Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

Η αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου - Του Μάνου Λαμπράκη





Η αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου δεν άνοιξε απλώς μια νομική συζήτηση γύρω από τα ισόβια και τον σωφρονιστικό κώδικα. Άνοιξε ξανά το υπόγειο δωμάτιο της Μεταπολίτευσης, εκεί όπου η ελληνική κοινωνία έκρυψε επί δεκαετίες τη βαθιά αμηχανία της απέναντι στην πολιτική βία.
Η «17 Νοέμβρη» δεν υπήρξε μόνο μια τρομοκρατική οργάνωση με νεκρούς, αίμα και εκτελέσεις. Υπήρξε και το πιο σκοτεινό σύμπτωμα μιας χώρας που συχνά έδειξε να καταδικάζει τη βία θεσμικά αλλά να τη δικαιολογεί υπόγεια πολιτισμικά. Για χρόνια ολόκληρα, τμήματα της δημόσιας ζωής αντιμετώπισαν τη «17 Νοέμβρη» περίπου σαν ιστορική παραφωνία με πολιτικό υπόβαθρο και όχι σαν αυτό που πραγματικά ήταν: μια μηχανή ιδεολογικής εκτέλεσης ανθρώπων μέσα στην καρδιά της δημοκρατίας.

Αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη αλήθεια που ποτέ δεν ειπώθηκε καθαρά στη χώρα: ότι η Μεταπολίτευση δεν εξουδετέρωσε πραγματικά τη γοητεία της βίας. Απλώς τη μετέφερε από τον δρόμο στη γλώσσα. Τη διέσωσε μέσα σε πανεπιστημιακές αμφισημίες, σε δημοσιογραφικές υπεκφυγές, σε πολιτικές σιωπές, σε εκείνη τη μόνιμη ελληνική συνήθεια να αναζητούνται πάντοτε «ιστορικά συμφραζόμενα» όταν ο νεκρός ανήκει στη λάθος πλευρά του ιδεολογικού χάρτη. Κι έτσι, αντί να υπάρξει μια πραγματική συλλογική συντριβή απέναντι στο γεγονός ότι μια τρομοκρατική οργάνωση εκτελούσε ανθρώπους επί δεκαετίες σχεδόν μέσα στην κανονικότητα της δημοκρατικής ζωής, δημιουργήθηκε σταδιακά ένα πέπλο σχετικοποίησης που δηλητηρίασε βαθιά τη δημόσια συνείδηση.

Γι’ αυτό και η φράση του Κώστα Μπακογιάννη προχθές «αν τον δω στον δρόμο, τι θα κάνω;» είχε τόσο μεγάλη δύναμη. Επειδή διέλυσε για μια στιγμή τη μεταπολιτευτική θεατρικότητα της ψυχραιμίας. Εκεί δεν μιλούσε ένας πολιτικός. Μιλούσε ο γιος ενός ανθρώπου που εκτελέστηκε από τη «17 Νοέμβρη». Και κυρίως μιλούσε ένας πατέρας που κατάλαβε ξαφνικά ότι το τραύμα πέρασε ήδη στην επόμενη γενιά, μέσα από το τηλεφώνημα του δικού του παιδιού. Εκεί καταρρέει όλη η βολική αφήγηση περί «ιστορικού κλεισίματος κύκλων». Γιατί οι κύκλοι δεν κλείνουν ποτέ για εκείνους που έμειναν πίσω. Η Ιστορία μπορεί να γίνεται ντοκιμαντέρ. Για τις οικογένειες όμως παραμένει καθημερινότητα.

Από τη «17 Νοέμβρη» μέχρι τα Τέμπη, το Μάτι και κάθε βίαιο θάνατο που συγκλόνισε τη χώρα, η Ελλάδα επαναλαμβάνει την ίδια τελετουργία λήθης. Αρχικά θρήνος. Έπειτα δηλώσεις. Μετά υποσχέσεις περί Δικαιοσύνης. Και τέλος η μεγάλη επιστροφή στην κανονικότητα, σαν η κοινωνία να διαθέτει έναν αμυντικό μηχανισμό αυτοπροστασίας που απομακρύνει γρήγορα τους νεκρούς από το κέντρο της συλλογικής συνείδησης για να μη διαταραχθεί η πολιτική και οικονομική ομαλότητα. Οι συγγενείς όμως παραμένουν εκεί σαν δυσάρεστη υπενθύμιση ότι τίποτα δεν τελείωσε πραγματικά. Και γι’ αυτό προκαλούν τόση ενόχληση: επειδή επιμένουν να χαλούν τη σκηνοθεσία της κανονικότητας.

Το πολιτικό σύστημα ανέχεται εύκολα τους νεκρούς όταν μετατρέπονται σε επετείους, στεφάνια και επετειακές ομιλίες. Δεν αντέχει όμως τους ζωντανούς που συνεχίζουν να πονάνε δημόσια. Δεν αντέχει τις μάνες που δεν σιωπούν, τους πατέρες που επιστρέφουν κάθε χρόνο στα ίδια σημεία, τα παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς να συμφιλιώνονται με την απώλεια. Γιατί όλοι αυτοί θυμίζουν κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο: ότι κάτω από τη βιτρίνα της ώριμης ευρωπαϊκής δημοκρατίας, η Ελλάδα ουδέποτε επεξεργάστηκε πραγματικά ούτε τη σχέση της με τη βία ούτε τη σχέση της με τους νεκρούς της. Προτίμησε να μετατρέψει το τραύμα σε τηλεοπτικό υλικό, σε πολιτική διαχείριση και σε ιστορικό αρχείο.

Το βαθύτερο πρόβλημα της χώρας δεν βρίσκεται στο αν ένας καταδικασμένος τρομοκράτης δικαιούται νομικά να αποφυλακιστεί, αλλά στο ότι η ελληνική δημόσια ζωή έχει μάθει να φοβάται περισσότερο τη μνήμη παρά τη βία. Τη βία τη χωνεύει, τη σχολιάζει, τη σχετικοποιεί, τη μεταβολίζει πολιτικά. Τη μνήμη όμως όσων έμειναν πίσω δεν μπορεί να τη διαχειριστεί. Επειδή κάθε άνθρωπος που επιμένει να θυμάται λειτουργεί σαν κατηγορία απέναντι σε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική αφήγηση.
Σαν μια επίμονη υπενθύμιση ότι η δημοκρατία δεν τραυματίστηκε μόνο από τους δολοφόνους της, αλλά και από την αδυναμία της να κοιτάξει κατάματα τους νεκρούς που άφησαν πίσω τους.

Μάνος Λαμπράκης

[πηγή]


Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024

Ανασυγκρότηση στο Δ.Σ. της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου

 


Ανασυγκρότηση στο Δ.Σ. της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου

Η σύνθεση του 5μελούς Συμβουλίου της περιόδου 2024 - 2027


Σε ανασυγκρότηση του Διοικητικού της Συμβουλίου προχώρησε η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, μετά την υποβολή παραιτήσεως για προσωπικούς λόγους του καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Θεολογική του ΑΠΘ κ. Δημ. Νικολακάκη, από τη θέση του Προέδρου και του μέλους του Συμβουλίου ταυτόχρονα.

Κατόπιν αυτού εκλήθη ν΄ αναλάβει ως μέλος του Δ.Σ. ο πρώτος επιλαχών στις εκλογές του περασμένου Απριλίου κ. Χαρ. Ανδρεόπουλος, μετά δε από συνεδρία του οργάνου που συγκάλεσε ο κ. Αθαν. Κόντης, Αντιπρόεδρος της Εταιρείας, το Δ.Σ. (της περιόδου 2024 – 2027) συγκροτήθηκε σε σώμα, με ομόφωνη απόφαση, ως ακολούθως:

Πρόεδρος: Aθανάσιος Κόντης, Δρ. Νομικής – Δικηγόρος,

Αντιπρόεδρος: Γεώργιος Ιατρού, Δρ. Νομικής – Δικηγόρος,

Γενική Γραμματέας: Ζωή Καραμήτρου, Δρ. Νομικής - Δικηγόρος - Ειδική Επιστήμων στο "Συνήγορο τoυ Πολίτη",

Ταμίας: Δημ. Κρεμπενιός, Δρ. Νομικής - Δικηγόρος, και

Έφορος Δημοσίων Σχέσεων: Χαράλαμπος Ανδρεόπουλος, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας - Διευθυντής του Προτύπου Γενικού Λυκείου Λαρίσης.

Το Δ.Σ. συζήτησε το θέμα της διοργανώσεως επιστημονικού συνεδρίου στη Λάρισα, όπως είχε προαναγγελθεί, με τη συμβολή της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου και του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, με θέμα την «Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη». Το Συνέδριο προγραμματίζεται να διεξαχθεί περί τα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου.


* Σκοπός της Εταιρείας (http://www.etekkad.gr ), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και στις τάξεις της καταλέγονται πανεπιστημιακοί, δικαστικοί, δικηγόροι και θεολόγοι αυξημένων ακαδημαϊκών προσόντων (M.Sc., Ph.D.), είναι η προώθηση και ο συντονισμός της επιστημονικής έρευνας στο χώρο του Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Στους ειδικότερους σκοπούς της περιλαμβάνεται η εξέταση γενικών ή ειδικών θεμάτων που άπτονται του Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, ιδίως δε των σχετικών με τη θρησκευτική ελευθερία θεμάτων, των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, καθώς και της νομικής, πολιτικής και πολιτιστικής θέσεως των θρησκευτικών συσσωματώσεων εντός και εκτός Ελλάδος, μέσω της διοργανώσεως συνεδρίων, σεμιναρίων ή επιστημονικών συμποσίων. Επιστημονικό όργανο της Εταιρείας είναι η εξαμηνιαία Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (τα) "Νομοκανονικά" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε.





Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

Το Δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης



Το Δίκαιο της ταφής

και της αποτέφρωσης

Ένα νέο βιβλίο από την επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά «Παράφυλλα» των εκδόσεων Σάκκουλα


Του Χάρη Ανδρεόπουλου*


Με το εν γένει Δίκαιο που διέπει τη μετά θάνατον διάθεση του ανθρωπίνου λειψάνου, λαμβανομένων υπόψη των πολύπλοκων, αλλά και ευαίσθητων ζητημάτων που συνδέονται με τα θέματα της ταφής και αποτέφρωσης, κυκλοφορήθηκε προσφάτως από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα το υπό τον τίτλο «Το Δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης» βιβλίο, με συγγραφείς τους κ.κ. Γεώργιο Ι. Ανδρουτσόπουλο, επίκουρο καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών και Βασίλειο Κ. Μάρκο, δικηγόρο, Δρ. Νομικής.

Πρόκειται για μια μελέτη η οποία έχει συμπεριληφθεί στην επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά Παράφυλλα» (των εκδόσεων Σάκκουλα), η οποία σειρά ιδρύθηκε και διευθύνεται υπό του ομοτίμου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, του διευθύνοντος ήδη, από μακρού χρόνου, τη σειρά «Μελετών» της «Βιβλιοθήκης Εκκλησιαστικού Δικαίου» (από το 1999) και την Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου «Νομοκανονικά» (από το 2002), του ιδίου εκδοτικού οίκου, η οποία αποτελεί και το επίσημο όργανο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, εμπνευστής και ιδρυτής της οποίας υπήρξε ο ίδιος.

Σκοπός του παρόντος έργου είναι να παρουσιάσει συστηματικά το δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης των νεκρών, ενόψει των πολυάριθμων νομοθετικών ρυθμίσεων των τελευταίων ετών καθώς και της (μετά από χρόνια δισταγμών και καθυστερήσεων) θέσεως σε λειτουργία (τον Σεπτέμβριο του 2019) του πρώτου ιδιωτικού αποτεφρωτηρίου στη Ριτσώνα Ν. Ευβοίας. Η έλλειψη στην ελληνική βιβλιογραφία μιας συστηματικής, συγκριτικής παρουσίασης του Δικαίου της ταφής και της αποτέφρωσης των νεκρών έδωσε στους συγγραφείς το έναυσμα να ασχοληθούν με την οργανωμένη και συστηματική παρουσίαση των πολυάριθμων διατάξεων και νομοθετικών παρεμβάσεων, φιλοδοξώντας το έργο τους αυτό ν΄ αποτελέσει αφενός μεν, ένα χρήσιμο βοήθημα τόσο για τους νομικούς της πράξης, όσο και για τους θεολόγους, αλλά και για ερευνητές από τον ευρύτερο χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών οι οποίοι εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, αφετέρου δε και μια αφετηρία για περαιτέρω έρευνα και προβληματισμό.

Στην Ελλάδα το ζήτημα της αποτέφρωσης των νεκρών, εμφανίστηκε πρώτη φορά στο δημόσιο λόγο το 1960, μετά το θάνατο του διεθνούς φήμης και αναγνώρισης μουσικού Δημήτρη Μητρόπουλου, ο οποίος, παρά τις ορθόδοξες καταβολές του, υπήρξε «αιρετικός» ως προς το θέμα της ταφής του, όταν εκφράζοντας την ύστατη επιθυμία του είχε ζητήσει: «(…) η σορός μου να μη εκτεθή εις κοινή θέαν και να αποτεφρωθή άνευ τελετής και κατά τον πλέον σύμφορον τρόπον (…)". Παρά τις ενστάσεις του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου Β΄ (Παναγιωτοπούλου), πολλοί διακεκριμένοι θεολόγοι, ακαδημαϊκοί αλλά και ιεράρχες της εποχής διαφοροποιήθηκαν από την επίσημη στάση της Εκκλησίας εκφράζοντας την άποψη πως ότι το θέμα της επιλογής της ταφής ή της αποτέφρωσης δεν είναι δογματικό θέμα αλλά θέμα παράδοσης και, ως εκ τούτου, η Εκκλησία δεν θα πρέπει να απορρίπτει από το σώμα της τους πιστούς, που επιλέγουν την αποτέφρωση για λόγους συνείδησης. Τελικά, η αποτέφρωση του Δ. Μητρόπουλου έγινε στο Λουγκάνο της Ελβετίας, η λήκυθος με την τέφρα του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και παρέμεινε σε αίθουσα του Ωδείου Αθηνών και αργότερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου με κατ΄ οικονομίαν απόφαση της Ι. Συνόδου δόθηκε άδεια σε ιερέα προκειμένου να τελεσθεί Τρισάγιο επί της ληκύθου που περιείχε την τέφρα του Δ. Μητρόπουλου.

Αργότερα, το 1977, ο θάνατος της μεγάλης Ελληνίδας σοπράνο Μαρίας Κάλλας επανάφερε το θέμα στο δημόσιο προβληματισμό, αναδεικνύοντας την επιθυμία πολλών ανθρώπων που αποτεφρώθηκαν στο εξωτερικό να επιστραφεί η τέφρα τους στην πατρίδα. Η κηδεία της Μαρίας Κάλλας έγινε στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στο Παρίσι και η τέφρα της σκορπίστηκε στο Σαρωνικό κόλπο του Αιγαίου, δύο χρόνια αργότερα με επίσημη τελετή, όπως η ίδια επιθυμούσε. Το ζήτημα της αποτέφρωσης βρέθηκε μετ΄ επιτάσεως στο επίκεντρο του δημοσίου διαλόγου στην Ελλάδα και το 1987, όταν ο τότε Δήμαρχος Αθηναίων, ο αείμνηστος Μιλτιάδης Έβερτ, υπό το βάρος των δραματικών συνθηκών που είχε δημιουργήσει ο καύσωνας εκείνου του θέρους, απέστειλε σχετική επιστολή στην Ιερά Σύνοδο, η οποία απέρριψε κάθε σκέψη για αποτέφρωση νεκρών που είχαν ξεπεράσει τους 1.300 με την πλειοψηφία (1.100 νεκροί) αυτών στην Αθήνα. Πάγια παρέμεινε – και συνεχίζει να παραμένει - η θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία – υιοθετώντας και τηρώντας σχετική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του 1937 – «απορρίπτει την καύσιν των νεκρών ως θεσμόν απάδοντα προς την παράδοσιν Αυτής», θέση που απορρέει από τον σεβασμό προς το ανθρώπινο πρόσωπο και κατ΄ επέκταση στο σώμα του ανθρώπου, το οποίο αποτελεί «ναόν και κατοικητήριον του Αγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορ. 6, 19). Μάλιστα, μετά και από τη νομοθετική καθιέρωση της αποτέφρωσης των νεκρών, το έτος 2006, η Εκκλησία της Ελλάδος (επί ημερών του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου) τοποθετήθηκε εκ νέου ευθέως κατά της επιλογής αυτής ως προς τα μέλη της, επαναλαμβάνοντας ότι: «Για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς η Εκκλησία γνωρίζει και συνιστά ως μοναδικό τρόπο αποσυνθέσεως του νεκρού σώματος την ταφή σύμφωνα με την Αγία Διδασκαλία Της και την απ΄ αιώνων Παράδοσή Της», διευκρινίζοντας για ακόμη μια φορά ότι δεν έχει αντίρρηση για την καύση των νεκρών για ετεροδόξους και ετεροθρήσκους, αποφάσεις που επανελήφθησαν και εν έτει 2010 (επί αρχιεπισκοπείας του νυν Αθηνών κ.κ. Ιερωνύμου Β΄).

Το υπό τον τίτλο «Ταφή και κοιμητήρια» Α΄ Μέρος του βιβλίου, αποτελείται από δύο κεφάλαια. Στο 1ο εξ αυτών εξετάζεται η εκκλησιαστική κήδευση, η οποία περιγράφεται σε αντιδιαστολή με την «πολιτική» κηδεία, όπου επισημαίνεται το αδόκιμο του όρου, καθώς, ακριβώς ειπείν, αποτελεί μια θρησκευτικά αποχρωματισμένη τελετή για τον αποχαιρετισμό του νεκρού. Επίσης, προσεγγίζεται το ζήτημα του ενταφιασμού και της αποτέφρωσης, ως δύο όψεων της εξαφάνισης του λειψάνου. Στο 2ο κεφάλαιο γίνεται ειδική αναφορά στα κοιμητήρια «ως τόπους ενταφιασμού» και συγκεκριμένα περιγράφεται το νομοθετικό καθεστώς διοίκησης και λειτουργίας τους, στο οποίο περιλαμβάνεται και η αρμοδιότητα των Δήμων και Κοινοτήτων, η ίδρυση και κατάργησή τους, η λειτουργία των «εκκλησιαστικών» κοιμητηρίων, η αφή των κανδυλίων και οι διακρίσεις ως προς την ταφή. Ιδιαίτερες ενότητες αφιερώνονται στους «Οικογενειακούς τάφους» και στην προστασία που επιφυλάσσει η ελληνική έννομη τάξη απέναντι στις προσβολές νεκρού και τάφου.

Το Β’ μέρος που τιτλοφορείται «Η αποτέφρωση των νεκρών» αναπτύσσεται, επίσης, σε δύο επί μέρους κεφάλαια. Το 1ο κεφάλαιο ασχολείται με τις προϋποθέσεις, τους χώρους και τη διαδικασία της αποτέφρωσης και το 2o με το ειδικό ζήτημα της επιλογής του τόπου ενταφιασμού ή/και αποτέφρωσης και του τύπου της κηδείας, ήτοι εκκλησιαστικής ή λεγομένης «πολιτικής», όπως αυτό ρυθμίζεται με τον τροποποιητικό Ν. 4555/2018 (αρθ. 48). Το ειδικό ζήτημα της επιλογής του τόπου ενταφιασμού - το οποίο διεξοδικώς αναλύουν οι συγγραφείς - απασχόλησε τις προηγούμενες ημέρες την επικαιρότητα μ΄ αφορμή τη διένεξη που υπήρξε μεταξύ συγγενών και συνεργατών του αποβιώσαντος μεγάλου Έλληνα μουσικοσυνθέτη Μίκη (Μιχαήλ) Θεοδωράκη, για τον τόπο ενταφιασμού του. Το δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), ως ανεμένετο, έκρινε και απεφάσισε ότι, βάσει της κειμένης νομοθεσίας (αρθ. 48 του Ν. 4555/2018 σε συνδυασμό με το αρθ. 15 του Ν. 4368/2016) θα πρέπει να γίνει σεβαστή και να τηρηθεί η τελευταία επιθυμία του θανόντος - όπως την είχε εκφράσει με συμβολαιογραφική πράξη τον Ιανουάριο του 2020 - για την κηδεία και την ταφή του στον Γαλατά Χανιών (κι όχι στο Βραχάτι Κορινθίας, όπως επιθυμούσε μερίδα συγγενών του), δίνοντας έτσι ένα τέλος στη ενδοοικογενειακή (που κατέληξε σε δικαστική) διαμάχη των τελευταίων ημερών.

* Το έργο επιστεγάζει ένα χρηστικό Παράρτημα, στο οποίο παρατίθεται επικαιροποιημένη και αποκαθαρμένη η βασική νομοθεσία, που διέπει την ταφή και την αποτέφρωση, όπου έχουν ενσωματωθεί και αναδειχθεί με τον αναγκαίο υπομνηματισμό οι πολλές κατά καιρούς τροποποιήσεις της, ως μία οιονεί κωδικοποίηση.


-------------------------------

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Συντονιστής Εκπ/κού Έργου κλ. ΠΕ01-Θεολόγων, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ, μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (xaan@theo.auth.gr ).



Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020

Ξενοφών Ι. Κοντιάδης, Αντισυνταγματικό το δεύτερο lockdown;





Η κυβέρνηση ακροβατεί τους τελευταίους μήνες ανάμεσα στους ακραίους βιοπολιτικούς περιορισμούς και στην ανέμελη θερινή ασυδοσία, για να επιστρέψει σε ένα νέο, οδυνηρότερο lockdown. Ενώ κατά την πρώτη φάση της πανδημίας οι εισηγήσεις των εμπειρογνωμόνων δημόσιας υγείας ήταν ομόφωνες, σήμερα οι απόψεις τους φαίνεται να διίστανται. Το ίδιο ισχύει και ως προς την κοινωνική αποδοχή του δεύτερου lockdown.

Στο πρώτο κύμα της πανδημίας η αποτελεσματική διαχείριση βασίστηκε στην προτεραιοποίηση της υγειονομικής προστασίας έναντι όλων των άλλων εννόμων αγαθών και δικαιωμάτων, λαμβάνοντας υπόψη την ανεπάρκεια του ΕΣΥ να υποδεχθεί μεγάλους αριθμούς ασθενών. Ο αιφνιδιασμός κράτους και πολιτών μπροστά σε έναν άγνωστο εχθρό και ο δικαιολογημένος φόβος που προκάλεσαν οι εκατόμβες νεκρών στην Ιταλία και την Ισπανία συνέβαλαν στην αποδοχή των περιοριστικών μέτρων και στην αναγνώριση της συμβατότητάς τους με τη συνταγματική τάξη. Όμως, σήμερα, παρότι τα κρούσματα, οι διασωληνώσεις και οι θάνατοι αυξήθηκαν γεωμετρικά, αμφισβητείται αν το lockdown αποτελεί τη βέλτιστη επιλογή.

Η επιτυχής διαχείριση της υγειονομικής κρίσης την άνοιξη και ο διεθνής έπαινος για την ταχύτητα και τη σύνεση με τις οποίες έδρασε τον Μάρτιο η ελληνική πολιτεία έλαβαν διαστάσεις θριάμβου. Η δημοφιλία της κυβέρνησης έφτασε σε απρόσμενα ύψη. Ωστόσο πίσω από κάθε θρίαμβο κρύβεται συχνά ένας όλεθρος. Όσα ακολούθησαν αποτελούν αποσπασματικές και αστόχαστες επιλογές χωρίς στρατηγική, που πέραν της διογκούμενης κοινωνικής απονομιμοποίησης αναδεικνύουν, επίσης, σοβαρά ζητήματα συνταγματικής νομιμότητας.



Το Μάρτιο υποστήριξα την άποψη ότι το πρώτο lock down ήταν σύμφωνο με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (Ξ. Κοντιάδης, Πανδημία, βιοπολιτική και δικαιώματα, εκδ. Καστανιώτη 2020) θεωρώντας εύλογη την προτεραιοποίηση της ζωής και της υγείας ενόψει των συνθηκών της πανδημίας και συνεκτιμώντας τη θυσία στην οποία υποβάλλεται μία σειρά άλλων δικαιωμάτων με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας. Αυτή ακριβώς η αρχή είναι το νομικό εργαλείο με βάση το οποίο θα κρίνουμε αν και το δεύτερο lockdown είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα.

Οι περιορισμοί στην ελευθερία της μετακίνησης επηρεάζουν σειρά δικαιωμάτων, όπως η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, το δικαίωμα της συνάθροισης, η συνδικαλιστική ελευθερία και η θρησκευτική λατρεία, ενώ κάποια άλλα περιορίζονται ανεξάρτητα από την απαγόρευση της κυκλοφορίας, όπως η οικονομική ελευθερία, η επιχειρηματική ελευθερία, η ελευθερία της έκφρασης και η προστασία των προσωπικών δεδομένων. Η συνταγματικότητα των ειδικότερων περιορισμών κάθε δικαιώματος πρέπει να αξιολογείται αυτοτελώς. Κρίσιμο είναι σε όλες τις περιπτώσεις να επιβεβαιώνεται η προσωρινότητα των μέτρων και η ευρεία συναίνεση των ειδικών επιστημόνων για την αναγκαιότητα και την καταλληλότητά τους.

Αυτή τη φορά η κυβέρνηση καταφεύγει στο απόλυτο και ισοπεδωτικό μέτρο του lockdown χωρίς να πείσει ότι έχει εξαντλήσει ισοδύναμα λειτουργικά μέτρα για την αντιμετώπιση του δεύτερου κύματος. Ενδεχομένως όφειλε να επιβάλλει αυστηρότατους μεν, αλλά στοχευμένους περιορισμούς, με εντατικότερους ελέγχους και κυρώσεις, με συστηματικότερες διαγνωστικές διαδικασίες και ιχνηλάτηση, πριν καταλήξει στην κοινωνικά και οικονομικά επώδυνη λύση του δεύτερου lockdown.

Η δικαιοσύνη οφείλει να κινηθεί ταχύτερα και να αποφανθεί επί των προσφυγών που εκκρεμούν ήδη από το πρώτο lockdown ως προς τη συνταγματικότητα επιμέρους περιορισμών, όπως συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη. Το Κοινοβούλιο πρέπει να ξαναγίνει το πρώτο βήμα διαλόγου για τα επίμαχα ζητήματα. Η διαχείριση της πανδημίας δεν (πρέπει να) είναι ασύμβατη προς την τήρηση των αρχών της δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους δικαίου.

------------------------
Ο Ξενοφών Ι. Κοντιάδης είναι Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο




Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020

Ι. Μ. Κονιδάρη, Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου

 



«Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου» 

Νέο βιβλίο του πανεπιστημιακού καθηγητή Ιωάννη Μ. Κονιδάρη από τις Εκδόσεις Σάκκουλα

 

 Του Χάρη Ανδρεόπουλου * 



Ο καθηγητής κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις καθώς είναι πολύ γνωστός όχι μόνο στον πανεπιστημιακό χώρο και ιδιαιτέρως σ΄ αυτόν της νομικής επιστήμης, αλλά και στο ευρύ κοινό χάρη στις αρθογραφικές του παρεμβάσεις, κυρίως από των στηλών της εφημερίδος «Το Βήμα» - της οποίας τυγχάνει τακτικός συνεργάτης - αλλά και από τις συχνές εμφανίσεις του στη κρατική (δημόσια) τηλεόραση, σε συζητήσεις που αφορούν στα ζητήματα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, εκφράζοντας λόγο καθαρό και μετρημένο και εν παντί επιστημονικά τεκμηριωμένο. 

Πρόκειται για τον ακαδημαϊκό δάσκαλο ο οποίος, με το πλούσιο επιστημονικό του έργο στη Νομική Σχολή του Eθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και τη συμμετοχή του στο δημόσιο διάλογο επί θεμάτων τα οποία εν γένει άπτονται των σχέσεων της Πολιτείας με την Εκκλησία και επί το ειδικότερον ρυθμίζουν τις έννομες σχέσεις της Εκκλησίας - και εν γένει των θρησκευτικών κοινοτήτων - στην ελληνική επικράτεια, έχει συμβάλλει τα μέγιστα την ανάπτυξη του ιδιαιτέρου περί των εν λόγω θεμάτων κλάδου Δικαίου της νομικής επιστήμης και συγκεκριμένα αυτού που έχει επικρατήσει να ονομάζεται, με τον πολύ στενότερο από το περιεχόμενό του όρο, «Εκκλησιαστικό» καθώς, υπό αυτόν τον ομολογιακώς προσανατολισμένο χαρακτηρισμό, περιλαμβάνεται η διδασκαλία τόσο του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας όσο και των σχέσεων της Πολιτείας με τις πάσης φύσεως και προελεύσεως θρησκευτικές συσσωματώσεις. 

Έχοντας, λοιπόν, επί πολλά συναπτά έτη, ως πανεπιστημιακός δάσκαλος, διδάξει στα αμφιθέατρα το μάθημα του εν λόγω κλάδου Δικαίου, ο ομ. καθηγητής της Νομικής Αθηνών και πρόεδρος της Εταιρείας Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου κ. Κονιδάρης μας παραδίδει (με τη συνεργασία του παλαιού μαθητού και διδάκτορός του κ. Γεωργίου Ι. Ανδρουτσοπούλου, ήδη επικούρου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Αθηνών) ένα νέο έργο – ένα νέο βιβλίο, άρτι εκδοθέν από τις ευφήμως γνωστές Εκδόσεις Σάκκουλα (https://www.sakkoulas.gr) υπό τον τίτλο “Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου”, το οποίο, αποτελώντας καταστάλαγμα αυτής της μακράς ερευνητικής και διδακτικής του διαδρομής, αποσκοπεί στη συστηματική διδασκαλία του «Εκκλησιαστικού Δικαίου». Το εγχείρημα αναπτύσσεται σε δύο στάδια. Στο πρώτο εκτίθεται, κατά τρόπο εύληπτο και συνεκτικό, η ύλη του γνωστικού αντικειμένου, στην οποία εντός παρενθέσεων παρατίθενται τόσο οι νομοθετικές πηγές, πολιτειακής ή/και εκκλησιαστικής προελεύσεως, όσο και παραπομπές σε δικαστικές αποφάσεις (τις πιο πρόσφατες ή τις πλέον σημαντικές). Στο δεύτερο - το Παράρτημα – παρουσιάζονται επικαιροποιημένα και ανακαθαρμένα τα βασικά νομοθετικά κείμενα, στα οποία στηρίζεται η έκθεση που περιέχεται στο κυρίως μέρος, με στόχο την ενίσχυση της μαθησιακής διαδικασίας με τη συστηματική μελέτη των πηγών, τη διασταύρωση και τον έλεγχο των εκτειθεμένων απόψεων. 

Αναφορικώς με τα επί μέρους περιεχόμενα: Στην Εισαγωγή του βιβλίου εξετάζονται με κάθε δυνατή συντομία, η έννοια, το αντικείμενο και η φύση του Εκκλησιαστικού Δικαίου, οι πηγές και η ερμηνεία του. Στο Μέρος Α΄ του έργου αναλύεται η θρησκευτική ελευθερία, το περιεχόμενό της και οι φραγμοί στην άσκηση της λατρείας. Στο αυτό Μέρος αναλύεται, επίσης, και ο Ν. 4301/2014 που αφορά στη ρύθμιση σειράς θεμάτων που αφορούν στη νομική οργάνωση των εν Ελλάδι θρησκευτικών κοινοτήτων πέραν εκείνων που έχουν οργανωθεί με ειδικές νομοθετικές διατάξεις ως ΝΠΔΔ. Το Μέρος Β΄ αφιερώνεται στην εξέταση των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας. Μετά από μια σύντομη έρευνα των επί μέρους συστημάτων σχέσεων, εξετάζονται διεξοδικώς οι σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας στη νεότερη Ελλάδα τόσο ιστορικώς (με ιδιαίτερη έμφαση στις περιόδους της δικτατορίας 1967-1974 και της μεταπολιτεύσεως) όσο και δογματικώς υπό το ισχύον Σύνταγμα. Στη συνέχεια η ύλη του Δικαίου της Εκκλησίας της Ελλάδος διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη, τα οποία αναφέρονται αντιστοίχως: το Μέρος Γ΄ στην οργάνωση της Εκκλησίας, το Μέρος Δ΄ στη διοίκηση της Εκκλησίας, την ιδιαίτερη νομική μεταχείριση κληρικών και μοναχών, περιλαμβάνοντας, επίσης, εκτεταμένες αναφορές και αναλύσεις στα θέματα ταφής, καύσεως και αποτεφρώσεως νεκρών που εισάγουν οι πρόσφατοι Ν. 4277/2014 (αρθ. 48) και Ν. 4368/2016 (αρθ. 19 και 92). Το Μέρος Ε΄ ασχολείται με το εκκλησιαστικό ποινικό δίκαιο (εκκλησιαστικά αδικήματα, επιβαλλόμενες ποινές, κ.λ.π.) και το Μέρος ΣΤ΄ με τα εκκλησιαστικά δικαστήρια και τη δικονομία. Τέλος, στο Ζ΄ Μέρος εξετάζονται συνοπτικώς τα ιδιαίτερα εκκλησιαστικά καθεστώτα στην ελληνική επικράτεια, δηλαδή η Εκκλησία της Κρήτης (με παράθεση των ρυθμίσεων που εισάγουν στη διοίκησή της οι Ν. 4301/2014 [αρθ. 19, 20] και 4310/2014 [αρθ. 51-54], το ΄Αγιον Όρος και οι εκκλησιαστικές επαρχίες της Δωδεκανήσου [N. 4301, αρθ. 21, 22]). Ακολουθεί το Παράρτημα, που περιλαμβάνει επικαιροποιημένα τα βασικά νομοθετικά κείμενα, α) για την Εκκλησία της Ελλάδος (Ν. 590/77 περί του Κατασταστικού Χάρτου [Κ.Χ.] αυτής, Ν.Δ. 5383/1932, περί εκκλησιαστικών δικαστηρίων, όπως ισχύει σήμερα), β) για την Εκκλησία της Κρήτης (Σύμβαση Οκτωβρίου 1900 μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Κρητικής Πολιτείας και Ν. 4149/1961 περί Κ.Χ. της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας), γ) για το Άγιον Όρος (Κ. Χ Αγίου Όρους 1924 και Ν.Δ. 1926 περί κυρώσεως του Κ.Χ.) και δ) για την οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα (αρθ. 1 – 18, Ν. 4301/2014). Το έργο κατακλείει εκτενής βιβλιογραφία, η οποία διαιρείται σε τρία τμήματα: το πρώτο περιέχει τα γενικά έργα εκκλησιαστικού δικαίου, το δεύτερο περιλαμβάνει μονογραφίες, μελέτες και άρθρα και το τρίτο πηγές και χρηστικά βοηθήματα. 

Τα «Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου» προορίζονται, εν πρώτοις, για τους προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές του γνωστικού αυτού αντικειμένου. Φιλοδοξούν, όμως, ταυτοχρόνως να αποτελέσουν ένα αξιόπιστο και κατατοπιστικό βοήθημα για τους νομικούς τόσο της θεωρίας όσο και της πράξεως, δικηγόρους και δικαστές που έχουν να αντιμετωπίσουν ζητήματα του δυσχερούς και ιδιαιτέρου αυτού κλάδου του Δικαίου. Απευθύνονται, επίσης, σε θεολόγους και σε ερευνητές από το χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών (ιστορικούς, κοινωνιολόγους, κ.α.) οι οποίοι είτε εντρυφούν στο πεδίο σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, είτε ασχολούνται με θέματα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Ελλάδος και δη της νεότερης. 


* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος (xaan@theo.auth.gr) είναι Δρ Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ, μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Υπηρετεί σε θέση Σχολικού Συμβούλου (Συντονιστού) Θεολόγων (Στερεάς Ελλάδος). 




Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

«Θρησκεία και εκπαίδευση»: Θεματικό αφιέρωμα στο νέο τεύχος της επιστημονικής Επιθεώρησης “Νομοκανονικά”


Του Χάρη Ανδρεόπουλου * 


Aφιερωμένο στο θέμα «Θρησκεία και Εκπαίδευση» είναι το νέο τεύχος της Επιθεωρήσεως Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (τα) «Νομοκανονικά» (τχ. 1/2020) το οποίο κυκλοφορήθηκε προσφάτως φιλοξενώντας μελέτες διακεκριμένων επιστημόνων από τους χώρους της νομικής, πολιτικής και θεολογικής επιστήμης, έτσι ώστε να εκδιπλώνεται, τελικώς, ολοκληρωμένος ένας γόνιμος διάλογος μεταξύ θεωρίας και νομολογίας. 

Τα «Νομοκανονικά» είναι η εξαμηνιαία Επιθεώρηση που επιδιώκει να καλύψει δύο σύνθετους και δυσχερείς επιστημονικούς κλάδους, το Εκκλησιαστικό και το Κανονικό Δίκαιο, τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και δικαστηριακής πράξεως. Αποτελούν το επιστημονικό όργανο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, διευθύνονται υπό του ομ. καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών κ. Ιωαν. Μ. Κονιδάρη, εκδίδονται ανελλιπώς από το 2002 και κυκλοφορούν το Μάϊο και Νοέμβριο κάθε έτους από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα (https://www.sakkoulas.gr). Απευθύνονται σε δικηγόρους, δικαστές, θεολόγους και σε ερευνητές επιστήμονες από τον χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών (ιστορικούς, κοινωνιολόγους, κ.λ.π.) οι οποίοι είτε εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, είτε ασχολούνται με θέματα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας και δη της νεότερης. 

Στο νέο τεύχος περιλαμβάνονται οι ακόλουθες μελέτες / άρθρα: Ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και π. Υπουργός κ. Ευ. Βενιζέλος με θέμα «Η αμφιθυμία της πρόσφατης νομολογίας γύρω από τη θρησκευτική ελευθερία και το μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ)» εστιάζει στις πρόσφατες αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) 1749/2019 και 1759/2019 (οι οποίες και δημοσιεύονται στο αυτό τεύχος - η δεύτερη με σχόλιο του επικ. Καθηγητού της Νομικής ΕΚΠΑ κ. Γ. Ι. Ανδρουτσοπούλου). Με την πρώτη εξ αυτών κρίθηκε ότι το ΜτΘ θα πρέπει να έχει καθαρό ομολογιακά περιεχόμενο ορθοδόξου χριστιανικού χαρακτήρα, ενώ με τη δεύτερη κρίθηκε ότι όχι μόνο η υποχρεωτική, αλλά και η προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στα πιστοποιητικά σπουδών παραβιάζει την προστατευομένη από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) θρησκευτική ελευθερία. Δηλαδή, απ΄ τη μία, κατά τα οριζόμενα στις εν λόγω δικαστικές αποφάσεις, θα (πρέπει να) έχουμε ένα σχολικό θρησκευτικό μάθημα ομολογιακό, απευθυνόμενο αποκλειστικά σε μαθητές που ακολουθούν το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, γενονός που de facto θ΄ αποτελεί (πιστοποιημένη!) φανέρωση του θρησκεύματός τους (καθόσον, μάλιστα, το ΜτΘ θα περιλαμβάνεται στο κατάλογο των περιλαμβανομένων στα πιστοποιητικά και τους τίτλους σπουδών μαθημάτων), κι από την άλλη, θα έχουμε πιστοποιητικά, τίτλους σπουδών, κλπ, στα οποία θα πρέπει ρητώς να παραλείπεται η καταγραφή (ακόμη και η προαιρετική) του θρησκεύματος καθόσον τούτο καταλέγεται στα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Τις καταφανώς διαφορετικής αντιλήψεως, ως προς την ερμηνεία των κρισίμων διατάξεων (αρθ. 3 και 13) του Συντάγματος, δύο αυτές αποφάσεις του ΣτΕ σχολιάζει ο κ. Βενιζέλος, θεωρώντας ότι το περιεχόμενό τους αφήνει ανοικτά πολλά κρίσιμα προβλήματα ερμηνείας των σχετικών συνταγματικών διατάξεων (3, 16, 16 § 2), υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ και του αρθ. 2 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) αυτής. Προσεγγίζοντας κριτικά το πνεύμα των αποφάσεων του ΣτΕ για το ΜτΘ ο κ. Βενιζέλος διατυπώνει τον προβληματισμό του υπό το εύλογο ερώτημα: τι άραγε θα συμβεί εάν το ΣτΕ θεωρήσει εαυτό αρμόδιο να κρίνει (όπως έπραξε ήδη για τα Θρησκευτικά) το περιεχόμενο σπουδών των μαθημάτων τα οποία συνδέονται με την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης που προβλέπεται, όπως η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, ως σκοπός της εκπαίδευσης, στο αρθ. 16 § 2; Μπορεί άραγε – διερωτάται ρητορικώς – με αίτηση ακυρώσεως να προβληθούν λόγοι π.χ. περί υποβάθμισης ή εσφαλμένης προσέγγισης κεφαλαίων της ελληνικής ή ευρωπαϊκής Ιστορίας ή πτυχών του εθνικού αφηγήματος και να ζητηθεί η ακύρωση των σχετικών κανονιστικών πράξεων του Υπουργού Παιδείας; 

Στο ίδιο τεύχος δημοσιεύονται λίαν ενδιαφέρουσες περί του ΜτΘ μελέτες: του ομ. καθηγητού Πολιτικής Επιστήμης του ΕΚΠΑ κ. Πασχ. Κιτρομηλίδη («Οι κίνδυνοι του θρησκευτικού αναλφαβητισμού»), του Αντιπροέδρου του ΣτΕ και αναπλ. καθηγητού Διοικητικού Δικαίου του ΑΠΘ κ. Μιχ. Πικραμένου («Το μάθημα των Θρησκευτικών σε μια σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία»), του ομ. Καθηγητού της Θεολογικής του ΕΚΠΑ Εμ. Περσελή («Το μάθημα των Θρησκευτικών υπό το φως των αποφάσεων του ΣτΕ των ετών 2018-2019. Παιδαγωγική προσέγγιση») και του επικ. καθηγητού της Θεολογικής του ΕΚΠΑ κ. Στ. Γιαγκάζογλου («Παλινωδίες και αδιέξοδα στη θρησκευτική εκπαίδευση»). O τελευταίος - εκ των βασικών συντελεστών των νέων προγραμμάτων σπουδών (Π.Σ.) που ακυρώθηκαν με τις προμνησθείσες αποφάσεις του ΣτΕ - παρουσιάζει τις περιπέτειες που πέρασαν τα νέα προγράμματα σπουδών στις δικαστικές αίθουσες (και ου μόνον) και περιγράφει τα προβλήματα που δημιουργεί το γεγονός ότι το μάθημα (μετά την ακύρωσή των νέων Π.Σ. και το προσανατολισμό του προς ομολογιακή κατεύθυνση) καθίσταται de facto προαιρετικό με τα όσα αρνητικά αυτό συνεπάγεται, αναφορικώς με την αξία και βαρύτητα του μαθήματος στο ωρολόγιο πρόγραμμα, αλλά και το ρόλο του θεολόγου καθηγητή στο σχολείο που μ΄ ένα μάθημα προαιρετικό σαφώς υποβαθμίζεται. Ο κ. Γιαγκάζογλου υποστηρίζει ότι η απόφαση του ΣτΕ χρειάζεται να συζητηθεί πιο πέρα από τη νομική θεώρησή της, διότι, κατά τη γνώμη του, σ΄ αυτή υπολανθάνει και ένα πλήθος άλλων ζητημάτων που δεν ανήκουν στο πεδίο της νομοθεσίας, αλλά αποτελούν αντικείμενο ευρυτέρου επιστημονικού διαλόγου της θεολογίας, της παιδαγωγικής και των άλλων ανθρωπιστικών, νομικών και κοινωνικών επιστημών που σχετίζονται με την εκπαιδευτική θεωρία και πράξη. 

Περαιτέρω παρουσιάζονται και αναλύονται σημαντικές δικαστικές αποφάσεις και αποφάσεις Ανεξαρτήτων Αρχών που άπτονται θεμάτων θρησκευτικής εκπαίδευσης, όπως το «ακανθώδες» ζήτημα της απαλλαγής από το ΜτΘ, το οποίο μέχρι σήμερα (παρά τη σωρεία των σχετικών αποφάσεων των Ανεξαρτήτων Αρχών, ήτοι του Συνηγόρου του Πολίτη και της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα [ΑΠΔΠΧ]) στασιάζεται, εν αναμονή λήψεως (πολιτικής) αποφάσεως από το Υπ. Παιδείας. Ειδικότερα παρουσιάζεται η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) επί της προσφυγών 4762 και 6140/2018 (“Παπαγεωργίου και άλλοι κατά Ελλάδος”) που αφορούσαν στο δικαίωμα απαλλαγής από το ΜτΘ και οι οποίες έγιναν δεκτές με την επισήμανση μάλιστα του δικαστηρίου ότι οι αιτούντες (οι γονείς αν πρόκειται για ανηλίκους μαθητές, ή οι ίδιοι οι μαθητές εάν είναι ενήλικοι) δεν υποχρεούνται στην αίτησή τους να επικαλούνται λόγους “θρησκευτικής συνειδήσεως” (δηλώνοντας ότι ότι δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι ώστε να τύχουν απαλλαγής, όπως προβλέπει η ισχύουσα “εγκύκλιος Λοβέρδου” του 2015), αλλ' απλώς λόγους “συνειδήσεως” χωρίς αναφορά της πίστεως ή της μη πίστεως σε συγκεκριμένο θρήσκευμα. Με την απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ στοιχείται και η (παρομοίου περιεχομένου) υπ΄ αριθμ. 28/2019 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) βάσει της οποίας η Αρχή απηύθυνε σύσταση - προειδοποίηση στο Υπ. Παιδείας καλώντας την πολιτική του ηγεσία να εκδώσει και αποστείλει στα σχολεία νέα εγκύκλιο – Οδηγία ώστε εφεξής για την απαλλαγή από το ΜτΘ να μην απαιτείται δήλωση ότι ο μαθητής δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος, αλλά το δικαίωμα αυτό να ασκείται κατ΄επίκληση αποκλειστικά και μόνο λόγων γενικοτέρων συνειδησιακών πεποιθήσεων και να μην επιβάλλεται οποιαδήποτε διευκρίνιση ως προς θρήσκευμα (αποκάλυψη των πραγματικών θρησκευτικών πεποιθήσεων του μαθητή), καθόσον τούτο, σύμφωνα με την απόφαση της ΑΠΔΠΧ, συνιστά προσβολή της αρνητικής θρησκευτικής ελευθερίας. To θέμα είναι ιδιατέρως “ακανθώδες” και υπό την έννοια αυτή, εν όψει της της νέας σχολικής χρονιάς η απόφαση την οποία καλείται να λάβει το Υπ. Παιδείας θα έχει ιδιαίτερο νομικό, εκπαιδευτικό, θεολογικό και, πρωτίστως, πολιτικό ενδιαφέρον. 

Τέλος, δημοσιεύονται: η 71/2019 ΣτΕ (Ολομ.) με την οποία κρίθηκε ότι η ανάρτηση θρησκευτικής εικόνας σε δικαστική αίθουσα αποτελεί, εν όψει και της συνταγματικής προβλέψεως για την επικρατούσα θρησκεία (αρθ. 3 § 1 Σ.), εθιμική πρακτική, η οποία δεν παραβιάζει αφ΄ εαυτής το δικαίωμα για δίκαιη δίκη (με σημείωση του Δρος Νομικής Ι. Ε. Καστανά), η 7/2019 του Αρείου Πάγου (Τμ. Γ΄) βάσει της οποίας τα διαχωριστικά διατάγματα της μοναστηριακής περιουσίας (αρθ. 8 Ν. 4684/1930) αποτελούν τίτλους εκ του νόμου για τα κτήματα των Μονών, δεν επιδέχονται αμφισβητήσεως, ισχύουν erga omnes και δεν απαιτείται μεταγραφή τους (με ενημερωτικό σημείωμα του Δρος Νομικής Α. Α. Κόντη). 

_________________________________________

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Θεολόγος καθηγητής Β/θμιας, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr ), μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου.







Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Εὐάγγελος Βενιζέλος: "Δὲν ἀπαγορεύεται ἡ λατρεία"



«[...]Δὲν ἀπαγορεύεται ἡ λατρεία, ἀλλὰ ἀπαγορεύεται στὸ ὑποκείμενο στὴν ἔννομο τάξη νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ σπίτι τουΔὲν ἔχει κανείς ἐξουσία διαθέσεως ἑαυτοῦ, ὅταν αὐτὴ ἐπηρεάζει τὴν κοινότητα.  [Δὲν τὸ κρίνει ὁ ἴδιος αὐτὸ διότι ὰπὸ αὐτή του τὴ συμπεριφορὰ ἐπηρεάζονται οἱ ἄλλοι]».


Ευάγγελος Βενιζέλος, Εισήγηση στο διαδικτυακό σεμινάριο του CEMES με θέμα «Θρησκευτικές Κοινότητες και Εκκλησία σε Περίοδο Πανδημίας» (6/4/2020)


Πανδημία, Θεμελιώδη Δικαιώματα και Δημοκρατία (Ε. Βενιζέλος, Ι. Σαρμάς, Χ. Ράμμος, Α. Μανιτάκης, Λ. Παπαδοπούλου, 2/4/2020-βίντεο)


Ο Κύκλος Ιδεών οργάνωσε διαδικτυακή δημόσια συζήτηση με θέμα: «Πανδημία, Θεμελιώδη Δικαιώματα και Δημοκρατία» (Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020)

Συζήτησαν οι: 

Ιωάννης Σαρμάς, Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου
Χρήστος Ράμμος, Αντιπρόεδρος ε.τ του Συμβουλίου της Επικρατείας
Αντώνης Μανιτάκης, Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου
Λίνα Παπαδοπούλου, Αν. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου
Ευάγγελος Βενιζέλος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου



Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Αναστάσιος Βαβούσκος: Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν έκλεισε τελικώς τους ιερούς ναούς





















πηγή: ΦΩΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ

Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος
Άρχων Ασηκρήτης της Μ.τ.Χ.Ε.

Πηγές
-  Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, σε
https://drive.google.com/file/d/1MG8kIuEby_Kj77DgENWGRqZdNiJz1oPc/view
- Ιστορική Έκθεσις της εν Πόρω πανώλους κατά τους μήνας Απρίλιον, Μάϊον και Ιούνιον του 1837 και των παρά της Κυβερνήσεως ληφθέντων μέτρων εκδοθείσα κατά τα επίσημα της επί των Εσωτερικών Γραμματείας έγγραφα, και κατ΄ έγκρισιν της Α.Μ. υπό του Καρόλου Βίμπερ Αρχιατρού της Α.Μ., ανωτέρου Ιατροσυμβούλου και Προέδρου του Βασιλικού Ιατροσυνεδρίου, εν Αθήναις, εκ της Βασιλικής Τυπογραφίας, 1837.
- -Συλλογή των υγειονομικών νόμων, κανονισμών και λοιπών διαταγμάτων των αφορώντων την υγειονομικήν υπηρεσίαν του Βασιλείου της Ελλάδος, εν Αθήναις, εκ της Βασιλικής Τυπογραφίας, 1845.

Βιβλιογραφία
1. Τρύφωνος Ευαγγελίδου, Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος (1828-1831), εν Αθήναις, εκδ. Π.Ε. Ζανουλάκης-Βιβλιοπώλης, 1894.
2. Επιστολαί Ιωάννου Καποδίστρια, Κυβερνήτου της Ελλάδος διπλωματικαί, διοικητικαί και ιδιωτικαί, γραφείσαι από 8 Απριλίου 1827 μέχρις 26 Σεπτεμβρίου 1831, Τ. 2, Αθήνησιν, Τύποις Κωνσταντίνου Ράλλη, 1841.
3. Σπυρίδωνος Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοσις δευτέρα επιθεωρηθείσα και διορθωθείσα, Τόμος Δ’, εν Λονδίνω εκ της εν τη αυλή του Ερυθρού Άβοντος Τυπογραφίας Ταϋδόρου και Φραγκίσκου, μωξβ΄.
4. Ανδρέα Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, ήτοι συλλογήν των περί την αναγεννωμένην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων, από του 1821 μέχρι τέλους του 1832, Τ. ΙΑ΄, Αθήνησιν, εκ του Βασιλικού Τυπογραφείου, 1852.
5. Βασιλείου Ηπίτη, Η πανώλη εις Πόρον και ο Κάρολος Βίμπερ εις την Ελλάδα, εν Αθήναις, εκ της Τυπογραφίας Ν. Παπαδόπουλου, οδός Εύχαρις αριθμός 15, 1837.

Ευρύτατη διάδοση είχε στο Διαδίκτυο η άποψη, ότι η απόφαση της Κυβερνήσεως, με την οποία ανεστάλησαν οι πάσης φύσεως ιεροπραξίες και λειτουργίες όλων των δογμάτων, δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο για την Ελλάδα. Κατά την άποψη αυτή, «ο πρώτος διδάξας» είναι ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος εξέδωσε το Ψήφισμα ΙΕ΄ της 20ης Αυγούστου του 1828 «Περί υγειονομικών διατάξεων», στο οποίο προβλέπεται:

«Άρθρο 285. Αν περιστάσεως τυχούσης, πόλις τις ή χωρίον είναι ύποπτα λοιμού, συγχρόνως μετά την περιστοίχησίν των υπό υγειονομικής γραμμής, ανάγκη πάσα να ληφθώσιν ευθέως τα εξής μέτρα.
- Υποχρεούνται οι κάτοικοι να μένουν εις τα ίδια
- Εμποδίζεται πάσα θρησκευτική τελετή
- Δεν σημαίνονται οι κώδωνες».

Και το ερώτημα είναι: Τι αληθεύει απ’ όλα αυτά;
Είναι σε όλους γνωστό, ότι ερχόμενος ο Ιωάννης Καποδίστριας στην Ελλάδα, επιθυμούσε την αναβολή της κυοφορούμενης Δ΄ Εθνοσυνελεύσεως, λόγω ελλειπούς προετοιμασίας αυτής. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Τρύφων Ευαγγελίδης[1]: «Ο Καποδίστριας σκοπών κυρίως την όσον τάχος ελευθέρωσιν της Πελοποννήσου και την επιθεώρησιν του στρατού, απεφάσισε να αναβάλη την κατ’ Απρίλιον σύγκλησιν της Εθνοσυνελεύσεως, εφ’ ω και έγραψε προς το Πανελλήνιον ζητών την γνώμην αυτού περί της αναβολής, ένεκεν της μη προπαρασκευής εντός τριμήνου των αναφορών και των σχετικών νόμων περί ων ήθελεν αποφασίσει η Εθνοσυνέλευσις (2 Απριλίου 1828)».
Το Πανελλήνιον στις 5 Απριλίου απάντησε θετικώς στο αίτημα του Κυβερνήτη, καθόσον[2]: «…του μεταξύ χρόνου εις πολεμικάς προπαρασκευάς καταναλισκομένου, εις την εκδίωξιν των Αράβων εκ της Πελοποννήσου, οίτινες μετέδωκαν την ολεθρίαν πανώλη εις το διαμέρισμα της Γαστούνης, εν Ύδρα και Σπέτσαις και αλλαχού και επαπειλούσαν να διαδοθή και εις άλλα μέρη, άπερεμάστιζεν ο τύφος και η ευφλογία, ως το Ναύπλιον και την Νάξον και εις την καταπολέμησιν αυτής δι’ όλων των δυνατών μέσων, οίον καθαριότητος, καθαρτηρίων, υγειονομικών ζωνών και άλλων αντιμολυσματικών μέσων, άπερ τέως ήσαν άγνωστα εν Ελλάδι».

Συνεπώς, η πανώλη αρχές Απριλίου του 1828 είχε ήδη εκδηλωθεί στην Γαστούνη, στην Ύδρα και στις Σπέτσες και η απόφαση του Πανελληνίου ήταν η καταπολέμησή της και η αντιμετώπισή της με καθαριότητα, καθαρτήρια, υγειονομικές ζώνες και άλλα αντιμολυσματικά μέσα, όχι μέσω του μέτρου της αναστολής των θρησκευτικών τελετών.
Στις 26 Απριλίου, ο Ι. Καποδίστριας επισκέφθηκε τις Σπέτσες και δύο μέρες αργότερα την Ύδρα: «αυτοπροσώπως καταγινόμενος εις τας περί υγειονομίας, ως ιατρός, διατάξεις»[3]. Σποραδικά κρούσματα παρατηρήθηκαν και στην Αίγινα, αλλά υπήρξε έγκαιρη αντιμετώπιση, χωρίς να χρειασθεί η λήψη κάποιου προληπτικού μέτρου[4].
Η εκδήλωση της πανώλης τον Απρίλιο του 1828 αποδεικνύεται και από τις επιστολές, που έστελνε την περίοδο εκείνη ο Ι. Καποδίστριας τόσο σε επιφανείς άνδρες της εποχής όσο και σε συνεργάτες του[5].
Ούτως, στην από 8 Απριλίου 1828 επιστολή, που απέστειλε ο Ι. Καποδίστριας προς το Πανελλήνιον[6], γνωστοποιεί, ότι ήλθε σε γνώση του φήμη, ότι στη νήσο Κω εμφανίσθηκε πανώλη. Αμέσως απέστειλε, όπως γράφει, ως συνεπιτρόπους τον Κ. Ρούφο και τον έμπειρο ιατρό Κ. Καλογερόπουλο, για να διαπιστώσουν τι συνέβαινε και να οργανώσουν τις υγειονομικές αρχές της νήσου. Αλλ’ «αγαθή τύχη ανόσου ευρεθείσης της νήσου», οι συνεπίτροποι επέστρεψαν στην Αίγινα, ο δε Κ. Καλογερόπουλος «…μοι παρέστησε και πόνημα αξιόλογον περί υγειονομικής διατάξεως, οποίας στερούνται οι ταύτης της υπηρεσίας προϊστάμενοι»[7]. Διαπιστώνοντας, λοιπόν, ότι ο Κ. Καλογερόπουλος έχει δίκιο και ότι ούτε η Κυβέρνηση είχε συνειδητοποιήσει την ανυπαρξία τέτοιου νομοθετήματος[8], δίδει εντολή διά της επιστολής στο Πανελλήνιο: «…να εκφήνη εις το επί του εσωτερικού τμήμα το περί τούτου, και να το προσκαλέση εις σύνταξιν διατάγματος, κατασκευαστικού της όλης περί την πολιτείαν υγειονομικής προστασίας…»[9].
Συνεπώς, στις αρχές Απριλίου 1828 δεν υπάρχει ακόμη Υγειονομικός Οργανισμός, που να προβλέπει συγκεκριμένα μέτρα αντιμετωπίσεως πανώλης, πολλώ δε μάλλον αναστολής λειτουργίας ιερών ναών.
Δώδεκα μέρες αργότερα, στις 20 Απριλίου, ο Ι. Καποδίστριας απευθύνει νέα επιστολή προς το Πανελλήνιον, με την οποία ενημερώνει τα μέλη του, ότι ο Κ. Καλογερόπουλος, ο οποίος προσφάτως επέστρεψε από την Ύδρα και τις Σπέτσες, έφερε δυσάρεστες ειδήσεις ως προς το θέμα της πανώλης[10] και τους επισημαίνει ότι πρέπει να επισπεύσουν την μελέτη για την ίδρυση Υγειονομικής Υπηρεσίας[11]: «…Ύμέτερον δε είναι το εκτελέσαι το ψήφισμα, και το επισπεύσαι την μελέτην, ήν σας παρεθέσαμεν περί κατασκευής της υγειονομικής υπηρεσίας, διότι κατεπείγον είναι το να προφυλαχθή ο λαός από των επαπειλουμένων κινδύνων εκ του μολύσματος, του οποίου η παρουσία των Τούρκων θάλπει τα σπέρματα εν αυτώ τω κόλπω της ημετέρας πολιτείας».
Την επόμενη ημέρα, αποστέλλει νέα επιστολή προς την Διοίκησιν Ύδρας[12], με την οποία τους επισημαίνει, ότι είναι ενήμερος της καταστάσεως και τους προτείνει να προβούν σε παραινέσεις προς τον κόσμο, να παραμείνει ψύχραιμος και κατ’ οίκον, για να μην γίνει διασπορά της νόσου: «Εν τούτω δείξατε και υμείς την χαρακτηρίζουσαν υμάς ανδρίαν και ακαταπληξίαν, και εις τον λαόν αυτάς εγχέατε, παραινούντες αυτόν να ηρεμίζη εφέστιος, ίνα μη, ζητών άσυλον αλλαχόσε, επιμολύνη και άλλας νήσους και επαρχίας, και πάθη και αυτός πολύ χειρότερα»[13].
Συμπληρωματικώς προς το μέτρο της απαγορεύσεως κυκλοφορίας, απέκλεισε και τις δύο νήσους από την υπόλοιπη επικράτεια[14]: «Η Ελλάς επαπειλείται από νέαν μάστιγα, την πανώλη, φανείσαν εις Ύδραν και Σπέτσας, και η κυβέρνησις αναγκάζεται κατά κράτος να κόψη την επιμιξίαν των δύο νήσων μετά των λοιπών και της Πελοποννήσου».
Για τη λήψη των ως άνω μέτρων ενημερώνει και τον Πλοίαρχο Πάρκερ με την από 22 Απριλίου επιστολή του, ενώ ταυτοχρόνως οργανώνει και την παράταξη τριών υγειονομικών γραμμών από λέμβους[15]. Παρά ταύτα, και ενώ λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα, ήτοι απαγόρευση κυκλοφορίας, αποκλεισμό των δύο νήσων από την υπόλοιπη Ελλάδα και στήσιμο τριών υγειονομικών γραμμών από λέμβους, δεν χάνει την πίστη του στο Θεό, ευχόμενος στην επιστολή της 29ης Απριλίου προς τη Δημογεροντία Ψαρών και τους συμπολίτες τους[16]: «…όπως η Θειοτάτη Πρόνοια περιφρουρή υμάς και προστατεύουσα οικτιρμόνως μη διαλείπη».
Ήδη στις 3 Μαΐου η Κυβέρνηση έλαβε γράμματα από τους προκρίτους της Ύδρας, που στάλθηκαν στις 30 Απριλίου και από τα οποία ενημερώθηκε, ότι είχαν ήδη περάσει επτά ημέρες (εννοεί από τις 23 Απριλίου) χωρίς κάποιος να αποβιώσει ή να ασθενήσει και ότι όσοι είχαν απομονωθεί ως ύποπτοι, ήταν όλοι υγιείς, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο απεσταλμένος της Κυβερνήσεως στις 4 Μαΐου τόσο για την Ύδρα όσο και για τις Σπέτσες[17].
Παραλλήλως, και προς αποφυγήν δημιουργίας ταραχών αποστέλλει στις 14 Μαΐου επιστολή προς τους Έκτακτους Υγειονομικούς Εφόρους Ύδρας και Σπετσών, στον αδελφό του Βιάρο Καποδίστρια και στον Ι. Κωλλέτη αντιστοίχως, με την οποία τους ζητεί, να καταστήσουν σαφές στους προεστώτες της Διοικήσεως, στην Υγειονομική Επιτροπή, στους αρχηγούς των ενοριών, στη φρουρά και στον κλήρο, ότι φέρουν την ευθύνη συλλογικώς για την τήρηση της τάξεως[18].
Στις 4 Ιουνίου, ο Βιάρος Καποδίστριας υπό την ιδιότητα του Εκτάκτου Επιτρόπου Δυτικών Σποράδων με έδρα την Ύδρα, εξέδωσε μια εγκύκλιο απευθυνόμενη στους Υγειοαστυνόμους της νήσου Ύδρας[19]. Με την εγκύκλιο αυτή διέτασσε:
Α) το Υγειοαστυνομείο να διατηρεί Βιβλίο, όπου καταχωρούνται οι άδειες ταφής.
Β) οι εφημέριοι να διατηρούν Βιβλίο, στο οποίο πέραν των αδειών ενταφιασμού θα καταχωρούν τις βαπτίσεις και τους γάμους «τα βαπτίσματα και τα στεφανώματα».
Επιπλέον, με άλλη εγκύκλιο[20] διέταξε:
Α) ουδείς ιερέας να μη συνοδεύει για ενταφιασμό νεκρό σώμα σε εκκλησία ή στο νεκροταφείο χωρίς άδεια του Υγειοαστυνομείου.
Β) εάν ο νεκρός απεβίωσε κατόπιν νόσου, που δημιουργούσε υποψία λοιμικής νόσου, τότε η ταφή του γινόταν με τις αναγκαίες προφυλάξεις.
Επειδή τα μέτρα, που αποφασίσθηκαν και εφαρμόσθηκαν στην Ύδρα και στις Σπέτσες (εκκαθάριση των μολυσμένων περιοχών και προφύλαξη των υγιών), απέδωσαν, ο Ι. Καποδίστριας διέταξε και την επί επτά ημέρες εκκαθάριση της Σαλαμίνας, παρά το γεγονός ότι η πληροφόρησή του ήταν θετική και δεν ενέπνεε φόβο[21].
Παραλλήλως, λίγες μόλις μέρες μετά, στις 8 Αυγούστου, πληροφορούμενος Ι. Καποδίστριας, ότι «το θείω ελέει μόλυσμα» είναι περιορισμένο στην επαρχία των Καλαβρύτων, ενώ η λοιπή επικράτεια χαίρει άκρας υγείας, επέβαλε επταήμερη εκκαθάριση στην Πελοπόννησο, ενώ στην ήδη αποκλεισμένη από την υπόλοιπη χώρα επαρχία Καλαβρύτων επέβαλε «μακρά και αυστηράν εκκαθάρισιν» και τούτο «εωσούν να μας ενθαρρύνη έτι μάλλον η τη θεία βοηθεία προοδεύουσα βελτίωσις της κατά την επαρχίαν ταύτην κοινής υγείας»[22].
Ακόμη, όμως, πιο έντονη πίστη στην στήριξη της θείας πρόνοιας, παρατηρούμε στην απόφαση της Γενικής Γραμματείας της Επικρατείας, με την οποία, επειδή «έπαυσε πλέον πάσα υποψία μολυσμού», αναπέμπει «προς τον πολυεύσπλαγχνον Κύριον τα ευχαριστήρια» και «διατάττει και το τείχος των Μεγάρων και η Σαλαμίν να κοινωνώσιν από 7ης σήμερον ελευθέρως με τα επίλοιπα υγιαίνοντα μέρη του κράτους»[23].
Λίγες μέρες αργότερα, αίρεται το καθεστώς εκκαθαρίσεως και της Πελοποννήσου με εγκύκλιο του Ι. Καποδίστρια, όπου και πάλι είναι έντονη η πίστη στη θεία πρόνοια: «Απηλλάχθη θείω ελέει και όλη η επαρχία των Καλαβρύτων…Τούτου χάριν προσφέροντες δόξαν και ευγνωμοσύνην εις τον πολυεύσπλαγχνον Θεόν, διατάττομεν…»[24].
Σημαντική πηγή για την αντιμετώπιση της πανώλης από τον Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια, αποτελεί και ο Σπυρίδων Τρικούπης, Γενικός Γραμματέας της Επικρατείας, ο οποίος ναι μεν περιγράφει συνοπτικώς την περίοδο αυτή, είναι όμως σαφής[25]. Επειδή η γλώσσα είναι κατανοητή, θα παραθέσω το κείμενο αυτούσιο χωρίς καμία παρέμβαση: «Καθ’ όν δε καιρόν ωργανίζετο το εσωτερικόν της Ελλάδος, πανώλης ανεφάνη περί τα μέσα του απριλίου κατά πρώτον εν Ύδρα, μετ’ ολίγον εν Σπέτσαις, και μετά ταύτα εν Πελονοννήσω και εν αυτή τη καθέδρα της Κυβερνήσεως. Η πανώλης εθέριζεν εν τοις μεσσηνιακοίς φρουρίοις, και η εκείθεν μετακόμισις ανταλλαγέντων αιχμαλώτων μετέδωκε το κακόν. Διατρίβων δε ο κυβερνήτης εν Ναυπλίω, καθ’ όν καιρόν ανεφάνησαν τα πρώτα συμπτώματα του μολυσμού, επεσκέφθη αυτοπροσώπως την ‘Υδραν και τας Σπέτσες μη πατήσας γην, και την 1 Μαΐου επανήλθεν εις Αίγιναν∙ και κατ΄ αρχάς μεν εκάθησεν εν τη Περιβόλα ευρών την πόλιν και ανεχώρησε την 14 εις Πόρον επί του ελληνικού δικατάρτου Νέλσωνος∙ συνέπλευσαν δε και η γαλλική φρεγάτα Ήρα και η αγγλική Δρυάς μη συγκοινωνούσαι εξ αιτίας του μολυσμού∙ χάρις δε εις την αντίληψιν της κυβερνήσεως ο μολυσμός εξαλείφθη εντός ολίγου».
Εξ όλων των παραπάνω συνάγεται, ότι μεταξύ των μέτρων, που ο Ι. Καποδίστριας έλαβε, δεν συμπεριλαμβάνεται το κλείσιμο των ιερών ναών, αφού πουθενά στις πηγές δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο. Σαφώς αποφασίσθηκαν η απαγόρευση κυκλοφορίας, ο αποκλεισμός των περιοχών που μολύνθηκαν από τις υγιείς, όχι όμως το κλείσιμο των ιερών ναών. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται:
α) από την υποχρέωση των εφημερίων να τηρούν ειδικό Βιβλίο περί γάμων και βαπτίσεων και
β) από την επανειλημμένη αναφορά σε διάφορα νομοθετήματα και επιστολές στην θεία πρόνοια και στον χαρακτηρισμό της νόσου ως προερχόμενο από το θείο έλεος.
Έχω την άποψη, ότι κατόπιν των ανωτέρω, καθίσταται σαφές, ότι ο Ι. Καποδίστριας ουδέποτε κατά την περίοδο της νόσου σε περιοχές της επικράτειας, ιδίως σε Ύδρα και Σπέτσες, έκλεισε ιερούς ναούς και απαγόρευσε τις ιεροπραξίες και τις λειτουργίες σ΄ αυτούς.
Άλλωστε, και το επίμαχο νομοσχέδιο ψηφίσθηκε μετά την λήψη των οποιωνδήποτε μέτρων, οπότε ήταν αδύνατον ο Ι. Καποδίστριας να εφαρμόσει νομικές διατάξεις, οι οποίες δεν είχαν θεσπισθεί κατά τη λήψη των μέτρων κατά της μολυσματικής νόσου.
Άρα, δεν είναι δυνατή η σύνδεση του επίμαχου Ψηφίσματος με τις αποφάσεις του Ι. Καποδίστρια για την αντιμετώπιση της πανώλης και πολύ περισσότερο δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός, ότι ο Ι. Καποδίστριας έκλεισε τους ιερούς ναούς βάσει αυτού του Ψηφίσματος.
Αλλά ας δούμε τώρα το σχετικό νομοθέτημα, δηλαδή το ΙΕ΄ Ψήφισμα της 20ης Αυγούστου 1828, το οποίο φέρεται, ότι θέσπισε ο Ι. Καποδίστριας.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η Δ΄ Εθνοσυνέλευση στο Άργος αναβλήθηκε μετά από κοινή απόφαση Κυβερνήτη και Πανελληνίου. Οι εργασίες άρχισαν τελικά με την προκαταρκτική συνέλευση στις 11 Ιουλίου 1829.
Συμφώνως με τα πρακτικά της Εθνοσυνελεύσεως[26], ένα από τα θέματα που συζητήθηκαν στη συνεδρίαση Ε΄ της 17ης Ιουλίου ήταν και η σύνταξη Ψηφίσματος περί Υγειονομικού Οργανισμού: «Εν τη σημερινή συνεδριάσει,… εκοινοποιήθη εις την Συνέλευσιν το υπ’ αριθ. 13,478 της Κυβερνήσεως υπ’ αρ. 11 των εισερχομένων, δι’ ού ειδοποιεί, ότι διετάχθη ο Γραμματεύς της Επικρατείας να βάλη υπ’ όψιν της Συνελεύσεως τους προσωρινούς Οργανισμούς, τους συγκροτούντας το όλον των Κυβερνητικών πράξεων (ΚΔ΄). Επαρουσιάσθη ο Γραμματεύς της Επικρατείας, και μετά την έγγραφον έκθεσιν, καταχωρηθείσαν υπ’αρ. 13 των εισερχομένων (ΛΕ΄), έβαλενυπ΄ όψιν της Συνελεύσεως τα ακόλουθα∙ ά. ………., β΄……….., θ΄. Ψήφισμα κανονίζον τον οργανισμόν των Υγειονομείων (ΜΓ΄) και Λιμεναρχείων (ΜΔ΄)»[27].
Το Ψήφισμα αυτό εγκρίθηκε[28]και τέθηκε σε ισχύ με ημερομηνία προγενέστερη, δηλαδή την 20η Αυγούστου 1828[29], ημερομηνία λογικώς που αντιστοιχεί στην ημερομηνία υπογραφής του. Πάντως, δεν δημοσιεύθηκε στην Γενική Εφημερίδα και όπως σημειώνει ο Α. Μάμουκας[30], το δημοσιευόμενο απ’ αυτόν κείμενο προέρχεται από δικό του αντίγραφο, διότι το πρωτότυπο δεν ανευρέθηκε.
Στο Ψήφισμα αυτό, υπάρχει πράγματι το άρθρο 285[31], το οποίο προβλέπει μεταξύ άλλων ότι: «εμποδίζεται πάσα θρησκευτική τελετή».
Η διάταξη όμως αυτή, όπως απέδειξα παραπάνω, δεν εφαρμόσθηκε από τον Ι. Καποδίστρια.
Εφαρμόσθηκε, όμως, το έτος 1837 από τον Διαμαρτυρόμενο και μη Ορθόδοξο Βασιλέα Όθωνα, στην περίπτωση της πανώλης στον Πόρο[32].
Όπως προκύπτει από την Έκθεση αυτή, μεταξύ των χώρων που σφραγίσθηκαν περιλαμβάνονται οι ιεροί ναοί, στους οποίους είχαν δικαίωμα να εισέρχονται μόνο οι ιερείς: «… δύο σώματα συγκείμενα από πέντε στρατιωτών και ενός χωροφύλακος περιφέροντο εις την πόλιν, υποχρεόνοντα τους κατοίκους να καθαρίζουν την περιφέρειαν των οικιών των, και να καίουν τας ακαθαρσίας, και ν΄ απαγορεύουν τας συνελεύσεις τόσον εις την αγοράν, καθώς και εις τα εργαστήριαμ, τα πωλούντα τρόφιμα∙εσφαλίσθησαν τα λοιπά εμπορικά μαγαζεία, καθώς και οι εκκλησίαι, και δεν εσυγχωρείτο να εισέρχωνται εις τας τελευταίας παρά μόνον οι ιερείς»[33].
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το Διάταγμα (άνευ ημερομηνίας), που δημοσιεύεται στο Παράρτημα της Ιστορικής Εκθέσεως[34], όπου στην πργφ. 13[35] ορίζεται, ότι στις χώρες που μολύνονται: «αποκλείονται μεν εις τας ιδίας αυτών οικίας οι άνθρωποι μη εξερχόμενοι άνευ ιδιαιτέρας αδείας, απαγορεύονται δε αι κοιναί συνδιατριβαί εις τας εκκλησίας, τα ξενοδοχεία, τα λουτρά και τα ευθυμίας καταστήματα, καθώς και αυταί αι συνελεύσεις (συρροή) εις τους δρόμους και τας αγοράς..».
Η αποτελεσματικότητα των μέτρων αυτών αλλά και η εν γένει αντιμετώπιση της καταστάσεως αυτής στον Πόρο, αμφισβητήθηκε εντόνως από τον Πέτρο Ηπίτη, ιατροφιλόσοφο, επιφανή Φιλικό και προσωπικό γιατρό του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο οποίος διορίστηκε μέλος του Ιατροσυνεδρίου του Όθωνα και τον Απρίλιο του 1837, όταν εμφανίστηκε επιδημία πανούκλας στον Πόρο, τον έστειλαν εκεί για να βοηθήσει στην αντιμετώπισή της.
Όταν, λοιπόν, ο αρχίατρος του βασιλιά Όθωνα και πρόεδρος του Ιατροσυνεδρίου Κάρολος Βίπμερ δημοσίευσε το έργο «Ιστορική Έκθεσις περί της εν Πόρω πανώλους», ο Ηπίτης δυσαρεστήθηκε με τα όσα περιελάμβανε η Έκθεση και απάντησε με μία αντι - μελέτη[36]. Σ' αυτήν ασκούσε κριτική στα σπασμωδικά κατά την άποψη του μέτρα, που είχαν λάβει οι αρχές, για να αντιμετωπίσουν την επιδημία, αμφισβητώντας ακόμη και αυτήν την ίδια την εκτέλεση των μέτρων, όπως την φύλαξη από στρατιώτες των μολυσμένων κατοικιών[37], καθόσον υποστηρικτής της απολυμάνσεως και της πυριάσεως.
Το ζήτημα είναι, ότι στο μεταγενέστερο νομοθέτημα του Όθωνα, στο Διάταγμα περί του Κανονισμού των υγειονομείων και λοιμοκαθαρτηρίων του Βασιλείου της Ελλάδος[38], εξαλείφεται η απαγόρευση ασκήσεως της λατρείας και αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, αν αναλογισθούμε το σύστημα σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας της εποχής εκείνης και τις επικρατούσες τότε απόψεις για το δικαίωμα ασκήσεως της λατρείας. Αυτό πλέον που προβλέπεται, είναι ότι σε περίπτωση που επιβληθεί εκκαθάριση σε μια περιοχή, χωρίς υποψία λοιμού, η εκκαθάριση (απολύμανση) είναι τηρητική[39]. Εάν υπάρχει όμως υποψία μολύνσεως, τότε, οι Αρχές λαμβάνουν έκτακτα μέτρα περί εκκαθαρίσεως και αναφέρουν αμέσως στο αρμόδιο Υπουργείο Εσωτερικών[40].
Οι σχετικές διατάξεις, που αφορούν στην άσκηση της λατρείας, του εν λόγω Διατάγματος, προβλέπουν:
α)όταν ο ευρισκόμενος στο λοιμοκαθαρτήριο επιθυμεί να εξομολογηθεί και να μεταλάβει, ο ιερέας ασκούσε τα καθήκοντά του με τις απαιτούμενες προφυλάξεις[41].
Οι προφυλάξεις αυτές συνίστανται[42]:
α) στην τήρηση αποστάσεως του ιερέα από τον εξομολογούμενο
β) στην χρήση μακράς λαβίδας για την θεία μετάληψη
γ) στην τήρηση αποστάσεως του ιερέα από τον ενταφιαζόμενο.
Εν κατακλείδι, το επίμαχο Ψήφισμα, και ειδικότερα η διάταξη περί εμποδίσεως των θρησκευτικών τελετών, έχοντας μάλιστα επιφυλάξεις αν το ρήμα «εμποδίζονται» ερμηνεύεται εδώ ως «απαγορεύονται» ή ως «περιορίζονται», δεν εφαρμόσθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια στην περίπτωση της πανώλης του 1828, διότι ακόμη δεν είχε ψηφισθεί.
Μετά την ψήφισή του, φαίνεται να εφαρμόσθηκε μεν από τον Διαμαρτυρόμενο Βασιλέα Όθωνα μέσα όμως στο πλαίσιο των τότε σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, αλλά η διάταξη αυτή δεν συμπεριελήφθη στον μεταγενέστερο σχετικό νομοθέτημα, που θεσπίσθηκε επίσης επί της βασιλείας του Όθωνα.

------------------------------------------------
[1]Βλ. Τρύφωνος Ευαγγελίδου, Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος (1828-1831), εν Αθήναις, εκδ. Π.Ε. Ζανουλάκης-Βιβλιοπώλης, 1894, 199.
[2]Βλ. Τρύφωνος Ευαγγελίδου, ο.π., σ. 199.
[3]Βλ. Τρύφωνος Ευαγγελίδου, ο.π., σ. 199-200.
[4]Βλ. Τρύφωνος Ευαγγελίδου, ο.π., σ. 200. Βλ. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 31, έτος Γ΄/2.5.1828, 129-130, σε https://drive.google.com/file/d/1MG8kIuEby_Kj77DgENWGRqZdNiJz1oPc/view
[5]Βλ. Επιστολαί Ιωάννου Καποδίστρια, Κυβερνήτου της Ελλάδος διπλωματικαί, διοικητικαί και ιδιωτικαί, γραφείσαι από 8 Απριλίου 1827 μέχρις 26 Σεπτεμβρίου 1831, Τ. 2, Αθήνησιν, Τύποις Κωνσταντίνου Ράλλη, 1841.
[6]Βλ. Επιστολαί, ο.π., Επιστολή προς Πανελλήνιον, 9.
[7]Βλ. Επιστολαί, ο.π., Επιστολή προς Πανελλήνιον, 10.
[8]Βλ. Επιστολαί, ο.π., Επιστολή προς Πανελλήνιον, 10.
[9]Βλ. Επιστολαί, ο.π., Επιστολή προς Πανελλήνιον, 10.
[10]Βλ. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 32, έτος Γ΄/5.5.1828, 131, σε https://drive.google.com/file/d/1MG8kIuEby_Kj77DgENWGRqZdNiJz1oPc/view: «Την 18 Απριλίου ο ιατρός Κύριος Σπυρίδων Καλογερόπουλος, όστις είχεν ήδη σταλή εις τους τόπους, επανήλθεν εις την Κυβέρνησιν, και αφήρεσεν απ’ αυτής πάσαν αμφιβολίαν περί της φύσεως της ασθενείας».
[11]Βλ. Επιστολαί, ο.π., Επιστολή προς Πανελλήνιον, 46. Βλ. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 29, έτος Γ΄/25.4.1828, 121, σε https://drive.google.com/file/d/1MG8kIuEby_Kj77DgENWGRqZdNiJz1oPc/view
[12]Βλ. Επιστολαί, ο.π., Επιστολή προς Διοίκησιν Ύδρας, 46.
[13]Βλ. Επιστολαί, ο.π., Επιστολή προς Διοίκησιν Ύδρας, 47.
[14]Βλ. Επιστολαί, ο.π., Επιστολή της 22 Απριλίου 1928 προς τον Πλοίαρχο Άστιγ, 48-49.
[15]Βλ. Επιστολαί, ο.π., Επιστολή της 22 Απριλίου 1928 προς τον Πλοίαρχο Πάρκερ, 49-50.
[16]Βλ. Επιστολαί, ο.π., Επιστολή προς τη Δημογεροντία Ψαρών, 56.
[17]Βλ. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 32 έτος Γ΄/5.5.1828, 132, σε https://drive.google.com/file/d/1MG8kIuEby_Kj77DgENWGRqZdNiJz1oPc/view
[18]Βλ. Επιστολαί, ο.π., Επιστολή της 14 Μαΐου 1928 προς τον Βιάρο Καποδίστρια και Ι. Κωλέττη, 90-92.
[19]Βλ. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 45 έτος Γ΄/23.6.1828, 185-186, σε https://drive.google.com/file/d/1MG8kIuEby_Kj77DgENWGRqZdNiJz1oPc/view
[20]Βλ. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 45 έτος Γ΄/23.6.1828, 186, σε https://drive.google.com/file/d/1MG8kIuEby_Kj77DgENWGRqZdNiJz1oPc/view
[21]Βλ. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 56 έτος Γ΄/4.8.1828, 231, σε https://drive.google.com/file/d/1MG8kIuEby_Kj77DgENWGRqZdNiJz1oPc/view
[22]Βλ. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 57 έτος Γ΄/8.8.1828, 237, σε https://drive.google.com/file/d/1MG8kIuEby_Kj77DgENWGRqZdNiJz1oPc/view
[23]Βλ. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 65 έτος Γ΄/5.9.1828, 269, σε https://drive.google.com/file/d/1MG8kIuEby_Kj77DgENWGRqZdNiJz1oPc/view
[24]Βλ. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 66 έτος Γ΄/8.9.1828, 271, σε https://drive.google.com/file/d/1MG8kIuEby_Kj77DgENWGRqZdNiJz1oPc/view
[25]Βλ. Σπυρίδωνος Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοσις δευτέρα επιθεωρηθείσα και διορθωθείσα, Τόμος Δ’, εν Λονδίνω εκ της εν τη αυλή του Ερυθρού Άβοντος Τυπογραφίας Ταϋδόρου και Φραγκίσκου, μωξβ΄, 273-274.
[26]Βλ. Ανδρέα Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, ήτοι συλλογήν των περί την αναγεννωμένην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων, από του 1821 μέχρι τέλους του 1832, Τ. ΙΑ΄, Αθήνησιν, εκ του Βασιλικού Τυπογραφείου, 1852, 1επ.
[27]Βλ. Ανδρέα Μάμουκα, ο.π., 31-32.
[28]Βλ. Ανδρέα Μάμουκα, ο.π., 33: «Κατά συνέπειαν του άρθρου 7 της Γ΄ συνεδριάσεως, διευθύνθησαν οι ανωτέρων κανονισμοί, και αντίγραφον της εκθέσεως του Γραμματέως της Επικρατείας προς την Επιτροπήν της Συνελεύσεως, συνωδευμένα με το υπ’ αριθ. 14 έγγραφον (Ν΄)».
[29]Βλ. το κείμενο σεΑνδρέα Μάμουκα, ο.π., 404επ.
[30]Βλ. Ανδρέα Μάμουκα, ο.π., 404, υποσημ. 1.
[31]Βλ. Ανδρέα Μάμουκα, ο.π., 455.
[32]Βλ. Ιστορική Έκθεσις της εν Πόρωπανώλους κατά τους μήνας Απρίλιον, Μάϊον και Ιούνιον του 1837 και των παρά της Κυβερνήσεως ληφθέντων μέτρων εκδοθείσα κατά τα επίσημα της επί των Εσωτερικών Γραμματείας έγγραφα, και κατ΄ έγκρισιν της Α.Μ. υπό του Καρόλου Βίμπερ Αρχιατρού της Α.Μ., ανωτέρου Ιατροσυμβούλου και Προέδρου του Βασιλικού Ιατροσυνεδρίου, εν Αθήναις, εκ της Βαιλικής Τυπογραφίας, 1837.
[33]Βλ. Ιστορική Έκθεσις, ο.π., 11.
[34]Βλ. Ιστορική Έκθεσις, ο.π., 48επ.
[35]Βλ. Ιστορική Έκθεσις, ο.π., 50.
[36]Βλ. Βασιλείου Ηπίτη, Η πανώλη εις Πόρον και ο Κάρολος Βίμπερ εις την Ελλάδα, εν Αθήναις, εκ της Τυπογραφίας Ν. Παπαδόπουλου, οδός Εύχαρις αριθμός 15, 1837.
[37]Βλ. Βασιλείου Ηπίτη,ο.π., 17: «Σελίδι 11 λέγει ο κ. Βέμπερ «αι μολυνθείσαι οικίαι σφραγισθείσαι εφυλάττοντο έξωθεν εκάστη από έναν στρατιώτη» ψευδέστατον, μήτε στρατιώτης, μήτε φύλακος ίσκιος εφύλατε τους μεμολυσμένους οίκους…».
[38]Βλ. Συλλογή των υγειονομικών νόμων, κανονισμών και λοιπών διαταγμάτων των αφορώντων την υγειονομικήν υπηρεσίαν του Βασιλείου της Ελλάδος, εν Αθήναις, εκ της Βασιλικής Τυπογραφίας, 1845, 29επ.
[39]Βλ. Συλλογή, ο.π., άρθρο 365 εδ. α΄, 156.
[40]Βλ. Συλλογή, ο.π., άρθρο 365 εδ. β΄, 156.
[41]Βλ. Συλλογή, ο.π., άρθρο 242, 105.
[42]Βλ. Συλλογή, ο.π., άρθρο 303, 138.




Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Ευάγγελος Βενιζέλος: Θεολογία, Ιστορία, Βιολογία

Στο βιβλίο του «Η εξάπλωση του Χριστιανισμού» που κυκλοφόρησε σε ελληνική μετάφραση το 2005 από τις εκδόσεις του ιδρύματος «Άρτος Ζωής», ο Rodney Stark, εξηγεί ότι ένας κρίσιμος παράγοντας για την εξάπλωση του Χριστιανισμού ήταν το υψηλό ποσοστό επιβίωσης των μελών των χριστιανικών κοινοτήτων κατά τη διάρκεια των μεγάλων και θανατηφόρων επιδημιών της εποχής.

Αυτό οφειλόταν στο αίσθημα αλληλεγγύης και κυρίως στην έμπρακτη βοήθεια που προσέφεραν στα μέλη τους, με τη μορφή της περίθαλψης των ασθενών, οι χριστιανικές κοινότητες.

Κατά τον τρόπο αυτό αυξανόταν εκθετικά το ποσοστό των χριστιανών σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό που εμφάνιζε πολύ υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας.

Οι χριστιανικές κοινότητες βοηθούσαν τους πιστούς με φροντίδα και νοσηλεία και όχι απλώς με προσευχές ή λατρευτικές δραστηριότητες.

Απέναντι στους τρομακτικούς υγειονομικούς κινδύνους των πρώτων χριστιανικών χρόνων, οι χριστιανικές κοινότητες είχαν αντιτάξει τους απλούς ιατρικούς και νοσηλευτικούς μηχανισμούς της εποχής.

Μέσω αυτών εκδήλωναν την αγάπη προς τον πλησίον και διασφάλιζαν τη συλλογική τους λειτουργία, την κοινωνία τους.

Την εποχή των διωγμών κατά των Χριστιανών επιβλήθηκε η εκκλησιαστική απαγόρευση του λεγόμενου εισπηδητικού μαρτυρίου, δηλαδή της απρόκλητης υπαγωγής στο μαρτύριο, προκειμένου κάποιος ή κάποια να εμφανισθεί ως ομολογητής της πίστης και να καταστεί μάρτυρας.

Η Εκκλησία των χρόνων των διωγμών, η Εκκλησία των Κατακομβών είχε πλήθος ομολογητών και μαρτύρων. Δεν χρειαζόταν εθελοντές και επιδεικτικούς μάρτυρες.

Ήθελε τους πιστούς ζωντανούς. Τώρα ποιος είναι άραγε ο «διώκτης»; Ο ιός ή η δημοκρατική πολιτεία που αγωνίζεται να ανακόψει τη διάδοση και τις επιπτώσεις του; 

Όλα τα πιεστικά και απροσδόκητα ερωτήματα, όλες οι κρίσεις, όλες οι δοκιμασίες, όλες οι καινοφανείς και οριακές καταστάσεις, επιβάλλουν να μελετούμε την Ιστορία και να επιστρέφουμε στα θεμελιώδη.

Είτε κάποιος αναφέρεται στα θεμελιώδη της πίστης του είτε κάποιος αναφέρεται στα θεμελιώδη της νεωτερικότητας μεταξύ των οποίων το κοινωνικό κράτος δικαίου. Ο κοινός παρονομαστής είναι η αλληλεγγύη.

Ο σεβασμός του άλλου ως προσώπου και των άλλων ως κοινωνίας. Ο σεβασμός της παρούσας ζωής ως δώρου.

Το κράτος αγωνίζεται να επιτύχει ως διαχειριστής της κρίσης ενώ αμφισβητείται με πρωτοφανή τρόπο η Κυριαρχία του όχι από αλλά κράτη ή τις δυνάμεις της αγοράς αλλά από τις δυνάμεις της βιολογίας.

Απέναντι τους ούτε η Θεολογία ούτε η Ιστορία προσφέρουν κάποιο σοβαρό επιχείρημα που να στηρίζει την ανυπακοή στους θεμελιώδεις κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης και επιβίωσης.

Με σεβασμό στο Σύνταγμα και τους διεθνείς κανόνες προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχουν προ πολλού προβλέψει τι γίνεται σε κατάσταση ανάγκης.




Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

Ειρήνη Χριστινάκη, Ιεροί Κανόνες και Ιεράρχηση του Αγαθού της Ζωής και της Υγείας




Ιεροί Κανόνες και Ιεράρχηση του Αγαθού της Ζωής και της Υγείας 


Της Ειρήνης Χριστινάκη*


Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ παρά ἀνθρώποις ἤ ἀπόδοτε τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ; Η εφαρμογή των παραπάνω χριστιανικών επιταγμάτων στην παρούσα πανδημική κατάσταση. 


Για τους χριστιανούς η βούληση του Θεού εκφράζεται στο σώμα της καθόλου Εκκλησίας, της οποίας η νομοθετική βούληση έχει εκφραστεί μέσω των Οικουμενικών Συνόδων. Σύμφωνα με τον 88 Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής πάντα τα κανονικά θέσμια, και άρα και τα λατρευτικά, υποχωρούν ενώπιον της ανθρώπινης ζωής και υγείας και προσαρμόζονται ώστε να μην τις θέτουν σε κίνδυνο. Συγκεκριμένα προβλέπει ο Πενθ. 88: τό γάρ σάββατον διά τόν ἄνθρωπον γενέσθαι ἐκδιδασκόμεθα· ὥστε διά πάντων προτιμητέαν ἡγεῖσθαι τήν τοῦ ἀνθρώπου σωτηρίαν τε καί ἀπάθειαν. Με βάση αυτόν τον Ιερό Κανόνα η προστασία πάντων των αγαθών της Εκκλησίας υποχωρεί, μεταβάλλεται και προσαρμόζεται, όταν η διατήρηση της προστασίας αυτής κατά τα κανονικώς προβλεπόμενα, συνεπάγεται κίνδυνο για την ανθρώπινη ζωή και υγεία. Αυτή η γενική αρχή δικαίου έχει καθιερωθεί στην κανονική βιβλιογραφία ως αρχή της απαθείας. 


Σε μια ευνομούμενη σύγχρονη Δημοκρατία, όπου εφαρμόζεται η αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας, η Εκκλησία είναι ελεύθερη να εφαρμόζει το καθολικού κύρους δίκαιο της μέσω των αρμοδίων οργάνων της. Περιστολή του δικαιώματος της θρησκευτικἠς ελευθερίας υφίσταται μόνον αν το δίκαιο της Εκκλησίας που θεσμοθετεί τα καθήκοντα των πιστών της συγκρούεται με το δίκαιο της Πολιτείας που περιορίζει αυτά τα καθήκοντα. Όταν όμως ο περιορισμός πηγάζει από το ίδιο το δίκαιο της Εκκλησίας, τότε δεν υφίσταται σύγκρουση τουλάχιστον σε δικαιικό επίπεδο, και άρα θα ήταν εσφαλμένη τυχόν εφαρμογή του δικαίου της Εκκλησίας με ρυθμιστικές ενέργειες που προκαλούν στους πολίτες και πιστούς της Εκκλησίας σύγκρουση μεταξύ του καθήκοντος της πειθαρχίας στους Νόμους της Πολιτείας και της υπακοής στις αποφάσεις της Εκκλησίας. 


Αρμόδιο όργανο για να λάβει απόφαση για τη λήψη μέτρων που να περιορίζουν ή προσαρμόζουν τη λατρεία ώστε να μην έρχεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη ζωή είναι ο επίσκοπος, ο οποίος είναι γενικά υπεύθυνος για την πνευματική πρόοδο και σωτηρία των πιστών της εκκλησιαστικής του κοινότητας, η οποία, όμως, δεν είναι άσχετη και ασύνδετη προς τις άλλες εκκλησιαστικές κοινότητες και την κοινωνία, ιδιαίτερα σήμερα που η επικοινωνία με τους άλλους έχει αποσυνδεθεί από την τοπικότητα της βιολογικής ύπαρξης. Ο επίσκοπος ακόμη και όταν φαινομενικώς πράττει χωρίς απόφαση Συνόδου, ενεργεί συνοδικώς διότι με τη Συνοδικότητα ισχύει ότι και με την Ευχαριστία: το χαρισματικό μυστήριο της Εκκλησίας λειτουργεί σε όλο το σώμα της, αρκεί να λειτουργείται ακόμη και σε ένα μόνο μέλος της. Η ορθή κανονική λύση συνδέεται με την καθολικότητα της δικαιικής Αλήθειας και όχι την αριθμητική αντιπροσωπευτικότητα μιας Συνόδου, ακόμη και όταν η Σύνοδος αυτή φέρει τα εξωτερικά τυπικά στοιχεία της Οικουμενικής. Την Οικουμενικότητα τελικά την κρίνει το πλήρωμα της Εκκλησίας και όχι ο αριθμός των μετεχόντων. Υπήρξαν στην Ιστορία της Εκκλησίας Σύνοδοι που συγκλήθηκαν ως Οικουμενικές αλλά ουδέποτε αναγνωρίσθηκαν ως φορείς της καθολικής δικαιικής Αλήθειας από το πλήρωμα της Εκκλησίας. Επειδή ο όλος Χριστός υπάρχει σε κάθε κατά τόπον Εκκλησία, όταν μια κατά τόπον Εκκλησία εφαρμόζει δικαιοπλαστικά ή δικαιοπαραγωγικά την καθολική δικαιική Αλήθεια, επί της ουσίας φανερώνει στο καθολικό σώμα της Εκκλησίας (και όχι μόνο στο σώμα της κατά τόπον Εκκλησίας) το καθολικό δικαιικό κύρος της εφαρμογής. Η καθολική όμως ισχύς εξαρτάται από την υιοθέτηση αυτής της εφαρμογής από όλες τις άλλες κατά τόπον Εκκλησίες, κάτι που μπορεί να γίνει είτε συγχρονικά μέσω της Συνάξεως της Εκκλησίας σε Σύνοδο, είτε ασύγχρονα με τη σταδιακή υιοθέτηση της αληθώς, δηλαδή πραγματικώς, ορθής και προσήκουσας κανονικής λύσης και από τις άλλες κατά τόπον Εκκλησίες. 


Η Εκκλησία χάρις στον Πενθ. 88 δεν έχει κενό δικαίου στο θετικό ιεροκανονικό δίκαιο Της, όσον αφορά στην αντιμετώπιση της πρωτόγνωρης αυτής πανδημίας αλλά έχει και μπορεί να εφαρμόσει το δικό της δίκαιο (το οποίο στην Ελληνική Επικράτεια είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένο δυνάμει του άρθρου 3 του Συντάγματος) και να επιβάλλει αυστηρά περιοριστικά μέτρα του τρόπου άσκησης της εκκλησιαστικής λατρείας. Οφείλει με βάση το δίκαιο της π.χ. να λάβει μέτρα που να ρυθμίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στον Ιερό Ναό, να ρυθμίσει την τέλεση των ιεροπραξιών σε κενούς ναούς και χωρίς πρόσβαση του λαού, κάποιων κατ᾽ οίκον ακολουθιών στις ιερατικές οικογένειες με ιντερνετική μετάδοση, και ό,τι άλλο μέτρο κρίνει ότι προστατεύει την ανθρώπινη ζωή και υγεία ως ανταποκρινόμενο στις επιταγές της επιστήμης. Μπορεί ακόμη και να κλείσει τελείως του Ιερούς Ναούς για όσο διάστημα επιβάλλεται, εφόσον οι επιστήμονες ιατροί δώσουν αυτήν την σύσταση. Την ύπαρξη κινδύνου της ανθρώπινης ζωής και το μέτρο για την εξαφάνιση του κινδύνου η Εκκλησία οφείλει να το λάβει από την επιστήμη, λαμβάνοντας διαρκή πληροφόρηση. 


Για να γίνουν κατανοητά τα παραπάνω θα χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα κανονικού συλλογισμού στο κυρωτικό πεδίο της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης: Η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου είναι εξωτερικός όρος του κανονικού αξιοποίνου, εκείνου του Ποιμένα, ο οποίος παρά το γεγονός ότι έχει λάβει πληροφόρηση για τον πραγματικό κίνδυνο, την αγνοεί και δεν λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για τη σωτηρία της ανθρώπινης ζωής και υγείας. Δεν επηρεάζει το καταλογισμό αν η αγνόηση της ομόφωνης γνώμης της επιστήμης οφείλεται σε αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της, διότι ο Ποιμένας δεν είναι επιστήμονας για να αντιτάξει επιστημονικό αντίλογο. Συνεπώς, ευθύνεται κανονικά ο Ποιμένας που αμφισβητεί την εγκυρότητα της επιστημονικής πληροφόρησης όταν μάλιστα ομοφωνεί σύσσωμη η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα, οι δε ελάχιστες διαφοροποιήσεις δεν μπορούν να αμβλύνουν το κανονικά δεσμευτικό χαρακτήρα της γενικής ομοφωνίας. 


Στην ιστορία της Εκκλησίας, από τα πρώτα βήματά της, κατά το Βυζάντιο αλλά και στη νεωτερική εποχή μέχρι και σήμερα, οι ρυθμίσεις των πολιτειακών νόμων πολλές φορές τύχαινε να συμπίπτουν με το δίκαιο της Εκκλησίας, κυρίως λόγω της επίδρασης των χριστιανικών αξιών στον νομικό πολιτισμό. Οι σύγχρονες Δημοκρατίες σέβονται το ανθρώπινο δικαίωμα στη ζωή και στην καλή υγεία και έχουν τοποθετήσει αυτά τα αγαθά στην κορωνίδα των προστατευόμενων εννόμων αγαθών κατόπιν μια μακραίωνης εξέλιξης του νομικού πολιτισμού, ενώ ο Χριστιανισμός έχει προτάξει την ανθρώπινη ζωή και υγεία έναντι κάθε άλλου αγαθού, από τα πρώτα του βήματα. Μέσω του βιβλικού γράμματος ότι ου ο άνθρωπος δια το Σάββατον, αλλά το Σάββατον δια τον άνθρωπο, έχει εφαρμόσει αυτή τη ρύθμιση διαχρονικά (Ενδεικτικά: Θεραπεία του Χριστού ημέρα Σάββατο κατά παράβαση του Νόμου, Κανόνας 9ος Πέτρου Αλεξανδρείας του 311 μΧ που τιμωρεί όσους κατά την εποχή των διωγμών από ενθουσιαστικές τάσεις αυτοπαραδίδονται στο θανάσιμο μαρτύριο, χάριν του αγαθού του κέρδους της αιωνίου ζωής, Κανόνας 2 της Α Οικουμενικής Συνόδου του 325 μΧ που τιμωρεί τους αυτοευνουχιζόμενους χάριν του αγαθού της ασκήσεως κ.α.). 


Η Εκκλησία διατύπωσε και εισήγαγε στο εν στενή εννοία θετό δικαιό της τη γενική αρχή αυτή δικαίου, γνωστή και ως αρχή της απαθείας στη κανονική βιβλιογραφία το 691 μέσω του 88ου Κανόνα της Πενθέκτης, ο οποίος μάλιστα προστατεύει το αγαθό της Λατρείας εντός του Ιερού Ναού. Συνεπώς, με βάση τα κανονικά επιτάγματα ότι οὐ καλόν τό καλόν ὅταν μή καλῶς γίνηται (Ζωναράς, Ερμηνεία στον 660 Αποστολικό Κανόνα) και το επίσης κανονικό ρητό οὐ μικρόν τό παρά μικρόν (Ιερός Κανόνας 1 του Διονυσίου Αλεξανδρείας) η Εκκλησία εφαρμόζει με διάκριση και αίσθημα ευθύνης τον Νόμο της, που κατά την παρούσα συγκυρία συμφωνεί με τον Νόμο της Πολιτείας.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η συμφωνία των κατά τόπους Εκκλησιών που εδράζονται στον ελλαδικό χώρο με τα μέτρα της Πολιτείας δεν είναι τυχαία, αλλά οφείλεται στην ωριμότητα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας και του κοινού ενδιαφέροντος τους για τον ελληνικό λαό που υπηρετούν και οι δύο.


______________________


* Η κ. Ειρήνη Χριστινάκη είναι Καθηγήτρια του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών





Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη