης Ιδέας», εφ. Αυγή (14-12-1997).
[14] Για τη χρήση του όρου βλ. Π. Κιτρομηλίδη, «Το ελληνικό κράτος ως εθνικό κέντρο», στον τόμο Ελληνισμός – Ελληνικότητα. Ιδεολογικοί και βιωματικοί άξονες της νεοελληνικής κοινωνίας, Εστία, Αθήνα 1983, σσ. 143-164.
[15] Σχετικά με την Επανάσταση των Νεοτούρκων βλ. Σία Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία 19ος αι. – 1919. σσ. 38 κε. 
[16] Για αυτούς βλ. Οι διωγμοί των Ελλήνων εν Θράκη και Μικρασία. Αυθεντικαί εκθέσεις και επίσημα κείμενα. Έκκλησις προς το ελληνικόν γένος και τη δημοσίαν γνώμην του πεπολιτισμένου κόσμου. Έκδοση των επιτροπών των εν Μυτιλήνη μικρασιατικών προσφύγων, Εν Αθήναις 1915, σσ. 103-116. 
[17] Για την παρουσία του Στεργιάδη στη Σμύρνη και τις προσπάθειες του για ειρηνική συνύπαρξη των μικρασιατών Ελλήνων με αλλογενείς πληθυσμούς, γεγονός που δεν εδέχθησαν οι πρώτοι λόγω των τραυματικών εμπειριών της περιόδου 1914-1918 βλ. Φ. Κλεάνθη, Έτσι χάσαμε τη Μικρασία, Εστία, Αθήνα 1983, σσ. 107κε. Πρβλ. Χρ. Αγγελομάτη, Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας. (Το έπος της Μικρασίας), Εστία, Αθήναι 1963, σσ. 128κε. Για τη σχέση του Γρηγορίου με τον Στεργιάδη βλ. Ιακώβου Κλεομβρότου, Ο εθνομάρτυς Μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος ο από Στρωμνίτσης, σσ. 32-44. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι ο Στεργιάδης είχε απαγορεύσει στους ιεράρχες της Μικρασίας, μεταξύ αυτών και του Γρηγορίου Κυδωνιών τη μνημόνευση του ονόματος του νέου Οικουμενικού Πατριάρχη Μελετίου Μεταξάκη. Ο εν λόγω ιεράρχης όχι μόνο δεν έλαβε υπόψη τούτη την απαγόρευση, αλλά απέστειλε και συγχαρητήριο τηλεγράφημα στο οποίο διαφαίνεται η αγωνία του για το Γένος: «σύμπαν το αλύτρωτον έθνος, εν ταις κρισίμους ταύταις στιγμαίς του εθνικού βίου, ατενίζει μετά πεποιθήσεως την έκπλαγον λάμψιν του πρώτου των Θρόνων», βλ. Χρ. Σολομωνίδη, Ο Σμύρνης Χρυσόστομος, τ. Β΄, Αθήνα 1971, σ. 44.        
[18] Ο Αστρολάβος, Αστήρ, Αθήναι 1975, σ. 62.
[19] Σημαντικό στην περίπτωση αυτή είναι το σιγιλλιώδες γράμμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου που δημοσιεύει ο Ευστράτιος Δράκος, Εκκλησιαστικαί σελίδες ήτοι Σμύρνης ιεράρχαι από της αποστολικής εποχής μέχρι σήμερον, επτά μοναστήρια Μοσχονησίων και επίσημα έγγραφα εν οις σιγίλλια, υπομνήματα και χρυσόβουλα, τχ. Α΄, Αθήνησι 1891, σσ. 22-26.
[20] Ιακώβου Κλεομβρότου Μητροπολίτου Μυτιλήνης, Συνοπτική ιστορία της Εκκλησίας της Λέσβου. Από των πρώτων χριστιανικών χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς, Μυτιλήνη 1984, σσ. 77-78.
[21] Ο όρος Έξαρχος υποδηλώνει τίτλο αρχιερέα με αυξημένα εκκλησιαστικά και διοικητικά δικαιώματα σε επαρχίες, χωριά, ακόμη και σε Μονές. Γι’ αυτόν βλ Κ. Ράλλη, «Περί των εκκλησιαστικών εξάρχων», Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών 11(1936)146-152. 
[22] Για το θεσμό αυτό βλ. Μ. Γεδεών, «Εξαρχίαι Πατριαρχικαί», Εκκλησιαστική Αλήθεια 32(1912)67-69, 148-152, 33(1913)250-252, 264-266. Του ιδίου, Ιστορία των του Χριστού πενήτων 1453-1913, Αθήναι 1939, σσ. 379-384.
[23] τχ. Β΄, Αθήνησι 1895, σσ. 19-64. .   
[24] Αυτόθι, σ. 23.
[25] «Αμβρόσιος Μητροπολίτης Μοσχονησίων», Θρησκευτική Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τ. 1ος, στ. 350-352.
[26] «Αμβρόσιος Πλειανθίδης, Μοσχονησίων επίσκοπος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 4ος, σ. 203. 
[27] Μοσχονήσια η πατρίδα μου, Αθήναι 1973, σ. 196.
[28] Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας. σ. 316.
[29] Σμυρναϊκαί σελίδες, Αθήναι 1947, σ. 114.


Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

Αθανασίου Ι. Καλαμάτα,Περί Χριστόφορου του Μυτιληναίου

Χάρτης από εδώ

Περί Χριστόφορου του Μυτιληναίου[1]

Του Αθανασίου Ι. Καλαμάτα
Δρ. Θεολογίας ΑΠΘ


Όσο περισσότερο ασχολείται κανείς με τη βυζαντινή λογοτεχνία ως σύνολο, όλο και περισσότερο εδραιώνεται η πεποίθησή του για πολιτισμική ενότητα τούτης της εποχής, ενότητας πολυποίκιλης, που όμως δεν διασπάται. Για να εκτιμήσουμε βέβαια, τη φύση της βυζαντινής λογοτεχνίας και γενικότερα τη βυζαντινής παιδείας και λογιοσύνης, επιβάλλεται, νομίζω, να έχουμε διαρκώς υπόψη μας το κοινό που την κατείχε. Στην προκειμένη περίπτωση, εκείνο που έχει μεγίστη βαρύτητα και που άμεσα σχετίζεται με τη λογοτεχνική παραγωγή των βυζαντινών, είναι το ερώτημα τι γλώσσα τούτοι χρησιμοποιούσαν. Χωρίς αμφιβολία, είναι βέβαιο, ότι κάθε μορφωμένος βυζαντινός, μιλούσε και έγραφε, με ένα γλωσσικό ιδίωμα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί λόγιο και αρχαΐζον. Οι ίδιοι εξάλλου βυζαντινοί χαρακτήριζαν τη γλώσσα αυτή ως αττική[2].
Ειδικότερα, τώρα, στο χώρο της βυζαντινής ποίησης, στη μέχρι σήμερα έρευνα, είναι διάχυτη η άποψη, ότι η βυζαντινή ποίηση, ως επί το πλείστον, δεν έχει να επιδείξει δικά της θέματα και είδη.[3] Αν εξαιρέσει κανείς τη βυζαντινή υμνογραφία, που κατά γενική παραδοχή, πράγματι, υπήρξε η καλύτερη ποιητική παραγωγή των βυζαντινών, ποιητικά είδη όπως η λυρική, η δραματική και η επική ποίηση, δεν έχουν να παρουσιάσουν κάτι το πρωτότυπο. Εδώ, σαφέστατα θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει, ότι αρκετά απ’ αυτά τα ποιητικά είδη των βυζαντινών, κυριαρχούνται από δάνεια στοιχεία της κλασσικής αρχαιότητας. Δύο ίσως παραδείγματα,  νομίζω, ότι αρκούν να καταστήσουν σαφές το γεγονός τούτο. Ο Θεόδωρος Πρόδρομος, ποιητής του 12ου αιώνα, στο έργο του Κατομυομαχία, κατόρθωσε να μιμηθεί πολύ καλά τον τόνο της αρχαίας τραγωδίας. Όπως επίσης, και η θεματολογία του θρήνου Χριστός Πάσχων, πιθανόν έργο του παραπάνω ποιητή, είναι παρμένη από τη Μήδεια και τις Βάκχες του Ευριπίδη[4]. Βρισκόμαστε έτσι, μπροστά στο φαινόμενο, ακόμη και θρησκευτική ποίηση, ολίγον στερημένη βέβαια από δογματικό περιεχόμενο, να συνδέεται με το κάλλος του αρχαιοελληνικού ποιητικού λόγου. Τι βέβαια συνηγορούσε σε μια τέτοια σύνδεση, φρονώ ότι, ο γλωσσικός θησαυρός, η ευφάνταστη εικονοπλασία και η περίτεχνη δραματικότητα που διέκριναν το λόγο αρχαίων και βυζαντινών ποιητών, είναι στοιχεία που συντρέχουν γι’ αυτήν την ώσμωση.
Εκεί όμως που διέπρεψαν οι βυζαντινοί ποιητές, ήταν η επιγραμματοποιία. Οι βραχείες αυτές ποιητικές συνθέσεις, γραμμένες σε ιαμβικό δωδεκασύλλαβο στίχο[5], μας είναι γνωστές από τον αρχαίο ελληνικό και αλεξανδρινό πολιτισμό, κατά τη βυζαντινή εποχή βρέθηκαν σε ακμή για μια περίοδο, που χρονολογικά, καλύπτει εννέα περίπου αιώνες (4ος -13ος αι.). Η εξέλιξή τους, όπως αυτή διασώζεται σ’ έναν αρκετά μεγάλο αριθμό κειμένων, ακολούθησε σταθερή πορεία. Από τον 4ο έως τον 6ο αι., οι βασικότεροι επιγραμματοποιοί αντλούσαν τα θέματά τους, περισσότερο από την αλεξανδρινή παράδοση. Η ανάμειξη παγανιστικών και χριστιανικών στοιχείων υπήρξε το κύριο χαρακτηριστικό των επιγραμμάτων της περιόδου αυτής. Τυπικοί εκπρόσωποί τους ήσαν, ο Χριστόφορος ο Αιγύπτιος, ο Παλλαδάς, ο Παύλος Σιλεντιάριος, ο Ιουλιανός ο Αιγύπτιος, ο Λεόντιος ο Σχολαστικός και ο Αγαθίας. Από τον 7ο έως τον 13ο αι., ο τόνος των επιγραμμάτων σπάνια υπερβαίνει τη χριστιανική θεματολογία.  Ξεχωριστή θέση εδώ κατέχουν, ο Γεώργιος Πισίδης, ο Θεόδωρος Στουδίτης, ο Ιωάννης ο Γεωμέτρης ή Κυριώτης, ο Ιωάννης Μαυρόπους, ο Θεόδωρος ο Πρόδρομος, ο Ιωάννης Φιλής και ο υπό εξέταση στην παρούσα μελέτη Χριστόφορος Μυτιληναίος[6]

Το ποιητικό έργο του Χριστόφορου Μυτιληναίου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρώτα απ’ όλα, γιατί η προσφορά του στο πεδίο του βυζαντινού ανθρωπισμού και της βυζαντινής λογοτεχνικής δημιουργίας εν γένει, θεωρείται γενναία, παρότι βέβαια αρκετά είδη της, όπως παραπάνω τονίστηκε, δεν κατάφεραν να μας κληροδοτήσουν εντελώς ζωντανή και πρωτότυπη παραγωγή. Δεύτερον, γιατί το ύφος του, είτε αυτό σχετίζεται με τα επιγράμματα, είτε με τα παραϋμνογραφικά κείμενά του[7], είναι λόγιο, πολλές φορές δε και πολύ κομψό, ανώτερο από το μέσο όρο[8]. Και τρίτον, γιατί ο Χριστόφορος Μυτιληναίος δρα σε μια περίοδο (11ος αι.), όπου η βυζαντινή γραμματεία, μετά την εποχή του «πρώτου βυζαντινού ουμανισμού», γνωρίζει νέα ακμή, προβάλλοντας μπροστά μας μια θαυμαστή αναγέννηση που φτάνει έως τα χρόνια των Παλαιολόγων (μέσα 15ου αι.).
            Περί του βίου του, οι σχετικές πληροφορίες είναι πενιχρές. Σύμφωνα με τον Karl Krumbacher, ο Χριστόφορος Μυτιληναίος έζησε το πρώτο μισό του 11ου αι[9]. Αν και στα ποιήματά του αποκαλείται Μυτιληναίος, δηλωτικό της οικογενειακής καταγωγής του, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές του βίου του, υπήρξαν τα διοικητικά αξιώματα που έλαβε: ανθύπατος (πολιτικός υπάλληλος θέματος, αξίωμα που εμφανίστηκε τον 9ο αι., αλλά γρήγορα κατέληξε να είναι απλός τιμητικός τίτλος), πατρίκιος (υψηλός τιμητικός τίτλος που δημιουργήθηκε από τον Κωνσταντίνο τον Μεγάλο), γραμματεύς του αυτοκράτορα (πρωτοασηκρήτης, δηλαδή προϊστάμενος της αυτοκρατορικής γραμματείας, αξίωμα που το συναντούμε από τον 8ο αι., και μετά), και κριτής της Παφλαγονίας (αξιωματούχος επαγγελματίας δικαστής που ανήκε στην κεντρική διοίκηση της δικαιοσύνης). Η άρτια αυτή εξέλιξή του στη διοικητική μηχανή του βυζαντινού κράτους, καταδεικνύει όχι μόνο πόσο σπουδαίος ποιητής υπήρξε, αλλά και πόσο δυνατή πολιτική υπόληψη είχε, γεγονός όχι σπάνιο, μιας και πολλές περιπτώσεις βυζαντινών λογίων παρουσιάζουν εμφανείς αναλογίες.
            Πριν αποτολμήσει κανείς τη διατύπωση μιας ουσιαστικής κρίσης για το ποιητικό έργο του Χριστόφορου Μυτιληναίου, νομίζω ότι επιβάλλεται να υποβάλλει την παράδοση των ποιητικών κειμένων του, εκδεδόμενα και ανέκδοτα, σε ακριβή έλεγχο. Τέτοιο τόλμημα, προς το παρόν, η παρούσα σύντομη μελέτη, δεν φιλοδοξεί να κάμει. Από τις έως σήμερα όμως κριτικές εκδόσεις του[10], φαίνεται ότι Χριστόφορος Μυτιληναίος συνέγραψε μια σειρά ποιημάτων κοσμικής, θρησκευτικής και παραϋμνογραφικής θεματολογίας, τα οποία δεν βρίσκονται σε ισόρροπη σχέση, όπως γίνεται στην περίπτωση ενός άλλου ποιητή του 11ου αι., του Ιωάννη Μαυρόποδα. Αυτό βέβαια, δεν αναιρεί το γεγονός της ποιοτικής και ποσοτικής αξίας του έργου του. Πλείστα ποιήματά του, αφιερωμένα σε υψηλά πρόσωπα της βυζαντινής αυλής, όπως οι αυτοκράτορες Ρωμανός Γ΄, Μιχαήλ Δ΄ Παφλαγόνας, Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτης Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος, ο πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος, δικαίως χαρακτηρίζονται για τον πνευματικό και ψυχικό πλούτο τους, αλλά και για την καλλιτεχνική δεξιοτεχνία τους[11]. Δεν λείπουν βέβαια και οι ποιητικές συνθέσεις που η θεματολογία τους είναι ποικίλη: σκωπτικά, σαρκαστικά ποιήματα, επιτύμβια και αινίγματα.
            Κατά βάση, ωστόσο, ο Χριστόφορος Μυτιληναίος εμφορείται, όπως και προγενέστεροι και μεταγενέστεροι ποιητές, και από τη θρησκευτική ποίηση, όχι βέβαια κατά κανόνα υμνογραφικού περιεχομένου, όπως ιδιαίτερα τούτη αναπτύχθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου. Χωρίς αμφιβολία, είναι γεγονός, ότι οι τελευταίοι αιώνες της Βυζαντίου (11ος - 15ος), στον τομέα της υμνογραφίας δεν έχουν να επιδείξουν τη ζέση και την ακμή των μεγάλων υμνογράφων προηγούμενων αιώνων, όπως του Ρωμανού Μελωδού, του Ανδρέα Κρήτης, του Κοσμά του Μελωδού, της Κασσιανή, του Ιωάννη Δαμασκηνού κ.α. Και αυτό γίνεται γιατί, την υμνογραφία της εποχής κατά την οποία ζει ο Χριστόφορος Μυτιληναίος, τη χαρακτηρίζει η άνθηση του μουσικού στοιχείου, η οποία και λειτουργεί εις βάρος της ποιητικής σύνθεσης. Έτσι, εδώ παρουσιάζεται το φαινόμενο της ανάπτυξης ενός ιδιαίτερου είδους θρησκευτικής ποίησης που ονομάζεται παραϋμνογραφία, με αναμφισβήτητη ωστόσο λογοτεχνική και αισθητική αξία[12].
            Σε αυτό το είδος ο Χριστόφορος Μυτιληναίος δείχνει να μην υστερεί σε ποιητική σύνθεση και παραγωγή. Θεωρείται εισηγητής έμμετρων ημερολογίων και του προσγράφονται μια σειρά από στιχηρά προσόμοια, 36 στον αριθμό, τα οποία καλύπτουν ολόκληρο το ενιαυτό. Στο ίδιο μοτίβο επίσης, του προσγράφονται και μια σειρά από προσόμοιους κανόνες, 12 στον αριθμό, έναν για κάθε μήνα. Αξιοσημείωτο στην περίπτωση αυτή, είναι το γεγονός, ότι οι κανόνες αυτοί αποτέλεσαν το πρότυπο, πάνω στο οποίο, στηρίχθηκαν μεταγενέστεροι βυζαντινοί στιχουργοί, όπως οι μοναχοί Σέργιος, Μιχαήλ, Γρηγόριος, Θεοδόσιος, Αρσένιος και Σάββας[13].
Αν και η παραπάνω ευσύνοπτη παρουσίαση του έργου του Χριστόφορου Μυτιληναίου, κατά κύριο λόγο, για τον γράφοντα, αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια καταγραφής βυζαντινών Λεσβίων λογίων, φρονώ ότι κάποτε πρέπει να ξεκινήσει η μελέτη ενός καθορισμένου τμήματος γεγονότων και προσώπων, που αφορούν στη μακραίωνη ιστορία της Λέσβου. Το εγχείρημα τούτο, βέβαια, προϋποθέτει και απαιτεί ένα επιτελείο ειδικών επιστημόνων με σοβαρή παιδεία και κατάρτιση. Αξίζει και πρέπει να επιχειρηθεί.      
           
 
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Δημοσιεύθηκε στο Λεσβιακό Ημερολόγιο 2001, Μυτιλήνη 2001, σσ. 184-187 και στα Πρακτικά της δ΄ Συνάντησης Βυζαντινολόγων Ελλάδος και Κύπρου (Θεσσαλονίκη 21-23 Σεπτεμβρίου 2002), Θεσσαλονίκη 2003.
[2] H. G. Beck, Ιστορία της Βυζαντινής Δημώδους Λογοτεχνίας, μτφρ., Νίκη Eideneier, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1993, σ. 31.
[3] A. Guillou, Ο Βυζαντινός Πολιτισμός, μτφρ., Paolo Odorico - Σμαράγδα Τσοχανταρίδου, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996, σ. 407.
[4] H. Hunger, Βυζαντινή Λογοτεχνία. Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών, μτφρ., Ιωάννης Βάσσης, τ. Β΄, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992, σσ. 500-503.
[5] Ο ιαμβικός δωδεκασύλλαβος στίχος στο Βυζάντιο χρησιμοποιήθηκε από τον 7ο αι. και μετά. Βλ. P. Maas, «Der byzantinische zwolfsilder», Byzantinische Zeitschrift 12(1903) 278-323.  
[6] Τα σχετικά με τα βυζαντινά επιγράμματα βλ. H. Hunger, Βυζαντινή Λογοτεχνία. Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών, μτφρ., Ιωάννης Βάσσης, τ. Β΄, σσ. 588-598 όπου και η σχετική βιβλιογραφία. Πρβλ. F. H. Marshall, Η Βυζαντινή Φιλολογία, στον τόμο των N. H. Baynes - H. St. L. B. Moss, Βυζάντιο. Εισαγωγή στο Βυζαντινό Πολιτισμό, μτφρ., Δημητρίου Σακκά, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1986, σσ. 343-344. Η άποψη του A. Guillou, Ο Βυζαντινός Πολιτισμός, σ. 408, ότι οι βυζαντινοί καταχράστηκαν το επίγραμμα, νομίζω ότι είναι υπερβολική.
[7] Ο όρος ανήκει στον Κ. Μητσάκη, «Βυζαντινή και νεοελληνική παραϋμνογραφία», Κληρονομία 4(1972)303-364.
[8] Μ. Ανάστου, «Η κοσμική ποίηση και η μη εκκλησιαστική θρησκευτική ποίηση», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 8ος, σσ. 239-240
[9] K. Krumbacher, Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, μτφρ., Γεωργίου Σωτηριάδου, τ. Β΄, Εν Αθήναις 1900, σ. 675. Ο K. Krumbacher διαθέτοντας πραγματικές φιλολογικές γνώσεις, και καταπληκτική γνώση των βυζαντινών χειρογράφων, αποτελεί ακόμη σήμερα, αξιόπιστη πηγή άντλησης υλικού, άμεσα σχετιζόμενου με τη λογοτεχνική παραγωγή των βυζαντινών. Η τρίτομη Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, υπήρξε και παραμένει κλασικό έργο.
[10] L. Sternbach, «Christophorea» EOS 5(1898-1899)7-21. Του ιδίου, «Appendix Christophorea» EOS 6(1900)53-74. Του ιδίου, «Spicilegium Laurentianum», EOS 8(1902)65-86. E. Kurtz, Die Gedichte des Christophoros Mitylenaios, Λειψία 1903. Ε. Follieri, I calentari in metro innografico di Christoforo Mitylineo, ττ. 2, Βρυξέλλες 1980. Πρβλ. και τα όσα αναφέρει ο K. Krumbacher, Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, τ. Β΄, σσ. 676-681. Γενικότερα για το βίο του βλ. τη μελέτη του Ευ. Γιαννάκα, «Χριστόφορος ο Μυτιληναίος», Λεσβιακά (1978)65-86.  
[11] Κ. Άμαντου, «Βυζαντινά ποιήματα» Νέα Εστία 8(Χριστούγεννα 1930)1243-1245.
[12] Κ. Μητσάκη, «Βυζαντινή και νεοελληνική παραϋμνογραφία», Κληρονομία 4(1972)313-314.
[13] Αυτόθι σσ. 322-326, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ