Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2020

"Παράδοση και Μοντερνισμός στον νέο ελληνισμό": Το νέο βιβλίο του Σπύρου Κουτρούλη


Σπύρος Κουτρούλης, Παράδοση και Μοντερνισμός στον νέο ελληνισμό, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2020

Η ερμηνεία του ελληνισμού προϋπέθεσε την «ένδον» πορεία του ελληνικού στοχασμού, την προσπάθεια, δηλαδή, να αντικρύσουμε τον εαυτό μας όπως αυτός πραγματικά είναι. Η πνευματική πορεία για την ανάδειξή του δεν έγινε από πνευματικούς ανθρώπους που είχαν υψώσει τείχη απέναντι στον κόσμο, αλλά από εκείνους που είχαν στέρεη γνώση του ευρωπαϊκού –ίσως και του παγκόσμιου– στοχασμού. Στοχαστές όπως ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Θεοτοκάς, ο Τσαρούχης, ο Δημαράς, ο Πικιώνης, που υπήρξαν εξέχοντα μέλη της γενιάς του ’30, συνδύασαν τον μοντερνισμό με την ανάδειξη στοιχείων που καθόρισαν τη φυσιογνωμία του ελληνισμού, όπως τα γραπτά του στρατηγού Μακρυγιάννη, η τέχνη του Θεόφιλου, ο Ερωτόκριτος, τα δημοτικά τραγούδια, η αισθητική της ντόπιας αρχιτεκτονικής κ.α. Συγχρόνως, όλοι τους μας κάλεσαν να «πάμε στον λαό και να φωτιστούμε από αυτόν». Οι λόγοι για μια τέτοια κίνηση είναι πολλοί. Πρώτα-πρώτα, απέδιδαν καίρια σημασία στη λαϊκή παράδοση και τον λαϊκό πολιτισμό. Κατά δεύτερον, θεωρούσαν ότι στοιχεία της παράδοσης διέσωζαν αυθεντικά το αρχαίο τραγωδία (όπως η εκκλησιαστική λειτουργία διέσωζε την αρχαία τραγωδία, το ύφος και το πνεύμα της), ίσως αρτιότερα απ’ ό,τι συμβαίνει στην ευρωπαϊκή φιλολογία.


***

Ακολουθεί ο Πρόλογος του βιβλίου: 

Πρόλογος

Η ερμηνεία του ελληνισμού προϋπέθεσε την «ένδον» πορεία του ελληνικού στοχασμού, την προσπάθεια δηλαδή να αντικρύσουμε τον εαυτό μας όπως αυτός πραγματικά είναι. Η πνευματική πορεία για την ανάδειξη του δεν έγινε από στοχαστές οι οποίοι είχαν υψώσει τείχη απέναντι στον κόσμο αλλά από εκείνους που είχαν στερεή γνώση του ευρωπαϊκού ίσως και του παγκόσμιου στοχασμού.
Οι στοχαστές όπως ο Γ. Σεφέρης, ο Οδ. Ελύτης, ο Γ. Θεοτοκάς, ο Γ. Τσαρούχης, ο Κ. Δημαράς , ο Δ. Πικιώνης που υπήρξαν εξέχοντα μέλη της γενιάς του ’30 συνδύασαν τον μοντερνισμό με την ανάδειξη στοιχείων που καθόρισαν την φυσιογνωμία του ελληνισμού δηλαδή τα γραπτά του στρατηγού Μακρυγιάννη, την τέχνη του Θεόφιλου, τον Ερωτόκριτο, τα δημοτικά τραγούδια, την αισθητική της ντόπιας αρχιτεκτονικής. Συγχρόνως όλοι τους, μας κάλεσαν να «πάμε στον λαό και να φωτιστούμε από αυτόν». Οι λόγοι για μια τέτοια κίνηση είναι πολλοί. Πρώτα-πρώτα απέδιδαν καίρια σημασία στην λαϊκή παράδοση όσο και στον λαϊκό πολιτισμό και κατά δεύτερον θεωρούσαν ότι στοιχεία όπως η εκκλησιαστική λειτουργία διέσωζαν αυθεντικά την αρχαία τραγωδία –το ύφος και το πνεύμα της- ίσως αρτιότερα από ότι αυτό συμβαίνει στην ευρωπαϊκή φιλολογία. Ο Ηλίας Πετρόπουλος είναι ίσως η στερνή επιρροή της γενιάς του ’30 που ακολούθησε σε πολλά, αλλά κυρίως στην ανάδειξη του λαϊκού πολιτισμού, τα πορίσματα που αυτή κατέληξε.
Η πνευματική συνέχεια του ελληνισμού είναι ένα γεγονός που διαπιστώθηκε από συγγραφείς όπως ο Ν. Σβορώνος που ανήκαν στην αριστερά. Το έργο τους είναι η τεκμηριωμένη απάντηση στους μεταμοντέρνους ιστορικούς που ισχυρίζονται ότι τα έθνη είναι πρόσφατες κατασκευές ή ότι το ελληνικό έθνος είναι δημιούργημα του ελληνικού κράτους.
Ο Γ. Αποστολάκης δεν ήταν μόνο αυτός που τεκμηριωμένα μας έδειξε τις σημασίες του δημοτικού τραγουδιού και την καίρια συμβολή του στην ποίηση του Δ. Σολωμού, αλλά ο κριτικός με το αξεπέραστο αισθητικό κριτήριο και ασφαλώς την μεγάλη γνώση που μπορούσε να διακρίνει το αληθινό από το ψεύτικό, το σημαντικό από το ασήμαντο. Ο Ν. Καρούζος ένας αισθαντικός ποιητής, που πράγματι ταύτισε την ποίηση με την ζωή του μας φανέρωσε τις ορθόδοξες προϋποθέσεις του στοχασμού του. Ο Ι. Δραγούμης μια αδικημένη συχνά παρουσία, όχι μόνο από τους εχθρούς του αλλά και κάποιους δήθεν «φίλους» του, υπήρξε ένας μετριοπαθής στοχαστής που συνεργάστηκε με την πιο δραστήρια βενιζελική διανόηση, δηλαδή την ομάδα του Α. Παπαναστασίου (όπως τον Α. Σβώλο και τον Γ. Παπανδρέου), σοσιαλιστές της εποχής του όπως ο Ν. Γιαννιός και κομμουνιστές όπως ο Γ. Κορδάτος.
Ο Γ. Κοτζιουλας ο ηπειρώτης συγγραφέας, ζώντας σε μια αδιανόητη φτώχεια, αντιμετωπίζοντας από νωρίς μεγάλα προβλήματα υγείας, όχι μόνο συμμετείχε στην εθνική αντίσταση, αλλά μας άφησε βαριά κληρονομιά ένα σπουδαίο έργο. Ο Π. Κανελλόπουλος επιχείρησε έναν πνευματικό άθλο: να συνεχίσει το έργο του Φ. Νίτσε «Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα» αλλά και να τον συμφιλιώσει με τον χριστιανισμό.
Ο Π. Κονδύλης υπήρξε ένας στοχαστής που ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα, ενώ η αναγνώρισή του προήλθε από την γερμανική ακαδημαϊκή κοινότητα. Ο τρόπος που αντιμετώπισε τον νέο ελληνισμό, το εθνικό ζήτημα φέρει την σφραγίδα των ποιοτικών χαρακτηριστικών της σκέψης του.
Το δοκίμια στην πρώτη τους μορφή δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά «Νέος Λόγιος Ερμής», «Νέα Πολιτική», «Κοράλλι», «Ένεκεν» και στην εφημερίδα «Ρήξη».
Για την έκδοση τους, στην σημερινή μορφή, οφείλω ευχαριστίες στον Γιώργο Καραμπελιά, στην Χριστίνα Σταματοπούλου, στην Ελένη Ζαχαροπούλου, στον Ανδρέα Μοράτο, στον Γιώργο Ρακκά, στον Νικόλα Δημητριάδη, στον Γιάννη Ξένο.


Σπύρος Κουτρούλης
Ηράκλειο Αττικής, 13.12.2020




Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2020

Θ.Ι. Ρηγινιώτης, Πεντοζάλης: Ο μύθος του πέμπτου «ζάλου»

https://www.youtube.com/watch?v=0Xh95ua8skY&t=626s

Όλη η αλήθεια για τον Πεντοζάλη και την κατασκευή του μύθου του «πέμπτου ζάλου». Η εισήγηση του Θ. Ι. Ρηγινιώτη με τίτλο "Πεντοζάλης και Δασκαλογιάννης" είναι από την διαδικτυακή εκδήλωση «Φόρος τιμής στο Δάσκαλο, τον πρώτο των κουρσάρω. Μηνύματα και αξίες της εποχής του Δασκαλογιάννη σ' ένα φιλόξενο σήμερα» (24/11/2020, βλ., https://ardin-rixi.gr/archives/227401)


Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

Ρώτημα (ριζίτικο για την κρίση του κορωνοϊού)

"Άγιε Νικηφόρο μου, απού το Σηρικάρι"
Ο άγιος Νικηφόρος ο Λεπρός (δια χειρός Ιωάννου Μοναχού)

Ρώτημα
(ριζίτικο για την κρίση του κορωνοϊού)



Αφιερώνεται στους γιατρούς και στο προσωπικό των νοσοκομείων 
και στους καλοπροαίρετους ερευνητές εμβολίων και θεραπείας


[Σκοπός: "Απού τα όρη έρχομαι"]


Δράκοντας εξεφύσηξε κι ούλη τη γης θα κάψει!
Κλειουν οι παπάδες τσ' εκκλησές, κλειουν τα σκολειά οι δασκάλοι...
Ποιος αντρειωμένος θα βρεθεί, χρυσό σπαθί να σάξει,
να τόνε καταστέσωμε;


Ποια χέρα τον αμόλαρε τον όφη το μεγάλο,
να πά' να τήνε κόψωμε, μην αμολάρει κι άλλο!

Μέσα κλειστείτε, χρισθιανοί, κι ό,τι κι ανέ μ-πιστέτε,
μη σάσε πιάσει το θεριό, κι αμοναχοί θα φταίτε!...

Άγιε Νικηφόρο μου, απού το Σηρικάρι,
παίξε του μια στην κεφαλή του δράκο, να κορδάρει!...


Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης






Τρίτη 9 Ιουλίου 2019

Το κρητικό τραγούδι για τη δολοφονία του αγίου Μεθοδίου Σιλιγάρδου, επισκόπου Λάμπης (9 Ιουλίου 1793)

Επιμέλεια:  Θ. Ι. Ρηγινιώτης

Ο άγιος νέος ιερομάρτυρας Μεθόδιος Σιλιγάρδος, επίσκοπος Λάμπης (σημερινή Μητρόπολη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων, νότιες επαρχίες του νομού Ρεθύμνης και επαρχία Σφακίων) δολοφονήθηκε από τους Τούρκους στις 9 Ιουλίου 1793 για την αντίσταση που πρόβαλλε στις αυθαιρεσίες τους, μετά από προδοσία ενός δυστυχούς διεφθαρμένου μοναχού, ηγουμένου της άλλοτε ένδοξης μονής Καλόειδαινας, στην ίδια μητρόπολη (ο Θεός να τον συγχωρέσει).
Η μνήμη του τιμάται στις 9 Ιουλίου με επίκεντρο την άλλοτε ισχυρή και ιστορική (κατεστραμμένη στη συνέχεια από τους Τούρκους) ιερά μονή Ασωμάτων, στο κέντρο της επαρχίας Αμαρίου, η οποία σήμερα γίνεται τιτάνια προσπάθεια να αναστηλωθεί.
Η κρητική λαϊκή μούσα διέσωσε την ιστορία του μαρτυρίου του σε αφηγηματικό τραγούδι (ρίμα) άγνωστου ποιητή, που καταγράφηκε τον 19ο αιώνα από τον συγχωριανό του αγίου (από το Βιζάρι Αμαρίου) και κορυφαίο Κρητικό λαογράφο Παύλο Γ. Βλαστό. Το αντιγράφουμε, διατηρώντας την ορθογραφία και τη στίξη του πρωτοτύπου.

Ακούσετ’ ήντα ’γίνηκε ’ς τ’ Αμάρι μια Δευτέρα,
’σκοτώσαν το Μεθόδιο τον άξιο Αρχιερέα,
εις του Φανούριου ’πήγενε ω! για να κάμη γιώμα
κι’ αξέγνοιαστος εκάθετο κ’ εδιάβαζε ’ς το στρώμα.
Μα οι Τούρκοι του ωχθρεύουντο και τ’ απωδρακανίζα,
γιατί τα Μοναστήρια του εκλέφταν κι’ αφανίζα.
Χωράφια Μοναστηρικά και ληόφυτα επέρνα,
κι’ όποιος δε δίδει με καλό μια μπάλλα του επέμπα.
Ακόμη κι’ από Χριστιαναίς ηθέλανε να πάρου,
για να πληθιάνου την Τουρκιά γερά παιδιά να κάμου.
Μα ’κείνος δεν εχάριζε ο Θεοβλοημένος,
για τη θρησκεία ’μάχετον ως ήτον ωρισμένος.
Κι’ ένας Φαράντος γούμενος έγεινεν καταδότης,
’πάνω απού τη Καλόϊδενα, Ιούδας ο προδότης.
Το μοναστήρι ερήμαξε κι’ έβγανεν ασπαλάθους,
κ’ εζήτα να μεταφερθεί Γούμενος ’ς τσ’ Ασωμάτους.
Τσ’ Εσπέχηδες ο Γούμενος έτρεμε κ’ εφοβάτο,
και της Μονής τα πράμματα δεν τα ψυχοπονάτο.
Κι’ ο Πίσκοπος δεν τ’ άκουσε να τόνε μεταθέση,
των Ασωμάτων τη μονή να μη την καταστρέψη.
Και πώς δεν τον μετέθετε ’ς τση Τούρκους τον προδώνει,
κι’ αυτοί γυρεύγουν αφορμή σαν σκύλοι και δαιμώνοι,
κι’ άδικα τον εσκότωσαν τρεις Τούρκοι αδικητάδες,
φόβος και τρόμος έπιασεν ούλους τση Δεσποτάδες.
Κακάλης και Μπραήμ αγάς από του Γερακάρι
κι’ ο τρίτος ο Ζεκήρ αγάς απού το Νευς-Αμάρι.
Τρεις μπαλλωθιαίς του παίξανε κ’ η τρεις επήγα ντρέτα,
και σαν τη βρύσιν έτρεχε το αίμ’ απού τα κρέτα.
Και δεκαπέντε μαχαιργαίς ακόμη του καρφώνουν,
’ς του Γερακάρι πήγανε, καθίζουν και το στρώνουν (*).
Κι’ όντεν εψυχομάχενε έκαμε διαθήκη,
“Πίστι, πατρίδα να σωθή κι’ αυτή ας κάμη δίκη.
Αφήνω και παραγγελιά για τον Καλοειδονιώτη,
μήδ’ αγιωσύνη να του λέν’ μηδέ πανοσιότη”.
Και το Φαράντο με καιρό από ’ψηλά ’γκρεμήσα,
κ’ η σκάραις το κορμί ’φαγαν και τη ψυχή του η πίσσα.

--------------------
(*) ή: κ’ οι τρεις να ξεφαντώνουν (σημ. Π. Βλαστού).

Παύλος Γ. Βλαστός, Ο Γάμος εν Κρήτη, εν Αθήναις 1893, σελ. 112-113.

***
Για τον άγιο Μεθόδιο Λάμπης περισσότερα εδώ. Ας έχουμε την ευχή του και ας παίρνουμε παράδειγμα από το δυναμισμό και την αυτοθυσία του.


Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2018

Ανθολόγιον 223: Στέλιος Ράμφος

[...] Δὲν θὰ γίνουμε σύγχρονοι ἄν γίνουμε Γάλλοι· θὰ γίνουμε σύγχρονοι ἄν μεταβάλωμε σὲ στοιχεῖο τῆς ἐποχῆς μας τὴν ἑνιαία δική μας παράδοσι. Τὸ λάθος ὅσων τυφλὰ προσανατολίζονται στὴν Δύσι εἶναι ὅτι δὲν καταλαβαίνουν αὐτὸ τὸν προσανατολισμὸ παρὰ ὡς μιμητικὴ προσχώρησι. Ἐκσυγχρονισμὸς ἀντιθέτως εἶναι νὰ μεταβληθῇς σὲ πειστικὴ ἐκδοχὴ τοῦ παρόντος καὶ ὄχι ν' ἀφομοιωθς παθητικὰ εἰς τὸ παρόν. [...]




Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Διάλεξη του Δ. Κοσμόπουλου: «Η επαναδιαπραγμάτευση των όρων: Η αναγκαιότητα επιστροφής στην ποίηση», την Τρίτη 13/2/2018 στην Αθήνα







Στο πλαίσιο των διαλέξεων, της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού «Παράδοση και εκσυγχρονισμός – Δίλημμα ή σύνθεση;» την Τρίτη 13 Φεβρουαρίου στις 19.00 o ποιητής Δημήτρης Κοσμόπουλος θα πραγματοποιήσει διάλεξη με τίτλο: «Η επαναδιαπραγμάτευση των όρων: Η αναγκαιότητα επιστροφής στην ποίηση».

Είσοδος Ελεύθερη


Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Διάλεξη του Βασίλη Καραποστόλη με τίτλο: «Η Ελλάδα και ο νέος της μόχθος» την Τρίτη 28/11/2017 στην Αθήνα

Στα πλαίσια των διαλέξεων, της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού «Παράδοση και εκσυγχρονισμός – Δίλημμα ή σύνθεση;» την Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017 στις 19.00 θα πραγματοποιηθεί διάλεξη του Καθηγητή Πολιτισμού και Eπικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Aθηνών, Βασίλη Καραποστόλη. 

Η διάλεξη έχει τίτλο: «Η Ελλάδα και ο νέος της μόχθος».


Οι διαλέξεις γίνονται στον χώρο πολιτισμού & πολιτικής “Ρήγας Βελεστινλής”, 6ος όροφος, Ξενοφώντος 4, πλ. Συντάγματος.
Είσοδος Ελεύθερη



Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

Κύκλος διαλέξεων: "Παράδοση και εκσυγχρονισμός- δίλημμα ή σύνθεση;"



Κύκλος Διαλέξεων της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού 

Παράδοση και εκσυγχρονισμός – Δίλημμα ή σύνθεση;

Στην Ελλάδα είναι πολύ μακρά η συζήτηση και το ιστορικό της συζήτησης γύρω από το θέμα εκσυγχρονισμός και παράδοση, καθώς και οι συναφείς αντιθέσεις που διαρκούν κυριολεκτικώς εδώ και αιώνες. Στην σχετική συζήτηση μπορούμε να διακρίνουμε τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις:
α) η πρώτη υποστηρίζει πως το βάρος της παράδοσης είναι τόσο μεγάλο και «απεχθές», δεδομένης και της μακράς ιστορικής διαδρομής του ελληνικού έθνους, ώστε αποτελεί ένα βαρίδι για το σύγχρονο ελληνισμό το οποίο και θα πρέπει να αποσείσουμε. Θα πρέπει –υποστηρίζει– να προκρίνουμε έναν εισαγόμενο εκσυγχρονισμό που θα επιτρέψει την υπέρβαση μιας παραδοσιοκεντρικής λογικής, μέσα από την πλήρη και ολοκληρωτική προσχώρησή τους σε μια εκσυγχρονιστική νεωτερικότητα. Αυτή η άποψη η οποία είναι κυρίαρχη στις πολιτικές, οικονομικές και πνευματικές ελίτ της χώρας, έχει αποδοθεί με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο από την φράση του Στέλιου Ράμφου «να κόψουμε δρόμο προς την Δύση».
β) η δεύτερη αντιμετώπιση, η παραδοσιοκεντρική, υποστηρίζει πως η παράδοση είναι αφ’ εαυτής ικανή να προσφέρει λύση στα σημερινά προβλήματα και κάθε έννοια εκσυγχρονισμού στην ουσία δεν μπορεί παρά να την καταστρέψει. Σε αυτή τη λογική, στο παρελθόν δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην επιστροφή στην αττική διάλεκτο ή στην εμμονή αποκλειστικά στην ορθόδοξη πατερική παράδοση. Αυτή η αντιληψη, αρνούμενη συχνά να παρέμβει στον σύγχρονο κόσμο και να προτείνει λύσεις που να στηρίζονται στην παράδοση, κινδυνεύει να αφήσει το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης ζωής, βορρά στον παρασιτικό εκσυγχρονισμό.
γ) μία τρίτη στάση η οποία εκ των πραγμάτων εξέφρασε την κατ’ εξοχήν δημιουργική παράδοση του σύγχρονου ελληνισμού ήταν εκείνη που προσπάθησε να δει τον εκσυγχρονισμό στηριγμένο πάνω στην παράδοση μας και όχι απλώς ως εισαγόμενο. Ο Διονύσιος Σολωμός θα χρησιμοποιήσει το δημοτικό τραγούδι για να οικοδομήσει μια σύγχρονη ποιητική πρόταση. Ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος θα μετουσιώσει τη βυζαντινή παράδοση σε μια σύγχρονη για την εποχή του ευαισθησία και μορφή, όπως θα κάνει ο Σεφέρης με τον Μακρυγιάννη και τον Θεόφιλο. Τέλος, η σύγχρονη μας μουσική παράδοση θα αντλεί από τη βυζαντινή παράδοση –ο Καλομοίρης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις– και θα την συνδέει με σύγχρονες φόρμες και ευαισθησίες. Ακόμα και στον τομέα των κοινωνικών επιστημών, του κράτους και της διοίκησης είναι δυνατή μια τέτοια συνθετική επιλογή.
Η επιλογή της πρώτης ή της δεύτερης άποψης οδηγεί σε μια αέναη και αδιέξοδη διαμάχη μεταξύ εκσυγχρονισμού και παράδοσης χωρίς καμιά δυνατότητα σύνθεσης.
Σήμερα ο ελληνισμός έχοντας φτάσει στα όρια της επιβίωσής του, είτε θα επιτύχει να αναδείξει αυτή την τρίτη πρόταση – και όχι μόνον στον τομέα της τέχνης, αλλά και της ίδιας της οικονομικής παραγωγής και των κοινωνικών σχέσεων, σε μια πρόταση για το σήμερα, είτε θα χαθεί στους μαιάνδρους της ιστορίας.
Με αυτή τον αφετηριακό προβληματισμό αφετηρία εγκαινιάζουμε έναν κύκλο διαλέξεων-συζητήσεων για τη σχέση παράδοσης – εκσυγχρονισμού σήμερα, σε πολλά πεδία του επιστητού – στη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία, την λογοτεχνία, την υλική παραγωγή, την πολιτική επιστήμη και τη διακυβέρνηση.
Είναι δυνατή η διατύπωση μας συνθετικής πρότασης στο μεγαλύτερο μέρος της ίδιας της οικονομικής κοινωνικής και πολιτισμικής μας ζωής; Αυτή και θα κρίνει τις τύχες του τόπου μας.

Οι διαλέξεις θα πραγματοποιούνται κάθε τρεις εβδομάδες εκτός από τις περιόδους των εορτών, αρχίζοντας από τις 9 Νοεμβρίου και τελειώνοντας τον Ιούνιο του 2018. Θα έχουν διάρκεια δύο ωρών: μια αρχική διάλεξη 45 λεπτών ενώ ο υπόλοιπος χρόνος θα αφιερώνεται στη συζήτηση. Οι διαλέξεις θα μεταδίδονται ζωντανά μέσω διαδικτύου και όταν ολοκληρωθούν θα συμπεριληφθούν σε μια ενιαία έκδοση.

Πρόγραμμα διαλέξεων 

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου
Γιώργος Κοντογιώργης, ομ. καθ. πανεπιστημίου, συγγραφέας
«Η Παράδοση και η Πρόοδος»

Τρίτη 28 Νοεμβρίου
Βασίλης Καραποστόλης, καθ. Πανεπιστημίου, συγγραφέας
«Η Ελλάδα και ο νέος της μόχθος»

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου
Λαοκράτης Βάσσης, εκπαιδευτικός, συγγραφέας
«Η αξιακή ιδιαιτερότητα της ελληνικής πνευματικής παράδοσης»

Τρίτη 23 Ιανουαρίου
π. Γεώργιος Μεταλληνός
«Εκσυγχρονισμός και Ανακαίνιση, Η Ορθοδοξοπατερική εκδοχή»

Εν συνεχεία θα πραγματοποιήσουν διαλέξεις οι:
Μαρία Δεληβοριά, φιλόλογος, συγγραφέας
Παναγιώτης Καρκατσούλης, πρ. βουλευτής
Δημήτρης Κοσμόπουλος, ποιητής – δοκιμιογράφος
Δημήτρης Μαντζούρης, μουσικολόγος
Ιωάννα Τσιβάκου, ομ. Καθηγ. Κοινωνιολογίας
Λίτσα Τσοκανή, καθηγήτρια μουσικολογίας

Είσοδος ελεύθερη

Οι διαλέξεις θα ξεκινούν στις 19.00 και θα πραγματοποιηθούν στον χώρο πολιτικής και πολιτισμού «Ρήγας Βελεστινλής», Ξενοφώντος 4, 6ος όρ., Σύνταγμα.



Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

π. Νικ. Λουδοβίκος, Η ελληνική και η παγκόσμια κρίση: Επιδράσεις στην νεολαία


Ο πρωτοπρεσβύτερος Νικόλαος Λουδοβίκος, ως καλεσμένος εισηγητής στο 8ο Παγκόσμιο Συνέδριο Ποντιακού Ελληνισμού (Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 2017) μιλά, με θέμα «Η ελληνική και η παγκόσμια κρίση: Επιδράσεις στην νεολαία», για τις συνειδητοποιήσεις εκείνες που κατ’ εξοχήν αφορούν τους ανθρώπους του σήμερα, από οπουδήποτε στη γη και αν ελαύνεται η καταγωγή τους.
Προτείνει ωστόσο στους Ποντίους να αξιοποιήσουν τις ρίζες τους, για να διακρίνουν με ακόμα αμεσότερο τρόπο τη (θεολογική – δηλαδή συναρπαστική) οδό μιας βαθύτατης κατάφασης στις απαιτητικότερες ανάγκες του εαυτού και του άλλου.



Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

Σπ. Κουτρούλης, Δημήτρης Πικιώνης: Μεταξύ παράδοσης και Νεωτερικότητας

πηγή: Aντίφωνο

Ο Δ.Πικιώνης στέκεται ανάμεσα στην νεωτερικότητα, τον μοντερνισμό και την παράδοση. Όπως και άλλοι στοχαστές που ανήκαν στην γενιά του ’30 επέτυχε να αφομοιώσει ό,τι ζωντανό και γνήσιο μας έχει παραδοθεί από τις παλαιότερες γενιές και ταυτόχρονα να συνδιαλεχθεί με τα γονιμότερα στοιχεία του μοντερνισμού.

Ένας στοχαστής που η σκέψη του είναι απαραίτητη για να κατανοήσουμε τον Πικιώνη, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, προσδιόρισε κατά σειρά τα στοιχεία που τον επηρέασαν καταλυτικά: το έργο και το παράδειγμα του Δ. Σολωμού, ο Σικελιανός και η αποκάλυψη της νεοπλατωνικής παράδοσης του Πλωτίνου και του Πρόκλου, το έργο του ίδιου του Πλάτωνα, και η Ορθοδοξία[1]. Μα ακόμη πιο εμφατικά θα ορίσει ότι «η αρχιτεκτονική του Πικιώνη βγαίνει κατευθεία μέσα από τη γη. Και μαζί ο αρχιτέκτονας»[2].

Στο αυτοβιογραφικό του σημείωμα, ο Δ. Πικιώνης, γράφει ότι βρέθηκε τα ίδια περίπου χρόνια φοιτητής στο Πολυτεχνείο μαζί με τον Μπουζιάνη και τον Ντε Κίρικο. Γνώρισε τον Καμπούρογλου και τον Π. Γιαννόπουλο ο οποίος «ενσάρκωνε το ευγενέστερο και πλέον υπερήφανο είδος του Έλληνα»[3]. Το 1906 γνώρισε τον Κ. Παρθένη. Με την υπόδειξη των δύο τελευταίων ο πατέρας του τον έστειλε στο Μόναχο να σπουδάσει ζωγραφική, όπου συνέπεσε για δύο μήνες με τον Ντε Κίρικο. Για τρία χρόνια , κατόπιν, θα ζήσει στο Παρίσι όπου με «άρρητη χαρά»[4] βρέθηκε και πάλι με τον Κ. Παρθένη. Κάποια στιγμή, εντελώς συμπτωματικά θα συναντηθεί με τον Ντε Κίρικο, ο οποίος θα του ομολογήσει τις επιρροές που έλαβε από τον Ηράκλειτο και τον Νίτσε και την μεταφυσική ερμηνεία που τους απέδωσε. Προφανώς υπήρξε μια βαθιά φιλία και αλληλοεκτίμηση, που θα τους φέρει πολλές φορές κοντά.

Όταν ο Πικιώνης θα ξαναγυρίσει στην Ελλάδα θα γνωρίσει όλη την νέα, τότε, διανόηση : τον Κόντογλου, τον Παπαλουκά, τον Μητσάκη, τον Στρατή Δούκα, τον Βέλμο, τον Χατζηκυριάκο- Γκίκα, τον Τσαρούχη, τον Εγγονόπουλο, τον Διαμαντόπουλο αλλά και τον Γιάννη Αποστολάκη. Όπως γράφει με τόνο εξομολογητικό και καταληκτικό: «η άσκηση της πρακτικής του Σεζάν με ήγαγε μακριά απ’ τα ιδεώδη της Δύσης. Η Ανατολή και το Βυζάντιο μου αποκάλυψαν πως η δημιουργία μιας ανηγμένης απ’ τη φύση και απ’ την ύλη της μίμησης συμβολικής γλώσσας, είναι ο δρόμος ο μόνος έγκυρος και άξιος του πνεύματος για να εκφράσει τις ιδέες και τα συναισθήματά μας απ’ τη Ζωή. Κάποιος είπε σωστά πως απ’ την υπεύθυνη στάση μας ανάμεσα Ανατολής και Δύσης θα εξαρτηθεί η πορεία του Ελληνισμού. Θα προσθέσω: κι από την αρμόδια σύνθεση των αντιθετικών ρευμάτων σε μια νέα μορφή. Θα μπορούσα ν’ αναλύσω πως παρουσιάζεται το πρόβλημα τούτο στην Αρχιτεκτονική. Μα θ’ αρκούσε εδώ να πω πώς είμαι ανατολίτης»[5].

Βεβαίως ο Πικιώνης δεν εγκλωβίζεται, ούτε περιορίζεται στο τοπικό και στο εθνικό. Το χρησιμοποιεί ως απαραίτητο εφαλτήριο για να αναχθεί στο οικουμενικό. Χαρακτηριστικά για αυτό είναι όσα γράφει για ένα από τα γνωστότερα έργά του, τον Παιδικό Κήπο της Φιλοθέης: «θα ήθελα να πω δύο λόγια για τον Παιδικό Κήπο της Φιλοθέης…Η κυρίαρχη μέσα μου αίσθηση ήταν να αναχθώ εις την μια και αδιαίρετη παράδοση του κόσμου. Είχα πρώιμα διίδει την παγκόσμια ενότητά της τη μια και αδιαίρετη σ’ όλο τον πλανήτη. Ήθελα ν’ αναχθώ σ’ αυτήν, εις τον ρουν της, να την αναπλεύσω, όπως η πέστροφα. Οι επιμέρους διαφορές δεν είναι βέβαια αμελητέες, αλλά κάτω απ’ αυτές διακρίνεις μίαν ισχύουσα θεμελιώδη…Ανάμεσα απ’ τη Φρυγία και την Περσία, την Καρία, ανάμεσα στην Κίνα και την Ινδία ξανοίγεις τη λανθάνουσαν ενότητα όπως και τη λανθάνουσα διαφορά. Ανάμεσα Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Μεσημβρίας διακρίνεις τη διαφορά και τη μυστική ταυτότητα. Αυτό το αίδιο ήταν το θεμελιακό. Οι διαφορές είναι επουσιώδεις, η βαθιά και εσωτερική ταυτότητα το ουσιώδες»[6].

Σε επιστολή του από την Ελβετία, ο Πικιώνης, μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι «παρότι όλος τούτος ο κόσμος ο γοτθικός μου είναι ξένος, ξένος κι αντίθετος προς ό,τι εννοούμε ελληνικό, κι όμως τον θαυμάζω για την τύχη μιας αδιατάραχτης εξέλιξης»[7], ενώ σε άλλη από το Μόναχο γράφει «είμαστε απαίδευτοι, μιμούμαστε τα ξένα. Ας είναι καλά ο λαός μας που κρατάει τη μνήμη, χωρίς να το ξέρει – ακριβώς γιατί δεν το ξέρει- τη μνήμη της ουσίας της ελληνικής. Όσο για τις δυνάμεις τις αρνητικές, αυτές από κανέναν λαό και κανέναν τόπο δεν λείπουν… Ο Θεός να μας βοηθήσει να βρούμε το δρόμο μας…Το φως το ελληνικό μας τον δείχνει, οι μεγάλοι μας, οι ήρωες μας. Ο λαός. Αλλά μας έλειψε πεντακοσίων χρόνων δουλειά…είμαστε πίσω…»[8]

Στο δοκίμιο του «η λαϊκή μας τέχνη κι εμείς», που είναι το τρίτο μέρος, μίας εκτενέστερης μελέτης, τα υπόλοιπα δύο μέρη της οποίας δεν βρέθηκαν ποτέ, επιχειρεί να αναδείξει τον δυναμισμό, την αγνότητα, την απλότητα και τις πολλαπλές σημασίες της λαϊκής τέχνης. Θα δείξει ότι προυποθέτει ένα συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου και έναν τρόπο να ερμηνεύεις τον κόσμο, δηλαδή «η αγνότης κι η αλήθεια που αναγνωρίζουμε στην τέχνη του λαού, προϋποθέτει ένα σύνολο ανθρώπου, ένα σύνολο ζωής αγνής και φυσικής. Και πώς τούτες οι μερικές αλήθειες, στη γλώσσα, στο ήθος, στους τρόπους, μ’ ένα λόγο στην κάθε έκφανση της ζωής και της τέχνης του λαού, είναι αλληλένδετες και πηγάζουν όλες από το βάθος, από την ουσία αυτού του συνόλου»[9]. Από την λαϊκή τέχνη, θεωρεί ο Πικιώνης, δεν μπορούμε να αποδεχθούμε κάποια κομμάτια, απορρίπτοντας με ευκολία τα υπόλοιπα. Θα πρέπει να την δεξιωθούμε ως σύνολο, αφού πρώτα πετάξουμε «ό,τι ψεύτικο και περιττό φωλιάζει» μέσα μας[10]. Ο μεγάλος της δάσκαλος είναι η «φύση η ίδια, πότε με τα εμπόδια που του’ χει στήσει, πότε με τις ευκολίες που του παρουσιάζει, είναι σαν να του δείχνει το δρόμο»[11]. Ο άνθρωπος του χωριού, που έζησε από την φύση και μέσα από αυτή, κατανόησε πως εκείνη «είναι που έβαλε τις βάσεις και ρύθμισε τη ζωή του. Το αναγκαίο, το χρήσιμο, τη γεμίζουν τόσο, όσο που να μην περισσεύει χώρος για το αυθαίρετο και το περιττό. Ας δούμε αίφνης πως χτίζει το σπίτι του ο χωρικός. Το φυσικό δρόμο που ακολουθεί γι’ αυτό. Δεν του χρειάζεται κανένα γραφείο, ούτε μολύβι, για ν’ αραδιάσει μάταιες γραμμές της φαντασίας του. Κανένα βιβλίο αρχιτεκτονικής δε διάβασε. Από ρυθμούς και χαρακτήρα δε νιώθει. Μα τα πραγματώνει ασυνείδητα, ακολουθώντας τη φύση. Ξέρει πλέρια τις ανάγκες του. Στο έδαφος επάνω θα χαράξει το χώρο το χρήσιμο για την κατοικία του…Ακανόνιστο χωρίς να το ζητήσει ξεπίτηδες, κανονικό όσο είναι βολετό, συμμετρικό ή ασύμμετρο, τι ωραία ενώνεται με τη φύση γύρω! Από τα ίδια της υλικά πλασμένο, παίρνει κάτι από την ίδια, στις γραμμές και στο χρώμα του. Θαυμαστή συνεργασία φύσης και ανθρώπου…Και δεν έχω δει τίποτε πιο αρμονικό και γραφικό από αυτή τη διάταξη των μαζών που πηγάζει μ’ αυτό το φυσικό τρόπο και που, ενώ ούτε οφείλεται σε καμιά σύλληψη ενός συνόλου αρχιτεκτονικού ούτε φαίνεται να πηγάζει από καμιάν αφηρημένη αρχιτεκτονική αρχή, μολαταύτα κρύβει τόση φυσική αρμονία»[12].



Το ταπεινό βασίλειο του ατόμου και το αιώνιο του ανθρώπου

Στην λαϊκή αρχιτεκτονική το άτομο υποχωρεί έναντι της ολότητας. Μπορεί τα έργα της να μην είναι ιδιαίτερα σπουδαία, αλλά διακρίνονται για την απλότητα, την αυθεντικότητα και την εναρμόνιση με την φύση. Ο Πικιώνης φέρνει τα παραδείγματα μιάς σκάλας στην Αίγινα, ενός χωριατόσπιτου και ενός μαρμάρινου φεγγίτη στην Τήνο. Το συμπέρασμά του είναι πως «τέχνη σπουδαία δε θα βρείς ποτέ στο βουνό ή στο χωριό, ούτε εξαιρετικά ωραία θα τη βρείς πάντοτε. Μα φυσική, δηλαδή αληθινή, θα’ ναι πέρα και πέρα πάντοτε, και δοσμένη να πούμε από το Θεό –έτσι όπως η φύση δεν είναι πάντα γεμάτη ομορφάδες, ούτε η φυσική ζωή είναι όλο ευλογία. Αυτή είναι, κι έχεις να συμμορφωθείς μ’ αυτή, κι αν δεν μπορείς, αιτία είναι ότι ή το σώμα σου ή το πνεύμα σου είναι άρρωστο»[13]. Ο ανθρώπινος τύπος που αντιστοιχεί στην λαϊκή τέχνη, έχει ασκηθεί στον καθημερινό αγώνα με την ζωή καθώς «η λιτή ζωή του τον εδίδαξε από νωρίς την εγκράτεια, κι έτσι, τη σκέψη του, ήρεμη, όπως η ήρεμη ζωή γύρώ του, δε θα την ταράξουν άμετροι πόθοι και άπρεπες φιλοδοξίες»[14]. Βεβαίως η κράση του έχει περισσότερο μια περισσότερο ενστικτώδη, παρά εκλογικευμένη θεμελίωση. Για αυτό, ο Πικιώνης, πρόβλεψε ορθά, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, ότι η επαφή του με την «ψευτιά της πολιτισμένης ζωής» θα τον εκμηδένιζε. 

Ο Πικιώνης θα τονίσει ότι ο δημιουργός της λαϊκής τέχνης είναι οι πολλοί: «βλέποντας ένα έργο της αρχαίας τέχνης, αισθάνεσαι πως η μορφή του βγήκε από μια πραγματική ιδανική σχέση του καλλιτέχνη με τους διπλανούς του. Πως δεν είναι έργο ενός μα πολλών. Πως έχει μέσα του κάτι τόσο θεμελιακό, ώστε γίνεται κοινό απόκτημα όλων. Έχει δηλ. μ’ άλλους λόγους αυτό που ο Σολωμός το λέει κοινό και κύριο. Γι’ αυτό, τη μορφή τη βλέπεις να μην είναι ατομική, μα αντικειμενική»[15].

Τελειώνοντας ο Πικιώνης επανέρχεται στο Σολωμό και στον στίχο του, πως τα σημαντικά λόγια δεν γεννιούνται από το στόμα δύο-τριών, αλλά από το στόμα του λαού, ώστε « υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού, και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την». Η κατάληξη είναι πως «τα συμπεράσματα του νου μας οδηγούν πάντα εκεί που μας πάει και το ένστικτο»[16], ώστε η «απλή τέχνη έχει ό,τι είναι προνόμιο μόνο των έργων των μεγάλων δασκάλων: Μία ψυχή ψυχές όλη γεμάτη».[17] Η φύση ώθησε τον απλό άνθρωπο να διακρίνει το αναγκαίο, το αληθινό, το απαραίτητο. Τα στοιχεία πήραν μορφή ιδιαίτερα στην λαϊκή αρχιτεκτονική: «η κάμαρα της πόρτας και του παραθυριού, η κάμαρα κάτω απ’ τη σκάλα, το χαγιάτι, η αυλή, το πηγάδι, έχουν την ποίηση που μόνο από την αλήθεια πηγάζει. Είναι στιγμές που μέσα στην ψυχή σου παίρνουν τη σημασία συμβόλων της ζωής. Τέτοια δύναμη έχει μόνο η μορφή που είναι αντικειμενική»[18].

Κατ’ αυτόν τον τρόπο μεταφέρει, κατά το παράδειγμα του Σολωμού, την σημασία του λαού από την γλώσσα στην αρχιτεκτονική. Οι παρακάτω λόγοι του Πικιώνη έχουν πρωταρχική σημασία : « ο λαός που παραδίνει τις λέξεις στο συγγραφέα, μας παραδίνει και τούτα τα σχήματα ως άλλες λέξεις της πλαστικής μας γλώσσας. Άμποτε να μαθαίναμε τη σημασία της προσφοράς. Μα, αστόχαστοι, ακολουθούμε το ξένο, για να μένουμε πάντ’ αποπίσω του. Το καινούργιο μας τραβάει, γιατί η ψευτιά γλήγορα παλιώνει. Μόνο το σωστό είναι αγήραστο, γιατί κρύβει μέσα του περασμένο και το μέλλον. Αληθινά εβάλαμε το ταπεινό βασίλειο του ατόμου ψηλότερα από το αιώνιο του ανθρώπου. Και με τούτες τις πράξεις μας άλλο δεν καταφέρνουμε παρά να μακραίνουμε από κοντά μας την ώρα που θα μας έφερνε ό,τι η αρχιτεκτονική ίσως περισσότερο από τις άλλες τέχνες μπορεί να δώσει: Την ποίηση στην καθημερινή μας ζωή »[19]. 

Ο Πικιώνης βλέπει στον αρχαιοελληνικό στοχασμό, στην ποίηση του Ευριπίδη για παράδειγμα, όπως και στον Ινδό Ταγκόρ την ίδια λατρεία προς την φύση και τον κόσμο. Όπως γράφει «η σοφία τους είναι η σοφία αυτής της ίδιας γης που κατοικούσαν»[20]. Αντίθετα οι νεώτεροι Έλληνες ακολούθησαν μια πορεία καταστροφής της γης και της ιερότητας της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ιερό της Ψυχής στην Ελευσίνα που «το πνίξαμε ανάμεσα σ’ ένα εργοστάσιο τσιμέντων, ένα σιδηροδρομικό σταθμό και ένα φρικτό λατομείο»[21]. Περισσότερα αναλυτικά αναφέρει: « λατομούμε λοιπόν όλους τους λόφους μας, αντί να καταδικάσουμε στην καταστροφή τους αφανέστερους απ’ αυτούς, κι έτσι αφανίζουμε – κάτι χειρότερο, παραμορφώνουμε εσαεί- την εικόνα της ένδοξης αυτής γης, αυτής που φάνταζε εις τα μάτια των προγόνων μας σαν διαλεγμένη επίτηδες και στολισμένη από τη θεά για κατοικία της ίδιας και του λαού που τη λάτρεψε… Την καταστρέψαμε λοιπόν οι ανίδεοι τη γη τούτη που ήταν η μήτρα και η τροφός των λαμπρών κοσμογονικών μύθων, η κοίτη εις το πλαίσιο της αθηναϊκής αρχιτεκτονικής»[22]. 

Σε ομιλία σχετικά με τις αρχές πάνω στις οποίες «πρέπει να βασισθούν τα νομοθετικά μέτρα προασπίσεως της αισθητικής της χώρας εις τας τουριστικάς ζώνας» θα αναφέρει το δεοντολογικό πλαίσιο εντός του οποίου θα έπρεπε να κινηθεί η τουριστική ανάπτυξη. Βεβαίως η μεταγενέστερη εξέλιξη είναι εντελώς ενάντια σε επισημάνσεις όπως : «δεν είναι βεβαίως η χλιδή του πλούτου ή η ματαιόδοξος επίδειξις της τυφλής και ανίδεης μάζης, αλλά του πολλού λαού, της νεότητος και του πνευματικού προσκυνητού αι απλαί και νόμιμοι ανάγκαι που θα χρησιμεύσουν ως κριτήρια δια το έργον μας. Αυτών θα επιδιώξωμεν την πλήρωσιν, με τρόπους ανταξίους αυτού του ιδεώδους, με ταπεινότητα δηλαδή και με απλότητα»[23]. Φυσικά δεν αγνοούσε ότι η κατάσταση διαμορφωνόταν ήδη εξαιρετικά προβληματική: «η θρησκευτική αγάπη προς το αυτοποιόν φύτευμα, το γλαυκόν φύλλον ελαίας του Σοφοκλέους, εμαράνθη. Από τα δύο ιερά νάματα, αγιάσματα της πόλεως, όπως τα ύμνησεν ο Ευριπίδης, το ένα εκαλύψαμεν, το άλλο μένει εγκαταλελειμμένων, υπόνομοι και νερά εργοστασίων διοχετεύονται μέσα εις την κοίτην των. Λατομούμεν τους λόφους, που είναι η κοιτίς και το σύμφυτον πλαίσιον της αθηναϊκής τέχνης. Κανέν αίσθημα ιερόν δεν μας εμψυχώνει προς τα όρη, τους λόφους, τους ποταμούς, τας πηγάς, τους κρημνούς, τα σπήλαια αυτής της γής∙ το καθ’ ένα από τα οποία η θρησκευτική φαντασία των αρχαίων είχε περιβάλει με υψηλήν καθιέρωσιν, και δεν μιλεί επίσης δια την επιβίωσιν αυτής της ιδίας διαθέσεως απέναντι της φύσεως, που την ανευρίσκωμεν ολοζώντανην εις την λαϊκήν μας παράδοσιν. Μολαταύτα, από εν τέτοιο θρησκευτικό αίσθημα, όπως είπα, θα ηδύνατο να προκύψη μια ελληνική σύλληψις. Αντί τούτου, η φαντασία μας κυριαρχείται και εδώ από εικόνας και σχήματα μιας κοσμικής, θα έλεγα, ουσίας, όπως είναι τα σχήματα της γαλλικής αναγεννήσεως ή της αγγλικής κηποτεχνίας , και καμμία προσπάθεια μιάς γνήσιας και εκφραστικής που είναι «του είναι μας» μορφής δεν έχει ακόμη αναφανή εις το πεδίον τούτο»[24].



Η εντοπιότητα, η οικουμενικότητα και το πνεύμα της παράδοσης

Η παράδοση, κατά τον Δ.Πικιώνη, είναι η «γνήσια έκφραση της ψυχής κάθε εθνότητας»[25].Όμως πάνω από την κάθε ξεχωριστή παράδοση στέκεται μια ενιαία παράδοση.

Μπορεί μια εθνική και λαϊκή παράδοση να γίνει όχημα μιας οικουμενικής παράδοσης; Ο Πικιώνης απαντά καταφατικά. Ως ένα τέτοιο παράδειγμα αρμονικής σύνθεσης διαφορετικών χωρο-χρονικά παραδόσεων αναφέρει ότι συμβαίνει στο Βυζάντιο, δηλαδή στο ελληνικό μεσαιωνικό πολιτισμό όπου «επιτελείται ο άθλος της σύνθεσης των ελληνορωμαϊκών στοιχείων με τ’ ανατολικά»[26].

Η ελληνική παράδοση συναντάται, λογικά, με τα στοιχεία του μοντερνισμού, προαναγγέλλει ακριβέστερα τις αισθητικές μορφές του μοντερνισμού: «η οικουμενικότητα τούτη –προνόμιο όλων των μεγάλων παραδόσεων του Αρχαίου Κόσμου- λανθάνει μέσα στη λαϊκή μας παράδοση, είναι προάγγελος του μοντερνισμού. Δεν είναι από την καθολικότητά της τούτη που πηγάζει η ανεξάντλητη δύναμή της γι’ ανανέωση που απ’ ανέκαθεν τη χαρακτήριζε, και τώρα στους καιρούς μας δεν είναι ανοιχτή, για να πω έτσι, στα σχήματα του πρωτοποριακού κινήματος της Νέας Τέχνης, όσο, για παράδειγμα, η Αναγέννηση είναι κλειστή σ’ αυτά; Πραγματικά, θα δούμε μια μύχια συγγένεια αρχών ανάμεσα στα κυβικά σχήματα της αιγαιοπελαγικής μας αρχιτεκτονικής κι εκείνα της Νέας Τέχνης. Όμοια πάλι υπάρχει μια σχηματική συνάφεια ανάμεσα στα λεπτά υποστυλώματα, επιστύλια και τοιχώματα της σύγχρονης τέχνης, με την ξύλινη κατασκευή της ηπειρωτικής Ελλάδος, και γενικά της Βαλκανικής και της Μικρασίας. Η καθολικότητα τούτη της παράδοσής μας, απ’ όπου απορρέει, όπως είπα, η μύχια- και παρ’ όλες τις εσώτερες αντιθέσεις της- συνάφεια μ’ ένα κίνημα το ίδιο οικουμενικής σημασίας όπως είναι το σύγχρονο, που παρουσιάζει τ’ αναμφισβήτητα γνωρίσματα μιας γνήσιας κι αντιπροσωπευτικής για την εποχή μας ανακαινιστικής προσπάθειας της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, και που κάτω από την καινοτομία των σχημάτων της και την επαναστατικότητα των αρχών της κρύβει στο βάθος την προσπάθεια της ανασύνδεσης της με τις αρχές των μεγάλων παραδόσεων –η καθολικότητα, λέω, της παράδοσής μας κι η απ’ αυτήν απορρέουσα συνάφειά της με το σύγχρονο κίνημα, ανοίγει στον Έλληνα αρχιτέκτονα ένα στάδιο, όπου τα έπαθλα είν’ αντάξια των αγώνων που έχει να επιτελέσει για ν’ ανταποκριθεί στην υψηλή ιστορικότητα της παράδοσης του»[27].

Οι αρχιτέκτονες οφείλουν να σκορπιστούν στην ύπαιθρο ώστε να «ζήσουν μαζί και κοντά στο λαό τις όσιες ανάγκες του αληθινού του βίου»[28]. Ο ορθολογισμός της νέας Τέχνης είναι ο πιο ικανός για «να ερμηνέψει τον ασυνείδητο ορθολογισμό που βρίσκουμε μέσα στην παράδοση κι ακόμα ν’ αντιμετωπίσει την αισθητική πλευρά των προβλημάτων εξαιτίας της πνευματικότητας του και των διαισθητικών παρορμήσεων που, ίσως από μιαν ενδόμυχην αντίθεση, λανθάνουν αναμφίβολα μέσα της»[29].

Ο Πικιώνης, όπως και Ν. Χατζηκυριάκος- Γκίκας, αποκαλύπτουν στα προσφυγικά σπίτια των Μικρασιατών, ένα πρότυπο που συμπυκνώνει με επιτυχία την παράδοση, αποτελώντας ταυτόχρονα αφετηρία αντιμετώπισης των σύγχρονων αρχιτεκτονικών προβλημάτων: «την πτώση τούτη θα μπορούσε ως ένα σημείο ν’ αντισταθμίσει η συμμετοχή του λαϊκού τεχνίτη στην ανοικοδόμηση. Έχουμε ένα πειστικό παράδειγμα γι’ αυτό, με τους προσφυγικούς συνοικισμούς της Αθήνας. Τι θα ήτανε, αν το νεκρό σχήμα του επίσημου σχεδίου δε μετασχηματιζόταν μ’ ένα τρόπο τόσο ζωντανό από τις έμφυτες πλαστικές και χρωματικές αρετές του Μικρασιάτη, θαυμαστό δείγμα της επιβίωσης μέσα του τού αρχαίου ιωνικού πνεύματος».[30]

Στο δοκίμιο του «Συναισθηματική τοπογραφία»[31], ο Πικιώνης, επισημαίνει πως «μετρούμε τη γη με τον κόπο του κορμιού μας»[32]. Ο φυσικός χώρος αντιπαρατίθεται με τα στοιχεία του αστικού χώρου, ώστε η ατομικότητα και το επιμέρους να ενσωματωθεί στο Όλον: «το έρημο τούτο μονοπάτι είναι απείρως ανώτερο από τις λεωφόρους των μεγαλουπόλεων. Γιατί με την κάθε πτυχή του, με τις καμπές του, τις άπειρες εναλλαγές της προοπτικής του χώρου που παρουσιάζει, μας μαθαίνει τη θεία υπόσταση της ατομικότητας της υποταγμένης εις την αρμονία του Όλου»[33]. 

Τελικά το Φως θα παίξει τον πιο κρίσιμο ρόλο: «το φως έπλασε τούτο τον Κόσμο. Το φως τον συντηρεί και τον γονιμοποιεί»[34]. Τελικά με ποιητικό τρόπο θα ανασύρει μια βαθιά, υπόγεια ενότητα, που εντός της περιέχει τα πάντα: «τίποτα δεν υπάρχει μόνο του αλλά τα πάντα είναι μέρος μιας καθολικής Αρμονίας. Όλα διαπερνούν το ένα τ’ άλλο και πάσχουν και μεταβάλλονται το ένα από τ’ άλλο. Και δεν μπορείς να συλλάβεις το ένα παρά μέσων των άλλων»[35].

Απόρροια όλων αυτών των σκέψεων αλλά και των περιπλανήσεων στον τόπο και τον χρόνο είναι το συμπέρασμα ότι «είναι ανάγκη ν’ αντιμετωπίσουμε στοχαστικότερα τις λύσεις που μας προσφέρει η Δύση».[36] Βεβαίως το συμπέρασμα αυτό περιέχει άλλη μια προκείμενη σκέψη: πως κάθε λαός έχει κάποιες δυνάμεις και δυνατότητες αυτόνομες από εκείνες των άλλων λαών και εθνών ώστε «μια ιδέα ή μια μορφή, για να ριζώσει μέσα της, να πλασθεί στα μέτρα τα δικά της»[37].

Ο Δ. Πικιώνης, γράφοντας για το πρόβλημα της μορφής, δηλαδή τελικά για τις αισθητικές προτεραιότητες των κτιρίων και των κοινοτήτων και των πόλεων συμπεραίνει: «μελετάω μέσα μου τις μεγάλες μορφές του έθνους μας. Ποιητές, ήρωες… Ήρωες που η αρετή και η αντρεία των είναι αρετή και αντρεία ελληνική. Τους ποιητές μας. Τον πρώτο, τον πιο μεγάλο απ’ αυτούς, και τον αγώνα του για μορφή και για έκφραση ελληνική. Τους μεγάλους μας αυτοδίδακτους που ο Θεός τους χάρισε το δώρημα της «αυτοποιάς» έκφρασης και που το έργο τους υψώνεται κι αυτών «κάθετα εις το κέντρο της εθνικότητας». Όλους τους άλλους που με λογισμό και πειθαρχία δουλεύουν στο αληθινό και ετοιμάζουν το δρόμο των κατοπινών. Και τη νέα γενιά των ζωγράφων μας, που μας δίνουν τόσες ελπίδες: Ανάλαβαν τον μεγάλο άθλο να συλλάβουν τον εσωτερικό κόσμο τον ελληνικό και να τον εκφράσουν όχι περιγραφικά μα με συμβολικά μέσα που ορίζει η Τέχνη τους»[38]. 

Τα κτίρια δίχως την πνευματική καλλιέργεια του δημιουργού τους δεν μπορούν να τελεσφορήσουν, δηλαδή να ανταποκριθούν σε ένα σκοπό που τελικά τα νοηματοδοτεί. Για τον Πικιώνη αυτό το κριτήριο και μόνο «μπορεί να φωτίσει και της τέχνης και της τεχνικής τα κριτήρια να τα ελευθερώσει από τη συμβατικότητα στην οποία τούτα στον έχουν καιρό μας ξεπέσει»[39].

Ο Δ.Πικιώνης απάντησε με επιτυχία στα ερωτήματα τι σχέση έχει ο ελληνισμός με την οικουμενικότητα, η παράδοση με την νεωτερικότητα, η λαϊκότητα και ο πολιτισμός. Έδειξε ότι ανάμεσα τους, υπό προϋποθέσεις, δεν υπάρχει διάκριση, αγεφύρωτη αντίθεση, αντιφατική και εχθρική συνάντηση, αλλά διαλεκτική σύνθεση και αλληλουχία. Ως παράδειγμα ωφέλειας από το δυτικό χώρο παραθέτει την μελέτη των ιταλικών κήπων. Ότι ονομάζει όμως ως ελληνικότητα, που καθρεφτίζει τις δυνατότητες αυτονομίας του ελληνικού λαού, «δεν μπορεί να προκύψει παρ’ ως καρπός ενός πολυώδυνου άθλου»[40] κι όχι ως αυτοαναφορική ιδεολογία. Ο Πικιώνης άλλωστε γνωρίζει ότι η έννοια αυτή περιέχει πολλούς κινδύνους και την χαρακτηρίζει «από τις πιο προβληματικές αμφισβητίσιμες»[41]. Όμως στο δοκίμιο του «Υποθήκες από την ελληνική παράδοση»[42] θα δούμε να επιβεβαιώνονται οι κρίσεις του Ζ.Λορεντζάτου για αυτόν. Ο στοχαστής, τονίζει ο Πικιώνης είναι αναγκαίο να αποφεύγει την ύβριν και την αλαζονεία. Συγχρόνως αποκαλύπτει τις οφειλές του στον Ηράκλειτο, στον Πλάτωνα, στον Σολωμό, στον Σικελιανό.

Ο Πικιώνης μας άφησε παρακαταθήκη το αρχιτεκτονικό του έργο, τα δοκίμια και τα αισθητικά έργά του. Απάντησε όπως και οι άλλοι δημιουργοί που συμβατικά ονομάζονται γενιά του ΄30, στο ερώτημα για την σχέση μας με την Δύση, πως ο μοντερνισμός είναι ριζοσπαστικός μεν, απέναντι σε ότι κυριαρχεί εκεί μετά την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, αλλά ταυτόχρονα αναπτύσσει αξίες και μορφές που δημιουργήθηκαν στην ελληνική παράδοση από ανώνυμους συχνά τεχνίτες. Στα όρια αυτού του στοχασμού ούτε ο μιμητισμός είναι λύση αλλά ούτε και η εθνική αυτάρκεια. Δυστυχώς οι πόλεις μας δεν κτίστηκαν κατά τα πρότυπα που μας έδειξε ο Δ.Πικιώνης, αλλά συγχρόνως δεν υπήρξε ούτε η δημιουργική αφομοίωση του όποιου θετικού προϋπήρξε στον δυτικό κόσμο. Αντίθετα η εχθρότητα προς την παράδοση συνδυάστηκε με την ανομία και την αντιαισθητική κακογουστιά. Η αντιπαροχή, η δόμηση δίχως καμμιά προοπτική και σχέδιο κατέστρεψε τον οικιστικό χώρο και επιβάρυνε τραγικά το φυσικό περιβάλλον. Ο μεταπολεμικός ελληνικός αστικός χώρος, συγκέντρωσε ασυλλόγιστα το μεγαλύτερο αριθμητικά πληθυσμό, ερημώνοντας ταυτόχρονα όλες τις άλλες περιοχές. Βεβαίως το γεγονός αυτό προϋπέθεσε ότι το κέρδος, τα μικρά και μεγάλα συμφέροντα θα έπρεπε να εκμηδενίσουν κάθε αξία, ειδικά την πνευματική καλλιέργεια και την αιτιώδη σχέση του ανθρώπου με την φύση και τον κόσμο που καθόρισε διαχρονικά την φυσιογνωμία του ελληνισμού. 



Σημειώσεις

[1] Ζ. Λορενζάτος, Μελέτες, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1994, τόμος β’, σελ.9-62.

[2] Όπ.πρ. σελ.45.

[3] Δ. Πικιώνη, Κείμενα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000, σελ. 27.

[4] Όπ. προηγ. σελ.29.

[5] Όπ. προηγ. σελ.35.

[6] Όπ. προηγ. σελ.36.

[7] Όπ. προηγ. σελ.41.

[8] Όπ. προηγ. σελ.44.

[9] Όπ. προηγ. σελ.54.

[10] Όπ. προηγ. σελ.55.

[11] Όπ. προηγ. σελ.55.

[12] Όπ. προηγ. σελ.56,57.

[13] Όπ. προηγ. σελ.58.

[14] Όπ. προηγ. σελ.59.

[15] Όπ. προηγ. σελ.67.

[16] Όπ. προηγ. σελ.69

[17] Όπ. προηγ. σελ.69.

[18] Όπ. προηγ. σελ.69.

[19] Όπ. προηγ. σελ.69.

[20] Όπ. προηγ. σελ.135.

[21] Όπ. προηγ. σελ.136.

[22] Όπ. προηγ. σελ.138.

[23] Όπ. προηγ. σελ.142.

[24] Όπ. προηγ. σελ.145,146.

[25] Όπ. προηγ. σελ.157.

[26] Όπ. προηγ. σελ.163.

[27] Όπ. προηγ. σελ.163,164.

[28] Όπ. προηγ. σελ.165.

[29] Όπ. προηγ. σελ.166.

[30] Όπ. προηγ. σελ.166.

[31] Όπ. προηγ. σελ.73.

[32] Όπ. προηγ. σελ.73.

[33] Όπ. προηγ. σελ.73.

[34] Όπ. προηγ. σελ.74.

[35] Όπ. προηγ. σελ.81.

[36] Όπ. προηγ. σελ.170.

[37] Όπ. προηγ. σελ.171.

[38] Όπ. προηγ. σελ.206.

[39] Όπ. προηγ. σελ.226.

[40] Όπ. προηγ. σελ.258.

[41] Όπ. προηγ. σελ.264.

[42] Όπ. προηγ. σελ.282.



Δημοσιεύτηκε σε τρεις συνέχειες (φ.110,111,112) στην εφημερίδα ῾ΡΗΞΗ῾.






Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Θ.Ι.Ζιάκας,Παιδεία και εθνισμός



πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ


[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΛΛΟΠΙΑ, καλοκαίρι 1990, τ.2, σελ. 66-69]

Oι δύο βασικοί πόλοι αναφοράς του Νέου Ελληνισμού είναι η Τουρκία και η Δύση και οι σχέσεις μαζί τους αποτελούν το κεντρικό ζήτημα της νέο ελληνικής εθνικής στρατηγικής.
Η στρατηγική αυτή ήταν από την αρχή και εξακολουθεί να είναι και σήμερα, η στρατηγική της Προστασίας και του Εκσυγχρονισμού: Η ουσία της ήταν η εσκεμμένη δορυφοροποίηση του ελλαδικού κράτους γύρω από την κάθε φορά δεσπόζουσα δυτική δύναμη, με άμεσο προσδοκώμενο όφελος την προστασία έναντι της τουρκικής απειλής και μακροπρόθεσμο την απόσπαση του ελληνικού λαού από το βυζαντινό πολιτισμικό δρόμο και την ενσωμάτωση του στο δυτικό. Περιεχόμενο δηλ. της στρατηγικής της Προστασίας ήταν μια εκπαιδευτική στρατηγική εκδυτικισμού που πάντοτε οριζόταν ως στρατηγική εκσυγχρονισμού-εξευρωπαϊσμού.
(Η υποκατάσταση της ανατολικής απειλής με τον «από Βορρά κίνδυνο», στο διάστημα μετά το 1922 ως την πτώση της δεύτερης εθνικιστικής δικτατορίας, δεν άλλαξε την ουσία της εθνικής στρατηγικής. Τα δυο πεδία ορισμού της, η Προστασία κι ο Εκσυγχρονισμός, διατηρήθηκαν).

Ι

Η ιστορική τροχιά της στρατηγικής αυτής καλύπτει τρεις βασικές περιόδους. Η πρώτη τελειώνει με τους Βαλκανικούς πολέμους και την καταστροφή του μικρασιατικού Ελληνισμού (1922). Η δεύτερη τελειώνει με το χουντικό πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, την κατάληψη της μισής Κύπρου από τα τουρκικά στρατεύματα και τη διατύπωση βλέψεων για επανεξάπλωση της Τουρκίας προς δυσμάς. Η τρίτη περίοδος αρχίζει μ' αυτά τα γεγονότα και βρίσκεται σε εξέλιξη. Έχει ως σταθμούς τη συμφωνία απορρόφησης της Ελλάδας από την ΕΟΚ και τον εγκλωβισμό στο λεγόμενο «πνεύμα του Νταβός».
Σπεύδω κιόλας να διατυπώσω το συμπέρασμα μου, ότι η εθνική στρατηγική της Προστασίας και του Εκσυγχρονισμού έχει καταρρεύσει ήδη από το 1922. Έχει αποτύχει σε όλο το φάσμα των στόχων της. Ούτε την προστασία από την τουρκική απειλή κατάφερε να διασφαλίσει, ούτε τον περίφημο εκσυγχρονισμό-εξευρωπαϊσμό μπόρεσε να προσεγγίσει. Απέσπασε βέβαια τον Έλληνα από το Βυζάντιο. Αυτό το κατάφερε. Δεν κατάφερε όμως να τον κάνει να αφομοιώσει τη δυτική κουλτούρα και να γίνει Ευρωπαίος.
Οι τρεις περίοδοι που μόλις ανέφερα περιγράφουν την άνοδο, τη στασιμότητα και την κατάρρευση του νεοελληνικού εθνισμού. Στην πρώτη αποτινάξαμε την τουρκική κυριαρχία και απελευθερώσαμε σιγά σιγά τα σημερινά ελλαδικά εδάφη. Αυτή την περίοδο μας διέκρινε εξωστρεφής δυναμισμός. Δεν είχαμε όμως συνειδητοποιήσει γιατί έπεσε το Βυζάντιο και ο νους μας μετεωριζόταν σε όνειρα αναβίωσης του. Οι δάσκαλοι μας φλέγονταν από το όραμα και το μεταλαμπάδευαν σε όλα τα επίπεδα της Παιδείας: Όπου νάναι γινόμαστε ένα ισχυρό ευρωπαϊκό κράτος - η Ελλάδα των πέντε θαλασσών και των τριών ηπείρων... Στη δεύτερη περίοδο, που τα φτερά μας κόπηκαν και πέσαμε από τα σύννεφα της Μεγάλης Ιδέας στην πραγματικότητα της 
προσφυγιάς, της ταπείνωσης και της μιζέριας, αναδιπλωθήκαμε στα όρια του ελλαδικού κρατιδίου. Σ' αυτό μας ανάγκαζε και η κατάρρευση του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Η αναδίπλωση δεν ήταν μόνο πολιτική, αλλά και οικονομική και ιδεολογική. Πρόκειται για την κατ' εξοχήν εποχή του Ελλαδισμού.
Ήταν μια αναδίπλωση στις πληγές μας. Πολωθήκαμε στις εσωτερικές μας αντιθέσεις χωρίς να μπορούμε να βρούμε διέξοδο. Η βασική διαχωριστική γραμμή σχηματοποιήθηκε σε μια μανιχαϊστικού τύπου πόλωση μεταξύ ενός ημιφασιστικού, φυλετικού και κάπηλου εθνικισμού, από τη μια μεριά, και ενός κρατιστικού, υπερδιεθνιοτικού και τελείως ανιστόρητου και ανελλήνιστου σοσιαλισμού, από την άλλη. Οι καλύτερες στιγμές του εθνισμού μας ήταν, αυτή την περίοδο, ο πατριωτικός πόλεμος του 1940 και η Εθνική Αντίσταση. Χειρότερες ο εμφύλιος πόλεμος και οι δυο εθνικιστικές δικτατορίες. Στο διάστημα αυτό οι Τούρκοι όντας απασχολημένοι με τη συντριβή των Κούρδων και την ανασυγκρότηση των σάπιων δομών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μας άφησαν να αλληλοφαγωθούμε με την ησυχία μας.
Η εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο, το 1974, οριοθετεί το τέλος του Ελλαδισμού. Η στρατηγική της δορυφοροποίησης γύρω από τα εκάστοτε δυτικά κέντρα οδήγησε κατά τραγική ειρωνεία στη μετατροπή της Ελλάδας σε δορυφόρο της Τουρκίας. Μπορεί να ηχεί υπερβολική η θέση αυτή αλλά δυστυχώς είναι πραγματικότητα. Πιστοποιείται από δύο ολοφάνερα γεγονότα:
Το πρώτο που αποτελεί δημοσιογραφικό κοινό τόπο, έγκειται στη διαπίστωση ότι στις στρατηγικές των μεγάλων δυνάμεων στην περιοχή μας, η ελληνική πολιτική εμφανίζεται ως υποπαράγραφος της τουρκικής τους πολιτικής.
Το δεύτερο δεδομένο έγκειται στο γεγονός ότι ο τρόπος που μας αντιμετωπίζουν οι μεγάλες δυνάμεις έχει εσωτερικευτεί στην Ελλάδα και έχει γίνει ο γνώμονας με βάση τον οποίο χαράσσεται η ελληνική πολιτική. Εύγλωττο παράδειγμα: Απειλούμε με διακοπή διπλωματικών σχέσεων όποιον τολμήσει να αναγνωρίσει το ψευδοκράτος του Ντεκτάς. Με την Τουρκία όμως που κατέλαβε εθνικό μας χώρο με τα όπλα, έφτιαξε αυτό το κράτος, το αναγνωρίζει και το στηρίζει, ούτε που διανοηθήκαμε να θέσουμε ζήτημα διακοπής των διπλωματικών σχέσεων. Η Τουρκία είναι «φίλη» και «σύμμαχος» μας και μόνο «διάλογο» - άνευ όρων - επιτρέπεται να κάνουμε μαζί της.
Η ιστορική εξάντληση του ελλαδιστικού εθνισμού πρέπει να εκτιμηθεί ψύχραιμα και σε όλες της διαστάσεις. Επισημαίνει πριν απ' όλα ότι έχει καταστεί προβληματική η ίδια η ύπαρξη του ελλαδικού κράτους.


II
Για να μη φανεί ακατανόητη η ζοφερή αυτή εικόνα πρέπει να δούμε και την προβολή της ίδιας διαδικασίας στο οικονομικό επίπεδο.
Η οικονομική πλευρά της εθνικής στρατηγικής (της Προστασίας και του Εκσυγχρονισμού) μπορεί να συνοψιστεί στα εξής τρία σημεία: α) Το ελλαδικό κράτος στηρίζεται σε εσωτερικές αλλά και σε εξωτερικές πηγές οικονομικού πλεονάσματος, β) Για να μη στραγγαλιστεί σε περίπτωση κατάρρευσης των εξωτερικών πηγών και για να «φτάσει» τις οικονομίες των δυτικών κρατών, πρέπει να οικοδομήσει ισχυρή εσωτερική βάση. γ) Μέρος του ενοποιημένου πλεονάσματος πρέπει να κατευθυνθεί με την παρέμβαση του κράτους στην ανάπτυξη ντόπιας βιομηχανίας.
Σε ό,τι αφορά την υλοποίηση αυτής της οικονομικής στρατηγικής πάντα φιλονεικούσαμε για το αν ο καταλληλότερος φορέας είναι το κράτος ή η ιδιωτική πρωτοβουλία (κρατισμός-φιλελευθερισμός). Αυτή η συζήτηση συνεχίζεται μέχρι σήμερα, λες και δεν έχει αλλάξει τίποτα.
Στην πρώτη περίοδο (Απελευθέρωση-Μικρασιατική Καταστροφή) το σχήμα φαινόταν να λειτουργεί. Κατορθωνόταν η ενοποίηση του πλεονάσματος και γινόταν προσπάθεια να δημιουργηθεί κάποια αυτοδύναμη οικονομική βάση. Στη δεύτερη περίοδο, όταν κατέρρευσαν οι εξωτερικές πηγές πλεονάσματος, η χώρα βρέθηκε να έχει κάποιο εσωτερικό έδαφος για αναδίπλωση. Η ελληνική οικονομία δεν είχε εντελώς διεθνοποιηθεί και μεταπρατικοποιηθεί όπως σήμερα. Έτσι επέζησε ο λαός. Όχι μόνο είχε εσωτερική βάση να στηριχθεί αλλά και, από πολλές απόψεις, κατάφερε να την επεκτείνει. Αρκεί να σκεφτούμε ότι η ελληνική οικονομία μπόρεσε να αντέξει και να απορροφήσει τις εκατοντάδες χιλιάδες των προσφύγων.
Μετά τον πόλεμο η χώρα εγκαταλείπεται στη δίνη του μεταπρατισμού και της μονόπλευρης ανάπτυξης, όπως απαιτούσε η δυναμική της παγκόσμιας αγοράς. Και τελικά περιορίζεται εντελώς στις υπηρεσίες, στο μεταπρατηλίκι και τα οπωροκηπευτικά. Η βιομηχανική δραστηριότητα κατέστη προβληματική εξ’ ορισμού. Οι εσωτερικές πηγές πλεονάσματος διαμεσολαβούνται ολοκληρωτικά από την παγκόσμια αγορά και ο κοινωνικός μας σχηματισμός εξαρτάται απόλυτα από τις εξωτερικές εισροές. Τότε έρχεται η διεθνής οικονομική κρίση και απειλεί ξανά με κατάρρευση τις εξωτερικές βάσεις της ελληνικής οικονομίας. Δεν υπάρχει όμως καθόλου έδαφος για εσωτερική αναδίπλωση. Απ' αυτή την άποψη το ελλαδικό κράτος πρόβαλε ξαφνικά εντελώς ανίσχυρο -φτερό στον άνεμο.
Έχουμε λοιπόν, από τη μια μεριά, τη μετατροπή της Ελλάδας σε δορυφόρο της Τουρκίας με όλες τις σκοτεινές προοπτικές που αυτό συνεπάγεται και, από την άλλη, μια οικονομική δομή που μετατρέπεται σε θανάσιμο βρόχο σε στιγμές κρίσης. Δεν έχω την πρόθεση να δικαιολογήσω τον Καραμανλή, αλλά μου φαίνεται ότι διαισθάνθηκε το αδιέξοδο και μη βλέποντας άλλη οδό διαφυγής μας παρέδωσε άνευ όρων στην ΕΟΚ. Αν δεν είναι δυνατό να επιβιώσουμε ως Έθνος, τουλάχιστο να επιβιώσουμε ως άτομα - αυτή μοιάζει να ήταν η σκέψη του (αν βέβαια όλα αυτά έγιναν με κάποια σκέψη). Μ' αυτή την επιλογή ευθυγραμμίστηκαν τελικά οι πάντες.


III
Τα πνευματικά ρεύματα που προσδιόριζαν την κατεύθυνση της Παιδείας ήταν ο καθαρολογισμός και ο δημοτικισμός (η αριστερή διανόηση δεν κατάφερε να αναπτύξει αυτόνομο λόγο στα θέματα Παιδείας - παρέμεινε η αριστερά του δημοτικισμού). Στόχος και των δύο ήταν ο φωταδιστικός εκσυγχρονισμός. Μέθοδος και των δύο η επέμβαση στη γλώσσα, θαύμαζαν εξίσου αυτό που θαύμαζαν και οι Ευρωπαίοι δηλ. το αρχαιοελληνικό παρελθόν, και συμμερίζονταν εξίσου την απέχθεια των Ευρωπαίων προς το βυζαντινό πολιτισμό. Στην πρώτη ιστορική περίοδο η πνευματική ηγεσία προέρχεται από τον καθαρολογισμό. Στη δεύτερη από το δημοτικισμό. Στην τρίτη δεν υπάρχει καν πνευματική ηγεσία [Η ύπαρξη «εκλεκτών» ατόμων δε σημαίνει φυσικά και ύπαρξη πνευματικής ηγεσίας].
Πρέπει να κάνουμε εδώ την απαραίτητη διάκριση μεταξύ παρεχόμενης μόρφωσης και πραγματικού μορφωτικού αποτελέσματος. Στην πρώτη περίοδο υπήρχε το μικρότερο άνοιγμα μεταξύ παρεχόμενης μόρφωσης και μορφωτικού αποτελέσματος. Το άνοιγμα μεγαλώνει στη δεύτερη περίοδο και γίνεται αγεφύρωτο χάσμα στη σημερινή τρίτη περίοδο. Και είναι φυσικό, αν σκεφθούμε ότι η Παιδεία ξεκίνησε με στόχο την κλασσική μόρφωση και βαθμιαία το κέντρο βάρους της μετατοπίστηκε στην αναπαραγωγή του επαγγελματικού καταμερισμού της εργασίας, θυμίζω, παρεμπιπτόντως, ότι οι πρώτοι λιγοστοί φοιτητές έμπαιναν δίχως εξετάσεις. Πήγαιναν για να μορφωθούν κι όχι για να πάρουν το «χαρτί» που θα τους έλυνε το επαγγελματικό πρόβλημα. Σήμερα η «μόρφωση» έχει γίνει κοινωνικό πρόσχημα. Δε θεωρείται αγαθό καθ' εαυτό. Ενδιαφέρει μόνο στο βαθμό που ανοίγει το δρόμο για την επαγγελματική «αποκατάσταση». Η προσχηματική ανομολόγητη αυτή στάση διαπερνά σήμερα το λαό σε μαζική κλίμακα. Δε γνωρίζει ταξικά όρια και στερεί αυτομάτως από κάθε νόημα την οποιαδήποτε συζήτηση για «άνοδο του επιπέδου της παρεχόμενης εκπαίδευσης».
Το πώς φτάσαμε ως εδώ είναι τεράστιο θέμα για να πιαστεί σε ένα άρθρο, θα περιοριστώ σε μερικά μόνο σημεία.
Το χάσμα δημιουργήθηκε στα πλαίσια της μανιχαϊκής πόλωσης που δημιούργησε ο ελλαδιστικός εθνικισμός. Στα χρόνια της βασιλείας του η Παιδεία γνώρισε τη μεγαλύτερη διαφθορά. Ποιος από τους παλιότερους δε θυμάται το Σπουδαστικό της Ασφάλειας και τη σύμφυσή του με το καθηγητικό κατεστημένο στα πανεπιστήμια; Τον ασφυκτικό έλεγχο του ρουφιάνου και του χωροφύλακα πάνω στο δάσκαλο; Ότι δεν μπορούσες καν να είσαι εκπαιδευτικός αν δεν είχες «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων» και δεν εξυμνούσες γλοιωδώς την εκάστοτε εξουσία και τους τοποτηρητές της στις εθνικές γιορτές; Για κακή μας τύχη οι μαργαρίτες της μόρφωσης δόθηκαν για διαφύλαξη στους χοίρους. Βρώμισαν και ξεφτύλισαν σε τέτοιο βαθμό τη μόρφωση, που έχασε κάθε υπόληψη.
Την απουσία πνευματικής ηγεσίας και την αποστείρωση της Παιδείας από κάθε ηθικό μορφωτικό στοιχείο και κύρος, ανέλαβαν να την καλύψουν οι μόνοι ζωντανοί θεσμοί που είχαν απομείνει: οι πολιτικοϊδεολογικές παρατάξεις. Το παιδαγωγικό κύρος μεταβιβάστηκε από τα λεγόμενα πνευματικά ιδρύματα στους μηχανισμούς της δυναμικής μανιχαϊκής αντιπαράθεσης. Μεταβιβάστηκε στις οργανώσεις της Αριστεράς, από το ένα μέρος, και στους αντικομμουνιστικούς μηχανισμούς της Δεξιάς από το άλλο μέρος (στρατός, αστυνομία, ευσεβιστκές οργανώσεις κλπ.). Αυτοί ανέλαβαν να διαπαιδαγωγήσουν τη νέα γενιά, να βοηθήσουν το νέο να γίνει υποκείμενο. Η διαπαιδαγώγηση ήταν βέβαια μανιχαϊστική: Από εδώ το καλό -από εκεί το κακό. Άσπρο-μαύρο.
Η υποκειμενοποιητική παιδευτική λειτουργία περιήλθε ουσιαστικά στη δικαιοδοσία της Αριστεράς. Ήταν ο φορέας του λαϊκού αιτήματος για κοινωνική δικαιοσύνη. Βρισκόταν υπό διωγμό και ενσάρκωνε τα ηρωικά και μαρτυρικά πρότυπα του εθνικού μας υποσυνειδήτου. Μειονεκτούσε στο πεδίο της δύναμης αλλά υπερτερούσε στο ηθικό πεδίο. Δεν είναι υπερβολή αν πούμε ότι η Αριστερά για ολόκληρη τη δεύτερη περίοδο υπήρξε η «κιβωτός του γένους». Στάθηκε ανάχωμα στον τομαρισμό και διέσωσε το ήθος σχεδόν για τρεις γενιές.
Αλλά η Αριστερά δεν μπόρεσε να κατανοήσει τα προβλήματα που μας οδήγησαν στην κατάρρευση της Παιδείας και του Εθνισμού. Αντί να αμφισβητήσει ριζικά την Προστασία, υπέκυψε στον πειρασμό να την μεταθέσει από τη Δύση στην Ανατολή. Δεν μπόρεσε να διαμορφώσει μια νέα πρόταση εθνικής στρατηγικής στη θέση της παλιάς που είχε πεθάνει, και να ηγηθεί ενός αναγεννητικού μορφωτικού κινήματος. Δεμένη κι αυτή στα ιδεολογήματα του εκσυγχρονισμού, ενίσχυσε την πίεση της οικονο-μιστικής δυναμικής πάνω στην Παιδεία και δημαγωγικά χάιδεψε τα μικροαστικά ανομολόγητα, για να δρέψει σήμερα τους πικρούς καρπούς. Οι οργανώσεις της αποσυντέθηκαν και ο κόσμος της βιώνει την αποτυχία ως βαθιά ηθική κρίση, ως σήψη όλων των συλλογικών αξιών. Η Αριστερά, το τελευταίο ηθικό ανάχωμα στον τομαρισμό, κατέρρευσε.


IV
Μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι οι ιστορικές μου κρίσεις και εκτιμήσεις είναι εσφαλμένες - πράγμα διόλου απίθανο, θα συμφωνήσει ωστόσο μαζί μου ότι το νόημα αυτού που λέμε Παιδεία κι' αυτού που λέμε Έθνος, καθώς και το νόημα της μεταξύ τους σχέσης, ούτε μοναδικά είναι, ούτε αναμφισβήτητα, ούτε αυτονόητα. Όταν συζητάμε γι' αυτά, αναζητούμε ακριβώς διαφορετικά νοήματα. Πώς μπορούμε να βγούμε από το αδιέξοδο, αν δεν σκεφτούμε πάνω σ' όλες τις εκδοχές;
Το μεθοδολογικό σχήμα που τολμώ να προτείνω είναι το εξής: Κάθε ιστορική Παράδοση δίνει το δικό της νόημα στην Παιδεία. Π.χ. η αρχαιοελληνική Παράδοση, η ελληνο-ορθόδοξη Παράδοση, ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, ο ιστορικός μαρξισμός, ο σύγχρονος επιστημονικό-τεχνικός ορθολογισμός, δίνουν διαφορετικό νόημα στην Παιδεία (αλλά και στον Εθνισμό). Ίσως ξενίζει η θεώρηση του σύγχρονου κυρίαρχου τρόπου νοηματοδότησης της ζωής ως Παράδοσης, μια και συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε τον όρο Παράδοση μόνο για παλιά πράγματα. Όλα όμως είναι σχετικά. Αυτό που είναι νέο για μας σήμερα, αύριο θα είναι ήδη παλιό. Για τους αυριανούς ανθρώπους θα είναι Παράδοση με τη δική μας έννοια. Από πλευράς ουσίας δεν υπάρχει λοιπόν διαφορά: Όλες οι νοηματοδοτήσεις της ζωής είναι Παραδόσεις. Δεν υπάρχει, λοιπόν, νόημα για την Παιδεία έξω από Παραδόσεις. Κάτι περισσότερο: Δεν υπάρχει Παιδεία έξω από Παραδόσεις.

Φυσικά οι Παραδόσεις δεν είναι αυτονομημένες και απομονωμένες οντότητες. Είναι σχέσεις. Είναι αναφορικότητες. Κάθε μία έχει διαμορφωθεί σε σχέση και αντίθεση με κάποια άλλη και διατηρεί οργανικούς δεσμούς μαζί της. Ο χριστιανισμός π.χ. γεννήθηκε σε αντίθεση με τον ιουδαϊσμό, με την ολυμπιακή θρησκεία κλπ. Αναπτύχθηκε σε αναφορά με άλλες Παραδόσεις και διαιρέθηκε σε διάφορες αιρέσεις. Άλλο παράδειγμα είναι ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, που γεννήθηκε σε αναφορά και αντίθεση με την απολυταρχική εκδοχή χριστιανισμού που αντιπροσώπευε ο καθολικισμός. Ο ιστορικός μαρξισμός επίσης είναι αδύνατο να εννοηθεί έξω από τη σχέση / αντίθεση του με το φιλελευθερισμό από τη μια και τον απολυταρχικό χριστιανισμό από την άλλη. Τέλος, η κυρίαρχη σήμερα Παράδοση του τεχνοκρατικού ορθολογισμού, που βλέπει τη ζωή σαν σύστημα συγκροτούμενο από αυτονομημένες δυναμικές αφηρημένων σχέσεων, δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από το δεσμό της με τα αδιέξοδα του φιλελευθερισμού και του κρατικού κολλεκτιβισμού, των οποίων αποτελεί την υπέρβαση. Πρέπει λοιπόν να κρίνου με ιστορικά τις Παραδόσεις.
Κρίνω ιστορικά, θα πει κρίνω σχετικά - έχω επίγνωση ότι μιλώ στηριζόμενος στο νοηματικό έδαφος κάποιας Παράδοσης, ότι ο λόγος μου παραπέμπει στον Κοινό Λόγο κάποιας Παράδοσης (ή και στον Κοινό Λόγο που αρθρώνουν οι Παραδόσεις στο σύνολο τους). Οι Παραδόσεις, εφόσον είναι νοηματοδοτήσεις που μας έχουν παραδοθεί, δηλ. μας είναι προσιτές, είναι επίκαιρες. Δεν μπορώ συνεπώς να θεωρώ μια Παράδοση «αληθινότερη» από κάποια άλλη, επειδή ενδεχομένως να είναι νεώτερη, ή επειδή μπορεί να ακολουθείται από την πλειοψηφία και είναι κυρίαρχη, ή τέλος επειδή προσωπικά μπορεί να μου ταιριάζει καλύτερα. Η νεότητα, η δύναμη, η δημοτικότητα και η υποκειμενική χρησιμότητα, δεν αποτελούν κριτήριο της αλήθειας.

Οι Παραδόσεις υπάρχουν συναρθρωμένες σε ιστορικούς σχηματισμούς ιδιόμορφους κι αυτοί οι σχηματισμοί δεν είναι άλλοι τους Εθνικούς Σχηματισμούς. Κάθε Εθνικός Σχηματισμός αποτελεί δομή διαφορετικών Παραδόσεων όπου υπάρχει κεντρική Παράδοση, περιφερειακές Παραδόσεις και ηγετική Παράδοση (που μπορεί κάλλιστα να μη συμπίπτει με την κεντρική). Απ' αυτή την άποψη ο νεοελληνικός Εθνικός Σχηματισμός μπορεί να θεωρηθεί ως σχηματισμός ιστορικών Παραδόσεων με κεντρική Παράδοση την ελληνο-ορθόδοξη και περιφερειακές τη δυτική Παράδοση, την κομμουνιστική Παράδοση και άλλες Παραδόσεις. Κυρίαρχη Παράδοση, δηλ. αυτή που ελέγχει την Παιδεία, είναι η δυτική Παράδοση. Το σχήμα δεν πρέπει να το βλέπει κανείς με απολυτότητα, αλλά να παίρνει υπόψη του αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε σχετικισμό των Παραδόσεων. Η κυριαρχία της δυτικής Παράδοσης πάνω στις περιφερειακές και πάνω στην κεντρική Παράδοση τις παραμορφώνει, τις μετασχηματίζει. Αυτό σημαίνει ότι η ιδιαιτερότητα του Εθνικού Σχηματισμού - η «εθνική ταυτότητα» - δεν προσδιορίζεται μόνο από το περιεχόμενο των συστατικών του Παραδόσεων, αλλά και από τις «παραμορφώσεις» που προκαλεί σ' αυτές η συγκεκριμένη ιστορική τους συνάρθρωση.

Καταλήγω δηλαδή στην εξής διπλή θέση και την καταθέτω σαν εργαλείο σκέψης:

α) Φορείς της Παιδείας είναι οι Παραδόσεις και
β) Οι ιστορικοί εθνισμοί είναι σχηματισμοί Παραδόσεων και κατ' επέκταση εκδοχών Παιδείας. Αυτή η θέση είναι και η θεωρητική μου απάντηση στο θέμα της σχέσης Παιδείας και Εθνισμού.

Είναι ενδεικτική παρωπιδοφορίας η προσκόλληση στην οπτική μιας μόνο Παράδοσης. Η κυρίαρχη Παράδοση δίνει μια προοπτική. Δεν πρέπει όμως να νομίζουμε ότι είναι η μόνη που δίνει προοπτική. Επίσης: Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα τίθενται στα πλαίσια της κυρίαρχης Παράδοσης και με τους δικούς της όρους. Αν η ιδεολογία της δεν μας επιτρέπει να βρούμε λύσεις αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να σηκώσουμε τα χέρια (ότι «δεν υπάρχει πρόταση!»). Γιατί να μην προσφύγουμε στα αναλυτικά όργανα άλλων Παραδόσεων; Ιδιαίτερα στα ζητήματα Παιδείας και Εθνισμού, η πλουραλιστική οπτική που αξιοποιεί απροκατάληπτα όλες τις Παραδόσεις (και μάλιστα τις θεμελιώδεις Παραδόσεις του Εθνικού Σχηματισμού), είναι όχι μόνο νόμιμη αλλά και αναγκαία.
Ο Ισοκράτης, διατυπώνοντας με ανεπανάληπτο τρόπο της σχέση Παιδείας και Εθνισμού, έλεγε ότι είμαστε Έλληνες όχι γιατί μετέχουμε κάποιας κοινής φύσης (φυλετικής, βιολογικής κλπ.), αλλά γιατί μετέχουμε μιας συγκεκριμένης Παιδείας. Οι τοτινοί συμπατριώτες του τον καταλάβαιναν, γιατί ήξεραν για ποια Παιδεία τους μιλούσε. Εμείς ξέρουμε;







Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

ΑΘΑΝ. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ, ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ
Ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης

[Το παρόν δημοσιεύθηκε στο ένθετο "Φιλολογικός Δημοκράτης", εφ. Δημοκράτης (Καθημερινή Πρωινή Εφημερίδα Δημοκρατικών Αρχών), Μυτιλήνη 31 Δεκεμβρίου 2011, σσ. 11-12. Αναδημοσιεύεται εδώ με την άδεια του συγγραφέα].


Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Γιορτές και φέτος! Και μέσα στη μαυρίλα των ημερών που ο λαός μας περνά, είναι νομίζω καλόν να αφουγκραστούμε γνήσιες φωνές αντίστασης. Μια απ’ αυτές προέρχεται από την καρδιά της Ορθοδοξίας. Είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Μητέρα Εκκλησία, που αιώνες τώρα σιωπηρά και με εκκλησιαστικό ήθος, γιορτάζει τη Γέννα του Χριστού. Σε μηνύματά του κάθε χρόνο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, τονίζει ότι η Ενανθρώπιση του Υιού του Θεού, μπολιάζει το ανθρώπινο σώμα στη ζωογόνο θεότητα.  
Από τη θέση αυτή, όμως, ας μου επιτραπεί να αναφερθώ στο ρόλο που διαδραματίζει ο όρος οικουμενικότητα, που αιώνες κουβαλά στην πλάτη της, η Μητέρα Εκκλησία. Πρόθεσή μου βέβαια, δεν είναι να διαπραγματευτώ την αυθεντικότητα της οικουμενικότητας του Πατριαρχείου του Γένους των Ελλήνων. Κάτι τέτοιο για τον ιστορικό θεολόγο απαιτεί τόμους ιστορικής έρευνας. Αντιθέτως, στο σύντομο αυτό σημείωμά μου, πρόθεσή μου είναι να καταδείξω τι επακριβώς σημαίνει τούτη η οικουμενικότητα.
Στην περίπτωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, είναι γεγονός, ότι αυτό στη μακρόσυρτη ιστορική του πορεία (381-1453) άσκησε τον οικουμενικό του ρόλο πάνω σε ένα πλαίσιο καθαρά βυζαντινό, που σήμαινε την ταύτιση του με μια κατά βάση πολυεθνική κοινωνία, και με ένα συγκεκριμένο πολιτισμό. Μολονότι το Βυζάντιο έπεσε στα χέρια των Τούρκων, κατά την εποχή της Οθωμανοκρατίας (1453-1821) η μορφή του βυζαντινού πλαισίου δεν εξαφανίστηκε. Απλούστατα πήρε άλλη μορφή και συνέχισε να ανθεί. Ο Ρουμάνος ιστορικός Ν. Jorga, ορθότατα είδε αυτήν την επιβίωση και συνέχεια ως το 19ο αιώνα, στο περίφημο βιβλίο του Byzance αpres Byzance, (Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο).     
            Μόνο στους δύο τελευταίους αιώνες ο οικουμενικός ρόλος του Πατριαρχείου φαινομενικά και μόνο έχει διαταραχθεί, για άλλους καταρρεύσει. Με ένα δραστικό τρόπο έχει αντικατασταθεί από μια ποικιλία εθνικιστικών ιδεολογιών. Όλες τους συνδέονται με τη Γαλλική Επανάσταση και τον Διαφωτισμό. Δυστυχώς όμως κατά έναν παράδοξο τρόπο, και λέγω παράδοξο διότι η Εκκλησία τον 18ο αιώνα, μολονότι σθεναρά αντιστάθηκε στο κίνημα του Διαφωτισμού, εν πολλοίς φαίνεται να επηρεάστηκε απ’ αυτό, επικύρωσε τις παραπάνω εθνικιστικές ιδεολογίες. 
Πως αντιδρά το Οικουμενικό Πατριαρχείο έναντι τούτων των ιδεολογιών, νομίζω ότι είναι γνωστό. Η επαναστατική αλλαγή της εθνοφυλετικής αυτοκεφαλίας, που μετά κόπων και βασάνων πολλές Αυτοκέφαλες ανά τον κόσμο Ορθόδοξες Εκκλησίες προσπαθούν να διατηρήσουν, είναι γεγονός ότι θίγει τον ίδιο τον raison d’ etre (τον λόγο ύπαρξης) της Μητέρας Εκκλησίας.    Εδώ, βέβαια, οφείλουμε να τονίσουμε το εξής: η Μητέρα Εκκλησία δεν κατάφερε να νικήσει την καταιγίδα των εθνικών Εκκλησιών. Αν και στον αγώνα της για επιβίωση, ασυνείδητα  πολλές φορές ταύτισε το πεπρωμένο της με το ελληνικό έθνος, δεν ξέχασε ότι ο ρόλος της ως θεματοφύλακα και μήτρα μιας Οικουμενικής Ορθοδοξίας, υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός.
Από τη σκοπιά του εκκλησιαστικού ιστορικού, λυπούμαι βαθύτατα που σε παρελθόντες καιρούς έντονης διαμάχης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Ελλαδική Εκκλησία, προσπάθησε να στραγγαλίσει μια παράδοση αιώνων και να γκετοποιήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο στα ανιστόρητα πλαίσια της Ιστανμπούλ. Ο π. Olivier Clement ρητά σε μια από τις περισπούδαστες του μελέτες γράφει ότι προκειμένου να γευτούμε την Εκκλησία των Πατέρων και των Συνόδων, είναι ανάγκη να υπερβούμε τα σύνορα μιας στενά Ελλαδικής Ορθοδοξίας. Είναι αδύνατον σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία να ευδοκιμήσει, αν δεν αναδείξει το «πατερικό πνεύμα», με ότι αυτό συνεπάγεται, πατερική σκέψη, βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη, δίκαιο, ολάκερο δηλαδή το πνεύμα της παράδοσης, παράδοσης που ο πολύς Γ. Σεφέρης στις Δοκιμές του νοηματοδοτεί ως εξής: «βρισκόμαστε σ’ ένα σταυροδρόμι· δεν ήμασταν ποτέ απομονωμένοι· μείναμε πάντα ανοιχτοί σ’ όλα τα ρεύματα − Ανατολή και Δύση· και τ’ αφομοιώναμε θαυμάσια τις ώρες που λειτουργούσαμε σαν εύρωστος οργανισμός… Κι όλα τούτα θα μπορούσα να τα ονομάσω με τη λέξη παράδοση, που την ακούμε κάποτε ψυχρά και μας φαίνεται υπόδικη. Αλήθεια, υπάρχουν ροπές που νομίζουν πως η παράδοση μας στρέφει σε έργα παρωχημένα και ανθρώπους παρωχημένους· πως είναι πράγμα τελειωμένο και άχρηστο για τις σημερινές μας ανάγκες· πως δεν μπορεί να βοηθήσει σε τίποτε τον σημερινό τεχνοκρατικό άνθρωπο… Η παράδοση είναι λοιπόν ένα περιττό βάρος που πρέπει να εξοβελιστεί. Μου φαίνεται πως αυτές οι ροπές εκπορεύουνται από τη σύγχρονη απελπισία για την αξία του ανθρώπου. Είναι τα συμπτώματα ενός πανικού, που εν ονόματι του ανθρώπου τείνουν να κατακερματίσουν την ψυχή του ανθρώπου. Όμως τι απομένει αν βγάλουμε από τη μέση τον άνθρωπο;».



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη