Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζουράρις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζουράρις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

Θ.Ι.Ζιάκας, Ο Κώστας Ζουράρις και η παράξενη Ιλιαδo-ρωμιοσύνη

Πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ



Ο Κώστας Ζουράρις είναι ο προκλητικός πολιτειο-λόγιος της Μεταπολίτευσης. Μύστης της αγοραίας θεάς Κοροϊδίας, χλευάζει τα ευρωτελή πολιτικά οράματα και τις ιερές διαχωριστικές γραμμές τους. Ως θεράπων της πολιτικής επιστήμης θα αντιπαραθέσει την πολιτική οντολογία της Ιλιαδο-Ρωμιοσύνης. Εδώ κι αν παραβιάζει τα ταμπού της μεταπολιτευτικής ορθότητας. Υψώνει την πρόκληση στον κύβο, γιατί ποιά σχέση μπορεί να έχουν ο κόσμος της Ιλιάδας και ο κόσμος της Ρωμιοσύνης, μεταξύ τους και με τον δικό μας γενναίο κόσμο της μεταμοντέρνας ισχυρής Ελλάδας του σκληρού ευρωπαϊκού πυρήνα; 

Η «Ιλιαδο-Ρωμιοσύνη» ήταν αδιανόητη στην προ Ζουράρι πολιτική μας σκέψη. Το γεγονός ότι για έναν μικρό έστω αριθμό συνελλήνων δεν είναι πλέον, δείχνει ότι η πολιτειολογική αυτή αλογόμυγα της Μεταπολίτευσης έκανε καλή δουλειά. 

Η ιλιαδορωμέϊκη πολιτική 

Επόπτης της θουκυδίδειας πολιτικής επιστήμης ο Κώστας Ζουράρις διακονεί και εκλαϊκεύει την οντολογία της, ως την πάγια και διαχρονική σταθερά της ελληνικής πολιτικής σκέψης. 

Μας μιλά δηλαδή για μια μεγάλη παράδοση, την κεντρική κατά την άποψή του πολιτική παράδοση του ελληνικού πολιτισμού. Η παράδοση αυτή μεταδίδεται, από γενιά σε γενιά, από τη βαθειά αρχαιότητα. Συνεχίζεται στο Βυζάντιο και φθάνει ως το σύγχρονο ελληνικό κράτος, όπου και εκλείπει, για να κυριαρχήσουν εδώ διαδοχικά οι τρεις μεγάλες εσχατολογικές ιδεολογίες της Νεωτερικότητας, η εθνικιστική, η σοσιαλιστική και η φιλελεύθερη, «αποκυήματα θερμασμένης βαρβαρικής φαντασίας» και οι τρεις τους, κατά τον Κωνσταντίνο Καραβίδα. Το εγχείρημα του Ζουράρι αναπτύσσεται παράλληλα με τη γενικότερη κρίση των νεωτερικών αυτών πολιτικών παραδόσεων και την ακάθεκτη ανάπτυξη του γενικευμένου παρασιτισμού που οδήγησε τη χώρα στην καταστροφή. 

Με τον όρο «πολιτική οντολογία» εννοούμε ότι υπάρχει κάτι στην Πολιτική που δεν αλλάζει. Πως ενώ όλα αλλάζουν, αυτό μένει αναλλοίωτο, «οντο-λογικό». Μιλώντας με τα λόγια του Θουκυδίδη ο Ζουράρις μας ξεκαθαρίζει ότι το αναλλοίωτο τούτο «κάτι» έχει δύο σκέλη: α) Περί ελευθερίας ή άλλων αρχής. Και β) υπό τιμής, δέους και ωφελείας. «Ες αεί». «Έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων ή». Οι μορφές τους μόνο θα αλλάζουν - με τα γυρίσματα του καιρού. Αυτά θα μένουν τα ίδια. Τα ίδια και τα ίδια - «είδεσι διηλλαγμένα»! Μη σας παραμυθιάζει, λοιπόν, το «νέο», το «σύγχρονο» ή το «ιδανικό». Είναι φούμαρα. Διότι «μετά καινότητος λόγου το απατάσθαι». Και μετά των «αεί ατόπων» οι δυστοπίες του ολέθρου. 

Τα δύο αυτά θεμελιώδη αξιώματα της θουκυδίδειας πολιτικής γεωμετρίας, επιβεβαιώθηκαν από τη συμπεριφορά όλων των ελληνίδων πόλεων, όλων των πολιτικών φατριών τους, κι απ’ ό,τι φαίνεται όλων των Ελλήνων ξεχωριστά, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Είναι η τραγική αλήθεια της Πολιτικής όπως βγήκε από τον αποστακτήρα της πρωτόγνωρης αυτής αλληλοσφαγής. 

Το πρώτο δεδομένο (περί ελευθερίας ή άλλων αρχής) μας λέει ότι αυτό που επιδιώκουν τα υποκείμενα του πολιτικού πεδίου, είναι -πριν απ’ όλα- να μην υποταχθούν στην εξουσία των άλλων. Και αν έχουν υποταχθεί να την αποτινάξουν. Θέλουν να είναι ελεύθερα και συγχρόνως κυρίαρχα. Για να μη με εξουσιάσεις εσύ είμαι αναγκασμένος -από την ελεύθερη φύση μου- να σε εξουσιάσω εγώ! Η ελευθερία και η κυριαρχία είναι οι δύο όψεις του πολιτικού νομίσματος. Το δεύτερο δεδομένο (υπό τιμής, δέους και ωφελείας - φιλοδοξίας, φόβου και συμφέροντος) εντοπίζει και το ζητούμενο της ελευθερίας-κυριαρχίας: Την εξασφάλιση των τιμών, που «φύσει» αποδίδονται στον νικητή. Την απαλλαγή του από το φόβο διά της μετακυλίσεώς του στον ηττημένο. Και τον άκοπο πορισμό των χρειωδών, καθότι τα αγαθά ανήκουν «φύσει» στον κρατούντα, κατά τον Ξενοφώντα. 

Η ελευθερία μου προϋποθέτει, λοιπόν, την υποταγή σου, η τιμή μου την υποτίμησή σου, η αφοβία μου τον φόβο σου και βέβαια η ωφέλειά μου τη ζημία σου. Αλλά, πώς είναι δυνατόν να επιτευχθεί το «μη άρχεσθαι υπό μηδενός» διά του άρχειν των άλλων, όταν όλοι το αυτό επιζητούν; Τούτο είναι και το αίνιγμα που θέτει στην πολιτική σκέψη η θουκυδίδεια οντολογία της Πολιτικής. Το αίνιγμα θα το επαναλάβει κι ο Αριστοτέλης προσυπογράφοντας το «μη άρχεσθαι υπό μηδενός» ως τελεολογικό ζητούμενο του ελληνικού πολιτισμού. Και θα το διαπιστώσει στην αθηναϊκή πραγματοποίηση της δημοκρατικής αρχής. Το υπό ουδενός άρχεσθαι, ως ζητούμενο του «πολέμου όλων εναντίον όλων», θα αποτελέσει τον άξονα της ελληνικής πολιτικής σκέψης και θα επιβεβαιωθεί από όλες τις μεταγενέστερες ελληνιστικές, βυζαντινές και νεωτερικές εκδοχές «εμφυλίου σπαραγμού». 

Ότι το μη άρχεσθαι υπό μηδενός εγκαθιδρύει πολεμικό παιγνίδι μηδενικού αθροίσματος, είναι αυτονόητο. Ότι οι νικητές και ηττημένοι του πολέμου όλων εναντίον όλων, είναι καταδικασμένοι να εναλλάσσονται κυκλικά υπεράνω του χαίνοντος μηδενός, είναι επίσης αυτονόητο. Και επειδή «ο πόλεμος δεν είναι παρά η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα», όπως θα μας πει θουκυδιδικότατος ο Κλαούζεβιτς, ο πέλεκυς των θουκυδίδειων αξιωμάτων ισχύει-επιπίπτει «επί παντός πολιτικού». Απλώς στις ειρηνικές περιόδους τα έθιμα, οι νόμοι και η αρετή, με μια λέξη η επ’ αυτών ερειδόμενη Δικαιοσύνη, συγκαλύπτουν τον κανιβαλικό χαρακτήρα των πολιτικών κινήτρων και χαλιναγωγούν την εγγενή τους βία, ώσπου βέβαια να σπάσουν οι χαλινοί κι ο υποδόριος πόλεμος όλων εναντίον όλων να εκραγεί σε αλληλοσφαγή. 

Δηλαδή, οντολογική βάση της Πολιτικής είναι «ο πόλεμος όλων εναντίον όλων»; Φυσικά, θα μας πει ο Ζουράρις. Η Πολιτική είναι Κρανίου Τόπος.

Μπορεί βέβαια να ισχυριστεί κανείς πως «άλλο ο πόλεμος» και «άλλο η πολιτική», ότι η ανθρώπινη φύση δεν είναι «πολεμική» αλλά «ειρηνική» και ότι ο πόλεμος είναι κάτι το «αφύσικο», ένα «ατύχημα» που συμβαίνει κατά καιρούς, συνήθως λόγω ανοησίας και απληστίας και πρέπει η ανθρωπότητα να τον «καταργήσει» - μέσω του «τελευταίου πολέμου» ενδεχομένως. Ότι κοντολογίς, «σκοπός» της πολιτικής είναι να αποτρέπει τον πόλεμο, να αγωνίζεται για την ειρήνη, την ευημερία και την πρόοδο... Υπάρχει κι αυτή η αντίληψη στον ελληνικό κόσμο, αλλά πρόκειται για παράδοση περιφερειακή-δευτερεύουσα και πάντοτε διαψευδόμενη. Η κεντρική παράδοση είναι αυτή που συνόψισε ο Θουκυδίδης και μας λέει ότι είναι αδύνατο να σταθεροποιηθούν οι εξισορροπήσεις των αντίπαλων δυνάμεων, που είναι και οι αντικειμενικές προϋποθέσεις των ειρηνικών καταστάσεων. Είναι αδύνατο, επίσης, να σταθεροποιηθούν οι αντίστοιχες υποκειμενικές τους προϋποθέσεις, που είναι οι θεσμοί και η αρετή. Και των δύο οι σταθεροποιήσεις είναι ανέφικτες, καθώς όπως είπε ο Ευριπίδης, «έχουσι γαρ ταραγμόν αι φύσεις βροτών». Είναι «τραγική» η φύση των ανθρώπων. Ο ταραγμός διαρκώς επισωρεύει εριστικό δυναμικό και τελικά ανατρέπει κάθε ισορροπία. Ο πολιτικός κόσμος αιωρείται έτσι στο χάος του πολέμου και ανά πάσα στιγμή δύναται να γκρεμοτσακιστεί μέσα του. 

Η τραγική τούτη αίσθηση διέπει σαφώς και τον κόσμο της Ρωμιοσύνης, τροποποιημένη κατά την χριστιανική της μετωνυμία: την «πτωτικότητα» της ανθρώπινης φύσης. Μετά την Πτώση του ο άνθρωπος είναι κοινωνική φύση ελαττωματική. Άγεται και φέρεται προς την αδελφοκτονία, έρμαιο του όχλου των παθών της. Αγχίθυρος ο πόλεμος και η ειρήνη. Δίπλα – δίπλα οι πόρτες τους. Δεν υπάρχει σινικό τείχος ανάμεσά τους. Το τείχος της Λογικής θα είναι απλά η φαντασίωση του φιλελευθερισμού. Ούτε μπορεί να διαχωριστεί η ειρήνη από τον πόλεμο σε «ξεχωριστές περιοχές», με σύνορο τη διαφορά «αληθινής» και «ψεύτικης» θρησκείας, όπως αυτοθέσμισε την κοινωνικότητά του ο ιουδαϊσμός (διακρίνοντας απόλυτα τον περιούσιο λαό από τους άλλους-κατώτερούς του) και στη συνέχεια ο ισλαμισμός αντιπαραθέτοντας το Νταρ αλ-Ισλάμ στο Νταρ αλ-Χάρμπ (και την Ούμα των πιστών στον κόσμο των απίστων). Σε κάθε πολιτικό του βήμα το υποκείμενο του πολιτικού πεδίου βρίσκεται στο ίδιο σταυροδρόμι: του πολέμου και της ειρήνης. Η οντολογία της ειρήνης και η οντολογία του πολέμου είναι μία και η αυτή: ο πόλεμος όλων εναντίον όλων. Το πολιτικό υποκείμενο μπορεί να αλλάζει αλλά η οντολογική διαμόρφωση του πολιτικού πεδίου όχι.

Αν η θουκυδίδεια οντολογία μοιάζει ίσως προφανής για τους πολιτισμούς της ατομικής ελευθερίας, όπως ο ελληνικός και ο νεωτερικός, πώς θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνει και τους πολιτισμούς που δεν γνωρίζουν την ατομική ελευθερία ως πολιτική σταθερά; Νόμιμο βεβαίως το ερώτημα και προς διερεύνηση. Θα ήταν όμως λάθος να αποδοθεί στο Θουκυδίδη πρόθεση επακριβώς γενικευτική. Το δόγμα του, «έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων ή», είναι ταυτολογικό-ειρωνικό. Διότι αυτό που λέει είναι στην πραγματικότητα το εξής: Όσο η ανθρώπινη φύση θα είναι όπως την είδαμε να εκδηλώνεται στα καθέκαστα του Πελοποννησιακού πολέμου, οι άνθρωποι θα λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: μαχόμενοι υπέρ ελευθερίας και άλλων αρχής, ελαυνόμενοι υπό τιμής, δέους και ωφελείας. Διαφορές θα ανακύπτουν, εμπίπτουσες όμως στην κατηγορία των «είδεσι διηλλαγμένων». Και τα «διηλλαγμένα» δεν έχουν οντολογική σημασία. 

Δεν είναι ότι τα «διηλλαγμένα» δεν έχουν σημασία. Στην πράξη απ’ αυτά κρεμόμαστε. Μας το λέει άλλωστε ο ίδιος ο Θουκυδίδης, όταν μας εκθέτει ως ειδικές προϋποθέσεις των ειρηνικών καταστάσεων τρεις εκδοχές «δηλλαγμένων». Πρώτη είναι η σταθεροποίηση του πολιτικού μετώπου, όταν η ισχύς των αντιπάλων είναι ισόπαλη και το «αντίπαλον δέος», το «μόνον πιστόν ες ξυμμαχίαν», εξασφαλίζει την ισορροπία. Τότε φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη. Και κάθονται ήσυχοι με το όπλο παρά πόδα, επιτρέποντας στο δενδρύλλιο της Δικαιοσύνης να ανθίσει, όσο ανθίσει. Δεύτερη εκδοχή είναι να «συγκραθούν» οι τρεις ποιότητες – οι «καλοί» (εμείς), οι «κακοί» (εσείς) και οι «ενδιάμεσοι» (οι «άχρωμοι» και «άοσμοι», οι «ταλαντευόμενοι» και τάχα μου «κέντρο»). Η τρισθενής αυτή σύγκραση είναι και η άριστη εκδοχή «διηλλαγμένου», γιατί παράγει τη μέγιστη δυνατή αποτρεπτική ισχύ, έναντι των όποιων εξωτερικών επιβούλων της πολεοτικής-κρατικής μας αυτονομίας, για τη νομή της οποίας άλλωστε ερίζουμε. «Ομού το φαύλον και το μέσον και το πάνυ ακριβές, αν ξυγκραθέν μάλιστ’ αν ισχύειν»! Η τρίτη εκδοχή αφορά τον καθένα μας προσωπικά: Να συνειδητοποιήσουμε την τραγική φύση των πολιτικών πραγμάτων και να μην τείνουμε ευήκοον ους στις φανταστικές «αφανείς ελπίδες» και στους απατηλούς «καινούς» λόγους (διότι «μετά καινότητος λόγου το απατάσθαι»). Θα έχουμε τότε μια ηπιότερη ανταγωνιστικότητα, λιγότερο καταστροφική, άρα αμοιβαία επωφελή. 

Στην τρίτη αυτή εκδοχή ο Θουκυδίδης αμφισβητεί τον εαυτό του. Γιατί: πού να βρεθεί έδαφος για «ηπιότητα» στον Κρανίου Τόπο που μας περιέγραψε; Ο ίδιος δεν είναι που μας είπε ότι η ηπιότητα θα εκληφθεί πάραυτα ως αδυναμία και θα φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα; Πώς να εξηγήσουμε την κατάφωρη αντίφαση; Και πάλι ως ταυτολογικό συμπερασμό, που δεν υπερβαίνει τα όρια του εμπειρικού του υποδείγματος: αν είναι να αλλάξει κάτι προς το ηπιότερο μόνο αυτή είναι η προϋπόθεση!

Και στις τρεις εκδοχές μπορούμε -αν θέλουμε- να αναγνωρίσουμε τον «νηπτικό κυνισμό», ως την «προσωπική φιλοσοφία» του Θουκυδίδη. Και βέβαια του postmodern μαθητή του -και καθ/ηγητή μας- Κώστα Ζουράρι. 



Θεοείδεια διηλλαγμένη

Ο Ζουράρις απλά διδάσκει Θουκυδίδη, όπως άλλωστε δεν κουράζεται να το λέει. Ναι αυτό κάνει, αλλά ξέρει να ερμηνεύει τον Θουκυδίδη όχι μόνο διά του Θουκυδίδη, αλλά και διά του Ομήρου. 

Η Τιμή που τιμή δεν έχει

Η Ιστορία του Θουκυδίδη δεν είναι παρά το «τέλος» του κόσμου που δημιουργεί ο ανθρωπολογικός ορίζοντας της Ιλιάδας. Άρα διά του Ομήρου ερμηνεύονται τα «δύσκολα» του Θουκυδίδη. Εγκρατής των ομηρικών Γραφών ο Ζουράρις προχωρά σε μιαν άκρως ιδιοφυή ιλιαδική ερμηνεία της θουκυδίδειας «ανθρώπινης φύσης» τοποθετημένη στο σκέλος των τριών οντολογικών κινήτρων (υπό τιμής, δέους και ωφελείας). 

Ανοίγω παρένθεση: Όπως ξέρουμε από τη φυσική το «πρόβλημα των τριών σωμάτων» δεν επιδέχεται υπολογιστική λύση. Δεν μπορείς να τα βάλλεις και τα τρία μαζί στην ίδια επιλύσιμη εξίσωση, παρά μόνο τα δύο. Το τρίτο θα σου ξεφύγει -θέλεις δε θέλεις. Αν αυτό ισχύει για το αστρονομικό διάστημα, κατά μείζονα λόγο ισχύει για το πολιτικό υπερδιάστημα. Στηριζόμαστε, λοιπόν, στα «δύο» και το «τρίτο», μας «ξεφεύγει» σε μια απροσδιόριστη-δυνητική θέση/κατάσταση. Πρόκειται για το «νόμο» που τη λογική εκφορά του τη γνωρίζουμε ως «τριλεκτική» μέθοδο. Κλείνω την παρένθεση. 

Παρατηρούμε σχετικά, ότι η Νεωτερικότητα στηρίζεται στην Ωφέλεια και στο Δέος. Υποτιμά την Τιμή, που της ξεφεύγει και κινείται πέρα δώθε στο φαντασιακό της σαν ίνδαλμα και εφιάλτης, γοητεία και αποστροφή. Και αγωνίζεται να την «συλλάβει» ως χρηματική-νομισματική! Την δόξαν εμίσησε αλλά τον πλούτον ουδόλως. Αδράχνει το συμφέρον και ξεφορτώνεται τον φόβο στους νικημένους: τους εθνικούς, ταξικούς και ομότεχνους. Αντίθετα, ο κατά πάντα ελληνικής ιδιοσυγκρασίας Ζουράρις, αδιαφορεί για την Ωφέλεια. «Δεν ξέρει τι έχει!» Ούτε και νοιάζεται. Τη χρεία την αφήνει στο βάρβαρον και βάναυσον, όπως οι αρχαίοι του δάσκαλοι... Κρατάει (και «κρατείται») από τα άλλα δύο: την Τιμή και το Δέος. Το μεν δέος το προορίζει για τους κατέναντί του ευρωλιγούρηδες παπαγάλους, ώστε να τον φοβούνται μην τους πιάσει στο στόμα του. Την δε τιμή για τον εαυτό του, ώστε να τον επευφημούν οι φίλοι του, πολλαπλασιάζοντάς την. Στη βάση αυτή θα ορθοτομήσει καίρια τον λόγον της ελληνικής αληθείας: όλα γίνονται για τις τιμές στην παρ’ ημίν Πολιτεία, καθεστηκυία και μη. Το καταγωγικό μας έπος, η Ιλιάδα, δεν είναι μήπως ο πλέον ουρανομήκης ύμνος στη δόξα των Ηρώων, των διαχρονικών ανθρωπολογικών προτύπων, που «ουκ αιώνται καθεύδειν» τους Ελλήνων «αεί παίδας»;

Ποια η φύση των εν λόγω τιμών; Ο Ζουράρις αναθυμάται το αρχαίο λυσιμελές: «ουδεµία ηδονή εγγυτέρω του θείου δοκεί είναι ή η περί τας τιµάς ευφροσύνη»! Σε ποιον αποδίδουμε τιμές; Στο «θείον». Το θεό δεν τιμούμε πρωτίστως με ύμνους και θυσίες σε χορούς και πανηγύρια; Ίδιον του θείου δεν είναι η ζήτηση των τιμών; Δεν είμαστε της ιδέας, ότι πολύ τη ευχαριστιούνται οι θεοί την τιμή που τους κάνουμε; Αν ξέφυγε ο Οδυσσέας την προσοχή του Ποσειδώνα, μήπως δεν είναι γιατί έσπευσε στην άλλη άκρη του κόσμου, κάτω στους Αιθίοπες, να απολαύσει τις τιμές που του είχαν τάξει;… Αν και ενίοτε «φθονερόν το θείον» -σαν και μας-, για τις τιμές χαλί να γίνει να το πατήσουμε. Ή τάχα δεν ξέρουν οι θεοί πως άμα σταματήσουμε να τους τιμούμε θα τους πάρει το ποτάμι της Λήθης; 

Οι ελληνόρυθμοι αυτοί συλλογισμοί αντιστρέφονται ελληνοπρεπέστατα: Τιμώντες τον κρατούντα τον «αποθεώνουμε». Πολύ θέλω για να νιώσω «θεός», αν όλοι σας αρχίσετε να με δοξάζετε και να με λιβανίζετε; Άρα: Τιμοθήρες = θεωσεοθήρες οι πολίτες-κοπρίτες του Ζουράρι. Ζώα θεούμενα διά των τιμών! Δόξα γυρεύουν, από τον πρώτο ως τον τελευταίο, τον θουκυδιδικώς υπολαμβάνοντα εαυτόν «και πολύ πρώτον»! Θεοειδής, λοιπόν, η φύση μας; Ναι, μόνο που η θεοείδειά μας είναι «παρακατιανή» -ιλαροτραγική. Ο Θεός να την κάνει «θεϊκή» μια τέτοια χωματερή-δαιμονική «αποθέωση» στον Κρανίου Τόπο της ελληνικής πολιτικής. Αλλά τούτη τη μελαγχολική σκέψη μόνο ένας αθλητής της ρωμέϊκης ασκητικής ερήμου, σαν τον Αβά Σισώη, θα μπορούσε να την κάνει. Όχι οι «ισόθεοι» αθλητές της ημετέρας πολιτικής παλαίστρας. Εβδομήντα χιλιάδες διαβάζω οι υποψήφιοι για τα τοπικά πολιτικά αξιώματα, εν μέσω της πιο βαθειάς κρίσης! «Αυτοί είμαστε». «Από ανέκαθεν». Άρα τι μας λέει, σύμφωνα με τον Ζουράρι, η ειρωνική ταυτολογία του Θουκυδίδη; Το εξής ιλαροτραγικό: όσο ο άνθρωπος θα επιμένει να θέλει να γίνει θεός, διά του «δολερού έρωτος» των τιμών, Αγρός του αίματος θα είναι η Πολιτική. Ιδού λοιπόν η κατά Ζουράρι ταυτοτική οντολογική αλήθεια της καθ’ ημάς πτωτικής «φύσης». 

Αντιδιαμετρική, προφανώς, η διαφορά με την αντίστοιχη νεωτερική «φύση». Εκείνη εξηγεί-νοηματοδοτεί τον πόλεμο όλων εναντίον όλων -επί του οποίου επίσης εδράζεται- με τη «Λογική» ή με το «ένστικτο της αυτοσυντήρησης» ή με τη «θέληση για δύναμη». Δοξογραφικό παράδειγμα εξόχως αποκαλυπτικό: η αντίστιξη Ζουράρι – Κονδύλη. Πώς η «Θεοείδεια παρακατιανή» ξετινάζει το «Ισχύς και απόφαση» και μαζί «Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος». Και οι δύο είναι μαθητές του Θουκυδίδη. «Ελληνικός» ο ένας, «γερμανικός» ο άλλος. Βέβαια και οι δύο «δίκιο έχουν» κατά το «συναμφότερον». Από την ιλιαδική αυτοκατανόηση του ελληνικού πολιτισμού ο ένας, από τη χομπσιανή αυτοκατανόηση του νεωτερικού πολιτισμού ο άλλος. 

Είπαμε: Τιμή και Δέος με οντολογική υποτίμηση-διαφυγή της Ωφέλειας, αφ’ ενός. Ωφέλεια και Δέος, με οντολογική υποτίμηση-διαφυγή της Τιμής/Δόξας, αφ’ ετέρου. Κοινή η βάση τους: περί ελευθερίας ή άλλων αρχής, αλλά με διαμετρικά αντίθετο το κυρίαρχο «κίνητρο»: ο ένας να κυνηγά αυτό που ο άλλος αποστρέφεται. Διαμετρικά αντίθετες και οι πολιτικές οντολογίες τους και οι επ’ αυτών παραδόσεις πολιτικής σκέψης.

Κατά το θείον και το πολιτικόν 

Το δεύτερο σημείο, που εντόπισε ο Ζουράρις, αλλά δεν το ανέπτυξε, είναι ο τρόπος που παρεμβάλλεται το θείον στο Πολιτικό. 

Επισημαίνει τη «συζήτηση» Αθηναίων – Μηλίων, όπου το θείον υπολαμβάνεται «ανθρωπεία δόξη». Αναμφισβητήτως υπαρκτό, νοηματοδοτούμενο ωστόσο κατά τη «δόξα» της αυθεντίας μας. Παρά ταύτα δεν διερωτάται, σε συνάφεια με την ιδιοφυή αξιοποίηση της θεϊκής πρωτοκαθεδρίας των τιμών, ως προς την πιθανότητα η θεοείδειά του να εντάσσεται στα «διηλλαγμένα» της ανθρώπινης φύσης. Μήπως δηλαδή δεν είναι ίδιο όλων των ειδών θεού η τιμολαγνεία. 

Ξέρει φυσικά, όπως όλοι μας, ότι υπάρχουν και θεοί που δεν δίνουν σημασία στις τιμές. Θεοί του φόβου. Θεοί ανθρωποφάγοι. Ο Μολώχ για παράδειγμα, ο θεός των Φοινίκων. Που είχε ιδιαίτερη αδυναμία στην τρυφερή παιδική σάρκα και στα δύσκολα, όταν οι Ρωμαίοι πολιορκούσαν την Καρχηδόνα, ζητούσε παιδιά επιφανών αρχόντων για το γεύμα του! Ή μήπως δεν υπάρχουν και οι θεοί της γενικής λεηλασίας, οι θεοί του Βορρά και της Στέπας; Οπότε ανάλογα με το θεό και οι λάτρεις του -κατ’ εικόνα και ομοίωσή του. Κατά το θεό τους και η θεοεπιθυμία τους. Κατά τον κύρη και τα κοπέλια του. Οπότε: μήπως είναι απλώς ελληνική η τιμοκεντρική θεοείδεια; Και για να έρθουμε στο «σύγχρονο κόσμο». Αν ο νεωτερικός άνθρωπος προτάσσει την ωφέλεια, μήπως το κάνει επειδή ο θεός του είναι απλώς συμφεροντολόγος και δραχμοφονιάς και κρύβει το πρόσωπό του, παριστάνοντας τον «ανύπαρκτο θεό», προκειμένου να κάνει καλύτερα τη δουλειά του; Μήπως απλά ο θεός του είναι το Χρήμα, ως υποστασιοποίηση του Πλούτου; Αναμφίβολα. Ήδη σε μια στιγμή σύγχυσης (1957) και για να δείξουν πόσο ξεχωρίζει ο «ελεύθερος κόσμος» τους από τον «άθεο» κομμουνισμό, τους ξέφυγε και το έγραψαν φαρδιά πλατιά πάνω στο Δολάριο: «In God We Trust». «Στον Θεό Που Πιστεύουμε». Έξοχα! Καλύτερη απόδειξη, ότι κατά το θεό και η θεοείδεια, δεν θα μπορούσαμε να έχουμε.

Η ένταξη της θεοείδειας και μαζί της πολιτικής οντολογίας, στα «διηλλαγμένα» των τριών κινήτρων γεννά ενδιαφέροντα ερωτήματα: Τι θα γινόταν, φερ’ ειπείν, αν άρχιζε να παρεμβάλλεται στο ελληνικό πολιτικό πεδίο ένας Θεός που μισεί κάθε λογής εξουσία, που απεχθάνεται τις τιμές και τις θυσίες και ταυτίζεται με τα από καταβολής κόσμου θύματα των υπό τιμής, δέους και ωφελείας ελαυνομένων προς την αυτοκαταστροφή τους ισόθεων πολιτών-κοπριτών μας; Τι θα συνέβαινε αν εμφανιζόταν μια τόσο αντιδιαμετρική θεοείδεια στας δυσμάς του ιλιαδικού Δήμου, όπου η παρατεταμένη αλληλοεξόντωση τον έχει κάνει αετό χωρίς φτερά να σκαλίζει τη Χωματερή; 

Όταν ο Ζουράρις μιλά για την Αντιγόνη και τον Κρέοντα, αντιπαραθέτοντας το «συμφιλείν» στο «συνέχθειν» και επισημαίνοντας πώς η εμμονή της Αντιγόνης στο «συμφιλείν» τη στέλνει στον άλλο κόσμο, όταν μιλά επίσης για τον πλατωνικό «δολερό έρωτα» των τιμών και για το συναμφότερον έριδος-έρωτος, τοποθετείται φυσικά στην καρδιά του προβλήματος. Βλέπει μεν τη θεοείδεια με τον τρόπο που οι Έλληνες εννοούν το θείο, αλλά συγχρόνως διαβλέπει και την κατεύθυνση όπου αυτή δυνητικώς αναιρείται. Παραμένει ωστόσο κολλημένος στον ταραγμό των βροτών, στην κατίσχυση του ταραγμού έναντι της αρετής, της δικαιοσύνης, του συμφιλείν. Να υποθέσουμε ότι ήταν αναγκασμένος να μείνει στο μεταπολιτευτικό «εν ου έστι χρεία»; Στην ανάγκη δηλαδή να αδράξουμε το οντολογικό κεφάλι της αρχαίας πολιτικής μας Μέδουσας προκειμένου να απολιθώσουμε τη σαγήνη των «αεί ατόπων», προοδευτικών και εκσυγχρονιστικών; Ίσως. 

Ο άνθρωπος είναι «ζώο θεούμενο». Ο ορισμός είναι ρωμέϊκος, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και έχει άλλο περιεχόμενο, αφού αναφέρεται σε άλλο Θεό, που δεν έχει πού την κεφαλήν κλίνη, που έρχεται ξένος παντάξενος στον ελληνικό κόσμο, αφού κατ’ απαίτηση των ομοφύλων του κάθησε να τον καρφώσουν στον Σταυρό, όντας βέβαιος ότι ο Πατέρας του (η Αγάπη του) θα τον αναστήσει τριήμερο, προκειμένου να συναναστήσει όλα τα από καταβολής κόσμου θύματα του «άρχοντος του κόσμου τούτου» του Πολιτικού, του «απ’ αρχής ανθρωποκτόνου». Μιλά για ένα ριζικά διαφορετικό Θεό, που ο Δήμος των από γενιά σε γενιά φίλων του και μαρτύρων του υπέρ πάν όνομα Ονόματός του, εδράζεται στην «αμάχητη ελευθερία», παρά και ενάντια σε τιμές, φόβους και ωφελήματα. Επαναλαμβάνω τη διερώτηση: Πώς άραγε η παρεμβολή ενός τέτοιου Θεού και ενός κρίσιμου αριθμού φίλων του συγκροτούντων έναν τέτοιο Δήμο, αλλάζει -αν αλλάζει- την γεωμετρία του πολιτικού πεδίου; Εννοώ παντός (κανιβαλικού) πολιτικού πεδίου: τιμοκεντρικού / φοβοκεντρικού / ωφελιμοκεντρικού. Γιατί να μην υποθέσουμε, επαναλαμβάνω και πάλι, ότι ανάλογα με τον πολιούχο θεό/ήρωα και η πόλη; Άλλωστε: «Για την Ευρώπη (των «αφανών ελπίδων») μη πολυπραγμονείς, χτίσε πόλι», θα πει ο θεός στον οντολογικό Ήρωα-Κτήτορα της αρχαίας Θήβας, ορίζοντάς τον έτσι ως συν-«κατέχοντα την πόλι»... Το θουκυδίδειο αξίωμα «τιμή-δέος-ωφέλεια» φυσικά δεν θα άλλαζε. Απλώς θα ανακαλύπταμε τα «διηλλαγμένα είδη» του προβλήματος των «τριών σωμάτων» στο επίπεδο της «θεοείδειας», ήγουν της πολιτικής οντολογίας. Μαζί τους θα βλέπαμε, ίσως, πώς υπεισέρχονται πράγματι στην οντολογική δομή του σύγχρονου κόσμου. 

Ιδού για παράδειγμα και χάριν διανοητικής παιδιάς, η απαρίθμηση των σχετικών «διηλλαγμένων» ή εκδοχών πολιτικής οντολογίας και συλλογικών κατά βάθος «επιλογών» («αποφάσεων» κατά Κονδύλη): Τα δύο πρώτα, το ελληνικό-τιμοκεντρικό και το νεωτερικό-ωφελιμοκεντρικό, τα διακρίναμε ήδη. Προσθέτουμε και την προελληνική φοβοκεντρική επιλογή-οντολογία, που ισχύει ακόμη στην Ανατολή και είναι ο κολεκτιβιστικός δεσποτισμός. Έχουμε επίσης τις τρεις εκδοχές της ολοκληρωτικής τυραννίας: τιμοκεντρική, τρομοκεντρική, ωφελιμοκεντρική. Έχουμε τέλος την «κατάσταση μηδέν», όπου η τιμή, το δέος και η ωφέλεια, απαξιώνονται ως κίνητρα πολιτικής δράσης. Την απώλεια του πολιτικού Νοήματος. Πράγμα που συμβαίνει ήδη σε απίστευτη κλίμακα με την έλευση της «μεταμοντέρνας κατάστασης» στα κέντρα της Νεωτερικότητας, έπειτα από τις δύο φάσεις του δικού της Πελοποννησιακού πολέμου. Όπως, τηρουμένων των αναλογιών, είχε συμβεί και στην αρχαιότητα μετά τους δικούς της Παγκοσμίους πολέμους. 

Ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά φεύγουμε από την μία και καθολικώς ισχύουσα πολιτική οντολογία, για να πάμε στην ιστορική περιπτωσιολογία της, δε θέλει ρώτημα. Κατ’ αρχάς αφήνουμε τον Θουκυδίδη για να πάμε στον Αριστοτέλη. Πράγματι, τι μας λέει ο μέγιστος αυτός ανακεφαλαιωτής της ελληνικής πολιτειολογίας, που σαν τον Θουκυδίδη έχει «το εκ της εμπειρίας όμμα»; α) Ως προς τις νεφελοκοκυγίες των «αεί ατόπων»: Είναι χίμαιρα το ένα και για όλους άριστο πολίτευμα, που με τόση και ανεπανάληπτη εμβρίθεια διερεύνησε η πλατωνική «Πολιτεία». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει καθόλου «άριστο πολίτευμα». Υπάρχουν τόσα όσα και οι ελληνίδες πόλεις. Σε κάθε πόλι αντιστοιχεί το δικό της «άριστο» και αλλοίμονο αν σταματήσει να το αναζητεί. Θα της αφαιρεθεί κι αυτό που κουτσά στραβά κατάφερε να έχει. β) Ναι δεν υπάρχει απόλυτη Δικαιοσύνη. Η Δικαιοσύνη είναι άνιση επί των ανίσων. Και ίση μόνο για τους ίσους. Όταν μάλιστα τα πολιτικά πράγματα ξεφεύγουν από την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια αυτή βαθμίδα της, τα αναλαμβάνει ο «πάντων πατήρ», ο Πόλεμος. Που είναι η ανώτατη βαθμίδα της Δικαιοσύνης, ο «Άρειος Πάγος» (κατά Κένεθ Γουώλτς). γ) Τρία συν τρία είναι τα «διηλλαγμένα είδη» των πολιτευμάτων, μαζί με τις «παρεκβάσεις» τους: βασιλεία-τυραννία, αριστοκρατία-ολιγαρχία, δημοκρατία-οχλοκρατία, με κατάληξη και πάλι την τυραννία. Οπότε στο κέντρο της πολιτικής θεωρίας επανέρχεται το πλατωνικό αίνιγμα της καμπυλότητας του πολιτικού χρόνου: γιατί ο γιός του σοφού και καλού βασιλιά γίνεται βλάκας και τύραννος, ο γιός του αριστοκράτη γίνεται ολιγάρχης, ο γιός του ολιγάρχη δημοκράτης και ο γιος του δημοκράτη οχλοκράτης, -ολοέτοιμος για ανδράποδο και τυραννικό κτήνος; Και για να το κάνουμε πιο συγκεκριμένο: γιατί τον Περικλή διαδέχεται ο Αλκιβιάδης; «Τυχαίο» είναι;

Μήπως, λοιπόν, παρά τα όσα αναλλοίωτα στοιχειώνουν την οντολογική βάση της Πολιτικής, ο Καιρός του Πολιτικού είναι που ρυθμίζει τα ζωτικά για μας «είδεσι διηλλαγμένα»; Και είναι Κρόνος-χρόνος άλογος - τύχη, ετερογονία των σκοπών, μοίρα, το στραβό το ριζικό μας- ή λόγος έννομος «προόδου» και «υποστροφής»; Κι αυτό «έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων ή»; Οπότε: δεν θα έπρεπε κανονικά να τον επιπροσθέσουμε, ως τρίτο οντολογικό παράγοντα, στα δύο οντολογικά αξιώματα που διέπουν τη «φύση» μας; 

Τέλος κάτι «ήκιστα επιστημολογικόν»: Το Πολιτικό υφίσταται εν χρόνω, άρα έχει αρχή και τέλος. Αν η «φύσις» μας είναι κανιβαλική και τελικά καταστρέφει την πόλι, πώς στο καλό, αν όντως είναι κανιβαλική, μπόρεσε να γεννήσει πόλι, πολιτισμό; Μήπως δεν είναι «εντελώς» κανιβαλική; Εδώ ταιριάζει, μάλλον, η αμήχανη ρήση του άτυχου στρατηγού Νικία: «νυν αιωρούμαι»! 



Πολιτική η «φύσις» μας 

Και τι είναι τελικά η περιβόητη αυτή «φύσις»; Ο Θουκυδίδης μας είπε ότι είναι η ατομική ελευθερία και τα τρία της τέλη. Δεκτόν. Μεταξύ των τριών θουκυδίδειων κινήτρων ο Ζουράρις μας υπέδειξε την τιμοκεντρική θεοείδεια της «φύσης» μας. Ιλιδιακόν και μεγαλοφυές! Μήπως όμως πρέπει να το ξανασκεφθούμε; 

Κατά τον Αριστοτέλη ο άνθρωπος είναι «ζώον πολιτικόν». Όχι απλώς «κοινωνικόν». Κοινωνικό και μάλιστα πιο κοινωνικό από μας, είναι και το μυρμήγκι. Μιλάμε συνεπώς γι’ αυτό που κάνει το κοινωνικό να είναι «πολιτικόν». Τι είναι αυτό; Μα η ελευθερία. Η ελευθερία της ανθρώπινης φύσης να θεσμίζει / αναθεσμίζει την κοινωνικότητά της. Ο ορισμός λοιπόν της ανθρώπινης «φύσης» εντοπίζεται στο «πολιτικόν», στην ελευθερία του θεσμίζειν-αναθεσμίζειν την κοινωνικότητα. Και στους δύο πόλους της εννοείται, τον ατομικό και τον συλλογικό.

Παρατηρούμε όμως, υπό την έννοια αυτή, ότι η ανθρώπινη «ουσία-φύση» ενεργείται και υφίσταται ως «περιεκτικότητα», αφ ενός, και ως «αποσπασματικότητα», αφ’ ετέρου. Η περιεκτικότητα ενσαρκώνεται στην ύπαρξη της πόλεως («συστήματος πατρίδος» γενικότερα) και είναι σχετική ως προς το μέτρο της (την «άριστη πολιτεία» που εξιδιασμένως της αντιστοιχεί). Ως αποσπασματικότητα, αυτοκατανοούμενη μάλιστα σαν να ήταν «παμπεριεκτική», λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό της πόλεως, τεμαχίζοντας διττώς την πολεοτική περιεκτικότητα: Πρώτον, ως «εξατομίκευση» στο πρόσωπο ενός εκάστου «πολίτη». Και δεύτερον, ως «εκσυλλογίκευση» στο πρόσωπο εκάστης «φυλής» αρχικά και στη συνέχεια του «εταιρικού», της «παράταξης» ή του «κόμματος». (Εγώ και το κόμμα μου είμαστε η επιτομή του όλου! Ενώ εσείς του τίποτε και καθόλου! Δεν έχετε εναλλακτική πρόταση!) 

Θεωρώντας τις δύο πρώτες μορφές υποστασιοποίησης της πολιτικής μας «φύσης» προφανείς, την πόλι και τον πολίτη, ας λεπτολογήσουμε μόνο την ομαδική ενδοπολεοτική υποστασιοποίησή της. 

Το νεωτερικό «κόμμα» δεν είναι παρά το «εταιρικόν» θεσμοθετημένο και παραπειστικά αγλαϊσμένο με τα ανάλογα «ιδεολογικά» αποκυήματα. Ο Θουκυδίδης μας μιλά για το «εταιρικόν», ως μορφή πολιτικής σύμπραξης κατ’ αντίστιξη προς το «ξυγγενές». Το «ξυγγενές», το συγγενικό ή «ομόφυλον», λειτουργεί «κατά φύσιν». Ως «φύσις» υπονοείται στο θουκυδιδικό κείμενο το ανάλογο των ενδοοικογενειακών δεσμών, των θεωρούμενων «φυσικών» -κατά συγκριτικό ασφαλώς συμπερασμό με τα ζωολογικώς ισχύοντα, όπου η αγέλη προστατεύει τα μικρά της και τα κερασφόρα συμπτύσσονται κύκλω, έναντι των σαρκοβόρων εχθρών τους. Η «φυσική» ομάδα συνέχεται έναντι του εχθρού από «δεσμούς συγγένειας». Τι θα πει «συγγένεια» ας το θεωρήσουμε γνωστό, για να επισημάνουμε ότι το ούτως νοούμενο «κατά φύσιν» συνεκφέρεται στο κείμενο με το «θείω νόμω», καθότι το ζωολογικής κοπής «φυσικό», είναι ο θεός που το θέσπισε αναλλοίωτο. Ειρήσθω παρεμπιπτόντως, ότι το «ξυγγενές» προηγείται του «εταιρικού» στην εξέλιξη της πόλεως. Το «εταιρικόν», τώρα, ορίζεται όχι από το συγγενόμορφο «ομόφυλον», αλλά από το καθαρώς πολιτικό «ισόψηφον». Δηλαδή από την πολιτική και όχι τη συγγενική-φυλετική υποκειμενικότητα. «Ισόψηφοι όντες και ουχ’ ομόφυλοι το εφ’ εαυτόν έκαστος σπεύδη»! Οι ισόψηφοι έχουν αφήσει πίσω τους το «ξυγγενές», τους «κατά φύσιν» δεσμούς των «ομοφύλων». Γι’ αυτό και ο πατέρας μπορεί να σφάζει το γιο, ο γιος τον πατέρα και ο αδερφός τον αδερφό, στον ενδοπολεοτικό πολιτικό στίβο του τάχα μου «εμφυλίου» πολέμου. Δεν τους ταιριάζει η φύση των «ξυγγενικών» δεσμών. Γιατί; Επειδή το μόνο κοινό που έχουν είναι το ισόψηφον. Μόνο η κοινή ταύτιση προς κάποια από τις διακινούμενες στην Αγορά εχθρικές πολιτικές «πλατφόρμες», μπορεί να τους «συσπειρώσει». Καθώς σκοπός τους δεν είναι παρά η πολιτική κατίσχυση, το «εταιρικόν» είναι η συλλογική μορφή που τους βολεύει. Κι αυτό για δύο πολύ συγκεκριμένους λόγους, ξεκαθαρίζει ο Θουκυδίδης: α) Επειδή επιτρέπει το «απροφασίστως τολμάν» και β) επειδή επιτρέπει το «κρατύνεσθαι», όχι κατά «θείω νόμω», αλλά κατά το «παρανομήσαι», όχι με τον «κατά φύσιν» λόγο αλλά με τον «παρά φύσιν». Μας επιτρέπει μάλιστα να αλλάζουμε τη συνηθισμένη σημασία των ονομάτων κατά πώς μας εξυπηρετεί: «τη δικαιώσει». Τα «ηδέα» ως «καλά» και τα συμφέροντα ως «δίκαια». «Απροφασίστως». Επειδή έτσι μας αρέσει!

Και ο θείος νόμος; Τι σημαίνει «πολιτικά» και όχι «ζωολογικά» ο θείος νόμος;

Κατά τον Ηράκλειτο, «τρέφονται γαρ πάντες οι ανθρώπειοι νόμοι υπό ενός του θείου»! Πάντες; Δηλαδή ακόμα και των α-θέων οι νόμοι; Ή δεν πέρασε καθόλου από το μυαλό του Ηράκλειτου, ότι μπορεί να υπάρξει και «ά-θεη» πολιτική κοινωνία, όπως π.χ. η δική μας νεωτερική; Πιθανόν. Αλλά κατά τα προηγηθέντα και οι ά-θεοι «έχουν το θεό τους». Ανθρώπειοι νόμοι είναι και οι δικοί τους. Άρα υπό του οικείου ά-θεου «θείου νόμου» τρέφονται. Αφού το «θείον» είναι ό,τι οι άνθρωποι «λατρεύουν», το συμπέρασμα ανακύπτει πρόδηλο: «οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο»... Από το «θείον» τους καθοδηγούνται. «In God We Trust»!... Το «ενός του θείου» αναφέρεται στο «νόμο-τροφό» και τίθεται σε αντίστιξη με το πλήθος των εξ αυτού «τρεφόμενων» ανθρώπειων νόμων. Δεν εννοεί ότι ο «θείος νόμος» είναι «ένας», ο ίδιος για όλων των λαών τους «ανθρώπειους νόμους». «Θειότητα» και «τροφότητα» είναι ένα και το αυτό στο επίπεδο των νόμων. Τρέφονται λοιπόν πάσες οι θεσμίσεις/αναθεσμίσεις της ανθρώπινης κοινωνικότητας, από το «θείο νόμο», όπως «ανθρωπεία δόξη» τον συλλαμβάνει κάθε σχετική υποστασιοποίηση της «περιεκτικότητας» του Πολιτικού. Και όταν πάψουν να τρέφονται, απλά μαραζώνουν, σαπίζουν και πεθαίνουν. Και για να μη παρειφρύσει και η παραμικρή υπόνοια ότι ο «θείος νόμος» ενδέχεται να λειτουργεί ανεξάρτητα από εμάς, μέγας Αινικτής ο Θουκυδίδης, μας το τονίζει, για να το εμπεδώσουμε: το «θείω νόμω» υπεισέρχεται «ανθρωπεία δόξη»! Ο Θεός, όταν δουλεύει για μας, δουλεύει «μαζί» με μας. Όχι ανεξάρτητα από μας για μας. «Συν Αθηνά και χείρα κίνει». «Αιτία ελομένου θεός αναίτιος», θα προσυπογράψει ο Πλάτων.

Γιατί είναι έτσι; Ποιος ο λόγος; Η ελευθερία προφανώς. Η οντολογική βάση της πολιτικής μας «φύσης». «Εν ελευθερία εκλήθητε αδελφοί», όχι επί συγγενεία. Άρα ο «θείος νόμος» ποσώς σας δεσμεύει. «Όστις θέλει» τον εφαρμόζει. Ο Κρέων θα αποκτείνει την Αντιγόνη, παρά το «θείο νόμο» που είναι με το μέρος της. «Εκών εκών ήμαρτον» θα πει ο Προμηθεύς Δεσμώτης. Ήξερα τι θα μου κοστίσει η αγάπη για το ταλαίπωρο ανθρώπινο γένος. Θέλων έκλεψα τη φλόγα της θεοείδειας και τους τη χάρισα. «Πρωτοπαθής εν ημίν η θέλησις» - «θέλων ο Αδάμ έφαγε (το κεφάλι του)». Και τούτο παρότι ο ίδιος ο Θεός, πρόσωπο προς πρόσωπο, του είχε εξηγήσει το θείο νόμο, το νόμο που διέπει την ανθρώπινη-πολιτική του κοινωνικότητα, την ελευθερία του. Επιμένει επ’ αυτού ο μέγιστος των φιλοσόφων της ελευθερίας μας, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Επιμένει, παρότι η Εξουσία (παγίως Κρεόντια) θα του κόψει τη γλώσσα για να μην το λέει και το χέρι για να μην το γράφει! Εναπόκειται λοιπόν σε μας, άμα θέλουμε, να τον γράφουμε τον θείο νόμο εκεί που ξέρουμε. Αλλιώς η κοινωνικότητά μας δεν θα ήταν ανθρώπινη, «θεοειδής», αλλά «ζωοειδής»: δεδομένη και αναλλοίωτη. Και δεν την έφτιαξε τέτοια ο Θεός, παρότι τέτοια αγωνίζεται να την κάνει, παντού και πάντα, ο άρχων του κόσμου τούτου, η εκάστοτε πολιτική Εξουσία.

Εξυπακούεται φυσικά ότι η ελευθερία έχει τα ρίσκα της. Πηγαίνοντας κόντρα στον θείο νόμο που διέπει την ελευθερία -ότι δηλαδή ο κακός χειρισμός της παράγει υποδουλωτικά αποτελέσματα- όχι απλώς χάνεις τον Παράδεισο, αλλά ακόμα και τη ζωώδη χαμοζωή, για να καταλήξεις στη Χωματερή των «ισόθεων» Αυτοειδώλων μας. Και συνάμα στον επακόλουθο εξανδραποδισμό, καθότι οι εκάστοτε «βάρβαροι», οι πτωματοφάγοι των πολιτισμών, καταφθάνουν πάντοτε αφού «είναι μια κάποια λύσις». 

Με τις ρητές και άρρητες αυτές συνεκδοχές ο Ζουράρις κάνει ομαλά το πέρασμά του από τον αρχαιοελληνικό κόσμο στον κόσμο του χριστιανικού Ελληνισμού και τανάπαλιν. Ανακαλύπτει έτσι την σύζευξή τους: την «Ιλιαδο-Ρωμιοσύνη». Εδώ όπου η κεντρική ελληνική παράδοση στοιχειώνει τη ρωμέϊκη πολιτική οντολογία κι ο «εθνικός» Θουκυδίδης τοποθετείται στο οικουμενικό απυρόβλητο, ως αξιοσέβαστος αινικτής της πτωτικής μας ελευθερίας, πλάϊ στους μεγάλους νηπτικούς Πατέρες. 

Μένει βέβαια να δούμε τι απέγινε με την «κατάσταση μηδέν», με τη Χωματερή όπου και σβήνει η ελευθερία και τα πολιτικά της κίνητρα, πράγμα αναπόφευκτο όταν η φρικτή οντολογία του Πολιτικού, ανελθούσα περίοπτη στο προσκήνιο, διαυγάζεται από τη φονική πολιτική διαπάλη. Όταν, με άλλα λόγια, οι καθ’ ημάς πολίτες-κοπρίτες, «θύσαντες και ομώσαντες» εταιρικώς στα Αυτοείδωλά τους (και όχι πανδήμως και ξυγγενικώς, «τοις θεοίς και τοις ήρωσι τοις κατέχουσι την πόλιν»), έδοξαν και έδρασαν κατά παντός φυσικού και θείου νόμου. -Όταν πράγματι, λίγα χρόνια μετά τη λαίλαπα του Πελοποννησιακού πολέμου, ο αθηναϊκός Δήμος θα ανακηρύσσει, εν τυμπάνω και χορώ, «θεόν αληθινόν» τον ανεκδιήγητο εκείνο βασιλιά Δημήτριο (θεόν «ου ξύλινον ου λίθινον»!), εαυτούς δε Δήμο ελεεινών ανδραπόδων, πολιτευομένων κατά τα καμώματα του εν λόγω «θεού»... Πώς άραγε «βγήκαμε» από τον ακατανόμαστο αυτό, όχι πάτο αλλά απόπατο της Πολιτικής και «εκτοξευθήκαμε» στον «ένδοξό μας βυζαντινισμό»; Και πώς από εκεί καταποντιστήκαμε και πάλι στον κλασικό απόπατο, για να γίνουμε υποζύγια «της αγιωτάτης των Οθωμανών βασιλείας» αυτή τη φορά; Πώς συμβιβάζεται το «ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ» και τα απλώς «είδεσι διηλλαγμένα», με την εμφανή επενέργεια στη μεγάλη μας διάρκεια «νόμου προόδου» και «νόμου υποστροφής»; Πόθεν το απίθανο τούτο «Συναμφότερον»; 

Ο Ζουράρις αρκείται στο μεταπολιτευτικώς εν ου έστι χρεία. Πιστοποιεί συνεχώς, πολυμερώς και πολυτρόπως, «το συναμφότερον του τρόπου μας»: τον ιστορικό Ελληνισμό ως ιλιαδο-ρωμέϊκο πολιτικό Σκήνωμα. Την «ιστοριονομία» την αφήνει για τον Ζαμπέλιο και όσους σαν κι εκείνον κατορθώσουν να συνειδητοποιήσουν το αινιγματικό «Συναμφότερον», ως την ενώπιόν μας Σφίγγα, που μας ζητά τη σωστή-ζωτική απάντηση. 



Το «αγχίθυρον»: «επί παντός πολιτικού»

«Άλλος καιρός ήτον τότε άλλος καιρός είναι τώρα», θα πει ο Γέρος του Μοριά, εισάγοντας τον Καιρό ως «διαλλακτή» της πολιτικής του «θέσης» (σε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών), δηλαδή τον Καιρό ως τον τρίτο οντολογικό παράγοντα. 

«Αγχίθυρος η βασιλεία και η τυραννία», θα πει ο Συνέσιος Πτολεμαΐδος. Κολλητές επίσης, δίπλα-δίπλα, οι πόρτες της αριστοκρατίας και της ολιγαρχίας, της δημοκρατίας και της οχλοκρατίας. Αγχίθυρα το «φαύλον» και το «μέσον» και το «πάνυ ακριβές». Αλλιώς πώς θα επιδέχονταν τη «σύγκραση που γεννά τη μέγιστη δυνατή ισχύ»; Αγχίθυρο, επίσης, το μηδέν της πτώσης-καταστροφής και το μηδέν της γένεσης-αναδημιουργίας. Αλλιώς πώς θα πηγαίναμε από την πρώτη στη δεύτερη; Ας μνημονεύσουμε εδώ τον μεγάλο Ντοστογέφσκυ που μας έδειξε πώς το αγχίθυρον υφίσταται ακόμα και μέσα στο μηδέν. Χωρίς το «αγχίθυρο» πώς θα μπορούσε ο τραγικός «ταραγμός» να «διαλλάξει» τα «καλά» πολιτεύματα στις «κακές» τους «παρεκβάσεις» κι όλα μαζί στη Χωματερή; 

Εισχωρώντας στις μεταπτώσεις των «διηλλαγμένων» ο τραγικός χρόνος «διαλλάσσει» το συναμφότερον σε αγχίθυρον. Αγχίθυρον είναι το συναμφότερον εν κινήσει. Συναμφότερον δε το αγχίθυρον εν στάσει. Δια του ζεύγματός τους ο Καιρός εμφανίζεται άλλοτε ως «παις παίζων πεσσούς» (με τα «εν ου παικτοίς»), άλλοτε όμως ως «ιστοριονομικός» διαλλακτής-μεθηλικιωτής της ελευθερίας του πολιτικού όντος: από τη δουλεία, στην ιδιωτική ατομική ελευθερία και ακόμα παραπέρα, στην κοινωνική και πολιτική εκκαθολίκευση της ατομικής ελευθερίας. 

Όμως ακόμα κι όταν αναδειχθεί σε καθολική η εξωτερική μας ελευθερία, ο καιρός της δεν έχει τη δυνατότητα να διαγράφει τις «αιτίες πολέμου», που η ίδια παράγει και συσσωρεύει απεργαζόμενη την καταστροφή της. Μόνο ο καιρός της «Συγχώρησης», ο καιρός της εσωτερικής ελευθερίας που εισήγαγε ο Ιησούς στην Ιστορία, όπως πολύ εύστοχα επισήμανε η Άρεντ, έχει τη δυνατότητα να «μηδενίζει το κοντέρ» του εριστικού ταραγμού. 

Τώρα που στον πολιτικό μας τόπο χάσαμε και την εξωτερική ελευθερία, λέτε, να ήρθε ο καιρός να συγχωρηθούν τ’ απωθημένα/αποθαμένα μας; Αμήν!


Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Ανθολόγιον 100: Κώστας Ζουράρις

(...) Η ήττα ενός λαού δεν είναι να καταντήσει μετά από ένα τυραννικό, λανθασμένο καθεστώς, στα χάλια μιας φτώχιας και μιας, ας πούμε, νέας δουλείας. Η μεγάλη απελπισία, η μεγάλη πίκρα, η μεγάλη κατάπτωση, η οποία δημιουργεί κατατονία σε έναν λαό και τον κάνει να είναι σαν τρομαγμένο κοπάδι, είναι όταν του κλέψουν τη νίκη του. (...).


Κώστας Ζουράρις, Ελληνική Δημοκρατία, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2012, σελ.70.



Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Οι συνήθεις Χάσκακες


προέλευση φωτό: Εφημερίδα "Ριζοσπάστης" 
πηγή: περιοδικό "4 Τροχοί",τεύχος 272, Μάης 1993
αναδημοσίευση: Αντίβαρο  και ΟΟΔΕ



«...οι συνήθεις χάσκακες, έχαινον ακούοντες την καινήν διδασκαλίαν, και προς αυτήν τον βίον ρυθμίζοντες, εζήτουν να ζώσιν ελεύθεροι των από της θρησκείας δεσμών, φυσικήν ζώντες ζωήν, φυσικόν νόμον ακούοντες, ή μη ακούοντες ουδένα·»
Μανουήλ Γεδεών: «Η πνευματική κίνησις του Γένους κατά τον ΙΗ΄ και ΙΘ΄αιώνα». (Ερμής, 1976).


«...Το ίδιο προσπαθούν να κάνουν απ' την μεριά τους οι νικητές: να αλλοιώσουν τους νικημένους, να τους διδάξουν τα δικά τους, με σκοπό όχι βέβαια την απελευθέρωσή τους, αλλά για να εμφυσήσουν στους υποτελείς ένα μόνιμο αίσθημα θαυμασμού προς τους νικητές τους, δηλαδή ένα οριστικό σύνδρομο μειονεξίας...».OI ΣΥΝΗΘΕΙΣ χάσκακες ξαναχτύπησαν.Ποιοί είναι όμως οι συνήθεις χάσκακες; Τους γνωρίζουμε από την συνήθη ανελλήνιστη και ματαιόσπουδη κόψη τους: είναι οι «πεπολιτισμένοι» οι κατ'επάγγελμα ενάρετοι, οι τα φώτα της Εσπερίας φέροντες. Οι συνήθεις χάσκακες, πλοηγοί της ευρωπαϊκής χρηστομάθειας, ουραγοί της ελληνικής μαρτυρίας, χάσκακες μπροστάρηδες της αφασίας. Κι αφού έως άρτι, ουκ ολίγον κενοσπουδάζοντας, μας νουθέτησαν ως πολύ μορφωμένοι, παρα-μορφωμένοι μάλιστα, πως υπάρχουν πολλές Μακεδονίες και πολλά ονόματα - Μακεδονίες κι ότι τα Λακόστ είναι πιο ιερά πράγματα από την Μακεδονία και γι' αυτό τα Λακόστ έχουν ονομασία προελεύσεως κατωχυρομένη, ενώ το κτιτορικόν όνομα ενός Λαού, η Μακεδονία του, αυτό είναι αδέσποτον και κοινόν τοις πάσι, μετά απ' αυτό, ξαναχτύπησαν. Σε περισπούδαστη και ως συνήθως ημι-εγγράμματη ανακοίνωση, οι συνήθεις ευρωφρενείς χάσκακες, προφασιζόμενοι εγκρατή οργήν για τις ταυτότητες όπου θα υπάρχει ή όχι ένδειξη θρησκεύματος, ζητούν χωρισμό, λέει, εδώ στην Ελλάδα, Εκκλησίας και Κράτους. Και για μεν τα περί υποχρεωτικής αναγραφής, τα πράγματα είναι απλούστατα και τα είπαμε, όλοι όσοι ανήκουμε στην Ευχαριστιακή Σύναξη και δεν χάσκουμε: δεν είναι ορθόδοξο αυτό που είναι υποχρεωτικό. Το υποχρεωτικό  είναι δυτική νεύρωση, διότι παράγεται από δουλοκτήτες και απευθύνεται σε δουλοπρεπείς. Ολόκληρη η Εκκλησία μας δοξολογεί το Εκούσιον Πάθος. Θέλων, λέει, πηγαίνει ο Χριστός στον Γολγοθά. Αλλοιώς, δεν έχει αξία. Εκουσία πρέπει να είναι η νέκρωσις του εγωισμού μας, όπως και η δική του. Αλλοιώς, δεν είμαστε λογικά πρόβατα, όπως μας θέλει ο συλλογικός εαυτός μας όταν ψάλλουμε στον Ακάθιστο: χαίρε, αυλή λογικών προβάτων! Λογικών, διότι αλλοιώς είμαστε σκέτα πρόβατα. «Λογικών προβάτων», για να είμαστε ελεύθεροι αριστοκράτες που, Εθελούσιοι, καταργούμε το Εγώ μας, ώστε να ζήσει το Κοινόν (όπως έδειξα στο προηγούμενο τεύχος των 4T με το Δ,10 του Θουκυδίδη). Επομένως, για τους γνωρίζοντες τα καθ' ημάς και μη χάσκακας κατά τας Ευρώπας, το δελτίο ταυτότητας, αλλά και η παρούσα οργάνωση της Διοικούσης Εκκλησίας, σήμερα, είναι προϊόν της Βαυαροκρατίας και της υποτέλειας του καθ' ημάς Κρατιδίου στην πανεπόπτρια Δύση. Λάθος καυγάς, δηλαδή, για λάθος θέμα. Ό,τι είναι υποχρεωτικό, δεν είναι ορθόδοξο και πάμε παρακάτω. Πριν όμως καταδείξω το γελοίο και το αναλφάβητο της θέσης που προτείνουν οι συνήθεις χάσκακες, δηλαδή, τον διαχωρισμό, όπως αυτοί λένε, της Εκκλησίας από το Κράτος, θα αναλύσω τον μηχανισμό, ο οποίος παράγει τον συνήθη χάσκακα, δηλαδή τον πάλαι αποκαλούμενο γενίτσαρο και νεωστί ευρωλιγούρη. Θα δείξω, πως χάνεις την ταυτότητα. Ως γνωστόν ή άγνωστον, τέκνο κι εγώ της ελληνικής περιπέτειας, υπήρξα στην προσφυγιά, επί εικοσιτρία έτη συναπτά, αθέλητα στα πρώτα επτά, σχεδόν ηθελημένα στα υπόλοιπα. Έζησα το συναμφότερον, δηλαδή έζησα εύκολα μέσα στα δύσκολα: έχασα τα στηρίγματά μου, αλλά ήμουν πλούσιος: ήμουν πρόσφυγας πολυτελείας. H ανακύκλωση της ελληνικής υποτέλειας με παίδευε, αλλά, με τα κριτήρια τα ισχύοντα, ήμουν «πεπαιδευμένος»: εν μέσω διωγμών και φυλακισμένων και καταδικασμένων δικών μου, είχα μεγαλώσει με πιάνο, γαλλικά, γερμανίδες γκουβερνάντες, εγκρατής της δυτικής μούσας, με πτυχία και σπουδές στο Μοτσαρτέουμ του Σαλτσβούργου και όσες σάλτσες απαιτεί η λεοντή του παρφέ ευρωλιγούρη. Και ξέχασα: λάστ μπατ νοτ λιστ, εκτός του Λιστ, είχα οδηγήσει, τότε, όλα σχεδόν τα σπορ αυτοκίνητα που παρήγαγε η Εσπερία, με προτίμηση βέβαια, γι'αυτά τα υπέροχα που τεχνουργούσε η Λιγουρία, στο Μαρανέλλο και αλλού.Ευρωλιγούρης λαγνουργών εν Λιγουρία, τί το βέλτιον; Συμπέρασμα: υπήρξα πρόσφυξ ενοφθαλμισμένος. Στραβάδι μεν ήμουν, ως Έλλην, τότε, πλην όμως είχα τις προδιαγραφές για μια πλήρη συσσωμάτωσή μου, στον ιδεολογικό και κοινωνικό μηχανισμό της Δύσης.Μικρή λεπτομέρεια: τις εγκύκλιες μου σπουδές, τις είχα παιδευτεί, άριστα, και με είχαν παιδέψει άριστα, τότε, στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Όταν τέλειωσα, θυμάμαι ότι ήμουν μεν φανατικός φωταδιστής, πάσχων την ευκοιλιότητα της προόδου, και χλεύην προσφέρων προς την Μάνα Εκκλησία, τυρβάζων ψιμμυθιωμένες μαλακίες για τα Αγια Λείψανα, διάβαζα όμως, στο πρωτότυπο, όλη την αρχαία Γραμματεία μας, πλην Ομήρου, όπου είχα δυσκολίες και, θυμάμαι, πως, τότε, τα Λατινικά μου ήταν εξ ίσου καλά και κακά με τα Γαλλικά μου. Μετά, και λόγω, επιλογών, τεμπελιών και επιρροών, ξέχασα και την γλώσσα μου και τα Λατινικά μου και αγωνίζομαι - νωχελώς - να ξαναβρώ την πρώτη, χωρίς όμως να ψάχνω για τα δεύτερα. Αυτό το χάϊ προφάϊλ, μου δημιούργησε τα εξής περίτρανα: μεγαλούργησα στην Εσπερία, όπου ως γνήσιος Γκρεκ, (δηλαδή απατεών και λαθροβίοτος, κατά τα Δυτικά Λεξικά του 18ου αιώνος και εφεξής), βρήκα, χωρίς να ψάξω, συμπαθή αργομισθία στο Παρίσι, όπου, επί είκοσι και εν έτη συναπτά, με πληρώνανε οι κουτόφραγκοι, για να κάθομαι: προσπαθούσα, δηλαδή, να εκδικηθώ για το πάρσιμο της Πόλης στα 1204, για την Απτερον Νίκη, για την Αφροδίτη, που οι κλέφτες Γάλλοι αξιωματικοί, στα 1803 ή τέσσερα, δεν θυμάμαι πια, της έσπασαν το χέρι, για να την κλέψουν, διότι τότε βέβαια δεν είχαμε τίποτε, παρά μόνον αξιοπρέπεια και παπάδες που βρίζανε και δέρνανε τους Γάλλους φωταδιστές και «πεπολιτισμένους» που κλέβανε, ενώ εμείς, λαός αριστοκράτης - πένης, «γι? αυτά πολεμήσαμε»: υπέρ πίστεως και πατρίδος και προγόνων απάντων, δηλαδή για τα κωλομέρια μιας πέτρινης, ψεύτικης θεάς... Ψεύτικης τόσο, όσο κι η αλήθεια μας: νεφέλης πέρι, για ένα αδειανό πουκάμισο, για μιαν Ελένη πολεμούμε... για ένα όνομα, για μια Μακεδονία χαμένη στην Κύπρον, ου μ' εθέσπισεν Απόλλων οικείν...Εκεί όμως στο διάσημο Πανεπιστήμιο Παρίσι 8, στην περιώνυμον Βενσέν όλων των επαναστατικών ονείρων της Υφηλίου, εκεί, χωρίς να το θέλω έκανα και μια άλλη θητεία: ανακάλυψα το πως γίνεται η αλλοτρίωση ενός προσώπου, δηλαδή πως ένα κυρίαρχο σύστημα πετυχαίνει την αναπαραγωγή του, διαλέγοντας τα καλύτερα παιδιά των υποτελών - νικημένων και μετατρέποντας τον υποτελή ταλαντούχο μαθητή σε εθελοντή και φανατικό, διότι νεοφώτιστο, γενίτσαρο.H συνταγή είναι απλή και την έχουν εφαρμόσει όλες ου εν τω κόσμω αυτοκρατορίες, οι οποίες γνωρίζουν ότι η κυριαρχία δεν εξασφαλίζεται μόνον με την κυριαρχία επί των σωμάτων, αλλά κυρίως, με την άλωση των ψυχών. H ηγεμονία, όπως το διαπιστώνει ο Πλάτων, ασκείται πειθοί τε και βία. Κι εδώ, το καθ' ημάς συναμφότερον! H συνταγή, η απλή. α) Παίρνεις, ένα παιδί, που τόχεις διαλέξει ταλαντούχο ή το έχεις διακρίνει μέσα από τα συστήματα επιλογής-απορρίψεως (το Σχολείο). Το παιδί που έρχεται από μια νικημένη κοινωνία, όπως η ελληνική από το 1204 ή οι αφρικανικές, ασιατικές, λατινο-αμερικανικές κ.λπ., το παιδί λοιπόν αυτό έχει συνήθως «βγάλει» ένα κακό σχολείο, το οποίο λειτουργεί κακήν κακώς σε μια ξεχαρβαλωμένη, λόγω της ήττας, κοινωνία.β) H νικημένη κοινωνία και ιδιαίτερα οι αρχηγοί της, έχουν ένα βαθύτατο αίσθημα κατωτερότητας έναντι του νικητή και προσπαθούν, για να απαλλαγούν από την ήττα τους, να δουν, και πολύ σωστά, για ποιούς λόγους υπερέχει ο νικητής. Συνήθως, και αυτό είναι νόμος των κοινωνιών, εκτός των υλικών συνθηκών, ως κύρια αιτία της υπεροχής των νικητών αναγορεύεται το εκπαιδευτικό τους σύστημα. Κι αυτό, πολλές φορές έχει ψήγματα αλήθειας. H παιδεία, ναι, παράγει Ισχύν.Αρα: γ) Σύσσωμη η νικημένη ηγεσία, αλλά και σύσσωμη -με καθυστέρηση- η νικημένη κοινωνία, προσπαθεί να διδαχθεί, να μιμηθεί και να πραγματοποιήσει τις γνώσεις, τις συνήθειες, τα ήθη και την ψυχαγωγία των νικητών. Το ίδιο προσπαθούν να κάνουν απ? την μεριά τους οι νικητές: να αλλοιώσουν τους νικημένους, να τους διδάξουν τα δικά τους, με σκοπό όχι βέβαια την απελευθέρωσή τους, αλλά για να εμφυσήσουν στους υποτελείς ένα μόνιμο αίσθημα θαυμασμού προς τους νικητές τους, δηλαδή ένα οριστικό σύνδρομο μειονεξίας. γ) Το ταλαντούχο παιδί των νικημένων, το παραλαμβάνει ένα κατά τεκμήριον -προσοχή όχι ανώτερο- αλλά ένα δυνατώτερο σύστημα. Το σύστημα το αμερικανο-αγγλο-γαλλο-γερμανικό γυαλίζει για το παιδί της Ψωροκώσταινας. Το ελληνάκι μου, ή το αφρικανάκι μου φτάνει στις «πρωτεύουσες» των επιστημών και των γραμμάτων, χωρίς να ξέρει καλά-καλά την γλώσσα του, τον πολιτισμό του, το παιδί μου είναι συνήθως φτωχόπαιδο, φτωχής οικογένειας, φτωχής εξαρτημένης περιφερειακής κοινωνίας, ενώ το κεντρικό εκπαιδευτικό σύστημα ΓΥΑΛΙΖΕΙ. Οι «πνευματικές» αποικιοκρατικές πρωτεύουσες ΛΑΜΠΟΥΝ. δ) Το νικημένο μου φτωχόπαιδο έχει ηλικία ανάμεσα στα 18 και 22. Είναι άπραγο και άβγαλτο βλαστάρι. Φτωχό, νικημένο, άγλωσσο και ξενιτεμένο, ξερριζωμένο. ε) Το παραλαμβάνουν δάσκαλοι που γυαλίζουν, πανεπιστήμια που γυαλίζουν, ήθη που γυαλίζουν, διασκεδάσεις που γυαλίζουν. Οικογένεια εκεί κοντά δεν υπάρχει, κοινωνία συγκροτημένη είναι μόνον η ξένη. Και η γλώσσα γύρω-γύρω, το περικυκλώνει, ξένη. Και έτσι λοιπόν, το παιδί μου χωρίς στηρίγματα, το βλαστάρι μου ανάμεσα στα μικρά του δεκαοχτώ χρόνια και τα άπραγα εικοσιδυό του, δεν μπορεί να ξεχωρίσει τί απ' όσα γυαλίζουν είναι ντενεκές και τί είναι χρυσός. Το άπραγο παιδί μου, δηλαδή, δεν μπορεί να ασκήσει Διάκρισιν. Παίρνει ό,τι του προσφέρει η μηχανή που το κατασκευάζει, βγαίνει τέτοιος κιμάς, όπως τον έκοψε η πνευματική κρεατομηχανή που τον αλέθει. Όταν μάλιστα το νικημένο παιδάκι μου το ξεχωρίσει ο ινστρούχτοράς του, το καλέσει σπίτι του και, έξω από τα μαθήματα, του «χαρίσει την εύνοια» του,δείχνοντάς του το πως ο ινστρούχτορας ζει, με τί ψυχαγωγείται, τί μουσική τον θέλγει και πως γαστρονομεί τον λόγον της αληθείας του, τότε σιγά - σιγά, μαγεμένο και εκμαυλισμένο, το παιδί του παιδομαζώματος, μεταμορφώνεται, ελευθέρως(;) και αβιάστως(;) σε εν ενεργεία γενίτσαρο και σε συνήθη χάσκακα. Χάσκει σε ό,τι χαίνει λαμπερά μπροστά στην άδολη μύτη του και βεβαίως δεν βλέπει πέρα από την χάσκουσα μύτη του. Το παιδί μου του παιδομαζώματος είναι πάντοτε μόνο του στην ξενιτειά, μέσα στα ξένα ήθη, στην ξένη γλώσσα και στην ξένη επικυριαρχία. Το βλαστάρι μου ξεραίνεται. στ) Το παιδί μου του παιδομαζώματος, αποξενωμένο από την μήτρα του και μορφωμένο πια, παρα-μορφωμένο, μπορεί να μείνει χρόνια εις την ξένην, ξένος, ή καλοπαντρεμένος, δηλαδή κακότυχος. Νέα εξάρτηση τότε, νέα ασυμβατότης, αλλά γι' αυτά, άλλοτε. Το παιδί μου κάποτε, ίσως, εκεί γύρω στα τριάντα του - σαράντα του, ίσως επιστρέψει. Και τότε θα υπάρξουν τα εξής: στ΄ 1) Τα καλόπιστα: Θα θελήσει να μεταφέρει όσα έμαθε, εδώ, για το καλό μας. Και, ιδιαίτατα στις κοινωνικές επιστήμες, εκεί δηλαδή όπου οι άνθρωποι ανιχνεύουν με ποιούς φανερούς και αδήλους τρόπους, ζούνε όλοι μαζί, εκεί, το παιδί του παιδομαζώματος θα δει ότι αυτά που έμαθε αλλού, δεν κολλάνε με τα εδώ: το βλαστάρι, μαραμένο, είναι αλλού μπολιασμένο, κι εδώ, ξεραμένο. Το παιδί του παιδομαζώματος θα διαπιστώσει πανικόβλητο, ότι αγνοεί την εδώ κοινωνία, τον πολιτισμό της και το όλο πρόσωπό της. Αγνοεί τον τρόπο, που το γέννησε. Και τότε, ο νέηλυς φέρελπις της επιστήμης, νοσταλγώντας τον τόπο της κατασκευής του, θα αρχίσει να αεροβατεί και να αερολογεί: θα προτείνει προγράμματα σπουδών, εδώ μεν άτοπα, τόπον όμως έχοντα ενδεχομένως στην Κανταβρυγίαν: εδώ μεν άστοχα, στόχον όμως έχοντα αστόχως, την εκ Μεδιολάνου επιδοκιμασίαν... K.O.K. O νέηλυς άπελπις της επιστροφής, τότε, θα ζαρώνει. Θα συρρικνώνεται στις μίζερες βεβαιότητες(;), που του έχτισαν μέσα του, άλλοι και ξένοι, στις τόσο ως γνωστόν βέβαιες(;) ηλικίες, τις τόσο θωρακισμένες ηλικίες των δεκαοχτώ - εικοσιτόσο...Και θα ζαρώνει και θα πικραίνεται. Και θα ελεεινολογεί την καθυστέρηση των εδώ, που δεν τον καταλαβαίνουν, που «έμειναν επαρχιώτες», που δεν ακολουθούν την πρόοδο, που επειδή μειονεκτούν, έχουν σύμπλεγμα κατωτερότητας και «εδώ δεν γίνεται τίποτε» και «μετάνιωσα που γύρισα»...Ποιός όμως γύρισε; O συνήθης χάσκαξ... Έστω και καθυστερημένα, Χριστός Ανέστη και η συνέχεια, θεού θέλοντος και χάσκακος μη ωδινουμένου, στο επόμενο.-Κ.Ζ.





Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

 Τα κατά Ζουράριν "Άθλια άθλα θέμεθλα"

του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα
(Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου Άθλια άθλα θέμεθλα του Κ. Ζουράρι στον κινηματογράφο Ολύμπιον στη Θεσσαλονίκη το 1997).


φωτό: Δ.Μπαλάσκας (ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Στο βιβλίο του ΑΘΛΙΑ – ΑΘΛΑ – ΘΕΜΕΘΛΑ ο Κώστας Ζουράρις γράφει περί της πολιτείας της παρ’ ημίν καθεστηκυίας. Διαβάζοντάς το μαθαίνουμε αυτό που κανείς δεν φρόντισε να μας μάθει: ότι α) υπάρχει ελληνική αντίληψη περί πολιτείας και β) ότι αυτή βρίσκεται, καλώς η κακώς, στους αντίποδες της δυτικής – νεωτερικής πολιτείας.
Οι τρεις λέξεις του τίτλου συνοψίζουν επιστημολογική πρόταση καίρια:
1. Η κοινωνία είναι ένα κουβάρι Αθλίων και Άθλων. Το συναμφότερον. Δεν μπορείς, στο κοινωνικό πεδίο, να αποκόψεις μανιχαϊστικά τα άθλια και να κρατήσεις μόνο τα άθλα.
2. Στο τι είναι Άθλια και τι Άθλα απαντούν τα Θέμεθλα. Κάθε πολιτισμική ολότητα έχει θέμεθλα (θεμέλια). Που νοηματοδοτούν αναλόγως τα άθλα και τα άθλια.
3. Άθλια – άθλα – θέμεθλα είναι το τρίγωνο μέσα στο οποίο εγγράφεται κάθε ιστορική κοινωνική ολότητα. Τα άθλα ορίζονται ως τάνυσμα προς τα θέμεθλα Τα άθλια ως έκπτωση απ' αυτά.
Με βάση την πρόταση αυτή η ελληνική πολιτεία είναι ακόμη μοναδική γιατί (με δικά μου λόγια): α) Εισάγει στην ιστορία το Άτομο. β) Έχει επεξεργασθεί τα προβλήματα (τα άθλια), πάνω στα οποία προσκρούει η λειτουργία της κοινωνίας που βασίζεται στην ατομική ελευθερία. γ) Αναζητά το Πρόσωπο, τον καθολικό άνθρωπο, ως υπέρβαση αυτού που σήμερα ονομάζουμε κρίση της εξατομίκευσης. Το Πρόσωπο είναι το εσχατολογικό θέμεθλο της παρ' ημίν Πολιτείας. Τα άθλα οιστροιλατούνται από το αίτημα της εθελότρεπτης μεταμόρφωσης του Ατόμου σε Πρόσωπο. Της εξόδου από την πόλωση ατομικισμού-κολεκτιβισμού.
Αλλά ας τα δούμε ένα-ένα, τα άθλια, τα άθλα και τα θέμεθλα.


1. Τα άθλια: Αλλοτρίωση προς τα έξω, κούφιο νταηλίκι προς τα μέσα.
Δεν θα επεκταθώ στα παραδείγματα. Θα αρκεστώ στο τι δείχνουν. Προς τα έξω: Τον πανικό της «απομονώσεως» και το ενδημικό σύμπλεγμα μειονεξίας των περιφερειακών παρα-μορφωμένων μας, μήπως τα κεντρικά αφεντικά δεν μας θεωρήσουν επαρκώς «Ευρωπαίους». (Πρόκειται γι' αυτό που οι παλιοί ονόμαζαν γραικυλισμό). Προς τα μέσα: Το κούφιο νταηλίκι να πυρπολείς τη δική σου Νομαρχία. Να διαλύεις το δικό σου κράτος. (Αριστοτέλης: οι Έλληνες δεν μπορούν να φτιάξουν κράτος).
Ποια είναι η πηγή των αθλίων; Απάντηση: "Έχουσι γαρ ταραγμόν αι φύσεις βροτών" (Αισχύλος).
Τι σημαίνει νεωτερικό άτομο; Μηχανή ακριβείας, απαντά ο Σεφέρης. Ελληνικό άτομο; Όλα στο περίπου. Ξέρουμε ότι η κρίση της νεωτερικής εξατομίκευσης είναι αποτέλεσμα της μηχανικότητας του νεωτερικού ατόμου. Στηριζόμενο στο μηχανόεν τέχνας, στο κρατείν μηχαναίς, εν μηχανήμασι, το δυτικό άτομο έγινε και το ίδιο μηχάνημα. Σεφέρης: Έχουμε μπει για τα καλά στην περίοδο της μηχανοκίνητης βλακείας, της μηχανοκίνητης ψευτιάς και της μηχανοκίνητης αυτοκαταστροφής. Ο νεωτερικός άνθρωπος νόμισε ότι μπορεί να νικήσει την τρεπτότητά του, την αβεβαιότητά του, τον ταραγμόν του, εν μηχανήμασι. Και μηχανοποίησε την ψυχή του.
Η φρίκη όταν πέσει στον τόπο μας (στον τόπο του "περίπου") παίρνει τη μορφή μηχανής ακριβείας, λέει, άριστος Γνώμων της ελληνικής εντροπίας, ο Σεφέρης-Ζουράρις. Δεχόμαστε ότι η πτωτική μας φύση έχει ταραγμόν, δεν είναι μηχανή ακριβείας, για να υποστεί μηχανιστικό προκαθορισμό. Ουκ έστ’ ακριβές ουδέν εις ευανδρίαν, έχουσι γαρ ταραγμόν αι φύσεις βροτών. Τίποτα δεν είναι σταθερό και βέβαιο, μέσα μας και στη «δόξα» μας, την φευγαλέα μας ψευδαίσθηση. Όλοι οι συμπαίκτες μετέχουμε εν ταραχή, και του καλού και του κακού, της αλήθειας και της πλάνης. Οι κοινωνοί-πολίτες ποτέ δεν αποτελούμαστε από ουδέτερους τρίτους, αλλά από φιλεταίρους ή πεζεταίρους οπλίτες, δηλαδή από κοινωνούς, πολίτες-μαχητές, που ερίζουν μεταξύ τους –εριστικοί και όχι ουδέτεροι- περί των μεγίστων, δηλαδή περί ελευθερίας ή άλλων αρχής (Θουκυδίδης). Θεωρούμε την ταραχή ως πηγή των συγκρούσεων και εν ταυτώ ως την πηγή της δημιουργίας. Θέλουμε έτσι η απόπειρα του καθ’ ημάς καλού πολιτεύματος να συγκαταβαίνει, ες αεί, τον ταραγμόν και το βέβαιον ημίν ουδέν. Να αποδέχεται, άρα, ότι όλα μας τα θέσμια, τα λάθη και τα νόμιμα, θα είναι ες αεί στο περίπου.
Αυτός είναι ο πυρήνας της ελληνικής χωματερής: Το "περίπου". Ξεσαλωμένα άτομα "ες αεί". Και άρα: Πολιτεία με περίπου κυβέρνηση, περίπου άμυνα, περίπου δικαιοσύνη, περίπου σύστημα υγείας κ.λπ. Και βεβαίως περίπου Ελληνική και περίπου χριστιανική.


2. Τα άθλα: Μαζί -τη μια μέρα αθάνατοι στον Όλυμπο, την άλλη νεκροί στον Άδη.
Η ελληνική πολιτεία και η ενότητα της παραδόσεώς της, βασίζονται στην αλληλεγγύη και τη συνυπευθυνότητα ζωντανών και πεθαμένων. Πράγμα απολύτως ακατανόητο για το νεωτερικό άτομο.
Και εν τάφω έδυς και των κόλπων των πατρώων ουδαμώς απεφοίτησας. Δεν έδυσες στον τάφο. Άλλαξες απλώς και προσωρινά θέση, μέσα στον ένα και πάγκοινο Κύκλο, που αποτελεί για μας την ενιαία πάνω και κάτω Εκκλησία του Δήμου. Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Αθάνατοι θνητοί, θνητοί αθάνατοι, ζώντες των εκείνων θάνατον, τον δε εκείνων βίον τεθνεώτες. Με τα άθλιά μας φονεύουμε τους σε μας επιζώντες νεκρούς μας. Με τα άθλα μας τους ανασταίνουμε. Λογοδοτούμε στην Κοινή Σύναξη ζώντων τε και τεθνεώτων. Σύναξη μονάκριβων προσώπων και όχι ανωνύμων σκιών.
Αυτοδίδακτος δ’ ειμι. Ο ημέτερος νους… αφ’ εαυτού δύναται κινείσθαι προς το αγαθόν αδιδάκτως. Ελεύθερος και αυτεξούσιος… εν ελευθερία χρήται εξουσιαστικώς. Της οικείας γνώμης αυτοκράτωρ. Κοντολογίς: Είμαι ελεύθερη ατομικότητα. Αυτεξούσια. Άτομο. Εγώ. Επιταττική παρήχηση ελευθερόφρονης βοής: η βοή των Ελλήνων. Συγχρόνως όμως: Έχω τη συνείδηση πως ένας δεν είμαι. Είμαι όχι με το εγώ μου αλλά με τα εγώ μου. Αυτά είναι όλα τα ρεύματα και όλες οι ριπές της ελληνικής παράδοσης. Το ζωντανό εγώ το έχει γεννήσει ένα εμείς των νεκρών, που όλοι ζουν ως αναστημένα εγώ, μέσα στο συλλογικό εγώ της ατομικότητας. Σαν ένας λάκκος αίμα είναι η κεφαλή σου και μαζώνονται κοπαδιαστά οι σκιές των πεθαμένων και σε πίνουν και ζωντανεύουν. Όμηρος, Σεφέρης, Παλαμάς, Καζαντζάκης, Ζουράρις. Το καθ’ ημάς πολίτευμα είναι συλλείτουργο πεθαμένων και ζωντανών. Συναλληλία ατομικού-συλλογικού. Συναλληλία του ενός και των πολλών εγώ.
Ποιος είναι ο άθλος; Η αγάπη για τον νεκρό αδελφό. Από αγάπη για τον νεκρό αδελφό μας, χαρίσαμε την αθανασία μας στο πτώμα του και τον μισο-αναστήσαμε. Έτσι είμαστε κι οι δυο πάντα μαζί. Τη μια μέρα αθάνατοι στον Όλυμπο. Την άλλη μέρα μαζί πεθαμένοι στον Άδη. Κάστωρ και Πολυδεύκης. Ούτε πάμπαν θεοί, ούτε πάμπαν θνητοί, αλλά αγάπη και φθορά μαζί. Το συναμφότερον. Χάσαμε την αθανασία, πήραμε τη συντροφιά του νεκρού αδελφού, γιατί ξέρουμε ότι η εγωκεντρική αθανασία είναι αυτόδοτος θάνατος. Ζούμε στο συναμφότερον ιδανικού-πραγματικού, εσχατολογικού-ιστορικού, ευχαριστιακής και πολιτικής κοινότητας, αγαπητικού και εριστικού κοινωνείν. Η επίγνωσή του γεννά την επιείκεια που επιτρέπει τη συνύπαρξη μεταξύ «τελείων» και «ατελών», άθλων και αθλίων, του «καλού» εμένα και του «κακού» εσένα.
Έχουμε την ιδιοτροπία να πιστεύουμε στον εαυτό μας, λένε οι Σεφέρης-Ζουράρις, εν τοις δεινοίς ευέλπιδες. Πιστεύουν ότι η Ελλάδα προσεγγίζει το σημείο εκείνο της ωριμότητας που θα της επιτρέψει ν’ αντικρίσει, χωρίς προκατάληψη και με τρόπο ενιαίο, όλες της τις παραδόσεις, αρχαία, μεσαιωνική και νέα. Αν το τωρινό εγώ μας χωρέσει μέσα του τα παλιά μας εγώ, τότε, λένε, θα πάρουμε τα πάνω μας.
3. Θέμεθλα: Τα κόκαλα τα ιερά - τα Άγια Λείψανα.
Ημείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον. Διά το έχειν τον νουν καθηγεμόνα και αυτοκράτορα. Αλλά: δούλον αυτόν ημείς των αλόγων παθών απεδείξαμεν. Και έκτοτε του ανοηταίνειν ούπω παυόμεθα. Ζούμε στο περίπου. Αυτοκατάκριτοί τε και μόνοι κατάκριτοι. Ορίζει ο τελευταίος μέγιστος θεολόγος του τρόπου μας, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.

3.1 Το εμόν και το σον ρήματα εστι ψιλά μόνον.
Από αετοί, από υιοί φωτός, καταντήσαμε μικρομεσαίες κότες, που σκαλίζουν τη Χωματερή. Χάσαμε την εντός μας ενότητα του άρχειν και του άρχεσθαι, οπότε και συνεχωρήθη ημίν η εξουσία, η διαίρεση της κοινωνίας σε άρχοντες και αρχόμενους. Ίνα μη γένωνται αλλήλων οι άνθρωποι παραναλώματα, μηδενός επιστατούντος. Η εξουσία είναι αναγκαστικό προϊόν της εσωτερικής μας αναρχίας και είναι νόμιμη στο μέτρο που κωλύει την άδικον ορμήν του δυνατοτέρου κατά του υποβεβηκότος αδυνάτου. Για να είναι η εξουσία νόμιμη πρέπει να κάνει τον εαυτό της ανάλωμα υπέρ του εξουσιαζόμενου. Επίσης: για να είναι το χρήμα νόμιμο πρέπει να δίνεται σ’ αυτούς που το στερούνται. Και τα δυο, η εξουσία και το χρήμα, είναι αναγκαία κακά της Πτώσης, του ανοηταίνειν, που μη έχοντας σταματημό έγινε δεύτερη φύση μας. Αλλά ως υιοί φωτός καλούμαστε, επί τέλους, να το υπερβούμε: Κουφίζοντες εαυτούς ολιγοδεία και ολιγοκτησία, πτέρυξιν οίον ουρανοδρόμοις. Για να πετάξουμε πρέπει πρώτα να ελαφρύνουμε: Την κοιλιά από το πάχος. Και την καρδιά από την αγάπη για το χρήμα και την εξουσία.

3.2 Η δικαιοσύνη δείται φιλίας.
Υπό τιμής, δέους και ωφελείας, κινείται η πεπτωκυία φύση μας. Φιλοδοξία, φόβος, συμφέρον. Ουδεμία ηδονή του θείου εγγυτέρα ή η περί τας τιμάς ευφροσύνη. Η ζήτηση της τιμής εκφράζει τη ροπή μας προς τη θέωση. Είναι δε διττή: πτωτική και υψοποιός. Η πρώτη είναι η τιμή, που αν και τιμή δεν έχει, βασίζεται στην υπεροχή μου έναντι του άλλου. Είναι η τιμή που ζητά τη διατίμηση. Πάει όμως μαζί με τη ζήλεια και τον φθόνο, το μίσος και τη σύγκρουση. Παροξύνονται γαρ προς αλλήλους ετέρους ορώντες, τους μεν δικαίως, τους δ’ αδίκως πλεονεκτούντας τούτων. Παροξύνομαι ακόμα και όταν δικαίως πλεονεκτείς. Γιατί να είναι αυτός δίκαιος και όχι εγώ; Γιατί να θεωθεί αυτός και όχι εγώ; Η δικαιοσύνη, λοιπόν, πάντοτε ετοιμόρροπος. Δίκαιοι μεν φιλόνεικοι δε. Μίσος και φόβος είναι το πρόσωπό μας, όταν θεραπεύουμε τον εντός μας Νάρκισσο. Εριστική η επιθυμία. Εριστικός ο φόβος. Εριστικό το συμφέρον. Εριστική η διατίμηση της αποθεωτικής τιμής. Αδύνατον επομένως να στεριώσει δικαιοσύνη. Κρανίου Τόπος ο Βίος και η (περίπου) Πολιτεία του ενικωτάτου Εγώ.
Η δικαιοσύνη δείται φιλίας. Όχι συστημάτων. Συμπεραίνει ο Αριστοτέλης. Η γαρ κοινωνία φιλικόν. Θεμέλιο της όχι το συνέχθειν αλλά το συμφιλείν, διακηρύσσει η Αντιγόνη. Το έθνος εταίρων, προτείνει ο της ενικωτάτης ελληνικής ύβρεως 'Ομηρος. Φιλική Εταιρεία συστήνουν οι αλαζονικοί μας μικρέμποροι. Το πρόβλημα είναι να ξεπεράσω τον Εαυτό μου. Όχι τον Πλησίον. Οι εφευρέτες-κοινωνοί της εξατομίκευσης, καλούμαστε να ξορκίσουμε την ύβριν, δια του εκουσίου άθλου. Τούτη την αγγαρεία, το φιλόφιλον, το αναλαμβάνουν εδώ οι ήρωες, οι μάρτυρες, οι άγιοι. Η αυτοθυσία των αμνών μεταστοιχειώνει τη Χωματερή, της έντρομης από τον εαυτό της αγέλης, σε Φιλοκαλία λογικών προβάτων. Μπορείς να πεις στον εαυτό σου: ει θέλοι, δύνασαι όλος πυρ είναι. Είτε για να βάλεις φωτιά στα τόπια, είτε για να κάνεις την καρδιά σου μπουρλότο υπέρ πάσης της κτίσεως. Μπορείς να ξεπεράσεις το αντίπαλον δέος, ως το μόνον πιστόν ες ξυμμαχίαν. Και ιδού τότε το συναξάρι του Νεομάρτυρός μας Ιορδάνη.

3.3 Αντάρτης και Νεομάρτυς
Ο Τούρκος, Μανιχαίος στα ισλαμικά του θέμεθλα, τα χρησιμοποιεί ως πρόσχημα για να καλύψει την κτηνωδία του. Δεν ξεχωρίζει το κακό από το πρόσωπο που το κάνει. Για να εξαλειφθεί το κακό πρέπει να εξαλειφθεί το πρόσωπο. Μου ανταπέδωσες την ύβρη; Άρα: ή η κεφαλή σου έχει να κοπή, ή Τούρκος πρέπει να γένης. Η λύση είναι απλή: εγώ, το αγαθόν, σφάζω εσένα, το κακό, και έτσι ξεμπερδεύω με το κακό.
Λοιπόν, τι κάνω εγώ όταν κακώς, ο Τούρκος, μου στερεί την ελευθερία μου να μην είμαι Τούρκος, δηλαδή κακός; Κατ’ αρχήν ο Τούρκος, ψυχοπονιάρης, μου παρέχει την ελευθερία της ιδιωτείας: ειπέ λόγον εις το φανερόν πως τουρκεύεις, είτα πήγαινε όπου θες και ζεις χριστιανικά. Γνωρίζει ότι η μόνη ελευθερία που μετράει είναι η δημόσια και όχι η ιδιωτική. Υπάρχει μόνον εις το φανερόν. Και όχι στο περίπου. Τι κάνεις λοιπόν αν δεν θέλεις να χάσεις την ελευθερία σου; Δύο είναι οι στάσεις που δέχεται η καθ’ ημάς πολιτεία: α) Η στάση του Αντάρτη -του χαίνη, του κλεφταρματωλού- και β) η στάση του Νεομάρτυρα. Χαίνης, ακρατής οργής και κρείσσων δικαιοσύνης: θα μπήξω τον πασσαλή μου στου Τούρκου το στομάχι, όντες θα μού ‘ρθει η μπαλοθιά κι ας λάχει όπου λάχει. Καλόδεχτη. Να σφάξουμε τσοι Γερμανούς, να σώσουμε τσοι Χριστιανούς. Ελευθερία = φόνος του εχθρού = αυτοθυσία. Νεομάρτυς: Δεν αρνούμαι τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, αλλά πιστεύω και ομολογώ δια Θεόν αληθινόν. Έκλινε την κεφαλήν και απέτεμεν αυτήν ο Τζελάτης.

3.4 Κατ' αλήθειαν ζην - κατ' αλήθειαν θνήσκειν
Και ο Χορός, η Λαοσύναξη, ενώπιον της οποίας όλα τούτα δραματουργούνται; Τι θέση παίρνει; Τραγουδά τον Αντάρτη. Χαίρεται όταν ο ‘γούμενος της Ιεράς Μονής Αγκαράθου Αθανάσιος Χριστόφορος, στα 1646, ορντινιάζει αψίδα τα τούρκικα κεφάλια, που έκόψασι αυτός κι όλοι οι Ρωμαίοι. Όμως η αποθεωτική τιμή είναι για τον Νεομάρτυρα. Πάνω στ’ άγια του τα λείψανα χτίζει την Εκκλησία του το Κοινόν των Ελλήνων. Κάνει το χαρωπό πτώμα του θεμέλιο - θέμεθλο της πολιτείας της παρ’ ημίν καθεστηκυίας. Και οι δύο στάσεις-επανα-στάσεις νόμιμες. Χθόνια η πρώτη. Ουρανοδρόμος η δεύτερη. Το συναμφότερον.
Αυτό που με τίποτα δεν συγχωρεί η διαχρονική μας Σύναξη είναι το κιότεμα στην κρίσιμη ώρα. Και ιδού, Σερραϊκή Χρονογραφία, 1617, όταν ετούρκεψαν τον Αμαριανόν τον Τεμερούτογλη: …Εδώ πε και συ άνθρωπε ότι δεν γίνωμαι Τούρκος δια να τελειωθής απάνου εις μίαν στιγμήν. Αμή εμούλωξεν. Ώ εις την δυστυχίαν του. Κάλλιον ήτον να μην είχε γεννηθή… Μεγάλη λύπη έγινε εις όλους τους χριστιανούς, το πώς δεν εστάθη ανδρείως εις την πίστη του απάνου εις μίαν στιγμήν.
Η πίστη-θέμεθλο δεν είναι εδώ μανιχαϊκή. Ο Θεός είναι αγαθός, καθ΄ ότι αγάπη εστι. Πάντα αγαθά εποίησε. Άρα και τον άνθρωπο που συμβαίνει να έχει γίνει Τούρκος. Ακόμα κι ο αρχέκακος Διάβολος, ως προς το υπάρχειν, είναι αγαθός. Είναι πεπτωκώς άγγελος. Το αγαθό είναι, εν προκειμένω, το αυτεξούσιο. Το τι χρήση κάνεις στο αυτεξούσιο είναι άλλο θέμα. Το κακό είναι ενέργεια -ενέργεια πτωτική. Δεν είναι ουσία. Δεν είναι ον. Άρα δεν είναι σωστό, για τον Θεό, να καθαρίσει τον Διάβολο και για τον Έλληνα να ξεπαστρέψει τον Τούρκο. Ο Τούρκος μετέχει στη φύση του Έλληνα και αντιστρόφως. Άλλωστε ο Τούρκος από ελληνικό αίμα είναι θρεμμένος. Τον Τούρκο τον ξεπαστρεύεις πραγματικά στον Έλληνα άρχοντα, που το ξεσάλωμά του κάνει τον Έλληνα αρχόμενο να γίνεται Τούρκος.
Το κατ΄ αλήθειαν ζην μπορεί, επομένως, να συνεπάγεται το κατ’ αλήθειαν θνήσκειν. Την ελευθερία μου δεν μπορώ να τη θέσω πάνω από την αλήθεια μου. Αν η γαρ κοινωνία φιλικόν. Αν η εν ελευθερία κοινωνία δεν έχει θεμέλιο της τη βία, αλλά τη φιλία. Αν παραπέρα, θεμέλιο της πρέπει να είναι η άνευ όρων αγάπη κι αυτή είναι η αλήθεια μου – η πίστη μου- πώς εγώ θα αρνηθώ την κοινή αυτή αλήθεια μου - πίστη; Αιδώς Αργείοι. Ντροπή. Γι’ αυτό: «…ημίν γαρ κατ’ εκείνον τον χρόνον … πολιτεία τε ήν παλαιά … και δεσπότις ενήν τις αιδώς…». Δεσπότης της ήταν η Ντροπή. Η θεμελίωση του κοινωνείν στην Αγάπη, στο Πρόσωπο, υποτάσσει την κοινωνική ζούγκλα στην αυτο-εν-τροπή και κάπως την ημερεύει. Αντιρροπεί την κοινωνική εντροπία. Τα άθλα του Προσώπου και τα άθλια του Ατόμου συμψηφίζονται. Σε αντίθεση με μας τους λοιπούς οπλίτες-κοπρίτες ο μάρτυς, αλλά και ο χαίνης, δεν είναι καθόλου στο περίπου. Κανέναν ταραγμό δεν έχει στη φύση του ο ταπεινός Καζαντζής μας, όταν τρέχει στο μαρτύριο ως έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων.
Και λες κι αναρωτιέσαι, πώς υπάρχουμε ακόμη και πώς επιβιώνουμε, με τόσους μηδίσαντες, τόσους ευρωλιγούρηδες, τόσους αναπτυξιακούς ντενεκέδες ξεγάνωτους και τόσους λυσιμελείς του Μεγάρου Μουσικής, του φωταδισμού και της δυτικής μαλακίας, εν εγρηγόρσει; Να πώς σερνόμαστε ακόμη. Επειδή υπήρξαν μερικοί τέτοιοι παρακατιανοί, σαν τον Νεομάρτυρα Ιορδάνη τον Καζαντζή, από την Τραπεζούντα.






Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

Θεόδωρος Ζιάκας: Η ιλιαδορωμέηκη πολιτική επιστήμη στον Μακρυγιάννη

Πηγή: Αντίφωνο
 Του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα
Εισαγωγή στο δοκίμιο του Κώστα Ζουράρι για τον Μακρυγιάννη με τίτλο: Να την χέσω τέτοια λευτεριά, οπού θα κάμω εγώ εσένα πασιά! Και υπότιτλο: ώ μέγ’ αναιδές, κυνώπα, κερδαλεόφρον!
 
Δεν θα σας μιλήσω για τον Κώστα Ζουράρι ως αγαπητό φίλο. Ούτε για τον Ζουράρι - τηλεοπτικό προβοκάτορα. Ούτε βέβαια για τον Ζουράρι – Δον Κιχώτη της τρέχουσας πολιτικής. Που τελευταία εξεστράτευσε μαζί με τον Παπαθεμελή εναντίον των πολιτικών μας ανεμομύλων. Θα σας μιλήσω για τον Ζουράρι επιστήμονα. Γιατί αυτό που πριν απ’ όλα υπολήπτομαι στον Ζουράρι είναι η επιστημοσύνη του. Η ρωμέηκη επιστημοσύνη που την γνώρισα από τα επιστημονικά του συγγράμματα: τη Θεοείδεια παρακατιανή,
τα Άθλια Άθλα Θέμεθλα, το Νυν αιωρούμαι και τώρα το δοκίμιό του για τον Μακρυγιάννη. Πριν έρθω στο επιστημονικό αντικείμενο ας αναφερθώ πρώτα στον τόπο και το χρόνο του θέματος.     Το παρόν είναι ένα βιβλίο για τον Μακρυγιάννη. Τον Μακρυγιάννη που μας τον αποκάλυψε η Γενιά του '30. Όταν η λογοτεχνική και καλλιτεχνική αυτή γενιά έψαχνε για την ταυτότητα του Τόπου της. Όπως έκανε κι όλος ο κόσμος τον Μεσοπόλεμο, όταν είχε καταρρεύσει η τότε «παγκοσμιοποίηση» και αναζητούσε ο καθένας τις δικές του δυνάμεις για να στηριχτεί. Ή αλλιώς: τότε που ήταν η πρώτη μεγάλη υποστροφή της Νεωτερικότητας από τον μοντέρνο ατομικισμό στον μοντέρνο κολεκτιβισμό. Όλοι οι εκπρόσωποι αυτής της Γενιάς εξαίρουν το φρόνημα του Μακρυγιάννη και προπαντός την εκπληκτική του γλώσσα. Τη γλώσσα του αγράμματου αυτού Ήρωα του ‘21. Το λαϊκό και το εθνικό, η παράδοση και η δημιουργία, δεν είχαν ακόμη τότε χωρίσει εντελώς τα τσανάκια τους στα μυαλά των μορφωμένων μας. Δεν ήταν όπως συμβαίνει σήμερα που αυτά τα δίπολα κονταροχτυπιούνται μέσα τους και πάνω από το Τίποτα. Σήμερα που η όποια αναφορά στα κείμενα της Γενιάς του 30, είτε για τον Παπαδιαμάντη είτε για τον Μακρυγιάννη, μοιάζουν ακατανόητη οπισθοδρομική εμμονή. Αλλά μήπως απλώς συνεχίζει κι ο Ζουράρις στο ρυθμό της Γενιάς του 30; Όχι, αν και πολύ την υπολήπτεται αυτή τη Γενιά. Κάνει κάτι που ποτέ δεν έκανε η Γενιά του ’30. Ούτε κανείς από τους κατοπινούς υμνωδούς της. Κάνει κάτι άλλο, που το έχουμε μάλιστα πολύ ανάγκη σήμερα, που αιωρούμαστε επικίνδυνα πάνω από το Μηδέν: Μας μιλά για την πολιτική σκέψη του Μακρυγιάννη, όπως αυτή αναδύεται ολοζώντανη στα Απομνημονεύματά του.     Είναι δυνατόν να έχει επιστημονική αξία η πολιτική σκέψη του αγράμματου οπλαρχηγού του ‘21; Μοιάζει παραδοξολογία, αλλά η αλήθεια είναι ότι ο Μακρυγιάννης βάζει κάτω όλους τους προφεσόρους μας, δικούς και ξένους. Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο μάθημα από την ανάλυση του Ζουράρι. Όποιος δεν με πιστεύει ας μελετήσει Μακρυγιάννη με τη βοήθεια του Ζουράρι και θα καταλάβει. Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα. Το δεύτερο μεγάλο μάθημα από την ανάλυση του Ζουράρι είναι ότι η επιστημονική σκέψη του Μακρυγιάννη συμπίπτει, παραδόξως, με ό,τι βρίσκουμε στην Ιλιάδα και στον Θουκυδίδη. Δύο τινά μπορούν να εξηγήσουν το παράδοξο: Ή ότι ο Μακρυγιάννης ήταν ξεσκολισμένος μελετητής του Ομήρου και του Θουκυδίδη, πράγμα βεβαίως αδύνατο, αφού ήταν εντελώς αγράμματος. Ή τους βύζαξε με το γάλα της μάνας του, στα πλαίσια του τοπικού του Κοινού. Και απλώς επιμαρτυρεί την επιστήμη της κεντρικής παράδοσης του ελληνικού πολιτισμού, της ενσωματωμένης στην κοινοτική κουλτούρα. Το δεύτερο βέβαια συμβαίνει. Πράγμα απολύτως φυσιολογικό. Μας φαίνεται παράδοξο επειδή την αγνοούμε πλέον τη σπουδαία αυτή παράδοση. Όπως αγνοούμε και τον πολιτειακό της φορέα αυτής: τα Κοινά των Ελλήνων. Τα Κοινά που ήταν ζωντανά από το 800 π.Χ. μέχρι το 1833, που τα καταργήσαμε για να επιβιβαστούμε κακήν κακώς στο πολιτισμικό διαστημόπλοιο της Νεωτερικότητας. Επειδή είναι Κοινός ο Λόγος, λέει ο Ηράκλειτος, ζουν οι μέτοχοί του ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν. Ως πολίτης/οπλίτης/οπλαρχηγός του Κοινού μετέχει στον Λόγο του. Και μεταβάλλεται, ο εντελώς αγράμματος, σε έναν από τους πιο μορφωμένους του καιρού του, κατά τη σημαδιακή διατύπωση του Σεφέρη. Κάτι παραπάνω: Ο Μακρυγιάννης είναι και ιδιοφυής κατά χάριν (έχει χάρισμα) προβάλλει στην ελληνική ιστορία σαν η τελευταία κορυφή της μακράς πολιτειολογικής οροσειράς, που ξεκινά με τον Όμηρο, κορυφώνεται με τον Θουκυδίδη και διασχίζει το Βυζάντιο, με ψηλότερη εκεί κορφή τον Πατριάρχη Φώτιο.   ***  Το βιβλίο αναλύει τα επιστημολογικά σχήματα του Μακρυγιάννη, κάνοντας συνεχώς φλας μπακ στην Ιλιάδα, στον Θουκυδίδη και στους Έλληνες Πατέρες: στη νηπτική τους διάκριση και στον αντιμανιχαϊσμό τους. Για να μας αφήσει άναυδους μπρος στις απίστευτες εννοιολογικές συμπτώσεις, που πιστοποιούν όχι κάποιο «θαύμα» ή κρυμμένο «μυστικιστικό νήμα», αλλά την πολύπαθη εθνική συνέχεια των Ελλήνων στο επίπεδο της πολιτικής τους παράδοσης (κουλτούρας και σκέψης). Είπα στην αρχή ότι μας δίνει κάτι που πολύ μας χρειάζεται. Γιατί: Διότι, άρθρο πρώτο της ιλιαδορωμέηκης επιστήμης: Το πολιτικό πεδίο είναι χαοτικό, ασταθές και ρευστό, γεμάτο αόρατες δίνες -ή «μαύρες τρύπες» επί το νεωτερικότερον. Που άμα πέσεις μέσα δεν ματαφαίνεσαι. Έχουσι γαρ ταραγμόν αι φύσεις βροτών. Άρα: το πρόβλημα είναι εδώ ότι δεν ξέρεις πού πατάς και πού πηγαίνεις. Δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Διότι, άρθρο δεύτερο της ιλιαδορωμέηκης επιστήμης: πρέπει να γνωρίζεις τα βασικά για τη φύση του πολιτικού πεδίου αν θέλεις να φαίνεσαι και να ματαφαίνεσαι, μέσα σ’ αυτό. Να ξέρεις δηλαδή ποιο είναι το αντικείμενο, τα κίνητρα, η φυσιολογία και η επιστημολογία του πολιτικού πεδίου. Και έρχομαι σ’ αυτά. Στα βασικά. Σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη, τους Πατέρες, τον Θουκυδίδη, τον Όμηρο, τον Ζουράρι, είναι ανυπερθέτως τα ακόλουθα τέσσερα: Το Αντικείμενο: Περί ελευθερίας ή άλλων αρχής (Θουκυδίδης). Για την ελευθερία ή την εξουσία. Όλα τα άλλα είναι φούμαρα. Ή τουλάχιστο γενναία ψεύδη (Πλάτων, Μακρυγιάννης). Τα Κίνητρα: Τιμή, δέος, ωφέλεια (φιλοδοξία, φόβος, συμφέρον –οτιδήποτε «υψηλότερο» τούτων είναι εκ προοιμίου ευσεβώς ή ιδιοτελώς ύποπτο). Η Φυσιολογία: Το συναμφότερον (Το σωστό και το καλό είναι σχετικά: εγώ ο «καλός» και «σωστός» και συ ο όλως «λάθος» και «κακός», είμαστε ένα. Εσύ μετέχεις στο «καλό» μου κι εγώ στο «κακό» σου. Και ανά πάσα στιγμή, με μια στροφή του κύκλιου πολιτικού πεδίου -και χωρίς καλά καλά να το καταλάβω- έρχομαι εγώ στη θέση σου κι εσύ στη δική μου. Είναι νόμος που δεν χωρά εξαιρέσεις.) Η Επιστημολογία: Δύο αρχές: Πολυαιτιοκρατία (ποτέ δεν είναι μία και μόνο η αιτία στα πολιτικά –η περιβόητη αναγωγή στην «τελευταία ανάλυση» είναι μια πελώρια ανοησία). Λογική απροσδιοριστία (: Τα πολιτικά είναι ασαφή. Γι’ αυτό το πιστόν της επιστήμης απαιτεί ακριβή λόγο με κατάλληλα ασαφείς διατυπώσεις. Εξαιρέσεις επί του αβεβαίου και ασαφούς έχουμε μόνο δύο: Τον νόμο της αποτροπής: το προαμύνεσθαι. (Κάλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε.) Τον «νόμο του Παγώνδα»: «πιθανότερος εχθρός ο γείτονας», ο «απέναντι». (Απ’ αυτόν προαμύνεσθαι.) Θα μείνω στα τέσσερα αυτά «οντολογικά» στοιχεία του πολιτικού πεδίου, παραπέμποντας για τη λεπτομερή τους εξήγηση και για τα παραιτέρω στον Ζουράρι. Θα κλείσω με τον τίτλο και τον υπότιτλο του βιβλίου: Ο τίτλος (Να την χέσω τέτοια λευτεριά, οπού θα κάμω εγώ εσένα πασιά!) μας μιλά για μετάβαση από τον παλιο-οθωμανισμό και τον παλιο-ραγιαδισμό σε έναν πιθανό νεο-οθωμανισμό και νεο-ραγιαδισμό. Και τους ρίχνει προκαταβολικά το χέσιμο που τους χρειάζεται. Ο ιλιαδικός υπότιτλος (ώ μέγ’ αναιδές, κυνώπα, κερδαλεόφρον!) νομιμοποιεί διαχρονικώς τον ακρογωνιαίο λίθο του ελληνικού πολιτικού πεδίου: τον ασεβή κατά πρόσωπο χλευασμό πάσης εξουσιαστικής Αυθεντίας.   Υ.Γ. Είμαστε ωραίοι, δε λέω. Αλλά κατά το συναμφότερον: δηλαδή έχει και το Ιλιαδορωμέηκο τη σκοτεινή του πλευρά. Αν κοιτάμε μόνο τη φωτεινή δεν κάνουμε χωριό. Αν, για παράδειγμα, δεν καταλάβουμε: σε ποια περιοχή του Κοσμοδιαστήματος ταξιδεύουμε σήμερα, γιατί καταντήσαμε κάποτε υποζύγια «της Αγιωτάτης των Οθωμανών Βασιλείας», γιατί νωρίτερα «ο κόσμος ο ελληνικός ο μέγας» είχε γίνει -κατά τη σκληρή διατύπωση του Άρη Ζεπάτου- θερμοκοιτίδα του Ισλάμ, λυπάμαι, αλλά αυτό που φοβόμαστε δεν θα το αποφύγουμε.




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο