Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστιανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστιανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2023

ΚΩΣΤΑΣ ΑΓΟΡΑΣ, ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ




ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ
(για τους χριστιανούς φίλους, κάθε παράδοσης)

Απορία μεγάλη έχω στα «εκκλησιαστικά πράγματα». Πολύς θεσμός, τυπολατρία, ιεροπρέπεια, βυζαντινή μεγαλοπρέπεια ή άλλη (ανάλογα με την παράδοση, ανατολική ή δυτική), πολλά πνευματικά, ασκητικά και "Χριστός"; Άντε βρες τον!

Εννοώ "Χριστός σε προσωπική σχέση μαζί του". Όχι απλά τυπικά, αξιωματικά "Χριστός", όπως λέμε στις εικόνες που τις λιβανίζουμε και στα τέμπλα (ή στα αγάλματα).

Εδώ νομίζω ότι κάναμε ένα λάθος, χοντρό λάθος. Ξεχάσαμε ότι το Πνεύμα του Αναστημένου κατέρχεται επάνω στον καθένα μας (επί πάσαν σάρκα) και με τον τρόπο αυτό ο Παράκλητος εσωτερικεύει στον καθένα μας προσωπικά τον Αναστημένο Χριστό. Έτσι η σχέση μας με τον Χριστό είναι εσωτερική και άμεση (εν Πνεύματι Αγίω - δηλ. «ενοίκηση-inhabitatio» του Αναστημένου εν ημίν) - και βεβαίως δεν χρειάζεται κανενός είδους Μεσιτεία.

Και ακριβώς λοιπόν επειδή είναι τέτοια, δηλ. "αγιοπνευματική ενοίκηση του Αναστημένου εν ημίν" συγκροτούμε με τη σειρά μας μεταξύ μας "κοινωνία και κοινότητα Χριστού" δηλ. αυτό που θα πει "Εκκλησία".

Η "εκκλησία" είναι το αποτέλεσμα της αγιοπνευματικής "ενοίκησής" Του σε μας. Δεν είναι το προαπαιτούμενο μέσον για την "ενοίκηση" αυτή. Εμείς φοβάμαι πως τα έχουμε αντιστρέψει.

Πρώτα λοιπόν είναι η αγιοπνευματική εσωτερίκευση του Αναστημένου μέσα μας (ενοίκηση) και σαν συνέπεια αυτού είναι η μεταξύ των πιστών του Χριστού κοινωνία.

Μήπως να σκεφτούμε λίγο περισσότερο;

Μακάρι ο καθένας μας να νοιώσει βαθιά ότι ο πιο κοντινός του, ο πιο εσωτερικός του, ο πιο δικός του, είναι ο αναστημένος Χριστός!




Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

Χριστιανισμός, εθνικισμός και ρατσισμός

Ο επίσκοπος του Μπουρούντι και της Ρουάντα (Αφρικής) Ιννοκέντιος σε προσκύνημα Αφρικανών ορθοδόξων χριστιανών στα βουνά του Καυκάσου, προς τιμήν της αγίας Νίνας, που τον 4ο αιώνα έφερε το χριστιανισμό στη χώρα της Γεωργίας (από ορθόδοξο ιστολόγιο για την υπεράσπιση της Αφρικής: http://grforafrica.blogspot.com/2018/06/he-sunday-of-all-saints-sunday-after.html

πηγή-φωτό: rethemnos.gr



Του Θ. Ι. Ρηγινιώτη

Η εποχή μας είναι μια εποχή πανικού. Οικονομική κρίση που πλήττει ολοένα και περισσότερο τους ασθενέστερους, ψυχική πίεση (την οποία επιτείνει η – με ή χωρίς εισαγωγικά – πανδημία), σοβαρό έλλειμμα παρουσίας του κράτους στην υποστήριξη του πολίτη, εξωτερικές απειλές (Τουρκία) και ένα σωρό άλλα ακανθώδη ζητήματα δοκιμάζουν την υπομονή και τις αντοχές μας, κουρελιάζοντας την αξιοπρέπεια όλων μας και θέτοντας σε κίνδυνο το αίσθημα ασφάλειας που θα έπρεπε να αισθάνεται ο καθένας, όχι απλώς μέσα στην ίδια τη χώρα του αλλά ακόμη και ως μετανάστης σε κάθε «ελεύθερη» (τι είναι αυτό;) και ευνομούμενη χώρα.

Όπως σε κάθε εποχή πανικού, έτσι και σήμερα, οι συνθήκες ευνοούν την ανάδειξη των ακραίων πολιτικών τάσεων, που υπόσχονται στους ανθρώπους απελευθέρωση από τα επώδυνα δεσμά τους. Γι’ αυτό και βλέπουμε ναζιστικές ομάδες και ακροδεξιά κόμματα να μπαίνουν στη Βουλή και οι ιδέες τους να βρίσκουν οπαδούς ακόμη και ανάμεσα στους ανθρώπους που δεν τα ψηφίζουν.

Μεταξύ των άλλων, σε στοιχείο πολιτικής ιδεολογίας μετατρέπεται και ο χριστιανισμός. Είναι φυσικό, επειδή ο χριστιανισμός έχει κοινωνικό μήνυμα (που είναι αυτόματα και πολιτικό μήνυμα), αλλά και επειδή στο παρελθόν η χριστιανική πίστη έχει εμπνεύσει πολλές φορές τις απελευθερωτικές επαναστάσεις του λαού μας, όπως και άλλων λαών.

Γινόμαστε λοιπόν πολιτικοποιημένοι ως χριστιανοί. Φυσικά δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο χριστιανισμός είναι πρωτίστως πνευματική υπόθεση και ότι στο παρελθόν μετατράπηκε σε δεκανίκι της δικτατορίας, όπως και στο Μεσαίωνα παραμορφώθηκε σε μέσο τρομοκρατίας και καταπίεσης των δυτικοευρωπαϊκών λαών από τη λεγόμενη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, καθώς και από τους Ευρωπαίους βασιλείς. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή και επίγνωση ότι ο χριστιανισμός δεν μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική παράταξη, αλλά επίσης επίγνωση ότι οφείλει να εμπνέει πολιτική στάση, προς όφελος των ανθρώπων. Η άποψη ότι ο χριστιανισμός δεν πρέπει να εκφράζεται δημόσια, είναι όχι μόνο εσφαλμένη, αλλά και ύποπτη, γιατί ο χριστιανισμός είναι επαναστατικός και απελευθερωτικός.

Η πολιτική στάση που εμπνέει ο αυθεντικός χριστιανισμός χαρακτηρίζεται από δικαιοσύνη, φιλανθρωπία προς όλους (ακόμη και προς τους εγκληματίες), σεβασμό προς κάθε άνθρωπο, ανιδιοτέλεια και διάθεση αυτοθυσίας και αυτοπροσφοράς.

Βεβαίως ένας χριστιανός (πολιτικοποιημένος ή μη) δεν μπορεί να μείνει απαθής απέναντι σε ζητήματα όπως η κοινωνική αδικία, η οικονομική εξαθλίωση, η εκμετάλλευση των εργαζομένων (σε αυτά άσκησαν σφοδρή κριτική ακόμη και οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως οι Τρεις Ιεράρχες, που συγκρούστηκαν με την εξουσία της εποχής τους διακινδυνεύοντας τη ζωή τους!), αλλά και ζητήματα που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνονται πολιτικά, όπως ο διασυρμός του ανθρώπινου σώματος, με τη μετατροπή του σε σεξουαλικό αντικείμενο, και η ομοβροντία μηνυμάτων βίας και αλλοφροσύνης που υφίσταται ιδίως η γενιά των εφήβων (αλλά και των παιδιών) μέσω μιας «ψυχαγωγίας» που περιλαμβάνει σκηνές φόνων και βασανιστηρίων, ιστορίες τρόμου και κανιβαλισμού, τερατόμορφους και δαιμονικούς «ήρωες» κ.τ.λ. Τα στοιχεία αυτά – όπως και πολλά άλλα δυστυχώς! – ήδη έχουν δείξει τους πικρούς καρπούς τους στη ζωή νέων ανθρώπων αλλά και ολόκληρων οικογενειών και της κοινωνίας συνολικότερα.


Τρίτη 14 Ιουνίου 2022

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΗΡΩΑΣ;



Του  π. Δημητρίου Μπόκου 


Η συγγραφέας Μαργαρίτα Καραπάνου έζησε μικρή στη Γαλλία και, λόγω της μητέρας της, γνώρισε τους μεγάλους συγγραφείς και καλλιτέχνες του 20ου αιώνα, Σάρτρ, Καμί, Μποβουάρ, Πικάσο. Σε μια συνέντευξη ρωτήθηκε: 

-  Αυτοί οι άνθρωποι που γνωρίσατε στη Γαλλία, σας φαίνονταν ευτυχισμένοι; 

Και απαντά: 

-  Ευτυχισμένος, είναι μία λέξη που δεν την ξέρω. Ήταν άνθρωποι που είχαν κάνει αυτό που ήθελαν. Οι περισσότεροι από αυτούς που θαυμάζουμε είχαν φερθεί άσχημα στα παιδιά τους. Ο Καμί, ας πούμε, φέρθηκε άσχημα στο γιο του. Ο Πικάσο έλεγε στη μαμά μου: «Γιατί έχεις την κόρη σου μαζί σου; Εγώ έχω μία κόρη που ζει είκοσι λεπτά από εδώ και δεν την έχω δει ποτέ»! Ήταν οι ήρωες του κόσμου, δεν τους ένοιαζε τίποτα πέραν του εαυτού τους… Δεν θα ήθελα να είχα τη ζωή τους (Στ. Θεοδωράκη, Οι άνθρωποί μου, σελ. 56-57). 

Νὰ λοιπόν τί «υψηλές» φιλοσοφίες ακολουθούσαν αυτά τα μεγάλα πνεύματα της εποχής μας. Δεν τους ένοιαζε τίποτα πέραν του εαυτού τους. Θεός τους ήταν ο εαυτός τους. Οι άλλοι, όπως έλεγε ο Σάρτρ, ήταν η κόλασή τους. Και επειδή όλοι σήμερα επιδιώκουν αυτό ακριβώς, την απόλυτη ικανοποίηση του εαυτού τους, γι’ αυτό τέτοιοι άνθρωποι αποτελούν τους ήρωες του καιρού μας. 

Όμως τί σόι ήρωες μπορεί να είναι όσοι ζουν υποταγμένοι στις εγωκεντρικές απαιτήσεις της φύσης τους; Λένε οι άγιοι, ότι τέτοιοι άνθρωποι ζουν ακόμα στο φυσικό επίπεδο. Σωστό, καλό και φυσικό θεωρούν ό,τι υπαγορεύει η φύση τους. Ποιά φύση όμως; Όχι αυτή βέβαια που βγήκε «καλή λίαν» από τα χέρια του Δημιουργού, αλλ’ αυτή που προέκυψε από την παρακοή των Πρωτοπλάστων. Μετά την πτώση στην αμαρτία. Μια φύση γεμάτη πάθη και επιθυμίες πονηρές, εγκλωβισμένη στον εμπαθή εγωκεντρισμό. Αυτά πλέον θεωρεί ως καλό ο άνθρωπος, αφού είναι φυσικά πράγματα κατά τη γνώμη του. 

Έτσι λοιπόν δεν κατανοεί τί νόημα π.χ. έχει να αγαπά, όταν δεν έχει να κερδίσει κάτι. Όλα περνούν μέσα απ’ το κόσκινο του ωφελιμισμού και της χρησιμοθηρίας. Γι’ αυτὸ και ως κατ’ εξοχήν αμαρτία λογίζεται ο εγωκεντρισμός. Που οδηγεί τον άνθρωπο σιγά-σιγά σε απανθρωπία. Συνήθως τον παρομοιάζουμε τότε με ζώο, θεωρούμε κτηνωδία αυτή τη στάση ζωής. Και ξεχνάμε ότι τα ζώα έχουν κάποιες συμπεριφορές που υπερέχουν σε ασύγκριτο βαθμό από τις δικές μας. 

Σε ένα απ’ τὰ εγκώμια του Επιταφίου (Β΄ Στάση) ψάλλομε το εξής αξιοθαύμαστο: «Ώσπερ πελεκάν τετρωμένος την πλευράν σου, Λόγε, σους θανόντας παίδας εζώωσας, επιστάξας ζωτικούς αυτοίς κρουνούς». Δηλαδή: «Πληγωμένος στην πλευρά σου Λόγε (=Χριστέ), όπως ο πελεκάνος, εζωοποίησες τα νεκρά σου τέκνα, στάζοντας πάνω τους ζωτικούς κρουνούς (= το αίμα Σου)». 

Τί κάνει δηλαδή ο πελεκάνος; Τρυπάει με το ράμφος την πλευρά του και με το αίμα του δίνει ζωή στα μικρά του, όταν τα δαγκώσει δηλητηριώδες φίδι. Και αυτή του η ενέργεια παραβάλλεται, ούτε λίγο ούτε πολύ, με τη σταυρική θυσία του Χριστού μας. 

Όταν ο ιοβόλος δράκοντας με το θανατηφόρο δηλητήριο της αμαρτίας επέφερε και σε μας τον θάνατο, ο Χριστός τρύπησε την άχραντη πλευρά του και έσταξε πάνω μας το ζωογόνο αίμα του. Η πληγωμένη πλευρά του μεταβλήθηκε σε ζωτικό κρουνό, σε πηγή ζωής που εξουδετέρωσε τον ιό της αμαρτίας. Ο πελεκάνος λοιπόν, με την αξιοζήλευτη αγάπη του για τα παιδιά του, γίνεται εικόνα της ανείπωτης αγάπης του Θεού για το πλάσμα του. 

Μπροστά σε τέτοιον ηρωισμό και αυτοθυσία που δείχνουν, διδαγμένα απ’ τον Δημιουργό τους, τα ζώα, έχουμε το θράσος εμείς με τις εγωκεντρικές μας συμπεριφορές να λεγόμαστε ήρωες; 

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, αρ. φ. 357, Απρ. 2013) 



Κυριακή 28 Μαρτίου 2021

"Φιλελεύθερη Δημοκρατία και χριστιανική πίστη": το νέο βιβλίο του Χαράλαμπου Βέντη


Χ. Βέντης, Φιλελεύθερη Δημοκρατία και χριστιανική πίστη, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2021, ISBN: 978-960-615-354-9.

Το 1966, σε συνέντευξή του η οποία δημοσιεύθηκε μετά θάνατον μια δεκαετία αργότερα, ο Martin Heidegger εξέφρασε την απελπισία του για την πορεία και το μέλλον της ανθρωπότητας, διατεινόμενος ότι πλέον, «μόνο ένας Θεός δύναται να μας σώσει», εκεί που απέτυχαν η φωνή του Είναι, ο ναζιστικός μεσσιανισμός και η ποίηση (οι ματαιόπονες διαδοχικές ελπίδες του φιλοσόφου του Μέλανα Δρυμού).

Η δήλωση αυτή, μολονότι ακούγεται «ευλαβής» στα ώτα πολλών θρησκευομένων και υπονοείται ή εκστομίζεται ευθαρσώς από πλείστους όσους θρησκευτικούς ταγούς, κρίνεται όχι απλά ως προβληματική αλλά ως μια ανίερη τοποθέτηση, τόσο από τη βιβλική οπτική της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης όσο και υπό το βλέμμα μιας πολιτικά εγγράμματης και δημοκρατικά εγρήγορης συνείδησης, θρεμμένης με το νεωτερικό πνεύμα της προσωπικής ευθύνης εκάστου πολίτη για την τύχη του κόσμου. Στην καλύτερη περίπτωση, η χαϊντεγγεριανή κραυγή είναι μονοφυσιτική (συνεπεία τούτου, ολέθρια απολιτική), καθώς αναμένει τα πάντα από τον Θεό, παραμερίζοντας την ανθρώπινη πρωτοβουλία και συμβολή ενάντια στη βαρβαρότητα και το χάος.

Στην ανά χείρας μελέτη υποστηρίζουμε ότι η πολιτική εκκινεί επέκεινα της «μεταφυσικής απελπισίας» και του Μεσσιανισμού, αφ’ ης στιγμής δηλαδή αφήσουμε πίσω μας τη μοιρολατρεία, μαζί με την ανεξέταστη αναπαραγωγή των παραδοσιακών ιεραρχήσεων και αποφασίζουμε ότι οι ζωές μας και τα κοινά μπορούν και πρέπει να αλλάζουν επί τα βελτίω και μάλιστα ατέρμονα, στο διηνεκές. Η χριστιανική πίστη, δοθέντος του οικουμενικού της χαρακτήρα αλλά και της μη αιτιοκρατικής εσχατολογικής της δυναμικής, δύναται να σταθεί αρωγός στο όραμα της κοινωνικής δικαιοσύνης που διέπει τη φιλελεύθερη Δημοκρατία, αρκεί να παραμένει πιστή στο πνεύμα του Χριστού και όχι των ευσεβοφανών αλλά μισάνθρωπων Φαρισαίων: ήγουν, στη λογική που εστιάζει απαρέγκλιτα και ανυποχώρητα στον άνθρωπο και τις ανάγκες του, μακριά από κάθε πορνική διαπλοκή με τον εκάστοτε Καίσαρα.

Βασική ορίζουσα του πονήματός μας είναι ότι η χριστιανική πνευματικότητα δεν προσφέρεται για απόπειρες «κατανυκτικής απόδρασης» από τον κόσμο και την ιστορία, εν όψει του Ευαγγελίου της Κρίσης, που καθιστά σαφές ότι η σχέση κάθε υποψήφιου «ουρανοπολίτη» με τον Θεό περνά οπωσδήποτε διαμέσου της έγνοιας για τη ζωή, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του επίγειου συνανθρώπου (σύμφωνα και με το «ποῦ ἔστιν ῎Αβελ ὁ ἀδελφός σου»;)∙ γι’ αυτό και ο μακαριστός π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ μας υπενθύμιζε ακάματα ότι όποιος αδιαφορεί για την Ιστορία, δεν μπορεί ποτέ να είναι ένας καλός χριστιανός.




Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2021

Δεήσεις στην Αγία Κορώνα για να φύγει η πανδημία

 πηγή-φωτό: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 10/1/2021




Του Σταύρου Τζίμα

Την επομένη των Χριστουγέννων ο ελληνορθόδοξος ιερέας Απόστολος Μαλαμούσης μετέβη σε ένα καθολικό παρεκκλήσι έξω από το Μόναχο και έψαλε δέηση για τη σωτηρία των πασχόντων από τον κορωνοϊό και την ταχεία εξαφάνιση της πανδημίας. Σε αυτό το μικροσκοπικό εκκλησάκι του 15ου αιώνα, στο δάσος κοντά στην κωμόπολη Arget, προστρέχουν από το ξέσπασμα της κορωνοκαταιγίδας, καθημερινά, χριστιανοί από όλη τη Βαυαρία για να ζητήσουν προστασία από την απειλή της COVID-19. Θα μπορούσαν, βεβαίως, να προσευχηθούν σε κάποια από τις πάμπολλες, επιβλητικές εκκλησίες του Μονάχου και ο Έλληνας ιερέας να ανάψει κερί σ’ έναν από τους ορθόδοξους χριστιανικούς ναούς της βαυαρικής πρωτεύουσας. Όταν όμως η δέηση απευθύνεται από το «σπίτι» της Αγίας προστάτιδος, είναι για τους πιστούς ίσως πιο αποτελεσματική.

Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Από την εποχή της Βίβλου ακόμα, οι θρησκείες στην ιστορική τους διαδρομή προσέφευγαν στην επίκληση του Θείου ως ασπίδας προστασίας της ανθρώπινης ζωής από ασύμμετρα απειλητικά φαινόμενα, όπως οι θανατηφόρες πανδημίες. Αναγορεύονταν άγιοι προστάτες, ανεγείρονταν εκκλησίες, αναπέμπονταν δεήσεις και οι πιστοί ήλπιζαν σε άνωθεν θαύματα. Πολλά χωριά στην ορεινή Ελλάδα ύψωναν, τα παλιά τα χρόνια, ασπίδα «προστασίας» από τις πανδημίες χτίζοντας γύρω τους παρεκκλήσια ή υψώνοντας τεράστιους ξύλινους και πέτρινους σταυρούς στις εισόδους τους, απομεινάρια των οποίων συναντώνται ακόμα και σήμερα.

Εν προκειμένω, στο αγιολόγιο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας είναι καταχωρισμένη, ως προστάτις του ανθρώπου από τις επιδημίες, η Αγία Κορώνα, η οποία γιορτάζεται στις 14 Μαΐου, ενώ στο ορθόδοξο καταγράφεται ως Αγία Στεφανίδα και τιμάται στην Ορθόδοξη Εκκλησία στις 11 Νοεμβρίου μαζί με τους μάρτυρες Μηνά, Βίκτωρα και Βικέντιο.

Έως ότου ενσκήψει η επιδημία, η Αγία Κορώνα/Στεφανίδα, με πλήθος παρεκκλησίων από την εποχή του Μεσαίωνα στην Κεντρική Ευρώπη και ειδικά στη Βαυαρία και στην Αυστρία, τελούσε μάλλον σε «αχρηστία», αφού για τελευταία φορά που παρακλήθηκε υπέρ προστασίας των πιστών, ήταν η ισπανική γρίπη του 1916. Τώρα οι άνθρωποι καταφεύγουν και πάλι στα ανά τα δάση εκκλησάκια της, επιζητώντας την άνωθεν σωτηρία. Μεταξύ των πρώτων που έσπευσαν να απευθύνουν έκκληση στην Αγία Κορώνα του Μονάχου με την εμφάνιση της επιδημίας ήταν δύο ορθόδοξοι ιερείς, οι Γεώργιος Βλέτσης και Απόστολος Μαλαμούσης.

Ταυτόχρονα, οι ελληνορθόδοξοι της Βαυαρίας φιλοτέχνησαν, με δικά τους έξοδα, εικόνα της Αγίας Κορώνας, η οποία μόλις κοπάσει η τρικυμία και επιτραπούν ελεύθερες τελετές, θα τοποθετηθεί με κάθε επισημότητα στο παρεκκλήσι της Arget, ενώ ο πρωτοπρεσβύτερος κ. Κωνσταντίνος Μύρων, πρόεδρος του Συμβουλίου Χριστιανικών Εκκλησιών Γερμανίας και προϊστάμενος της Ενορίας της Μητροπόλεως Γερμανίας στην Κολωνία, συνέθεσε ύμνο (Απολυτίκιο) για την Αγία Κορώνα/Στεφανίδα.

Η αγιογράφηση

Ο πρωτοπρεσβύτερος κ. Μαλαμούσης λέει στην «Κ» για την αγιογράφηση της αγίας του κορωνοϊού. «Η εικόνα αγιογραφήθηκε σύμφωνα με την ορθόδοξη τεχνοτροπία από τον Πασχάλη Δουγαλή και τοποθετήθηκε στο Ιερό Βήμα του ιερού ναού των Αγίων Πάντων Μονάχου, για τον καθαγιασμό της και την εν ευθέτω χρόνω μεταφορά της στο παρεκκλήσι της στην κωμόπολη Arget ως μόνιμη συνοδός των προσευχών των πιστών».
Είναι η πρώτη φορά που μια ορθόδοξη εικόνα της Αγίας Κορώνας/Στεφανίδας αγιογραφείται στη Γερμανία και καθαγιάζεται στο Μόναχο. Μάλιστα φέρει το όνομά της στη γερμανική και ελληνική γλώσσα. Οικογένειες της ομογένειάς μας συνέβαλαν οικονομικά στη δαπάνη της αγιογράφησης της εικόνας της Αγίας Κορώνας/Στεφανίδας και της κατασκευής του υπέροχου ξυλόγλυπτου πλαισίου (κορνίζας) της. Ο πατέρας Απόστολος υπογραμμίζει ως «ιδιαίτερης σημασίας το γεγονός ότι οι μεγάλης κυκλοφορίας βαυαρικές εφημερίδες ασχολήθηκαν διεξοδικά με την Ορθόδοξη παρουσία στο παρεκκλήσι της Αγίας Κορώνας και τη συμβολή της στο θέμα της διεκκλησιαστικής αντιμετώπισης της πανδημίας του κορωνοϊού». Η ορθόδοξη χριστιανική πρωτοβουλία έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον του γερμανικού Τύπου που αφιέρωσε ρεπορτάζ και σχόλια κυρίως για την αγιογράφηση της αγίας του ιού, με τίτλους όπως «Αγία Κορώνα προσευχήσου για μας», «Αγία βοήθησε», «Η Αγία Κορώνα έχει ένα παρεκκλήσι – οι Ορθόδοξοι δωρίζουν μία εικόνα».

Σύμφωνα με τη θρησκευτική παράδοση η Αγία Κορώνα ή Στεφανίδα, όπως αναφέρεται στο Ορθόδοξο Συναξάριο, ήταν γυναίκα στρατιωτικού και έζησε στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. πιθανότατα στη σημερινή Συρία. Χήρα ούσα παρέστη στο μαρτύριο του Αγίου Βίκτωρα, τον οποίο προέτρεπε και ενθάρρυνε να υποστεί με θάρρος το μαρτύριο. Το γεγονός αυτό προκάλεσε τους ειδωλολάτρες που τη συνέλαβαν και την οδήγησαν στον ηγεμόνα και αφού εκεί ομολόγησε την πίστη της στον Χριστό, της έδεσαν τα χέρια στις κορυφές δύο δέντρων (φοινίκων) που με τη βία λύγισαν. Ακολούθως άφησαν ελεύθερες τις κορυφές των δέντρων που επανήλθαν στην αρχική θέση τους, σχίζοντας το σώμα της μάρτυρος σε δύο μέρη.
Το 1599 μ.Χ. ένα ζευγάρι Βαυαρών βρήκε στο χωράφι, που είναι σήμερα κτισμένο το παρεκκλήσι, μια ξύλινη εικόνα της Αγίας Κορώνας, την οποία και μετέφεραν στο σπίτι τους. Η εικόνα όμως αυτή επέστρεφε μόνης της με θαυματουργικό τρόπο στο χωράφι, όπου ευρέθη. Για τον λόγο αυτό κτίστηκε στον τόπο εκείνο το 1648 μ.Χ. ένα εκκλησάκι προς τιμήν της αγίας. Στο εσωτερικό του παρεκκλησίου υπάρχει μια ξύλινη αγία τράπεζα με παραστάσεις από το μαρτύριο της Αγίας Κορώνας, εικόνες, αφιερώματα και πίνακες με το ιστορικό του παρεκκλησίου.

Μύθοι και παραδόσεις

Ήταν πράγματι η Αγία Κορώνα η προστάτις από τις επιδημίες; Μύθοι και παραδόσεις επ’ αυτού κυκλοφορούν πολλοί με δεδομένη την επικαιρότητα λόγω της COVID-19 και τη συρροή πιστών στα ξωκκλήσια για προσευχή. Η γερμανική Deutcshe Welle αναφέρει ότι η αλήθεια χάνεται στα στενά σοκάκια της Ιστορίας. Όπως και σε πολλά άλλα ιστορικά γεγονότα, σημασία δεν έχει ποια είναι η αλήθεια, αλλά τι πιστεύουν οι άνθρωποι ότι είναι αλήθεια, εν προκειμένω για τους χριστιανούς πιστούς το εκκλησάκι της Αγίας Κορώνας έξω από το Μόναχο έγινε σύμβολο προστασίας από την πανδημία της COVID-19. 

Καθολικοί και Ορθόδοξοι σπεύδουν για να ζητήσουν τη βοήθειά τους, αφήνοντας κατά μέρος τις δογματικές διαφορές, ενώ η μεταφορά και εγκατάσταση της εικόνας που αγιογραφήθηκε από τους ορθοδόξους της Βαυαρίας αναμένεται να γίνει σε λαμπρή τελετή, στην οποία θα παρευρεθούν ανώτερα στελέχη του Βατικανού.



Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

Θανάσης Παπαθανασίου, Απελπισία και απελευθέρωση

[Σημείωση: Αναδημοσιεύουμε το κείμενο του Θανάση Παπαθανασίου "Απελπισία και απελευθέρωση" ως ελάχιστο δείγμα αλληλεγγύης μετά την ανοίκεια λογοκρισία που εδέχθη σε ΜΚΔ] 

Απελπισία και απελευθέρωση
Πανανθρώπινες διαδρομές με τη Βίβλο

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου

[Δημοσιεύτηκε στον τόμο του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου «Ο ρόλος της Αγίας Γραφής στην αρμονική συμβίωση των ετεροτήτων. Το Διάταγμα της ανεξιθρησκίας του 313 μ.Χ. και το αίτημα του 21ου αιώνα για καταλλαγή», εκδ. Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, Αθήνα 2014, σσ. 75-82]

«Θα πάρω θέση, θα σταθώ στη σκοπιά μου και στην πολεμίστρα μου και θα προσμένω για να δω τι θα μου πει ο Θεός για να πω, και ποια θα πρέπει απάντηση να δώσω στο παράπονο που διατύπωσα» [1].


Προφήτης Αβακούμ: Εκπρόσωπος παραπονούμενων, μα παραπονούμενων απαιτητικών κι ετοιμοπόλεμων. Το ετοιμοπόλεμο μεταμορφώνει την αδρανή υπομονή σε προσδοκία έμπρακτη. Είσαι στην πολεμίστρα, σε θέση πράξης. Και προσδοκάς απάντηση ρηματική και έμπρακτη μαζί. Γιατί ζητάς να αλλάξει ροή η ιστορία.

«Ως πότε, Κύριε, θα σου φωνάζω για βοήθεια, κι εσύ δεν θα με ακούς; Σου κράζω για την αδικία που επικρατεί, μα εσύ δεν επεμβαίνεις! […] Γιατί παρατηρείς τη δυστυχία χωρίς να κάνεις τίποτα;»(Αβακ. 1: 1-4).

Εμείς τώρα, διαβάζοντας τον Αβακούμ μέχρι τέλους, γνωρίζουμε ότι η απάντηση ήρθε. Αλλά τις ώρες του παραπόνου, τις ώρες της κραυγής, τις ώρες του καμπουριάσματος στην πολεμίστρα, ο παραπονούμενος αναμετριέται με τη σιωπή, με την απουσία, με την απελπισία, χωρίς κάτι εκείνη τη στιγμή να του εξασφαλίζει ότι η σιωπή, η απουσία, η απελπισία δεν θα είναι αιώνιες. Και σιωπή, απουσία, απελπισία σημαίνουν ότι επελαύνει ανενόχλητη στην ιστορία η νομοτέλεια την οποία ορίζει η ισχύς, με όχημα στις ημέρες του Αβακούμ τους Βαβυλώνιους και στις ημέρες της αφεντιάς μας τους νεοφιλελεύθερους,
«αυτό το έθνος το σκληρό κι αδίστακτο, που διασχίζει όλη τη γη, γυρεύοντας να κατακτήσει ξένες χώρες. Είναι φοβεροί και τρομεροί. Νόμος τους είναι του ισχυρότερου το δίκιο» (1: 6-7).
Απέναντι στη δήλωση, τα θύματα και οι αδικημένοι στενάζουν και κραυγάζουν. Η δυνατότητα για παράπονο, για στεναγμούς και για κραυγή, είναι σπουδαία προίκα του ανθρώπου. Είναι μια δυνατότητα, ο άνθρωπος να γίνει πιο ευρύχωρος, ποθώντας ζωή της προκοπής και προσκαλώντας τον άλλον να συμμεριστεί αυτόν τον πόθο. Σαν νήμα μυστικό η κραυγή αυτή ενώνει όλους τους ανθρώπους. Φώναξε γοερά το αίμα του Άβελ (Γεν. 4: 10), στέναξαν κι έκραξαν οι Εβραίοι στη δουλεία της Αιγύπτου (Έξ. 2: 23), κραυγάζει ο μισθός του εργάτη που τον παρακράτησαν τα αφεντικά (Δευτ. 24: 14-15, Ιακ. 5: 4), στενάζει και κραυγάζει η κτίση ολόκληρη, λαχταρώντας την απελευθέρωσή της από τη φθορά (Ρωμ. 8: 19-22), κραυγάζουν δυνατά οι ψυχές των μαρτύρων ζητώντας πίσω το αίμα τους και επαναλαμβάνοντας τον στίχο του Αβακούμ: «Έως πότε, επιτέλους;» (Αποκ. 6: 10). Υψώθηκε στον ουρανό η κραυγή των μαύρων δούλων στην Αμερική κι έγινε spiritual, υψώνεται στον ουρανό το Χαν των Κορεατών, η κραυγή του αδικαίωτου τυραννισμένου [2]. 

Στον πίνακα του Έντβαρντ Μουνκ υπάρχει μόνο η κραυγή [3]. Ανταπόκριση όχι. Σα να μην τίθεται καν το ερώτημα, «έως πότε;». Σα να δηλώνεται με απελπισία, «έτσι είναι, για πάντα». Στον αντίποδα του Μουνκ βρίσκεται ένας αφρικανός σκορπιός. Τον μνημονεύει ένας Έλληνας, ο Καζαντζάκης, σχολιάζοντας την κραυγή μιας φιλάσθενης εξεγερμένης Γερμανοεβραίας, της Ρόζας Λούξεμπουργκ: 

«Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ σκίζει τα σωθικά μας: - “Βοήθεια!”. Ο αέρας άλλαξε, αναπνέει μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη θειάφι. Ποιος φώναξε; Εμείς φωνάζουμε, οι αδικημένοι άνθρωποι! Κι ύστερα σιωπή· ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από φόβο. Μα ξάφνου πάλι η κραυγή σκίζει τα σωθικά μας. Γιατί δεν είναι απόξω, δεν είναι μακριά, δεν έρχεται, για να μπορούμε να ξεφύγουμε – μέσα στην καρδιά κάθεται η κραυγή και φωνάζει.Ανίλεη, αυστηρή είναι η στιγμή που περνούμε. Δε στρέφουμε πια το πρόσωπό μας στον ουρανό, ζητώντας βοήθεια. Ξέρουμε, ουρανός και γης είναι ένα. Ο νους, ας είναι ο ποιητής ουρανού και γης· αυτός ανέλαβε όλη την ευθύνη του χαμού ή της σωτηρίας. Ο νους μας είναι σαν το “Μικρό Σκορπιό”μιας αφρικάνικης παράδοσης, που αν την ήξερε, πολύ θα την αγαπούσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.“Ο μικρός σκορπιός είπε: – Εγώ, ο μικρός σκορπιός ποτέ δε θα επικαλεστώ το όνομα του Θεού. Εγώ, ο μικρός σκορπιός, όταν θέλω να κάμω τίποτα, θα το κάμω με την ουρά μου!”» [4].
Είναι τόσο δυναμική η κραυγή του Καζαντζάκη! Και όμως, μ’ όλη της τη γοητεία, είναι συγκλονιστικά φτωχή! Είναι στενάχωρη, γιατί, παρ’ όλο που βλέπει τον άνθρωπο ως ύπαρξη σχεσιακή (δηλαδή ως ύπαρξη που λειτουργεί μέσα σε ένα «εμείς»), εν τέλει τον συρρικνώνει, αφού τον θέλει αυτάρκη και αυτοαναφορικό. Ο πόνος είναι αυστηρά ατομικό γεγονός, επικίνδυνα ατομικό. Κάνει τον άνθρωπο να διπλωθεί στον εαυτό του, εκτός… εκτός αν ο πόνος γίνει συμπόνια. Η συμπόνια με ξεδιπλώνει στον χώρο έξω από τα συστατικά μου: στον χώρο του άλλου. Σ’ αυτό νιώθω πως συμφωνώ με τον Καζαντζάκη, αλλά από δω και πέρα αρχίζει η διαφωνία μου. Αν το ξεδίπλωμα του ανθρώπου είναι πολύτιμο, αν δηλαδή η αλληλεγγύη είναι πολύτιμη (όπως προδήλως θα έλεγε και η Λούξεμπουργκ), τότε είναι μιζέρια να μην γίνει άπειρο αυτό το ξεδίπλωμα, υπόθεση δηλαδή Κυρίου Σαβαώθ.

Σε ολόκληρη τη Γραφή αποτυπώνεται το ξεδίπλωμα και η κραυγή του ανθρώπου ως μέρος ενός δυσθεώρητου διαλόγου, που απελπίζει την απελπισία. Στους Ψαλμούς, εκεί ακριβώς όπου αφθονεί το παράπονο του πάσχοντος δικαίου, εκεί ο Θεός ορίζεται ως εκείνος που δεν ξεχνά «των καταπιεσμένων την κραυγή» (Ψαλμ. 9: 13). Και παρακάτω εμφανίζεται άλλο ένα είδος στεναγμού. Όχι ο στεναγμός του αδικημένου, αλλά του αλληλέγγυου, ο οποίος πάσχει τον πόνο του πάσχοντος. «Το Πνεύμα […] μεσιτεύει το ίδιο στο Θεό για μας με στεναγμούς που δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις» (Ρωμ. 8: 26). Η κραυγή για τη δικαιοσύνη είναι υπόθεση πολύ μεγαλύτερη από το τίποτα του Μουνκ ή απ’ το κεντρί ενός σκορπιού, που θα πεθάνει κι αυτό όταν πεθάνει ο σκορπιός. Χρειάζεται να γίνει στεναγμός και «φωνή μεγάλη» (Ματθ. 27: 46) ενός Θεού.

Σε μια αβυσσαλέα αντινομία, ο Βιβλικός Θεός είναι ταυτόχρονα αρωγός και ενδεής, ταυτόχρονα πολέμαρχος και πάσχων δούλος, αρνίο εσφαγμένο από καταβολής κόσμου και ταυτόχρονα νικηφόρο (Αποκ. 13: 8 και 17:14, Πέτρ. 2: 19-20). Και ζητάει από τον πιστό να είναι ομοίως συμπάσχων, συνοδοιπόρος και συμπολεμιστής. Η ραχοκοκαλιά του Χριστιανισμού, έλεγε ο Μ. Βασίλειος, είναι η μίμηση του Χριστού «εν τω μέτρω της ενανθρωπήσεως» [5]. «Εν τω μέτρω της ενανθρωπήσεως» σημαίνει ότι την αδικία και το παράλογο της ζωής δεν κάθεσαι να τα κοιτάς, ούτε αδάπανα να τα κουτσομπολεύεις. Σημαίνει να υιοθετείς τον πόνο του αλλουνού, για να παλέψεις την αδικία και το παράλογο στην ίδια σου τη σάρκα. Η ανταπόκριση στις κραυγές των αδικημένων σημαίνει δρόμο δύσκολο: ευθύνη και πράξη μέσα στην ιστορία.

Αλλά και οι αργυραμοιβοί μέσα στην ιστορία δρουν, και καταλαμβάνουν τον ναό, και λαφυραγωγούν τη Γραφή. Κι έτσι, χρέος, συν τοις άλλοις, είναι η απελευθέρωση της Γραφής, η ανάγνωση, δηλαδή, που παραπέμπει στον ζωντανό Θεό, τον απελευθερωτή του ναού. «Πόσοι ερμηνεύουν τις Γραφές», αναλογιζόταν ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, «αγνοώντας ολότελα αυτόν που μιλάει μέσα στις Γραφές!» [6]. Και η αγνόησή του αυτή παράγει ένα αντι-ευαγγέλιο. Αναφερόμενη χαρακτηριστικά στο γεγονός ότι στο διάβα της ιστορίας σημεία του αποστόλου Παύλου έχουν χρησιμοποιηθεί για τη μεταφυσική δικαίωση της δουλείας και της υποταγής, η Ινδή θεολόγος Μούκτι Μπάρτον επισημαίνει με οδυνηρή ωμότητα: «Ορισμένα αποσπάσματα των επιστολών έχουν μετατραπεί και συνεχίζουν να μετατρέπονται σε όπλα μαζικής καταστροφής» [7].

Στην άλλη πλευρά του ωκεανού έχει καταστεί κλασική η αφήγηση του Χάουαρντ Θέρμαν, αφροαμερικανού Βαπτιστή ιερέα, απόγονου σκλάβων και πρόμαχου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Διηγούταν ο Θέρμαν:

«Στο μεγαλύτερο διάστημα της παιδικής μου ηλικίας με φρόντιζε η γιαγιά μου, η οποία είχε γεννηθεί σκλάβα […]. Εγώ είχα το καθήκον να της διαβάζω, μιας και η ίδια δεν ήξερε ούτε να διαβάζει ούτε να γράφει. Δυο - τρεις φορές τη βδομάδα της διάβαζα τη Βίβλο φωναχτά. Με είχε εντυπωσιάσει βαθειά ότι είχε πολύ ιδιαίτερες προτιμήσεις. Για παράδειγμα, μερικούς από τους πιο κατανυκτικούς Ψαλμούς, αποσπάσματα του Ησαΐα και τα ευαγγέλια της τα διάβαζα ξανά και ξανά. Αλλά τις επιστολές του Παύλου ποτέ, εκτός από το 13ο κεφάλαιο της Α΄ προς Κορινθίους – κι αυτό πολύ αραιά. Έσκαγα από περιέργεια, αλλά της γιαγιάς δεν της κάναμε ποτέ ερωτήσεις. 
[Μετά από πολλά χρόνια και] με την αίσθηση ότι αποτολμούσα κάτι φοβερό, την ρώτησα μια μέρα για ποιο λόγο δεν με άφηνε να της διαβάζω καμία επιστολή του Παύλου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την απάντησή της. «Την εποχή της δουλείας», μου είπε, «ο ιερέας του αφεντικού έκανε συχνά λειτουργίες για τους δούλους […]. Ο λευκός ιερέας πάντα χρησιμοποιούσε στο κήρυγμά του κάτι από τον Παύλο. Τουλάχιστον τρεις - τέσσερις φορές το χρόνο ξεκινούσε από το χωρίο «Οι δούλοι υπακούετε τοις κατά σάρκα κυρίοις […] ως τω Χριστώ» [Εφ. 6: 6]. Κατόπιν συνέχιζε δείχνοντας ότι ήταν θέλημα Θεού το ότι ήμασταν δούλοι και ότι ο Θεός θα μας ευλογούσε αν ήμασταν καλοί και πρόσχαροι δούλοι. Υποσχέθηκα στον Δημιουργό μου πως, αν ποτέ μάθαινα να διαβάζω, και αν ερχόταν κάποτε η ελευθερία, δεν θα διάβαζα ποτέ αυτό το κομμάτι της Βίβλου» [8].

Μέσα από σύνθετες διαδρομές, εν τέλει, σημαντικά ρεύματα των μαύρων κοινοτήτων έφτασαν σε συμφιλίωση με τον Φιλήμονα και με τον Παύλο. Η ερμηνευτική της υποψίας και η ερμηνευτική της επιβίωσης διάβασαν απελευθερωτικά τα επίμαχα κείμενα, είδαν τον Παύλο να ροκανίζει τη δουλεία με έναν αλλιώτικο, μη-βίαιο τρόπο, κι έστρεψαν τον προβολέα στους αδικημένους των ευαγγελικών αφηγήσεων, όπως στην Άγαρ. Τον έστρεψαν, μάλιστα, όχι μόνο στις καταπιεσμένες κοινότητες ως συμπαγείς ομάδες, αλλά και στα μέλη τους εκείνα (όπως οι γυναίκες) που υφίσταντο μια ιδιαίτερη καταπίεση μέσα στις ίδιες τους τις κοινότητες.

Αλλά δεν είναι μόνο θέμα ερμηνείας η περιπέτεια της Γραφής. Είναι και θέμα –θα λέγαμε σήμερα– κριτικής έκδοσής της. Θυμίζω την πλαστογραφία που είχε καταγγείλει ο Ιωάννης Χρυσόστομος, πλαστογραφία με ταξικό ειδικό βάρος. Σε κάποιο σημείο της Παλαιάς Διαθήκης ο Θεός, μιλώντας με το στόμα του προφήτη Αγγαίου, λέει: «Σε μένα, τον Κύριο του σύμπαντος, ανήκει το ασήμι και το χρυσάφι» (2: 8). Ο Χρυσόστομος μας πληροφορεί ότι στην πρόταση αυτή κάποιοι είχαν προσθέσει τη φράση: «... και το δίνω [το χρυσάφι και το ασήμι] σε όποιον θέλω εγώ [ο Θεός]», επιδιώκοντας, προφανώς, να νομιμοποιήσουν μεταφυσικά την πλουτοκρατία. Ο Χρυσόστομος καταδίκασε με οξύτητα την προσθήκη, ως μεθοδευμένη από τον διάβολο. Είναι αδιανόητο, είπε, να πιστεύουν μερικοί ότι είναι θέλημα του Θεού ο πλουτισμός ανθρώπων βρωμερών, που δεν τους αξίζει να αντικρίζουν τον ήλιο και να αναπνέουν, αφού αναστατώνουν τα πάντα γύρω τους, αρπάζουν τα σπίτια των χηρών, αδικούν τους ορφανούς, καταδυναστεύουν τους κατώτερούς τους [9]. 

Το 1989 εκδόθηκε το –κλασικό πλέον– βιβλίο του Λάμιν Σάννεχ, Μεταφράζοντας το μήνυμα. Η ιεραποστολική επίδραση στον πολιτισμό. Ο Σάννεχ μετατόπισε την προσοχή του ερευνητή από το έργο των ιεραποστόλων στα έργα των αποδεκτών του έργου των ιεραποστόλων. Επεσήμανε ότι με τις μεταφράσεις της Γραφής πυροδοτήθηκαν δυναμικές, τις οποίες συχνά ούτε τις είχαν θελήσει ούτε τις είχαν προβλέψει οι ιεραπόστολοι. Αναδύθηκαν, δηλαδή, απαντήσεις στην αποικιοκρατία και οράματα απελευθέρωσης εμπνευσμένα από τη Βίβλο. Ο πολύς Χάρβευ Κοξ επεσήμανε χαρακτηριστικά ότι το βιβλίο του Σάννεχ «είναι το σπουδαιότερο βιβλίο που εξέδωσαν οι εκδόσεις Orbis, μετά (since) τη Θεολογία της Απελευθέρωσης του Γκουτιέρεζ» [10].

Δείγματος χάριν μνημονεύω τις σπαζοκεφαλιές που πυροδοτήθηκαν μεταξύ των Νταλίτ της Ινδίας, δηλαδή των 180 εκατομμυρίων ψυχών που βρίσκονται στο περιθώριο, έξω από κάθε κάστα. Οι Νταλίτ ένιωσαν τον Χριστό ως μια φωνή συχνά διαφορετική από αυτήν των αποικιακών κηρυγμάτων, παρ’ όλ’ αυτά διχάστηκαν μεταξύ ενός Χριστού πάσχοντος όπως οι Νταλίτ, αλλά υποσχόμενου μεταθανάτια δικαίωση, και ενός Χριστού πάσχοντος, που όμως ζητεί τη μεταμόρφωση της ιστορίας. Στη δεύτερη από αυτές τις οπτικές, ο ιστορικός Ιησούς νοείται ως χειρώνακτας, ως μέλος δηλαδή μιας τάξης που στον Ρωμαϊκό κόσμο ήταν λιγότερο προνομιούχα κι από τους αγρότες. Ο Χριστός έτσι εμφανίζεται όχι μόνο ως φωνή για τους καταπιεσμένους, αλλά ως φωνή των ίδιων των καταπιεσμένων, οι οποίοι, αντίθετα προς την ιουδαϊκή αριστοκρατία και το ιερατείο, δεν έγιναν συνομιλητές των καταπιεστών [11].

Αξίζει επίσης (πάλι δείγματος χάριν) να προσέξουμε τις Χριστολογικές προοπτικές που άνοιξε στους Κικούγιου της Κένυας η μετάφραση της Καινής Διαθήκης στη γλώσσα τους το 1926, παρόλο που υπήρχε στη διάθεσή τους μετάφραση στα Σουαχίλι από το 1909. Η μετάφραση στη δική τους γλώσσα ανέδειξε τον όρο muigwithania, που σημαίνει τον συμφιλιωτή, τον ενοποιό των διεστώτων, κι όχι απλώς τον njumbe, που στα Σουαχίλι σημαίνει τον αγγελιαφόρο. Ο muigwithania αντιστοιχούσε στον μεσίτη Ιησού της προς Εβραίους επιστολής, του οποίου το αίμα είναι ανώτερο από το αίμα του Άβελ (12: 24). Όντας κτηνοτρόφοι, όπως ο Άβελ, οι Κινούγιου έζησαν κάτι πρωτόγνωρο και απελευθερωτικό: την ανάδειξη της ταυτότητάς τους, αλλά σε ζεύξη πλέον με κάτι οικουμενικό και πανανθρώπινο [12], δηλαδή με κάτι που ρηγματώνει τον φοβερό και τρομερό αφρικανικό φυλετισμό. Αυτή η ζεύξη (η ένταξη, δηλαδή, του επιμέρους σε πανανθρώπινη προοπτική) αφορά ένα καίριο ζήτημα παγκοσμίως. Η πρόσληψη της Αγίας Γραφής ως ενός βιβλίου οικουμενικών αληθειών αποτέλεσε σε πάμπολλες περιπτώσεις το κρίσιμο διακύβευμα. Η οικουμενικότητα δεν επλήγη όποτε η Γραφή απορρίφθηκε καθαυτήν, αλλά όποτε έγινε δεκτή ως ένα βιβλίο που αφορά μονάχα τους πολιτισμούς της Μεσογείου και εκφράζει αλήθειες με ισχύ μόνο στη μεσογειακή, εβραιο-ελληνο-ρωμαϊκή συνάφεια [13].

Η οικουμενικότητα του βιβλικού προτάγματος της αγάπης είναι απελευθερωτική, ακριβώς επειδή δύναται να αγκαλιάσει κάθε μερικότητα, και ταυτόχρονα να την κρίνει, δηλαδή να φωτίσει μέσα σε κάθε συνάφεια τις δυνάμεις οι οποίες δεξιώνονται ή, αντιθέτως, κατατρέχουν την ανθρωπιά. Είναι χαρακτηριστικό πώς, σε μια κριτική του γενέθλιου πολιτισμού του, τον οποίο και αγαπά, ο κινέζος θεολόγος Τσόαν-Σενγκ Σονγκ κατήγγειλε την τάση της παραδοσιακής Ασίας να ειδωλοποιεί την εξουσία και τη βαρβαρότητά της. Το ευαγγέλιο, λέει ο Σονγκ (συμφωνώντας με τον άγιο Γρηγόριο της Νύσσας, τον Γιον Σομπρίνο του Ελ Σαβαδόρ, τον Αλοΐσιο Πιέρις της Σρι Λάνκα, τον Ένγκελμπερτ Μβενγκ του Καμερούν) δεν ελευθερώνει μόνο τους καταπιεσμένους, αλλά και τους ίδιους τους καταπιεστές από τη βία στην οποία έχουν παραδοθεί για να παραμείνουν στην εξουσία [14]. Αυτού του είδους η έγνοια για όλους τους ανθρώπους είναι, θα έλεγα, μια διαφορά της Βιβλικής απελευθέρωσης από την εκδίκηση και από μια τυφλωμένη επαναστατική βία! Και παρόμοια, η πίστη σε ζωντανό Θεό, του οποίου ο πιστός πασχίζει να αφουγκραστεί τον βηματισμό μέσα στην ιστορία, κρατά την ιστορία ελεύθερη, δηλαδή δημιουργικά ανοιχτή στο μέλλον και στη λαχτάρα της Βασιλείας, αντίθετα προς κάθε ολοκληρωτισμό (θρήσκο ή άθρησκο) που θέλει να στρατωνίσει την ιστορία ορίζοντας ο ίδιος, κατά τις ορέξεις του, το τέρμα της.

Στον οικουμενικό χώρο, από τις αρχές, περίπου, του αιώνα μας, η συμφιλίωση έχει αναδυθεί ως το νέο «παράδειγμα» ιεραποστολής και μαρτυρίας των Χριστιανών. Η δε αποδοχή της ετερότητας έχει καταδειχθεί ως ουσιώδης όρος της χριστιανικής ύπαρξης. Είναι πολύτιμα πράγματα αυτά και δεν χρειάζεται εδώ να πλειοδοτήσω. Αλλά ακριβώς επειδή είναι πολύτιμα, πρέπει ιδιαίτερα να προσέξουμε και κάτι άλλο: τη στρέβλωσή τους σε έναν άνευρο πασιφισμό, βολικό στις ηγεμονικές ελίτ που θέλουν τον κόσμο να μείνει όπως έχει. Αλλά η συμφιλίωση δεν μπορεί να νοείται ως το αντίθετο της απελευθέρωσης, δηλαδή ως το παράδειγμα που αντικαθιστά εκείνο της απελευθέρωσης! [15]. Αντιθέτως, η συμφιλίωση ουσιαστικά σημαίνει (οφείλει να σημαίνει) ό,τι και η απελευθέρωση. Και οι δύο σημαίνουν διακοπή της νομοτέλειας του αιώνος τούτου, διακοπή του φαύλου κύκλου της αντεκδίκησης, διακοπή της επικράτησης του ισχυρότερου. Διακοπή της φυσιοκρατικής νομοτέλειας σημαίνει τη δυνατότητα μιας νέας αρχής. Η όσμωση απελευθέρωσης και συμφιλίωσης είναι μετοχή στη δημιουργικότητα του Θεού, συμμετοχή, δηλαδή, στο να μη συνεχιστούν νομοτελειακά και αναπόδραστα τα παλιά, αλλά τα πάντα να γίνουν καινά. Η συμφιλίωση, λοιπόν, κανονικά εμπεριέχει μια πράξη απελευθέρωσης, μια πράξη ρήξης: το γκρέμισμα του μεσότοιχου του φραγμού (πρβλ. Εφ. 2: 14). Μια πασιφιστική διατήρηση του μεσότοιχου είναι δωσιλογισμός, είναι αποδοχή της έχθρας και, συνεπώς, είναι εχθρός της συμφιλίωσης! Η γενικόλογη καλολογία της ετερότητας, κοντολογίς, δεν αρκεί. Ακριβώς ο σεβασμός της ετερότητας βοά ότι υπάρχει μια ετερότητα η οποία δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Είναι η ετερότητα που λέγεται μίσος για την ετερότητα.

Δεν μπορούμε να διακρίνουμε ποιοι απ’ όσους δηλώνουν μαθητές του Χριστού είναι (είμαστε) αληθώς μαθητές του. Θαρρώ όμως ότι δυνάμεθα να διακρίνουμε ποιες είναι οι ρότες των όντως μαθητών. Οι μαθητές του Χριστού, λοιπόν, βρίσκονται αδιάκοπα μπροστά σε μια ερώτηση, που τους την απευθύνει ο ίδιος ο Χριστός: Αν νόημα γι’ αυτούς έχει ο προφήτης ενός νέου κόσμου που ήδη ξεμύτισε, ή «οι τα μαλακά φορούντες εν τοις οίκοις των βασιλέων» (Ματθ. 11: 8). Οι μαθητές του Χριστού δεν θα καταδικάσουν «τη βία, απ’ όπου κι αν προέρχεται», αλλά θα ζηλώσουν τη βία εκείνη των βιαστών που αρπάζουν τη Βασιλεία (Ματθ. 11: 12). Δεν θα κόψουν το αυτί του Μάλχου, αλλά ούτε θα αφαιρέσουν το φραγγέλιο από τα χέρια του Χριστού. Οι μαθητές του Χριστού δεν θα στραφούν κατά της ετεροδοξίας, θα στραφούν όμως κατά της αδικίας. Οι μαθητές του Χριστού δεν θα αφαιρέσουν το διαζευκτικό ή μεταξύ Θεού και Μαμωνά. Οι μαθητές του Χριστού δεν πρόκειται να γράψουν ένα μεταμοντέρνο «Χριστός Ανέστη», όπου θα δηλώνεται η συμφιλίωση με τον θάνατο.


_____________________________________

[1] Παλαιά Διαθήκη: Αβακούμ 2:1. Τη μετάφραση των βιβλικών κειμένων την παίρνω από τις εκδόσεις Η Παλαιά Διαθήκη. Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, και Η Καινή Διαθήκη. Το πρωτότυπο κείμενο με μετάφραση στη δημοτική, έκδ. Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, Αθήνα 1997 και 1989 αντίστοιχα.

[2] Βλ. αντίστοιχα James H. Cone, The Spirituals and the Blues. An Interpretation, Orbis Books, Maryknoll, New York 21991, και D. Bannon, «Unique Korean Cultural Concepts in Interpersonal Relations», Translation Journal 12.1 (2008), http://www.bokorlang.com/journal/43korean.htm (10-2-2014).


[4] Νίκος Καζαντζάκης, «Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ», στο: Ρόζα Λούξεμπουργκ, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία. Οργανωτικά προβλήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας (μτφρ. Δημήτρη Φασέα), εκδ. Κοροντζή, Αθήνα, χ.χ., σσ. 32-33.

[5] Μ. Βασίλειος, Όροι κατά πλάτος, 43, PG 31, 1028B: «Εις γάρ […] όρος Χριστιανισμού, μίμησις Χριστού εν τω μέτρω της ενανθρωπήσεως, κατά το επιβάλλον τη εκάστου κλήσει».

[6] Συμεών Νέος Θεολόγος, Λόγος 15, SC 129, 452.

[7] Mukti Burton, «Was Paul an Arch-Advocate of Slavery or a Liberator?», Black Theology, Slavery, and Contemporary Christianity (επιμ. Anthony G. Reddie), Ashgate, Farnham & Burlington 2010, σ. 50 (οι μεταφράσεις όλων των παραθεμάτων είναι δικές μου). Όσα ακολουθούν για την ερμηνεία των παύλειων επιστολών από υποστηρικτές και από πολέμιους της δουλείας στην Αμερική, τα προσεγγίζω σφαιρικότερα στο μελέτημά μου «Ο Παύλος, σημείο αντιλεγόμενο στις αντιπαραθέσεις για τη δουλεία και την απελευθέρωση στα νεώτερα χρόνια», Παύλεια: Τόμος επετειακός επί τη συμπληρώσει είκοσι ετών από της υπό του Σεβ. Μητροπολίτου Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμονος καθιερώσεως των εκδηλώσεων προς τιμήν του αγίου ενδόξου αποστόλου Παύλου, Ι. Μητρόπολις Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, Βέροια 2014, σσ. 433-456.

[8] Howard Thurman, Jesus and the Disinherited, Beacon Press, Boston 21976, σσ. 30-31.

[9] Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις το ρητόν του προφήτου Ιερεμίου 10, 23, PG 56, 158. Βλ. σχετικά Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, «Προοπτικές της Πατερικής σκέψης για μια θεολογία της απελευθέρωσης», Βιβλική θεολογία της απελευθέρωσης, πατερική θεολογία και αμφισημίες της νεωτερικότητας (επιμ. Παντελής Καλαϊτζίδης), εκδ. Ίνδικτος, Αθήναι 2012, σ. 159 (για το ότι η ταξική διάρθρωση της κοινωνίας δεν είναι θέλημα Θεού, βλ. ιδίως σσ. 157-160).

[10] Στο οπισθόφυλλο του Lamin Sanneh, Translating the Message: The Missionary Impact on Culture,Orbis Books, Maryknoll, New York 1989.

[11] Αnderson H. M. Jeremiah, «Exploring new facets of Dalit Christology: Critical interaction with J. D. Crossan’s portrayal of the historical Jesus», Dalit Theology in the Twentieth-first Century: Discordant Voices, Discerning Pathways (επιμ. Sathianathan Clarke, Deenabandhu Manchala, Philip Vinod Peacock), Oxford University Press, New Delhi 1010, σσ. 153-155.

[12] John Lonsdale, «Kikuyu Christianities: A history of intimate diversity», Christianity and the African Imagination; Essays in Honour of Andrian Hastings (επιμ. David Maxwell with Ingrid Lawrie), Briill, Leiden - Boston - Köln 2002, σ. 173.

[13] Πρβλ. Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, «Έσχατος εχθρός καταργείται... ο Χριστός; Ο “χριστιανικός Ελληνισμός” του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ και η ιεραποστολή», Θεολογία 81.4 (2010), σσ. 313-336.

[14] Choan-Seng Song, Third-Eye Theology: Theology in Formation in Asian Settings, Orbis Books, Mayknoll, New York 1979, σσ. 220-221, 257-259. Γρηγόριος Νύσσης, Εις τους μακαρισμούς, λόγος ε΄, PG44, 1260Α-Β. Για τους υπόλοιπους βλ. Jon Sobrino, The Eye of the Needle. No Salvation outside the Poor: A Utopian-Prophetic Essay, Darton - Longman - Todd, London 2008, σ. 52. Συναφής είναι η ιδιότυπη βία (δηλαδή η έμπρακτη και κωπιώδης διαφοροποίηση από τη φιλήδονη και αφιλάνθρωπη λογική του κόσμου τούτου), την οποία συνεπάγεται καθαυτόν ο χριστιανικός τρόπος ζωής. Βλ. ενδεικτικά: Σωτήριος Δεσπότης, «Ο βιασμός της Βασιλείας στο Μτ. 11, 12-13», Επιστημονική Επετηρίς της Θελογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών 37 (2002), σσ. 657-671.

[15] Ενδεικτικά γι’ αυτούς τους προβληματισμούς βλ. Robert Schreiter, “Reconciliation as a New Paradigm of Mission”, Come, Holy Spirit, heal and reconcile! Report of the WCC Conference on World Mission and Evangelism, Athens, Greece, May 2005 (επιμ. Jacques Matthey), WCC, Geneva 2008, σσ. 213-219. Επίσης το ημέτερο «Ταξίδι στο κέντρο του βάρους. Η χριστιανική ιεραποστολή έναν αιώνα μετά το συνέδριο του Εδιμβούργου (1910)», Σύναξη 122 (2012), ιδίως σσ. 78-80.


Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Βασίλης Καραποστόλης, Η χριστιανική στάση απέναντι στα Κοινά

πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

[Εισήγηση του Βασίλη Καραποστόλη στην 3η Πανελλήνια συνάντηση Θεολόγων (Πανελλήνιος Θεολογικός  Σύνδεσμος «Καιρός»),  στις 6/9/2019]
Είναι ένα σημείο του καιρού μας,  και κάθε άλλο παρά ευοίωνο σημείο, ότι ο σύγχρονος άνθρωπος φαίνεται σαν να θέλει να αποσυρθεί από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει. Να αποσυρθεί, όχι με την έννοια της  εγκατάλειψης ενός  άβολου τόπου, αλλά με μιαν άλλη, παράδοξη, που δείχνει πως η ψυχή του καταλαμβάνεται όλο και περισσότερο από ένα μείγμα οκνηρίας, δειλίας και καιροσκοπισμού. Θέλει να κρατά μια αυξομειούμενη απόσταση από τα πράγματα, ώστε να μπορεί να αποσπά απ’ αυτά οτιδήποτε πρόσφορο για το συμφέρον του, αν δει πως δεν θα του κοστίσει σε περιπέτειες οι οποίες δεν ξέρει πού θα τον βγάλουν. Παρατηρεί,  και καιροφυλακτεί αδρανώντας. Αλλά ένας τέτοιος κόσμος κατοικημένος από ανθρώπους που προσπαθούν να τον χρησιμοποιήσουν με τον πιο πρόχειρο και άμεσο τρόπο αντί να τον ζήσουν, έτσι όπως θα ζούσε ένας  ένοικος μέσα στην ασφάλεια και την τάξη του σπιτιού του, τι είδους κόσμος είναι; Η πρώτη απάντηση που μπορούμε να δώσουμε είναι ότι αυτό το οίκημα, ο κόσμος,  ορθώνεται πλέον σαν μια πελώρια κατασκευή που ενώ εξακολουθεί να περιβάλλει τα άτομα και τις  ομάδες, έχει πάψει να τα περιέχει. Ή  μάλλον, οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν πάψει να θεωρούν ότι τους  περιέχει. Με άλλα λόγια, αυτό που ονομαζόταν, κάποτε, Κοινά, η αίσθηση πως οι ανθρώπινες μονάδες βρίσκονται κάτω από την ίδια στέγη, διέρχεται σήμερα μια κρίση χωρίς προηγούμενο. Ποτέ στην ιστορία της  ανθρωπότητας δεν είχε εκδηλωθεί τόσο έντονη διάθεση φυγής από τον κόσμο. Ας  αναλογισθούμε για λίγο τι προηγήθηκε.
Η αρχαία ελληνική πόλις με τις λειτουργίες της  και τα ήθη της  που υποβαστάζουν τους νόμους, συγκρατεί μέσα στους  κόλπους της  τους  πολίτες και τους  κάνει συχνά να νιώθουν ταυτισμένοι με τις  τύχες της.  Ανάλογη, αν και μέσα από διαφορετικές διαδικασίες, είναι η θέση που παραχωρεί η Ρώμη στους πολίτες. Η πόλις γίνεται κράτος και το κράτος αποτελεί έμβλημα στο οποίο  αποτυπώνεται η ατομική ταυτότητα. Ο τρόπος που ο Ρωμαίος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του προκύπτει από τη σχέση του με τον κραταιό θεσμό, με τη στρατιωτική ισχύ, με το εκθαμβωτικό μεγαλείο μιας αυτοκρατορίας από την οποία λαμβάνει το ατομικό του μερίδιο. Αργότερα, στους Μεσαιωνικούς χρόνους, η κατάσταση αλλάζει, δεδομένου ότι το θάμβος της  εξουσίας δεν διαχέεται πλέον προς  τα κάτω. Οι ευγενείς κυβερνούν, οι ταπεινοί δουλεύουν. Παρ’ όλα αυτά, ανάμεσα  στους ταπεινούς διατηρείται η αίσθηση ότι βρίσκονται όλοι στην ίδια βάρκα, και από την άλλη, ότι το σκάφος των  ηγεμόνων ακολουθεί  περίπου τον ίδιο πλου. Οι διαφορές, οι αντιθέσεις των συμφερόντων υπάρχουν φυσικά και είναι οδυνηρά αισθητές, αλλά δεν φθάνουν να αποσυνθέσουν στην αντίληψη των ανθρώπων  μια ορισμένη ενότητα του κόσμου. Σ’ αυτό, βέβαια, συμβάλλει και η χριστιανική διδασκαλία. Με την αυξανόμενη επιρροή της  καλλιεργεί τη βεβαιότητα πως  ό,τι κι αν είναι ο επίγειος κόσμος είναι για  τους θνητούς κατ’ ουσίαν κοινός. Τα καθήκοντα για τους ανθρώπους, οι φροντίδες για την σωτηρία της  ψυχής τους, δεν διαφέρουν κατά άτομο ή κατά κοινωνική ομάδα ή τάξη. Όλοι προορισμένοι για τον ίδιο σκοπό, με την ίδια προσδοκία λυτρώσεως. Αυτήν ακριβώς την προοπτική, ή μάλλον τη μέθοδο για να την ακολουθήσει κάποιος αποδοτικά, την αμφισβήτησε ανοικτά, όπως γνωρίζουμε, η Μεταρρύθμιση. Από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει εδώ αρκεί να σημειωθεί ότι η προτεσταντική ανατροπή οδηγεί και παροτρύνει το άτομο σε μια ουσιαστικά μοναχική πορεία. Ο καθένας θα δώσει λογαριασμό στον Κύριο μόνος του, με τα έργα του από τα οποία το κυριότερο είναι η εμβάθυνση της  πίστης. Να είσαι μόνος και να προσπαθείς να σωθείς με την πίστη σου και ο μόνος που μπορεί να σε βοηθήσει για να ενισχύσεις την πίστη σου να είναι πάλι ο ίδιος ο Θεός, που θα σε κρίνει. «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ» μονολογεί ο πατέρας του δαιμονισμένου παιδιού στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο (9΄, 24). Πιστεύω, αλλά βοήθα με Κύριε να βγω από την απιστία.
Ανεξάρτητα από τις άλλες  συνέπειες που έχει αυτή η θεώρηση και τα δόγματα που γεννά, στη ψυχικοπνευματική σφαίρα εδραιώνεται το αίσθημα της  μοναξιάς. Το άτομο είναι μεν ενταγμένο σε μια κοινωνική δομή, εργάζεται, συντηρεί τον εαυτό του ή και την οικογένειά του και μπορεί επίσης  κάποια βράδυα  να απευθύνει προς  τον ύψιστο Κριτή του μια προσευχή που έχει πάντα μέσα της  μια πολύ δυνατή νότα απολογίας και ενοχής. Το άτομο δεν μοιράζεται με τα όμοιά του αυτό το βάρος, και γι’ αυτό ακριβώς ριζώνει η αμφιβολία σχετικά με το αν οι άλλοι, ο Άλλος, είναι ικανοί να παρηγορήσουν ή να στηρίξουν τον κάθε μοναχικό στον αγώνα του να γίνει καλύτερος, αγνότερος.
Από το σημείο αυτό εγκαινιάζεται μια νέα ιστορική φάση απόσπασης του ατόμου από τους  ομοίους του. Μπορεί μεν  να συνεργάζεται επαγγελματικά μαζί τους –κι αυτό υπαγορεύει η νέα βιομηχανική εποχή–, μπορεί να τους συναναστρέφεται ή να συναγελάζεται μ’ αυτούς –κι αυτό υπαγορεύει η μαζικότητα στην κοινωνική ζωή– όμως όλο και πιο δύσκολα θα δεχθεί να συμπράξει μαζί τους  για μια υπόθεση που ξεπερνά τα προσωπικά του οφέλη.
Όλα τα κανονίζει η δυσπιστία, αυτή η τοξίνωση του εμπορικού  πνεύματος: το τι θα πάρει κανείς, το τι αναγκαστικά θα εκχωρήσει. Όμως το τι θα μπορούσε να μοιραστεί με άλλους ή  να συνδημιουργήσει  μένει ανοικτό, μια ιδέα που, καθώς οι χαρές της επισκιάζονται από τον φόβο των περιπλοκών, στο τέλος εγκαταλείπεται. Όσο οι δοσοληψίες πληθαίνουν, τόσο εξασθενούν οι δεσμοί. 
Και η πιο απλή σκέψη καθιστά προφανές το γεγονός ότι μια τέτοια αδιαφορία απέναντι στους  κανόνες της  αμοιβαιότητας –αδιαφορία που η άλλη όψη της είναι η ιδιοτέλεια– συνιστά σήμερα μια ακραία μορφή εθελοτυφλίας. Σε όλους τους τομείς ο κοινός βίος δείχνει να πάσχει από την έλλειψη ενεργού ενδιαφέροντος όσων τυπικά μετέχουν σ’ αυτόν. Το χάσμα ανάμεσα στις  πολιτικές ηγεσίες  και το πλήθος των πολιτών μεγαλώνει και είναι μια από τις πιο σοβαρές αιτίες που οι κυβερνώμενοι καθώς στρέφουν τα νώτα προς τους κυβερνώντες, κατακυριεύονται από μνησικακία. Μνησικακία είναι το νόσημα των ανήμπορων που δεν αποφασίζουν να αντιδράσουν, είχε πει ο Μαξ Σέλερ. Έτσι, η πολιτική, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια ενός άλλου οξυδερκούς στοχαστή, καταλήγει να γίνεται σε αυξανόμενο βαθμό η τέχνη του να κάνεις τους άλλους να μην αναμειγνύονται στα πράγματα που τους αφορούν.
Αν όμως συμβαίνει αυτό τότε οι αποκλεισμένοι από τη δράση, θα πρέπει να αναζητήσουν μια διέξοδο για να αντισταθμίσουν τον υποβιβασμό τους. Και αναζητούν, πράγματι, ένα αντιστάθμισμα στην ενασχόληση με το εγώ τους. Δεν χρειάζεται να επιμείνω στο φαινόμενο. Το γνωρίζουμε όλοι, το βλέπουμε γύρω μας,  πόσο πολύ η στροφή προς τα ψυχικά ενδότερα έχει πάρει τον χαρακτήρα μιας εμμονής για την οποία τίποτα δεν αξίζει να γνωρίσει ή και να πράξει κανείς όσο το να βρει  «γιατί να αισθάνεται όπως αισθάνεται». Η επιχείρηση περιστρέφεται χωρίς τέλος γύρω από τέτοιους άξονες. Δεν είναι το θέμα μας εδώ να εξετάσουμε τι αποτελέσματα προκύπτουν από τη σκοπιά της ατομικής ψυχοπαθολογίας. Εννοείται ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι ενδοσκοπήσεις ανακουφίζουν, ρίχνοντας κάποιο φως στις σκοτεινές υποσυνείδητες περιοχές και άλλες περιπτώσεις όπου το εξαγόμενο δεν είναι πολύ παραπάνω από τη συνήθεια μιας εκφόρτισης. Δεν θα επεκταθώ σ’ αυτό. Το ουσιώδες για μας δεν είναι να εκτιμηθεί το πόσο αποδίδει κατ’ άτομο η αυτοεξέταση με τη συνδρομή ειδικών. Άλλο είναι το σημαντικό: είναι να επισημάνουμε  ότι κατά κανόνα η προσέγγιση και ανάλυση του εγώ και του εαυτού γενικότερα απορροφάται μέσα στο ίδιο της το αντικείμενο. Δεν πρόκειται για γνώση του εαυτού που ενδιαφέρεται να επιστρέψει στο περιβάλλον μέσα στο οποίο σχηματίζεται ο εαυτός. Όποια  πορίσματα βγουν –αυτή είναι η συνταγή–  καλό είναι να τεθούν στην υπηρεσία της ατομικής ευζωίας. Το άτομο μπορεί να νιώσει πιο ήρεμο, πιο ασφαλές, πιο πολύ συμφιλιωμένο με τα ελαττώματά του-  που άλλωστε γιατί να θεωρούνται εντελώς ελαττώματα; Ακόμη και τα μειονεκτήματα έχουν τις χάρες τους. Αυτό λέει η σύγχρονη κοινωνία, δια στόματος των  ειδικών και με ελάχιστες εξαιρέσεις. Από τι υποφέρουν τόσοι και τόσοι; Από την αίσθηση της αχρήστευσης, του παραγκωνισμού· δεν μετέχουν αρκετά στον κόσμο, δεν τους αφήνουν να ξεδιπλώσουν τις όποιες ικανότητές τους. Και τι τους συστήνουν λοιπόν; Να εξετάσουν τι έχει «απομείνει» μέσα τους ώστε μ’ αυτό το υπόλειμμα να μπορέσουν να προσαρμοσθούν σε όσα ισχύουν εκεί έξω, εκεί όπου ποτέ δεν θα μπορέσουν να έχουν πρόσβαση.
Η γενικότερη συνέπεια απ’ όλα αυτά είναι να δημιουργείται μια τεράστια ασυμμετρία ανάμεσα στο τι χρειάζεται η ανθρωπότητα σήμερα και στο πώς ανταποκρίνονται στις ανάγκες της οι άνθρωποι. Είναι εμφανές ότι από αντικειμενική άποψη υπάρχει μεγάλη ανάγκη για ενεργό παρουσία των ανθρώπων σε όσα οργανώνονται, κατασκευάζονται και ρυθμίζονται γύρω τους. Συνήθως λέγεται το αντίθετο. Ότι το σύστημα ή η μεγαμηχανή του συστήματος, δουλεύει από μόνο του. Τα άτομα, λένε, δεν είναι παρά παθητικοί χρήστες των προϊόντων και των υπηρεσιών. Αλλά να που τα γρανάζια της μηχανής κάποτε σκαλώνουν. Σημειώνεται εμπλοκή, η κίνηση αναστέλλεται. Τι γίνεται τότε; Φυσικά, καμμιά μηχανή δεν είναι σε θέση να διορθώσει μόνη  της τον εαυτό της –απαιτείται λοιπόν να υπάρχουν άνθρωποι αρκετά πρόθυμοι για να επέμβουν και να αποκαταστήσουν τη βλάβη.
Σήμερα ακριβώς τέτοιοι άνθρωποι χρειάζονται και τέτοιοι λείπουν. Δεν λείπουν μόνο οι επιδιορθωτές, λείπουν ακόμη περισσότερο εκείνοι που με αφορμή το σταμάτημα της μηχανής, θα θελήσουν να επινοήσουν μιαν άλλη, εντελώς διαφορετική, ένα κατασκεύασμα που θα θυμίζει πάντα ότι είναι έργο του μυαλού, των χεριών αλλά και της καρδιάς του ανθρώπου. Παρά το γεγονός, ωστόσο, ότι οι ικανότητες υπάρχουν, η προθυμία σπανίζει. Η ανθρωπότητα φαίνεται να στερείται εκείνα τα μέλη της που άλλοτε είτε με εξεγέρσεις, είτε με επαναστάσεις, είτε με μεταρρυθμιστικό πνεύμα θέλησαν να αναμορφώσουν την πραγματικότητα. Από τη μια ήταν ο εαυτός τους, από την άλλη ο κόσμος. Χάρη στην πρωτοβουλία τους ο κόσμος μετατράπηκε σε «ύλη  εαυτού», όπως θα ’λεγαν οι στωϊκοί φιλόσοφοι. Ο άνθρωπος είναι ένα ον προορισμένο να αναπλάσει ό,τι μπορεί από την αδρανή ύλη που τον περιβάλλει. Αλλά γι’ αυτό το έργο, απαιτείται σθένος, μια ένταση της βούλησης, και κατά καιρούς μια ψυχική ανάταση που δεν λογαριάζει θυσίες. Τα αποθέματα αυτά λιγοστεύουν σήμερα. Και εδώ χρειάζεται να αναρωτηθούμε σχετικά με το ποιες πηγές ανθρώπινης ενέργειας έχουν ακόμη αρκετά περιθώρια αξιοποίησης ώστε οι απώλειες να αναπληρωθούν. Η χριστιανική συνείδηση είναι μια από όμως κυριώτερες. Υπό ποιους όρους, πράγματι, είναι δυνατή σήμερα η επάνοδός  της στα Κοινά;
Αφετηρία μας είναι η παρατήρηση ότι η παράδοση της χριστιανικής σκέψης είναι σημαδεμένη από την άρνηση τής εντύπωσης (την οποία δημιουργεί η ίδια η κίνηση του κόσμου) ότι ο κόσμος θα διαρκέσει. Το εφήμερο, το πεπερασμένο υποχωρεί μπροστά στο άπειρο. Όσο λαμπρά κι αν είναι τα ανθρώπινα τεχνουργήματα θα παρέλθουν. Οπότε γιατί να εξαντλείται η ψυχή και η βούληση στο να τα βελτιώνουν; Κατά βάθος τα επίγεια δεν είναι παρά ένα πεδίο για να ασκηθεί η ψυχή ώστε να γίνει καθαρότερη, απαλλαγμένη, δηλαδή από ματαιότητες. Δεν εννοώ ότι στους θεολογικούς κύκλους η άποψη αυτή κατέλαβε τη θέση ενός αξιώματος. Ασφαλώς, οι συζητήσεις δεν θα πάψουν γύρω απ’ αυτό. Όμως, όσον αφορά τη μεγάλη πλειονότητα των θρησκευόμενων, θεωρώ ότι η πιο πάνω διαπίστωση διατηρεί την ισχύ της. Επί αιώνες ο κόσμος στα μάτια του απλού πιστού εμφανιζόταν περισσότερο ως πειρασμός, ή ως δοκιμασία παρά ως ανοικτός χώρος και χρόνος μέσα στον οποίο θα μπορούσε να αναπτύξει τις ικανότητές του, να δημιουργήσει αξιέπαινα έργα και να γνωρίσει την εκτίμηση ή ακόμη και τον θαυμασμό των συνανθρώπων του. Κύριο εμπόδιο στη γένεση τέτοιων βλέψεων ήταν η καταδίκη, ιδίως στην Καινή Διαθήκη, της αυταρέσκειας και της έπαρσης. Καλά έργα ενδέχεται να γίνουν, δεν επιτρέπεται όμως να νομίζει ο άνθρωπος ότι είναι ο αποκλειστικός αυτουργός τους. Είναι χαρακτηριστικό, φερειπείν, ότι  στον κανονισμό του τάγματος των Βενεδικτίνων είναι ρητή η καταδίκη της υπερηφάνειας· αν κάποιος έφτιαξε κάτι για το οποίο υπερηφανεύεται, θα πρέπει να το αφήσει και να ασχοληθεί με κάτι διαφορετικό.
Πρόκειται, βέβαια, για ακρότητες, ίσως πει κάποιος. Ωστόσο, μέσα απ’ αυτές  διαφαίνονται οι διαστάσεις ενός σημαντικού προβλήματος. Το πρόβλημα αυτό αφορά στα ανθρώπινα κίνητρα. Αν το άτομο δεν κινηθεί από την προοπτική μιας κάποιας ικανοποίησης, μιας αυτοεκπλήρωσης  χάρη στην οποία  θα ανέλθει στα ίδια τα μάτια του τη στιγμή που και οι άλλοι θα το επιδοκιμάσουν, πώς θα μπορούσε διαφορετικά να επέμβει στις κοινές υποθέσεις; Προβλέπονται τριβές, παρεξηγήσεις, συγκρούσεις. Για να αντεπεξέλθει όποιος δρα, χρειάζεται ώθηση. Στους αρχαίους χρόνους την παρείχε η προσδοκία της δόξας, της επίγειας αθανασίας. Στις μεταγενέστερες εποχές οι ριζικές αποφάσεις και τα τολμήματα ενισχύονται από παρόμοιες αξίες, αν και η έννοια της  δόξας συχνά κατεβαίνει αρκετά σκαλοπάτια για να φθάσει στο επίπεδο απλώς της φήμης, πιο περιορισμένης και λιγότερο ανθεκτικής  στη λήθη. Έντονη είναι επίσης σε άλλες περιόδους και σε άλλα άτομα   η αναμονή για δικαίωση από την Ιστορία. Αυτή η έννοια επεσκίασε για ένα διάστημα την αιωνιότητα· γοήτευσε ιδιαίτερα τους ταγούς των κοινωνικών επαναστάσεων. Παρά τις μεγάλες διαφορές μεταξύ τους  ό,τι ήταν ο υπέρτατος Λόγος για τον Ροβεσπιέρο και τον Δαντών ήταν ο ιστορικός «Νόμος της διαλεκτικής» για τον Λένιν. Σε κάθε περίπτωση δίχως επίκληση σε μια δεσπόζουσα δύναμη ή αρχή και δίχως την προσμονή μιας κάποιας επιβράβευσης δύσκολα η ανθρώπινη θέληση επιμένει να φέρει βαθιές αλλαγές στον κόσμο.
Ως προς αυτό, με μια πρώτη ματιά ο χριστιανισμός μοιάζει να παγιδεύει την ίδια του τη δυναμική. Διαθέτει πιστούς που στο όνομά του καλού θα ήταν έτοιμοι να δώσουν αγώνες εμπλεκόμενοι στο δίχτυ των εγκόσμιων πραγμάτων. Με τον ζήλο τους –  ελεγχόμενο από μια διάθεση κατανόησης εκείνων οι οποίοι τους αντιμάχονται – θα ήταν δυνατόν να προκαλέσουν τομές στη λειτουργία των θεσμών, πρώτα απ’ όλα της κρατικής προνοίας, στην εκπαίδευση, στην απονομή της δικαιοσύνης. Έχουν όμως αντίκρυ τους την προειδοποίηση ότι καιροφυλακτεί η έπαρση. Γενικεύεται, έτσι, ένα δίλημμα από τα πιο βαθιά: ή θα διατρέξεις τον κίνδυνο να καυχηθείς για τον εαυτό σου  και τα έργα του, αν επιτύχουν, ή θα παραμείνεις στην άκρη, καλλιεργώντας την ταπεινότητα και ευελπιστώντας ότι τη γαλήνη τη βρίσκει κανείς σ’ ένα είδος απραξίας παρά σε οποιοδήποτε είδος πράξης.
Ένα τέτοιο δίλημμα ασφαλώς  δεν είναι δυνατόν να λυθεί με δραστικά μέσα. Απαιτούνται ειδικές προσπάθειες, εσωτερική αναθεώρηση και επανειλημμένες δοκιμές. Το βέβαιο είναι ότι ο ερημωμένος σχεδόν δημόσιος χώρος ζητά επειγόντως σήμερα να εισρεύσει στους κόλπους του ένα νέο αίμα, ένα αίμα καλής θέλησης και ανωτερότητας. Ο χριστιανισμός εξακολουθεί να είναι πηγή μιας τέτοιας ενέργειας. Προϋπόθεση όμως για να ρεύσει στην κοινωνία η ενέργεια αυτή είναι να αρθεί ο φραγμός που χωρίζει το ιδιωτικό καλό από το δημόσιο. Ο κίνδυνος της υποκρισίας είναι πάντοτε υπαρκτός, αυτό δεν αλλάζει. Όμως, τα περιθώρια έχουν στενέψει τόσο σήμερα ώστε  ο κίνδυνος θα πρέπει να αναληφθεί.  Σε σύγκριση με τον φαρισαϊσμό ή και τον ναρκισσισμό, η απάθεια και ο κυνισμός είναι σοβαρότερες απειλές.  Οι πράξεις που αποσκοπούν στο κοινό καλό θα πρέπει επομένως να έλθουν περισσότερο στο φως, όχι όμως για να εντυπωσιάσουν, αλλά για να προσελκύσουν μιμητές.
Γίνεται συχνά λόγος στις μέρες μας για το πρόβλημα της απουσίας προτύπων, ιδιαίτερα ενώπιον της νεολαίας. Αλλά οι φλυαρίες, τα ευχολόγια και οι αοριστολογίες είναι τα πραγματικά εμπόδια για να γίνει μια συζήτηση που αποβλέπει ειλικρινά σε συμπεράσματα. Στην ουσία αυτό που απουσιάζει είναι  η κατάλληλη δημόσια  παρουσίαση του αγώνα που δίνει κάποιος ο οποίος ενδιαφέρεται για το κοινό καλό και, ειδικότερα, η ιδιαίτερη χαρά που παίρνει από την ίδια του την προσπάθεια. Είναι ένας αγώνας διαποτισμένος από μια έξαρση, μια αφοσίωση που ανοίγει την καρδιά, αντί να την περισφίγγει, όπως γίνεται όταν πρόκειται για έναν εξαναγκασμό ή για την τυπική εκπλήρωση μιας υποχρέωσης. Ο άνθρωπος που θέλει να ωφελήσει τον πλησίον του δεν μπορεί να εμφανίζεται σαν κάποιος που σηκώνει το Σταυρό του. Κι ούτε επίσης μπορεί να λέει ότι ενεργώντας έτσι εκτελεί πειθήνια το θέλημα του Θεού. Αν προβάλλουν μ’αυτόν τον τρόπο οι ευγενείς πράξεις του χριστιανού μέσα στον κοινωνικό χώρο θα καταδικασθούν  σε παραμερισμό. Θα θεωρηθούν σαν κάτι υπερβολικά βαρύ, σαν ένα ασήκωτο φορτίο και επιπλέον θα θίξουν ενοχλητικά την επικρατούσα διάθεση του αυτοπροσδιορισμού. Τι πάει να πει, «εκτελώ το θέλημα του Κυρίου;». Είναι πολύ δύσκολο σήμερα να γίνει κατανοητή ακόμη και από τους πιο ανοιχτόμυαλους αγνωστικιστές και αθέους η εμπειρία της υπακοής. Η σύγχρονη ελευθεροφροσύνη συχνά δεν είναι παρά η άλλη όψη της άκοπης ιδιώτευσης: δεν θέλουν να δεσμεύονται, δεν θέλουν να υπάγονται σε μια υπέρτερη αρχή. Γι’ αυτό και η έννοια του υπηρετώ, της υπηρέτησης έχει φθάσει να θεωρείται συνώνυμο της δουλικής εξάρτησης και της υποταγής. Ακούστε αυτές τις φράσεις: «… ὅταν ποιήσετε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοι ἐσμέν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν».
Όταν κάνετε όλα όσα σας προστάζει ο Θεός, να λέτε: «είμαστε ανάξιοι δούλοι· κάναμε αυτό που οφείλαμε να κάνουμε». Η ρήση του Αποστόλου Λουκά (17, 10) ηχεί ακατανόητα παθητική στα αυτιά εκείνων που θέλουν να λένε πως είναι κυρίαρχοι του εαυτού τους. Τι περισσότερο κάνουν όμως τον εαυτό τους πολλοί απ’αυτούς εκτός από το να τον διευκολύνουν να μην πράξει τίποτα άξιο λόγου και να μη νιώθει τίποτα αληθινά διεγερτικό;
Παρ’ όλα αυτά, μια γέφυρα επιβάλλεται να ριχθεί ανάμεσα στις δύο πλευρές. Και είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται στις μέρες μας ο κόσμος. Από τη μεριά του χριστιανισμού θα είχε μεγάλη αξία να φανεί πως το να υπηρετεί ο άνθρωπος τον κόσμο των ανθρώπων είναι ο μόνος τρόπος για να υπηρετεί τον Θεό. Δεν είναι υποταγή αυτό, είναι συναίνεση. Είναι μάλιστα μια συναίνεση την οποία ο Θεός περιμένει από το πλάσμα του, ή –για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση που ίσως ξενίσει μερικούς– που τη θέλει να γίνει έτσι ώστε ο άνθρωπος να προαχθεί, κατά κάποιον τρόπο, σε συνεργό του Θεού. Αυτά όμως αποτελούν αντικείμενο ατελεύτητων θεολογικών συζητήσεων. Εκείνο που εν προκειμένω μας απασχολεί είναι άλλο. Είναι το πώς ο κοινός βίος, ο δημόσιος χώρος ειδικότερα θα ξαναγίνουν στίβος για ανθρώπινα αθλήματα και ανθρώπινους άθλους.
Ανεξάρτητα από το τι πρεσβεύουν σχετικά με την ύπαρξη ή μη του Θεού, οι άνθρωποι με καλές προθέσεις θα ήταν δυνατόν να συναντηθούν και να συμπράξουν έτσι ώστε να διασφαλισθεί η πιθανότητα ότι ο αγώνας εναντίον του πεπερασμένου θα συνεχίζεται. Χωρίς μιαν υπερβατική αρχή που να δεσπόζει στις ανθρώπινες υποθέσεις, η ζωή θα κατρακυλά από βάσανα σε βάσανα, από πλήξη σε πλήξη, από μικρότητες σε μικρότητες. Υπάρχουν ανθρώπινοι τύποι που αρνούνται να βουλιάξουν σ’ ένα τέτοιο τέλμα. Ο χριστιανός που κατέχεται από σπλαχνική αγάπη για τον πλησίον, που λυπάται για τη θνητότητα των ομοίων του και του ιδίου και αγαπά για να ξεπεράσει τη θλίψη του, και εκείνος ο άλλος χαρακτήρας που με γνώμονα μιαν αταλάντευτη πεποίθησή του πασχίζει να είναι δίκαιος και προσηνής, είναι υπάρξεις οι οποίες θα έπρεπε, παρά τις διαφορές τους, να αποτελούν, συμπράττοντας, τη μαγιά για έναν κόσμο καλύτερο.  Η φιλευσπλαχνία μπορεί να δώσει το χέρι της στην ευσυνειδησία ή ακόμη και σε ένα φρόνημα  πιο μαχητικό. Ας γίνει δεκτό ότι η επιθυμία για το καλώς πράττειν έρχεται από διαφορετικές πηγές. Και ανεξάρτητα από το αν  η προέλευσή της είναι  η γνησιότητα του θρησκευτικού αισθήματος  ή η ειλικρίνεια των πεποιθήσεων ενός ατόμου, εκείνο που μετρά είναι το αποτέλεσμα. Η μέριμνα για το δίκαιο έγινε αναγκαία στις κοινωνίες επειδή δεν υπήρξε ποτέ αρκετή αγάπη. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι οι δίκαιοι έχουν ξεχάσει να αγαπούν ή ότι οι αγαπώντες δεν ξέρουν να είναι δίκαιοι. Ο κόσμος έχει ανάγκη και από τα δύο. Και από τον πιστό και από τον ακέραιο. Και από την καρδιά και από τη βούληση. Και από τη θρησκεία και από την ηθική.


Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννη (Ζηζιούλα), Ελευθερία και ύπαρξη


Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει πέντε δημόσια μαθήματα του καθηγητή Ιωάννη Ζηζιούλα (νυν Μητροπολίτη Περγάμου και Ακαδημαϊκού) στο Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν το 1983, τα οποία κινούνται συστηματικά στην ερμηνευτική διερεύνηση της συνάντησης Ελληνισμού και Χριστιανισμού, ενώ ως Επίμετρο ακολουθούν τρεις άλλες σύντομες μελέτες που ασχολούνται κυρίως με τη σημασία αυτής της συνάντησης για το παρόν και το μέλλον του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο.


***

Μέσα από τη συστηματική σπουδή των ιστορικών πηγών, δίχως να διολισθαίνει σε μιαν αποκλειστικά πολιτισμική ή στενά ομολογιακή κατανόηση, ο Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης (Ζηζιούλας) μελετά σε μιαν οικουμενική θεολογική προοπτική τις διάφορες όψεις της πολύπλοκης συνάντησης Ελληνισμού και Χριστιανισμού σε ό, τι αφορά κυρίως στα καίρια και υπαρξιακά ζητήματα περί Θεού, κόσμου, ανθρώπου και ιστορίας. Από τη θεολογική του έρευνα και σπουδή, η ελευθερία και το πρόσωπο αναδύονται ως θεμελιώδη ερμηνευτικά κλειδιά αλλά και ως δομικές οντολογικές κατηγορίες για τη γόνιμη και δημιουργική σύνθεση Ελληνισμού και Χριστιανισμού, την οποία επεξεργάστηκαν οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, συνθέτοντας το βιβλικό πνεύμα με τα ενδιαφέροντα και τις αναζητήσεις της ελληνικής σκέψης και νοοτροπίας.


***

Περιεχόμενα

Διάγραμμα των μαθημάτων
Εισαγωγικό. Η μετάβαση από την αρχαία Ελλάδα στη χριστιανική
Θεός και κόσμος
Θεός και άνθρωπος. Α) Το πρόβλημα της ελευθερίας
Θεός και άνθρωπος. Β) Το πρόβλημα του θανάτου
Το καίριο βήμα. Η έννοια του προσώπου
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ελληνισμός και Χριστιανισμός. Οι Τρεις Ιεράρχες και η ελληνική ταυτότητα
Ευρωπαϊκό πνεύμα και ελληνική Ορθοδοξία
Τα σπουδαιότερα ζητήματα για την αποστολή της Εκκλησίας στη νέα χιλιετία



Πέμπτη 16 Μαΐου 2019

Τριαντάφυλλος Σερμέτης, Με τους θύτες ή με τα θύματα της Ιστορίας;

Τριαντάφυλλος Σερμέτης

Με τους θύτες ή με τα θύματα της Ιστορίας;

Κριτική προσέγγιση στο βιβλίο του Ανδρέα Αργυρόπουλου "Ο Θεός, οι Νέοι και άλλες Rock ’n Roll ιστορίες"



Το νέο βιβλίο του θεολόγου Ανδρέα Αργυρόπουλου ήρθε να ταράξει τα θολά νερά του θεολογικού εφησυχασμού, διότι θέτει καίρια ζητήματα του χριστιανισμού που είναι λησμονημένα στον κοινωνικό και πολιτικό χυλό της εποχής. Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα θεολογικό σχεδίασμα για τη διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία, καθώς αποτελεί απόσταγμα πολυετούς εμπειρίας του συγγραφέα στα σχολεία. Έχω την αίσθηση ότι θα πρέπει να δίνεται ως βοήθημα στους θεολόγους καθηγητές για τον τρόπο προσέγγισης των μαθητών και επικοινωνίας μέσα στην τάξη.

Τo πόνημα του Αργυρόπουλου είναι μια προσωπική εξομολόγηση και ταυτόχρονα μια αυθεντική βιωματική εμπειρία του χριστιανισμού. Το πρώτο ζήτημα που θέτει επιτακτικά είναι η διαλεκτικότητα ως μέθοδος διαλόγου με τους νέους ανθρώπους. Τούτο, όσο απλό και αν ακούγεται στην εφαρμογή του, είναι σχεδόν ακατόρθωτο. Διότι ο διάλογος προϋποθέτει ανοικτότητα, σεμνότητα, ταπεινότητα και φυσικά αγάπη. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας διατείνεται: «στην ελληνική κοινωνία δεν υπάρχει κουλτούρα διαλόγου. Κανένας δεν μπορεί να συνομιλήσει με κανέναν». Αυτή είναι μια απτή πραγματικότητα που τη συναντούμε τα τελευταία χρόνια στην ελληνική κοινωνία. Υπάρχει ένας διάλογος κωφών σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, όπου το μόνο που αφορά είναι η δημιουργία εντυπώσεων για να κερδηθεί η μάχη του εντυπωσιασμού και της εικόνας. Ίσως, τελικά, δεν υφίσταται διάλογος γιατί δεν υπάρχουν ιδέες και σκέψεις και γιατί ο μηδενισμός, εκτός από την έλλειψη αξιών και αρχών, έχει οδηγήσει και σε κενούς περιεχομένου ανθρώπους.

Ο Αργυρόπουλος στο βιβλίο θέτει ένα καίριο ερώτημα και από την απάντηση αυτού του ερωτήματος κρίνεται, εν πολλοίς, η σχέση του καθενός με τον χριστιανισμό. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί παρά να είναι και πολιτικό το ερώτημα και για αυτόν τον λόγο, τελικά, ο συγγραφέας αναπόφευκτα γράφει ένα βιβλίο πολιτικής θεολογίας. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ο Αργυρόπουλος είναι από εκείνους τους θεολόγους που, μαζί με τον έτερο θεολόγο τον Θανάση Παπαθανασίου, έκαναν γνωστή τη Θεολογία της Απελευθέρωσης στην Ελλάδα. Οπότε, άμεσα με την συγγραφική του πορεία απαντά στο μείζον ερώτημα για το αν ο χριστιανισμός είναι με τους θύτες ή με τα θύματα. Είναι γεγονός ότι από τη θέση που παίρνει κανείς στο καίριο αυτό ερώτημα εκδηλώνει αποφασιστικά και τη σχέση του με τον χριστιανισμό. Αν επιλέγει κανείς να βρίσκεται στην πλευρά των θυτών, τότε εκφεύγει του ευαγγελικού μηνύματος, που είναι η συμπόνοια στους έσχατους και στους ταπεινούς. Σε αυτή την περίπτωση ο χριστιανισμός μεταβάλλεται σε ιδεολογία και δεν σχετίζεται με τη μίμηση Χριστού, που συνιστά τη σωτηριολογική πορεία του κάθε χριστιανού. Αν, επίσης, κάποιος επιλέγει τη χλιαρότητα, θεωρώντας ότι ο χριστιανισμός είναι μόνο πνευματικός και άπτεται μόνο του ιερού, σκεπτόμενος ότι το εφήμερο δεν έχει και πολύ σημασία, αλλά η ατομική σωτηρία είναι το επίδικο, τότε ο χριστιανισμός επικαλύπτεται με ψυχολογικό μανδύα και το οντολογικό περιεχόμενο διαφεύγει της οπτικής. Αυτός ο χριστιανισμός είναι ένας φοβικός και ενοχικός χριστιανισμός, που ευνουχίζει τα συναισθήματα και την ψυχή του ανθρώπου. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να οδηγείται ο χριστιανός στη μνησικακία. Στην πραγματικότητα και στη δεύτερη περίπτωση, που είναι η ουδετερότητα, ένας χριστιανός βρίσκεται στην πλευρά επίσης των θυτών. Αν οι παραπάνω δύο περιπτώσεις που ανέφερα εντάσσονται στο πλευρό των θυτών, τότε υπάρχει και η τρίτη περίπτωση των χριστιανών εκείνων που βρίσκονται στην πλευρά των θυμάτων, κάνοντας πράξη την πορεία του Χριστού στη γη, όντας και ο ίδιος θύμα της εξουσιαστικότητας και της κυριαρχικότητας.

Ο Ανδρέας Αργυρόπουλος καταφέρνει να αναδείξει με έναν άμεσο βιωματικό τρόπο στο βιβλίο του έναν αυθεντικό χριστιανισμό. Έναν χριστιανισμό που βιώθηκε τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας, έναν χριστιανισμό της αλήθειας, της ελπίδας, της απελευθέρωσης, έναν χριστιανισμό που μεταδίδει την άκαυτη φλόγα της αγάπης. Μονολογεί εσωτερικά, αδιαμεσολάβητα, φωτεινά, για όλα εκείνα που χάνονται μέσα στη χοάνη της κοινωνικής και πολιτικής ανελευθερίας, της αδικίας, της ανισότητας. Είναι ένα βιβλίο κραυγής, υπό την οπτική του βαθιά χριστιανού ανθρώπου, που βλέπει τον μηδενισμό να εξαπλώνεται ταχύτατα και να ροκανίζει σαν αρρώστια το κοινωνικό σώμα. Είναι, εν τέλει, ένα βιβλίο που τα επόμενα χρόνια θα αποτελεί σημείο αναφοράς· και όχι μόνο για τους χριστιανούς.




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη