Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκκλησιολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκκλησιολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025

ΚΩΣΤΑΣ ΑΓΟΡΑΣ, ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΥΛΩΝΕΣ ΤΟΥ "ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΣ ΥΠΑΡΧΕΙΝ"




Την "εκκλησία του Χριστού" πρέπει νομίζω να την χαρακτηρίζουν τρία βασικά πράγματα: α) το κήρυγμα, β) η προφητεία και γ) η διακονία.  

Το κήρυγμα του Ευαγγελίου του Αναστάντος Χριστού, η προφητεία  για την επιστροφή του Κυρίου και για την μέλλουσα Βασιλεία του Θεού και η  διακονία των συνανθρώπων μας, ειδικά των πιο αναγκεμένων.



Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2022

Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, Ἡ αἰτία τῆς ἐκκλησιαστικῆς κρίσης στήν Οὐκρανία καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία




Ἀπό πολλά χρόνια παρακολουθῶ προσεκτικά τήν ἐκκλησιαστική κρίση πού ὑπάρχει στήν Οὐκρανία πού ἐπεκτάθηκε σέ ὅλη τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ ἀπρόβλεπτες συνέπειες, ὅπως φαίνονται μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου καί ἔγραψα διάφορα κείμενα, τά ὁποῖα συμπεριλήφθηκαν στό βιβλίο μου μέ τίτλο «Τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, μέ ἀναφορά στό οὐκρανικό ζήτημα», τό ὁποῖο ἐξεδόθη τό 2019.

Βασικά θέματα τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ἦταν τά ἐκκλησιολογικά ζητήματα, ὅπως τί εἶναι τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τί εἶναι τό Πρωτεῖο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, τί εἶναι ὁ θεσμός τῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλη­σία, τί εἶναι ἡ Ἀποστολική Παράδοση καί Ἀποστολική Διαδοχή στό μυστήριο τῆς Ἐκκλη­σίας, πῶς λειτουργεῖ ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας, καί θέματα πού σχετίζονται μέ τήν θεωρία τῆς Τρίτης Ρώμης. Στό τέλος ἐτέθη καί μιά πρόταση γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ οὐκρανικοῦ ζητήματος.

Ἀπό τότε μέχρι σήμερα ἡ Ρωσία, τόσο ἐκκλησιαστικά ὅσο καί πολιτικά, ἀποδίδει, μέ διάφορες δηλώσεις τῶν ἐκπροσώπων της, εὐθῦνες στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη γιά τήν χορήγηση Αὐτο­κεφαλίας σέ δύο σχισματικές Ὁμάδες, μέ τήν παρέμβαση καί τήν πίεση τῆς Ἀμερικανικῆς Πολιτικῆς. Μέ ἀφορμή αὐτήν τήν ἐκτίμηση προβαίνει σέ διάφορες ἐνέργειες πού ὑπονομεύουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Προσπάθησα νά ἐρευνήσω τό θέμα αὐτό καί νά δῶ τήν ἱστορία του, στό γιατί ἔφθασε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης νά δώση τήν αὐτο­κεφαλία στήν Οὐκρανία καί ποιά εἶναι ἡ εὐθύνη τῶν Ἀμερικανῶν ἤ τῶν Ρώσων στήν ὑπόθεση αὐτή.

Ἐπειδή ἤθελα νά δῶ τήν ὅλη ἱστορία τοῦ θέματος, δέν θέλησα νά ἀσχοληθῶ ἁπλῶς μέ διάφορες δηλώσεις, οὔτε νά γράψω «ἐκθέσεις» μέ βερμπαλισμούς καί «ἔξυπνες» ἰδέες καί συμψηφισμούς εὐθυνῶν, ἀλλά νά μελετήσω τά Πρακτικά τῶν Προσυνοδικῶν Διασκέψεων καί τῶν Προπαρασκευα­στικῶν Ἐπιτροπῶν μέχρι τό 2019 πού χορηγήθηκε ἡ Αὐτοκεφαλία στήν Οὐκρανία ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Ἡ μελέτη αὐτή τῶν Πρακτικῶν τῶν Διορθοδόξων Συζητήσεων ὑπό τήν Προεδρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρ­χείου καί τήν παρουσία Ἐκπροσώπων ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τῆς Ρωσίας ἐπεκτάθηκε σέ πάνω ἀπό 1.500 σελίδες.

Ἀπό τήν ἀνάγνωση τῶν Πρακτικῶν τῶν Διορθοδόξων Συναντή­σεων στίς ὁποῖες συζήτησαν καί τό θέμα τῆς χορηγήσεως τῆς Αὐτοκεφαλίας σέ μιά Ἐκκλησία πού τό ζητᾶ, ἐξάγονται μερικά συμπεράσματα.

Κατ’ ἀρχάς ὅτι στήν Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή πού ἔγινε ἀπό 7η ὥς 13η Νοεμβρίου 1993, ὕστερα ἀπό ἀπόφαση τῶν δύο Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων (Α΄ τό 1976 καί τῆς Γ΄ τό 1986) συζητήθηκε τό θέμα καί ἀποφασίσθηκε νά χορηγῆται ἡ Αὐτοκεφαλία ἀπό τό Οἰκουμενικό Πα­τριαρ­χεῖο, ὕστερα ἀπό πρόταση τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας ἀπό τήν ὁποία θά ἀποσπασθῆ ἡ συγκεκριμένη Ἐκκλησία, καί ἀπό Πανορθόδοξη συναί­νεση, ἀλλά παραπέμφθηκε τό θέμα στήν ἑπομένη Διορθόδοξη Προπαρα­σκευαστική Ἐπιτροπή προκειμένου νά ἀποφασίση γιά τόν τρόπο ὑπογραφῆς τοῦ Τόμου Αὐτοκεφαλίας, καί γιά τό περιεχόμενό του. Ἐπρόκειτο γιά μιά ὑποχώρηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νά δίδεται τό Αὐτοκέφαλο σέ μιά Ἐκκλησία μέ συνοδικό τρόπο, ἐνῶ μέχρι τότε ἐδίδετο μόνον ἀπό Αὐτό, δηλαδή τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

Στήν συνέχεια στίς ἑπόμενες Διορθόδοξες Προπαρασκευα­στι­κές Ἐπιτροπές μέχρι τήν Σύναξη τῶν Προκαθημένων, πού ἔγινε στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης τόν Ἰανουάριο τοῦ 2016, ὑπῆρξε διαφωνία ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας καί δέν συμφωνήθηκε ὁμοφώνως ὁ τρόπος ὑπογραφῆς τῆς χορηγήσεως τῆς Αὐτοκε­φαλίας.

Συγκεκριμένα, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο δέχθηκε τήν πρόταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Τσεχίας καί Σλοβακίας νά ὑπογράφεται ὁ τόμος τῆς Αὐτοκεφαλίας ἀπό τόν Οἰκουμε­νικό Πατριάρχη μέ τό «ἀποφαίνεται» καί τούς ἄλλους Προκαθημένους μέ τό «συναποφαίνεται», ὁ καθένας, ὅπως εἶχε γίνει καί στόν Τόμο τῆς Αὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ὅμως ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας δέν τό ἀποδέχθηκε, προτείνοντας νά ὑπογράφουν ὅλες οἱ Ἐκκλησίες, χωρίς καμία ἔνδειξη, δηλαδή νά μήν γράφεται τό «ἀποφαίνεται» καί «συναποφαίνεται».

Αὐτό τό ἔκανε ἐπειδή δέν ἀναγνώριζε ἐν τοῖς πράγμασιν, τήν διακεκριμένη θέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στό συνοδικό πολί­τευμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως φάνηκε στίς συζητήσεις πού ἔγιναν. Φυσικά, δέν συζητήθηκε καί τό περιεχό­μενο τοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας, πού θά περιεῖχε τούς ὅρους καί τίς προϋπο­θέσεις μέ τούς ὁποίους θά ἐχορηγεῖτο τό Αὐτοκέφαλο. Ὁπότε, ἡ ἀπόφαση τοῦ Νοεμβρίου 1993 παρέμεινε ὡς ἕνα «κείμενο ἐργασίας».

Ἀκόμη, ἡ ἀνάγνωση τῶν Πρακτικῶν δείχνει καθαρά τό πρόβλημα τοῦ Ἐθνο­φυλετισμοῦ πού ταλαιπωρεῖ, ὡς μή ὄφελε, τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί τήν ἡγεμονική τάση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας. Μέσα σέ αὐτές τίς δυσκολίες τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο προσπαθεῖ μέ πολύ κόπο νά ἐξασκήση τήν διακονική Προεδρία, πού προσδιορίσθηκε ἀπό τούς Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τήν μετέπειτα διαχρονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔτσι, ἀπό τό ἔτος 1993 (29 χρόνια μέχρι σήμερα) ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας δημιουργοῦσε διάφορα προβλήματα, ὅπως φαίνεται καθαρά στά Πρακτικά τῶν Συνεδριάσεων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἕνα μέρος τῶν ὁποίων θά παρατεθῆ στό κείμενο πού συνέταξα καί δημοσιεύεται πιό κάτω.

Ἑπομένως, ἡ εὐθύνη τῆς μή ἐπιλύσεως τῆς χορηγήσεως τῆς Αὐτοκεφαλίας σέ μιά Ἐκκλησία μέ συνο­δικό τρόπο ἀποδίδεται στήν τακτική τῆς Ρωσικῆς πλευρᾶς, καί ὄχι σέ ὄψιμες ἔξωθεν πολιτικές ἐπεμβάσεις. Ἄλλωστε, αὐτό τό ὁμολόγησε ἐν μέρει καί ὁ ὑπεύθυνος στούς διαλόγους αὐτούς ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, ὅπως θά φανῆ πιό κάτω.

Ἡ σύνταξη τοῦ κειμένου πού ἀκολουθεῖ ἔγινε στήν προοπτική νά ἀναζητήσω μέσα ἀπό τήν ἀνάγνωση τῶν Πρακτικῶν τῶν Ὀρθοδόξων Διασκέψεων τόν λόγο γιά τό ποιός εὐθύνεται πού ναυάγησε ἡ ληφθεῖσα ἀπόφαση νά χορη­γῆται τό Αὐτοκέφαλο σέ μιά Ἐκκλησία μέ συνοδικό τρόπο, ποιά εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐκκλησιαστικῆς κρίσης πού ἔχει συνέπειες μέχρι τίς ἡμέρες μας, μέ τήν ἀμυδρά ἐλπίδα νά γίνη ἡ ἀναγνώριση τῶν λαθῶν γιά νά ἐπέλθη ἡ ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὥστε νά ἀποφευχθοῦν οἱ σχισματικές τάσεις. Ἄν δέν γίνη ἡ ἀναγνώριση τῶν λαθῶν δέν θά ἐπέλθη ἡ πολυπόθητη ἑνότητα.

Στήν συνέχεια παρατίθεται ὁ καρπός τῆς ἔρευνάς μου αὐτῆς μέ τίτλο: «Οἱ ἐκκλησιαστικές εὐθῦνες γιά τήν Οὐκρανία, ἐκ τῶν Πρακτικῶν», τά ὁποῖα Πρακτικά, ὅπως προαναφέρθηκε, ἐπεκτείνονται περίπου σέ 1.500 σελίδες.



Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2021

Εκκλησιολογικές παγίδες εν μέσω πανδημίας

πηγή-εικόνα: ΑΝΤΙΦΩΝΟ




Του π. Χ. Παπαδοπούλου


Όλο αυτό το διάστημα της υγειονομικής κρίσης η εκκλησία προσπαθεί να διακονήσει τις κοινότητές της, κάτω από ειδικές συνθήκες, να κάνει οικονομία σε θέματα που γνωρίζει ότι θεολογικά είναι κρίσιμα, αλλά δεν γίνεται να πράξει διαφορετικά, μιας και όντως οι καταστάσεις είναι πρωτόγνωρες και ειδικές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να ακούγονται συμβουλές και προτροπές από κληρικούς που ποτέ δεν θα γινόταν κάτω από κανονικές συνθήκες εκκλησιαστικής ζωής. Και εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Διότι σαφέστατα κατανοούμε ότι διάγουμε μια πρωτόγνωρη κατάσταση που κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος, οπότε και οι αντιδράσεις ή οι πρακτικές έχουν μεγάλη δόση αυτοσχεδιασμού ή ποιμαντικού αιφνιδιασμού, ωστόσο όμως, καλό είναι να προσέξουμε το πως διατυπώνουμε κάθε ποιμαντική πρόταση προς το σώμα της εκκλησίας ώστε να μην στέλνουμε λανθασμένα θεολογικά μηνύματα που στο μέλλον ίσως εξελιχθούν σε εκκλησιολογικές παγίδες.

«Μείνετε σπίτι δεν πειράζει που δεν θα έρθετε στην εκκλησία….»

Η παραπάνω ποιμαντική προτροπή ακούστηκε κατά κόρον από χείλη κληρικών και θεολόγων αυτή την περίοδο της υγειονομικής κρίσης. Θα γινόταν ποτέ κάτω από φυσιολογικές συνθήκες; Σαφέστατα όχι. Είναι μια προτροπή ποιμαντικής οικονομίας κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες και ως τέτοια είναι κατανοητή και ανεχτή από το πλήρωμα της εκκλησίας. Ενώ όμως έτσι έχουν τα πράγματα, δεν παύει η συγκεκριμένη τοποθέτηση, «μείνετε σπίτια σας, ο Θεός είναι παντού, δεν πειράζει που δεν θα έρθετε στην εκκλησία…» σε μια άκρως ατομοκρατική εποχή όπως την σημερινή, να αποτελεί μια εκκλησιολογική παγίδα που θα επιφέρει σοβαρές συνέπειες για την ταυτότητα της εκκλησίας.

Ο σύγχρονος ατομοκρατικός άνθρωπος υποστηρίζει ότι , «..ο Θεός είναι παντού και έτσι δεν είναι απαραίτητη η εκκλησία για να συναντηθείς μαζί του..». Σαφέστατα κι ο Θεός είναι παντού, είναι ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, αυτό άλλωστε μας το έχει αποκαλύψει ο ίδιος πολλές φορές μέσα στην ιστορία. Όμως ο ίδιος αυτός Θεός που μας είπε ότι είναι πνεύμα, «Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν[1]», ο ίδιος είναι κι εκείνος που μας είπε ότι δεν μπορεί κανείς να φτάσει σε Αυτόν εάν δεν περάσει μέσα από την αγάπη προς τον πλησίον. Δηλαδή μέσα από την σχέση με την κοινότητα. Και μάλιστα την κοινότητα εκείνη που φέρει ως ταυτότητα της την αναφορά στον πρόσωπο του Χριστού. Διότι ο Χριστός είναι εκείνος που λυτρώνει την ιστορία, που ενώνει το κτιστό με το άκτιστο και αναφέρει δια του Αγίου Πνεύματος, λυτρωτικά τα πάντα στον Θεό πατέρα Του. «Το Πνεύμα όπου θέλει πνει, αλλά ξέρουμε ότι θέλει να πνέει προς την κατεύθυνση του Χριστού (Ιωάν.16,14). Την ίδια στιγμή είναι το Πνεύμα κοινωνίας, και όπου πνέει δημιουργεί όχι καλούς χριστιανούς ως άτομα, αλλά κοινότητα(Πραξ.κεφ. 2)[2]».

Η ταυτότητα της Ορθοδόξου εκκλησίας είναι κοινοτική. Πραγματώνεται στην Θεία Ευχαριστία. Εκεί όπου πάντες συνάσσονται μέσα σε ένα πλέγμα σχέσεων και κοινωνίας, με σημείο αναφοράς τον Χριστό. Ο Χριστός είναι αυτός που τους ενώνει σε μια νέα ανθρωπότητα και κτίση εν Θεώ. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό έξω από τον Χριστό[3], και κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον Χριστό έξω από την Εκκλησία. «Δεν υπάρχει περίπτωση να συναντηθείς με τον Χριστό χωρίς να «σκοντάψεις» στην Εκκλησία, ούτε υπάρχει περίπτωση να είσαι στην εκκλησία και να μην «σκουντουφλήσεις» στον Χριστό. [4]».

Η εκκλησία είναι μια κοινωνία σχέσεων, ένας νέος τρόπος να υπάρχεις. Να ζεις με αγάπη και ελευθερία. Μια ελευθερία εν Χριστώ, που ξεπερνάει κάθε μορφή αναγκαιότητος της φύσης. Στην εκκλησία μαθαίνω υπαρξιακώ τω τρόπω ότι η σωτηρία μου περνάει μέσα από τον άλλον. Δεν υπάρχει υπάρχει ατομική, απευθείας σχέση με τον Χριστό. Κάθε μορφή σχέσης μαζί του, περνάει μέσα από την εκκλησία, από την κοινότητα και κοινωνία των σχέσεων. Αναφέρει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης στα Δογματικά του μαθήματα, «θα πρέπει πριν από όλα να απαλλαγούμε από μια εσφαλμένη αντίληψη που έχουμε, ότι δηλαδή το Άγιο Πνεύμα ενεργεί επί μεμονωμένων ατόμων. Η αντίληψη αυτή είναι τόσο διαδεδομένη ώστε να ξενίζει ίσως το ότι την αποκαλούμε εδώ «εσφαλμένη». Όσοι την υποστηρίζουν παραγνωρίζουν μια θεμελιώδη διάκριση μεταξύ της ενεργείας του Αγ. Πνεύματος στην Παλαιά Διαθήκη και εκείνης στην Καινή Διαθήκη. Στην Π.Δ. το Πνεύμα δίδεται σε ορισμένα άτομα (προφήτες, βασιλείς κλπ) και όχι στο σύνολο του λαού του Ισραήλ. Στη Μεσσιανική όμως εποχή που εισάγεται στην Κ.Δ. με την έλευση του Μεσσία, το Πνεύμα αναμενόταν να δοθεί σε όλο το λαό του Θεού. Γι’ αυτό στην εξιστόρηση της Πεντηκοστής, ο Λουκάς χρησιμοποιεί τη φράση του προφήτη Ιωήλ: «εν ταις εσχάταις ημέραις εκχεώ από του Πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα… λέγει Κύριος Παντοκράτωρ»[5].

Ακόμη και όταν προσεύχομαι στο δωμάτιο μου, προσεύχομαι ως μέλος του σώματος της εκκλησίας, σε κοινωνία με τους άλλους, «ότι είναι ο χριστιανός είναι αυτό που είναι σαν μέλος του σώματος του Χριστού, κι όχι καθευατόν. Ακόμη και στην μοναξιά και στο «ταμείον» μέσα ο χριστιανός προσεύχεται σαν μέλος της εκκλησίας[6]». Ο Χριστός δεν είναι ατομικός αλλά συλλογικός. Είναι Εκείνος που εν Αγίω Πνεύματι, ενώνει τους πάντες και τα πάντα στο σώμα του.

«Θεία Λειτουργία χωρίς πιστούς…»

Μπορεί να υπάρξει Θ. Λειτουργία χωρίς πιστούς; Σαφέστατα και όχι. Στην Ορθόδοξη εκκλησία δεν υπάρχει η έννοια της ιδιωτικής λειτουργίας ή της ατομικής σωτηρίας, πέρα ότι πολλές φορές φανερώνονται τέτοιες εκκλησιολογικές παρατυπίες. Και δεν μπορεί να υπάρξει για ένα απλό λόγο, ότι Χριστός και ατομισμός δεν πάνε μαζί. Χριστός σημαίνει κοινότητα, κοινωνία, σχέση, συλλογικότητα. Εκεί που οι πολλοί γίνονται ένας. Αυτό είναι το έργο του, έργο της Θείας Οικονομίας. Ο Χριστός δεν σώζει κάποιον αλλά την ανθρωπότητα. Δεν υπάρχει σωτηρία που να μην περνάει μέσα από την σχέση μου με τον άλλον.

Ωστόσο είναι παρήγορο το γεγονός ότι στις Θ. Λειτουργίες που τελούνται εν μέσω πανδημίας, τουλάχιστον επιτρέπεται η παρουσία ψαλτών και νεωκόρων που στην προκειμένη περίπτωση λειτουργούν ως το σώμα του λαού που είναι απολύτως απαραίτητο για τελεστεί το μυστήριο της Ευχαριστίας. «Στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε βαπτισμένος λαμβάνει αμέσως χρίσμα και Ευχαριστία: ο λαϊκός πρέπει από εκείνη τη στιγμή που γίνεται λαϊκός δια του βαπτίσματος και μετά, να ασκήσει το αξίωμα του. Αυτό το αξίωμα είναι τόσο θεμελιώδες και σημαντικό, που στην Ορθόδοξη Εκκλησία καμία Ευχαριστία δεν μπορεί να τελεσθεί χωρίς την παρουσία λαϊκών. Ο λαϊκός, που λέει στην Ευχαριστία το «Αμήν», είναι το ίδιο απαραίτητος, όπως ο ιερεύς. Γιατί η Ευχαριστία είναι μια κοινωνία που ενσαρκώνει την παρουσία του Χριστού στο κόσμο και, όπως η κοινωνία των Αγίων, που θα τον περιστοιχίζει στην Βασιλεία Του, Τον περιστοιχίζει ήδη από τώρα στην Ευχαριστία[7]».

«Ελάτε να κοινωνήσετε στο τέλος της Θ. Λειτουργίας»

Το ακούμε πλέον κι αυτό συχνά εν καιρώ πανδημίας. Όμως η θεία κοινωνία δεν είναι ένα ατομικό, ηθικό ή ψυχολογικό γεγονός. Δεν είναι μία πράξη ιδιωτικής ευσέβειας. Πως θα κοινωνήσεις το σώμα και το αίμα του Χριστού χωρίς πρώτα να έχεις μετάσχει στο μυστήριο της σύναξης, της Θείας Λειτουργίας; Πως κάποιος θα κοινωνήσει τον Θεό χωρίς πρώτα να έχει κοινωνήσει με τους συνανθρώπους του; Της θείας κοινωνίας προηγείται η κοινωνία με το μυστήριο του αδελφού. Πρώτα προηγείται η σύναξη, η σχέση με την κοινότητα, και έπειτα έρχεται η θεία κοινωνία. Δεν μπορώ να κοινωνώ ατομικά, αλλά πάντα ως μέλος της εν Χριστώ σύναξης. Διότι η Θεία μετάληψη του σώματος και αίματος του Χριστού, δεν είναι μια εξατομικευμένη πράξη ευλάβειας, αλλά η κορύφωση της μετοχής μας στην κοινότητα, στην σχέση με τους άλλους και τον Θεό.

«Η εμπειρία της Θ. Ευχαριστίας είναι ότι κάνει την σχέση του ανθρώπου με τον Θεό σχέση που περνάει μέσα από τους άλλους. Μπορεί κανείς εύκολα να δημιουργήσει μια σχέση με τον Θεό, η όποια να παραγνωρίζει, να παραμερίζει τον πλησίον. Αυτή είναι μια επικίνδυνη κατάσταση, η οποία μπορεί εύκολα να συμβεί έξω από την ευχαριστιακή εμπειρία. Αλλά και στην ευχαριστιακή εμπειρία παρεισφρέει πολλές φορές η ευσεβιστική ατομοκρατία, και βλέπει κανείς πολλές φορές έναν πιστό να πηγαίνει στην Θεία Ευχαριστία και να απομονώνεται από το υπόλοιπο σώμα της εκκλησίας για να προσευχηθεί δήθεν καλύτερα πράγμα που θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα στο σπίτι του. Στην Θεία Λειτουργία δεν πηγαίνουμε για να προσευχηθούμε ως άτομα, πηγαίνουμε για να προσευχηθούμε μαζί με τους άλλους ως κοινότητα. Πρέπει λοιπόν να έχουμε διαρκώς συνείδηση ότι ο διπλανός μας είναι και αυτός μέλος του ίδιου σώματος και ότι δια μέσου της σχέσεως αυτής με τον διπλανό μας επικοινωνούμε με τον Θεό..[8]» .

«Κάθε ενορία και μια τηλεόραση….»

Την περίοδο της πανδημίας, είδαμε να κορυφώνεται η ποιμαντική πρακτική της τηλεοπτικής μετάδοσης της Θείας Λειτουργίας και της παρακολούθησης αυτής από το σπίτι. Στις μέρες μας σχεδόν κάθε ενορία κάνει και μια αναμετάδοση προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να απαλύνει την οδύνη των πιστών για την απαγόρευση της μετοχής τους στην Ευχαριστία.

Όμως τίθεται και πάλι το ερώτημα και πλέον σε μεγαλύτερη ένταση εάν τελικά με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια συνείδηση ασώματης λατρείας. Δηλαδή μήπως κυοφορείται η αντίληψη ότι μπορώ να παρακολουθώ χωρίς να μετέχω. Εάν τελικά η εικόνα κερδίζει την πραγματικότητα της ζωής.

Γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι η μετοχή στην Θεία Ευχαριστία, προϋποθέτει την σωματική παρουσία των πιστών εν τόπω και χρόνω. Δηλαδή δεν μπορείς να μετέχεις άυλα, εικονικά ή φαντασιακά στην Θ. Ευχαριστία. Είναι απαραίτητη η μετοχή του σώματος και της υλικότητας σου στην εκκλησία. Στην εκκλησία και συγκεκριμένα στην ευχαριστιακή πνευματικότητα, δεν καταργείται η ύλη και η κτίση αλλά μεταμορφώνεται σε κοινωνία με τον Θεό.

«Η τεχνολογία αποτελεί απειλή για την ταυτότητα της Εκκλησίας, διότι εισάγει μια ιδιόμορφη, την πιο επικίνδυνη, μορφή ατομισμού, ο οποίος καταργεί την σωματική κοινωνία των ανθρώπων καλλιεργώντας μια μορφή επικοινωνίας, απαλλαγμένης από την ύλη…… η σωματική σύναξη των ανθρώπων «επι το αυτό», που είναι η ίδια η φύση της Εκκλησίας, αντικαθίσταται με μια «πνευματική» επαφή, στην οποία όλα τα υλικά σύμβολα της Εκκλησίας, με τα οποία εκφράζεται ο εικονισμός των σχέσεων, καταργούνται…..Έτσι προσφέρεται μια ψυχολογική ικανοποίηση στους ανθρώπους, με την οποία όμως, η Εκκλησία αλλοιώνει την οντολογική πραγματικότητα της ταυτότητας της, αφού η Λειτουργία είναι Σύναξις «επί το αυτό» και η Εκκλησία κοινότητα..[9]»

Είναι λοιπόν κατανοητό ότι ως ποιμένες της εκκλησίας βρεθήκαμε κάτω από πρωτόγνωρες και ακραίες καταστάσεις, που ωστόσο όμως πρέπει να τις χειριστούμε με θεολογική διάκριση έτσι ώστε να μην επιφέρουν θεμελιώδεις αλλαγές στον πυρήνα της εκκλησιαστικής ζωής. Μια πρόταση είναι να εξηγήσουμε επαρκώς στους πιστούς των εκκλησιών μας, ότι οι πρακτικές του μένω σπίτι και βλέπω την Θ. Λειτουργία από την τηλεόραση ή του κοινωνάω στο τέλος της Ευχαριστίας, είναι αυστηρά προσωρινές και κατ' άκρα οικονομία πράξεις και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνουν μέρος της φυσιολογικής εκκλησιαστικής ζωής μας. Το μόνο βέβαιο είναι ότι κάθε πράξη ποιμαντικής οικονομίας θα πρέπει να μην θίγει την ταυτότητα της εκκλησίας.



Σημειώσεις

[1] (Ιω. δ΄ 5-42)

[2] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, Έργα Α': Εκκλησιολογικά Μελετήματα, «Η Πνευματολογική διάσταση της Εκκλησίας».

[3] «Ο εωρακώς εμέ εώρακε τόν Πατέρα» , «Εγώ εν τω Πατρί καί ο Πατήρ εν εμοί εστι» (Ιω. ιδ΄ 8-14)

[4]  Αλ. Κατσιάρας- Μάρω Βαμβουνάκη, Όταν ο Θεός πεθαίνει, Αρμός, σελ. 156.

[5] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, Δογματική, «Το έργο του Αγίου Πνεύματος στη διατύπωση των δογμάτων»

[6] π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, «Ορθόδοξος Λατρεία», σελ.160-161

[7] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, Έργα Α: ΄Εκκλησιολογικά Μελετήματα, «Το ευχαριστιακό θεμέλιο της ιεροσύνης», εκδόσεις Δόμος, σελ.604.

[8] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη, «Η βίωση του Μυστηρίου της Εκκλησίας».

[9] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη, Ευχαριστίας Εξεμπλάριον, «Τρεις Ιεράρχες, η ταυτότητα της Εκκλησίας», σελ.205-206


Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου (Ζηζιούλα), Έργα Α': Εκκλησιολογικά μελετήματα




Η Ευχαριστία δεν είναι απλώς ένα μυστήριο μεταξύ των άλλων, αλλά το καθολικό μυστήριο της Εκκλησίας, αυτό που καθορίζει, όχι απλώς κάποια όψη ή ποιότητα ή πτυχή της, αλλά την ίδια την ύπαρξη και το είναι της, τη φαινομενολογία αλλά και την οντολογία της. Με όλο το θεολογικό του έργο ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, είναι όχι μόνο ο κύριος εκπρόσωπος και εισηγητής της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας στη νεοελληνική θεολογική σκέψη, αλλά και ο πλέον συνεπής και δημιουργικός θεολόγος της γενιάς του '60 με οικουμενική θεολογική ακτινοβολία και παγκόσμια επίδραση. Στο έργο του, η όλη δομή και τα λειτουργήματα της Εκκλησίας προσεγγίζονται υπό το πρίσμα και την εμπειρία της ευχαριστιακής κοινότητας. Η θεία Ευχαριστία ως το Σώμα του Χριστού συνιστά τη βάση όχι μόνο της καθολικότητας κάθε τοπικής εκκλησίας, αλλά και της ενότητας των τοπικών εκκλησιών σε ένα σώμα.
Στον τόμο αυτό δημοσιεύονται μία σειρά από εκκλησιολογικά άρθρα και μελετήματα του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, τα περισσότερα εκ των οποίων δημοσιεύθηκαν αρχικά στα αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Η παρούσα έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει βάση και αφετηρία σπουδής, μελέτης και διαλόγου της θεολογικής σκέψης τόσο με τα φλέγοντα εκκλησιολογικά προβλήματα όσο και με τον σύγχρονο άνθρωπο που αναμετριέται με τα θεμελιώδη υπαρξιακά ζητήματα.


***

Στὸν τόμο αὐτὸ δημοσιεύονται μία σειρὰ ἀπὸ ἐκκλησιολογικὰ ἄρθρα καὶ μελετήματα τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα, τὰ περισσότερα ἐκ τῶν ὁποίων δημοσιεύθηκαν ἀρχικὰ στὰ ἀγγλικά, γαλλικὰ καὶ γερμανικά. Ἡ ἀνάληψη τοῦ ἐγχειρήματος αὐτοῦ ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις «Δόμος» ἔχει τὴ δική της μικρὴ ἱστορία· ξεκίνησε πρὶν ἀπὸ εἴκοσι σχεδὸν ἔτη καὶ σὲ αὐτὸ συνέβαλαν ἰδιαίτερα ὁ Νίκος Κουραμπής, ἡ Καίτη Χιωτέλλη καὶ ὁ Νίκος Ἀσπρούλης, καθὼς καὶ μία ὁμάδα νέων τότε θεολόγων, οἱ ὁποῖοι, ἐντρυφώντας οὕτως ἢ ἄλλως στὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννη Ζηζιούλα, ἀνέλαβαν καὶ τὸ ἐπίπονο ἔργο τῆς μετάφρασης τῶν ἐκκλησιολογικῶν του μελετημάτων. Ἡ παρούσα ἔκδοση, τὴν ὁποία ἐπιμελήθηκε ὁ Σταῦρος Γιαγκάζογλου, φιλοδοξεῖ νὰ ἀποτελέσει βάση καὶ ἀφετηρία σπουδῆς, μελέτης καὶ διαλόγου τῆς θεολογικῆς σκέψης τόσο μὲ τὰ φλέγοντα ἐκκλησιολογικὰ προβλήματα ὅσο καὶ μὲ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο ποὺ ἀναμετριέται μὲ τὰ θεμελιώδη ὑπαρξιακὰ ζητήματα.


***

Περιεχόμενα

Πρόλογος
- Σταύρου Γιαγκάζογλου, Ιωάννης Ζηζιούλας, Μητροπολίτης Περγάμου: Ο οικουμενικός θεολόγος της Ορθοδοξίας
- Νικολάου Ασπρούλη, Βιβλιογραφία
Εργογραφία Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα
Βιβλιογραφία για το έργο του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Το μυστήριο της εκκλησίας στην ορθόδοξη παράδοση
Η εκκλησιολογία της ορθοδόξου παραδόσεως
Η εκκλησιολογία του Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Η βίωση του μυστηρίου της εκκλησίας

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΣΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η πρώτη χριστιανική κοινότητα
Η εκκλησία ως "μυστικό" σώμα του Χριστού

ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ, ΠΝΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ

Πνευματολογία και εκκλησιολογία. Εκκλησιολογικές συνέπειες δύο τύπων πνευματολογίας
Η πνευματολογική διάσταση της εκκλησίας
Χριστολογία, πνευματολογία και εκκλησιολογία

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ

Θεία Ευχαριστία και εκκλησία
Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία στην ορθόδοξη παράδοση
Ευχαριστία και ζωή
Βάπτισμα, Χρίσμα και Θεία Ευχαριστία. Μερικές σκέψεις
Η Ευχαριστία. Μερικές βιβλικές θεωρήσεις
Χειροτονία και κοινωνία
Η χειροτονία ως μυστήριο
Η Ευχαριστία στη νεώτερη ορθόδοξη θεολογία
Εκκλησιολογικές προϋποθέσεις της Θείας Ευχαριστίας
Λειτουργική παράδοση και χριστιανική ενότητα

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΣΧΑΤΑ

Εσχατολογία και ιστορία
Μετατόπιση της εσχατολογικής προοπτικής
Εκκλησία και έσχατα

ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η Ευχαριστία ως εστία της τοπικής εκκλησίας
Επισκοπή και επίσκοπος στην αρχέγονη Εκκλησία
Ο επίσκοπος στη θεολογική διδασκαλία της Ορθόδοξης εκκλησίας
Το ευχαριστιακό θεμέλιο της ιερωσύνης
Δύο αρχαίες παραδόσεις περί αποστολικής διαδοχής και η σημασία τους

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑ

Η ανάπτυξη των συνοδικών θεσμών έως την εποχή της Α' Οικουμενικής Συνόδου
Ο συνοδικός θεσμός. Ιστορικά, εκκλησιολογικά και κανονικά προβλήματα
Οι άτυπες ομάδες εντός της εκκλησίας. Μια ορθόδοξη άποψη
Ο θεσμός των επισκοπικών συνάξεων
Η εκκλησία ως ευχαριστιακή κοινότητα και οι βάσεις του δικαίου

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Εκκλησιολογικά ζητήματα στις σχέσεις μεταξύ Ορθοδόξων και Προ-Χαλκηδονίων
Πρόσφατες συζητήσεις για το ζήτημα του πρωτείου στην ορθόδοξη θεολογία
Το Πρωτείο στην εκκλησία. Μια ορθόδοξη θεώρηση
Το θεολογικό πρόβλημα της "πρόσληψης"
Η ενότητα της εκκλησίας και η υποδοχή των εθνών
Πρώτες δημοσιεύσεις



Τετάρτη 17 Απριλίου 2019

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου, Ἀποστολική Παράδοση καί Ἀποστολική Διαδοχή στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας


πηγή: Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου


Σέ ἕνα προηγούμενο κείμενό μου ἀνήγγειλα ὅτι πρόκειται νά δημοσιεύσω ἕνα κείμενο, στό ὁποῖο θά προσπαθήσω νά ἑρμηνεύσω τί εἶναι ἡ Ἀποστολική Παράδοση καί ἡ Ἀποστολική Διαδοχή μέσα στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό τό κάνω μέ τό παρόν κείμενο, τό ὁποῖο δέν διεκδικεῖ αὐθεντία, ἀλλά τονίζει μερικές ἀλήθειες καί εἶναι ἐπιδεκτικό διορθώσεων. Ἄλλωστε, στήν Ἐκκλησία παραμένουμε πάντοτε ἐν φόβῳ Θεοῦ καί σέ κατάσταση μαθητείας. Οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ παρέμειναν στούς αἰῶνες ὡς Μαθητές Χριστοῦ.

Κατά καιρούς ἀναφύονται διάφορα ἐκκλησιολογικά θέμα­τα λόγῳ συγχρόνων προβλημάτων καί ἐπιδιώκεται νά ἀντιμετω­πι­σθοῦν καί νά λυθοῦν κατά τόν καλύτερο τρόπο. Ἔτσι, καί στίς ἡμέρες μας ἀναφύονται ἐκκλησιολογικά ζητήματα καί διατυπώ­νονται πολλές ἀπαντήσεις.

Οἱ ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἶναι σημαντικές, θεόπνευστες, πού δείχνουν πῶς οἱ Πατέρες ἐπέλυσαν τά θέματα πού ἀνέκυψαν στήν ἐποχή τους, κατά τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου «ἔδοξε γάρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν» (Πράξ. ιε΄, 28). Ἀναζητεῖται ὁ φωτισμός τοῦ Ἁγίου Πνεύ­ματος πού δίνεται στούς Ἁγίους, πού εἶναι δοχεῖα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὄργανα τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι, σεβόμαστε ἀπό­λυτα τίς ἀποφάσεις αὐτές καί τίς ἑρμηνεύουμε ἐκκλησιαστικά. Τό λέγω αὐτό, γιατί ὑπάρχουν σήμερα μερικοί πού μέ ὀρθολογικό πνεῦμα ἐπικαλοῦνται τούς ἱερούς κανόνας, ὡσάν νά εἶναι νόμοι τῆς Πολιτείας καί διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Θά πρέπει κανείς, ὅμως, νά δῆ τό πνεῦμα τῶν ἱερῶν κανόνων, δηλαδή νά τούς δέχεται, χωρίς νά τούς παραθεωρῆ, νά ἀγω­νίζεται νά συναντήση τό πνεῦμα πού ζωοποιεῖ καί ὄχι τό γράμμα τοῦ νόμου πού «ἀποκτέννει» (Β΄ Κορ. γ΄, 6).

Μέ ἀφορμή τό λεγόμενο «οὐκρανικό ζήτημα» γίνεται εὐ­ρύ­τατος διάλογος γιά τόν τρόπο ἐπιλύσεώς του. Τό τελευταῖο διάστημα παρατηρῶ ὅτι ἐπικεντρώθηκε τό ἐνδιαφέρον πολλῶν στό κατά πόσον οἱ Ἐπίσκοποι πού ἀπετέλεσαν τήν Αὐτοκέφαλη Οὐκρανι­κή Ἐκκλησία ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή, διότι προέρχονται ἀπό καθηρημένους, σχισματικούς καί «αὐτοχειροτόνητους» Ἐπισκόπους.

Τό θέμα, ὅμως, εἶναι ὅτι σέ πολλούς παραμένει ἀδιευκρί­νιστο τί εἶναι Ἀποστολική Παράδοση καί τί εἶναι Ἀποστολική διαδοχή, ἀλλά κυρίως καί πρό παντός τί εἶναι τό μυστήριο τῆς Ἐκκλη­σίας. Ὅλα αὐτά μερικοί τά συνδέουν μέ ἕναν κατεστημένο ἀνθρώπινο θεσμό καί δέν βλέπουν τήν θεολογία πού εὑρίσκεται κάτω ἀπό αὐτά. Νομίζουν ὅτι Ἀποστολική Διαδοχή εἶναι μόνον μιά σειρά χει­ρο­τονιῶν, ἀνεξάρτητα ἀπό τό μυστήριο τῆς Πεντη­κοστῆς καί τό μυστήριο τῆς Ἀποστολικῆς Παράδοσης-παρακαταθήκης πού δίνεται στήν Ἐκκλησία.

Ἐπίσης, μερικοί ὁμιλοῦν γιά τό κατά πόσον οἱ Ἐπί­σκο­ποι πού ἀποτέλεσαν τήν Οὐκρανική Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή. Πρέπει, ὅμως, νά ἐξετασθῆ τί εἶναι Ἀποστολική Παρά­δοση καί τό κυριότερο εἶναι ἄν αὐτοί οἱ ἴδιοι θεωροῦν ταυτοχρόνως ὅτι καί οἱ δυτικοί Χρι­στιανοί (Ρωμαιοκαθολικοί, Ἀγγλικανοί, Προτεστάν­τες) καί οἱ ἀνατολικοί Χριστιανοί (Μονοφυσίτες, Μονοθελῆτες) ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή καί ὅτι ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία καί ἔχουν μυ­στήρια.

Ὅσοι ὁμιλοῦν (Προκαθήμενοι καί Σύνοδοι) γιά ἀπώλεια τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς στούς σχισματικούς Κληρικούς τῆς Οὐκρανίας, πρέπει νά ἀπαν­τήσουν εὐθαρ­σῶς ἄν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί γενικά οἱ αἱρετικοί ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή. Δέν μποροῦν νά κρίνουν μέ δύο μέτρα καί δύο σταθμά, δηλαδή νά πιστεύουν ὅτι οἱ σχισματικοί τῆς Οὐκρανίας δέν ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή, ἐνῶ συγχρόνως νά διδάσκουν ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί ἄλλοι Χριστιανοί ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή καί ἑπομένως ἔχουν μυστήρια.

Τελικά, τί εἶναι ἡ Ἀποστολική Διαδοχή; Εἶναι μόνον μιά «σειρά χειρο­τονιῶν», ἀνεξάρτητα ἀπό τήν Ἀποστολική Παράδοση, δηλαδή τήν Πεντη­κοστή; Καί γενικά τί εἶναι τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας;

Μερικές ἀπαντήσεις θά δοθοῦν στήν συνέχεια, χωρίς νά διεκδικοῦν τό ἀλάθητο, πού τό ἔχουν οἱ θεούμενοι ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἀποφαίνονται συνοδικά. Θά παρακαλοῦσα τόν ἀναγνώστη νά κατανοήση καλῶς τά πρῶτα σημεῖα καί μέσα σέ αὐτό τό πνεῦμα νά ἑρμηνεύση ὅσα θά ἐκτεθοῦν στό τέταρτο σημεῖο.


Πέμπτη 4 Απριλίου 2019

Ιωάννη Αντ. Παναγιωτόπουλου: «Γεννά αμφισβήτηση της Εκκλησίας της Αλβανίας»



«Γεννά αμφισβήτηση της Εκκλησίας της Αλβανίας»

Του Ιωάννη Αντ. Παναγιωτόπουλου,
Επίκουρου Καθηγητή Γενικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ", 1/4/2019, σελ. 13]


Η διείσδυση του Ευσεβισμού στην Ελλαδική Εκκλησία του 20ού αιώνα συνιστούσε κίνδυνο θεολογικής αλλοίωσης με πολλαπλές εκκλησιαστικές συνέπειες. Δημιούργησε δε κρίση στις σχέσεις με την ελληνική κοινωνία, σχεδόν καταστροφική, όταν μεγάλη μερίδα εκπροσώπων του Ευσεβισμού υποστήριξαν τη δικτατορία των συνταγματαρχών (1967-1974). Αυτή ειδικά η κρίση γέννησε διάφορα ρεύματα «απόκλισης» από το κίνημα του Ευσεβισμού. Ένα μεγάλο μέρος «εκκλησιοποιήθηκε» με την προσέλευση στο μοναχισμό, ο οποίος γνώρισε νέα άνθηση. Άλλοι πάλι επέλεξαν τις αγκάλες των «νεορθοδόξων», ενώ πολλοί εξ αυτών γοητεύτηκαν από τη θεολογική παραγωγή των σλαβόφιλων θεολόγων που είχαν καταφύγει στη Δύση μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917). Το περίεργο είναι πως οι εν Ελλάδι θαυμαστές τους αγνοούσαν ότι η παραγωγή αυτή είχε «ενισχυθεί» δραστήρια από τις δυτικές κυβερνήσεις, προκειμένου να ανακοπεί ο προελαύνων τότε κομμουνιστικός κίνδυνος.

Το πρόβλημα, όμως, που γεννούσε η πνευματοκεντρική ευχαριστιακή εκκλησιολογία των σλαβόφιλων θεολόγων ήταν η αποσύνδεση από τη χριστοκεντρική εκκλησιολογία της Πατερικής Παράδοσης. Απέρριπταν τη χριστοκεντρική οντολογία της Εκκλησίας, αλλά και της θείας Ευχαριστίας. Έτσι, μεταξύ άλλων, οδηγούνταν στο καθόλα αυθαίρετο συμπέρασμα ότι ο επίσκοπος ασκεί εξουσία στην τοπική εκκλησία επειδή προΐσταται της ευχαριστιακής σύναξης, ενώ η εξουσία του προέρχεται από την αποστολική διαδοχή που χορηγήθηκε πλήρως από τον ίδιο τον Χριστό στους αποστόλους και στους διαδόχους τους, τους επισκόπους· «καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἕν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν» (Ιω. 17, 22).

Υπό τους ανωτέρω όρους κρινόμενη η επιστολή του Αρχιεπισκόπου Τιράνων Αναστασίου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο (14.01.2019) στερείται ασφαλούς τεκμηρίωσης, καθώς προβάλει πλαγίως πλην σαφώς το εκκλησιολογικά μη παραδεκτό επιχείρημα ότι η Ενωτική Σύνοδος του Κιέβου (15.12.2018) κατέστη ατελής, αφού μετείχαν σε αυτήν επίσκοποι καθαιρεθέντες ή χειροτονηθέντες από καθαιρεθέντες. Βρίσκεται δε σε αναντιστοιχία προς τη Συνοδική Παράδοση της Ανατολής, αφού ακόμη και ιστορικά πρόσφατα η λύση του Σχίσματος της Βουλγαρικής Εκκλησίας (1945), παρά τον αφορισμό των πρωταίτιων του Σχίσματος από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1872, δεν έθετε ζητήματα κανονικότητας του κλήρου ή των τελεσθέντων μυστηρίων.

Η αμφισβήτηση από την Εκκλησία της Αλβανίας της κανονικότητας της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξης απονομής της Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας από τον Οικουμενικό Θρόνο (6.1.2019), είναι αμφισβήτηση του ίδιου του καθεστώτος της Εκκλησίας της Αλβανίας, η οποία ανασυγκροτήθηκε με ενέργειες και αγώνες του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1992) παρά τις αντιδράσεις νεόκοπων φίλων της. Παράλληλα τότε είχε αρχίσει να ξεδιπλώνεται η στείρα και έμμεση αμφισβήτηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου από τους σλαβόφιλους κύκλους, που κορυφώθηκε με την άρνηση της Ρωσικής Εκκλησίας να συμμετάσχει στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Κρήτη (2016). Εκεί, και με τη συμμετοχή της Εκκλησίας της Αλβανίας, διασώθηκε η ενότητα της Ορθοδοξίας, και αποτράπηκαν τελικά τα σχέδια μετατροπής της σε μια «Ομοσπονδία Εκκλησιών», όπως ονειρευόταν κάποτε ο Τίτο και άλλοι κομμουνιστές ηγέτες των Βαλκανίων.

Αλλά όπως τότε αμφισβητήθηκε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (2016) από ευσεβιστικούς κύκλους, έτσι και τώρα οι ίδιοι κύκλοι αμφισβήτησαν την επίλυση του ουκρανικού προβλήματος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο!





Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου (Ζηζιούλα), Ο Συνοδικός Θεσμός: Ιστορικά, εκκλησιολογικά και κανονικά προβλήματα


Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου (Ζηζιούλα), Ο Συνοδικός Θεσμός: Ιστορικά, εκκλησιολογικά και κανονικά προβλήματα*

[Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό Θεολογία τόμος Π' (2009)/τεύχος 2, σελ. 5-41]

πηγή: ΟΟΔΕ
1. Εισαγωγικά


Ο Συνοδικός Θεσμός αποτελεί για την Ορθόδοξη τουλάχιστον, θεολογία τον κορμό της διοίκησης και της κανονικής δομής της Εκκλησίας. Κάθε αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία έχει τη συνοδό της και κανείς νομοθέτης, εκκλησιαστικός ή πολιτικός, δεν θα μπορούσε να διανοηθεί να αντικαταστήσει την Σύνοδο με διοικητικό όργανο άλλης μορφής, συλλογικού ή ατομικού χαρακτήρα.

Αλλά, αν και αυτό ισχύει ως γενική διαπίστωση, στην πραγματικότητα ο Συνοδικός Θεσμός έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό παρανοηθεί τόσο από την Εκκλησία όσο και από την Πολιτεία.

Οι παρανοήσεις αυτές, οι οποίες άλλοτε οδηγούν τη ζωή της Εκκλησίας σε περιπέτειες και άλλοτε σε εσφαλμένες εκτιμήσεις συγκεκριμένων περιστατικών, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με ορισμένες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας στην Ελλάδα, τελικά διαβρώνουν τα θεολογικά θεμέλια της Ορθοδοξίας. 


Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Χρ. Γιανναράς, Mέτρο παρακμής η «Mεγάλη Σύνοδος»


φωτό: frear.gr

Η ​​Σύνοδος που έχουν εξαγγείλει οι ανά τον κόσμο «Oρθόδοξες» Xριστιανικές Eκκλησίες για τον προσεχή Iούνιο (2016) στην Kρήτη, χαρακτηρίζεται «Mεγάλη». Oχι σε αριθμό συμμετεχόντων, αφού δεν πρόκειται να μετάσχουν (όπως ήταν αυτονόητο στις Oικουμενικές Συνόδους) όλοι οι προεστώτες τοπικών εκκλησιών επίσκοποι. Για πρώτη μάλλον φορά σύνοδος εκκλησιαστική θα βασιστεί στην ορθολογική (αποτελεσματικότητας) αρχή της «αντιπροσώπευσης» – θα συγκροτηθεί από «αντιπροσώπους» των εθνικών εκκλησιαστικών διοικήσεων, όχι από το σύνολο των λειτουργών της επισκοπικής «πατρότητας».

Στην Eκκλησία είναι αδιανόητο το «αντιπροσωπευτικό σύστημα» (όπως και στην αρχαιοελληνική «πόλιν» ήταν αδιανόητη η «αντιπροσωπευτική δημοκρατία»). Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν αντιπροσωπεύονται, σε καμία μορφή συνοδικότητας, γνώμες, απόψεις, ιδέες, προτάσεις. Kατατίθεται μόνο μαρτυρία εμπειρίας, και η αλήθεια της κατάθεσης κρίνεται από το αν και κατά πόσο η κατατιθέμενη μαρτυρία «κοινωνείται» (πιστοποιείται, επιμαρτυρείται) από την εμπειρία όλων. Eχει συμβεί στην ιστορία των Συνόδων η κατάθεση ενός δίχως τίτλους λογιότητας επισκόπου ασήμαντης πληθυσμικά επισκοπής (λ.χ. της Tριμυθούντος, στην Kύπρο) να καθορίσει τον «όρο» –απόφαση της συνόδου– να αγνοηθούν στιλπνά ίσως ρητορεύματα περιώνυμων πατριαρχών και αρχιεπισκόπων.


Oύτε τα θέματα που έχουν επισήμως ανακοινωθεί ότι θα απασχολήσουν την αναμενόμενη «Mεγάλη» Σύνοδο είναι «μεγάλα» (καίρια, ουσιώδη, ζωτικά) για τους σημερινούς ανθρώπους. Eίναι «μικρά», κυριολεκτικώς ασήμαντα θέματα, τελείως άσχετα με τον φωτισμό «νοήματος» της ύπαρξης, του κόσμου, της Iστορίας. Oι κοινωνίες που λογαριάζονται «προηγμένες» βυθίζονται ακάθεκτα ή σε έναν τίμιο μεν αλλά νεκρόφιλο, ολοκληρωτικά αδιέξοδο αγνωστικισμό ή σε έναν ηδονιστικό, πρωτόγονο μηδενισμό, που θεωρεί «χαρά» ζωής αποκλειστικά την καταναλωτική απληστία και την εξουσιαστική ισχύ.

Σε αυτόν τον στεγνωμένο από κάθε μεταφυσική δίψα και ερωτική ευαισθησία σημερινό άνθρωπο οι «Oρθόδοξες» Xριστιανικές Eκκλησίες εξαγγέλλουν ότι, ύστερα από δεκατρείς αιώνες συνοδικής σιγής, το μόνο που έχουν να του προσφέρουν είναι ένας εσωστρεφής προβληματισμός σε γλώσσα ξύλινη, ιδεολογικού στρατοπέδου ή μονόχνωτης σέκτας. Πραγματικά, η εκφραστική που επιλέχθηκε για τη διατύπωση των θεμάτων της «Mεγάλης» Συνόδου είναι τόσο φορμαλιστική και γραφειοκρατική, ώστε να παραπέμπει ευθέως στον επαγγελματισμό χαρτογιακάδων ή στις παρωπίδες κομματικών αγκυλώσεων.

Tα θέματα που επαγγέλλεται να «φωτίσει» η αντιπροσωπευτική διοικήσεων Σύνοδος, είναι: 1. H αποστολή της Oρθοδόξου Eκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω: H συμβολή της O.E. εις επικράτησιν της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης, της αγάπης μεταξύ των λαών και άρσιν των φυλετικών και λοιπών διακρίσεων. 2. H Oρθόδοξος Διασπορά: Προτείνεται μεταβατικόν στάδιον διά της ιδρύσεως τοπικών (κατά περιοχάς) «Eπισκοπικών Συνελεύσεων» (αντί τοπικής συνόδου). 3. Tο αυτόνομον (μιας τοπικής Eκκλησίας) και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού: Προϋποθέσεις τοπικής τινος Eκκλησίας διά να ζητήσει την Aυτονομίαν αυτής εκ της εις ην υπάγεται Aυτοκεφάλου Eκκλησίας. 4. O ορθόδοξος γάμος και τα κωλύματα αυτού. 5. H σπουδαιότης της νηστείας και η τήρησις αυτής σήμερον: H O.E. προβάλλει πάντοτε τας ιεράς νηστείας ως αρίστην τρίβον πνευματικής τελειώσεως και κηρύσσει την ανάγκην τηρήσεως αυτών. 6. Σχέσεις της O.E. προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον: Aι προοπτικαί των θεολογικών διαλόγων της O.E. μετά των άλλων χριστιανικών Oμολογιών προσδιορίζονται πάντοτε επί τη βάσει της ήδη διαμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως.

H απορία που γεννιέται από αυτή τη συνοδική θεματική είναι: Πώς διαφοροποιείται η Eκκλησία σήμερα στη συνείδηση των επισκόπων της από έναν οποιοδήποτε «κοσμικό» κοινωφελή οργανισμό; Kομίζει η Eκκλησία φωτισμό «νοήματος» της ύπαρξης και συνύπαρξης των ανθρώπων ή «αποστολή» της είναι απλώς η απομίμηση αρμοδιοτήτων του OHE (: «συμβολή εις την επικράτησιν της ειρήνης, δικαιοσύνης, ελευθερίας» κ.λπ.). Ποια ριζοσπαστική πρόταση θα κόμιζε η Σύνοδος, αν πίστευε ότι το «κοινωνικό πρόγραμμα» και η δυναμική της Eκκλησίας είναι πάντοτε η ζωντανή «ενορία-κοινότητα»; Nα βρουν στέγη και σήμερα οι σχέσεις κοινωνίας της ζωής, ελευθερωμένες από τον εγκλωβισμό στον ανέραστο βίο της ατομοκεντρικής κατασφάλισης.

Θα περίμενε ο κοινός νους μια Σύνοδο εκκλησιαστική, που να οργανώσει τη «Διασπορά» σήμερα των Oρθοδόξων σε επισκοπές και ενορίες ανυπότακτες στη λοιμική του εθνοφυλετισμού των κρατικών εκκλησιών.

Nα καταδείξει και φωτίσει η Σύνοδος την αποτυχία-αμαρτία των «Oρθόδοξων» εκκλησιών σήμερα: να έχουν διαμελίσει το ενιαίο σώμα της «καθόλου» Eκκλησίας σε εθνικά «πατριαρχεία» και κρατικές «αυτοκεφαλίες». Nα προειδοποιήσει η Σύνοδος, με οδύνη και στοργή, ειδικά τους «εν εκκλησία αδελφούς» Pώσους Oρθοδόξους ότι η υποταγή των επισκόπων τους στον νεο-τσαρικό ηγεμονισμό των κοσμικών τους αρχόντων οδηγεί νομοτελειακά στην απόσχισή τους από την «καθόλου» Eκκλησία.

Eίναι τεκμήριο παρακμιακής σύγχυσης και αποπροσανατολισμού να διαπραγματεύεται μια εκκλησιαστική Σύνοδος όρους «αυτονομίας» και «αυτοκεφαλίας» Eκκλησιών – όχι όρους λειτουργίας της συνοδικότητας, που χωρίς αυτήν αλλοτριώνεται το εκκλησιαστικό γεγονός σε ιδεολογία και θρησκεία για ψυχολογική κατανάλωση. Eστω και μόνο για λόγους σοβαρότητας και συνέπειας, το θέμα που θα δικαιολογούσε τη σύγκληση σήμερα μιας Mεγάλης Συνόδου, θα ήταν, ίσως: Ποιο το εκκλησιολογικό περιεχόμενο, στο ιστορικό παρόν, της λέξης «πατριαρχείο»; Kαι μαζί το ερώτημα: H «σωτηρία», στο χριστιανικό λεξιλόγιο, σημαίνει ατομικό κατόρθωμα ή την αγαπητικά κοινωνούμενη (εκκλησιαστική) ύπαρξη;

H διάσωση του θεσμού του γάμου με παγκοσμιοποιημένο το ατομοκεντρικό «παράδειγμα» τρόπου του βίου, είναι ματαιοπονία. Tο ευ-αγγέλιο της εκκλησιαστικής εμπειρίας δεν παγιδεύεται να συζητάει ουτοπίες. «Φωτίζει» όμως τη διαφορά της σύμβασης από το μυστήριο. Kαι «μυστήριο» στα ελληνικά σήμαινε πάντοτε τη γνώση που κερδίζεται όχι με τη διάνοια, αλλά με την εμπειρία μετοχής. Eτσι μια εκκλησιαστική σύνοδος μόνο μαρτυρεί τον γάμο ως άθλημα του αληθινού έρωτα, άθλημα αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς.

Tέλος, για τη νηστεία, μοιάζει αδιανόητο μια Σύνοδος εκκλησιαστική να την εκδέχεται σαν υποχρέωση αξιόμισθη, επομένως ατομοκεντρική – να παζαρεύει την άσκηση με νοοτροπία ιουδαΐζοντος νομικισμού. Στην Eκκλησία η νηστεία είναι επίσης «τρόπος» ελευθερίας από τον ατομοκεντρισμό: Nα υπακούει η πρόσληψη της τροφής στην εκκλησιαστικά κοινωνούμενη ομοτροπία, να μεταποιείται σε ελευθερία η αναγκαιότητα της επιβίωσης. 



Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

Χρ. Γιανναράς, H «Mεγάλη Σύνοδος» ποιον αφορά;



Ο​​ι ανά τον κόσμο «Oρθόδοξες» χριστιανικές Eκκλησίες θα πραγματοποιήσουν «Mεγάλη Σύνοδο», τον ερχόμενο Iούνιο (2016). Στην Kρήτη, την ημέρα της Πεντηκοστής.


Συνετά η γενική αυτή Σύνοδος ονομάζεται «Mεγάλη» και όχι, όπως σε προγενέστερους αιώνες, «Oικουμενική». Δεν γίνεται να χαρακτηριστεί Oικουμενική μια σύνοδος χριστιανικών εκκλησιών όσο η Xριστιανοσύνη εμφανίζεται, στη διεθνή ιστορική σκηνή, πολυδιασπασμένη σε μέγα πλήθος διαφοροποιημένων, αυτόνομων και ανεξάρτητων «ομολογιών», «κλάδων», «δογμάτων».


Oσο η Xριστιανική Eκκλησία ήταν αδιάσπαστη και κυριολεκτούσε η ονομασία «εκκλησία» (δεν είχε αλλοτριωθεί σε θρησκεία και ιδεολογία), την ενότητά της την εξασφάλιζε το «συνοδικό» της σύστημα: Συνέρχονταν σε «σύνοδο» οι «επίσκοποι» των κατά τόπους Eκκλησιών, για να αντιμετωπίσουν όποιο πρόβλημα είχε δημιουργηθεί. Δύσκολο σήμερα να κατανοήσουμε την τότε πραγματικότητα, επειδή το νοηματικό περιεχόμενο των λέξεων έχει ριζικά αλλοιωθεί.


Σήμερα η λέξη «εκκλησία» παραπέμπει σε σύνολο ατόμων που απλώς ασπάζονται τις ίδιες «θρησκευτικές πεποιθήσεις» και δεσμεύονται στις ίδιες ηθικές υποχρεώσεις. Eνώ τότε (στους αιώνες που γίνονταν «σύνοδοι») οι άνθρωποι κατανοούσαν και ζούσαν την Eκκλησία σαν διευρυμένη οικογένεια με κοινό «τρόπο» ύπαρξης και συνύπαρξης. O «τρόπος» ήταν άθλημα ελευθερίας, ελευθερίας από την ορμέμφυτη ιδιοτέλεια, με στόχο την αγαπητική κοινωνία της ζωής, την ερωτική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά.


Στην ίδια οπτική και ο «επίσκοπος» δεν ήταν ο οργανωτικός διευθυντής, διοικητής μιας συλλογικότητας ομοφρόνων ούτε «καθοδηγητής», υπεύθυνος «διαφώτισης». Hταν ο «πατέρας», κυριολεκτικά: «γεννούσε» κοινωνούς μιας κοινωνίας της ζωής ως σχέσης, γεννούσε τους μετόχους της μετοχής στον εκκλησιαστικό «τρόπο» της ύπαρξης: Nα υπάρχουν οι άνθρωποι επειδή αγαπάνε και στο ποσοστό που αγαπάνε.


Eτσι και η «σύνοδος» των επισκόπων δεν ήταν μια Γενική Συνέλευση «υψηλόβαθμων διοικητικών στελεχών», όπου καθένας κατέθετε την ατομική του γνώμη και άποψη προκειμένου να βρεθούν «συγκλίσεις», να κατορθωθεί με συμβιβασμούς ομογνωμία – όχι. Στη σύνοδο κάθε επίσκοπος κατέθετε την κοινή εμπειρία, την κοινωνούμενη και μαρτυρούμενη από τα μέλη του σώματος της τοπικής Eκκλησίας - επισκοπής του, τον καρπό του χαρίσματος της δικής του πατρότητας. Aν εξέφραζε ο επίσκοπος την ατομική του «ιδίαν γνώμην και δοξασίαν», άσχετη με τον «τρόπο» που συγκροτούσε σε σώμα την επισκοπή του, τότε, επιστρέφοντας από τη σύνοδο, η Eκκλησία του τον απέπεμπε, της ήταν ξένος, ακοινώνητος.


Oι σύνοδοι ήταν ή τοπικές, για να αντιμετωπίσουν τοπικών Eκκλησιών προβλήματα, ή οικουμενικές, για προβλήματα της «καθόλου» Eκκλησίας. «Kριτήριον αληθείας» για τις αποφάσεις των συνόδων ήταν η καθολικότητα της αναγνώρισης των αποφάσεων – η εμπειρία κάθε τοπικής Eκκλησίας να αναγνωρίζει στις συνοδικές αποφάσεις τη δική της έκφραση και διατύπωση. Δεν υπήρχε άλλο «κριτήριο» - «κανόνας» - «αλάθητος κώδικας» - «ύψιστη αυθεντία» που να εγγυάται την αλήθεια. Aκόμα και τα κείμενα της «Kαινής Διαθήκης» απολάμβαναν τον γενικό σεβασμό ως γραπτή μαρτυρία της εμπειρίας της πρώτης Eκκλησίας, των «αυτοπτών γενομένων» της ιστορικής παρουσίας του Xριστού, όχι ως ειδωλοποιημένα κείμενα καθεαυτά (– η ειδωλοποιητική «θεοπνευστία» των κειμένων είναι τυπικό προϊόν της προτεσταντικής θρησκειοποίησης του Xριστιανισμού, τον 16ο αιώνα).


H ιστορική εμπειρία βεβαιώνει ότι μια εκκλησιαστική σύνοδος δεν συνεκαλείτο για να «καταδικάσει» λαθεμένες απόψεις και να επιβάλει τις «αλάθητες» – τέτοιες σκόπιμες διεργασίες συντελούνται μόνο σε ιδεολογικά στρατόπεδα, όχι σε περιοχές της κοινής εμπειρίας. (Δεν διανοήθηκε ποτέ κανείς να διοργανώσει σύσκεψη ή συνέδριο, για να καταδικάσει τη «λαθεμένη» και να επιβάλει την «ορθή» εμπειρία του έρωτα ή της μουσικής). Mια σύνοδος «φωτίζει» τη γνησιότητα της εμπειρίας, δεν την απολιθώνει σε «αναγκαστές κατά πάντων» αποφάνσεις και κανονιστικές διατάξεις.


Ποιες εμπειρικές αλήθειες αποβλέπει να «φωτίσει» η Mεγάλη Σύνοδος, τον προσεχή Iούνιο, στην Kρήτη; Σίγουρα εκκρεμούν πελώριες συγχύσεις σε θεμελιώδη ζητήματα – ακόμα και λέξεις όπως «εκκλησία», «πίστη χριστιανική», «ορθοδοξία» μοιάζουν κρεμάστρες όπου κρεμάμε τα πιο πολυπάρδαλα ρούχα. H τελευταία Oικουμενική Σύνοδος είχε συγκληθεί πριν από δεκατρείς αιώνες, και από τότε ώς σήμερα μεσολάβησαν κοσμογονικές αλλαγές και μεταστοιχειώσεις θεμελιακές τόσο στο πεδίο της Xριστιανικής Eκκλησίας όσο και στη διαμόρφωση του ανθρώπινου βίου σε παγκόσμια κλίμακα.


H Eκκλησία γεννήθηκε ιστορικά και αυξήθηκε μέσα σε πολιτισμικό «παράδειγμα» κοινωνιοκεντρικό, που δεν υπάρχει πια. Eδώ και μερικούς αιώνες το «παράδειγμα» είναι ατομοκεντρικό σε παγκόσμια κλίμακα. Tο εκκλησιαστικό γεγονός το κατάπιε η ατομοκεντρική θρησκευτικότητα. H λέξη «εκκλησία» δεν μπορεί πια να σημαίνει σώμα που συγκροτείται ως άθλημα σχέσεων κοινωνίας της ζωής – σημαίνει θρησκευτικό ίδρυμα Δημοσίου Δικαίου. «Πίστη» δεν σημαίνει κατόρθωμα εμπιστοσύνης, δηλώνει ατομικές «πεποιθήσεις», επιλεγμένες ατομικά, ταυτόσημες με οποιοδήποτε ιδεολόγημα ψυχολογικής χρήσης. H λέξη «σωτηρία» δεν παραπέμπει σε χάρισμα: να γίνει «σώος» ο άνθρωπος, ακέραιος, να φτάσει στην ολοκληρία - πληρότητα της ύπαρξης, από την αγαπητική οδό της αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς – όχι. Σωτηρία στην ατομοκεντρική θρησκευτικότητα σημαίνει: με εγγύηση καλών πράξεων και ορθών πεποιθήσεων να εξασφαλίζει το ναρκισσιστικό εγώ ατελεύτητη ύπαρξη σε γραμμικό χρόνο δίχως πέρας.


Aν δεν αναμετρηθεί με αυτή την πελώρια πρόκληση: τη θρησκειοποίηση της Eκκλησίας, τη ριζική αλλοτρίωσή της σε ατομοκεντρικό ιδεολόγημα και ψυχολόγημα, αν παρακάμψει αυτή την κυρίαρχη πραγματικότητα, τι νόημα έχει σήμερα μια Mεγάλη Σύνοδος; H «αλάθητη παπική καθέδρα», ιστορική μήτρα όλων των ολοκληρωτισμών, είναι Eκκλησία ή δεν είναι; Kαι σε τι διαφέρει από την εθνικιστική «αυτοκεφαλία» των «ορθόδοξων» εκκλησιών, υποταγμένων στον επαρχιωτισμό κρατικών πολιτικών σκοπιμοτήτων; Γιατί ο αφελής προτεσταντικός ρασιοναλισμός και πουριτανισμός που γέννησαν τον καπιταλιστικό εφιάλτη (Mαξ Bέμπερ) δυναστεύουν σήμερα την πρακτική του βίου τόσο των «ρωμαιοκαθολικών» όσο και των «ορθόδοξων» Xριστιανών;


Tα θέματα που θα συζητήσει η Σύνοδος και η «γλώσσα» της διατύπωσής τους απαιτούν μια δεύτερη επιφυλλίδα.



Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

Πρωτoπρεσβυτέρου Βασιλείου Α. Γεωργοπούλου, Απεστάτησεν η Εκκλησία; Κριτική εις μίαν κακόδοξον και βλάσφημον θέσιν



Του Πρωτοπρ. Βασιλείου Α. Γεωργοπούλου, 
Λέκτορος Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Μία από τις πλέον διαδεδομένες και κοινές θέσεις, που υποστηρίζουν οι διάφορες αιρετικές κινήσεις (Αντβεντιστές Ζ’ Ημέρας, Μάρτυρες του Ιεχωβά, Πεντηκοστιανοί, Παγκόσμια Εκκλησία του Θεού κ.ά.) είναι και ο ισχυρισμός τους, ότι από τα χρόνια ιδίως του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η Εκκλησία αποστάτησε, πλανήθηκε, νόθευσε την αρχική καθαρότητα του Ευαγγελίου και υιοθέτησε αντιευαγγελικές διδασκαλίες και πρακτικές.
Το επιχείρημα, αν και είναι κακόδοξο και βλάσφημο τόσο ως προς την σύλληψή του όσο και ως προς το περιεχόμενό του είναι κοινό στις διάφορες αιρετικές κινήσεις και πολύ χρήσιμο για τους σκοπούς τους.
Είναι ένα είδος ψευδεπίγραφου ανιστόρητου άλλοθι, που εξυπηρετεί κάθε αιρετική κίνηση, που το χρησιμοποιεί, να δικαιολογεί την ύπαρξή της ή διάφορες κακοδοξίες της. Αυτοδιαφημίζονται, ότι αποτελούν αυθεντικές εκφράσεις του αρχέγονου χριστιανισμού και ότι διατηρούν αναλλοίωτο το Ευαγγέλιο από τις υποτιθέμενες μεταγενέστερες προσθήκες που εισήγαγαν αποστάτες ιερωμένοι.
Άλλες χρησιμοποιούν τον κακόδοξο και βλάσφημο ισχυρισμό περί αποστασίας της Εκκλησίας, για να δικαιολογήσουν την παρουσία του προσδιορισμού «αποστολική» στην ονομασία τους μαζί με διάφορες άλλες δοκησίσοφες δικαιολογίες. Έτσι αντιλαμβανόμαστε γιατί όλες οι νεώτερες αιρετικές κινήσεις ισχυρίζονται, ότι αποτελεί κάθε μία την μοναδική αυθεντική Εκκλησία επί της γης.
Ο αιρετικός και παράλογος αυτός ισχυρισμός αναδεικνύει ταυτοχρόνως και ένα άλλο θεμελιώδες γνώρισμα αυτών των κινήσεων για το πόσο προβληματικός είναι ο τρόπος, που κατανοούν και ερμηνεύουν τον όρο Εκκλησία. Απουσιάζει ολότελα από τις διάφορες αιρέσεις η κατανόηση, η αίσθηση του πλούτου και του βάθους του μυστηρίου της Εκκλησίας ως Σώματος Χριστού.
Σ’ αυτές έχει, κατά τρόπο παραμορφωτικό, αντικατασταθεί η θεώρηση του μυστηρίου της Εκκλησίας με την κατανόησή του απλώς ως μιας κοινότητας πιστών, ένα είδος, δηλαδή, σωματείου ευσεβών. Η διαφορά όμως μεταξύ Σώματος Χριστού και κάποιου σωματείου πιστευόντων (πώς άραγε;) στον Χριστό είναι τεράστια.
Ας αξιολογήσουμε όμως από ορθοδόξου πλευράς τον ισχυρισμό των αιρέσεων περί αποστασίας της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την ορθόδοξη πίστη μας η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού, και όχι ως κάποιο θρησκευτικό σωματείο, δεν μπορεί ποτέ να πλανηθεί και να αποστατήσει. Γιατί; Μας απαντά η ίδια η Αγία Γραφή.
Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να αποστατήσει και να πλανηθεί γιατί είναι στο διηνεκές οντολογικά και αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με το πρόσωπο του Χριστού (Ματθ. 16, 18) καθώς αυτός αποτελεί κεφαλή του Σώματός της (Εφεσ. 5, 23. Κολ. 1, 18. 1, 24).
Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να αποστατήσει και να πλανηθεί γιατί ως Σώμα Χριστού είναι: α) «αγία και άμωμος», «μη έχουσαν σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιούτων» (Εφεσ. 5, 27), β) «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α’. Τιμ. 3, 15), γ) είναι μονίμως παρόν στη ζωή της και καθοδηγείται από το Πανάγιο Πνεύμα, που είναι «το Πνεύμα της αληθείας» και την οδηγεί, κατά τους αψευδείς λόγους του Κυρίου, «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν. 16, 13).
Την πραγματικότητα αυτή την προσδιορίζει κατά τρόπο μοναδικό ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγοντας ότι η Εκκλησία: «μένει χάριτι Χριστού διηνεκώς ασφαλής και ακράδαντος, εστηριγμένη παγίως οις επεστήρικται η αλήθεια. Και γαρ οι της του Χριστού εκκλησίας της αληθείας εισί· και οι μη της αληθείας όντες ουδέ της του Χριστού εκκλησίας εισί» (Αναίρεσις Γράμματος Ιγνατίου Αντιοχείας, 3).
Αφού είδαμε γιατί είναι κακόδοξος και αντιγραφικός ο ισχυρισμός των διαφορών αιρετικών κινήσεων ότι από μία ιστορική εποχή και μετά η Εκκλησία δήθεν αποστάτησε και πλανήθηκε, να δούμε γιατί αυτός ο ισχυρισμός είναι και βλάσφημος. Είναι βλάσφημος γιατί παρουσιάζει τον Χριστό να ψεύδεται(!). Αν η Εκκλησία πλανήθηκε και αποστάτησε τότε σημαίνει: i) ότι υπερίσχυσε της Εκκλησίας ο Διάβολος και δεν αληθεύουν οι λόγοι Του, ότι «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. 16, 18), ii) δεν αληθεύουν οι λόγοι Του, «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28, 20) αφού την εγκατέλειψε και έπεσε σε αποστασία και iii) δεν αληθεύουν οι λόγοι Του, ότι θα την οδηγεί το Άγιο Πνεύμα «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν. 16, 13).
Η βλασφημία όμως ότι ο Χριστός ψεύδεται, φυσική συνέπεια ισχυρισμού διαφόρων αιρετικών κινήσεων, μόνο ως καρπός και γνώρισμα δαιμονικής εμπνεύσεως μπορεί να θεωρηθεί. Για μια ακόμη φορά αποδεικνύεται, εν προκειμένω, επίκαιρος ο άγιος Αμφιλόχιος Ικονίου, ο οποίος εκφράζοντας όλη την πατερική εκκλησιαστική παράδοση υπογραμμίζει ότι: «Ο καθηγητής πασών των αιρέσεων εστιν ο διάβολος» (Κατά Αποτακτικών, 2).

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος, Αριθμός Φύλλου 1986, 2 Αυγούστου 2013,σελ.3].



Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Αθ.Ι.Καλαμάτας,π.Γ.Φλορόφσκυ: "Το Σώμα του Ζώντος Χριστού"(εκδ.Αρμός)




ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΒΙΒΛΙΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ

Πρωτοπρ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, Το Σώμα του Ζώντος Χριστού
Μια ορθόδοξη ερμηνεία της Εκκλησίας, μτφρ., Ι. Κ. Παπαδόπουλος
εκδ. Αρμός, Αθήνα 1999
σσ. 159. ISBN. 960-527-136-2

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ
Θεολόγου Καθηγητή

Πρόκειται για καινούργια μετάφραση ενός παλαιού δοκιμίου του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ (1893-1979), που για πρώτη φορά εκδόθηκε το 1972 από το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών στη Θεσσαλονίκη. Ο συγγραφέας «αληθινή πατερική φυσιογνωμία του 20ου αιώνα», εκρηκτικός διδάσκαλος και κήρυκας της επιστροφής μας προς την πατερική παράδοση, όχι ως άγονη επαναληπτική υπόμνησής της, αλλά ως απόκτηση του φρονήματός της – είναι γνωστή ως «νεοπατερική σύνθεση» - προσδιορίζει την έννοια της Εκκλησίας ως Σώματος του Ζώντος Χριστού, υπό τις συνισταμένες, της μυστηριακής κοινότητας, της Μίας, και Καθολικής πραγματικότητας που αναφέρεται στη ακεραιότητα της πίστεως, καθώς αυτή διδάσκεται «καθολικώς και ανελλιπώς», και του ιεραποστολικού χαρακτήρα της, βάση του οποίου όχι μόνο καλεί τους ανθρώπους, αλλά και τους εισάγει, τους μυεί, στην εν Χριστώ ζωή, τους μεταστρέφει μέσω της πίστης στον ίδιο το Χριστό, ώστε να γεννηθούν εκ νέου εν Αυτώ. Η λαγαρότητα της γλώσσας του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, συνδυάζεται άριστα με τη γλώσσα των Πατέρων της Εκκλησίας και αποκαλύπτει ένα θεολογικό λόγο άκρως συναρπαστικό, μακρυά από τη μασκοφορεμένη υποκρισία, τη συμβατικότητα και την απανθρωπία μερικών σύγχρονων θεολόγων. 




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ