Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μητρ. Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέας (Νανάκης). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μητρ. Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέας (Νανάκης). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέα, Ορθόδοξη Εκκλησία και ουκρανικό Αυτοκέφαλο

πηγή: Η ΑΥΓΗ, 21/10/2018


“Καλούμεθα, ἄν καί ἐλάχιστοι ὄντες, νά πορευθῶμεν ἐπί τά ἴχνη ἁγίων καί μεγάλων Πατέρων καί Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, ὀργάνων τοῦ Παρακλήτου γενομένων, δόντων μαρτυρίαν ὁμολογίας τῆς πίστεως ἡμῶν, καί μαρτυρίαν ἐν μαρτυρίῳ πολλάκις, καί συγκροτησάντων τόν θαυμαστόν τοῦτον θεσμόν τῆς κατ’ Ἀνατολάς Ἁγίας Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας ὀργανικά καί πιστά μέλη ἡμεῖς σήμερον ὑπάρχομεν, καί τά ἀπό τῆς ὁποίας πνευματικά καί σωματικά ἀγαθά ἀπολαμβάνομεν.

Ἔπειτα, καλούμεθα νά ἐπιβεβαιώσωμεν ἐπί μᾶλλον καί μᾶλλον τήν ἁγίαν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, καί νά δώσωμεν ἅπαξ ἔτι τήν ὀφειλετικήν μαρτυρίαν, ὅτι, καίτι αὕτη συγκροτεῖται ἐκ τοπικῶν ἐπί μέρους Ἐκκλησιῶν, ὅμως εἶναι ἡ ἀδιαίρετος Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξος κατ’ Ἀνατολάς Ἐκκλησία”.

Ο Γέρων Χαλκηδόνος Μελίτων, γέροντας του Οικουμενικού μας Πατριάρχη Βαρθολομαίου, στην Α' προσυνοδική πανορθόδοξη διάσκεψη στο Σαμπεζί το 1976, κάλεσε τις Ορθόδοξες Εκκλησίες με την παραπάνω αγιοπνευματική μαρτυρία του να επιβεβαιώσουν την ενότητά τους, την οποία ονομάζει «Αγίαν».

Ποιες είναι, όμως, οι τοπικές Εκκλησίες του Ορθοδόξου κόσμου; Κατ’ αρχήν, έχουμε το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως (451 μ.Χ. Δ' Οικουμενική Σύνοδος), τα άλλα πρεσβυγενή Πατριαρχεία, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, καθώς και την Αρχιεπισκοπή Κύπρου, Εκκλησίες που θεσπίστηκαν από τις Οικουμενικές Συνόδους.

Το 1589 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β', κατά το ταξίδι του στη Μόσχα, ίδρυσε το Πατριαρχείο Μόσχας, με πρώτο Πατριάρχη τον Ιώβ. Η ιδρυτική Πράξη του Ιερεμία Β' επικυρώθηκε από τις Συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως (1590, 1593), με τη συμμετοχή και άλλων ορθοδόξων Πατριαρχών. Στην τετραρχία των πρεσβυγενών Πατριαρχείων προστίθεται το πρώτο νεότερο Πατριαρχείο, αυτό της Μόσχας.

Κατά τον 19ο και 20ό αιώνα, υπό την επίδραση του Διαφωτισμού, του ρεύματος του Ρομαντισμού και της επικράτησης της “αρχής των εθνοτήτων”, διαμορφώνονται τα σύγχρονα εθνικά κράτη. Στις Εκκλησίες των κρατών αυτών το Οικουμενικό Πατριαρχείο, έχοντας την ευθύνη και αρμοδιότητα προς τούτο από τους Ιερούς Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων, χορήγησε Αυτοκέφαλα, αρχής γενομένης με τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο χορήγησης Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ελλάδος το 1850.

Αργότερα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με τους Τόμους που εξέδωσε ίδρυσε τα Πατριαρχεία α) Σερβίας (1920), β)Ρουμανίας (1925), γ) Βουλγαρίας (1961), δ) Γεωργίας (1990) και τις Αρχιεπισκοπές α) Πολωνίας (1924), β)Αλβανίας (1937), γ) Τσεχίας και Σλοβακίας (1998).

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης επέφερε και την ίδρυση το 1991 του ανεξάρτητου κράτους της Ουκρανίας, η κρατική οντότητα της οποίας αναγνωρίστηκε διεθνώς.

Μετά την ανύψωση της Μητροπόλεως Μόσχας σε Πατριαρχείο (1589), η Μητρόπολη Κιέβου παρέμεινε επαρχία του Οικουμενικού Θρόνου, καθώς, παρά τους δεσμούς της με τη Μόσχα, δεν περιελήφθη στα εκκλησιαστικά όρια του νεοπαγούς Πατριαρχείου. Μετά την προσάρτηση των περιοχών της Ουκρανίας στο ρωσικό κράτος (1654), ο Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Δ', με το «Πατριαρχικό Γράμμα Εκδόσεως» του 1686, παραχώρησε το δικαίωμα στον εκάστοτε Πατριάρχη Μόσχας να χειροτονεί τον από τους Ουκρανούς εκλεγόμενο Μητροπολίτη Κιέβου, ο οποίος θα μνημόνευε τον Οικουμενικό Πατριάρχη, αλλά αυτό δεν τηρήθηκε.

Στην Ουκρανία σήμερα έχουν διαμορφωθεί τρεις Ορθόδοξες Εκκλησίες: α) Η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία - Πατριαρχείο Μόσχας, β) Η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία - Πατριαρχείο Κιέβου (με επικεφαλής τον Φιλάρετο, ο οποίος το 1995 αυτοανακηρύχθηκε Πατριάρχης Κιέβου και το ίδιο έτος καθαιρέθηκε από την σύνοδο του Πατριαρχείου Μόσχας) και γ) Η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία (υπό τον Μακάριο, διάδοχο του αποσχισθέντος από τον Φιλάρετο το 1995 Μεθοδίου). Το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τη Συνοδική απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2018 επαναφέρει στην κανονικότητα τους ιεράρχες Φιλάρετο και Μακάριο.

Η εκκλησιαστική κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Ορθόδοξη Ουκρανία περιγράφεται σαφέστατα από τον Αγιότατο Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο στο συγχαρητήριο μήνυμα που απέστειλε στον Μητροπολίτη Κιέβου Ονούφριο το 2014, όταν αυτός διαδέχθηκε τον εκδημήσαντα Κιέβου Βλαδίμηρο: «Θα πρέπει να κατευνάσετε τις ψυχές των ανθρώπων και να θεραπεύσετε τις πνευματικές πληγές του ουκρανικού έθνους... ενός έθνους μοιρασμένου στα δύο, το οποίο βυθίζεται σε μια αιματηρή βεντέτα και αδελφός σκοτώνει αδελφό, χωρίς κανείς να είναι πλέον σε θέση να αφουγκραστεί τα λόγια της ειρήνης».

Ο Μητροπολίτης Ονούφριος, για την πνευματικότητα του οποίου πολλοί μιλούν, συμμετέχει, όπως και ο προκάτοχός του, ως μέλος της Συνόδου του Πατριαρχείου Μόσχας.

Εδραζόμενοι στους Ιερούς Κανόνες, στην ιστορική πραγματικότητα και στα παραπάνω εκτεθέντα, οδηγούμαστε στο εξής αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα: Το Αυτοκέφαλο Εκκλησιαστικό καθεστώς χορηγείται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και την περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο. Το Αυτοκέφαλο έρχεται να συμβάλει στην εν Χριστώ πνευματική προκοπή και στην πολιτιστική πρόοδο του διαμορφωθέντος εθνικού κράτους, θεραπεύοντας τις ανάγκες της συγκεκριμένης κατάστασης.

Το ανεξάρτητο ουκρανικό έθνος - κράτος έχει 27 χρόνια ζωής και πορείας (1991-2018), η δε Ορθόδοξη Εκκλησία του παραμένει διχασμένη και βαθιά τραυματισμένη, με τις συνακόλουθες δυσάρεστες για τον ουκρανικό λαό συνέπειες. Τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι το Πατριαρχείο Μόσχας, στις σχεδόν τρεις παρελθούσες δεκαετίες, δεν κατόρθωσε να επιλύσει το πρόβλημα της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ευθύνη, πλέον, του Μητροπολίτη Ονουφρίου είναι ιδιαίτερη και καθοριστική για την «αγίαν ενότητα της Εκκλησίας», προς πνευματική αγαλλίαση και ευφροσύνη των ουρανίων και των νοητών, που τελεσιουργούνται επιγείως και αισθητώς και στη Λαύρα του Κιέβου της Ουκρανίας.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, επιδεικνύοντας τη δέουσα εκκλησιαστική ευθύνη και χωρίς να προβεί σε βεβιασμένες κινήσεις, παρά τις συνεχείς και επανειλημμένες εκκλήσεις που δεχόταν από τους εκπροσώπους του ουκρανικού λαού επί τρεις περίπου δεκαετίες, ανέμενε την, ουδέποτε τελικά επιτευχθείσα, διευθέτηση του ζητήματος από την Εκκλησία της Μόσχας. Η Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, έχουσα εκκλησιαστική συνείδηση της αποστολής της στον Ορθόδοξο κόσμο, ως συντονιστικού κέντρου των Ορθοδόξων Εκκλησιών, έλαβε την πρωτοβουλία για την οριστική επίλυσή του. Ανάλογες πρωτοβουλίες, κατά την εκκλησιαστική τάξη, ελήφθησαν και για την αντιμετώπιση προβλημάτων που ανέκυψαν και επελύθησαν επί Πατριάρχη Βαρθολομαίου, συγκεκριμένα για τα Πατριαρχεία Βουλγαρίας (1998), Ιεροσολύμων (2005) και τις Αρχιεπισκοπές Αλβανίας (1991) και Κύπρου (2006).

Το ιστορικό δεδικασμένο, στον ευρωπαϊκό τουλάχιστον χώρο, προϋποθέτει Αυτοκέφαλη Εκκλησία στο ανεξάρτητο κράτος. Το πού θα κλίνει μεθαύριο η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας θα το δείξουν οι μελλοντικές εξελίξεις. Πέραν τούτου, ένα είναι σίγουρο: η χορήγηση Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας είναι κατοχυρωμένο δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ακόμα και αν το Πατριαρχείο Μόσχας, κατά τα 30 τελευταία χρόνια, θεράπευε το σχίσμα και επέφερε την πολυπόθητη ειρήνη στην Εκκλησία της Ουκρανίας, για την απόδοση του Αυτοκεφάλου θα απευθυνόταν τελικά στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ως το πρωτόθρονο και πρωτεύθυνο.


Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2017

Χ. Ανδρεόπουλος, Βιβλιοπαρουσίαση: Μητρ. Αρκαλοχωρίου Aνδρέα Νανάκη, Πτυχές σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας στον 20ό αιώνα

Aνδρέα Νανάκη, Πτυχές σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας στον 20ό αιώνα, εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2017, ISBN: 978-960-267-229-7.



Του Χάρη Ανδρεόπουλου *

Δέκα μελετήματα συγκροτούν το υπό τον τίτλο «Πτυχές Σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας στον 20ο αιώνα» νέο βιβλίο του Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου της Εκκλησίας της Κρήτης και καθηγητού Εκκλησιαστικής Ιστορίας στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. κ. Ανδρέα Νανάκη, το οποίο εκδίδεται σε μια κρίσιμη στιγμή κατά την οποία το ευρύτερο ζήτημα των σχέσεων της Εκκλησίας με την Πολιτεία εμφανίζεται στο προσκήνιο με αξιοζήλευτη περιοδικότητα αποτελώντας – το τελευταίο διάστημα όλο και συχνότερα, όλο και εντονότερα– θέμα «ημερησίας διατάξεως» στην ατζέντα του δημοσίου διαλόγου, εν όψει μάλιστα και της επικειμένης συνταγματικής αναθεωρήσεως. Πρόσφατα μάλιστα το θέμα απησχόλησε την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά την διάρκεια των εργασιών της, στις αρχές (3 - 6) Οκτωβρίου 2017.

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου και πανεπιστημιακός καθηγητής κ. Ανδρέας Νανάκης, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Eίναι πολύ γνωστός, όχι μόνο στον ακαδημαϊκό χώρο και ιδιαιτέρως σ΄ αυτόν της ιστορικής επιστήμης λόγω του πλουσίου έργου του στον κλάδο της Νεώτερης Εκκλησιαστικής Ιστορίας, αλλά και στο ευρύ κοινό χάρις είτε στις συχνές, δημόσιες παρεμβάσεις του με εισηγήσεις σε επιστημονικές ημερίδες και συνέδρια, είτε μέσω της αρθογραφίας του στον Τύπο (σε εφημερίδες της Κρήτης, σε θεολογικά / εκκλησιαστικά περιοδικά, παλαιότερα στα «ΝΕΑ» και εσχάτως στην «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», όπου προσφάτως [11.06.2017] εδημοσίευσε το άρθρο του «Η Εκκλησία της Ελλάδος και η χούντα 1967 - 1974» το οποίο έκανε «θραύση»…). Εξ αιτίας της πλούσιας σχετικής εργογραφίας και της εν γένει ποιμαντικής και επιστημονικής του δραστηριότητας έχει καταγραφεί στην εκκλησιαστική και ακαδημαϊκή κοινότητα ως ο κατ΄ εξοχήν ιστορικός της Εθναρχίας, της πολιτικής και εκκλησιαστικής εκφράσεως της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, ως ένας εκ των επαϊόντων του πλέγματος των σχέσεων Κωνσταντινουπόλεως – Αθηνών, αλλά και βαθύς γνώστης, από εκκλησιαστικής και ιστορικής σκοπιάς, του θέματος των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας. Πρόκειται για το θέμα με το οποίο ασχολείται εις το παρόν σύγγραμμά του αναδεικνύοντας μέσα από τα κείμενα - μελετήματα του βιβλίου του τις βαθύτερες ιστορικές πτυχές αυτών των προβληματικών από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους (1830) και μέχρι σήμερα (άλλοτε με περιόδους μεγάλων εντάσεων και άλλοτε με ύφεση) σχέσεων ανάμεσα στους δύο θεσμούς (διοικούσα Εκκλησία – Κράτος). Ο συγγραφέας του βιβλίου δεν αρκείται στις επισημάνσεις και τις διαπιστώσεις, αλλά καταθέτει τις απόλυτα τεκμηριωμένες απόψεις και προτάσεις του, ενσωματώνοντάς τες στα κείμενά του με λόγο ευαγγελικό και πατερικό και εν παντί εκκλησιολογικό, για το δέον γενέσθαι μιας ειρηνικής συνυπάρξεως μέσω του αλληλοσεβασμού των ρόλων, για μια πορεία που θα κατατείνει στην ενίσχυση και σφυρηλάτηση αρμονικών σχέσεων μεταξύ των θεσμικών φορέων της Εκκλησίας και της Πολιτείας.

Στις σελίδες του κυρίως μέρους (σσ. 47-219) του θεματολογικά πολυδιάστατου και πολυποίκιλου αυτού συγγράμματος, το οποίο κυκλοφορήθηκε τον περασμένο Ιούλιο από τις «Εκδόσεις Μπαρμπουνάκη» της Θεσσαλονίκης, οι επιμέρους θεματικές ενότητες αντιστοιχούν στα δέκα κατά καιρούς και περιστάσεις δημοσιευθέντα κείμενα – μελετήματα του Σεβ. Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέα, τα οποία είναι τα εξής:

* Το πρώτο κείμενο τιτλοφορείται «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ και τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα στη Θεσσαλονίκη» (σσ. 47-65). Πρόκειται για ομιλία η οποία εκφωνήθηκε την Κυριακή 7-12-2014 στην αίθουσα τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ακολούθησαν τα αποκαλυπτήρια του αδριάντα του Ιωακείμ Γ΄ έμπροσθεν της Θεολογικής Σχολής. Ο συγγραφέας καταγράφει την πορεία του αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ (Δεβετζή ή Δημητριάδη) και τον αγώνα του για την αναγκαιότητα της συνυπάρξεως και της συνεργασίας όλων των Ορθοδόξων – του «ρωμαίικου» - στο πλαίσιο μιας ορθόδοξης κοινοπολιτείας, εξαίροντας, παραλλήλως, το χάρισμα που είχε ο Ιωακείμ να προσλαμβάνει τον μεταβαλλόμενο κόσμο, να τοποθετείται σ΄ αυτόν και να διαμορφώνει το αύριο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το μέλλον του, οριοθετώντας τους σκοπούς και τους στόχους του μέσα στο χρόνο, αναπλαισιώνοντας / αναπροσαρμόζοντας καταλλήλως την πολιτική του. Όπως έπραξε κατά τη δεύτερη πατριαρχία του (1901 – 1912) όταν, στη δίνη των κοσμογονικών αλλαγών που επέφεραν την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τον διαμελισμό της σε έθνη / κράτη της Βαλκανικής, θα στραφεί – αυτός ο δυναμικότερος και γνησιότερος εκφραστής της εθναρχίας και της εθναρχούσης Εκκλησίας - προς την Αθήνα, σηματοδοτώντας τη νέα πολιτική, αυτή της συμπορεύσεως του Πατριαρχείου με το εθνικό μας κέντρο. Είναι η εποχή που ο Ιωακείμ επανδρώνει τη Μακεδονία και τις δοκιμαζόμενες από τον βουλγαρικό εθνικισμό Μητροπόλεις με αρχιερείς που εμφορούνται, όχι πλέον από την εθναρχική, αλλά την εθνική συνείδηση, την εθνική ιδέα και ιδεολογία. Οι περισσότεροι απ΄ τους αρχιερείς αυτούς εγκαθίστανται στη Μακεδονία πριν από τον Παύλο Μελά και τους Ελληνες προξένους, οι οποίοι ήλθαν από την Αθήνα, για να ενισχύσουν και διαμορφώσουν το εθνικό φρόνημα των ντόπιων πληθυσμών που δοκιμάζονταν από την δράση των εξαρχικών βουλγάρων εθνικιστών.

* «Το “ανάθεμα” στον Ελευθέριο Βενιζέλο» (1916)» (σσ. 67 – 76) είναι το δεύτερο μελέτημα. Πρόκειται για ανακοίνωση του Σεβ. Αρκαλοχωρίου στο Συνέδριο «100 χρόνια από το κίνημα Εθνικής Άμυνας» που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Ιανουάριο του 2016. Εδώ περιγράφονται και αναλύονται από τον συγγραφέα τα τραγικά γεγονότα των πολιτικών αντιπαραθέσεων ανάμεσα στους βενιζελόφρονες (υποστηρικτές του Ελευθ. Βενιζέλου) και τους βασιλόφρονες (υποστηρικτές του Βασιλέως Κωνσταντίνου Α΄) που έλαβαν χώρα στη περίοδο του εθνικού διχασμού (1915-1917) και στα οποία ενεπλάκη, ως μη ώφειλε, η ελλαδική Εκκλησία, επί αρχιεπισκοπείας Θεοκλήτου Α΄ (Μηνοπούλου), συμπορευομένη και συνεργούσα με τη βασιλική παράταξη και το παραστρατιωτικό κίνημα των «επιστράτων» στην αποτρόπαιη πράξη του «αναθέματος» κατά του Ελευθ. Βενιζέλου. Πρόκειται για μια ανάμειξη την οποία απεριφράστως είχε καταδικάσει το 2000 και ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Χριστόδουλος (Παρασκευαϊδης) δηλώνοντας ευθαρσώς ότι «θα έπρεπε κάποτε η Εκκλησία να ζητήσει συγγνώμη από τον λαό για την ανάμειξή της στις πολιτικές διαμάχες του αιώνος που πέρασε και ειδικότερα για την ανάμειξή της στον εθνικό διχασμό, ο οποίος ταλάνισε τον Ελληνισμό (…) Ηταν πραγματικό λάθος να αποφασίζονται αναθέματα για πολιτικούς λόγους και η Εκκλησία να χρησιμοποιείται, κατά κάποιον τρόπο, για να επενδύσουν πάνω εις αυτήν οι διάφοροι πολιτικοί άνδρες τις δικές τους επιδιώξεις» («Τα Νέα», 03.04.2000, σ. 40). Ο Σεβ. Αρκαλοχωρίου αντιμετωπίζει το «ανάθεμα» ως μια πράξη μισαλλοδοξίας, αλλά και απογνώσεως των βασιλοφρόνων της παλαιάς Ελλάδος, καθώς έβλεπαν δυναμικώς ανερχόμενο προς την εξουσία τον Βενιζέλο (ο οποίος και εξελέγη πρωθυπουργός τον Ιούνιο του 1917), θεωρεί, ωστόσο, ότι η επιρροή του «αναθέματος» περιορίσθηκε στην επικράτεια του κράτους των Αθηνών και δεν κατόρθωσε να επιδράσει στις ευρύτερες συνειδήσεις του Ελληνισμού. Τούτο απεδείχθη λίγα χρόνια αργότερα όταν οι προσφυγικοί πληθυσμοί που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα ήταν προσκείμενοι στο Βενιζέλο και χάρη σ΄ αυτούς είχε τα θριαμβευτικά αποτελέσματα των εκλογών του 1928.

* Το τρίτο κείμενο έχει τίτλο: «Ο Μητροπολίτης Κυζίκου Καλλίνικος και ο καθηγητής Ανδρούτσος αντιπαραθέτονται για την εκλογή του Μελετίου Μεταξάκη (1921)» (σσ. 77 – 95). Πρόκειται για εισήγηση στην Ημερίδα: «Μητροπολίτης Βεροίας Καλλίνικος», στη Μητρόπολη Βεροίας τον Οκτώβριο του 2012. Η μελέτη αυτή έχει ως αντικείμενο την έριδα που προκάλεσε η εκλογή του από Αθηνών Αρχιεπισκόπου Μελετίου Μεταξάκη, το Νοέμβριο του 1921, ως Οικουμενικού Πατριάρχου, η οποία εκλογή από την πλευρά των Αθηνών θεωρήθηκε «αντικανονική». Επί της ουσίας, όμως, η αντίδραση είχε πολιτικά αίτια, καθώς, από τον προηγούμενο χρόνο, ήτοι από τον Νοέμβριο του 1920, μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές αυτής της χρονιάς, την Αθήνα ήλεγχε ήδη ο επανακάμψας στον Θρόνο Βασιλεύς Κωνσταντίνος Α΄, ο οποίος μάλιστα ανάμεσα στις πρώτες του μέριμνες περιέλαβε την επαναφορά στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του (βασιλόφρονος) Θεοκλήτου Α΄ (Μηνοπούλου), υποχρεώνοντας τον μέχρι τότε (βενιζελικό) Αθηνών Μελέτιο Μεταξάκη να αποχωρήσει (Φεβρουάριος 1921) και να μεταβεί στην Αμερική, όπου θα παραμείνει μέχρι την εκλογή του, εννέα μήνες αργότερα (Νοέμβριος 1921), στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Πρωταγωνιστές στη νομοκανονική αντιπαράθεση γύρω από το θέμα της εκλογής Μεταξάκη την οποία καταγράφει ο Σεβ. Αρκαλοχωρίου είναι από τη μία πλευρά ο καθηγητής Δογματικής και Χριστιανικής Ηθικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Χρήστος Ανδρούτσος, ο οποίος, ως εκφραστής της τότε κρατούσης καταστάσεως των Αθηνών, θεώρησε την εκλογή του Μεταξάκη ως αντικανονική και από την άλλη ο (από Βερροίας και Ναούσης) Μητροπολίτης Κυζίκου Καλλίνικος Δελικάνης, ο οποίος με τα κείμενά του υπερασπίσθηκε σθεναρά την εκλογή του Μελετίου. Ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση, με ικανά νομοκανονικά επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές, τα οποία προβληματίζουν δημιουργικά τον αναγνώστη, αποτελώντας, ωστόσο, το περίβλημα της αντιπαραθέσεως, το περιεχόμενο της οποίας ήταν σαφέστατα ιδεολογικοπολιτικό. Μια αναμέτρηση ανάμεσα στη βασιλική και την βενιζελική παράταξη.

* «Η επίσκεψη του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο την 1η Νοεμβρίου 1930» (σσ. 97 - 112) είναι το τέταρτο κείμενο το οποίο απετέλεσε επιστημονική ανακοίνωση του Σεβ. Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρεά στο ΙΑ΄ Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Ρέθυμνο τον Οκτώβριο του 2011 . Το γεγονός της επισκέψεως του Βενιζέλου στο Φανάρι, μία ημέρα μετά την υπογραφή στην Αγκυρα του Ελληνοτουρκικού Συμφώνου Φιλίας (30.10.1930) από τον Ελληνα πρωθυπουργό και τον Πρόεδρο της Τουρκίας Μουσταφά Κεμάλ, υπήρξε μείζον, όχι μόνο γιατί Ελληνας πρωθυπουργός επισκεπτόταν για πρώτη φορά το Πατριαρχείο, αλλά και διότι η Τουρκία δεν είχε επισήμως αναγνωρίσει τον Πατριάρχη Φώτιο (Μανιάτη) ως μη ανταλλάξιμο, κάτι που συνέβη ένα περίπου μήνα μετά (Δεκέμβριος του ΄30). Μια αναγνώριση, πάντως, προβληματική ως προς την πραγματική, την οικουμενική υπόσταση του Πατριαρχείου την οποία εκφράζει, για την ανά την οικουμένη Ορθόδοξη Εκκλησία, το πρόσωπο του Πατριάρχου και η Μεγάλη εν Κωνσταντινουπόλει του Χριστού Εκκλησία, καθώς οι τουρκικές αρχές απέφυγαν την χρήση του όρου «Πατριάρχης» και «Οικουμενικό Πατριαρχείο», συνεχίζοντας να θεωρούν τον Κωνσταντινουπόλεως ως «αρχιπαπά» (baspapaz), σύμφωνα με την πρακτική που εφάρμοζαν μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και, δυστυχώς, εξακολουθούν να εφαρμόζουν μέχρι σήμερα. Στη θερμή προσφώνηση του Πατριάρχου Φωτίου για την «αποσκοπούσα να υπηρετήση την ειρηνική σχέση μεταξύ των δύο λαών» επίσκεψή του σε Αγκυρα και Κωνσταντινούπολη, ο Βενιζέλος θα αναφερθεί «εις τα προσπαθείας, τας οποίας καταβάλλομεν αι δύο Κυβερνήσεις Αθηνών και Αγκύρας δια να φέρομεν την ειρήνην εις την Ανατολήν, ήτις αποτελεί όρον απαραίτητον δια την πρόοδον και ευημερίαν των λαών αυτής», διαβεβαιώντας, παραλλήλως, τον Πατριάρχη ότι «κατά την εποχήν αυτήν καθ΄ην αλλαχού παρατηρείται χαλάρωσις τις του θρησκευτικού αισθήματος, το αίσθημα τούτο παραμένει θερμόν εν Ελλάδι, η δε ελληνική κοινωνία ολόκληρος θα εξακολουθήσωμεν πάντοτε να είμεθα πιστά πνευματικά τέκνα της Μεγάλης Εκκλησίας». Την επίσκεψη και τις επαφές του Βενιζέλου προβάλλει θετικά το βενιζελικό «Βήμα», ενώ από την αντιβενιζελική, αντιπολιτευόμενη «Καθημερινή» διατυπώνονται πολλές επιφυλάξεις ειδικά για την υπογραφή του Συμφώνου Φιλίας και μάλιστα δια της γραφίδος του εκδότου της Γεωργίου Βλάχου, ο οποίος υπογράφει και τα σχετικά άρθρα («Γ.Α.Β.»).

* «Ο Ιωάννης Μεταξάς (1938) και η εκλογή του Αθηνών Χρυσάνθου του από Τραπεζούντος» (σσ. 113-130) είναι το πέμπτο μελέτημα το οποίο δημοσιεύτηκε στον Τιμητικό Τόμο: «Σπουδή στην κατακόρυφη και οριζόντια κοινωνικότητα», για τον ομότιμο καθηγητή Βασ. Ι. Γιούλτση, Θεσσαλονίκη 2007 (σσ. 113-130). Πρόκειται για κείμενο το οποίο μαζί με το δέκατο («Εκκλησία και Πολιτεία στην ελληνική επικράτεια») αποτελούν, κατά τη γνώμη μας, το «ψαχνό» του βιβλίου καθώς σ΄ αυτά τα κείμενα / μελετήματα καταγράφονται οι δύο από τις τρείς ακραίες πολιτειακές παρεμβάσεις της τελευταίας 80ετίας, τα δύο από τα τρία αρχιεπισκοπικά ζητήματα που επέφεραν ισχυρό κλονισμό στις σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας στη διάρκεια του 20ου αιώνος. Εν προκειμένω εξετάζεται από τον συγγραφέα το αρχιεπισκοπικό ζήτημα Δαμασκηνού Παπανδρέου – Χρυσάνθου Φιλιππίδη (1938-1941), που προκλήθηκε στη διάρκεια του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου (1936-1941), επί πρωθυπουργίας Ιωάννου Μεταξά, όταν ο τελευταίος με ευθείες παρεμβάσεις του - δικαστικών κατ΄ αρχήν και εν συνεχεία νομοθετικών - ανέτρεψε την υπό της Ιεραρχίας γενομένη κανονική εκλογή (Νοέμβριος 1938) στην Αρχιεπισκοπή του (βενιζελικού) Μητροπολίτου Κορινθίας Δαμασκηνού Παπανδρέου, επιβάλλοντας τη θέλησή του για ανάδειξη αρεστού Αρχιεπισκόπου. Ετσι, αφού σε πρώτη φάση, με διάφορες μεθοδείες, επέτυχε την ακύρωση της εκλογής του Δαμασκηνού στο Συμβούλιο της Επικρατείας, σε δεύτερη κατέφυγε στην έκδοση αναγκαστικού νόμου με τον οποίο μετέφερε το δικαίωμα εκλογής Αρχιεπισκόπου από τη Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας (ολομελείας) στη «μικρά» (12μελή) Διαρκή Σύνοδο, και μάλιστα με το σύστημα του «τριπροσώπου», έτσι ώστε την τελική επιλογή να έχει η κυβέρνηση. Υπό την απειλή δε της συγκροτήσεως «Αριστίνδην» Συνόδου επιβλήθηκε στη Διαρκή Σύνοδο να μην περιλάβει στο τριπρόσωπο το όνομα του Δαμασκηνού, ο οποίος άλλωστε ούτε είχε παραιτηθεί ούτε είχε αποδεχθεί την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, έτσι ώστε η δικτατορική κυβέρνηση ανέδειξε, τελικώς (Δεκέμβριος 1938), στον αρχιεπισκοπικό Θρόνο τον εκλεκτό της, τον από Τραπεζούντος Χρύσανθο (Φιλιππίδη), προσκείμενο στη βασιλική παράταξη. Αν και επισημαίνει την αντικανονικότητα του τρόπου εκλογής του Χρυσάνθου στην Αρχιεπισκοπή, ο συγγραφέας αναφέρεται με κολακευτικά λόγια στον «δυναμικό και διαπρεπή ιεράρχη του Οικουμενικού Θρόνου», θεωρώντας ότι είναι ζητούμενο αν ο Χρύσανθος χωρίς την ενθάρρυνση του Μεταξά ενδιαφερόταν ουσιαστικά για τη θέση του Αθηνών καθώς και αν υιοθετούσε, ενέκρινε και αποδεχόταν τα γενόμενα που τελικά ο Μεταξάς με τη στρατιωτική πυγμή του καθεστώτος επέβαλε καταλύοντας κάθε κανονική τάξη στα εσωτερικά (interna corporis) της Εκκλησίας. Στη σκέψη αυτή οδηγείται ο συγγραφέας εκτιμώντας ότι η άρνηση του Χρυσάνθου να ορκίσει την δωσίλογη κυβέρνηση Τσολάκογλου (1941) και η εν συνεχεία αποπομπή του (την οποία ο Σεβ. Αρκαλοχωρίου χαρακτηρίζει «ηρωϊκή και ένδοξη έξοδο») από την Αρχιεπισκοπή, με Συντακτική Πράξη της κατοχικής κυβερνήσεως, συνιστούν δύο γεγονότα που δηλώνουν κατ΄ ουσίαν την βούληση του Χρυσάνθου να εξέλθει από όλη αυτή την περιπέτεια της εμπλοκής και συνεργασίας του με το δικτατορικό καθεστώς Μεταξά και την πολιτική χειραγωγήσεως της Εκκλησίας με την οποία η δικτατορία της «4ης Αυγούστου» πορεύθηκε, αντιμετωπίζοντας την Εκκλησία ως προέκταση του κρατικού μηχανισμού, χρήσιμου για την επιβολή των ιδεολογικών της σκοπιμοτήτων. Συγκρίνοντας τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο (Κοτσώνη) που αρχιεράτευσε και αυτός σε περίοδο δικτατορίας (1967-1973) με την περίπτωση του Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου (Φιλιππίδη), ο Σεβ. Αρκαλοχωρίου θα επισημάνει ότι «ο Αθηνών Ιερώνυμος που θαύμαζε τον Χρύσανθο και με παρόμοιο αντικανονικό τρόπο είχε ανέλθει στη θέση του Αθηνών, στα γεγονότα του Πολυτεχνείου το 1973, δεν τόλμησε την παράλληλη ηρωϊκή έξοδο…». (Πράγματι: πόσο διαφορετικές θα ήταν στην διοικούσα Εκκλησία οι εξελίξεις και πόσο διαφορετικά θα είχε γραφεί η - πολιτική και εκκλησιαστική - Ιστορία εκείνης της θλιβερής περιόδου εάν ο τότε Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Κοτσώνης είχε σταθεί στο πλευρό των φοιτητών, όπως π.χ. είχε πράξει ο τότε (τιτουλάριος) Επίσκοπος Ανδρούσης και νυν Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος Γιανουλάτος; Θεωρούμε ότι – πρωτίστως και κυρίως για τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο κυρό Ιερώνυμο - θα είχε γραφεί πολύ διαφορετικά…)

* Το έκτο και το έβδομο μελέτημα αφορούν στο ίδιο πρόσωπο: στον Μητροπολίτη Ιωαννίνων και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Σπυρίδωνα Βλάχο, του οποίου εξαίρεται η τόλμη, η αποφασιστικότητα και η παρρησία, ως αρχιερέως, να αντιπαρατεθεί με την πολιτική εξουσία όταν αισθάνεται ότι αδικείται (βλ. εις 6o κείμενο / μελέτημα: «Η διαμαρτυρία του Σπυρίδωνος προς τον Στ. Γονατά για την μετάθεσή του από τα Ιωάννινα [1923]», σσ. 131-144. Μελέτημα το οποίο δημοσιεύτηκε στον Τιμητικό Τόμο για τον ομότιμο Καθηγητή Γρηγόριο Δ. Ζιάκα, Θεσσαλονίκη, 2008). Επιπροσθέτως επισημαίνεται η μετριοπάθεια και σύνεση, ως αρετές με τις οποίες πολιτεύθηκε προτάσσοντας διαρκώς το συμφέρον της Εκκλησίας, όταν παραμερίζοντας τα ιδεολογικά (φιλοβασιλικά) του φρονήματα θα πρωτοστατήσει το 1938 στην εκλογή του (βενιζελικού) Κορινθίας Δαμασκηνού Παπανδρέου στην Αρχιεπισκοπή, ή όταν το 1951, ως Αρχιεπίσκοπος, εκφράζοντας εμπράκτως την μαρτυρία της Εκκλησίας για την ειρηνική και ενωτική της αποστολή στην κοινωνική και πολιτική ζωή της Ελλάδος, θα ζητήσει από την κυβέρνηση (των Νικ. Πλαστήρα και Σοφ. Βενιζέλου) να αποτραπεί η δικαστική απόφαση θανατικής καταδίκης του ηγετικού στελέχους του τότε παράνομου ΚΚΕ Νίκου Μπελογιάννη. Κάτι που, ως γνωστόν, τελικά, δεν απεφεύχθη παρά τις παρεμβάσεις τόσο του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος, όσο και πολιτικών, διανοουμένων και καλλιτεχνών από την Ελλάδα (βουλευτές της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς - ΕΔΑ) και το εξωτερικό (Σαρλ ντε Γκώλ, Πωλ Ελυάρ, Ζαν Κοκτώ, Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Ναζίμ Χικμέτ, Πάμπλο Πικάσσο, Τσάρλι Τσάπλιν, κ.α.) που προσπάθησαν να σώσουν τον Μπελογιάννη (βλ. εις 7o κείμενο: «Ο από Ιωαννίνων Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σπυρίδων εν μέσω εκκλησιαστικών και πολιτικών διχασμών», σσ. 145-158. Ανακοίνωση στο Συνέδριο για τα 100 χρόνια της Σχολής Βελλάς [1911-2011], Ιωάννινα, Οκτώβριος 2011).

* ΄Ογδοο κείμενο: «Η Εκκλησία και ο Νίκος Καζαντζάκης. Ο μύθος για τον αφορισμό και την κηδεία του (1957)» (σσ. 159-175). Πρόκειται για ανακοίνωση του Σεβ. Αρκαλοχωρίου η οποία παρουσιάσθηκε σε Συνέδριο για τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Σεπτέμβριο του 2007 στο Ηράκλειο της Κρήτης για τα πενήντα χρόνια (1957-2007) από τον θάνατό του. Ο συγγραφέας καταρρίπτει δύο μύθους: πρώτον, τον περί αφορισμού του Καζαντζάκη και δεύτερον, τον περί μη τελέσεως κηδείας κατά την εκκλησιαστική τάξη, μύθους που καλλιέργησαν κύκλοι των θρησκευτικών οργανώσεων αλλά και αθέων, οι οποίοι για δικούς τους λόγους επιζητούσαν και ήθελαν έναν αφορισμένο Καζαντζάκη. Ανασκευάζοντας τους συγκεκριμένους μύθους ο συγγραφέας, αφού επισημάνει ότι όταν απεβίωσε ο Καζαντζάκης τον Οκτώβριο του 1957 στην πόλη Φράιμπουργκ της Γερμανίας και η σορός του μεταφέρθηκε στην Αθήνα προκειμένου να εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα πριν μεταφερθεί στο τελικό της προορισμό (στη Κρήτη), όντως, ο τότε Αθηνών Θεόκλητος Β΄(Παναγιωτόπουλος, ο από Πατρών), αρνήθηκε την παραμονή της σορού του Καζαντζάκη σε ναό των Αθηνών, φοβούμενος «όχι αδίκως», όπως σημειώνει ο συγγραφέας, τις «αντιδράσεις κάποιων ακραίων χριστιανικών ομάδων που τελικά έδρασαν και στο Ηράκλειο πλησίον του Αγ. Μηνά κατά την κηδεία του Καζαντζάκη». Αφορισμός εκ μέρους της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος εις βάρος του Καζαντζάκη, εξ επόψεως νομοκανονικής, δεν μπορούσε να υπάρξει δοθέντος του ότι αυτός ως γέννημα – θρέμμα της Κρήτης και κάτοικος του εξωτερικού υπήγετο στην πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Εις ότι αφορά την κηδεία του: ετελέσθη στη γενέτειρά του, στο Ηράκλειο, την 5η Νοεμβρίου 1957, κατά τα εκκλησιαστικώς κεκανονισμένα, προεξάρχοντος του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου (Ψαλιδάκη), παρισταμένων του Υπουργού Παιδείας Αχιλ. Γεροκωστοπούλου (της Κυβερνήσεως Κων. Καραμανλή), του αρχηγού του κόμματος των Φιλελευθέρων Γεωργίου Παπανδρέου και του βουλευτού, επίσης, των Φιλελευθέρων Κων. Μητσοτάκη, του πρύτανη του ΑΠΘ Ιωαν. Κακριδή, και πολλών άλλων επισήμων. Την σορό του Καζαντζάκη στην τελευταία του κατοικία, στον Mαρτινέγκο, συνόδευσε ο στρατιωτικός ιερέας π. Σταύρος Καρπαθιωτάκης. Εις ότι αφορά την πίστη καθ΄ εαυτή και τη σχέση του Καζαντζάκη με το Θεό, ο συγγραφέας εκτιμά ότι «ο Καζαντζάκης δεν έκλεισε ποτέ το κεφάλαιο του Θεού στη ζωή του. Δεν μπόρεσε να διαγράψει τον Θεό. Σ΄ αυτό βοήθησε και η παράδοση της Κρήτης. Ο πολιτισμός της. Η παρακαταθήκη που παραδίδεται από γενιά σε γενιά (…) ο Καζαντζάκης, ανάστημα της πολιτιστικής παράδοσης και της πενυματικής παρακαταθήκης, όπως την γνωρίζει και τη βιώνει στη γενέτειρά του, την Κρήτη, έχει τη δωρεά της ρωμαλέας δυσεύρετης και δημιουργικής σκέψης, με την οποία αναζητά διαρκώς και διακαώς τον Θεό…», παραθέτοντας εν προκειμένω ανάλογες απόψεις των μακαριστών Νικ. Ματσούκα, καθηγητού Δογματικής και Φιλοσοφίας της Θεολογικής του ΑΠΘ, του Κων. Τσάτσου, ακαδημαϊκού και διατελέσαντος Προέδρου της Δημοκρατίας, καθώς και του Πατριάρχου Αθηναγόρα (Σπύρου). Ο τελευταίος όταν είχε ερωτηθεί (1961) για το λογοτεχνικό έργο του Καζαντζάκη απήντησε ότι «τα βιβλία του Καζαντζάκη κοσμούν την Πατριαρχική βιβλιοθήκη», καταρρίπτοντας έτσι τον μύθο περί αφορισμού του κρητικού λογοτέχνη και συγγραφέα από την Εκκλησία.

* Το ένατο κείμενο του βιβλίου υπό τον τίτλο «Σχέσεις Εκκλησίας και Αριστεράς στην Ελλάδα μεταξύ του 20ου και 21ου αιώνα» (σσ. 177-192) αποτελεί ανακοίνωση η οποία παρουσιάσθηκε από τον Σεβ. Αρκαλοχωρίου στο Επιστημονικό Συνέδριο: «Εκκλησία και Αριστερά», στην Θεσσαλονίκη, τον Ιανουάριο του 2013. Ο συγγραφέας παρότι εξ αρχής αναγνωρίζει και επισημαίνει ότι η κοσμοθεωρία της Αριστεράς ως εδραζομένη στις αρχές του διαλεκτικού υλισμού αρνείται ως κρατική δομή, εξουσία και πολιτική, όχι μόνο την ύπαρξη του Θεού, αλλά και κάθε υπερβατικής δυνάμεως, θυμάται και αναπολεί τις τον διάλογο και τις συζητήσεις που επεχείρησε ομάδα διανοητών της μεταπολιτεύσεως με την αριστερή κοσμοθεωρία στις οποίες συμμετείχε και ο ίδιος ως νέος τότε πτυχιούχος της Φιλοσοφικής και της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ. Επρόκειτο για τις «εβδομάδες ελευθέρου διαλόγου», όπως είχαν ονομασθεί, οι οποίες για σειρά ετών οργανώνονταν σε κάθε περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και στις οποίες είχαν κληθεί και αριστεροί στοχαστές, όπως ο Κωστής Μοσκώφ, ο Κώστας Ζουράρις, αλλά και ο Στέλιος Ράμφος που συνομιλούσαν με τον Παναγιώτη Νέλλα, τον Νίκο Ματσούκα, τον Χρήστο Γιανναρά, τον π. Βασίλειο Γοντικάκη, κ.α. Επίσης, ο συγγραφέας απομυθοποιώντας την στεροτυπική αντίληψη που θέλει σώνει και καλά τον αριστερό ψηφοφόρο απέναντι ή και εχθρικό προς την Εκκλησία υπενθυμίζει ότι ο Γιάννης Πασαλίδης, ως Πρόεδρος της ΕΔΑ το 1958, κατά τον αγιασμό του Κοινοβουλίου προσέγγισε και ασπάσθηκε τον σταυρό. Παραλλήλως, παραθέτει και την καθαρή και ίσια και ανεπιτήδευτα αυθόρμητη απάντηση που έδωσε (εν έτει 1975, καταγραφείσα σε επιφυλλίδα της εποχής) στον Χρήστο Γιανναρά ο «απλός ιδεολόγος της Αριστεράς, ο κυνηγημένος - χωρίς να΄ ναι “οργανωμένος” - γερο ψαράς κάποιοι νησιού, όταν ρωτήθηκε «γιατί είναι αριστερός, γιατί προτίμησε αυτή τη βασανισμένη ζωή, μ΄ αυτό το σκληρό τίμημα;»: «Για τη Δικαιοσύνη παιδί μου. Για να μη πλουταίνει ο πλούσιος σε βάρος του φτωχού, για να χαιρόμαστε όλοι δίκαια του Θεού τα δώρα» (βλ. Γιανναρά, Χρ., Κεφάλαια Πολιτικής Θεολογίας, Η Εκκλησία και οι πολιτικές ιδεολογίες, Αθήνα, 1983). Το μελέτημα αυτό – το 9ο του βιβλίου - του Σεβ. Αρκαλοχωρίου προσφέρεται ως προβληματισμός για τη στάση της επίσημης - και νυν κυβερνώσης - Αριστεράς της σήμερον, σε σχέση με την Αριστερά (Ε.Δ.Α.) της εποχής του Γιάννη Πασαλίδη, τον οποίο αναφέρει ο Σεβ. Ανδρέας, καθώς - θα προσθέταμε εμείς - και της Αριστεράς του 1965 των Ηλία Ηλιού, Μανώλη Γλέζου και Λεωνίδα Κύρκου της Αριστεράς (Ε.Δ.Α.), η οποία όταν η τότε Κυβέρνηση του Στεφ. Στεφανοπούλου (των λεγομένων αποστατών της Ενώσεως Κέντρου) επιχειρούσε (τον Νοέμβριο του ΄65) να ελέγξει τη λειτουργία της νομίμου και κανονικής υπό τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Β΄ (Χατζησταύρου) Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος στο θέμα της εκλογής Μητροπολιτών και προωθούσε προς τούτο νομοθετική ρύθμιση για τη συγκρότηση «Αριστίνδην» Συνόδου, ήταν – η Ε.Δ.Α. - η μόνη πολιτική παράταξη που ρητά και κατηγορηματικά αντετάχθη απολύτως στον διορισμό «Αριστίνδην» Συνόδου. Την ώρα που οι άλλοι μεγάλοι και μικροί πολιτικοί σχηματισμοί (η επίσημη «Ενωση Κέντρου» δια του Γ. Παπανδρέου, η Ε.Ρ.Ε. δια του Παν. Κανελλοπούλου και το μικρό «Κόμμα Προοδευτικών» του Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη) καθώς και μερίδα ιεραρχών (οι οποίοι δύο χρόνια μετά θα συνταχθούν – ορισμένοι μάλιστα θα δεχθούν να γίνουν και μέλη της - με την 8μελή «Αριστίνδην» Σύνοδο που θα διορίσει το δικτατορικό καθεστώς του ΄67) και κληρικών συγκατένευαν για τη σύσταση «Αριστίνδην» Συνόδου, η Ε.Δ.Α. (των Ηλία Ηλιού, Μανώλη Γλέζου και Λεωνίδα Κύρκου, που αποτελούσαν τότε την ηγεσία της) διεκήρυττε την αντίθεσή της, θεωρώντας ότι «αυτό θα αποτελούσε πλήρη επέμβαση στα εσωτερικά της Εκκλησίας ενώ κατά την άποψη της Ε.Δ.Α. τέτοιες παρεμβάσεις είναι ανεπίτρεπτες» (βλ. εφημ. «Ελευθερία» [Αθηνών], 25.11.1965, σελ. 1 και 7, και «Μακεδονία», 25.11.1965, σελ. 1 και 8). Τέτοιες πολιτικές προσωπικότητες θα μπορούσαν, ασφαλώς ν΄ αποτελέσουν πρότυπα για τη σημερινή ηγεσία και τα στελέχη της Αριστεράς όσον αφορά στη σχέση τους με την Εκκλησία, η οποία αν δεν είναι σχέση πίστεως, θα μπορούσε κάλλιστα να υπάρχει και - στο πλαίσιο των υφισταμένων ήδη διακριτών ρόλων - να λειτουργεί ως σχέση αμοιβαίου σεβασμού. Η Εκκλησία μας, όχι μόνο ως μυστήριο της διηνεκούς αποκαλύψεως του Θεού στον άνθρωπο - όπως το βιώνουν και πολλοί αριστεροί στα πολιτικά φρονήματα και χριστιανοί στη πίστη Ελληνες πολίτες, πολίτες που ψηφίζουν Αριστερά, αλλά την Εκκλησία δεν την αρνούνται - αλλά και ως έκφραση μιας μακραίωνης πολιτιστικής παραδόσεως και στοιχείο της ταυτότητας του Γένους μας – έναν τέτοιο σεβασμό ασφαλώς τον αξίζει και σίγουρα τον δικαιούται.

* Το βιβλίο κατακλείεται με το (δέκατο) κείμενο «Εκκλησία και Πολιτεία στην Ελληνική Επικράτεια» (σσ. 193 – 219), ένα μελέτημα το οποίο δημοσιεύεται στον υπό έκδοση Τιμητικό Τόμο για τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πριγκηποννήσων κ. Ιάκωβο (Σωφρονιάδη). Όπως προείπαμε, το κείμενο αυτό, μαζί με το προεκτεθέν πέμπτο, αποτελούν, κατά τη γνώμη μας, το «ψαχνό» του βιβλίου εστιάζοντας και αναλύοντας ιστορικά στις πολυκύμαντες σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας από την εποχή της βαυαροκρατίας και της αυτογνωμόνου - πραξικοπηματικής - ανακηρύξεως της αυτοκεφαλίας (1833), οπότε δρομολογήθηκε ένα οιονεί καθεστώς «ανεξαρτησίας» της ελλαδικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο. Παραλλήλως από εκείνη την εποχή επιβλήθηκε η υποταγή της θεσμικής Εκκλησίας στην Πολιτεία, στο πλαίσιο του συστήματος της «νόμω κρατούσης Πολιτείας», διαμορφώνοντας μια σχέση εξαρτήσεως που άλλοτε ήταν χαλαρή (ήπια πολιτειοκρατία) και άλλοτε εξελίσσετο σε υποδούλωση της Εκκλησίας στο Κράτος (ακραία πολιτειοκρατία), κυρίως σε περιόδους δικτατορικών καθεστώτων όπως εκείνα του στρατηγού Θεοδ. Παγκάλου (1925-1926), του Ιωαν. Μεταξά (1936-1941) και της δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967-1974) που θέλησαν να υποτάξουν την Εκκλησία στις ιδεολογικοπολιτικές τους σκοπιμότητες. Στο κείμενό του αυτό ο Σεβ. Αρκαλοχωρίου θεωρεί ως τελευταία πολιτειοκρατική παρέμβαση στην Εκκλησία της Ελλάδος αυτή της δικτατορίας του 1967 με την εκλογή από «Αριστίνδην» Σύνοδο ως Αρχιεπισκόπου του αρχιμανδρίτου Ιερωνύμου Κοτσώνη, παρέμβαση τις επιπτώσεις της οποίας έχει παρουσιάσει και αναλύσει εις το υπό τον τίτλο ««Η Εκκλησία της Ελλάδος και η χούντα 1967 - 1974» άρθρο του που εδημοσίευσε η «Καθημερινή» τον περασμένο Ιούνιο (11-06-2017, σελ. 29: http://www.kathimerini.gr/913375/article/epikairothta/ellada/h-ekklhsia-ths-ellados-kai-h-xoynta). Στην ίδια συνάφεια ο συγγραφέας εκτιμά ότι από την Μεταπολίτευση (1974) και εντεύθεν, ιδίως δε μετά την ψήφιση του Καταστατικού Χάρτου του 1977 και την κατάργηση του κυβερνητικού εκπροσώπου, επί αρχιεπισκοπείας Σεραφείμ (Τίκα), διαμορφώνεται μια ελεύθερη Εκκλησία σε μια δημοκρατική πολιτεία. Αποψη την οποία επιβεβαίωσε και ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος στην Ιεραρχία της 26ης.06.2017 όταν, αναφερόμενος «στην τόλμη αρχιερέως μας (σ.σ.: επρόκειτο για τον Μητροπολίτη Ελασσώνος Ιάκωβο Μακρυγιάννη) στη δεκαετία του 1960 (σ.σ.: για την ακρίβεια: τον Νοέμβριο του ΄65) να σχίσει Βασιλικό Διάταγμα, θυροκολλημένο στον μητροπολιτικό ναό, που απηγόρευε την σύναξη της Ιεραρχίας μας» (βλ. «Εκκλησία», τχ. 7, Ιουλίου 2017, σελ. 473), θα επισημάνει το γεγονός ότι σήμερα η Ιεραρχία δύναται να συνέρχεται ελευθέρως και αυτοβούλως και ν΄ αποφασίζει για τη ζωή και τη λειτουργία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ως κατακλείδα στο κείμενο αυτό περιέχεται η ανάλυση των σχέσεων κανονικής ενότητας που συνδέουν την αυτοκέφαλη Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η περιγραφή των κανονικών δικαιοδοσιών του Οικουμενικού Θρόνου σε εκκλησιαστικές επαρχίες της ελληνικής επικρατείας, όπως αυτές των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών (επαρχίες της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Θράκης και των νήσων του Αιγαίου, η διοίκηση των οποίων έχει παραχωρηθεί από το 1928 επιτροπικώς στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος), της Εκκλησίας της Κρήτης (ιδιαίτερη ημιαυτόνομη εκκλησιαστική επαρχία έχουσα την κανονική εξάρτησή της απ΄ το Οικ. Πατριαρχείο), τις (πέντε) Μητροπόλεις των Δωδεκανήσων και την Εξαρχία της Πάτμου (που υπάγονται απ’ ευθείας στο Πατριαρχείο) και το Αγιον Ορος, με Επίσκοπό του τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Το βιβλίο του Σεβ. Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέα, το οποίο είναι αφιερωμένο «τω π. Ειρηναίω Δεληδήμω» ως «ευγνωμοσύνης αντίδωρον» και προλογίζεται καταλλήλως από τον Σεβ. Μητροπολίτη Ιλίου, Αχαρνών και Πετρουπόλεως Δρ. Αθηναγόρα (Δικαιάκο), προσφέρει στον αναγνώστη την ευκαιρία να προβληματισθεί για σειρά σημαντικών πολιτικο - εκκλησιαστικών γεγονότων που σημάδεψαν την νεώτερη ιστορία του τόπου, να συλλογισθεί για τις αιτίες που τα προκάλεσαν και να αναστοχασθεί για το φλέγον και ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας, το οποίο είναι διαχρονικό, τα τελευταία δε έτη ιδιαίτερα επίκαιρο. Ο συγγραφέας υπό την διττή ιδιότητά του, ως ιεράρχης και πανεπιστημιακός δάσκαλος, στα κείμενά του αποκαλύπτει και υπογραμμίζει όχι μόνο ιστορικές αλήθειες, αλλά πρωτίστως και, κυρίως, τον σωτηριολογικό και μεταμορφωτικό ρόλο της Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο contra στους «πειρασμούς της εξουσίας» που εμφιλοχωρούν στις σχέσεις των ανθρώπων και τη λειτουργία των θεσμών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο εισαγωγικό του σημείωμα «(…) η επίγεια στρατευομένη Εκκλησία διεξάγει μια πάλη, όχι προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τις αρχές και τις εξουσίες, τους κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνος τούτου. Προς τα πονηρά πνεύματα (Εφ. 6,12)…», απευθύνοντας προσκλητήριο πορείας με οδηγό τη νηπτική παράδοση βάσει της οποίας «καλούμεθα να είμαστε πρωτίστως προσευχομένη Εκκλησία, διότι μόνο έτσι δυνάμεθα να αντισταθούμε στον αντίδικο και στα πονηρά του έργα». Παρομοιάζοντας, εξ άλλου, τους πειρασμούς του διαβόλου με οποίους βρέθηκε αντιμέτωπος η Ιησούς πορευόμενος μετά τη βάπτιση του για 40 ημέρες στην έρημο (Λκ. 4, 1-13) με τους πειρασμούς τους οποίους συναντά ο χριστιανός κάθε εποχής, κληρικός ή λαϊκός, ο συγγραφέας θεωρεί ότι «αυτοί οι πειρασμοί στην Εκκλησία δημιουργούν το δράμα, αλλά και την επίγεια ελπίδα του Χριστού. Ωστόσο, αυτό το δράμα έχει αίτιο φθαρτό και πεπερασμένο, ενώ η ελπίδα του ανθρώπου στηρίζεται στο μυστήριο της γέννησης, της σάρκωσης, του Σταυρού και της Αναστάσεως του Θεού Λόγου, του Χριστού. Αυτή η σχέση εξισορροπεί, αμβλύνει τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες στις πτυχές των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας».

Πρόκειται για ένα θαυμάσιο βιβλίο με κείμενα / μελετήματα στα οποία η Θεολογία και η Ιστορία συμπορεύονται ευχαριστιακά, δίδοντας την αφορμή, το έναυσμα για την εισόδευση του αναγνώστη στα ενδότερα του μυστηρίου της Εκκλησίας. Για μια ειρηνική προσέγγιση του πολύπαθου θέματος των σχέσεων της Εκκλησίας με τη Πολιτεία και για μια διευθέτησή του, μέσω ενός εντίμου και ειλικρινούς διαλόγου που θα βασίζεται στη βαθειά γνώση του χαρακτήρα και της φύσεως των δύο θεσμών, την πλήρη συνεκτίμηση όλων των κοινωνικών, ιστορικών, πολιτειολογικών και εκκλησιολογικών δεδομένων που συνθέτουν το όλο πλαίσιο αναφοράς των σχέσεών τους και θα αποσκοπεί στην αρμονική συνύπαρξη, τον αλληλοσεβασμό. Οι «Πτυχές» - το νέο βιβλίο του Σεβ. Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέα Νανάκη – αυτό ακριβώς εισηγούνται και εύχονται.

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Θεολόγος καθηγητής Β/θμιας Εκπαίδευσης, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), συνεργάτης της εφημερίδος «Ελευθερία» Λαρίσης και της πύλης εκκλησιαστικών ειδήσεων «Αmen.gr».


Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Χ. Ἀνδρεόπουλος: Ἀνδρέα (Νανάκη) Μητροπολίτου Ἀρκαλοχωρίου, Ἀπό τό Γένος καί τήν Ἐθναρχία στό Ἔθνος




ΑΝΔΡΕΑ ΝΑΝΑΚΗ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙΟΥ, Ἀπό τό Γένος καί τήν Ἐθναρχία στό Ἔθνος: Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στήν ὕστερη Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία, ἐκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2013.

Μέ τά σημαντικά ἐκκλησιαστικά, πολιτικά καί κοινωνικά γεγονότα τοῦ 19ου καί 20ου αἰώνα πού συνθέτουν τήν ἱστορία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί δρομολογοῦν τό πέρασμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπό τό Γένος καί τή Ρωμιοσύνη τῆς ἐθναρχικῆς παραδόσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στό Ἔθνος καί τό ἑλλαδικό Κράτος τῆς «νεωτερικότητας», ἀσχολεῖται τό νέο βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου Ἀρκαλοχωρίου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης καί καθηγητού τοῦ Τμήματος Θεολογίας τοῦ Α.Π.Θ. Ἀνδρέα Νανάκη. Στό βιβλίο συντίθεται ἡ προβληματική μελετημάτων τοῦ συγγραφέα, ἡ ὁποία ἐκφράστηκε τήν τελευταία δεκαπενταετία μέ κείμενα πού ξεκινοῦσαν κατ’ ἀρχήν ἀπό τίς πανεπιστημιακές παραδόσεις καί προσεγγίζονται, πέρα ἀπό τά τυποποιημένα ἱστορικά σχήματα τῶν ἰδεολογικῶν ἐπιλογῶν τῆς νεωτερικότητας τοῦ 19ου καί 20ου αἰώνα, πτυχές ἀπό τήν ἱστορία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅταν ἡ Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία βρίσκεται στή δύση τῆς ἱστορικῆς της πορείας, ἐν μέσῳ κοσμογονικῶν ἀλλαγῶν καί ἀνακατατάξεων.

Ὁ τίτλος τοῦ βιβλίου: «Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στήν ὕστερη Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία. Ἀπό τό Γένος καί τήν Ἐθναρχία στό Ἔθνος», τό ὁποῖο κυκλοφόρησε ἀπό τίς ἐκδόσεις Μπαρμπουνάκη τῆς Θεσσαλονίκης. Πρόκειται γιά ἕνα ἱστορικό πόνημα μέ τό ὁποῖο ὁ Σεβασμιώτατος Ἀνδρέας Νανάκης, μέ τή διεισδυτική ματιά τοῦ ἱστορικοῦ, προσεγγίζει καί ἀναλύει τήν κρίσιμη γιά τό Γένος περίοδο πού ἔχει ἀφετηρία τίς σουλτανικές μεταρρυθμίσεις τῶν «Tanzimat» καί κατάληξη τήν ἐπικύρωση τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάνης ἡ ὁποία ἀποψίλωσε καί νομικά τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀπό τήν ἐναπομείνασα, ἐκ τοῦ ἐθναρχικοῦ ρόλου, πολιτική ἰσχύ του. Στίς σελίδες τοῦ βιβλίου τά δημοσιευόμενα κείμενα συνθέτουν πτυχές ἀπό τήν ἱστορία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στούς ὕστερους χρόνους τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Πιό συγκεκριμένα μεταξύ τοῦ 19ου καί 20ου αἰώνα, κυρίως μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 καί μέχρι τίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰώνα, ὅταν ἡ τότε νέα τάξη πραγμάτων, μέ τίς ἀντιπαλότητες καί τούς ἐθνικούς πολέμους ἐπέφερε τήν ὁλοκληρωτική ἀναδόμηση στόν βαλκανικό καί μικρασιατικό κόσμο, ἐν μέσῳ τῶν ἐθνοκαθάρσεων καί τῶν ἐθνοκτονιῶν ἐκείνης τῆς περιόδου.

Ὅπως γράφαμε πρόσφατα, σ΄ αὐτές ἐδῶ τίς σελίδες («Θεολογία», τόμ. 84, τ. 2, σ. 279) καί γιά τό προηγούμενο βιβλίο του («Μικρά Ἀσία. Προσφυγικά ἀτελεύτητα», ἔκδ. Ἄντ. Σταμούλη, 2012), ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρκαλοχωρίου τόσο ὡς ἀκαδημαϊκός δάσκαλος τῆς Ἱστορίας καί συγγραφέας ὅσο καί ὡς ἱεράρχης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου (καί κατά τήν τρέχουσα περίοδο μέλος τῆς Ἁγιᾶς καί Ἱερᾶς Συνόδου αὐτοῦ), ἀποτελεῖ φορέα τῆς ἐθναρχικῆς μνήμης, τήν ὁποία διαρκῶς ὄχι ἁπλῶς ἐμπλουτίζει ἱστορικά, ἀλλά καί τονώνει συναισθηματικά ὄντας καί ὁ ἴδιος μικρασιατικῆς - ἐκ μητρός - καταγωγῆς καί συγκεκριμένα ἀπό τ’ Ἀλάτσατα, πόλη κειμένη στήν ἐπαρχία τῆς πάλαι ποτέ ἑλληνικῆς – γῆς τῶν Ἰώνων - Σμύρνης.

Ὁ Μητροπολίτης καί πανεπιστημιακός καθηγητής Ἀνδρέας Νανάκης, ἐξ αἰτίας τοῦ πλούσιας σχετικῆς ἐργογραφίας καί τῆς ἐν γένει ποιμαντικῆς καί ἐπιστημονικῆς του δραστηριότητας ἔχει καταγραφεῖ στήν ἐκκλησιαστική καί ἀκαδημαϊκή κοινότητα ὡς ὁ κάτ΄ ἐξοχήν ἱστορικός τῆς Ἐθναρχίας, τῆς πολιτικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ἐκφράσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μέ τό νέο του βιβλίο ἔρχεται νά ρίξει περισσότερο φῶς στίς αἰτίες καί τίς ἀφορμές, τίς συνθῆκες κάτω ἄπ΄ τίς ὁποῖες ἔγινε τό πέρασμα ἀπό τό Γένος στό Ἔθνος, ἀπό τήν ἐθναρχοῦσα (Πατριαρχεῖο) στή ἐθνική Ἐκκλησία, ὡς ἀποτέλεσμα τῶν κοσμογονικῶν ἀλλαγῶν καί ἀνακατατάξεων τῆς ἐκρηκτικῆς περιόδου τοῦ 19ου καί 20ου αἰώνα. Ἔρχεται νά ἐξηγήσει τό πώς διαμορφώθηκε ἡ ἰδιοπροσωπεία τοῦ Νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ καί πώς σχηματίσθηκε διαχρονικά τό ἰδεολογικό καί πολιτικό πλαίσιο τῶν σχέσεων Πολιτείας καί ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας καί ἀμφοτέρων ἔναντι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὡς διαχρονικοῦ διεθνοῦς θεσμοῦ καί πρωτόθρονης τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας. Τό βιβλίο, ἀποτελεῖται ἀπό τέσσερα κεφάλαια καί 530 σελίδες συνολικά μαζί μέ τό ἀναλυτικό εὑρετήριο καί τό πλούσιο παράρτημα εἰκόνων μέ τίς προσωπικότητες καί τά στιγμιότυπα ἀπό τά γεγονότα πού σημάδεψαν τίς ἐποχές στίς ὁποῖες ἀναφέρεται ἡ ὕλη του, ἡ ὁποία χωρίζεται σέ τέσσερα Κεφάλαια.

Στό Α΄ Κεφάλαιο, τό ὁποῖο ἐπιγράφεται «Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο», ἐξετάζονται οἱ προσωπικότητες καί οἱ ἱστορικές δράσεις ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι καθόρισαν τήν πορεία τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί τῶν ἄλλων πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων, ὡς προκαθήμενοί τους. Ἐδῶ δεσπόζουν οἱ Οἰκουμενικοί Πατριάρχες: ὁ ἀπό Θεσσαλονίκης Ἰωακείμ Γ΄ (Δεβετζής η Δημητριαδης) καί ὁ ἀπό Ἀθηνῶν Μελέτιος Δ΄ (Μεταξάκης), ὁ πρῶτος κλείνοντας, οὐσιαστικά, τήν περίοδο τῆς Ἐθναρχίας καί ὁ δεύτερος ἐπιχειρώντας τήν ἰδεολογική σύνθεση Ἐκκλησίας καί Ἔθνους στό ὅραμα μίας νέας διηπειρωτικῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ ἀφήγηση τῶν γεγονότων εἶναι συναρπαστική, μέ ἐμφανῆ τόν στόχο τοῦ συγγραφέα νά συνδέσει τόν σημερινό ἀναγνώστη μέ τήν ἐμπειρία τῶν προηγουμένων γενεῶν, οἱ ὁποῖες οὕτως ἤ ἄλλως ἀποτελοῦν τήν ἱστορική του ρίζα, τή ρωμαίικη, ὅπως προκύπτει παραστατικά μέσα ἄπ΄ τά πρόσωπα – τίς μεγάλες προσωπικότητες τῆς Ρωμιοσύνης - πού πρωταγωνιστοῦν στά περιεχόμενα τοῦ βιβλίου. Ὁ ἀναγνώστης «ζεῖ» τήν ἱστορία ὄχι ὡς ἁπλή περιγραφή ἄλλ΄ ὡς ἀναπαράσταση γεγονότων καί καταστάσεων ἡ ἀναλυτική καί συστηματική ἐπεξήγηση τῶν ὁποίων δίδει ἀπαντήσεις σέ προβληματισμούς πού φθάνουν μέχρι τό σήμερα, ὅσον ἀφορᾶ κρίσιμα ζητήματα πού ἔχουν νά κάνουν μέ τή ἐξελικτική πορεία τῆς Ρωμιοσύνης στό διάβα τῆς ἱστορίας. Βλέπουμε ἕναν Ἰωακείμ στή πρώτη του πατριαρχία (1878-1884) νά πασχίζει νά διασφαλίσει τό ὅραμα τῆς ἑνότητας τοῦ Ὀρθόδοξου κόσμου, μέσα ἀπό τή συνύπαρξη καί συνεργασία ὅλων τῶν ὀρθοδόξων, στό πλαίσιο μίας ὀρθοδόξου κοινοπολιτείας ἐντός τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ὅπου ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος θά εἶχε καθοριστικό λόγο καί ἐθναρχικό ρόλο. Τόν παρατηροῦμε νά συγκρούεται μέ τόν Πρωθυπουργό τῆς ἐποχῆς Χάρ. Τρικούπη ὁ ὁποῖος προσλάμβανε τό Πατριαρχεῖο ὡς μέσον γιά ἄσκηση ἀθηνοκεντρικής πολιτικῆς, ὡς ἐθνοποιητικό μηχανισμό γιά τούς ὁμογενεῖς μας στήν Ὀθωμανική αὐτοκρατορίας. Στή δεύτερη πατριαρχία τοῦ (1901 – 1912), μέσα ἀπό τήν ἀνάλυση τῶν πηγῶν πού παραθέτει ὁ συγγραφέας, βλέπουμε ἕναν Ἰωακείμ νά ἀντιλαμβάνεται ὅτι μέσα ἀπό τήν ἐπικείμενη δίνη τῶν ἐθνικῶν ἀντιπαραθέσεων θά δοκιμαστεῖ ἡ ὀρθόδοξη οἰκουμένη, πού ἔχει κέντρο τῆς τήν Κωνσταντινούπολη. Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Σεβασμιώτατος Ἀνδρέας Νανάκης, ἀκριβῶς αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού σημειώνεται στήν περίοδο αὐτή ἡ στροφή τοῦ Ἰωακείμ πρός τήν Ἀθήνα καί τή σύνδεση τοῦ Πατριαρχείου μέ τό ἐθνικό κέντρο, μία στροφή πού ἐκφράζεται καί ἐμπράκτως. Εἶναι ἡ ἐποχή πού ὁ Πατριάρχης Ἰωακείμ Γ’ ἐπανδρώνει τή Μακεδονία, πού δοκιμάζεται ἀπό τό βουλγαρικό ἐθνικισμό καί τήν ἐξαρχία μέ νέους καί δυναμικούς ἀρχιερεῖς, πτυχιούχους τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης, ὅπως ὁ Δράμας Χρυσόστομος (1901), ὁ Στρωμνίτσης Γρηγόριος (1902), ὁ Νευροκοπίου Θεοδώρητος (1903), ὁ Θεσσαλονίκης Ἀλέξανδρος (1903), ὁ Πελαγονίας Ἰωακείμ (1903), καί ὁ Γρεβενῶν Αἰμιλιανός (1908) οἱ ὁποῖοι ἐμφοροῦνται ἀπό τήν ἐθνική συνείδηση, τήν ἐθνική ἰδέα καί ἰδεολογία. Οἱ περισσότεροι ἐγκαθίστανται στή Μακεδονία πρίν ἀπό τόν Παῦλο Μελά καί ἄλλους πρoξένους, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν ἀπό τήν Ἀθήνα γιά νά ἐνισχύσουν καί νά διαμορφώσουν τό ἐθνικό φρόνημα τῶν πληθυσμῶν στή Μακεδονία, πού δοκιμαζόταν ἀπό τή δράση τῶν ἐξαρχικῶν καί ἐθνικιστῶν βουλγάρων. Στήν «στροφή» αὐτή τοῦ Ἰωακείμ πρός τό ἐθνικό κέντρο ματαίως θά ἀναζητήσει κανείς αἰτίες ἤ ἀφορμές ἰδεολογικοπολιτικές. Οὐδόλως ὁ Ἰωακείμ ἀπέστη τῶν ἰδεῶν καί τῶν ἀπόψεών του γιά τόν οἰκουμενικό ρόλο τοῦ Πατριαρχείου. Ἐπρόκειτο γιά μία «στροφή» πού ὑπηρετοῦσε τά συμφέροντα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, αὐτή ἦταν ἡ ἔγνοια του. «Ὁ Ἰωακείμ εἶχε τό χάρισμα νά προσλαμβάνει τόν μεταβαλλόμενο κόσμο, νά τοποθετεῖται σ΄ αὐτόν καί νά διαμορφώνει τό αὔριο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τό μέλλον τοῦ ὁριοθετώντας τούς σκοπούς καί τούς στόχους τοῦ μέσα στό χρόνο», ὑπογραμμίζει ὁ συγγραφέας θεωρώντας ὅτι ἕναν αἰώνα μετά τήν ἐκδημία τοῦ Ἰωακείμ στόν ἄξονα τῆς ἴδιας προοπτικῆς κινεῖται, ὑπηρετώντας μέ περισσή εὐθύνη τά δίκαια τοῦ μαρτυρικοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου τῆς Βασιλεύουσας, καί ὁ σημερινός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος Α΄, «διαπνεόμενος ἀπό μία βαθιά καί ὀξύτατη ἐνόραση περί τῶν κατά καιρούς διαδραματιζομένων σ΄ ἕνα διαρκῶς ἐξελισσόμενο κοινωνικό, πολιτικό καί οἰκονομικό περιβάλλον». Ἐξ΄ ἴσου ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ παρουσίαση στό βιβλίο τῆς προσωπικότητας καί τῆς διαδρομῆς του ἀπό Κιτίου Μελετίου Μεταξάκη ὡς Ἀθηνῶν (1918 – 1920), ὅπου ἐπεχείρησε ν΄ ἀπαλλάξει τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπό τά δεσμά τῆς πολιτειοκρατίας καί νά δημιουργήσει τίς προϋποθέσεις γιά τήν αὐτοτέλειά της καί ὡς Κωνταντινουπόλεως (1921 – 1923), ὅπου ὑπηρέτησε τούς στόχους τοῦ βενιζελισμοῦ στόν ὁποῖο πολιτικά ἦταν ἀφοσιωμένος, μέσα ἀπό τό ὅραμα τῆς ἐθνικῆς ἰδέας μίας διηπειρωτικῆς Ἑλλάδος, χωρίς, ὅμως, ἀποτέλεσμα καθώς οἱ συγκυρίες ὑπῆρξαν ἀρνητικές. Τό νέο τουρκικό ἐθνικό κράτος τοῦ Κεμάλ Ἀτατούρκ θεωρώντας τόν Μελέτιο ἐκπρόσωπο τοῦ νεοελληνικοῦ ἐθνικισμοῦ ἀρνεῖται νά τόν ἀποδεχθεῖ στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ὁ Μελέτιος μετά τήν ὑπογραφή τῆς συνθήκης τῆς Λωζάνης τό 1923 ἀναγκάζεται νά ὑποβάλλει τήν παραίτησή του. Ὁ συγγραφέας παρότι διακρίνει στόν Μελέτιο μία ἐκκλησιαστική προσωπικότητα δημιουργική καί χαρισματική (τήν ὁποία ἔχει ἤδη διερευνήσει διεξοδικά στό παρελθόν στό πλαίσιο τῆς διδακτορικῆς του διατριβῆς), ἐν τούτοις καί εἰδικά γιά τό θέμα αὐτό, συμπεραίνει ὅτι, λόγω τῶν συγκυριῶν, τό πέρασμά του στό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ὄχι μόνο δέν βοήθησε, ἀλλά καί ἔβλαψε.

Τό Β΄ Κεφάλαιο ἀποτελεῖ κατά τή γνώμη μας τό «ψαχνό» τοῦ βιβλίου. Ἔχει τίτλο «Ἀπό τήν Ἐθναρχία στό Ἔθνος» καί σ΄ αὐτό παρουσιάζονται προσωπικότητες καί γεγονότα, πού διαδραμάτισαν, ἑκούσια ἤ ἀκούσια, σημαίνοντα ρόλο στή διαμόρφωση τῆς νεοελληνικῆς ἐθνικῆς ταυτότητας. Ἡ ἐξιστόρηση ἐκκινεῖ ἀπό τόν ἱερομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ (Ἀγγελόπουλο) καί συνεχίζει μέ τούς διαφωτιστές καί «νεωτεριστές» διδασκάλους Ἀδαμάντιο Κοραή καί Θεόκλητο Φαρμακίδη, ἀναλύοντας τή ἀντιπαράθεσή τους μέ τούς ἐκπροσώπους τῆς «παραδοσιαρχίας» καί, εἰδικά, μέ τόν κορυφαῖο ἐξ αὐτῶν, Κωνσταντῖνο Οἰκονόμο, τόν ἐξ Οἰκονόμων. Ἐνδιαφέρουσα εἶναι στό Κεφάλαιο αὐτό ἡ ἱστορική καί νομοκανονική ἀνάλυση τοῦ συγγραφέα γιά τήν ἐξέλιξη αὐτῆς τῆς διαμάχης, μεταξύ «νεωτεριστῶν» - «παραδοσιακῶν», ἡ ὁποία κορυφώθηκε μέ τήν αὐτογνώμονα ἀνακήρυξη τῆς αὐτοκεφαλίας τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας στά 1833 καί εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν παραμονή τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας σέ σχισματική κατάσταση ἡ ὁποία διήρκησε μέχρι τό 1850, ὅποτε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, παραβλέποντας τό προηγούμενο δεκαεπτάχρονο ἀντικανονικό καθεστώς, ἀνεκήρυξε (29.06.1850) αὐτοκέφαλη τήν Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος διά τῆς ἐκδόσεως (29.06.1850) τοῦ σχετικοῦ Πατριαρχικοῦ καί Συνοδικοῦ Τόμου (Π.Σ.Τ.) ὁ ὁποῖος ἰσχύει μέχρι σήμερα καί μάλιστα συνταγματικά κατοχυρωμένος. Πρόκειται γιά τόν Τόμο, ὁ ὁποῖος σέ συνδυασμό μέ τήν συμπληρωματική αὐτοῦ Πατριαρχική καί Συνοδική Πράξη (Π.Σ.Π.) τοῦ 1928 - τήν ἀφορώσα στήν «ἄχρι καιροῦ» ἐπιτροπική παραχώρηση τῶν πατριαρχικῶν Μητροπόλεων τῶν «Νέων Χωρῶν» στήν αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος - ρυθμίζει τό συνολικό πλαίσιο τῆς κανονικῆς ἑνότητας μεταξύ τῶν δυό Ἐκκλησιῶν, Μητρός τέ (Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου) καί τῆς Θυγατρός (Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος). Οἱ ἀναφορές τοῦ συγγραφέα γιά τό κρίσιμο ζήτημα τῆς (προβληματικῆς ἐξ ἐπόψεως κανονικότητος) διαπλάσεως τῶν σχέσεων τῆς Πολιτείας μέ τήν Ἐκκλησία ἐπί τῇ βάσει τοῦ συστήματος τῆς «νόμω κρατούσης Πολιτείας» πού ἐπεξεργάσθηκαν καί ἐπέβαλαν στό νεοελληνικό Κράτος ἀπό τό 1833 ὁ βαυαρός Ἀντιβασιλεύς τῆς Ἑλλάδος Γ. Μάουρερ καί ὁ σύμβουλός του ἀρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης, προεκτεινόμενες στό χρόνο εὑρίσκουν τά παράλληλά τους σέ ἀντικανονικές συμπεριφορές πού ἐκδηλώθηκαν, ὡς πιστά ἀντίγραφα τῆς πολιτικῆς τῶν Μάουρερ – Φαρμακίδη, τά πρόσφατα χρόνια. Ὅπως γιά παράδειγμα τή περίοδο τῆς Ἑπταετίας (1967 – 1974), ὅταν ἐπί ἀρχιεπισκοπείας Ἱερωνύμου Ἅ΄ (Κοτσώνη) παραγκωνίσθηκαν ὁ Πατριαρχικός Τόμος τοῦ 1850 καί ἡ Πατριαρχική Πράξη τοῦ 1928, καθώς ὁ Ἱερώνυμος Α΄ ἠρνεῖτο νά ἐφαρμόσει τίς σχετικές περί τῶν πρεσβείων ἀρχιερωσύνης διατάξεις γιά τήν συγκρότηση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, θέτοντας ἔτσι σέ ἀμφισβήτηση τά de jure δικαιώματα συμμετοχῆς τῶν ἱεραρχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου (Νέων Χωρῶν) στή Διαρκῆ Σύνοδο. Ἐπρόκειτο γιά μία ἐνέργεια πού προκάλεσε ἔντονες ἀντιδράσεις ἐκ μέρους τοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά καί στό ἐσωτερικό της Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πού σταδιακά ἐξελίχθηκαν σε boomerang για τόν ἴδιο τόν Ἱερώνυμο Α΄ ἐξαναγκάζοντας τόν στήν ὑποβολή παραιτήσεως ἀπό τόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο. Τοῦτο συνέβη μετά τήν ἀποδοκιμασία πού γνώρισε ἡ σαφέστατα ἀντιπατριαρχική πολιτική του στήν ἱστορική συνεδρίαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς 10ης Μαΐου 1973, ὅταν διαφοροποιήθηκαν ἀπό τήν τακτική του τότε Ἀρχιεπισκόπου ἀκόμη καί Ἐπίσκοποι ἐκλεγέντες ὑπό τῆς – ὕπ΄ αὐτοῦ προεδρευομένης – «Ἀριστίνδην» Συνόδου. Τόν Σεβασμιώτατο Ἀνδρέα Νανάκη τόν ἀπασχολεῖ σ΄ ὅλα σχεδόν τά πονήματά του τό θέμα τῆς κανονικῆς ἑνότητας τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας μέ τό Πατριαρχεῖο. Μάλιστα, ὡς ἱεράρχης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου δέν εἶχε διστάσει στό πρόσφατο παρελθόν μέ ἐπιφυλλίδες καί ἄρθρα του σέ μεγάλες ἐφημερίδες τῶν Ἀθηνῶν νά ὑπερασπισθεῖ τά κανονικά δικαιώματα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας στήν ἑλλαδική ἐπικράτεια ὁσάκις αὐτά ἀμφισβητήθηκαν ἤ (ξανά-) ἐπιχειρήθηκε ἡ ἀπομείωσή τους, ὅπως συνέβη στά νεώτερα χρόνια καί εἰδικότερα τήν περίοδο 2000 – 2004. Δέν τόν ἐνδιαφέρουν τά πρόσωπα, ἀλλά οἱ θεσμοί καί ἡ (διά-) τήρησή τους, ἔτσι ὥστε ἡ κανονική ἑνότητα μεταξύ τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μέσω τῶν πατριαρχικῶν πράξεων τοῦ 1850 καί τοῦ 1928, νά ὑποστασιάζεται ὡς ἐκκλησιολογικῆ προέκταση καί συνέπεια τῆς εὐχαριστιακῆς ἑνότητας. Ὁ Μητροπολίτης Ἀρκαλοχωρίου ἐπισημαίνοντας ὅτι τό πολιτιστικά «ὄμαιμον» καί «ὁμόγλωττον» τῆς αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μετά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, συνιστᾶ τό μεγάλο προνόμιο ἠμῶν τῶν Ἑλλήνων, τονίζει ὅτι στή κρίση τῶν σχημάτων καί τῶν ἰδεολογιῶν τῆς μετενεωτερικῆς ἐποχῆς ἤ τῆς δεύτερης νεωτερικότητας, ὁ ὑπερεθνικός καί διαχρονικός θεσμός τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, σέ συνάρτηση μέ τήν ἑλληνική πολιτιστική του παράδοση, θά ἀποτελέσει καί πάλι τή μήτρα πού θά διαφυλάξει καί θά διασώσει καί πάλι τήν πνευματική μας παρακαταθήκη καί τήν ἰδιαίτερή μας παράδοση. Πρόκειται, οὐσιαστικά, γιά τό κεντρικό μήνυμα τοῦ συγγραφέα: μᾶς συνδέει μέ τόν Φανάρι ἕνας «ὀμφάλιος λῶρος», ἐκεῖ κτυπᾶ ἡ καρδιά τοῦ Γένους μας, συνεπῶς, ὀφείλουμε, εἰδικά ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, νά διαφυλάξουμε τή σχέση αὐτή ὡς «κόρην ὀφθαλμοῦ». Ὑπενθυμίζει μάλιστα ὁ συγγραφέας, ἐπικαλούμενος σχετικές ἱστορικές πηγές, τή θλίψη πού ἐξέφρασε, ἐν εἴδει μετανοίας, ὁ πρωταγωνιστής τῆς αὐτογνωμόνου ἀνακηρύξεως, τό 1833, τῆς «αὐτοκεφαλίας» τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ἀρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης ὅταν ἔμαθε ὅτι τά δικά του (ἐθνικοπολιτικοῦ τύπου: Κάθε Ἔθνος / Κράτος νά ἔχει τή δική του - «ἀνεξάρτητη» ἄπ΄ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο - Ἐκκλησία) ἐπιχειρήματα χρησιμοποιοῦσαν οἱ Βούλγαροι γιά νά ἀποσκιρτίσουν ἀπό τήν Μητέρα Ἐκκλησία, ἔχοντας, ἐν τῷ μεταξύ, παύσει νά μνημονεύουν τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στίς ἐκκλησιές τούς ἀκόμη καί ἐντός τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μία μετάνοια ἡ ὁποία, σύμφωνα μέ ἄλλες, ἀντίστοιχες σχετικές πηγές (Πανώτη, Αριστ., «Συνοδικόν», τομ. Β’, σ. 144), ἔλαβε καί δραματικότερα χαρακτηριστικά ὅταν ὁ πρωτοστατήσας στήν ἀπόσχιση τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχίας Θεόκλητος Φαρμακίδης λίγο πρό τῆς κοιμήσεώς του (1860), τή τελευταία στιγμή τῆς ἐκπνοῆς τοῦ ἐκραύγασε εἰς ἐπήκοον τῶν παρισταμένων: «Ἥμαρτον γιά τό κακό πού ἔπραξα στήν Ἐκκλησία μας».

Στό Γ΄ Κεφάλαιο παρατίθενται καί σχολιάζονται τά σημαντικότερα κείμενα ἐσωτερικῶν κανονισμῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τά ὁποία καί σηματοδότησαν τή μετάβαση ἀπό τό καθεστώς τοῦ «Γεροντισμοῦ» σέ συλλογικότερες μορφές διοικήσεως. Τό ἔργο ὁλοκληρώνεται μέ τό Δ΄ Κεφάλαιο πού εἶναι ἀφιερωμένο στήν εἰδική περίπτωση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία, παρά τήν πολιτική ἐνσωμάτωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς της ἐπικρατείας στό νεοελληνικό κράτος, δέν ἐντάχθηκε στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀλλά παρέμεινε ἡμιαυτόνομη σέ σχέση ὀργανικῆς ἑνότητας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

Προλογίζοντας τό βιβλίο ὁ ὁμότιμος καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. Νίκος Ζαχαρόπουλος ἀναφέρει γιά τόν συγγραφέα καί παλαιό μαθητή του Ἀνδρέα Νανάκη, ὅτι «τά γραπτά του ἀποπνέουν ἕνα μίγμα ἀρχοντιᾶς, λεπτότητας καί δυναμισμοῦ πού ἔχει τήν ἔκφρασή του, στήν πορεία τῆς ζωῆς του, μέσα ἄπ΄ τά αἰσθήματά του πού ἐκδιπλώνονται τελείως φυσικά μέ κάθε ἐκδήλωσή του πρός τό Γένος, τήν Πατρίδα καί τήν Ἐκκλησία». Τήν ἴδια αἴσθηση, πού τόσο ὄμορφα περιγράφει στό προλόγισμα τοῦ βιβλίου ὁ ἀκαδημαϊκός δάσκαλος τοῦ συγγραφέα, εἴχαμε τήν τύχη – μιλώντας θεολογικά: τήν εὐλογία – νά νιώσουμε καί ὅσοι μαθητεύσαμε κοντά στόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ἀρκαλοχωρίου καί δάσκαλό μας στό Θεολογικό Τμῆμα τοῦ Α.Π.Θ. Ἀνδρέα Νανάκη. Διερμηνεύοντας τά αἰσθήματα τῶν πολλῶν θεολόγων, λαϊκῶν καί κληρικῶν, μίας νεώτερης γενιᾶς, τήν ἄποψη αὐτή, γιά τήν προσωπικότητα καί τό ἔργο τοῦ συγγραφέα, καταθέτει εὐγνωμόνως ὁ συντάκτης αὐτῆς τῆς βιβλιοπαρουσιάσεως καί μαθητής του.

Χάρης Ἀνδρεόπουλος

________________________
Ἡ βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύθηκε στό ἐπιστημονικό περιοδικό «Θεολογία», τομ. 86, τχ. 1, Ἰανουαρίου – Μαρτίου 2015, σσ. 393 – 398.




Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Χάρης Ανδρεόπουλος: Μητρ. Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέα, Μικρά Ασία: Προσφυγικά ατελεύτητα

Ένα νέο βιβλίο του Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέα (Νανάκη) για τα αίτια και τις συνέπειες της Μικρασιατικής καταστροφής, 90 χρόνια μετά τον ξεριζωμό

 πηγή: ΑΜΗΝ  & Φως Φαναρίου

 

Του Χάρη Ανδρεόπουλου *

Το νέο βιβλίο του Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέα Νανάκη δεν αποτελεί μια επιστημονική μονογραφία μόνον, σαν τις πολλές αντίστοιχες που μας έχει χαρίσει υπό την ιδιότητα του καθηγητού Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ. Ολοκληρώνοντας κανείς την ανάγνωση αυτού του βιβλίου νιώθει πλουσιότερος σε γνώσεις ιστορικές αλλά και κατακλύζεται από συναισθήματα, τα οποία έχουν την προσωπική σφραγίδα του συγγραφέως, αλλά δεν αφορούν μόνον αυτόν. Αφορούν μια πολυβασανισμένη γενιά του Ελληνισμού, τη γενιά της προσφυγιάς του ΄23, τους Ρωμιούς, οι οποίοι μετά τη Μικρασιαστική καταστροφή αναγκάσθηκαν ν΄ αφήσουν  πίσω τους χώματα ιερά της Ρωμιοσύνης, πατρίδες ευλογημένες και δοξασμένες, που έμειναν και παραμένουν αλησμόνητες. Ο Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέας γράφει, προκειμένου, όχι απλώς να συμβάλλει στη διατήρηση αυτής της μνήμης, αλλά για να την εμπλουτίσει ιστορικά και να την τονώσει συναισθηματικά. Παράλληλα δε για να επισημάνει ότι και ο αιώνας που διανύουμε μαστίζεται και δοκιμάζεται από προσφυγικά ατελεύτητα, καθώς το δράμα της προσφυγιάς βιώνεται από χιλιάδες συνανθρώπων μας σ΄ όλο τον πλανήτη και να τονίσει το χρέος μας, ως χριστιανών, να πλησιάζουμε και να διακονούμε τους πρόσφυγες συνανθρώπους μας, με πρότυπο τον Χριστό, τον «εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω».  
Ο τίτλος του νέου βιβλίου, το οποίο κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις Αντ. Σταμούλη της Θεσσαλονίκης: «Μικρά Ασία. Προσφυγικά ατελεύτητα». Πρόκειται για ένα ιστορικό πόνημα που αρθρώνεται σπονδυλωτά με μια σειρά μικρασιατικών κειμένων του συγγραφέα, στα οποία καταγράφεται σύνολη η πορεία, η πνευματική και πολιτισμική κυριαρχία του μικρασιατικού Ελληνισμού, όπως αυτή εκφράσθηκε, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη, στους αιώνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά και μετά την Αλωση (1453) και μέχρι το διάστημα πριν τη Μικρασιατική καταστροφή (1922), όταν, παρά τους κατά καιρούς διωγμούς ο Ελληνισμός, το Γένος μας εξακολουθούσε να ζει, να δημιουργεί και να διαφυλάττει την πολιτιστική και πνευματική παρακαταθήκη της Ρωμιοσύνης με πόλο αναφοράς και στήριγμα το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο, σε ρόλο εθναρχούσας Εκκλησίας. 
Το βιβλίο το οποίο αποτελείται από επτά κεφάλαια και 240 σελίδες συνολικά πραγματεύεται καίρια εκκλησιαστικά, πολιτικά, ιδεολογικά και κοινωνικά δρώμενα που σημάδεψαν στο διάβα της ιστορίας την πορεία του μικρασιατικού Ελληνισμού, με επίκεντρο την εποχή που διαμόρφωσε τις ιδεολογικοπολιτικές συνθήκες που οδήγησαν στη Μικρασιατική καταστροφή όσο και τη μετά ταύτα περίοδο για το δράμα που βίωσαν οι πρόσφυγες και τα προβλήματα προσαρμογής που αντιμετώπισαν αναφορικώς με την ενσωμάτωσή τους στον εθνικό κρατικό κορμό.  
Ξεκινώντας με μια αναδρομή στην ιστορία του αρχαιοελληνικού κόσμου, της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τη ρωμαϊκή εποχή και εστιάζοντας στην περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας των δέκα αιώνων, ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι ο Ελληνισμός στη ευρύτερη αυτή περιοχή αποτελεί την κυρίαρχη πολιτισμική και πνευματική ταυτότητα στην οποία εντάσσονται οι αλλόγλωσσοι, κυρίως σλαβόφωνοι και βλαχόφωνοι, προκειμένου να δρέψουν τα πολλά και ακριβά αγαθά που τους προσπόριζε ο ελληνικός πολιτισμός. Περαιτέρω ο σεβασμιώτατος Αρκαλοχωρίου επεξεργάζεται τα αίτια της πτώσεως της Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως (1453) και αναλύει τη νέα, μετά την πτώση, ιστορική πραγματικότητα κατά την διάρκεια της οποίας ο ελληνορθόδοξος κόσμος βρέθηκε κάτω από την κυριαρχία των Οθωμανών. Επισημαίνοντας εν προκειμένω τον τιτάνιο αγώνα που αναλαμβάνει το Οικουμενικό Πατριαρχείο για να διασώσει το ορθόδοξο φρόνημα και την ορθόδοξη συνείδηση τόσο των Ελληνορθοδόξων, όσο και των ορθοδόξων άλλων εθνοτήτων, όπως των Σέρβων και Βουλγάρων, οι οποίοι συσπειρωμένοι πλέον στο Φανάρι αγωνίζονται για να διασώσουν την πίστη τους και μαζί μ΄ αυτή τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις τους, τα συστατικά δηλαδή στοιχεία που τους διαφοροποιούν από τους μουσουλμάνους. 
Φθάνοντας στα νεώτερα χρόνια και στην περίοδο του 19ου αιώνος κατά την οποία υπό την επίδραση του ευρωπαϊκού αναπτύχθηκε ο νεοελληνικός διαφωτισμός, οι εκπρόσωποι του οποίου έθεσαν ως πρόταγμα τη δημιουργία του εθνικού κράτους της Ελλάδος, ο συγγραφέας, κάνοντας λόγο για προσκόλληση του νεοελληνικού διαφωτισμού στην κλασσική Ελλάδα και αποστροφή του προς την Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως, αναζητά στην αποστροφή αυτή τα ιδεολογικά δεδομένα της συρρικνώσεως του Ελληνισμού, κυρίως δε την απώλεια της Μικράς Ασίας, ενώ ιδεολογικά σπέρματα της Μικρασιατικής καταστροφής ανιχνεύει στην ανακήρυξη της ελλαδικής επικρατείας σε αυτοκέφαλη Εκκλησία το 1833, με πρωτεργάτη τον Θεόκλητο Φαρμακίδη. Σε ιδιαίτερο υποκεφάλαιο αναλύεται η ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στο Βενιζέλο και τον Βασιλιά Κωνσταντίνο για το θέμα της Μικράς Ασίας. Με τον πρώτο να θεωρείται από τον συγγραφέα ως ο εκφραστής του εθνικού μεγαλοϊδεατισμού που επιδιώκει τη δημιουργία ενός διευρυμένου εθνικού κράτους που θα συμπεριλάβει εντός του το ζωτικότερο τμήμα της Μικράς Ασίας και του εκεί Ελληνισμού και τον δεύτερο να εκλαμβάνεται ως εκφραστής ενός εσωστρεφούς πατριωτισμού της παλαιάς Ελλάδος με τους αντιβενιζελικούς υποστηρικτές του στην κρίσιμη στιγμή της μικρασιατικής εκστρατείας να προβάλλουν το σύνθημα του «Οίκαδε» και της μικράς και εντίμου Ελλάδος. Το 1920 ο Βενιζέλος χάνει τις εκλογές και το 1922 η Μεγάλη Ιδέα συντρίβεται στο Σαγγάριο. Ορισμένοι έχουν την εκτίμηση ότι αν έμενε ο Βενιζέλος, τα πράγματα θα ήταν όχι μόνο καλύτερα, αλλά θα διασωζόταν η Μεγάλη Ελλάδα. Αποψη η οποία - όπως ομολογεί ο ίδιος - έχει επηρεάσει και τον συγγραφέα.    
Στο βιβλίο αφιερώνεται ξεχωριστό κεφάλαιο για τον Ποντιακό Ελληνισμό, και το πλούσιο πολιτιστικό παρελθόν του, όπως αυτό αποτυπώθηκε μέσα από τη ποντιακή διάλεκτο, τα λαμπρά εκκλησιαστικά του καθιδρύματα, όπως η Παναγιά του Σουμελά, ο άγιος Γεώργιος του Περιστερεώτα, το περίλαμπρο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας που σταμάτησε τη λειτουργία του με τη Μικρασιατική καταστροφή, η οποία σηματοδότησε την τελευταία πράξη της τραγωδίας με την οποία ολοκληρώθηκε η γενοκτονία (1914 – 1922) των Ελλήνων του Πόντου. Ο Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου εκτιμώντας ότι η ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού δεν διδάσκεται επαρκώς στο σημερινό σχολείο εισηγείται την αλλαγή του πλαισίου της διδακτέας ύλης στο ιστορικό μάθημα, θεωρώντας ότι ένα ιστορικό παρελθόν με πολιτιστικό μέγεθος όπως αυτό του Ποντιακού Ελληνισμού, θα πρέπει να  αναδειχθεί και καταστεί διδακτέα ύλη στα σχολεία, έτσι ώστε τα πρόσωπα, η γλώσσα, τα μνημεία, τα εκκλησιαστικά καθιδρύματα ν΄ αποτελέσουν εθνικά σύμβολα και σημεία εθνικής αναφοράς για την ιστορία του χθες και του απωτέρου παρελθόντος του εθνοκρατικού συνόλου που θα εδράζεται σε μια τόσο εύσχημη ιστορία, όπως αυτή του Ποντιακού Ελληνισμού.
Στη διάρκεια όλης αυτής της ιστορικής πορείας του εξωελλαδικού Ελληνισμού, εν μέσω πολλών και κάποτε ανυπερβλήτων δυσκολιών και ιστορικών αντιξοοτήτων  (σφαγών, διωγμών, καταπιέσεων, εξισλαμισμών») υπάρχει στο Γένος μια συνέχεια πολιτιστική και πνευματική που κράτησε το φως της καντήλας ακοίμητο. Σε δύσκολες ιστορικές στιγμές μπορεί να τρεμόσβηνε, αλλά δεν έσβησε κι αυτό είναι που έχει σημασία, θα υπογραμμίσει ο Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου, επισημαίνοντας, ωστόσο, τη σκληρή, οδυνηρή αλήθεια: ότι η Μικρασιατική καταστροφή υπήρξε πληγή  αθεράπευτη, γιατί για πρώτη φορά στην τρισχιλιετή του ιστορία – από την εποχή που στην γη αυτή γεννήθηκαν και καλλιέργησαν θαλερό πολιτισμό μεγάλες πνευματικές μορφές του αρχαίου Ελληνισμού, όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος, ο Ηράκλειος ο Εφέσιος, ο Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς, κ.α. μέχρι την τραγωδία της Μικρασιατικής καταστροφής – ο Ελληνισμός απώλεσε την αυτοκρατορική του οικουμένη, με ότι αυτό συνεπάγεται για την ταυτότητά του. «Αυτό δεν σημαίνει», θα παρατηρήσει ο συγγραφέας «ότι το αποτέλεσμα που διαμορφώθηκε με την Επανάσταση του 1821, την αρχή των εθνοτήτων και την εθνική ιδεολογία, το σημερινό κράτος, δεν υπήρξε μεγάλο επίτευγμα. Αντιθέτως», θα υπογραμμίσει, «το μετά τη Μικρασιαστική καταστροφή ελληνικό κράτος των Βαλκανικών πολέμων και του Μακεδονικού αγώνα είναι ένα μεγάλο δημιούργημα. Η γενιά της Επαναστάσεως του 1821 αλλά και η γενιά των Βαλκανικών πολέμων του 1912 – 13 επιτέλεσαν το χρέος τους. Απελευθέρωσαν με το αίμα τους και κατοχύρωσαν με τις διεθνείς συνθήκες τη σημερινή ελληνική επικράτεια από την οποία λείπει η Μικρά Ασία που υπήρξε το θύμα όχι μόνο των εσωτερικών μας περιπετειών και συγκρούσεων, αλλά και των αγώνων για τη συγκρότηση και οριοθέτηση των εθνικών κρατών». Θα καταθέσει, όμως, και τον κρίσιμο ιστορικό προβληματισμό: «Το γεγονός της συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους είναι ισοδύναμο με την απώλεια μιας οικουμενικής και αυτοκρατορικής πορείας του Ελληνισμού;», εκφράζοντας, παράλληλα, την - εν είδει προσδοκίας - αισιοδοξία ότι «αν οι οραματισμοί για την Ευρωπαϊκή Ενωση γίνουν πραγματικότητα τότε μπορούμε να ελπίζουμε στο ξαναλειτούργημα των Εκκλησιών της Μικράς Ασίας, στην επανένωση των δύο πλευρών του Αιγαίου…».      
Σε ιδιαίτερο, επίσης, κεφάλαιο του βιβλίου καταγράφονται ζητήματα αναφορικά με τα προβλήματα κοινωνικής εντάξεως που αντιμετώπισαν εγκαθιστάμενοι στην Ελλάδα οι προσφυγικοί πληθυσμοί των Ρωμιών των οποίων τη μεγάλη αγάπη στη γενέτειρα γη και τη βαθιά προσήλωση στη θρησκευτική πίστη επισημαίνει ο συγγραφέας, μέσα από προσωπικά του βιώματα με πρόσφυγες, ελληνόφωνους, τουρκόφωνους, σλαβόφωνους και αρβανιτόφωνους της πρώτης γενιάς. Εχοντας βιώσει ο Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου την καθημερινή ζωή του προσφυγικού συνοικισμού Ατσαλένιου – Νέων Κλαζομενών στο Ηράκλειο, στον οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε θα τονίσει ότι ο όρος «πατρίδα» μπορεί να σημαίνει για τους πρόσφυγες και την εθνική επικράτεια, πρωτίστως, όμως, ή και παράλληλα, η πατρίδα σηματοδοτεί τον τόπο της γεννήσεώς τους και τον πλησιόχωρο προς αυτόν τόπο, ενώ για το θρησκεύειν τους θα υπογραμμίσει ότι «η σχέση τους με την Εκκλησία ήταν όπως η αναπνοή μας ή η ανάγκη να πιούμε νερό. Ηταν πολιτισμός, παράδοση. Ηταν λιβάνι, θυμίαμα, νηστεία, προσευχή, λειτουργία, εσπερινός και χαιρετισμοί της Παναγιάς…».
Διαβάζοντας το συγκεκριμένο κεφάλαιο θυμήθηκα, συνειρμικά, σκηνές από τη βιωματική ταινία «Πολίτικη Κουζίνα», του Τάσου Μπουλμέτη, Εκεί όπου, όταν το ζευγάρι των προσφύγων που εβίωσαν τον διωγμό που υπέστησαν οι Έλληνες της Πόλης το 1964 και ζεί πλέον με το γιο τους στα Πατήσια της Αθήνας, έχοντας καλέσει στο σπίτι του για ευχέλαιο τον - ανυποψίαστο για τη προέλευσή τους - ιερέα της ενορίας, τον ακούν έκπληκτοι να τους λέει ότι «γέμισαν Τούρκους τα Πατήσια…». Τότε, με έκδηλη τη πίκρα στα πρόσωπα για τη προσβολή της ταυτότητάς τους, ως Ρωμιών, θα του απαντήσουν χωρίς περιστροφές (τους ρόλους ενσαρκώνουν λίαν παραστατικά οι εξαίρετοι ηθοποιοί Ιεροκλής Μιχαηλίδης και Ρένια Λουϊζίδου) πως «δεν είμαστε Τούρκοι. Ελληνες είμαστε, Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Ρωμιοί από την Πόλη!», απάντηση μέσα από την οποία αναδεικνύεται το μεγάλο παράπονο των ανθρώπων εκείνων που οι Τούρκοι τους έδιωξαν ως Ελληνες και μερίδα Ελλήνων τους υποδέχθηκε ως Τούρκους... 
Και έμεινα με την αίσθηση ότι όπως ο Κωνσταντινουπολίτης Τάσος Μπουλμέτης έστησε τη θαυμάσια ταινία του για ν’  αναδείξει μια πονεμένη, πραγματική ιστορία της Ρωμιοσύνης των προσφάτων χρόνων, έτσι κι ο Αλατσατιανός (Αλάτσατα: πόλη κειμένη στη χερσόνησο της Ερυθραίας απέναντι από τη Χίο, σε απόσταση 10 περίπου χλμ. από τον Τσεσμέ / Κρήνη) στη καταγωγή, εκ μητρός, Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου και πανεπιστημιακός καθηγητής κ. Ανδρέας Νανάκης, μ΄ αφορμή τα ενενηντάχρονα (1922– 2012) της Μικρασιατικής καταστροφής, έγραψε το πόνημά του αυτό, για την ιστορία και τους καημούς της προσφυγιάς, αποσκοπώντας στη διατήρηση της μνήμης του πονεμένου Ελληνισμού. Για να  συνεχίσει να παραμένει – εκεί στην Πόλη – ακοίμητο της καντήλας το φώς. Του οικουμενικού Ελληνισμού η καρδιά. Της Ρωμιοσύνης η ψυχή.  

------------------------------------
*Ο Χάρης Ανδρεόπουλος  είναι θεολόγος καθηγητής Β/θμιας, αρθρογράφος της εφημερίδος «Ελευθερία» Λαρίσης και συνεργάτης της Πύλης Εκκλησιαστικών Ειδήσεων «Αmen.gr».

 



Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Ημερίδα του Παγκρήτιου Συνδέσμου Θεολόγων

Στην Ιερά Μητρόπολη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου θα πραγματοποιηθεί η καθιερωμένη πασχαλινή ημερίδα του Παγκρήτιου Συνδέσμου Θεολόγων, το Σάββατο 10 Απριλίου 2010.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Ανδρέου Αρχιεπισκόπου Κρήτης, στο Αρκαλοχώρι, σύμφωνα με το παρακάτω πρόγραμμα:

08.00-10.00:    Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Ανδρέου Αρχιεπισκόπου Κρήτης, ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου κ. Ανδρέου.
10.00-10.30:    Καφές.
10.45-11.30:    Ομιλία με θέμα: «Θεολογία και Ψυχολογία: Συγκλίσεις και αποκλίσεις». Εισηγητής: π. Αδαμάντιος Αυγουστίδης, εκλεγμένος Αναπληρωτής Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
11.30-12.30:    Συζήτηση.
13.00-14.00:    Γεύμα στην Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνας Βόνης.

Η ημερίδα πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου κ. Ανδρέου.
Παρακαλούνται οι θεολόγοι της Κρήτης για συμμετοχή στην εκδήλωση.




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ