Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεβαστάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεβαστάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

Ανθολόγιον 347: Νικόλας Σεβαστάκης

 



[...] όσοι σνομπάρουν - φιλοσοφικά και πολιτικά - την ανάγκη των ανθρώπων για ο ν τ ο λ ο γ ι κ ή ασφάλεια και μια ορισμένη ηθική συνοχή στις αναστατωμένες ζωές τους, αδυνατούν να διαχωρίσουν τον αφηρημένο μετά-ανθρωπιστικό νομαδισμό τους από την τρέχουσα μηδενιστική αποσυμβολοποίηση και τις αλλοτριωτικές της συνέπειες. [...]

Νικόλας Σεβαστάκης, Αυτό το πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2008, σελ. 89.


Δευτέρα 7 Ιουλίου 2025

Το πνεύμα και το τέρας

Δημήτρης Καράμπελας, Το πνεύμα και το τέρας, εκδόσεις Δώμα, Αθήνα 2025, ISBN: 978-618-5598-46-4.





Το πνευματικό και οι ενσαρκώσεις του


Του Νικόλα Σεβαστάκη

Μπορούμε να φανταστούμε κάμποσες εκδοχές ιστορίας των ιδεών: μια ιστορία της ιδέας της ευτυχίας, του λαού, του σοσιαλισμού, μια ιστορία της ιδέας της προόδου και της παρακμής. Έχει υπάρξει άνθιση εδώ και δεκαετίες σε τέτοιες πανοραμικές λήψεις επικεντρωμένες σε μια ιδέα, σε μια εννοιολογική κατασκευή και βεβαίως στις μορφές πεποίθησης, λατρείας ή εχθρότητας που αναπτύχθηκαν πάνω στους βωμούς αυτών των επίγειων θεοτήτων.

Ο Δημήτρης Καράμπελας στο δοκίμιό του με τον τίτλο Το πνεύμα και το τέρας (εκδόσεις Δώμα, 2025) δεν επιχειρεί ακριβώς μια ιστορία της ιδέας του πνεύματος και της πνευματικότητας. Ξέρει πως κάτι τέτοιο θα χρειαζόταν μια βουτιά όχι μόνο στην ιστορία της Μεταφυσικής αλλά και κατά μήκος της θεολογίας- πράγμα μάλλον αδύνατο στα όρια ενός δοκιμίου ουτε διακοσίων σελίδων. Το “πνεύμα και το τέρας” δεν είναι επομένως μια πραγματεία περί πνεύματος και πνευματικότητας όσο μια Flânerie, ένας περιηγητικός περίπατος σε στιγμές όπου αρθρώθηκε μια σχέση έντασης: η σχέση μεταξύ “αλήθειας” και “ζωής”, μεταξύ του υπερβατικού και του εμμενούς, του “ουράνιου” και του “γήινου”. Πολύ γρήγορα καταλαβαίνουμε πως ο Καράμπελας δεν μπαίνει σε αυτή τη βάρκα ανυποψίαστος. Ξεκινά (όπως θα έκανε κάθε σύγχρονος συγγραφέας) από την κρίση του πνεύματος και περισσότερο με την επίγνωση ότι σήμερα οι συγκρούσεις οι οποίες πλούτισαν την μακραίωνη “ιστορία του πνευματικού” φαίνεται να οδηγούνται σε μια κατάσταση μαρασμού και αδιαφορίας. Η αλήθεια εμφανίζεται ως αυτοβεβαίωση λόγων κυριαρχίας και η έξοδος προς τη “ζωή” γίνεται παιχνίδι με ένα εξαντλητικό παρόν δίχως ορίζοντα προσδοκιών. Η αλήθεια κατακυρώνεται σε διάφορες αξιώσεις ισχύος δίχως αίσθηση ορίου ενώ η ζωή αναλώνεται σε εφήμερα δίχως βάθος και ουσιώδη ένταση (με υπερβολικό θόρυβο, παρόλα αυτά).

Ο Καράμπελας σπεύδει λοιπόν να αφηγηθεί φιλοσοφικά, λογοτεχνικά, κινηματογραφικά επεισόδια μιας σπαρασσόμενης πνευματικότητας. Αναφέρει περάσματα βιβλίων και υπενθυμίζει ήρωες ταινιών ή αποσπάσματα συλλογισμών. Ξαναπιάνει, με τον δικό του τρόπο, το πρόβλημα της δυτικής μεταφυσικής, την ιδέα του homo duplex και του αρχιδιχασμού μεταξύ αισθητού και νοητού, μεταξύ θνητότητας και αθανασίας, διαβάζοντας όμως λοξές και πολλαπλές επιφάνειες που ο ίδιος τις συρράπτει στο δοκιμιακό του υφαντό. Από τον Μπωντλαίρ στον Τζάρμους και στον Ντέιβιντ Λιντς, από τον Ρομαντισμό στον Ουελμπέκ, από τον Κάφκα στον Ταρκόφσκι (και σε πλείστους άλλους σταθμούς), το ζήτημα του πνευματικού συναντά συχνά τρεις και όχι δύο μόνο όρους: δεν είναι ποτέ μόνο το “πνευματικό” αντικριστά στο “υλικό” (το αιώνιο vs εφήμερο, το καθορισμένο και το τυχαίο κλπ). Η συν-παράθεση δεν είχε ποτέ δραματουργικό και ποιητικό ενδιαφέρον όσο αυτό που θα λέγαμε περιχώρηση, συναλληλία, μείξη. Μια διαμεσολάβηση των διαφορετικών πόλων δίχως όμως το σβήσιμό τους ή τη συγχώνευσή τους σε ένα αδιαφοροποίητο Όλο, σαν αυτό που φαντάστηκαν οι μυστικισμοί και κάποιοι χυδαίοι υλισμοί. Η πνευματικότητα, μας λέει ο Καράμπελας, υπήρξε γονιμοποιός συνάντηση του οικείου με το ανοίκειο, του κανόνα και της παράβασης, της δομής με μια δράση πρόθυμη να παρεκκλίνει από τη δομή, να στραφεί “εναντίον” του προβλέψιμου (στην ουσία, άλλωστε, και η ίδια η ιστορία της πολιτικής μας ελευθερίας είναι η περιπέτεια μιας παρέκκλισης από την οικονομία του αναγκαίου).

Αξιοποιώντας σύντομες παρεκβάσεις και συνομιλίες ο συγγραφέας επιδιώκει να μεταγγίσει στον αναγνώστη/στρια το ρίγος της συνάντησης των αντιθέτων. Έτσι, το πνευματικό είχε κάτι να πει για την ανθρώπινη χειραφέτηση, όχι όμως, αναγκαστικά, για την ανθρώπινη ευτυχία αφού στις περισσότερες περιπτώσεις, οι μοντέρνοι αντιλαμβάνονται την ευτυχία ως αδιαμεσολάβητη απόλαυση και την αμιγή ζωή ως κάτι δίχως έγνοιες / έννοιες.

Είναι πολλά τα σημεία της “εξόρμησης” αυτής όπου ο συγγραφέας ανοίγει τα χαρτιά του. Κυρίως για να συνηγορήσει, νομικός όντας, στους μεταβατικούς χώρους και στις μεσιτεύσεις. Μας προειδοποιεί ότι η πνευματικότητα δεν επιζεί ούτε με την ασφυκτική ηγεμονία της “αλήθειας” ούτε με την απατηλή αυτάρκεια της “ζωής”. Αναγνωρίζει όμως (πως αλλιώς;) και τις αποτυχίες των ενδιάμεσων βαθμίδων νοήματος, τις αποτυχίες της τέχνης, της ηθικής, του δικαίου και όλων των άλλων συμβολικών τρόπων με τους οποίους δώσαμε νόημα στα διλήμματά μας. Η κοινωνία της Τεχνικής, ο εμπορευματικός της φετιχισμός και προσθέτω εδώ, οι νέοι ψυχότροποι καπιταλισμοί υπάρχουν στο φόντο αυτής της γραφής, αν και ο Καράμπελας δεν προχωράει προς την περιοχή της κοινωνικοπολιτικής κριτικής. Το ενδιαφέρον του παραμένει κυρίως και πρωτίστως πνευματικό-αισθητικό όχι μια κοινωνική κριτική της αποπνευμάτωσης (θυμίζω εδώ ένα δοκίμιο δικό μου με τον τίτλο Το πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα στις εκδόσεις Ίνδικτος, όπου έθεσα ορισμένα ζητήματα κοινωνικής και ανθρωπολογικής κριτικής γύρω από το θέμα της πνευματικότητας)

Τι συμβαίνει με την πνευματικότητα όταν οι δυο συνιδρυτικοί της όροι (αλήθεια, ζωή) αποχωρίζονται ως ξένες και αδιάφορες περιφέρειες η κάθε μία με τους κώδικες ή, για να το πω με σημερινούς όρους, με τα αλγοριθμικά της δεδομένα; Αυτό συντελείται προς το τελος του εικοστού αιώνα και ο Καράμπελας το προσεγγίζει μιλώντας για πνευματικότητες της απώλειας ή πνευματικότητες μεταλλάξεων και τερατικών παραμορφώσεων. Σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας πιστεύει ότι το πνεύμα δεν μπορεί να επιστρέψει παρά μέσω της αποδοχής της αμφίβιας “φύσης του ανθρώπου”. Η αξίωση αποκλειστικότητας από τη σκοπιά των συστημάτων ορθολογικής κυριαρχίας είτε από την σκοπιά μιας αποπροσανατολισμένης ζωής σκορπισμένης στις εφήμερες προτιμήσεις της, οδηγεί σε ένα τέλος, σε μια πνευματική εξάντληση. Φυσικά το πένθος για τις θνήσκουσες πνευματικότητες δίνει μερικά από τα ομορφότερα κεφάλαια αυτού του δοκιμίου- όταν σχολιάζει τον Φον Τρίερ, τον Ουελμπέκ, τον Μίκαελ Χάνεκε. Ωστόσο, δεν μπορούμε να αναμετρηθούμε με το ζήτημα της πνευματικότητας αγκαλιάζοντας απλώς προσόψεις του μηδενισμού. Ο Καράμπελας, όπως τον διαβάζω εδώ, απορρίπτει την εκδοχή της συνθηκολόγησης με την απώλεια του νοήματος, με έναν μηδενισμό που υποτίθεται μας απαλλάσσει από τη βία και τη σκληρότητα των μεταφυσικών διλημμάτων της Ιστορίας. Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιος πως “ακόμα και αν βρούμε τα κλειδιά” θα υπάρχει ένα Σπίτι για να το κατοικήσουμε. Ο συγγραφέας επανέρχεται στην αμφιβολία δίχως όμως – έχω την αίσθηση- να την μετατρέπει σε “φιλελεύθερο” σκεπτικισμό που είναι μια βολική και μάλλον ανώδυνη εκδοχή της αμφιβολίας. Η δική του αμφιβολία έχει στον πυρήνα της την αγωνία για το αν θα μπορέσουμε να υπάρξουμε πνευματικά σε έναν βιώσιμο κόσμο. Η αβεβαιότητα δεν γίνεται εδώ ιδεολογία του ρίσκου ούτε ατομικιστική πόζα αλλά ένας όντως επώδυνος αναστοχασμός.

Η μοναδική μου αντίρρηση για το δοκίμιο του Καράμπελα είναι μορφική (αν και εμπλέκει και ένα θέμα οργάνωσης περιεχομένου). Βρίσκω, για τα δικά μου γούστα, υπερβολικά πολλές τις πολιτισμικές αναφορές, τα ονόματα και τα κειμενικά παραδείγματα πάνω στα οποία στρώνει τη συλλογιστική του ο συγγραφέας. Ξέρω (βλέπω) πως υπάρχει ισχυρό ρεύμα πολιτισμικής ανάλυσης και δοκιμιογραφίας που αναπτύσσεται ως σχόλιο, ως λόγος που παρουσιάζει/ εκθέτει σκηνές, επεισόδια, ποικίλα παραθέματα σε ένα είδος ξενάγησης σε άλλους κόσμους. Αυτό το στοιχείο μπορεί να είναι μια γοητευτική μέθοδος μύησης του αναγνώστη/τριας. Μπορεί, επίσης, να δένει ένα κύριο αφηγηματικό μοτίβο με μια ποικιλία πληροφοριών. Ίσως όμως οι υπερβολικές πολιτισμικές αναφορές να πλακώνουν τη ροή με το ατελεύτητο πέρασμα από το ένα επεισόδιο στο επόμενο. Καμιά φορά, η επέκταση του πεδίου των γνώσεων και των πολιτισμικών μας αναφορών “στομώνει” τα κείμενα. Το έχω αισθανθεί και με δικά μου δοκιμιακά και λογοτεχνικά γραπτά.

Ο καλός συγγραφέας μπορεί όμως να κερδίζει στο τέλος με ενδιαφέρουσες ανατροπές και αξιοποιώντας τις παράπλευρες οδούς της πλοκής (και οι ιδέες έχουν βέβαια την δική τους πλοκή). Ο Δημήτρης Καράμπελας καταφέρνει εντέλει να μας μεταγγίσει τις περιπέτειες της πνευματικότητας με τρόπο που πείθει ότι έχει από κάτω του ένα πάθος για τις πιο λεπτές αποχρώσεις και όχι απλώς σχηματικά διαζευκτικά δίπολα. Αυτό μετράει και όχι οι μικρές υφολογικές και οργανωτικές ενστάσεις που στο κάτω-κάτω ξεκινούν από τη δική μου, πιο πολιτική, θέαση των ίδιων ζητημάτων. Είναι η έφεση στις αποχρώσεις που θέλει να μην δώσει την εντύπωση ενός ματς δυο ομάδων, αυτό που κάνει τον συγγραφέα να εξερευνά περισσότερες περιοχές και “γήπεδα”.

Το Πνεύμα και το Τέρας είναι ένα δοκίμιο που ανταποκρίνεται στην ουσία του όρου. Έχει εντός του μια πλευρά πειραματισμού, τόλμης και θεματικής φαντασίας. Και μπορεί να διαβαστεί σαν ένα κείμενο που μιλά για τις προϋποθέσεις της πνευματικής ελευθερίας μέσα σε συνθήκες που την έχουν κάνει μετέωρη και πιο επισφαλή από ποτέ.




Παρασκευή 4 Ιουλίου 2025

Περί παροντισμού




Τα κοινώς λεγόμενα αυτονόητα δεν είναι και τόσο αυτονόητα εν τέλει. Εξηγούμαι: άλλο είναι ο παροντισμός[1] και άλλο το παροντικό. Με άλλα λόγια άλλο είναι η αναγωγή του παρελθόντος σε παρόν και δη με όρους απόλυτης εμμένειας και άλλο είναι το παρόν καθεαυτό.



4/7/2025

Γ. Μ. Βαρδαβάς

___________________________________
[1]. Ο όρος "παροντισμός" είναι κατά βάση κοινωνιολογικός. Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στα έργα του Πέτρου Θεοδωρίδη, του Νικόλα Σεβαστάκη, του Παναγή Παναγιωτόπουλου κ.α. Ενδεικτικά ο Πέτρος Θεοδωρίδης αναφέρει: «Στις μέρες μας, η αίσθηση ότι βουλιάζουμε στο παρόν φτάνει στην κορύφωσή της. Από τη μία, ο χρόνος της κυκλοφορίας του κεφαλαίου: στεγανοποιημένος, μονοδιάστατος, ο χρόνος μιας ανακυκλούμενης αμνησίας. Από την άλλη, ο χρόνος της εργασίας ως ένα διαρκές άγχος για το μέλλον. Ζώνες ανεργίας, ζώνες εργασίας, η επισφάλεια γενικεύεται μαζί με την αίσθηση ενός χρόνου-ποντικοπαγίδας, χρόνου όλο και πιο λεπτού, σαν τσιγαρόχαρτο. Μια εποχή σαν τους πάγους της λίμνης έτοιμους να σπάσουν την άνοιξη. Γιατί μόνον στην εποχή μας παραμένει ως μόνη διάσταση του χρόνου, για όλους μας, η πιο λεπτή, η πιο εύθραυστη, η πιο ανύπαρκτη: το παρόν» (Βλ. Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Όνειρα, εφιάλτες, φαντασιώσεις - Η αίσθηση του χρόνου στις αρχές του 21ου αιώνα, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2021, σελ. 32)


Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2023

Παρουσίαση του βιβλίου "Καταγωγή ή οι ιστορίες των άλλων" του Νικόλα Σεβαστάκη την Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2023 στη Θεσσαλονίκη

 




Παρουσίαση του βιβλίου του Νικόλα Σεβαστάκη «Καταγωγή ή οι ιστορίες των άλλων» την Τρίτη 10/10/2023 στην Αθήνα

 



Ο ΙΑΝΟΣ και οι Eκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ σας προσκαλούν την Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2023 στις 20:30 στην παρουσίαση του βιβλίου του Νικόλα Σεβαστάκη Καταγωγή ή οι ιστορίες των άλλων.


Ο συγγραφέας θα συνομιλήσει με τους:

Νίκο Δαββέτα, συγγραφέα
Εριφύλη Μαρωνίτη, δημοσιογράφο


Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2023

Οι ταυτότητες, οι φόβοι και η απάντηση

πηγή: LIFO

του Νικόλα Σεβαστάκη*



O κόσμος που κινητοποιείται κατά των καινούργιων ταυτοτήτων φέρνει στη μνήμη όντως τους ανθρώπους και των προηγουμένων κυμάτων φόβου και οργής: λόγου χάρη τους αμφισβητίες του Covid και τους αντιεμβολιαστές, τα μέλη του υπερπατριωτικού χώρου και τα δίκτυα επιρροής ζηλωτών και φονταμενταλιστών της Ορθοδοξίας. Είναι έτσι όλο και πιθανότερο πως καθώς θα προχωρούμε προς την ημερομηνία για την έκδοση των νέων ταυτοτήτων, πράξεις και λόγια από αυτή την πλευρά θα τραβήξουν την προσοχή της δημοσιότητας: ο κήπος, ιδίως, των social media προσφέρεται για επίδειξη ανυπότακτων φρονημάτων, το χτίσιμο διαχωριστικών νησίδων και τη διασπορά «τρελών» πεποιθήσεων.

Βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι πολίτες που θεωρούν τη νέα ταυτότητα ως κρυφό πρόγραμμα υποταγής σε σατανικές δυνάμεις θα έχουν την τιμητική τους. Και το ενδιαφέρον των μίντια θα απογειωθεί αν πολιτικές δυνάμεις και δημόσια πρόσωπα (ας πούμε γνωστοί καλλιτέχνες ή άλλοι) βρεθούν κι αυτοί στο κίνημα. Ήδη, η κρίση στους «Σπαρτιάτες», η ρευστότητα στην άκρα δεξιά και η γενικότερη κατάσταση του χώρου επηρεάζουν το τοπίο, αφού οι ινφλουένσερ των μέχρι τώρα κινητοποιήσεων για τις ταυτότητες κινούνται εντός ή γύρω από μια παρδαλή εθνικιστική δεξιά.

Πώς, όμως, στεκόμαστε εμείς οι άλλοι απέναντι σε αυτό; Τώρα, και σε αντίθεση με προηγούμενα κύματα ανορθολογισμού, διακρίνω μια παγίδα: να «διαβάσουμε» τις προσεχείς διαμάχες ιδεών και αξιών στη χώρα ξαναπιάνοντας την κλασική αντίθεση μεταξύ ορθολογιστών και «ψεκασμένων», φαντασμένων και ρεαλιστών. Αυτό σημαίνει πως θα πάμε να αναγορεύσουμε πρακτικά κάποιες περιθωριακές αντιδράσεις (έστω και αν κατορθώσουν να κάνουν επικοινωνιακό θόρυβο) σε κυρίαρχο θέμα της κριτικής μας.

Ο παραλληλισμός μάλιστα με την πρώτη διαμάχη για το θρήσκευμα στις ταυτότητες (την εποχή του Χριστόδουλου και του Σημίτη) δημιουργεί σύγχυση και είναι λάθος. Σε εκείνη τη διαμάχη υπήρχε μια πραγματικά μαζική αντίδραση με επίσημη ενθάρρυνση και συμπόρευση της θεσμικής Εκκλησίας. Εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια πολίτες είχαν (και παρά τη συμμόρφωση, συνεχίζουν να διατηρούν) την πεποίθηση ότι το νομικό και διοικητικό τους πρόσωπο δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη θρησκευτική τους πίστη και το χριστιανικό τους βίωμα. Οι πιστοί αποδέχονται μια «κοινοτική» φιλοσοφία ζωής που αντιστέκεται στη φιλελεύθερη ιδέα για το άτομο αλλά και στη ρεπουμπλικανική αντίληψη για την ουδετερόθρησκη, κοσμική πολιτεία.

Στην τωρινή περίπτωση, όμως, των κινήσεων κατά των νέων αστυνομικών ταυτοτήτων, βλέπει κανείς κυρίως ή μόνο ζηλωτές, ακροδεξιούς και γνωστούς «ακτιβιστές» των συνωμοσιολογικών αφηγημάτων. Έχουμε μια περιορισμένη λαϊκή βάση που αγγίζει την ελληνική θρησκευτική (ακρο)δεξιά, ενώ δεν φαίνεται να περιλαμβάνει την ευρύτερη κοινωνία των πιστών και τους θεσμούς της.

Μια δεύτερη όμως διάσταση μου φαίνεται ακόμα πιο καθοριστική: πίσω από κάποιους φόβους για τα βιομετρικά δεδομένα και το «τσιπάκι» δεν υπάρχουν μόνο παραλογισμοί των φανατικών και ακροδεξιές ονειροφαντασίες. Πολλά πολιτικά και ηθικά ερωτήματα για τα προσωπικά δεδομένα, τις τεχνολογίες επιτήρησης των προσώπων και ιδίως την πρόσβαση που έχουν αποκτήσει σε ευαίσθητες πληροφορίες ιδιωτικές εταιρίες και κρατικές υπηρεσίες είναι ερωτήματα εύλογα και απαραίτητα για κάθε δημοκρατικό άνθρωπο. Από κριτική πολιτική άποψη αυτά τα ζητήματα έχουν απασχολήσει μια τελείως διαφορετική δημόσια σφαίρα από αυτήν της ακροδεξιάς φούσκας. Μια ορθολογική προσέγγιση σε δημόσιες και προσωπικές αγωνίες δεν μπορεί έτσι να είναι η κληρονομημένη από παλιότερες εποχές αισιόδοξη πίστη στην αέναη πρόοδο. Δεν μπορεί να είναι δηλαδή ένας τεχνολογικός μεσσιανισμός που διακινεί σε συνέδρια τεχνητής νοημοσύνης και podcast την αστεία πεποίθηση ότι όλα τα προβλήματα (από τις κοινωνικές ανισότητες ως τις κλιματικές καταστροφές) θα τα λύσει η νέα τεχνολογία. Αυτή η ιδεολογία διευθύνοντος συμβούλου start-up, αντί να μειώνει τους φόβους των ανθρώπων, τους κάνει ακόμα πιο έντονους.



Προφανώς, το μέτωπο κατά της συνωμοσιολογικής αντίδρασης είναι σημαντικό και πολιτικά και επιστημονικά. Συντονίζεται, άλλωστε, με μια ηθική και πολιτική αφύπνιση για τις νέες μορφές «τραμπισμού» που ξεπερνούν τις ΗΠΑ ‒ και σ’ εμάς εμφανίζονται με ψευτο-ορθόδοξους ζηλωτές που αντιγράφουν τους ακροδεξιούς ευαγγελιστές της Αμερικής. Το συγκεκριμένο μέτωπο, ωστόσο, δεν σημαίνει πως πρέπει συνεχώς να επιστρέφουμε στη διαίρεση μεταξύ ορθολογιστών και ανορθολογικών λες και αυτό θα μας λύσει όλα τα προβλήματα κοινωνικής ανάλυσης και πολιτικού προσανατολισμού. Ούτε είναι δυνατό να βλέπουμε τον ρεαλισμό ως μοναδικό αντίδοτο για την αντιμετώπιση φαινομένων σαν τις αντιδράσεις για τις ταυτότητες. Ο ρεαλισμός δεν είναι μια ενιαία υπόσταση, μια αδιαμφισβήτητη τοποθέτηση ή ένα έγκυρο πρόγραμμα που περιμένει απλώς να συμφωνήσομε όλοι στα σκληρά δεδομένα του. Όταν, ας πούμε, το θέμα της διαμάχης ήταν ο Covid-19 και η δημόσια αναγνώριση κάποιων πολύ βασικών κανόνων προστασίας για τον έλεγχο της πανδημίας, η κριτική στον ανορθολογισμό των αρνητών είχε πραγματικά κεντρική σημασία.

Τώρα όμως η χώρα βρίσκεται σε άλλη φάση, όπου απελευθερώνεται μια διαφορετική αντίθεση: η αντίθεση μεταξύ ενός πενιχρού ρεαλισμού και εκείνου του ρεαλισμού που ανοίγεται σε αιτήματα ποιοτικής ανασυγκρότησης της ζωής. Ένας ορθολογισμός ο οποίος απαιτεί απλώς εμπιστοσύνη στην πολιτική εξουσία ή στις αγορές είναι αδύναμος απέναντι στην πολύχρωμη θρησκευτική και πολιτιστική ακροδεξιά. Γιατί είναι ένας ρεαλισμός μειωμένων προσδοκιών που αποδέχεται με μεγάλη ευκολία κυβερνητικές αυθαιρεσίες, σπεύδοντας να βρει ελαφρυντικά για παραβιάσεις του κράτους δικαίου, μέχρι και για την περιβαλλοντική καταστροφή πολλών περιοχών της χώρας. Πώς μπορεί, όμως, να απαντήσει σε ζητήματα ταυτότητας και κοινωνικού νοήματος ένας ορθολογισμός που δεν έχει κριτικές αιχμές και ποιοτικούς στόχους;

Εκτός, λοιπόν, από το να μας συνεπαίρνουν οι ζηλωτές που φωνάζουν για το 666 και το Θηρίο της Αποκάλυψης, χρειαζόμαστε και κριτική σε όσους επιμένουν σε έναν πενιχρό ορθολογισμό και ρεαλισμό. Σπεύδοντας στον πόλεμο με διάφορες «διαταραγμένες» ταυτότητες (ακραίες, γραφικές και αλλοπρόσαλλες), απολαμβάνουμε την καλή μας συνείδηση ως κοσμική και προοδευτική διανόηση. Σε αυτή όμως την ιστορική και πολιτική συγκυρία χρειαζόμαστε περισσότερα από την αυτοκολακεία των διανοουμένων και την αυταρέσκεια του ορθολογισμού.


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.



* Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο ΑΠΘ. 


Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

Διαδικτυακή παρουσίαση του νέου βιβλίου του Χ. Σταμούλη "Φάγαμε ήττα!" (16/3/2021-βίντεο)

https://www.youtube.com/watch?v=eOmDClbcunU

Διαδικτυακή συζήτηση για το νέο βιβλίο του Χρυσόστομου Σταμούλη: "Φάγαμε Ήττα! - Κείμενα για τον αυτοεγκλωβισμό της Ορθοδοξίας" (Τρίτη 16/3/2021)

Για το βιβλίο μίλησαν: 
Μητροπολίτης Νιγηρίας κ. Αλέξανδρος 
Παντελής Μπουκάλας, Δημοσιογράφος, Συγγραφέας 
Νικόλας Σεβαστάκης, Συγγραφέας, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ 
Στέλιος Τσομπανίδης, Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ 
και ο συγγραφέας του βιβλίου Χρυσόστομος Σταμούλης 
Την εκδήλωση συντόνισε o Σπύρος Ζωνάκης, Δημοσιογράφος του περιοδικού "Σχεδία".



Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021

Διαδικτυακή συζήτηση για το νέο βιβλίο του Χρυσόστομου Σταμούλη: "Φάγαμε Ήττα! - Κείμενα για τον αυτοεγκλωβισμό της Ορθοδοξίας" την Τρίτη 16/3/2021 στις 18:00

 


Διαδικτυακή συζήτηση για το νέο βιβλίο του Χρυσόστομου Σταμούλη: "Φάγαμε Ήττα! - Κείμενα για τον αυτοεγκλωβισμό της Ορθοδοξίας"

Την Τρίτη 16 Μαρτίου 2021 στις 6 το απόγευμα

Θα μιλήσουν:
- Μητροπολίτης Νιγηρίας κ. Αλέξανδρος
- Παντελής Μπουκάλας, Συγγραφέας
- Νικόλας Σεβαστάκης, Συγγραφέας, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ
- Στέλιος Τσομπανίδης, Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ
  
και ο συγγραφέας του βιβλίου Χρυσόστομος Σταμούλης

 Συντονίζει o Σπύρος Ζωνάκης, Δημοσιογράφος του περιοδικού “Σχεδία”.


Την εκδήλωση μπορείτε να την παρακολουθήσετε ζωντανά μέσω Youtube εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=eOmDClbcunU




Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

Ένα αχαρτογράφητο ταξίδι







Στο νέο του εμπεριστατωμένο δοκίμιο με τίτλο Ταξίδι στο άγνωστο: Φιλελεύθερη δημοκρατία και κρίση πολιτισμού (εκδόσεις Στερέωμα, Αθήνα 2020) ο Νικόλας Σεβαστάκης συνεχίζει και επεκτείνει την προβληματική που τον απασχόλησε στο δοκίμιο του με τίτλο Φαντάσματα του καιρού μας: Αριστερά, κριτική, φιλελεύθερη δημοκρατία (εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2017). Από την εξαιρετικά εκτεταμένη και απαιτητική πολιτική θεματική του βιβλίου σταχυολογούμε παρακάτω ελάχιστες ψηφίδες.

Ο συγγραφέας υπερασπίζεται με ψυχραιμία και αίσθημα ευθύνης τη φιλελεύθερη δημοκρατία, αναγνωρίζοντας προφανώς τη δυσκολία ενός τέτοιου εγχειρήματος, σε έναν κόσμο ρευστό, όπου κυριαρχεί ο πολιτικός σχετικισμός, η λαϊκιστική δυσφορία, ο αμοραλισμός, η αδολεσχία, η προχειρότητα, ο μαξιμαλισμός, η ανελαστικότητα και η επιφανειακή προσέγγιση τύπου social media. Είναι προφανές ότι ο συγγραφέας αναγνωρίζει την εγγενή, ενίοτε, αδυναμία της φιλελεύθερης δημοκρατίας να εξάγει συναισθήματα στοιχειώδους ενσυναίσθησης για καταστάσεις κοινωνικής οδύνης και παράλληλα να αντιμετωπίσει δυναμικά τον πολιτικό σχετικισμό, το λαϊκισμό και τους νέους εθνικισμούς. Αναφέρει χαρακτηριστικά: “Η φιλελεύθερη δημοκρατία θα συνδεθεί, αναπότρεπτα, στην ιστορία της με ένα πνεύμα απογοητευτικών αυτοπεριορισμών” (μν. έργ., σελ. 23). Και λίγο παρακάτω: “Η φιλελεύθερη δημοκρατία εμφανίστηκε λοιπόν ως κάτι ελλειμματικό απέναντι σε μια πληρότητα νοήματος που την ξεπερνούσε και, κατά κάποιον τρόπο την εξέθετε” (ό.π., σελ. 23-24). Και αλλού: “Μπορούμε να συμφωνήσουμε γενικά ότι είχαν και έχουν πάντα ένα δίκιο από παλιά κάποιοι τιμητές του φιλελεύθερου δημοκρατικού πνεύματος στον ισχυρισμό τους ότι από τον φιλελευθερισμό λείπει αρκετές φορές η μυρωδιά της αληθινής πικρίας και η αίσθηση των καταστάσεων πραγματικής, σπαρακτικής οδύνης. Συχνά -και όχι αδίκως- ένας φιλελευθερισμός των ηπίων ευχολογίων εμφανίζεται ως εκτός τόπου εκεί όπου μια κοινωνική διαμάχη αποκτά ένταση ή εκεί όπου οι σχέσεις εξουσίας χάνουν κάθε αναλογικότητα και ισορροπία ” (ό.π., σελ. 86).

Καίριο σημείο του βιβλίου συνιστά η επισήμανση του συγγραφέα ότι “η υπαρξιακή ασφάλεια και οι αυθεντικές συγκινήσεις συνδέονται όλο και περισσότερο με μη φιλελεύθερες αξίες και καταστάσεις” (ό.π., σελ. 98), γεγονός που εκβάλλει στον εθνορομαντισμό, την παραδοσιαρχία, την νοσταλγική “επίκληση μιας εντατικής κοινοτικής εμπειρίας” (αυτ.), αλλά ταυτόχρονα αναδεικύει εξαιρετικά περίεργα και ετερόκλητα αμαλγάματα και υβρίδια, που, πλέον, δεν προκαλούν καμία εντύπωση στον έμπειρο πολιτικό επιστήμονα και αναλυτή. Δείγματος χάριν, δεν προκαλεί καμία έκπληξη, κατά τον συγγραφέα, η συμπόρευση τμημάτων του νεοφεμινισμού με τους υπερασπιστές του πολιτικού Ισλάμ! (βλ. ό.π., σελ. 99).

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η πολιτική ερμηνεία του συγγραφέα στο φαινόμενο της έξαρσης των νέων εθνικισμών. Ο Νικόλας Σεβαστάκης συνδέει την ανάδυση των νέων εθνικισμών με την αναζήτηση της έντασης στην πολιτική. Γράφει χαρακτηριστικά: “[…] Πως είναι δυνατή η αντίσταση στην πρόζα της δημοκρατίας από τη σκοπιά της ποιητικής της, των δημιουργικών πράξεων που δεν θέλουν να αποδεχτούν την πτώση της δημοκρατίας σε αποστεωμένη ρουτίνα; Άν το πολιτικό ενδιαφέρον προορίζεται για εφήμερες εκλάμψεις σε μια θάλασσα πολιτικού χρόνου, πως μπορούμε να φανταστούμε μια πιο απαιτητική πολιτική λογική; Εδώ βρίσκουμε σήμερα τον ρόλο των κινημάτων ταυτότητας και τις πολιτισμικές διαμάχες που γεννούν συγκρούσεις. Αυτά τα κινήματα κληρονομούν την ιδέα της έντασης που έχουν οι σωτηριολογικές πολιτικές θρησκείες αλλά σε ένα ασταθές και υπονομευμένο πλαίσιο όπου έχει χαθεί η συνεκτικότητα των μεγάλων ιδεολογικών χώρων. Οι νέοι εθνικισμοί εμφανίζονται έτσι ως οι μοναδικές ενεργές πολιτικές συλλογικότητες. Γι’ αυτό τον λόγο και οι θιασώτες τους στρέφονται αυθόρμητα και στη συνέχεια συνειδητά εναντίον του ατομικισμού της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς. Δυσπιστούν τόσο απέναντι στη γλώσσα του ορθολογικού συμφέροντος στην κεντροδεξιά όσο και απέναντι στη ρητορική των δικαιωμάτων και του πολιτισμικού φιλελευθερισμού στην κεντροαριστερά.
Ο εθνικισμός, εντέλει, λειτουργεί αυτά τα τελευταία χρόνια όπως ο κομμουνισμός πριν από κάποιες δεκαετίες: ως υποδοχέας και χειριστής ποικίλων δυσαρεσκειών που δεν σχετίζονται πάντα με εθνικές διαμάχες και στερεότυπα, ούτε καν με τον φόβο για την ανεξέλεγκτη μετανάστευση, όπως προβάλλεται κατά κόρον στη συμβατική ευρωπαϊκή συζήτηση για τις νέες μορφές λαϊκιστικής δεξιάς. […]” (βλ. ό.π., σελ. 111-112).

Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρούμε το κεφάλαιο με τίτλο “Περιθώρια της δημοκρατίας” (βλ. σελ. 115-140), στο οποίο ο συγγραφέας αναδεικνύει το φαινόμενο του τεχνολαϊκισμού, την πρόσμιξη δηλαδή τεχνοκρατίας και λαϊκισμού (βλ. σελ. 124 κ.ε.). Παράλληλα αναφέρεται στην υπονόμευση της φιλελεύθερης δημοκρατίας: “Πέρα από όλα τα άλλα, η φιλελεύθερη δημοκρατία υπονομεύεται από το γεγονός πως η έξοδος από τις δογματικές και μεσσιανικές εκδοχές πολιτικού πάθους παίρνει τη μορφή ενός οπορτουνισμού δίχως αρχές” (βλ. ό.π., σελ. 127). Μεγάλης σημασίας είναι η επισήμανση του συγγραφέα ότι ένα σοβαρό έλλειμμα του φιλελευθερισμού είναι “η αδυναμία να προσεγγίσει ικανοποιητικά το θέμα του γιγαντισμού της εξουσίας σε όλες του τις διαστάσεις” (ό.π., σελ. 130).

Ο συγγραφέας αναδεικνύει μια σημαντική αντινομία μεταξύ της συνέργειας σε διυποκειμενικό επίπεδο και στις μορφές πολιτειακής συγκρότησης: παρά τη φαινομενική τεχνολογική πρόοδο “πολιτικά βρισκόμαστε ακόμη κοντά στη διαίρεση σε κάστες(βλ. ό.π., σελ. 153).

Η προβληματική του συγγραφέα είναι πολυπρισματική και η διαπραγμάτευση του θέματος εξαντλητική. Στο πλαίσιο ενός σύντομου σημειώματος δεν είναι δυνατόν να αναδειχθούν όλες οι προκείμενες του σημαντικού αυτού έργου. Προτείνουμε την ενδελεχή μελέτη ολόκληρου του δοκιμίου, που προϋποθέτει σύσσωμη την προσοχή μας, χωρίς περισπάσεις.

Κλείνουμε με μία σημαντική επισήμανση του συγγραφέα περί τέχνης: “Η τέχνη μπορεί να υποδεχτεί το ναυάγιο του κόσμου και όλες τις ιστορικές καταστροφές. Συνεχίζει δημιουργικά ακόμα και σε συνθήκες πολιτικής ανελευθερίας και βαναυσότητας” (ό.π., σελ. 142).

Ηράκλειο, 3 Ιουλίου 2020



Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

Ο Νικόλας Σεβαστάκης για το μακελειό κατά των χριστιανών στη Σρι Λάνκα

Συγγενείς των θυμάτων στη Σρι Λάνκα (φωτό: AP )
Να ονοματίζουμε το κακό: εδώ και χρόνια έχουμε μαζικές, φονικές επιθέσεις κατά χριστιανών σε κοινωνίες που ο χριστιανισμός είναι μειοψηφικός ή σκιά του άλλοτε κραταιού εαυτού του. Υπάρχουν προφανώς ποικίλοι πολιτικοθρησκευτικοί εμφύλιοι, ενδο-μουσουλμανικές σφαγές όπως και το ζήτημα του ινδουιστικού εθνικισμού και των δικών του εγκλημάτων κατά μουσουλμάνων. Αν δούμε όμως τη μεγάλη εικόνα, η επίθεση κατά των χριστιανών είναι μια βαρβαρότητα που έχει αποκτήσει μια δική της διάσταση αυτά τα τελευταία χρόνια. 
Ας πούμε έτσι ότι η καταδίκη του θρησκευτικού φανατισμού είναι ένα γενικό και σχεδόν κοινά αποδεκτό θέμα. Αυτό δεν πρέπει να μας κρύβει το γεγονός ότι ασκείται βία και διωγμοί κατά των χριστιανών ως χριστιανών. Γιατί πρέπει κι αυτό να προκαλεί κάποια αμηχανία σε ορισμένους κύκλους με ενθέρμως κοσμική, (φιλελεύθερη ή αριστερή) αντικληρικαλιστική διάθεση;
Λέγοντας τα δεινά το καθένα με το όνομά του, αρνούμενοι τις ανώδυνες γενικεύσεις, τιμάμε τους νεκρούς και ίσως ερχόμαστε και πιο κοντά στην αλήθεια. Για τα θύματα αλλά και για τους δημίους και τους διώκτες τους.

Νικόλας Σεβαστάκης
Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ



Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

Νικόλας Σεβαστάκης: Χαύνωση, σύγχυση και (κακή) ιδιώτευση- Για την κριτική του ατομικισμού



Η ομιλία του Νικόλα Σεβαστάκη με τίτλο: "Χαύνωση, σύγχυση και (κακή) ιδιώτευση- Για την κριτική του ατομικισμού" πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της συνεδρίας Κριτικές αναγνώσεις της μεταπολιτευτικής ατομικότητας του Επιστημονικού Συμποσίου με τίτλο «Περιπέτειες του ιδιωτικού στη μεταπολιτευτική Ελλάδα», το οποίο διοργάνωσε η Εταιρεία Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (Ιδρυτής: Σχολή Μωραΐτη) στις 13 & 14 Οκτωβρίου 2017.

Για να παρακολουθήσετε την ομιλία κάντε κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:



Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Νικόλας Σεβαστάκης, Εκλογές τελευταίας ευκαιρίας;


φωτό: Στρ. Καλαφάτης/ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Στις 25 Ιανουαρίου του 2015 ένας ορισμένος «αντιμνημονιακός ριζοσπαστισμός» έγινε κυβέρνηση. Η στιγμή εκείνη ενσωμάτωσε τις σωρευμένες εντάσεις μιας πενταετίας μνημονιακών απογοητεύσεων και λαϊκών θυμών μαζί με τη θολή προσδοκία για μια τομή με τη λιτότητα και τα παλιά συστήματα εξουσίας.

Επτά και οκτώ μήνες μετά η «κυβέρνηση Μαξίμου» - κατά τη δηκτική έκφραση του Μανώλη Γλέζου και άλλων από τη νέα αριστερή αντιπολίτευση - παραιτείται και προκηρύσσει εκλογές. Ποια είναι όμως η υπόσχεση που έχει να δώσει ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ του τρίτου Μνημονίου προς τους πολίτες; Δεν είναι, φυσικά, η κατάργηση των Μνημονίων (και πώς θα μπορούσε άλλωστε;) αλλά η ομαλοποίηση της οικονομίας, μία ακόμη μάχη κατά της διαφθοράς, οι μεταρρυθμίσεις «με προοδευτικό πρόσημο». Το διάγγελμα του Πρωθυπουργού εμπεριείχε περισσότερη τάξη και νοικοκύρεμα παρά ανατροπές. Είχε βεβαίως να πει για τους εκβιασμούς των εταίρων αλλά απέφυγε τα στοιχήματα απείθειας και ανυπακοής. Αυτή είναι και η μεγάλη διαφορά από τον προηγούμενο χειμώνα και τα συνθήματα της τότε προεκλογικής περιόδου. 

Οι επικείμενες εκλογές θα μπορούσαν λοιπόν να ήταν μια τελευταία ευκαιρία για το πολιτικό σύστημα και την Αριστερά. Στον βαθμό μάλιστα που ο λενινισμός της δραχμής και ο ριζοσπαστικός αντιευρωπαϊσμός αποκολλώνται επεισοδιακά από την «κυβερνώσα Αριστερά», η αναμέτρηση θα μπορούσε να φέρει πιο κοντά μια νέα πραγματικότητα στη χώρα: την απαρχή της εξημέρωσης των πολιτικών παθών που έφερε η εποχή της Αγανάκτησης, παρά τη συνέχιση της ύφεσης και τις τραυματικές δυσκολίες στην οικονομία και στην καθημερινότητα.

Εχω ωστόσο αμφιβολίες για ένα τόσο αισιόδοξο σενάριο. Για έναν βασικό λόγο: ο τσιπρικός ρεαλισμός φαίνεται ρηχός και δίχως ποιοτικά στοιχεία αυτεπίγνωσης.
Σε όλον τον ΣΥΡΙΖΑ - και στον «δεξιό» - δεν έχει υπάρξει ως τώρα κανένας σοβαρός προβληματισμός για τις εκτροπές της αντιμνημονιακής οπτικής, για τη σοβαρή προγραμματική ανεπάρκεια που κόστισε ή για τις ανόητες αμετροέπειες περί «αποκατάστασης της δημοκρατίας στη χώρα».

Δεν έχει ανοίξει επίσης καμία ουσιαστική συζήτηση για τη μονόπλευρη ανάγνωση της ελληνικής κρίσης και κυρίως για την άκριτη υποστήριξη σε όλα τα κινήματα και τις διεκδικήσεις κοινωνικών - επαγγελματικών ομάδων όλα τα προηγούμενα χρόνια. Και βέβαια δεν έχει αλλάξει το μοντέλο του επιθετικού / πολεμικού λόγου που λειτουργεί με αφορισμούς.

Ολους αυτούς τους μήνες η «κυβερνώσα Αριστερά» συνέχισε να μιλά στη γλώσσα της ηθικολογικής καταγγελίας και να υποτιμά τις ενδογενείς αιτίες της κρίσης παραπέμποντας σ' έναν ξύλινο και γενικής κοπής αντι-νεοφιλελευθερισμό.
Αλλά το μεγάλο πρόβλημα που φανερώθηκε με τον εντονότερο τρόπο είναι η περιφρόνηση για τα ίδια τα ζητήματα διαχείρισης και διοίκησης του κράτους και των θεσμών του.

Η ιδεολογική καχυποψία για τον ρόλο της τεχνοκρατίας έγινε εχθρότητα ακόμη και για την ηλεκτρονική ψηφοφορία στις εκλογές των πανεπιστημιακών αρχών. 

Το διαζύγιο με τον λενινισμό της δραχμής και τον αριστερισμό είναι μια σημαντική στιγμή. Δίνει όμως περισσότερο την εντύπωση διαμάχης μηχανισμών, δίχως σημαντικό θεωρητικό και αξιακό βάθος.

Η θεοποίηση της πολιτικής και κινηματικής βούλησης έδωσε απλώς τη θέση της στον θρήνο της ήττας είτε σε μια «εξουσιαστική» τεχνολογία της επιβίωσης. 

Βρισκόμαστε όμως σε άλλη μια καμπή του ελληνικού δράματος. Ζούμε μια κρίση μέσα στην κρίση για να παραφράσω τον τίτλο του γνωστού βιβλίου του Ρεζίς Ντεμπρέ για την Επανάσταση. Ο μοναδικός εύκολος ρόλος πλέον είναι αυτός του νέου μαξιμαλιστικού αντιμνημονιακού χώρου.

Κληρονομεί, όπως φαίνεται, την καθαρή ιδέα του ΣΥΡΙΖΑ δίχως τους «συμβιβασμούς» της διακυβέρνησης. Θα υποδυθεί έτσι την αντιπολίτευση της ψυχής απέναντι στον «μηχανισμό του Μαξίμου» που πρόδωσε το «Οχι» του δημοψηφίσματος. Για άλλη μία φορά θα στηθεί το μεταφυσικό δίπολο λαός - κίνημα / κυβέρνηση - κράτος, από εδώ το «Οχι» της αντίστασης και από εκεί η ατιμωτική συνθηκολόγηση και οι θιασώτες της.

Το ζητούμενο όμως θα ήταν να πάρει επιτέλους κάποιος στα σοβαρά το κράτος και την «ύλη της διακυβέρνησης». Το να κυβερνηθεί πραγματικά η χώρα θα ήταν ένα πρώτο μεγάλο βήμα προς την Αριστερά των «Ναι», αυτή την Αριστερά που δεν θα ζούσε πια με τον αντιδραστικό μύθο μιας ηγεμονικής αυτοδυναμίας αλλά θα ήταν για πρώτη φορά φιλόξενη στις ιδέες, στα σχέδια και σε κάποια από τα επιχειρήματα των άλλων (και των «μη αριστερών»).
Θα μπορούσαν άραγε αυτές οι εκλογές της ανάγκης και των παιχνιδιών τακτικής να γεννήσουν μια τέτοια ανανεωτική δυναμική;

Η πολιτική, ακόμη και σε αυτούς τους καιρούς των δημοσιονομικών και τεχνικών περιορισμών της, είναι ακόμη χώρος ελευθερίας. Τίποτα δεν αποκλείει θεωρητικά το πλησίασμα του «ρεαλιστικού» ΣΥΡΙΖΑ προς μια συνεργατική και πραγματιστική αντίληψη για τις επιθυμητές αλλαγές στην κοινωνία και στο κράτος. Αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί χωρίς σημαντικές αλλαγές στην πολιτική κουλτούρα της ελληνικής Αριστεράς.

Υπάρχει όμως κι ένα άλλο ενδεχόμενο: αντί μιας ηγεμονικής επικράτησης του Αλέξη Τσίπρα να έχουμε ένα σκηνικό αδύναμου κατακερματισμού και διασποράς της ψήφου.

Να έλθει έτσι πιο κοντά μια νέα φάση αντιπολιτικής κόπωσης με «οπορτουνιστικές» συμμαχίες κορυφής και αντιφιλελεύθερα κινήματα στη βάση. Αυτό θα ήταν πραγματικά η εκδοχή της απελπισίας.

Οτιδήποτε θα ήταν πλέον ικανό να ανακόψει την πορεία προς την αντιπολιτική και την απαισιόδοξη παραίτηση της κοινωνίας θα είναι ένα μεγάλο βήμα μπροστά.

Αρκεί να μην περάσει σε δεύτερο πλάνο το τεράστιο πρόβλημα οικονομικής και θεσμικής αξιοπιστίας στο όνομα ανούσιων πολιτικών τεχνασμάτων και με καινούργιους, άχρηστους ρητορικούς πολέμους.

_____________________________________________

Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.



Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Ανθολόγιον 163: Νικόλας Σεβαστάκης

[...] Η προβολή του ελληνικού διχασμού ανάμεσα στην ορθολογική Ευρώπη και στην ανατολική ή βαλκανική "ανωριμότητα", ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και στην αντινεωτερική ψυχή του νεοέλληνα, συνεχίζει να εμπνέει ένα μεγάλο τμήμα των αναλύσεων αλλά και των πρακτικών πολιτικών λόγων. [...] 



Νικόλας Σεβαστάκης, Γιάννης Σταυρακάκης, Λαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2012, σελ. 13.




Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Νικόλας Σεβαστάκης, Στη ροή του Ποταμιού



Από καιρό έχουν γίνει ορατά τα σοβαρά κενά στις πολιτικές της κρίσης, μνημονιακές και αντιμνημονιακές. Η πολιτική της λαϊκής οργής αποδείχτηκε ευάλωτη στον ιό του γενικευμένου αντικομματισμού και ενός ματαιωμένου εθνικισμού που ξέρει από απίθανες μεταμορφώσεις. Από την άλλη, ο «ορθόδοξος» μνημονιακός μεταρρυθμισμός πότισε καλά τις απορριπτικές τάσεις στο κοινωνικό σώμα και μαζί με αυτές, το διαιρετικό πνεύμα το οποίο εξασθενίζει και άλλο την όποια αίσθηση πολιτικής κοινότητας σε τέτοιους δύσκολους καιρούς.



Υπάρχει πλέον και ένα άλλο ενδεχόμενο. Αυτά τα ίδια τα κενά να εμφανιστούν ως «πρόταση» υπέρβασης των προηγούμενων κενών. H κόπωση, η βαρεμάρα, η ψυχική και συναισθηματική απόσχιση από το πολιτικό σύστημα να γίνουν παράγοντες του νέου πολιτικού σκηνικού. Με άλλα λόγια, η εδώ και τέσσερα χρόνια διαρκώς αναβαλλόμενη έκρηξη του συστήματος να ξεδιπλωθεί ως ασύντακτος κατακερματισμός και χαοτική διασπορά.



Το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη προσπαθεί να εκμεταλλευτεί αυτήν ακριβώς την ευκαιρία. Προβάλλει ένα ύφος γύρω από το οποίο μπορεί να συναντηθούν, προσωρινά έστω, οι αμηχανίες και οι αμφιθυμίες ενός τμήματος της κοινωνίας. Σαν ένα προϊόν το οποίο αντιστοιχεί καλύτερα στη δεύτερη φάση της κρίσης: στην κόπωση από όλες τις πολιτικές φόρμες, αγωνιστικές και συναινετικές, και σε ένα μείγμα συμπονετισμού και μετα-ιδεολογικής ραστώνης.



Το εγχείρημα μπορεί να ξεθυμάνει ή και να έχει συνέπειες σε έναν νέο συσχετισμό δυνάμεων. Το σημαντικό όμως είναι ότι και τούτη η κίνηση αποκαλύπτει το βάθος της πολιτικής μας κρίσης. Ποια είναι η ουσία αυτής της κρίσης; Νομίζω κυρίως μία: ότι από τις μετωπικές διαιρέσεις γύρω από το Μνημόνιο και τις πολιτικές της λιτότητας δεν αναδύθηκε μια συνθετική, ενωτική και αληθινά προγραμματική αντίληψη για το δημόσιο συμφέρον. Ο πρώτος πολιτικός χρόνος της αγανάκτησης υποτάχτηκε στη λογική της άθροισης των δυσαρεσκειών και των επιμέρους αρνήσεων. Το σχήμα προσδοκίας είχε ως εξής: η ένταση του πόνου θα γεννούσε ένα κύμα αντίστασης και εν συνεχεία κατακλυσμιαίο πολιτικό αποτέλεσμα. Σε αυτή τη δεύτερη φάση, την περισσότερο αμήχανη παρά αποφασισμένη, η παραπάνω ιδέα φαίνεται να μη λειτουργεί στην πράξη. Μέχρι στιγμής τουλάχιστον.



Εδώ λοιπόν οι τάσεις απόδρασης από τα «σκληρά» διλήμματα μπορεί να παρουσιάζονται ως μια κάποια, εύθραυστη βεβαίως, απάντηση. Η κυβέρνηση απαγγέλλει το ποίημά της: πρωτογενές πλεόνασμα, έξοδος στις αγορές, εξωστρέφειες, καινοτομίες κ.λπ. Η αξιωματική αντιπολίτευση αντιγυρίζει: ανατροπή της λαίλαπας των Μνημονίων και τέλος της λιτότητας και της ανθρωπιστικής καταστροφής. Και έρχεται ξάφνου κάποιος τρίτος μιλώντας για μια «πιο ωραία ζωή» ή για την «ευτυχία». Σαν να απευθύνεται, έτσι, σε εκείνα τα τμήματα των μεσοαστικών στρωμάτων που δεν βυθίστηκαν πραγματικά στην κρίση, αλλά παρέμειναν εν πολλοίς στον αφρό, σε μια κατάσταση αμήχανης κατάπληξης ή χλομής και πάντως όχι έξαλλης ενόχλησης.



Ας κάνουμε μια υπόθεση: για ένα τέτοιο ακροατήριο το κυρίαρχο δεν είναι ούτε η προγραμματική εμβάθυνση μιας πολιτικής πρότασης ούτε φυσικά η ιστορική δικαίωση μιας ταυτότητας αλλά κάποιες θετικές αλλαγές στη δημόσια ατμόσφαιρα και στο ύφος της ελληνικής ζωής. Υπάρχει ένα κομμάτι της κοινωνίας για το οποίο η ελπίδα δεν αφορά μια υπόσχεση για την πολιτική μας συλλογικότητα ούτε ακόμα για μια δικαιότερη ρύθμιση του κοινωνικού μας ζητήματος. Αυτό που κερδίζει εδώ την προσοχή είναι η πιθανότητα για επανεκκίνηση του ατομικού ονείρου σε ένα κάπως «φιλικότερο περιβάλλον» από το κατατονικό και ζοφερό πλαίσιο της ύφεσης.



Αλλά η κουβέντα περί «πιο ωραίας ζωής» δεν είναι τόσο ανώδυνη ή δίχως γενικότερη σημασία. Στη συγκεκριμένη στιγμή, το να κλείνει κανείς το μάτι σε μια διάθεση απόδρασης από τα υπαρκτά βαριά διλήμματα της οικονομίας και της πολιτικής φτιάχνει απλώς έναν πιο ζαχαρωμένο λαϊκισμό. Το δικαίωμα στην ευτυχία, στην εκδοχή που πάει να σχηματιστεί, αποσιωπά το κόστος το οποίο έχουν οι δημόσιες επιλογές ως επιλογές οι οποίες, αναγκαστικά, δεν μπορεί να αρέσουν σε όλους. Η εκπροσώπηση της «κοινής λογικής» μπορεί να είναι λοιπόν άλλο ένα πλήγμα στην αντιπροσωπευτική μας δημοκρατία: σαν ένα είδος αίρεσης φτιαγμένης όμως από πολλές μικρές συμβατικότητες φιλελεύθερες, αριστερές, νεοφιλελεύθερες ή «πατριωτικές» (γιατί όχι;).



Νομίζω πάντως ότι το πολιτικό πρόβλημα που έχουμε μπροστά μας δεν είναι η διαμάχη παλαιού και μοντέρνου, μπαγιάτικου και φρέσκου. Όπως και στο παρελθόν με τον εκσυγχρονισμό, έτσι και τώρα με τις προσπάθειες για ένα «υπερβατικό» άλμα στην πολιτική, ο κίνδυνος είναι ένας: να ξαναδοκιμάσουμε πολύ συμβατικές και ρηχές ιδέες στο όνομα της ρήξης με το παρελθόν και της «νέας απαρχής». Η αδυναμία των κυρίαρχων της θεσμικής πολιτικής μας τάξης να διαβάσουν τη συγκυρία και κυρίως να εκθέσουν με παρρησία εναλλακτικές αφηγήσεις του κοινού καλού πέρα από την άθροιση των αντιστάσεων (ριζοσπαστική Αριστερά) ή των προσαρμογών («μνημονιακός» μεταρρυθμισμός) μεγεθύνει το κενό. Και επειδή πάντα η κάλυψη του κενού είναι δύσκολη υπόθεση χωρίς πολιτική, ο κίνδυνος είναι η ίδια η ελαφρότητα να παρουσιαστεί ως διέξοδος από τα αδιέξοδα. Σε αυτή την περίπτωση, το μέλλον προς μια «Αριστερά» με κόμματα πειρατών και μια «Δεξιά» με κόμματα αθλητικών παραγόντων ή μεγαλοεπιχειρηματιών θα έλθει ακόμα κοντύτερα.


Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Νικόλας Σεβαστάκης, Ευρώπη: κίνδυνοι και μύθοι


Γράφτηκαν ήδη πολλά, αυτές τις μέρες, για τα εκατό χρόνια από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Μεγάλο Πόλεμο όπως τον ονόμαζαν πριν έλθει η επόμενη ανθρωποσφαγή του 1939-45. Και όπως θα περίμενε κανείς, οι μνήμες του 1914 συνδέθηκαν με άλλες σκέψεις για τη σημερινή κατάσταση της Ευρώπης.

Οι διαπιστώσεις είναι, σε μεγάλο βαθμό, κοινές. Σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες, σε Βορρά και Νότο, τον τόνο δίνει η απογοήτευση. Ο σκεπτικισμός είναι μια κομψή λέξη για να περιγράψει κανείς τα κύματα βαθύτερης απαισιοδοξίας σε σχέση με τις εξελίξεις στον χώρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Και οι απορριπτικές τάσεις που θεριεύουν δείχνουν τα σημάδια της κρίσης: από τη μια την όξυνση των ανισοτήτων και την ανεργία, από την άλλη την κρίση ταυτότητας της παλαιάς Ευρώπης απέναντι στην «εισβολή του Ισλάμ» και στις δυσκολίες των πολυπολιτισμικών μοντέλων. Για τη νέα ευρωπαϊκή Δεξιά της αμφισβήτησης, η παρακμή προέρχεται από την Ευρώπη της χαλάρωσης, των αφύλακτων συνόρων, των φιλελεύθερων και αριστερών κοσμοπολιτισμών. Ενώ την ίδια στιγμή, για ένα σημαντικό κομμάτι της ριζοσπαστικής Αριστεράς ο ευρωπαϊσμός είναι πια ένας γερασμένος μύθος των ελίτ ή μια αδύναμη ηθικολογία δίχως σχέση με την αλήθεια της πολιτικής και της οικονομίας. Οι εικόνες της ύφεσης και κυρίως ο τρόπος χειρισμού της από τις κυβερνήσεις ενίσχυσαν αυτή την ψυχρή ματιά που το πρώτο το οποίο αναζητά είναι το ποιος κερδίζει και ποιος χάνει στο παιχνίδι των συμφερόντων και της κατανομής εξουσιών. Αλλά εδώ οι αντιευρωπαϊσμοί της Δεξιάς έχουν ένα συγκριτικό πλεονέκτημα: στην ιδεολογική και φιλοσοφική τους μήτρα βρίσκουμε την αποδοχή των ανισοτήτων και την αβυσσαλέα εχθρότητα για όλα τα πολιτικά σχέδια που ζητούν να υπερβούν την αιώνια διαπάλη των εθνικών κοινοτήτων ή των κρατικών και πολιτισμικών μονάδων.

Για την Αριστερά τα πράγματα είναι μάλλον πιο σύνθετα. Ή σωστότερα, αυτό θα έπρεπε να ισχύει. Η ευκολία όμως με την οποία πολλοί μιλούν πλέον για την άθλια Ευρώπη και σπεύδουν να καλωσορίσουν το τέλος του ευρωπαϊσμού είναι ανησυχητική. Είναι μια ευκολία αποκαρδιωτική και κοντόθωρη διότι βοηθά στη διάδοση απλουστεύσεων που σκοτώνουν: για παράδειγμα, σε κύκλους της ριζοσπαστικής διανόησης η μέριμνα για την Ευρώπη ταυτίζεται με έναν ευρωκεντρισμό που συγκαλύπτει το «αποικιοκρατικό και ιμπεριαλιστικό φαντασιακό της Δύσης». Σε ευρύτερα ακροατήρια πληθαίνουν οι φωνές που μιλούν για τον νέο ολοκληρωτισμό δίχως αίσθηση του γελοίου και του πολιτικού μέτρου. Παράλληλα όμως με αυτές τις ολέθριες ταυτίσεις επιστρέφει και ο μύθος της αυτάρκειας, των νησίδων κοινωνικής εξουσίας σε μια Ελλάδα των κοινοτήτων που θα ξεκόψει, με πράξεις θεϊκής βούλησης, από το γραφειοκρατικό τέρας των Βρυξελλών.

Είναι, ωστόσο, πολύ διαφορετικό πράγμα η κριτική στα πεπραγμένα της ευρωπαϊκής ορθοδοξίας. Κάτι αναγκαίο και γόνιμο. Οπως είναι ζωτικής σημασίας η εγρήγορση, η διανοητική και πολιτική, απέναντι στη θεολογία της ανταγωνιστικής λιτότητας και στην τεχνοκρατική τύφλωση των στυλοβατών της. Αλλά ακόμα και στην πτώση της, ακόμα και στην «παρακμή» της, η Ευρώπη είναι αυτό που μας έλαχε, για να παραφράσω εδώ τον Αγγελο Ελεφάντη. Οι πολιτικές της αποτυχίες δεν κρύβονται, αλλά υπάρχουν και πολλές επιτυχίες που έχουν ενσωματωθεί σιωπηλά στους τρόπους ζωής και στους θεσμούς των ευρωπαϊκών χωρών. Και αισθάνομαι θυμό όταν ακούω ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι μια αυταρχική αυτοκρατορία που θα καταρρεύσει όπως η σοβιετική. Γιατί νομίζω ότι στην Ιστορία υπάρχουν αποτυχίες και αποτυχίες. Υπάρχουν οι αποτυχίες που αφήνουν ωστόσο χώρο για διορθώσεις, στροφές, αλλαγές πορείας και αναθεωρήσεις. Κι εκείνες οι αποτυχίες που η μοναδική τους έκβαση υπήρξε η ντροπή και η τραγωδία.

Η Ευρώπη που απογοητεύει και εξοργίζει τους πολίτες της, αυτή που βρίσκεται ίσως στη χειρότερη θέση από τη μεταπολεμική της ίδρυση, παραμένει, παρ’ όλα αυτά, μια υπόθεση του μέλλοντος. Η αβεβαιότητα και οι κίνδυνοι που την απειλούν εκ των ένδον υπενθυμίζουν πλέον ότι καμιά πρόοδος δεν είναι εγγυημένη από τους νόμους της Ιστορίας ή τις επιταγές του Ορθού Λόγου. Ποτέ άλλωστε η Ευρώπη δεν υπήρξε μια ασφαλής ή κληρονομημένη ταυτότητα: το πνεύμα της ήταν η ζωντανή αντίφαση. Ηταν η κίνηση των αντιφάσεων που επινοεί το χειρότερο και το καλύτερο, την απόγνωση αλλά και την ελπίδα μέσα και πέρα από την απόγνωση.

Σήμερα λέμε ότι υπάρχουν περισσότεροι λόγοι για απαισιοδοξία παρά για ελπίδα. Κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί αυτό, αν και ζουν ακόμα ανάμεσά μας κάποιοι που συγχέουν την ευρωπαϊκή ιδέα με τη χαζο-αισιοδοξία διαφημιστικής μακέτας και γλωσσάρι του μάνατζμεντ. Οι απειλές για την Ευρώπη δεν έρχονται από έξω αλλά από το εσωτερικό της. Είναι τα κοινωνικά της ρήγματα, οι περιφερειακές ανισότητες και οι αντιδημοκρατικές ροπές της νεοφιλελεύθερης τεχνοκρατίας. Είναι, πάνω από όλα, τα μίση που συνδυάζονται με την αδιαφορία και την αποξένωση των πολλών. Ολα αυτά όμως ζουν και βασιλεύουν και εκτός Ευρώπης. Και τα συναντά κανείς μεγεθυσμένα μαζί με τον πόλεμο, τη δικτατορία, την απουσία οποιουδήποτε κοινωνικού κράτους. Αν λοιπόν η Ευρώπη εξακολουθεί να είναι στοίχημα, τούτο οφείλεται σε έναν βασικό λόγο: στο ότι δεν αποτελεί μόνο μια «στρατηγική του Κεφαλαίου», ούτε μια συνωμοσία διευθυντηρίων και στοών, αλλά μια πολιτική υπόσχεση που αναζητεί διαρκώς το νόημά της. Και σε αυτό το πεδίο του νοήματος αξίζει κανείς να επιμένει, όσο και αν η απαισιοδοξία για την Ευρώπη μπορεί να εξελιχτεί σε μόδα της ανοιξιάτικης σεζόν.


Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Νικόλας Σεβαστάκης,Παραφράζοντας την πραγματικότητα


«Τώρα βγαίνουμε πραγματικά από την κρίση» δήλωσε ο Ευ. Βενιζέλος αμέσως μετά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας επενδύσεων. Μάλλον μια πιο προχωρημένη δήλωση από τις γνωστές διαβεβαιώσεις στελεχών της κυβέρνησης ότι «οδεύουμε για έξοδο από την κρίση».
Τι συμβαίνει λοιπόν; Πρόκειται για αισιοδοξία της βούλησης του αντιπροέδρου της κυβέρνησης που υπερέβη ακόμα και τον Γιάννη Στουρνάρα; Η μήπως, όπως ίσως θα ήθελαν οι «58» της Κεντροαριστεράς, για αναγκαίο νεύμα φυγής από τη συλλογική κατάθλιψη;
Υποθέτω όμως ότι αναγκαία συνθήκη εξόδου από την κρίση είναι η αναγνώριση των διαστάσεών της. Είναι η αποτίμηση του ύψους των ζημιών, ο αναλογισμός της απώλειας, έστω μεροληπτικός και αξιολογικά φορτισμένος. Η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει επίσης επίγνωση του κινδύνου που έχει η μετωπική σύγκρουση του πολιτικού λόγου και της κοινωνικής εμπειρίας. Η εμπειρία, λένε κάποιοι, δεν λέει πάντοτε την αλήθεια γι' αυτό που συμβαίνει στο μακροεπίπεδο της οικονομίας. Έχουν δίκιο μόνο ως προς τις αποσπασματικές ατομικές μας εμπειρίες. Αλλά η αισιοδοξία δεν μπορεί να χτιστεί πάνω στον εξωραϊσμό του απαράδεκτου. Και είναι αυτό το επίμονο απαράδεκτο που ξεδιπλώνεται στα κοινωνικά γεγονότα της συγκυρίας. Τα μεγέθη και κυρίως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της πρωτοφανούς ανεργίας δεν επιτρέπουν εξωραϊσμούς. Η βύθιση ενός σημαντικού τμήματος της μεσαίας τάξης και η επικράτηση νέων μορφών ένδειας και υποβαθμισμένης ζωής, επίσης. Οι εργασιακές σχέσεις που διαμορφώνονται πλέον στους αυτοματισμούς της αγοράς αποτελούν τεράστια οπισθοδρόμηση. Με μια λέξη, η ταξική διάσταση της κρίσης δεν είναι επινόημα της αριστερής φαντασίας.
Και εξάλλου η κρίση δεν είναι μόνο δημοσιονομική. Οι άλλες της πλευρές και ιδίως το ρήγμα εμπιστοσύνης μεταξύ λαού και ελίτ παραμένει αγεφύρωτο. Το ότι είναι σε μεγάλο βαθμό ένα βουβό ρήγμα ή δεν εκδηλώνεται με τους θεαματικούς όρους της λεγόμενης κοινωνικής έκρηξης, δεν σημαίνει ότι το ρήγμα μίκρυνε. Οι κλυδωνισμοί στο ηθικό - πολιτικό επίπεδο καλά κρατούν. Και η εμφανής κόπωση των ανθρώπων δεν σβήνει την οργή ούτε τα μίση που επισωρεύτηκαν αυτά τα χρόνια. Τα υλικά της απόρριψης εκβάλλουν απλώς σε μυριάδες κατευθύνσεις σχηματίζοντας μια κινούμενη άμμο. Οι επιμέρους δυσαρέσκειες δεν φτιάχνουν ένα «τσουνάμι οργής», όπως το θέλει η δημοσιογραφική γλώσσα, αλλά μοριακούς κυματισμούς δυσφορίας. Και είναι τούτη η κινούμενη άμμος η οποία μπορεί, απροειδοποίητα, να γεννήσει νέα ακροδεξιά βλαστήματα.
Οι λεκτικές ωραιοποιήσεις αποτελούν λοιπόν πρόβλημα. Κι αυτές με τη σειρά τους ξύλινη γλώσσα είναι. Όχι γιατί υπηρετούν την κυβερνητική αφήγηση για τα πράγματα, αλλά γιατί προκαλούν τους θυμωμένους και τους απογοητευμένους. Ακόμα κι αυτούς που είναι πραγματικά αισιόδοξες φύσεις.
Υπάρχει βέβαια η εντύπωση ότι το σοκ της κρίσης έχει ενσωματωθεί στις νέες στρατηγικές επιβίωσης των ατόμων και των νοικοκυριών. Αυτό παράγει μια εικόνα σταθερότητας χαμηλής ποιότητας. Όταν όμως εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες δίχως ηλεκτρικό ρεύμα ακούνε ότι τα δύσκολα πέρασαν, ότι είμαστε ήδη λίγα μέτρα από την αιθρία, τα ελλείμματά τους πολλαπλασιάζονται. Και μπορεί κανείς να υποθέσει ότι όσο περισσότερο η ρητορική των πλεονασμάτων έρχεται σε αντίθεση με αυτά τα βαθιά ανθρώπινα ελλείμματα, τόσο μεγαλώνει και η κρίση νοήματος στην κοινωνία μας. Κάτι τελικά πολύ πιο σοβαρό από τα σλάλομ που θα δοκιμάσουν οι «αξιωματούχοι των δανειστών» πριν την επόμενη συμφωνία.



Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινωνικό ζήτημα και ανορθολογικές ιδέες


Από τον κήπο της επικαιρότητας σταχυολογώ δυο πολύ διαφορετικά γεγονότα των τελευταίων ημερών. Το πρώτο είναι ότι για δέκα λοιπόν χιλιάδες επιδοτούμενες θέσεις απασχόλησης (με αμοιβή κάτω των πεντακοσίων ευρώ) κατατέθηκαν εκατόν εξήντα χιλιάδες αιτήσεις. Το θέμα αφορά ως γνωστόν πεντάμηνο πρόγραμμα «κοινωφελούς εργασίας» στην Τοπική Αυτοδιοίκηση που απευθύνεται σε ανέργους.
Το άλλο νέο είναι ότι, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Metron Analysis, ένας στους τρεις πολίτες (κάπου το 33%) φαίνεται να πιστεύει στους περίφημους αεροψεκασμούς που σύμφωνα με τη σχετική πληθωρική παραφιλολογία «παραλύουν τη βούληση των Ελλήνων να αντισταθούν και να ξεσηκωθούν». Και από την ποιοτική ανάλυση προκύπτει ότι από αυτούς είναι ανησυχητικά μεγάλο το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ ενώ πρόκειται κυρίως για νέες γυναίκες και αποφοίτους κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης.
Υποθέτω ότι ο συνδυασμός τέτοιων ψηφίδων της πραγματικότητας συνθέτει το πραγματικό πρόσωπο της κρίσης. Και ότι αν μείνει κανείς μόνο στη μια ψηφίδα χωρίς να σκεφτεί την άλλη, η ανάλυσή του θα έχει ένα μεγάλο κενό.
Έχουμε κατά κάποιον τρόπο υποχρέωση να σκεφτόμαστε και τις δυο όψεις. Τη μεταμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων που συντελείται σε συνθήκες παγίωσης της μεγάλης ανεργίας και των οικονομικών αδιεξόδων. Αλλά και την εκρηκτική απογείωση του ανορθολογισμού που δεν συνιστά δευτερεύουσα ανωμαλία ούτε μια, αδιάφορη από πολιτική άποψη, κοινωνική γραφικότητα.
Και άλλα όμως μηνύματα αυτών των ημερών μπορεί να διαβαστούν ως προειδοποιήσεις και καμπανάκια κινδύνου. Το ότι, για παράδειγμα, η Χρυσή Αυγή ως «πρόθεση ψήφου» επιμένει. Επιμένει ένα σκανδαλώδες, δημοσκοπικό φυσικά, οκτώ και εννέα τοις εκατό στις δυο μεγάλες περιφέρειες της Αθήνας. Παρά τα όσα εντυπωσιακά γίνονται στο αστυνομικό και δικαστικό μέτωπο εδώ και βδομάδες. Ενώ από την άλλη -αν και πρόκειται για φαινόμενο άλλης τάξης- το κόμμα της Μαρίν Λε Πεν κερδίζει έδαφος εις βάρος όλης της γαλλικής Αριστεράς, αλλά και της υπόλοιπης Δεξιάς. Και στην Ευρώπη συνολικά η Άκρα Δεξιά εμφανίζεται ως ο χώρος της «λαϊκής υπόθεσης» εναντίον των ελίτ.
Με ποιο τρόπο μπορεί άραγε κανείς να απαντήσει ορθολογικά, αλλά όχι περιφρονητικά, σε διαφορετικά είδη πόνων και φόβων, πανικών και ελπίδων; Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτό το σύγχρονο τραύμα, που δεν είναι μόνο ταξικό, αλλά φτάνει βαθύτερα, ώς εκεί που δεν φτάνει η συνηθισμένη καταγγελία του νεοφιλελευθερισμού;
Με παρόμοιες απορίες κατά νου δεν υπαινίσσομαι ότι κάποια ζητήματα παιδείας (με την ευρύτερη έννοια του όρου) έχουν προτεραιότητα σε σχέση με τα κοινωνικά και πολιτικά επίδικα της συγκυρίας. Λέω όμως ότι η αμάθεια, οι μεταμοντέρνες δεισιδαιμονίες και οι πολυποίκιλοι ανορθολογισμοί παράγουν, με τον τρόπο τους, πολιτική. Και ότι ακόμα κι αν αυτή η «πολιτική» καταλήγει σε λαϊκά αναθέματα κατά των ελίτ και των κατεστημένων δεν έχει καμιά σχέση με τις αριστερές πολιτικές και πνευματικές αξίες.
Οι ανορθολογισμοί των ημερών δεν αποτελούν απλώς φευγαλέο εποικοδόμημα της οικονομικής κρίσης, αλλά αυτοδύναμους παράγοντες μιας κρίσης νοήματος που αγγίζει ακόμα και το επίπεδο των ψυχών. Δεν πρόκειται δηλαδή μόνο για περιφερόμενες λόξες και «ψευδείς συνειδήσεις», οι οποίες θα υποχωρήσουν κάτω από το βάρος των υλικών αναγκών του άνεργου ή του πληττόμενου εργαζόμενου και μεσοαστού. Διότι οι άνθρωποι, ακόμα και οι πιο φτωχοί, κάνουν τις επιλογές τους συνδυάζοντας ιδέες με συμφέροντα ή με αυτό που εκλαμβάνουν ως ανάγκη. Η πολιτική των αναγκών μπορεί να είναι οτιδήποτε και όχι αποκλειστικά κάτι αριστερό.
Βρισκόμαστε παρ' όλα αυτά σε ένα σημείο του ιστορικού χρόνου όπου διάφορες μορφές ορθολογισμού έχουν φθαρεί ανεπανόρθωτα από τις ιδεολογικές τους καταχρήσεις και τα ιστορικά παραδείγματα "ορθολογικής"' βίας. Αυτό ωστόσο καθιστά ακόμα πιο επιτακτικό το να ξανασκεφτούμε τις διαπαιδαγωγικές ποιότητες της πολιτικής. Και κυρίως της αριστερής πολιτικής.


Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Νικόλας Σεβαστάκης,Το τραύμα της Ευρώπης

Όλο και περισσότεροι το παραδέχονται: το δράμα της Κύπρου είναι ένα ξεχωριστό τραύμα στο ήδη λαβωμένο σώμα της Ευρώπης. Το πόσο βαθύ θα αποδειχθεί κανείς δεν μπορεί να το γνωρίζει από τώρα. Οι συνέπειες των τωρινών αποφάσεων θα ξετυλιχτούν ουσιαστικά σε κάποιο βάθος χρόνου, με βίαιους σπασμούς και μικρές υφέσεις, με ακανόνιστους ρυθμούς και μικρά παραπλανητικά διαλείμματα. Η ιστορία ήδη διανθίζεται με έρπουσες φήμες, προετοιμάζοντας το έδαφος για ποινικούς καταλογισμούς και κομματικά παιχνίδια μετάθεσης ευθυνών. Αλλά το τραύμα δεν περιορίζεται, κατά πώς φαίνεται, στο πολιτικοοικονομικό θρίλερ που παίζεται τούτες τις μέρες με μια μεγάλη δόση αγωνίας για το πρώτο, προσωρινό του, φινάλε.
Πέρα από την υπόθεση της Κύπρου και της «υπαγορευμένης» με το σπαθί καταστροφής του οικονομικού της μοντέλου, ο κίνδυνος για την Ευρώπη είναι πια υπαρξιακός. Αφορά τη στοιχειώδη νομιμοποίηση του οικοδομήματος και της ιστορίας του και όχι μόνο τις περιπέτειες των «άσωτων» τραπεζικών συστημάτων του. Τα λόγια περί εξυγίανσης από τις ασωτίες δεν μπορούν πια να κρύψουν τον μεγάλο κίνδυνο: ο θυμός με τη «γερμανική» Ευρώπη να γίνει πεδίο αναγέννησης και διασποράς των εθνικισμών. Με ένα αποτέλεσμα: τα συναισθήματα δυσφορίας και εξέγερσης απέναντι στις ηγετικές ελίτ της Ευρωπαϊκής Ένωσης να στραφούν σε σκληρότερους εγωισμούς αυτοσυντήρησης και σε ένα πνεύμα ριζικά ξένο προς την αλληλεγγύη.
Αυτή, νομίζω, τη διάσταση την υποτιμούν συστηματικά όσοι πιστεύουν ότι η επιστροφή στη δραχμή ή στην κυπριακή λίρα είναι απλώς ζήτημα οικονομικού ρεαλισμού ή σθεναρής πολιτικής βούλησης. Μια τέτοια επιστροφή στα εθνικά νομίσματα, στις συγκεκριμένες συνθήκες βαθιάς λαϊκής αποξένωσης και βαθιάς καχυποψίας για όλους και με όλα, είναι πιθανότερο να οδηγήσει στις χειρότερες εθνικιστικές δυσπλασίες παρά σε οτιδήποτε άλλο.
Ανήκω, προφανώς, σε εκείνους τους αριστερούς που, όπως έγραψε ο Λήο Πάνιτς, έτρεφαν και ακόμα «τρέφουν αυταπάτες» για την Ευρώπη. Μια άλλη διατύπωση μου φαίνεται όμως πιο ακριβοδίκαιη: δεν πιστεύω ότι η Ευρώπη, έστω κι ετούτη η σκιά του εαυτού της, είναι ένα πτώμα σε αποσύνθεση και ότι η Άνοιξη μπορεί να έλθει από τη Μόσχα, το Πεκίνο ή ποιος ξέρει από πού. Ο κίνδυνος, παρ' όλα αυτά, είναι εδώ και ο πολιτικός χρόνος για την ανάσχεσή του πολύ μικρός. Είναι πιθανό να εκπληρωθεί τελικά η προφητεία της ευρωπαϊκής αποσύνθεσης, αλλά με τρόπους και μορφές που δεν θα έχουν τίποτα το θετικό.
Η περιπέτεια της Κύπρου μπορεί να προαναγγέλλει μια τέτοια δυναμική επιταχυνόμενης αποσταθεροποίησης και αποσύνθεσης. Το ερώτημα είναι εάν τα πολλαπλά τραύματα θα ολοκληρώσουν τον κύκλο τους μέχρι την καρδιά του οικοδομήματος, τη Γαλλία ας πούμε, ή αν θα υπάρξουν σημαντικές ανατροπές πριν τον κλινικό θάνατο της Ευρώπης.
Φοβάμαι ότι όσοι διαθέτουν εύκολες τις διαγνώσεις και κυρίως πρόχειρες τις θεραπείες και τη συμβουλευτική έχουν ήδη έτοιμη την απάντηση. Έτσι κι αλλιώς, ό,τι και αν συμβεί στην πραγματικότητα, η θεωρία θα τους «δικαιώσει».



Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Νικόλας Σεβαστάκης,Στον αστερισμό της ευελιξίας


Ανάμεσα στα γεγονότα κάθε βδομάδας υπάρχουν εκείνα που τραβούν σχεδόν όλη την προσοχή της δημοσιότητας και άλλα που αποκτούν μια κάποια θεσούλα στις ειδήσεις δίχως τον ανάλογο θόρυβο. Σε αυτή την τελευταία κατηγορία ανήκει και η τελευταία έκθεση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε) για την επέκταση των μορφών «ευέλικτης και εκ περιτροπής απασχόλησης». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα στοιχεία που μαθαίνουμε δεν είναι απλώς ύλη για το ρεπορτάζ του υπουργείου Εργασίας ή για ένα ακόμα πρόχειρο σχόλιο των οικονομικών του Μνημονίου: τα στοιχεία μαρτυρούν την πιο βαθιά πλευρά μιας ανώμαλης μετάβασης, μιας εκ βάθρων αλλαγής στους όρους της καθημερινότητας και στη δομή των κοινωνικών σχέσεων. Αν τούτες τις μέρες η παντομίμα με τις «αντιδράσεις» της τρόικας καταπίνει τον βασικό χρόνο της ενημέρωσης, η έκθεση του ΣΕΠΕ δεν προσφέρεται ούτε για θεατρικές διασκευές ούτε για έξυπνες κουβεντούλες στο twitter.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη την οποία καταγράφει η έκθεση εξηγεί, ώς ένα βαθμό, τους αποπροσανατολισμούς και τις αδράνειες που επικρατούν. Και αυτό γιατί πίσω από τις επίσημες ονομασίες, πίσω από τη φράση «ευέλικτες ή εκ περιτροπής συμβάσεις», προβάλλει πια το φάντασμα της μη σύμβασης, της αποθεσμοποίησης της εργασίας. Με πολύ γρήγορους ρυθμούς, η εργασία χάνει τη νομική της προστασία αφού ήδη έχει αποσυνδεθεί από την έννοια του αξιοπρεπούς εισοδήματος. Έχουμε έτσι τη σκληρή διάψευση μιας ιδεολογίας και της συναφούς ρητορικής: το τσαλάκωμα της ιδεολογίας των ελεύθερων επιλογών που υποτίθεται ότι βρίσκονται στη βάση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Οι ατομικές επιλογές γίνονται, εκ νέου, προνόμιο της τύχης ή, όπως το θέλει η γλώσσα της εποχής, μια πολυτέλεια. Για όσους προσέρχονται στην αγορά εργασίας ως ικέτες, ο «αστικός ατομικισμός» δεν έχει κανένα νόημα. Με αυτό τον τρόπο και η κληρονομημένη ελληνική ιδεολογία της ανεξάρτητης ή δίχως αφεντικό εργασίας συναντά σήμερα την ακραία, την πιο βάναυση ακύρωσή της: μια κοινωνική πραγματικότητα όπου τα αποθέματα ανεξαρτησίας και η διαπραγματευτική ισχύς των πιο αδύναμων συρρικνώνονται αν δεν εξαφανίζονται πλήρως.
Ποιες συνέπειες θα έχει τούτη η διάψευση στα χρόνια που έρχονται; Κανένας δεν είναι ασφαλώς σε θέση να το γνωρίζει. Αλλά η εικόνα μιας κοινωνίας με περισσότερους αδύναμους ανθρώπους, με ευτελισμούς και αχαρτογράφητες ματαιώσεις, δεν υπόσχεται τίποτα καλό για τη δημοκρατία. Αυτή η τελευταία, η δημοκρατία, προϋποθέτει ισχυρούς δημόσιους θεσμούς. Αλλά η αποθεσμοποίηση της εργασίας και η μαζική παραγωγή ανταγωνιζόμενων ικετών φτιάχνει το αντίθετο: μεγαλύτερη πολιτική αποξένωση και ψυχικό ξεχαρβάλωμα των ανθρώπων.
Πέρα από όλα τα άλλα, η ρήξη με τις συμβάσεις υπονομεύει τη στοιχειώδη εμπιστοσύνη η οποία εκπολιτίζει, έστω ατελώς και πάντα προσωρινά, τις αστικές κοινωνίες. Ο εκ περιτροπής εργαζόμενος είναι ήδη λειψός πολίτης, πολίτης που άγεται και φέρεται από τις ανάγκες του. Το ερώτημα είναι αν μια άλλη πολιτική μπορεί να ανακόψει τη δυναμική της αγοραίας επισφάλειας χωρίς την αυταπάτη της επανόδου στις βεβαιότητες της ελληνικής ιδεολογίας. Και είναι, βέβαια, κι αυτό ένα ερώτημα υψηλής δυσκολίας όπως όλα τα ερωτήματα που πάνε πέρα από τους καβγάδες των δελτίων και τα λακτίσματα των social media.



Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Νικόλας Σεβαστάκης, Μια γενιά σε αναστολή...

Η πιο βαριά συνέπεια της κρίσης την οποία ζούμε, τουλάχιστον ως προς τα μακροπρόθεσμα αποτυπώματα που θα αφήσει, είναι το τείχος που υψώνει στους νεότερους: η παρεμπόδιση των επιλογών, το μπλοκάρισμα των επιθυμιών, η ακύρωση στην πράξη σχεδίων και προγραμματισμών. Το σκέφτομαι αυτό και το γράφω διότι πρόσφατα έτυχε να βρεθώ στην επταμελή επιτροπή κρίσης δυο διδακτορικών διατριβών.
Διαβάζοντας λοιπόν αυτές τις μελέτες είχα ανάμικτα συναισθήματα: χάρηκα για τις υψηλές ποιότητες που συνάντησα και συγχρόνως ένιωσα θλίψη για τις αχάριστες και σκληρές συνθήκες όπου αυτοί οι άνθρωποι θα κληθούν να επιβιώσουν και να υπηρετήσουν την υπόθεση της γνώσης.
Χιλιάδες μορφωμένοι τριαντάρηδες βρίσκονται αυτή τη στιγμή καθηλωμένοι και αδρανοποιημένοι ή στην καλύτερη περίπτωση σε έναν βιοπορισμό χαμηλών πτήσεων. Είναι ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό, η γενιά που μπορεί να στηρίξει έμπρακτα την αλλαγή του κοινωνικού και οικονομικού μοντέλου, μια πραγματική και όχι ιδεοληπτική νέα μεταπολίτευση. Η αδρανοποίηση για την οποία μιλώ τους έρχεται απ’ έξω, από την απίστευτη γήρανση των δομών και τον δημοσιονομικό τους στραγγαλισμό. Από αυτό που, όπως και αν το ονοματίσουμε, είναι μια μορφή βαναυσότητας. Οι ίδιοι το παλεύουν, αξιοποιούν τα μικρά ρήγματα και τις χαραμάδες, συνομιλούν με τα διεθνή ρεύματα και χτίζουν γέφυρες επικοινωνίας με τις ερευνητικές κοινότητες άλλων χωρών.
Όλα αυτά ωστόσο τα προσπαθούν ορφανοί, δίχως αναγνώριση, σε συνθήκες αποτροπής κάθε ενθουσιασμού: δίχως καμιά ουσιαστική ενθάρρυνση, πέρα από τα φαιδρά μεγάλα λόγια περί κοινωνίας της γνώσης και κινητικότητας. Και όσο οι καλωπιστικές ρητορικές θα συνεχίζονται αδιαφορώντας για την πραγματικότητα, τόσο πιο ασύντακτη και τρελή θα μοιάζει αυτή η τελευταία.
Σε αυτή την περίπτωση, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι διακριτό από τη σαρωτική ανεργία και την υποαπασχόληση. Αφορά κατά βάθος τη διαδικασία ανανέωσης των εργαλείων με τα οποία μια κοινωνία κατανοεί τον εαυτό της και προχωρεί ή δεν προχωρεί σε επιθυμητές αλλαγές και ανατροπές.
Ο αυτοματισμός των «προσαρμογών στη λιτότητα» είναι φυσικά το αντίθετο μιας τέτοιας επιλεγμένης αλλαγής: δεν μεταβάλλει το προηγούμενο παράδειγμα, απλώς το τσαλακώνει και το αποσυναρμολογεί διαχέοντας ανασφάλεια. Πώς αλλάζεις όμως κάτι χωρίς υποκείμενο των αλλαγών; Με ποιο τρόπο μπορεί να συγκροτηθεί το οτιδήποτε δίχως εμπιστοσύνη;
Από την άλλη, ξέρουμε ότι η ελληνική κοινωνία δεν ανταμείβει γενικά την πνευματική προσπάθεια. Παρά την παραδοσιακή «μορφωσιολατρεία» που συνδέθηκε στο παρελθόν με την άνοδο των μικροαστικών στρωμάτων, η κοινωνία αντιμετωπίζει την έρευνα και τη θεωρία ως αντικείμενα πολυτελείας. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι η κρίση επιτείνει αυτό το είδος στενόμυαλου υπολογιστικού πνεύματος.
Όταν ωστόσο η απουσία ανταμοιβών και αναγνώρισης γίνεται κανόνας, το ίδιο το κράτος μετατρέπεται σε σπόνσορα της στασιμότητας και της παρακμής. Στερώντας από μια ολόκληρη γενιά τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τα προσόντα της, το παρόν «σύστημα» μπορεί να εξαγγέλλει μόνο, με γλώσσα διαφημιστή, το επερχόμενο βασίλειο των αρίστων. Και τούτη η διαφήμιση που δεν θέλει να δει την πραγματικότητα είναι πια το σύμβολο αυτών των τελευταίων τριών χρόνων.




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη