Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετανεωτερικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετανεωτερικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2025

Z. Bauman, [Δράστες, θύματα και "παράπλευρες απώλειες"]




[...] Το φάντασμα της τρωτότητας πλανιέται πάνω από τον “αρνητικά παγκοσμιοποιημένο” πλανήτη. Όλοι βρισκόμαστε σε κίνδυνο, και καθένας μας είναι επικίνδυνος για τον άλλο. Υπάρχουν τρεις μόνο διαθέσιμοι ρόλοι – δράστες, θύματα και “παράπλευρες απώλειες”: για τον πρώτο δεν υπάρχει έλλειψη πλειοδοτών, ενώ οι τάξεις εκείνων που αναλαμβάνουν το δεύτερο και τον τρίτο ρόλο στη διανομή αυξάνονται ασταμάτητα. Όσοι από εμάς υφιστάμεθα ήδη την αρνητική παγκοσμιοποίηση αναζητούμε αλλόφρονες διαφυγή και πνέουμε μένεα. Όσοι έχουν γλυτώσει προς ώρας φρίττουν στην ιδέα ότι η σειρά τους να κάνουν το ίδιο μπορεί να – και θα – έρθει .  [...] 

Z. Bauman, Ρευστός Φόβος, εκδόσεις Πολύτροπον, Αθήνα 2007, σελ. 131.



Κυριακή 12 Μαΐου 2024

Ανθολόγιον 310: π. Ευάγγελος Γκανάς (περί μετανεωτερικότητας)


(...) Ο απόλυτος σχετικισμός των αξιών, που εκφράζεται στη μεταμοντέρνα αρχή του anything goes, ο συνδυασμός των πάντων με τα πάντα σ' ένα παγκόσμιο πολιτιστικό χωνευτήρι, η ανάδειξη του αυθορμητισμού και του ηδονοθηρικού καταναλωτισμού σε ανώτατες αξίες, αποτελούν το πλαίσιο που καθορίζει τη νοοτροπία και τον τρόπο ζωής στις λεγόμενες μαζικές δημοκρατίες κατά την εποχή της μετανεωτερικότητας. (...)

(...) Αυτό όμως που κάνει το λόγο της Εκκλησίας ενεργό και επίκαιρο και στην δική μας εποχή είναι το γεγονός πως απευθύνεται στον αναλλοίωτο, βαθύτερο χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης. (...)


π. Ευάγγελος Γκανάς, «Από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα», στον συλλογικό τόμο: Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήναι 2007, σελ. 425.



Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Σ. Αμάραντος, Η ιδεολογική υπεραξία του νέου στην πολιτική και την οικονομία

πηγή: Αντίφωνο


του Σ. Αμάραντου

Η σύγχρονη εποχή καταξίωσε την έννοια του νέου, αυτοπροσδιοριζόμενη ως νεωτερικότητα και ετεροπροσδιοριζόμενη ως προς τις προηγούμενες ιστορικές εποχές που χρεώνονται τον χαρακτήρα του «παλαιού». Η εποχή που προκύπτει μέσα από την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό ανάγει τον εαυτό της σε καθολικό πρότυπο σύμφωνα με το οποίο αποτιμώνται ως υποδεέστερα όλα τα άλλα πολιτισμικά παραδείγματα. Ο καταλυτικός προσδιορισμός αυτός υποχρέωσε τη διάδοχη της νεωτερικής κοινωνίας εποχή να ονοματίσει τον εαυτό της, θέτοντας τον προϋπάρχοντα ετεροπροσδιορισμό σε αθροιστική σχέση. Έτσι η μετανεωτερικότητα χρησιμοποιεί την ιδεολογία του νέου και την αθροίζει με την πρόθεση «μετά». Συνολικά η διαδικασία αυτή ωθεί στη μεταμόρφωση του «νέου» σε αξία καθεαυτή και του παλιού σε απαξία. Η ποιότητα του κρινόμενου προσώπου ή πράγματος, αντί να προσδιορίζει την αξιολόγησή του, αποτιμάται σε σχέση με το κατά πόσο αποτελεσματικά του αποδίδεται ο χαρακτηρισμός του «νέου». Πράγματι από την αυγή της σύγχρονης εποχής, η κοινωνία συνταράσσεται από ένα σύνολο ρήξεων που αργά ή γρήγορα δίνουν τον συμβολισμό τους σε όλους τους τομείς της ζωής. Οι τεχνικές καινοτομίες, οι οικονομικές σχέσεις, οι πολιτικές ισορροπίες, οι καλλιτεχνικές ανησυχίες, οι κοσμοθεωρητικές αποφάνσεις και οι καθημερινές στάσεις ζωής, βρίσκονται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση. Οι αντιδράσεις του Ρομαντισμού δεν μπόρεσε παρά να επισφραγίσουν το ατελέσφορο της άρνησης των ρυθμών ανατροπής. 
Η άνοδος και η ταξική κυριαρχία της αστικής τάξης, αποτέλεσε τον σημαιοφόρο αυτών των αλλαγών. Στη συνέχεια η ταξική αυτή κυριαρχία, θα έπρεπε να διατηρηθεί με την αποτελεσματική απώθηση των ισχυρών τάσεων ολοκλήρωσης της επαναστατικής ρήξης, των μη ικανοποιημένων κοινωνικών δυνάμεων, στην προοπτική της λεγόμενης αταξικής κοινωνίας, θέτοντας ως μέσο την εκχώρηση μερικών προνομίων (δικαιώματα) προς τους κοινωνικά αδύναμους, ώστε να πάψουν να αποτελούν, σε μια εποχή επαναστατικής όξυνσης, κίνδυνο αποσταθεροποίησης της θεσμισμένης εξουσίας. Η αποκρυστάλλωση της νέας νομιμότητας έπρεπε να διατηρεί τα πάγια χαρακτηριστικά της νέας εποχής, δηλαδή την οιονεί πρόοδο, ενώ ταυτόχρονα οι ανατρεπτικές δυνάμεις της κοινωνίας, έπρεπε να τεθούν υπό έλεγχο. Έπρεπε λοιπόν να μεθοδευτεί μια βολική προς τις ολιγαρχικές βλέψεις της αστικής τάξης χρήση του «νέου». 
Οι δυο κεντρικοί χώροι όπου άσκησαν όλη τους την πίεση οι αστικές βλέψεις, είναι η οικονομία και η πολιτική. Πράγματι, θα μπορούσαμε να καταγράψουμε στον χώρο της οικονομίας τον ιλιγγιώδη ρυθμό της παραγωγής και της κατανάλωσης, ο οποίος στηρίχθηκε στην αποθέωση του νέου. Είτε πρόκειται για πραγματικά νέα δεδομένα της παραγωγής, είτε για εξωτερικές και επιφανειακές ιδιότητες που επενδύθηκαν σε ήδη δεδομένες ιδιότητες πραγμάτων, το νεωτερικό στοιχείο γίνεται φετίχ, ενώ παράλληλα η σύγχρονη κοινωνική θέση και ταυτότητα, δείχνει πως μπορεί να επιβεβαιώνεται μέσα από την κατανάλωση ή και την πιθανότητα κατανάλωσης αυτών των προϊόντων. 
Στον δεύτερο κεντρικό χώρο η πολιτική επικοινωνία στηριζόμενη στην ιδιαίτερη αξιολόγηση του νέου, προωθεί συστηματικά την αντίστοιχη ιδεολογία, μέσα από την οποία είναι σε θέση να χρεώνει, σε εξωτερικές και επέκεινα της ουσίας ιδιότητες, την αξιακή βαρύτητα των πολιτικών προϊόντων και να νομιμοποιεί ή να απονομιμοποιεί αντίστοιχα, συγκεκριμένες πολιτικές κρίσεις και προτάγματα. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να κατοχυρωθεί η επιβίωση στοιχείων με αποδεδειγμένα αρνητική παρουσία στην ιστορία, να καταβαραθρωθούν χρήσιμα υλικά του παρελθόντος και να νοηματοδοτηθούν ως θετικά στοιχεία πολιτικής παρουσίας που δεν υπήρχαν στο παρελθόν. Πρόκειται άρα για την συγκρότηση ενός μηχανισμού ερμηνευτικής αλλοίωσης της πραγματικότητας, με στόχο την χειραγώγηση της κοινωνίας στο επίπεδο των ίδιων της των μέσων αξιολόγησης της πραγματικότητας, η οποία εδράζεται σε μια πραγματική ιστορική εξέλιξη. Στην προοπτική αυτή βλέπουμε, λόγου χάρη, να ορίζεται ο βιολογικός παράγοντας της ηλικίας ως ένα από τα κυρίαρχα κριτήρια πολιτικής επιλογής. Από την άλλη το συναφές διπολικό σύμπλεγμα πρόοδος-συντήρηση, αντλώντας την ιδεολογική του ισχύ από την προϋπάρχουσα κατίσχυση του νέου έναντι του παλαιού, αρκεί, για να αποκαθηλώσει ή να νομιμοποιήσει πολιτικά πρόσωπα και ασκούμενες πολιτικές ανεξαρτήτως περιεχομένου και αποτελέσματος. 
Με άλλα λόγια, οι κυρίαρχες δυνάμεις της ολιγαρχίας, επιχειρούν να κατατάξουν τελεσίδικα και άρα να κρίνουν την κοινωνική πορεία ένας πολιτικού θεσμού, μιας ιδέας και ενός πρόσωπου, προσάπτοντάς τους σχέση ή μη σχέση με την παράμετρο του νέου ως αξία καθεαυτή. Ως εκ τούτου, η ποιότητα και το περιεχόμενο του αντικειμένου που κρίνεται, εξαφανίζεται από τη στοχαστική μας δυνατότητα και η τελευταία υποκύπτει στον άνωθεν έλεγχο των παραγώγων των πολιτικών προϊόντων, στηριζόμενη αναφανδόν στη φενάκη της μη αναγκαίας σύνδεσης του «νέου» με το θετικό.

_____________________________
[*] Οι αναφορές θα μπορούσαν να είναι πολλές. Θα αρκεστώ όμως στην γενική παραπομπή στο συνολικό έργο τριών σημαντικών στοχαστών της σύγχρονης εποχής, όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο Γιώργος Κοντογιώργης. Φυσικά η ερμηνευτική ευθύνη καθώς και το συνθετικό αποτέλεσμα βαραίνει εμένα προσωπικά.


Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Θ.Ι.Ζιάκας: Οικουμένη, Έθνος και ορθόδοξος μυστικισμός


Δεκέμβριος 1997 - Ιανουάριος 1998]
Οι πολιτισμοί θεμελιώνονται στον ειδικό τρόπο που νοηματοδοτούν τη σχέση Ανθρώπου – Θεού. Σε εποχές όπου ο τύπος ανθρώπου που κατασκευάζουν δεν μπορεί να αναπαραχθεί εύκολα ή αποσυντίθεται, ανακύπτει, ως κεντρικό αίτημα και αναζήτηση, η αναθεμελίωση του πολιτισμού, η ανα-νοηματοδότηση της πρωταρχικής υποκειμενοποιητικής σχέσης. Είναι η εποχή του φονταμενταλισμού και του μυστικισμού. Μεγάλες προσδοκίες επενδύονται τότε στη μυστικιστική ενόραση και στις πρακτικές της.

Διεθνές και δεσπόζον σήμερα φαινόμενο είναι ο φονταμενταλισμός και η λεγόμενη “νέα θρησκευτική συνείδηση”, στα πλαίσια της οποίας ο μυστικισμός κατέχει την πρωτοκαθεδρία, εξισούμενος με την “ουσία” της θρησκείας. Είναι ένα φαινόμενο που φανερώνει ότι η κρίση του δυτικού πολιτισμού, του πολιτισμού της νεωτερικότητας, είναι πλέον κρίση θεμελιακή.

Ο Ελληνισμός μετέχει στο φαινόμενο με την αναβίωση του ελληνορθόδοξου μυστικισμού και με τη μεγάλη ακτινοβολία που έχει αποκτήσει το Άγιο Όρος, ως το μόνο ενεργό “μυστικιστικό ηφαίστειο” στον ευρωπαϊκό χώρο. Συγχρόνως ο Ελληνισμός βρίσκεται σ’ ένα επικίνδυνο μεταίχμιο μεγάλων αλλαγών, όπου καλείται να σπάσει τους νάρθηκες του ελλαδισμού[1] και να ξαναβρεί την οικουμενική του διάσταση. Στις συνθήκες αυτές η συζήτηση για τη σημασία, τον ρόλο και την ενδεχόμενη προσφορά του ελληνορθόδοξου μυστικισμού, βρίσκεται εδώ και καιρό στην ημερήσια διάταξη. Το θέμα είναι, με άλλη διατύπωση, η πιθανή μετανεωτερική αξία του μηνύματος που κομίζει στον κόσμο το Άγιο Όρος.

Σχέση Έθνους – Οικουμένης


Το Άγιο Όρος είναι πολιτεία οικουμενική, επί ελληνικού εδάφους. Αντιπροσωπεύονται σ’ αυτό όλα σχεδόν τα έθνη της λεγόμενης “βυζαντινής” ελληνικής Οικουμένης. Ενσαρκώνει την οικουμενική διάσταση του Ελληνισμού, σε άκρα αντίθεση με το κράτος της ελλαδιστικής Ψωροκώσταινας.

Όμως η σχέση Έθνους και Οικουμένης είναι άγνωστη στη σύγχρονη “προοδευτική” και “συντηρητική” διανόησή μας. Γι’ αυτό, πριν μιλήσουμε για το θέμα, πρέπει να δώσουμε το σχετικό αλφάβητο.

Το Έθνος είναι μετοχή στον Κοινό Λόγο μιας καθορισμένης ιστορικής Οικουμένης. Ενός οικουμενικού πολιτισμού. Τα σημερινά έθνη, δηλαδή τα νεωτερικά έθνη, είναι τρόποι ύπαρξης της Νεωτερικότητας. Μετέχουν στον επικρατούντα σήμερα νεωτερικό πολιτισμό με τον ιδιαίτερο δικό τους τρόπο – τη λεγόμενη “εθνική ταυτότητα”. Έθνη υπήρχαν και πριν την εμφάνιση του καπιταλισμού. Ήταν τα έθνη της προνεωτερικής εποχής. Μετείχαν κι αυτά σε αντίστοιχες μορφές Οικουμένης: την Ορθόδοξη (Έλληνες, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρώσοι, Γεωργιανοί κ.ά.), την Καθολική-παπική, την Ισλαμική κ.λπ. Μετοχή στη νεωτερικότητα σημαίνει ότι σε όλα τα σύγχρονα έθνη η νεωτερική παράδοση είναι κυρίαρχη. Δηλαδή: Ελέγχει την παιδεία. Τα πρότυπά της είναι κυρίαρχα. Καθορίζει αυτή, περισσότερο από κάθε άλλη, την ιεράρχηση των αναγκών. Είναι ο κοινός πολιτισμικός παρονομαστής, ανάμεσα στην Αμερική π.χ. και στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Κίνα ή το Μπουρούντι…

Η οικουμενικότητα είναι πάντοτε σχετική. Η νεωτερική οικουμενικότητα έχει σήμερα πλανητική διάσταση. Καμιά προηγούμενη δεν την είχε. Όλες τους εκτείνονταν σε μέρος μόνο του πλανήτη. Ποτέ στο σύνολό του. Αυτή είναι μια καθοριστική διαφορά της σημερινής Οικουμένης από τις παλιότερες. Αλλά η σχετικότητα δεν είναι μόνο γεωγραφική. Είναι ήδη φανερό ότι τα νεωτερικά οικουμενικά πρότυπα δεν έχουν την καθολικότητα, την πραγματική οικουμενικότητα, που νόμιζαν οι διαφωτιστές. Δεν είναι για όλους, αλλά μόνο για τους λίγους. Στη γενίκευσή τους είναι οφθαλμοφανώς ασυμβίβαστα με την επιβίωση της ζωής στον πλανήτη. Ανάλογα ελλείμματα οικουμενικότητας, σε άλλη κλίμακα βέβαια, είχαν και οι προνεωτερικές μορφές Οικουμένης.

Οι διαφορετικές μορφές Οικουμένης παραπέμπουν σε διαφορετικούς τύπους εθνών. Τα νεωτερικά έθνη είναι τύπος εθνών διαφορετικός από τα προνεωτερικά. Οι ιστορικοί τύποι ζουν σωρευτικά στο σημερινό έθνος. Το έθνος υφίσταται έτσι ως σχηματισμός παραδόσεων. Ως ταυτόχρονη μετοχή σε διαφορετικές μορφές Οικουμένης, οι οποίες υφίστανται, ως δρώσες παραδόσεις, σε καθορισμένες σχέσεις μεταξύ τους. Κυρίαρχη παράδοση, κεντρική παράδοση, περιφερειακές παραδόσεις. Κυρίαρχη είναι σήμερα η νεωτερική. Κεντρική είναι, στα παλιά έθνη, όπως το ελληνικό, το κινεζικό κ.ά. η ιστορικότερη από τις προνεωτερικές παραδόσεις. Κεντρική σε μας είναι η Ορθοδοξία, αν μιλάμε για το θρησκευτικό πεδίο. Ο Κοινοτισμός αν μιλάμε για το πολιτειακό. Το Πρόσωπο αν μιλάμε για το οντολογικό πεδίο. Η ελληνική Κοινή αν μιλάμε για το γλωσσικό. Στην αγιορείτικη Πολιτεία όλες αυτές οι παραδόσεις υφίστανται ως ενιαία παράδοση και αποτελούν όχι μόνο την κεντρική, αλλά και την κυρίαρχη παράδοση. Εξακολουθεί να ζει εκεί “το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο”. Βεβαίως η νεωτερικότητα μπήκε στο Όρος και το επηρέασε, από πολλές πλευρές, με την κοινή σε όλο τον ορθόδοξο χώρο έκφραση, που είναι το ζεύγμα ευσεβισμού-εθνοφυλετισμού, αλλά δεν απέκτησε την επιρροή ηγετικής παράδοσης, όπως στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο.

Η οικουμενικότητα δεν “αποκλείει” την εθνικότητα. Ούτε η εθνικότητα την οικουμενικότητα. Όπως πιστεύουν οι “προοδευτικοί” και οι “συντηρητικοί” μας φωστήρες. Το ένα προϋποθέτει το άλλο. Είναι η κλασική σχέση “ουσίας” και “υπόστασης”. Όλου και μέρους στο πεδίο του πολιτισμού.

Οι μεταβατικές εποχές


Οι μεταβάσεις, από μια μορφή Οικουμένης σε άλλη, είναι ιδιαίτερες εποχές, όπου ρευστοποιούνται οι πριν παγιωμένες πολιτισμικές δομές. Οι εποχές αυτές έχουν έντονα τα χαρακτηριστικά της “θεμελιακής” αναζήτησης. Είναι εποχές συγκρητισμού και αναθεμελίωσης.

Σήμερα η νεωτερικότητα αμφισβητείται παντού στον κόσμο. Παράλληλα ένας όψιμος “εκσυγχρονισμός” προσπαθεί να επαναλάβει το “αποτυχημένο” πείραμα εκνεωτερισμού, σε όλες σχεδόν τις χώρες της περιφέρειας. Η κυοφορούμενη μετανεωτερική μορφή Οικουμένης, αν γεννηθεί, θα αναδείξει ασφαλώς τον δικό της τύπο έθνους: το μετανεωτερικό έθνος. Από τη νεωτερική εθνική ταυτότητα βαίνουμε πιθανώς για μια άλλη μετανεωτερική. Η πάλη για τη μετανεωτερική αναμόρφωση της Οικουμένης και των εθνών, συνιστά βασική τάση στην τρέχουσα διεθνή κατάσταση. Η λεγόμενη “παγκοσμιοποίηση” δεν πρόκειται να εξαλείψει τα έθνη, απλώς θα τα αλλάξει. Το ζήτημα είναι να δει κανείς ποιο θα είναι το περιεχόμενο της μετανεωτερικής εθνικότητας. Ποιος θα είναι ο Κοινός Λόγος της μετανεωτερικής Οικουμένης.

Το μετανεωτερικό ανιχνεύεται στα συμπτώματα της κρίσης του νεωτερικού, τα οποία υποδηλώνουν ένα σαφέστατο έλλειμμα οικουμενικότητας, ήδη απειλητικό για την αναπαραγωγή του παγκόσμιου συστήματος. Απ’ έξω φαίνεται σαν “έλλειμμα δικαιοσύνης“, συναγόμενο από την πρωτοφανή εθνική και κοινωνική ανισότητα, που συμπυκνώνεται εκρηκτικά στο χάσμα Βορρά-Νότου. Επίσης σαν επικίνδυνο έλλειμμα οικολογικής ισορροπίας. Από μέσα φαίνεται σαν ανθρωπολογική αποσύνθεση. Έλλειμμα υποκειμενικότητας. Έκλειψη του υποκειμένου. Αυτονόμηση των συστημάτων. Μηχανοποίηση του ανθρώπου.

Κατά βάθος ζούμε το φαινόμενο που ονομάζουμε κρίση της εξατομίκευσης. Ο νεωτερικός πολιτισμός είναι εξατομικευτικός πολιτισμός. Παίρνει τον άνθρωπο από τη στιγμή της γέννησής του και τον εκπαιδεύει έτσι ώστε να γίνει Άτομο. Σε αντίθεση με τους κολεκτιβιστικούς πολιτισμούς, που φροντίζουν να καταπνίγουν την ατομικότητα μέσα στον άνθρωπο, κάνοντάς τον ανίκανο να απογαλακτισθεί από την ομάδα. Ο νεωτερικός εξατομικευτικός πολιτισμός είναι ο τρίτος στην Ιστορία, μετά τους αρχαίους, τον ελληνικό[2] και τον ρωμαϊκό. Από την ελληνική, αλλά και τη ρωμαϊκή εμπειρία, ξέρουμε, αυτό που επιβεβαιώνουμε σήμερα: ότι η εξατομίκευση, όταν πλησιάσει στο κατώφλι της ολοκλήρωσής της, έρχεται αντιμέτωπη με τις εσωτερικές της αντιφάσεις, οι οποίες εξωτερικεύονται με τη μορφή τρομερών κοινωνικών προβλημάτων, τα οποία δεν μπορούν να λυθούν χωρίς “αλλαγή παραδείγματος”. Τότε το Άτομο διασπάται και το κοινωνικό οικοσύστημά  του καταρρέει. Η δε παράδοση-τροφός του περιέρχεται σε θανάσιμη “κρίση ταυτότητας”. Δυστυχώς οι επεξεργασίες μας πάνω στο καίριο αυτό θέμα είναι ακόμη στα σπάργανα.[3]

Ξέρουμε από την εποχή του Ηράκλειτου ότι ο άξονας κάθε Οικουμένης είναι θρησκευτικός. “Τρέφονται γαρ πάντες οι ανθρώπιοι νόμοι υπό ενός του θείου“. Είναι, όπως είπαμε και στην αρχή, η νοηματοδότηση της σχέσης Ανθρώπου – Θεού. Η νεωτερική νοηματοδότηση, εντελώς πρωτότυπη, ήταν η εξής: Ο Θεός είναι Μηδέν. Η σχέση με τον Θεό είναι σχέση με το Μηδέν. Γι’ αυτό και πολλοί θεωρητικοί της κρίσης της νεωτερικότητας αναγνώρισαν στον Μηδενισμό το τελικώς σαθρό θεμέλιο της νεωτερικής εξατομίκευσης. Η μηδενιστική νοηματοδότηση της θεμελιακής υποκειμενοποιητικής σχέσης είχε γίνει, σημειωτέον, καθαρώς για λόγους μεταφυσικής διασφάλισης της ατομικής ελευθερίας. Λόγους απολύτως δικαιωμένους ιστορικά, αφού ο θεός της μεσαιωνικής Δύσης παραήταν δεσποτικός και ανελεύθερος.

Η μηδενιστική νεωτερική “θέσμιση”, λόγω του ελλείμματος οικουμενικότητας στο οποίο αναφερθήκαμε, αμφισβητείται ήδη ριζικά. Απ’ έξω την πολεμά ο φονταμενταλισμός. Από μέσα τη ροκανίζει η λεγόμενη “νέα θρησκευτική συνείδηση”, στην οποία περιλαμβάνονται και οι περισσότερες μορφές της οικολογίας.

Η φονταμενταλιστική αμφισβήτηση έχει ευρύ ριζοσπαστικό βεληνεκές, διότι βοηθά τους λαούς της περιφέρειας να βγουν από την εθνική αλλοτρίωση. Να απαλλαγούν από τον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό της νεωτερικής παράδοσης. Οξύνει την αυτοσυνειδησία τους και τείνει να μετατρέψει τα περιφερειακά έθνη σε υποκείμενα της σύγχρονης ιστορίας τους. Ο φονταμενταλισμός είναι ωστόσο παγιδευμένος. Όχι μόνο από τη νεωτερική αλλοτρίωση των προνεωτερικών παραδόσεων, αλλά και από τα δικά τους ιστορικά ελλείμματα οικουμενικότητας, που είναι πολύ μεγαλύτερα απ’ αυτό της νεωτερικής παράδοσης. Ο βασικός λόγος, που ο φονταμενταλισμός δεν συνιστά εναλλακτική λύση στη νεωτερικότητα, είναι γιατί τα πρότυπα που επικαλείται είναι κολεκτιβιστικά.[4] Ανάλογη είναι η κατάσταση και με τη λεγόμενη “νέα θρησκευτική συνείδηση” που αναπτύσσεται στη Δύση. Ενώ αυτό που ζητά ο δυτικός άνθρωπος από τη “νέα πνευματικότητα” είναι η διάσωση του ατόμου, η αναγέννησή του σε ένα ανώτερο επίπεδο, όπου θα αίρεται η αντίθεση ελευθερίας – δικαιοσύνης και ανθρώπου – φύσης, παγιδεύεται σε οντολογίες κοσμοκεντρικές και κατά βάθος κολεκτιβιστικές. Ενώ καταρρίπτει τις επαναπαυτικές ανοησίες του θετικισμού και καλεί το άτομο στην εγρήγορση και την υπευθυνότητα, η “νέα πνευματικότητα” είναι αδιόρατα δεσμευμένη στην άγονη τροχιά της μεταφυσικής απροσωπίας. Οι μεταφυσικές της είναι σαφώς προχριστιανικές.[5]

Η κρίση του νεωτερικού μηδενισμού, ο φονταμενταλισμός και ο “νέος μυστικισμός“, συνθέτουν το ιστορικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο καλούμαστε να αναρωτηθούμε για τον ρόλο της κεντρικής μας παράδοσης στον σύγχρονο κόσμο. Και ειδικότερα για τον ρόλο του Αγίου Όρους, δηλαδή του χώρου όπου η παράδοση αυτή ότι έχει υποστεί τη λιγότερη νεωτερική αλλοτρίωση.

Η σημασία του ελληνορθόδοξου μυστικισμού


Το ζητούμενο (και διαφιλονικούμενο) είναι ο τύπος ανθρώπου. Το δυναμικό άτομο της νεωτερικότητας δίνει τη θέση του στο αυτοματισμένο άτομο. Ο άνθρωπος-κατασκευαστής συστημάτων υποδουλώνεται στα συστήματα, η αναπαραγωγή των οποίων αποβαίνει και ο σκοπός της χαμοζωής του. Ποιος είναι ο ζητούμενος μετανεωτερικός τύπος ανθρώπου, αν αυτός δεν θέλουμε να είναι το Αυτόματο; Ιδού το κεντρικό ερώτημα. Η σύζευξη ανθρώπου-μηχανής είναι, όλο και περισσότερο, το δεδομένο αντικειμενικό πλαίσιο του ανθρωπολογικού προβλήματος σήμερα. Ο άνθρωπος-μηχανή ζητά τον τρόπο να υπερβεί τη μηχανικότητα, μέσα κι έξω του.

Έχει απάντηση η ελληνική παιδεία; Η όποια ελληνική παράδοση;

Από τις διάφορες μερίδες της διανόησής μας μόνο η λεγόμενη “νεορθόδοξη” έχει δώσει απάντηση. Η λεγόμενη “προοδευτική”, βαθιά νυχτωμένη, δεν δέχεται καν το ερώτημα. Γι’ αυτήν η νεωτερικότητα είναι το “τέλος της Ιστορίας”. Δεν υπάρχει “πέραν” της νεωτερικότητας. Μόνο “πίσω” υπάρχει. Ούτε η λεγόμενη “συντηρητική” μερίδα έχει δώσει κάποια απάντηση. Δεν ασχολείται με  τέτοια ζητήματα. Η μόνη απάντηση που διαθέτουμε είναι λοιπόν αυτή των “νεορθόδοξων” για το Πρόσωπο. Η ενιαία ελληνική παράδοση γνωρίζει το Πρόσωπο, ως ανθρωπολογικό τύπο, ο οποίος υπερβαίνει το δίπολο ατομικισμού-κολεκτιβισμού. Το Πρόσωπο είναι υποκείμενο αγαπητικής και όχι κυριαρχικής-εξουσιαστικής κοινωνικής ενέργειας, όπως το Άτομο. Υποτίθεται μάλιστα ότι μας διδάσκει, η παράδοση αυτή, πώς φτιάχνεται ο εν λόγω τύπος υποκειμένου.

Από τις παραδοσιακές περιγραφές μπορούμε, όντως, να διαπιστώσουμε ότι το Πρόσωπο ταιριάζει εκπληκτικά με τον τύπο ανθρώπου που ζητάμε στα πλαίσια της μετανεωτερικής αναζήτησης. Η μόνη σοβαρή επιφύλαξη που θα μπορούσα να διατυπώσω είναι μήπως περιγράφει ένα ιδανικό, που είναι μεν ωραίο αλλά αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Μπορεί το Πρόσωπο να ενσαρκωθεί σε πρακτική πρόταση; Αυτό είναι που μετράει.

Η πίεση του πρακτικού ερωτήματος είναι, ουσιαστικά, και το αίτιο, που προκάλεσε την αναβίωση του μοναχισμού στον ελληνικό χώρο και την εκπληκτική άνοδο της ακτινοβολίας του Αγίου Όρους. Το ερώτημα απευθύνεται, πριν απ’ όλα, στους καλογήρους μας. Μπορούν να ανταποκριθούν στο πιεστικό αυτό αίτημα των καιρών; Δύσκολη η απάντηση, αλλά προκειμένου για το Όρος πρέπει να είναι, ασφαλώς, πιο εύκολη, σε σύγκριση με την κρατικοποιημένη ελλαδική εκκλησία. Υποτίθεται, επαναλαμβάνουμε, ότι εκεί είναι λιγότερο βαρύ το νεωτερικό κέλυφος και η εξ αιτίας του στρεβλωτική αλλοτρίωση. Το Όρος υπήρξε η Κιβωτός της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Η οικουμενικότητά του παραμένει ζωντανή. Ο ελληνισμός του υπέρτερος του ελλαδισμού.

Ας υποθέσουμε ότι έχουμε διατυπώσει σωστά το ερώτημα. Ότι δηλαδή ζητάμε τον μετα-ατομικό, μετα-κολεκτιβιστικό, μετα-μηχανικό άνθρωπο. Ας υποθέσουμε, επί πλέον, ότι αυτός είναι το Πρόσωπο. Ας υποθέσουμε τέλος ότι η αθωνική Πολιτεία κρύβει μέσα της, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τη δυνατότητα πραγμάτωσης του ιδανικού αυτού.[6] Τίθεται το ερώτημα: πώς φανταζόμαστε το δια ταύτα, το πρακτέο, την παρέμβαση στο ιστορικό πρόβλημα;

Από τη στιγμή που μιλάμε για σκόπιμη δραστηριότητα αυτή αυτομάτως προσδιορίζεται σε δύο μέτωπα: α) Ως ειδική εκπαίδευση που δίνει στο άτομο την ικανότητα να υπερβαίνει τη μηχανικότητα, μέσα κι έξω του. Και β) ως οικοδόμηση Κοινότητας (όχι σέκτας) ικανής να αντέχει στο μηχανικό περιβάλλον των συστημάτων και να το αλλοιώνει, λειτουργώντας ως ενσάρκωση του Προσώπου. Μιλάμε λοιπόν για προσωποκεντρική εκπαίδευση, αφ’ ενός και για δημιουργία προσωποκεντρικών κοινοτήτων, αφ’ ετέρου. Ή αλλιώς: για το πώς μαθαίνουμε να αποκτούμε την Αγάπη, που συνιστά το Πρόσωπο και για το πώς οικοδομούμε Κοινότητα πάνω στην “Άκτιστη” αυτή Ενέργεια.

Αυτά τα δυο είναι που προσδοκούμε από το πιο συνειδητό και εξελιγμένο δυναμικό της οικουμενικής μας παραδόσεως. Αν είχαμε καρποφορία στις δυο αυτές κατευθύνσεις, θα μπορούσε να δοθεί το έναυσμα για τη δημιουργία μιας νέας οικουμενικής παραδόσεως, ικανής να μπει στη θέση της νεωτερικής και να καλύψει τα κενά και τους κινδύνους που δημιουργεί η κατάρρευσή της. Θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να βγάλει τη μετανεωτερική αναζήτηση από τον κλειστό φονταμενταλιστικό και “νεοθρησκευτικό” της ορίζοντα.

Αν, όπως πιστεύουν οι συνθρησκειώτες μας, ο Λόγος του Προσώπου είναι υπεριστορικός, αλλά ενσαρκώνεται μέσα στην Ιστορία. Αν οι ιστορικές μορφές ενσάρκωσης του Λόγου είναι πάντοτε πεπερασμένες και σχετικές και κατ’ ανάγκην διαφέρουν από πολιτισμό σε πολιτισμό. Τότε καλούμαστε, ουσιαστικά, να περάσουμε σε μιαν άλλη μορφή ιστορικού χριστιανισμού. Απροσδιόριστα διαφορετική από εκείνη του νεωτερικού ή του προνεωτερικού ιστορικού χριστιανισμού. Πώς ακριβώς θα είναι ο μετανεωτερικός ιστορικός χριστιανισμός δεν μπορούμε να το ξέρουμε, αλλά αν δεν είμαστε σταθεροί στη διαχρονική ουσία της τριαδικής παραδόσεως και ανοιχτοί σε νέες μορφές δεν θα μπορέσουμε φυσικά ποτέ να το μάθουμε.

Περιορισμοί


Σε κάθε πρόταση η διερεύνηση των περιορισμών αποτελεί σημαντικό θέμα. Αν δεν εντοπίσεις τους υφιστάμενους περιορισμούς και δεν τους παρακάμψεις, είσαι καταδικασμένος να μείνεις στις καλές προθέσεις και στους ευσεβείς πόθους.

Στην περίπτωσή μας μπορούμε να κατατάξουμε τους υφιστάμενους περιορισμούς σε τρεις βασικές κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία σχετίζεται με το νεωτερικό κέλυφος που βαραίνει πάνω στην Ορθόδοξη παράδοση και το οποίο δημιουργήθηκε σαν αποτέλεσμα της προσπάθειάς της να επιβιώσει στα πλαίσια του νεωτερικού πολιτισμού. Η δεύτερη κατηγορία συνδέεται με την αλλοτρίωση που έχει επιφέρει στην Ορθόδοξη παράδοση η υποταγή στη νεωτερικότητα και εξ αιτίας της οποίας έχουν νοθευτεί σοβαρά τα κριτήρια. Η τρίτη κατηγορία περιορισμών συνδέεται με τις επιβιώσεις του προνεωτερικού ελλείμματος οικουμενικότητας, εξ αιτίας του οποίου στο παρελθόν υπερφαλαγγιστήκαμε από το Ισλάμ και τη φραγκοτευτονική Δύση. Ο χώρος δεν μας επιτρέπει ανάλυση και των τριών κατηγοριών. Για κάποια στοιχεία πάνω στις δυο πρώτες θα παραπέμψω τον αναγνώστη στα βιβλία μου Έθνος και Παράδοση[7] και Έκλειψη του Υποκειμένου,[8] για να αναφερθώ εδώ δι’ ολίγων στους προνεωτερικούς περιορισμούς.

Ο μοναχισμός ξεκίνησε ως αμυντικό κίνημα: Φεύγω στην έρημο για να διαφυλάξω την αυθεντικότητα του χριστιανικού βιώματος. Για να σώσω το ιδεώδες από την απειλούμενη παραχάραξη. Αναδιπλώνομαι μακριά από τον κόσμο, σε αναμονή ευνοϊκότερων ιστορικών συνθηκών. Παραιτούμαι, προσωρινά, από το παράγγελμα “πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη” και “ως εν ουρανώ και επί της γης”. Όμως ουδέν μονιμότερον του προσωρινού. Η φυγή από τον κόσμο έγινε ιδανικό, οριστική. Τούτο αποτελούσε σαφώς και εξακολουθεί να αποτελεί, στρεβλή κατανόηση του χριστιανισμού. Ο Χριστός πήγε στην έρημο, αλλά μόνο για σαράντα μέρες. Όχι για ολόκληρη τη ζωή του. Εμείς, κόβοντας τον Χριστό σε φέτες, παίρνουμε το κομμάτι που μας βολεύει. Στην προκειμένη περίπτωση μόνο το κομμάτι που αντιστοιχεί στις σαράντα μέρες. Είναι αυτονόητο ότι η φυγή, για κάποιο διάστημα, ενώ είναι νόμιμη και αναγκαία, δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι αναγκαία για λόγους προετοιμασίας, ώστε η επάνοδος στον κόσμο και η δουλειά μέσα στον κόσμο, να είναι αποτελεσματική. Το μοναστήρι είναι ένα είδος πανεπιστήμιο. Δεν λέμε πως δεν χρειάζεται. Απεναντίας: χωρίς τριτοβάθμια εκπαίδευση απλώς δεν έχεις εκπαίδευση. Και χωρίς εκπαίδευση δεν έχεις τίποτα. Αλλά δεν πάμε στο πανεπιστήμιο για να σπουδάζουμε αιωνίως. Ο σκοπός είναι να βοηθήσουμε τον κόσμο, όχι τον εαυτό μας. Βοηθάμε και “σώζουμε” τον εαυτό μας, μόνο στο μέτρο που βοηθούμε και “σώζουμε” τον κόσμο.

Υπάρχει λοιπόν στον δικό μας ιστορικό χριστιανισμό μια ορισμένη στρέβλωση, ως προς τη θέση του μυστικισμού. Είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε τις ρίζες της στρέβλωσης αυτής. Βρίσκονται στην εποχή της ελληνικής παρακμής. Ο στωικισμός, ο επικουρισμός, ο νεοπλατωνισμός, ο γνωστικισμός, είχαν έναν κοινό παρονομαστή: η αριστοκρατία του πνεύματος αποσύρεται στον Κήπο της, μακριά από την ακάθαρτη πολιτειακή πραγματικότητα. Ο πνευματικός άνθρωπος μεταβάλλεται σε ιδιώτη, ατομικά ή κατά ομάδες. Η τραυματική εμπειρία της χρεοκοπίας του ελληνικού πολιτειακού ιδεώδους, της Πολιτείας της βασισμένης στο αυτεξούσιο ελληνικό άτομο, αφού μεταλλάχθηκε σε θεοποίηση του ηγεμόνα και εισαγωγή των περσικών αυτοκρατορικών προτύπων, ως αναγκαίων για την ύπαρξη “Οικουμένης”, έγινε θεωρία δικαιωτική της αποχής του πνευματικού ανθρώπου από τα πολιτειακά δρώμενα. Η Άνω Πόλις παίρνει διαζύγιο από την Ενθάδε Πόλιν και αυτή η τελευταία εκχωρείται στον Διάβολο (τον “άρχοντα του κόσμου τούτου”) και τελικά στον Σουλτάνο. Η “συναλληλία” υπήρξε μόνο στο πεδίο της ιδεολογίας, όχι στην πράξη. Δεν ισχυρίζομαι εδώ ότι μπορούσε να γίνει (ή όχι) και διαφορετικά. Απλή διαπίστωση κάνω. Δεν ισχυρίζομαι επίσης ότι αυτή η γραμμή κυριάρχησε απόλυτα ή στις περισσότερες περιπτώσεις. Είναι σίγουρο, πάντως, ότι δεν ήταν αυτή η γραμμή του οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου, του Μεγάλου Βασιλείου, του Χρυσοστόμου, του Μαξίμου του Ομολογητή, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά ή του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Όμως η σχέση των δύο γραμμών δεν έγινε ποτέ αντικείμενο διεξοδικών διευκρινίσεων. Ο όρος “συγκόλληση” θα ήταν ο καταλληλότερος για να αποδώσει αυτό που ίσχυσε στην πράξη.

Η σχέση των δύο γραμμών πρέπει να επανακαθοριστεί σήμερα διεξοδικά. Εξάπαντος και κατεπειγόντως. Αλλιώς θα ενσωματωθεί και ο Ορθόδοξος μυστικισμός στο “πάτσγορκ” της λεγόμενης “νέας θρησκευτικής συνείδησης”. Ήδη έχουν γίνει αρκετά βήματα στην κατεύθυνση αυτή. Η ευθύνη των πλέον φωτισμένων από τους μοναχούς μας είναι επί τούτου μεγάλη. Ο μοναχισμός μας πρέπει να λειτουργήσει συνειδητά σαν “μετανεωτερικό σχολειό”. Όπου ξυπνάς, μαθαίνεις πώς πολεμιέται ο Διάβολος και βγαίνεις έπειτα στον κόσμο να φτιάξεις αγαπητικές κοινότητες. Κι αν τα βρεις σκούρα ξαναγυρίζεις, για περαιτέρω εκπαίδευση. Αυτό που χρειάζεται ο κόσμος είναι Κοινότητες Προσώπων, δίχως τις οποίες δεν μπορούν να υπάρξουν Έθνη Κοινοτήτων και Κοινότητες Εθνών.


[1] Ελλαδισμός είναι η βασική νεοελληνική ιδεολογία. Σύμφωνα μ’ αυτήν ο Ελληνισμός περιορίζεται στα πρώτα κυρίως εδαφικά όρια του ελλαδικού κράτους: Πελοπόννησο και Στερεά. Αποτελεί άρνηση της ρωμαίικης οικουμενικότητας.
[2] Βεβαίως το νεωτερικό άτομο είναι άλλου τύπου από το ελληνικό. Μας διαφεύγουν οι διαφορές τους επειδή επικρατεί ο μύθος ότι τάχα οι Έλληνες δεν ήταν Άτομα. Ότι το Άτομο είναι δυτική ανακάλυψη. Πρόκειται για μύθο που βολεύει τόσο τους “φωταδιστές”, που μας θέλουν αιωνίως προσκολλημένους στη μιμητική εισαγωγή του νεωτερικού ανθρωπολογικού τύπου, όσο και τους “σκοταδιστές”, οι οποίοι δαιμονοποιούν τη δυτική ατομικότητα και εκχωρούν την αρχαία Ελλάδα στον δυτικό πνευματικό αποικισμό. Όταν αυτοί οι τελευταίοι μιλούν για εξατομίκευση εννοούν την “αποκοπή από την ομάδα”, πράγμα που είναι σύμπτωμα της κρίσης των εξατομικευτικών πολιτισμών και όχι της ανάπτυξής της. Η ατομοκεντρική κοινωνία στηρίζεται στην ενεργό μετοχή του Ατόμου. Δεν στηρίζεται στον Ιδιώτη ή στον περιθωριακό.
[3] Στοιχεία για την προβληματική αυτή, βλ. Άρδην, τ. 9.
[4] Περισσότερα για τον φονταμενταλισμό, βλ. Άρδην, τ. 10.
[5] Περισσότερα για τη “νέα θρησκευτική συνείδηση”, βλ. περιοδικό Ανιχνεύσεις, τεύχος Σεπτεμβρίου, Θεσσαλονίκη 1997.
[6] Χρησιμοποιώ τον όρο “ιδανικό”, ως προσιτότερο στη σύγχρονη αντίληψη. Στην ορθόδοξη παράδοση καλύπτεται από τους όρους “εσχατολογικό” και “οντολογικό”. Η διαφορά είναι σημαντική: Αν το Πρόσωπο είναι “ιδανικό” καλούμαστε να γίνουμε κάτι που δεν είμαστε. Ενώ αν το Πρόσωπο έχει εσχατολογική-οντολογική νοηματοδότηση, τότε καλούμαστε να γίνουμε αυτό που πραγματικά είμαστε. Να περάσουμε, όπως λέγεται, από το “παρά φύσιν” στο “κατά φύσιν”.
[7] Εναλλακτικές Εκδόσεις. Αθήνα 19972.


Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Ανθολόγιον 139: π. Ευάγγελος Γκανάς

(...) Μια ορθόδοξη θεολογία για τον 21ο αιώνα θα αντιπαρατεθεί με τη νεωτερικότητα, αλλά με σκοπό να τη διασώσει. Δεν θα υιοθετήσει μια επιστροφή πρός το προ-νεωτερικό, αλλά οφείλει να προσφέρει μια νέα σύνθεση, εναλλακτική απέναντι στη σύγχρονη μορφή του (μετα)νεωτερικού κόσμου. (...)

π. Ευάγγελος Γκανάς, "Αυτοδικαιωτική εσωστρέφεια ή δημιουργική έξοδος πρός τον κόσμο: Το δίλημμα της ορθόδοξης θεολογίας για τον 21ο αιώνα" , στο περιοδικό "Νέα Ευθύνη", τεύχος 15 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2013), σελ. 41 (απόσπασμα). [Ολόκληρο το άρθρο του π. Ευαγγέλου Γκανά δημοσιεύεται στις σελ. 38-42 του μνημονευθέντος περιοδικού].


Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Δημήτρης Αγγελής, Μετανεωτερικότητα και Θρησκεία

Με αφορμή τη συζήτηση για την αποκαθήλωση των χριστιανικών συμβόλων



Η εποχή της νεωτερικότητας, της οποίας τους έσχατους καιρούς διανύουμε σήμερα («ύστερη νεωτερικότητα», κατ’ άλλους μελετητές έχουμε ήδη εισέλθει σε επόμενο στάδιο, αυτό της «μετανεωτερικότητας»), είναι η εποχή της αυτονόμησης του ατόμου από τις καταπιεστικές εξουσίες του παρελθόντος (απ’ το λεγόμενο ancien regime: δηλαδή τα αυταρχικά, απολυταρχικά καθεστώτα, την συμπλέουσα με αυτά Εκκλησία, τις προλήψεις, κλπ.), εποχή που ξεκινάει από την προτεσταντική Μεταρρύθμιση (1517-1600 περίπου), περνάει από το στάδιο του Διαφωτισμού, φτάνει στη Γαλλική Επανάσταση (1789) και στη εγκαθίδρυση του γαλλικού λαϊκού ή ουδετερόθρησκου κράτους (1905), για να καταλήξει στις μέρες μας.  


Ο θρησκευτικός, πάντως, επικαθορισμός της χρονικής αφετηρίας της νεωτερικότητας είχε δύο πολύ σημαντικές συνέπειες: από τη μια μεριά, την ταχύτατη εξάπλωση της Διαμαρτύρησης που ως κατεξοχήν έκφραση του αυτόνομου, αυτοκαθοριζόμενου κι εκκοσμικευμένου υποκειμένου παρουσιάζει, σε σχέση με τα δεδομένα της θρησκευτικά αποχρωματισμένης εποχής μας, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα έναντι των συμπαγών χριστιανικών δογμάτων, λόγω και της καταστατικής της πολυφωνίας. Από την άλλη, συνέδεσε την ίδια τη νεωτερικότητα με μία εντατική προσπάθεια απεξάρτησης του ατόμου από τους παραδοσιακούς θρησκευτικούς δεσμούς, προσπάθεια που άλλοτε εκφράστηκε βίαια κι επιθετικά (π.χ. Γαλλική Επανάσταση), κι άλλοτε σε επίπεδο θεωρητικό, ως οξύτατη σύγκρουση στο πεδίο των ιδεών.
Γεγονός, πάντως, είναι ότι υπάρχει μια σχέση έντασης μεταξύ θρησκείας και νεωτερικότητας, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που θα μπορούσε κανείς ν’ αναρωτηθεί αν αυτή καθαυτή η θρησκευτική πίστη είναι συμβατή με την εποχή μας. Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο σύνθετο εξαιτίας της θεσμικής και πολιτισμικής αναδιάρθρωσης του συνόλου των κοινωνικών αξιών, λόγω της παγκοσμιοποίησης: όσο η πολυπολιτισμικότητα κερδίζει έδαφος σε βάρος τής κατά τόπους επικρατούσας ηθικής κοινότητας και εξαπλώνεται γύρω μας ένας πλουραλισμός αντικρουόμενων ιδεών κι ένας πολυθεϊσμός αξιών, τόσο περισσότερο γίνεται αναγκαία μια ξεκάθαρη διαμεσολαβητική πολιτική θεωρία που θα θέτει τους έλλογους και εύλογους, κατά Ρώλς, κανονιστικούς όρους προκειμένου ν’ αποφεύγονται, στο πλαίσιο της αρχής της ανεκτικότητας και της αποδοχής του άλλου, οι συγκρούσεις και να διασφαλίζεται η κοινωνική ειρήνη. Τούτο, ευθύς αμέσως συνεπάγεται μια σχετικοποίηση και περιθωριοποίηση της θρησκευτικής διερμηνείας του κόσμου, καθώς και μια σταδιακή απαξίωση κάθε υπερβατολογικής συμβολικής που με οποιοδήποτε τρόπο επηρεάζει την συμπεριφορά των πολιτών.  
Η νεωτερική απομάγευση του κόσμου, που τόσο παραστατικά έχει περιγράψει ο Βέμπερ, έχει θέσει σήμερα την Εκκλησία, ή μιλώντας γενικότερα τις θρησκείες, στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, επιτρέποντας μια επιλεκτική και καθαρά χρησιμοθηρική πρόσληψη των θρησκευτικών αξιών. Έτσι, από τη μια μεριά η παρουσία της Εκκλησίας επικροτείται όταν κρίνεται ότι παράγει έργο κοινωνικά επωφελές, συμπληρώνοντας τις ελλείψεις του κρατικού συστήματος πρόνοιας. Από την άλλη μεριά, όμως, ο λόγος της – ο οποίος, όπως είναι φυσικό, προβάλλει αρχές μη διαπραγματεύσιμες και με αξίωση καθολικής εγκυρότητας – επικρίνεται κάθε φορά που θεωρείται ότι εξέρχεται από τη στενή, ιδιωτικού μόνο ενδιαφέροντος ζώνη που έχει οριοθετήσει, ως ζωτικό χώρο γι’ αυτήν, η πολιτική. Και δεν θα πρέπει επιπλέον να ξεχνάμε ότι ο εμμενής, πραγματιστικός χαρακτήρας της πολιτικής αντιτίθεται σαφώς στην άνωθεν θεολογική νοηματοδότηση του κόσμου, απ’ την οποία άλλωστε έχει επιλεκτικά υφαρπάξει όλα εκείνα τα στοιχεία που επενδύουν την θεσμική εξουσία και κυριαρχία με συμβολική εγκυρότητα και ισχύ. Όπως έχει εξηγήσει ο Καρλ Σμιτ στη μελέτη του για την «πολιτική θεολογία», οι κυριότερες έννοιες της σύγχρονης θεωρίας του Κράτους αποτελούν εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες. Άλλος ένας λόγος, λοιπόν, για τον οποίο η κρατική εξουσία απαξιώνει την Εκκλησία, αφού εδώ και καιρό η τελευταία έχει πάψει να λειτουργεί ως νομιμοποιητική αρχή και υπερβατική δικαίωση των πολιτικών αποφάσεων.
Στο νέο, τελικά, περιβάλλον της ομογενοποίησης των πολιτισμικών συμπεριφορών, το οποίο για χάρη της καταναλωτικής ευδαιμονίας εξορθολογίζει και σχετικοποιεί τη σημασία των κάθε λογής παραδόσεων, η θρησκευτική εμπειρία οφείλει να είναι περιορισμένη στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής και του υποκειμενικού συναισθήματος, να είναι δηλαδή ελεγχόμενη. Έτσι εξηγείται και η συνεχής αμφισβήτηση του δημόσιου λόγου αλλά και των πολιτιστικών εκφράσεων της πλειοψηφούσας θρησκείας που φτάνουμε σήμερα να τα θεωρούμε ως ιδιαίτερα «προνόμια»: ο χριστιανικός μονοθεϊσμός ανέκαθεν θεωρούνταν πολιτικά επικίνδυνος, ωστόσο ποτέ του, τουλάχιστον στην ορθόδοξη εκδοχή του, δεν αποδείχτηκε και κοινωνικά επικίνδυνος, το αντίθετο. Όμως σήμερα, στην εποχή της λατρείας της παγκόσμιας οικονομίας, για προφανείς λόγους, αναγορεύεται σε κίνδυνο για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα...
Στο περιθώριο της θεωρητικής συζήτησης που προηγήθηκε, σημειώνουμε εδώ ότι η περίπτωση της χώρας μας, λόγω των ιδιαίτερων ιστορικών συνθηκών διαμόρφωσης του νεοελληνικού κράτους (τουρκοκρατία, εθναρχικός ρόλος της Εκκλησίας, καθυστέρηση ανάπτυξης, κ.τ.λ.), καταχωρείται στις περισσότερες μελέτες περί νεωτερικότητας, μαζί με τα υπόλοιπα Βαλκάνια, στις εξαιρέσεις. Τα αποτελέσματα αυτής της καθυστερημένης εισόδου στη νεωτερικότητα θεωρήθηκαν ως επαρκής δικαιολογία ώστε να προκριθεί ένα σκληρό πρόγραμμα εκσυγχρονισμού (modernization: σύνολο σωρευτικών αλληλοενισχυόμενων διαδικασιών), και όχι μια ήπια νεωτερίκευση (: προαγωγή εκείνων των διεργασιών που συγκροτούν την συνθήκη της νεωτερικότητας) της ελληνικής κοινωνίας. Το γεγονός αυτό είχε πριν κάποια χρόνια ως αποτέλεσμα μια περίοδο σφοδρής κοινωνικής σύγκρουσης εξαιτίας μιας άσκοπης όσο και αμελητέας μεταβολής στον τύπο των αστυνομικών ταυτοτήτων και στη συνέχεια έναν παρατεταμένο διάλογο πάνω στο ανώριμο ακόμα θέμα χωρισμού Εκκλησίας-Πολιτείας, μέσα στον οποίο εντάσσεται και το ζήτημα της αποκαθήλωσης των χριστιανικών συμβόλων από τους δημόσιους χώρους. Η επιλογή της βίαιης εκσυγχρονιστικής διαδικασίας που, κατά τον Χάμερμπας, καθιστά τη νεωτερικότητα ένα γενικό υπόδειγμα διαδικασιών κοινωνικής εξέλιξης, ανεξαρτήτως του ιδιαίτερου χωρο-χρονικού πλαισίου στο οποίο εφαρμόζεται (γεγονός που κατανοείται ως βούληση εργαλειακής κυριαρχίας, δηλαδή ως ορθολογική απαίτηση χειραγώγησης και καθυπόταξης των κοινωνικών συνθηκών), οφείλεται σε μια περιφρονητική στάση προς την, θεωρούμενη ως οπισθοδρομική, ελληνική πραγματικότητα. Όμως, ακόμη κι αν αυτή η πραγματικότητα αλλάξει, ακόμα κι αν απωλέσει τις θρησκευτικές της αναφορές ή τον ορθόδοξο ηθικό και πολιτιστικό της καθορισμό, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί με βεβαιότητα ότι ο δικαιικός ηθικός νομικισμός και η πολιτειακή διαπαιδαγώγηση θα κάνουν τους πολίτες καλύτερους, ώστε να μη φέρονται εγωιστικά αλλά «ώριμα» και ορθολογικά. Φαίνεται, τελικά, πως η επί δύο τουλάχιστον αιώνες φιλοσοφική αποδόμηση του Διαφωτισμού δεν κατάφερε ακόμα να εξαλείψει τις ιδεοληψίες των όψιμων, στη χώρα μας, υποστηρικτών του...

Πρωτοδημοσιεύθηκε στην Πολιτική Ενημέρωση, τ. 2, Ιανουάριος 2010.


Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

π. Ευάγγελος Γκανάς,Παράδοση και μετανεωτερικότητα

(...)Το πρώτο και βασικό βήμα για να μην είναι η παράδοση νεκρό παρελθόν, αλλά ζωντανό παρόν, συνίσταται στη συνειδητοποίηση ότι "όποιος θέλει να ζήσει σύμφωνα με την παράδοση οφείλει να μην ξεκόψει από τον σημερινό κόσμο και να μην ανασυστήσει με σχολαστική ακρίβεια το παρελθόν, για να φωλιάσει και πάλι εκεί, παρά πρέπει να εγκύψει στην παράδοση για να βρει μέσα της την πίστη και τις οδηγίες με τη βοήθεια των οποίων θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του παρόντος. Η παράδοση δεν πρέπει να σημαίνει εγκλεισμό σε ορισμένο χώρο και χρόνο, παρά να συνιστά δύναμη στραμμένη προς τα έξω και ικανή να δώσει κάτι παραπάνω από μάχες οπισθοφυλακών" (Παν. Κονδύλης). Αυτό συνέβη και κατά την χρυσή περίοδο των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας. Δεν υιοθετήθηκε η φιλοσοφία και ο πολιτισμός των Ελλήνων, που ούτε ενιαίος ήταν και συχνά αντιμετωπίσθηκε με κριτικό μάτι από τη χριστιανική θεολογία, αλλά μια γλώσσα απαραίτητη για την επικοινωνία με πληθυσμούς για τους οποίους η ιουδαϊκή παράδοση ήταν απροσπέλαστη και αδιάφορη. Η ανάγκη για μια σύγχρονη γλώσσα, που δεν θα προδίδει την ουσία του ευαγγελικού λόγου, γίνεται επιτακτικότερη αν συνειδητοποιήσουμε ότι ο Χριστιανισμός στις μέρες μας δεν είναι τόσο πολύ εγκαταλελειμμένος, όσο είναι, απλά, άγνωστος.
Η εποχή της μετανεωτερικότητος έφερε αλλαγές και στο πεδίο της θρησκευτικότητας. Αν κατά την προηγούμενη περίοδο υπήρχε ένας σαφής αντίπαλος της Εκκλησίας, η ανερχόμενη αστική τάξη και η φιλοσοφία του Διαφωτισμού αρχικά, και αργότερα το κομμουνιστικό κίνημα και η φιλοσοφία του μαρξισμού, στις μέρες μας, και ιδίως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, δεν υπάρχει σαφής αντίπαλος, αλλά μια κατάσταση που ανέχεται τα πάντα και μάλιστα τις αναβιώσεις κάθε λογής θρησκευτικών κινημάτων, άλλοτε προερχόμενων από το χώρο της Ανατολής (ινδουιστές γκουρού, βουδισμός ζεν, σουφισμός,κ.ά.), και άλλοτε αναβιώσεις τοπικών παγανιστικών παραδόσεων (ελληνικό δωδεκάθεο, δρυίδες, ινδιάνικος σαμανισμός, κ.λπ.). Αν μπορούσαμε να διακρίνουμε έναν κοινό παρονομαστή σ' όλα αυτά τα θρησκευτικά κινήματα, είναι η βαθύτατη διάθεση του δυτικού ανθρώπου για μιας μορφής θεραπεία, η επιθυμία για εμπειρίες, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει συνάντηση με το χώρο του δαιμονικού, η αντίδραση σε κάθε μορφής ουσιαστικό πνευματικό αγώνα ενάντια στα πάθη και στον διάβολο, μια που αποσκοπούν σε μια διάλυση του υποκειμένου μέσα σ' ένα δήθεν αρμονικό Όλο. Κοινό επίσης στοιχείο είναι η συγκριτιστική διάθεση, η άμβλυνση των διαφορών μεταξύ των θρησκειών και η υιοθέτηση της αντίληψης πως κάθε θρησκευτική παράδοση αποτελεί ένα ανεξάρτητο και έγκυρο μονοπάτι προς τον ένα Θεό στον οποίο αποβλέπουν και φτάνουν εξίσου όλες οι θρησκείες(...).




Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Νεωτερικότητα και συντήρηση

Tου Θάνου Bερέμη
 Πηγή: Καθημερινή, 18-7-2010
φωτό: neolaia.gr

Ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε εκσυγχρονιστές και συντηρητικούς αποτελεί διαρκές μοτίβο στην ευρωπαϊκή ιστορία του 19ου και του 20ού αιώνα. Από τη Γαλλική Επανάσταση ώς τις μέρες μας, η νεωτερικότητα αναμετρήθηκε επανειλημμένως με τη συντήρηση του παλαιού συστήματος αξιών, ή τουλάχιστον με μια νέα ανάγνωση και ερμηνεία του παρελθόντος. Ο αγώνας είχε ποικίλες εκβάσεις, με υπεροχή της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά με αποτέλεσμα που συγκέντρωνε γνωρίσματα και των δύο.
Ανέβηκε πρόσφατα στο Φεστιβάλ Αθηνών το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Οι Δαιμονισμένοι», σε θεατρική προσαρμογή του Πέτερ Στάιν. Η ερμηνεία της ρωσικής παράδοσης και της σύγκρουσής της με τη δυτική νεωτερικότητα που επιχειρεί ο Ντοστογιέφσκι, είναι σε μεγάλο βαθμό κατασκευή της εποχής του. Η παράδοση, όπως την αντιλαμβάνεται ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας, συνδυάζει τη λαϊκή Ορθοδοξία με το νεόδμητο εθνικιστικό κίνημα των «Σλαυοφίλων». Ο ανερμάτιστος ήρωας των «Δαιμονισμένων», Νικολάι Σταυρόγκιν, είναι ένα ακραίο κακέκτυπο των δυτικών κοσμικών ρευμάτων που εισέβαλαν στη Ρωσία από το μέσον του 19ου αιώνα. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι η «Δυτικοφιλία» με τον ορθολογικό επαναστατικό της ακτιβισμό υπήρξε εστία μολύνσεως της αγίας Ρωσίας και πλήγμα για την αθωότητα της ρωσικής ψυχής. Ο Ντοστογιέφσκι δημιουργεί το λογοτεχνικό του σύμπαν χωρίς μέριμνα για την ιστορικότητα των πεποιθήσεών του και χρεώνει στη νεωτερικότητα όλες τις αμαρτίες που κατατρύχουν την κοινωνία του.
Η Ελληνική Επανάσταση πραγματοποιήθηκε σε περίοδο κατίσχυσης της παλινόρθωσης και των συντηρητικών ιδεών στη δυτική Ευρώπη. Με επικεφαλής τον Αυστριακό καγκελάριο Μέτερνιχ, η Ιερά Συμμαχία κατάφερε να καταστείλει στη γένεσή τους εξεγέρσεις με ριζοσπαστικό χαρακτήρα σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Χάρη στην επιρροή του Καποδίστρια, ο τσάρος Αλέξανδρος δεν κατέταξε τους Ελληνες στην κατηγορία των ριζοσπαστών, αλλά τους είδε σαν χριστιανούς εξεγερμένους κατά του μουσουλμάνου δυνάστη. Ετσι η ελληνική υπόθεση δεν έγινε θύμα της παγκόσμιας ευταξίας του Μέτερνιχ.
Ομως, αν οι Ευρωπαίοι συντηρητικοί παρέμεναν αφοσιωμένοι σε προεπαναστατικούς θεσμούς όπως στην Εκκλησία και τον Θρόνο, και πολέμησαν με ζήλο τους θιασώτες της κοινωνικής ανατροπής, οι υπήκοοι του ελληνικού κράτους προέρχονταν σχεδόν στο σύνολό τους από μια προ-νεωτερική αγροτική κοινωνία. Η αστική τάξη της Επανάστασης που αναζητούσε ο Κορδάτος ήταν πολύ περιορισμένη ώστε να παίξει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του νέου κράτους. Σημαντική επιρροή, αντίθετα, άσκησε μια μικρή κατηγορία ετεροχθόνων λογίων που στελέχωσαν τη δημόσια διοίκηση, καθώς και οι γραφειοκράτες Βαυαροί του Οθωνα, οι οποίοι έθεσαν τα θεμέλια της εκπαίδευσης, του στρατού και της Δικαιοσύνης μας. Ομως, η μεγάλη διαφορά βρίσκεται πάντοτε ανάμεσα στην αστική πολιτική ηγεσία και στον ευρύτερο αγροτικό πληθυσμό.
Οι δυτικότροποι στην πλειονότητά τους Ελληνες πολιτικοί έφεραν στη χώρα έναν επίπλαστο εκσυγχρονισμό, που επέτρεπε στην κοινωνία να διατηρεί τα παραδοσιακά της χαρακτηριστικά. Ετσι, παρά την επιτυχία της νεωτερικότητας στη δημιουργία θεσμών, οι παλιές σχέσεις υπηκόων και κράτους συνεχίζονται. Η αντιπάθεια των αγωνιστών του 1821 και των χρονικογράφων προς καθετί δυτικοφερμένο μεταδόθηκε στις κατοπινές γενεές των Ελλήνων. Ακόμα και στις μέρες μας οι κλεφταρματολοί βρίσκονται πολύ πιο κοντά στις καρδιές των Ελλήνων από ό, τι ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Βενιαμήν Λέσβιος ή ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας.
Στην κοινοβουλευτική περίοδο της ελληνικής ιστορίας, όμως, ο εκσυγχρονισμός κατίσχυσε. Ο Δημήτριος Βούλγαρης τοποθετήθηκε από τους νεότερους ιστορικούς στα τάρταρα του παλαιοκομματισμού, ενώ ο Χαρίλαος Τρικούπης εξακολουθεί να αποτελεί φωτεινό παράδειγμα πολιτικού εκσυγχρονιστή.
Ο διχασμός των νεοελλήνων εκδηλώνεται στις διιστάμενες επιλογές τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κοινωνικό πρότυπο των περισσότερων Ελλήνων υπήρξε ο εκσυγχρονισμένος Ευρωπαίος. Το πρότυπο όμως αυτό, που σφυρηλατήθηκε με κόπο από αλλεπάλληλες πολιτικές ηγεσίες, δεν ενσωμάτωσε απόλυτα στη νεοελληνική συνείδηση τις δυτικές αξίες της ατομικής ευθύνης, των υποχρεώσεων του πολίτη και ιδιαίτερα τον σεβασμό προς τους νόμους.
Η ασύμβατη σχέση της παραδοσιακής κοινωνίας με τους εκσυγχρονιστές πολιτικούς ηγέτες είχε συχνά αστάθμητα αποτελέσματα. Από τη δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη ώς τη διχαστική εκτροπή του Βενιζέλου από την εκσυγχρονιστική αποστολή του, η ελληνική ιστορία είναι γεμάτη από εντάσεις ανάμεσα στις ηγεσίες και στην κοινωνία. Ακόμα και η εξέλιξη του ΚΚΕ, του πιο ανατρεπτικού από τα ελληνικά κόμματα, παρακολουθεί τη διάσταση υπαίθρου - πόλεων της κατοχής. Το ΚΚΕ εγκολπώνεται τον αντιδυτικισμό της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας και αναπαράγει τη συντήρησή της ως αντίσταση στα δυτικά πρότυπα τα οποία ευδοκιμούν στις μεγαλουπόλεις. Τις τελευταίες δεκαετίες, μάλιστα, το ΚΚΕ αναζητάει προστασία στο εθνικό κράτος από τη φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Ο παλιός του διεθνισμός αντικαθίσταται από έναν εθνικισμό-καταφύγιο.
Η χειραφέτηση του μέσου Ελληνα από τον παραινετικό έλεγχο των ηγετών, πραγματοποιείται κατά τη δεκαετία του 1980. Μετά τον Ελ. Βενιζέλο, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θα αποδειχθεί ο τελευταίος πολιτικός κήνσορας ο οποίος επιτιμούσε τους ψηφοφόρους του ακόμα και από το μπαλκόνι των προεκλογικών του εξορμήσεων.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου απάλλαξε τον διχασμένο από το δίλημμα ανάμεσα στην παράδοση και την επίσημη παιδεία νεοέλληνα, και αποκάλυψε στους οπαδούς του τη λαϊκή τους αυθεντικότητα. Ετσι, έθεσε τέλος στις υποχρεώσεις του πολίτη έναντι του συνόλου ώστε η λαϊκή αυθεντία να γίνει σταδιακά ο νέος γνώμονας της νομιμότητας. Το ασύδοτο εγώ του ψηφοφόρου καταργεί επιτέλους τον κοινωνικό έλεγχο που ασκούσε το υπερεγώ του και η πολιτική ηγεσία συμφιλιώνεται με τη λαϊκή της βάση.
Εκατόν πενήντα χρόνια παλινδρομήσεων ανάμεσα στη νεωτερικότητα και τη συντήρηση κατέληξαν στην επαναφορά της οθωμανικής πολιτικής παράδοσης.



Τρίτη 8 Ιουνίου 2010

Nικόλαος Ι. Παραδείσης: Αναζητώντας Ταυτότητα στον σύγχρονο Μετανεωτερικό κόσμο (Ορισμοί-Βασικές αποσαφηνίσεις)

πηγή: Αντίφωνο

http://vimeo.com/12286100
by antifono.gr

 Nικόλαος Ι. Παραδείσης
Διάλεξη στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο του Φιλοτεχνικού Ομίλου Χίο (Τετάρτη 19 Μαϊου 2010)
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
  • Επικαιρότητα  του θέματος. 
  • Ελλάδα: Γεωγραφικό-Πολιτισμικό  Σταυροδρόμι. 
  • Ευρωπαϊκή και διεθνής  διάσταση.
  • Ανθρωπολογικές  προεκτάσεις του ταυτοτικού γεγονότος.  
  • Υπαρκτική ανάγκη προσδιορισμού ατομικού και συλλογικού.
  • Συναφή  θέματα: η ελληνική ταυτότητα, η ευρωπαϊκή ταυτότητα,  η ταυτοτική εκφραστική μέσω της πολιτικής, της τέχνης, της γλώσσας, ο σύγχρονος μηδενισμός, η παγκοσμιοποίηση, το οικολογικό πρόβλημα και οι προεκτάσεις του.
  • Άξονας  θεμελιώδης του προβληματισμού  μας: Η στάση που θα ακολουθήσουμε για να προσεγγίσουμε το θέμα: α) Ανάγκη εύρεσης νοήματος, δημιουργική δίψα για τα καίρια της ύπαρξής μας, β) Κριτική πρόσληψη ιδεολογιών-ιδεολογημάτων.

ΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΘΕΜΑΤΟΣ:
  • Α) Μετανεωτερικότητα
  • Γιατί Μετανεωτερικός ο σύγχρονος κόσμος; 
  • Ανάγκη εύρεσης ενός περιεκτικού όρου. 
  • Εστιάζουμε στο ανθρωπολογικό κριτήριο και στο δυτικό κυρίαρχο πολιτισμικό μοντέλο.

  • 1.    Προνεωτερικότητα (Μέχρι την Γαλλική Επανάσταση, Μεσαίωνας, Παλαιό Καθεστώς, Λουδοβίκος=Το Κράτος είμαι εγώ, άνθρωπος υποταγμένος στα φεουδαλικά και θρησκευτικά κοσμοσυστήματα).
  • 2.    Νεωτερικότητα (μέχρι τον Γαλλικό Μάη ή την πτώση του Τείχους, άτομο, φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, εκκοσμίκευση, Λογική, Επιστήμη, Εκθρόνιση του Θεού, Μηχανοκρατία, Βιομηχανική Επανάσταση, εξουσία στην Φύση.
  • 3.    Μετανεωτερικότητα (Μετά-υπαρκτού σοσιαλισμού εποχή, κατάρρευση ιδεολογιών, τεχνολογική κυριαρχία, παγκοσμιοποίηση, νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, οικολογικό πρόβλημα, καταναλωτικός ευδαιμονισμός, άνθρωπος manager-διαχειριστής και χρήστης-παθητικός δέκτης.

  • Β) Ταυτότητα-ταυτοτικό γιγνόμενο
  • Βασικές προσεγγίσεις. 
  • Διάκριση από παρεμφερείς έννοιες.
  • Ατομικό επίπεδο:
  • 1) Ταυτότητα
  • 2) Υπηκοότητα
  • 3) Ιθαγένεια
  • 4) Προσωπικότητα
  • 5) Ιδιαιτερότητα
  • 6) Η νοοτροπία
  • 7) Η ιδιοσυγκρασία
  • 8) Η ιδιοπροσωπία
  • Συλλογικό επίπεδο: Η ταυτότητα στοιχείο εθνικού, θρησκευτικού, κοινωνικού, γεωγραφικού προσδιορισμού.

  • Γ) Οι δοθείσες απαντήσεις για τον ταυτοτικό προσδιορισμό: Εθνικισμός-φυλετισμός, θρησκευτισμός, εθνομηδενισμός-ταξικός προσδιορισμός, παγκοσμιοποιημένο-καταναλωτικό άτομο εντός συστημάτων (νεόφυτος τύπος). Ελλάδα: α) Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια (γελιοποίηση επί χούντας) β) ταξικός-υλιστικός προσδιορισμός (ιστορική και συνειδησιακή κατάρρευση μετά την πτώση του Τείχους ) γ) δυτικός μεταπρατισμός-μιμητισμός (αδίεξοδο υπόδειγμα).

  • Δ)  Τι είναι τελικά το ταυτοτικό γεγονός; Ερώτημα καίριο, συναρπαστικό, υπαρκτικά αναγκαίο. Πάνω σε ποια βάση θα πρέπει να τεθεί;
  • - Σύνθεση γεωγραφικών, οικονομικών, κοινωνικοπολιτικών αιτίων. Επίσης, δυνάμεις παγκόσμιες και ιστορικού βάθους συνδιαμορφώνουν την ταυτότητά μας ατομική και συλλογική, ενώ καταλυτικό ρόλο παίζουν και ψυχικές-ψυχολογικές αιτίες.
  • - Ας φωτίσουμε  όμως και μία ανεπίγνωστη πλευρά της ταυτότητας: Ίσως απαντούμε στα θεμελιώδη ερωτήματα της ίδιας μας της ζωής. Ιδιάζων τρόπος στο υπάρχειν, φωτισμός της ύπαρξης, νοηματοδότηση του βίου. Ατομική, συλλογική, οικουμενική ταυτότητα: Αλληλοπλεκόμενες νοηματοδοτήσεις διαφόρων επιπέδων.

  • Ε) Οι Συνθήκες-Πλαίσιο εντός των οποίων τίθεται ο συγκεκριμένος προβληματισμός. Κομματική αποθηρίωση, ιδεοληψίες, δυσλειτουργία του πολιτικού-θεσμικού γεγονότος, εκμαυλισμός, αυτονόμηση του κομματικού κράτους-συστήματος από την κοινωνία, συντηρητικό κομματικό-πολιτικό τοπίο, άλυτα ζητήματα ιστορικού παρελθόντος, έλλειψη κοινού δημιουργικού οράματος-ιδανικού.

ΤΕΛΙΚΗ  ΘΕΣΗ: 
  • Στη χώρα μας υπάρχει σημαντικό ταυτοτικό πρόβλημα.
  • Ανάγκη  πρότασης σε όλους τους τομείς. 
  • Πρόταση ενότητας, εθνική, σύγχρονη, οικουμενική. 
  • Ανάγκη για νέα νοηματοδότηση, αναστοχασμός και ιεράρχηση, καινούργιων πια, προτεραιοτήτων με βάση πραγματικές, υπαρκτικές ανάγκες. 
  • Συνείδηση πολυμορφίας, δημιουργικές ρεαλιστικές προτάσεις, για να βρούμε αυτό που μας συνέχει, τον Τρόπο μας. 
  • Τέτοιοι προβληματισμοί λειτουργούν δημιουργικά, απελευθερωτικά.
  • Εργαλείο  μας στην αναζήτηση ταυτότητας η γλωσσική καλλιέργεια, η γλώσσα ως συγκροτημένος τρόπος σκέψης, ως Λογική, ως οριοθέτηση του κόσμου, μέσο ανασκαφής του Εγώ και του Είναι.
  • Μένουν  για την ώρα ανοικτά τα ερωτήματα. Ποιοι είμαστε; Πώς πρέπει να ζούμε; Ποια η θέση μας στην παγκόσμια γεωγραφία; Ποιος ο αυτοπροσδιορισμός μας στον χώρο;
    Η σημερινή κρίση αφετηρία υπαρκτικής δημιουργίας, ατομικής και συλλογικής. Με επινοητικό θάρρος και δημιουργικό ζήλο μπορούμε να γεννήσουμε νέα σχεδιάσματα, νέες μορφοποιήσεις του κόσμου.


  • ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝ ΕΙΔΕΙ  ΕΝΑΥΣΜΑΤΟΣ 
  • 1) Θεόδωρος  Ζιάκας. Η έκλειψη του υποκειμένου. Η κρίση της νεωτερικότητας και η ελληνική παράδοση. Εκδόσεις Αρμός 2001.
  • 2) Ι.Μ Παναγιωτόπουλος. Η Ηθική του συμφέροντος και άλλα παράλληλα κείμενα. Δ΄ έκδοση. Εκδόσεις Φιλιππότη. Αθήνα 1989.
  • 3) Κορνήλιος Καστοριάδης. Η ελληνική ιδιαιτερότητα Τόμος Β. Η Πόλις και οι Νόμοι. Εκδόσεις Κριτική 2008.
  • 4) Λεξικό Μπαμπινιώτη. Β΄ έκδοση. Εκδόσεις Κέντρο Λεξικολογίας. Αθήνα 2002.
  • 5) Νίκου Καζαντζάκη, Ασκητική, εκδόσεις Ελένης Ν.Καζαντζάκη, Αθήνα.
  • 6)Οδυσσέας  Ελύτης. Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά. Εκδόσεις Ίκαρος 2007.
  • 7)Οδυσσέας  Ελύτης. Εν λευκώ. Εκδόσεις Ίκαρος 1995.
  • 8) Άλμπερ Αϊνστάιν. Πώς βλέπω τον κόσμο. (the world as I see it). Μτφ Άκης Μπογιατζής. Εκδόσεις Α.Α Λιβάνη 1995.
  • 9) Ζαν Πωλ Σαρτρ. Το Είναι και το Μηδέν. Δοκίμιο φαινομενολογικής οντολογίας (l'Être et le néant: Essai d'ontologie phénoménologique). Μτφ Κωστής Παπαγιώργης. Εκδόσεις Παπαζήση 2007.
  • 10) Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, Tractatus Logico Philosophicus. Μτφ Θανάσης Κιτσόπουλος. Εκδόσεις Παπαζήση, 1978.
  • 11) Μάρτιν Χάιντεγγερ, Επιστολή για τον Ανθρωπισμό. Brief über den Humanismus. Μτφ. Γ. Ξηροπαϊδης. Γ΄ έκδοση. Εκδόσεις Ροές 2006.
  • 12) Πασκάλ  Μπρύκνερ. Η μιζέρια του πλούτου (la misère de la prospérité). Η θρησκεία της αγοράς και οι εχθροί της. Μτφ Λόισκα Αβαγιανού. Εκδόσεις Αστάρτη 2002.



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη