[...] [Ό]σο αμαρτία θεωρείται η λήθη του παρόντος, άλλο τόσο αμαρτία είναι και η λήθη του παρελθόντος. Το παρόν στην Ορθόδοξη παράδοση κατανοείται μόνο εάν προσθέσει κανείς την εμπειρία του παρελθόντος και την όραση του μέλλοντος.[...]
Είχε απόλυτο δίκιο ο αείμνηστος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ Χρυσόστομος Σταμούλης όταν από πολύ νωρίς επισήμανε ότι στη χώρα μας δεν μπορούμε να αποφύγουμε μια θεολογία τάσεων. Ο σοφός δάσκαλος αναζητούσε διαρκώς μέσα από το πολύπλευρο έργο του, αλλά φευ επί ματαίω, τη χρυσή τομή, τη δημιουργική σύνθεση. Είναι αναντίλεκτο ότι άφησε σπουδαία παρακαταθήκη υψηλού θεολογικού στοχασμού.
Jacques Derrida, Ισχύς νόμου, μετάφραση: Βαγγέλης Μπιτσώρης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2015, ISBN: 978-960-16/2982-7.
Στον Αντώνη Βαλεργάκη
Ένα απο τα κεφαλαιώδη ζητήματα που απασχόλησαν τη σκέψη του J. Derrida ήταν το ζήτημα της διαλεκτικής σχέσης δικαίου και νόμου. Η ντεριντιανή ανάγνωση, φυσικώ τω λόγω, είναι εξ ορισμού sui generis. Στο βιβλίο του Ισχύς νόμου ο Ντεριντά μας παραδίδει μια ριζοσπαστική προσέγγιση σε ένα μείζον θέμα της φιλοσοφίας του δικαίου.
Για τον Ντεριντά η ισχύς του δικαίου είναι έννοια καταστατική∙ υποστασιοποιεί την έννοια της δικαιοσύνης ως δικαίου. Ο όρος “ισχύς” κατά τον Ντεριντά είναι διττός: εμφαίνει από την μια πλευρά την εφαρμοσιμότητα του νόμου και από την άλλη την κανονιστική αυθεντία του. Το διακύβευμα βρίσκεται στην εξής διερώτηση: “Τι είναι η δίκαιη ισχύς ή η μη βίαιη ισχύς;” (μν. έργον, σελ. 19). Ωστόσο, όσο κι αν η προσέγγιση του Ντεριντά σε μια επιφανειακή ανάγνωση ενδέχεται να μας θυμίζει την περί δικαίου αντίληψη του Κάρλ Σμιτ, στην πραγματικότητα προσεγγίζει περισσότερο τη σκέψη του H. Kelsen, του μεγάλου ιδεολογικού αντιπάλου του Σμιτ. Στο σημείο αυτό ο Ντεριντά επικαλείται τον γερμανικό όρο “Gewalt”, που σημαίνει “βία και συνάμα νόμιμη εξουσία” (ό.π., σελ. 20). Πρόκειται για την ισχύ ως “διαφωρά” (ό.π., σελ. 22), για τη σχέση μεταξύ ισχύος και μορφής. Ο όρος “διαφωρά” στον Ντεριντά εμφαίνει μια οιονεί αναβολή της ταυτότητας, μια ετεροχρονισμένη αποδόμηση κάθε εμμένειας (βλ. P. Deutscher, Ντερριντά, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, σελ. 59). Στο δίκαιο, κατά τον Ντεριντά, ισχύ έχει ο λόγος. Πρόκειται για μια “βία επιτελεστική και άρα ερμηνευτική που καθεαυτήν δεν είναι ούτε δίκαιη ούτε άδικη” (μν. έργον, σελ. 38).
Ο Ντεριντά διακρίνει δίκαιο και δικαιοσύνη. Κατ’ αυτόν, η δικαιοσύνη προϋποθέτει το ανυπολόγιστο (ό.π., σελ. 45) και την εμπειρία της απορίας (σελ. 44). Κατά συνέπεια, η απαρχή της αυθεντίας, το κανονιστικό πλαίσιο του νόμου συνιστούν κατά τον Ντεριντά μια “βία χωρίς θεμέλιο” (σελ. 39). Κι εδώ ακριβώς εδράζεται η απαρχή της αποδόμησης του δικαίου, είτε λόγω μιας ανοικτής κανονιστικής θεμελίωσης, που δύναται να μετασχηματιστεί και να βελτιωθεί, είτε διότι “το έσχατο θεμέλιο του δικαίου εξ ορισμού δεν είναι θεμελιωμένο” (σελ. 40).
Αντιθέτως – κι εδώ είναι το παράδοξο- η δικαιοσύνη όχι μόνο δεν είναι αποδομήσιμη αλλά συνιστά ειδολογικά την αποδόμηση. Με τα λόγια του συγγραφέα “η αποδόμηση είναι η δικαιοσύνη” (σελ. 41). Έτσι, κατά τον Ντεριντά “η αποδομησιμότητα του δικαίου καθιστά δυνατή την αποδόμηση” (αυτ.). Ταυτοχρόνως “η αποδόμηση λαμβάνει χώρα στο μεσοδιάστημα που χωρίζει τη μη αποδομησιμότητα της δικαιοσύνης και την αποδομησιμότητα του δικαίου” (αυτ.). Με άλλα λόγια, η αποδόμηση ως “εμπειρία του αδυνάτου” είναι δυνατή εκεί που υπάρχει δικαιοσύνη (αυτ.). Συνεπώς, εφόσον ο Ντεριντά ταυτίζει δικαιοσύνη και αποδόμηση συνεπάγεται ότι η δικαιοσύνη είναι μια εμπειρία του αδυνάτου (σελ. 44), μια εμπειρία ανυπολόγιστη (σελ. 45). Εκφράζοντας το πνεύμα του Λεβινάς ο Ντεριντά θα κάνει λόγο για “ευθύνη άνευ ορίου ενώπιον της μνήμης” (σελ. 52)∙ “το μέλημα για μια ιστορική και ερμηνευτική μνήμη βρίσκεται στην καρδιά της αποδόμησης” θα ισχυριστεί μετ’ επιτάσεως ο Ντεριντά στο βιβλίο Ισχύς νόμου (σελ. 52) για να καταλήξει ότι η αποδόμηση είναι δεσμευμένη από την αξίωση για άπειρη δικαιοσύνη (αυτ.). Εντούτοις, ο Ντεριντά δεν είναι αφελής. Προφανώς για να προλάβει τους προπέτες θα επισημάνει λίγο παρακάτω ότι η δικαιοσύνη απευθύνεται “πάντοτε σε ενικότητες” και δη στην “ενικότητα του άλλου” (εδώ νομίζω φαίνεται έκδηλα η μαθητεία του Ντεριντά στον Λεβινάς), μολονότι “προσβλέπει στην καθολικότητα” (σελ. 53). Μάλιστα ο Ντεριντά παραθέτει παρακάτω αυτούσια τη φράση του Λεβινάς από το βιβλίο Ολότητα και άπειρο: “[…] η σχέση με τον άλλο άνθρωπο – δηλαδή η δικαιοσύνη” (σελ. 58).
Για τον Ντεριντά “για να είναι μια απόφαση σωστή – δίκαιη και υπεύθυνη, είναι ανάγκη στην προσίδια στιγμή της […] να ρυθμίζεται σύμφωνα με κανόνες και συνάμα χωρίς κανόνα, να συντηρεί το νόμο και συνάμα να τον καταστρέφει ή να τον αναστέλλει αρκετά, ούτως ώστε να πρέπει σε κάθε περίπτωση να τον επανεπινοεί, να τον επαν-αιτιολογεί, να τον επανεπινοεί τουλάχιστον μέσω της επανεπιβεβαίωσης και της νέας και ελεύθερης επικύρωσης της αρχής του” (σελ. 63). Εδώ ακριβώς, φρονώ, πως είμαστε στην “καρδιά” της ντεριντιανής αποδόμησης, η οποία συνδέεται αλλά δεν τέμνεται με το “ανεπίκριτο”. Κατά τον Ντεριντά, το “ανεπίκριτο” δεν είναι μόνο “η ταλάντευση ή η ένταση ανάμεσα σε δυο αποφάσεις” (σελ. 65). Η απόφαση που δεν έχει υποβληθεί στη δοκιμασία του ανεπίκριτου δεν είναι ούτε ελεύθερη, ούτε δίκαιη (αυτ.). Με κίνδυνο να αυθαιρετήσω θα έλεγα ότι το “ανεπίκριτο” του Ντεριντά θυμίζει mutatis mutandis τη γνωστή θεολογική έννοια του “γνωμικού θελήματος”, που διατυπώθηκε από τον Μάξιμο τον Ομολογητή. Το “γνωμικό θέλημα” εν αντιθέσει με το “φυσικό θέλημα” προϋποθέτει μια οιονεί πάλη αντιρρόπων δυνάμεων, μια αμφιταλάντευση στη λήψη αποφάσεων.
Ο Ντεριντά επισημαίνει τη σημασία του όρου “ορίζοντας” στην κλασική σκέψη: πρόκειται για το “άνοιγμα και συνάμα το όριο του ανοίγματος που προσδιορίζει είτε μια ατελεύτητη πρόοδο είτε μια αναμονή” (σελ. 71). Στον ορίζοντα ο Ντεριντά αντιπαραβάλει τη δικαιοσύνη: “δικαιοσύνη είναι αυτό που δεν πρέπει να αναμένει” (αυτ.). Παραδόξως όμως λόγω του επιτελεστικού και κανονιστικού της ρόλου, η δικαιοσύνη κατά τον Ντεριντά δεν έχει ορίζοντα αναμονής (σελ. 74-75). Ωστόσο, εξαιτίας αυτού “ίσως έχει ένα ερχόμενο μέλλον” (αυτ.). Αυτή η εσχατολογική διάσταση δεν έχει στη σκέψη του Ντεριντά καμία σχέση με μεσσιανισμό. Ο Ντεριντά μάλλον εδώ εννοεί αυτό που έρχεται, αυτό που ενδεχομένως επίκειται ως συμβάν. Σε αυτήν την προοπτική έχει επηρεάσει νομίζω τον Agamben, τουλάχιστον στο έργο του Η κοινότητα που έρχεται.
Στην κριτική που κάνει ο Ντεριντά στο έργο του Μπένγιαμιν Για μια κριτική της βίας λέει κατά λέξη: “Ο νόμος είναι υπερβατικός και θεολογικός, συνεπώς πάντοτε ελευσόμενος, είναι πάντοτε υπεσχημένος, καθ’ ότι εμμενής, πεπερασμένος και συνεπώς ήδη παρελθοντικός” (σελ. 112).
Συνελόντι ειπείν, ο Ντεριντά δεν αντιμάχεται το νόμο, αλλά συνδέει το δίκαιο με την ενικότητα του άλλου. Η δικαιοσύνη είναι Das ganz Andere: είναι εμπειρία του αδυνάτου, εμπειρία της ετερότητας, ελευσόμενη και άπειρη. Η ταύτιση αποδόμησης και δικαιοσύνης, τέλος, οφείλεται στον μη κανονιστικό χαρακτήρα αμφοτέρων.
Αναφέρει σε ένα βιβλίο του ο αείμνηστος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Παναγιώτης Ανδριόπουλος την ακόλουθη ρήση του Heinrich Schlier: χωρίς Ανάσταση οι πιστοί θα ήταν «τραγικοί απατημένοι απατεώνες».
Ο Διευθυντής και ο Σύλλογος Διδασκόντων του 3ου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου ύστερα από τη θλιβερή είδηση του αδόκητου θανάτου του αγαπητού συναδέλφου Αντώνη Βαλεργάκη, φιλολόγου του σχολείου μας, συνεδρίασε εκτάκτως σήμερα 11/4/2026, ημέρα Σάββατο και ώρα 18:00, και αποφάσισε ομόφωνα τα εξής:
1. Να εκφράσει τη βαθιά του οδύνη και τα θερμά του συλλυπητήρια στην οικογένειά του εκλιπόντος
2. Αντί στεφάνου να συγκεντρωθεί χρηματικό ποσό από όλο το προσωπικό του σχολείου, το οποίο θα διατεθεί στα παιδιά του
3. Πτέρυγα της δανειστικής βιβλιοθήκης του σχολείου να αφιερωθεί στη μνήμη του και να πάρει το όνομά του. Στο σημείο να τοποθετηθεί μόνιμη πλάκα με τη φωτογραφία του
4. Να παραστεί σύσσωμος στην εξόδιο ακολουθία
5. Να προβεί σε ενέργειες και δράσεις συναισθηματικής υποστήριξης των μαθητών του σχολείου
6. Να δημοσιευτεί το παρόν ψήφισμα στον τοπικό τύπο.
[...] Το 1929 παντρεύτηκε τη Χάνα Άρεντ, αλλά ο γάμος κατέληξε σε διαζύγιο (1937) [...]
Jean Amery, Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση, μετάφραση: Γιάννης Καλλιφατίδης, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2009, σελ. 253 (σημειώσεις του μεταφραστή)
***
Η εξόδιος ακολουθία του αλησμόνητου συναδέλφου μας Αντώνη Βαλεργάκη θα λάβει χώρα τη Δευτέρα του Πάσχα 13 Απριλίου 2026 στις 11:00 στον Ιερό Ναό Γενεσίου της Θεοτόκου στην Αμμουδάρα Ηρακλείου.
Old Irish - Asréracht Críst! Asréracht Hé-som co dearb!
Irish - Tá Críost éirithe! Go deimhin, tá sé éirithe!
Manx - Taw Creest Ereen! Taw Shay Ereen Guhdyne!
Scots Gaelic - Tha Crìosd air èiridh! Gu dearbh, tha e air èiridh!
Brythonic languages
Breton - Dassoret eo Krist! E wirionez dassoret eo!
Welsh - Atgyfododd Crist! Yn wir atgyfododd!
Indo-Iranian languages
Indic languages
Sanskrit - (Kristo’pastitaha! Satvam Upastitaha!)
Southern Zone
Marathi - (Yeshu Khrist uthla ahe! Kharokhar uthla ahe!)
Albanian (Tosk) - Krishti u ngjall! Vërtet u ngjall!
Armenian - Քրիստոս յարեաւ ի մեռելոց՜ Օրհնեալ է յայտնութիւնն Քրիստոսի՜ (Christos harjav i merelotz! Orhniale harutjun Christosi! — Christ is risen! Blessed is the resurrection of Christ!)
Στο ερώτημα γιατί σταυρώθηκε ο Χριστός προσπάθησαν να απαντήσουν τόσο θεολόγοι και φιλόσοφοι όσο και απλοί πιστοί ή μη. Άλλοι λοιπόν μίλησαν για ανάγκη ικανοποίησης της θείας Δικαιοσύνης, η οποία προσβλήθηκε από τους πρωτόπλαστους. Άλλοι πάλι ότι διά της σταύρωσης άνοιξε ο δρόμος της λύτρωσης και της επανόρθωσης ένεκα του αμαρτήματος του Αδάμ και της Εύας. Πάντως, είτε έτσι είτε αλλιώς πρόκειται για προοπτικές οι οποίες εστιάζουν στην προπατορική αμαρτία και εκ των πραγμάτων καταλήγουν σε ενοχικές και δικανικές προτάσεις.
Υπάρχει, όμως, και μία άλλη προοπτική, αυτή του θείου Έρωτα για τον άνθρωπο και την κτίση. Ο Χριστός σταυρώνεται επειδή η αγάπη είναι πάντα θυσιαστική, με το έσχατο σημείο της να είναι ο θάνατος. Ο Χριστός δε σταυρώνεται και ανασταίνεται για να δείξει τη δύναμή Του, αλλά για να φανερώσει ότι Αυτός είναι ο δρόμος της αγάπης: η συνύπαρξη του Σταυρού και της Ανάστασης. Ακόμη και στη Δεύτερη Παρουσία Του θα προηγηθεί το τρόπαιο του Σταυρού (Κύριλλος Ιεροσολύμων) και θα ακολουθήσει ο Βασιλιάς με τα σημάδια των καρφιών πάνω Του. Για βασιλικό στέμμα θα έχει το ακάνθινο στεφάνι Του και αντί για δαχτυλίδια τις πληγές Του. Παράδοξο θέαμα. Γι’ αυτό θα το ζήσουν μόνο οι τρελοί (άγιοι και μη), όπως και οι αμαρτωλοί («πόρνες και τελώνες»).
Οι υποκριτές θα μείνουν έξω του νυμφώνος (νυφικό δωμάτιο) Χριστού, ως μη γνωρίζοντες από έρωτα επειδή οι ίδιοι δε θέλησαν να Τον γνωρίσουν.
Η παράδοση του Χριστού πάνω στον Σταυρό είναι η έσχατη ελεύθερη ερωτική Του πράξη για τον Θεό, τον άνθρωπο και ολάκερη την κτίση. Ενώθηκε («προσηλώθη») ως ερωτευμένος («Νυμφίος») με τον Σταυρό Του. Γυμνός πάνω στον σταυρό, όπως στον έρωτα («Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται…», Ιγνάτιος ο Θεοφόρος). Χωρίς Θεό («ἵνα τί με ἐγκατέλειπες;»), χωρίς ανθρώπους, χωρίς είδωλα και ψευδαισθήσεις, χωρίς εαυτό, χωρίς θέλημα («να γίνει όπως Εσύ θέλεις»), χωρίς ρούχα… Κρέμεται από τον σταυρό… Ερωτευμένος με τον Σταυρό Του παραδίνεται και χάνεται κυριολεκτικά στην αγκαλιά Του.
Ο ένας αγκαλιάζει τον άλλο: Χριστός και Σταυρός. Το όλα αγκαλιάζει το τίποτα και το τίποτα το όλα. Στην αγκαλιά του τίποτα που τα έχει όλα. Στην αγκαλιά του όλα που δεν έχει τίποτα. Ο Χριστός συναντά το τίποτα και ο Σταυρός το όλα. Χριστός και Σταυρός έγιναν ένα και ετέχθη η Ανάσταση.
Η κατάφαση του θανάτου είναι κατάφαση της ζωής. Η άρνηση της ζωής είναι άρνηση του θανάτου. Στον Σταυρό του Χριστού ο έρωτας και ο θάνατος διασταυρώνονται. Ο Χριστός πάνω στον σταυρό μας λυτρώνει επειδή μας δείχνει τον δρόμο της ελευθερίας.
Της ελευθερίας που προηγείται της αθανασίας. Είναι ελεύθερος, γι’ αυτό δεν τον κρατάει ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος. Πεθαίνει ολόκληρος και πεθαίνει για όλους. Ζει ολόκληρος και ζει για όλους. Στον Σταυρό του Χριστού σταυρώνονται και πεθαίνουν περιληπτικά τόσο ο Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα όσο και ο άνθρωπος και η κτίση ολόκληρη. Στη δε Ανάστασή Του ανασταίνονται όλοι και όλα. Τίποτα και κανένας δε μένει έξω από αυτόν τον έρωτα με τη ζωή και τον θάνατο.
* Ο Χρήστος Γκουνέλας είναι Δρ. Συστηματικής Θεολογίας
[Δημοσιεύθηκε στο διαδικτυακό περιοδικό parallaxi στις 1/4/2026]
Κάθε φορά που η Εκκλησία τολμά να σταθεί με λόγο, παρουσία και ποιμαντική ευθύνη μέσα στη σύγχρονη πόλη, δεν αργούν να εμφανιστούν εκείνοι που καταγγέλλουν «εκκοσμίκευση».
Συχνά, όμως, πίσω από αυτή την εύκολη κατηγορία δεν κρύβεται η αγωνία για την αλήθεια της Εκκλησίας, αλλά ένας φόβος απέναντι σε οτιδήποτε ξεφεύγει από ένα κλειστό, αυτάρεσκο και αμυντικό θρησκευτικό σχήμα. Η Εκκλησία, ωστόσο, δεν υπάρχει για να περιχαρακώνεται, αλλά για να μαρτυρεί. Και η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να ασκείται ερήμην της κοινωνίας, του πολιτισμού και των υπαρξιακών ερωτημάτων του ανθρώπου του σήμερα. Το πραγματικό ζητούμενο, επομένως, δεν είναι αν η Εκκλησία θα συνομιλήσει με την πόλη, αλλά αν θα το κάνει με διάκριση, αλήθεια και επίγνωση της ποιμαντικής της αποστολής. Οι συζητήσεις που ανοίγουν κάθε φορά γύρω από εκδηλώσεις με θρησκευτικό περιεχόμενο σε ιστορικούς ναούς φανερώνουν ένα βαθύτερο πρόβλημα: ότι συχνά έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε την Εκκλησία είτε ως χώρο αυστηρής εσωστρέφειας είτε ως πεδίο ύποπτης προσαρμογής στον κόσμο. Όμως η Εκκλησία δεν είναι ούτε φρούριο απομονωμένων ούτε θεσμός δημοσίων σχέσεων. Είναι το Σώμα του Χριστού μέσα στην ιστορία, και γι’ αυτό πάντοτε καλείται να συνδυάζει την πιστότητα με την παρουσία, τη διάκριση με το άνοιγμα, τη λατρεία με την ποιμαντική ευθύνη.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και το ουσιαστικό κριτήριο. Το ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να γίνει μια εκδήλωση σε έναν ναό. Το ερώτημα είναι τι χαρακτήρα έχει αυτή η εκδήλωση, ποιον σκοπό υπηρετεί, ποιο είναι το πνευματικό της ήθος και αν σέβεται τον ιερό χώρο. Δεν είναι όλα ίδια. Δεν είναι κάθε δημόσια πολιτιστική πρωτοβουλία μέσα ή γύρω από την εκκλησιαστική ζωή ένδειξη αλλοίωσης. Εκκοσμίκευση δεν σημαίνει απλώς επαφή με τον κόσμο. Εκκοσμίκευση σημαίνει απώλεια εκκλησιαστικού κριτηρίου, μετατόπιση του κέντρου βάρους από το μυστήριο στην εικόνα, από την ουσία στον εντυπωσιασμό, από την αλήθεια στην ευκολία. Αν, αντίθετα, μια πρωτοβουλία κινείται με σεβασμό προς τον ναό, χωρίς να παραθεωρεί τον λειτουργικό του χαρακτήρα, χωρίς να μετατρέπει τον ιερό χώρο σε σκηνή θεάματος, χωρίς να υποκαθιστά τη λατρεία, αλλά δίνοντας στον σύγχρονο άνθρωπο μια αφορμή να πλησιάσει το μυστήριο του Θείου Πάθους, τότε μια τέτοια προσπάθεια δεν πρέπει να κρίνεται με αντανακλαστικά φοβίας. Πρέπει να εξετάζεται με πνευματική ωριμότητα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ήταν ποτέ εχθρική προς την τέχνη και τον πολιτισμό. Η ίδια η ιστορία της το μαρτυρεί. Η εικονογραφία, η υμνογραφία, η ψαλτική, η αρχιτεκτονική των ναών, η ποιητική γλώσσα των ακολουθιών, η αισθητική της λατρείας, όλα αυτά δεν είναι περιθωριακά στοιχεία, αλλά τρόποι με τους οποίους η Εκκλησία ενσάρκωσε το βίωμά της μέσα στην ιστορία. Δεν εξέφρασε την αλήθεια της μόνο με έννοιες και δόγματα, αλλά και με μορφές, εικόνες, ήχους, ρυθμό, κάλλος και συμβολισμό. Αυτό δεν ήταν ποτέ εκκοσμίκευση. Ήταν και παραμένει τρόπος μαρτυρίας.
Όποιος μιλά σήμερα για απόλυτη απομάκρυνση της Εκκλησίας από κάθε πολιτιστική πρωτοβουλία, στην πραγματικότητα προτείνει μια Εκκλησία χωρίς δημόσιο λόγο, χωρίς ιστορική συνείδηση, χωρίς ποιμαντική ευθύνη για τον άνθρωπο της εποχής της. Μια τέτοια στάση, όσο και αν εμφανίζεται με ζήλο, κινδυνεύει να οδηγήσει όχι στην περιφρούρηση της πίστης αλλά στην απομόνωση. Και η απομόνωση δεν είναι εκκλησιαστικό φρόνημα. Η Εκκλησία δεν ιδρύθηκε για να απευθύνεται μόνο στους ήδη βέβαιους. Καλείται να αναζητεί, να φωτίζει, να στηρίζει, να καλεί, να παρηγορεί και να ερμηνεύει τον πόνο και την ελπίδα του ανθρώπου μέσα στον κόσμο.
Ιδιαίτερα όταν το θέμα είναι το Θείο Πάθος, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια αφηρημένη καλλιτεχνική επιλογή. Βρισκόμαστε μπροστά στον ίδιο τον πυρήνα της εκκλησιαστικής ζωής. Το Πάθος του Χριστού δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό μοτίβο, αλλά το κέντρο της σωτηριολογικής εμπειρίας της Εκκλησίας. Αν, λοιπόν, υπάρχουν πρωτοβουλίες που επιχειρούν να οδηγήσουν τους ανθρώπους σε μια πιο βαθιά συνάντηση με αυτό το μυστήριο, τότε η πρώτη αντίδραση δεν θα έπρεπε να είναι η καταγγελία, αλλά η εξέταση του τρόπου, του περιεχομένου και του πνεύματος με το οποίο γίνονται. Πολλοί άνθρωποι σήμερα βρίσκονται σε μια παράξενη απόσταση από την Εκκλησία. Δεν είναι πάντοτε εχθρικοί. Συχνά είναι απλώς αποξενωμένοι, διστακτικοί, τραυματισμένοι ή μαθημένοι να τη βλέπουν ως κάτι ξένο προς τη ζωή τους. Σε αυτή την πραγματικότητα, η ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας δεν μπορεί να εξαντλείται στη διαχείριση των ήδη εκκλησιαζόμενων. Οφείλει να αναζητά γέφυρες. Όχι εκπτώσεις. Γέφυρες. Όχι αλλοίωση του ήθους. Προσέγγιση του ανθρώπου. Όχι εγκατάλειψη της αλήθειας. Μετάδοση της αλήθειας με τρόπο κατανοητό, υπαρξιακά αισθητό και πνευματικά γόνιμο. Ας το πούμε καθαρά: η μεγαλύτερη απειλή για την Εκκλησία σήμερα δεν είναι ότι μιλά στην πόλη. Είναι ότι μερικές φορές κινδυνεύει να μιλά μόνο στον εαυτό της. Και τότε δεν έχουμε διαφύλαξη της παραδόσεως, αλλά παρανόηση της αποστολής. Γιατί η παράδοση της Εκκλησίας δεν είναι μουσειακό απολίθωμα. Είναι ζωή που παραδίδεται, αλήθεια που μαρτυρείται, χάρη που κοινωνείται. Και αυτό προϋποθέτει σχέση με υπαρκτούς ανθρώπους, με το γλωσσικό και πολιτισμικό τους περιβάλλον, με τα τραύματα και τις αναζητήσεις τους. Βεβαίως, χρειάζεται διάκριση. Πάντοτε χρειάζεται διάκριση. Ο ναός δεν είναι ουδέτερος πολιτιστικός χώρος. Δεν είναι αίθουσα εκδηλώσεων με θρησκευτικό σκηνικό. Είναι τόπος προσευχής, αγιασμού και παρουσίας. Γι’ αυτό και κάθε τέτοια πρωτοβουλία οφείλει να έχει όρια, ήθος και εκκλησιαστικό μέτρο. Αλλά ακριβώς επειδή ο ναός είναι ιερός χώρος, μπορεί να λειτουργήσει και ως τόπος υπενθύμισης ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με πληροφορία, αλλά και με μνήμη, ομορφιά, κατανύξη και εσωτερική αφύπνιση. Εκείνοι που σπεύδουν να μιλήσουν για «εκκοσμίκευση» κάθε φορά που η Εκκλησία ανοίγει έναν τέτοιο διάλογο, ίσως θα έπρεπε να αναρωτηθούν μήπως συγχέουν τη γνησιότητα με τη στενότητα, τη διάκριση με τη φοβία και την πιστότητα με την απομόνωση. Ούτε η επιθετική άρνηση του κόσμου είναι ορθοδοξία, ούτε βέβαια και η άκριτη προσαρμογή σε αυτόν. Η Εκκλησία καλείται να σταθεί μέσα στον κόσμο χωρίς να γίνεται κοσμική, και να μη φοβάται να συνομιλήσει με την κοινωνία χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό της. Στο τέλος, το κριτήριο παραμένει απλό αλλά αυστηρό: βοηθείται ο άνθρωπος να πλησιάσει βαθύτερα την αλήθεια του Ευαγγελίου; Γεννάται περισσότερος σεβασμός προς το μυστήριο; Διασώζεται ο ιερός χαρακτήρας του χώρου; Υπηρετείται η ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας απέναντι στον σημερινό άνθρωπο; Αν η απάντηση είναι ναι, τότε δεν έχουμε λόγο να μιλούμε με όρους φοβικής καταγγελίας. Η Εκκλησία δεν καλείται να επιλέξει ανάμεσα στη μαρτυρία και στην πιστότητα. Η αληθινή πιστότητα γεννά μαρτυρία. Και η γνήσια μαρτυρία προϋποθέτει παρουσία. Όχι απομόνωση. Όχι εσωστρέφεια. Όχι την ψευδαίσθηση μιας καθαρότητας που διατηρείται μόνο όταν δεν αγγίζει κανείς τον κόσμο. Η Εκκλησία είναι στην πόλη όχι για να της μοιάσει, αλλά για να της θυμίσει ότι ο άνθρωπος δεν εξαντλείται στο πρόσκαιρο, στο θορυβώδες και στο επιφανειακό. Και αυτή η υπενθύμιση, όταν γίνεται με διάκριση, αγάπη και ποιμαντική ευθύνη, δεν είναι εκκοσμίκευση. Είναι αποστολή.