Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναχισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναχισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Μωυσέως Αγιορείτου (+), Όσιος Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης

πηγή-φωτό: ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ


Ο Σιμωνοπετρίτης ηγούμενος Ιερώνυμος συνήθιζε να κοιμάται στο σκαμνί ή στην καρέκλα και για λίγο. «Στον μοναχό είναι αρκετό και τ’ ότι βρίσκεται κάτω από σκεπή» έλεγε. «Περισσότερο πετρέλαιο είχε κάψει στη λάμπα του για τις αναγνώσεις και μελέτες του, παρά νερό είχε πιει σε όλη του τη ζωή», έλεγαν.

Όταν αδελφοί του τον κα­τηγόρησαν για καταχραστή, ενώ γνώριζε καλά τους καταχραστές, η ανεξικακία του δεν του επέτρεψε να τους μαρτυρήσει και απλά στους ανακρίνοντες είπε: «Μήπως ο άγιος Σίμων γνωρίζει… Μήπως εκείνος χρειάσθηκε τα χρήματα και τα πήρε …». Υπέμεινε αδιαμαρτύρητα εξορία. Έκανε βουρδουνάρης στη μονή Κουτλουμουσίου. Έμεινε για λίγο σε μία καρβουναποθήκη στα Καυσοκαλύβια. Διήλθε από το μετόχι του Αγίου Χαραλάμπους στη Θεσσαλονίκη και κατέληξε στο μετόχι της Αναλήψεως των Αθηνών. Δεν έπαυσε ποτέ να προσεύχεται θερμά για τους κατηγόρους και τους συκοφάντες του.

Στο τέλος των συνεχών αγώνων του η αγάπη του στον Θεό αποδείχθηκε με ουράνια χαρίσματα: διάκριση, διόραση, προόραση. Αξιώθηκε να λειτουργεί με αγγέλους. Να μην πατά στη γη όταν λειτουργούσε. Τα πνευματικά του τέκνα μιλούν με ιερή συγκίνηση για θαύματα της πύρι­νης προσευχής του. Ο θάνατος τον βρήκε προσευχόμενο κι ευχαριστούντα τον Θεό για το μεγάλο δώρο των πυκνών ασθενειών του.

Για όσους αγαπούν τους αριθμούς, δίνουμε μερικούς: 17 ετών έρχε­ται από το Ρεΐζ-Δερέ της Μ. Ασίας στην ουρανογείτονα Σιμωνόπετρα. Μετά 47 ετών δοκιμή κείρεται μεγαλόσχημος μοναχός από τον σπουδαίο Αλατσατιανό ηγούμενο Νεόφυτο (+1907). Επί 43 έτη δεν κοιμήθηκε σε κρεβάτι. 69 έτη φορούσε το τίμιο του μοναχού ένδυμα, χρησιμοποιώντας το πάντοτε ως υπηρετική ποδιά των αδελφών του. Το μοναχικό ράσο φόρεσε σε περισσότερες από 300 αφιερωμένες ψυχές. Τα πνευματικά του τέκνα αριθμούνται σε αρκετές δεκάδες εκατοντά­δων. Οι παραμυθητικές επιστολές του υπολογίζονται σε 10.000 περί­που. Μνημόνευε καθημερινά στην προσκομιδή περί τα 2.500 ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων. Στο συρτάρι του βρήκαν μετά την οσιακή κοίμησή του 7 δραχμές, που δεν θα είχε προλάβει να προσφέρει στους φίλους του φτωχούς, στις πόρτες των οποίων τις νύχτες κρυφά άφηνε την ελεημοσύνη του. Εκοιμήθη σε ηλικία 86 ετών. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 7.1.1957. Χιλιάδες κόσμος βρέθηκε στην κηδεία του διηγούμενος μετά δακρύων πολλά θαυμαστά γεγονότα του βίου του. Ετάφη πίσω από το άγιο βήμα του ιερού ναού της Αναλήψεως, μετοχιού της αθωνικής μονής Σίμωνος Πέτρας, στον Βύρωνα Αθηνών. Υπήρξε οικονόμος του μετοχίου από το 1931. Ωφέλησε χιλιάδες ψυχές. Με αυτή την υπέροχη «αριθμητική» πως να μην ευωδιάσουν τα χρυσαφένια οστά του, στην ανακομιδή του 1965, όπου παιδί κι εμείς παρακολουθούσαμε με συγκίνηση τα γενόμενα, μη γνωρίζοντας τότε ότι μετά δύο δεκαετίες θα μονάζαμε στη μονή του και θα καθιστάμεθα βιογράφος του. Η μακα­ριστή μητέρα μου τον είχε Πνευματικό.

Ο μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικης Νικόλαος, ζώντας στο μετόχι της Αναλήψεως, έγραφε γι’ αυτόν: «Επίγειος άγγελος. Ουρά­νιος άνθρωπος. Ήταν ενάρετος και σε έκρινε. Ήσουν αμαρτωλός και σε ανέπαυε. Τον αγαπούσες και σε απεμάκρυνε. Του δημιουργούσες πειρασμούς και δεν σε απέφευγε. Τον επαινούσες και σε επιτιμούσε. Τον αδικούσες και αρνιόταν να δικαιολογηθεί. Συχνά ανέδιδε ευωδία. Ήταν τόσο ευκατάνυκτος, που σχεδόν πάντοτε κατά την ανάγνωση του Ευαγγελίου έσπαγε η φωνή του και άνοιγαν οι κρουνοί των οφθαλμών του. Χαιρόταν να συναντά τις ψυχές στη μνημόνευση. Η συμμετοχή του στη θεία λατρεία τον μετεμόρφωνε σε άγγελο …».


 Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου (+)  Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδόσεις Μυγδονία,  σελ. 569-573.


Πηγές – Βιβλιογραφία
  • Νικολάου Χατζηνικολάου ιερομ., Ιερό Μετόχι Αναλήψεως, Αθήνα 2004. 
  • Σοφοκλή Δημητρακόπουλου, Ευλαβείς κληρικοί των Αθηνών κατά τον εικοστό αιώνα, Αθήνα 2005, σσ. 11-15. 
  • Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης ο Γέρων της «Αναλήψεως», Θεσσαλονίκη 2008.



Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και το μοναστικό πνεύμα


πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και το μοναστικό πνεύμα

[Κείμενο ομιλίας σε ημερίδα για τον Ν. Γ. Πεντζίκη στο Πολιτιστικό Κέντρο του Μουσείου Μπενάκη στις 13 Δεκεμβρίου 2008. Την ημερίδα οργάνωσαν οι εκδόσεις Άγρα για τα εκατό χρόνια από την γέννηση του Πεντζίκη]


Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (δεξιά) με τον ζωγράφο Γιώργο Παραλή, το 1952, στο Άγιον Όρος [πηγή]

Η γνωριμία μου με τον Νίκο Πεντζίκη ξεκινά τον Δεκέμβριο του 1973, όταν πήγα στο σπίτι του για να τον γνωρίσω, κατόπιν προτροπής του Γέροντος Παϊσίου, τον οποίο ένα μήνα πριν είχα επισκεφτεί στο Άγιον Όρος. Η σχέση μας εξ αρχής είχε μιαν άλλη χροιά, καθώς δεν τον πλησίασα ως νέος που ενδιαφερόταν για την λογοτεχνία, αλλά γιατί αναζητούσα ένα δρόμο πνευματικό μέσα στο χάος όπου παράδερνε η ψυχή μου
Το μεγαλύτερο δίδαγμά του για μένα ήταν η εκμηδένιση του κοινωνικού του προσώπου. Η ίδια η ζωή και ο κοινωνικός βίος για την μέγιστη πλειοψηφία των ανθρώπων έχουν πλέον ταυτιστεί απολύτως. Ο μη ενταγμένος κοινωνικά, ο κοινωνικά ανενεργός, θεωρείται ανύπαρκτος. Ο Πεντζίκης με την συμπεριφορά του συνέτριβε κάθε κοινωνικό προσωπείο. Με την παρουσία και την στάση του σου θύμιζε πως ο άνθρωπος κινείται και πραγματώνεται πέρα από κοινωνικές συντεταγμένες. Σου έδειχνε πως η αλήθεια και το πραγματικό βρίσκονται πέρα από τις προσπάθειες των ανθρώπων να αποκτήσουν υπόσταση δια της ισχύος μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Γράφει στον «Απόλογο, κείμενο χωρισμένο σε δύο τετράδια και φύλλα σκόρπια»: «Αδελφοί…Είναι μια λέξη που έμαθα να χρησιμοποιώ τελειώνοντας τα "Ομιλήματα". Δεν είμαι όμως βέβαιος αν την χρησιμοποιώ με συνέπεια. Χρησιμοποιώντας όρους εκ των παραδομένων της θρησκείας του Χριστού, πρέπει ευθύς να ζητήσω συγγνώμη. Είμαι εντελώς άλλος άνθρωπος απ’ ό,τι οι παλιοί. Προθέσεις, σκοποί, όνειρα, διαθέσεις, τίποτα δικό μου δεν ευσταθεί, εν σχέσει προς τα καθιερωμένα. ΄Ενας τρόπος να οικονομηθεί το κακό είναι να γράφω. Αυτό είναι κάτι, που κατά κάποιο τρόπο, μου επιτρέπει να νιώθω ότι επικοινωνώ με τον παραδομένο κόσμο και δεν είμαι πνευματικά ξένος προς ο,τιδήποτε».
Και παρακάτω σημειώνει:
«Ξημερώνοντας πήρα την απόφαση ν’ αρχίσω. Είναι τέσσερεις μήνες που διέκοψα, τελειώνοντας τα "Ομιλήματα". Έχει πλήρως εξαντληθεί η βεβαιότητα που μου είχε δώκει η συγγραφή τους. Ο τρόπος με τον οποίο εκεί δικαιολογούσα τον εαυτό μου, ξέβαψε εντελώς. Δήθεν εξομολόγηση και μετά συνείδηση ήσυχη. Όχι όμως πια. Δεν αντέχω πια. Νιώθω τη ζωή μου εντελώς αδικαιολόγητη. Με πειράζει η μοναξιά και γι’ αυτό μεταχειρίστηκα αρχινώντας την επίκληση: Αδελφοί. Μήπως γίνει το θαύμα και συνταιριάξω με τους πλαϊνούς μου. Αλλά πώς; Εξακολουθώ να είμαι παραπάν’ απ’ ό,τι πρέπει υπερήφανος. Δεν είναι ρούχο η υπερηφάνεια να την αποβάλεις εύκολα. Πρέπει ν’ αποβάλεις μαζί της ένα μεγάλο μέρος του εαυτού σου. Να παραιτηθείς από πάρα πολλά».
Στο απόσπασμα αυτό βλέπουμε να κυριαρχείται ο συγγραφέας από το αίσθημα της ξενιτείας, που αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, τη βάση του μοναστικού πνεύματος. Το πνεύμα της ξενιτείας ξεκινά από μια εσωτερική αποξένωση σε σχέση με ό,τι προσφέρει ο αισθητός κόσμος. Όμως τότε ποιο περιεχόμενο λαβαίνει η αδελφοσύνη; Πώς να αδελφώσεις με τον άλλον όταν σου είναι καθ’ όλα ξένος και απόμακρος;
«Σκοπός είναι», συνεχίζει ο Πεντζίκης, «να μη σε υποτάξει ο θάνατος ασυναίσθητα και σε κυριαρχήσει παντελώς, βρίσκοντάς σε απροετοίμαστο. Πρέπει να είσαι έτοιμος να τον υποδεχτείς, έχοντας ξεμακρύνει των θελγήτρων που παρουσιάζουν τα αισθητά. Το ξεμάκρεμα αυτό βαθμολογείται, ως παραίτηση υπέρ της άλλης ζωής….
»Η σύγκρουση προς τα ήθη και έθιμα και τους θεσμούς, μπορεί να γίνει αιτία αυτοκτονίας, ποτέ όμως αυτό δεν μπορεί να συμβεί με παραίτηση υπέρ της αλλαγής.
»Η αλλαγή βγάνει από την μέση την πράξη, βάνοντας στη θέση της την προαίρεση. Πεθαίνουμε πράττοντες, παραιτούμεθα έχοντας την προαίρεση».
Η παραίτηση είναι αυτή που δίδει στον πνευματικό αγώνα την ιδιαίτερη υφή του, και η παραίτηση είναι που μας κάνει να μιλάμε για πνευματικό αγώνα. Κατά τον αββά Ισαάκ τον Σύρο, «όσο ο άνθρωπος επιλέγει να μένει εν ακτημοσύνη η αναχώρηση του από αυτή τη ζωή έρχεται πάντοτε στο νου του. Καθιστά συνεχή μελέτη του τη ζωή μετά την ανάσταση, και κάθε στιγμή σκέφτεται την προετοιμασία εκείνη που θα του είναι χρήσιμη στο επέκεινα… Δεν φοβάται ούτε τον ίδιο τον θάνατο, γιατί η προσοχή του βρίσκεται πάντα σ’ αυτόν, σαν κάτι που τον πλησιάζει, και αυτόν προσδοκά» [1].
Ο τάφος από σημείο αποκρύψεως του νεκρού, ώστε ο θάνατος να μην είναι ορατός ως θάνατος, γίνεται νυφική παστάδα. «Εκ του τάφου ηγέρθης ως εκ παστάδος νυφικής», ψάλλουμε στο αναστάσιμο τροπάριο. «Το όνομά μου είναι ο τάφος μου», θα πει ο Γέροντας Παΐσιος. Το κέντρο της Ορθοδόξου πνευματικότητος είναι ο τάφος. Ο Πεντζίκης το γνώριζε τούτο πολύ καλά, γι’ αυτό και δεν ιδεοκρατείτο. Ο άνθρωπος που ιδεοκρατείται, προκειμένου να αισθάνεται ισχυρός, πόρρω απέχει απ’ αυτή την αντίληψη. Ο άγιος Ισαάκ λέγει ότι ο τάφος είναι ο σαββατισμός ψυχής και σώματος. 
«Το Σάββατο», μας λέγει, «το αληθινό, το ασύγκριτο, είναι το μνήμα, που αποκαλύπτεται και φανερώνεται ως τέλεια κατάπαυση από τις θλίψεις των παθών, και από την εργασία εναντίον τους. Εκεί ολόκληρος ο άνθρωπος, και η ψυχή και το σώμα σαββατίζει» [2].
Ο απράγμων βίος των μοναχών είναι ο προθάλαμος του ασύγκριτου Σαββάτου που είναι το μνήμα. Η γνώση αυτή είναι που κάνει τον άνθρωπο να επηρεάζεται ελάχιστα από τον ιστορικό χρόνο, αντίθετα προς εκείνους που πιστεύουν και ισχυρίζονται ότι ο ιστορικός χρόνος είναι που καθορίζει τον άνθρωπο και τις ενέργειές του στον κόσμο, οδηγώντας τον δήθεν στην ολοκλήρωσή του.
Κατ’ ανάλογο τρόπο όταν ακούω μοναχούς να επικαλούνται τα συμφέροντα της Μονής τους για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους, μου έρχονται στο μυαλό οι περικαλλείς εκείνοι τάφοι που έκτιζαν οι Εβραίοι προς τιμήν των προφητών που οι ίδιοι είχαν δολοφονήσει.
Ο αγώνας και η προσπάθεια να αποκτήσουμε υπόσταση εν τω κόσμω μας απομακρύνει από τη δυνατότητα να αποκτήσουμε μια υπόσταση πραγματική. Ο κόσμος ως κτίσμα δεν μπορεί να αυτοπροσδιοριστεί, γι’ αυτό και ο δικός μας προσδιορισμός με αναφορά στον κόσμο, δεν έχει νόημα. Αν δεχτούμε την ταπεινοφροσύνη ως γιατρειά και απελευθέρωση από τους προσδιορισμούς του κόσμου, όπου η ελευθερία είναι απτή και πραγματική και δεν προσδιορίζεται από εξωτερικούς παράγοντες, γνωρίζουμε πλέον ότι μεταστροφή του νου σημαίνει μια ριζική μεταβολή της οράσεως του κόσμου και του εαυτού μας. Γνωρίζουμε ότι δεν είμαστε αθώοι των όσων συνέβησαν και συμβαίνουν στον κόσμο, ότι δεν είμαστε μόνο άτομα που πορευόμαστε χωρίς να ξέρουμε γιατί ζούμε, και ότι η κάθε μέρα, η κάθε στιγμή, μπορεί να είναι η έσχατη.
Η αμεριμνησία μας κάνει να αναλογιστούμε το διάβα των γενεών. Δεν διδάσκουν οι πράξεις που έχουν σχέση με την δράση, αλλά οι πράξεις που συντελούνται εν αδρανεία. Ενεργώντας επί του εαυτού μας ενεργούμε και προς τα έξω, θεραπεύοντας τον εαυτό μας θεραπεύουμε και τους άλλους. Δεν αισθανόμαστε, δεν καταλαβαίνουμε την εσωτερική ενότητα που διέπει τον ορατό και αόρατο κόσμο. Την ενότητα που είναι δημιούργημα της αγάπης του Θεού.
Η ροπή του Πεντζίκη προς την ξενιτεία και η σύγκρουση με τον κόσμο τον οδηγεί, συν τω χρόνω, στο να αποκτήσει με το Άγιον Όρος μια βαθύτερη και ουσιαστικότερη σχέση, και ο Συναξαριστής του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη θα αποτελέσει πεδίο καθημερινής συγγραφικής και εικαστικής άσκησης γι’ αυτόν.
«Εκεί που κατέληξαν οι επί του θέματος συλλογισμοί μου», γράφει στο κείμενό του «Άθως, η Δεύτερη πανοπλία», «είναι ότι το Άγιον Όρος μπορεί να παρομοιαστεί με την δεύτερη πανοπλία του Αχιλλέως». Εδώ εννοεί την απόκτηση, μετά την συντριβή της πρώτης πανοπλίας που είναι ο κόσμος και λαμβάνουμε από τους φυσικούς μας γονείς, της άλλης στολής, που μας επιτρέπει να συμμετέχουμε από τώρα στο επέκεινα της ουρανίου τρυφής. Η μυθική αυτή αντίληψη ως προς τον Άθωνα, ταιριάζει απολύτως με τον τρόπο σκέψεώς του. Πολλοί μπέρδεψαν τον μυθικό αυτό τρόπο σκέψης με τον σουρεαλισμό, με τον οποίο δεν έχει καμιά σχέση. Το σημαντικότερο είναι ότι στις παγανιστικές του καταβολές έβαλε την χριστιανική σφραγίδα. Η μυθικών διαστάσεων πραγματικότητα που αναδυόταν μέσα του θα ήταν αδύνατον άλλως να οικονομηθεί. Έτσι το έργο του λαμβάνει ένα χαρακτήρα βαπτίσματος, όπου τα αισθητά δέχονται το σφράγισμα της αναστάσεως του Χριστού. «Αν αναλογιστούμε», συνεχίζει στο ίδιο κείμενο αναφερόμενος στους μοναχούς του Αγίου Όρους, «πόσο πρόθυμα καθ’ όλον τον βίο τους, αποτάσσονται του κόσμου και εναγκαλίζονται τον θάνατο, δεν είναι δυνατόν παρά να καταλήξουμε στο συμπέρασμα, πως ο Άθως είναι το μεγαλύτερο βιομηχανικό κέντρο κλωστοϋφαντουργίας και ενδυμάτων σ’ ολόκληρη τη γη και να παραδεχτούμε, πως απολύτως δεν ξέρουμε τι λέμε, όταν σκεφτόμαστε ότι τάχα ο Καλόγερος δεν εργάζεται.
»Κάνουμε λάθος γιατί αγνοούμε τι τεράστια παραγωγική δύναμη εξυφάνσεως δευτέρας για τον άνθρωπο επενδύσεως είναι η προσευχή……Ο μοναχός αποτάσσεται του κόσμου και ευτυχεί ζώντας ως νεκρός κατά κόσμον».
Μιλώντας για την σχέση γέροντα και υποτακτικού, έλεγε πως ο υποτακτικός βλέπει στα μάτια του γέροντα τον θάνατό του, και ο γέροντας στα μάτια του υποτακτικού τον λίθο της οικοδομής.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Η Παναγία και το Βρέφος[πηγή]

Γνωρίζουμε ότι από αυτή την κατάσταση φθοράς που ζούμε θα αναδυθεί μια άλλη κατάσταση υπάρξεως. Δεν ενδιαφέρει αν θα μείνει το όνομα ή η ανάμνησή μας στις γενεές που έρχονται. Δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι. Δεν βρισκόμαστε στον τόπο του μαρτυρίου. Δεν είναι εδώ ο τόπος όπου γυρεύει κάποιος να βρει δικαίωση, ζώντας με τα ψίχουλα της καθημερινής ζωής. Στην άφατη σιωπή ενός εγκλεισμού που δεν είναι εγκλεισμός αλλά απεραντοσύνη, όταν η καρδιά ανοίγεται προς το άγνωστο, όταν αφήνεσαι στο άγνωστο, σ’ εκείνο που σου είναι ξένο και δεν σου ανήκει, σ’ αυτόν τον ερωτικό συνεπαρμό που δεν έχει όρια, με εμπιστοσύνη απέραντη χωρίς να ζητάς για τον εαυτό σου παρά μόνο την αόρατη παρουσία που σε συνεπαίρνει, μια φλόγα διαπερνά τα έγκατα του σκότους, χαρίζοντας την όραση εκείνη που επιτρέπει να ξεφύγουμε από την φυλακή των όσων προσπίπτουν στις αισθήσεις, βάσει των οποίων προβαίνουμε στην εξαγωγή συμπερασμάτων για την ζωή και τα τεκταινόμενα γύρω μας. ΄Ένα φως που μας ακολουθεί και θα μας ακολουθήσει και μετά θάνατον φωτίζοντας τον δρόμο μας. Γιατί όλοι ζουν για να πεθάνουν και όχι για να ζήσουν πεθαίνοντας. ΄Όταν πεθάνουμε θα είναι σαν να μην υπήρξαμε ποτέ. Μένουμε στο κελί μας καθηλωμένοι, και ανοιγόμαστε σε ένα θαυμαστό ταξίδι. Η κίνησή μας δεν έχει σχέση με το φαντασιακό ή το κυνήγι κάποιας χίμαιρας. Είναι ένα ταξίδι μέσα στα νοήματα των πραγμάτων. Κινούμαστε στο χώρο των μη βλεπομένων. Σ’ αυτό που δεν φαίνεται και στα μάτια των πολλών δεν υπάρχει. Το τραπέζι που εργαζόμαστε είναι το σπήλαιο και τα ντουβάρια τα βράχια του ερημητηρίου μας. Απ’ εδώ υψωνόμαστε προς το άγνωστο. Δεν καλλιεργούμε όνειρα, κι ωστόσο πλέουμε μέσα στη φωτεινότητα, και μας έρχονται δάκρυα στα μάτια. Δεν μας τρομάζει η αναχώρηση εις εαυτόν. Αντιθέτως, την επιδιώκουμε. Πώς θα φτάσουμε να είμαστε ο εαυτός μας και ταυτόχρονα να αγκαλιάζουμε πολλές πνοές. Πώς θα φτάσουμε στην ανωνυμία που περιέχει όλα τα ονόματα. Παραίτηση, προσοχή στον εαυτό, συγκέντρωση των αισθήσεων, συνεχής μελέτη του θανάτου. ΄Όλα σιωπούν και αλλάζουν χαρακτήρα˙ η προσμονή μετατρέπεται σε τρυφή, και η παρουσία του θανάτου ελευθερώνει. Έτσι συντηρείται η φλόγα της καρδιάς που τρεμοσβήνει. Η φλόγα που μας κάνει να ξεχνούμε τα πράγματα του κόσμου, να πάσχουμε για το ανέφικτο.
Τελειώνοντας καταλαβαίνω πως ανεπαρκώς και ακροθιγώς μόνον προσέγγισα αυτό που θα μπορούσε να είναι το μοναστικό πνεύμα στην εποχή μας. Κατά πόσο μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει, και να μας δείξει τη διαφορά από όσα μας υποβάλλει το πανίσχυρο πνεύμα του κόσμου. Ο Νίκος Πεντζίκης εξέφρασε αυτό το πνεύμα του αναχωρητισμού και της ξενιτείας με τον ιδιαίτερο τρόπο του βίου του, που μερικές φορές έμοιαζε με εκείνον των δια Χριστόν σαλών.
Ο σαλός δεν είναι γιος κανενός, αδελφός κανενός, πατέρας κανενός, και δεν έχει σπίτι. Από πρακτική άποψη δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, δεν επιτυγχάνει τίποτε. Στον Βίο του Συμεών του δια Χριστόν σαλού συχνά ακούγονται οι λέξεις «παιχνίδι» και «παίζω». Εγκατέλειψε τον συνασκητή του Ιωάννη στην έρημο όπου παρέμεναν επί τριάντα χρόνια, και έφυγε. «Εν τη δυνάμει του Χριστού υπάγω εμπαίζων τον κόσμον», του είπε. Σε ένα Αρμενικό συναξάρι φέρεται να είπε, «θα πάω να φέρω την ειρήνη στη γη». Mπήκε στην ΄Εμεσα, την σημερινή πόλη Χομς της δυτικής Συρίας, σέρνοντας ένα ψόφιο σκυλί. Τριγυρνούσε με ανάλαφρη και χαρούμενη καρδιά παίζοντας στους δρόμους. Ένα γέλιο συνόδευε παντού και πάντα τις πράξεις του.
Το γέλιο του Συμεών είναι η άλλη όψη των δακρύων, όταν ανοίγονται οι οφθαλμοί της ψυχής στην θεία ωραιότητα. Εμπαίζει τον κόσμο, αλλά θλίβεται για τους ανθρώπους και τα δεινά τους, τους αδελφούς και τους συντρόφους του στη φτώχεια.
«Δεν αξίζει όμως να τελειώσω», γράφει ο Πεντζίκης κλείνοντας το κείμενό του «Σπόγγος και Λόγος», «χωρίς ένα καν λογοπαίγνιο. Αντιγράφω λοιπόν από το προσφιλές βιβλίο (εννοεί τον Συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη), το αναφερόμενο στην μάρτυρα ΄Ια, της 10ης Σεπτεμβρίου:
Εκ γης εκάρθη κοιλάδων ΄Ια ξίφει,
Και σοι προσήχθη Σώτερ, ως εύπνουν ΄Ιον 

[Απόδοση: Απ’ τις κοιλάδες της γης απεκόπη με ξίφος η ΄Ια
Και σου προσφέρθηκε Σωτήρα ως ευώδες ΄Ιο].

»Μια και είχα υπ’ όψει μου, να διαβάσω τα παραπάνω στο ιοστεφές Άστυ, νομίζω ότι αυτό που διάλεξα ταιριάζει αρκετά. Έτσι είμαι έτοιμος ν’ ακούσω μ’ αρκετό θάρρος να με αποκαλούν, παι – ζωγράφο».


-------------------------------------
[1]. Α΄, Λόγος ΟΑ.

[2] Α΄, Λόγος ΟΑ.


Σάββατο 26 Απριλίου 2014

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας και στους αδελφούς μας





Με την συμπλήρωση είκοσι ετών από την κοίμηση του Γέροντος Σωφρονίου, ιδρυτού και κτίτορος της Ιεράς Πατριαρχικής Μονής του Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας, ολοκληρώθηκε η έκδοση του γραπτού και προφορικού λόγου που κληροδότησε στην Μονή του. Ειδικότερα οι Ομιλίες που απευθύνθηκαν προς την αδελφότητά του και διατηρήθηκαν σε μαγνητοταινίες, εκδόθηκαν πρόσφατα από την Μονή του σε τρεις φροντισμένους, όπως πάντοτε, τόμους με περισσότερες από τετρακόσιες σελίδες ο καθένας.

Με τους τόμους αυτούς ο Γέροντας Σωφρόνιος, που πλούτισε την σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία με τα μνημειώδη συγγράμματά του, παρουσιάζεται σήμερα και ως ποιμένας και καθοδηγητής της αδελφότητός του με έναν αμεσότερο και πιο αυθόρμητο τρόπο. Όπως πληροφορούμαστε από τους αυτήκοους των Ομιλιών του, ο Γέροντας Σωφρόνιος μιλούσε αργά, με τα μάτια κλειστά, σε ατμόσφαιρα μυσταγωγική, σαν να έλεγε τις ευχές της Αναφοράς.
Επί σειρά ετών ο Γέροντας δεν ήθελε την μαγνητοφώνηση των λόγων του. Έτσι χάθηκε ένα πλήθος από αυτούς. Οι Ομιλίες που εκδόθηκαν τώρα εκφωνήθηκαν, είτε στα ρωσικά είτε στα γαλλικά, κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του Γέροντος, όταν πια τον είχαν εγκαταλείψει οι σωματικές του δυνάμεις, υπέφερε από ισχυρούς πόνους και ήταν σχεδόν τυφλός.


Αισθανόμενος ότι πλησιάζει το τέλος του βιαζόταν να μεταδώσει στα μέλη της αδελφότητός του όσα θεωρούσε απαραίτητα να γνωρίζουν και να τηρούν στην ζωή τους. Ήδη είχε αφήσει προ καιρού την Διαθήκη του και μία προσευχή για την ενότητα της αδελφότητος. Τελικά ο ίδιος ο Γέροντας ζήτησε την μαγνητοφώνηση των λόγων του για την πνευματική οικοδομή των αδελφών που είχαν προσέλθει προσφάτως στην Μονή και δεν γνώριζαν επαρκώς την διδασκαλία του.

Ήδη έχουν κυκλοφορήσει στα ρωσικά δύο τόμοι με τις Ομιλίες που έγιναν στην γλώσσα αυτήν. Στην τρίτομη ελληνική έκδοση περιλαμβάνονται οι Ομιλίες των δύο τόμων της ρωσικής εκδόσεως μαζί με τις υπόλοιπες που έγιναν στα γαλλικά, ταξινομημένες με χρονολογική σειρά. Στον τρίτο τόμο παρατίθεται επιπλέον και αναλυτικό ευρετήριο θεμάτων και ονομάτων για το περιεχόμενο των τριών τόμων.

Στους τρεις αυτούς τόμους παρουσιάζονται με αναλυτικό τρόπο οι βασικές θέσεις της διδασκαλίας του Γέροντος. Έτσι μπορεί ο αναγνώστης να προσεγγίσει ακριβέστερα την σκέψη του και να εισδύσει πληρέστερα στο πνεύμα του. Μπορεί ακόμα να γνωρίσει καλύτερα το κλίμα της Μονής που θεμελίωσε. Ο ίδιος, έχοντας υπόψη την ιδιαιτερότητα της Μονής του, ξεκίνησε την λειτουργία της χωρίς Τυπικό. Στην θέση του Τυπικού είχε το Ευαγγέλιο και τις εντολές του Χριστού. Έλεγε: Ίσως το μοναστήρι μας μεγαλώσει ακόμη. Τότε ο ηγούμενος και οι άλλοι πατέρες θα αναγκαστούν να βρουν έναν τύπο προσαρμοσμένο στις περιστάσεις μας, και στην περίπτωση αυτή μπορεί κανείς να δει να δημιουργείται ένα Τυπικό.


Οι περισσότερες Ομιλίες, όπως αναφέρει και ο Γέροντας, γίνονταν χωρίς προετοιμασία και διατηρούν εντονότερο τον αυθόρμητο χαρακτήρα τους. Σε μία από αυτές λέει: «Δεν διαβάζω κείμενο γραμμένο από πριν, αλλά αναζητώ με την προσευχή εκείνο που αναδύεται μέσα από την καρδιά μου»(τομ.3,σ.143). Αλλά και όταν γινόταν προετοιμασία, αυτή έχει ιδιαίτερο χαρακτήρα. «Προετοιμάζομαι να σας πω τα λόγια αυτά», λέει αρχίζοντας κάποια Ομιλία του, «όπως ετοιμάζομαι για την Θεία Λειτουργία» (τόμος 2,σ.28). Ανάμεσα στις Ομιλίες υπαρχουν και ορισμένες, που έχουν τον χαρακτήρα συνεπτυγμένης πραγματείας και παρουσιάζουν βασικά θέματα πνευματικής ζωής, αλλά και ζητήματα μοναστικής οργανώσεως και ασκητικής ζωής, όπως αυτά βιώνονταν και εξακολουθούν να βιώνονται στην Μονή.

Οι κεντρικές έννοιες της θεολογίας που υπάρχουν στα ήδη εκδοθέντα βιβλία του Γέροντος Σωφρονίου, όπως η ενότητα των πιστών, η αιωνιότητα, η μνήμη του θανάτου, η ακηδία, ο υπερεθνικός και παγκόσμιος χαρακτήρας του Χριστιανισμού, παρουσιάζονται με απλούστερη συνήθως μορφή και επαγωγικότερο τρόπο για την οικοδομή των ακροατών. Υπάρχουν ακόμα αναφορές σε προσωπικές αναμνήσεις, όπως και επαναλήψεις για την καλύτερη εμπέδωσή τους στις συνειδήσεις των ακροατών.

Ο μοναχισμός κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο αποτελεί προετοιμασία για την αφομοίωση της αιώνιας ζωής. Είναι ένα υπέρτατο δώρο από τον Θεό και όχι μια «ανιαρή, α-χαρη ζωή» (τόμος 1,σ. 57). Το μοναστήρι είναι σχολείο ζωής. Και το μεγαλείο της μοναχικής ζωής έγκειται στην ταπείνωση. Ο μοναχισμός δεν είναι πίστη στον θάνατο αλλά στην ζωή. Άριστο παράδειγμα εδώ είναι ο Πατέρας της Μονής, ο άγιος Σιλουανός, στον οποίο συχνότατα αναφέρεται στις ομιλίες του ο Γέροντας.

Ως θεολόγος της υποστατικής αρχής, της αρχής του προσώπου, δεν παύει να αναφέρεται συχνά στο πρόσωπο. «Στον προσωπικό Θεό τίποτε δεν είναι απρόσωπο. Στη ζωή μας λοιπόν οφείλουμε να γίνουμε πρόσωπα κατ’ εικόνα του προσωπικού Θεού, ικανά να φέρουμε μέσα μας τα πάντα, και τη ζωή του κόσμου και τη χάρη του Θεού, δηλαδή την αιώνια ζωή». Και αυτό επιβάλλει «να ζούμε ως πρόσωπα, υπεύθυνα για κάθε μας ενέργεια, για κάθε μας σκέψη»( τομ. 2, σ.325).

Ο ηγούμενος, όπως σημειώνει ο Γέροντας, δεν παύει ποτέ να είναι και υποτακτικός. «Είναι αυτός που κατεξοχήν κάνει υπακοή»(τομ. 2, σ. 25). Με την άσκηση της υπακοής ο άνθρωπος μεταβαίνει στο άναρχο Είναι του Θεού, για το οποίο είναι αδύνατο να μιλήσουμε χρησιμοποιώντας την λογική. Ειδικότερα για την δομή της Μονής του κάνει λόγο στην τεσσαρακοστή τέταρτη ομιλία του (τομ. 2, σ. 43 κ.ε).

Στην αρχή ο μοναχός δεν πρέπει να ασχολείται με τίποτε άλλο, παρά με το πως θα περάσει χωρίς αμαρτία ολόκληρη την ημέρα. Έτσι δημιουργεί μέσα του ελεύθερο χώρο, ώστε να έρθει το Άγιο Πνεύμα με την χάρη του. Με την αφηρημένη θεολογία είναι αδύνατο να επιτύχει κανείς την τελειότητα. Δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι ο Θεός είναι μαζί μας και ότι τον βλέπουμε. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ο Θεός βλέπει εμάς. Έτσι αποφεύγεται η πλάνη (τομ. 2, σ.84). Με τον τρόπο αυτόν ο μοναχός αποφεύγει την «θρησκευτική» κίνηση της αυτοανυψώσεως, η ακριβέστερα της αυτοθεώσεως, και ακολουθεί την χριστιανική οδό της κενώσεως και ταπεινώσεως, από την οποία προέρχεται και κάθε αρετή. Όσο περισσότερο καθαρίζει ο άνθρωπος το «κατ’ εικόνα» του, τόσο δεκτικότερο καθιστά τον εαυτό του στην φανέρωση του αρχετύπου του στην ύπαρξη και την ζωή του.

Ιδιαίτερη σπουδαιότητα αποδίδεται στην μελέτη της θεολογίας. Η αφηρημένη θεολογία δεν σώζει τον άνθρωπο. Χρειάζεται αληθινή θεολογία, που γίνεται περιεχόμενο της προσευχής και κατάσταση της ζωής του ανθρώπου. Για παράδειγμα της θεολογίας ως προσευχής αναφέρει ο Γέροντας Σωφρόνιος την Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, ενώ για παράδειγμα της θεολογίας ως καταστάσεως της ζωής το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Στο τελευταίο αυτό είδος της θεολογίας ανήκουν και τα έργα του Γέροντος Σωφρονίου. Όπως σημειώνει ο ίδιος, «στα βιβλία μου περιγράφω μόνο εκείνα που έζησα κατά το θέλημα του Θεού, όταν παραδόθηκα σε αυτό το θέλημα. Βλέπετε, έθεσα όρο: όταν παραδόθηκα σε αυτό το θέλημα» (τομ. 2, σ.416).

Θέλουμε, τονίζει, η θεολογία να γίνει «το περιεχόμενο της ζωής μας». Ακόμη περισσότερο, προσθέτει, θέλουμε «στο τέλος της ασκήσεως η με την επενέργεια της χάριτος να γίνει η κατάστασή μας» (τομ. 3, σ.44). Η γνώση του Θεού παρέχεται με την παραμονή του ανθρώπου σε αυτόν, οπότε «η θεολογία παίρνει τον χαρακτήρα διηγήσεως. Αλλά και η βιβλική θεολογία αποτελεί διήγηση» (τομ. 3, σ.65).

Ιδιαίτερη σύσταση απευθύνει για την διατήρηση της λειτουργικής ζωής. Και η λειτουργική ζωή για τον Γέροντα Σωφρόνιο δεν περιορίζεται στην διάρκεια της θείας Λειτουργίας. Λειτουργική ζωή είναι ολόκληρη η ζωή του Χριστιανού, με κεντρικό πάντοτε άξονα την θεία Λειτουργία. Όλη η ζωή μας, λέει, είναι «μια αδιάλειπτη Λειτουργία» (τομ. 3, σ.38).

Κεντρική θέση στην διδασκαλία του Γέροντος έχει η καταπολέμηση των παθών και των κακών λογισμών. Οι τελευταίοι δεν οδηγούν μόνο στα πάθη, αλλά και δημιουργούν ψυχρότητα και εχθρότητα μεταξύ των ανθρώπων, ακόμα και χωρίς να εκφράζονται εξωτερικά. Οι άνθρωποι, λέει, «δεν γνωρίζουν ότι, όταν διαλογίζονται κάτι κακό σε κάποια γωνιά του σπιτιού τους, στη “φωλιά” τους, καταστρέφουν το μεγάλο σώμα όλης της ανθρωπότητος. Από τους κακούς αυτούς λογισμούς και τις αρνητικές διαθέσεις προς τον αδελφό συντρίβεται ο ίδιος ο άνθρωπος και αισθάνεται τη δυστυχία του»(τομ. 3,σ.98).

Όποιος επιθυμεί να γνωρίσει καλύτερα τον Γέροντα Σωφρόνιο και να μελετήσει αναλυτικότερα την διδασκαλία του, θα ανταμειφθεί πλούσια από την ανάγνωση των Ομιλιών του.


Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

Θ.Ι.Ρηγινιώτης, Ασκητές στην Κρήτη: Iστορίες για αγιασμένους Aνθρώπους και ιερούς τόπους από την πλούσια ελληνική Oρθόδοξη Παράδοση

Πηγή: Τρίτο Μάτι, τεύχος 190, Μάΐος 2011/ 

Ψηλορείτης, στο χωριό Ζαρός, 17ος αιώνας. Στο μοναστήρι του αγίου Νικολάου, ψηλότερα απ’ το χωριό, οι μοναχές διαπιστώνουν πως κάποιο ζώο τρυπώνει τη νύχτα στο περιβόλι τους και βοσκάει στα λαχανικά. Κάποιο αγρίμι του Ψηλορείτη σίγουρα θά ’ναι. Βρίσκουν λοιπόν έναν κυνηγό και του ζητάνε να παραφυλάξει και να το σκοτώσει με το τόξο του.
Τη νύχτα, ο κυνηγός τοξεύει την ογκώδη φιγούρα που βλέπει να ξετρυπώνει μέσα απ’ τις σκιές και να κατεβαίνει απ’ την πλαγιά πάνω απ’ το μοναστήρι. Μα, τι παράξενο, δεν είναι κανένα ζώο, αλλά ένας γέροντας ασκητής!
Τον μεταφέρουν με φρίκη σ’ ένα κελί κι εκείνος μειλίχιος τους λέει: «Μη λυπάστε, δεν έχετε αμαρτία. Έτσι ήθελε ο Θεός να μάθετε για μένα. Μόνο, παρακαλώ, ο άνθρωπος που με πλήγωσε να με μεταφέρει στον τόπο μου, να κοιμηθώ εκεί». Κι όταν τον ρωτάνε: «Γιατί, γέροντα, τόσα χρόνια δεν ήρθες ποτέ να σε γνωρίσουμε;», απαντάει: «Δεν ήρθα, γιατί δεν πέρασε ούτε μια μέρα που να μην πέσετε σε αμαρτωλούς λογισμούς»…
Το όνομα του γέροντα ήταν Ευθύμιος. Ο κυνηγός τον σηκώνει στην πλάτη του και τον μεταφέρει χιλιόμετρα μακριά, στον ποταμό Κουρταλιώτη, νότια του σημερινού νομού Ρεθύμνης. Εκεί ήταν η πατρίδα του, στο χωριό Ασώματος. Στο άγριο και πανέμορφο Κουρταλιώτικο Φαράγγι, ο κυνηγός δίψασε – και ο άγιος χτύπησε με το χέρι του την πλαγιά, στο δρόμο που περνούσε πολλά μέτρα πάνω απ’ το ποτάμι, και ξεπήδησαν πηγές για να ξεδιψάσει ο ακούσιος φονιάς του.
Κοντά σ’ αυτές τις πηγές είναι σήμερα το εκκλησάκι του, χτισμένο από κάποιον Τούρκο, που έχασε το φως του και τον θεράπευσε ο άγιος. Μόνο που σ’ αυτά τα μέρη τον λένε Νικόλαο (ίσως ήταν το κοσμικό του όνομα) και πανηγυρίζουν τη μνήμη του με λαμπρότητα την 1η του Σεπτέμβρη. Είναι ο «όσιος Νικόλαος ο Κουρταλιώτης».


Ο άγνωστος ασκητής του Ζαρού δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο στη Μεγαλόνησο. Από τα βυζαντινά χρόνια, τουλάχιστον από την εποχή του Νικηφόρου Φωκά και την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Άραβες (961 μ.Χ.), ο ορθόδοξος ασκητισμός στην Κρήτη αναπτύχθηκε τόσο, ώστε να χαρακτηρίζεται «αγία νήσος», διάσπαρτη καθώς ήταν από ασκητήρια στα δάση, τα βουνά και τις ακτογραμμές της, ιδίως στο νότιο τμήμα της, το πλησιέστερο στην αγιασμένη Αφρική.
Από τους πατέρες του κρητικού μοναχισμού ήταν αναμφίβολα ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος, ο «άη κυρ Γιάννης» των ντόπιων, από το Σίβα Ηρακλείου, που ταξίδεψε σ’ όλη την Κρήτη μιλώντας για το Χριστό στους εξισλαμισμένους πληθυσμούς, μετά την αραβική κατάκτηση, και ίδρυσε αρκετά ονομαστά μοναστήρια, όπως η μονή της Παναγίας Αντιφωνήτριας («των Μυριοκεφάλων»), το μεγαλύτερο προσκύνημα του νομού Ρεθύμνης.
Το 16ο αιώνα κατεβαίνουν στην Κρήτη και εγκαθίστανται στα βάθη μιας χαράδρας κοντά στην πόλη των Χανίων 99 γενναίοι ασκητές, με πνευματικό πατέρα τον άγιο Ιωάννη τον Ερημίτη. Παρέμειναν 99, ώστε μαζί με το Χριστό να συμπληρώνονται 100. Η πέτρινη πολιτεία που έχτισαν και λάξεψαν στο βάθος της χαράδρας σώζεται μέχρι σήμερα υπάρχει στα όρια της ιστορικής μονής Γουβερνέτου, σιωπηλός μάρτυρας της γενναιότητας και της αγιότητας των αγωνιστών της προσευχής.


Οι αόρατοι ασκητές του Αγιοφάραγγου

Κατοικίες αγίων σε σπήλαια, τοπωνύμια που φανερώνουν την παρουσία παλιών ασκητών και εξωκλήσια σε όρη και φαράγγια, με απομεινάρια μοναστικών κελιών, μαρτυρούν την εξάπλωση του ορθόδοξου ασκητισμού σε όλη την Κρήτη. Υπάρχουν όμως και «ιεροί τόποι» της Μεγαλονήσου με ιδιαίτερες παραδόσεις για την παρουσία αγιασμένων αγωνιστών. Ένα τέτοιο μέρος είναι το Αγιοφάραγγο, νότια του νομού Ηρακλείου (Αστερούσια Όρη), που οι παλιοί ναυτικοί έλεγαν πως, περνώντας με τα πλοία τους κοντά στην έξοδό του στο Λυβικό, το έβλεπαν να λάμπει από το θείο Φως που περιέβαλλε τους ασκητές. Εκεί υπάρχουν πολλά παλαιά ερημητήρια σε σπηλιές. Λένε πως ζουν και σήμερα ακόμη αόρατοι ασκητές, που έχουν το χάρισμα να παραμένουν αθέατοι, αν θέλουν, ακόμη κι αν κάποιος περάσει δίπλα τους [σημείωση του blog μας: πρέπει να θεωρήσουμε σίγουρο πως ζουν και σήμερα άγνωστοι άγιοι ασκητές στη νότια Κρήτη, γιατί υπάρχουν συγκεκριμένες μαρτυρίες ανθρώπων που είδαν κάποιους απ' αυτούς - αλλά και σε πολλά χωριά και γειτονιές (όπως και σ' όλη την Ορθοδοξία) ζουν άγνωστοι, αγνοημένοι, κυριολεκτικά κρυμμένοι, άγιοι της διπλανής πόρτας·  κάποιος απ' αυτούς ίσως αγωνίζεται δίπλα σου].
Σύμφωνα με παράδοση, που μας είχε αφηγηθεί η μακαριστή και αγιασμένη γερόντισσα Συγκλητική, μεγαλόσχημη μοναχή στο Ρέθυμνο (ηγουμένη στο μικροσκοπικό μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, στο λόφο του Τιμίου Σταυρού, εντός της πόλης του Ρεθύμνου), οι ασκητές αυτοί είναι υπεραιωνόβιοι, αφού παίρνουν παράταση από το Θεό να ζήσουν όσα χρόνια θέλουν. Η ίδια γερόντισσα μας είπε ότι με μια αόρατη ασκήτρια από το Αγιοφάραγγο είχε επικοινωνία ο άγιος γέροντας Κύριλλος Παναγιωτάκης από τα Ακούμια Ρεθύμνης (κοιμήθηκε 1986), εφημέριος της ίδιας μονής.

Θρύλους γι’ αυτούς αναφέρει ο Νίκος Ψιλάκης στο βιβλίο του Μοναστήρια και ερημητήρια της Κρήτης, Ηράκλειο 1994, τόμ. Α΄ (από εκεί η φωτο), σελ. 236. Παραθέτουμε τρεις:
Στο Γουμενόσπηλιο έρχονταν μια φορά το χρόνο οι ασκητές, από τον Πρέβελη ώς τον Κουδουμά [μοναστήρια, το ένα νότια Ρεθύμνου, το άλλο νότια Ηρακλείου]. Είχε 300 πέτρες γύρω γύρω και καθένας καθόταν στη δική του. Μετρούσανε κεφαλές και, αν έλειπε κανείς, ελέγανε: «Ο Θεός να τόνε συχωρέσει». Μόνο τότε, κάθε Λαμπρή, εθωρούσε ο ένας τον άλλο.
Σ’ ένα σπήλιο στο Μάρτσαλο εζούσε ένας ασκητής. Πηγαίνανε και του ζητούσαν ευλογία οι ανθρώποι, αλλά αυτός δεν εμφανιζότανε ποτέ. Έβγαζε μόνο το δαχτυλάκι του από μια τρύπα και σταύρωνε. Άνθρωπος δεν είδε ποτέ το πρόσωπό του.
Στον Άγιο Αντώνιο στο Αγιοφάραγγο μαζώνονται κάθε νύχτα οι ασκητές και λειτουργούνε. Τυχερός όποιος τους δει. Ένας παλιός ηγούμενος της Οδηγήτριας σηκωνότανε τα μεσάνυχτα, πήγαινε και λέγανε πως πολλές φορές έπαιρνε κι αντίδωρο.

Ο άγιος Ιωσήφ Γεροντογιάννης

Ο άγιος Ιωσήφ ο Γεροντογιάννης (1799-1874, τιμάται 7 Αυγούστου) ήταν ένας σκληρός και ασεβής κτηνοτρόφος από το χωριό Λιθίνες της Σητείας, πατέρας τεσσάρων παιδιών. Όταν όμως έχασε το κοριτσάκι του, ένιωσε συντριβή, μετανόησε και στράφηκε προς το Θεό. Κάποια στιγμή έζησε μια πολυήμερη οπτασία του παραδείσου και της κόλασης και απέκτησε το χάρισμα να θεραπεύει ασθένειες. Αυτό έγινε αφορμή να συρρέουν πλήθη ασθενών στο χωριό του, τους οποίους θεράπευε με το όνομα του Χριστού, φυσικά δωρεάν. Ο επίσκοπος Ιεροσητείας Ιλαρίων, χωρίς να τον γνωρίζει, τον έλεγξε ως αγύρτη, είδε όμως με τα μάτια του ένα θαύμα του αγίου και τον ευλόγησε (η φοράδα του επισκόπου γέννησε και μετά αφηνίασε και αποστράφηκε το μωρό της, κι όμως με μια κουβέντα του αγίου το δέχτηκε και το θήλασε).
Οι Τούρκοι όμως του χωριού του τον συκοφάντησαν ότι κρύβει επαναστατικούς σκοπούς κι έτσι ο Μουσταφά πασάς, διοικητής της Κρήτης, τον κάλεσε τρεις φορές σε απολογία στο Ηράκλειο. Κάθε φορά η άφιξή του γινόταν αφορμή μεγάλης συγκέντρωσης, ενώ πολλά θαύματα τελούνταν υπό το βλέμμα των Τούρκων. Την τρίτη φορά ο άγιος τέλεσε δύο θαύματα στο σπίτι του πασά. Θεράπευσε την πεθερά του, κατάκοιτη επί σειρά ετών από ανίατη ασθένεια, και το γιο του, που είχε τραυματιστεί σοβαρά πέφτοντας από τη σκάλα. Τότε ο πασάς τον απέλυσε εν ειρήνη και μάλιστα του έστειλε στο χωριό ένα φορτίο με δώρα, τα οποία ο άγιος μοίρασε στους ανθρώπους, κρατώντας μόνο κάποια καντήλια, που περιλαμβάνονταν στα δώρα, για την εκκλησία.
Στη συνέχεια, θέλοντας να αποφύγει το πλήθος των ασθενών που τον καταδίωκε, αποσύρθηκε στα ερείπια της ιεράς μονής του Τιμίου Προδρόμου (μονή Καψά), αλλά κι εκεί σύντομα περικυκλώθηκε από ασθενείς και από υποψήφιους μοναχούς. Έτσι επιδόθηκε σε πολυετή προσπάθεια ανακαίνισης της μονής, στην οποία έζησε έκτοτε, με μικρά διαλείμματα, και όπου βρίσκεται ο τάφος του και φυλάσσονται τα λείψανά του (1).

Ο Χατζη-Ανανίας

«Ο Χατζη-Ανανίας, κατά κόσμον Αντώνιος Μπαρμπεράκης, γεννήθηκε το έτος 1837 στις Μάλλες από απλούς, φτωχούς αλλά θεοσεβείς γονείς. Λέγεται ότι ως βρέφος δε θήλαζε Τετάρτη και Παρασκευή και αρνούνταν να πιάσει τον μαστό της μητέρας του. Δεν έφαγε ποτέ κρέας, ψάρι και τυροκομικά. Μόνο τα Σαββατοκύριακα και τις μεγάλες εορτές έτρωγε λάδι και το Πάσχα κατέλυε οστρακοειδή, σουπιές και καλαμάρια. Ήταν ξυπόλυτος και ντυμένος κατάσαρκα με τρίχινα και χονδρά ράσα, ενώ για κρεβάτι του είχε το δέρμα ενός ζώου, συνήθως προβάτου, και μαξιλάρι του μία πέτρα.
Σε ηλικία μόλις 14 ετών εγκατέλειψε το σπίτι του και κατέφυγε στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καψά, όπου εκάρη Μοναχός και υπήρξε μαθητής του Οσίου Ιωσήφ του Γεροντογιάννη, ο οποίος τον όρισε διάδοχό του.
Το έτος 1877 κατέφυγε στη Μονή Παναγίας της Εξακουστής Ιεράπετρας, κατεστραμμένη εντελώς από τους Τούρκους, όπου βρήκε μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας στο βάθος ενός σπηλαίου και επιδόθηκε στο ανακαινιστικό έργο της Μονής.
Η φωτισμένη προσωπικότητα και η αγιότητα του Χατζή-Ανανία προσέλκυσε και άλλους Μοναχούς στο Μοναστήρι, το οποίο σύντομα ήκμασε. Τόσο ο Γεροντογιάννης, όσο και ο Χατζη-Ανανίας, έκαναν με τη χάρη του Θεού πολλά θαύματα. Ενδεικτικά, μαρτυρείται από πολλούς ότι όσες φορές μετέβαιναν στο απέναντι από το Μοναστήρι νησί, το Κουφονήσι, αντί για βάρκα ή κάποιο άλλο πλεούμενο χρησιμοποιούσαν το ράσο τους. Έκαναν το σταυρό τους και μια σύντομη προσευχή, σταύρωναν τη θάλασσα με το ραβδί τους, άπλωναν το ράσο πάνω στη θάλασσα, και άφοβα ανέβαιναν πάνω.
Ο ίδιος ο ηγούμενος Ανανίας εκοιμήθη οσιακά τη νύχτα του Πάσχα, στις 22  Απριλίου του 1907, την ώρα της τελετής της Αναστάσεως. Εκτός από το χάρισμα της ιάσεως ασθενών, ήταν προικισμένος από τον Θεό και με προορατικό χάρισμα, με το οποίο βοήθησε πολλούς πιστούς να συναισθανθούν την αμαρτωλότητά τους και να μετανοήσουν. Τα Λείψανά του μετά την εκταφή αποπνέουν άρρητη ευωδία και επιτελούν θαύματα σε όσους με πίστη επικαλούνται την βοήθεια του. Σήμερα η Παναγία Εξακουστή είναι ενεργός γυναικεία Μονή» (2).

«Ο άγιος Γέροντας»

Νότια του νομού Ρεθύμνης, στην παράλια περιοχή των χωριών Ακούμια και Βρύσες της επαρχίας (και σήμερα δήμου) Αγίου Βασιλείου, μεταξύ πολλών άλλων ασκητών ξεχωρίζει ο μοναχός Γεράσιμος, που έμεινε στη συνείδηση των ντόπιων ως «άγιος Γέροντας».
Έζησε το 18ο αιώνα ώς τις αρχές του 19ου και αγωνίστηκε ασκητικά σε μια απόκρημνη σπηλιά κοντά στο εξωκλήσι του αγίου Ονουφρίου (του ακροβολισμένου γυμνού ασκητή της αιγυπτιακής ερήμου του 5ου αι. μ.Χ.). Τα αγιοπνευματικά του χαρίσματα ήταν εφάμιλλα των μεγάλων αγίων Γερόντων της εποχής μας κι έτσι στη μνήμη των κατοίκων της περιοχής έχουν σωθεί, κληροδοτημένα από γενιά σε γενιά, πολλές προφητείες, θαύματα και συμβουλές του.
Γύρω στο 1821 δυο καπετάνιοι, τουρκομάχοι, τον επισκέφτηκαν, ίσως και με κακούς σκοπούς. Ο ένας του ζήτησε νερό και ο άγιος γέμισε ένα κύπελο που είχε και του το πρόσφερε. Ο παλικαράς το κοίταξε με κάποια φρίκη, δεν το ήπιε, αλλά ζήτησε ένα άλλο. Το ίδιο όμως συνέβη και με το δεύτερο. Και τότε ο άγιος του λέει: «Πιες το, παιδί μου· το αίμα του αδερφού σου είναι» (τον οποίο είχε σκοτώσει).
Διασώζονται δύο παλιές εικόνες του αγίου Γέροντα, που η μία τουλάχιστον αναφέρει ως χρονολογία της κοίμησής του το 1835 και είναι έργο του επίσης αγιασμένου μοναχού και αγιογράφου Νέστορα Βασσάλου (1872-1957). Ο γέροντας Νέστορας, όταν του ζητήθηκε από κάποιον πιστό χριστιανό να αγιογραφήσει τον άγιο Γέροντα, προβληματίστηκε αρκετά, γιατί δεν είχε κάποιο πρότυπο να ακολουθήσει. Και το βράδυ χτύπησε η πόρτα του κελιού του και μπήκε ένας άγνωστος γέρος μοναχός, που του έδειξε το πρόσωπό του και του είπε: «Ίδε και γράφε» (=δες και ζωγράφιζε). Έτσι φιλοτέχνησε την εικόνα του αγίου με βάση το πρόσωπο του μοναχού και τον ζωγράφισε με υψωμένο χέρι να δείχνει το πρόσωπό του.
Κοντά στο ασκητήριο του αγίου Γέροντα οικοδομήθηκε πριν από λίγα χρόνια εξωκλήσι αφιερωμένο σ’ αυτόν, όμως, επειδή δεν είναι επίσημα αναγνωρισμένος ως άγιος ώστε να γιορτάζεται η μνήμη του, το εξωκλήσι καθιερώθηκε στη μνήμη του αγίου Γεράσιμου Κεφαλληνίας [λίγα για τον άγιο και εδώ· για το γέροντα Νέστορα τον αγιογράφο αναλυτικά εδώ].

Η Μονή Κουδουμά και οι άγιοί της

«Κατά τα τέλη της περιόδου της Τουρκοκρατίας και τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους (1898 μ.Χ.), έζησαν στα Αστερούσια οι Όσιοι πατέρες Παρθένιος και Ευμένιος που με τους αγώνες και την Αγιότητά τους έδωσα μεγάλη αναγέννηση στο Μοναχισμό. Γεννήθηκαν στα Πιτσίδια και το 1862 έγιναν μοναχοί στη Μονή Οδηγήτριας. Αφού ασκήτεψαν 12 χρόνια στο Μάρτσαλο προχώρησαν ανατολικά στην περιοχή της Μονής Κουδουμά όπου ασκήτευσαν μερικά χρόνια στη σπηλιά του Αγίου Αντωνίου και στον Αββακόσπηλιο (γνωστό ως Βαρβακόσπηλιο). Εκεί ανοικοδόμησαν και επαναλειτούργησαν την ερειπωμένη Μονή Κουδουμά. 

Στα χρόνια τους η Μονή Κουδουμά και τα Αστερούσια γενικά γνώρισαν μεγάλη πνευματική ακμή. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που σώζονται, ο αριθμός των μοναχών έφτασε τους 70 [και πλήθος ερημιτών στις σπηλιές, αλλά και μοναχοί και μοναχές που έζησαν στα χωριά τους, όπως η γερόντισσα Μάρθα από το χωριό Καπετανιανά, κοντά στον Κουδουμά, που πέθανε και αναστήθηκε από τον άγιο Παρθένιο για να μπορέσει να γίνει μοναχή, όπως επιθυμούσε]. Εκτός της Μονής Κουδουμά, λειτούργησαν υποδειγματικά η Μονή Αγίου Νικολάου κοντά στις Στέρνες ως μετόχι της Μονής Κουδουμά και η Μονή των Τριών Εκκλησιών με τη χαρισματική και φωτισμένη ηγουμενία του Αγίου Παρθενίου. Πλήθος κόσμου από την περιοχή της Μεσαράς και από άλλα μέρη της Κρήτης συνέρεαν στη Μονή Κουδουμά για να προσκυνήσουν, να αναθερμάνουν τη πίστη τους και να απολαύσουν τη θεόπνευστη διδασκαλία του Αγίου Παρθενίου που συνοδευόταν με πολλά θαύματα. Οι περισσότεροι κάτοικοι της Μεσαράς και των Αστερουσίων έχουν προσωπικές εμπειρίες από την ευεργετική παρουσία και δράση των Αγίων. Μερικοί που πήγαιναν στον Κουδουμά να κοινωνήσουν, στο δρόμο έκλεβαν κάποιο ζώο (κατσίκι ή πρόβατο) και το έκρυβαν σε κάποια σπηλιά για να το πάρουν στην επιστροφή να το φάνε. Ο Άγιος Παρθένιος που είχε το προορατικό και διορατικό χάρισμα τους περίμενε στην είσοδο της Μονής και τους έλεγε «πήγαινε να αφήσεις το ζώο που έκλεψες και μετά έλα να εξομολογηθείς και να κοινωνήσεις». Η συγκλονιστική αυτή εμπειρία ήταν ικανή να μεταμορφώσει πολλούς κλέφτες σε ευσεβείς χριστιανούς που δεν θα έκλεβαν ποτέ άλλοτε στη ζωή τους» (3). [Και σήμερα ακόμη υπάρχουν γέροντες μεγάλης πνευματικότητας στη μονή Κουδουμά· ο ενδιαφερόμενος ας πάει να το διαπιστώσει].Η μονή Κουδουμά, στο βάθος μιας εξαιρετικά απόκρημνης χαράδρας, αναδείχτηκε πραγματικό «γυμναστήριο της συνειδήσεως» και ασκήτεψαν σ’ αυτήν αρκετοί άγιοι μοναχοί. Από τους πιο γνωστούς είναι οι γέροντες Γεννάδιος και Ιωακείμ, δύο άγιοι μοναχοί καταγόμενοι από χωριά του νομού Ρεθύμνης.

Ο γέροντας Ιωακείμ Αντωνάκης καταγόταν από το χωριό Ρούπες Μυλοποτάμου και ήταν νάνος, τόσο κοντός, ώστε έλεγαν πως κυκλοφορούσε όρθιος κάτω από το τραπέζι. Από μικρός μόνασε στου Κουδουμά και έγινε γνωστός για την αρετή του, αλλά και τα αγιοπνευματικά του χαρίσματα, όπως το χάρισμα να «τηλεμεταφέρεται» και να πληροφορείται τα «κρυπτά της καρδίας» των ανθρώπων που τον επισκέπτονταν. Χαρακτηριστικά αναφέρεται πως μια μέρα, που τον επισκέφτηκαν κάποιοι χωριανοί του και του κρατούσαν φρούτα, κάποια από τα οποία είχαν «δανειστεί» από ξένο περιβόλι, τα άδειασε μπροστά τους και τους είπε: «Ελάτε τώρα να τα μοιράσουμε. Αυτό δικό μου, αυτό δικό σου, αυτό δικό σου» κ.τ.λ., επιστρέφοντάς τους διακριτικά όλα τα κλεμμένα φρούτα και κρατώντας μόνο τα δικά τους. Ο γέροντας Ιωακείμ (το «Ιωακειμάκι» ή «Καλογεράκι», λόγω του μικρού ύψους του) κοιμήθηκε το 1948 (4).
Ο γέροντας Γεννάδιος, από το χωριό Αγκουσελιανά Αγ. Βασιλείου, αρχικά μοναχός του Κουδουμά, επέστρεψε κάποια στιγμή στην περιοχή του Ρεθύμνου και ασκήτεψε σ’ ένα κελί στην Ακουμιανή Γιαλιά (κοντά στο σημείο όπου είχε ζήσει και ο άγιος Γέροντας), δίπλα στο εκκλησάκι της αγίας Άννας. Εκεί, αν και αγράμματος, καθοδήγησε πνευματικά πολλούς χριστιανούς και η φήμη της αγιότητάς του ήταν πολύ μεγάλη. Το διορατικό του χάρισμα, οι προφητείες και τα θαύματά του είναι ανεξίτηλα στη μνήμη πολλών κατοίκων της περιοχής, αλλά και της πόλης του Ρεθύμνου. Κοιμήθηκε το 1982.
Μεταξύ άλλων, μεταφέρθηκε σε μια μάχη στο Λίβανο και διαπίστωσε με τα μάτια του τη φρίκη του πολέμου. Μεταφέρθηκε επίσης στο τουριστικό χωριό του νομού Χανίων Γεωργιούπολη το Μάιο του 1972, όταν είχε πάει εκεί εκδρομή το Γυμνάσιο Σπηλίου, και προσπάθησε να αποτρέψει τις μαθήτριες που ετοιμάζονταν να κάνουν βαρκάδα. Εκείνες δεν έδωσαν σημασία και λίγο αργότερα η βάρκα ανατράπηκε και 21 κοπέλες βρήκαν το θάνατο – πρόκειται για το πιο πολύνεκρο μαθητικό ατύχημα στα ελληνικά χρονικά. Αργότερα ο γέροντας, συντετριμμένος, έλεγε πως είδε τις ψυχές τους ν’ ανεβαίνουν στον ουρανό κρατώντας στεφάνια και βεβαίωνε πως όλες σώθηκαν λόγω της παρθενίας τους (5).

Σημείωση του blog μας: Όπως αναφέρεται εκτενώς στο βιογραφικό του, αλλά και στο παραπάνω βιβλίο, ο γέροντας Γεννάδιος ακολουθούσε το παλαιό εορτολόγιο (ήταν παλαιοημερολογίτης). Ωστόσο, η αγιότητά του είναι αναμφισβήτητη ακόμη και από ιερείς και μοναχούς του νέου ημερολογίου, που τον γνώριζαν. Οι αγαθές πνευματικές του σχέσεις με (αξιοσέβαστους) ιερείς του νέου ημερολογίου αναφέρονται εδώ.

Η Γερόντισσα Ξένη

Αξίζει ν’ αναφερθούμε και στη μοναχή Ξένη Παττακού από το Χρωμοναστήρι Ρεθύμνης, που γεννήθηκε το 1878 και κοιμήθηκε, τυφλή και πλήρης ημερών, στην ιερά μονή Σαββατιανών, στο Ηράκλειο, στις 7.8.1995. Σε νεαρή ηλικία ασκήτεψε στα δάση κοντά στο χωριό Άγιος Θωμάς Ηρακλείου και εκεί άσκησε την προσευχή και έφτασε σε μεγάλο ύψος πνευματικότητας.
Με το πρόσωπό της συνδέονται αρκετές παραδόσεις περί υπερφυσικών σημείων και εμφανίσεων, όπως ότι, όταν ασκήτευε στον Άγιο Θωμά, ένας ντόπιος ξεκίνησε από το χωριό του να τη βιάσει (ήταν πανέμορφη)· επέστρεψε όμως άπρακτος και έντρομος, γιατί είδε δύο ένοπλους άντρες (αγγέλους) να φρουρούν την είσοδο του κελλιού της. Όπως και οι παλαιοί ασκητές (αλλά και πολλοί από εκείνους που αναφέρονται σ’ αυτή την εργασία), η γερόντισσα Ξένη πολλές φορές αντιμετώπισε το διάβολο καταπρόσωπο με διάφορες μορφές και σώθηκε χάρη στην άμεση επέμβαση, σε όραμα, της Παναγίας.
“Παραισθήσεις από την απομόνωση, τη νηστεία και τις εμμονές”, θα πουν κάποιοι× δεν μπορώ να βεβαιώσω κανέναν για το αντίθετο –απλώς καταγράφω τις μαρτυρίες, που δεν έχω λόγο να τις αμφισβητήσω, αν και δεν είμαι άγιος για να τις ερμηνεύσω με βεβαιότητα. Η διάκριση των πνευμάτων (να ξέρεις, δηλαδή, από πού προέρχονται τα οράματά σου, να διακρίνεις τα αληθινά από τα ψεύτικα) είναι η «βασίλισσα των αρετών» για τους ορθόδοξους ασκητές, που συχνά αντιμετώπισαν το πρόβλημα της τρέλας ή των διαβολικών δοκιμασιών. Κατά τον άγ. Ιωάννη της Κλίμακος, μόνον οι τέλειοι είναι σε θέση να γνωρίζουν από τις σκέψεις της ψυχής τους «ποία μεν του συνειδότος, ποία δε Θεού, ποία δε δαιμόνων έννοια»· όμως «εν δυσίν όμμασιν αισθητοίς φωτίζεται το σώμα, και εν ορατή και νοητή διακρίσει οι οφθαλμοί της καρδίας λαμπρύνονται» (Κλίμαξ, ΚΣΤ΄, Β΄, ο΄) [είναι απόσπασμα από εδώ].

Σημειώσεις

(1) Βλ. λεπτομέρειες στο βιβλίο Η ιερά μονή Καψά Σητείας και ο όσιος Ιωσήφ ο Γεροντογιάννης, έκδ. της μονής Καψά, χ.χ.
(2) Από εδώ. Βλ. και: Ο Όσιος Χατζη-Ανανίας, ο Κτήτορας της Ιεράς Μονής Εξακουστής Ιεράπετρας, έκδοση της Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας.
(3) αρχιμ. Παρθενίου, ηγουμένου ιεράς μονής Οδηγήτριας, «Ο μοναχισμός στα Αστερούσια: Ιστορία και προσφορά» (Εισήγηση στο 2ο Συνέδριο Μεσαράς – βρίσκεται στο Διαδίκτυο, εδώ).
(4) Βλ. Στυλ. Μ. Παπαδογιαννάκη, Γεννάδιος και Ιωακείμ, Δύο Ρεθύμνιοι Άγιοι Μοναχοί, Ρέθυμνο 2002 [για το βιβλίο -& αγορά- εδώ (τα έσοδα πάνε στην Ιεραποστολή)].


Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Θ.Ι.Ζιάκας: Οικουμένη, Έθνος και ορθόδοξος μυστικισμός


Δεκέμβριος 1997 - Ιανουάριος 1998]
Οι πολιτισμοί θεμελιώνονται στον ειδικό τρόπο που νοηματοδοτούν τη σχέση Ανθρώπου – Θεού. Σε εποχές όπου ο τύπος ανθρώπου που κατασκευάζουν δεν μπορεί να αναπαραχθεί εύκολα ή αποσυντίθεται, ανακύπτει, ως κεντρικό αίτημα και αναζήτηση, η αναθεμελίωση του πολιτισμού, η ανα-νοηματοδότηση της πρωταρχικής υποκειμενοποιητικής σχέσης. Είναι η εποχή του φονταμενταλισμού και του μυστικισμού. Μεγάλες προσδοκίες επενδύονται τότε στη μυστικιστική ενόραση και στις πρακτικές της.

Διεθνές και δεσπόζον σήμερα φαινόμενο είναι ο φονταμενταλισμός και η λεγόμενη “νέα θρησκευτική συνείδηση”, στα πλαίσια της οποίας ο μυστικισμός κατέχει την πρωτοκαθεδρία, εξισούμενος με την “ουσία” της θρησκείας. Είναι ένα φαινόμενο που φανερώνει ότι η κρίση του δυτικού πολιτισμού, του πολιτισμού της νεωτερικότητας, είναι πλέον κρίση θεμελιακή.

Ο Ελληνισμός μετέχει στο φαινόμενο με την αναβίωση του ελληνορθόδοξου μυστικισμού και με τη μεγάλη ακτινοβολία που έχει αποκτήσει το Άγιο Όρος, ως το μόνο ενεργό “μυστικιστικό ηφαίστειο” στον ευρωπαϊκό χώρο. Συγχρόνως ο Ελληνισμός βρίσκεται σ’ ένα επικίνδυνο μεταίχμιο μεγάλων αλλαγών, όπου καλείται να σπάσει τους νάρθηκες του ελλαδισμού[1] και να ξαναβρεί την οικουμενική του διάσταση. Στις συνθήκες αυτές η συζήτηση για τη σημασία, τον ρόλο και την ενδεχόμενη προσφορά του ελληνορθόδοξου μυστικισμού, βρίσκεται εδώ και καιρό στην ημερήσια διάταξη. Το θέμα είναι, με άλλη διατύπωση, η πιθανή μετανεωτερική αξία του μηνύματος που κομίζει στον κόσμο το Άγιο Όρος.

Σχέση Έθνους – Οικουμένης


Το Άγιο Όρος είναι πολιτεία οικουμενική, επί ελληνικού εδάφους. Αντιπροσωπεύονται σ’ αυτό όλα σχεδόν τα έθνη της λεγόμενης “βυζαντινής” ελληνικής Οικουμένης. Ενσαρκώνει την οικουμενική διάσταση του Ελληνισμού, σε άκρα αντίθεση με το κράτος της ελλαδιστικής Ψωροκώσταινας.

Όμως η σχέση Έθνους και Οικουμένης είναι άγνωστη στη σύγχρονη “προοδευτική” και “συντηρητική” διανόησή μας. Γι’ αυτό, πριν μιλήσουμε για το θέμα, πρέπει να δώσουμε το σχετικό αλφάβητο.

Το Έθνος είναι μετοχή στον Κοινό Λόγο μιας καθορισμένης ιστορικής Οικουμένης. Ενός οικουμενικού πολιτισμού. Τα σημερινά έθνη, δηλαδή τα νεωτερικά έθνη, είναι τρόποι ύπαρξης της Νεωτερικότητας. Μετέχουν στον επικρατούντα σήμερα νεωτερικό πολιτισμό με τον ιδιαίτερο δικό τους τρόπο – τη λεγόμενη “εθνική ταυτότητα”. Έθνη υπήρχαν και πριν την εμφάνιση του καπιταλισμού. Ήταν τα έθνη της προνεωτερικής εποχής. Μετείχαν κι αυτά σε αντίστοιχες μορφές Οικουμένης: την Ορθόδοξη (Έλληνες, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρώσοι, Γεωργιανοί κ.ά.), την Καθολική-παπική, την Ισλαμική κ.λπ. Μετοχή στη νεωτερικότητα σημαίνει ότι σε όλα τα σύγχρονα έθνη η νεωτερική παράδοση είναι κυρίαρχη. Δηλαδή: Ελέγχει την παιδεία. Τα πρότυπά της είναι κυρίαρχα. Καθορίζει αυτή, περισσότερο από κάθε άλλη, την ιεράρχηση των αναγκών. Είναι ο κοινός πολιτισμικός παρονομαστής, ανάμεσα στην Αμερική π.χ. και στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Κίνα ή το Μπουρούντι…

Η οικουμενικότητα είναι πάντοτε σχετική. Η νεωτερική οικουμενικότητα έχει σήμερα πλανητική διάσταση. Καμιά προηγούμενη δεν την είχε. Όλες τους εκτείνονταν σε μέρος μόνο του πλανήτη. Ποτέ στο σύνολό του. Αυτή είναι μια καθοριστική διαφορά της σημερινής Οικουμένης από τις παλιότερες. Αλλά η σχετικότητα δεν είναι μόνο γεωγραφική. Είναι ήδη φανερό ότι τα νεωτερικά οικουμενικά πρότυπα δεν έχουν την καθολικότητα, την πραγματική οικουμενικότητα, που νόμιζαν οι διαφωτιστές. Δεν είναι για όλους, αλλά μόνο για τους λίγους. Στη γενίκευσή τους είναι οφθαλμοφανώς ασυμβίβαστα με την επιβίωση της ζωής στον πλανήτη. Ανάλογα ελλείμματα οικουμενικότητας, σε άλλη κλίμακα βέβαια, είχαν και οι προνεωτερικές μορφές Οικουμένης.

Οι διαφορετικές μορφές Οικουμένης παραπέμπουν σε διαφορετικούς τύπους εθνών. Τα νεωτερικά έθνη είναι τύπος εθνών διαφορετικός από τα προνεωτερικά. Οι ιστορικοί τύποι ζουν σωρευτικά στο σημερινό έθνος. Το έθνος υφίσταται έτσι ως σχηματισμός παραδόσεων. Ως ταυτόχρονη μετοχή σε διαφορετικές μορφές Οικουμένης, οι οποίες υφίστανται, ως δρώσες παραδόσεις, σε καθορισμένες σχέσεις μεταξύ τους. Κυρίαρχη παράδοση, κεντρική παράδοση, περιφερειακές παραδόσεις. Κυρίαρχη είναι σήμερα η νεωτερική. Κεντρική είναι, στα παλιά έθνη, όπως το ελληνικό, το κινεζικό κ.ά. η ιστορικότερη από τις προνεωτερικές παραδόσεις. Κεντρική σε μας είναι η Ορθοδοξία, αν μιλάμε για το θρησκευτικό πεδίο. Ο Κοινοτισμός αν μιλάμε για το πολιτειακό. Το Πρόσωπο αν μιλάμε για το οντολογικό πεδίο. Η ελληνική Κοινή αν μιλάμε για το γλωσσικό. Στην αγιορείτικη Πολιτεία όλες αυτές οι παραδόσεις υφίστανται ως ενιαία παράδοση και αποτελούν όχι μόνο την κεντρική, αλλά και την κυρίαρχη παράδοση. Εξακολουθεί να ζει εκεί “το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο”. Βεβαίως η νεωτερικότητα μπήκε στο Όρος και το επηρέασε, από πολλές πλευρές, με την κοινή σε όλο τον ορθόδοξο χώρο έκφραση, που είναι το ζεύγμα ευσεβισμού-εθνοφυλετισμού, αλλά δεν απέκτησε την επιρροή ηγετικής παράδοσης, όπως στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο.

Η οικουμενικότητα δεν “αποκλείει” την εθνικότητα. Ούτε η εθνικότητα την οικουμενικότητα. Όπως πιστεύουν οι “προοδευτικοί” και οι “συντηρητικοί” μας φωστήρες. Το ένα προϋποθέτει το άλλο. Είναι η κλασική σχέση “ουσίας” και “υπόστασης”. Όλου και μέρους στο πεδίο του πολιτισμού.

Οι μεταβατικές εποχές


Οι μεταβάσεις, από μια μορφή Οικουμένης σε άλλη, είναι ιδιαίτερες εποχές, όπου ρευστοποιούνται οι πριν παγιωμένες πολιτισμικές δομές. Οι εποχές αυτές έχουν έντονα τα χαρακτηριστικά της “θεμελιακής” αναζήτησης. Είναι εποχές συγκρητισμού και αναθεμελίωσης.

Σήμερα η νεωτερικότητα αμφισβητείται παντού στον κόσμο. Παράλληλα ένας όψιμος “εκσυγχρονισμός” προσπαθεί να επαναλάβει το “αποτυχημένο” πείραμα εκνεωτερισμού, σε όλες σχεδόν τις χώρες της περιφέρειας. Η κυοφορούμενη μετανεωτερική μορφή Οικουμένης, αν γεννηθεί, θα αναδείξει ασφαλώς τον δικό της τύπο έθνους: το μετανεωτερικό έθνος. Από τη νεωτερική εθνική ταυτότητα βαίνουμε πιθανώς για μια άλλη μετανεωτερική. Η πάλη για τη μετανεωτερική αναμόρφωση της Οικουμένης και των εθνών, συνιστά βασική τάση στην τρέχουσα διεθνή κατάσταση. Η λεγόμενη “παγκοσμιοποίηση” δεν πρόκειται να εξαλείψει τα έθνη, απλώς θα τα αλλάξει. Το ζήτημα είναι να δει κανείς ποιο θα είναι το περιεχόμενο της μετανεωτερικής εθνικότητας. Ποιος θα είναι ο Κοινός Λόγος της μετανεωτερικής Οικουμένης.

Το μετανεωτερικό ανιχνεύεται στα συμπτώματα της κρίσης του νεωτερικού, τα οποία υποδηλώνουν ένα σαφέστατο έλλειμμα οικουμενικότητας, ήδη απειλητικό για την αναπαραγωγή του παγκόσμιου συστήματος. Απ’ έξω φαίνεται σαν “έλλειμμα δικαιοσύνης“, συναγόμενο από την πρωτοφανή εθνική και κοινωνική ανισότητα, που συμπυκνώνεται εκρηκτικά στο χάσμα Βορρά-Νότου. Επίσης σαν επικίνδυνο έλλειμμα οικολογικής ισορροπίας. Από μέσα φαίνεται σαν ανθρωπολογική αποσύνθεση. Έλλειμμα υποκειμενικότητας. Έκλειψη του υποκειμένου. Αυτονόμηση των συστημάτων. Μηχανοποίηση του ανθρώπου.

Κατά βάθος ζούμε το φαινόμενο που ονομάζουμε κρίση της εξατομίκευσης. Ο νεωτερικός πολιτισμός είναι εξατομικευτικός πολιτισμός. Παίρνει τον άνθρωπο από τη στιγμή της γέννησής του και τον εκπαιδεύει έτσι ώστε να γίνει Άτομο. Σε αντίθεση με τους κολεκτιβιστικούς πολιτισμούς, που φροντίζουν να καταπνίγουν την ατομικότητα μέσα στον άνθρωπο, κάνοντάς τον ανίκανο να απογαλακτισθεί από την ομάδα. Ο νεωτερικός εξατομικευτικός πολιτισμός είναι ο τρίτος στην Ιστορία, μετά τους αρχαίους, τον ελληνικό[2] και τον ρωμαϊκό. Από την ελληνική, αλλά και τη ρωμαϊκή εμπειρία, ξέρουμε, αυτό που επιβεβαιώνουμε σήμερα: ότι η εξατομίκευση, όταν πλησιάσει στο κατώφλι της ολοκλήρωσής της, έρχεται αντιμέτωπη με τις εσωτερικές της αντιφάσεις, οι οποίες εξωτερικεύονται με τη μορφή τρομερών κοινωνικών προβλημάτων, τα οποία δεν μπορούν να λυθούν χωρίς “αλλαγή παραδείγματος”. Τότε το Άτομο διασπάται και το κοινωνικό οικοσύστημά  του καταρρέει. Η δε παράδοση-τροφός του περιέρχεται σε θανάσιμη “κρίση ταυτότητας”. Δυστυχώς οι επεξεργασίες μας πάνω στο καίριο αυτό θέμα είναι ακόμη στα σπάργανα.[3]

Ξέρουμε από την εποχή του Ηράκλειτου ότι ο άξονας κάθε Οικουμένης είναι θρησκευτικός. “Τρέφονται γαρ πάντες οι ανθρώπιοι νόμοι υπό ενός του θείου“. Είναι, όπως είπαμε και στην αρχή, η νοηματοδότηση της σχέσης Ανθρώπου – Θεού. Η νεωτερική νοηματοδότηση, εντελώς πρωτότυπη, ήταν η εξής: Ο Θεός είναι Μηδέν. Η σχέση με τον Θεό είναι σχέση με το Μηδέν. Γι’ αυτό και πολλοί θεωρητικοί της κρίσης της νεωτερικότητας αναγνώρισαν στον Μηδενισμό το τελικώς σαθρό θεμέλιο της νεωτερικής εξατομίκευσης. Η μηδενιστική νοηματοδότηση της θεμελιακής υποκειμενοποιητικής σχέσης είχε γίνει, σημειωτέον, καθαρώς για λόγους μεταφυσικής διασφάλισης της ατομικής ελευθερίας. Λόγους απολύτως δικαιωμένους ιστορικά, αφού ο θεός της μεσαιωνικής Δύσης παραήταν δεσποτικός και ανελεύθερος.

Η μηδενιστική νεωτερική “θέσμιση”, λόγω του ελλείμματος οικουμενικότητας στο οποίο αναφερθήκαμε, αμφισβητείται ήδη ριζικά. Απ’ έξω την πολεμά ο φονταμενταλισμός. Από μέσα τη ροκανίζει η λεγόμενη “νέα θρησκευτική συνείδηση”, στην οποία περιλαμβάνονται και οι περισσότερες μορφές της οικολογίας.

Η φονταμενταλιστική αμφισβήτηση έχει ευρύ ριζοσπαστικό βεληνεκές, διότι βοηθά τους λαούς της περιφέρειας να βγουν από την εθνική αλλοτρίωση. Να απαλλαγούν από τον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό της νεωτερικής παράδοσης. Οξύνει την αυτοσυνειδησία τους και τείνει να μετατρέψει τα περιφερειακά έθνη σε υποκείμενα της σύγχρονης ιστορίας τους. Ο φονταμενταλισμός είναι ωστόσο παγιδευμένος. Όχι μόνο από τη νεωτερική αλλοτρίωση των προνεωτερικών παραδόσεων, αλλά και από τα δικά τους ιστορικά ελλείμματα οικουμενικότητας, που είναι πολύ μεγαλύτερα απ’ αυτό της νεωτερικής παράδοσης. Ο βασικός λόγος, που ο φονταμενταλισμός δεν συνιστά εναλλακτική λύση στη νεωτερικότητα, είναι γιατί τα πρότυπα που επικαλείται είναι κολεκτιβιστικά.[4] Ανάλογη είναι η κατάσταση και με τη λεγόμενη “νέα θρησκευτική συνείδηση” που αναπτύσσεται στη Δύση. Ενώ αυτό που ζητά ο δυτικός άνθρωπος από τη “νέα πνευματικότητα” είναι η διάσωση του ατόμου, η αναγέννησή του σε ένα ανώτερο επίπεδο, όπου θα αίρεται η αντίθεση ελευθερίας – δικαιοσύνης και ανθρώπου – φύσης, παγιδεύεται σε οντολογίες κοσμοκεντρικές και κατά βάθος κολεκτιβιστικές. Ενώ καταρρίπτει τις επαναπαυτικές ανοησίες του θετικισμού και καλεί το άτομο στην εγρήγορση και την υπευθυνότητα, η “νέα πνευματικότητα” είναι αδιόρατα δεσμευμένη στην άγονη τροχιά της μεταφυσικής απροσωπίας. Οι μεταφυσικές της είναι σαφώς προχριστιανικές.[5]

Η κρίση του νεωτερικού μηδενισμού, ο φονταμενταλισμός και ο “νέος μυστικισμός“, συνθέτουν το ιστορικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο καλούμαστε να αναρωτηθούμε για τον ρόλο της κεντρικής μας παράδοσης στον σύγχρονο κόσμο. Και ειδικότερα για τον ρόλο του Αγίου Όρους, δηλαδή του χώρου όπου η παράδοση αυτή ότι έχει υποστεί τη λιγότερη νεωτερική αλλοτρίωση.

Η σημασία του ελληνορθόδοξου μυστικισμού


Το ζητούμενο (και διαφιλονικούμενο) είναι ο τύπος ανθρώπου. Το δυναμικό άτομο της νεωτερικότητας δίνει τη θέση του στο αυτοματισμένο άτομο. Ο άνθρωπος-κατασκευαστής συστημάτων υποδουλώνεται στα συστήματα, η αναπαραγωγή των οποίων αποβαίνει και ο σκοπός της χαμοζωής του. Ποιος είναι ο ζητούμενος μετανεωτερικός τύπος ανθρώπου, αν αυτός δεν θέλουμε να είναι το Αυτόματο; Ιδού το κεντρικό ερώτημα. Η σύζευξη ανθρώπου-μηχανής είναι, όλο και περισσότερο, το δεδομένο αντικειμενικό πλαίσιο του ανθρωπολογικού προβλήματος σήμερα. Ο άνθρωπος-μηχανή ζητά τον τρόπο να υπερβεί τη μηχανικότητα, μέσα κι έξω του.

Έχει απάντηση η ελληνική παιδεία; Η όποια ελληνική παράδοση;

Από τις διάφορες μερίδες της διανόησής μας μόνο η λεγόμενη “νεορθόδοξη” έχει δώσει απάντηση. Η λεγόμενη “προοδευτική”, βαθιά νυχτωμένη, δεν δέχεται καν το ερώτημα. Γι’ αυτήν η νεωτερικότητα είναι το “τέλος της Ιστορίας”. Δεν υπάρχει “πέραν” της νεωτερικότητας. Μόνο “πίσω” υπάρχει. Ούτε η λεγόμενη “συντηρητική” μερίδα έχει δώσει κάποια απάντηση. Δεν ασχολείται με  τέτοια ζητήματα. Η μόνη απάντηση που διαθέτουμε είναι λοιπόν αυτή των “νεορθόδοξων” για το Πρόσωπο. Η ενιαία ελληνική παράδοση γνωρίζει το Πρόσωπο, ως ανθρωπολογικό τύπο, ο οποίος υπερβαίνει το δίπολο ατομικισμού-κολεκτιβισμού. Το Πρόσωπο είναι υποκείμενο αγαπητικής και όχι κυριαρχικής-εξουσιαστικής κοινωνικής ενέργειας, όπως το Άτομο. Υποτίθεται μάλιστα ότι μας διδάσκει, η παράδοση αυτή, πώς φτιάχνεται ο εν λόγω τύπος υποκειμένου.

Από τις παραδοσιακές περιγραφές μπορούμε, όντως, να διαπιστώσουμε ότι το Πρόσωπο ταιριάζει εκπληκτικά με τον τύπο ανθρώπου που ζητάμε στα πλαίσια της μετανεωτερικής αναζήτησης. Η μόνη σοβαρή επιφύλαξη που θα μπορούσα να διατυπώσω είναι μήπως περιγράφει ένα ιδανικό, που είναι μεν ωραίο αλλά αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Μπορεί το Πρόσωπο να ενσαρκωθεί σε πρακτική πρόταση; Αυτό είναι που μετράει.

Η πίεση του πρακτικού ερωτήματος είναι, ουσιαστικά, και το αίτιο, που προκάλεσε την αναβίωση του μοναχισμού στον ελληνικό χώρο και την εκπληκτική άνοδο της ακτινοβολίας του Αγίου Όρους. Το ερώτημα απευθύνεται, πριν απ’ όλα, στους καλογήρους μας. Μπορούν να ανταποκριθούν στο πιεστικό αυτό αίτημα των καιρών; Δύσκολη η απάντηση, αλλά προκειμένου για το Όρος πρέπει να είναι, ασφαλώς, πιο εύκολη, σε σύγκριση με την κρατικοποιημένη ελλαδική εκκλησία. Υποτίθεται, επαναλαμβάνουμε, ότι εκεί είναι λιγότερο βαρύ το νεωτερικό κέλυφος και η εξ αιτίας του στρεβλωτική αλλοτρίωση. Το Όρος υπήρξε η Κιβωτός της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Η οικουμενικότητά του παραμένει ζωντανή. Ο ελληνισμός του υπέρτερος του ελλαδισμού.

Ας υποθέσουμε ότι έχουμε διατυπώσει σωστά το ερώτημα. Ότι δηλαδή ζητάμε τον μετα-ατομικό, μετα-κολεκτιβιστικό, μετα-μηχανικό άνθρωπο. Ας υποθέσουμε, επί πλέον, ότι αυτός είναι το Πρόσωπο. Ας υποθέσουμε τέλος ότι η αθωνική Πολιτεία κρύβει μέσα της, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τη δυνατότητα πραγμάτωσης του ιδανικού αυτού.[6] Τίθεται το ερώτημα: πώς φανταζόμαστε το δια ταύτα, το πρακτέο, την παρέμβαση στο ιστορικό πρόβλημα;

Από τη στιγμή που μιλάμε για σκόπιμη δραστηριότητα αυτή αυτομάτως προσδιορίζεται σε δύο μέτωπα: α) Ως ειδική εκπαίδευση που δίνει στο άτομο την ικανότητα να υπερβαίνει τη μηχανικότητα, μέσα κι έξω του. Και β) ως οικοδόμηση Κοινότητας (όχι σέκτας) ικανής να αντέχει στο μηχανικό περιβάλλον των συστημάτων και να το αλλοιώνει, λειτουργώντας ως ενσάρκωση του Προσώπου. Μιλάμε λοιπόν για προσωποκεντρική εκπαίδευση, αφ’ ενός και για δημιουργία προσωποκεντρικών κοινοτήτων, αφ’ ετέρου. Ή αλλιώς: για το πώς μαθαίνουμε να αποκτούμε την Αγάπη, που συνιστά το Πρόσωπο και για το πώς οικοδομούμε Κοινότητα πάνω στην “Άκτιστη” αυτή Ενέργεια.

Αυτά τα δυο είναι που προσδοκούμε από το πιο συνειδητό και εξελιγμένο δυναμικό της οικουμενικής μας παραδόσεως. Αν είχαμε καρποφορία στις δυο αυτές κατευθύνσεις, θα μπορούσε να δοθεί το έναυσμα για τη δημιουργία μιας νέας οικουμενικής παραδόσεως, ικανής να μπει στη θέση της νεωτερικής και να καλύψει τα κενά και τους κινδύνους που δημιουργεί η κατάρρευσή της. Θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να βγάλει τη μετανεωτερική αναζήτηση από τον κλειστό φονταμενταλιστικό και “νεοθρησκευτικό” της ορίζοντα.

Αν, όπως πιστεύουν οι συνθρησκειώτες μας, ο Λόγος του Προσώπου είναι υπεριστορικός, αλλά ενσαρκώνεται μέσα στην Ιστορία. Αν οι ιστορικές μορφές ενσάρκωσης του Λόγου είναι πάντοτε πεπερασμένες και σχετικές και κατ’ ανάγκην διαφέρουν από πολιτισμό σε πολιτισμό. Τότε καλούμαστε, ουσιαστικά, να περάσουμε σε μιαν άλλη μορφή ιστορικού χριστιανισμού. Απροσδιόριστα διαφορετική από εκείνη του νεωτερικού ή του προνεωτερικού ιστορικού χριστιανισμού. Πώς ακριβώς θα είναι ο μετανεωτερικός ιστορικός χριστιανισμός δεν μπορούμε να το ξέρουμε, αλλά αν δεν είμαστε σταθεροί στη διαχρονική ουσία της τριαδικής παραδόσεως και ανοιχτοί σε νέες μορφές δεν θα μπορέσουμε φυσικά ποτέ να το μάθουμε.

Περιορισμοί


Σε κάθε πρόταση η διερεύνηση των περιορισμών αποτελεί σημαντικό θέμα. Αν δεν εντοπίσεις τους υφιστάμενους περιορισμούς και δεν τους παρακάμψεις, είσαι καταδικασμένος να μείνεις στις καλές προθέσεις και στους ευσεβείς πόθους.

Στην περίπτωσή μας μπορούμε να κατατάξουμε τους υφιστάμενους περιορισμούς σε τρεις βασικές κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία σχετίζεται με το νεωτερικό κέλυφος που βαραίνει πάνω στην Ορθόδοξη παράδοση και το οποίο δημιουργήθηκε σαν αποτέλεσμα της προσπάθειάς της να επιβιώσει στα πλαίσια του νεωτερικού πολιτισμού. Η δεύτερη κατηγορία συνδέεται με την αλλοτρίωση που έχει επιφέρει στην Ορθόδοξη παράδοση η υποταγή στη νεωτερικότητα και εξ αιτίας της οποίας έχουν νοθευτεί σοβαρά τα κριτήρια. Η τρίτη κατηγορία περιορισμών συνδέεται με τις επιβιώσεις του προνεωτερικού ελλείμματος οικουμενικότητας, εξ αιτίας του οποίου στο παρελθόν υπερφαλαγγιστήκαμε από το Ισλάμ και τη φραγκοτευτονική Δύση. Ο χώρος δεν μας επιτρέπει ανάλυση και των τριών κατηγοριών. Για κάποια στοιχεία πάνω στις δυο πρώτες θα παραπέμψω τον αναγνώστη στα βιβλία μου Έθνος και Παράδοση[7] και Έκλειψη του Υποκειμένου,[8] για να αναφερθώ εδώ δι’ ολίγων στους προνεωτερικούς περιορισμούς.

Ο μοναχισμός ξεκίνησε ως αμυντικό κίνημα: Φεύγω στην έρημο για να διαφυλάξω την αυθεντικότητα του χριστιανικού βιώματος. Για να σώσω το ιδεώδες από την απειλούμενη παραχάραξη. Αναδιπλώνομαι μακριά από τον κόσμο, σε αναμονή ευνοϊκότερων ιστορικών συνθηκών. Παραιτούμαι, προσωρινά, από το παράγγελμα “πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη” και “ως εν ουρανώ και επί της γης”. Όμως ουδέν μονιμότερον του προσωρινού. Η φυγή από τον κόσμο έγινε ιδανικό, οριστική. Τούτο αποτελούσε σαφώς και εξακολουθεί να αποτελεί, στρεβλή κατανόηση του χριστιανισμού. Ο Χριστός πήγε στην έρημο, αλλά μόνο για σαράντα μέρες. Όχι για ολόκληρη τη ζωή του. Εμείς, κόβοντας τον Χριστό σε φέτες, παίρνουμε το κομμάτι που μας βολεύει. Στην προκειμένη περίπτωση μόνο το κομμάτι που αντιστοιχεί στις σαράντα μέρες. Είναι αυτονόητο ότι η φυγή, για κάποιο διάστημα, ενώ είναι νόμιμη και αναγκαία, δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι αναγκαία για λόγους προετοιμασίας, ώστε η επάνοδος στον κόσμο και η δουλειά μέσα στον κόσμο, να είναι αποτελεσματική. Το μοναστήρι είναι ένα είδος πανεπιστήμιο. Δεν λέμε πως δεν χρειάζεται. Απεναντίας: χωρίς τριτοβάθμια εκπαίδευση απλώς δεν έχεις εκπαίδευση. Και χωρίς εκπαίδευση δεν έχεις τίποτα. Αλλά δεν πάμε στο πανεπιστήμιο για να σπουδάζουμε αιωνίως. Ο σκοπός είναι να βοηθήσουμε τον κόσμο, όχι τον εαυτό μας. Βοηθάμε και “σώζουμε” τον εαυτό μας, μόνο στο μέτρο που βοηθούμε και “σώζουμε” τον κόσμο.

Υπάρχει λοιπόν στον δικό μας ιστορικό χριστιανισμό μια ορισμένη στρέβλωση, ως προς τη θέση του μυστικισμού. Είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε τις ρίζες της στρέβλωσης αυτής. Βρίσκονται στην εποχή της ελληνικής παρακμής. Ο στωικισμός, ο επικουρισμός, ο νεοπλατωνισμός, ο γνωστικισμός, είχαν έναν κοινό παρονομαστή: η αριστοκρατία του πνεύματος αποσύρεται στον Κήπο της, μακριά από την ακάθαρτη πολιτειακή πραγματικότητα. Ο πνευματικός άνθρωπος μεταβάλλεται σε ιδιώτη, ατομικά ή κατά ομάδες. Η τραυματική εμπειρία της χρεοκοπίας του ελληνικού πολιτειακού ιδεώδους, της Πολιτείας της βασισμένης στο αυτεξούσιο ελληνικό άτομο, αφού μεταλλάχθηκε σε θεοποίηση του ηγεμόνα και εισαγωγή των περσικών αυτοκρατορικών προτύπων, ως αναγκαίων για την ύπαρξη “Οικουμένης”, έγινε θεωρία δικαιωτική της αποχής του πνευματικού ανθρώπου από τα πολιτειακά δρώμενα. Η Άνω Πόλις παίρνει διαζύγιο από την Ενθάδε Πόλιν και αυτή η τελευταία εκχωρείται στον Διάβολο (τον “άρχοντα του κόσμου τούτου”) και τελικά στον Σουλτάνο. Η “συναλληλία” υπήρξε μόνο στο πεδίο της ιδεολογίας, όχι στην πράξη. Δεν ισχυρίζομαι εδώ ότι μπορούσε να γίνει (ή όχι) και διαφορετικά. Απλή διαπίστωση κάνω. Δεν ισχυρίζομαι επίσης ότι αυτή η γραμμή κυριάρχησε απόλυτα ή στις περισσότερες περιπτώσεις. Είναι σίγουρο, πάντως, ότι δεν ήταν αυτή η γραμμή του οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου, του Μεγάλου Βασιλείου, του Χρυσοστόμου, του Μαξίμου του Ομολογητή, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά ή του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Όμως η σχέση των δύο γραμμών δεν έγινε ποτέ αντικείμενο διεξοδικών διευκρινίσεων. Ο όρος “συγκόλληση” θα ήταν ο καταλληλότερος για να αποδώσει αυτό που ίσχυσε στην πράξη.

Η σχέση των δύο γραμμών πρέπει να επανακαθοριστεί σήμερα διεξοδικά. Εξάπαντος και κατεπειγόντως. Αλλιώς θα ενσωματωθεί και ο Ορθόδοξος μυστικισμός στο “πάτσγορκ” της λεγόμενης “νέας θρησκευτικής συνείδησης”. Ήδη έχουν γίνει αρκετά βήματα στην κατεύθυνση αυτή. Η ευθύνη των πλέον φωτισμένων από τους μοναχούς μας είναι επί τούτου μεγάλη. Ο μοναχισμός μας πρέπει να λειτουργήσει συνειδητά σαν “μετανεωτερικό σχολειό”. Όπου ξυπνάς, μαθαίνεις πώς πολεμιέται ο Διάβολος και βγαίνεις έπειτα στον κόσμο να φτιάξεις αγαπητικές κοινότητες. Κι αν τα βρεις σκούρα ξαναγυρίζεις, για περαιτέρω εκπαίδευση. Αυτό που χρειάζεται ο κόσμος είναι Κοινότητες Προσώπων, δίχως τις οποίες δεν μπορούν να υπάρξουν Έθνη Κοινοτήτων και Κοινότητες Εθνών.


[1] Ελλαδισμός είναι η βασική νεοελληνική ιδεολογία. Σύμφωνα μ’ αυτήν ο Ελληνισμός περιορίζεται στα πρώτα κυρίως εδαφικά όρια του ελλαδικού κράτους: Πελοπόννησο και Στερεά. Αποτελεί άρνηση της ρωμαίικης οικουμενικότητας.
[2] Βεβαίως το νεωτερικό άτομο είναι άλλου τύπου από το ελληνικό. Μας διαφεύγουν οι διαφορές τους επειδή επικρατεί ο μύθος ότι τάχα οι Έλληνες δεν ήταν Άτομα. Ότι το Άτομο είναι δυτική ανακάλυψη. Πρόκειται για μύθο που βολεύει τόσο τους “φωταδιστές”, που μας θέλουν αιωνίως προσκολλημένους στη μιμητική εισαγωγή του νεωτερικού ανθρωπολογικού τύπου, όσο και τους “σκοταδιστές”, οι οποίοι δαιμονοποιούν τη δυτική ατομικότητα και εκχωρούν την αρχαία Ελλάδα στον δυτικό πνευματικό αποικισμό. Όταν αυτοί οι τελευταίοι μιλούν για εξατομίκευση εννοούν την “αποκοπή από την ομάδα”, πράγμα που είναι σύμπτωμα της κρίσης των εξατομικευτικών πολιτισμών και όχι της ανάπτυξής της. Η ατομοκεντρική κοινωνία στηρίζεται στην ενεργό μετοχή του Ατόμου. Δεν στηρίζεται στον Ιδιώτη ή στον περιθωριακό.
[3] Στοιχεία για την προβληματική αυτή, βλ. Άρδην, τ. 9.
[4] Περισσότερα για τον φονταμενταλισμό, βλ. Άρδην, τ. 10.
[5] Περισσότερα για τη “νέα θρησκευτική συνείδηση”, βλ. περιοδικό Ανιχνεύσεις, τεύχος Σεπτεμβρίου, Θεσσαλονίκη 1997.
[6] Χρησιμοποιώ τον όρο “ιδανικό”, ως προσιτότερο στη σύγχρονη αντίληψη. Στην ορθόδοξη παράδοση καλύπτεται από τους όρους “εσχατολογικό” και “οντολογικό”. Η διαφορά είναι σημαντική: Αν το Πρόσωπο είναι “ιδανικό” καλούμαστε να γίνουμε κάτι που δεν είμαστε. Ενώ αν το Πρόσωπο έχει εσχατολογική-οντολογική νοηματοδότηση, τότε καλούμαστε να γίνουμε αυτό που πραγματικά είμαστε. Να περάσουμε, όπως λέγεται, από το “παρά φύσιν” στο “κατά φύσιν”.
[7] Εναλλακτικές Εκδόσεις. Αθήνα 19972.



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ