Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χωρισμός εκκλησίας-κράτους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χωρισμός εκκλησίας-κράτους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Σωτήρη Μητραλέξη με τίτλο "Σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους"

Σωτήρης Μητραλέξης, Σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2019, ISBN:978-960-615-176-7.


Mε σκοπό να καλύψει ένα εμφανές κενό στη φερέγγυα αποτύπωση των ισχυόντων στοιχείων σε Ελλάδα και Ευρώπη ως προς τις σχέσεις εκκλησίας-κράτους, η μελέτη αυτή εξετάζει ζητήματα όπως το μάθημα των θρησκευτικών, η χρηματοδότηση και φορολόγηση των θρησκευτικών κοινοτήτων σε Ελλάδα και Ευρώπη, η μισθοδοσία του κλήρου και οι δυνατότητες μετεξέλιξής της, η ιστορία των σχέσεων εκκλησίας και κράτους στην Ελλάδα, ο διοικητικός κατακερματισμός της εκκλησίας στην Ελλάδα και η πολιτική χρήση των πολώσεων γύρω από το θέμα των σχέσεων εκκλησίας-κράτους (και του ενδεχομένου χωρισμού τους) στον ελληνικό δημόσιο λόγο. Αντί να στοχεύει στην κατάθεση μιας συνεισφοράς στο δημόσιο διάλογο για το θέμα, η παρούσα μελέτη εγείρει μια ακόμα πιο φιλόδοξη αξίωση: να συγκροτήσει την προϋπόθεση που θα καταστήσει έναν τέτοιο διάλογο εφικτό, καθ’ ότι σήμερα κάθε σχετική συζήτηση μάλλον εξαντλείται σε μια εκατέρωθεν μάχη συμβόλων, σημαιών και αξιών αντί για να αφορά το ζήτημα που υποτίθεται πως εξετάζει. Στην εδώ μελέτη τον πρώτο λόγο έχουν τα στοιχεία.



Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2018

Η εισήγηση του Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου στην Ιεραρχία

πηγή-φωτό: orthodoxia.info / Σπύρος Παπαγεωργίου, 16/11/2018

[Παράθετουμε ολόκληρη την εισήγηση του Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, που εκφώνησε σήμερα το πρωί στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας.
Να θυμίσουμε ότι ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας δεν ολοκλήρωσε την εισήγησή του, καθώς διακόπηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, γεγονός που τον ανάγκασε να αποχωρήσει από την Συνεδρίαση]


Μακαριώτατε,
Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

Τίς εὐχαριστίες μου ἐκφράζω μέ πολύ σεβασμό πρός τόν Μακαριώτατο Ἅγιο Πρόεδρο γιά τήν ἐνημέρωση τήν ὁποίαν μᾶς ἔκανε καί μέ τήν ὁποίαν ἀρκετά σημεῖα ἀλλά ὄχι ὅλα διευκρινίστηκαν ἀναφορικά πρός τήν λεγόμενη Συμφωνία μεταξύ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καί Προέδρου τῆς Κυβέρνησης καί τοῦ Μακαριωτάτου.

Α. Παρά τόν διθυραμβικό τρόπο μέ τόν ὁποῖον παρουσιάστηκε αὐτή ἡ «ἱστορική Συμφωνία» ἐντούτοις ἡ ἴδια ἡ κυβερνητική διαχείρισή της ἀποδυνάμωσε ὅλη αὐτή τήν προσπάθεια καί φαίνεται ὅτι ἀπέδειξε καί τόν ἐπιδιωκόμενο στόχο της.

Ὅπως ἔχω ἤδη δηλώσει ἡ παροῦσα «Συμφωνία» εἶναι μία ἁπλή καταγραφή (memoradum) θέσεων, ἀπόψεων, προτάσεων καί ἐπιδιώξεων μέ πολλές ἀσάφειες, ἀδιευκρίνιστες προτάσεις καί ἀβεβαιότητες, ἡ ὁποία ἀνοίγει ἀρκετά νομικά ζητήματα ὅπως καί δημιουργεῖ νέα νομικά θέματα καί γιά τά ὁποῖα οὐδεμία ἐπίλυση ὑποδεικνύεται καί δέν μπορεῖ οὔτε νά θεωρηθεῖ οὔτε ὅτι εἶναι πραγματική Συμφωνία.

Θά μοῦ ἐπιτρέψετε λοιπόν νά θέσω ὁρισμένα ἐρωτήματα καί νά κάνω ὁρισμένες παρατηρήσεις καί ἐπισημάνσεις, σέ κάθε ἕνα ἀπό τά ἀναφερόμενα σημεῖα αὐτῆς τῆς οἱωνεί Συμφωνίας.

1) Τό Δελτίο Τύπου τῆς 6-11-2018 τῆς Γεν. Γραμματείας τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὁμιλεῖ γιά διάλογο «πολυετῆ, ἀναλυτικό καί εἰλικρινῆ… μεταξύ Πολιτείας καί Ἐκκλησίας». Ἀπό πότε δηλαδή ὑφίσταται ἕνας τέτοιος διάλογος, στόν ὁποῖον συζητοῦντο ἡ μισθοδοσία τοῦ κλήρου καί ἡ ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας; Ὁ Πρωθυπουργός ἀνέφερε γιά πρό τριετίας.

Ποιός διεξήγαγε ἀπό μέρους τῆς Ἐκκλησίας αὐτόν τόν διάλογο ;

2) Στό ἴδιο Δελτίο Τύπου δηλώνεται ὅτι «στόχος μας εἶναι νά θέσουμε τό πλαίσιο διευθέτησης καί ἐπίλυσης ἱστορικῶν ἐκκρεμμοτήτων, ἀλλά καί νά ἐνισχύσουμε τήν αὐτονομία τῆς Ἐκκλησίας».

Ἡ μόνη ἱστορική ἐκκρεμμότητα εἶναι ὁ τρόπος καταγραφῆς, κατοχύρωσης καί ἀξιοποίησης τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ὄχι ὅμως καί ἡ μισθοδοσία τοῦ κλήρου, γιά τήν ὁποία, ἤδη ἀπό τό 2013 μέ τόν νόμο 4111/2013 (ΦΕΚ. 18/25-1-2013) τοῡ Ἀντώνη Σαμαρᾶ, τό θέμα ἔχει ἐπιλυθεῖ.

3) Ἡ ὑπό μορφή νομοθετικῆς ρύθμισης κατωχύρωση αὐτῆς τῆς «ἱστορικῆς Συμφωνίας μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας» δέν διασφαλίζει τίποτε ἀπό ὅσα προτείνονται καί περιλαμβάνονται σ’ αὐτήν.
Γνωρίζετε ἐπίσης Μακαριώτατε ὅτι κανένας ὅρος Συμφωνιῶν δέν ἒχει τηρηθεῖ (χρηματική ἀποζημίωση, δωρεά ἀκινήτων κ. ἄ).

Β. Ὕστερα ἀπό τά παρόντα εἰσαγωγικά, ἔρχομαι στήν κατ’ ἄρθρον ὑπόδειξη τῶν ἀσαφειῶν καί σκοτεινῶν σημείων τῆς «Συμφωνίας».

1. Γιατί στό ἐδάφιο 1 τό Ἑλληνικό Δημόσιο ἀναγνωρίζει μόνο τόν ἀναγκαστικό νόμο 1731/1939 καί ὄχι καί τήν νομοθετική κατοχύρωση τῆς σύμβασης τοῦ 1952 ;

Γιά ἕνα καί ἁπλό λόγο. Στή συζήτηση γιά τή Σύμβαση τοῦ 1952, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε στή Βουλή ἀναφέρεται καί διευκρινίζεται στά Πρακτικά ὅτι ἀναλαμβάνει τό Ἑλληνικό Δημόσιο τήν ὑποχρέωση τῆς κάλυψης τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου καί τά ἔξοδα λειτουργίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαίδευσης, κάτι γιά τό ὁποῖο δέν ὑφίσταται οὔτε κατά τή συζήτηση στόν ἀναγκαστικό νόμο τοῦ 1939 ἀλλά καί οὔτε συμπεριελήφθη στή Σύμβαση τοῦ 1952 καί πολλῷ μᾶλλον στήν Εἰσηγητική Ἔκθεση.

Ἔτσι λοιπόν ἐδῶ ἔχουμε τήν πρώτη πράξη διαφοροποίησης τῆς συμβατικῆς ὑποχρέωσης τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου γιά τήν κάλυψη τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου καί τά ἔξοδα λειτουργίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαίδευσης πού ἦταν καί ἡ ἀρχική ἐπιδίωξή σας, ὅπως γράφετε στό βιβλίο σας γιά τήν ἐκκλησιαστική περιουσία Μακαριώτατε, ἔναντι τοῦ τρόπου ἀξιοποίησης καί ἐκμετάλλευσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, τῆς ὁποίας ἔχει πάρει ἤδη τό 96%, τό Ἑλληνικό Δημόσιο καί σέ μερική συσχέτιση πρός τήν ἐκκλησιαστική περιουσία, τήν ὁποία θά συνδιαχειριστεῖ καί συνεκμμεταλευτεῖ τό Ἑλληνικό Δημόσιο καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

2) Στό ἐδάφιο 2 δηλώνεται : «Τό Ἑλληνικό Δημόσιο ἀναγνωρίζει ὅτι ἀνέλαβε τή μισθοδοσία τοῦ κλήρου, ὡς μέ εὐρεία ἔννοια, ἀντάλλαγμα γιά τήν ἐκκλησιαστική περιουσία πού ἀπέκτησε».

Θεωρῶ ὅτι δέν ὑπάρχει πιό ἀσαφές ἐδάφιο μέ τό ὁποῖο προσπαθεῖ νά μᾶς πεῖ ὅτι ἡ «συμβατική ὑποχρέωση» γιά τό θέμα τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας εἶναι «ἐν εὐρείᾳ ἐννοίᾳ» καί ὄχι «συγκεκριμένῃ», ὅμως τί σημαίνει νομικά αὐτή ἡ ἔκφραση ; Ἐπίσης ἡ χρήση τοῦ ρήματος «ἀνέλαβε» σημαίνει ὅτι συνεχίζει καί ἀναλαμβάνει καί μετά τήν Συμφωνία; Γιά ποιά περιουσία ὁμιλεῖ, τῆς περιόδου 1920-1935 ἢ καί μετά ταῡτα;

3) Στό ἐδάφιο 3 ἀπεμπολεῖται ὄχι ἡ δημοσιοϋπαλληλική ἰδιότητα ἀλλά ἡ ἐγγύηση τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἔναντι τῆς μισθοδοσίας τοῦ κληρικοῦ, ὡς θρησκευτικοῦ λειτουργοῦ, γεγονός τό ὁποῖο ἒχει ὡς συνεπακόλουθο τήν διαγραφή τῶν κληρικῶν ἀπό τήν «Ἑνιαία Ἀρχή Πληρωμῶν».

Αὐτό ὅμως Μακαριώτατε εἶναι μία ἀπεμπόληση κεκτημένου δικαιώματος τῶν κληρικῶν, γιά τό ὁποῖο ἀγωνιζόταν ἡ Ἐκκλησία νά τό διασφαλίσει ἤδη ἀπό τό ἔτος 1945 καί τό πέτυχε τό 2013 καί ἡ παροῦσα «Συμφωνία» ὕστερα ἀπό 5 χρόνια ἔρχεται νά τό διαγράψει.

Δέν ξέρω ἐάν ἔχουμε τό δικαίωμα ἐμεῖς αὐτό σήμερα ὄχι μόνο ἔναντι τῆς ἱστορίας ἀλλά κυρίως ἔναντι τοῦ μέλλοντος ὡς πρός τήν ἐπιβίωση τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐπιπλέον ἡ παροῦσα διαγραφή ἀπό τήν «Ἑνιαία Ἀρχή Πληρωμῶν» θέτει πολλά ἀκόμη θέματα ὡς πρός τήν ἔννοια τοῦ προσώπου καί τοῦ χαρακτῆρος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ χαρακτῆρος τῆς μισθοδοσίας, τῆς ἰατροφαρμακευτικῆς περίθαλψης, τῆς ἀσφάλισης καί τοῦ συνταξιοδοτικοῦ τῶν κληρικῶν, ἐνῶ δέν ἀναφέρει τίποτε γιά τό ὑποδεικνυόμενο καθεστώς ὡς πρός τό μέλλον τῶν ἤδη συνταξιοδοτούμενων κληρικῶν καί τῶν συγγενῶν τους.

Ἡ διαθρυλλούμενη ἐπίσης ἄποψη ὅτι «ἐργοδότης τῶν θρησκευτικῶν λειτουργῶν εἶναι ὄχι τό Δημόσιο ἀλλά οἱ Μητροπόλεις τους», ὅπως ἒχει γραφεῖ μᾶς ἐπαναφέρει στό μισθολογικό καθεστώς πρό τοῦ 1945. Ποιός λοιπόν θά εἶναι ὁ ἐργοδότης τους, ὁ ὁποῖος «θά παραμείνει ὁ ἴδιος»; (!!!) Δεν μπορῶ ἐπίσης νά φανταστῶ μέ ποιό τρόπο θά ἐπιτευχθεῖ ἡ συνταγματική διασφάλιση τῆς μισθοδοσίας.

Ἐρωτῶ οἱ ὑπάλληλοι τῶν ΔΕΚΟ, Καθηγητές Πανεπιστημίου καί ἄλλοι εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι ὡς μισθοδοτούμενοι ἀπό τήν «Ἑνιαία Ἀρχή Πληρωμῶν»;

4) Στό ἐδάφιο 4 ἐπίσης ἐμφανίζεται μία νέα κατάσταση τῆς μισθοδοσίας. Ἡ καταβολή ἐτησίως τοῦ ποσοῦ πού ἀντιστοιχεῖ στό κόστος μισθοδοσίας «τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἱερέων» (ὄχι τῶν συνταξιούχων ; ) «ὑπό μορφή ἐπιδότησης» καί ὄχι «ὡς συμβατική ὑποχρέωση» ἢ ὡς «μισθώματα», εἶναι ὅμως γνωστό, ὅτι εἶναι νομικά ἰσχυρότερη ἡ «συμβατική ὑποχρέωση» τοῦ Κράτους ὡς πρός τήν ἀφηρημένη καί ἀσαφή μορφή τῆς ἐπιδότησης, ὅπως καί ἀπόλυτα δεσμευτική νομικά γιά τό ἴδιο τό Ἑλληνικό Δημόσιο. Μπορεῖ νά μέ διορθώσει κάποιος ἐάν σφάλλω. Ἐπιδοτήσεις καί ἐπιχορηγήσεις δίδονται καί σέ φορεῖς τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου καί σέ φορεῖς τοῦ δημοσίου δικαίου (ΔΕΚΟ, ΟΤΑ, ΑΕΙ) ὄχι ὅμως γιά τήν μισθοδοσία, ἀλλ’ ὡς ἐπιπλέον οἰκονομική ἐνίσχυση τῶν προϋπολογισμῶν τους.

5) Δέν νομίζω ὅτι ἔχουμε ἄλλη μορφή διατύπωση παραίτησης δικαιωμάτων τῆς Ἐκκλησίας ὡς πρός τήν ἐκκλησιαστική περιουσία ἔστω καί ἄν αὐτή ἡ ἀπεμπόληση ἀφορᾶ τά τοῦ νόμου τοῦ 1939, στό ἐδάφιο 5.

6) Στό ἐδάφιο 6 ἀνακοινώνεται ἡ ἵδρυση «Εἰδικοῦ Ταμείου τῆς Ἐκκλησίας» τό ὁποῖο θά προορίζεται ἀποκλειστικά γιά τή μισθοδοσία τῶν κληρικῶν.

Ἐρωτῶ : ποιά θά εἶναι ἡ νομική του μορφή ; Ἀπό τόν καθορισμό τῆς νομικῆς μορφῆς τοῦ συγκεκριμένου ταμείου θά ἐξαρτηθοῦν ἤ καί θά καθοριστοῦν καί ἄλλες μελλοντικές νομικές μορφές σχέσεων Ἐκκλησίας καί Κράτους. Ἀπό πού θά χρηματοδοτεῖται τό συγκεκριμένο Ταμεῖο; Θά εἶναι βιώσιμο;

7) Μέ ποιό τρόπο διασφαλίζεται ὁ σημερινός ἀριθμός τῶν ὀργανικῶν θέσεων τῶν κληρικῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅπως καί γιά τούς ἐκκλησιαστικούς ὑπαλλήλους ; Πόσες εἶναι αὐτές οἱ ὀργανικές θέσεις ; Ἀκόμη δέν ἔχουμε νομιμοποιήσει τίς ὑφιστάμενες ἐνορίες καί τίς ἐφημεριακές θέσεις πού ἀναλογοῦν σ’ αὐτές μέ τόν Κανονισμό πού ἒχουμε ἢδη ἐγκρίνει καί δέν ἔχουμε συζητήσει γιά «σημερινό ἀριθμό» ὀργανικῶν θέσεων. Ἡ ἔλλειψη νομιμοποίησης τῶν ὀργανικῶν θέσεων τῶν ἐφημερίων εἶναι δικό μας λάθος, γιατί ὅταν στήν Δ.Ι.Σ. (περιόδου 2012-2013) καί στήν Ι.Σ.Ι. (Ὀκτώβριος 2014) ἐτέθη τό θέμα, ἀπό τόν ὁμιλοῦντα καί μερικούς ἄλλους Ἀδελφούς Ἀρχιερεῖς, ὡς ἐπιτακτική ἀνάγκη ἡ νομοθετική κατοχύρωσή τους ἀντέστη τότε ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Φιλίππων καί τό σῶμα ὑπαναχώρησε καί ἔθεσε τήν ὅλη ὑπόθεση ad calendam, σήμερα θά κληθοῦμε νά πληρώσουμε ἁμαρτίες παλαιές.

Γ. Ἔρχομαι τώρα στά ἐδάφια πού ἀναφέρονται στό λεγόμενο «Ταμεῖο Ἀξιοποίησης Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας».

α) Μέ τό ὅλο πλαίσιο ἵδρυσης τοῦ συγκεκριμένου «Ταμείου» ἀνοίγονται νέες μορφές σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας μέ τίς ὁποῖες ὅμως δέν διασφαλίζεται τίποτε ὄχι μόνο ὡς πρός τήν διαχείριση καί ἀξιοποίηση τῆς ἐναπομεινάσης ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἀλλά καί ὡς πρός τήν κατοχύρωσή της.

β) Στό ἐδάφιο 11 ἡ «Συμφωνία» ὁμιλεῖ γιά διαχείριση καί ἀξιοποίηση τῶν ἀπό τό 1952 καί μέχρι σήμερα ἤδη ἀμφισβητουμένων μεταξύ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καί Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος περιουσιῶν ἀλλά καί κάθε ἄλλου περιουσιακοῦ στοιχείου. Ἔχουμε δηλαδή μία συνδιαχείριση θεσμική πλέον τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ἀπό τό Ἑλληνικό Δημόσιο καί τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὄχι ὅμως καί ὁποιασδήποτε ἄλλης περιουσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου.

γ) Θέλετε νά σᾶς θυμίσω τί ἔγινε κατά τό παρελθόν μέ ἀνάλογους ἐκκλησιαστικούς ὀργανισμούς (Γενικό Ἐκκλησιαστικό Ταμεῖο, ΟΔΕΠ, ΤΑΚΕ…) καί μέ τίς περιουσίες τους; Νομίζω, ὅτι ὅλοι θυμώμαστε τί ἔγινε μέ τήν κινητή καί ἀκίνητη περιουσία τοῦ ΤΑΚΕ ὅταν νομοθετικά καταργήθηκε καί μάλιστα μονομερῶς ἀπό τήν Ἑλληνική Πολιτεία!!!

Στό τέλος θά χάσουμε καί τήν περιουσία πού ἔχουμε σήμερα καί τήν ὁποία οὔτε ἔχουμε καταγράψει καί γι' αυτό δέν μποροῦμε οὔτε νά τήν ἐκτιμήσουμε–κοστολογήσουμε, οὔτε νά τήν ἀξιολογήσουμε, νά τήν κτηματολογήσουμε καί νά τήν ἀξιοποιήσουμε.

δ) Δέν ὑπεισέρχομαι στά ἐδάφια 12,13, καί 14 γιατί ἡ ἐφαρμογή τους προϋποθέτει ἕνα ἰδανικό πλαίσιο σχέσεων ἐμπιστοσύνης μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας.

ε) Τό τελευταῖο ἐδάφιο τῆς «Συμφωνίας» (15), εἶναι ὅ,τι πιο ἀσαφές, διολισθαίνον, ἐπικίνδυνο καί ἀνασφαλές.

Ἤθελα μόνο νά ἐρωτήσω :

α) Ἡ ἐκκλησιαστική αὐτή περιουσία στό σύνολό της εἶναι ἱκανή ὣστε ἀπό τήν ἐκμετάλλευσή της ἀπό τό ΤΑΕΠ θά ἀποδίδει ἐτησίως ὡς κέρδος 420.000.000 εὐρώ περίπου, ὥστε τό 50% νά πηγαίνει γιά τήν μισθοδοσία καί τό ἄλλο 50% στό Ἑλληνικό Δημόσιο, ἒστω καί μετά παρέλευση δεκαετίας;

Τήν ἀπάντηση τήν δίνει βουλευτής τοῦ ΣΥΡΙΖΑ καί πρ. ὑπουργός, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι στηρίζει τήν παροῦσα «Συμφωνία». Ἀναφέρει : «καί ὅσο καί ἄν εἶναι κουραστικό, ἄς ἀναρωτηθοῦμε γιά ἄλλη μία φορά ἄν ὑπάρχει οἰκονομοτεχνική μελέτη πού νά ἀποδεικνύει ὅτι ἀπό τήν ἀξιοποίηση αὐτῆς τῆς περιουσίας μποροῦν νά προκύψουν κέρδη 200.000.000 € ἐτησίως, γιά τήν κάλυψη τῆς μισθοδοσίας τῶν 10.000 κληρικῶν. Ἄς μᾶς προβληματίσει τό γεγονός ὅτι μόνο δύο μεγάλες ἑλληνικές ἐπιχειρή-σεις, κι’ αὐτές ὄχι σέ σταθερή βάση, καταφέρνουν νά ἔχουν κέρδη πάνω ἀπό 200.000.000 € ἐτησίως». (Νικ. Φίλης).

β) Μᾶς διαφεύγει ὅτι ἡ μισθοδοσία τοῦ κλήρου καί ὅλα τά ἐργατικά δικαιώματα (περίθαλψη, ἀσφάλεια, σύνταξη) ἔχουν νά κάνουν μέ τό 96 % τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας πού ἔχει ἤδη πάρει τό Ἑλληνικό Δημόσιο. Τώρα μέ αὐτήν τήν «ἱστορική Συμφωνία» ἀπαλλάσεται τό Ἑλληνικό Δημόσιο, ἀπό τήν ὑποχρέωση κάλυψης τῆς μισθοδοσίας καί τήν μισθοδοσία τοῦ κλήρου θά ἀναλάβει ἐξολοκλήρου ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, ἒστω καί σέ βάθος χρόνου εἰκοσαετίας (!!!) μέ τό 50% ἀπό τό σύνολο τοῡ ποσοῦ ἀξιοποίησης τῆς ὑφιστάμενης ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας.

Γιά ὅλους αὐτούς τούς λόγους θεωρῶ ὅτι ἡ «Συμφωνία» εἶναι γεμάτη ἀσάφειες, κενά, δημιουργεῖ νέα νομικά θέματα καί δέν διασφαλίζει τίποτε ἀπό τά ἤδη κεκτημένα. Εἶναι μία πρόχειρη καί ἐπιπόλαια γραμμένη «Συμφωνία», μέ τήν ὁποία ὠφελεῖται μονομερῶς τό Ἑλληνικό Δημόσιο.

Δ. Ἡ πρόταση μου Μακαριώτατε εἶναι ἡ ἑξῆς :

Ἡ «Συμφωνία» εἶναι ἀπορριπτέα, ἢδη τό σημεῖο 15 μᾶς δίνει αὐτήν τήν δυνατότητα, μέχρι νά διορθωθεῖ ἀπό ὁμάδα νομικῶν Μητροπολιτῶν, ἔχουμε ἀρκετούς, καί ἔγκριτους νομικούς ἐντός καί ἐκτός τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καί νά ἔρθει σέ μία προσεχῆ Ἱεραρχία γιά περαιτέρω ἐπεξεργασία, καί ὓστερα νά τεθεῖ στή βάσανο τοῦ διαλόγου μέ τήν Πολιτεία.

Σέ ὅλη αὐτή τήν διαδικασία διόρθωσης τῆς «Συμφωνίας» ἀπό μέρους τῆς Ἐκκλησίας δέν θά πρέπει νά ἐξαιρεθεῖ ὁ ἐφημεριακός λόγος καί οἱ τοποθετήσεις τους γιά τά θέματα, ἀφοῦ εἶναι καί αὐτοί ἄμεσα θιγόμενοι, ὅπως καί οἱ ἐκκλησιαστικοί ὑπάλληλοι.

Ἐπίσης θά πρέπει νά τεθεῖ ἓνα πλαίσιο ὅτι :
α) Δέν ἀλλάζει τό ὑφιστάμενο μισθολογικό καθεστώς τῶν κληρικῶν καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑπαλλήλων ὡς και τά ἐργασιακά και συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα.

β) Μέχρι τήν τελική ὁλοκλήρωση τῆς καταγραφῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, τήν κτηματολογική της καί τήν κοστολόγησή της δέν συζητοῦμε γιά ἵδρυση Τ.Α.Ε.Π. Τά ἀπογοητευτικά ἀποτελέσματα τοῦ ΤΑΙΠΕΔ δέν μᾶς δίνουν καί πολλά περιθώρια αἰσιοδοξίας (βλ. ἀξιοποίηση «Ἑλληνικοῡ»).

Ἐκφράζω τή λύπη μου γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο χρησιμοποίησε τήν παροῦσα «Συμφωνία» ἡ Κυβέρνηση, ὡς ἐπικοινωνικό πυροτέχνημα.

Λυπᾶμαι γιά τήν ἔλλειψη σοβαρότητας ἀπέναντι στήν Ἐκκλησία καί στό πρόσωπό Σας Μακαριώτατε κυβερνητικῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι μέ τίς δηλώσεις τους Σᾶς ἐξέθεσαν καί δέν Σᾶς προφύλαξαν, ἀλλάν μᾶλλον ὑπονόμευσαν τήν «Συμφωνία».

Τέλος θά Σᾶς παρακαλοῦσα μέ ὅλο τό σεβασμό πρός τό πρόσωπό Σας καί ὡς Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ὁ λαϊκός συνεργάτης τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν κ. Κων/νος Δήμτσας νά πάψει νά ἀναμειγνύεται καί νά διαμορφώνει τήν στάση τῆς κυβερνήσεως ἔναντι τῶν θεμάτων αὐτῶν καί νά ἀποτελεῖ τόν «διαμεσολαβητή» καί νά περιοριστεῖ στά καθήκοντα, τά ὁποῖα τοῦ ἔχει παραχωρήσει ἡ Ἐκκλησία καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, καί στά ὑψηλά καθήκοντα πού τοῦ ἔχει ἀναθέσει ἡ Ἑλληνική Πολιτεία.

Ἐάν ἐπιθυμεῖτε νά ἀποκτήσετε διαύλους ἐπικοινωνίας μέ τόν πολιτικό κόσμο νομίζω ὅτι καί πρόσωπα ἐκκλησιαστικά ὑπάρχουν καί τόν τρόπο γνωρίζετε.

Σᾶς εὐχαριστῶ καί ζητῶ συγχνώμη ἀπό τό Ἱερό Σῶμα γιά τήν καταπόνηση καί γιά ὅσα εἶπα, πιθανῶς δυσάρεστα.


Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

Μάριος Μπέγζος:"Οι απλοί παπάδες είναι το θύμα της συμφωνίας" (OPEN,9/11/2018)

https://www.youtube.com/watch?v=_cMJfByNK7o
Ο Καθηγητής και πρώην Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Μάριος Μπέγζος, ο πολύτεκνος ιερέας από την Κρήτη π. Ευτύχιος Ανδρουλάκης και ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, για το... καυτό θέμα της «ιστορικής συμφωνίας» Τσίπρα - Ιερώνυμου και όλη την πολιτκή επικαιρότητα, στην εκπομπή του OPEN “Ώρα Ελλάδος 7.00”, με τον Ιορδάνη Χασαπόπουλο και τον Γιάννη Σαραντάκο (9/11/2018)



Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2018

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου, Προβληματισμοί γιὰ τὴ νέα σχέση Ἐκκλησίας - Πολιτείας


Όταν γίνεται ένας σεισμός, οι σεισμολόγοι προσπαθούν να διευκρινίσουν αν ήταν ο κύριος σεισμός ή προσεισμικές και μετασεισμικές δονήσεις.

Θεωρώ ότι στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας τις ημέρες που προηγήθηκαν έγιναν δύο ισχυρότατες σεισμικές δονήσεις και φυσικά αναμένονται και μικρότεροι μετασεισμοί, χωρίς να αποκλείονται και ισχυρότεροι.

Πρόκειται για δύο σημαντικά γεγονότα, το πρώτο η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την αναθεώρηση των διατάξεων του Συντάγματος στο άρθρο 3, και το δεύτερο η «πρόθεση» «για μια ιστορική συμφωνία» μεταξύ «Εκκλησίας και Πολιτείας» για την εκκλησιαστική περιουσία και τη μισθοδοσία των Κληρικών. Και τα δύο αυτά γεγονότα συνδέονται στενά μεταξύ τους, το ένα προϋποθέτει το άλλο.

Ελπίζω η αναγγελθείσα συμφωνία να μη λειτουργήση αποπροσανατολιστικά για να περάση αθόρυβα η προταθείσα αναθεώρηση του Συντάγματος στο 3 άρθρο.

1. Στο πρώτο γεγονός, ήτοι την αναθεώρηση του Συντάγματος είναι θετικό το ότι δεν υιοθετήθηκε η ορολογία «χωρισμός Εκκλησίας Πολιτείας», που ήταν ένα ανύπαρκτο ιδεολόγημα, και τελικά χρησιμοποιήθηκε η ορολογία «εξορθολογισμός των σχέσεων αυτών».

Όμως δημιουργείται έντονος προβληματισμός για το ότι το 3 άρθρο του Συντάγματος «αναδιατυπώθηκε» με την προσθήκη και αφαίρεση φράσεων.

Προστέθηκε η φράση «η Ελληνική Πολιτεία είναι θρησκευτικά ουδέτερη» και όπως ερμηνεύεται στην αιτιολογική έκθεση «με ο,τι αυτό συνεπάγεται κανονιστικά και πρακτικά». Φυσικά πρέπει αυτό να διερευνηθή εξονυχιστικά τι θα πει «ο,τι συναπάγεται» και τι θα πει «κανονιστικά και πρακτικά».

Αφαιρέθηκαν φράσεις, όπως γράφεται στην αιτιολογική έκθεση: «Κατά τα λοιπά, από τη διάταξη απαλείφονται οι θεολογικού χαρακτήρα αναφορές, όπως και η αναφορά στα όργανα διοίκησης της Εκκλησίας, ως ασύμβατες με την καθιέρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας». Πρόκειται για σοβαρά ζητήματα που χρήζουν διερεύνησης.

Αν δε με τη «θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους» εννοείται η αλλαγή της νομικής προσωπικότητας της Εκκλησίας της Ελλάδος, να γίνει ένα απλό Σωματείο, τότε πώς θα αντιμετωπισθή η νομική προσωπικότητα των Μουφτειών, που αναφέρεται στους Ελληνες Μουσουλμάνους;

2. Το άλλο γεγονός, που αφορά το οικονομικά ζητήματα και τη μισθοδοσία 10.000 περίπου Κληρικών, χωρίς καν να ερωτηθούν, που γίνεται, προφανώς, σε αναφορά με τη «θρησκευτική ουδετερότητα», αφήνει ανοικτά πολλά θέματα προς συζήτηση.

Μέχρι τώρα γνωρίζουμε ότι κάθε συμφωνία ή έστω «πρόθεση» στηρίζεται σε εξονυχιστικό διάλογο μεταξύ των δύο μερών και σε συγκεκριμένες μελέτες. Ένα σπίτι πρόκειται κανείς να κατασκευάση και χρειάζονται να γίνουν πολλές αρχιτεκτονικές, στατικές, μηχανολογικές, κ.λπ. μελέτες. Στην περίπτωση αυτή δεν γνωρίζω συγκεκριμένους διαλόγους, ούτε καν εάν έχουν εκπονηθή όλες οι μελέτες που να στηρίζουν τέτοιες μεγαλεπήβολες αποφάσεις.

3. Η Εκκλησία της Ελλάδος διοικεί «επιτροπικώς» και τις Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν Ελλάδι, καθώς επίσης στην Ελληνική Επικράτεια υπάρχουν οι Μητροπόλεις της ημιαυτονόμου Εκκλησίας της Κρήτης και οι Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου.

Διερωτώμαι αν υπήρξε κάποια συζήτηση και συμφωνία μεταξύ Ελληνικής Πολιτείας και Οικουμενικού Πατριαρχείου ή μεταξύ Εκκλησίας της Ελλάδος και Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τελικά, πώς απαιτούμε να σέβονται οι γείτονές μας το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και να μη το σέβονται η Ελληνική Πολιτεία και η Εκκλησία της Ελλάδος;

Θεωρώ ότι τα θέματα αυτά είναι σοβαρά και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ιδεολογικά και χάριν εντυπωσιασμού. Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος που θα συγκληθή θα αναλάβη μεγάλη ευθύνη έναντι της ιστορίας. Ζούμε ιστορικές στιγμές.

[Δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 9 Νοεμβρίου 2018]


Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018

Παντελής Καλαϊτζίδης, Δεσποτοκρατία με αριστερό πρόσημο;


Οι μεγάλες αλλαγές και οι μεγάλες τομές με προοδευτικό πρόσημο δεν γίνονται με μυστικοσυμβούλια και διακανονισμούς κεκλεισμένων των θυρών που οδηγούν τελικά σε περισσότερη δεσποτοκρατία και στην εν μιά νυκτί βίαιη αλλαγή του εργασιακού καθεστώτος 10.000 κληρικών και εκκλησιαστικών υπαλλήλων. Από τη χθεσινή συμφωνία κερδισμένοι βγαίνουν ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και ο πρωθυπουργός, ενώ χαμένοι η Εκκλησία ως κοινότητα πιστών (λαϊκών και κληρικών) και το δημοκρατικό αίτημα εκκοσμίκευσης των θεσμών και νέας ρύθμισης των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας.

Ο πρωθυπουργός μπορεί τώρα να «πουλήσει» στο κοινό του μια αριστερόστροφη πολιτική απόφαση (που την έχει τόσο ανάγκη, μια και στα οικονομικά υπάρχουν δεσμεύσεις έναντι των δανειστών), καθώς «πετάει εκτός Δημοσίου τους παπάδες»! Την ίδια στιγμή ελευθερώνει 10.000 θέσεις στο Δημόσιο, υποσχόμενος διορισμούς (το έκανε ήδη, σήμερα κιόλας, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δ. Τζανακόπουλος).

Ο αρχιεπίσκοπος (μέγας τακτικιστής και ισορροπιστής, εξαιρετικά ικανός στο πολιτικό παζάρι) παίρνει μ’ έναν σπάρο πολλά τρυγόνια: λαμβάνει από τον πρωθυπουργό ένα δώρο 200 εκατομμυρίων και ενδυναμώνει θεαματικά τη θέση του και την ισχύ του όχι μόνο έναντι των άλλων μητροπολιτών και της Συνόδου, αλλά και έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου που όχι τυχαία αφέθηκε έξω από αυτή την ιστορία, ενώ δεκάδες επαρχίες του βρίσκονται εντός των ορίων της ελληνικής πολιτείας (το Πατριαρχείο είχε πρόσφατα επίσης αγνοηθεί κατά την τοποθέτηση του Κ. Δήμτσα, στενού συνεργάτη του αρχιεπισκόπου, ως πολιτικού διοικητή του Αγίου Όρους, παρά τη ρητή αντίθεση και διαφωνία του Οικουμενικού Πατριάρχη). Λύνονται επίσης τα χέρια του αρχιεπισκόπου για να κάνει αυτό που γνωρίζει καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο, για να προβεί δηλαδή (από κοινού με την πολιτεία) σε αξιοποιήσεις ακινήτων.

Σε ένα άλλο επίπεδο, και οι κατά τόπους μητροπολίτες ενδυναμώνουν τη θέση τους έναντι των απλών κληρικών οι οποίοι θα βρεθούν κυριολεκτικά στο έλεος των δεσποτάτων που θα έχουν επάνω τους δικαίωμα ζωής ή θανάτου, πειθαρχικού ελέγχου ή και απόλυσης (φανταστείτε ποια τύχη περιμένει τους προοδευτικούς εκείνους κληρικούς που θα τολμήσουν να εκφράσουν ανοιχτά την άποψη ή τη διαφωνία τους για τα επίμαχα ζητήματα που κατά καιρούς ανακύπτουν!...).

Ένας θεσμός όπως η Εκκλησία (να μην ξεχνάμε, ο μόνος θεσμός του ελληνικού κράτους που δεν πέρασε μεταπολίτευση), με τεράστια κοινωνική επιρροή, που όμως ούτε για τις επιδόσεις του στην οικονομική διαχείριση φημίζεται ούτε για διαφάνεια, δημοκρατικές διαδικασίες και κοινωνική λογοδοσία διακρίνεται, είναι λάθος στην παρούσα φάση να αποκόπτεται και να αφήνεται εκτός του δημοκρατικού ευρωπαϊκού πλαισίου που εγγυάται η πολιτεία, και μάλιστα έχοντας λάβει ως προίκα 200 εκατομμύρια ευρώ! Αυτό ούτε προοδευτική τομή στη λειτουργία του κράτους σηματοδοτεί ούτε αριστερή πολιτική συνιστά, αλλά μάλλον δεσποτοκρατία με αριστερό πρόσημο!


Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2018

Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος: ''Η συμφωνία θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη υποδούλωση της Εκκλησίας στο Κράτος''



Σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον Καταστατικό Χάρτη, η Εκκλησία της Ελλάδος είναι Αυτοκέφαλη Εκκλησία, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο, έχει επικεφαλής τον Ιησού Χριστό, και ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος είναι Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου.

Με το ισχύον καθεστώς κατοχυρώνεται η ισχύς των Πατριαρχικών Τόμων του 1851 και του 1928, δηλαδή, κατοχυρώνεται, με πολλή σοφία, η ύπαρξη της Εκκλησίας της Ελλάδος, η δημοκρατική της λειτουργία, ο σεβασμός των εκκλησιαστικών καθεστώτων και η αναντικατάστατη σχέση της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Κάθε λέξη του Συντάγματος που αφορά την Ορθοδοξία είναι λέξη με τεράστιο ιστορικό και πολιτισμικό βάρος, προϊόν πολύτιμης εμπειρίας αλλά και τραυματικών γεγονότων.

Ειδικά στην περίπτωση του Συντάγματος του 1975, η διατύπωση των άρθρων που αφορούν την Εκκλησία είναι βαθύτατα επηρεασμένη από το τραυματικότατο γεγονός της επαίσχυντης επεμβάσεως της χούντας, η οποία παραβιάζοντας κάθε έννοια θρησκευτικής ελευθερίας της Εκκλησίας, οδήγησε σε ολέθριες και Εθνικά ζημιογόνες καταστάσεις.

Παράδειγμα, η τραγική συνέπεια του Εκκλησιαστικού διχασμού της Κύπρου, που οδήγησε στον Εθνικό διχασμό και εν τέλει στην Τουρκική εισβολή.

Το κοινό ανακοινωθέν Πρωθυπουργού και Αρχιεπισκόπου, δεν συνάδει με τις περιγραφείσες αρχές και την ιστορική εμπειρία, ενώ υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη υποδούλωση της Εκκλησίας στο κράτος, και μάλιστα με όρους επαιτείας εξαιτίας της αιωρούμενης αβεβαιότητας ως προς την τακτική και συνεπή καταβολή της συμφωνηθείσας ετήσιας επιχορήγησης.

Είναι αλήθεια ότι χωρίς οικονομική αυτοτέλεια, δεν μπορεί να υπάρξει μια ανεξάρτητη Εκκλησία της Ελλάδος. Όμως, ως Έλληνες, προτιμούμε ως εγγυητή αυτής της οικονομικής ανεξαρτησίας μας, το Ελληνικό Κράτος.

Η πρόταση που περιγράφει το κοινό ανακοινωθέν θα οδηγήσει την Εκκλησία της Ελλάδος στον ολισθηρό δρόμο να αναζητά εναγωνίως και διαρκώς την αποκόμιση κερδών, είτε μέσω εταιρειών, είτε μέσω χορηγιών/επιχορηγήσεων από οποιονδήποτε που έχει τα χρήματα, ώστε να μισθοδοτεί τους κληρικούς Της και να καλύπτει τις υλικές ανάγκες Της.

Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος να συντείνει στη μεταφορά πόρων από το κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας, στην κάλυψη αναγκών μισθοδοσίας του εφημεριακού κλήρου.

Μια τέτοια Εκκλησία δεν είναι η Εκκλησία της Ελλάδος, δεν είναι η Εκκλησία του λαού μας. Και η Εκκλησία στην Ελλάδα είναι υπόθεση, πρώτα απ’ όλα, του λαού μας.

Εκτός από όλα αυτά, όμως, υπάρχει και ένα ακόμα σημείο που εκπλήσσει δυσάρεστα όποιον πίστευε ότι μια Κυβέρνηση της Αριστεράς θα επιδείκνυε ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέματα εργασιακών δικαιωμάτων, εργασιακής ασφάλειας και, φυσικά, δεν θα συναινούσε σε απολύσεις.

Το κοινό ανακοινωθέν Πρωθυπουργού – Αρχιεπισκόπου συνιστά τη μεγαλύτερη και βιαιότερη αλλαγή εργασιακών σχέσεων στην ιστορία του Ελληνικού κράτους.

Χωρίς καμία γνώση των ίδιων των άμεσα ενδιαφερομένων, αποφασίστηκε, μέσα σε λίγες ώρες, η μαζική απόλυσή τους από το δημόσιο, ενώ το μελλοντικό καθεστώς εργασιακής τους απασχόλησης (ακόμα και η ίδια η επαναπρόσληψή τους στον νέο εργοδότη τους) είναι σκοτεινό και αβέβαιο, με την απώλεια επίσης εργασιακών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων να προβάλει ως ένα πολύ πιθανό σενάριο.

Όσοι χαίρονται για το γεγονός αυτό ή όσοι σκέφτονται ότι άδειασαν 10.000 του Δημοσίου, ας σκεφτούν πως ό,τι έγινε μια φορά, μπορεί να γίνει και δεύτερη.

Παραδείγματος χάριν, ΝΠΔΔ είναι και οι Δήμοι, είναι και τα Πανεπιστήμια.

Τώρα που βρέθηκε η διαδικασία και ο τρόπος, τί θα σταματήσει αύριο μια κυβέρνηση να επαναλάβει το ίδιο μοτίβο απομονώνοντας μια κατηγορία εργαζομένων του Δημοσίου και οδηγώντας την μαζικά σε ένα νέο εργασιακό καθεστώς;

10.000 οικογένειες, 10.000 Έλληνες που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην διακονία του λαού μας δεν είναι δυνατόν να τυγχάνουν τέτοιας απαξιωτικής μεταχείρισης.

Δεν είναι δυνατόν να τους αφαιρείται κάθε δικαίωμα, ακόμα και αυτό της απλής ενημέρωσης, μόνο και μόνο γιατί είναι Ιερείς.

Το αίσθημα ευθύνης και η αγωνία μας για το μέλλον της Εκκλησίας και του τόπου, δεν μας επιτρέπει να παραμείνουμε απαθείς ενώπιον των σοβαρών αυτών εξελίξεων και επικίνδυνων ανατροπών.

Γι’ αυτό και συγκαλούμε έκτακτη Σύναξη του Ιερού Κλήρου της Μητροπόλεώς μας, προκειμένουμε να υπάρξει ενημέρωση, ανταλλαγή απόψεων και λήψη αποφάσεων, τις οποίες και θα καταθέσουμε στο Ανώτατο διοικητικό όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος, την Ιεραρχία, την έκτακτη σύγκλιση της οποίας άμεσα ζητούμε και αναμένουμε.


Κοινό Ανακοινωθέν Πολιτείας-Εκκλησίας της Ελλάδος


https://www.youtube.com/watch?time_continue=313&v=RvVKBZo-3bE

Κοινό Ανακοινωθέν Πολιτείας-Εκκλησίας της Ελλάδος

Μετά από έναν πολυετή, αναλυτικό και ειλικρινή διάλογο μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, διάλογο ο οποίος διεξήχθη σε κλίμα κατανόησης και σεβασμού, έχουμε σήμερα τη δυνατότητα να προχωρήσουμε σε συναινετικές και αμοιβαία αποδεκτές και επωφελείς πρωτοβουλίες που αφορούν τον εξορθολογισμό των σχέσεων μας.

Στόχος μας είναι να θέσουμε το πλαίσιο διευθέτησης και επίλυσης ιστορικών εκκρεμοτήτων, αλλά και να ενισχύσουμε την αυτονομία της Ελλαδικής Εκκλησίας έναντι του Ελληνικού Κράτους, αναγνωρίζοντας την προσφορά και τον ιστορικό της ρόλο στη γέννηση και στη διαμόρφωση της ταυτότητάς του.

Για τον λόγο αυτό, εκφράζουμε σήμερα την πρόθεσή μας να καταλήξουμε σε μια ιστορική Συμφωνία μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας που θα πάρει τη μορφή νομοθετικής ρύθμισης και πιο συγκεκριμένα προτείνουμε τα εξής:

1. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι μέχρι το 1939 οπότε εκδόθηκε ο αναγκαστικός νόμος 1731/1939 απέκτησε εκκλησιαστική περιουσία έναντι ανταλλάγματος που υπολείπεται της αξίας της.

2. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι ανέλαβε τη μισθοδοσία του κλήρου, ως με ευρεία έννοια, αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία που απέκτησε.

3. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία αναγνωρίζουν ότι οι κληρικοί δεν θα νοούνται στο εξής ως δημόσιοι υπάλληλοι και ως εκ τούτου διαγράφονται από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών.

4. Το Ελληνικό Δημόσιο δεσμεύεται ότι θα καταβάλλει ετησίως στην Εκκλησία με μορφή επιδότησης ποσό αντίστοιχο με το σημερινό κόστος μισθοδοσίας των εν ενεργεία ιερέων, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις μισθολογικές μεταβολές του Ελληνικού Δημοσίου.

5. Η Εκκλησία αναγνωρίζει ότι μετά τη Συμφωνία αυτή παραιτείται έναντι κάθε άλλης αξίωσης για την εν λόγω εκκλησιαστική περιουσία.

6. Η ετήσια επιδότηση θα καταβάλλεται σε ειδικό ταμείο της Εκκλησίας και προορίζεται αποκλειστικά για τη μισθοδοσία των κληρικών, με αποκλειστική ευθύνη της Εκκλησίας της Ελλάδος και σχετική εποπτεία των αρμόδιων ελεγκτικών κρατικών αρχών.

7. Με τη Συμφωνία διασφαλίζεται ο σημερινός αριθμός των οργανικών θέσεων κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και ο σημερινός αριθμός των λαϊκών υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος.

8. Πιθανή επιλογή της Εκκλησίας της Ελλάδος για αύξηση του αριθμού των κληρικών δεν δημιουργεί απαίτηση αύξησης του ποσού της ετήσιας επιδότησης.

9. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία της Ελλάδος αποφασίζουν τη δημιουργία Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας.

10. Το Ταμείο αυτό θα διοικείται από πενταμελές διοικητικό συμβούλιο. Δύο μέλη του Ταμείου θα διορίζονται από την Εκκλησία της Ελλάδος, δύο μέλη θα διορίζονται από την Ελληνική Κυβέρνηση, ενώ ένα μέλος θα διορίζεται από κοινού.

11. Το Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας θα αναλάβει τη διαχείριση και αξιοποίηση των από το 1952 και μέχρι σήμερα ήδη αμφισβητούμενων μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εκκλησίας της Ελλάδος περιουσιών, αλλά και κάθε περιουσιακού στοιχείου της Εκκλησίας που εθελοντικά η ίδια θα θελήσει να παραχωρήσει στο εν λόγω Ταμείο προς αξιοποίηση.

12. Τα έσοδα και οι υποχρεώσεις του ΤΑΕΠ επιμερίζονται κατά ίσο μέρος στο Ελληνικό Δημόσιο και την Εκκλησία της Ελλάδος.

13. Τα ανάλογα ισχύουν και για τις περιουσίες των επιμέρους Μητροπόλεων, ήτοι των αμφισβητούμενων περιουσιών, αλλά και όσων οι Μητροπόλεις εθελοντικά παραχωρήσουν στο ΤΑΕΠ.

14. Η ήδη συσταθείσα με τον Ν.4182/2013 Εταιρεία Αξιοποίησης Ακίνητης Εκκλησιαστικής Περιουσίας μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών εντάσσεται επίσης στο ΤΑΕΠ και διοικείται με το σημερινό κατά νόμο καθεστώς.

15. Οι παραπάνω δεσμεύσεις των δύο μερών θα ισχύουν υπό την προϋπόθεση τήρησης της Συμφωνίας στο σύνολό της.

https://www.cnn.gr/news/politiki/story/153708/symfonia-kratoys-ekklisias-ti-simainei-to-iero-deal-gia-tin-ekklisiastiki-perioysia


Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Ιερώνυμος για θρησκευτική ουδετερότητα: «Ο Πρωθυπουργός δεν ξέρω τι εννοεί»

Πηγή: ΣΚΑΪ
Kαυστικός προς την κυβέρνηση για τη διαχείριση του ζητήματος της συνταγματικής αναθεώρησης παρουσιάστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος μετά την ολοκληρωση των εργασιών της ΔΙΣ, δηλώνοντας πως αν πίσω από την «θρησκευτική ουδετερότητα» της Πολιτείας κρύβεται το γαλλικό μοντέλο δεν συμφωνεί.

«Είναι μια ευκαιρία τώρα να εξετάσουμε πολλά πράγματα από την αρχή και να αλλάξουμε και μερικές ιδέες. Και εμείς την πολύ αυστηρότητα και η Πολιτεία την πολύ προχειρότητα» είπε ο Αρχιεπίσκοπος στους δημοσιογράφους για το θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης.

«Το θέμα είναι να καταλήξουμε τι εννοούμε θρησκευτικά ουδέτερος» είπε χαρακτηριστικά ο Αρχιεπίσκοπος και πρόσθεσε «Ο Πρωθυπουργός δεν ξέρω τι εννοεί, θα μας πει τι εννοεί».

Ο ίδιος πάντως έδειξε πως δεν έχει πρόθεση να δεχτεί το γαλλικό μοντέλο. «Θρησκευτικά ουδέτερο είναι το κράτος της Γερμανίας. Θα ήθελα να ζήσω στη Γερμανία, και να είμαι θρησκευτικά ουδέτερος. Είναι θρησκευτικά ουδέτερο κράτος, συνεργάζονται, βοηθάει την Εκκλησία άριστα» είπε ο Αρχιεπίσκοπος και συμπλήρωσε «Θρησκευτικά ουδέτερο κράτος είναι και η Γαλλία αλλά είναι εχθρικές οι σχέσεις (…) δεν θ μ’ άρεσε. Το Βέλγιο, οι Βρυξέλλες, θρησκευτικά ουδέτερα, αλλά όλους τους μισθούς των θρησκευτικών λειτουργών τους πληρώνει το κράτος. Επομένως, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πρώτα τι εννοούμε ουδέτερο. Πιστεύω ότι θα δοθεί η δυνατότητα, θα συνεργαστώ, θα δουλέψουμε και αύριο».

Ο Αρχιεπίσκοπος είπε στους δημοσιογράφους πως η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ δεν προκάλεσε έκπληξη στην Εκκλησία αλλά δεν δίστασε να μιλήσει για προχειρότητα.

«Έχουμε συνηθίσει εδώ στην Ελλάδα με μια πρόχειρη σκέψη με πρόχειρα πράγματα να θέλουμε να καθιερωθεί…» είπε ο Αρχιεπίσκοπος ο οποίος άφησε ανοιχτό «παράθυρο» για πλήρη συζήτηση επί όλων των θεμάτων που απασχολούν Εκκλησία και Πολιτεία.

«Εμάς πρέπει να μας απασχολεί περισσότερο όλους, και την Πολιτεία και την Εκκλησία η Ελλάδα ως Έθνος όχι ο ελλαδισμός αλλά ο Ελληνισμός κι αυτό το ξεχνάμε» είπε και συμπλήρωσε:  «Είναι μια ευκαιρία όλα αυτά και η αναθεώρηση του Συντάγματος και οι διαφορές που έχουμε μεταξύ μας να γίνουν αφορμές ώστε να αποφασίσουμε πράγματα που θα ωφελήσουν το λαό μας».

Ολοκληρώνοντας σημείωσε πως «Το ιδανικό για εμάς είναι να είναι ο καθένας στο σπίτι του αλλά να δουλεύουμε μαζί για να περνάμε καλά όλοι. Πολιτεία και Εκκλησία δεν είναι αντίπαλα πράγματα πρέπει να μάθουμε να συνεργαστούμε». Ο Αρχιεπίσκοπος μίλησε και για το θέμα Κατσίφα στην Αλβανία και τη σορό του που δεν έχει δοθεί, και είπε ότι «ο Κατσίφας ήταν Έλληνας στη Βόρεια Ήπειρο και τον θαυμάζουμε γι' αυτό που έγινε, αλλά καλύτερα θα μας τα έλεγε ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, ο οποίος ξέρει καλύτερα».

Η ΔΙΣ θα συνεδριάσει και την Τρίτη (6/11) για το ίδιο θέμα οπότε και αναμένεται να καταλήξει σε απόφαση.





Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Σωτήρης Μητραλέξης, Η μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα (μέρος Α')

[Η μελέτη του Σ. Μητραλέξη σε μορφή PDF]
πηγή: ΑΝΤΙΒΑΡΟ/ αναδ. ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Σωτήρης Μητραλέξης
Η μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα
Μέρος Α΄: Μελέτη των στοιχείων

[Το δεύτερο μέρος παρατίθεται σε αυτόν τον σύνδεσμο].


Τον τελευταίο καιρό τέθηκαν ήδη κάποια ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις Εκκλησίας-κράτους με επιτακτικό τρόπο στον δημόσιο λόγο, ενώ εν όψει της σχεδιαζόμενης συνταγματικής αναθεώρησης αναμένεται να τεθούν και άλλα, θέτοντας ενδεχομένως συνολικά το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας – κράτους στο τραπέζι. Ως ευμέγεθες κομμάτι αυτών των συζητήσεων προβάλλει παγίως το ζήτημα της μισθοδοσίας του κλήρου, για το οποίο βασιλεύει η ελλιπής ενημερότητα, αν όχι η παραπληροφόρηση. Σε αυτήν την εργασία θα προσπαθήσουμε να αποσαφηνίσουμε το ισχύον πλαίσιο, καθώς και να προτείνουμε σχεδιάσματα ενδεχομένων αλλαγών για το μέλλον. (Σχετικά με το τί συμβαίνει στην Ευρώπη, ο αναγνώστης παραπέμπεται στην έρευνα του δρ. Άγγελου Χρυσόγελου, «Οι οικονομικές διαστάσεις των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους: Φορολόγηση και Χρηματοδότηση της Εκκλησίας από το Κράτος στην Ελλάδα και στην Ευρώπη»).


Αν κάτι εντυπωσιάζει στην όλη συζήτηση, αυτό είναι η απροθυμία της διοικούσας Εκκλησίας να αναλάβει την πρωτοβουλία προτάσεων, ούτως ώστε να μην αφήνει το πεδίο αυτό στην αποκλειστική χρήση όσων αισθάνεται πως απειλούν τα καλώς νοούμενα συμφέροντά της, παρά τις προφανώς επερχόμενες απόπειρες σημαντικών αλλαγών. Η εδώ και δεκαετίες αδράνεια της διοικούσας Εκκλησίας ως προς την συμμετοχή στη δημόσια συζήτηση σχετικά με τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, ή ακόμα και σχετικά με τον ενδεχόμενο χωρισμό τους, δημιουργεί μια σειρά από προβλήματα, τα οποία συχνά η Ιεραρχία μοιάζει να μην αναγνωρίζει— θεωρώντας ότι τελικά τίποτα δεν θα αλλάξει, με καμία κυβέρνηση και σε κανένα ενδεχόμενο.


Αυτός ο εφησυχασμός, φυσικά, ανοίγει το δρόμο στους κατ’ εξοχήν απληροφόρητους περί τα ζητήματα αυτά, ώστε να θέτουν τον τόνο (και τον πόνο…) του δημόσιου λόγου. Έτσι, έχουμε ως αποτέλεσμα έναν δημόσιο λόγο εκατέρωθεν ιδεοληψιών, ο οποίος αγνοεί παντελώς και πλήρως τα πραγματικά δεδομένα και αυτοσχεδιάζει επί μιας εικονικής πραγματικότητος.


Δε γνωρίζουμε εάν η παρούσα κυβέρνηση, η αμέσως επόμενη, η μεθεπόμενη, θα προχωρήσουν όντως σε ριζικές και ριζοσπαστικές αλλαγές στις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους. Αυτό όμως που γνωρίζουμε είναι ότι όταν κάποτε αυτά τα ζητήματα τεθούν, δεδομένης της αναιμικής παρουσίας κάθε τεκμηριωμένης αντιπροτάσεως στον κυρίαρχο απλουστευτικό λόγο παραπληροφόρησης[1], θα τεθούν ακριβώς επί τη βάσει της παραπληροφόρησης, που για χρόνια ηγεμόνευε. Δηλαδή, όταν τελικά κάποιος «χωρισμός»[2] απαιτηθεί, θα τεθεί σε ακραίες βάσεις, ελλείψει οποιασδήποτε προετοιμασίας από την, ας πούμε, εκκλησιαστική πλευρά.


Ναι μεν θα εξηγήσουμε λεπτομερώς την κατάσταση σχετικά με τη μισθοδοσία του κλήρου, αξίζει όμως εδώ μια πρώτη σύνοψη-εισαγωγή, ώστε να καταδειχθεί η έλλειψη ακριβούς ενημέρωσης τόσο των αντικληρικαλιστών, όσο και των υπερασπιστών του status quo. Οι πρώτοι δεν αντιλαμβάνονται ότι η μισθοδοσία του κλήρου συνηρτάτο μέχρι πρότινος de facto με την φορολόγηση των εσόδων των Ναών (αλλά, εμμέσως, και με την αναγκαστική απαλλοτρίωση χωρίς καταβολή αποζημίωσης, δηλαδή δήμευση, προοδευτικά του 96% της εκκλησιαστικής περιουσίας), ενώ οι τελευταίοι θα υποστηρίξουν ότι νομικά είναι ρητώς και σαφώς αναγνωρισμένη από τον Κράτος και ως εκ τούτου υποχρεωτική η αντιστοιχία «απαλλοτριώσεων» και μισθοδοσίας. Μάλιστα, συχνά θα συναντήσουμε και διαδικτυακώς και εντύπως την ονομαστική επίκληση της «Σύμβασης περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Εκκλησίας προς αποκατάσταση ακτημόνων» (18/9/1952) ως απόδειξης. Όμως, μια ανάγνωση της εν λόγω σύμβασης Εκκλησίας-Πολιτείας αποδεικνύει πως αυτή δεν περιέχει καμία απολύτως αναφορά στη μισθοδοσία του κλήρου! Άλλο επομένως η συμβατική υποχρέωση, που προϋποθέτει σύμβαση, συμφωνία των δύο θεσμών, και άλλο η υποχρέωση αποζημίωσης για την εκκλησιαστική περιουσία, που αφαίρεσε το Κράτος. Πέραν, λοιπόν, από την συχνά εμφανιζόμενη άγνοια των αντικληρικαλιστών γι’ αυτά τα ζητήματα, διαπιστώνουμε και μια επαναλαμβανόμενη παραπληροφόρηση ή, τέλος πάντων, ελλιπή πληροφόρηση από πλευράς ενίων ανθισταμένων σε αυτούς.


Εν συνόψει:


α) Η διαρκής, αλλά γενικόλογη δέσμευση νομοθετικού σώματος της Πολιτείας με συνταγματική περιωπή, η οποία συχνά αναφέρεται ως σχετιζομένη με την μισθοδοσία του κλήρου, είναι το ΙΑ΄ Ψήφισμα της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης (1829)[3], στην οποία αναφέρεται ότιτο Κράτος θα αναλάβει την εκκλησιαστική περιουσία -όπως και προοδευτικά εγένετο κατά 96% μέσα στους σχεδόν δύο αιώνες του νέου κράτους- και από τα έσοδά της θα διατίθενται ποσά «εις βελτίωσιν του Ιερατείου» και για την εκπαίδευση των νέων. Αυτή η ευρεία διατύπωση «εις βελτίωσιν του Ιερατείου» (άμισθου τότε), δεν κάνει λόγο ρητώς και μόνον για την μισθοδοσία του κλήρου[4], περιλαμβάνει όμως νοηματικά κάθε μέτρο κρατικής συνδρομής για την υλική ή μορφωτική αναβάθμιση των κληρικών. Αποτελούσε κρατική αυτοδέσμευση[5] για τους σκοπούς γενικού συμφέροντος, που θα υπηρετούσε η περιέλευση της εκκλησιαστικής (μοναστηριακής) ακίνητης περιουσίας στο Κράτος.


Η γενική ρήτρα της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης επαναλήφθηκε ως δεσμευτική κατεύθυνση σε κρατικές Εγκυκλίους[6] και στο βασιλικό διάταγμα της 13.12.1834 (άρθρο 10), που ίδρυσε το «Εκκλησιαστικόν Ταμείον» για τη διαχείριση της δημευθείσας περιουσίας των διαλελυμένων Μονών[7]. Μαρτυρίες, χωρίς αναλυτικά κτηματογραφικά στοιχεία, κάνουν λόγο για μοναστηριακή περιουσία ίση με το 1/3 ή το 25% των «γαιών» της τότε (1833) ελληνικής επικράτειας[8]. Και ναι μεν η ερμηνεία της Ιεράς Συνόδου (Εγκύκλιος της 12/10/1833) ήταν ότι εκ του κρατικού «Εκκλησιαστικού Ταμείου» «θέλουσι μισθοδοτείσθαι οι Επίσκοποι της Επικρατείας και οι άλλοι κληρικοί», ωστόσο η κρατική «συμβολή» στην μισθοδοσία του εφημεριακού κλήρου ξεκίνησε μόλις την1/10/1945[9].


β) Ο αναγκαστικός νόμος 536/1945 (ΦΕΚ Α΄ 226/1945) απαγόρευσε την πληρωμή των κληρικών σε είδος από τους ενορίτες[10], προέβλεψε τη λειτουργία ειδικού λογαριασμού («Κεφάλαιον προς πληρωμήν μισθού εφημεριακού κλήρου»), ενώ θέσπισε 6.000 οργανικές θέσεις κληρικών στην ελληνική επικράτεια – που περιλαμβάνει όχι μόνον την Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά και την Εκκλησία της Κρήτης, ενώ αργότερα ενσωματώθηκε η Δωδεκάνησος (Μητροπόλεις υπαγόμενες στο Οικ. Πατριαρχείο). Ο ίδιος νόμος θεσμοθέτησε 2 πόρους του ανωτέρω ειδικού λογαριασμού : α) ειδική εισφορά όλων των ενοριακών, συναδελφικών και διεπόμενων από ειδικούς νόμους Ναών ποσοστού 25% (και από το 1968 ποσοστού 35%) επί των ακαθαρίστων εσόδων τους[11], β) «ενοριακή εισφορά» των πιστών (άρθρα 3-10), δηλαδή ετήσια καταβολή στα κατά τόπους Δημόσια Ταμεία ποσού από 300 δρχ. έως 3.000 δρχ. για κάθε ορθόδοξη χριστιανική οικογένεια (καταργήθηκε το 1962).


Τέλος προέβλεψε συμβολή του κράτους, δηλαδή ενίσχυση, του παραπάνω ειδικού λογαριασμού. Ειδικότερα αναφέρει (άρθρο 12 παρ. 3) : «το εις το τέλος εκάστου οικονομικού έτους παραμένον άνοιγμα του ως άνω χρηματιστικού λογαριασμού καλύπτεται δι’ ισοπόσου χορηγίας του Δημοσίου». Aποδεικνύεται λοιπόν ανακριβής ο αφορισμός ότι το Δημόσιο ανέλαβε την πλήρη μισθοδοσία του κλήρου από το 1945[12]. Επίσης, είναι σαφές ότι ναι μεν το νομοθέτημα εισήγαγε διαρκή δέσμευση για την ενίσχυση της μισθοδοσίας και θέσπισε σταθερό αριθμό 6.000 οργανικών θέσεων κληρικών με βάση τα τότε δημογραφικά δεδομένα[13], εφαρμόσθηκε όμως, από της ενάρξεως ισχύος του, για την ενίσχυση της μισθοδοσίας και των 7.151 (τότε) υπηρετούντων εφημερίων[14]. Δηλαδή, παρότι ο νόμος 536/1945 περιόρισε τις εφημεριακές θέσεις σε 6.000 (καθιστώντας «υπεράριθμους» 1.151 εφημερίους[15]), εντούτοις εφαρμόσθηκε από το Δημόσιο εξαρχής για την μισθοδοσία όλων των κληρικών, και πέραν του νομοθετημένου αριθμού.


γ) Την 24/7/1968 o αναγκαστικός νόμος 469/1968 (ΦΕΚ Α΄ 162/1968) εξομοίωσε μισθολογικά τον κληρικό με τον δημόσιο υπάλληλο. Άρα το κράτος από το 1968, για πρώτη φορά, αναλαμβάνει την υποχρέωση να συμπληρώνει τον παραπάνω ειδικό λογαριασμό με στόχο ο εφημέριος – ιερέας να λαμβάνει μισθό ίσο με του δημοσίου υπαλλήλου. Αυξάνεται επομένως η οικονομική συμμετοχή του Δημοσίου, αφού από την 1/9/1962[16] είχε καταργηθεί η «ενοριακή εισφορά» των πιστών, οπότε ο λογαριασμός χρηματοδοτείτο πλέον από κρατικούς πόρους και την εισφορά (35%) εκ των εσόδων των Ναών (παγκάρια, μισθώματα κλπ.).


δ) Την 19/9/1970 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με δικό της Κανονισμό (2/1969, ΦΕΚ Α΄ 193/1969) αύξησε τις «οργανικές θέσεις» κληρικών των Ενοριών της σε 8.000 (ο Κανονισμός δεν περιείχε ρύθμιση για τη μισθοδοσία, υπολαμβάνοντας προφανώς ότι οι 8.000 κληρικοί μισθοδοτούνται βάσει του Α.Ν. 469/1968, ακόμα και εάν υπερβαίνουν τον αριθμό νομοθετημένων «οργανικών θέσεων» (6.000) του Α.Ν. 536/1945, μια και από την έναρξη εφαρμογής του το μεικτό σύστημα μισθοδοσίας (εισφορά Ναών, εισφορά πιστών και κρατική συμβολή) ουδέποτε περιορίσθηκε στους 6.000 κληρικούς).


ε) Οι Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος (Μητροπολίτες, τιτουλάριοι – βοηθοί επίσκοποι) μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό από την 1/1/1980, ενώ οι Αρχιερείς της Εκκλησίας της Κρήτης από την 7/10/1971 και της Δωδεκανήσου από την 25/9/1969[17].


στ) Μετά την κατάργηση του κρατικού «Οργανισμού Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας» (Ο.Δ.Ε.Π.)[18] το Δημόσιο ανέλαβε συμβατικά (Σύμβαση της 11/5/1988, νόμος 1811/1988, ΦΕΚ Α΄ 231/1988) την μισθοδοσία των 85 ιεροκηρύκων του Ο.Δ.Ε.Π. έναντι της παραχώρησης της (όσης στερείται τίτλων ιδιοκτησίας) μοναστηριακής δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας [19].


ζ) Η ειδική εισφορά από τα ακαθάριστα έσοδα των Ναών καταργήθηκε την 28/1/2004(νόμος 3220/2004, ΦΕΚ Α΄ 15/2004) επί «Εκσυγχρονισμού» και Κυβερνήσεως Κώστα Σημίτη και δεν αντικαταστάθηκε. Ουσιαστικά δηλαδή μετά την 28/1/2004 οι μισθοί των ιερέων καταβάλλονται με επιβάρυνση μόνο του κρατικού προϋπολογισμού χωρίς την συμμετοχή των Ναών δια της εισφοράς.[20] Η πρώτη φορά που εγκαθιδρύεται «δωρεάν» καθολική μισθοδοσία του κλήρου, λοιπόν, είναι επί «Εκσυγχρονισμού» και κυβερνήσεως Κώστα Σημίτη…


η) Το 2013, ο νόμος 4111/2013 (ΦΕΚ Α΄ 18/2013) ορίζει για πρώτη φορά ότι όσοι κληρικοί μισθοδοτούνται ήδη («ρύθμιση σκούπα») από τον ειδικό λογαριασμό του νόμου 536/1945, πλέον μισθοδοτούνται από τον τακτικό κρατικό προϋπολογισμό.


θ) Ο νομοθέτης ουδέποτε μετέβαλλε ρητώς τον αριθμό των 6.000 οργανικών θέσεων κληρικών των Ενοριών, που ορίζει ο νόμος 536/1945. Αξίζει να σημειωθεί ότι το πλαφόν οργανικών θέσεων (6.000) όχι μόνο δεν τηρήθηκε από την ίδια την Πολιτεία κατά την έναρξη της συμβολής της (1945) στην μισθοδοσία των κληρικών (οι οποίοι τότε ήταν 7.151), αλλά, παρά την θεσμοθέτησή του, συνέχισε παράλληλα να εφαρμόζεται (μέχρι την έναρξη ισχύος του μνημονιακού νόμου 3833/2010, που ανέστειλε γενικά τους διορισμούς), ως μακρά και συμφωνημένη πρακτική Κράτους και Εκκλησίας[21] ο προγενέστερος αναγκαστικός νόμος 2200/1940 (άρθρο 51), ο οποίος επέτρεπε στις Μητροπόλεις να χειροτονούν – διορίζουν κληρικούς ανάλογα με τον αριθμό των οικογενειών κάθε Ενορίας[22].


Πάντως ναι μεν ερμηνευτικά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, αφού ο νόμος 4111/2013 ενέταξε στον τακτικό προϋπολογισμό όλους τους μισθοδοτούμενους κληρικούς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου (25/1/2013), νομιμοποιήθηκαν ex tunc οι έως τότε υπηρετήσαντες και οι τότε υπηρετούντες, αλλά, όταν εκείνοι αποχωρούν από τη θέση τους, ωστόσο δεν προκύπτει ότι το κράτος έχει αναθεωρήσει (προς τα πάνω) την νομοθετική του υποχρέωση να αμείβει κληρικούς, που υπερβαίνουν το -ουδέποτε πάντως τηρηθέν από Εκκλησία και Πολιτεία- όριο των 6.000 θέσεων. Η παρατήρηση αυτή δεν σημαίνει ότι το Κράτος δεν υποχρεούται έναντι της Εκκλησίας να διατηρήσει τη μισθοδοσία του κλήρου, αναδεικνύει όμως την ανεπάρκεια και το ξεπερασμένο της διατύπωσης των ισχυουσών νομοθετικών ρυθμίσεων γύρω από το ζήτημα.


Από εκεί και πέρα, σημειωτέον ότι το πλήθος του εφημεριακού κλήρου και η κατανομή τους καθορίζεται από τον κανονισμό υπ’ αριθμ. 230/2012 «Περί Εφημερίων και Διακόνων» (ΦΕΚ 73Β/9.4.2012[23]) και, παλαιότερα, το πλήθος των ενοριών κ.λπ. με τον κανονισμό υπ’ αριθμ. 2 «Περί Ιερών Ναών, Ενοριών και Εφημερίων» (ΦΕΚ 193Α 19.9.1970), πέρα από τον ίδιο τον καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Περαιτέρω, τα εκκλησιαστικά ΝΠΔΔ ρυθμίζουν επιμέρους ζητήματα με το δικαίωμα δημοσίευσης κανονιστικών πράξεων που διαθέτουν, αφ’ ης στιγμής πλέον σήμερα περιλαμβάνουν ρήτρα μηδενικού δημοσιονομικού κόστους, δηλαδή το ότι δεν δημιουργείται νέα δαπάνη που να επιβαρύνει το δημόσιο. Στο σύνολο των μεταβολών του καταστατικού χάρτη, του κανονισμού εφημερίων και των κανονιστικών διατάξεων μπορεί κανείς να διαπιστώσει την εξέλιξη του αριθμού θέσεων των εφημερίων.




Εδώ πρέπει να σημειωθούν τρία ακόμα στοιχεία:

Πρώτον, πως φυσικά εξυπακούεται ότι σε αυτήν την ιστορική πορεία πρωταγωνιστικό ρόλο έχει εκ των πραγμάτων η σταδιακή πληθωρική απαλλοτρίωση, κατά κανόνα χωρίς αποζημίωση, ή η δωρεά του μεγαλύτερου κομματιού της εκκλησιαστικής περιουσίας, με την οποία φέρεται συναρτώμενη η μισθοδοσία. Μολαταύτα, η διοικούσα εκκλησία, ενδεχομένως λόγω υπερβάλλουσας εμπιστοσύνης στο πολιτικό προσωπικό της χώρας ή απλώς λόγω ακηδίας, ουδέποτε μερίμνησε για την απομνημείωση αυτής της σχέσης/συνάρτησης στην νομοθεσία!


Δεύτερον, πως γενικότερα για το ζήτημα της μισθοδοσίας και της διαβίωσης, ή ακόμα και επιβίωσης, του κλήρου έχουμε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση στην Ελλάδα προ της αστικοποίησής της και στην ζωή των σημερινών άστεων: οι κληρικοί εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν με τις κεντρικά διατεθειμένες παροχές που (δεν) είχαν τότε στις σημερινές συνθήκες. Και πέραν τούτων όμως, το καθεστώς άνευ μισθοδοσίας στις αρχές του 20ού αιώνα συνεπάγετο τρομακτικές αδικίες και ανισότητες, καθώς οι εφημέριοι μεγαλύτερων εκκλησιαστικών κοινοτήτων δεν αντιμετώπιζαν βιοποριστικό πρόβλημα, ενώ οι εφημέριοι μικρών χωριών έπρεπε να αναμένουν τη μικρή δωρεά σε είδος (σιτάρι, λάδι κ.λπ.) για να θρέψουν τις οικογένειές τους.


Τρίτον, το status quo της μισθοδοσίας κατ’ ουσίαν δεν υπάρχει πλέον, κάτι που οι υπερασπιστές του δεν φαίνεται να το έχουν συνειδητοποιήσει ακόμα. Αυτή τη στιγμή η μισθοδοσία του κλήρου βρίσκεται σε μια «παγίδα θανάτου» και φθίνει γραμμικά, αφού θεωρούμενη ως υπαγόμενη σε καθεστώς δημοσίων υπαλλήλων, υπόκειται στη μνημονιακή υποχρέωση για πρόσληψη μόνον ενός νέου κληρικού-δημοσίου υπαλλήλου μετά την συνταξιοδότηση τουλάχιστον πέντε παλαιοτέρων. Υποτίθεται πως αυτή η διάταξη (νόμος 3833/2010) έχει μνημονιακή ημερομηνία λήξης, αλλά έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε πως θα συνεχιστεί για αρκετό καιρό ακόμα.


Ως εκ τούτου, ήδη η μισθοδοσία του κλήρου φθίνει, και σε βάθος χρόνου υπονομεύει τραγικά την ικανότητα της Εκκλησίας να παρέχει εφημέριους στις Ενορίες. Ενορίες που παραμένουν, φυσικά, όσες ήταν και πριν, με τις ανάγκες που είχαν και πριν, αφού οι εκκλησιαστικές κοινότητες-ενορίες και οι ανάγκες τους σε εφημερίους δεν υπακούουν στη λογική των υπεραρίθμων του Δημοσίου από τις εποχές που το κράτος καταπολεμούσε την ανεργία με προσλήψεις στο δημόσιο, δομώντας παράλληλα το εκάστοτε κομματικό κράτος και τα πελατειακά δίκτυά του: μένουν ως έχουν. Ήδη πολλοί κληρικοί χειροτονώντας άνευ μισθού, και ουσιαστικά ακολουθούν την προηγούμενη τους εργασία, κάτι που δεν καθιστά εφικτή την πλήρους απασχολήσεως πατρότητα μιας ενορίας και των αναγκών αυτής και των ενοριτών της: συνήθως δεν τοποθετούνται ως πλήρεις εφημέριοι, αλλά ως βοηθητικοί κληρικοί.[24] Δηλαδή είναι ακριβώς η υπεράσπιση του status quo η οποία τώρα, στα μνημονιακά χρόνια, έχει θέσει απαρέγκλιτη ημερομηνία λήξης στην ίδια τη μισθοδοσία του κλήρου όπως τη γνωρίζουμε. Αυτή δεν απειλείται πλέον θανάσιμα μόνον από τυχόν απότομες πολιτικές αλλαγές του ισχύοντος πλαισίου, αλλά και από την ίδια την πρόοδο του χρόνου, έτσι όπως έχουν τα πράγματα σήμερα.


Πέραν αυτών, πρέπει να αποσαφηνιστεί και να ληφθεί υπ’ όψιν πως εάν αύριο το πρωί η μισθοδοσία των κληρικών έπαυε, η διοικούσα Εκκλησία δεν έχει και δεν θα είχε την δυνατότητα να την αναπληρώσει με ίδιους πόρους. (Άλλωστε αυτά τα χρόνια, βοηθούσης της κρίσης, αλλά και του εκκλησιαστικού ΕΝΦΙΑ που συνολικά, για όλα τα εκκλησιαστικά ΝΠΔΔ, πρέπει να υπερβαίνει τα 10.000.000 ευρώ κατ’ έτος, τα κεντρικά νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας, παρουσιάζουν ευμεγέθη ζημία και νέο χρέος κατ’ έτος.) Αυτό συνεπάγεται ότι χιλιάδες οικογενειών, συνηθέστερα πολυτέκνων, θα βρίσκονταν κυριολεκτικά στο δρόμο. Σημειωτέον ότι περίπου το 92% του εν Ελλάδι κλήρου αποτελείται από εγγάμους κληρικούς, με οικογένειες συνήθως πολύτεκνες. Ακόμα και κάποιος διακανονισμός επιστροφής τεραστίων κομματιών απαλλοτριωθείσης περιουσίας και εμπορικής εκμεταλλεύσεώς τους θα απαιτούσε την παρέλευση κάποιων ετών για να υφίσταται το απαραίτητο κεφάλαιο, ενώ είναι εντελώς ασαφές το ποια εκμετάλλευση ποιας περιουσίας, ήδη εκκλησιαστικής ή προς υποθετική επιστροφή στην Εκκλησία, θα απέδιδε το ποσό που αντιστοιχεί σήμερα στη μισθοδοσία και συνταξιοδότηση του κλήρου -πόσω δε μάλλον όταν οι περισσότερες θεωρητικά αξιοποιήσιμες με τέτοιον τρόπο πρώην εκκλησιαστικές εκτάσεις καταλαμβάνονται σήμερα από πυκνή δόμηση και χιλιάδες κατοίκων-πολιτών.


Είναι πραγματικά ενδιαφέρον το πώς αντιμετωπίζεται το ζήτημα της μισθοδοσίας του κλήρου στον ελλαδικό δημόσιο λόγο. Από τη μία έχουμε τους κατ’ εξοχήν αντικληρικαλιστές, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι το καθεστώς μισθοδοσίας του κλήρου που ισχύει στην Ελλάδα δεν ισχύει πουθενά στην Ευρώπη, και ότι άρα πρέπει να «γίνουμε Ευρώπη»[25]. Ακόμα και εάν η εκτίμηση πως πουθενά στην Ευρώπη δεν μισθοδοτείται ο κλήρος από το κράτος είναι ακριβής, που δεν είναι ακριβής, μοιάζει να αγνοεί ένα θεμελιώδες γεγονός. Ότι η μισθοδοσία του κλήρου πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με το ποιες παροχές δίνει γενικώς το κράτος στην εκκλησία.




Επί παραδείγματι, όταν στην Γερμανία το κεντρικό ομοσπονδιακό κράτος δίνει στην ευαγγελική και στην ρωμαιοκαθολική εκκλησία περίπου μισό δισεκατομμύριο ευρώ τον χρόνο, ανεξάρτητα από άλλες παροχές σε χρήμα και σε είδος και ανεξάρτητα από επιμέρους παροχές του εκάστοτε κρατιδίου, αλλά κυρίως ανεξάρτητα από τον εκκλησιαστικό φόρο (Kirchensteuer), που όντως πληρώνουν οι πιστοί συγκεκριμένων θρησκευτικών κοινοτήτων μέσω του κράτους και καθαρά από τον κεντρικό φορολογικό κορβανά, τότε το ερώτημα για το αν το γερμανικό κράτος μισθοδοτεί τον ιερό κλήρο ή όχι δεν έχει πλέον κανένα νόημα. Διότι η σημασία της διαφοράς ανάμεσα στην απευθείας μισθοδοσία του κλήρου από το κράτος και στην παροχή τεράστιων ποσών στις εκκλησίες από τον κεντρικό κορβανά των εσόδων του κράτους είναι τελικά επουσιώδης, συμβολικός, κατ’ επίνοιαν, ψιλώ νοήματι. Αυτό όμως δεν ενδιαφέρει τον αντικληρικαλιστή επικριτή, ο οποίος αμέσως θα κραυγάσει «ας ακυρωθούν λοιπόν όλες οι παροχές του κράτους στην εκκλησία γενικώς», ξεχνώντας ότι μόλις πριν από λίγο είχε ζητήσει να γίνουν τα ελλαδικά πράγματα «όπως στην Ευρώπη».


Άλλο φαινόμενο είναι οι μισές αλήθειες, που τυγχάνουν φυσικά ολόκληρα ψεύδη. Ένα παράδειγμα που φέρνουμε συχνά είναι ο ισχυρισμός του κατέχοντος τότε υπουργική θέση Τάσου Κουράκη στο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», ότι στη Γερμανία μόνον οι πιστοί χρηματοδοτούν μέσω εκκλησιαστικού φόρου την εκκλησία τους και έτσι οι θρησκευτικές κοινότητες χρηματοδοτούνται μόνον από τους πιστούς και όχι από οποιονδήποτε φορολογούμενο, δηλαδή επί παραδείγματι τους αθέους ή τους ανήκοντες σε διαφορετική θρησκεία, κάτι που σύμφωνα με τον κ. Κουράκη θα μπορούσαμε να κάνουμε στην Ελλάδα[26], ώστε οι μη χριστιανοί να μη μισθοδοτούν εμμέσως τον χριστιανό κληρικό.[27]


Η πραγματικότητα βέβαια διαφέρει από αυτήν που ακούσαμε εξ υπουργικών χειλέων: ναι μεν υπάρχει ένας τέτοιος εκκλησιαστικός φόρος στη Γερμανία (Kirchensteuer), όμως αυτός είναι όπως εξηγήσαμε παραπάνω μόνο μία από τις παροχές που λαμβάνει η εκκλησία (στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ρωμαιοκαθολική και ευαγγελική εκκλησία) από το κράτος, αφού τεράστια ποσά δίνονται με διάφορες αφορμές και για διάφορους λόγους στις εκκλησίες από τον κεντρικό κορβανά όλων των φορολογουμένων, και όχι μόνο των θρησκευόμενων. Και εκεί, βέβαια, αυτό λαμβάνει χώρα εν πολλοίς λόγω παρελθουσών απαλλοτριώσεων και γενικότερων υποχρεώσεων του κράτους προς την εκάστοτε εκκλησία και όχι, βέβαια, ως ένα δώρο κράτους προς την εκκλησία… Οπότε, όλοι οι φορολογούμενοι πληρώνουν, απλώς πέραν αυτών των παροχών υφίσταται και μια παραπάνω φορολογική παροχή μόνον από τους πιστούς. Το ζήτημα εδώ είναι πως μόλις μελετηθεί εγγύτερα το επιχείρημα ενός Τάσου Κουράκη, ενός υπουργού, μιας κυβέρνησης, ότι δήθεν στη Γερμανία μόνο οι πιστοί πληρώνουν τη θρησκευτική τους κοινότητα και όχι ο άσχετος με αυτήν φορολογούμενος, άρα μπορούμε να το πράξουμε και εδώ, το επιχείρημα καταρρέει και η ίδια η θέση, η οποία συνιστά εν ταυτώ και αντιπρόταση, καταρρέει μαζί του. Προσέρχονται λοιπόν οι αντικληρικαλιστές στον δημόσιο λόγο πάνοπλοι με σωρεία επιχειρημάτων, που όταν έρθει η ώρα να μετρηθούν αποδεικνύονται όχι λειψά, αλλά εντελώς ανυπόστατα – μισές αλήθειες, δηλαδή ολόκληρα ψεύδη.


Βλέπουμε έστω εισαγωγικά λοιπόν όχι μόνον την πολυπλοκότητα του ζητήματος, αν συνυπολογιστεί το δυσήνιο ζήτημα της πρώην και νυν εκκλησιαστικής περιουσίας και της ελλιπούς εποπτείας που υφίσταται γι’ αυτήν, αλλά και την ασάφεια και προβληματική ενημερότητα του εκατέρωθεν εκπορευόμενου δημοσίου λόγου για το θέμα. Σε ένα τέτοιο εκατέρωθεν ασφυκτικό πλαίσιο, οφείλουμε αφ’ ότου εξετάσουμε λεπτομερώς το ζήτημα να καταθέσουμε κάποιες προτάσεις για το μέλλον της μισθοδοσίας του κλήρου. Προσανατολιζόμαστε στην απαγκίστρωση της μισθοδοσίας του κλήρου ως απλώς μισθοδοσίας του δημοσίου, και στην συνάρτηση αυτής με τα εκκρεμή ζητήματα της εκκλησιαστικής περιουσίας και της αναποζημίωτης απαλλοτριώσεως αυτής. Δεδομένου ότι δε γνωρίζουμε ποιο είναι το μέλλον στις σχέσεις εκκλησίας-κράτους, δηλαδή το εάν τα χιλιάδες εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα θα συνεχίσουν να είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) ή αν κάποτε, σε ενδεχόμενο «σκληρού» χωρισμού, θα μεταβληθούν σε ιδιωτικού, θα καταθέσουμε μια πρόταση και για τα δύο ενδεχόμενα: η δημοσίευσή της θα ακολουθήσει στις αμέσως επόμενες ημέρες.

________________________________________

[1]. Ελάχιστο παράδειγμα: σχεδόν για οποιοδήποτε θέμα, η οργίλη φράση «πουθενά στην Ευρώπη δεν συμβαίνει αυτό» συνήθως σημαίνει πως ακριβώς αυτό ή κάτι παρόμοιο συμβαίνει στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με εξαίρεση τις χώρες όπου δεν συμβαίνει–όπως, επί παραδείγματι, στην περίπτωση του μαθήματος των θρησκευτικών, κάτι που αναλύσαμε σε προηγούμενη μελέτη.

[2]. Θα μπορούσε να είναι αντικείμενο άλλης, ξεχωριστής μελέτης το πώς η έννοια «χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους στην Ελλάδα» θα μπορούσε να σημαίνει περίπου τα πάντα, από πραγματικά ασήμαντες αλλαγές που δεν θα παρατηρούσε στην πράξη κανείς μέχρι ιδιαιτέρως βίαιες ανακατατάξεις που δεν λαμβάνουν χώρα σχεδόν πουθενά στην Ε.Ε., ανάλογα με το πώς θα το χρωματίσει ο εκάστοτε εισηγητής. Δηλαδή, πρόκειται για ένα ρητορικό σημαίνον, ένα «πυροτέχνημα», με μη συγκεκριμένο σημαινόμενο, όταν η φράση δεν ακολουθείται από την απαρίθμηση των πολύ συγκεκριμένων ενεργειών που αυτός ο χωρισμός θα συνεπαγόταν στην ερμηνεία του εισηγητή.

[3]. Βλ. Αρχεία Εθνικής Παλιγγενεσίας, τ. 4 (1973), σελ. 190-191, διαθέσιμα σε: http://paligenesia.parliament.gr/

[4]. Η μοναδική διαρρήδην δέσμευση περιέχεται στο «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» του 1832 (γνωστό ως «Ηγεμονικόν» Σύνταγμα της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης), το οποίο όμως ουδέποτε ίσχυσε : «Η νομοθετική εξουσία … θέλει διορίσει ομοίως τον αριθμόν των αρχιερέων και ιερέων των αναγκαίων εις την Ελληνικήν Επικράτειαν και εξασφαλίσει τα προς διατροφήν αυτών,…» (Κεφ. Β΄ §1 Περί Θρησκείας, αρ. 8).

[5]. Ήταν μία νομοθετική αυτοδέσμευση του Κράτους, αλλά (με όρους νομικής ακρίβειας) όχι «σύμβαση Κράτους – Εκκλησίας για την μισθοδοσία του κλήρου (το 1829 εξάλλου η Εκκλησία της Ελλάδος δεν ήταν αυθύπαρκτο νομικό πρόσωπο και οι εν Ελλάδι Επισκοπές υπάγονταν απευθείας στο Οικ. Πατριαρχείο).

[6]. Εγκύκλιοι της 8/10/1829 και 18/12/1829 του Κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια, της 9/10/1829 του Γραμματέως (Υπουργού) Εκκλησιαστικών Ν. Χρυσόγελου (Κ. Οικονόμου, Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα, τ. Β΄ (1864), σελ. 59, 62-63, 66)

[7]. Το κρατικό αυτό νομικό πρόσωπο (ΦΕΚ 41/1834) ιδρύθηκε για να διαχειριστεί την περιουσία των Μονών, τις οποίες διέλυσε και δήμευσε η Αντιβασιλεία δυνάμει των βασιλικών διαταγμάτων της 25/9/1833 και 25/2/ 1834. Οι διαλελυμένες Μονές των ετών 1833-1834 υπολογίζονται σε 416 (Μητροπ. Λαρίσης Δωρόθεος, Η εξέλιξις του αναπολλοτριώτου της εκκλησιαστικής περιουσίας μέχρι σήμερον, Αθήναι 1951, σελ. 26) ή 412 (Α. Μάμουκας, Τα Μοναστηριακά, εν Αθήναις 1859, σελ. 148 (υποσημ.), Σπ. Κοκκίνης, Τα μοναστήρια της Ελλάδος, Εστία 1999, σελ. 240, υποσημ.) ἠ 313 (Ν.Τόμπρος, Μονές και Μοναχοί στον Ελλαδικό χώρο, 2001, τ. Β΄, σελ. 12, αδημ. διδ.διατρ., διαθέσιμη σε: http://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/13037).

[8]. G.L. Maurer, Ο ελληνικός λαός, τ.Β΄ Αφοι Τολίδη 1976, σελ. 516), Χ.Πατρινέλης, «Κτηματική περιουσία και οικονομική δραστηριότης των Μονών», Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτ. Αθηνών τ.10, σελ. 143. Το 1833 το ελληνικό κράτος περιελάμβανε την Στ. Ελλάδα μέχρι τη γραμμή Αμβρακικού – Παγασητικού, Εύβοια, Σποράδες, Πελοπόννησο, Κυκλάδες και είχε έκταση 47.516. τ.χλμ..

[9]. Εξήντα έτη μετά την πρώτη δήμευση μοναστηριακής περιουσίας ο Υπουργός Εκκλησιαστικών & Δημ. Εκπαιδεύσεως ζητούσε ακόμα από τους Μητροπολίτες να τον συνδράμουν «δια των πεφωτισμένων ημών πληροφοριών επί τε της υποδείξεως πόρων εις μισθοδοσίαν του κλήρου» (Εγκύκλιος αρ. πρωτ. 21257/11.11.1895, βλ. Συλλογή Εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, εν Αθήναις 1901, σελ. 276)

[10]. «…1800 και πλέον ιερείς εμισθοδοτούντο εις είδος απ’ ευθείας υπό των ενοριτών. Η δυνάμει του παλαιοτάτου τούτου εθίμου υφισταμένη κατάστασις καταργείται … τερματιζομένης ούτω μιας παραδόσεως μη απεχούσης κατά πολύ της επαιτείας …» (Εγκύκλιος Υπ. Οικονομικών υπ’ αριθμ. 95/17.9.1945)

[11]. Άρθρα 2 παρ. 2 περ. Α΄ του Α.Ν. 536/1945 και 5 του Α.Ν. 469/1968.

[12]. Είναι ενδιαφέρον ότι μετά την έναρξη ισχύος του Α.Ν. 536/1945 η συμμετοχή του Κράτους στην μισθοδοσία ανερχόταν σε ποσοστό 4%, καθώς η μισθοδοσία των 7.151 υπηρετούντων κληρικών το 1945 κόστιζε 728.466.000 δρχ. και καλυπτόταν από : α) την ειδική εισφορά των Ναών (200.000.000 δρχ.), β) την ενοριακή εισφορά των πιστών (500.000.000 δρχ.), γ) το Κράτος (30.000.000 δρχ.) (βλ. Εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών υπ’ αριθμ. 95/17.9.1945 με αρ. πρωτ. Π11638).

[13]. Κατά την απογραφή της 7.4.1951 η Ελλάδα είχε 7.632.801 κατοίκους.

[14]. Ο νομοθετικός (περι)ορισμός των 6.000 θέσεων δεδηλωμένα (βλ. Εγκύκλιο Υπ. Οικονομικών 95/17.9.1945) στόχευε να μειώσει τους ήδη τότε υπηρετούντες κληρικούς, που ήταν περισσότεροι (7.151). Ωστόσο η ερμηνευτική Εγκύκλιος σαφώς προέβλεπε ότι ο νόμος 536/1945 ισχύει για την μισθοδοσία όλων των υπηρετούντων (7.151) κληρικών.

[15]. Ακριβολογώντας ο Α.Ν. 536/1945 δεν κατέστησε υπεράριθμο κανέναν συγκεκριμένο κληρικό, διότι προέβλεπε την έκδοση διατάγματος κατανομής των 6.000 θέσεων ανά την επικράτεια (άρθρο 15 παρ. 2), που δεν εκδόθηκε ποτέ. Έτσι, ελλείψει κατανομής των 6.000 θέσεων, κανένας συγκεκριμένος εφημέριος δεν βρέθηκε χωρίς κατανεμημένη οργανική θέση, δηλ. υπεράριθμος.

[16]. Άρθρο 26 παρ. 2 Ν.Δ/τος 4242/1962 (ΦΕΚ Α΄ 136/1962).

[17]. Βλ. αντίστοιχα άρθρα : α) 8 Ν. 1041/1980 (ΦΕΚ Α΄ 75/1980), β) 1 Ν.Δ/τος 986/1971 (ΦΕΚ Α΄ 193/1971) και 2 Ν. 449/1976 (ΦΕΚ Α΄ 273/1976), γ) 1 Ν.Δ/τος 295/1969 (ΦΕΚ Α΄ 194/1969).

[18]. Το Κράτος, πέραν του «Εκκλησιαστικού Ταμείου», που ίδρυσε (1834) για τη διοίκηση της περιουσίας των διαλελυμένων Μονών (1833-1834), συνέστησε και το «Γενικόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον» για την εκμετάλλευση εσόδων της μοναστηριακής περιουσίας των διατηρούμενων Μονών (νόμος ΓΥΙΔ΄/1909, ΦΕΚ Α΄ 270), το οποίο, μετά την οικονομική του κατάρρευση λόγω των απαλλοτριώσεων της δεκαετίας του 1920, διαδέχθηκε ο Ο.Δ.Ε.Π. (1930-1988). Γενικότερα για την περιουσία και τη μισθοδοσία, βλ. την εισήγηση του σεβ. Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου (Σαββάτου) στο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά» (ΑΠΘ, 22-23 Ιανουαρίου 2013).

[19]. Άρθρο 3 Ν. 1811/1988 (ΦΕΚ Α΄ 231/13.10.1988). Οι θέσεις όσων εκκλησιαστικών υπαλλήλων των Μητροπόλεων πληρώνονται σήμερα από το Δημόσιο προήλθαν από μετατροπή, με διάφορους νόμους από τη δεκαετία του 1980, οργανικών θέσεων διακόνων σε θέσεις λαϊκών υπαλλήλων -φυσικά οι Μητροπόλεις διαθέτουν και εκκλησιαστικούς υπαλλήλους, που αμείβουν από τους πόρους τους.

[20]. Σημειωτέον ότι πέραν αυτής της κατηργημένης εισφοράς, τα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας της Ελλάδος, της Εκκλησίας Κρήτης και της Δωδεκανήσου καταβάλλουν φόρους (ΕΝΦΙΑ, εισοδήματος, κληρονομιών κ.λπ.). Ο συνολικός ΕΝΦΙΑ της «Εκκλησίας της Ελλάδος» (κεντρικός φορέας με έδρα την Αθήνα), των 82 Μητροπόλεων και των Μονών και Ενοριών της Εκκλησίας της Ελλάδος (χωρίς δηλ. την Κρήτη, Δωδεκάνησο και Αγ. Όρος) για το 2013 υπολογίζεται υπερβαίνων τα 10.000.000 Ευρώ. Αναπαράγουμε εδώ ενδεικτικά παλαιότερη ενημέρωση της Ιεράς Συνόδου για τη φορολόγηση της Εκκλησίας (22/2/2012): «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐλπίζουσα ὅτι ὁ δημοσιογραφικός θόρυβος, ὁ ὁποῖος προκλήθηκε χθές σχετικῶς πρός τήν φορολόγηση τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλεται σέ ἔλλειψη λεπτομεροῦς ἐνημερώσεως ὅσων τόν προκαλέσαν, ἐπιθυμεῖ νά ἐνημερώσει δημοσίως ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, οἱ Ἱερές Μητροπόλεις μέ τά ἐκκλησιαστικά τους ἱδρύματα, οἱ Ἱερές Μονές καί οἱ Ἐνορίες, οἱ ὁποῖες εἶναι ξεχωριστά μεταξύ τους νομικά πρόσωπα, καταβάλλουν κάθε χρόνο στίς κατά τόπους Δ.Ο.Υ. τίς παρακάτω νομοθετημένες φορολογικές ὑποχρεώσεις τους : 1.Φόρο ἐπί τῶν κατ’ ἔτος μισθωμάτων, πού εἰσπράττουν ἀπό ἀκίνητα, μέ συντελεστή 20% ἐπί τῆς ἀξίας τους, 2.Συμπληρωματικό φόρο ἐπί τῶν εἰσοδημάτων τους ἀπό οἰκοδομές καί ἐκμισθώσεις γαιῶν μέ συντελεστή 3%, 3.Προκαταβολή τοῦ φόρου (γιά τό ἑπόμενο ἔτος) μέ συντελεστή 55% ἐπί τῆς ἀξίας τοῦ παραπάνω συμπληρωματικοῦ φόρου, 4.Φόρο ἐπί τῆς ἀκινήτης περιουσίας τους μέ συντελεστή 3‰ ἐπί τῆς ἀντικειμενικῆς ἀξίας τους (ἐκτός ἐάν πρόκειται γιά οἰκοδομήματα λατρευτικῆς, ἐκπαιδευτικῆς, θρησκευτικῆς ἤ κοινωφελοῦς χρήσεως π.χ. Ἱ. Ναοί, γηροκομεῖα, χῶροι συσσιτίων), 5.Φόρο ἐπί τῶν κληρονομιῶν καί δωρεῶν μέ συντελεστή 0,5% ἐπί τῆς ἀξίας τους, 6.Τέλος χαρτοσήμου καί δικαιώματα ΟΓΑ συνολικοῦ ποσοστοῦ 2,40% ἐπί κάθε χρηματικῆς παροχῆς πιστῶν πρός τούς Ἱ. Ναούς λόγῳ ἱεροπραξιῶν. Ἐπίσης τά παραπάνω νομικά πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας παρακρατοῦν καί ἀποδίδουν στίς Δ.Ο.Υ. τά παρακάτω φορολογικά ἔσοδα : 1.Φόρο μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν γιά τούς ἐκκλησιαστικούς ὑπαλλήλους καί συνεργάτες τους, πού ἀμείβονται ἀπό τόν προϋπολογισμό τους, 2.Φ.Π.Α. μέ τούς προβλεπομένους συντελεστές γιά ὑπηρεσίες καί ἀγαθά, 3.Φόρο εἰσοδήματος μέ συντελεστή 8% σέ ὅλα τά τιμολόγια παροχῆς ὑπηρεσιῶν, 4.Φόρο εἰσοδήματος μέ συντελεστή 4% σέ ὅλα τά δελτία ἀποστολῆς ἀγαθῶν καί μέ συντελεστή 1% γιά τά ὑγρά καύσιμα. Τέλος, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐπιθυμεῖ να τονίσει ἀφ’ ἑνός ὅτι ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τόν φόρο ἀκινήτης περιουσίας γιά τά ἀκίνητα λατρευτικῆς, θρησκευτικῆς καί κοινωφελοῦς χρήσεως ἰσχύει ἀπό τό ἔτος 2008 γιά ὅλα τά θρησκεύματα καί δόγματα, πού ἔχουν ἀκίνητη περιουσία ἐντός Ἑλλάδος καί ἀφ’ ἑτέρου ὅτι, παρότι τά ἔσοδά Της προέρχονται μέχρι σήμερα ἀπό τό ὑστέρημα πιστῶν καί χρησιμοποιοῦνται γιά τήν συντήρηση τῶν θρησκευτικῶν καί κοινωφελῶν Της ἱδρυμάτων, οὐδέποτε ζήτησε κάποια ἄνιση φορολογική μεταχειρίση σέ σχέση μέ τούς ὑπολοίπους φορολογούμενους μή κερδοσκοπικούς ὀργανισμούς τῆς Χώρας. Ἡ Κεντρική Ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ελλάδος, οἱ Ἱερές Μητροπόλεις, οἱ Ἐνορίες, οἱ Ἱερές Μονές καί τά Ἐκκλησιαστικά Ἱδρύματα κατά τό ἔτος 2011 κατέβαλαν συνολικά φόρους ὕψους 12.584.139,92€.» Για το 2015, πάλι για το κεντρικό Ν.Π.Δ.Δ. «Εκκλησία της Ελλάδος», ανακοινώθηκαν τα ακόλουθα. Σημειώνουμε ρητώς πως εδώ πρόκειται για ένα μόνο, αν και το κεντρικώτερο, των περίπου 6700 Ν.Π.Δ.Δ. της «Εκκλησίας» και όχι για μια συγκεντρωτική εικόνα της φορολογίας για όλα τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα : «Η Δ.Ι.Σ. [Διαρκής Ιερά Σύνοδος] ενέκρινε τον Απολογισμό Εσόδων – Εξόδων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος του διαχειριστικού έτους 2015, ο οποίος συνοπτικά έχει ως εξής: Έσοδα: .937.238,39 ευρώ, Έξοδα: 10.468.737,54 ευρώ, Διαφορά Χρήσεως: – 1.531.499,15 ευρώ. Ιδιαιτέρως σημειώνεται ότι για την πληρωμή φόρων δαπανήθηκαν 3.436.438,01 ευρώ, εκ των οποίων για πληρωμή του: 1. Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) 2.756.992,39 ευρώ, 2. Φόρου επί μισθωμάτων 137.608,71 ευρώ, 3. Εκτάκτου ειδικού τέλους δομημένων επιφανειών 91.624,28 ευρώ»

[21]. Πρόκειται για διοικητική πρακτική επί έτη παγιωμένη μέσω αφενός της πλειάδας πράξεων Μητροπολιτών περί διορισμού νέων κληρικών, τις οποίες η Πολιτεία δημοσίευε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως για να αποκτήσουν νόμιμη ισχύ, αφετέρου της εγγραφής νέων πιστώσεων στο «Κεφάλαιον προς πληρωμήν μισθού εφημεριακού κλήρου» για τους διοριζόμενους κληρικούς, και αμφοτέρων ασχέτως του ορίου των 6.000 οργανικών θέσεων.

[22]. Όπως παρατηρεί ο Β. Μάρκος («Κρατικός προϋπολογισμός και Εκκλησία», περιοδ. Νομοκανονικά, τεύχος Οκτ. 2010, σελ. 79-80), σε νομοθετήματα μεταγενέστερα της θέσπισης του πλαφόν των 6.000 θέσεων εφημερίων (βλ. άρθρο 3 παρ. 5 Ν.Δ/τος 3859/1958, ΦΕΚ Α΄ 155/1958) ετίθετο ως όρος εγκυρότητας του διορισμού του εφημερίου μόνον η τήρηση της αναλογίας οικογενειών και εφημερίων κατά τον νόμο 2200/1940 και όχι το πλαφόν των 6.000 θέσεων του νόμου 536/1945 -επομένως το αριθμητικό όριο αγνοήθηκε και από κατοπινούς νόμους.

[23] Π.χ. Άρθρο 3. «1. Οι υφιστάμενες και λειτουργούσες ενορίες διατηρούνται. Σε κάθε ενορία υφίσταται μία τουλάχιστον οργανική θέση Εφημερίου. 2. Σε πόλεις με πληθυσμό άνω των 200.000 κατοίκων, σε κάθε ενορία υφίσταται μία οργανική θέση Εφημερίου ανά δύο χιλιάδες οικογένειες και δεν υπερβαίνουν τους πέντε τακτικούς Εφημέριους ανά ενορία. 3. Σε πόλεις με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων, σε κάθε ενορία υφίσταται μία οργανική θέση Εφημερίου ανά χίλιες οικογένειες. 4. Σε πόλεις με πληθυσμό έως 100.000 κατοίκους, σε κάθε ενορία υφίσταται μία οργανική θέση Εφημερίου ανά πεντακόσιες οικογένειες. 5. Σε πόλεις με πληθυσμό έως 100.000 κατοίκους και σε νησιά, όπου το ένα τρίτο τουλάχιστον του πληθυσμού είναι αλλοδαποί ή αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι, με απόφαση της Δ.Ι.Σ. μετά από σχετική γνωμοδότηση της Συνοδικής Επιτροπής επί των Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, σε ενορία άνω των τετρακοσίων οικογενειών μπορεί να διορισθεί και δεύτερος Εφημέριος. 6. Σε Ο.Τ.Α. που αποτελούν κοινώς γνωστά κέντρα παραθερισμού και έχουν τουλάχιστον τετρακόσιες μόνιμες οικογένειες, με απόφαση της Δ.Ι.Σ., μετά από σχετική γνωμοδότηση της Συνοδικής Επιτροπής επί των Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, μπορεί να διορισθεί και δεύτερος Εφημέριος. 7. Για την εφαρμογή των παραγράφων 2−5 του παρόντος άρθρου ο αριθμός των οικογενειών ορίζεται, αφού διαιρεθεί διά του 4 ο αριθμός των Ορθοδόξων Χριστιανών της συγκεκριμένης κάθε φορά ενορίας.»

[24]. Εδώ πρέπει να υπομνησθεί το αυτονόητο, πως ο εφημεριακός κλήρος συνιστά εργασία (υπερ)πλήρους απασχόλησης καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδος και όχι, όπως θεωρούν οι αφελέστεροι των αντικληρικαλιστών, μια εργασία… της Κυριακής!

[25]. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αδ. Κοραής, κομιστής ιδεών του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού στον εν Ελλάδι δημόσιο λόγο, υποστήριζε, συνεπής στην προοπτική μιας «εθνικής Εκκλησίας», την κρατική μισθοδοσία του κλήρου «…να πληρώνωνται από το δημόσιον εκάστης πόλεως οι κατά πόλεις ευρισκόμενοι λειτουργοί της θρησκείας» (Αδ. Κοραής, Αλληλογραφία, τ. ΙV, σελ. 374).

[26]. Όταν προτάθηκε από την Υψηλή Πύλη η κρατική μισθοδοσία των κληρικών του Οικ. Πατριαρχείου με συμμετοχή των πιστών στο οικονομικό βάρος («εισπραττόμενον … ομού μετά των επιβαλλομένων φόρων») ο Μητροπολίτης Χίου Γρηγόριος την χαρακτήρισε ως «….εκλαϊκεύουσα, ούτως ειπείν, τον Ιερόν ημών Κλήρον, … εις τάξιν πολιτικών υπαλλήλων τους Ιερούς της Εκκλησίας Ποιμένας κατάγουσα», διότι «… καθιστά αυτόν δέσμιον, δούλον και υποχείριον της Πολιτείας» (Γρηγόριος ο Βυζάντιος, Δύο υπομνήματα προς την Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν κατά της μισθοδοσίας του Ιερού Κλήρου, Χίος 1866, σελ. 5, 7).

[27]. Με την ίδια, βέβαια, λογική, γιατί ο νησιώτης των Κυκλάδων να χρηματοδοτήσει μέσω των φόρων του έναν μεγάλο αυτοκινητόδρομο στη Μακεδονία, αφού δεν θα τον αξιοποιήσει ο ίδιος;



Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

Εκδήλωση-συζήτηση με θέμα "Σχέσεις Εκκλησίας- Κράτους και το ερώτημα του χωρισμού" την Τετάρτη 23/11/2016 στην Αθήνα





Το βασικό μοτίβο κάθε δημόσιας και ιδιωτικής συζήτησης για τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους είναι η παραπληροφόρηση για τα πραγματολογικά δεδομένα: η ραδιο-αρβύλα, οι μισές αλήθειες, τα ανακριβή στοιχεία, οι φαντασιώσεις. Την Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016 στις 7.30 μ.μ., ο Σωτήρης Μητραλέξης, επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πόλεως, Κωνσταντινούπολη και ερευνητικός εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Winchester, θα προσπαθήσει να βάλει σε μια σειρά πτυχές των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους (συνταγματικές σχέσεις, μισθοδοσία, περιουσία, φορολογία, μάθημα θρησκευτικών) και να συζητήσει τα ενδεχόμενα μελλοντικής μετεξέλιξής τους. Βάση γι' αυτό θα αποτελέσει το βιβλίο που επιμελήθηκε, «Απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος: οι σχέσεις Εκκλησίας- Κράτους και η μελλοντική μετεξέλιξή τους» (εκδόσεις manifesto, Αθήνα 2015), οι δημοσιευθείσες εργασίες «Το μάθημα των Θρησκευτικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (Σεπτέμβριος 2016) και «Η μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα και η συνάρτησή της με την εκκλησιαστική περιουσία» (Νοέμβριος 2016), καθώς και το ετοιμαζόμενο νέο βιβλίο «Σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους: Τί συμβαίνει στην Ευρώπη, τί συμβαίνει στην Ελλάδα. Μισθοδοσία, περιουσία, φορολογία, θρησκευτικά». Η συζήτηση με το κοινό θα αποτελέσει βασικό στοιχείο της εκδήλωσης.




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη