Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποια Ευρώπη;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποια Ευρώπη;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Αυγούστου 2025

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2022

Ερτογανοποίηση



Όταν απομακρύνονται φοιτητές από τα πανεπιστήμια της Ευρώπης χωρίς να υπάρχει αποχρών λόγος πάρα μόνον εξαιτίας της (ρωσικής) καταγωγής τους τότε τα ανθρώπινα δικαιώματα πάνε περίπατο! Μιλάμε για απροκάλυπτο μακαρθισμό και στυγνή ερτογανοποίηση.


Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2020

Giorgio Agamben, Όταν το σπίτι καίγεται

πηγή: ipressa.gr


Giorgio Agamben

Όταν το σπίτι καίγεται

Πρώτη δημοσίευση: Quodlibet, 5 Οκτωβρίου, 2020 


Η παρούσα μετάφραση βασίστηκε στην αγγλική μετάφραση του κειμένου από τον Richard Braude https://illwilleditions.com/when-the-house-is-on-fire/ με παράλληλη χρήση του ιταλικού πρωτοτύπου.


Μετάφραση:

Παναγιώτης Τριτσιμπίδας, Δανάη Θεοδωράκη



«Ό,τι και να κάνω δεν έχει κανένα νόημα αν το σπίτι καίγεται». Ωστόσο, ακόμα και όσο καίγεται το σπίτι είναι απαραίτητο να συνεχίσουμε όπως πριν, να τα κάνουμε όλα με την ίδια φροντίδα και ακρίβεια, αν όχι μεγαλύτερη, ακόμα και αν κανείς δεν το προσέχει. Μπορεί η ζωή να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης, μπορεί καλώς ή κακώς να χαθεί κάθε ανάμνηση από όσα έχουν συμβεί. Αλλά εσύ συνεχίζεις όπως πριν, είναι πλέον πολύ αργά για να αλλάξεις, δεν υπάρχει πλέον χρόνος.

«Ό,τι συμβαίνει γύρω σου, δεν πρέπει πλέον να σε απασχολεί». Όπως η γεωγραφία μιας χώρας που πρέπει να αφήσεις για πάντα πίσω σου. Όμως με ποιο τρόπο σε επηρεάζει ακόμα; Ακριβώς από τη στιγμή που πλέον δεν σε απασχολεί, τώρα που όλα μοιάζουν να έχουν τελειώσει, όλα τα πράγματα και οι τόποι εμφανίζονται με το πιο αληθινό τους περίβλημα, σε αγγίζουν ακόμα πιο βαθιά —έτσι όπως είναι: μεγαλείο και ένδεια.

Φιλοσοφία, νεκρή γλώσσα. «Η γλώσσα των ποιητών είναι πάντα μια νεκρή γλώσσα… παράξενο να το λες: Μια νεκρή γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να κάνουμε τη σκέψη πιο ζωντανή». Ίσως όχι μια νεκρή γλώσσα, αλλά μια διάλεκτος. Το ότι η φιλοσοφία και η ποίηση μιλάνε μια γλώσσα που είναι κάτι λιγότερο από γλώσσα είναι ένδειξη της τάξης τους, της ιδιαίτερης ζωτικότητάς τους. Ζυγίζουν, κρίνουν τον κόσμο με μέτρο μια διάλεκτο, μια νεκρή γλώσσα η οποία όμως ρέει και δεν μπορείς να της αλλάξεις ούτε κόμμα. Συνέχισε να μιλάς αυτή τη διάλεκτο, ακόμα και τώρα που το σπίτι καίγεται.

Ποιο σπίτι καίγεται; Η χώρα που ζεις, η Ευρώπη, ο κόσμος ολόκληρος; Μπορεί τα σπίτια και οι πόλεις ήδη να κάηκαν από μια τεράστια πυρκαγιά —ποιος ξέρει πόσο καιρός έχει περάσει— την οποία κάναμε πως δεν είδαμε. Δεν έμειναν παρά κάποιοι τοίχοι, μια τοιχογραφία, ένα τμήμα οροφής, και ονόματα, πολλά ονόματα, που τα δάγκωσαν οι φλόγες. Ωστόσο, εμείς τα καλύπτουμε όλα αυτά πολύ προσεκτικά με λευκό σοβά και απατηλές λέξεις, για να φαίνονται άθικτα. Μένουμε σε σπίτια, σε πόλεις που κάηκαν ολοσχερώς προσποιούμενοι πως στέκονται ακόμα όρθια. Οι άνθρωποι ζουν και περπατάνε δίπλα στα συντρίμμια με τις μάσκες τους σαν να βρίσκονται στις γειτονιές που γνώριζαν παλιά.

Τώρα η φλόγα έχει αλλάξει μορφή και φύση, έχει γίνει ψηφιακή, αόρατη και ψυχρή —και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι πλέον ακόμα πιο κοντά μας και μας περικυκλώνει κάθε στιγμή.

Το ότι ένας πολιτισμός —μια βαρβαρότητα— μπορεί να βυθιστεί και να μη ξαναβγεί ποτέ στην επιφάνεια, δεν είναι κάτι καινούριο. Οι ιστορικοί είναι συνηθισμένοι να καταγράφουν και να χρονολογούν τομές και ναυάγια. Αλλά τι μαρτυρία να καταθέσουμε για έναν κόσμο που οδεύει προς την καταστροφή με τα μάτια δεμένα και το πρόσωπο καλυμμένο, μια πολιτεία που καταρρέει χωρίς ίχνος διαύγειας ή περηφάνιας, βυθισμένη στην αθλιότητα και τον φόβο; Η τύφλωση γίνεται ακόμα πιο απελπιστική από τη στιγμή που οι ναυαγοί προσποιούνται ότι κυβερνούν το ίδιο τους το ναυάγιο, ορκίζονται πως ακόμα μπορούν όλα να τεθούν υπό έλεγχο μέσω της τεχνικής, πως δεν χρειάζεται ούτε ένας νέος θεός ούτε ένας νέος ουρανός, παρά μόνο απαγορεύσεις, ειδικοί και γιατροί. Πανικός και απατεωνιά.

Τι θα ήταν ένας Θεός στον οποίο δεν θα απευθύναμε ούτε προσευχές ούτε θυσίες; Και τι θα ήταν ένας νόμος που δεν θα γνώριζε ούτε προσταγή ούτε εφαρμογή; Και τι θα ήταν μια λέξη που ούτε θα σήμαινε ούτε θα πρόσταζε κάτι, αλλά θα μπορούσε να σταθεί αληθινά στην αρχή —ακόμα και πριν από αυτή;

Ένας πολιτισμός που αισθάνεται ότι βρίσκεται στο τέλος του, ότι δεν έχει άλλη ζωή, προσπαθεί να κυβερνήσει την κατάρρευσή του με τον μόνο τρόπο που μπορεί, με μια διαρκή κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Από αυτή την οπτική πρέπει να ιδωθεί η ολική κινητοποίηση στην οποία ο Γιούνγκερ [Ernst Jünger] εντόπισε το ουσιώδες χαρακτηριστικό της εποχής μας. Οι άνθρωποι πρέπει να είναι κινητοποιημένοι, να αισθάνονται κάθε στιγμή πως βρίσκονται σε μια επείγουσα κατάσταση, την οποία ρυθμίζουν μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια εκείνοι που έχουν την εξουσία να την αποφασίζουν. Αλλά ενώ στο παρελθόν η κινητοποίηση είχε ως στόχο να φέρει κοντά στους ανθρώπους, σήμερα στοχεύει να τους απομονώσει, να απομακρύνει τον έναν από τον άλλο.

Εδώ και πόσο καιρό καίγεται το σπίτι; Πόσο καιρός πέρασε από τότε που κάηκε; Το σίγουρο είναι ότι έναν αιώνα πριν, μεταξύ του 1914 και του 1918, στην Ευρώπη συνέβη κάτι που έριξε στις φλόγες και την τρέλα καθετί που έμοιαζε να στέκει ακόμα όρθιο και ζωντανό. Τριάντα χρόνια αργότερα, η φωτιά κάλυψε τα πάντα και έκτοτε σιγοκαίει χωρίς σταματημό, μόλις που φαίνεται κάτω από τις στάχτες. Ίσως όμως η πυρκαγιά να ξεκίνησε πολύ νωρίτερα, όταν η τυφλή ενόρμηση της ανθρωπότητας για σωτηρία και πρόοδο συναντήθηκε με τη δύναμη της φωτιάς και των μηχανών. Όλα αυτά είναι γνωστά και δεν χρειάζεται να τα επαναλαμβάνουμε. Το μόνο ερώτημα είναι πώς μπορέσαμε να συνεχίσουμε να ζούμε και να σκεφτόμαστε, όσο οι φλόγες κάλυπταν τα πάντα γύρω μας, τι ήταν αυτό που παρέμεινε ανέπαφο στο κέντρο της φωτιάς ή στις άκρες της. Πώς καταφέραμε να συνεχίσουμε να αναπνέουμε μέσα στις φλόγες, τι ήταν αυτό που χάσαμε και από ποια ερείπια —ή ποιες απάτες— κρατηθήκαμε; Τώρα που δεν υπάρχουν πια φλόγες αλλά μόνο νούμερα, στοιχεία και ψέματα, είμαστε σίγουρα πιο αδύναμοι και μόνοι, αλλά χωρίς τη δυνατότητα κάποιου συμβιβασμού, είμαστε τουλάχιστον πιο διαυγείς από ποτέ.

Το κεντρικό αρχιτεκτονικό πρόβλημα γίνεται ορατό μόνο όταν το σπίτι παίρνει φωτιά, και γι’ αυτό μπορείς τώρα να δεις τι διακυβεύεται στην ιστορία της Δύσης, τι προσπάθησε με κάθε κόστος να αδράξει και γιατί δεν μπορούσε παρά να αποτύχει.

Είναι σαν να θέλησε η εξουσία να συλλάβει με κάθε κόστος τη γυμνή ζωή που παράγει, αλλά όσο και να προσπάθησε να την ιδιοποιηθεί και να την ελέγξει επιστρατεύοντας κάθε λογής μηχανισμούς —πλέον όχι μόνο εκείνους της αστυνόμευσης, αλλά και της ιατρικής και της τεχνολογίας— η ζωή πάντα της διέφευγε, διότι είναι εξ ορισμού ασύλληπτη. Η διακυβέρνηση της γυμνής ζωής είναι η τρέλα του καιρού μας. Όταν οι άνθρωποι ανάγονται στην καθαρά βιολογική τους ύπαρξη, δεν έχουν πλέον κάτι το ανθρώπινο, και έτσι η διακυβέρνηση των ανθρώπων συμπίπτει με τη διαχείριση των πραγμάτων.

Το άλλο σπίτι, αυτό που δεν θα μπορέσω ποτέ να κατοικήσω παρότι είναι το πραγματικό μου σπίτι· η άλλη ζωή, αυτή που ποτέ δεν έζησα ενώ πίστευα ότι τη ζούσα· η άλλη γλώσσα, αυτή που συλλάβισα χωρίς ποτέ να μπορέσω να μιλήσω —όλα αυτά είναι τόσο δικά μου που δεν μπόρεσα ποτέ να τα έχω.

Όταν σκέψη και γλώσσα χωρίζονται, πιστεύουμε πως μπορούμε να μιλάμε έχοντας ξεχάσει ότι μιλάμε. Η ποίηση και η φιλοσοφία, όταν μιλούν, δεν ξεχνούν ότι μιλούν, θυμούνται τη γλώσσα. Αν θυμόμαστε τη γλώσσα, αν δεν ξεχνάμε πως μπορούμε να μιλήσουμε, τότε γινόμαστε πιο ελεύθεροι, δεν μας δεσμεύουν πράγματα και κανόνες. Η γλώσσα δεν είναι ένα εργαλείο, είναι το πρόσωπό μας, η ανοικτότητα [l’aperto] μέσα στην οποία είμαστε.

Το πρόσωπο είναι ό,τι πιο ανθρώπινο. Οι άνθρωποι έχουν πρόσωπα και όχι απλά μουσούδες, επειδή κατοικούν στην ανοικτότητα, επειδή μέσα από το πρόσωπό τους εκτίθενται και επικοινωνούν. Γι’ αυτό το πρόσωπο είναι ο τόπος της πολιτικής. Η απολιτική εποχή μας δεν θέλει να δει το πρόσωπό της, το κρατάει σε απόσταση, του φοράει μάσκα και το καλύπτει. Δεν πρέπει να υπάρχουν πλέον πρόσωπα, μόνο νούμερα και στοιχεία. Ακόμα και ο τύραννος είναι απρόσωπος.

Να νιώθεις ότι ζεις: Να συγκινείσαι από την ίδια σου την αισθητικότητα [sensibilità], να έχεις παραδοθεί απαλά στην ίδια σου την κίνηση χωρίς να είσαι σε θέση ούτε να την αναλάβεις ούτε να την αποφύγεις. Το να νιώθω ζωντανός καθιστά δυνατή τη ζωή για εμένα, ακόμα και αν με κλειδώσουν σε ένα κελί. Και τίποτα δεν είναι τόσο πραγματικό όσο αυτή η δυνατότητα.

Στα χρόνια που έρχονται θα υπάρχουν μόνο μοναχοί και παραβάτες. Κι όμως είναι αδύνατο απλά να φύγουμε, να πιστέψουμε ότι μπορούμε να προσπεράσουμε τα ερείπια του κόσμου που έχει καταρρεύσει γύρω μας. Διότι η κατάρρευση αφορά και καλεί εμάς, ένα από αυτά τα ερείπια είμαστε εμείς. Και πρέπει να μάθουμε πώς μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε με τον πιο σωστό τρόπο, προσεκτικά, χωρίς να γίνουμε αντιληπτοί.

Να γερνάς: «Να μην μεγαλώνουν πια τα κλαδιά, αλλά μόνο οι ρίζες». Να βυθίζεσαι στις ρίζες, χωρίς πια να βγάζεις λουλούδια ή φύλλα. Ή μάλλον, σαν μια μεθυσμένη πεταλούδα που πετάει πάνω από όσα έχει ζήσει. Υπάρχουν ακόμα κλαδιά και λουλούδια στο παρελθόν. Και μπορείς ακόμα να βγάλεις μέλι.

Το πρόσωπο είναι με τον Θεό, αλλά τα οστά δεν έχουν Θεό. Έξω, όλα μας σπρώχνουν προς τον Θεό. Μέσα, ο επίμονος, σαρκαστικός αθεϊσμός του σκελετού.

Η ψυχή και το σώμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, σε αυτό έγκειται η πνευματικότητα. Το πνεύμα δεν είναι το τρίτο μέρος μεταξύ ψυχής και σώματος. Είναι η ανήμπορη και υπέροχη σύμπτωσή τους. Η βιολογική ζωή είναι μια αφαίρεση και αυτήν την αφαίρεση ισχυρίζεται η εξουσία ότι κυβερνά και θεραπεύει.

Για εμένα μόνο, δεν μπορεί να υπάρξει σωτηρία· η σωτηρία υπάρχει, επειδή υπάρχουν οι άλλοι. Και αυτό δεν συμβαίνει για λόγους ηθικούς, επειδή οφείλω να δράσω για το καλό τους. Υπάρχει σωτηρία μόνο επειδή δεν είμαι μόνος: Μπορώ να σώσω τον εαυτό μου μόνο ως ένας μεταξύ πολλών, ως άλλος μεταξύ άλλων. Μόνος —και αυτή είναι η ιδιαίτερη αλήθεια της μοναξιάς— δεν χρειάζομαι σωτηρία. Πράγματι, είναι αδύνατη η σωτηρία μου. Η σωτηρία είναι η διάσταση που ανοίγεται, επειδή δεν είμαι μόνος, επειδή υπάρχει πολλαπλότητα και πλήθος. Ο θεός, ο ενσαρκωμένος, έπαψε να είναι μοναδικός και έγινε ένας άνθρωπος μεταξύ πολλών. Εξαιτίας αυτού, ο χριστιανισμός έπρεπε να προσδεθεί στην ιστορία και να ακολουθήσει τη μοίρα του μέχρι το τέλος. Και όταν η ιστορία, όπως φαίνεται να συμβαίνει σήμερα, σβήνει και παρακμάζει, τότε και ο χριστιανισμός πλησιάζει στη δύση του. Η αθεράπευτη αντίφασή του είναι ότι αναζήτησε μέσα στην ιστορία και μέσω της ιστορίας, μια σωτηρία πέρα από την ιστορία, και όταν η ιστορία αυτή φτάνει στο τέλος της, το έδαφος χάνεται κάτω από τα πόδια του. Η Εκκλησία ήταν στην πραγματικότητα στραμμένη όχι προς τη σωτηρία, αλλά στην ιστορία της σωτηρίας και αφού αποζητούσε τη σωτηρία [salvezza] μέσω της ιστορίας, δεν μπορούσε παρά να καταλήξει στην υγεία [salute]. Και όταν ήρθε η στιγμή, η Εκκλησία δεν δίστασε να θυσιάσει τη σωτηρία για την υγεία.

Η σωτηρία πρέπει να αποσχιστεί από το ιστορικό της πλαίσιο και πρέπει να βρεθεί μια μη ιστορική πολλαπλότητα, μια πολλαπλότητα ως έξοδο από την ιστορία.

Να φύγεις από ένα μέρος ή μια κατάσταση δίχως να μπεις σε άλλα εδάφη, να αφήσεις πίσω μια ταυτότητα και ένα όνομα χωρίς να υιοθετήσεις άλλα.

Στο παρόν μόνο οπισθοχωρούμε, ενώ το παρελθόν μας επιτρέπει να προχωρήσουμε προς τα μπροστά. Αυτό που αποκαλούμε παρελθόν, δεν είναι παρά η μακρόσυρτη οπισθοχώρηση μας προς το παρόν. Η απόσπαση από το παρελθόν μας, είναι το πρώτο εργαλείο στο οποίο καταφεύγει η εξουσία.

Αυτό που μας ελευθερώνει από το βάρος είναι η αναπνοή. Αναπνέοντας δεν έχουμε πια βάρος, σαν να πετάμε υπερβαίνοντας τη δύναμη της βαρύτητας.

Θα πρέπει να μάθουμε να κρίνουμε από την αρχή, αλλά με μια κρίση που ούτε τιμωρεί ούτε ανταμείβει ούτε συγχωρεί ούτε καταδικάζει. Μια πράξη χωρίς σκοπό που αφαιρεί την ύπαρξη από κάθε σκοπό, αναγκαία άδικο και ψευδή. Μόνο μια διακοπή, μια στιγμή που αιωρείται μεταξύ χρόνου και αιωνιότητας, όπου αστράφτει η εικόνα μιας ζωής δίχως σκοπό ή σχέδιο, δίχως όνομα ή μνήμη —και για τον λόγο αυτό σώζει, όχι σε μια αιωνιότητα, αλλά σε ένα «είδος αιωνιότητας». Μια κρίση χωρίς προκαθορισμένα κριτήρια, ωστόσο, μια πολιτική κρίση, ακριβώς επειδή επαναφέρει τη ζωή στη φυσικότητά της.

Το να αισθάνεσαι και να συναισθάνεσαι, η αίσθηση και η αυτοσυγκίνηση [autoaffezione] συμβαίνουν ταυτόχρονα. Σε κάθε αίσθηση συγκινείσαι από το ίδιο σου το συναίσθημα, στην αίσθηση του καθενός υπάρχει η αίσθηση του άλλου, μια φιλία και ένα πρόσωπο.

Η πραγματικότητα είναι το πέπλο μέσα από το οποίο αντιλαμβανόμαστε τι είναι δυνατό, τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να κάνουμε.

Δεν είναι εύκολο να πούμε ποιες από τις παιδικές μας επιθυμίες έχουν εκπληρωθεί. Και πάνω από όλα, αν η γειτνίαση του κομματιού εκείνο που έχει εκπληρωθεί με εκείνο που είναι αδύνατο να εκπληρωθεί, αρκεί για να μας κάνει να συνεχίσουμε να ζούμε. Ο φόβος του θανάτου εμφανίζεται όταν το ανεκπλήρωτο κομμάτι των επιθυμιών αυξάνεται πέρα από κάθε μέτρο.

«Τα βουβάλια και τα άλογα έχουν τέσσερις οπλές· αυτό το ονομάζω Παράδεισο. Να βάλεις καπίστρια στα άλογα και να τρυπήσεις τα ρουθούνια των βουβαλιών· αυτό το ονομάζω άνθρωπο. Γι’ αυτό τον λόγο λέω: Φρόντισε το ανθρώπινο να μην καταστρέψει τον Παράδεισο μέσα σου, φρόντισε η πρόθεση να μην καταστρέψει το ουράνιο».

Στο σπίτι που καίγεται, η γλώσσα παραμένει. Όχι η γλώσσα, αλλά οι αμνημόνευτες, αδύναμες και προϊστορικές δυνάμεις που τη φυλάνε και τη θυμούνται: η φιλοσοφία και η ποίηση. Τι φυλάνε και τι θυμούνται από τη γλώσσα; Όχι εκείνη ή την άλλη νοηματική πρόταση, ούτε εκείνο ή το άλλο άρθρο καλής ή κακής πίστης, αλλά το ίδιο το γεγονός ότι υπάρχει γλώσσα, ότι χωρίς ένα όνομα είμαστε ανοιχτοί μέσα στο όνομα και ότι σε αυτή την ανοιχτότητα, σε μια χειρονομία, σε ένα πρόσωπο, είμαστε άγνωστοι και εκτεθειμένοι.

Η ποίηση, η λέξη, είναι το μόνο πράγμα που μας έχει απομείνει από εκείνη την εποχή που δεν ξέραμε ακόμα πώς να μιλάμε, ένα σκοτεινό τραγούδι μέσα στη γλώσσα, μια διάλεκτος ή ένα ιδίωμα που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως, αλλά που δεν μπορούμε παρά να ακούσουμε· ακόμα και αν το σπίτι καίγεται, ακόμα και αν στη φλεγόμενή τους γλώσσα οι άνθρωποι συνεχίζουν να λένε ανοησίες.

Υπάρχει όμως μια γλώσσα της φιλοσοφίας όπως υπάρχει μια γλώσσα της ποίησης; Όπως η ποίηση, η φιλοσοφία κατοικεί πλήρως στη γλώσσα και μόνο στον τρόπο κατοίκησής της διαχωρίζει τον εαυτό της από την ποίηση. Πρόκειται για δύο εντάσεις στο πεδίο της γλώσσας που διασταυρώνονται σε ένα σημείο για να χωριστούν και πάλι απτόητες. Και όποιος λέει μια λέξη σωστή, απλή και ρέουσα, κατοικεί σε αυτή την ένταση.

Όποιος αντιληφθεί ότι το σπίτι καίγεται μπορεί να θελήσει να αντιμετωπίσει με περιφρόνηση και χλεύη τους συνανθρώπους του που δείχνουν να μην το έχουν καταλάβει. Και όμως, αυτοί οι άνθρωποι, που δεν βλέπουν και δεν σκέφτονται, δεν είναι άραγε τα Λεμούρια, στα οποία θα πρέπει να λογοδοτήσεις τη μέρα της κρίσης; Το γεγονός ότι συνειδητοποιούμε ότι το σπίτι καίγεται, δεν μας ανεβάζει πιο ψηλά από τους άλλους. Αντίθετα, με αυτούς θα πρέπει να ανταλλάξεις τις τελευταίες ματιές όταν οι φλόγες θα πλησιάζουν. Τι μπορείς να πεις για να δικαιολογήσεις την επίγνωση που αξιώνεις σε αυτούς τους ανθρώπους που έχουν τόσο άγνοια που μοιάζουν σχεδόν αθώοι;

Στο σπίτι που φλέγεται συνεχίζεις να κάνεις ό,τι έκανες πριν, αλλά δεν μπορείς να αποστρέψεις το βλέμμα σου από αυτό που τόσο απροκάλυπτα σου δείχνουν οι φλόγες. Κάτι έχει αλλάξει όχι σε αυτό που κάνεις, αλλά στον τρόπο που το αποδεσμεύεις στον κόσμο. Ένα ποίημα γραμμένο στο σπίτι που καίγεται είναι πιο δίκαιο και αληθινό, επειδή κανείς δεν θα το ακούσει, επειδή τίποτα δεν εγγυάται ότι θα γλιτώσει από τις φλόγες. Όμως, αν, κατά τύχη, βρει έναν αναγνώστη, αυτός δεν θα μπορέσει να ξεφύγει από την ανήμπορη, ανεξήγητη, βαθιά βοή που τον καλεί.

Η αλήθεια μπορεί μόνο να ειπωθεί από εκείνους που δεν έχουν καμιά ελπίδα να ακουστούν, μόνο από εκείνους που μιλούν μέσα από το σπίτι που το κατασπαράσσουν αδιάκοπα οι φλόγες.

Σήμερα ο άνθρωπος εξαφανίζεται, όπως ένα πρόσωπο στην άμμο από το κύμα. Αλλά αυτό που παίρνει τη θέση του, δεν συγκροτεί πια ένα κόσμο. Είναι μονάχα μια γυμνή και βουβή ζωή, χωρίς ιστορία, στο έλεος των υπολογισμών της εξουσίας και της επιστήμης. Ωστόσο, μπορεί από τα συντρίμμια αυτά μια μέρα να γίνει η αρχή για να εμφανιστεί, είτε αργά είτε ακαριαία, κάτι άλλο —όχι φυσικά ένας θεός, αλλά και ούτε ένας άλλος άνθρωπος— ίσως ένα νέο ζώο, μια ψυχή που ζει διαφορετικά…

5 Οκτωβρίου, 2020

Τζόρτζιο Αγκάμπεν



Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Περί επικαιρότητας


Η θλιβερή επικαιρότητα των ημερών (διεθνής και εσωτερική) μου υπενθυμίζει τη φράση "απαγορεύεται το απαγορεύεται" του παρισινού Μάη αλλά και το γνωστό απόφθεγμα του... Τσώρτσιλ.


Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019

Π. Ήφαιστος, Brexit και οι βαθύτατες στρατηγικές προεκτάσεις

Π. Ήφαιστος, Brexit και οι βαθύτατες στρατηγικές προεκτάσεις

Η συνηγορία των ΗΠΑ με το Brexit δεν κρύβεται. Γιατί όμως; Οι στρατηγικές λογικές μιας μεγάλης δύναμης όπως οι ΗΠΑ γίνονται έκδηλες και ολοφάνερες μόνο όταν ωριμάσουν οπότε η διακήρυξή τους εντάσσεται σε μια λογική επιτάχυνσης των εξελίξεων. Αυτή η παρατήρηση ενέχει μεγάλη σημασία ιδιαίτερα όταν ένα διεθνές ζήτημα είναι τόσο λεπτό και σε πλήρη εξέλιξη όπως η έξοδος της Μεγάλης Βρετανίας (ΜΒ) από την ΕΕ. Οι ΗΠΑ συχνά και επανειλημμένα ενθάρρυναν έντονα τις Βρετανικές επιλογές Brexit ενώ η στήριξη του σημερινού Αμερικανού προέδρου για τον Τζόνσον ισοδυναμούσε με είδος έμμεσης πλην ολοφάνερης παρέμβασης στα εσωτερικά της ΜΒ. Το ίδιο ισχύει με τις δηλώσεις του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του Αμερικανού προέδρου όταν πρόσφατα δήλωσε ότι ως είδος ανταμοιβής για το Brexit «οι ΗΠΑ θα κάνουν επί μέρους εμπορικές συμφωνίες με το ΗΒ μόλις έχουμε Brexit».



Σάββατο 24 Αυγούστου 2019

Ανθολόγιον 242: Φώτης Κόντογλου

(...)Γι’ αὐτὸ λέγω, πὼς ἡ Εὐρώπη εἶναι ἡ δοκιμαστικὴ πέτρα γιὰ κάθε ἕναν ἀπό μας, ποὺ θὰ πάει σὲ κάποια χώρα της: ἢ θὰ γίνει πίθηκος ξενόδουλος, θαυμάζοντας σὰν οὐρανοκατέβατα ὅλα ὅσα βλέπει κι ἀκούει σὲ κείνη τὴ χώρα, καὶ θ’ ἀρνηθεῖ τὸ γάλα τῆς μάνας του, ἢ θὰ καταλάβει πόσο ψεύτικα εἶναι τὰ φανταχτερὰ στολίδια της, καὶ πόση βαρβαρότητα ὑπάρχει κάτω ἀπὸ τὴν πολιτισμένη ἐπιφάνειά της, καὶ θὰ ἀγαπήσει μὲ πάθος τὸν τόπο του(...)


Φώτης Κόντογλου, Ευλογημένο καταφύγιο, εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 2004. σελ. 226-227.


Πέμπτη 14 Μαρτίου 2019

Θ.Ι.Ζιάκας: Περί Ευρώπης, πολιτισμού και Χριστιανοσύνης

πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ
Το δοκίμιο του μεταμαρξιστή Πολωνού φιλοσόφου Λέζεκ Κολακόφσκι, προσπαθεί να τονώσει την κλονισμένη πολιτισμική αυτοεκτίμηση του «ευρωπαίου», την πιστοποιούμενη από τη διάδοση του σχετικισμού και της απαξίωσης του ευρωκεντρισμού στην Ευρώπη. Δέχεται, ότι ο πολιτισμικός σχετικισμός είναι μια εύλογη στάση, απέναντι στην ποικιλία των πολιτισμών του κόσμου, αλλά, όπως ορθολογικότατα υποστηρίζει, ο ακραίος σχετικισμός είναι εσφαλμένος, όπως κι ο ακραίος σκεπτικισμός. Συνοψίζοντας την επιχειρηματολογία του, εισηγείται έναν ασυνεπή σχετικισμό και έναν καλώς νοούμενο ευρωκεντρισμό.
Διαβάζοντάς το, έπειτα από τόσα χρόνια, δεν μπορώ να μη διαπιστώσω, ότι οι προειδοποιήσεις του για τις συνέπειες της κυριαρχίας του σχετικισμού, δικαιώνονται πλήρως. Τις βλέπουμε, άλλωστε, στην προϊούσα «πολυπολιτισμική» εξάρθρωση των ευρωπαϊκών εθνών. Μιλά όμως για την «Ευρώπη», τον πολιτισμό «της», την «παγκοσμιότητά» του και τη «χριστιανοσύνη» της,  σαν το νόημα των γενικοτήτων αυτών να είναι αυτονόητο. Σαν να ανήκει στα «συμφωνημένα υπονοούμενα» όλων των ευρωπαϊκών λαών.
Στο κείμενο που ακολουθεί σκοπεύω να μιλήσω, για το τι είναι αλήθεια και τι φενακισμός στις γενικότητες αυτές.
Ποια «Ευρώπη»;
Για τους Γερμανούς ηγέτες, από τον Βίσμαρκ, ως τον Χίτλερ και από τον Αντενάουερ ως τη Μέρκελ και τον Σόϊμπλε, μία και μόνο έννοια «Ευρώπης» είναι νοητή: η Γερμανική Ευρώπη.
Διάβαζα πρόσφατα, ότι «Ο Bismarck έδειχνε να χάνει την υπομονή του, όταν γινόταν χρήση των λέξεων “Χριστιανοσύνη” ή “Ευρώπη” στη διπλωματική γλώσσα (συνήθως από τους Ρώσους και τον Υπουργό των Εξωτερικών τους Gorchakov). Στα Γερμανικά έγγραφα προ του 1914 υπάρχει μια Σημείωση που έκανε ο Bismarck σε υπόμνημα που είχε συντάξει ο Gorchakov: “Η συζήτηση περί Ευρώπης είναι άνευ αντικειμένου: πρόκειται για γεωγραφική έννοια. Ποια είναι η Ευρώπη;” (η φράση αυτή γραμμένη στα γερμανικά, στα γαλλικά και στη συνέχεια στα αγγλικά) … Και όταν κάποτε ο ίδιος ο Gorchakov υποστήριξε την άποψη, ότι το Ανατολικό Ζήτημα δεν ήταν ούτε Γερμανικό, ούτε Ρωσικό, αλλά Ευρωπαϊκό ζήτημα, ο Bismarck έδωσε την ισοπεδωτική απάντηση: “Ανέκαθεν συναντούσα τη λέξη Ευρώπη στα χείλη των πολιτικών εκείνων, που ήθελαν κάτι από άλλες Δυνάμεις, το οποίο όμως δεν τολμούσαν να ζητήσουν εξ ονόματός τους…”» [1]
Οι διευρωπαϊκοί πόλεμοι, με επιστέγασμα τους δύο Παγκοσμίους πολέμους, απέδειξαν ότι η μόνη πραγματική Οντότητα στην ευρωπαϊκή Ήπειρο ήταν το Έθνος, – το Γερμανικό, το Γαλλικό, το Αγγλικό, το Ρωσικό, για να σταθούμε στα πρωταγωνιστικά ευρωπαϊκά έθνη. Δεν ήταν η «Ευρώπη». Τι άλλαξε άραγε μεταπολεμικά και η Ευρώπη έπαψε ξαφνικά να είναι κάτι παραπάνω, από μια πολιτισμική κενολογία; Ο Κολακόφσκι δεν μας το λέει. Θα πρέπει μήπως να υποθέσουμε, ότι κι αυτός, δεν ήταν παρά ένας Πολωνός Gorchakov, «που ήθελε κάτι», αλλά «δεν τολμούσε να το ζητήσει» εξ’ ονόματος της χώρας του; Να υποθέσουμε, ότι αγόρασε κι αυτός, όπως οι δικοί μας, στην ονομαστική αξία του, το αμερικανικής εμπνεύσεως, πιέσεως και αιγίδας, μεταπολεμικό «ευρωπαϊκό όραμα»;
Σήμερα, πάντως, μπορούμε να δούμε καθαρά, τι ήταν σκοπός και τι φενακισμός στο «ευρωπαϊκό όραμα». Σκοπός ήταν η νίκη της Αμερικανικής αυτοκρατορίας στον Ψυχρό Πόλεμο και η αναβάθμισή της σε Κοσμοκρατορία. Φενακισμός –δόλωμα ίσως- ήταν για τους δυτικοευρωπαίους «συμμάχους», μια Ευρώπη «από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια». Ενώ για τους ανατολικοευρωπαίους, η είσοδός τους στον δυτικό καταναλωτικό «παράδεισο», στη συνέχεια.
Η υπερατλαντική Αυτοκρατορία νίκησε την «Αυτοκρατορία του κακού», αλλά για να κερδίσει, επαξίως, τον τίτλο της «Αυτοκρατορίας του χάους». Που βομβαρδίζει και καταστρέφει, το ένα μετά το άλλο τα αδύνατα κράτη που δεν είναι της αρεσκείας της, επικαλούμενη γελοία «ανθρωπιστικά» (R2P) προσχήματα. Και γενικά απειλεί τους πάντες, ακόμα και με «προληπτικό» πυρηνικό πλήγμα. Παράλληλα, η «Ευρώπη των 6» εκτοξεύτηκε σε «Ευρώπη των 28». Αλλά, φεύ, αφού έχει γίνει μια διευρυμένη μετενσάρκωση της καρολίγγειας μεσαιωνικής Ευρώπης. Δηλαδή μια Γερμανική «Ευρώπη», με τις Βρυξέλλες σε θέση «κοσμικού Βατικανού». Που φυσικά κανείς άλλος, πλην των Γερμανών, είχε θελήσει. Ήδη η Βρετανία αποχώρησε, οι χώρες Βίζεγκραντ προβληματίζονται, ενώ ο Νότος με απόγνωση φυλακισμένου μάταια ονειρεύεται την απόδραση.
Η ειρωνεία του πράγματος είναι, ότι ο υπερατλαντικός Ηγεμών, επεκτείνοντας το ΝΑΤΟ μέχρι τα ρωσικά σύνορα, την προορίζει, τούτη την «Ευρώπη», για ιερό σφάγιο στον βωμό του νέου Ψυχρού Πολέμου, που ξεκίνησε με «έγχρωμες επαναστάσεις» και «κυρώσεις», εναντίον της μετασοβιετικής Ρωσίας. Της Ρωσίας, που ο Πρόεδρος Ομπάμα, το «χαρισματικό» αυτό ίνδαλμα παντός «ευρωπαίου», επικύρωσε την αξιολόγησή της ως «κράτος-βενζινάδικο»!
Υπενθυμίζω, τέλος, τον διάσημο «τριλεκτικό» κυνικό ορισμό του ΝΑΤΟ: «Οι Αμερικανοί μέσα (στην Ευρώπη), οι Γερμανοί κάτω, οι Ρώσοι έξω».
Περί Πολιτισμού και Βαρβαρότητας
Έχει ειπωθεί, ότι «το πουλί της σοφίας πετάει το σούρουπο». Ή ότι «η εμπειρία είναι το πανεπιστήμιο των ηλιθίων», επειδή η εκ των υστέρων γνώση είναι άχρηστη. «Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα».
Θυμοσοφίες σαν κι αυτές αφορούν, κυρίως, στη σχέση του ατομικού νου με τον συλλογικό νου. Ο πρώτος, χάρη στη φυσική μνήμη του, «επί ίχνεσιν αλώπεκος βαίνει». Διδάσκεται από την πείρα του σχετικά εύκολα. Ο συλλογικός όμως νους διδάσκεται πάρα πολύ δύσκολα. «Κούφος ένεστι νόος». (Κατά τον Σόλωνα.) Κι αυτό επειδή η δική του μνήμη είναι μεταφυσική. Εξαρτώμενη, από το πόσο καλά έχει εμφυτευτεί στη φυσική μνήμη των ατόμων. Μέσω του Μύθου, όταν ήταν παιδιά. Και μέσω της φιλοσοφικής εκλογίκευσης του Μύθου, στη φάση της ενηλικίωσής τους και μετά. Η «μεταφυσική» αυτή μνήμη, παρέχει στα άτομα την αναγκαία για τον συλλογικό τους βίο, εκ των προτέρων γνώση. Την κοινωνιο-οντολογική γνώση.
Προτού, λοιπόν, αναφερθώ στον «ευρωπαϊκό» πολιτισμό, στην «παγκοσμιότητά» του και στη «χριστιανοσύνη» του, ας μου επιτραπεί να ανασυνθέσω εδώ, ορισμένα στοιχεία αυτής της «εκ των προτέρων γνώσης», αντλημένα από τις αρχαίες πηγές της.
(α) Πολιτισμός υπάρχει, όπου υφίσταται «Σύστημα Πατρίδος»: Πόλις-Κοινό (Οίκος/Κοινότητα/Άστυ) στην Αρχαιότητα, Έθνοκράτος στη Νεωτερικότητα. Υπάρχει δηλαδή, όπου υφίσταται θεσμισμένος κοινωνικός χώρος, συντεταγμένη Πολιτεία και η βία μονοπωλείται εννόμως από την πολιτειακή Αρχή.
«Σύστημα Πατρίδος» είναι το «χάος» της βαρβαρότητας που έγινε «κόσμος», χάρη στην τιθάσευσή του από τη θεσμική «τάξη». Ένεκα τούτου, η βαρβαρότητα ενδημεί έξω από τα τείχη της Πόλεως, στον εισέτι αθέσμιστο χώρο των δια-κρατικών σχέσεων. Εκεί «πάντων βασιλεύς και δικαστής» είναι ο Πόλεμος. Ο πόλεμος βασίζεται στον δόλο, «στην πανουργία και την εξαπάτηση».
Μιλώντας, επομένως, για «ευρωπαϊκό» πολιτισμό, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τη διάκριση θεσμισμένου-εθνοκρατικού και αθέσμιστου-διακρατικού κοινωνικού χώρου, ή δεν ξέρουμε τι λέμε, ή είμαστε δηλητηριασμένοι από την τοξική γοητεία των «αεί ατόπων», -τυφλοί στις όπισθεν τούτων κατακτητικές και λεηλατικές βλέψεις.
(β) Σε αντίθεση με την Οικογένεια και την Κοινότητα, που είναι αναγκαίες για το Ζην, η Πόλις είναι αναγκαία για την επίτευξη του Ευ Ζην. Πολιτισμός και επιδίωξη του Ευ Ζην, είναι ένα και το αυτό. Το Ευ Ζην ταυτίζεται με το Κοινό Καλό, όπως η Πόλις το εννοηματώνει. Υπό την έννοια αυτή, σε κάθε Πόλι αντιστοιχεί το δικό της Κοινό Καλό και άρα ο δικός της «Πολιτισμός».
Η ετερότητα των πολιτισμών είναι έτσι απερίσταλτη. 
Το φάσμα τους συναγωνίζεται σε πολυχρωμία εκείνο του φωτός. Κατά σύμπτωση μάλιστα διακρίνουμε και σ’ αυτό τρεις ζώνες, οι οποίες διαμορφώνονται από τις τρεις επιλογές αυτοπροσδιορισμού του πολιτισμικού υποκειμένου, που είναι: Το «Εμείς χωρίς Εγώ» - Το «Εγώ χωρίς Εμείς» - Και το «Εμείς και Εγώ μαζί», ασυγχύτως και αδιαιρέτως. 
Ήτοι: «Κολεκτιβιστική» επιλογή – «Ατομοκεντρική» επιλογή –  «Προσωποκεντρική» επιλογή. (Προσωποκεντρική, επειδή θέτει όψη προς όψηαδιαμεσολάβητα, τα Εγώ μεταξύ τους και με το Εμείς.)
Αντιστοίχως: κυρίαρχος ανθρωπολογικός τύπος είναι στις τρεις ζώνες του πολιτισμικού φάσματος, ο Δούλος, ο Μισθωτός και ο Φίλος. Ο πρώτος είναι «δούλος», επειδή κάνει το καλό από φόβο μην τιμωρηθεί. Ο δεύτερος, είναι «μισθωτός», επειδή κάνει το καλό επ’ αμοιβή. «Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν». Ο τρίτος  είναι «φίλος», επειδή κάνει το καλό από αγάπη για το καλό. Του «καλού» νοουμένου εδώ, ως Κοινού Καλού, που δεν είναι το «άθροισμα των ατομικών καλών», αλλά κάτι το ριζικά διαφορετικό: η αναπαραγωγή και ανάπτυξη του κοινού πολιτισμού στη βάση της δεδομένης θεμελίωσής του. Είναι το «καλό της Πόλεως», το «καλό του Έθνους».
Εννοείται, τέλος, ότι κάθε άνθρωπος έχει «μέσα του» και τους τρεις «ελκυστές», της ούτω νοουμένης ευποιίας. Και επιλέγει σε ποιον και πώς θα ανταποκριθεί.
(γ) Η τρισσή ως άνω διάταξη δεν είναι τυχαία. Κι αυτό, γιατί όλοι οι πολιτισμοί θεμελιώνονται στη δεσμευτική θέσμιση των κοινωνικών σχέσεων. Η δεσμευτικότητα είναι αναγκαστική, διότι οι κοινωνικές σχέσεις διέπονται -σε όλο τους το φάσμα- από δύο αρχές, τη Φιλότητα και το Νείκος,  ώστε η «φιλότητα» των μεν, να βασίζεται στην επιδίωξη του νείκους, επί της «φιλότητας» των δε.
Στη βάση αυτή, οι τρεις προειρημένες επιλογές, η «δουλική», η «μισθωτική» και η «φιλική», αντιστοιχούν επακριβώς στους τρεις δυνατούς τρόπους δεσμευτικής «γεφύρωσης» της ασυμμετρίας μεταξύ του ατομικού καλού και του κοινού καλού και άρα μεταξύ του Εγώ και του Εμείς. Είναι δηλαδή, κυριολεκτικά κοινωνιο-οντολογικές επιλογές. Θεμελιώνουν πολιτισμό. Τον θεμελιώνουν όμως, όχι «μονολεκτικά», ούτε «διαλεκτικά», αλλά «τριλεκτικά». Ήτοι, συντιθέμενες ανά δύο ανισοβαρώς, στη βάση του αποκλεισμού της τρίτης από το θεσμικό τους γινόμενο.[2]
Ειδικότερα: Στην Κολεκτιβιστική θέσμιση ο αποκλειόμενος τρίτος είναι ο Μισθωτός (το «Άτομο»). Στην Ατομοκεντρική είναι ο Φίλος (η αμεσοσχεσιακή ισοτιμία). Και στην Προσωποκεντρική είναι ο Δούλος (η δουλεία τίθεται εκτός πολιτειότητας). Συγχρόνως, οι αντιστοίχως «δεύτεροι», υπόκεινται σε κυριαρχία και συνεπώς, σε λεηλασία-αλλοτρίωση των κοινωνικών σημασιών τους.[3]
Κατά συνάφεια: Στην πρώτη «σύνθεση» δεν νομιμοποιείται ύπαρξη ατομικής ελευθερίας. Στη δεύτερη νομιμοποιείται μόνο ιδιωτική ατομική ελευθερία. Ενώ στην τρίτη η κοινωνική θέσμιση είναι ανοιχτή, όχι μόνο στην ιδιωτική, αλλά και στην κοινωνική και την πολιτική ατομική ελευθερία. Όπου σκοπός της δεύτερης είναι κοινωνική δικαιοσύνη και της τρίτης το ισοτίμως/αδιαμεσολαβήτως «μετέχειν κρίσεως και αρχής».
Αν επομένως λάβουμε, ως αξιολογικό κριτήριο, τους βαθμούς της παρεχόμενης ατομικής ελευθερίας (0, 1, 3), αντιλαμβανόμαστε ότι μπορούν να θεωρηθούν, ως τρεις δυνητικές βαθμίδες στο εν γένει πολιτισμικό γίγνεσθαι. Κάτι, που στην περίπτωση του Ελληνισμού, επιβεβαιώνεται και ιστορικά. Και μας παρέχει μια, αλλιώς απρόσιτη, πρόσβαση στη βυζαντινή θεώρηση της Κλίμακας Δούλος – Μισθωτός – Φίλος, ως τριτάξιας οιονεί σχολής «σωζομένων».[4]
Αντικρίζοντας τις τρεις πολιτισμικές ζώνες με κριτήριο την ελευθερία, είναι φανερό, ότι ξεμπερδεύουμε προκαταβολικά, αφ’ ενός, με τον συμμετρικό ρατσισμό της πόλωσης Κολεκτιβισμού – Ατομοκεντρισμού, και αφ’ ετέρου, με τον πολιτισμικό σχετικισμό και «πολυπολιτισμό». Διαθέτουμε δηλαδή, «εκ των προτέρων», την αναγνώριση των κλασικών αυτών ιδεολογικών εργαλείων εξάρθρωσης της συνοχής των υποκειμένων του πολιτισμού.
(δ) Η δυνατότητα μετάπτωσης από τη μία πολιτισμική ζώνη στην άλλη, είναι σύμφυτη με την εγγενή αστάθεια της τριλεκτικής θεμελίωσης του πολιτισμού. Που σαν τα σάπια «πόδια» του κολασμένου, στον Κήπο των απολαύσεων του Ιερώνυμου Μπος, πατάνε σε δύο βάρκες. Εννοώ τις δύο δομικές αντιθέσεις: την προς τρίτον και κύρια και τη μεταξύ των δύο και δευτερεύουσα. Έτσι, που όταν εξαλειφθεί ο τρίτος, η «συμμαχία» των δύο χάνει τον «αναγκαίο εχθρό» και η μεταξύ τους αντιπαλότητα αποσυμπιέζεται, εξαρθρώνοντας την οντολογική υποδομή του πολιτισμού τους. Αυτό σημαίνει, ότι ενεργοποιείται η τέταρτη δυνατή επιλογή, η «Μηδενιστική», σύμφωνα με την οποία «ούτε το Εμείς ούτε το Εγώ» είναι πολιτισμικά υποκείμενα. (Διότι η «ιστορία δεν έχει νόημα», είναι «διαδικασία χωρίς υποκείμενο».)
Ο ρόλος της μηδενιστικής επιλογής είναι αποφασιστικός στις οντολογικές κρίσεις, γιατί αν η επιλογή αυτή καταστεί κυρίαρχη, η κατάρρευση επιταχύνεται. Τότε η αποκλεισμένη τρίτη επιλογή, από απλώς δυνητική-απειλητική, μεταπίπτει στην ενεργό κατάσταση, ως υποψήφιος κοινωνιο-οντολογικός «εταίρος» στη διάδοχη «σύνθεση». Αν βέβαια, στο μεταξύ, δεν έχει εξανδραποδιστεί ή εξοντωθεί ο πληθυσμός του συλλογικού υποκειμένου του εξαρθρωμένου πολιτισμού. Και τούτο διότι η πτώση στο πολιτισμικό «μηδέν», στον αθέσμιστο χώρο, συναντά τη βαρβαρότητα εκ των έσω, συνήθως με τη μορφή του Εμφυλίου πολέμου. Εξ ου κι ο υπόγειος σύνδεσμος ενδογενούς και εξωγενούς βαρβαρότητας, που επιτρέπει την αποσταθεροποίηση και την καταστροφή ενός έθνους-στόχου. Τα «Τρία Κακά», η τρομοκρατία, ο εξτρεμισμός και ο αποσχισμός, που χρησιμοποιούνται σήμερα κατά κόρον, για την κατάργηση της εθνικής κυριαρχίας, εδράζονται στην εργαλειοποίηση του μηδενισμού.
Εν κατακλείδι, ο κοινωνιο-οντολογικός μηδενισμός είναι η «χωματερή» των πολιτισμών. Συγχρόνως όμως είναι και η δυνητική διέξοδος-δίοδος προς άλλη ζώνη (ή βαθμίδα) του πολιτισμικού φάσματος.
Ποιος «ευρωπαϊκός» πολιτισμός;
Την ταυτότητα, λοιπόν, του σύγχρονου πολιτισμού, τη διαχρονική δηλαδή αυτοομοιότητα και συγχρονική ετερότητά του, δεν θα μας την πει η γεω-γραφία του («ευρωπαϊκότητα», «δυτικότητα», «παγκοσμιότητα»), ούτε η χρονο-γραφία του («αρχαιότητα», «μεσαίωνας», «νεωτερικότητα»). Την ταυτότητά του θα μας την πει η κοινωνική οντολογία του. Ως τέτοια, δύναται να συνοψιστεί στα ακόλουθα πέντε σημεία:
(α) Η κοινωνιο-οντολογική δομή, του εν λόγω πολιτισμού, είναι ατομοκεντρικήEξατομίκευση των υποτασσόμενων κολεκτιβιστικών κοινωνιών και αποκλεισμός της αμεσοσχεσιακής ισοτιμίας από την κοινωνική θέσμιση, μέσω της απρόσωπης τεχνοσυστημικής διαμεσολάβησης των σχέσεων. Ήτοι Contra Errores Graecorum, κατά την πρώιμη φραγκο-λατινική διατύπωσή της.
(β) Πολιτισμικό υποκείμενο είναι εδώ το Εθνοκράτος. Προέκυψε από το αδιέξοδο «σημείο Μηδέν» της μεταρωμαϊκής κολεκτιβιστικής Εσπερίας, τον  Τριακονταετή Πόλεμο (1618-1648). Η Συνθήκη της Βεστφαλίας (1848), όρισε τα κράτη των εμπολέμων, ως αυτοκυρίαρχες οντότητεςυποστάσεις του «βεστφαλιανού» συστήματος διεθνούς τάξης. Ελλείψει όμως υπερκρατικής Αρχής, η δεσμευτικότητα της βεστφαλιανής διακρατικής θέσμισης εναποτέθηκε στην αμοιβαία εξισορρόπηση ισχύος. Την υπέγραψαν «κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία». Κανείς δεν την είχε θελήσει. Το βεστφαλιανό ΈθνοςΆτομο αντέκειτο στην αποκλειστικότητα του αυτοκρατορικού «Εμείς χωρίς Εγώ», του λατινικού-καθολικού κολεκτιβισμού. Ενώ η υποταγή του Έθνους-Ατόμου σε μια υπερεθνική θέσμιση, αντέκειτο στην αποκλειστικότητα του «χωρίς Εμείς Εγώ», του γερμανικού-προτεσταντικού ατομοκεντρισμού. (Μόνο ο προσωποκεντρικός πολιτισμός είναι συμβατός με την οργανική συνύπαρξη του εθνικού Εγώ και του υπερεθνικού Εμείς.)
(γ) Ο μεταβεσφαλιανός ατομοκεντρικός πολιτισμός αποκτά ολοκληρωμένη μορφή τον 18οαιώνα και αναπτύσσεται έκτοτε κατά κύματα, με διακριτότερα τον Διαφωτισμό, τον Ρομαντισμό και τον Μοντερνισμό. Μέσω δε της Αποικιοκρατίας και του Ιμπεριαλισμού (του εδραζόμενου στη συμμαχία πλεονάζοντος εθνικού κεφαλαίου και αργούντος εθνικού όχλου), εντάσσει το σύνολο του πλανήτη στη ζώνη της κυριαρχίας του. Το παγκόσμιο πολιτισμικό φάσμα συνίσταται πλέον από δύο ενεργές πολιτισμικές ζώνες. Στην πρώτη δεσπόζει ο ιδιωτικός (ατομοκεντρικός) καπιταλισμός και στη δεύτερη ο κρατικός (κολεκτιβιστικός) καπιταλισμός. Με την υποκείμενη εννοείται πολυσημία των εθνικών τους υποστάσεων.
(δ) Ατομικό υποκείμενο του νεωτερικού πολιτισμού ήταν το δίδυμο Αστός και Διανοούμενος, διάδοχο του κολεκτιβιστικού-μεσαιωνικού διδύμου Ιππότη και Καλόγερου. Στη φάση του Μοντερνισμού το ατομοκεντρικό ιδρυτικό δίδυμο διασπάστηκε, καθώς ο Διανοούμενος στράφηκε εναντίον του Αστού, αρνούμενος να δεχθεί την καθήλωση της ατομοκεντρικής κοινωνικής θέσμισης στην ιδιωτική και μόνο ατομική ελευθερία. Τελικά ο Αστός ηττήθηκε, αφήνοντας ως κληρονόμο του τον Τεχνικό, στη διαχείριση του εταιρικού Θηρίου, που ο ίδιος δημιούργησε. Ο Διανοούμενος έπαψε κι αυτός να υπάρχει, αφήνοντας στη θέση του δύο μορφές συστημικού αυλικού, τον πανεπιστημιακό και τον δημοσιογράφο.
(ε) Στη δεκαετία του ’60-’70, στα κέντρα του ατομοκεντρικού πολιτισμού άρχισε να αναπτύσσεται ο «Βάλτος» του μεταμοντέρνου Μηδενισμού, υποδηλώνοντας, ότι ο ατομοκεντρικός πολιτισμός έχει «τελειώσει». Η καμπύλη Bell, του αναλογούντος ιστορικού χρόνου του, άγγιξε τον οριζόντιο άξονα. Και παραμένει εκεί.
Ας σταθούμε στο τελευταίο αυτό σημείο, όπου και βρισκόμαστε.
Ως «ευρωπαϊκός», ο αστικός πολιτισμός «εξεμέτρησε το ζην» στη δίνη του μοντέρνου Μηδενισμού των παγκοσμίων πολέμων και επαναστάσεων. Που ο ίδιος προκάλεσε, μη μπορώντας να συμβιβαστεί με τη βεστφαλιανή θέσμιση του ιστορικού διακρατικού χώρου του. Την οντολογική εξάντλησή του, την πιστοποίησε η υποστροφή του στον εθνικο-σοσιαλιστικό και στον διεθνο-σοσιαλιστικό ολοκληρωτισμό (δυο μορφές κρατικού κολεκτιβισμού). Ο εν συνεχεία υποβιβασμός των ευρωπαϊκών κρατών σε θλιβερά υποζύγια της Αυτοκρατορίας των δικών τους «αποβλήτων» στον «Νέο Κόσμο», θα επαληθεύσει το τέλος του. Με θλιβερότερη όμως περίπτωση τον νικητή του Β’ Παγκοσμίου πολέμου: τη Ρωσία. Η οποία λεηλατήθηκε αδυσώπητα μετά το 1989. Και μόλις τώρα κατόρθωσε να ανακτήσει, μέρος έστω, της κυριαρχίας της. Το τέλος του νεωτερικού πολιτισμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο επικυρώνεται, τελεσίδικα πλέον, από τη δημογραφική της κατάρρευση, που άρχισε να αναπτύσσεται ακάθεκτη στην ειρηνική μεταπολεμική εποχή.
Για τις ΗΠΑ, το μοναδικό σήμερα αυτοκρατορικό έθνος, η πολιτισμική κατάρρευση επρόκειτο να έρθει ετεροχρονισμένη. Και μεταμφιεσμένη σε «υπέρτατη ακμή», λόγω της μετάβασης στη μεταμοντέρνα μαζική «δημοκρατία». Εδώ θα συντελεστεί και η πλήρης έκλειψη του Αστού, ως πολιτισμικού υποκειμένου. Από το σκληροτράχηλο «ενδο-κατευθυνόμενο» Άτομο του αμερικανικού Μοντερνισμού, που είχε ένα «γυροσκόπιο φυτεμένο στο κεφάλι του», θα περάσουμε ευφρόσυνα στον Καταναλωτή της Αφθονίας, στο κεφάλι του οποίου έχει εμφυτευτεί ένα «ραντάρ», που του λέει ποιες είναι προσδοκίες της «κοινής γνώμης», ώστε να σπεύδει να προσαρμοσθεί.
Δεδομένου όμως, ότι την «κοινή γνώμη» της μαζικής καταναλωτικής «δημοκρατίας», την κατασκευάζει το εταιρικό ολιγοπώλιο των ΜΜΕ, δηλαδή η Ολιγαρχία που το χρηματοδοτεί, το αποτέλεσμα είναι, το περιώνυμο «Άτομο» να καταντήσει έρμαιο της πιο αποτελεσματικής χειραγώγησης, που έχει γνωρίσει ο κόσμος. Να αντιλαμβάνεται, δηλαδή, σαν «επιθυμίες δικές του», τις «προτάσεις» των αυτονομημένων εταιρικών συστημάτων. Και να τις προσλαμβάνει επίσης ως «δικές του επιλογές», που «αναδεικνύουν» μάλιστα την προσωπική του «ετερότητα» και «ελευθερία».
Αντί για το Οργουελικό ευρωπαϊκό παράδειγμα ανθρωπολογικής αποσύνθεσης, το αμερικανικό μοντέλο προσέγγισε το Χαξλεϋκό παράδειγμα, το βασισμένο στην ακώλυτη ελευθερία της ιδιωτικής επιθυμίας.[5] Δηλαδή της μηδενιστικής εκείνης «ελευθερίας», την οποία ήδη από την «Ωραία Εποχή», είχαν αντιτάξει στην αστική και τη σοσιαλιστική ελευθερία, οι αποχαλινωμένες καλλιτεχνικές «πρωτοπορίες» της γηραιάς ηπείρου. Και να φτάσουμε, μέσω αυτής, στην ψηφιακή μορφή του οργουελικού προτύπου, την ασύγκριτα πιο ολοκληρωτική.
Το μέγα πρόβλημα, πίσω από το φαντασμαγορικό screensaver του μεταμοντέρνου «γενναίου νέου κόσμου», είναι ο συνδυασμός τεχνοσυστημικής ακμής και ανθρωπολογικής παρακμής. Το γιατί, το αντιλαμβάνεται κανείς, αν λάβει υπόψη τον διττό θρυμματισμό, στον οποίο υπόκειται εδώ ο ανθρώπινος βίος: Τον «εσωτερικό» θρυμματισμό, όπου η κατάρρευση του αυτορρυθμιστικού κοινωνικού «υπερεγώ» (αστικού ή σοσιαλιστικού) διαλύει τη δομή της προσωπικότητας, καθώς μεταβιβάζει τον έλεγχό της στον όχλο των επιστημονικά χειραγωγούμενων από το Τεχνοσύστημα στοιχειωδών επιθυμητικών ψυχορμήτων. Και τον «εξωτερικό» θρυμματισμό του βίου, αφ’ ενός, σε χρονοανταλλακτικά των υπερκείμενων Συστημάτων και αφ’ ετέρου, σε επαχθή άνευ εισοδήματος εργασιακά κενά. Οι δύο αυτοί κατακερματισμοί αναιρούν τη φυσιολογία του ανθρώπινου χρόνου. Ο μεν «εσωτερικός», γιατί τον συρρικνώνει σε παροντικό και μόνο (εδώ και τώρα!). Ο δε «εξωτερικός», σε απρόσωπο και άνευ παροντικού επιθυμητικού νοήματος.
Οι συνέπειες είναι μοιραίες, τόσο για το «Άτομο», όσο και για την Αυτοκρατορία «του». Παράδειγμα: το ιδανικό του ατόμου, ως μεταμοντέρνου υποκειμένου της «μαζικής δημοκρατίας», είναι οι «Διακοπές» και όχι η εργασία, όπως συνέβαινε με τον προκάτοχό του, τον Αστό. Αλλά -ώ της κακοτυχίας του!- οι «Διακοπές» είναι πλέον, για τους όλο και πιο λίγους. Ενώ ο εφιάλτης του, η ανεργία κι ο κοινωνικός αποκλεισμός, είναι για τους όλο και πιο πολλούς. Χώρια, που άρχισε να εκπληρώνεται η προφητεία του Μαρξ, για την εκποδών τεχνολογική αποπομπή της μισθωτής εργασίας (ρομποτική κλπ).
Ο συνδυασμός αυτών των δύο υπαναπτύσσει το ψυχικό σθένος του ανθρώπου. Ο άνθρωπος διατηρεί τη βιολογική ατομικότητά του, αλλά η ανθρωπολογική ατομικότητά του αδειάζει από νόημα. Η ψυχή του «μικραίνει», «μαραζώνει» και «χάνεται». Φτάνουμε έτσι, ήδη φτάσαμε, στον κούφιο άνθρωπο. Όπως ακριβώς τον προείδε, από το 1925, ο μεγάλος ποιητής του Μοντερνισμού T. S. Eliot (1888-1965), στο διάσημο ποίημά του The HollowMen. Και βέβαια, σαν Κούφιοι, Κούφοι και Κουφοί, «Καύκαλα μ’ άχυρα γεμάτα. Αλίμονο!», που είναι οι άνθρωποι της μαζικής «δημοκρατίας», «δεν εξεγείρονται!». Κωφεύουν στις «εκκλήσεις» στη Λογική τους, στην Ηθική και την Αξιοπρέπειά τους, που τους απευθύνουν από τους τάφους τους ο Μοντερνισμός, ο Ρομαντισμός και ο Διαφωτισμός. Ο ατομοκεντρικός μηδενισμός βρήκε, λοιπόν, στο «κούφισμα» του Ατόμου, την ολοκλήρωσή του. Κούφωση είναι το κενό συλλογικότητας εγκατεστημένο μέσα του.
Χαράς ευαγγέλια, λοιπόν, για την αυτοκρατορική Ολιγαρχία; Ναι, αλλά εκ πρώτης όψεως, γιατί η κούφωση του υποκειμένου δεν γνωρίζει κοινωνικά στεγανά. Δεν περιορίζεται στον μαζικό καταναλωτή. Πολιορκεί και την ηγετική ελίτ, την  αρμόδια για την αναπαραγωγή του Συστήματος. Που μόνο ελίτ ασκητών δεν είναι. Η ανθρωπολογική αποσάθρωση της ηγετικής ελίτ, είναι ήδη περίοπτη στα δύο πλοηγητικά υποσυστήματα της Αυτοκρατορίας: το Χρηματοπιστωτικό και το εξ αυτού αιματοδοτούμενο Πολιτικό. Το πρώτο έχει ήδη καταληφθεί από άπληστους τζογαδόρους και το δεύτερο από εξωνημένους εξουσιομανείς.
Ο λόγος της αποσάθρωσης είναι οντολογικός και όχι «ηθικιστικός» («διαφθορά» κλπ.). Ο ατομοκεντρικός νους βλέπει μόνο το εαυτό του και τους ανταγωνιστές του. «Υπάρχουν μόνο τα άτομα και το κενό». Βλέπει μόνο το «δικό του συμφέρον». Κι αυτό, «εδώ και τώρα», καθώς του αρέσει πολύ να επαναλαμβάνει τη βαθύτατα ατομοκεντρική εξυπνάδα του Κέϋνς, ότι «μακροπρόθεσμα θα έχουμε όλοι πεθάνει». «Εμού θανόντος γαία πυρί μιχθήτω», λοιπόν. Όμως η μέθη της δύναμης δεν αφήνει το θύμα της να αντιληφθεί, ότι ο υπαρξιακός θάνατος το περιμένει στην επόμενη γωνία. Για να το αφήσει μέσα στο σώμα του ανίατα τοξινωμένο και παντελώς «κούφιο».
Κοντολογίς: «το Σύστημα είναι τυφλό». Ο συλλογικός νους του είναι «κούφος». Η κουφότητα έκανε τους «δοκούντες άρχειν των εθνών», να πιστέψουν, πως ο εφελκυσμός στην εξατομίκευση των δημογραφικών γιγάντων του ασιατικού κολεκτιβισμού, θα εξασφαλίσει στα κέντρα της Αυτοκρατορίας την υπεραναπλήρωση του διευρυνόμενου εκεί, λόγω ανθρωπολογικής «κούφωσης», ελλείμματος ημεδαπών «εγκεφάλων». Αλλά στο μεταμοντέρνο μηδενιστικό λυκόφως του νεωτερικού πολιτισμού, οι επί εκατό χρόνια ταπεινωμένοι ανατολικοί γίγαντες, φρόντισαν ήδη να κάνουν ό,τι κι ο Αρμίνιος (17π.Χ.–21μ.Χ.), ο τετραπέρατος εκείνος Γερμανός πρόγονος της «Δύσης», ο οποίος μαθήτευσε στη λατινική τεχνογνωσία, προκειμένου να την οικειοποιηθούν οι Γερμανοί του και να υποτάξουν τη Ρώμη.
Ποια «χριστιανοσύνη»;
Ο Θεός στον οποίο οι άνθρωποι πιστεύουν, δηλαδή εμπιστεύονται την κοινωνική τους ύπαρξη (δεν υπάρχει άλλη), δεν είναι ο «ίδιος» για τον Δούλο, τον Μισθωτό και τον Φίλο.
Ο Θεός του νεωτερικού Μισθωτού είναι το Χρήμα, ο Μαμωνάς. Μπορεί το άτομο να θεωρεί τον εαυτό του «χριστιανό», αλλά «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν, Θεώ και Μαμωνά». Κατ’ αρχήν, λοιπόν, δεν έχει νόημα να μιλάμε για «χριστιανοσύνη» στην Ευρώπη, αν δεν κάνουμε την προκαταρκτική αυτή διάκριση.
Η «αληθινή θρησκεία» του νεωτερικού ανθρώπου είναι ο Καπιταλισμός. Σύμφωνα μάλιστα με τον γερμανο-εβραίο φιλόσοφο Βάλτερ Μπένγιαμιν (1892-1940), ο Καπιταλισμός είναι η πιο σκληρή θρησκευτική λατρεία, που έχει υπάρξει, γιατί «δεν γνωρίζει εξιλέωση», παρά «μόνο ενοχή και απόγνωση». Επιπλέον είναι μια θρησκεία–παράσιτο: «Ο καπιταλισμός έχει αναπτυχθεί παρασιτικά πάνω στον Χριστιανισμό της Δύσης με τέτοιον τρόπο, που τελικά η ιστορία του δυτικού χριστιανισμού είναι στην ουσία η ιστορία του παρασίτου του, του καπιταλισμού[6]
Αν δεν τον βλέπουμε ως θρησκεία, είναι επειδή φοράει το ιδεολογικό μανδύα της «εκκοσμίκευσης», που σαν το κράνος του Άδη, την καθιστά αόρατη. Η αποκάλυψη της σχέσης αυτής, μεταξύ του Καπιταλισμού ως θρησκείας-παρασίτου και του δυτικού Χριστιανισμού ως θρησκείας-ξενιστή του, αποτελεί καίρια γνωσιολογική τομή στη μοντέρνα σκέψη. Αποκαλύπτει, πώς λειτουργεί στον νεωτερικό ατομοκεντρικό πολιτισμό ο πυλώνας του Θυσιαστηρίου. [Θρόνος, ΘυσιαστήριοΣχολή, που είναι κατά την ορολογία του Σπ. Ζαμπελίου (1815-1881), οι τρεις τόποι-πυλώνες, όπου αναπαράγεται η κοινωνιο-οντολογική ταυτότητα των πολιτισμών.]
Με την είσοδο της «Νεωτερικότητας» στη φάση του ολοκληρωμένου μηδενισμού, το Παράσιτο έχει αφαιμάξει πλήρως τον ξενιστή του, με αποτέλεσμα να πεθαίνει κι αυτό το ίδιο στα ιστορικά κέντρα του, τρώγοντας τις σάρκες του σαν τον μυθικό Ερυσίχθονα. Αυτό που βλέπουμε σήμερα, είναι το φάντασμά του. Το πραγματικό Χρήμα έγινε fiat money: εικονικόχρήμα. Το «δημιουργεί» ο ιδιωτικός κεντρικός Σάϋλωκ, εκ του μηδενός, στο πληκτρολόγιό του. Εσωκλείει τη μηδενική του αξία σε ηλεκτρονικά πακέτα δισεκατομμυρίων και τρισεκατομμυρίων δολαρίων και τα δανείζει στην κυβέρνηση της Αυτοκρατορίας, προκειμένου να τα πάρει αργότερα σε πραγματικό πλούτο και μάλιστα με τόκο! Με τον ζεστό αυτόν ηλεκτρονικό αέρα, η Αυτοκρατορία θα χρηματοδοτήσει τις εκατοντάδες ανά την υφήλιο στρατιωτικές βάσεις της και τους αλλεπάλληλους πολέμους της, καθώς και τα πελώρια ελλείμματά της.
Μιλάμε για την απάτη των αιώνων. Την οποία ουδείς διανοείτο, μαστουρωμένοι καθώς ήταν όλοι από την απεριόριστη πιστωτική επέκταση, στη σκιά της οποίας ο Σάϋλωκ μεθόδευε απερίσπαστος τον σκοπό του: κρέας αντί χρέους και ειδικά από την καρδιά του θύματος. Στον τελευταίο όμως τρύγο πραγματικού πλούτου, που στο Οργουελικό new speak ονομάζεται «κρίση», το μυστικό διέρρευσε σε μεγάλη έκταση. Ήδη ανατολικοί στρατηγοί το μελετούν, ηγέτες επεξεργάζονται αντίμετρα και η διεθνής ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται επικίνδυνα. Ο Αυτοκρατορικός «Θεός», το απόλυτο Τίποτα, αποκαλύφθηκε. Και η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει.
Στο νεκρόσιτο αυτό περιβάλλον, δεν είναι παράξενο, που οι άνθρωποι στρέφονται στον Θεό και τον καλούν να «επιστρέψει». Ενώ η αξιοσέβαστη ακαδημαϊκή θεωρία της «εκκοσμίκευσης», δεν ξέρει πλέον πού να κρυφτεί.
Πριν όμως διερωτηθούμε, αν είναι η «ευρωπαϊκή χριστιανοσύνη» που «επιστρέφει», πρέπει να λάβουμε υπόψη, ότι στη μεταρωμαϊκή Ευρώπη δεν ήταν μία η «χριστιανοσύνη», αλλά τρεις και μάλιστα ασύμβατες μεταξύ τους, οπότε το πρώτο ερώτημα είναι τούτο: τι είδους κοινωνικότητα ανέπτυσσαν; Τι σήμαινε η ασυμβατότητά τους; Επειδή όμως υπάρχει και η κοινωνικότητα που ευαγγελίζεται ο Χριστός, το δεύτερο και ποιο σημαντικό ερώτημα είναι: ποια είναι η σχέση της ευαγγελικής κοινωνικότητας με τα τρία είδη της χριστεπώνυμης αυτής «ευρωπαϊκής» κοινωνικότητας; Δοθέντος, τέλος, ότι στο περιβάλλον του ολοκληρωμένου μηδενισμού δεν υπάρχει καν κοινωνικότητα, πράγμα που επεκτείνεται πλέον (σκόπιμα μάλιστα) και στον οικογενειακό χώρο, τίθεται το ερώτημα, αν μπορεί να υπάρχει «χριστιανοσύνη» σε συνθήκες κοινωνικού κενού.  Ας δούμε τα ερωτήματα αυτά.
(α) Γιατί οι νοτιο-ανατολικο-ευρωπαίοι έγιναν ελληνο-ορθόδοξοι, οι νοτιο-δυτικο-ευρωπαίοι ρωμαιο-καθολικοί και οι βορειο-δυτικο-ευρωπαίοι ξεκίνησαν ως αρειανοί, για να γίνουν έπειτα με το ζόρι καθολικοί και στη συνέχεια προτεστάντες; Το ίδιο Ευαγγέλιο δεν άκουσαν; «Ευρωπαίοι» δεν ήταν όλοι τους;
Η απάντηση, ότι έτσι το κατάλαβαν (το Ευαγγέλιο) ο Αυγουστίνος, ο Ουλφίλας και μετά ο Λούθηρος κι ο Καλβίνος, ή ο Κύριλλος κι ο Μεθόδιος νοτιο-ανατολικά, αντανακλά μάλλον την ψευδαίσθηση του Διανοούμενου, ότι «αυτός» τάχα (διά των ομοίων του) είναι που «κατασκευάζει» την ιστορία… Η χριστιανική τριπολικότητα της μεταρωμαϊκής Ευρώπης, υποδηλώνει, απλώς, την ασυμμετρία των ήδη κεκτημένων τύπων κοινωνικότητας, βάσει των οποίων οι αντίστοιχοι λαοί προσέλαβαν τον Χριστιανισμό, προκειμένου να ανακαινίσουν τα αρχαϊκά τους Θυσιαστήρια. Τυχαία η Ορθοδοξία ήταν προσωποκεντρική, ο Καθολικισμός κολεκτιβιστικός και ο Προτεσταντισμός ατομοκεντρικός;
(β) Η κοινωνικότητα του Ευαγγελίου είναι ριζικά διαφορετική. Κι αυτό γιατί είναι προσιτή μόνον ως διωκόμενη και όχι ως κυρίαρχη. «Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξωσι», λέει ο Ιησούς στους μαθητές του. «Η βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», λέει στον Πιλάτο.
Είναι έτσι, επειδή «τούτος ο κόσμος» είναι θεμελιωμένος στη βία. Βία είναι και η νόμιμη βία της δεσμευτικής κοινωνικής θέσμισης των πολιτισμών. Αναρίθμητα είναι τα θύματά της. Είναι η «κατάρα του νόμου». Που θα βαραίνει ακέραιη πάνω στην ανθρώπινη φύση, όσο οι κοινωνικές σχέσεις θα υπόκεινται στο δίπολο φιλότητας – νείκους. Αυτό δεν είναι άλλωστε το κοινωνιο-οντολογικό νόημα της Πτώσης; Όπου οι αιωνίως πρωτόπλαστοι προτιμούν να αποβάλλουν από την κοινωνία τους τον Θεό-Πατέρα τους, ως αναξιόπιστο; Το ίδιο δεν μας λέει και το ύπατο χριστιανικό δόγμα, ότι ο Θεός είναι Τριαδικός και όχι «τριλεκτικός»;
Η «Βασιλεία των Ουρανών» δύναται να υπάρξει «μέσα μας», αλλά δεν μπορεί να γενικευθεί «έξω μας», ως ιστορικός πολιτισμός. Εκεί μόνο ως σταυρική – αυτοθυσία μπορεί να υπάρξει. Ως «άλας της γης»: κοινωνικό ένζυμο αντισηπτικόαντιμηδενιστικό. Και ως πνευματική ρομφαία αμφίστομη: «φως του κόσμου», αποδομητικό παντός φαρισαϊκού-φενακιστικού σκότους.
Ανταποκρινόμενη στη διττή αυτή «προδιαγραφή», η Εκκλησία του Χριστού είναι «άλλο σύστημα πατρίδος» και ως τέτοιο, θα μισείται και θα αποπέμπεται από τον κόσμο. Παρά ταύτα θα αγαπά τον κόσμο, «όπως η ψυχή το σώμα», ενωμένη μ’ αυτό ως τη συντέλειά του, κατά την πρωτοχριστιανική «Επιστολή προς Διόγνητον». Αυτό δεν σημαίνει, πως αποκλείεται να μεταλλαχθεί η Εκκλησία, από «ψυχή» του εκάστοτε τοπικού της «κόσμου», σε σκέτο «σώμα» του, υποκύπτοντας στους τρεις πειρασμούς, που αρνήθηκε ο Ιησούς στην έρημο. Δεν σημαίνει, ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει το «πολίτευμα του Σταυρού», για να «συσχηματισθεί» και εσωτερικά με τα πολιτεύματα του κόσμου (μοναρχία, αριστοκρατία, δημοκρατία και τις παρακμιακές παρεκβάσεις τους, τυραννία, ολιγαρχία, οχλοκρατία).
Διακρίνουμε, λοιπόν, απόλυτα τις πολιτισμικές μορφές της χριστεπώνυμης κοινωνικότητας, από την Σταυρική κοινωνικότητα. Κι αυτό όχι μόνο σε σχέση με τον καθολικό Δούλο και τον προτεσταντικό Μισθωτό, αλλά και σε σχέση με τον προσωποκεντρικό Φίλο, που ως «τριλεκτικός», διαφέρει κι αυτός ριζικά από τον σταυρικό Φίλο. Ας τονιστεί όμως, ότι η απόλυτη αυτή διάκριση, κάθε άλλο παρά αμφισβητεί την αξία της κοινωνιο-οντολογικής διαβάθμισης του ιστορικού χριστιανισμού, με κριτήριο τους βαθμούς κοινωνικής θέσμισης της ατομικής ελευθερίας.
(γ) Απαντάται έτσι και το τρίτο ερώτημα: Εκτός πολιτισμικού σώματος, δηλαδή μη «ενδημοποιημένη» σε ζωντανό Δήμο, δεν νοείται χριστιανική Εκκλησία. -Ό,τι και αν λένε σήμερα οι «θεολογίες» της «συσχηματιστικής» προσαρμογής στα δεδομένα του κυρίαρχου «παγκοσμιοποιητικού» μηδενισμού.
Συμπέρασμα
Θετική διέξοδος από την κατάρρευση του ατομοκεντρικού πολιτισμού θεωρητικά υπάρχει και βρίσκεται στην προσωποκεντρική κοινωνιο-οντολογική μετάλλαξη των αντίστοιχων εθνών. Επαφίεται δε στη δυνατότητα της «ευρωπαϊκής χριστιανοσύνης» να λειτουργήσει, ως αποτελεσματικό ανάχωμα στον «παγκοσμιοποιητικό» μηδενισμό. Υπ’ αυτή την έννοια η διαίσθηση του Κολακόφσκι, ότι η «χριστιανοσύνη» μπορεί να σώσει την Ευρώπη, δεν είναι άστοχη. Θα πρέπει μόνο να προσθέσουμε, ότι διαμορφώνεται και η εναλλακτική προς αυτήν εκδοχή: η κολεκτιβιστική κοινωνιο-οντολογική μετάλλαξη της Ευρώπης, μέσω του Ισλάμ.
Σημειώσεις
[1] http://cosmoidioglossia.blogspot.gr/2017/05/blog-post_31.html
[2] Για τις τριλεκτικές δομές του πολιτισμού βλ. Ἀσγκερ Γιόρν, Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, Εισαγωγή-μτφ. Γιάννης Δ. Ιωαννίδης. (Εκδ. Αλήστου Μνήμης, 2003.)
[3] Θ. Ι. Ζιάκας, Πέρα από το ΆτομοΤο αίνιγμα της ελληνικής ταυτότητας. Γενική εισαγωγή. (Εκδ. Αρμός, 2003.)
[4] Μαξίμου Ομολογητή (580-662), Μυσταγωγία (Εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 1989.)
[5] Εννοούνται τα δύο προφητικά μυθιστορήματα του 20ου αιώνα: Τζώρτζ Όργουελ, 1984Ο Μεγάλος Αδελφός. (Κάκτος. Μτφ. Νίνα Μπάρτη 1978.) Και Άλντους Χάξλεϋ, Γενναίος καινούργιος κόσμος. (Γρηγόρης. Μτφ:  Μανώλης Χαιρετάκης 1971.)
[6] Walter Benjamin, Ο Καπιταλισμός ως Θρησκεία 1921. Ges. Schriften, VI, S. 100, Frankfurt / M., 1991.



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ