Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική επιστήμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική επιστήμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2023

Γ. Κοντογιώργης, Η απάντηση του ελληνικού κόσμου στο ερώτημα πού πηγαίνει ο κόσμος τον 21ο αιώνα

https://www.youtube.com/watch?v=s0C-DJM1NYk

Ομιλία του Ομότιμου Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, με θέμα «Η απάντηση του ελληνικού κόσμου στο ερώτημα πού πηγαίνει ο κόσμος τον 21ο αιώνα», η οποία πραγματοποιήθηκε στις 9.9.2023, στο Συνεδριακό Κέντρο ΣΠΑΠ της Αρχαίας Ολυμπίας, στο πλαίσιο Ημερίδας με θέμα «Ο ελληνικός Πολιτισμός ως οικουμενική πρόταση - Μια ελπίδα για τον 21ο αιώνα», την οποία διοργάνωσαν το Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο Δήμος Αρχαίας Ολυμπίας.

πηγή: ΕΝΔΟΤΟΠΟΣ





Τετάρτη 22 Ιουνίου 2022

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΕΞΑΤΟΜΟΥ ΕΡΓΟΥ "ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟΣΥΣΤΗΜΑ" ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ

Συζήτηση με αφορμή την κυκλοφορία του εξάτομου έργου του Γιώργου Κοντογιώργη με τίτλο Το Ελληνικό κοσμοσύστημα. Το θέμα της συζήτησης είναι: «Το Βυζάντιο ως θεμελιώδης κόμβος μεταξύ "αρχαιότητας" και "νεοτερικότητας"» (Αθήνα, 20/6/2022).
Ένας διάλογος ανάμεσα στον συγγραφέα και στον ομότιμο καθηγητή Αντώνη Παπαρίζο, για τη φύση και τη θέση του Βυζαντίου στην κοσμοϊστορία, για τις παραναγνώσεις που έχει υποστεί από τη νεοτερικότητα, για τη σχέση του με τον δυτικό μεσαίωνα και την εποχή μας.

https://www.youtube.com/watch?v=oNM15gjQtXQ&t=0s




Δευτέρα 2 Μαΐου 2022

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Γιώργου Κοντογιώργη με τίτλο: "Η δημοκρατία και ο πόλεμος στον Θουκυδίδη"

Γιώργος Κοντογιώργης, Η δημοκρατία και ο πόλεμος στον Θουκυδίδη, εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2022, ISBN:978-960-7803-91-7.




Από τον διάλογο με το έργο του Θουκυδίδη προκύπτει ότι η προσέγγιση της πολιτικής ως δύναμης αποτελεί ιδίωμα πρωτίστως της κρατοκεντρικής συγκρότησης του κόσμου. Διαπιστώνεται, επίσης, ότι όσο η πόλη/κράτος εξελίσσεται ανθρωποκεντρικά καθοδόν προς τη δημοκρατία, τόσο η επίκληση της δύναμης στις διακρατικές σχέσεις γίνεται συχνότερη και παράλληλα η πολεμική αντιμαχία πιο αιματηρή. Ώστε η διαλεύκανση του ζητήματος του πολέμου και της αιτιακής του βάσης μας προσκαλεί να διερωτηθούμε για τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην πόλη ως θεμελιώδη κοινωνία, στην πολιτεία που αποτυπώνει τους εσωτερικούς κοινωνικούς συσχετισμούς και στη διακρατική σχέση που φέρνει αντιμέτωπες την πρόσληψη της πολιτικής ως δύναμης, ως εξουσίας ή ως ελευθερίας.

Ο Θουκυδίδης παρατηρεί ότι στον κρατοκεντρισμό αντιμάχονται η ηγεμονική θέληση των ισχυρών με την ελευθερία των αδυνάτων και ότι, στο πλαίσιο αυτό, η εξωτερική πολιτική των Δυνάμεων είναι φύσει τυραννική, ανεξαρτήτως πολιτείας. Μέτρο της ειρήνης και του πολέμου, επομένως, είναι το συμφέρον και πεδίο επιλογής οι συσχετισμοί δύναμης. Η έννοια του δίκαιου ή άδικου πολέμου προσεγγίζεται στον κρατοκεντρισμό ως μεταβλητή που υπόκειται στους συσχετισμούς δύναμης, όχι ως πολιτειακή σταθερά.

Η αξία του θουκυδίδειου έργου έγκειται στο ότι διαλέγεται με την ολοκληρωμένη, τη δημοκρατική φάση που διερχόταν η εποχή του, εν αντιθέσει προς τη νεοτερικότητα την οποία ο Αλιμούσιος στοχαστής ταξινομεί αναλογικά στην πρώιμη εποχή της αιρετής μοναρχίας. Ωστόσο, η επικαιρότητα του Θουκυδίδη ξεπερνάει τον κρατοκεντρισμό, καλύπτοντας ευρέως τη μετα-κρατοκεντρική/οικουμενική περίοδο του κοινωνικού ανθρώπου εξ επόψεως τυπολογίας των πολιτειών (ουσιωδώς της δημοκρατίας) όσο και διαπολεοτικών ή διακρατικών σχέσεων.

Τούτο σημαίνει ότι ο ανθρωποκεντρικός χρόνος στον οποίο εγγράφεται ο Αλιμούσιος στοχαστής προσφέρει μία μοναδική ευκαιρία στη νεοτερική επιστήμη να εξέλθει του γνωσιολογικού σπηλαίου της, να αναστοχασθεί τη φάση από την οποία διέρχεται η εποχή μας και να την προσεγγίσει με γνώμονα την αλλαγή επιστημονικού παραδείγματος. Αλλαγή που επιβάλλει άλλωστε η ανάγκη κατανόησης της φάσης στην οποία εισήλθε ο κόσμος της εποχής μας, η οποία, μολονότι μεταβατική, αναγγέλλει σε βάθος χρόνου την εγκατάστασή του στο μέσον μιας κρατοκεντρικής, πλην όμως ολοκληρωμένης ανθρωποκεντρικής περιόδου με πρόσημο τη δημοκρατία. Ακριβώς αυτός ο μεταβατικός χαρακτήρας της εποχής μας δημιουργεί ισχυρή ρευστότητα τόσο στο εσωτερικό των κρατών όσο και στο διακρατικό περιβάλλον η οποία προσημαίνει ενδιαφέρουσες ανακατατάξεις στο πεδίο της κατανομής όσο και της επίκλησης της ισχύος.




***


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ



Πρόλογος

Εισαγωγικά προαπαιτούμενα

1. Το γνωσιολογικό και μεθοδολογικό πλαίσιο ενός διαλόγου με το έργο του Θουκυδίδη
2. Το γνωσιολογικό έλλειμμα της νεοτερικότητας και το διακύβευμα της κοσμοσυστημικής βιολογίας

ΜΕΡΟΣ Α΄ Η θέση της θουκυδίδειας Ιστορίας στη βιολογία του σύνολου ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος

Κεφάλαιο 1: Το ολοκληρωμένο ανθρωποκεντρικό περιβάλλον της κρατοκεντρικής φάσης με το οποίο διαλέγεται ο Θουκυδίδης και η πρωτοανθρωποκεντρική κρατοκεντρική νεοτερικότητα

1.1. Το κοσμοσυστημικό πλαίσιο της εποχής του Πελοποννησιακού Πολέμου

α) Η κοσμοσυστημική ιδιοσυστασία του ελληνισμού ως αιτία της αιματηρής κρατοκεντρικής αντιμαχίας των πολεοτικών συντελεστών του
β) Ο κόσμος του Θουκυδίδη και ο κόσμος της νεοτερικότητας στην Κοσμοσυστημική Γνωσιολογία
γ) Η θουκυδίδεια προσέγγιση της κρατοκεντρικής διαλεκτικής της πολιτικής και η διερώτηση ως προς τις εφαρμογές της στο κλίμα της μοναρχικής νεοτερικότητας

1.2. Το ζήτημα της κλίμακας και ο ανθρωποκεντρικός χρόνος

α) Το ζήτημα της κλίμακας και η ανθρωποκεντρική ανατομία της εξέλιξης
β) Η κοσμοσυστημική κλίμακα κατάντικρυ στην ανθρωποκεντρική φάση
γ) Η δημοκρατική πολιτεία και οι οριοθετήσεις της ανθρωποκεντρικής βιολογίας. Σχετικά με τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις της κρατοκεντρικής νεοτερικότητας
δ) Η κλίμακα ως διακύβευμα και ο ανθρωποκεντρικός χρόνος μεταξύ της θουκυδίδειας πόλης κράτους και του νεοτερικού έθνους κράτους. Σχετικά με τις προϋποθέσεις εφαρμογής του θουκυδίδειου παραδείγματος στην εποχή μας

Κεφάλαιο 2: Τα στάδια του κρατοκεντρικού γίγνεσθαι της πόλης και οι ομόλογες προσημειώσεις της διαπολεοτικής αντιμαχίας

2.1. Από τη μικρή στη μεγάλη πόλη, από τις μικρές στις μείζονες διαπολεοτικές αντιμαχίες

α) Οι περίοδοι της κρατοκεντρικής βιολογίας του ελληνικού κοσμοσυστήματος και οι επιπτώσεις τους στις διαπολεοτικές σχέσεις
β) Ανθρωποκεντρική εξέλιξη και διακρατική πολιτική σχέση. Μια αντίστροφη πορεία. Καθοδόν προς την ανθρωποκεντρική ολοκλήρωση διογκούται η επίκληση της δύναμης στη διακρατική πολιτική
γ) Η σχέση κοινωνίας και οικονομίας και το αποτύπωμά της στο είδος της πολιτείας

2.2. Το ζήτημα της αναλογίας και η αντίστιξη της πόλης κράτους με το έθνος κράτος

α) Το ζήτημα της αναλογίας του ελληνικού κρατοκεντρισμού προς τη νεοτερικότητα. Το κράτος έθνος στον σύνολο πλανητικό κρατοκεντρισμό
β) Ο Θουκυδίδης ως θεωρητικός αναλυτής του ώριμου κρατοκεντρισμού σε αντιμαχία με το πρώιμο ανθρωποκεντρικό ιδιώνυμο της νεοτερικότητας

ΜΕΡΟΣ Β΄ Ανθρωποκεντρική βιολογία και διακρατικές σχέσεις

Κεφάλαιο 3: Η διαλεκτική της εξελικτικής βιολογίας στον κρατοκεντρισμό και οι μεταμορφώσεις της πολιτικής από σχέση δύναμης σε πεδίο ελευθερίας

3.1. Οι διακρατικές σχέσεις στον ανθρωποκεντρικό χρόνο

α) Οι διακρατικές σχέσεις στην προοπτική της εξελικτικής βιολογίας των κοινωνιών των πόλεων, δηλαδή στο περιβάλλον του σύνολου ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος
β) Ο κρατοκεντρισμός και η διαλεκτική του πολέμου και της ειρήνης. Το διακύβευμα ηγεμονία ή ελευθερία

3.2. Οι μεταμορφώσεις του πολιτικού φαινομένου και η αντιλογία μεταξύ της πολιτειακής και της διακρατικής σχέσης

α) Η πολιτική ως δύναμη, η πολιτική ως εξουσία και η πολιτική ως ελευθερία. Η σταθερά της ισχύος ως παράμετρος στον κρατοκεντρισμό
β) Η κοινωνική βιολογία ως μέτρο της σύνολης πολιτειακής συνάντησης του κοινωνικού φαινομένου με τον ανθρωποκεντρικό χρόνο
γ) Η αποκήρυξη της εξελικτικής βιολογίας από την «επιστήμη» της νεοτερικότητας

Κεφάλαιο 4: Η αντιμαχία των πατριωτισμών. Το διακύβευμα της σύνθεσης ανάμεσα στον εθνικό, τον φυλετικό, τον πολεοτικό και τον πολιτειακό πατριωτισμό

4.1. Οι πολιτισμικές/συλλογικές ταυτότητες στην πολεοτική και διακρατική σφαίρα

α) Η ελευθερία στην κρατοκεντρική πολιτική σφαίρα –της πόλης κράτους και του κράτους έθνους– και το διακύβευμα της πολιτειακής ισορροπίας
β) Οι πολιτειακοί συντελεστές της διακρατικής πολιτικής σχέσης στο κράτος της πόλης
γ) Η ελευθερία ως συντρέχουσα αξιακή συνιστώσα της πολιτείας

4.2. Η αντιμαχία των πατριωτισμών και τα όρια της σύνθεσης

α) Ο εθνικός, φυλετικός, πολεοτικός και πολιτειακός πατριωτισμός ως σταθερές της κρατοκεντρικής εποχής
β) Οι πατριωτισμοί της ελευθερίας στο μέσον της οικουμενικής κοσμόπολης και η διαλεκτική της συνάντησης της μητρόπολης με τις πόλεις
γ) Η δύναμη ως αντιλογία της ελευθερίας στον αξιακό χάρτη των επιμέρους πατριωτισμών

4.3. Κοινό συμφέρον, πολιτισμική συνοχή και πολεοτική κοινωνία

α) Το κοινό συμφέρον της πόλεως ως παρονομαστής της συνοχής της και η ηγεμονία ως διατάκτης της υπονόμευσής του στον κρατοκεντρισμό
β) Πολιτισμική πολυσημία και πολιτισμική συνοχή. Το γινόμενο στη σύνθεση της θεμέλιας κοινωνίας της πόλης στον κρατοκεντρισμό
γ) Η ηγεμονία ως συμφυές ιδίωμα του κρατοκεντρισμού και ως διατάκτης των ενδοπολεοτικών συσχετισμών με όχημα την επιλογή πολιτείας

4.4. Ο πολιτειακός πατριωτισμός στη διαλεκτική σχέση μεταξύ πολεοτικού και εθνικού πατριωτισμού

α) Πολιτεία και κοινό συμφέρον. Το διακύβευμα της συνάντησης της πολιτείας με τον πολεοτικό ή με τον ιδεολογικό πατριωτισμό
β) Ο εθνικός πατριωτισμός αντιμέτωπος με τη δυναμική της σχέσης μεταξύ ηγεμονίας και ελευθερίας που διακινούν οι πολεοτικοί και πολιτειακοί πατριωτισμοί
γ) Η διαφορά φύσεως μεταξύ της πελοποννησιακής και της αθηναϊκής ηγεμονίας. Η δημοκρατική πολιτεία ως τυραννία στον κρατοκεντρισμό
δ) Ο Περικλής για την αθηναϊκή ηγεμονία: «ό,τι αποτελεί τη λαμπρότητα του παρόντος παραμένει και ως αείμνηστος δόξα του μέλλοντος». Η τυραννίς της ισχύος ως σταθερά του κρατοκεντρισμού

ΜΕΡΟΣ Γ΄ Η αντιμαχία μεταξύ ολιγαρχίας και δημοκρατίας στον κρατοκεντρισμό

Κεφάλαιο 5: Η πολιτειακή αντιλογία μεταξύ ολιγαρχίας και δημοκρατίας στο ζήτημα της προσέγγισης της πολιτικής ως δύναμης

5.1. Η ολιγαρχία στην εποχή της ανθρωποκεντρικής ωριμότητας

α) Η ολιγαρχία ως «δημοκρατία μικρά» στην κρατοκεντρική της σημειολογία
β) Μεταξύ της ολιγαρχικής κοινωνικής τάξης και της ολιγαρχικής πολιτείας
γ) Η αντιμαχία μεταξύ ολιγαρχίας και δημοκρατίας ως λειτουργικές παράμετροι της διακρατικής σχέσης

5.2. Η δημοκρατία ως πολιτεία στον ανθρωποκεντρικό χρόνο του ελληνικού κοσμοσυστήματος

α) Η δημοκρατική πολιτεία στο κρατοκεντρικό γίγνεσθαι
β) Η δημοκρατία ως ζώσα πραγματικότητα στον Θουκυδίδη. Η δημοκρατία ως ηγεμονία
γ) Η πολιτική αντιμαχία στη δημοκρατία (και στην ολιγαρχία) και οι συναρθρώσεις της με την προσέγγιση της πολιτειακής εναλλαγής με όρους δύναμης
δ) Το ατομικό, το συλλογικό και η αντίστιξη της διαλεκτικής τους σχέσης με την πολιτεία

5.3. Πολιτική και οικονομική κοινωνία στον εξελικτικό ορίζοντα του κρατοκεντρικού γίγνεσθαι

α) Η πολιτισμική συλλογικότητα ως χορηγός πολιτικού προτάγματος ελευθερίας. Η έννοια της πατρίδας ως προαπαιτούμενο της δημοκρατίας
β) Η πολιτεία ως συμπύκνωση του κοινωνικοοικονομικού και πολιτικού συστήματος στον κρατοκεντρισμό
γ) Η κοινωνία της δημοκρατίας και η κοινωνική πολυσημία της πόλης
δ) Η πολιτειότητα στη δημοκρατία και το μέτρο της αξιολογίας της πολιτείας

5.4. Η χρηματιστική ως γενοποιός παράμετρος της ανθρωποκεντρικής κοινωνίας και ως τροφοδότης της αναίρεσής της στο διακρατικό πεδίο

5.5. Το ζήτημα της συνέχειας του κράτους στον κρατοκεντρισμό. Πότε οι δεσμεύσεις της πολιτικής δεσμεύουν την κοινωνία των πολιτών

Κεφάλαιο 6: Ηγεμονία και πολιτεία στον κρατοκεντρισμό

6.1. Η διαφορά φύσεως ανάμεσα στην ολιγαρχική και στη δημοκρατική ηγεμονία

α) Η διαχείριση της πολιτικής ως σχέσης δύναμης στην πολιτική διαδικασία της δημοκρατικής πολιτείας
β) Η ηγεμονία στην εσωτερική και στη διακρατική ατζέντα της ολιγαρχικής και της δημοκρατικής πολιτείας
γ) Η ελευθερία αντιμέτωπη με την ηγεμονία και το ζήτημα της πολιτειακής αλληλεγγύης στον κρατοκεντρισμό
δ) Το μέτρο της διαπολεοτικής ελευθερίας της πόλης. Μεταξύ του μέτρου και της ύβρεως στις διακρατικές σχέσεις

6.2. Η κανονιστική τάξη στον κρατοκεντρισμό και η ισορροπία στους ηγεμονικούς συσχετισμούς

α) Διακρατική τάξη και συμμαχίες: η αποστασία ως προδοσία
β) Η συμμαχία ως αναγκαστική επιλογή ή ως επιλογή του αρμόζοντα ηγεμόνα
γ) Διακρατική τάξη και συνδιαλλαγή. Η διαιτησία στη διαλεκτική του πολέμου και της ειρήνης
δ) Η παρουσία του θεού στην πολιτειακή και διαπολεοτική πολιτική λειτουργία

6.3. Ο δίκαιος και ο άδικος πόλεμος

α) Το επιχείρημα του δίκαιου και του άδικου πολέμου
β) Η νομιμοποίηση της προσφυγής στη βία από τον ηγεμόνα και η νόμιμη άμυνα της πόλης στο όνομα της ελευθερίας

Κεφάλαιο 7: Η δεσποτεία στον ανθρωποκεντρικό χρόνο

7.1. Η μεταβολή της δεσποτείας σε περιφέρεια του ελληνικού κοσμοσυστήματος

α) Η αλληλεπίδραση ανθρωποκεντρισμού και δεσποτείας στην κρατοκεντρική εποχή
β) Η χρηματιστική οικονομία ως κρίσιμη παράμετρος της διακρατικής πολιτικής δυναμικής των πόλεων αλλά και της σχέσης τους με τη δεσποτική περιφέρεια

7.2. Η δουλεία και οι μεταμορφώσεις της στον ελληνικό ανθρωποκεντρισμό

α) Η δουλεία ως παράμετρος της πόλης, ως συνάγωγος της γείτονος δεσποτείας και οι προεκτάσεις της στο διακρατικό πεδίο
β) Η ώνια εργασία/δουλεία ως παραγωγός αιτία της αντιμαχίας μεταξύ ολιγαρχίας και δημοκρατίας. Η υπέρβασή της στη μετακρατοκεντρική οικουμένη και οι μεθαρμόσεις της στην πόλη και στη δημοκρατία

ΜΕΡΟΣ Δ΄ Κρατοκεντρισμός και πολιτεία. Η ενδοπολεοτική διάσταση της διακρατικής πολιτικής

Κεφάλαιο 8: Η δυναμική της διακρατικής πολιτικής σχέσης στο εσωτερικό της πολιτείας

8.1. Η διαλεκτική μεταξύ εξωτερικής/διακρατικής και εσωτερικής/πολιτειακής πολιτικής

8.2. Εξωτερική πολιτική και πολιτεία. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ως ομολογία ότι ο κρατοκεντρισμός εξάντλησε τον βιολογικό του χρόνο

8.3. Η λογική της πολιτειακής εξέλιξης των πόλεων και οι συναρμόσεις της διακρατικής πολιτικής τάξης

Κεφάλαιο 9: Ανθρωποκεντρική ολοκλήρωση και ολοκληρωτικός πόλεμος. Το πεδίο της θουκυδίδειας Ιστορίας στη βιολογία του σύνολου ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος

9.1. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ως μαρτυρία του κρατοκεντρικού αδιεξόδου και ως αναγγελία της μετάβασης στη μετακρατοκεντρική/οικουμενική φάση του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος

9.2. Η διαλεκτική του πολέμου και της ειρήνης και το ζήτημα της ηγεμονίας στον κρατοκεντρισμό και στην οικουμένη

α) Η δυναμική του κρατοκεντρισμού και το διακύβευμα της δημοκρατίας στην ανθρωποκεντρική βιολογία
β) Η ηγεμονία, η φύση και τα όριά της στον κρατοκεντρισμό υπό το πρίσμα της δημοκρατίας

Κεφάλαιο 10: Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ως κοσμοσυστημικός πόλεμος

10.1. Οι θεμέλιες προσημειώσεις της αθηναϊκής ηγεμονίας

α) Η αθηναϊκή ηγεμονία: ένας άλλος κόσμος στον ελληνικό κρατοκεντρισμό. Το οικονομικό κόστος της δημοκρατίας ως διακύβευμα της αντιμαχίας της με την ολιγαρχία
β) Η μεταβολή των συσχετισμών και η απόσυρση των Λακεδαιμονίων από την ηγεμονία επί των Ελλήνων

10.2. Οι συσχετισμοί την παραμονή του πολέμου και οι αξιώσεις οικουμενικής ισχύος από τους Αθηναίους

α) Ανάμεσα στο συμφέρον του ηγεμόνα και στο συμφέρον της συμμαχίας στην κρατοκεντρική δυναμική
β) Το συμφέρον στη σχέση μεταξύ ηγεμονίας και ελευθερίας στη θουκυδίδεια προβληματική
γ) Η γεωπολιτική και η πολυσημία των συμφερόντων στον Θουκυδίδη
δ) Η ανάγκη ως ετεροθαλής παράμετρος του συμφέροντος στη διαλεκτική μεταξύ κοινωνίας και οικονομίας

10.3. Ο γεωπολιτικός διπολισμός στον ελληνικό κρατοκεντρικό κόσμο

α) Η συνάφεια της ανάπτυξης των ανθρωποκεντρικών παραμέτρων και της συνακόλουθης διάρρηξης των συσχετισμών με τις αξιακές μεθαρμόσεις που απαγκιστρώνουν τις κοινωνίες από το παρελθόν τους
β) Το εγχείρημα της Αθήνας να διεμβολίσει τη σπονδυλική στήλη του κορινθιακού ζωτικού οικονομικού χώρου

10.4. Η διάρρηξη της διαπολεοτικής ισορροπίας και η τελική επιλογή της πολεμικής αντιπαράθεσης

α) Από την εξωστρέφεια στη θέληση των Αθηναίων για ηγεμονία. Η εκφυλιστική παράμετρος του αδιεξόδου
β) Η προβολή του πολιτειακού συμφέροντος στο πολεοτικό και, έτι περαιτέρω, στο εθνικό. Η νομιμότητα της ισχύος στις διαπολεοτικές σχέσεις
γ) Η ειρήνη ως άσκηση πολέμου: «Εάν δεν δύνασαι να αποφύγεις τον πόλεμο, πρέπει να επιλέξεις. Ή την υποτέλεια ή την ελευθερία. Και εάν επιλέξεις την ελευθερία σου, οφείλεις να πολεμήσεις είτε με όρους υπεροπλίας, είτε απλώς για να τιμήσεις την ελευθερία που θα χάσεις»
δ) «Ὁ μὲν οὖν τὸν νόμον κελεύων ἄρχειν δοκεῖ κελεύειν ἄρχειν τὸν θεὸν καὶ τὸν νοῦν μόνους, ὁ δ’ ἄνθρωπον κελεύων προστίθησι καὶ θηρίον: ἥ τε γὰρ ἐπιθυμία τοιοῦτον, καὶ ὁ θυμὸς ἄρχοντας διαστρέφει καὶ τοὺς ἀρίστους ἄνδρας. διόπερ ἄνευ ὀρέξεως νοῦς ὁ νόμος ἐστίν»
ε) Ο πόλεμος ως δύναμη καταστροφής και ως εμβρυουλκός της εξέλιξης
στ) Από τη στρατηγική της ηγεμονίας στην ταπεινωτική ήττα. Η αιτιολογία της ήττας του αθηναϊκού εγχειρήματος. Ο λοιμός, η απώλεια του Περικλή και ο Αλκιβιάδης ως αιτίες της αθηναϊκής συντριβής

Εν είδει επιλόγου.

Ο Θουκυδίδης ως στοχαστής της κρατοκεντρικής φάσης του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος και χορηγός της ζώσας λειτουργίας της δημοκρατικής και της ολιγαρχικής πολιτείας




Σάββατο 22 Μαΐου 2021

Κυκλοφόρησαν οι τόμοι Ε' και ΣΤ' του μνημειώδους έργου «Το Ελληνικό κοσμοσύστημα» του Γ. Κοντογιώργη

Γεώργιος Δ. Κοντογιώργης, Το ελληνικό κοσμοσύστημα, τόμος Ε': Η Βυζαντινή οικουμενική κοσμόπολη, ο ευρωπαϊκός Μεσαίωνας και ο νεότερος κόσμος - Από τον ελληνικό στον ευρωπαϊκό δρόμο προς τη «νεοτερικότητα», εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2021, ISBN: 978-960-08-0883-4.




Στον παρόντα Ε´ τόμο, πυρήνα αποτελεί η διαπίστωση ότι στη βυζαντινή οικουμένη ολοκληρώνεται η ανθρωποκεντρική μεθάρμοση του ελληνικού κοσμοσυστήματος και αναδύονται οι θεμέλιες προϋποθέσεις για τη μεταβολή κλίμακας, εντέλει για τη μετάβαση από τη μικρή στη μεγάλη κλίμακα που ορίζει το κράτος έθνος.
Υπό το πρίσμα αυτό, κληθήκαμε να αναζητήσουμε το περιεχόμενο, το πλαίσιο, τα όρια των εξελίξεων αυτών καθώς και τους όρους, δηλαδή τα αίτια, που επέτρεψαν στις δυνάμεις του παλαιού καθεστώτος να ορθώσουν αναχώματα στο εσωτερικό της βυζαντινής κοσμόπολης, έτσι ώστε να οδηγήσουν εντέλει στην ανάσχεση του ελληνικού δρόμου προς τη μεγάλη κλίμακα και στην επιδιαιτησία των δυνάμεων της ευρωπαϊκής περιφέρειας.
Η αναζήτηση μιας απάντησης στο συγκεκριμένο ερώτημα μας φέρνει αντιμέτωπους αφενός με τις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονται στη δεσποτική περιφέρεια της ανθρωποκεντρικής οικουμένης ως αποτέλεσμα της μετακένωσης των παραμέτρων της μεγάλης κλίμακας σε αυτήν και αφετέρου με τη διαφορά φύσεως που υποκρύπτει η πρόσληψή της από την Εσπερία σε σύγκριση με την αντίστοιχη από τους Σλάβους και τους Άραβες.
Εκτιμάμε ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι από μόνη της ικανή να εξηγήσει γιατί η μετακένωση των παραμέτρων της μεγάλης ανθρωποκεντρικής κλίμακας στην Εσπερία επέτρεψε στην ιδιωτική δεσποτεία να επανέλθει στην Ιστορία με δίαυλο την κρατική/απολυταρχική δεσποτεία. Μας φέρνει παράλληλα αντιμέτωπους με το διακύβευμα της μεθάρμοσης ηγεσίας καθοδόν προς τη μεγάλη κλίμακα, συνακόλουθα και στην αναζήτηση των αιτιών που σε βάθος χρόνου οδήγησαν στην ήττα του ελληνικού δρόμου.
Η διαλεκτική σχέση μεταξύ της ανθρωποκεντρικής/βυζαντινής μήτρας και της ευρωπαϊκής περιφέρειας επαναφέρει για μια ακόμη φορά το ζήτημα της λειτουργίας της δεσποτικής περιφέρειας ως εμβρυουλκού στις μεγάλες μεταβατικές φάσεις του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος. Όντως, στην περίπτωση της Εσπερίας θα επαναληφθεί το προηγούμενο της Μακεδονίας και της Ρώμης, οι οποίες προσήλθαν να διαιτητεύσουν στις υποθέσεις της ανθρωποκεντρικής μήτρας, δίδοντας λύση στο εσωτερικό πρόβλημα που υπαγορεύει η ομόλογη κοσμοσυστημική βιολογία.
Εντούτοις, σε αντίθεση με τις προγενέστερες παρεμβάσεις της περιφέρειας, οι επιπτώσεις που είχε η ανάληψη της πρωτοβουλίας των κινήσεων από την εσπεριανή περιφέρεια θα αποδειχθούν κοσμοϊστορικές, καθόσον έμελλε να απολήξουν στην ανατροπή της ίδιας της ανθρωποκεντρικής βιολογίας. Η εν λόγω πρωτοβουλία θα οδηγήσει εντέλει στη μεγάλη κλίμακα, πλην όμως με την εξ ανάγκης ακύρωση του κεκτημένου της ανθρωποκεντρικής οικουμένης που διήγε ο ελληνικός κόσμος –και υποσχόταν ο ομόλογος δρόμος– και τη συνεπακόλουθη ανθρωποκεντρική επανεκκίνηση της νεοτερικότητας από τη μηδενική αφετηρία που βίωνε η ευρωπαϊκή περιφέρεια.
Οπωσδήποτε, παραμένει γεγονός ότι η «Ευρώπη» γεννήθηκε στο Βυζάντιο, προϋπέθετε δε την απόσειση του Μεσαίωνα.


***
Γεώργιος Δ. Κοντογιώργης, Το ελληνικό κοσμοσύστημα, τόμος ΣΤ':  Η Βυζαντινή οικουμενική κοσμόπολη, ο ευρωπαϊκός Μεσαίωνας και η «νεοτερικότητα» - Η νεοτερική «επιστήμη» στη δοκιμασία της Κοσμοσυστημικής Γνωσιολογίας, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2021, ISBN: 978-960-08-0884-1.


Στις σελίδες που προηγήθηκαν καταδείξαμε πώς η κοσμοσυστημική γνωσιολογία, και κυριολεκτικά το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα που ξεδιπλώσαμε με θεμέλια αφετηρία τον ελληνικό κόσμο, προσφέρεται να λειτουργήσει ως επιστημονικός αποκωδικοποιητής του κοινωνικού φαινομένου, ως ταξιθέτης της έλλογης βιολογίας του και, σε τελική ανάλυση, ως διαγνώστης των λύσεων που προσιδιάζουν στα πράγματα.
Η γνωσιολογική αυτή επιλογή μάς φέρνει αντιμέτωπους με την «επιστήμη» της νεοτερικότητας, την οποία υποβάλαμε στη δοκιμασία της κοσμοσυστημικής γνωσιολογίας δίκην σταθεράς σε όλη την έκταση του ανά χείρας έργου με σημείο αναφοράς την αποδεικτική ικανότητα των πηγών.
Εντούτοις, η περίπτωση του Βυζαντίου εγείρει πλήθος άλλων ζητημάτων που επέβαλαν έναν πιο διεξοδικό διάλογο της κοσμοσυστημικής γνωσιολογίας με τη νεοτερική «επιστήμη», από τον οποίο ακριβώς αναδεικνύεται εναργέστερα το γνωσιολογικό αβαθές της φερόμενης ως κοινωνικής επιστήμης που διακινεί η νεοτερικότητα και το ιδεολογικό φορτίο που, σε τελική ανάλυση, την αποτρέπει να συναντηθεί με τις πραγματικότητες της ίδιας της εποχής της.
Από τον εν λόγω διάλογο αναμένεται να προκύψει η συνειδητοποίηση της ανάγκης για ένα νέο γνωστικό εγχείρημα που θα δίνει απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα της επιστήμης και θα επικεντρώνεται στη θέση που κατέχει η εποχή μας στην ταξινομία της ανθρωποκεντρικής βιολογίας, κατ’ επέκταση, και στην προβληματική της μετάβασης προς την εποχή που θα ακολουθήσει.
Η ανάγκη μιας νέας επιστήμης αποβαίνει επιτακτική λόγω της διαπιστούμενης ήδη και με ραγδαίους ρυθμούς υπέρβασης του κόσμου που οικοδόμησε η φάση της μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό. Υπέρβαση η οποία μάλιστα γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στο πεδίο των αξιών και των θεσμών που στις ημέρες μας παραμένουν ερμητικά εγκλεισμένοι στο σπήλαιο του 18ου αιώνα, το οποίο οικοδόμησαν οι πνευματικοί θύλακες του Διαφωτισμού.
Ώστε η συγκρότηση ενός γνωσιολογικού επιχειρήματος που θα απαντά στις απαιτήσεις της επιστήμης αποβαίνει στις ημέρες μας περισσότερο από αναγκαία προκειμένου ο χειμαζόμενος κόσμος της νεοτερικότητας να αποσείσει τις βεβαιότητές του με τον ίδιο τρόπο που έπραξε στη φάση της μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό με όχημα τον Διαφωτισμό.
Διακύβευμα της νέας επιστήμης είναι η άρση των δύο μεγάλων ρήξεων που πραγματοποίησε η νεοτερικότητα με την κλασική και την βυζαντινή «αρχαιότητα» προκειμένου να νομιμοποιήσει κρίσιμες επιλογές καθοδόν προς τη μετάβαση από τη δεσποτεία στον πρώιμο ανθρωποκεντρισμό.
Ο τελικός στόχος της κοσμοσυστημικής γνωσιολογίας είναι να εγκατασταθεί ο νεότερος κόσμος σε ένα νέο διανοητικό περιβάλλον, ομοθετικό με την εποχή του και με τη δυναμική της εξέλιξης προς το μέλλον.





Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

Κυκλοφόρησε ο Δ’ τόμος του μνημειώδους έργου «Το Ελληνικό κοσμοσύστημα» του Γ. Κοντογιώργη

 




Στον Γ’ τόμο διαπιστώσαμε ήδη ότι στον κόσμο του Βυζαντίου καταγράφονται κοσμοϊστορικές μεταβολές, που αφενός επαναφέρουν την οικουμενική κοσμόπολη στην ομοθετική (ταυτοτική κ.λπ.) γραμμή του ελληνικού κοσμοσυστήματος, αφετέρου κατατείνουν στο να ολοκληρώσουν το ανθρωποκεντρικό υπόβαθρο της οικουμένης σε αντίστιξη με τη φεουδαλική μεθάρμοση της Εσπερίας.
Στον ανά χείρας τόμο επιχειρείται η διαλεύκανση της φύσης του Βυζαντίου ως κοσμοπολιτειακού κράτους που βιώνει τη φάση της ανθρωποκεντρικής οικουμένης στην ολοκληρωμένη της μορφή. Οι μεταβολές που συμβαίνουν στο βάθος των ένδεκα αιώνων του βίου της ελληνικής οικουμένης στο κλίμα της βυζαντινής κοσμόπολης αποκαλύπτουν το πανόραμα ενός κόσμου που ανάλογό του έχει μόνο την περίοδο της πόλης κράτους.
Στο πλαίσιο αυτό, επαναφέρουμε στη ζωή του βυζαντινού κόσμου τις πόλεις, τις πολιτείες τους, την καθολική γενίκευση της πολιτειότητας, μια κοινωνία απαλλαγμένη από τη δουλεία/ώνια εργασία, ένα οικονομικό σύστημα δομημένο με βάση τη δημοκρατική αρχή, τις μεθαρμόσεις στη φύση της κοσμόπολης ως ιδιαίτερου τύπου κράτους, την πολεοκεντρική οργάνωση της νέας θρησκείας ως Eκκλησίας του Δήμου των πιστών, τον νομικό πολιτισμό, την έννοια του πολιτικού δήμου ως της καθολικής αρχής που συγκροτεί τις πολιτείες της κοσμόπολης στην οποία υπόκεινται οι αρχές της πόλης και της μητρόπολης πολιτείας, εναίς και η βασιλεία.
Στο έδαφος του Βυζαντίου θα ζυμωθεί τελικά η δυναμική της μετάβασης από τη μικρή στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, δηλαδή ο δρόμος προς την επόμενη φάση του σύνολου ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, που είθισται να αποκαλείται νεοτερικότητα.
Από τη συνολική αποδελτίωση των πηγών προκύπτει αβίαστα ότι το Βυζάντιο δεν είναι ούτε σκοτεινό, ούτε θεοκρατικό, ούτε απολυταρχικό ούτε και αυτοκρατορία. Αποδεικνύεται ότι συγκροτεί αναντιλέκτως το κράτος του οικουμενικού δημοκρατικού ολοκληρώματος, της κοσμόπολης.
Η αποκατάσταση της βυζαντινής κοσμόπολης στο βάθρο της ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης και η υπό το πρίσμα αυτό υποβολή της σε συγκριτική δοκιμασία με τη δεσποτική της περιφέρεια (την εσπεριανή και τη σλαβική) επιτρέπουν την αποκαθήλωση της ίδιας της νεοτερικότητας από τη θέση της ανθρωποκεντρικής πρωτοπορίας στην οποία επιχειρούν να την τοποθετήσουν οι πνευματικοί της θεράποντες, αποκαλύπτοντας έτσι το βιολογικό της ανήκειν στην πρώιμη ανθρωποκεντρική περίοδο.
Η λειτουργία της Δύσης ως εμβρυουλκού για τη μετάβαση στη μεγάλη κλίμακα δεν αναιρεί το γεγονός ότι η νεοτερικότητα γεννήθηκε στο Βυζάντιο και ότι η ανάληψη της ηγεσίας της μετάβασης από τη δεσποτική του περιφέρεια είχε κρίσιμες επιπτώσεις, με προέχουσα την οπισθοδρόμηση του ανθρωποκεντρικού πολιτισμού, από τη φάση της οικουμένης στην πρώιμη εποχή του, δηλαδή κατά μια πλήρη, εξ επόψεως εξελικτικής βιολογίας, ιστορική διαδρομή.





Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Κυκλοφόρησε ο Γ' τόμος του μνημειώδους έργου "Το Ελληνικό κοσμοσύστημα" του Γ. Κοντογιώργη

΄




Από τον Α΄ τόμο του παρόντος έργου, στον οποίο διεξήλθαμε την κρατοκεντρική περίοδο του ελληνικού/ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, έως τον Β΄ τόμο, στον οποίο διερευνήσαμε τη φύση της μετα-κρατοκεντρικής οικουμένης, σκιαγραφήσαμε το εξελικτικό γίγνεσθαι του κοινωνικού φαινομένου που προκρίνει η κοσμοσυστημική γνωσιολογία.
Στον παρόντα Γ΄ τόμο και στους δύο που ακολουθούν εξετάζουμε την οικουμενική φάση υπό το πρίσμα της εσωτερικής ή, ορθότερα, της ανθρωποκεντρικής της ολοκλήρωσης, από την οποία θα προκύψει η εκκόλαψη των θεμέλιων προϋποθέσεων για την υπέρβαση της μικρής κοσμοσυστημικής κλίμακας (της πόλης) και τη μετάβαση στην εποχή της μεγάλης κλίμακας/της εποχής μας.
Στις σελίδες του παρόντος τόμου ανιχνεύουμε το αδιέξοδο της ρωμαϊκής ολιγαρχίας, το οποίο θα αρθεί με τη δίκην καταπιστεύματος παράδοση του «ρωμαϊκού ιμπέριουμ» στους Έλληνες. Η βυζαντινή θητεία της ελληνικής οικουμένης εγκαινιάζεται με την εγκατάσταση της μητρόπολης πολιτείας στο Βυζάντιο και επιβεβαιώνεται σταδιακά με την ελληνική της μεθάρμοση.
Η εναρμόνιση της μητρόπολης πολιτείας με το ελληνικό γινόμενο της οικουμένης μαρτυρά γιατί ποτέ άλλοτε η κοινωνία και το κράτος της δεν ήταν τόσο ομοιογενώς ελληνικές στην παιδεία, στις σταθερές εθιμικές αναγωγές της καθημερινότητάς τους και στη σημειολογία της πολιτισμικής τους ταυτότητας. Η εν λόγω εναρμόνιση της οικουμενικής κοσμόπολης με το ελληνικό της ιδιώνυμο σηματοδοτεί, αφενός, την άρση πλείστων όσων δεσποτικών επιβαρύνσεων που επέβαλε η Ρώμη και, αφετέρου, την επαναφορά της στην τροχιά μιας νέας εποχής για την εξελικτική βιολογία του ανθρωποκεντρικού κεκτημένου με απόληξη τη μετάβαση από τη μικρή κλίμακα της πόλης στη μεγάλη κλίμακα του έθνους κράτους.
Στο κλίμα αυτό, μολονότι το Βυζάντιο αποτέλεσε τον καταλύτη για την ανθρωποκεντρική ολοκλήρωση της οικουμένης και τη θερμοκοιτίδα για την εκκόλαψη της δυναμικής προς τη μεγάλη κλίμακα, η δεσποτική Εσπερία λειτούργησε εντέλει ως εμβρυουλκός που εξεβίασε τη μετάβαση στη «νεοτερικότητα». Εντούτοις, η αλλαγή σκυτάλης στην ηγεσία της μετάβασης αυτής έμελλε να προκαλέσει συντριπτικές απώλειες στο πεδίο του ανθρωποκεντρικού/ελληνικού πολιτισμού.
Το εγχείρημα της κοσμοσυστημικής γνωσιολογίας συνιστά μία εκ βάθρων νέα ανάγνωση της κοσμοϊστορίας. Παρέχει τη δυνατότητα να διαλευκάνουμε ό,τι συνέχεται με τον χαρακτήρα του κόσμου της εποχής μας, να τον αποφορτίσουμε από τις ιδεολογικές αλχημείες και αναγομώσεις με τις οποίες τον επιβάρυνε η «νεοτερικότητα», να τον ταξινομήσουμε στον ιστορικό/ανθρωποκεντρικό χρόνο και να διαγράψουμε την προοπτική του μέλλοντός του υπό το πρίσμα μιας νέας κοινωνικής επιστήμης.






Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

Γ. Κοντογιώργης, Μια πολιτική απάτη που διαρκεί δύο αιώνες



Γ. Κοντογιώργης, Αυτογνωσία: Το ζήτημα της συλλογικής αυτογνωσίας και η νεοτερικότητα

Διάλεξη του Οµότιµου Καθηγητή Πολιτικής Επιστήµης και πρώην Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστηµίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα «Αυτογνωσία: Το ζήτημα της συλλογικής αυτογνωσίας και η νεοτερικότητα», η οποία έγινε στις 6.3.2019 στο Ανοιχτό Λαϊκό Πανεπιστήμιο, στο τμήμα Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια του κύκλου μαθημάτων Ιανουάριος/Μάρτιος 2019 με θέμα: «8 μαθήματα αυτογνωσίας».


Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Γ. Κοντογιώργης, Πολιτική παιδεία και εκπαιδευτικό σύστημα


&


Διάλεξη του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα «Πολιτική παιδεία και εκπαιδευτικό σύστημα», που έγινε στις 27 Ιανουαρίου 2016 στο Συνεδριακό Κέντρο του ΤΕΙ Αθηνών.



Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Γ.Κοντογιώργης, Το κράτος του Καποδίστρια


[Ανακοίνωση του Καθηγητού Γ. Κοντογιώργη στη Συνδιάσκεψη με θέμα: "Ι.Καποδίστριας και σύγχρονες ρωσοελληνικές σχέσεις". Με την ευκαιρία της επίσκεψης στην Ελλάδα της ρωσικής αντιπροσωπείας, με τον ΥΠΕΞ Σ. Λαβρόφ, 30/10/2013, στο Ξεν. Κάραβελ]

1. Από τις πρώτες ενέργειες του Καποδίστρια μόλις ήρθε στην Ελλάδα, στις 8.1.1828, ήταν να ζητήσει από τη Βουλή -που προήλθε από την Γ' Εθνοσυνέλευση της Τροιζίνας (19.3 - 5.5. 1827) και η οποία τον εξέλεξε με επταετή θητεία-, την αναστολή του Πολιτικού Συντάγματος, επειδή "αι δειναί της πατρίδος περιστάσεις και η διάρκεια του πολέμου δεν εσυγχώρησαν ούτε συγχωρούσι την ενέργειαν" αυτού, ως περιέχοντος, όπως θα πει σε άλλη περίσταση, "απάσας τας δημοκρατικάς αρχάς των επαναστατών του 1793".
Στην πραγματικότητα το Σύνταγμα της Τροιζίνας ελάχιστη σχέση είχε με το Σύνταγμα των Γάλλων επαναστατών, υπό την έννοια ότι εδραζόταν στην πολιτική κυριαρχία των πόλεων/κοινών (προνοούσε μόνον για μια σκιώδη κεντρική κυβέρνηση, η οποία επιπλέον τελούσε υπό την πλήρη εξουσία της βουλής), και όχι στο πολιτικά κυρίαρχο κεντρικό κράτος του Συντάγματος του 1793. Σημασία έχει, εντούτοις, να συγκρατήσουμε εξαρχής ότι ο Καποδίστριας δεν δηλώνει αντίθετος επί της αρχής στα συντάγματα αυτά, αλλά στην εφαρμογή τους, σε μια στιγμή που η επανάσταση διαρκεί ακόμη, που ούτε κράτος υπάρχει ούτε και η ελληνική υπόθεση της ανεξαρτησίας έχει κριθεί και οι Δυνάμεις της εποχής εχθρεύονται απολύτως τις ιδέες τους. Σημειώνουμε, επίσης, ότι η αντίρρηση του Καποδίστρια συνοδεύεται από την επισήμανση πως η ενέργειά του αυτή είναι προσωρινή, "έως της συγκροτήσεως της (νέας) Εθνικής Συνελεύσεως" που ορίσθηκε να συνέλθει 2,5 μήνες αργότερα, τον Απρίλιο 1828.
Το προσωρινό πολιτειακό σχήμα που ενέκρινε η Βουλή, με εισήγηση του Καποδίστρια, προέβλεπε την κατάργησή της και την σύσταση ενός κεντρικού εξουσιαστικού συμβουλίου από 27 μέλη, του Πανελληνίου, που θα συμπαρίσταται στον Κυβερνήτη, με γνωμοδοτική βασικά και νομοπαρασκευαστική αρμοδιότητα. Οι πράξεις του Κυβερνήτη για να είναι έγκυρες, έπρεπε να είναι "θεμελιωμένες επάνω εις τας εγγράφους αναφοράς του Πανελληνίου ή των τμημάτων του".
Παράλληλα ο Καποδίστριας οργάνωσε διοικητικά την χώρα σε (επάλληλα) τμήματα, που εδραζόταν στο σύστημα των κοινών: Κάθε τμήμα διαιρείται "εις τας εξ ων σύγκειται επαρχίας και αύται πάλιν εις πόλεις, κώμας και χωρία".
Τούτο δηλώνει ότι επιλέγεται η αρχή της τοπικής και περιφερειακής πολιτειακής αυτονομίας, που ανάγεται στο ελληνικό παρελθόν της κοσμόπολης, όχι της διοικητικής αποκέντρωσης ή αυτοδιοίκησης, που αναπέμπει στο εξερχόμενο από τη φεουδαρχία πολιτικά κυρίαρχο κεντρικό κράτος. Καθεμία από τις βαθμίδες αυτές της πολεοτικής αυτονομίας διαθέτει ίδιον σύστημα διακυβέρνησης: οι δημογέροντες, στα πρωτοβάθμια κοινά, εκλέγονται με καθολική ψήφο, από τους πολίτες άνω των 25 ετών, ενώ στο επίπεδο της επαρχίας, η διοίκηση ασκείται από συλλογικό σώμα αντιπροσώπων των κοινών. Τα κοινά, "εξακολουθούν την ενέργειαν των χρεών των, ως και πρότερον" -διαθέτουν τις ίδιες αρμοδιότητες όπως πριν, τις οποίες ασκούν σύμφωνα με τους "άχρι τούδε κανόνας".
Στις αρμοδιότητες αυτές, επομένως, περιλαμβάνονται αφενός οι εσωτερικές υποθέσεις του κοινού και αφετέρου, η άσκηση των αρμοδιοτήτων που συνάδουν με την κεντρική εξουσία. Ανάμεσα σ'αυτές, η πλέον συμβολική, για την αναγωγή τους στο σύστημα των κοινών, αλλά και ουσιώδης, η οποία κρίνει την φύση του (προσωρινού) πολιτειακού συστήματος που επέλεξε ο Κυβερνήτης, είναι η άσκηση της δημοσιονομικής και, γενικότερα, της δημοσιο-οικονομικής αρμοδιότητας, η οποία δηλώνεται ρητώς ότι ανήκει στα κοινά. Τα κοινά, θα πει, είναι οι φορείς "δι'ών γίνεται η ενέργεια της δημοσίου οικονομίας", υπό την εποπτεία της επαρχιακής δημογεροντίας.
Η κεντρική κυβέρνηση παρίσταται στην επαρχιακή "δημογεροντία" δια του "εκτάκτου επιτρόπου", ο οποίος, στο μεταβατικό στάδιο, είναι επιφορτισμένος με την υποβοήθηση του έργου της ανασυγκρότησης του συστήματος των κοινών και, περαιτέρω, με την άσκηση αρμοδιοτήτων "έννομης επιστασίας" κατά τη λειτουργία τους και την εφαρμογή της νομιμότητας. Στις ειδικότερες πρόνοιες, που θα εισαγάγει ο Καποδίστριας, είναι προφανής η μέριμνά του να επαναφέρει την πολιτειακή ισορροπία στο εσωτερικό των κοινών, που ανέτρεψαν οι συνθήκες της επανάστασης, υπέρ της προεστικής τάξης. Μέριμνα, που κατέτεινε ουσιαστικά, στην επαναφορά του λαού στα πράγματα των κοινών και στην εγγραφή των τελευταίων στο γενικότερο πολιτειακό γίγνεσθαι του κράτους. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε ως επί το πλείστον κατά την προ-επαναστατική περίοδο, η αυτονόμηση της προεστικής τάξης και η ιδιοποίηση της εξουσίας των κοινών από αυτήν, στη διάρκεια επανάστασης, εκδηλώθηκε εφεξής με την άρνησή της να εναρμονισθεί με το διατακτικό της εθνικής πολιτείας. Ακραίες εκδηλώσεις του φαινομένου αυτού αποτελούν οι περιπτώσεις των Υδραίων και των Μανιατών. Η προεστική τάξη θα αντιταχθεί στην απόφαση του Κυβερνήτη να αναλάβει το κέντρο μέρος των δημοσίων προσόδων ή να ελέγξει τον τρόπο της διαχείρισής τους από αυτήν. Ορισμένοι μάλιστα θα φθάσουν μέχρι του σημείου να αξιώσουν αποζημίωση για τις απώλειες που υπέστησαν λόγω της συμμετοχής τους στην επανάσταση.
Έχει ενδιαφέρον, μάλιστα, ότι η μερίδα της προεστικής αυτής τάξης, που εκπροσωπείτο στο Πανελλήνιο, προκειμένου να εμποδίσει την επανείσοδο του λαού στην πολιτεία των κοινών, θα επικαλεσθεί το επιχείρημα του "εξευρωπαϊσμού" της χώρας, αξιώνοντας από τον Καποδίστρια να καταργήσει την καθολική ψήφο (στην Αγγλία τότε κατείχε το δικαίωμα ψήφου μόλις το 7% των ανδρών). Στην αξίωση αυτή ο Κυβερνήτης θα διακρίνει "μιαν ανίκητον δυσκολίαν", η οποία συνίσταται "εις το ότι δεν έχω την δύναμιν να κάμω ένα νόμον, ο οποίος θέτει όρους εις το δικαίωμα της ψήφου. Δικαίωμα, το οποίον ο ελληνικός λαός δοξάζει, ότι μετεχειρίσθη έως σήμερον χωρίς περιορισμόν".  Όπως θα επισημάνει ο τότε αντι-πρέσβης της Ρωσίας στην Ελλάδα, "οι κοτζαμπάσηδες αυτοί "χρησιμοποιούντες τα φιλελευθέρας αρχάς ως μέσον διαιωνίσεως της επιρροής των", εστράφησαν με μίσος κατά του Κυβερνήτη, "καθόσον απαγορεύει τας αρπαγάς, τιμωρεί τους ενόχους και προστατεύει τους καταπιεζομένους…".
Η αποτυχία του Καποδίστρια να αντιμετωπίσει τη στασιαστική, συχνά, αντιπολίτευση της προεστικής τάξης, θα τον οδηγήσει στην επιλογή της καθαρής διοικητικής αποκέντρωσης. Μέσω της Δ' Εθνικής Συνέλευσης και στη συνέχεια με Ψήφισμα του 1830, θα αποφασισθεί όπως "μέχρι την έκδοση του (νέου) εκλογικού νόμου, το συμβούλιο των δημογερόντων  "θέλει διορίζεσθαι από την κυβέρνησιν εκλεγόμενο από τον κατάλογο πολιτών, τον οποίον θέλει προβάλει εις αυτήν αι τοπικαί αρχαί, και των οποίων τον αριθμόν θέλει διπλασιάσει η Γερουσία". Συγχρόνως, επιχειρεί να οργανώσει και να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά από το κέντρο, πράγμα που έθιγε καταφανώς τα αυθαίρετα ή μη προνόμια της προεστικής τάξης. Εφεξής οι τοπικοί πόροι αποφασίζεται να εισάγονται "εις το εθνικόν ταμείον… και η κυβέρνησις (να) τους δαπανά όταν και όπως εγκρίνει εις τας ανάγκας εκάστης των επαρχιών, χρείας δε τυχούσης, (να) έχει το δικαίωμα να τους εξοδεύει και εις τας κοινάς του έθνους ανάγκας".
Αξίζει να προσεχθεί η διαδρομή της προεστικής τάξης: από τα συντάγματα που αναπαρήγαν αυθεντικά το σύστημα των κοινών, την πολιτεία των οποίων είχαν οικειοποιηθεί, στη διάρκεια της επανάστασης, θα οδηγηθεί στην άκαμπτη υπεράσπιση μιας εκδοχής τους, αυτής που προέκυψε από την ανατροπή των εσωτερικών τους ισορροπιών στη διάρκεια της επανάστασης. Συγχρόνως, θα θεωρήσει απολύτως συμβατό με τα συμφέροντά της το "συνταγματικό" επιχείρημα της ευρωπαϊκής μετα-φεουδαλικής ορθοταξίας, πριν προσχωρήσει εξολοκλήρου, στο τέλος, στη βαυαρική απολυταρχία. Η τελευταία, ως κρατική δεσποτεία, προέκρινε τον ολοσχερή εγκιβωτισμό της κοινωνίας των πολιτών στην ιδιωτική σφαίρα και την αποκλειστική ιδιοποίηση της πολιτικής από τη νέα, καταφανώς χειρότερη, εκδοχή του "κοτζαμπασιδισμού", τη βουλευτοκρατία.      
    2. Από τα ανωτέρω ολίγα προκύπτει νομίζω αβίαστα ότι ο Καποδίστριας είχε κατά νουν ένα κράτος, το οποίο εγγραφόταν στο ιστορικό κεκτημένο της ελληνικής οικουμενικής κοσμόπολης, που συγκέντρωνε άλλωστε την ομοθυμία των προεπαναστατικών Ελλήνων. Ένα κράτος που δεν ενσάρκωνε μονοσήμαντα το πολιτειακό σύστημα, αλλά το επιμέριζε ανάμεσα στην κεντρική κυβέρνηση και στα κοινά, αφενός και αφετέρου ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών, συγκροτημένη σε δήμο, στο πλαίσιο των κοινών, και στην αναφορική στο κοινό συμφέρον κεντρική πολιτική εξουσία. Στο πρόσωπο του Καποδίστρια παίχθηκε η τελευταία πράξη του διακυβεύματος της οικουμενικής κοσμόπολης, δηλαδή της προοπτικής ενός κράτους που θα ήταν ικανό να ενσαρκώσει το ανθρωποκεντρικό κεκτημένο του ελληνισμού και να το αντιτείνει στην ανερχόμενη ευρωπαϊκή απολυταρχία και, αργότερα, στο πρωτο-ανθρωποκεντρικό κράτος έθνος.
Τις ιδέες αυτές ο Καποδίστριας, που είδαμε να επιχειρεί να εφαρμόσει κατά μικρόν ως υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας και στο επίπεδο της ευρωπαϊκής Ηπείρου, γνώριζε καλώς ότι όφειλε να τις συγκεράσει με το κυρίαρχο ρεύμα της κρατικής δεσποτείας ή απολυταρχίας της εποχής. Γι' αυτό και στα έγγραφά του προς τη Βουλή, το Πανελλήνιο και τους λοιπούς παράγοντες του τόπου, δεν έπαυε να επισημαίνει τους κινδύνους που εγκυμονούσε για την Ελλάδα η πρόωρη προώθηση μιας οριστικής πολιτειακής ρύθμισης πριν αποφασισθεί η ανεξαρτησία της από τις Δυνάμεις της ευρωπαϊκής δεσποτείας: "…χρεωστείτε να θεωρήσετε σπουδαίως την εσωτερικήν διοίκησιν…. ότι αυτή δεν… είναι δυνατόν να κανονισθεί δια συνταγματικών και μονίμων νόμων, ειμή όταν η τύχη της Ελλάδος αποφασισθεί οριστικώς…". Ο Ν.Σπηλιάδης στα Απομνημονεύματά του γίνεται σαφέστερος όταν λέει ότι "ο Καποδίστριας γνωρίζων τους βασιλείς [της απολυταρχικής Ευρώπης], εξεύρει ότι δεν εμπορεί η Ελλάς να κυβερνάται δημοκρατικώς, ότε [όταν] από αυτούς περιμένει την σωτηρίαν της. Εξεύρει ότι αυτοί δεν θέλουν να υπάρξει εις κανέν μέρος του κόσμου δημοκρατία, και μ'όλον ότι δημοκρατικότατος και τον νουν και την καρδίαν, νομίζει χρέος του ιερόν να δείξει εις τους βασιλείς, …. ότι οι Έλληνες δεν θέλουν κυβερνάσθαι δημοκρατικώς….".
Μια άλλη διάσταση του ελληνικού ζητήματος, που συνέχεται άρρηκτα με το εσωτερικό σύστημα της χώρας, και μαζί με τη μοίρα του Καποδίστρια, συνδέεται με το μέγεθος και, συγκεκριμένα, με τη δυνατότητά του να ανταποκριθεί και να διαχειρισθεί τη φιλοδοξία του ελληνισμού της εποχής. Ήδη, από πολύ νωρίς, αλλά και μέχρι τέλους η υπόθεση του ελληνισμού συνδέθηκε άρρηκτα με την επίλυση του Ανατολικού ζητήματος. Η απόρριψη της ελληνικής επανάστασης αρχικά και στη συνέχεια η επιλογή του μικρού, μη αυτάρκους και θεσμικά εξαρτημένου κράτους, από τις Δυνάμεις, ήταν απολύτως συνυφασμένο με τις βλέψεις τους στην Ανατολή. Με πολλή αγωνία οι τοπικοί απεσταλμένοι των Δυνάμεων διέκριναν, ακόμη και στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, τον κίνδυνο ο ελληνισμός να οικειοποιηθεί την οθωμανική αυτοκρατορία και να αποτελέσει ανάχωμα στις επεκτατικές τους βλέψεις. Όπως γράφει ένα από αυτούς, "Ο καταμερισμός της απεράντου [οθωμανικής] αυτοκρατορίας εις πολλά ανεξάρτητα κράτη, θα ήτο προτιμότερον δια την Ευρώπην παρά να αφεθεί η ελληνική φυλή να επεκταθεί, να κυριαρχήσει παντού, και να αποτελέσει απέραντον ελληνικήν αυτοκρατορίαν, πολύ μεγάλην εν σχέσει με τα Δυνάμεις της Ευρώπης. Είναι το όνειρον της φυλής αυτής. [Και] θα το επιτύχωσιν με τον καιρόν διότι μεταξύ αυτών και των τούρκων το μέλλον δεν είναι αμφίβολον. Θα είναι ανυπόμονοι αφότου δεν θα έχωσιν ανάγκην της υποστηρίξεως των Ευρωπαίων…." (Derrasse, Λάρνακα, 1859).
Στην οπτική αυτή της επίλυσης του Ανατολικού ζητήματος θα προσχωρήσει το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα και η Ρωσία, η οποία μάλιστα, αργότερα, υπό το σοσιαλιστικό της καθεστώς, θα υπονομεύσει ακόμη και το εγχείρημα που προέκυψε από τη συνθήκη των Σεβρών. Την περίοδο αυτή, που η Ρωσία θα εγκαταλείψει το ελληνικό σχέδιο για την επίλυση του Ανατολικού ζητήματος και θα στραφεί στον Πανσλαβισμό -υποστηρίζοντας τους βαλκανικούς εθνικισμούς-, ο Ντοστογέφσκυ, σε άρθρο του, αφού διαλογίζεται για το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η Ρωσία για τον εκσυγχρονισμό της -τον γερμανικό ή τον ελληνικό- αποφαίνεται ότι αυτός που της αρμόζει είναι ο από κάθε άποψη ανώτερος ελληνικός δρόμος. Όμως θα υπογραμμίσει με έμφαση ότι "αργά ή γρήγορα η Κωνσταντινούπολη πρέπει να γίνει δική μας [της Ρωσίας], αφού πέρασε πια ο καιρός όπου οι Γραικοί, λαός απείρως λεπτότερος από τους χοντροκομένους Γερμανούς, λαός με ασυγκρίτως περισσότερα κοινά στοιχεία από ό,τι οι εντελώς ανόμιοί μας Γερμανοί, λαός πολυπληθής και αφοσιωμένος, [….θα μπορούσαν να έχουν] επικρατήσει στα πολιτικά πράγματα της Ρωσίας". Το να αφήσουμε…. ένα τόσο σημαντικό σημείο της οικουμένης [στους Έλληνες]…είναι πλέον αδύνατον".
Κλείνω με μια μόνο διαπίστωση: η στροφή αυτή της ρωσικής πολιτικής και η απομάκρυνσή της από την Ελλάδα, δεν κόστισε απλώς στην ελληνική χώρα. Την πλήρωσε με ασύμμετρο κόστος και η Ρωσία, η οποία όχι μόνον δεν κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη, όπως σχεδίαζε ακόμη στο τέλος του 19ου αιώνα, αλλά συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία ενός μείζονος αντιπάλου στο ζωτικό μαλακό της υπογάστριο.
Με την επισήμανση της ιστορικής αυτής μαρτυρίας, που αναδεικνύει το εσωτερικό και το εξωτερικό περιβάλλον, με το οποίο είχε να αντιπαλέψει ο Καποδίστριας, ως κυβερνήτης της Ελλάδας, θέλω να υπαινιχθώ, επ'ευκαιρία, μια εξόχως σημαντική γεωπολιτική παράμετρο της σχέσης μεταξύ Ρωσίας και Ελλάδας, εξίσου επίκαιρη στις ημέρες μας. Η επιλογή ή μη της Ελλάδας από τη Ρωσία ως στρατηγικού εταίρου, εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμης σημασίας διακύβευμα για το μέλλον και των δύο χωρών. Όσες φορές η Ρωσία αποφάσισε να απομακρυνθεί από την Ελλάδα έβλαψε επίσης τα συμφέροντα της. Η Ρωσία, με την Τουρκία ως μεγάλη δύναμη στο μαλακό της υπογάστριο και ουσιαστικά χωρίς την αξιωματική παρουσία της Ελλάδας, θα αναγκασθεί να σμικρύνει σημαντικά τη γεωπολιτική της φιλοδοξία και, ενδεχομένως, θα επανέλθει στην εσωστρέφειά της.



Κυριακή 22 Μαΐου 2011

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ, ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ Ή ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΠΟΛΥΣΗΜΙΑ; ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ

Θα σας απασχολήσω με την διευκρίνιση των εννοιών που υποκρύπτονται στον όρο της πολυπολιτισμικότητας και με τις παράπλευρες συνέπειες που έχει η υιοθέτηση της μιας ή της άλλης εκδοχής στα σημερινά πράγματα, αλλά και τις προεκτάσεις τους στο εξελικτικό γίγνεσθαι των κοινωνιών.

1. Σπεύδω να επισημάνω το λογικό σφάλμα της νεοτερικότητας να ορίζει την έννοια του πολιτισμού με βάση όχι την ιδιοσυστασία ή τον χαρακτήρα του, αυτό που τον παράγει και τον αποδίδει, αλλά κατά συνεκτίμηση ορισμένων εξωτερικών φαινομένων, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν παράγωγα δηλαδή μεταβλητές του κοσμοσυστημικού κεκτημένου του πολιτισμού[1]. Υπενθυμίζω το λογικό αυτό σφάλμα διότι έχει σημαίνουσες επιπτώσεις στον προβληματισμό που ακολουθεί.
Συγκρατώ δύο από τα κυρίαρχα στοιχεία με τα οποία ο σημερινός άνθρωπος ορίζει την έννοια του πολιτισμού: τη θρησκεία και την ταυτοτική συλλογικότητα, που στις μέρες μας αποκαλείται έθνος. Ωστόσο, μπορούμε να διαπιστώσουμε ευθύς αμέσως ότι η θρησκεία δεν είναι παραγωγός, αλλά παράγωγο πολιτισμού. Αρκούν δύο παραδείγματα, τα οποία αντλώ από το ελληνικό παράδειγμα, για να κατανοήσουμε τι εννοώ. Η χριστιανική θρησκεία, εμφανίζει σημαίνουσες αποκλείσεις στη λατινική (καθολική) και στην ελληνική της (ορθόδοξη) εκδοχή. Η καθολική εκδοχή του χριστιανισμού εξακολουθεί να είναι βαθειά δεσποτική, ενώ αντιθέτως, η ελληνική του εκδοχή, στον ιστορικό της πυρήνα διέθετε θεμελιωδώς ανθρωποκεντρικά χαρακτηριστικά. Αντιθέτως, η ορθόδοξη εκκλησία υπό το κράτος έθνος υποχώρησε σημαντικά ως προς την ανθρωποκεντρική της σημειολογία, μεταγράφοντας εις εαυτήν βατικάνιες παραδοχές. Διαπιστώνουμε δηλαδή ότι η ίδια η θρησκεία προβάλει μια διαφορετική αντίληψη του θείου, της σχέσης του ανθρώπου με τον θεό και, κατ' επέκταση, του συστήματος της θρησκείας, ανάλογα με την κοσμοσυστημική φύση των κοινωνιών στις οποίες βιώνεται.
Το ίδιο θα λέγαμε και για την αρχαία ελληνική θρησκεία. Η αρχαία θρησκεία δεν ήταν ελληνική, ως προς την προέλευσή της, ήταν βασικά η αιγυπτιακή θρησκεία, η οποία όμως όταν υιοθετήθηκε από τους Έλληνες, κλήθηκε να προσαρμοσθεί σε κοινωνίες ριζικά διαφορετικές. Ποιό είναι λοιπόν το υπόβαθρο αυτής της μεταβολής; Προφανώς, το γεγονός ότι στη μία περίπτωση οι κοινωνίες ήσαν δεσποτικές, κοινωνίες χωρίς ελευθερία που αποτελούσαν αντικείμενο ιδιοκτησίας, όπως και τα πράγματα. Το δεσποτικό υπόβαθρο του ενγένει πολιτισμού, προσέδωσε και στη θρησκεία δεσποτική λογική. Στην άλλη, στην ελληνική περίπτωση, βρισκόμαστε ενώπιον ανθρωποκεντρικών κοινωνιών, δηλαδή κοινωνιών εν ελευθερία. Έχει σημασία να γνωρίζουμε ότι η ελευθερία αυτή δεν είναι στατική. Συνάπτεται με ένα εξελικτικό γίγνεσθαι, το οποίο έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, διότι επιδρά επίσης στην πρόσληψη και τη συγκρότηση του θρησκευτικού φαινομένου.
Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για τις συλλογικές ταυτότητες που μας ενδιαφέρουν άμεσα εδώ. Τι είναι η ταυτότητα; Η ταυτότητα είναι η θεμέλιος βάση της ιδιοπροσωπίας μας: της ατομικότητάς μας, της συλλογικότητάς μας και, κατ' επέκταση, της πολιτείας. Αποτελεί την προϋπόθεση για τη συγκρότηση των κοινωνιών εν ελευθερία.
Η ταυτότητα δεν υπάρχει ως συγκροτησιακή παράμετρος της ατομικότητας και της συλλογικότητας του ανθρώπου στις δεσποτικές κοινωνίες. Ο δουλοπάροικος ανήκει στον δεσπότη, η αναφορά του σ'αυτόν συνθέτει την ταυτότητά του. Το συλλογικό του "είναι" ανάγεται στο ανήκειν στον φεουδάρχη. Η επισήμανση αυτή είναι θεμελιώδης. Ο άνθρωπος μόνον ως ελεύθερη οντότητα αρχίζει να διερωτάται για τον εαυτό του. Δεν είναι όμως απαραίτητο να διακρίνει στον εαυτό του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που δεν αποτελούν γνωρίσματα του "άλλου" για να διαπιστώσει την ταυτοτική του οντότητα. Αρκεί η υποστασιοποίησή του με όρους ελευθερίας.
Ώστε, στις ανθρωποκεντρικές κοινωνίες υπάρχει η πρώτη ύλη, η ατομική ταυτότητα, στην οποία προστίθενται και οι άλλες, οι συλλογικές ταυτότητες. Από την άλλη, ο ελεύθερος άνθρωπος φέρει μαζί του μια ποικιλία ταυτοτήτων. Η μια, συμπληρώνει την άλλη, έτσι ώστε να λειτουργούν σωρευτικά. Διαθέτουν ωστόσο μια σχετική αυτονομία και, ως εκ τούτου, τη βούληση της επιβεβαίωσής τους. Η επιβεβαίωση αυτή μεταφράζεται τελικά σε διάβημα ελευθερίας, δηλαδή σε αίτημα συμμετοχής στη διαδικασία της διαχείρισης του συλλογικού "είναι". Ο Έλληνας, για παράδειγμα,  διακρίνει τον εαυτό του έναντι του "άλλου" και εντάσσεται στη συλλογική ταυτότητα/κοινωνία των Ελλήνων. Συγχρόνως, αναγνωρίζει τον εαυτό του ως μέρος άλλων μικρότερων πολιτισμικών οντοτήτων, στο εσωτερικό της εθνικής του συλλογικότητας, που ενδεχομένως είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του, η ευρύτερη περιφέρεια (λχ η Ήπειρος κλπ), ο χώρος όπου εργάζεται και πάρα πολλές άλλες περιοχές αναγνωρισιμότητας της ύπαρξής του[2]. Για τους ιστορικούς Έλληνες η ισορροπία μεταξύ της εθνικής συλλογικότητας και των επιμέρους ταυτοτήτων (λχ των πολεοτικών) διαφοροποιήθηκε στο χρόνο σε συνάρτηση με το ανθρωποκεντρικό τους ανάπτυγμα. Εξόχως σημαντικές υπήρξαν, ωστόσο, και οι μεταλλάξεις του περιεχομένου της εθνικής συλλογικότητας. Η αδυναμία της νεοελληνικής επιστήμης να συλλάβει την έννοια της ελληνικής ταυτότητας στις διάφορες ιστορικές φάσεις της καθώς και η ευκολία με την οποία, η ελληνική κοινωνία, αντιπαρατίθεται με μέτρο τις επιμέρους ταυτότητες στις μέρες μας ανάγεται ακριβώς στην ιστορικότητα αυτή. Ο ελληνισμός συγκροτήθηκε ως έθνος κοσμοσύστημα, όχι ως έθνος κράτος[3].
Οπωσδήποτε, το ελληνικό παράδειγμα καταδεικνύει ότι οι διαφοροποιήσεις των ταυτοτήτων έχουν να κάνουν τόσο με τα στοιχεία που συνθέτουν την πολιτισμική τους συγκρότηση όσο και με τις μεταλλάξεις της ελευθερίας, η οποία συμμετέχει στο πολιτικό της γινόμενο.
Η θεμελιώδης διαπίστωση, που αφορά στις επιμέρους συλλογικές ταυτότητες είτε στη γενική έννοια του έθνους, είναι ότι απηχούν μια εξαιρετικά πρώιμη εποχή ή φάση της εξέλιξης των κοινωνιών εν ελευθερία. Η φάση αυτή, αποτυπώνεται στον κρατοκεντρικό χαρακτήρα του συνόλου ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος και στη διχαστική σχέση μεταξύ κοινωνίας και (οικονομικο-κοινωνικού και πολιτικού) συστήματος. Η επισήμανση αυτή, αφορά στο σύνολο του πλανήτη, σήμερα. Έχει όμως ως πρωτοπορία τον λεγόμενο "δυτικό κόσμο", το έδαφος δηλαδή όπου πρωτοσυγκροτήθηκαν οι νεότερες κοινωνίες με γνώμονα τον ανθρωποκεντρικό τύπο.
Στο περιβάλλον αυτό, η πολυπολιτισμικότητα εστιάζεται στην εθνική συλλογικότητα, δηλαδή στις ειδικότερες εκφάνσεις που ενσωματώνει κάθε συνολικό (εθνικό) ταυτοτικό γεγονός. Υπογραμμίζω το γεγονός αυτό, διότι κατ'αυτάς διαπιστώνεται ότι η έννοια της πολυπολιτισμικότητας καλείται να υποδηλώσει την πολυεθνικότητα, την πολυεθνική συγκρότηση του κοινωνικού ιστού του κράτους. Η προσέγγιση αυτή όμως λαμβάνει ως βάση μια λάθος αφετηρία. Η πολιτισμική πολυσημία λαμβάνει ως θεμέλιο το αποτέλεσμα της σύνθεσης των επιμέρους ταυτοτήτων στο περιβάλλον μιας κοινής ταυτοτικής και, κατ' επέκταση, πολιτειακής στέγης. Η πολυεθνικότητα ανάγεται σε μια παραλληλία εθνικών συλλογικοτήτων με αυτοτελή και, ενδεχομένως, αποκλίνουσα πολιτική αναφορά. Στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με τη συνάντηση περισσοτέρων της μιας εθνικών συλλογικοτήτων, στο εσωτερικό μιας συγκεκριμένης πολιτειακής οντότητας.
Αφήνω κατά μέρος την ιδιαιτερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης διότι τα ζητήματα που εγείρει είναι διαφορετικής φύσεως και, εν πάσει περιπτώσει, δεν είναι του παρόντος[4]. Θα εστιάσω την προσοχή μου στην πρωτογενή πολιτεία που υποστασιοποιεί η εθνική συλλογικότητα, για να καταδείξω πώς οι δυο αυτές έννοιες έγιναν αντικείμενο πολλών χρήσεων από το νεοτερικό κράτος, κατά τη διαδρομή του από τη δεσποτεία στον πρώιμο ανθρωποκεντρισμό. Όντως, από τη στιγμή που ο κόσμος συγκροτήθηκε ανθρωποκεντρικά στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, άρχισε να επιζητείται μια νέα ταυτότητα, η οποία να δημιουργεί το συνεκτικό υπόβαθρο του κράτους, τη βούληση για τη συνύπαρξη ενός κοινωνικού όλου σε μια "κοινή εστία"/πατρίδα, αλλά και τη νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος, που θα απαντούσε στο ερώτημα ποιος θα έχει την ευθύνη της διαχείρισης των συμφερόντων της κοινωνίας των πολιτών. Το ζήτημα εάν το κράτος δημιούργησε την εθνική συλλογικότητα ή, αντιθέτως, εάν αυτή οδήγησε στον αναπροσανατολισμό του κράτους με πρόσημο το ανθρωποκεντρικό γινόμενο της κοινωνίας, προκειμένου να το εκφράσει πολιτικά, δηλαδή με όρους ελευθερίας, θα αποκτήσει, μετά από κάποια στιγμή, κρίσιμη σημασία.
Χωρίς αμφιβολία το έθνος θα κληθεί να αποδώσει την κοινή συνείδηση της κοινωνίας μέσα στο κράτος. Θα οικοδομηθεί, ωστόσο, στο περιβάλλον των ανθρωποκεντρικών θυλάκων που κινούσαν τη διαδικασία της μετάβασης και όχι από αυτό. Αυτοί θα αξιώσουν όπως το κράτος πάψει να ανήκει σε έναν ιδιοκτήτη δεσπότη (τον απόλυτο μονάρχη) και να εξελιχθεί σε "νομικό πρόσωπο" που να τάξει ως σκοπό του το εθνικό συμφέρον, αντί του συμφέροντος του μονάρχη. Η αναφορά στο έθνος και όχι στην κοινωνία, υποδηλώνει, από την άλλη, ότι η τελευταία, στη φάση της μετάβασης δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσει πολιτικό υποκείμενο. Η νίκη του κράτους αυτού και η επίκληση του έθνους, προκειμένου να νομιμοποιηθεί στην εμπραγμάτωση του σκοπού της νέας τάξης, θα συνδυασθούν με υψηλές καταχρήσεις δυνάμεως που θα λάβουν ως αφετηρία την αρχή της ομοιογενοποίησης, δηλαδή την καταστολή του εθνοτικώς διαφορετικού.
Το φαινόμενο όμως αυτό, επειδή ακριβώς συνάδει με τα πρώτα βήματα της ανθρωποκεντρικής οικοδόμησης στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, δεν απαντάται στο νεότερο ελληνικό κόσμο. Ο τελευταίος, λόγω της μακραίωνης θητείας του στον ανθρωποκεντρισμό, υποστήριξε μέχρι τέλους, τον 19ο αιώνα, την αρχή της εθνικής πολυσημίας[5].
Συγκρατούμε λοιπόν ότι στο μέτρο που έθνος και κράτος αναγορεύθηκαν αμοιβαίως το ένα θεράπων του άλλου, στην εποχή μας, έθεσαν όρια στην περαιτέρω ολοκλήρωση της εθνογενετικής διαδικασίας. Πολλές εθνοτικές ή ευρύτερες πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, αναγκάσθηκαν να συναντηθούν με την εθνική ομάδα που κυριάρχησε στο κράτος και αποτέλεσαν μέρος της. Η απαγόρευση όμως αυτή της εθνογενετικής δυναμικής και, μάλιστα, της πολιτισμικής πολυσημίας του έθνους, εντός του νεοτερικού κράτους, δεν αποτελεί εγγενές φαινόμενο του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος. Είναι απόρροια της πρωτο-ανθρωποκεντρικής φάσης που διερχόταν ο νεότερος κόσμος.
Στην ίδια ακριβώς αιτία πρέπει να χρεωθεί και η συγκρότηση του κράτους ως μιας πολιτικά κυρίαρχης οντότητας, η οποία κατακρατούσε το μονοπώλιο του πολιτικού συστήματος και τοποθετούσε την κοινωνία στον ιδιωτικό χώρο. Η κοινωνία, που μόλις εισήρχετο στο στάδιο της ανθρωποκεντρικής εμπειρίας, διέθετε έναν εξαιρετικά περιορισμένο ορίζοντα ελευθερίας. Το διακύβευμά της εστιαζόταν στη διασφάλιση της ατομικής και της εθνικής (έναντι του "άλλου") ελευθερίας. Πέραν αυτού, σε ότι αφορά στη σχέση της με την πολιτεία, αρκείτο στην ιδιότητα του ατελούς πολίτη. Ο ατελής πολίτης αξιώνει το δικαίωμα της ψήφου, το οποίο όμως έχει νομιμοποιητικό -όχι όμως και αντιπροσωπευτικό- περιεχόμενο έναντι του σύνολου κράτους. Ορίζεται δυνάμει του ανήκειν στο κράτος και όχι στην πολιτεία. Η μη αναγνώριση της πολιτισμικής πολυσημίας συνάδει ακριβώς με την αρχή της ολοκληρωτικής οικειοποίησης της πολιτείας από το κράτος. Και όχι στο γεγονός της εθνικής συλλογικότητας.
Που καταλήγουμε; Ότι οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται σήμερα, δυνάμει του ανθρωποκεντρικού κεκτημένου που αναπαριστά η εθνική ταυτοτική συλλογικότητα, είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Δεν υπεισέρχονται ως διακύβευμα στη συλλογική σχέση: η κοινωνική και η πολιτική ελευθερία αφενός, και αφετέρου η ελευθερία που συνέχεται με την πολυσημική συγκρότηση της πολιτείας του κράτους, απουσιάζουν ολοσχερώς.
Να δούμε πιο συγκεκριμένα τις διαστάσεις αυτές της ελευθερίας:
Πρώτον, η ελευθερία, που συνέχεται με την πολιτισμική πολυσημία του συλλογικού ταυτοτικού γεγονότος, προϋποθέτει ότι μας αναγνωρίζεται η δυνατότητα, στο πλαίσιο ενός κράτους, να συγκροτούμε ιδιαίτερες πολιτειακές οντότητες, οι οποίες να μεθερμηνεύουν την ιδιαιτερότητά μας και, συγχρόνως, να μετέχουν στη διαμόρφωση του γενικότερου δημοσίου χώρου.
Δεύτερον, η ελευθερία που συνέχεται με την σχέση μεταξύ κοινωνίας και οικονομίας ή κοινωνίας και πολιτικής, αφορά στην κοινωνική και στην πολιτική ελευθερία. Η ελευθερία αυτή έχει να κάνει με τη διερώτηση εάν το (οικονομικό και/ή πολιτικό σύστημα) ανήκει σε κάποιον διαφοροποιημένο ιδιοκτήτη ή στους συντελεστές του (εν προκειμένω, στην κοινωνία).
Έχουμε ήδη διαπιστώσει αλλού ότι η νεοτερικότητα ορίζει την μεν ατομική ελευθερία με όρους αυτονομίας, δηλαδή  με την ακρίβεια της έννοιας που υποδεικνύει ότι καθένα από τα μέλη της κοινωνίας δεν αποδέχεται να ορίσει κάποιος τρίτος, τι θα  κάνει ή τι δεν θα κάνει. Όταν όμως καλείται να ορίσει την κοινωνική και την πολιτική ελευθερία, μας υποδεικνύει ότι πρέπει να απεμπολήσουμε την αρχή της αυτονομίας υπέρ ενός ετεροκαθοριστικού προτάγματος, του δικαιώματος. Έχουμε δικαίωμα να διαδηλώσουμε, αλλά διαδηλώνουμε επειδή κάποιος άλλος κατέχει την ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού μας, δηλαδή την αυτονομία μας. Το ίδιο συμβαίνει και στο πεδίο της οικονομίας. Η αντίφαση αυτή συγκροτεί το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έχουμε οικοδομήσει και βιώνουμε τις αυταπάτες μας, νομίζοντας ότι είμαστε ελεύθεροι, μόνο και μόνο επειδή, στη φάση που διερχόμαστε, η συγκεκριμένη ελευθερία απλώς δεν μας χρειάζεται και επομένως δεν αποτελεί αίτημα για την εποχή μας.
Το ερώτημα που εγείρεται, ωστόσο, είναι εάν είναι εφικτή η πολιτική σήμανση της έννοιας της πολυπολιτισμικότητας, δηλαδή η προσέγγισή της υπό το πρίσμα της ελευθερίας. Διότι θεωρείται ακόμη στις μέρες μας ότι η πολυπολιτειακή συγκρότηση της εθνικής συλλογικότητας αποτελεί απειλή για το κράτος και για το έθνος. Υπό το ίδιο πρίσμα, αντιμετωπίζεται και η πολιτική ελευθερία, που ανάγεται στη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Το ερώτημα του ποιός θα έχει την ευθύνη της διαχείρισης της εθνικής συλλογικότητας συνέχεται με το συμφέρον όχι της κοινωνίας, αλλά του κράτους.
Δεν είναι τυχαίο, από την άποψη αυτή, ότι ο -κατά τα άλλα μαρξιστής- ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ επιχειρηματολογεί δια μακρόν ότι εάν ο ηγετικός πυρήνας, ο οποίος μονοπωλεί σήμερα το κράτος της πολιτικής κυριαρχίας, αποκαθηλωθεί από το βάθρο της εξουσίας, θα απειληθεί το έθνος, θα εκλείψει, ως άχρηστο το έθνος. Σπεύδω να αντιτείνω ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι απλώς γνωσιολογικά αβαθής, είναι και αυθαίρετος και, θα έλεγα, ιδεολογικά εξόχως αντιδραστικός. Διότι η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης του έθνους από την κοινωνία, η ενσάρκωση του πολιτικού συστήματος από αυτήν, αντί του κράτους, δεν απειλεί το έθνος, αλλά το πολιτικά κυρίαρχο κράτος. Και πιο συγκεκριμένα τη μονοπωλιακή θέση που κατέχουν σ'αυτό οι εκάστοτε νομείς του. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στη δημοκρατία, στην οποία η ταυτοτική συλλογικότητα επανέρχεται στον φυσικό της φορέα, στην κοινωνία των πολιτών.
Η διευκρίνιση αυτή και, συνάμα, η επισήμανση ότι το πολιτικό σύστημα αποτελεί γνωσιολογικά μια διάφορο έννοια, η οποία δεν ταυτίζεται εκ φύσεως με το αυτόνομο κράτος/σύστημα, έχει καταστατική σημασία, διότι μας επιβεβαιώνει ότι βιώνουμε ακόμη μία "προ-πολιτειακή" κοινωνία, κατά την οποία ουσιώδεις διαστάσεις της ελευθερίας δεν συναντήθηκαν ακόμη με τα μέλη της. 



Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Ποιός ο χαρακτήρας του ελληνικού πολιτικού συστήματος

Συνέντευξη του καθηγητή Γ. Κοντογιώργη στο UDemand


πηγή: UDemand

Ερώτηση: Μέχρι τώρα έχει επικρατήσει η πελατειακή σχέση μεταξύ πολιτών-κράτους και η απουσία συλλογικών οργάνων. Πώς θα μπορέσει ο πολίτης να αποκτήσει αποφασιστικό ρόλο και συμμετοχή στην πολιτική της χώρας; Πιστεύετε ότι η νέα διαίρεση της χώρας σε περιφέρειες μπορεί να βοηθήσει ώστε να ληφθούν, πιο οργανωμένα, πρωτοβουλίες έκφρασης των πολιτών;

Απάντηση: Για να απαντήσουμε στο ζήτημα της πολιτικής συμμετοχής των πολιτών πρέπει να διερωτηθούμε εάν επιθυμούμε τον πολίτη εντός ή εκτός του πολιτικού συστήματος. Η έννοια της συμμετοχής στη νεοτερικότητα γίνεται αντιληπτή ως μια εξωθεσμική πολιτική παρέμβαση που επιδιώκει να ασκήσει πίεση στους φορείς του πολιτικού συστήματος. Είμαι βέβαιος ότι η εποχή της κοινωνίας ιδιώτη έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ζητούμενο για το άμεσο μέλλον θα είναι η θεσμική ενσωμάτωση της κοινωνίας των πολιτών στην πολιτεία. Πρώτη μας πράξη οφείλει να είναι ο επανορισμός των βασικών εννοιών που αποτελούν το θεμέλιο της εποχής μας. Τη δημοκρατία, την ελευθερία, την αντιπροσώπευση, την ισότητα, τη δικαιοσύνη, τα οικονομικά και πολιτικά συστήματα ενγένει. Ν αποκτήσουμε συνείδηση ότι αυτό που ονομάζουμε “έμμεση δημοκρατία” δεν είναι ούτε δημοκρατία ούτε καν αντιπροσώπευση. Η μετάβαση στο αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι προϋπόθεση της θεσμικής ενσωμάτωσης της κοινωνίας των πολιτών στην πολιτική. Η πελατειακή σχέση που αναφέρετε είναι μετα-ταξικό φαινόμενο, αντανακλά μια κοινωνία που διαθέτει πολιτική ατομικότητα και εντούτοις την αντιμετωπίζει το κράτος ως μάζα/ιδιώτη. Η κοινωνία αυτή μπορεί να λειτουργήσει συλλογικά μόνο σε περιβάλλον δήμου, δηλαδή πολιτειακής συγκρότησης.

Ερώτηση: Μπορούν τελικά να ελεγχθούν  οι πολιτικοί; Η πολιτική ευθύνη είναι διαφορετική από την ποινική;

Απάντηση: Η πολιτική ευθύνη διαχωρίζεται από την ποινική και γενικότερα από την δικαιϊκή ευθύνη, στα πολιτικά συστήματα που δεν είναι ούτε δημοκρατικά ούτε αντιπροσωπευτικά, όπως το σημερινό. Κανείς που κατέχει την πολιτική κυριαρχία, το μονοπώλιο της πολιτικής εξουσίας, δεν υπάγει εαυτόν στη δικαιοσύνη. Είναι επείγον να καταργηθεί η ασυλία, αλλά και κάθε νόμος περί ευθύνης των πολιτικών και να περιέλθουν απευθείας στην αρμοδιότητα της δικαιοσύνης, όπως κάθε πολίτης. Επιπλέον πρέπει να υπαχθεί στη δικαιοσύνη η “πολιτική πράξη”, δηλαδή η διαχείριση των πολιτικών πραγμάτων από τους πολιτικούς. Μέτρο της πολιτικής πράξης, που θα εξετάζει η δικαιοσύνη, οφείλει να είναι η αντιστοιχία της με το κοινό συμφέρον και την κοινωνική βούληση. Δεν νοείται ο πολιτικός να καταστρέφει ή έστω να βλάπτει τον πολίτη, την κοινωνία και να μην υπέχει ευθύνη γι’αυτό. Πρέπει να χορηγηθεί στον πολίτη δικαίωμα εννόμου συμφέροντος έναντι του πολιτικού, της διοίκησης και της δικαιοσύνης. Ο Αριστοτέλης μας πληροφορεί ότι το πολιτικό έγκλημα στη δημοκρατία τιμωρείται αυστηρότερα διότι δεν προσμετράται στη βαρύτητά του μόνο το είδος του αδικήματος, αλλά και ο αριθμός των αδικουμένων.

Ερώτηση: Το κομματικό-πολιτικό σύστημα της χώρας έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Πιστεύεται ότι τα κόμματα είναι μέρος της λύσης; Αρκεί η εναλλαγή τους στην εξουσία;
 
Απάντηση: Το κομματικό σύστημα δεν είναι το πολιτικό σύστημα. Όταν ταυτίζονται οι δυο έννοιες τότε μιλάμε για ιδιοποίηση του πολιτικού συστήματος από το κομματικό σύστημα, για κομματοκρατία. Το πρόβλημα για την Ελλάδα ότι η κομματοκρατία δημιούργησε τους όρους της κρίσης που μαστίζει την κοινωνία. Το πολιτικό προσωπικό είναι μέρος της κρίσης, άρα δεν μπορεί να γίνει μέρος της λύσης. Γιατί δεν το θέλει και φυσικά δεν το μπορεί. Γιατί προϋποτίθεται η ολική ανασυγκρότηση της πολιτείας. Ώστε η εναλλαγή στην εξουσία δεν προσφέρει καμία δυνατότητα επίλυσης του ελληνικού προβλήματος. Άλλωστε, το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι τωρινό, με διαφορετικές εκδηλώσεις αποτελεί την σταθερά από το 1830. Η μεταπολίτευση μπορεί να ορισθεί ως η ολική επαναφορά της χώρας στο καθεστώς της φαυλοκρατίας του 19ου αιώνα.
Ερώτηση: Βλέπουμε ότι τελικά οι βουλευτές ενώ έπρεπε να αντιπροσωπεύουν τον λαό, έχουν ταυτιστεί με το κράτος και την εξουσία. Υπάρχει κάποια σύγχυση ρόλων; Βάση αυτού, πιστεύετε ότι η επόμενη Βουλή πρέπει να είναι αναθεωρητική-συντακτική;
Απάντηση: Οι βουλευτές δεν αντιπροσωπεύουν την κοινωνία. Αυτό όσο και αν ακούγεται περίεργα προβλέπεται ρητά από το Σύνταγμα. Ο βουλευτής αντιπροσωπεύει το έθνος όχι την κοινωνία. Είναι επείγον επομένως να αποδοθεί το έθνος στον φυσικό του φορέα την κοινωνία των πολιτών και συνακόλουθα η ευθύνη της διαχείρισής του σ’αυτην και όχι στο κράτος. Πρέπει δηλαδή το πολιτικό σύστημα να περιέλθει, τουλάχιστον κατά την αρμοδιότητα του εντολέα, στην κοινωνία και να μην κατακρατείται η ιδιότητα αυτή, του εντολέα, από το κράτος. Η υπέρβαση του ελληνικού προβλήματος και η έξοδος από την τωρινή κρίση επιβάλει με άλλα λόγια η επόμενη Βουλή να είναι συντακτική. Όχι για τη διαρρύθμιση των εσωτερικών ισορροπιών στην εξουσία του κράτους, αλλά για τη μεταβολή της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής.
Ερώτηση: Ο κόσμος παρατηρεί την απουσία χαρισματικών ηγετών. Που νομίζετε εσείς ότι οφείλετε;
Απάντηση: Δεν χρειάζεται η παρουσία χαρισματικών ηγετών, αλλά ένα πολιτικό σύστημα που θα εμποδίζει τους μηχανισμούς να αναδεικνύουν το πολιτικό προσωπικό και που επίσης θα το εξαναγκάζει θεσμικά να υπηρετεί την κοινωνία, το κοινό συμφέρον, αντί του ιδίου συμφέροντος ή εκείνου των ομάδων που διαπλέκονται με την πολιτική εξουσία και των συγκατανευσιφάγων.
Ερώτηση: Μεσούσης της οικονομικής, κοινωνικής, αξιακής κρίσης που ζούμε θα έπρεπε οι πνευματικοί άνθρωποι να είναι μπροστάρηδες. Γιατί ακόμα και τώρα ορισμένοι που διατυπώνουν θέσεις, δρουν ως άτομα και όχι ως συλλογικότητες, ώστε να επικοινωνήσουν καλύτερα με τον κόσμο; Πιστεύεται ότι η «Σπίθα» θα τύχει της υποστήριξης του κόσμου;
Απάντηση: Οι πνευματικοί άνθρωποι για να είναι μπροστάρηδες πρέπει να μην είναι απολογητές ή ενεργούμενα της εξουσίας και των μηχανισμών. Πρέπει δηλαδή να μην είναι έτοιμοι να εξαργυρώσουν τον λόγο τους με χορηγίες δημοσιότητας ή θέσεων στο σύστημα και άλλων υλικών κλπ παροχών. Πρέπει επίσης να έχουν κάτι να πουν, να μην αναπαράγουν απλώς με καλλιέπεια τα τετριμμένα που γνωρίζει ο κάθε κοινός πολίτης ή να αναλώνονται σε μια άγονη κριτική χωρίς προοπτική. Η διανόηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να λειτουργεί ως “συλλογικότητα”, αλλιώς θα είναι μια στρατευμένη ομάδα που θα συντάσσεται με συμφέροντα ή με συμβιβασμούς σκοπιμοτήτων. Η στάση αυτή δεν είναι συμβατή με την σχέση του στοχαστή με τη γνωστική λειτουργία. Δεν πρέπει επίσης να νομίζει ότι μπορεί να αποτελέσει τον σύμβουλο του ηγεμόνα. Η διανόηση οφείλει, κατ’εμέ, να τοποθετείται στην πλευρά της προόδου, δηλαδή με ό,τι απελευθερώνει την κοινωνία και θέτει στη διάθεση του κοινού την ευημερία της χώρας.
Ερώτηση: Όταν μια κοινωνία βάλλεται θα έπρεπε συνεκτικά στοιχεία αυτής, όπως η Ιστορία της, να προβάλλονται εντονότερα. Ωστόσο, το ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΙ «1821» έχει προκαλέσει πολλές αντιδράσεις. Πιστεύετε ότι γίνεται προσπάθεια αλλοίωσης της Ιστορίας μας με ιδιοτελείς σκοπούς; Υπάρχει τελικά το Ελληνικό Έθνος ως συνέχεια μέσα στην Ιστορία;
Απάντηση: Δεν είναι η πρώτη φορά που η άγνοια αναγορεύεται σε “μαμή” της ιστορίας. Το παρελθόν είναι μια σοβαρή υπόθεση για να αφήνεται σε ερασιτέχνες. Και γίνεται επικίνδυνο εγχείρημα όταν έρχεται να υπηρετήσει καταστάσεις και συμφέροντα συγχρονικά μας. Όντως, στο όνομα της “αντικειμενικότητας” της ιστορίας διαπράττεται σήμερα το ίδιο ατόπημα που άλλοτε επιχείρησε ο αυταρχικός εθνικισμός. Το διακύβευμα ωστόσο είναι πιο σημαντικό, αφού στοχοποιείται το έρμα της ταυτοτικής συλλογικότητας, προκειμένου να καμφθεί η δυνατότητα της κοινωνίας να ορίσει τα του οίκου της και, συνακόλουθα, να διεκδικήσει τον έλεγχο των πεπραγμένων της πολιτικής εξουσίας. Η ολιγαρχική αυτή επιλογή συνδυάζεται με το διεθνές εγχείρημα να εδραιωθεί η ολοκληρωτική ανατροπή που έχει ήδη συντελεσθεί στο διεθνές επίπεδο, μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς, υπέρ της τελευταίας. Το ελληνικό έθνος, η ταυτοτική συλλογικότητα της ελληνικής κοινωνίας, υπήρξε διαρκής. Το ελληνικό παρελθόν διδάσκει την πρόοδο και αυτό ενοχλεί τη νεοτερικότητα, για πολλούς λόγους. Διδάσκει την καθολική και όχι μόνο την ατομική ελευθερία, τη δημοκρατία, την οικουμένη ως μετα-κρατοκεντρική φάση της ιστορίας και πολλά άλλα, που το παρελθόν της νεοτερικότητας αγνοεί, κυρίως όμως η άρχουσα τάξη της εποχής μας δεν επιθυμεί να τίθενται στο τραπέζι του διαλόγου. Οπωσδήποτε, όπως έχω επισημάνει και άλλες φορές, ειδικότερα για την ελληνική άρχουσα τάξη, το ελληνικό παρελθόν είναι όχι απλώς δυσβάσταχτο  αλλά και μη επιθυμητό, διότι κάνει ασήκωτη τη σύγκριση με τα πεπραγμένα του νεοελληνικού κράτους. 
Ερώτηση: Ποια η σχέση ελληνικού κράτους και Έθνους; Υπάρχει η ίδια σχέση και σε άλλες χώρες, όπως π.χ. Γερμανία, Γαλλία ή Αγγλία;
Απάντηση: Σαφώς όχι. Τα ευρωπαϊκά κράτη έσυραν τις κοινωνίες από την φεουδαρχία στον ανθρωποκεντρισμό, έπαιξαν δηλαδή έναν μείζονα ρόλο για την απελευθέρωση των λαών τους. Στην ελληνική περίπτωση το κράτος της νεοτερικότητας, το πολιτικά κυρίαρχο κράτος, αποτέλεσε έναν αναχρονισμό, καθώς ήταν αναντίστοιχο με το ανθρωποκεντρικό ανάπτυγμα (λχ τις ελευθερίες και τα αντίστοιχα θεσμικά βιώματα) της κοινωνίας. Εξού και μεταβλήθηκε σε θεσμό κατοχής επί της κοινωνίας των πολιτών και σε μοχλό αποδόμησης και απαξίωσης του ελληνισμού.
Ερώτηση: Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το ΔΝΤ μας δίνει εξειδικευμένες και τεχνοκρατικές προτάσεις που μας βοηθούν. Τις καλύτερες-βέλτιστες λύσεις μπορεί να τις δώσει μόνο ένας ειδικός;  Γιατί τα κόμματα δεν χρησιμοποίησαν τον κομματικό και κρατικό μηχανισμό για να δώσουν αυτές τις λύσεις;
Απάντηση: Τι θέλουν να πουν; Ότι οι Έλληνες αγνοούν τι πρέπει να γίνει και έρχονται οι θλιβερές εκείνες φιγούρες της τρόικας να μας διαφωτίσουν; Αυτό που μπορεί να διαπιστώσει κανείς είναι ότι το θράσος και η έπαρση που επιδεικνύουν είναι αντίστοιχο με την τραγική δουλοπρέπεια της πολιτικής τάξης και το μέγεθος της επιτροπείας στην οποία υπέβαλε τη χώρα. Διότι η ελληνική κρίση είναι το αποτέλεσμα της ιδιοποίησης του κράτους και μάλιστα της λεηλασίας του δημόσιου αγαθού που επιχείρησε διαχρονικά το ελληνικό πολιτικό προσωπικό και οι συγκατανευσιφάγοι τους. Η παρουσία της τρόικας υπαγορεύθηκε από την άρνηση του πολιτικού προσωπικού να συμπεριφερθεί με όρους δημοσίου συμφέροντος, να απαρνηθεί το καθεστώς της κομματοκρατίας που το θρέφει. Παρέδωσαν τη χώρα στην ξένη επιτροπεία με την ελπίδα ότι έτσι θα διατηρήσουν το καθεστώς του δυνάστη επί της ελληνικής κοινωνίας.
Ερώτηση: Ποία είναι η άποψή σας για την αξιοποίηση της κρατικής περιουσίας. Είναι ένα ζήτημα που έχει προκαλέσει πολλές αντιδράσεις. Όχι για το αν πρέπει να αξιοποιηθεί, κάτι για το οποίο όλοι συμφωνούν, αλλά για τον τρόπο.
Απάντηση: Το διακύβευμα είναι πώς θα γίνει η διανομή του δημόσιου πλούτου και όχι εάν η ιδιοκτησία θα ανήκει στο κράτος ή στον ιδιώτη. Επομένως, το πραγματικό ερώτημα εστιάζεται στο πολιτικό σύστημα. Η πολιτική είναι μια εκρηκτικής ισχύος δύναμη γι’αυτόν που την κατέχει. Πριν από λίγα μόλις χρόνια ενομίζετο ότι το εύρος της  πολιτικής συναρτάτο με το μέγεθος της ιδιοκτησίας του κράτους. Το ζήτημα εντούτοις είναι ποιός κατέχει την πολιτική αρμοδιότητα και όχι ποιός κατέχει την ιδιοκτησία. Το ερώτημα αφορά στην αναδιανομή του οικονομικού κλπ αγαθού και υπό το πρίσμα της ελευθερίας η ιδιοκτησία του συστήματος. Εάν η κοινωνία επενδυόταν το πολιτικό σύστημα, αυτή θα αποφάσιζε πως θα γινόταν η αναδιανομή του οικονομικού προϊόντος. Σήμερα το ερώτημα της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας τίθεται όπως τίθεται ακριβώς διότι την πολιτική αρμοδιότητα την κατέχουν οι δυνάμεις της αγοράς και όχι η κοινωνία.
Ερώτηση: Γίνεται όλο και πιο φανερό ότι τελικά εντός της Ε.Ε υπήρχε ένα μοντέλο κέντρου-περιφέρειας, όπου η περιφέρεια  συντηρούσε το κέντρο. Η πραγματική ένωση των κρατών έχει ελπίδα στον νέο πλαίσιο που διαμορφώνεται; Ποιος ο ρόλος της Γερμανίας στην Ε.Ε σήμερα;
Απάντηση: Μέχρι σήμερα η πολιτική Ευρώπη στηριζόταν στην αρχή των συμφωνημένων συνεργειών, της συναίνεσης και συνήθως της ομοφωνίας. Σήμερα παρατηρούμε ότι η Γερμανία μεταβάλει τους όρους του παιχνιδιού και επιδιώκει να εισαγάγει στη λογική της γυμνής ισχύος στις εσωτερικές υποθέσεις της Ένωσης. Δυο φορές επιχείρησε να ηγεμονεύσει στην Ευρώπη με τα όπλα και την αιματοκύλισε. Τώρα το επιχειρεί με όχημα την πολιτική Ευρώπη και το ευρώ. Τη μοναδική ευκαιρία να εφαρμόσει απροσχημάτιστα το μοντέλο της ηγεμονίας τής το πρόσφερε η Ελλάδα. Ο κίνδυνος που ενυπάρχει είναι να ξεπεράσει τα όρια και να οδηγήσει στην αναίρεση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Ερώτηση: Πιστεύετε ότι η ομογένεια μπορεί να βοηθήσει την χώρα να βγει από το τέλμα; Δεν εννοώ βέβαια το ομολογιακό δάνειο που σκέφτεται να εκδώσει η κυβέρνηση.
Απάντηση: Η ομογένεια θα μπορούσε να βοηθήσει εάν την ενσωματώναμε στον πολιτειακό ιστό της χώρας κατά τρόπο που θα λειτουργούσε εξυγιαντικά για το καθεστώς της κομματοκρατίας που λυμαίνεται το κράτος. Η ιδέα του ομολογιακού δανείου δεν νομίζω ότι θα λειτουργήσει, γιατί θυμίζει το λογαριασμό του νυν Προέδρου της Βουλής. Επικαλέσθηκε τον πατριωτισμό των Ελλήνων για να καταθέσουν τον οβολό τους, ενώ την ίδια στιγμή με την “πολιτεία” του έδειχνε την αχόρταγη πρόθεση της κομματοκρατίας: να καταβάλει το θύμα τη δαπάνη για την κραιπάλη που συνέχιζε να επιδίδεται η πολιτική τάξη. Η Βουλή αύξησε τον προϋπολογισμό της εν μέσω κρίσεως…Δεν νομίζω ότι η διασπορά θα συναινέσει να γίνει η αγελάδα του ιδιοτελούς ελληνικού κράτους.

Ερώτηση: Θα μπορούσε η Ελληνική επιχειρηματική ομογένεια, τα ελληνικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό, οι έδρες ελληνικών σπουδών να αποτελέσουν την ήπια ισχύ της χώρας στην διαμόρφωση της εξωτερικής της πολιτικής;
 
Απάντηση: Η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει μια υπερδύναμη πολιτισμού. Να μεταβάλει τη θέση της στην ιστορία του πολιτισμού σε δυναμική συνιστώσα ευημερίας και επιρροής και, συγχρόνως, να αναδειχθεί άξιος εκπρόσωπός του. Αντί γι’αυτό, η δυναστική κομματοκρατία έχει μεταβάλει τη χώρα σε δύσοσμη πραγματικότητα στον κόσμο. Ώστε, η ερώτησή σας μας επαναφέρει στο κεντρικό πρόβλημα. Δεν υπάρχει διέξοδος χωρίς την αλλαγή του πολιτικού συστήματος, δηλαδή της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής.


 

 




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη