Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λειτουργική γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λειτουργική γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2021

Φώτης Σχοινάς, «Λειτουργική γλώσσα: αξία και παράδοση» (βίντεο)

https://www.youtube.com/watch?v=hvjH16aa08A

Εισήγηση του κ. Φώτη Σχοινά με θέμα: «Λειτουργική γλώσσα: αξία και παράδοση», στο πλαίσιο της ημερίδας που διοργάνωσε η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου σε συνεργασία με τον Σύνδεσμο Νέων της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού, στο Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας, το Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012, με θέμα: "Το ζήτημα της γλώσσας στη λατρεία".



Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Θ.Ι. Ρηγινιώτης, Αρχαία ελληνικά και εκκλησιαστική γραμματεία

Εικόνα από εδώ
πηγή: euxh.gr

Ένα από τα κυριότερα εμπόδια, που φαντάζεται ο μέσος άνθρωπος ότι τον αποκόπτουν από το να πηγαίνει στην εκκλησία, είναι η γλώσσα. Τα κείμενα της θείας λειτουργίας και όλων των άλλων εκκλησιαστικών τελετών είναι γραμμένα στα αρχαία ελληνικά. Εμείς δεν ξέρουμε αρχαία ελληνικά, άρα δεν καταλαβαίνουμε τίποτε.

Βέβαια, επειδή τα νέα ελληνικά (η σημερινή γλώσσα μας) είναι η ίδια γλώσσα με τα αρχαία (μόνο πιο απλή), οι περισσότερες λέξεις που ακούμε στην εκκλησία χρησιμοποιούνται και σήμερα, οπότε, αν στ’ αλήθεια προσπαθούσαμε, θα καταλαβαίναμε τα περισσότερα. Αυτό αποδεικνύεται κι από το γεγονός ότι στον καθημερινό λόγο των ανθρώπων μέχρι χθες είχαν περάσει πάρα πολλές λέξεις και εκφράσεις της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, προερχόμενες κατά κανόνα από τα κείμενα της Εκκλησίας.

Επίσης πρέπει να παραδεχτούμε ότι υπάρχει πρόβλημα και στην κατανόηση των νέων ελληνικών από εμάς τους σημερινούς Έλληνες. Όταν δηλαδή πολλές φορές δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε (ή ακόμη και να διαβάσουμε) κείμενα με κάπως υψηλό επίπεδο γλωσσικής έκφρασης, γραμμένα στα σημερινά ελληνικά (όχι τα κακοποιημένα ελληνικά του Facebook), είναι επόμενο να μην καταλαβαίνουμε την καθαρεύουσα ή τη γλώσσα της Εκκλησίας (σημείωση: Εκκλησία με κεφαλαίο Ε εννοώ τον εκκλησιαστικό θεσμό, ενώ εκκλησία με μικρό ε εννοώ το ναό). Αυτό δεν οφείλεται στη δυσκολία της γλώσσας, αλλά στο δικό μας χαμηλό μορφωτικό επίπεδο.

Γι’ αυτό το λόγο, ακόμη κι αν ακούγαμε τους ύμνους και τα άλλα κείμενα της Εκκλησίας στα νέα ελληνικά, πάλι δεν θα τα κατανοούσαμε, αν δεν έχουμε ιδέα για το περιεχόμενο της Αγίας Γραφής και της χριστιανικής διδασκαλίας. Ενώ, αν τα γνωρίζαμε αυτά τα δυο, η αρχαία γλώσσα θα μας εμπόδιζε ελάχιστα.

Υπενθυμίζω ότι και την ποίηση του Ελύτη και άλλων σύγχρονων ποιητών δεν την καταλαβαίνουμε (και συχνά την κοροϊδεύουμε), παρότι είναι γραμμένη στα νέα ελληνικά.

Αυτό το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο εξυπηρετεί τα συμφέροντα εκείνων που πραγματικά κυβερνούν τον κόσμο, μέσω του χρήματος, της πολιτικής και των ΜΜΕ, οι οποίοι θέλουν αμόρφωτους ανθρώπους, που να είναι άριστοι χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών, εξαρτημένοι εκ γενετής από το smartphone και το tablet τους και τηλεκατευθυνόμενοι καταναλωτές. Το λυπηρό αυτό φαινόμενο πνευματικής υποδούλωσης (και κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής υποδούλωσης) το βλέπουμε δυστυχώς στους έφηβους μαθητές μας, τους οποίους προσπαθούμε να υπερασπιστούμε με απελπισμένες αντεπιθέσεις μέσα στις σχολικές αίθουσες…

Ωστόσο, αυτό που θα ήθελα να επισημάνω προς όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες Γυμνασίου και Λυκείου, αλλά και προς τους γονείς τους, είναι ότι στο σχολείο τα παιδιά διδάσκονται το μάθημα που μπορεί να ξεκλειδώσει τα μυστικά της κατανόησης της θείας λειτουργίας και των άλλων εκκλησιαστικών τελετών: το μάθημα των αρχαίων ελληνικών.

Παρακαλώ λοιπόν θερμά τους μαθητές μας, αλλά και τους γονείς ή ίσως και τους συναδέλφους καθηγητές (για να το επισημάνουν και να παρακινήσουν τα παιδιά), να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή σ’ αυτό το μάθημα (για όσο υπάρχει ακόμη), που θα τους συνδέσει με την ανεκτίμητη πνευματική κληρονομιά του λαού μας, βοηθώντας τους να καταλάβουν εκείνα που τώρα θεωρούν ακατανόητα.

Η σοφία, η επαναστατικότητα, η φωτεινότητα των κειμένων που διαβάζονται ή ψάλλονται στην εκκλησία είναι συγκλονιστικές. Κυριολεκτικά πρόκειται για το μονοπάτι της τελειοποίησης του ανθρώπου. Υπάρχουν βέβαια και σύγχρονα εξαιρετικά ορθόδοξα χριστιανικά βιβλία (ακόμη και αγίων) γραμμένα στα νέα ελληνικά (ψάξτε το λίγο), αλλά τα κείμενα των εκκλησιαστικών τελετών – που είναι οι ρίζες μας – είναι γραμμένα πριν από χίλια ή χίλια πεντακόσια χρόνια (και περισσότερα, αν μιλήσουμε για την Αγία Γραφή) και φυσικά έχουν γραφτεί στ’ αρχαία ελληνικά.

Πρόκειται για αξεπέραστα αριστουργήματα θεολογίας και ανθρωπολογίας (δηλ. άποψης για τον άνθρωπο), γραμμένα από ορισμένους από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μουσικούς, θεολόγους και φιλοσόφους (που συγχρόνως είναι και άγιοι και Πατέρες της Εκκλησίας), όπως οι άγιοι Ιωάννης Δαμασκηνός, Κοσμάς ο Μελωδός, Ρωμανός ο Μελωδός, Ιωσήφ ο Υμνογράφος, Κασσιανή η Υμνογράφος, Ανδρέας Κρήτης κ.ά., πολύπλευρες προσωπικότητες μεγάλης μόρφωσης και ανοιχτού πνεύματος, που έδωσαν οδυνηρούς αγώνες και για την προσωπική τους καλλιέργεια και για να διασώσουν την άποψη της Εκκλησίας για τον άνθρωπο (όπως ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, που οι λόγοι του υπέρ των εικόνων τεκμηριώνουν την αποδοχή της ανθρώπινης φύσης του Ιησού Χριστού και την καταξίωση του ανθρώπου και του υλικού κόσμου γενικότερα) και την τελειοποίησή του, όπως τη διδάσκει η αρχαία Εκκλησία.

Τα αρχαία ελληνικά δεν είναι νεκρή γλώσσα. Δεν έπαψαν ούτε στιγμή να μιλιούνται και να τραγουδιούνται μέσα στις εκκλησίες μας, ακόμη και σε εποχές φρικτού σκοταδιού, όπως η Τουρκοκρατία και η κάθε λογής ξενοκρατία! (Μα και πότε έπαψε η ξενοκρατία στην Ελλάδα; Εννοώ την κυριαρχία των μεγάλων αποικιοκρατικών δυνάμεων κάθε εποχής, ιδίως, στο παρελθόν, Βρετανών και Αμερικανών).

Όπως έχουμε ξαναγράψει στο παρελθόν, τα αριστουργήματα της κλασικής και της ομηρικής εποχής (έπη, τραγωδίες, ποιήματα, φιλοσοφικά και ιστορικά έργα), είναι σπουδαία και διαχρονικά, αλλά όχι ζωντανά. Ανήκουν στο χθες και μελετώνται ως μνημεία του παρελθόντος. Αντίθετα, τα κορυφαία έργα των αγίων μελωδών και υμνογράφων, που εκτελούνται στις εκκλησίες μας όλο το έτος, δεν έχουν πάψει ούτε στιγμή να εκτελούνται όλους τους αιώνες, εδώ και περισσότερα από χίλια χρόνια, ακριβώς όπως γράφτηκαν, και ο λαός μας συμμετέχει σε αυτές τις υψηλές εκφράσεις του πολιτισμού μας κάθε χρόνο, αιώνες τώρα, αναβαπτίζεται στη σοφία και την ομορφιά τους, καλλιεργείται και μορφώνεται, συχνά μάλιστα μέσα σε εκκλησίες (μεγάλες ή μικρές) ηλικίας χιλίων ετών ή και περισσότερων, που είναι και οι ίδιες αρχαιολογικά μνημεία (με σοφή αρχιτεκτονική, γεμάτη συμβολισμούς), μόνο που δεν έχουν πέσει ποτέ σε αχρησία, όπως η Ακρόπολη των Αθηνών π.χ., αλλά συνεχίζουν να είναι λειτουργικοί χώροι, όπου δραματουργείται η ένωση ανθρώπου και Θεού χωρίς διακοπή μέχρι και σήμερα!

Πολλοί συνάνθρωποί μας, συντοπίτες μας, θαυμάζουν τον αρχαίο πολιτισμό της Ινδίας και του Θιβέτ και ταξιδεύουν εκεί «αναζητώντας αυτογνωσία», ενώ οι ίδιοι είναι κληρονόμοι ενός εξίσου αρχαίου σοφού και υψηλού πολιτισμού, που είναι ζωντανός ακριβώς δίπλα τους. Αν αυτό δεν είναι ένδειξη της αληθινής κρίσης που βιώνουμε ως κοινωνία και χώρα, η οποία οδήγησε στη γνωστή κοινωνική και οικονομική κρίση και στην υποδούλωσή μας σε ξένα κέντρα αποφάσεων, τι άλλο είναι;

Οι πρόγονοί μας, συμμετέχοντας σταθερά και ενεργά σε όλες αυτές τις πνευματικές δραστηριότητες, μορφώνονταν και καλλιεργούνταν ηθικά και πνευματικά, ακόμη κι αν ήταν αναλφάβητοι, ακριβώς όπως θα συνέβαινε αν παρακολουθούσαν σε όλη τους τη ζωή ομηρικά έπη ή αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες από το πρωτότυπο. Γι’ αυτό – ας μου επιτραπεί ο ισχυρισμός – γεννούσαν και ανάθρεφαν αγίους και ήρωες. Γι’ αυτό επίσης οι μεγάλοι σύγχρονοι Έλληνες ποιητές και μουσικοί, κατά κανόνα, είναι επηρεασμένοι συνειδητά (δηλαδή με τη θέλησή τους) και δημιουργικά από την ελληνική εκκλησιαστική ποίηση, μουσική και πνευματική ζωή, άσχετα από τις ιδιαίτερες θρησκευτικές πεποιθήσεις του καθενός.

Αντίθετα, εμείς, η νεοελληνική μάζα, έχοντας χάσει σχεδόν 100% την επαφή μας με τον πολιτισμό αυτό, φτωχοί θαμώνες του Facebook και των «πρωινάδικων», προσπαθώντας να σβήσουμε τη δίψα μας με εκπομπές μαγειρικής, γιόγκα, ωροσκόπια, φενγκ σούι και μουσικά talent show, είμαστε εύκολα θύματα των πολυεθνικών και μεγαλώνουμε τα παιδιά μας ως την επόμενη γενιά εύκολων θυμάτων. Δεν υπάρχει ελπίδα να ελευθερωθούμε, αν δεν αναβαπτιστούμε στα αγιασμένα νερά αυτού του χρυσοφόρου ποταμού, που είναι εξάλλου η ένθεη, χριστιανική συνέχεια της κλασικής και της ομηρικής αρχαιότητας.



Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου, Όχι στην πολιτική των τροπαρίων


Κατά καιρούς, στην ακολουθία του αγιασμού, όταν ψάλλεται το απολυτίκιο της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού «σώσον Κύριε τον λαόν σου», με την φράση «νίκας τοις βασιλεύσιν» δημιουργούνται διάφορα προβλήματα, άλλοτε από τους παρόντας επισήμους, και άλλοτε από τον λαό. Λέγεται, βέβαια, ότι επί του θέματος αυτού υπάρχει απόφαση της Ιεράς Συνόδου περί της μη αλλοιώσεως του λειτουργικού αυτού ύμνου, λόγω της αναμνήσεως συγκεκριμένου ιστορικού γεγονότος. Λέγεται δε ακόμη ότι είναι θέμα σημειολογίας της φράσεως «τοις βασιλεύσιν». Το πρόβλημα όμως δεν είναι απλό, να μείνει ή να αλλαγεί η φράση αυτή, αφού έχει πολλές προεκτάσεις και πολύ λεπτές πλευρές. Μερικές από αυτές θα ήθελα να θίξω στο άρθρο μου αυτό, χωρίς, βέβαια, να σημαίνει ότι εξαντλείται το θέμα με όσα θα λεχθούν.

1. Η αντίδραση μερικών απέναντι στην φράση «νίκας τοις βασιλεύσιν» συνδέεται με το λεγόμενο ανάθεμα εναντίον του Βενιζέλου, όταν πολλοί Κληρικοί αναμείχθησαν ενεργώς στην διαμάχη μεταξύ Βασιλοφρόνων και Βενιζελικών, της οποίας διαμάχης αποκορύφωμα ήταν το ανάθεμα. Πράγματι, την 12η Δεκεμβρίου του 1916 ενώπιον Αρχιερέων, Κληρικών, υπαλλήλων της Ιεράς Συνόδου και λαού έγινε «πολιτικό» ανάθεμα εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου, Προέδρου της Επαναστατικής Κυβερνήσεως στην Θεσσαλονίκη, με τα εξής λόγια:«Ελευθερίω Βενιζέλω επιβουλεύσαντι την Βασιλείαν και την πατρίδα και καταδιώξαντι και φυλακίσαντι Αρχιερείς, ανάθεμα έστω». Αργότερα τιμωρήθηκαν ο τότε Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος και πολλοί αρχιερείς, άλλοι σε εκπτώσεις από τον θρόνο τους και άλλοι σε μικρότερες ποινές αργίας, «λόγω αναμείξεως και πολιτικής διαμάχης και κομματικής φροντίδος και θρησκευτικού σκανδαλισμού», όπως αιτιολογήθηκε από το Ανώτατο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο (Γερ. Κονιδάρης). Ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος γράφει: «η συμμετοχή της Εκκλησίας εις το πολιτικόν ανάθεμα έσχε ολεθρίας συνεπείας» και «ότι δι' αυτής παρήχθη λίαν επικίνδυνος ανωμαλία». Ο χωρισμός των Ιεραρχών σε Βενιζελικούς και Αντιβενιζελικούς, σε Βασιλόφρονας και Αντιβασιλόφρονας άφησε βαθειά χαραγμένες μνήμες στους μεγαλυτέρους στην ηλικία ανθρώπους και έχει συνέπειες στο τροπάριο στο οποίο αναφερόμαστε.

2. Η αλλαγή των πολιτευμάτων επηρέασε στο παρελθόν την λειτουργική μας πράξη. Αναφέρομαι στο «Κύριε σώσον τους Βασιλείς», κατά την αρχιερατική θεία Λειτουργία, τονπολυχρονισμό των Βασιλέων προ του Αποστολικού Αναγνώσματος, την μνημόνευση των Βασιλέων κατά την Μεγάλη Είσοδο κλπ. Βέβαια, μερικοί ισχυρίζονται ότι είναι σαφής η εντολή του Αποστόλου Παύλου: «Παρακαλώ ουν πρώτον πάντων ποιείσθαι δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις, ευχαριστίας, υπέρ πάντων ανθρώπων, υπέρ βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων...» (Α' Τιμ. β', 1-2). Αλλά, όμως, δεν δικαιολογείται η μνημόνευση της Βασιλομήτορος Φρειδερίκης και δεν δικαιολογείται ότι ψαλλόταν σε κάθε Λειτουργία και στο τελευταίο χωριό της Πατρίδος μας ο πολυχρονισμός των Βασιλέων και της Βασιλομήτορος. Ας ψαλλόταν όταν βρίσκονταν παρόντες οι Βασιλείς, αλλά δεν είχε νόημα να ψάλλεται σε κάθε θεία Λειτουργία. Ετσι, δημιουργούνταν, σε ένα τμήμα του λαού που είχε άλλες πολιτικές αντιλήψεις, διάφορα προβλήματα και με αυτήν ακόμη την λατρεία. Τελικά, νομίζω ότι δεν έπρεπε να φαίνεται σε μερικούς ανθρώπους ότι η Εκκλησία με τις προσευχές και τους πολυχρονισμούς των Βασιλέων «χρησιμοποιείται» για την εγκαθίδρυση και παγίωση της φράγκικης, κληρονομικής και ρατσιστικής Βασιλείας. Επομένως, η τακτική της ιδίας της διοικήσεως της Εκκλησίας, με τις κατά καιρούς παλινδρομήσεις, δημιούργησε το πρόβλημα.

3. Τον προβληματισμό στην φράση «νίκας τοις βασιλεύσιν» πρέπει να τον δούμε και από την διελκυστίνδα μεταξύ των ανθρώπων εκείνων που νοσταλγούν την Ρωμηοσύνη και των ανθρώπων εκείνων που επιδιώκουν την εγκαθίδρυση του λαϊκού Κράτους, με τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης και του δυτικού Διαφωτισμού. Ασφαλώς πρόκειται για δύο μεγάλα ρεύματα, που επικρατούν στην Πατρίδα μας και σήμερα, πρόκειται για δύο παραδόσεις με διαφορετικό ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο και χαρακτήρα. Οι νοσταλγοί του Βυζαντίου, της μεγάλης Ρωμανίας, θέλουν να ψάλλουν το «νίκας τοις βασιλεύσιν», γιατί θυμούνται τον θαυμάσιο πολιτισμό της Ρωμηοσύνης, που είναι Θεανθρωποκεντρικός. Πρέπει όμως να γνωρίζουν ότι οι Βασιλείς και οι Αυτοκράτορες του Βυζαντίου ασφαλώς δεν ήταν όπως οι σημερινοί Φράγκοι βασιλείς, αφού οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες αναδεικνύονταν από τον στρατό και τον λαό και προέρχονταν από όλα τα κοινωνικά στρώματα του λαού. Ανήκαν σε διαφορετικά φύλα, αλλά ήταν όλοι Ρωμηοί, αφού η Μεγάλη Ρωμανία (Βυζάντιο) ήταν ένα υπερεθνικό Κράτος, όπως περίπου σήμερα είναι η Αμερική. Επομένως, η Ρωμαϊκή Βασιλεία δεν ήταν φυλετική, κληρονομική, ρατσιστική, φράγκικη. Επίσης, οι αναζητητές της εγκαθιδρύσεως ενός λαϊκού Κράτους πρέπει να γνωρίζουν ότι, αφ' ενός μεν ο δυτικός Διαφωτισμός και το λεγόμενο νεωτερικό παράδειγμα βρίσκεται σε μεγάλη κρίση, αφ' ετέρου δε ότι με τις απόψεις τους περί λαϊκού Κράτους αποστασιοποιούνται από την Ελληνορθόδοξη Παράδοση, η οποία ασφαλώς δεν ήταν θεοκρατική, αφού στην Ρωμανία δεν υπήρχε ταύτιση πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας, ούτε βέβαια λαϊκοκρατική, και δεν είχε καμμία σχέση με την φεουδαρχική κοινωνία του Μεσαίωνος, εναντίον της οποίας στράφηκε η Γαλλική Επανάσταση. Δυστυχώς, το τροπάριο του αγιασμού και της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, «σώσον Κύριε τον λαόν σου», αναμειγνύεται στην διαμάχη μεταξύ αυτών των δύο μορφών πολιτικού τρόπου ζωής.

4. Μερικοί ενοχλούνται από την φράση «νίκας τοις βασιλεύσιν», αν και με τον όρο«βασιλεύσιν» εννοούνται οι άρχοντες, αλλά δεν προβληματίζονται καθόλου από την θεολογική υποδομή του τροπαρίου, που προϋποθέτει ένα άλλο «πολίτευμα». Δεν είναι δυνατόν να αναλυθεί αυτή η πραγματικότητα στα στενά πλαίσια αυτού του άρθρου, αλλά θα τονιστούν μερικά σημεία. Στο τροπάριο αυτό γίνεται λόγος για το ότι ο λαός ανήκει στον Θεό:«Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου». Επομένως, ο λαός δεν ανήκει στους άρχοντας, οι οποίοι δεν έχουν το δικαίωμα να τον διευθύνουν ως δικό τους κτήμα, ανεξάρτητα από τον Θεό. Επειτα, γίνεται λόγος για το πολίτευμα του Κράτους που προστατεύεται από τον Σταυρό: «και το σον φυλάττων διά του σταυρού Σου πολίτευμα». Πρόκειται για ένα πολίτευμα που στηρίζεται στον αποκαλυπτικό λόγο του Θεού, στο πολίτευμα του Σταυρού, δηλαδή στην αγάπη ως υπέρβαση της φιλαυτίας. Και το ερώτημα τίθεται καυτό: Το σύγχρονο πολίτευμα εμπνέεται από τον Σταυρό του Χριστού, δηλαδή από τον αγώνα υπερβάσεως του ατομικισμού και της ατομοκρατίας, ή είναι ένα πολίτευμα ατομικής ευδαιμονίας και ηδονοκρατίας με τις ποικίλες μορφές της; Ακόμη στο τροπάριο αυτό γίνεται λόγος για βαρβάρους: «κατά βαρβάρων δωρούμενος». Ποιοι είναι αυτοί οι βάρβαροι; Τελικά το τροπάριο αυτό θέτει έναν βαθύ πολιτειακό προβληματισμό που δεν συνδέεται με την εξωτερική μορφή του πολιτεύματος, αλλά με τον τρόπο ζωής και πολιτείας τόσο των αρχόντων όσο και των αρχομένων. Αυτό όμως δεν προβληματίζει κανέναν.

5. Υπάρχουν πολλοί που ισχυρίζονται ότι δεν πρέπει να αλλάζουν τα λειτουργικά κείμενα με τις διάφορες πολιτειακές αλλαγές, επομένως πρέπει να ψάλλουμε «νίκας τοις βασιλεύσιν», ακριβώς γιατί το τροπάριο αυτό αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα, όπως την εύρεση του Σταυρού από τον Μ. Κωνσταντίνο και την αγία Ελένη, καθώς και την επαναφορά του στα Ιεροσόλυμα μετά την νίκη του Ηρακλείου εναντίον των Περσών. Εχω όμως δύο βασικούς πρβληματισμούς πάνω στο σημείο αυτό. Πρώτον: Πρέπει να σεβόμαστε τα ιστορικά γεγονότα, πάνω όμως από όλα πρέπει να ενδιαφερόμαστε για την ποιμαντική του ανθρώπου. Την Εκκλησία δεν πρέπει να ενδιαφέρει μόνον η διάσωση της ιστορικής μνήμης, αλλά κυρίως η σωτηρία του ανθρώπου. Δεύτερον: Μερικοί από αυτούς που υπερμαχούν για την μη αλλοίωση του συγκεκριμένου τροπαρίου είναι έτοιμοι, και μάλιστα υπάρχουν συγκεκριμένες προτάσεις, να αλλάξουν άλλα λειτουργικά κείμενα, στα οποία αναφέρονται διάφοροι αιρετικοί, όπως ο Διόσκουρος, ο Σεβήρος και άλλοι μονοφυσίτες, μέσα στην προοπτική της ενώσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τους μονοφυσίτας. Και το ερώτημα είναι βαθύ και ουσιαστικό. Μπορούμε τόσο εύκολα να αλλάζουμε λειτουργικά κείμενα που αναφέρονται σε σοβαρά δογματικά θέματα και συγχρόνως να είμαστε αμετακίνητοι σε αλλαγές κειμένων που αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα με πρωταγωνιστές Βασιλείς, τα οποία κείμενα κάλλιστα μπορούν να λέγονται με φράσεις που έχουν σχέση με την αρχή, την εξουσία, και δεν προκαλούν; Γιατί υποτιμούμε τα δογματικά θέματα και υπερτιμούμε τα ιστορικά που συνδέονται με Βασιλείς;

6. Πέρα από όσα ανέφερα προηγουμένως, πρέπει να κάνω μερικές συγκεκριμένες προτάσεις:

Πρώτη. Ισχυρίζονται μερικοί ότι πρέπει να παραμείνει η φράση «νίκας τοις βασιλεύσιν». Αν αυτό επικρατήσει, πρέπει οπωσδήποτε να ενημερωθεί ο λαός, αφ' ενός μεν ότι δεν τίθεται με αυτό πρόβλημα πολιτειακό, αφού η Εκκλησία αναγνωρίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα και τις αποφάσεις του λαού, αφ' ετέρου δε ότι η σημειολογία του όρου είναι καθαρά Ρωμαίικη, δηλαδή ότι αναφέρεται στους άρχοντας της Ρωμανίας (Βυζαντίου), οι οποίοι δεν έχουν καμμία σχέση με τους Φράγκους βασιλείς, με την φεουδαλιστική αντίληψη.

Δεύτερη. Νομίζω ότι για λόγους ποιμαντικής μπορεί να αντικατασταθεί το «νίκας τοις βασιλεύσιν» με το «νίκας τοις ευσεβέσι». Αλλωστε, μέσα στην λέξη «ευσεβέσι» υπονοούνται και οι άρχοντες και ο λαός, κατά την προτροπή «υπέρ του ευσεβούς ημών Εθνους». Ταυτόχρονα όμως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στο να μη εντάσσουμε στο μέλλον στην λατρεία μας τροπάρια και φράσεις που αναφέρονται σε κοσμικούς άρχοντας, όταν μάλιστα γίνεται αυτό για λόγους σκοπιμότητος.

Πάνω από όλα πρέπει και εμείς οι Κληρικοί να μην κρύπτουμε κάτω από λειτουργικές φράσεις κομματικούς και πολιτικούς ή πολιτειακούς πόθους. Γιατί αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε αυτό αδιόρατα βγαίνει από το ψάλσιμο κάθε τροπαρίου, και ο λαός, ο οποίος γνωρίζει την νοοτροπία και συμπεριφορά κάθε Κληρικού, αναγνωρίζει την πολιτική σκοπιμότητά του.


Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Δημήτρης Αγγελής, Για την μετάφραση των λειτουργικών κεμένων

[σημ. ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ: Παραθέτουμε κατωτέρω ένα ενδιαφέρον άρθρο του Δ. Αγγελή περί της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων, που ανοίγει δρόμους για ευρύτερο προβληματισμό. Αρμόδια για να δώσει την όποια λύση είναι φυσικά η Ιερά Σύνοδος. Η δικιά μας θέση είναι ότι τα λειτουργικά κείμενα δεν χρειάζονται μετάφραση. Κι αυτό γιατί δεν είναι μόνο λόγος, αλλά και μέλος. Πολλές απ' τις πτυχές του θέματος τις επεξεργάζεται το άρθρο που ακολουθεί. Η πρόταση του συγγραφέα: "Θα ήταν εύκολο, επίσης, να διανέμει από τα παγκάρια των ναών εύχρηστα βιβλιαράκια με το κείμενο της Θείας Λειτουργίας και αντικρυστά τη μετάφραση..." νομίζουμε ότι είναι η πλέον ενδεδειγμένη γι' αυτούς που δυσκολεύονται να κατανοήσουν τη λειτουργική γλώσσα].

πηγή: Αντίφωνο, πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Ευθύνη, τχ. 5/2011.
 Δημήτρης Αγγελής, Για την μετάφραση των λειτουργικών κεμένων

Τον τελευταίο καιρό συζητιέται αρκετά το θέμα της μετάφρασης των λειτουργικών μας κειμένων, έτσι ώστε η θεία λειτουργία αλλά και ευρύτερα οι ιερές ακολουθίες να γίνονται καλύτερα κατανοητές από τους πιστούς. Ασφαλώς, η ύπαρξη ενός τέτοιου διαλόγου αποτελεί από μόνη της ένα ιδιαίτερα θετικό γεγονός για την Ορθόδοξη Εκκλησία μας που παραμένει απολύτως ποιμενοκεντρική, μ’ έναν σχεδόν κάθετο διαχωρισμό μεταξύ διοικούσας Εκκλησίας και πιστού λαού. Την ίδια στιγμή, τα όποια προβλήματα (όπως το παραπάνω) έρχονται στην επικαιρότητα αποκαλύπτουν συνήθως την ύπαρξη δύο σφόδρα αντιτιθέμενων τάσεων στους κόλπους της: Από τη μία πλευρά υπάρχει μια προοδευτική ομάδα υψηλού επιπέδου θεολόγων, με προσβάσεις στα ΜΜΕ, των οποίων όμως οι θεωρητικές αναζητήσεις ορισμένες φορές παραείναι θεωρητικές ή ακόμα και αποκομμένες από την εκκλησιαστική εμπειρία και γι’ αυτό συχνά οι παρεμβάσεις τους εμφανίζονται άκαιρες. Από την άλλη πλευρά υπάρχει μια συντηρητική, θα έλεγα καλύτερα φονταμενταλιστική, ομάδα παλαιοημερολογίτικου ήθους, της οποίας τα ευάριθμα μέλη συνιστούν στην πραγματικότητα απομονωμένες προνεωτερικές νησίδες για τα δεδομένα της εποχής μας. Περιττεύει να πούμε ότι η σιωπηλή πλειοψηφία του σώματος των πιστών, αν και διαφωνεί με το οξύ, αντιδραστικό ύφος των δεύτερων, κατά κανόνα φαίνεται να συμπλέει με την ουσία των απόψεών τους.
Είναι βέβαιο ότι η σχετική συζήτηση, η οποία έχει απασχολήσει και την Ιερά Σύνοδο, δεν θα διατηρούνταν στην επικαιρότητα αν δεν αποτύπωνε ένα πρόβλημα υπαρκτό κι αν δεν θεμελιωνόταν σε μια θεολογικώς ορθή επιχειρηματολογία. Εάν μιλάμε για «λογική λατρεία» και επιζητούμε τη συμμετοχή και του λαού στα εκκλησιαστικά μυστήρια, τότε η αρχαία γλώσσα πράγματι αποτελεί ένα εμπόδιο: δεν είναι όλα τα κείμενα εύκολα για τον απλό αναγνώστη ούτε τόσο αυτονόητη, όσο ίσως πιστεύουμε, η αρχαιογνωσία του. Πώς να καταλάβει για παράδειγμα κάποιος ότι στην φαινομενικά απλή φράση «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον…», η πρώτη λέξη δεν αποτελεί αυθαίρετη προσθήκη του ψάλτη, αλλά είναι η ευκτική ενεστώτα του ειμί και σημαίνει «Ας είναι»;  Να μην ξεχνάμε επίσης ότι οι υμνογράφοι έγραφαν συνήθως στην καθημερινή γλώσσα της εποχής τους –ή τέλος πάντων σ’ ένα είδος «καθαρεύουσας», όταν χρησιμοποιούσαν τους παλιότερους τύπους της αττικής διαλέκτου– επρόκειτο  όμως  για μια γλώσσα βατή στον μέσο άνθρωπο του καιρού τους. Και βατή-κατανοητή γλώσσα είναι εκείνη η γλώσσα που μπορεί ν’ αποτελεί έκφραση αληθινής κοινωνίας, αντανακλώντας την τέλεια κοινωνία των προσώπων της Αγίας Τριάδας.
Οι ακολουθίες, τελικά, και ειδικά το μυστήριο της θείας ευχαριστίας που αποτελεί το κέντρο της εκκλησιαστικής κοινότητας, θα πρέπει να είναι προσιτές στον καθένα, ακόμα και σ’ εκείνον που εισέρχεται τυχαία ή για πρώτη φορά στο ναό –αλλιώς δεν παραβλέπουμε μόνο την εντολή της ιεραποστολής, αλλά παίρνουμε και τη θέση του φρόνιμου γιου στην παραβολή του ασώτου, που να μην ξεχνάμε τον έψεξε ο Πατέρας της παραβολής για την απρεπή του συμπεριφορά έναντι του αδελφού του. Θεολογική βάση, λοιπόν, γι’ αυτό το θέμα υπάρχει και δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε την πληθώρα των σχετικών επιχειρημάτων που έχουν φιλότιμα προσκομίσει αρκετοί θεολόγοι και μη σε αυτή τη συζήτηση. Και δεν θα είχα καμία αντίρρηση στο να συμφωνήσω μαζί τους αν μία πρόσφατη εμπειρία μου δεν με καθιστούσε ιδιαίτερα επιφυλακτικό ως προς την απάντηση που μπορούμε να δώσουμε στο «γλωσσικό» μας πρόβλημα. Άλλωστε το παράδειγμα της εμπειρίας πάντα επικρατεί και μάλιστα σαρωτικά στην όποια θεωρητική αντιμετώπιση ενός προβλήματος, ιδιαίτερα μάλιστα εάν βασίζεται ουσιαστικά σε μια ανάλογη περίπτωση –αναφέρομαι στο παράδειγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. 
Είναι γνωστό ότι μετά τη Β’ Βατικανή Σύνοδο (1962-65), η Καθολική Εκκλησία εγκατέλειψε τη λατινική –μια γλώσσα νεκρή σε σχέση με τη βυζαντινή ελληνική που σε μεγάλο βαθμό παραμένει και σήμερα κατανοητή– για χάρη των εθνικών γλωσσών. Τι συνέβη στο χρονικό διάστημα που πέρασε; Πρώτα απ’ όλα, χωρίς να γεμίσουν οι ναοί κόσμο (προσδωκώμενο αποτέλεσμα), χάθηκε εντελώς ο ποιητικός πλούτος των λατινικών με τη νέα, καθημερινή γλώσσα που υιοθετήθηκε –κι αυτό αναμφίβολα υπήρξε μεγάλο πλήγμα για τη λειτουργική τους παράδοση. Ανατριχιάζει κανείς στη σκέψη και μόνο τού πώς θα μπορούσε αντίστοιχα να μεταγραφεί σε σύγχρονη γλώσσα ο υμνογραφικός πλούτος της Μ. Εβδομάδας, πόσο η εξάλειψη της γλωσσικής απόστασης –και δεν υποννοούμε εδώ κανένα «μαγικό» περιεχόμενο– θα υποβιβάσει, για να μην πούμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις θα γελοιοποιήσει κιόλας τα νοήματα (πρόχειρο παράδειγμα: το «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών» δεν θα μεταβληθεί μεταφρασμένο σε γηπεδικού τύπου ιαχή;). Κι ακόμα, η αδυναμία των μεταφραστών να διατηρήσουν τα μουσικά μέτρα, δεν θα είχε επιπτώσεις και στο μέλος, στη βυζαντινή μουσική; Αυτά σκεφτόμουν πρόσφατα όταν, ευρισκόμενος στην πάλαι ποτέ ρωμαιοκαθολική Ισπανία, άκουσα στην εκκλησία, ανάμεσα στους σπάνιους ύμνους (κυριαρχούν πλέον τα αναγνώσματα), να τραγουδιέται με πάνδημο ενθουσιασμό και το «Every breath you take» των Police με στίχους γλυκερά χριστιανικούς! Μήπως τελικά η σταδιακή προτεσταντοποίηση είναι η μοίρα εκείνων που δεν ξέρουν να διαχειριστούν την παράδοσή τους;
Το γλωσσικό πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει υπαρκτό, ορθά έχει τεθεί και δεν μπορούμε να εθελοτυφλούμε προς χάριν μιας παράδοσης που οι ίδιοι οι υπερασπιστές της δεν κατανοούν τη σημασία της. Η όποια λύση όμως θα πρέπει να δοθεί όχι με όρους εκσυγχρονισμού, αλλά με κριτήρια καθαρά εκκλησιαστικά. Και η Ιερά Σύνοδος έχει, πιστεύω, τη δυνατότητα να πάρει τα μέτρα που χρειάζονται, εφόσον το επιθυμεί. Κατ’ αρχάς, υπάρχει το φυλλάδιο της Φωνής του Κυρίου που τυπώνεται σε χιλιάδες αντίτυπα και διανέμεται κάθε Κυριακή δωρεάν στους ναούς όλης της χώρας. Αντί να περιλαμβάνει το ανούσιο και τετριμμένο συνήθως κήρυγμα, θα μπορούσε να παραθέτει τα δύο αναγνώσματα 
(Απόστολο και Ευαγγέλιο) σε αρχαίο κείμενο και μετάφραση, μαζί με τα τροπάρια κάθε Κυριακής, επίσης μεταφρασμένα. Ακόμα καλύτερα, θα μπορούσε η Σύνοδος να ανακηρύξει μια ολόκληρη χρονιά σε «Έτος λειτουργικής κατανόησης» και να επιβάλει όλα τα έντυπα των Μητροπόλεων να δημοσιεύουν κάθε μήνα, αντί άλλων κειμένων και των γνωστών φωτογραφιών από την κοσμική ζωή των κατά τόπους επισκόπων, αναλύσεις της Θείας Λειτουργίας και των άλλων ακολουθιών. Θα ήταν εύκολο, επίσης, να διανέμει από τα παγκάρια των ναών εύχρηστα βιβλιαράκια με το κείμενο της Θείας Λειτουργίας και αντικρυστά τη μετάφραση, να επιβάλει στα κατηχητικά και στις ενοριακές συγκεντρώσεις μια σχετική θεματολογία κι από τους ραδιοφωνικούς της σταθμούς να προωθήσει ανάλογου περιεχομένου συζητήσεις. Με αυτό τον τρόπο και ο σκοπός θα επιτυγχάνονταν (κατανόηση και μέθεξη) και ο πλούτος μιας ιεροπρεπούς παραδόσεως δεν θα χανόταν, αλλά και ο κίνδυνος μιας μεγάλης ενδοεκκλησιαστικής κρίσης θα αποφεύγονταν.




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη