Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρ.Αρβανίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρ.Αρβανίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2023

«Θρησκεία, Ιδεολογία, Πολιτισμός στη σύγχρονη εποχή», του Χριστόφορου Ελ. Αρβανίτη (κριτική)






πηγή: bookpress

Για τη μελέτη του Χριστόφορου Ελ. Αρβανίτη «Θρησκεία, Ιδεολογία, Πολιτισμός στη σύγχρονη εποχή» (πρόλογος: Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, εκδ. Επίκεντρο)

Του Γιώργου Σιακαντάρη*

Δυστυχώς τα περισσότερα βιβλία στη χώρα μας τα σχετικά με την ανάλυση της θρησκείας και των θρησκευτικών στάσεων και συμπεριφορών χωρίζονται είτε στην κατηγορία επιφανειακών αντικληρικαλιστικών πονημάτων είτε σ’ αυτά που λειτουργούν ως «ιδεολογικοί μηχανισμοί» ενός διχαστικού δήθεν ορθόδοξου λόγου. Το βιβλίο του Χριστόφορου Ελ. Αρβανίτη, Επίκουρου Καθηγητή Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού και της Θρησκείας, ενός από τους πιο διεισδυτικούς και ανοικτόμυαλους αναλυτές της Θρησκείας ως κοινωνικού και παράγωγου πολιτισμού φαινομένου, δεν αποτελεί απλώς εξαίρεση: Αποτελεί οδηγό για το ποια μπορεί να είναι η προοδευτική ματιά στην ανάλυση της θρησκείας ως πολύπλοκης διαδικασίας που δεν μπορεί να αναλώνεται σε υπεραπλουστεύσεις ενός αντικληρικαλισμού ή ενός ορθόδοξου εθνικισμού.

Για να μη παρερμηνευτούν αυτές οι γραμμές, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ανάλυση του θρησκευτικού φαινομένου αυτού καθαυτού, με ένα θεολογικό έργο δηλαδή, αλλά με την ανάλυση των σχέσεων της θρησκείας με το κοινωνικό, ιδεολογικό και πολιτισμικό περιβάλλον της. Επομένως, έχουμε μια εξαιρετική κοινωνιολογία της θρησκείας. Κατ’ αυτή την κοινωνιολογία, η θρησκεία ενοποιεί ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους όσον αφορά τις ταξικές και τις πολιτικές τους ιδεολογίες. Η επιρροή της θρησκείας μάλιστα είναι πιο δυνατή, εκεί όπου αποδυναμώνεται η επιρροή της πολιτικής. Βεβαίως ο συγγραφέας δεν παραλείπει να τονίζει και την άλλη πλευρά, τον διαχωριστικό λόγο των θρησκειών, μόνο που αυτόν τον αποδίδει όχι τόσο στο θεολογικό και θρησκευτικό περιεχόμενο τους, όσο στον τρόπο που τις χειρίζονται οι ίδιες οι εκκλησίες αλλά και τα εθνικά κράτη.

Η θρησκεία ως προϊόν και παράγωγο των επιμέρους ανθρώπινων πολιτισμών αποτελεί κοινωνική κατασκευή, αλλά ταυτοχρόνως και πολιτισμικό στοιχείο, όπως αυτό αναδύεται μέσα από διαφορετικές συλλογικότητες. Βεβαίως όλα τα παραπάνω δεν ισχύουν διαχρονικά, αλλά μόνο στο πλαίσιο της νεωτερικότητας, πρώιμης και ύστερης, πρώτης και δεύτερης. Κατά τον συγγραφέα, και πολύ σωστά, είναι λανθασμένες εκείνες οι ερμηνείες που αποβάλλουν τη θρησκεία από τη νεωτερικότητα. Εκείνο που αποβάλλει η νεωτερικότητα δεν είναι η θρησκεία, αλλά η ταύτιση της με την κοσμική εξουσία.

Γίνονται θρησκείες οι ιδεολογίες;

Οι ιδεολογίες ως συστήματα επεξεργασμένων ιδεών της ανθρώπινης νόησης είναι παράγοντες σύγκρουσης και ανατροπής. Τι το κοινό επομένως μπορούν να έχουν με τις θρησκείες; Στις παραδοσιακές κοινωνίες η θρησκεία αποτελούσε το θεμέλιο της γνώσης, αλλά και της ευσέβειας. Την υποχώρηση της ως κανόνα συμπεριφοράς κατά τον 18ο και 19ο αιώνα έρχεται να καλύψουν οι ιδέες που παράγονται στους κόλπους των αστικών και εργατικών μαζών. Είναι τώρα οι ιδεολογίες που προβάλλονται ως νέες θρησκείες. Οι ιδρυτές των ιδεολογιών εμφανίζονται με το κύρος των ιδρυτών των μεγάλων θρησκειών. Η εκκοσμίκευση δεν είναι μόνο άρνηση της ταύτισης του κοσμικού με το ιερό, είναι και θρησκειοποίηση των ιδεολογιών. Ο Χριστόφορος Αρβανίτης μας μαθαίνει ένα πολύ σοβαρό πράγμα. Αφενός πως ιδεολογία δεν σημαίνει πάντοτε στρεβλή συνείδηση και αφετέρου πως στην κοινωνία τίποτα δεν είναι καθαρό, τίποτα δεν είναι άσπρο-μαύρο. Εκεί που σ’ ένα φαινόμενο το προσεκτικό μάτι διακρίνει πολλά αρνητικά στοιχεία, το ίδιο προσεχτικό και ανεχτικό -όχι αμερόληπτο- μάτι μπορεί να διακρίνει και τους σπόρους μιας άμεσης ή βραχυπρόθεσμης προοδευτικής αλλαγής.

Το θρησκευτικό φαινόμενο συνδέεται και με την εξουσία. Όχι μόνο με την εκ πρώτης όψεως εξουσία που κατέχουν οι μεγάλες Εκκλησίες, αλλά και με τον τρόπο που οι θρησκείες επηρεάζουν και επηρεάζονται από τις πολιτικές ιδεολογίες. Επομένως, καθαρές καταστάσεις τύπου από εδώ η κοσμικότητα και από εκεί το ιερό δεν υπάρχουν ακόμη και στις ύστερες νεωτερικές κοινωνίες. Ο συγγραφέας βλέπει το πώς οι εθνικισμοί χρησιμοποιούν τις θρησκείες αλλά και το πώς αυτές τους χρησιμοποιούν. Ενδεικτική για το δεύτερο η διχαστική στάση του μακαριστού Χριστόδουλου τόσο στα θέματα των ταυτοτήτων όσο και στο Μακεδονικό. Βεβαίως, ο εθνικισμός των θρησκειών δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μόνο αρνητικό φαινόμενο. Αυτός προήλθε από μια από τις πιο ριζοσπαστικές ιδέες του 19ου αιώνα. Αυτή ήταν η κεντρική ιδέα της Γαλλικής Επανάστασης, κάθε έθνος ένα κράτος, κάθε κράτος ένα έθνος. Οι εθνικές θρησκείες αρνούνται την μέχρι τότε νομιμοποίηση της εξουσίας του μονάρχη και το cuius regio eius religio (ότι ο βασιλιάς και η θρησκεία).

Ο αρχικός εθνικισμός των εκκλησιών, παράδειγμα η αυτονόμηση της Ελλαδικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο, συμβάδιζε με την ανάδειξη των εθνικών κρατών. Επειδή όμως όλα τα ωραία δεν διαρκούν πολύ, στη συνέχεια ο εθνικισμός εργαλειοποιήθηκε. Δυστυχώς, και οι εθνικές Εκκλησίες τον ακολούθησαν σ’ αυτόν τον δρόμο. Ας προσέξουμε όμως ότι ο συγγραφέας, ο οποίος είναι μέλος της Διεθνούς Αμνηστίας και της Ένωσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, δεν αναζητεί κάποιες παρεκτροπές του θρησκευτικού αλλά διαβλέπει κοινωνικές τάσεις. Δεν είναι ζήτημα εγκατάλειψης από τη θρησκεία και τις εκκλησίες των αρχών τους αλλά ζήτημα προσαρμογής τους στα νέα δεδομένα και στην ανάγκη διατήρησης των εξουσιών τους.

Ο Επίκουρος Καθηγητής διαβάζει με καινοτόμο τρόπο και το πώς υψηλοί διανοητές αναλύουν το θρησκευτικό φαινόμενο. Ο Χομπς θεωρεί πως ο φυσικός νόμος ως αρχή είναι εκ Θεού. Αυτό όμως δεν νομιμοποιεί τις απαιτήσεις της Εκκλησίας να θεωρεί πως η εξουσία και αυτή προέρχεται εκ θεού. «Η Εκκλησία μέσα σε μια Πολιτεία δεν μπορεί να αξιώνει καμία θεσμική εξουσία, καθώς κάτι τέτοιο θα είχε ως συνέπεια την αφαίρεση εξουσιών από τον Λεβιάθαν και θα εισήγαγε τη διαρχία» (σ. 82). Ο Χομπς πρώτος θεωρεί πως η εκκλησιαστική εξουσία μπορεί να εκφράζεται μόνο μέσα από την ενότητά της με την πολιτική. Ο Ρουσσώ, πάλι, αφενός δεν επιθυμεί να αμφισβητήσει την πίστη κανενός, αλλά αφετέρου διαχωρίζει το κράτος ως αρμόδιο για ζητήματα λαϊκής κυριαρχίας από τη θρησκεία ως αρμόδια για δογματικά και θεολογικά ζητήματα. Στη βάση αυτού του διαχωρισμού ασκεί δριμύτατη κριτική στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ο Χομπς αποδέχεται ως μοντέλο διακυβέρνησης την ενοποίηση των δυο εξουσιών, ενώ ο Ρουσσώ διαχωρίζει τις δυο εξουσίες και για τα εγκόσμια αποδίδει προτεραιότητα στην κρατική εξουσία. Αυτό τον καθοδηγεί και στον τριπλό διαχωρισμό των θρησκειών. Σ’ αυτή του χωρίς ναούς και θυσιαστήρια ανθρώπου, σ’ αυτή του πολίτη μιας χώρας με τα δόγματα και τους θεσμούς λατρείας της και σε αυτή της κυριαρχίας του ιερέα ως διαμεσολαβητή με τον Θεό. Ο Φόιερμπαχ με τη σειρά του προσφεύγει στην ανθρωπολογία για να εξηγήσει την πίστη προς τον Θεό. Ο άνθρωπος –υποστηρίζει– δημιουργεί καθ’ εικόνα και ομοίωσή του τον Θεό και μετά αυτός ο Θεός δημιουργεί κατά τη δική του εικόνα και ομοίωση τον άνθρωπο. Ο Κοντ ορμώμενος από τη θεωρία των «τριών σταδίων» της ανθρωπότητας (θεολογικό, μεταφυσικό, θετικό) βλέπει στη θρησκεία το κατώτερο επίπεδο της ανθρώπινης γνώσης, για να μετατρέψει στη συνέχεια τη θετική σκέψη σε θρησκεία της ανθρωπότητας. Στη συνέχεια εξετάζει τις αντιλήψεις των λεγόμενων ουτοπιστών (Μπέικον, Μουρ, Σαιν Σιμόν και πολλών άλλων) για το θρησκευτικό φαινόμενο.

Ο κοινωνιολόγος της θρησκείας είναι ιδιαίτερα απαξιωτικός όσον αφορά το πως αντιλαμβανόταν το θρησκευτικό φαινόμενο ο Μαρξ. Νομίζω όμως πως τον αδικεί λίγο, όταν τον κατηγορεί για άγνοια της θρησκείας αλλά και για υπεραπλούστευση των παραμέτρων της. Αν και στη ρήση του Μαρξ για τη θρησκεία ως «όπιο του λαού» δεν ξεχνά να τονίσει και την λίγο πιο πάνω αναφορά πως αυτή αποτελεί «τον αναστεναγμό του καταπιεσμένου». Αυτή η θέση κάνει πιο πολύπλοκη τη σχέση του Μαρξ με τη θρησκεία και όχι όπως την «μετέφρασε» ο σοβιετικός διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός ως ψευδή συνείδηση. Για τον Μαρξ –κατά τη γνώμη μου– οι θρησκείες δεν ήταν μόνο μια «ψευτιά» αλλά και μια έκφανση του βαθμού ωριμότητας / ανωριμότητας του κοινωνικού. Η φιλελεύθερη παρέμβαση (Λοκ, Σμίθ, Μιλ, Τοκβίλ, θα πρόσθετα και τον Κοντορσέ) δεν εξετάζει τις βάσεις της θρησκευτικής πίστης και συμπεριφοράς, απλά στηλιτεύει την επέμβαση του κλήρου στις ελευθερίες και στα δικαιώματα του ανθρώπου. Θα πρόσθετα πως αν ο φιλελευθερισμός αναχθεί μόνο σ’ αυτό, τότε και αυτός προσεγγίζει πολύ ρηχά το θρησκευτικό φαινόμενο.

Η σχέση θρησκείας και πολιτισμού

Η σχέση θρησκείας και πολιτισμού καθορίζεται από το γεγονός πως η θρησκεία ως κοινωνικό φαινόμενο έχει άπειρες πολιτισμικές εκφάνσεις, απορροφά και ενσωματώνει στο περιεχόμενό της στοιχεία των πολιτισμών πάνω στους οποίους αναπτύσσεται, νοηματοδοτεί συμπεριφορές που έχουν πολιτιστικό αποτύπωμα, αναπαράγει, συμπορεύεται και υποστηρίζει συγκεκριμένες ιδεολογίες, αποτελεί συλλογικό βίωμα και πράξη. Επομένως, από ιστορικής οπτικής γωνίας, για κανένα λόγο δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αυτονόμηση της θρησκείας από τον πολιτισμό. Η θρησκεία ως φορέας συγκεκριμένων ιδεολογιών καλύπτει μεγάλο μέρος του ανθρώπινου πολιτισμού. Εδώ εξετάζεται και ο ρόλος των τεσσάρων ουμανισμών (της Αναγέννησης, της Μεταρρύθμισης, της Επανάστασης, του Φιλελευθερισμού) στη διαμόρφωση των σχέσεων θρησκείας και πολιτισμού. Για να καταλήξουμε στην ανάγκη υποστήριξης της πολυπολιτισμικής συνύπαρξης, στην εποχή που με αφορμή τις ακρότητες του «πολιτικά ορθού», δήθεν «φιλελεύθεροι» και «φιλελεύθερες» αρνούνται την πολυπολιτισμικότητα. Αυτοί/ες, πίσω από την ισλαμοφοβία τους αποκρύπτουν την ξενοφοβία τους (σ. 266). Την ίδια στιγμή όμως χαράσσονται και όρια στην πολυπολιτισμικότητα. Αυτά διαμορφώνονται από τη στιγμή που αυτή, σε αντίθεση με τους αρχικούς στόχους της, χρησιμοποιείται για τη γκετοποίηση και όχι την επικοινωνία μεταξύ των διαφορετικών πολιτισμών και θρησκειών.

Αθεϊστές και άθεοι

Η διαδρομή μας συνεχίζεται με την περιγραφή των θρησκευτικών συμπεριφορών. Διακρίνονται τέσσερεις. Εκκλησιαστικότητα με θρησκευτικότητα όπου η εξωτερική εμφάνιση της τήρησης των εκκλησιαστικών λατρειών συνοδεύεται από την ειλικρινή πίστη. Εκκλησιαστικότητα για το θεαθήναι και όχι για λόγους πραγματικής πίστης. Θρησκευτικότητα χωρίς τήρηση του εκκλησιαστικού. Και τέλος άρνηση και της θρησκευτικότητας και της εκκλησιαστικότητας. Ενώ κάνει και τη γνωστή διάκριση αγνωστικισμού και αθεϊσμού. Εδώ όμως μεγαλύτερη σημασία –κατ’ εμέ– έχει η διάκριση μεταξύ αθεϊστών (φανατικοί της αθεΐας και του αντικληρικαλισμού) και άθεων (χωρίς μίσος και περιφρόνηση προς τους ένθεους). Και γιατί εξετάζονται όλα αυτά; Γιατί όλες αυτές οι θρησκευτικές συμπεριφορές παράγουν πολιτισμό και αναπαράγονται απ’ αυτόν.

Μετά απ’ όλα αυτά, και όχι στην αρχή όπως λανθασμένα κάνουν πολλοί μελετητές, προσφεύγει στους διάφορους ορισμούς του θρησκευτικού φαινομένου και της πίστης. Για να ολοκληρώσει με την καταγραφή των θρησκευτικών συλλογικοτήτων στην Ευρώπη και την ανάγκη ανοχής που προκύπτει από την πολυθρησκευτικότητα της ευρωπαϊκής ηπείρου. Μια πολυθρησκευτικότητα που αποτελεί ένα open space της συνύπαρξης ένθεων διαφορετικών δογμάτων και άθεων. Ο Χριστόφορος Αρβανίτης βεβαίως δεν υποτιμά το βαθμό δυσκολίας αυτής της συνύπαρξης στο βαθμό που, σε αντίθεση με την πολυπολιτισμικότητα, οι μονοπολιτισμικές ταυτότητες παρέχουν ασφάλεια, ενότητα και συνοχή στα μέλη τους. Εδώ η θρησκεία και η εκκλησία καλούνται να παίξουν τον ενωτικό και όχι τον διχαστικό πολιτισμικό τους ρόλο. Και μπορούν, αν θέλουν. Γιατί στο βιβλίο τονίζεται πως η ενότητα και όχι ο διχασμός ενυπάρχει στον πυρήνα της μη εργαλειοποιημένης ανοικτής θρησκευτικής συνείδησης και ταυτότητας.

Σήμερα, κυρίως στη χώρα μας, αλλά όχι μόνο, ο θρησκευτικός χώρος αναδεικνύεται ως ο κατεξοχήν αντιευρωπαϊκός χώρος. Αυτό όμως δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της θρησκείας, αλλά από την εκμετάλλευση και τη διαστρέβλωση με δόλια μέσα αυτού του περιεχομένου. Στο πλαίσιο αυτής της θέσης του ασκεί μια από τις πιο δριμύτατες κριτικές, εκ των έσω, στις πρακτικές και τους αναχρονισμούς ισχυρών εκκλησιαστικών κύκλων μέσα στην Ορθοδοξία. Πρακτικές και αναχρονισμοί που τις περισσότερες φορές συγκρούονται με τον Οικουμενικό Πατριάρχη και έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τον βιβλικό-ευαγγελικό και χριστολογικό λόγο αγάπης γι’ όλους (χαρακτηριστικές περιπτώσεις ο προαναφερθείς μακαριστός Χριστόδουλος και ο λόγιος Χρήστος Γιανναράς).

Θα ήθελα όμως να κάνω εδώ μια παρατήρηση. Ούτε κι ο βιβλικός-ευαγγελικός και χριστολογικός λόγος είναι εντελώς απαλλαγμένος από στοιχεία εμπάθειας και άρνησης του διαφορετικού άλλου. Μόνο ο Διαφωτισμός μπορεί να ισχυριστεί πως εκφράζει κάτι τέτοιο. Βεβαίως δεν μπορεί κανείς φίλος του Διαφωτισμού να μη συμφωνεί με φωνές σαν αυτή του συγγραφέα, όταν αυτές τονίζουν πως «ο αλληλοσεβασμός και η αλληλεγγύη μεταξύ των θρησκευτικών κοινοτήτων είναι έννοιες οι οποίες στην πράξη δημιουργούν δεσμούς φιλίας και αγάπης μεταξύ των πιστών διαφορετικών θρησκευμάτων. Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία αποτελούν προϊόντα ανωριμότητας και ανασφάλειας, ενδεχομένως δε και προϊόντα αλαζονείας σε προσωπικό και εθνικό επίπεδο…» (σ. 280). Βεβαίως ο ρατσισμός και η ξενοφοβία αποτελούν και προϊόν της χαμένης αξιοπρέπειας (Μάικλ Σαντέλ) των λιγότερο ευνοημένων στρωμάτων (Τζον Ρολς). Αλλά ο συγγραφέας έχει δίκιο όταν υποστηρίζει πως ακόμη και αν ως δια μαγείας εξαφανίζονταν όλες οι υλικές ανάγκες και ανισότητες, οι συγκρούσεις για τις ταυτότητες μεταξύ των ανθρώπων δεν θα καταργούνταν. Η πίστη και η θρησκεία καλούνται να μειώνουν και όχι να αυξάνουν τις συγκρούσεις που βασίζονται σε προνεωτερικούς διαχωρισμούς. Μόνο η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να πατήσει ο διάλογος της συνύπαρξης θρησκειών και πολιτισμών. Και βέβαια μακριά από αντιδραστικές φωνές, όπως αυτή του Σάμιουελ Χάντιγκτον και του δικού μας Χρήστου Γιανναρά, τους οποίους πολλές φορές ο Επίκουρος Καθηγητής φέρνει ως αντιπαράδειγμα στο νηφάλιο χριστιανικό λόγο Αγάπης του Αρχιεπισκόπου Τιράνων Αναστάσιου και του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου. Αν λάβουμε υπόψη μας πως στο θεολογικό χώρο είναι δημοφιλείς αυτές οι μισαλλόδοξες φωνές και όχι αυτές της Ορθοδοξίας ως αγάπης, κατανοούμε πόσο σημαντικό είναι να υπάρχουν και να διαβάζονται τέτοια βιβλία.


Απόσπασμα από το βιβλίο:

«Σήμερα οι κλειστές κοινωνίες του φόβου και της εθνικιστικής και φυλετικής ασφάλειας έχουν επανέλθει και επιδιώκουν να κυριαρχήσουν, κατά τον τρόπο των οκτώ μηνών τρομοκρατίας από τον Κριτία και τους Τριάκοντα Τυράννους. Ο ηθικός και πολιτισμικός μηδενισμός του Παλαιού Ολιγαρχικού, καταδείχθηκε μέσα από την τυραννία των Τριάκοντα, καθώς και η καταπολέμηση της ελευθερίας της σκέψης και της αλήθειας βασίστηκε, κυρίως, στη δυσπιστία έναντι του ανθρώπινου πολιτισμού. Η επιστροφή σε τέτοιες επιλογές ή σε επιλογές Ιεράς Εξέτασης και Μυστικής Αστυνομίας αποτελούν επιλογές για επιστροφή σε μια κοινωνία θηρίων για την αλλαγή της οποίας ο ευρωπαϊκός πολιτισμός έχυσε πολύ αίμα» (σ. 284)

_______________________________
*Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι συγγραφέας και δρ Κοινωνιολογίας. Τελευταίο βιβλίο του, η μελέτη «Το πρωτείο της δημοκρατίας - Σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια)





Τετάρτη 19 Μαΐου 2021

Πρόταση νόμου για κατάργηση ΑΕΑ: Η Μεθόδευση


Γράφει ο Χριστόφορος Ελ. Αρβανίτης

Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνιολογίας της Θρησκείας στην ΠΑΕΑ Κρήτης





Θα ξεκινήσω με την πρόταση-σχέδιο νόμου που καταθέτει το Υπουργείο Παιδείας συνολικά για την Εκκλησιαστική Εκπαίδευση και ειδικότερα για τα άρθρα 61, 62 και 63 που αναφέρονται στην κατάργηση των ΑΕΑ Αθήνας, Θεσσαλονίκης, Ιωαννίνων και της ΠΑΕΑ Κρήτης. (Μην ακούτε αυτό που λέγεται ότι δεν ακουμπά την Κρήτη και την Αθήνα. Απλά εδώ θα βάλω τα πράγματα στη σωστή τους θέση).

Διαβάζω λοιπόν:

Άρθρο 61, 2.α. : «από το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023 παύει η λειτουργία των ΑΕΑ Θεσσαλονίκης και Βελλάς Ιωαννίνων».

Άρθρο 61, 2. β. : «Τα προγράμματα Ιερατικών Θεσσαλονίκης και Βελλάς συγχωνεύονται με τα αντίστοιχα των Αθηνών και της Κρήτης». Δίνεται μάλιστα στους φοιτητές η δυνατότητα επιλογής για το πού θα υποβάλλουν αίτηση ένταξής τους, στο άρθρο 63,1 και

Άρθρο 61, 2.γ.: «Τα προγράμματα Διαχείρισης Εκκλησιαστικών Κειμηλίων της Θεσσαλονίκης και Εκκλησιαστικής Μουσικής και Ψαλτικής της Βελλάς, συγχωνεύονται με τα αντίστοιχα των Αθηνών και της Κρήτης», με την επιφύλαξη του άρθρου 63, (αναφέρεται σε ρυθμίσεις).

Με βάση τα προαναφερθέντα κλείνουν οριστικά δια νόμου η ΑΕΑ Θεσσαλονίκης και η Βελλάς Ιωαννίνων και δίνεται η εντύπωση ότι παραμένουν η ΑΕΑ Αθηνών και η Πατριαρχική Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης. Φευ! Στο άρθρο 62,1 αναφέρεται : «Στην ΑΕΑ Αθηνών και στην ΠΑΕΑ Κρήτης ιδρύεται, οργανώνεται και λειτουργεί Πρόγραμμα Ιερατικών Σπουδών…». «Οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 5 του ν.3432/2006 καταργούνται από το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023». Και εξηγώ. Οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 5 αναφέρονται στη δομική ύπαρξη των Προγραμμάτων Συντήρησης Εκκλησιαστικών Κειμηλίων και Βυζαντινής Μουσικής του ιδρυτικού νόμου. Με αυτή την απόφαση καταργούνται και τα δύο προγράμματα και επομένως η δήθεν συγχώνευση αποτελεί καθαρό εμπαιγμό. Καταργούνται άμεσα; Όχι. Θα λειτουργούν μέχρι που οι τελευταίοι εισακτέοι πάρουν πτυχίο. Δεν πρόκειται για άμεση εκτέλεση απόφασης θανατικής ποινής, αλλά απόφαση προαναγγελίας θανάτου με ημερομηνία εκτέλεσης.

Επομένως, στα επόμενα πέντε χρόνια του προαναγγελθέντος, από την Πολιτεία, θανάτου των Δεύτερων Προγραμμάτων, όπως έχουμε συνηθίσει να τα λέμε, οι δύο Ακαδημίες των Αθηνών και της Κρήτης θα μείνουν με ένα μόνο πρόγραμμα, αυτό των Ιερατικών Σπουδών. Εδώ όμως βρίσκεται και η κορύφωση της μεθόδευσης για την κατάργηση. Ας τα δούμε, όμως, με τη σειρά.
Ένα χρόνο μετά την έναρξη λειτουργίας των Προγραμμάτων και μετά την κοίμηση του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου και την εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Ιερωνύμου, τέθηκε, ως ύψιστος στόχος, η κατάργηση των ΑΕΑ. Είτε δημοσίως, είτε εν κρυπτώ γίνονταν δηλώσεις που προσδιόριζαν αυτή την «διακαή επιθυμία». Ποιος ο λόγος, ποιοι οι λόγοι δεν μπορώ να γνωρίζω. Προσωπική μου εκτίμηση είναι, ότι ήθελαν και θέλουν την κατάργησή τους, γιατί δεν μπορούν να τις ελέγξουν μαθησιακά και γνωστικά. Η επιθυμία και ο στόχος είναι να υπάρχει ένας ελεγκτικός μηχανισμός, ο οποίος να ελέγχει το ποιος διδάσκει, ποιόν διδάσκει, τι διδάσκει. Αυτό, όμως, μπορεί να συμβαίνει μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα. Με το υπάρχον καθεστώς και τους νόμους που ορίζει η δημοκρατική πολιτεία αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί και να ελεγχθεί, αν θέλουμε να μιλάμε για πλαίσιο Ανώτατης Εκπαίδευσης. Άλλωστε το πρώτο σχέδιο νόμου για την ίδρυση των ΑΕΑ κρίθηκε αντισυνταγματικό,(το υπενθυμίζω), γιατί εμπεριείχε τέτοια στοιχεία έμφυλης διάκρισης και ανισοτήτων. Γιατί, λοιπόν, δεν αρέσει η δημοκρατική λειτουργία; Η απάντηση είναι προφανής. Γιατί δεν οραματίζονται μια εκκλησία ανοικτή στη σκέψη και στην κοινωνία με κληρικούς-ποιμένες ανοικτούς στην κριτική σκέψη, αλλά κληρικούς που θα βάζουν «υπακοή» στην ιεραρχικά δομημένη εξουσία. Οπότε, όπως γίνεται άμεσα αντιληπτό, ανοίγει εκ νέου η συζήτηση για το ποια εκκλησία έχουμε και το ποια εκκλησία θέλουμε να έχουμε, αλλά δεν είναι του παρόντος. Αν επικρατούσε η σύνεση και το όραμα θα είχαμε σήμερα μια μετεξέλιξη των ΑΕΑ σε ένα ενιαίο Πανεπιστημιακό Εκκλησιαστικό Ίδρυμα, που εκτός των ΑΕΑ θα συμπεριελάμβανε Σχολή Αρχιτεκτονικής Ναοδομίας, Βυζαντινής Τέχνης, και γιατί όχι και τμήμα Ιατρικής. Αυτά, όμως για να γίνουν, χρειάζονται ανθρώπους με όραμα, δυναμικές προσωπικότητες που θα μπουν μπροστά και θα δημιουργήσουν. Θα πάρουν το υπάρχον και θα το μετεξελίξουν σε μια δυναμική που θα αφουγκράζεται τον σύγχρονο άνθρωπο. Αντιθέτως, παρακολουθούμε μια μεθόδευση ακύρωσης του επιτελούμενου έργου των ΑΕΑ μέσω της μεθόδου της απαξίωσης (σε αυτή την τακτική και έτσι πρέπει να κατανοηθεί και το κείμενο του κου Λακασά στην Καθημερινή), μια συντονισμένη μεθόδευση κατάργησης και μια ακύρωση της δημοκρατικής διαδικασίας. Για το τελευταίο την αποκλειστική πολιτική ευθύνη την έχει το Υπουργείο Παιδείας.

Παρά τα όποια, όμως, νομοθετικά προβλήματα που υπήρχαν στον ιδρυτικό νόμο, οι ΑΕΑ και η ΠΑΕΑΚ λειτούργησαν σε πλαίσιο Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, όσον αφορά στην εισαγωγή των φοιτητών (Πανελλήνιες εξετάσεις) και όσον αφορά στην εκλογή και την εξέλιξη των Καθηγητών σε όλες τις βαθμίδες. Δεκτικοί στην υλοποίηση του στόχου της κατάργησής τους υπήρξαν όλοι οι Υπουργοί Παιδείας ανεξαρτήτως κυβερνήσεων,(η κα Διαμαντοπούλου για παράδειγμα δεν υπέγραφε για τέσσερα χρόνια και πέντε μήνες τα ΦΕΚ των εκλεγμένων Καθηγητών, έως ότου τη λύση του δεσμού την έδωσε ο κος Μπαμπινιώτης μέσω των μετατάξεων), με μοναδική εξαίρεση τον κο Φίλη.

Η δεύτερη πράξη της μεθόδευσης για κατάργηση έχει να κάνει με αυτό που κοινώς αποκαλούμαι δολιοφθορά. Όταν δεν θέλει κάποιος να εκτεθεί άμεσα, παίρνοντας κάθετη απόφαση για ακαριαίο θάνατο, τότε προετοιμάζει με τέτοιο τρόπο το έδαφος, ούτως ώστε σε κάποια δεδομένη στιγμή να του επιτραπεί να αποφασίσει αυτό το οποίο έχει μεθοδεύσει. Αποφασίστηκε, λοιπόν, η ραγδαία μείωση των εισακτέων στα Δεύτερα Προγράμματα (από 90 σε 10) στη δε ΑΕΑ Θεσσαλονίκης και στο Πρόγραμμα Ιερατικών Σπουδών από 100 σε 20! (Η άθλια αυτή δολιοφθορά συνεχίστηκε και σήμερα, (14-5-2021), που γράφεται αυτό το κείμενο, με την νέα ανακοίνωση εισακτέων από το Υπουργείο ενάντια στις προτάσεις των ΑΕΑ και του ΑΕΣ). Αυτή η ενέργεια μείωσε αισθητά τους εισακτέους (πρέπει να είναι μοναδική παγκόσμια πρωτοτυπία οι 10 εισακτέοι) με τις υπογραφές όλων των Υπουργών, πλην επαναλαμβάνω του κου Φίλη, για να μπορούν στη συνέχεια να επικαλεστούν τους μειωμένους εισακτέους και να αρπάξουν το «δικαίωμα» να υποστηρίζουν σήμερα, ότι δεν έχετε φοιτητές, οπότε σας καταργούμε.

Η τρίτη πράξη της μεθόδευσης αφορά τον τρόπο… τον αντιδημοκρατικό και αντιθεσμικό τρόπο, με τον οποίο επιχειρείται το τελευταίο διάστημα η κατάργηση των ΑΕΑ και της ΠΑΕΑΚ. Θα αναφέρει κάποιος βεβαίως και σωστά, ότι ο νόμος καταργείται μόνο με νόμο. Και εδώ υπάρχει πρόταση νόμου που καταργεί τον προηγούμενο. Δεν το γνωρίζετε κε Καθηγητά; Ας το δούμε και αυτό. Λίγη υπομονή.

1.Στις δημοκρατικές πολιτείες η κατάργηση και η αλλαγή ενός θεσμικού και δομικού πλαισίου γίνεται κατόπιν συνεννοήσεως και συζητήσεων με τους εμπλεκόμενους φορείς. Στην περίπτωση των ΑΕΑ κατά τρόπο απολύτως αντιδημοκρατικό, ουδέποτε οι εμπλεκόμενοι φορείς δηλαδή, το Ανώτατο Επιστημονικό Συμβούλιο, τα τέσσερα Ακαδημαϊκά Συμβούλια, και ο παραγωγικός φορέας που είναι η θεσμική Εκκλησία, είτε της Ελλάδος είτε της Κρήτης, εκλήθησαν να συμμετέχουν σε κάποιο διάλογο-διαβούλευση. Για τις δύο τελευταίες περιπτώσεις απλώς μεταφέρω το τι ειπώθηκε από τους ίδιους, καλή τη πίστη, χωρίς να έχω άμεση γνώση. Η πρόταση νόμου εστάλη, χωρίς καμία προηγούμενη ενημέρωση στη ΔΙΣ της Εκκλησίας της Ελλάδος(;), θέτω ερωτηματικό, και ουδέποτε (μέχρι τώρα τουλάχιστον) στην Εκκλησία της Κρήτης ή έστω για ενημέρωση στο Πρωτόθρονο Οικουμενικό Πατριαρχείο; Αν δεν εστάλη κάτι προς ενημέρωση, τότε πώς το Υπουργείο διατείνεται ότι υπήρξε διαβούλευση; Υπάρχει δηλαδή ένα σχέδιο νόμου, για το οποίο ακόμη και η Εκκλησία της Ελλάδος αρνείται, ότι γνώριζε ή ότι είχε την παραμικρή ανάμειξη; Είναι δυνατόν να συμβαίνουν τέτοια πράγματα; Αυτό είναι το πρώτο αντιδημοκρατικό ολίσθημα από το Υπουργείο.

2. Μέχρι τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο η ΠΑΕΑ Κρήτης δεν έχει καμία ενημέρωση από το Υπουργείο παρά το επίσημο αίτημα που έχει υποβάλλει προς το Υπουργείο και παρότι στο σχέδιο νόμου προβλέπεται η κατάργηση του Προγράμματος Μουσικής. Είναι το δεύτερο αντιδημοκρατικό ολίσθημα του Υπουργείου και το οποίο υποκρύπτει τις προθέσεις της ηγεσίας του.

3. Σε κάθε άρθρο σχεδόν της πρότασης νόμου αναφέρεται και ξανά αναφέρεται το Ανώτατο Επιστημονικό Συμβούλιο (ΑΕΣ) σε αναφορική πρόταση, ανάμεσα σε κόμματα, λέγοντας ότι όλες οι εκκρεμότητες, και οι οποίες είναι πάρα πολλές, θα τακτοποιηθούν είτε με Προεδρικά Διατάγματα είτε με Υπουργικές Αποφάσεις μετά από γνωμοδότηση των ΑΕΣ. Τι ειρωνεία και τι απαξίωση! Ενώ το ΑΕΣ δεν εκλήθη σε διάλογο και διαβούλευση ως το μόνο αρμόδιο για να γνωμοδοτήσει περί προτάσεων (αναβάθμισης φυσικά και όχι κατάργησης) από το Υπουργείο, τώρα ξαφνικά θεωρείται ότι είναι αυτό το οποίο θα γνωμοδοτήσει για αποφάσεις που οδηγούν στον αφανισμό των Ακαδημιών, των οποίων προΐσταται επιστημονικά και μέχρι πρότινος δεν ερωτήθηκε. Είναι το τρίτο απαξιωτικό και αντιδημοκρατικό ολίσθημα του Υπουργείου.

4. Η αλλαγή ενός νόμου ή η κατάργησή του σημαίνει επίσης, ότι ο υπάρχων νόμος αξιολογήθηκε και βρέθηκε ανεπαρκής. Πώς μπορεί να αξιολογηθεί αυτό; Αξιολογείται στην εφαρμογή του, στην πράξη. Υπήρξε κάποια αξιολόγηση; Όχι. Αντιθέτως τα στατιστικά στοιχεία και οι μετρήσιμες αναλύσεις, ποσοτικές και ποιοτικές, αποδεικνύουν ότι οι ΑΕΑ όχι μόνο στάθηκαν στο ύψος των απαιτήσεων που προέβλεπε ο ιδρυτικός νόμος, αλλά το υπερέβησαν. Ο οποιοσδήποτε λοιπόν εμπαθής και εμμονικός που γράφει αυτά που γράφει για τις ΑΕΑ καλείται και εγκαλείται να τα αποδείξει. Χωρίς αξιολόγηση, επομένως, πώς το Υπουργείο προβαίνει σε σχέδιο νόμου που προβλέπει την κατάργησή τους; Απορία! Είναι το τέταρτο αντιδημοκρατικό στοιχείο στην πορεία της μεθόδευσης για κατάργησή τους.

Οπότε, συνοψίζοντας, όντως σε μια δημοκρατική πολιτεία ο νόμος αντικαθίσταται με νόμο, αλλά όταν συντρέχουν τα προηγούμενα τότε δεν πρόκειται για δημοκρατική λειτουργία των πολιτειακών θεσμών, αλλά για συντονισμένη μεθόδευση.

Πέρα, όμως, από την αντιδημοκρατική και απαξιωτική συνέργεια όλων αυτών που εμπλέκονται στην κατάργηση των ΑΕΑ και της ΠΑΕΑΚ, στο υπάρχον σχέδιο νόμου, υπάρχουν ανοικτά ζητήματα αντισυνταγματικότητας και μη εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

Τα πιο βασικά είναι τα εξής:

1. Με βάση την Ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν υπάρχει δυνατότητα ύπαρξης σχολής σε επίπεδο Ανώτατης Εκπαίδευσης με ένα μόνο τμήμα. Επομένως όταν η ΑΕΑ Αθηνών και η ΠΑΕΑ Κρήτης θα μείνουν με ένα μόνο πρόγραμμα σπουδών θα καταργηθούν.

2. Με βάση το Σύνταγμα καμία Σχολή Ανώτατης Εκπαίδευσης δεν μπορεί να υφίσταται από τη στιγμή που έχει καθεστώς έμφυλων διακρίσεων. Στα Προγράμματα Ιερατικών Σπουδών δεν επιτρέπεται η είσοδος σε γυναίκες. Επομένως και πάλι το μονοτμηματικό πρόγραμμα Ιερατικών Σπουδών δεν μπορεί να συνεχίσει να υφίσταται ως πρόγραμμα Ανώτατης Εκπαίδευσης, λόγω διακρίσεων.

Και το 1 και το 2, όπως πολύ απλά τα περιέγραψα, οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην πλήρη κατάργηση όλων των Ακαδημιών. Μήπως αυτός ήταν εξ΄αρχής ο σκοπός και ο στόχος της μεθόδευσης; Ανεπιφύλακτα, ναι! Διαφορετικά δεν μπορώ να κατανοήσω τη σιωπή του θεσμικού εκκλησιαστικού φορέα.

Είναι βεβαίως τραγικό, να υφίσταται μια τέτοια μεθόδευση (νοσηρή θα την χαρακτήριζα που θυμίζει άλλες εποχές) και να καταλήγει σε ένα τέτοιο σχέδιο και μια τέτοια πρόταση νόμου σε μία χώρα όπου το πολίτευμα χαρακτηρίζεται ως Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Δεν θα κάνω αναλύσεις αντιλήψεων και απόψεων που μπορεί να έχουν ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Καθόλου δεν τα απαξιώνω, αλλά δύναμαι να τα χρησιμοποιήσω επιχειρηματολογώντας, όταν μέσα σε ένα διάλογο και μία διαβούλευση (που δεν υφίσταται) έχω ανθρώπους που διαμορφώνουν πλαίσια λειτουργίας και δεν καλλιεργούν με αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις την κατάργηση των ΑΕΑ.

Επίσης είναι τραγικό το γεγονός ότι οι άνθρωποι που μεθοδεύουν επί χρόνια την κατάργηση των ΑΕΑ, μέσα σε όλα αυτά που θέλουν να καταργήσουν κάνοντας χρήση των εξουσιών που κατέχουν, επιδιώκουν να καταργήσουν προγράμματα τα οποία έχουν άμεση σχέση με τον πολιτισμό αυτής της χώρας και αποτελούν πολιτισμικά παράγωγα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Να το εξηγήσω λίγο παραπάνω. Και το Πρόγραμμα Συντήρησης Εκκλησιαστικών Κειμηλίων και το Πρόγραμμα Βυζαντινής Μουσικής, είναι πλήρως αναφερόμενα επιστημονικά και ερευνητικά σε καίρια σημεία πολιτισμικής κληρονομιάς της Ορθοδοξίας και του τόπου που γεννηθήκαμε και μεγαλώνουμε, ζούμε και διαβιούμε. Εδώ λοιπόν τίθενται εκτός των άλλων και ζητήματα πολιτισμού.
Τίθεται ζήτημα για το κατά πόσο αντιλαμβάνονται αυτοί που θέλουν να τα καταργήσουν, ότι καταργώντας τα ευνουχίζουν ένα σημαντικό κομμάτι σπουδής και έρευνας του πολιτισμικού ελληνισμού και του παγκόσμιου πολιτισμού. Αφήνει άφωνο τον κάθε πολιτισμένο άνθρωπο αυτή η κατάργηση, όταν γνωρίζει, ότι πριν από λίγο χρονικό διάστημα η UNESCO ανακήρυξε τη Βυζαντινή Μουσική ως Άυλη Παγκόσμια Πολιτισμική Κληρονομιά. Δεν τα γνωρίζουν αυτά στο Υπουργείο; Κατανοούν την τεράστια σημαντική για τον παγκόσμιο πολιτισμό ή απλώς παρευρέθηκαν για να παραστούν στις φιέστες της ανακήρυξης; Είναι λοιπόν τραγικό, για την παγκόσμια πολιτισμική κληρονομιά, η UNESCO να ανεβάζει τόσο ψηλά τον πήχη του πολιτισμού για τη Βυζαντινή Μουσική και η ελληνική πολιτεία, μέσω του Υπουργείου Παιδείας, να προτείνει ένα νόμο, στον οποίο με μεθόδευση προωθείται η κατάργηση των μόνων υπαρχόντων προγραμμάτων Βυζαντινής Μουσικής σε επίπεδο Ανωτάτης Εκπαίδευσης.

Αλήθεια, γνωρίζει ο Πρωθυπουργός της χώρας αυτό που πάει να γίνει ενάντια στον πολιτισμό; Η Υπουργός Πολιτισμού; Έχει συμφωνήσει η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα και στην Κρήτη για μια τέτοια αντιπολιτισμική και προκλητική κατάργηση ενός σημαντικού στοιχείου της πολιτισμικής της ταυτότητας; Έχει ενημερωθεί το Πρωτόθρονο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στους τόπους και τους χρόνους δηλαδή που ανδρώθηκε αυτός ο πολιτισμός, γιαυτή την απαξίωση και υποβάθμιση; Τι το διαφορετικό κάνει δηλ. ο Ερντογάν, μετατρέποντας την Αγιά Σοφιά σε τζαμί; Απορία! Και η μεθόδευση γίνεται τραγικά απελπιστική όταν ήδη στο European University της Κύπρου λειτουργεί τμήμα Βυζαντινής Μουσικής και στου οποίου, κατά την τελετή έναρξης παρευρέθηκε και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Προκαλεί δυσάρεστη έκπληξη, βεβαίως, το γεγονός ότι ούτε ένας φορέας, ο οποίος ασχολείται ποικιλοτρόπως με τη Βυζαντινή Μουσική (απ΄ό,τι γνωρίζω) δεν εξέδωσε ούτε ένα μικρό κείμενο διαμαρτυρίας για την προτεινόμενη κατάργηση των Προγραμμάτων Βυζαντινής Μουσικής, προς την Υπουργό!

Κλείνοντας. Η προσφορά των ΑΕΑ και της ΠΑΕΑΚ στη χώρα, στην Ανώτατη Εκπαίδευση, στην Εκκλησία (τα στατιστικά στοιχεία το επιβεβαιώνουν) και τον πολιτισμό είναι τεράστια, ενεργή και συνεχής. Δεν θα επεκταθώ σε αυτό το κείμενο σε αυτά, γιατί το έχουν κάνει ήδη οι Πρόεδροι των Ακαδημιών Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Βελλάς με απολύτως πειστικό τρόπο και αξιόλογοι συνάδελφοι-επιστήμονες από τις άλλες Ακαδημίες. Επιστημονικά συνέδρια, διεθνή forum λαμπρύνονται με την παρουσία και τις εισηγήσεις των καθηγητών των ΑΕΑ και της ΠΑΕΑΚ, τα βιογραφικά μας είναι υποδειγματικά, επιστημονικές επετηρίδες, πολιτισμικά δρώμενα, ημερίδες, αξιολογήσεις των Καθηγητών προς εξέλιξη, κοινωνική παρουσία σε μια πορεία συλλογικής και ατομικής ευθύνης, υπερωριακές προσφορές διδασκαλίας από τους διδάσκοντες χωρίς καμία αμοιβή, γραφειοκρατική υποστήριξη άνευ όρων. Πού είναι η αναγνώριση από το Υπουργείο για όλα αυτά; Αντί να μας δείχνουν ως υπόδειγμα λειτουργίας μας απαξιώνουν.

Και όλα αυτά με το κεφάλι ψηλά. Υπερήφανοι, για το έργο που επιτελούμε για δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια. Οι περισσότεροι αν όχι όλοι είμαστε και ενεργά στελέχη της Εκκλησίας, την οποία διακονούμε ενοριακά, στον ελάχιστο χρόνο προσφοράς που μας απομένει. Υπερήφανοι, γιατί διδάσκουμε ελευθερία σκέψης. Συλλογάται καλά άλλωστε, όποιος συλλογάται ελεύθερα. Υπερήφανοι, γιατί διδάσκουμε δημοκρατία. Υπερήφανοι, γιατί διδάσκουμε αλληλεγγύη. Υπερήφανοι, γιατί διδάσκουμε το: «Δικαιοσύνη μάθετε οι ενοικούντες επί της γής». Υπερήφανοι, γιατί διδάσκουμε: «Ερευνάτε τας γραφάς». Υπερήφανοι για τους φοιτητές μας και τους αποφοίτους μας. Πολλούς από αυτούς τους καμαρώνουμε για την ιεροσύνη τους, για τη διακονία τους, για τη μουσική τους προσφορά, για την επιστημονική τους συνέχεια σε τμήματα μεταπτυχιακών και διδακτορικών (ο ιδρυτικός νόμος δεν μας επιτρέπει μεταπτυχιακά και διδακτορικά και μας αποκαλεί ΔΠ και όχι ΔΕΠ. Γιατί άραγε;). Και αυτό το μήνυμα είναι διπλό. Το στέλνουμε σε όσες και όσους μας αγαπούν και μας σέβονται και σε όσες και όσους μας αντιμετωπίζουν με εμπάθεια και στερεοτυπική προκατάληψη.

Εμείς θα προχωρήσουμε λοιπόν με υπερηφάνεια και θα αγωνιστούμε ενάντια σε εξουσιαστικές μεθοδεύσεις και εμπάθειες. Μόνο αυτό έχουν άλλωστε, την εξουσία. Και αυτό, γιατί εμείς γνωρίζουμε εκπαίδευση, γνωρίζουμε επιστήμη, γνωρίζουμε έρευνα, γνωρίζουμε να αγαπάμε την Εκκλησία, γνωρίζουμε να την πονάμε, γνωρίζουμε να τη διακονούμε, αλλά και γιατί, μεταφέροντας τα λόγια του μεγάλου Κρητικού λογοτέχνη γνωρίζουμε να: «αγαπάμε την ευθύνη».




Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2021

"ΘΡΗΣΚΕΙΑ- ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ- ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ": ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΕΛ. ΑΡΒΑΝΙΤΗ

 




H αν­θρώ­πι­νη κα­τα­νό­η­ση, όσον αφο­ρά στο θρη­σκευ­τι­κό φαι­νό­με­νο, δεν είναι ενι­αία. Ποι­κίλ­λει ανά­λο­γα με τις πο­λι­τι­σμι­κές της κα­τα­βο­λές, τις ιδε­ο­λο­γι­κές της ανα­φο­ρές, τις συλ­λο­γι­κό­τη­τες που το προσ­λαμ­βά­νουν και το εκ­φρά­ζουν αξι­α­κά, τις ατο­μι­κές ιδι­αι­τε­ρό­τη­τες των προ­σώ­πων, τις υπαρ­ξι­α­κές προ­σω­πι­κές ανά­γκες των ατό­μων.

Στο τε­λευ­ταίο, πιο ειδι­κά, το οποίο έχει να κά­νει με το ατο­μι­κό, τις ιδι­αι­τε­ρό­τη­τες που χα­ρα­κτη­ρί­ζουν το πο­λυ­ταυ­το­τι­κό του πε­ρι­ε­χό­με­νο και τις προ­σω­πι­κές υπαρ­ξι­α­κές ανά­γκες του, ορί­ζε­ται και η πρόσ­λη­ψη και η απο­δο­χή της θρη­σκεί­ας από τον νε­ω­τε­ρι­κό μο­ντέρ­νο άν­θρω­πο, ο οποί­ος ορ­θο­λο­γι­κο­ποιεί μεν τα δε­δο­μέ­να του, απορ­ρί­πτο­ντας τα μα­γι­κά θρη­σκευ­τι­κά πε­ρι­ε­χό­με­να του κό­σμου, υπαρ­ξι­κο­ποιεί δε, όμως, την προ­σω­πι­κή του σχέ­ση με τον Θεό και την πί­στη του προς αυτόν, χω­ρίς αυτά τα δύο να τα εμπλέ­κει συ­γκρου­σι­α­κά ή αντι­φα­τι­κά.

Η θρη­σκεία, επο­μέ­νως, θέ­τει συ­νε­χώς ερω­τή­μα­τα προς τον άν­θρω­πο και ο άν­θρω­πος θέ­τει συ­νε­χώς ερω­τή­μα­τα προς τη θρη­σκεία. Ο άν­θρω­πος δηλ. θέ­τει συ­νε­χώς ερω­τή­μα­τα προς τον άν­θρω­πο, προς τον εαυ­τό του.

Η επι­στη­μο­νι­κή έρευ­να κα­τα­γρά­φει τις δι­α­δι­κα­σί­ες μέ­σα από τις οποί­ες η θρη­σκεία, οι θρη­σκεί­ες, συ­ναρ­πά­ζουν την αν­θρώ­πι­νη πο­λι­τι­σμι­κή αρ­χι­τε­κτο­νι­κή και με­λε­τά την αν­θρώ­πι­νη ρο­πή προς το θρη­σκευ­τι­κό. Και θα συ­νε­χί­σει να το πράτ­τει, κα­θώς το θρη­σκευ­τι­κό συ­νε­χί­ζει να μας εκ­πλήσ­σει.




Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

Ανθολόγιον 254: Χρ. Αρβανίτης

 

(...) Η αγάπη, πολλές φορές, μέσα από την πρόσληψη και την αποδοχή του άλλου, μας αναγκάζει σε μια ολοκληρωτική ή μερική παραίτηση των δικαιωμάτων μας, για ορισμένο χρονικό διάστημα. Είναι αυτό που συμβαίνει όταν, μέσα σε κλίμα κατανόησης και αμοιβαίας συναίνεσης, μέσα από την άνευ όρων αγάπη του ενός για τον άλλον, τερματίζονται επιλογές ανικανοποίητων επιθυμιών του ενός για τον άλλον. (...)



Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020

Χρ. Αρβανίτης, Ας με γεμίσουνε τα χείλη σου φιλιά




Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 

Ο ερωτευμένος άνθρωπος είναι οντολογικά ελεύθερος. Δεν είναι ελεύθερος από τον έρωτα ή ελεύθερος για τον έρωτα, αλλά ελεύθερος μέσω του έρωτα˙ γι αυτό, και η αποκλειστική ταύτιση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας με την αναπαραγωγή, και η ταύτιση του έρωτα με το fast-sex, αποτελούν διαστροφικές αποκλίσεις, που αρνούνται την ολοκληρωτική επιθυμία, σωματική και ψυχική, για τον άλλον. Στο Άσμα Ασμάτων, ο ερωτικός άνθρωπος απελευθερώνεται˙ καταφάσκει την ελευθερία του. Ελευθερώνεται υπαρξιακά στον έρωτα του άλλου. Ερωτεύομαι σημαίνει αγγίγματα, λόγια, ματιές, ελπίδες, μάχες, πόθους, όνειρα, αγρυπνίες, φόβους. Είναι η κατάκτηση της συνύπαρξης με τον άλλον.






Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

Χρ. Αρβανίτης, Για μια Θεολογία της Παρακλήσεως



Εισαγωγή στη θεολογία των Κατανυκτικών Εσπερινών

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία η ζωή του ανθρώπου είναι μια συνεχής πορεία που έχει ως σκοπό και στόχο το πέρασμα από την κατ΄εικόνα της εικόνας του Θεού δημιουργία στην καθομοιωτική κατά χάριν θέωσή του. Αυτή την πορεία του ανθρώπου προς την κατά χάριν θέωση, η Εκκλησία την χαρακτηρίζει ως πνευματική και την τοποθετεί στο πλαίσιο του κινητού και εορταστικού της κύκλου, καλώντας τους πιστούς σε συμπόρευση με τα ιστορικά της πρόσωπα, την Ιστορία της, η οποία δεν είναι άλλη από τη ζωή των Αγίων της. Ιδιαιτέρως, όμως, υπερτονίζει την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και του Τριωδίου ως το «στάδιο των αρετών», όπου ο πιστός καλείται να προγυμνασθεί σωματικά και πνευματικά με σκοπό να υποδεχθεί τον αναστάντα εκ νεκρών Κύριο, μέσα από ασκήσεις πνευματικές και σωματικές. Αν εντάξουμε αυτή την πορεία στη ροή του ιστορικού χρόνου θα δούμε ότι υπάρχει το στάδιο της προετοιμασίας που ξεκινά από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου, ακολουθεί με την Κυριακή του Ασώτου και καταλήγει με τη λεγόμενη Κυριακή της Αποκρέω. Και οι τρεις αυτές εβδομάδες, καλούνται, κατά την εκκλησιαστική γλώσσα «προφωνήσιμες», καθώς προγυμνάζουν τους πιστούς, (κατά τον τρόπο της προετοιμασίας που κάνουν οι αθλητές, το λεγόμενο «ζέσταμα» πριν να μπουν στο στάδιο διεξαγωγής του αγώνα), για να εισέλθουν στο Κατανυκτικό περιβάλλον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Επιχειρώντας να κωδικοποιήσουμε τα βασικά σημεία αυτού του Κατανυκτικού περιβάλλοντος, ώστε να βοηθηθούμε στην κατάδειξη του επιδιωκόμενου στόχου, δίνουμε τέσσερις λέξεις, τις οποίες είναι εύκολα να συγκρατήσουμε στη μνήμη μας: νηστεία, εγκράτεια, αλληλεγγύη και μετάνοια. Πρόκειται για ένα τετραδιάστατο αρχιτεκτονικό πνευματικό σχέδιο με διάφορα επίπεδα, στα οποία ο πιστός καλείται να μεταβεί διαδοχικά, αντιμετωπίζοντας τις δυσκολίες που εμφανίζονται μπροστά του, υπερβαίνοντάς τες και αξιοποιώντας τις ασκήσεις που του προσφέρονται από την Εκκλησία. Σε αυτό το πλαίσιο των προσφερόμενων πνευματικών γυμνασμάτων εντάσσονται και οι Κατανυκτικοί Εσπερινοί των πέντε Κυριακών της Μ. Τεσσαρακοστής. Με μια προσεκτική ανάλυση των τροπαρίων που συνθέτουν τις εσπερινές αυτές ακολουθίες καταλήγουμε όσον αφορά στο περιεχόμενο και τη στοχοθέτησή τους επιγραμματικά στα εξής χαρακτηριστικά:

1ον Αναμνηστικό

2ον Σωτηριολογικό-Απελευθερωτικό

3ον Παρακλητικό


1ον Οι ύμνοι και τα τροπάρια επιχειρούν να υπενθυμίσουν στους πιστούς την ανάμνηση της δημιουργίας του ανθρώπου από τον Θεό, της τοποθέτησής του στον Παράδεισο και την εκδίωξη από αυτόν, λόγω της αθέτησης των υποσχέσεων προς τον Θεό και της παρακοής των εντολών του, παρακινούμενος από τον εγωισμό και την αλαζονεία. Στοιχείο αυτής της παρακοής, και η πρακτική της νηστείας, η οποία τυπολογικά και όχι συμβολικά υποκρύπτεται στην απαγόρευση από τον Θεό της βρώσεως του καρπού από το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού. Τυπολογικά κατανοείται ότι κατ΄αυτόν τον τρόπο εισάγεται η έννοια της νηστείας, της αποχής από ένα συγκεκριμένο είδος τροφής, αν και επί της ουσίας η λέξη νηστεία σημαίνει την πλήρη αποχή από οποιοδήποτε είδος τροφής. Συμβολικά δε, αυτή η απαγόρευση, κατανοείται ως εντολή προστασίας του ανθρώπου από τη γνώση του οντολογικού, για τον ίδιο, κακού, καθώς η μη γνώση του κακού και πιο συγκεκριμένα του θανάτου, δεν επέτρεπε στον άνθρωπο, μέχρι τη στιγμή της παράβασης, της διπλής ηθικής αξιολόγησης των πράξεών του και της κατανόησης των συνεπειών της κτιστότητάς του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι στο βιβλικό κείμενο η απαγόρευση είναι διπλή: του δένδρου της ζωής και του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού, δηλώνοντας τον άρρηκτο δεσμό αυτών των δύο. Γι΄αυτό και ο Αδάμ, ευρισκόμενος πλέον εκτός Παραδείσου, κοίταζε προς αυτόν και: «ωδύρετο ολολύζων, ελεεινή τη φωνή και έλεγεν: Οίμοι τι πέπονθα ο τάλας εγώ! Μίαν εντολήν παρέβην, την του Δεσπότου και των αγαθών παντοίων εστέρημαι!».


2ον Στο δεύτερο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της θεολογικής προσέγγισης και κατανόησης των ύμνων που πλαισιώνουν τους κατανυκτικούς Εσπερινούς, αυτό που προανέφερα ως σωτηριολογικό-απελευθερωτικό, η ανάλυση είναι αρκετά πιο δύσκολη, λόγω των πολλών παρανοήσεων και των πολλών ερμηνευτικών λαθών που έχουν εισαχθεί στον τρόπο ζωής των χριστιανών, από «εκκλησιαστικούς» ανθρώπους, οι οποίοι δεν συνεκτιμούν όλους τους παράγοντες ταυτόχρονα και ταυτόχωρα, αλλά απομονώνουν στοιχεία και παραμέτρους, υπερτονίζοντας κατά το δοκούν, ό,τι αυτοί θεωρούν ως το πιο κατάλληλο.


Ας δούμε, όμως, τα δεδομένα στη σειρά:


Το Τριώδιο αποτελείται από δύο βασικά μέρη:

  1. Το προπαρασκευαστικό, το προστάδιο της ετοιμασίας, της προγύμνασης και
  2. Το μέρος της βασικής εκγύμνασης του πιστού και της προετοιμασίας του για την είσοδο στη Μεγάλη Εβδομάδα και την κατάληξη στην πανήγυρη των πανηγύρεων την ημέρα της Ανάστασης.

Στο πρώτο μέρος, για να τα δούμε με τη σειρά, έχουμε την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου, την Κυριακή του Ασώτου, την Κυριακή της Αποκρέω και την Κυριακή της Τυρινής με τα αντίστοιχα αποστολικά, ευαγγελικά-βιβλικά κείμενα. Σε όλες αυτές τις Κυριακές το κοινό στοιχείο είναι ότι τα Ευαγγελικά Αναγνώσματα αποτελούν επιλογές από την ιδιαίτερη παραβολική διδασκαλία του Ιησού, η οποία, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, αποτελεί έναν ιδιαίτερο αγαπητό και προσφιλές προς αυτόν τρόπο διδασκαλίας. Το δεύτερο κοινό στοιχείο που προκύπτει από την προσεκτική ανάγνωση αυτών των παραβολών είναι ότι ο Ιησούς με επίμονο τρόπο επιχειρεί να καταδείξει, μέσα από παραδείγματα, το ποιος είναι αυτός που μπορεί να χαρακτηριστεί ως άνθρωπος του Θεού και κατά συνέπεια «πολίτης» της πολιτείας του Θεού.

Την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, για να ξετυλίξουμε σιγά-σιγά το κουβάρι της απελευθέρωσης από την αμαρτία, είναι ο αμαρτωλός Τελώνης, ο οποίος «κλαυθμώ βοήσαντα» δικαιώνεται, καθώς «αρίστην έδειξεν, οδόν υψώσεως την ταπείνωσιν Λόγος». Αντιθέτως, ο Φαρισαίος, ο οποίος διάγει βίον ηθικό σύμφωνο με τους κανόνες και τις υποδείξεις του θρησκευτικού νόμου, αποτυγχάνει καθώς «την εξ΄ όγκου φρενοβλαβή, υπέστη ταπείνωσιν». Οι λέξεις κλειδιά, οι λέξεις που ενοποιούν το ευαγγελικό ανάγνωσμα με την υμνολογία της Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου και αφορούν τον Τελώνη είναι οι λέξεις ταπείνωση, η οποία έχει ως ακόλουθο και ως προϋπόθεση τη λέξη μετάνοια. Και οι δυο μαζί γίνονται εργαλεία αυτοαξιολόγησης και ενσυναίσθησης αυτού του ίδιου του εαυτού μας. Αντιθέτως, οι λέξεις κλειδιά που συνοδεύουν τον Φαρισαίο είναι κενοδοξία, υπερηφάνεια, αλαζονεία. Λέξεις που τον θέτουν εκτός της πολιτείας του Θεού, καθώς δεν του επιτρέπουν να πράξει ούτε την αυτοαξιολόγηση των πράξεών του να κάνει ούτε και την ουσία του ίδιου, της ανθρώπινης ύπαρξής του, να ανακαλύψει. Τι λέει και τι προτείνει η υμνολογία του κανόνος στην Η΄ωδή: «Φαρισαίου τον τύφον, της προαιρέσεως, και την προσηγορίαν, της καθαρότητος, φύγωμεν πιστοί… (τα κόμματα στον ύμνον εξυπηρετούν το μουσικό τονισμό του κειμένου και όχι τον φιλολογικό και εννοιολογικό).



Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019

"Θρησκεία και πολιτικός Φιλελευθερισμός": Το νέο βιβλίο του Χρ. Αρβανίτη



Στον πολιτικό φιλελευθερισμό οι θρησκείες αποτελούν αντιλήψεις και πεποιθήσεις, οι οποίες μπορούν να κινούνται στο δικαιωματικό τόξο της ελευθερίας επιλογών του ατόμου. Η διαδικασία ενίσχυσης ή μείωσης του παρεμβατικού ρόλου κάποιας θρησκείας δεν εναπόκειται σε πολιτικές δράσεις, αλλά εξαρτάται πλήρως από την αποδοχή ή την απόρριψη του ρόλου τους μέσα σε συγκεκριμένα πολιτισμικά και κοινωνικά περιβάλλοντα. Σε αυτό το πλαίσιο κατανόησης οι θρησκείες γίνονται αντιληπτές ως δυναμικά πολιτισμικά στοιχεία, τα οποία μπορούν ελεύθερα να επιλέγονται από τα άτομα ή μπορούν ελεύθερα να απορρίπτονται από αυτά. Η έννοια της πολυθρησκευτικότητας προσιδιάζει άλλωστε με τη μοντέρνα αντίληψη περί πολυπολιτισμικότητας και επομένως δεν πρέπει να θεωρείται και να προσεγγίζεται καταστροφικά και φοβικά. Αντιθέτως, αποτελεί τη βάση για μια κοινωνία, η οποία επιδιώκει μέσα από την ανεκτικότητα και τη κατανόηση του διαφορετικού (και κυρίως του μειονοτικού) τη συνύπαρξη και την ειρηνική αποδοχή του άλλου.



Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Χρ.Αρβανίτης, Το τροπάριο της Κασσιανής


http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=G3_K4zWCEak#!

«Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή...»
Δοξαστικό των αποστίχων του όρθρου της Μ.Τετάρτης

Κείμενο από το βιβλίο του Τριωδίου

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τήν σήν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναβαλοῦσαν τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοι πρό τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι, λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καί ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τάς πηγάς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τό ὕδωρ.
Κάμφθητί μοι πρός τούς στεναγμούς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τούς οὐρανούς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τούς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δέ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις΄ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τό δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσίν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τά πλήθη καί κριμάτων σου ἀβύσσους τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Μή με τήν σήν δούλην παρίδης, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τό μέγα ἔλεος.


Μετάφραση από τον Κωστή Παλαμά
           
Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά, πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου. 
Μα, Ω Κύριε, πώς η θεότη Σου μιλά μέσ’ την καρδιά μου! Κύριε, προτού Σέ κρύψ' η εντάφια γη από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα κι απ’της λατρείας την τρίσβαθη πηγή Σού φέρνω μύρα.
Οίστρος με σέρνει ακολασίας... 
Νυχτιά, σκοτάδι αφέγγαρο, άναστρο με ζώνει, το σκοτάδι της αμαρτίας΄ φωτιά με καίει, με λιώνει.
Εσύ που από τα πέλαα τα νερά τα υψώνεις νέφη, πάρε τα, Έρωτά μου, κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά τα δάκρυά μου.
Γύρε σ’ εμέ. Η ψυχή μου πώς πονεί! 
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί και σάρκα επήραν.
Στ’άχραντά Σου τα πόδια, βασιλιά μου Εσύ θα πέσω και θα στα φιλήσω και με της κεφαλής μου τα μαλλιά θα στα σφουγγίσω.
Τ’ άκουσεν η Εύα μέσ’ στο αποσπερνό της παράδεισος φως ν’αντιχτυπάνε, κι αλαφιασμένη κρύφτηκε... 
Πονώ, σώσε, έλεος κάνε.
Ψυχοσώστ’, οι αμαρτίες μου λαός΄ τα ξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύση; Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!  Άβυσσο η κρίση.



Η Κασσιανή θεωρείται και είναι από τους σημαντικότερους υμνογράφους της εκκλησίας. Ζει στην Κωνσταντινούπολη, κατά τον 9ο αιώνα, κατάγεται από οικογένεια ευγενών αριστοκρατών της εποχής, γεγονός που της επιτρέπει να αποκτήσει υψηλή μόρφωση, κυρίως θεολογική και φιλολογική. Σε νεαρή ηλικία αποφασίζει να μονάσει σε μοναστήρι της περιοχής της Κωνσταντινούπολης και εκεί αφιερώνεται ολοκληρωτικά στην εκκλησιαστική ποίηση και υμνογραφία.
Το Δοξαστικό των αποστίχων του όρθρου της Μ. Τετάρτης αποτελεί έναν από τους ωραιοτέρους ύμνους της εκκλησίας και υπενθυμίζει κατά πολύ τον 50ο ψαλμό, γνωστό, ως τον ψαλμό της μετανοίας: «Ἐλέησόν με ὁ Θεός». Ο ύμνος αναφέρεται σε γεγονός που εξιστορούν οι ευαγγελιστές και κατά τον οποίο η πόρνη πλένει τα πόδια του Ιησού με μύρον πολύτιμο, με τά δάκρυά της και εν συνεχεία τα σφουγγίζει με τα μαλλιά της. Η εικόνα παρουσιάζεται βέβαια εξειδανικευμένη, ο στόχος, όμως είναι να υπογραμμισθεί το γεγονός της μετάνοιας για τον άνθρωπο. Το περιστατικό υπενθυμίζει ένα άλλο ανάλογο γεγονός, κατά το οποίο οι Φαρισαίοι ζητούν από τον Ιησού να πάρει θέση έναντι μιας γυναίκας που είχε διαπράξει μοιχεία. Ο Ιησούς αφού έσκυψε και πήρε την πέτρα του λιθοβολισμού, την έτεινε προς τους «αγανακτισμένους» για την αμαρτία της γυναίκας ζηλωτές και τιμωρούς Ιουδαίους, λέγοντάς τους: «ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τόν λίθον βαλέτω».
Στην Ορθόδοξη θεολογία, η αμαρτία ταυτίζεται με την αστοχία. Ο άνθρωπος αποτυγχάνει με τις πράξεις του να πετύχει το στόχο του που δεν είναι άλλος παρά το πέρασμα από το κατ’εικόνα Θεού στο καθ’ομοίωσιν, στη θέωση. Αντιλαμβανόμενος ότι αστόχησε, επανεξετάζει την στάση του σε προσωπικό, ατομικό, κοινωνικό και κοσμικό επίπεδο και αναζητεί τρόπους αλλαγής της συμπεριφοράς του. Αλλάζει λοιπόν σκέψη, μυαλό για τη χρήση της δημιουργίας από τον ίδιο και μετα-νοεί. Αυτή η αλλαγή τού νου παίρνει τη μορφή της δημόσιας παραδοχής και ομολογίας για τα λάθη που έκανε και τον οδήγησαν στην αστοχία. Επειδή, όμως, αυτή η πορεία του προς τη θέωση είναι έντονα καί κοινωνική και κοινοτική ζητά από τους συνανθρώπους του να του επιτρέψουν την επανένταξη στο χώρο της εκκλησίας, έτσι ώστε όλοι μαζί να πορευθούν το δρόμο της ελευθερίας, της αγάπης και της θέωσης. Εδώ βρίσκεται η αξία της   συγ-χώρεσης, ως πράξης που απαιτεί υψηλό βαθμό κοινωνικοποίησης και ατομικής ευθύνης, καθώς η αμαρτία έχει έντονα αντικοινωνικά χαρακτηριστικά. Το σχήμα περιφραστικά μπορεί να αποδοθεί ως εξής: αμαρτία-μετάνοια-εξομολόγηση-συγχώρεση.
Ο άνθρωπος καλείται μέσα από την επαναπροσέγγιση του συνανθρώπου του και του κόσμου ως δημιουργίας του Θεού, να νιώσει ότι ο Θεός τον αγαπά, παρ’ότι αυτός τον λησμονεί και τον αποστρέφεται λογαριάζοντας τον ως εμπόδιο στις επιθυμίες του. Αυτή η αγάπη του Θεού, για τον άνθρωπο είναι αμέτρητη. Είναι το κύριο χαρακτηριστικό του Θεού που έχει ως μοναδικό του σκοπό να συγχωρεί και να αγαπά. Και ο άνθρωπος που κατανοεί και μετανοεί για τις άστοχες πράξεις του πλησιάζει τον Θεό με δάκρυα στα μάτια. Οι οποιεσδήποτε ανθρώπινες παρεμβάσεις για έλεγχο και τιμωρία των «αμαρτωλών» ανθρώπων χάνονται μπροστά στο μέγεθος της αγάπης του Θεού-Πατέρα για τα παιδιά του. Κάνουν λάθος όποιοι πιστεύουν ότι μπορούν  να τιμωρούν τους συνανθρώπους τους εν ονόματι του Θεού, γιατί απλούστατα ο Θεός από τη φύση του αδυνατεί να σκεφθεί ηθικοπλαστικά, ευσεβιστικά και καταδικαστικά. Δε θέτει κανόνες και νόρμες, γιατί δεν τον ενδιαφέρει να τιμωρήσει τους παραβάτες. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι με ποιό τρόπο θα συγχωρεί και με ποιό τρόπο θα δείχνει συνεχώς την αγάπη του. Το ίδιο καλείται να κάνει και ο άνθρωπος, για τους συνανθρώπους του. Να συγχωρεί και να αγαπά. Αυτό άλλωστε είναι και η μόνη προϋπόθεση για να προσέλθει κάποιος στή θεία Κοινωνία με τον Χριστό.

Χριστόφορος Αρβανίτης
Δρ. Θεολογίας, Kοινωνιολογίας της Θρησκείας
Διδάσκων στην Ανωτάτη Εκκλ. Ακαδημία 
Ηρακλείου Κρήτης

Διαβάστε επίσης:

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή...






Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Χριστοφόρου Αρβανίτη: Oliver Clement, ο θεολόγος της ορθόδοξης οικουμενικότητας






Ο Ορθόδοξος Γάλλος θεολόγος και ιστορικός Olivier Clément πέθανε στο Παρίσι το βράδυ της 15ης  Ιανουαρίου του 2009, σε ηλικία 87 ετών. Γεννημένος το 1921 στην Aniane της Cévennes, υπήρξε ο πιo σημαντικός μάρτυρας της Ορθοδοξίας στο Σύγχρονο Κόσμο, κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα. Από τους σύγχρονους ορθόδοξους θεολόγους υπήρξε αποδεδειγμένα ο πιο ανοικτός στα ερωτήματα της νεωτερικότητας, επιδιώκοντας πάντα να δίνει απαντήσεις με τρόπο δυναμικό και παράλληλα ποιητικό, θεμελιωμένες στήν Παράδοση της Εκκλησίας, αλλά ταυτόχρονα δημιουργικές και ανανεωτικές. Υπήρξε από εκείνους που συζήτησαν ανοικτά με σημαντικές προσωπικότητες του πνευματικού κόσμου της εποχής του, όπως τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, τον Πάπα Jean-Paul II, τον Ρουμάνο Θεολόγο και κληρικό π. Δημήτριο Staniloaë, τόν π. Σοφρώνιο του Madlon, το μοναχό Roger στο κοινόβιο του Taizé, τον Andrea Riccardi ιδρυτή της κοινότητας του Sant Egidio, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.
       Ο Olivier άφησε ένα τεράστιο συγγραφικό έργο, το οποίο περιλαμβάνει: Θεολογία, Ιστορία της Εκκλησίας, Ορθόδοξη πνευματικότητα και μεγάλη αρθρογραφία, κυρίως, στο περιοδικό Contacts, του οποίου διετέλεσε διευθυντής έκδοσης από το 1959. Απόδειξη της οικουμενικής αποδοχής της προσωπικότητας του Clément, αποτελεί το γεγονός της ανάγνωσης από τον ίδιο τον Πάπα Jean-Paul II, της σύνθεσης των προσευχών για το «μονοπάτι του Σταυρού», την Οδό του Μαρτυρίου, από το αφιερωμένο το 1994 στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο βιβλίο του Via crucis, κατά τη Μεγάλη Παρασκευή των Ρωμαιοκαθολικών.[1]
       Προερχόμενος από μια αποχριστιανισμένη περιοχή της Γαλλίας, μετά από προσωπικές αναζητήσεις στο χώρο του αθεϊσμού και των ασιατικών θρησκειών, στα τέλη της δεκαετίας του 40, θα ανακαλύψει, μέσα από τα κείμενα του Nicolas Berdiayev και του Vladimir Lossky, την πατερική θεολογική σκέψη της Ορθόδοξης Ανατολής. Βαπτίζεται χριστιανός Ορθόδοξος σε ηλικία 31 ετών. Διδάσκει Ιστορία στο Λύκειο Luis-Le-Grand του Παρισιού και παράλληλα, για πάνω από 35 χρόνια, Συγκρητική Θεολογία και Ηθική Θεολογία στο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου.[2] Επίτιμος διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο της Louvain-La- Neûve, της Θεολογικής Σχολής του Βουκουρεστίου και του Πανεπιστημίου της Sacré-Coeur του Connecticut, διδάσκει, επίσης, στο Ινστιτούτο Οικουμενικών Μελετών στο Καθεδρικό Κέντρο του Παρισιού και του Κέντρου Sèvres. [3]
       O Clément «στρατεύεται» στη ζωή και στη μαρτυρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Γαλλία. Σύμβουλος της Επιτροπής των Ορθοδόξων Επισκόπων της Γαλλίας από το 1967 ως το 1997, απετέλεσε μέλος της μικτής επιτροπής του Θεολογικού διαλόγου ανάμεσα σε Ρωμαιοκαθολικούς και Ορθοδόξους και των διμερών συναντήσεων Ορθοδόξων καί Προτεσταντών. Συμμετέχει ενεργά στην Ορθόδοξη Αδελφότητα της Δυτικής Ευρώπης και στα περισσότερα συνέδρια των Ορθοδόξων, από το 1960 μέχρι σήμερα, κατέχοντας κεντρικό ρόλο στις συναντήσεις των νέων ή μη χριστιανών,  μέσα από συζητήσεις, συναντήσεις και συνεντεύξεις, αποδεικνύοντας ότι κάποιος μπορεί ταυτόχρονα να είναι και χριστιανός Ορθόδοξος και Γάλλος στην κατατωγή και στον πολιτισμό. Ο Clément έθεσε τη Γαλλική γλώσσα στη διακονία της Θεολογίας, μέσα από ένα καθ’όλα αξιόλογο έργο είτε από πλευράς μεθόδου είτε από πλευράς συνθετικής σκέψης. Αυτό το γεγονός, τον τοποθετεί, επί μακρό χρονικό διάστημα, πρόεδρο της αδελφότητας των Γάλλων χριστιανών συγγραφέων. Μετά το θάνατο του Lossky συνδέεται με το Χρίστο Γιανναρά, την Elisabeth Behr-Sigel, το Nicolas Lossky, τον πατέρα Boris Bobrinskoy, τον Paul Evdokimof. Με τον τελευταίο και τον J. Tchékan εκδίδουν από το 1975 το Service Orthodoxe de Presse.
Βρίσκεται συνεχώς πολύ κοντά στις Ρωμαιοκαθολικές κοινότητες της Γαλλίας και εξ αιτίας της συμμετοχής του σε ευχαριστιακή κοινωνία με αυτούς, δέχεται σφοδρή επίθεση από φανατικές ομάδες Ορθοδόξων. Αναγκάζεται να καταθέσει τη παραίτησή του προς το Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου, η οποία, όμως δεν γίνεται ποτέ αποδεκτή. Επιστρέφει, ασκώντας έντονη κριτική προς τη θεσμική εκκλησία σε ζητήματα, τα οποία θεωρεί ότι απολυτοποιούν την Ορθόδοξη σκέψη, όπως αυτά της λατρείας, του εθνικισμού και του σκεπτικισμού.[4]
Με το βιβλίο του Memoires despérance,[5] συγκεκριμενοποιεί την Ορθόδοξη πρόσληψη  του προπατορικού αμαρτήματος. Ο Clément, όπως και πολλοί άλλοι Γάλλοι διανοούμενοι, δεν θεωρεί ότι η διδασκαλία του Θωμά Ακινάτη και των Νεοθωμιστών της δεκαετίας του 50 και του 60, περί φυσικού νόμου, δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο μιας ουσιαστικής μετοχής του ανθρώπου στο θείο εν Αγίω Πνεύματι.  Η προσέγγισή του λειτουργεί απελευθερωτικά για ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων, οι οποίοι βρίσκονταν εγκλωβισμένοι στη σχολαστική θεολογία. «Οι Πατέρες, αναφέρει, δεν μιλούν για το προπατορικό αμάρτημα αυτό καθ’ εαυτό, αλλά για την πτώση. Μια πτώση, η οποία εισάγει το θάνατο στη ζωή του όλου κόσμου και στην ανθρώπινη φύση και κατάσταση. Έτσι ο όλος άνθρωπος γεννιέται μέσα στον κόσμο κυκλωμένος από τον θάνατο. Δεν κληρονομεί την αμαρτία, όπως αντιθέτως εξηγεί ο Αυγουστίνος, ο οποίος, με την αντίληψη που είχε για την αμαρτία, υποστήριζε ότι τα παιδιά που πεθαίνουν αβάπτιστα μένουν στο κενό, σ’ένα χώρο όπου υπάρχει απουσία του θείου φωτός. Αυτή η θεώρηση της αμαρτίας, η οποία κυριαρχεί μέσα σ’ένα ολόκληρο θεολογικό σύστημα αποτελεί μία από τις αιτίες του νεωτερικού αθεϊσμού».[6]
Τον Ἰούλιο του 1998, μετά από ένα ταξίδι στη Ρωσία, καταγγέλει, μέσω ενός άρθρου του στην εφημερίδα Le Monde την ιεροεξεταστική πρακτική της Εκκλησίας της Ρωσίας, θεωρώντας, ως απολύτως υπεύθυνο τον τότε Πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο τον Β, τον οποίο άλλωστε θεωρούσε και ως υπεύθυνο για ένα μελλοντικό σχίσμα μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, εξ αιτίας του ζητήματος της Ουκρανίας. Κατά τον Clément, αυτό θα οδηγούσε σε απομόνωση την Εκκλησίας της Ρωσίας όχι μόνο μέσα στον Ορθόδοξο χώρο, αλλά και σε σχέση με τη Ρώμη και τη Δύση. Είτε, όμως,  συντόμως είτε βραδέως η Ουκρανία θα αποκτήσει δική της Αυτοκέφαλη Εκκλησία. Το δικαίωμα της Αυτοκεφαλίας δίνεται, όμως, ουσιαστικά και θεσμικά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και αυτό θα οδηγήσει σε όλο και μια πιο στενή σχέση ανάμεσα στο Κίεβο και την Κωνσταντινούπολη.[7]
Ο Clément είχε τη δυνατότητα να σε κάνει να αγαπήσεις τη Θεολογία, καθώς μπορούσε να σου δώσει να κατακτήσεις το μυστήριο της αγάπης. Τό «Όσο περισσότερο είναι κάποιος άγνωστος τόσο περισσότερο να τον αγαπάτε» του Gabriel Marcel είναι μια φράση που την επαναλαμβάνει συνεχώς. Απλότητα, ταπεινότητα, άνοιγμα πνεύματος. Απ’όλους τους χριστιανούς διανοούμενους της εποχής του, ο Clément είναι ίσως ο μοναδικός, ο οποίος κατανοεί το χριστιανισμό ως εμπειρία υπαρξιακής κοινότητας και αυτό γιατί πέρασε μέσα από τις ποικίλες αγωνίες και αντιφάσεις της σταυρικής αμφιβολίας του 20ου αιώνα. Το μεγάλο πλεονέκτημα του Olivier, παραφράζοντας τον Chesterton, είναι ότι σε σχέση με τους άλλους θεολόγους, αυτός κάποτε υπήρξε άθεος.
Το σοσιαλιστικό πέρασμα του Clément κινείται στο χώρο του ανθρωπισμού, το οποίο, όπως βεβαίως και ολόκληρος ο γαλλικός ουτοπικός σοσιαλισμός των Saint Simon και Fourrié, δεν έχει καμία σχέση με τη μαρξιστική πάλη των τάξεων, αλλά με μια κοινωνική ηθική ανάγκη και απαίτηση. Κατά τον Clément ο γαλλικός σοσιαλισμός είναι ένας σοσιαλισμός ριζωμένος στο εσωτερικό του γαλλικού πολιτισμού, γι’αυτό και η αντιστασιακή του στράτευση θεωρεί ότι αποτελεί αντίσταση στην πολιτισμική βαρβαρότητα της απαξίωσης του ανθρώπου από το ναζισμό.
Η μελέτη των κειμένων του Berdiayev, του αποκαλύπτουν ένα χριστιανισμό, ο οποίος πέρα από κάθε ηθικισμό είναι, κυρίως, απελευθερωτικός των σκληρώσεων και των αγκυλώσεων του τότε δυτικού χριστιανισμού. Ο ίδιος δε μετατρέπεται σε ένα διανοούμενο κλεισμένο στον εαυτό του. Πιστεύει ότι η χριστιανική αποκάλυψη είναι πρωτίστως αποκάλυψη της ουσίας του ανθρώπου, της πληρότητας του προσώπου, της τελειώσεως του ανθρώπου εν Θεώ. Το έργο του αποτελεί μια  πρόκληση επιστροφής στη γνησιότητα του ευαγγελικού μυνήματος. Ενα δημιουργικό σκίρτημα της ψυχής. Μια ομορφιά προς ανακάλυψη των Πατέρων της Ανατολής.
Ο Clément θέλει: «να μιλά συνεχώς για Εκείνον. Το πώς με αναζήτησε, με βρήκε».[8] Αυτή η φιλοκαλική αναζήτηση του κάλους υπενθυμίζει τη φράση στον πρίγκιπα Michtine στον Ηλίθιο του Dostoïevski: «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», η ομορφιά του Προσώπου των προσώπων, η ομορφιά εν τῷ ὅλῳ και σε όλα. Ψάχνει την ομορφιά του φωτός σε κάθε ανθρώπινη καρδιά σε κάθε ανθρώπινο πρόσωπο.[9] Η ευτυχία μερικές φορές βρίσκεται μέσα στα πιο απλά πράγματα. Η θεία ομορφιά βρίσκεται μέσα σε κάθε πρόσωπο με την προϋπόθεση ότι η θεωρία του προσώπου είναι ουσιαστικώς ενεργή.[10] Η Κοινωνία με την ομορφιά υποχρεώνει σε μια δυνατότητα εκπληκτικής ποιητικής επικοινωνίας μέσω του λόγου και μέσω της πράξης με τον Χριστό. Μάλλον μας υπενθυμίζει το δικό μας Νίκο Καζαντζάκη στο Χριστός Ξανασταυρώνεται όταν γράφει: 
«...Τρίτη της Λαμπρής, τώρα τέλεψε η λειτουργιά. Γλυκιά, τρυφερή μέρα, ήλιος, ψυχαλίζει, μύρισαν οι λεμονανθοί, μπουμπουκιάζουν τα δένδρα, ανασταίνουνται τα χόρτα, ανεβαίνει ο Χριστός από κάθε σβωλαράκι χώμα. Σουλατσάρουν οι χριστιανοί στήν πλατεία, σμίγουν οι φίλοι, ασπάζεται ο ένας τον άλλο, λέν Χριστός Ανέστη κι ύστερα καθίζουν στόν καφενέ του Κωνσταντή ή κάτω από το μεγάλο πλάτανο στη μέση της πλατείας, παραγγέλνουν ναργιλέδες και καφέδες κι αρχίζει, σαν την ψιλή βροχή, το γλυκό κουβεντολόϊ.
--Τέτοια θα’ναι κι η Παράδεισο, λέει ο Χαράλαμπος ο καντηλανάφτης΄ ήλιος απαλός, σιγανή βροχούλα, λεμονιές ανθισμένες, ναργιλέδες και ψιλή κουβέντα στους αιώνες των αιώνων».[11]
Οι προσεγγίσεις του Clément ξεπερνούν τα τοπικά όρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Γαλλία. Με μια συνεχή μαρτυρία αγάπης Χριστού, ως θεολόγος της θείας ωραιότητος, κατορθώνει να πετύχει τη σύνθεση του ορθόδοξου κόσμου της ανατολής με το σύγχρονο δυτικό κόσμο. Αγωνίζεται συνεχώς για μια Ορθοδοξία απελευθερωτική, αυθεντική, δημιουργική, χωρίς τα βαρίδια του παρελθόντος, ανανεωτική και ταυτόχρονα παραδοσιακή με λόγο ειρηνικό: «Δεν αντιλαμβάνομαι γράφει, την Ορθοδοξία ως μια ακόμη «ομολογία» ανάμεσα στις άλλες χριστιανικές ομολογίες. Μ’αρέσει και θαυμάζω σε αυτήν την πίστη στη γνησιότητα του πρωτοχριστιανισμού στη θεανθρώπινη χριστολογία και χριστοπραξία εν Ἁγίῳ Πνεύματι. Μια γνησιότητα αδιάλλακτη και ασυμβίβαστη, η οποία, όμως υπό το πνεύμα της Παράδοσης παραμένει νοήμων και πνευματώδης. Η εκκλησία  οφείλει να είναι «Εκκλησία Θεοῦ ζώντος, στύλος και εδραίωμα της αληθείας».[12] Μια Αλήθεια, η οποία μεταμορφώνει και ζωοποιεί τη νόηση, την ανθρώπινη διάνοια, την οποία απ’ότι φαίνεται πολλοί χριστιανοί σήμερα φοβούνται ή προτιμούν να την αγνοούν».[13] Αναρωτιέται: «Πράγματι αληθεύει ότι ο Χριστός αναστήθηκε; ή είμαστε ψεύτες όταν ικανοποιούμαστε ψέλνοντας το Χριστός Ανέστη; Αν ο Χριστός είναι αναστημένος έστω και λίγο μέσα στις καρδιές μας, όσο λίγο και αν είναι αυτό, να είμαστε σίγουροι ότι όποιες και αν είναι οι δυσκολίες η αγάπη και η διάνοια θα νικήσουν,[14] γιατί μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία «υπάρχει αυτό το ελάχιστο, έστω και λίγο, της αγάπης».[15]
Η πίστη στον Θεό είναι για τον Clément μόνο η αρχή. «Δεν πρέπει να παίζεις με αυτήν. Την έχεις δεν την έχεις πρέπει να μπεις μέσα σε αυτήν την κρύπτη (εκκλησιαστική και προσωπική), όπου αναβλύζει το νερό της ζωής και βγαίνοντας να μοιραστείς τα πάντα. Η πίστη δεν διαχωρίζει εμένα από τους άλλους, δυναμώνει μέσα από την αγάπη ενότητας που προσφέρει ο ίδιος ο Χριστός στους αμαρτωλούς και τις πόρνες».[16] Πρέπει να αρχίσουμε από τη θέληση να ακούσουμε τους άλλους, για να μπορέσουμε να τους γνωρίσουμε και όχι μέσα από εξ αρχής και a priori αποκλεισμούς. Η συνάντηση με τους άλλους, τις άλλες θρησκείες ξεκινά από το ένα και μοναδικό γεγονός της αποδοχής ότι οι άνθρωποι μέσα από τη θρησκεία αναζητούν τη θεία σοφία, το κοσμικό περιεχόμενο της πνευματικότητας. Πρόκειται για μια ποιητική κοινωνία των προσώπων με το ζώντα Θεό, για τον οποίο, όμως, η προσέγγιση είναι ολοκληρωτικά αποφατική: βρίσκεται πάνω από όλα αυτά με τα οποία μπορούμε να μιλήσουμε γι’ Αυτόν. Αυτό  για το διαθρησκευτικό διάλογο σημαίνει απόρριψη του κάθε είδους φανατισμού και κάθε είδους φονταμενταλισμού.[17]
Θα μπορούσε κάποιος να μιλά και να γράφει με τις ώρες για τον Olivier Clément, ιδιαίτερα δε, αν είχε την ευτυχία να τον γνωρίσει από κοντά, όπως ο γράφων, στις αρχές της δεκαετίας του 90. Η θεολογική του σκέψη σηματοδοτεί καινούργιες διαστάσεις προσέγγισης του Θεού, για το σύγχρονο άνθρωπο. Η κοσμική διάσταση της Ορθόδοξης φιλοκαλικής πνευματικότητας συναπαντάται με το Διαφωτισμό και τη νεωτερικότητα, προκαλώντας ένα μοναδικό ενθουσιασμό στις ψυχές των ανθρώπων που βιώνουν τα αδιέξοδα του σύγχρονου πολιτισμού. Και αυτό γιατί στον Clément δεν υπάρχουν αδιέξοδα όταν οι άνθρωποι επικοινωνούν και διαλέγονται ειλικρινά.

Χριστ. Αρβανίτης,
Δρ.Θεολογίας-Κοινωνιολογίας της Θρησκείας,
Εκλεγμένος Επίκουρος Καθηγητής στην ΑΕΑΗ Κρήτης


      


[1] Olivier Clément, «Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς», Συνομιλώντας με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α΄, Ακρίτας, Αθήνα, 1997, pp.313-338.
[2] Έχουν προηγηθεί μαθητείες κοντά στόν March Bloch και τον Henri-Irénée Marrou και θητεία στο γαλλικό αντιστασιακό αγώνα στό πλευρό του Alphonse Dupront, ενός από τους θεμελιωτές της Ανθρωπολογίας της Θρησκείας. Αργότερα σε συνεργασία με τον Pierre Emmanuel αγωνίζεται ενεργά μέσα από μιά επιτροπή για τα δικαιώματα και την τραγική κατάσταση των χριστιανών στη Σοβιετική Ενωση.
[3] Παραδίδει μαζί με τον Marie Joseph Le Guillon μαθήματα με θέμα τη χαρισματική εμπειρία.
[4] Γράφει: «Το παραδοσιακό αυτοκέφαλο των εκκλησιών μετατρέπεται σε αυτοκεφαλαρχία η οποία υποστηρίζει ότι το θεμέλιο της εκκλησιολογίας δεν είναι η ευχαριστιακή αρχή, αλλά η φυλετική και εθνική αρχή.  «Τοπική» εκκλησία σημαίνει στο εξής «εθνική» εκκλησία και το «πρωτείο τιμής» γίνεται «ισότητα τιμής». Στό Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, ibid., p.47
[5] DDB, 2003
[6] Paris, DDB, 2003, p.41
[7] ibid., pp.187-188.
[8] Lautre Soleil, Stock, 1986
[9] «Όλον τον άλλον κόσμο γύρω μου τον έβλεπα ότι είναι βουτηγμένος εις την ομορφιά και την ευφροσύνη. Το κάθε τι μου προξενούσε αυθόρμητες ευχαριστίες προς τον Θεόν». Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού, μτφρ. Παντελ. Καρανικόλα, εκδ.13η, p.123, στο Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, ibid., p.124
[10] Γράφει: «Και κάθε τι που μπορεί να δώσει μυστική γεύση στην ύπαρξή μας είναι τόσο απλό, κάθε τι που μπορεί, με τη χάρη του Σταυρού και της Ανάστασης, να μας εισαγάγει στη χώρα των προσώπων όπου τα πάντα είναι ιερό μυστήριο», ibidem.
[11] Εκδόσεις Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1981, σ.8.
[12] Α.Τιμ.3,15
[13] L’autre Soleil, Stock, 1986. Επίσης, «Η θεωρία της δόξας του Θεού που είναι κρυμμένη μέσα στα όντα και στα πράγματα», για την οποία μιλούν οι ασκητές μας οφείλει να βγει από τα κελιά και τα ερημητήρια, για να εμπνεύσει τους αγώνες της επιστήμης και του πολιτισμού, και να δώσει τη δυνατότητα στην έρευνα ακι στην τεχνολογία όχι να διασπάσουν τά πράγματα και να εκφυλίσουν τη φύση, αλλά ¨ολα να τα επανεντάξουν μέσα στη Σοφία»., Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, ibid., p.303
[14] Ière Journée de l’ Orthodoxie en France, le 24 mai 2001
[15] cf, le 5 documentaire, Orthodoxes de France, un passé riche d’avenir, sur Orthodoxie.com
[16] L’autre Soleil, Stock, 1986.
[17]  Ο φανατικός γράφει ριζώνει στο άγχος και την αλαζονεία. Διακατέχεται από την ψύχωση της συνωμοσίας και οποιοσδήποτε δεν συμφωνεί μαζί του είναι όργανο των δαιμονικών δυνάμεων. Είναι ένα αβέβαιο ον, αποδιοργανωμένο, ανίκανο να περάσει μέσα στην ετερότητα του άλλου, έτοιμο να σας κολλήσει την ετικέτα του αιρετικού, του αποκλίνοντα, του νεωτεριστή ή του αντιδραστικού., Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, ibidem., p.248.  Για τον Clément το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα φανατισμού και φονταμενταλισμού μέσα στον Ορθόδοξο χώρο, υπάρχει σήμερα στην Εκκλησία της Ρωσίας, η οποία έχει μεταμορφωθεί σε εθνικιστική και αντισημιτική δύναμη, επιδιώκοντας μερίδιο εξουσίας μέσα στό Κράτος. Αποτελεί δε δηλωτικό αυτής της κατάστασης το γεγονός ότι προσφάτως σε κάποια μητρόπολη της περιοχής των Ουραλίων κάηκαν, δημοσίως, παρουσία του τοπικού επισκόπου, τα βιβλία των μεγάλων Ρώσων Θεολόγων Εμιγκρέδων του 20ου αι.



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ