Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καραποστόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καραποστόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2023

Ημερίδα: Ο ελληνικός Πολιτισμός ως οικουμενική πρόταση - Μια ελπίδα για τον 21ο αιώνα (1η συνεδρία)

 https://www.youtube.com/watch?v=TzFXxKYlrfQ&t=616s

Ημερίδα: Ο ελληνικός Πολιτισμός ως οικουμενική πρόταση - Μια ελπίδα για τον 21ο αιώνα - 1η συνεδρία (10 π.μ.) 


Αρχαία Ολυμπία, 9 Σεπτεμβρίου 2023 

Πρωινή Ενότητα: 10:15 - 13:30 - Συντονισμός: Βίκυ Φλέσσα 
10:15 Βασίλης Καραποστόλης: «Ο πόθος της διαιώνισης στον ελληνικό πολιτισμό - από την εύκλεια στην φήμη» 
10:45 Γιώργος Κοντογιώργης: «Η απάντηση του ελληνικού κόσμου στο ερώτημα πού πηγαίνει ο κόσμος τον 21ο αιώνα» 
11:15 Γιώργος Καραμπελιάς: «Μια νέα συγκυρία για τον ελληνισμό στην Ευρώπη» 
12:00 Θεόδωρος Ζιάκας: «Τα ελληνικά Φώτα» 
12:30 Γιάννης Παπαδάκης: «Η οικουμενικότητα της ελληνότροπης σκέψης ως πρόκληση για το μέλλον» 
13:00 - 13:30 Ανοικτή Συζήτηση



Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Βασίλης Καραποστόλης, Η χριστιανική στάση απέναντι στα Κοινά

πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

[Εισήγηση του Βασίλη Καραποστόλη στην 3η Πανελλήνια συνάντηση Θεολόγων (Πανελλήνιος Θεολογικός  Σύνδεσμος «Καιρός»),  στις 6/9/2019]
Είναι ένα σημείο του καιρού μας,  και κάθε άλλο παρά ευοίωνο σημείο, ότι ο σύγχρονος άνθρωπος φαίνεται σαν να θέλει να αποσυρθεί από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει. Να αποσυρθεί, όχι με την έννοια της  εγκατάλειψης ενός  άβολου τόπου, αλλά με μιαν άλλη, παράδοξη, που δείχνει πως η ψυχή του καταλαμβάνεται όλο και περισσότερο από ένα μείγμα οκνηρίας, δειλίας και καιροσκοπισμού. Θέλει να κρατά μια αυξομειούμενη απόσταση από τα πράγματα, ώστε να μπορεί να αποσπά απ’ αυτά οτιδήποτε πρόσφορο για το συμφέρον του, αν δει πως δεν θα του κοστίσει σε περιπέτειες οι οποίες δεν ξέρει πού θα τον βγάλουν. Παρατηρεί,  και καιροφυλακτεί αδρανώντας. Αλλά ένας τέτοιος κόσμος κατοικημένος από ανθρώπους που προσπαθούν να τον χρησιμοποιήσουν με τον πιο πρόχειρο και άμεσο τρόπο αντί να τον ζήσουν, έτσι όπως θα ζούσε ένας  ένοικος μέσα στην ασφάλεια και την τάξη του σπιτιού του, τι είδους κόσμος είναι; Η πρώτη απάντηση που μπορούμε να δώσουμε είναι ότι αυτό το οίκημα, ο κόσμος,  ορθώνεται πλέον σαν μια πελώρια κατασκευή που ενώ εξακολουθεί να περιβάλλει τα άτομα και τις  ομάδες, έχει πάψει να τα περιέχει. Ή  μάλλον, οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν πάψει να θεωρούν ότι τους  περιέχει. Με άλλα λόγια, αυτό που ονομαζόταν, κάποτε, Κοινά, η αίσθηση πως οι ανθρώπινες μονάδες βρίσκονται κάτω από την ίδια στέγη, διέρχεται σήμερα μια κρίση χωρίς προηγούμενο. Ποτέ στην ιστορία της  ανθρωπότητας δεν είχε εκδηλωθεί τόσο έντονη διάθεση φυγής από τον κόσμο. Ας  αναλογισθούμε για λίγο τι προηγήθηκε.
Η αρχαία ελληνική πόλις με τις λειτουργίες της  και τα ήθη της  που υποβαστάζουν τους νόμους, συγκρατεί μέσα στους  κόλπους της  τους  πολίτες και τους  κάνει συχνά να νιώθουν ταυτισμένοι με τις  τύχες της.  Ανάλογη, αν και μέσα από διαφορετικές διαδικασίες, είναι η θέση που παραχωρεί η Ρώμη στους πολίτες. Η πόλις γίνεται κράτος και το κράτος αποτελεί έμβλημα στο οποίο  αποτυπώνεται η ατομική ταυτότητα. Ο τρόπος που ο Ρωμαίος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του προκύπτει από τη σχέση του με τον κραταιό θεσμό, με τη στρατιωτική ισχύ, με το εκθαμβωτικό μεγαλείο μιας αυτοκρατορίας από την οποία λαμβάνει το ατομικό του μερίδιο. Αργότερα, στους Μεσαιωνικούς χρόνους, η κατάσταση αλλάζει, δεδομένου ότι το θάμβος της  εξουσίας δεν διαχέεται πλέον προς  τα κάτω. Οι ευγενείς κυβερνούν, οι ταπεινοί δουλεύουν. Παρ’ όλα αυτά, ανάμεσα  στους ταπεινούς διατηρείται η αίσθηση ότι βρίσκονται όλοι στην ίδια βάρκα, και από την άλλη, ότι το σκάφος των  ηγεμόνων ακολουθεί  περίπου τον ίδιο πλου. Οι διαφορές, οι αντιθέσεις των συμφερόντων υπάρχουν φυσικά και είναι οδυνηρά αισθητές, αλλά δεν φθάνουν να αποσυνθέσουν στην αντίληψη των ανθρώπων  μια ορισμένη ενότητα του κόσμου. Σ’ αυτό, βέβαια, συμβάλλει και η χριστιανική διδασκαλία. Με την αυξανόμενη επιρροή της  καλλιεργεί τη βεβαιότητα πως  ό,τι κι αν είναι ο επίγειος κόσμος είναι για  τους θνητούς κατ’ ουσίαν κοινός. Τα καθήκοντα για τους ανθρώπους, οι φροντίδες για την σωτηρία της  ψυχής τους, δεν διαφέρουν κατά άτομο ή κατά κοινωνική ομάδα ή τάξη. Όλοι προορισμένοι για τον ίδιο σκοπό, με την ίδια προσδοκία λυτρώσεως. Αυτήν ακριβώς την προοπτική, ή μάλλον τη μέθοδο για να την ακολουθήσει κάποιος αποδοτικά, την αμφισβήτησε ανοικτά, όπως γνωρίζουμε, η Μεταρρύθμιση. Από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει εδώ αρκεί να σημειωθεί ότι η προτεσταντική ανατροπή οδηγεί και παροτρύνει το άτομο σε μια ουσιαστικά μοναχική πορεία. Ο καθένας θα δώσει λογαριασμό στον Κύριο μόνος του, με τα έργα του από τα οποία το κυριότερο είναι η εμβάθυνση της  πίστης. Να είσαι μόνος και να προσπαθείς να σωθείς με την πίστη σου και ο μόνος που μπορεί να σε βοηθήσει για να ενισχύσεις την πίστη σου να είναι πάλι ο ίδιος ο Θεός, που θα σε κρίνει. «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ» μονολογεί ο πατέρας του δαιμονισμένου παιδιού στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο (9΄, 24). Πιστεύω, αλλά βοήθα με Κύριε να βγω από την απιστία.
Ανεξάρτητα από τις άλλες  συνέπειες που έχει αυτή η θεώρηση και τα δόγματα που γεννά, στη ψυχικοπνευματική σφαίρα εδραιώνεται το αίσθημα της  μοναξιάς. Το άτομο είναι μεν ενταγμένο σε μια κοινωνική δομή, εργάζεται, συντηρεί τον εαυτό του ή και την οικογένειά του και μπορεί επίσης  κάποια βράδυα  να απευθύνει προς  τον ύψιστο Κριτή του μια προσευχή που έχει πάντα μέσα της  μια πολύ δυνατή νότα απολογίας και ενοχής. Το άτομο δεν μοιράζεται με τα όμοιά του αυτό το βάρος, και γι’ αυτό ακριβώς ριζώνει η αμφιβολία σχετικά με το αν οι άλλοι, ο Άλλος, είναι ικανοί να παρηγορήσουν ή να στηρίξουν τον κάθε μοναχικό στον αγώνα του να γίνει καλύτερος, αγνότερος.
Από το σημείο αυτό εγκαινιάζεται μια νέα ιστορική φάση απόσπασης του ατόμου από τους  ομοίους του. Μπορεί μεν  να συνεργάζεται επαγγελματικά μαζί τους –κι αυτό υπαγορεύει η νέα βιομηχανική εποχή–, μπορεί να τους συναναστρέφεται ή να συναγελάζεται μ’ αυτούς –κι αυτό υπαγορεύει η μαζικότητα στην κοινωνική ζωή– όμως όλο και πιο δύσκολα θα δεχθεί να συμπράξει μαζί τους  για μια υπόθεση που ξεπερνά τα προσωπικά του οφέλη.
Όλα τα κανονίζει η δυσπιστία, αυτή η τοξίνωση του εμπορικού  πνεύματος: το τι θα πάρει κανείς, το τι αναγκαστικά θα εκχωρήσει. Όμως το τι θα μπορούσε να μοιραστεί με άλλους ή  να συνδημιουργήσει  μένει ανοικτό, μια ιδέα που, καθώς οι χαρές της επισκιάζονται από τον φόβο των περιπλοκών, στο τέλος εγκαταλείπεται. Όσο οι δοσοληψίες πληθαίνουν, τόσο εξασθενούν οι δεσμοί. 
Και η πιο απλή σκέψη καθιστά προφανές το γεγονός ότι μια τέτοια αδιαφορία απέναντι στους  κανόνες της  αμοιβαιότητας –αδιαφορία που η άλλη όψη της είναι η ιδιοτέλεια– συνιστά σήμερα μια ακραία μορφή εθελοτυφλίας. Σε όλους τους τομείς ο κοινός βίος δείχνει να πάσχει από την έλλειψη ενεργού ενδιαφέροντος όσων τυπικά μετέχουν σ’ αυτόν. Το χάσμα ανάμεσα στις  πολιτικές ηγεσίες  και το πλήθος των πολιτών μεγαλώνει και είναι μια από τις πιο σοβαρές αιτίες που οι κυβερνώμενοι καθώς στρέφουν τα νώτα προς τους κυβερνώντες, κατακυριεύονται από μνησικακία. Μνησικακία είναι το νόσημα των ανήμπορων που δεν αποφασίζουν να αντιδράσουν, είχε πει ο Μαξ Σέλερ. Έτσι, η πολιτική, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια ενός άλλου οξυδερκούς στοχαστή, καταλήγει να γίνεται σε αυξανόμενο βαθμό η τέχνη του να κάνεις τους άλλους να μην αναμειγνύονται στα πράγματα που τους αφορούν.
Αν όμως συμβαίνει αυτό τότε οι αποκλεισμένοι από τη δράση, θα πρέπει να αναζητήσουν μια διέξοδο για να αντισταθμίσουν τον υποβιβασμό τους. Και αναζητούν, πράγματι, ένα αντιστάθμισμα στην ενασχόληση με το εγώ τους. Δεν χρειάζεται να επιμείνω στο φαινόμενο. Το γνωρίζουμε όλοι, το βλέπουμε γύρω μας,  πόσο πολύ η στροφή προς τα ψυχικά ενδότερα έχει πάρει τον χαρακτήρα μιας εμμονής για την οποία τίποτα δεν αξίζει να γνωρίσει ή και να πράξει κανείς όσο το να βρει  «γιατί να αισθάνεται όπως αισθάνεται». Η επιχείρηση περιστρέφεται χωρίς τέλος γύρω από τέτοιους άξονες. Δεν είναι το θέμα μας εδώ να εξετάσουμε τι αποτελέσματα προκύπτουν από τη σκοπιά της ατομικής ψυχοπαθολογίας. Εννοείται ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι ενδοσκοπήσεις ανακουφίζουν, ρίχνοντας κάποιο φως στις σκοτεινές υποσυνείδητες περιοχές και άλλες περιπτώσεις όπου το εξαγόμενο δεν είναι πολύ παραπάνω από τη συνήθεια μιας εκφόρτισης. Δεν θα επεκταθώ σ’ αυτό. Το ουσιώδες για μας δεν είναι να εκτιμηθεί το πόσο αποδίδει κατ’ άτομο η αυτοεξέταση με τη συνδρομή ειδικών. Άλλο είναι το σημαντικό: είναι να επισημάνουμε  ότι κατά κανόνα η προσέγγιση και ανάλυση του εγώ και του εαυτού γενικότερα απορροφάται μέσα στο ίδιο της το αντικείμενο. Δεν πρόκειται για γνώση του εαυτού που ενδιαφέρεται να επιστρέψει στο περιβάλλον μέσα στο οποίο σχηματίζεται ο εαυτός. Όποια  πορίσματα βγουν –αυτή είναι η συνταγή–  καλό είναι να τεθούν στην υπηρεσία της ατομικής ευζωίας. Το άτομο μπορεί να νιώσει πιο ήρεμο, πιο ασφαλές, πιο πολύ συμφιλιωμένο με τα ελαττώματά του-  που άλλωστε γιατί να θεωρούνται εντελώς ελαττώματα; Ακόμη και τα μειονεκτήματα έχουν τις χάρες τους. Αυτό λέει η σύγχρονη κοινωνία, δια στόματος των  ειδικών και με ελάχιστες εξαιρέσεις. Από τι υποφέρουν τόσοι και τόσοι; Από την αίσθηση της αχρήστευσης, του παραγκωνισμού· δεν μετέχουν αρκετά στον κόσμο, δεν τους αφήνουν να ξεδιπλώσουν τις όποιες ικανότητές τους. Και τι τους συστήνουν λοιπόν; Να εξετάσουν τι έχει «απομείνει» μέσα τους ώστε μ’ αυτό το υπόλειμμα να μπορέσουν να προσαρμοσθούν σε όσα ισχύουν εκεί έξω, εκεί όπου ποτέ δεν θα μπορέσουν να έχουν πρόσβαση.
Η γενικότερη συνέπεια απ’ όλα αυτά είναι να δημιουργείται μια τεράστια ασυμμετρία ανάμεσα στο τι χρειάζεται η ανθρωπότητα σήμερα και στο πώς ανταποκρίνονται στις ανάγκες της οι άνθρωποι. Είναι εμφανές ότι από αντικειμενική άποψη υπάρχει μεγάλη ανάγκη για ενεργό παρουσία των ανθρώπων σε όσα οργανώνονται, κατασκευάζονται και ρυθμίζονται γύρω τους. Συνήθως λέγεται το αντίθετο. Ότι το σύστημα ή η μεγαμηχανή του συστήματος, δουλεύει από μόνο του. Τα άτομα, λένε, δεν είναι παρά παθητικοί χρήστες των προϊόντων και των υπηρεσιών. Αλλά να που τα γρανάζια της μηχανής κάποτε σκαλώνουν. Σημειώνεται εμπλοκή, η κίνηση αναστέλλεται. Τι γίνεται τότε; Φυσικά, καμμιά μηχανή δεν είναι σε θέση να διορθώσει μόνη  της τον εαυτό της –απαιτείται λοιπόν να υπάρχουν άνθρωποι αρκετά πρόθυμοι για να επέμβουν και να αποκαταστήσουν τη βλάβη.
Σήμερα ακριβώς τέτοιοι άνθρωποι χρειάζονται και τέτοιοι λείπουν. Δεν λείπουν μόνο οι επιδιορθωτές, λείπουν ακόμη περισσότερο εκείνοι που με αφορμή το σταμάτημα της μηχανής, θα θελήσουν να επινοήσουν μιαν άλλη, εντελώς διαφορετική, ένα κατασκεύασμα που θα θυμίζει πάντα ότι είναι έργο του μυαλού, των χεριών αλλά και της καρδιάς του ανθρώπου. Παρά το γεγονός, ωστόσο, ότι οι ικανότητες υπάρχουν, η προθυμία σπανίζει. Η ανθρωπότητα φαίνεται να στερείται εκείνα τα μέλη της που άλλοτε είτε με εξεγέρσεις, είτε με επαναστάσεις, είτε με μεταρρυθμιστικό πνεύμα θέλησαν να αναμορφώσουν την πραγματικότητα. Από τη μια ήταν ο εαυτός τους, από την άλλη ο κόσμος. Χάρη στην πρωτοβουλία τους ο κόσμος μετατράπηκε σε «ύλη  εαυτού», όπως θα ’λεγαν οι στωϊκοί φιλόσοφοι. Ο άνθρωπος είναι ένα ον προορισμένο να αναπλάσει ό,τι μπορεί από την αδρανή ύλη που τον περιβάλλει. Αλλά γι’ αυτό το έργο, απαιτείται σθένος, μια ένταση της βούλησης, και κατά καιρούς μια ψυχική ανάταση που δεν λογαριάζει θυσίες. Τα αποθέματα αυτά λιγοστεύουν σήμερα. Και εδώ χρειάζεται να αναρωτηθούμε σχετικά με το ποιες πηγές ανθρώπινης ενέργειας έχουν ακόμη αρκετά περιθώρια αξιοποίησης ώστε οι απώλειες να αναπληρωθούν. Η χριστιανική συνείδηση είναι μια από όμως κυριώτερες. Υπό ποιους όρους, πράγματι, είναι δυνατή σήμερα η επάνοδός  της στα Κοινά;
Αφετηρία μας είναι η παρατήρηση ότι η παράδοση της χριστιανικής σκέψης είναι σημαδεμένη από την άρνηση τής εντύπωσης (την οποία δημιουργεί η ίδια η κίνηση του κόσμου) ότι ο κόσμος θα διαρκέσει. Το εφήμερο, το πεπερασμένο υποχωρεί μπροστά στο άπειρο. Όσο λαμπρά κι αν είναι τα ανθρώπινα τεχνουργήματα θα παρέλθουν. Οπότε γιατί να εξαντλείται η ψυχή και η βούληση στο να τα βελτιώνουν; Κατά βάθος τα επίγεια δεν είναι παρά ένα πεδίο για να ασκηθεί η ψυχή ώστε να γίνει καθαρότερη, απαλλαγμένη, δηλαδή από ματαιότητες. Δεν εννοώ ότι στους θεολογικούς κύκλους η άποψη αυτή κατέλαβε τη θέση ενός αξιώματος. Ασφαλώς, οι συζητήσεις δεν θα πάψουν γύρω απ’ αυτό. Όμως, όσον αφορά τη μεγάλη πλειονότητα των θρησκευόμενων, θεωρώ ότι η πιο πάνω διαπίστωση διατηρεί την ισχύ της. Επί αιώνες ο κόσμος στα μάτια του απλού πιστού εμφανιζόταν περισσότερο ως πειρασμός, ή ως δοκιμασία παρά ως ανοικτός χώρος και χρόνος μέσα στον οποίο θα μπορούσε να αναπτύξει τις ικανότητές του, να δημιουργήσει αξιέπαινα έργα και να γνωρίσει την εκτίμηση ή ακόμη και τον θαυμασμό των συνανθρώπων του. Κύριο εμπόδιο στη γένεση τέτοιων βλέψεων ήταν η καταδίκη, ιδίως στην Καινή Διαθήκη, της αυταρέσκειας και της έπαρσης. Καλά έργα ενδέχεται να γίνουν, δεν επιτρέπεται όμως να νομίζει ο άνθρωπος ότι είναι ο αποκλειστικός αυτουργός τους. Είναι χαρακτηριστικό, φερειπείν, ότι  στον κανονισμό του τάγματος των Βενεδικτίνων είναι ρητή η καταδίκη της υπερηφάνειας· αν κάποιος έφτιαξε κάτι για το οποίο υπερηφανεύεται, θα πρέπει να το αφήσει και να ασχοληθεί με κάτι διαφορετικό.
Πρόκειται, βέβαια, για ακρότητες, ίσως πει κάποιος. Ωστόσο, μέσα απ’ αυτές  διαφαίνονται οι διαστάσεις ενός σημαντικού προβλήματος. Το πρόβλημα αυτό αφορά στα ανθρώπινα κίνητρα. Αν το άτομο δεν κινηθεί από την προοπτική μιας κάποιας ικανοποίησης, μιας αυτοεκπλήρωσης  χάρη στην οποία  θα ανέλθει στα ίδια τα μάτια του τη στιγμή που και οι άλλοι θα το επιδοκιμάσουν, πώς θα μπορούσε διαφορετικά να επέμβει στις κοινές υποθέσεις; Προβλέπονται τριβές, παρεξηγήσεις, συγκρούσεις. Για να αντεπεξέλθει όποιος δρα, χρειάζεται ώθηση. Στους αρχαίους χρόνους την παρείχε η προσδοκία της δόξας, της επίγειας αθανασίας. Στις μεταγενέστερες εποχές οι ριζικές αποφάσεις και τα τολμήματα ενισχύονται από παρόμοιες αξίες, αν και η έννοια της  δόξας συχνά κατεβαίνει αρκετά σκαλοπάτια για να φθάσει στο επίπεδο απλώς της φήμης, πιο περιορισμένης και λιγότερο ανθεκτικής  στη λήθη. Έντονη είναι επίσης σε άλλες περιόδους και σε άλλα άτομα   η αναμονή για δικαίωση από την Ιστορία. Αυτή η έννοια επεσκίασε για ένα διάστημα την αιωνιότητα· γοήτευσε ιδιαίτερα τους ταγούς των κοινωνικών επαναστάσεων. Παρά τις μεγάλες διαφορές μεταξύ τους  ό,τι ήταν ο υπέρτατος Λόγος για τον Ροβεσπιέρο και τον Δαντών ήταν ο ιστορικός «Νόμος της διαλεκτικής» για τον Λένιν. Σε κάθε περίπτωση δίχως επίκληση σε μια δεσπόζουσα δύναμη ή αρχή και δίχως την προσμονή μιας κάποιας επιβράβευσης δύσκολα η ανθρώπινη θέληση επιμένει να φέρει βαθιές αλλαγές στον κόσμο.
Ως προς αυτό, με μια πρώτη ματιά ο χριστιανισμός μοιάζει να παγιδεύει την ίδια του τη δυναμική. Διαθέτει πιστούς που στο όνομά του καλού θα ήταν έτοιμοι να δώσουν αγώνες εμπλεκόμενοι στο δίχτυ των εγκόσμιων πραγμάτων. Με τον ζήλο τους –  ελεγχόμενο από μια διάθεση κατανόησης εκείνων οι οποίοι τους αντιμάχονται – θα ήταν δυνατόν να προκαλέσουν τομές στη λειτουργία των θεσμών, πρώτα απ’ όλα της κρατικής προνοίας, στην εκπαίδευση, στην απονομή της δικαιοσύνης. Έχουν όμως αντίκρυ τους την προειδοποίηση ότι καιροφυλακτεί η έπαρση. Γενικεύεται, έτσι, ένα δίλημμα από τα πιο βαθιά: ή θα διατρέξεις τον κίνδυνο να καυχηθείς για τον εαυτό σου  και τα έργα του, αν επιτύχουν, ή θα παραμείνεις στην άκρη, καλλιεργώντας την ταπεινότητα και ευελπιστώντας ότι τη γαλήνη τη βρίσκει κανείς σ’ ένα είδος απραξίας παρά σε οποιοδήποτε είδος πράξης.
Ένα τέτοιο δίλημμα ασφαλώς  δεν είναι δυνατόν να λυθεί με δραστικά μέσα. Απαιτούνται ειδικές προσπάθειες, εσωτερική αναθεώρηση και επανειλημμένες δοκιμές. Το βέβαιο είναι ότι ο ερημωμένος σχεδόν δημόσιος χώρος ζητά επειγόντως σήμερα να εισρεύσει στους κόλπους του ένα νέο αίμα, ένα αίμα καλής θέλησης και ανωτερότητας. Ο χριστιανισμός εξακολουθεί να είναι πηγή μιας τέτοιας ενέργειας. Προϋπόθεση όμως για να ρεύσει στην κοινωνία η ενέργεια αυτή είναι να αρθεί ο φραγμός που χωρίζει το ιδιωτικό καλό από το δημόσιο. Ο κίνδυνος της υποκρισίας είναι πάντοτε υπαρκτός, αυτό δεν αλλάζει. Όμως, τα περιθώρια έχουν στενέψει τόσο σήμερα ώστε  ο κίνδυνος θα πρέπει να αναληφθεί.  Σε σύγκριση με τον φαρισαϊσμό ή και τον ναρκισσισμό, η απάθεια και ο κυνισμός είναι σοβαρότερες απειλές.  Οι πράξεις που αποσκοπούν στο κοινό καλό θα πρέπει επομένως να έλθουν περισσότερο στο φως, όχι όμως για να εντυπωσιάσουν, αλλά για να προσελκύσουν μιμητές.
Γίνεται συχνά λόγος στις μέρες μας για το πρόβλημα της απουσίας προτύπων, ιδιαίτερα ενώπιον της νεολαίας. Αλλά οι φλυαρίες, τα ευχολόγια και οι αοριστολογίες είναι τα πραγματικά εμπόδια για να γίνει μια συζήτηση που αποβλέπει ειλικρινά σε συμπεράσματα. Στην ουσία αυτό που απουσιάζει είναι  η κατάλληλη δημόσια  παρουσίαση του αγώνα που δίνει κάποιος ο οποίος ενδιαφέρεται για το κοινό καλό και, ειδικότερα, η ιδιαίτερη χαρά που παίρνει από την ίδια του την προσπάθεια. Είναι ένας αγώνας διαποτισμένος από μια έξαρση, μια αφοσίωση που ανοίγει την καρδιά, αντί να την περισφίγγει, όπως γίνεται όταν πρόκειται για έναν εξαναγκασμό ή για την τυπική εκπλήρωση μιας υποχρέωσης. Ο άνθρωπος που θέλει να ωφελήσει τον πλησίον του δεν μπορεί να εμφανίζεται σαν κάποιος που σηκώνει το Σταυρό του. Κι ούτε επίσης μπορεί να λέει ότι ενεργώντας έτσι εκτελεί πειθήνια το θέλημα του Θεού. Αν προβάλλουν μ’αυτόν τον τρόπο οι ευγενείς πράξεις του χριστιανού μέσα στον κοινωνικό χώρο θα καταδικασθούν  σε παραμερισμό. Θα θεωρηθούν σαν κάτι υπερβολικά βαρύ, σαν ένα ασήκωτο φορτίο και επιπλέον θα θίξουν ενοχλητικά την επικρατούσα διάθεση του αυτοπροσδιορισμού. Τι πάει να πει, «εκτελώ το θέλημα του Κυρίου;». Είναι πολύ δύσκολο σήμερα να γίνει κατανοητή ακόμη και από τους πιο ανοιχτόμυαλους αγνωστικιστές και αθέους η εμπειρία της υπακοής. Η σύγχρονη ελευθεροφροσύνη συχνά δεν είναι παρά η άλλη όψη της άκοπης ιδιώτευσης: δεν θέλουν να δεσμεύονται, δεν θέλουν να υπάγονται σε μια υπέρτερη αρχή. Γι’ αυτό και η έννοια του υπηρετώ, της υπηρέτησης έχει φθάσει να θεωρείται συνώνυμο της δουλικής εξάρτησης και της υποταγής. Ακούστε αυτές τις φράσεις: «… ὅταν ποιήσετε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοι ἐσμέν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν».
Όταν κάνετε όλα όσα σας προστάζει ο Θεός, να λέτε: «είμαστε ανάξιοι δούλοι· κάναμε αυτό που οφείλαμε να κάνουμε». Η ρήση του Αποστόλου Λουκά (17, 10) ηχεί ακατανόητα παθητική στα αυτιά εκείνων που θέλουν να λένε πως είναι κυρίαρχοι του εαυτού τους. Τι περισσότερο κάνουν όμως τον εαυτό τους πολλοί απ’αυτούς εκτός από το να τον διευκολύνουν να μην πράξει τίποτα άξιο λόγου και να μη νιώθει τίποτα αληθινά διεγερτικό;
Παρ’ όλα αυτά, μια γέφυρα επιβάλλεται να ριχθεί ανάμεσα στις δύο πλευρές. Και είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται στις μέρες μας ο κόσμος. Από τη μεριά του χριστιανισμού θα είχε μεγάλη αξία να φανεί πως το να υπηρετεί ο άνθρωπος τον κόσμο των ανθρώπων είναι ο μόνος τρόπος για να υπηρετεί τον Θεό. Δεν είναι υποταγή αυτό, είναι συναίνεση. Είναι μάλιστα μια συναίνεση την οποία ο Θεός περιμένει από το πλάσμα του, ή –για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση που ίσως ξενίσει μερικούς– που τη θέλει να γίνει έτσι ώστε ο άνθρωπος να προαχθεί, κατά κάποιον τρόπο, σε συνεργό του Θεού. Αυτά όμως αποτελούν αντικείμενο ατελεύτητων θεολογικών συζητήσεων. Εκείνο που εν προκειμένω μας απασχολεί είναι άλλο. Είναι το πώς ο κοινός βίος, ο δημόσιος χώρος ειδικότερα θα ξαναγίνουν στίβος για ανθρώπινα αθλήματα και ανθρώπινους άθλους.
Ανεξάρτητα από το τι πρεσβεύουν σχετικά με την ύπαρξη ή μη του Θεού, οι άνθρωποι με καλές προθέσεις θα ήταν δυνατόν να συναντηθούν και να συμπράξουν έτσι ώστε να διασφαλισθεί η πιθανότητα ότι ο αγώνας εναντίον του πεπερασμένου θα συνεχίζεται. Χωρίς μιαν υπερβατική αρχή που να δεσπόζει στις ανθρώπινες υποθέσεις, η ζωή θα κατρακυλά από βάσανα σε βάσανα, από πλήξη σε πλήξη, από μικρότητες σε μικρότητες. Υπάρχουν ανθρώπινοι τύποι που αρνούνται να βουλιάξουν σ’ ένα τέτοιο τέλμα. Ο χριστιανός που κατέχεται από σπλαχνική αγάπη για τον πλησίον, που λυπάται για τη θνητότητα των ομοίων του και του ιδίου και αγαπά για να ξεπεράσει τη θλίψη του, και εκείνος ο άλλος χαρακτήρας που με γνώμονα μιαν αταλάντευτη πεποίθησή του πασχίζει να είναι δίκαιος και προσηνής, είναι υπάρξεις οι οποίες θα έπρεπε, παρά τις διαφορές τους, να αποτελούν, συμπράττοντας, τη μαγιά για έναν κόσμο καλύτερο.  Η φιλευσπλαχνία μπορεί να δώσει το χέρι της στην ευσυνειδησία ή ακόμη και σε ένα φρόνημα  πιο μαχητικό. Ας γίνει δεκτό ότι η επιθυμία για το καλώς πράττειν έρχεται από διαφορετικές πηγές. Και ανεξάρτητα από το αν  η προέλευσή της είναι  η γνησιότητα του θρησκευτικού αισθήματος  ή η ειλικρίνεια των πεποιθήσεων ενός ατόμου, εκείνο που μετρά είναι το αποτέλεσμα. Η μέριμνα για το δίκαιο έγινε αναγκαία στις κοινωνίες επειδή δεν υπήρξε ποτέ αρκετή αγάπη. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι οι δίκαιοι έχουν ξεχάσει να αγαπούν ή ότι οι αγαπώντες δεν ξέρουν να είναι δίκαιοι. Ο κόσμος έχει ανάγκη και από τα δύο. Και από τον πιστό και από τον ακέραιο. Και από την καρδιά και από τη βούληση. Και από τη θρησκεία και από την ηθική.


Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019

ΚΑΙΡΟΣ: 3η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΘΕΟΛΟΓΩΝ (ΑΘΗΝΑ, 6-8/9/2019) - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ



3η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΘΕΟΛΟΓΩΝ: 
"Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ ΑΝΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ"
6 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ – 8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2019

Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών (Ψυχάρη 10, Ν. Ψυχικό)

Αθήνα

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 6/9/2019

16.00-17.00 Εγγραφές και δήλωση ομάδων εργασίας και βιωματικών εργαστηρίων

17.00-17.30 Χαιρετισμοί

17.30-18.30 Κεντρική Εισήγηση

«Η χριστιανική θέση απέναντι στα Κοινά»

Βασίλης Καραποστόλης, ομότ. καθηγητής Φιλοσοφίας της Επικοινωνίας & του Πολιτισμού, Τμήματος Επικοινωνίας & ΜΜΕ του ΕΚΠΑ

18.30-19.00 Διάλειμμα

19.00-20.00 Α΄ Συνεδρία με θέμα: «Ορθόδοξη θεολογία και η «αποστασία των διανοουμένων»

Διαψευσιμότητα και αναστοχασμός στην επιστήμη και τη χριστιανική σκέψη: μια σύντομη περιήγηση σε ένα τεράστιο θέμα

Χαράλαμπος Βέντης, Επίκ. Καθηγητής Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας ΕΚΠΑ

Κοινωνική βαρβαρότητα και θρησκευτική βία στη σύγχρονη μετασχηματίζουσα πραγματικότητα. Ορθολογισμός ή θρησκεία; Ο Χριστιανισμός ως ανακαινιστική δύναμη του κόσμου

π. Αυγουστίνος Μπαϊραχτάρης, Μόνιμος Επίκ. Καθηγητής Πατριαρχικής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης

20.00 – 21.00 Συζήτηση

ΣΑΒΒΑΤΟ 7/9/2019

9.30-10.30 Συνέλευση μελών Πανελληνίου Θεολογικού Συνδέσμου «ΚΑΙΡΟΣ»

10.30-11.30 Β΄ Συνεδρία

1. Φονταμενταλιστική θρησκεία της τεχνοκρατίας και θρησκευόμενοι φονταμενταλιστές τεχνοκράτες: Η περίπτωση Johan Norberg

Δημήτριος Ουλής: Καθηγητής θεολόγος - Διδάσκων στο Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας ΕΚΠΑ

2. Καινοφανείς προκλήσεις και χριστιανική θεολογία: Προφανής αμηχανία και αφανείς απαντήσεις

Πέτρος Παναγιωτόπουλος Επίκ. Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

3. Φίλος ή εχθρός; Το σύγχρονο τεχνοπώλιο και η θαυμαστή καινούργια ανθρωπολογία του μέσα από τη θεολογική ματιά

Κωνσταντίνος Κορναράκης, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας Ε.Κ.Π.Α

11.30-13.00 Ομάδες εργασίας με θέματα της πρωινής συνεδρίας (αντί συζήτησης)

[ Απαιτείται δήλωση επιλογής κατά τις εγγραφές στις 6/9/2019]

Συντονιστές: Μάριος Κουκουνάρας- Λιάγκης, Άγγελος Βαλλιανάτος, Απόστολος Μπάρλος, Βάσω Γώγου.

14.30-17.00 Ολομέλεια των ομάδων εργασίας με την παρουσία των ομιλητών της πρωινής συνεδρίας και συζήτηση

ΚΥΡΙΑΚΗ 8/9/2019

11.00-12.00 Στρογγυλό τραπέζι: «Η Θρησκευτική Εκπαίδευση μεταξύ κριτικής σκέψης και ανορθολογισμού»

Βασιλική Μητροπούλου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.

Μάριος Κουκουνάρας Λιάγκης, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήματος Θεολογίας Ε.Κ.Π.Α.

Σπύρος Ζωνάκης, Δημοσιογράφος- «Σχεδία»

12:00-14.00 Βιωματικά εργαστήρια παιδαγωγικής και διδακτικής μεθοδολογίας

[Απαιτείται δήλωση επιλογής κατά τις εγγραφές στις 6/9/2019]

1. Από τη Δημιουργία του κόσμου στη Νέα Δημιουργία (Γένεση και Αποκάλυψη) – Η θέση του ανθρώπου σε μια απειλούμενη βιόσφαιρα.

π. Ευάγγελος Μαρκαντώνης, Χημικός-Θεολόγος, MEd, Εκπαιδευτικός

2. Βιοηθικά διλήμματα σε Ιερά κείμενα.

Μαρία Λυράκη, Θεολόγος στην Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών

3. Η διαχρονική γοητεία του ανορθολογισμού και η χρήση του στην πολιτική και τη θεολογία.

Φραδέλλος Χρήστος: Πτυχιούχος θεολογίας ΕΚΠΑ, ΜΑ θεολογίας, Εκπαιδευτικός (3ο Λύκειο Χανίων).

4. Διασχίζοντας το μάτι της βελόνας: ξεπερασμένη εντολή ή διαχρονικός τρόπος ζωής;

Ναζίρ-Παύλος Ναζάρ, Θεολόγος (ΕΚΠΑ), πτυχιούχος Hartford Seminary (Hartford, CT, USA), φοιτ. ΠΜΣ Θεολογίας/Επιστήμες της Αγωγής και Θρησκευτική Εκπαίδευση (ΕΚΠΑ)

5.Game ὄν: τα παιχνίδια προσομοίωσης ως εργαλείο στη θρησκευτική εκπαίδευση

Γιώργος Γκρίλης, Θεολόγος, Εκπαιδευτικός στο 1ο Λύκειο Καλλιθέας, φοιτ. ΠΜΣ Επιστήμες της Αγωγής και Θρησκευτική Εκπαίδευση (ΕΚΠΑ)

Στέφανος Ζάρκα, Θεολόγος, Εκπαιδευτικός Λεόντειος Σχολή Αθηνών, φοιτ. ΠΜΣ Επιστήμες της Αγωγής και Θρησκευτική Εκπαίδευση (ΕΚΠΑ)

Νίκος Κουστουράκης, Θεολόγος, φοιτ. ΠΜΣ Θεολογίας/Επιστήμες της Αγωγής και Θρησκευτική Εκπαίδευση (ΕΚΠΑ)

Αναστασία Νικηταρά, Θεολόγος, φοιτ. ΠΜΣ Θεολογίας/Συστηματική Θεολογία και Επιστήμες της Εκπαίδευσης

14.00 -14.30μ.μ : ΣΥΖΗΤΗΣΗ – ΑΝΑΤΡΟΦΟΔΟΤΗΣΗ

ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ 3ης ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ



Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

Β. Καραποστόλης, «Η Ελλάδα και ο νέος της μόχθος» (Αθήνα, 28/11/2017-βίντεο)

Στα πλαίσια των διαλέξεων της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού: «Παράδοση και εκσυγχρονισμός–Δίλημμα ή σύνθεση;», την Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017 πραγματοποιήθηκε η διάλεξη του Καθηγητή Πολιτισμού και Eπικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Aθηνών, Βασίλη Καραποστόλη, με τίτλο: «Η Ελλάδα και ο νέος της μόχθος».



https://www.youtube.com/watch?v=NUBW5Wtg0SI



Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Διάλεξη του Βασίλη Καραποστόλη με τίτλο: «Η Ελλάδα και ο νέος της μόχθος» την Τρίτη 28/11/2017 στην Αθήνα

Στα πλαίσια των διαλέξεων, της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού «Παράδοση και εκσυγχρονισμός – Δίλημμα ή σύνθεση;» την Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017 στις 19.00 θα πραγματοποιηθεί διάλεξη του Καθηγητή Πολιτισμού και Eπικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Aθηνών, Βασίλη Καραποστόλη. 

Η διάλεξη έχει τίτλο: «Η Ελλάδα και ο νέος της μόχθος».


Οι διαλέξεις γίνονται στον χώρο πολιτισμού & πολιτικής “Ρήγας Βελεστινλής”, 6ος όροφος, Ξενοφώντος 4, πλ. Συντάγματος.
Είσοδος Ελεύθερη



Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

Κύκλος διαλέξεων: "Παράδοση και εκσυγχρονισμός- δίλημμα ή σύνθεση;"



Κύκλος Διαλέξεων της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού 

Παράδοση και εκσυγχρονισμός – Δίλημμα ή σύνθεση;

Στην Ελλάδα είναι πολύ μακρά η συζήτηση και το ιστορικό της συζήτησης γύρω από το θέμα εκσυγχρονισμός και παράδοση, καθώς και οι συναφείς αντιθέσεις που διαρκούν κυριολεκτικώς εδώ και αιώνες. Στην σχετική συζήτηση μπορούμε να διακρίνουμε τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις:
α) η πρώτη υποστηρίζει πως το βάρος της παράδοσης είναι τόσο μεγάλο και «απεχθές», δεδομένης και της μακράς ιστορικής διαδρομής του ελληνικού έθνους, ώστε αποτελεί ένα βαρίδι για το σύγχρονο ελληνισμό το οποίο και θα πρέπει να αποσείσουμε. Θα πρέπει –υποστηρίζει– να προκρίνουμε έναν εισαγόμενο εκσυγχρονισμό που θα επιτρέψει την υπέρβαση μιας παραδοσιοκεντρικής λογικής, μέσα από την πλήρη και ολοκληρωτική προσχώρησή τους σε μια εκσυγχρονιστική νεωτερικότητα. Αυτή η άποψη η οποία είναι κυρίαρχη στις πολιτικές, οικονομικές και πνευματικές ελίτ της χώρας, έχει αποδοθεί με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο από την φράση του Στέλιου Ράμφου «να κόψουμε δρόμο προς την Δύση».
β) η δεύτερη αντιμετώπιση, η παραδοσιοκεντρική, υποστηρίζει πως η παράδοση είναι αφ’ εαυτής ικανή να προσφέρει λύση στα σημερινά προβλήματα και κάθε έννοια εκσυγχρονισμού στην ουσία δεν μπορεί παρά να την καταστρέψει. Σε αυτή τη λογική, στο παρελθόν δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην επιστροφή στην αττική διάλεκτο ή στην εμμονή αποκλειστικά στην ορθόδοξη πατερική παράδοση. Αυτή η αντιληψη, αρνούμενη συχνά να παρέμβει στον σύγχρονο κόσμο και να προτείνει λύσεις που να στηρίζονται στην παράδοση, κινδυνεύει να αφήσει το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης ζωής, βορρά στον παρασιτικό εκσυγχρονισμό.
γ) μία τρίτη στάση η οποία εκ των πραγμάτων εξέφρασε την κατ’ εξοχήν δημιουργική παράδοση του σύγχρονου ελληνισμού ήταν εκείνη που προσπάθησε να δει τον εκσυγχρονισμό στηριγμένο πάνω στην παράδοση μας και όχι απλώς ως εισαγόμενο. Ο Διονύσιος Σολωμός θα χρησιμοποιήσει το δημοτικό τραγούδι για να οικοδομήσει μια σύγχρονη ποιητική πρόταση. Ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος θα μετουσιώσει τη βυζαντινή παράδοση σε μια σύγχρονη για την εποχή του ευαισθησία και μορφή, όπως θα κάνει ο Σεφέρης με τον Μακρυγιάννη και τον Θεόφιλο. Τέλος, η σύγχρονη μας μουσική παράδοση θα αντλεί από τη βυζαντινή παράδοση –ο Καλομοίρης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις– και θα την συνδέει με σύγχρονες φόρμες και ευαισθησίες. Ακόμα και στον τομέα των κοινωνικών επιστημών, του κράτους και της διοίκησης είναι δυνατή μια τέτοια συνθετική επιλογή.
Η επιλογή της πρώτης ή της δεύτερης άποψης οδηγεί σε μια αέναη και αδιέξοδη διαμάχη μεταξύ εκσυγχρονισμού και παράδοσης χωρίς καμιά δυνατότητα σύνθεσης.
Σήμερα ο ελληνισμός έχοντας φτάσει στα όρια της επιβίωσής του, είτε θα επιτύχει να αναδείξει αυτή την τρίτη πρόταση – και όχι μόνον στον τομέα της τέχνης, αλλά και της ίδιας της οικονομικής παραγωγής και των κοινωνικών σχέσεων, σε μια πρόταση για το σήμερα, είτε θα χαθεί στους μαιάνδρους της ιστορίας.
Με αυτή τον αφετηριακό προβληματισμό αφετηρία εγκαινιάζουμε έναν κύκλο διαλέξεων-συζητήσεων για τη σχέση παράδοσης – εκσυγχρονισμού σήμερα, σε πολλά πεδία του επιστητού – στη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία, την λογοτεχνία, την υλική παραγωγή, την πολιτική επιστήμη και τη διακυβέρνηση.
Είναι δυνατή η διατύπωση μας συνθετικής πρότασης στο μεγαλύτερο μέρος της ίδιας της οικονομικής κοινωνικής και πολιτισμικής μας ζωής; Αυτή και θα κρίνει τις τύχες του τόπου μας.

Οι διαλέξεις θα πραγματοποιούνται κάθε τρεις εβδομάδες εκτός από τις περιόδους των εορτών, αρχίζοντας από τις 9 Νοεμβρίου και τελειώνοντας τον Ιούνιο του 2018. Θα έχουν διάρκεια δύο ωρών: μια αρχική διάλεξη 45 λεπτών ενώ ο υπόλοιπος χρόνος θα αφιερώνεται στη συζήτηση. Οι διαλέξεις θα μεταδίδονται ζωντανά μέσω διαδικτύου και όταν ολοκληρωθούν θα συμπεριληφθούν σε μια ενιαία έκδοση.

Πρόγραμμα διαλέξεων 

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου
Γιώργος Κοντογιώργης, ομ. καθ. πανεπιστημίου, συγγραφέας
«Η Παράδοση και η Πρόοδος»

Τρίτη 28 Νοεμβρίου
Βασίλης Καραποστόλης, καθ. Πανεπιστημίου, συγγραφέας
«Η Ελλάδα και ο νέος της μόχθος»

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου
Λαοκράτης Βάσσης, εκπαιδευτικός, συγγραφέας
«Η αξιακή ιδιαιτερότητα της ελληνικής πνευματικής παράδοσης»

Τρίτη 23 Ιανουαρίου
π. Γεώργιος Μεταλληνός
«Εκσυγχρονισμός και Ανακαίνιση, Η Ορθοδοξοπατερική εκδοχή»

Εν συνεχεία θα πραγματοποιήσουν διαλέξεις οι:
Μαρία Δεληβοριά, φιλόλογος, συγγραφέας
Παναγιώτης Καρκατσούλης, πρ. βουλευτής
Δημήτρης Κοσμόπουλος, ποιητής – δοκιμιογράφος
Δημήτρης Μαντζούρης, μουσικολόγος
Ιωάννα Τσιβάκου, ομ. Καθηγ. Κοινωνιολογίας
Λίτσα Τσοκανή, καθηγήτρια μουσικολογίας

Είσοδος ελεύθερη

Οι διαλέξεις θα ξεκινούν στις 19.00 και θα πραγματοποιηθούν στον χώρο πολιτικής και πολιτισμού «Ρήγας Βελεστινλής», Ξενοφώντος 4, 6ος όρ., Σύνταγμα.



Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Βασίλης Καραποστόλης, Τι σημαίνει να γίνουμε ευέλικτοι;

Η απαγκίστρωση από τις αποκτημένες ικανότητες μολύνει την κοινωνία με νέου τύπου ανασφάλεια και στοιχίζει στην οικονομία
 πηγή: LoMak


Να γίνετε ευέλικτοι... Ιδού τι ζητούν σήμερα οι περιστάσεις, οι ανάγκες, η οικονομία, τα ήθη. Η λέξη δεν ηχεί άσχημα κατ’ αρχήν. Την ακούει κανείς και στον νου του έρχονται εικόνες γεμάτες από κίνηση και πλαστικότητα. Αλλά αμέσως οι εικόνες εξαφανίζονται από τη στιγμή που η λέξη συνδεθεί με συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες επιβάλλεται να γίνουν.
Πρέπει να ενεργούμε ευέλικτα, να σκεφτόμαστε ευέλικτα, να φερόμαστε ευέλικτα. Η επιταγή είναι αμείλικτη και φέρει τη σφραγίδα του οικονομικού επείγοντος.
Εδώ και αρκετό καιρό το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα έδειχνε πως αυτά που παλαιότερα αποτελούσαν αρρυθμίες στη λειτουργία του άρχισαν να γίνονται ο κυρίαρχος ρυθμός του, ένας ρυθμός άτακτος, σπασμωδικός που αυξομείωνε απότομα την παραγωγή, που νέκρωνε απότομα ολόκληρους κλάδους και απαιτούσε γρήγορα την αναζωογόνηση άλλων.
Όλο και συχνότερα οι εργαζόμενοι ήταν υποχρεωμένοι είτε να μετακινούνται σε νέες θέσεις εργασίας είτε να μένουν χωρίς εργασία, κεραυνοβολημένοι από απρόβλεπτες αλλαγές. Σήμερα το κεραυνοβόλημα έγινε κανόνας. Και για να ελεγχθεί κάπως ο αριθμός των θυμάτων, οι πολιτικοί, οι επιχειρήσεις, ακόμη και η εκπαίδευση ζητούν από τους εργαζόμενους να γίνουν περισσότερο ευέλικτοι.
Αυτό γενικά σημαίνει να μπορούν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις μιας καινούργιας δουλειάς χρησιμοποιώντας «δεξιότητες» που δεν είχαν ως τότε. Πράγμα που στη συνέχεια σημαίνει πως είναι υποχρεωμένοι να προετοιμάζονται, να βρίσκονται σε εγρήγορση, να είναι πρόθυμοι να ξεχάσουν όσα είχαν μάθει για να τα αντικαταστήσουν με άλλα τα οποία θα είναι κι αυτά προσωρινά. Η γνώση η ίδια γίνεται προσωρινή.
Γιατί όχι; Θα ρωτούσε ένας θιασώτης της εξέλιξης για την εξέλιξη. Στην περίπτωση όμως αυτή δεν θα έπρεπε να μιλάμε και για θεμελίωση. Και χωρίς μια κάποια θεμελίωση αυτών που προσλαμβάνει και επεξεργάζεται η διάνοια, δεν μπορεί να υπάρχει μάθηση, επειδή λείπει η θέληση για μάθηση. Κανένα παιδί, κανένα σπουδαστή, όπως και κανένα τεχνίτη ή επιστήμονα δεν θα τον είλκυε η διαδικασία της μάθησης, αν του έλεγαν ότι αυτά που θα σημειώσει, θα σκεφτεί και θα τα εφαρμόσει κατόπιν είναι εξ αρχής τόσο ευπαθή, τόσο τρωτά απέναντι στον χρόνο, ώστε το μόνο που έχει πραγματικό ενδιαφέρον είναι να δει κανείς πόσο γρήγορα θα παραμεριστούν ως άχρηστα. Όταν το αντικείμενο της προσοχής μας φαντάζει μακροχρονίως άχρηστο, τότε κι εμείς νιώθουμε πως ματαιοπονούμε. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς προοπτική.
Η ύπαρξη, ακόμη και η πιο στριμωγμένη, έχει ανάγκη να τεντωθεί στον χρόνο. Όμως το άπλωμα σήμερα απαγορεύεται. Απεναντίας, συνιστάται το μάζεμα, η επιφυλακή, η προσεκτική στη συνέχεια έξοδος από το κέλυφος και η περιήγηση από δω κι από κει μέχρι να βρεθεί μια νέα τρυπούλα να χωθεί κανείς, μια νέα απασχόληση.
Αυτή είναι λοιπόν η ευελιξία. Μια τεθλασμένη πορεία από κάπου προς το οπουδήποτε, και από εκεί προς το οπουδήποτε αλλού.
Τι κερδίζεται μ’ αυτό; Πιθανόν η επιβίωση (αν και ποτέ οριστικά). Τι χάνεται; Η αίσθηση της προσωπικής συνέχειας. Αλλά δεν είναι δα και τόσο μεγάλο το κόστος, θα πουν μερικοί. Αφού και χωρίς να βασίζονται σε κάποιες σταθερές αρχές, γνώσεις ή πεποιθήσεις, οι άνθρωποι μπορούν να συνεχίζουν να εξασφαλίζουν τη ζωή τους και να πνίγουν τη μελαγχολία τους στη μικροδιασκέδαση που η κοινωνία πάντα θα φροντίζει να τους δίνει.
Η άποψη αυτή θέλει να λέγεται «ρεαλιστική». Αλλά δεν είναι καθόλου τέτοια, και δεν είναι ούτε καν στο οικονομικό επίπεδο.
Πράγματι, η ώθηση των εργαζομένων σε διαρκή μετατόπιση, ο εξαναγκασμός τους να εγκαταλείπουν μαζί με τις θέσεις εργασίας τις οποίες κατείχαν, τη βεβαιότητά τους πως τουλάχιστον ορισμένα πράγματα στη δουλειά τους τα ήξεραν (και μερικοί απ’ αυτούς τα ήξεραν καλά), αυτή η απαγκίστρωση από τις ίδιες τις αποκτημένες ικανότητές τους μολύνει την κοινωνία με μια νέου τύπου ανασφάλεια κι αυτή στοιχίζει ήδη αρκετά στο οικονομικό σύστημα. Λιγοστεύουν επικίνδυνα αυτοί που μπορούν να δουλέψουν σε βάθος.
Η ευέλικτη εργασία ευνοεί την ευκολία και εμποδίζει την εμβάθυνση. Όμως η εμβάθυνση είναι αναγκαία για την παραγωγή καινοτομιών καθώς και για την παραγωγή ποιοτικών αποτελεσμάτων σε κάθε τομέα. Αν δεν αγκυροβολήσει το μυαλό σε μερικά σημεία, αν δεν αφοσιωθεί στο να λύσει μερικά προβλήματα, αν δεν αγνοήσει τα ζιζάνια που του ψιθυρίζουν «παράτα το, άσ’ το και φύγε, μην είσαι μονομανής», αν δεν κλείσει τ’ αυτιά του ο εργαζόμενος στους ψιθύρους των περισπασμών και δεν συγκεντρωθεί σε ό,τι κάνει, δεν θα δώσει ποτέ η εργασία του μια αξία στο προϊόν του που να ξεπερνά το παροδικό και να εμπλουτίζει τον κόσμο σε κάτι.
Εφόσον λοιπόν χρειαζόμαστε τη διάρκεια, πρέπει να επιμείνουμε στην ποιότητα. Αν η Ελλάδα θέλει τη μακροημέρευση, πρέπει να πει όχι στην επιφανειακή παραγωγικότητα, στην άκρα ευελιξία που τάχα θα την κάνει πιο ανταγωνιστική.
Πιο βασικό και από τη μείωση του χρέους μας είναι να μην ανταγωνιστούμε τον εαυτό μας. Και μια πλευρά του εαυτού μας είναι συνδεδεμένη (και είναι σε κάθε λαό) μ’ αυτό που σήμερα βιαστικά υποτιμάται: τη μαστοριά, ή ό,τι απέμεινε απ’ αυτήν. Ένας άνθρωπος, όπως και ένας λαός, νιώθει καλά μόνον όταν κάνει κάτι καλά και είναι γι’ αυτό υπερήφανος. Με την ευελιξία ποτέ δεν θα έρθει ένα τέτοιο αίσθημα. Αλλά και καμιά ανάπτυξη επίσης που να έχει μέλλον.

* Ο Β. Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 11-11-12
http://lomak.blogspot.gr/2012/11/blog-post.html


Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Βασίλης Καραποστόλης, Γράμμα σ’ ένα νέο δάσκαλο


Αγαπητέ μου συνάδελφε,
Δεν σε γνωρίζω προσωπικά, ξέρω όμως αρκετά για την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι. Από πέρυσι που διορίστηκες στο δημοτικό σχολείο αυτού του χωριού -είναι από τα λίγα που κρατάνε ακόμη- διαπίστωσες πως θα δυσκολευόσουν πολύ με τα έξοδά σου. Ο μισθός σου ψαλιδίστηκε, γεγονός που σε καίει όλο και περισσότερο. Δεν θα συζητήσουμε όμως εδώ για το πόσο επώδυνο και άδικο είναι αυτό. Αν σου γράφω αυτό το γράμμα, είναι για να σου θέσω ανοιχτά ένα άλλο ζήτημα που το θεωρώ εξίσου σοβαρό. Εννοώ τη μετάγγιση της δυσαρέσκειάς σου στους μαθητές.
Θα το πω ευθέως και με όλο τον κίνδυνο να παρεξηγηθώ: στον δάσκαλο απαγορεύεται όχι βέβαια η απογοήτευση, αλλά το να κάνει επάγγελμα τη διάδοσή της. Δεν έχει το δικαίωμα να παρουσιάζεται στην τάξη του σαν ένας κακοπαθημένος χωρίς ελπίδες, γιατί οι μικροί μαθητές που τον βλέπουν διαβάζουν στο πρόσωπό του μιαν αποτυχία που δεν είναι μόνο δική του, είναι όλων, όλης της κοινωνίας, όλης της προσπάθειας που υποτίθεται ότι κάνει η ανθρωπότητα για να είναι πιο ανθρώπινη. Είναι παιδιά αυτά που σε παρατηρούν, μην το ξεχνάς. Πράγμα που σημαίνει ότι εσύ μπορείς μεν να δυσαρεστείσαι ή να οργίζεσαι με την κρίση, δεν μπορείς όμως να προκαταλαμβάνεις εντελώς την εμπειρία των μικρών ακροατών σου. Πιθανόν στη ζωή τους να υποστούν ακόμη χειρότερα, να τους λείψει ακόμη και το ψωμί. Επίτρεψέ μου όμως να σου θυμίσω ότι δουλειά σου δεν είναι τόσο να τους μάθεις πώς θα διεκδικούν το ψωμί όσο το πώς θα σκέπτονται, και σκέψη σημαίνει πρώτα απ’ όλα να διακρίνουν τα όμοια από τα ανόμοια και να ξεχωρίζουν το κύριο από το δευτερεύον. Ενδέχεται, αργότερα, να θέσουν ως κύριο μέλημά τους την ελευθερία και μετά το ψωμί, ή το αντίστροφο. Είναι δική τους πάντως υπόθεση αυτή – εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να τους πείσεις ότι αξίζει τον κόπο να σκέπτεται κάποιος, να κατανοεί και να κρίνει.
Μοιραία γλιστράω σε αφορισμούς, δεν μου διαφεύγει αυτό. Το πρόβλημα όμως είναι επείγον και ο χρόνος πιέζει για να συνεννοηθούμε. Η αιτία που ο τόνος μου είναι ανήσυχος είναι η τάση αρκετών συναδέλφων σου, εκδηλωμένη πρόσφατα (συμβαίνει εξάλλου το ίδιο σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης), να περνάνε την πόρτα του σχολείου με κατεβασμένα τα μούτρα και να παραμένουν έτσι και μέσα στην αίθουσα. Οσο κι αν συμμερίζομαι τις οικονομικές στενοχώριες τους, με λυπεί που δεν βλέπουν στα πρόσωπα των μαθητών τον ερχομό του πραγματικά Καινούργιου, την αθωότητα για χάρη της οποίας θα ήταν σκόπιμο να συγκρατηθούν, να μην πουν με απόγνωση ότι ένα κι ένα κάνουν μηδέν, να ξεπεράσουν την πικρία τους στο όνομα μιας νέας αρχής. Πράγματι, όταν βρισκόμαστε κοντά σε παιδιά, μας φαίνεται μερικές φορές ότι είναι δυνατόν να ξεκινήσουμε κι εμείς τη ζωή μας από την αρχή. Πρέπει να το πιστεύει αυτό ένας δάσκαλος, πρέπει να το νιώθει, διαφορετικά ας ψάξει για άλλη εργασία. Οποιος στέκεται αντίκρυ στα παιδιά, οφείλει να παίρνει κάτι από την ευπιστία τους, την ίδια στιγμή που εκείνος τους δίνει την επιφύλαξη και την ικανότητα για κριτική.
Θα μου πεις, και με το δίκιο σου, ότι για να το κατορθώσει αυτό σήμερα ένας δάσκαλος, και ειδικά στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, είναι πιο δύσκολο παρά ποτέ. Γιατί η κοινωνία τού υποβίβασε το κύρος του και η οικογένεια του υπονόμευσε την πειθώ του. Συμφωνώ με την ένστασή σου. Και επαυξάνω μάλιστα, λέγοντας πως οι γονείς από τη μια σού αναθέτουν την εκπαίδευση των παιδιών τους (όπως εκείνοι την εννοούν) και από την άλλη σού δείχνουν πως δεν σε εμπιστεύονται και πολύ. Γεγονός που το πιάνουν στον αέρα τα ανήλικα, κι από εκεί αρχίζουν όλα όσα ζεις καθημερινά: οι πρώιμες ευθιξίες των παραχαϊδεμένων μαθητών (αυξάνονται ακόμη και στην επαρχία), οι δυστροπίες των ατίθασων, οι αυθάδειες των αυριανών βανδάλων.

Είσαι μόνος επομένως. Κυκλωμένος από την απροσεξία των μικρών και από τη δυσπιστία των μεγάλων. Καλείσαι παρ’ όλα αυτά να επωμισθείς ένα έργο πολλαπλό. Καθήκον σου είναι να προστατεύσεις τα παιδιά από τον κόσμο και συγχρόνως να προστατεύσεις τον κόσμο από τα παιδιά, που λόγω της άγνοιάς τους θα μπορούσαν να γίνουν, μεγαλώνοντας, οι τυφλοί καταστροφείς του. Και μήπως προς τα εκεί δεν οδεύουμε; Το φτύσιμο του κόσμου είναι ένα εφηβικό παιγνίδι που γίνεται όλο και πιο δημοφιλές. Εσύ όμως το αναχαιτίζεις όσο μπορείς αυτό. Εσύ είσαι που αποσπάς μια άγουρη ύπαρξη από τα εφήμερα και την τοποθετείς μέσα στο εύρος του χρόνου. Θα ’πρεπε να νιώθεις χαρά και περηφάνια γι’ αυτό, και είμαι σίγουρος ότι κάποιες στιγμές έχεις ήδη νιώσει έτσι. Καταλαβαίνεις ότι όλα αυτά που ανέλαβες δεν πληρώνονται με τίποτα. Θα είναι, φοβάμαι, πάντα πολύ στενοκέφαλη η κοινωνία για να αμείψει αρκετά εκείνους που παλεύουν με τα αόρατα.
Φυσικά, δεν σου μένει παρά να αγωνιστείς για έναν καλύτερο μισθό, ζήτησέ τον λοιπόν, απαίτησέ τον, προσπάθησε όμως, παράλληλα, να φέρεις στον νου σου και κάποιους άλλους στον ίδιο ρόλο με σένα, άλλοτε, που τους παράσερνε το δασκαλίκι τόσο, ώστε να ξεχνάνε και τα κομμένα τους επιδόματα και την κούρασή τους και το ίδιο το σπίτι τους ακόμη. Μάλλον θα το έβρισκες εξωφρενικά ντεμοντέ να ξαναδιαβάσεις το «Ωχ! βασανάκια» του Παπαδιαμάντη με τον παλιό εκείνο δάσκαλο των δεκατριών ωρών διδασκαλίας την ημέρα, αντιμέτωπο με τους «σκληροτράχηλους» μαθητές του, ή ακόμη να ξαναδείς τη «Ζούγκλα του μαυροπίνακα», με τον πεισματάρη δάσκαλο που δηλώνει ότι το να πλησιάσει τους άγριους εφήβους στην τάξη του είναι για κείνον μια «πρόκληση». Αλλοι καιροί εκείνοι. Αυτό δεν σου έρχεται να μου πεις; Και δεν είναι μια μισο-υπεκφυγή αυτό; Δεν είναι ψέμα αυτό που λέγεται, ότι από τα σχολεία, από την κοινωνία, εξαφανίστηκαν για πάντα οι ανθρώπινοι τύποι που τις δυσκολίες τις παίρνουν σαν πρόκληση; Θα ’θελα πολύ να σ’ ακούσω να μου λες ότι ναι, αυτό είναι ψέμα. Να μου πεις πως εσύ δεν είσαι από εκείνους που μαραζώνουν προτού ακόμη μαραζώσουν. Κι ότι υπάρχουν κι άλλοι με το ίδιο σθένος.

__________________________________________
*Ο Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Eπικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Aθηνών.



Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

Βασίλης Καραποστόλης: Πώς θα μπει η ψυχή στη μηχανή μας;


Η κρίση, η εργασία, ο μύθος της τεμπελιάς και το αγεφύρωτο χάσμα στη φιλοσοφία μεταξύ Βορείων και Νοτίων στην Ευρώπη

[Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22-7-2012 & ΑΝΤΙΦΩΝΟ]

Να παράγετε περισσότερα! Να παράγετε ταχύτερα! Η εντολή από τον Βορρά φέρει μέσα της όλη τη βεβαιότητα του εντολέως σχετικά με το τι είδους άνθρωποι είναι αυτοί προς τους οποίους απευθύνεται. Δείχνουν, πράγματι, ράθυμοι και φυγόπονοι οι Νότιοι στα μάτια εκείνου που βιάζεται πολύ να έχει οφέλη από την εργασία του. Αλλά τα οφέλη που θέλουν να αποκομίσουν οι Βόρειοι δεν είναι ακριβώς τα ίδια με εκείνα που θέλουν οι Νότιοι, κι εκεί είναι το πρόβλημα.
Για τον Γερμανό και τον Ολλανδό το βασικό προσωπικό του επίτευγμα είναι το προϊόν της εργασίας του. Για τον άνθρωπο της Μεσογείου είναι η πράξη του. Θέλει περισσότερο να πράττει, παρά να παράγει. Θέλει να έχει την ικανοποίηση ότι είναι αυτός που ρυθμίζει τη σχέση του με την αδρανή ύλη, αντί να ικανοποιείται με το να υπακούει στην ύλη ώστε να μπορεί να τη δαμάσει στη συνέχεια. Βαθιές διαφορές στο πνεύμα, στις στάσεις των λαών. Είναι βαθιές οι διαφορές, αλλά σήμερα που όλα θεωρείται ότι πρέπει επειγόντως να μπουν σε εύχρηστες φόρμουλες, οι διακρίσεις στα ήθη ξεχνιούνται, παραμερίζονται, εγκαταλείπονται για να ασχοληθούν με αυτές οι ιστορικοί και οι φιλόσοφοι - όχι όμως και οι αγέρωχοι μηχανοδηγοί της Ευρώπης. Μέσα στην πρεμούρα της αναδιοργάνωσης οι ιθύνοντες λησμονούν να αναρωτηθούν για τα μέσα τα οποία διαθέτουν. ΄Η μάλλον θεωρούν ότι όλα τα μέσα τους είναι μηχανικά. Να πατήσουν ένα κουμπί και αμέσως να γυρίσει ο τροχός. Να σηκώσουν τον μοχλό και να αρχίσει η πολυπόθητη ανάκαμψη. Ποιος όμως είναι αυτός που θα θελήσει να σηκώσει τον μοχλό;

Δούλοι του ωραρίου
Οι μηχανές περιμένουν, λαδώνονται, γυαλίζονται. Εκείνο το χέρι όμως που θα τις έβαζε μπροστά, κι εκείνο το μυαλό που θα παρακολουθούσε τη λειτουργία τους δείχνουν μουδιασμένα. Οι άνθρωποι του Νότου στέκουν λυπημένοι και δύσπιστοι πλέον μπροστά σ’ αυτά τα κατασκευάσματα τα οποία χρησιμοποίησαν για μερικές δεκαετίες, με μια προθυμία γεννημένη από τις προηγούμενες στερήσεις τους. Ζήτησαν να εργαστούν σύμφωνα με τη λογική της βιομηχανικής παραγωγής, προκειμένου να εξασφαλίσουν αυτά που τους έλειπαν. Κοπίασαν, ίδρωσαν, μπήκαν σε μια ορισμένη ρουτίνα. Η αμοιβή τους ήταν: καλύτερη τροφή, καλύτερη κατοικία, καλύτερα ρούχα. Εως εκεί όμως. Δεν θα ’θελαν να προχωρήσουν ακόμη περισσότερο και να ανταλλάσσουν την αφθονία των υλικών αγαθών με την όλο και μεγαλύτερη συμπίεση της ανεξαρτησίας τους. Το να είναι δούλος ενός ωραρίου που συνεχώς επεκτείνεται, το να κυριαρχεί ο χρόνος της εργασίας πάνω σ’ ένα χρόνο που θα τον ήθελε «δικό του», αυτό ήταν μια εξέλιξη που ο Νότιος δεν την περίμενε, και τελικά με τον τρόπο του την αρνήθηκε. Φυσικά, η άρνησή του δεν ήταν απολύτως συνειδητή. Πώς θα μπορούσε από τη μια να επιθυμεί να απολαμβάνει, και από την άλλη να μη δέχεται να δουλέψει σκληρά για τις απολαύσεις του; Η λύση την οποία εφηύρε αποτελούσε μια προσπάθεια συμβιβασμού. Ηταν σαν να έλεγε μέσα του: «Να απολαμβάνω, αλλά να μη γίνω υπηρέτης της απόλαυσής μου. Να δουλεύω, αλλά να μην ξεπατώνομαι στη δουλειά».

Ζήτημα ρυθμού

Για τον άτεγκτο θιασώτη της παραγωγικότητας, η στάση αυτή συνδυάζει την πονηριά, την υπεκφυγή και τη φιληδονία. Πάνω απ’ όλα φανερώνει την πανουργία της τεμπελιάς. Δεν είναι όμως έτσι. Δεν είναι οκνηρία το να μη θέλει κάποιος να ενεργεί με έναν ρυθμό ο οποίος του επιβάλλεται. Είναι, πράγματι, ζήτημα ρυθμού η απόδοση της εργασίας, αλλά ποιος από τους υπουργούς Οικονομικών, τους τραπεζίτες και τους συμβούλους για την περιλάλητη ανάπτυξη σκοτίζεται γι’ αυτό; Λίγο περισσότερο όμως να σκεφτεί κανείς θα μπορέσει να δει τι σαλεύει κάτω από τους αριθμούς, τους δείκτες, τα μεγέθη. Θα δει ότι για κάτι άλλο πασχίζουν κυρίως οι άνθρωποι, για κάτι που δεν είναι προς αγορά ή προς πώληση, που δεν συσκευάζεται, που δεν τυποποιείται.
Φέρτε στον νου σας τις ταινίες του Ζακ Τατί. Ο ήρωας σκοντάφτει κάθε τόσο πάνω σε μια αλυσίδα συμβάντων και πραγμάτων που γυρίζει ασταμάτητα, κι εκείνος δεν καταφέρνει να βρει τον λόγο που γίνεται αυτό. Γυρίζουν τα γρανάζια του κόσμου συνεχώς, χωρίς διακοπή. Αυτό που πιο πολύ εντυπωσιάζει τον ήρωα είναι ότι οι άλλοι γύρω του βρίσκουν μια παράξενη ευχαρίστηση στο να γίνονται και οι ίδιοι γρανάζια, λες κι αυτό τους γλιτώνει από το να πρέπει να επιλέγουν και να αποφασίζουν. Ο κύριος Υλό γίνεται, έτσι, μάρτυρας της ηθελημένης μηχανοποίησης της ζωής, πράμα ριζικά αφύσικο. Διότι μηχανή ίσον επανάληψη, ενώ ζωή ίσον εναλλαγή, εξέλιξη. Μελαγχολεί ο ήρωας απ’ αυτή την ελάττωση της ορμητικής πλαστικότητας, της ζωικής φοράς, όπως θα ’λεγε ο Μπερξόν, απ’ αυτή την αναπηρία μες στη μονότονη δράση την οποία ο δυτικός άνθρωπος διαλέγει ώστε να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Σε άλλα κεφάλια όμως μια τέτοια ησυχία δεν έχει κανένα νόημα.


Το τέμπο της ζωής
Στην παλιά ελληνική κωμωδία ο ήρωας δεν στέκεται όπως ο κύριος Υλό απορημένος και θλιμμένος με όσα συμβαίνουν. Δεν είναι παρατηρητής ο ντόπιος πρωταγωνιστής, βρίσκεται ολόκληρος μέσα στην αναστάτωση που επικρατεί. Ο ρυθμός των κινήσεων του Χατζηχρήστου ή του Βέγγου είναι ο ρυθμός του ανθρώπου που μπαινοβγαίνει στον ρουν των πραγμάτων. Τον βλέπουμε να ανασκουμπώνεται, να πατάει γκάζι στις ενέργειές του, να στριφογυρίζει σαν σβούρα και ξαφνικά η σβούρα να σταματάει. Είναι επειδή το θέλησε αυτός. Δεν ήρθε ένας απόλυτος εξαναγκασμός απ’ έξω για να τον προστάξει. Το παν λοιπόν είναι να διαφοροποιεί κανείς το τέμπο με το οποίο πορεύεται στη ζωή. Όταν το απαιτεί η ανάγκη να ρίχνεται στη δράση, αλλά όταν παύει η ανάγκη να μην έχει γίνει θύμα της κεκτημένης του ταχύτητας. Η παλιά ελληνική συνταγή ήταν: δουλειά και ανάπαυλα, πορεία και στάση, στάση απαραίτητη για να θυμηθούμε τον λόγο για τον οποίο ξεκινήσαμε την πορεία. Και ακόμη τον σκοπό για τον οποίο αγκομαχάμε. Οι καιροί άλλαξαν βέβαια, το βλέπουμε σήμερα. Αλλά ότι πρέπει να ξέρει ένας λαός τον σκοπό για τον οποίο μοχθεί, αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Και ίσως κάποτε στις πλατείες υψωθεί το πανό με το νέο αίτημα: «Ούτε παράσιτα θέλουμε να είμαστε, ούτε είλωτες».
------------------------------------------------------------------
 Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



Βασίλης Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης

undefined


Το καλύτερο αντίδοτο στην γενικευμένη γκρίνια της εποχής είναι το καλογραμμένο βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη Η εποχή της όρεξης: Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60. Ο συγγραφέας αναφέρεται μεν στη δεκαετία του ’60 αλλά όχι με τον κοινότοπο εκείνο τρόπο μιας γλυκανάλατης νοσταλγίας για ένα εξιδανικευμένο χτές. Σκοπός του είναι να καταδείξει ότι σ εκείνες τις χαλεπές μέρες δεν έλειψε από τον Έλληνα ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό: η όρεξη. Όρεξη για ρήξεις, όρεξη για το νέο μέσα από τη δημιουργία και κυρίως όρεξη για αναμέτρηση με τις συνεχόμενες δυσκολίες της καθημερινότητας. Αγώνας επιβίωσης και σταδιακός εγκλιματισμός στις νέες προκλήσεις. Η μετάβαση δύσκολη, επίπονη. Η μια πτώση ακολουθούσε την άλλη. Όμως παρά τις δυσκολίες ο αγώνας συνεχιζόταν αδιάκοπα, οι αναποδιές δεν έκαμπταν την κοινωνία, που έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Άλλοι καιροί, άλλη αντίληψη, άλλη στάση ζωής, άλλη νοο-τροπία…
Όλα αυτά χάθηκαν σε σύντομο διάστημα όχι μόνο λόγω του γνωστού παρασιτισμού και της κρατικοδίαιτης “ανάπτυξης” αλλά κυρίως διότι η ευτυχία συνδέθηκε με το “κατέχειν”, την κατανάλωση, την κοινωνική δήθεν “καταξίωση”. Τη μεγάλη αυτή αλήθεια  διατύπωσε με εξαιρετικό τρόπο  η γραφίδα του Παντελή Μπουκάλα:
«…ταυτίζουμε το βίο με το βιός μας, με την περιουσία μας, επειδή, φενακισμένοι, αλλοτριωμένοι, εκβιασμένοι ή υποταγμένοι στα κυρίαρχα και εξουθενωτικά προβαλλόμενα μοντέλα ζωής καταντήσαμε να εξισώνουμε το υπάρχειν με το έχειν» («Καθημερινή», 13 Ιανουαρίου 2008).
Το βιβλίο επιδιώκει να αναστοχαστούμε κριτικά μέσα από τον οιονεί  “δανεισμό” των παρακαταθηκών μιας άλλης γενιάς, που ταλαιπωρήθηκε, μετανάστευσε, είχε συνεχείς πτώσεις και αναβάσεις αλλά όπως τονίζει εμφατικά ο συγγραφέας σχεδόν ποτέ δεν σταμάτησε να αγωνίζεται, σχεδόν ποτέ δεν λιποτάκτησε.
Κλείνουμε με μια φράση  του βιβλίου:
Στην κοινωνία γινόμαστε διπλωμάτες, στην πολιτική χασάπηδες (Β. Καραποστόλης, Η εποχή της όρεξης, σελ. 185).
Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο αξίζει την προσοχή μας. Καλή ανάγνωση!


Λαγονήσι 9/7/2012- Ηράκλειο 22/7/2012
Γ. Μ. Βαρδαβάς


Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Βασίλης Καραποστόλης, Ποιοι φοβούνται τις υποχρεώσεις τους;

 [πηγή: LoMak]
Η ηθική της εργασίας στην Ελλάδα και η διαφορά ανάμεσα σε μια ήσυχη και σε μια εφησυχασμένη συνείδηση
«Ας εκπληρώσουμε με συνέπεια τα καθήκοντά μας». Πώς σας φαίνεται η προτροπή; Είμαι βέβαιος πως εάν εξακολουθεί να κυλάει στις φλέβες σας μεσογειακό αίμα, η φράση θα σας γεννήσει αμέσως μια αίσθηση στριμώγματος. Να κλειστώ μέσα σε κάτι που μου ορίζεται απ’ έξω; Ο νότιος άνθρωπος αντιστέκεται αυθορμήτως στο καθήκον, την ίδια στιγμή που ο βόρειος βρίσκει σ’ αυτό μια ευκαιρία για να γλιτώσει από τα εσωτερικά του βάσανα. Στον ένα το να μπει στο καλούπι είναι απόδραση από το άγχος. Στον άλλο άγχος είναι το καλούπι. Ας το δούμε από πιο κοντά αυτό.
Μπορούμε να πούμε ότι το καθήκον γίνεται αρχικά αντιληπτό από τον άνθρωπο σαν κάτι που «πρέπει» να γίνει και που από μόνη της η συνείδηση δεν το είχε περιλάβει στις προτεραιότητές της. Ασχολείται ο καθένας με το άλφα ή το βήτα, το φροντίζει ή το παραμελεί, μέχρι τη στιγμή που ένα γεγονός θα του δείξει πως δεν μπορεί πια να είναι τόσο άστατος και τόσο ξεχασιάρης: τώρα έχει μπροστά του ένα έργο που είναι ανάγκη να το εκτελέσει. Τι μπελάς! Και πόσο ξαφνικός ο περιορισμός! Ο άνθρωπος της ευχέρειας, ο άνθρωπος που απολάμβανε τη δυνατότητά του να αρχίζει κάτι και να το αφήνει στη μέση, γιατί το βαρέθηκε ή γιατί απαιτεί απ’ αυτόν περισσότερο κόπο απ’ όσον είχε προβλέψει, αυτός ο εξασκημένος στην καθημερινή υπεκφυγή, καλείται τώρα να πάει κατ’ ευθείαν στον στόχο. Αλλά ο στόχος, αλίμονο, δεν είναι δικός του. Τον θίγει που τον αναγκάζουν να ενεργήσει, από την άλλη όμως τον ενοχλεί που δεν έχει να αντιπροτείνει παρά μόνο την απραξία του. Τελικά αυτό που αποκαλύπτεται είναι μια ενδόμυχη φοβία. Οποιος αντιδρά απέναντι στο καθήκον φοβάται πως του ζητούν να αποδείξει ικανότητες που δεν ξέρει αν έχει.
Ανέτοιμοι πολίτες
Σήμερα είναι η ίδια η κρίση που δίνει την εντολή: να πράξουμε τα πάντα για να μη χαθούν τα πάντα. Όλοι οι αριθμοί και όλοι οι χρησμοί φωνάζουν ότι η τύχη της χώρας εξαρτάται από μας. Αλλά ακριβώς, αυτό το «εξαρτάται από μας» μοιάζει στον ανέτοιμο πολίτη υπερβολικά βαρύ. Τόσο βαρύ που εάν το αποδεχόταν, φοβάται ότι θα φανέρωνε τις αδυναμίες του. Θα προτιμούσε να μην δεσμευτεί ολοκληρωτικά. Όχι ότι είναι εντελώς ανεύθυνος ή αναίσθητος. Ξέρει πως η κατάσταση είναι κρίσιμη, και πως το πιθανότερο είναι να χειροτερέψει εάν όλοι τηρούσαν τη δική του στάση της αναμονής. Ξεπερνάει όμως τις δυνάμεις του η πρόσκληση να δεσμευτεί. Για χάρη τίνος να δεσμευτεί; Δεν παραπάει αυτό; Και ποιος άλλος το κάνει; Άλλωστε η ίδια η λέξη έχει τόσο πολύ γελοιοποιηθεί στο στόμα των πολιτικών που το να την πιάσει και στο δικό του στόμα ο πολίτης φαίνεται πως είναι σαν να κοροϊδεύει κατάφωρα τον εαυτό του. Για να μην τον κοροϊδέψει λοιπόν επιλέγει να σαρκάσει την ίδια την έννοια, την ίδια την αξία. Γι’ αυτόν δεν υπάρχει «πρέπει», υπάρχει μόνο το «θέλω». Η πατρίδα του εξαρτάται επομένως από το αν θέλει να τη θεωρεί πατρίδα του. Τυπική κατάληξη σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο από λάστιχο. Όποτε σε στενεύει το καθήκον, το χαλαρώνεις με το προνόμιο που έχεις να ακολουθείς τις διαθέσεις σου.
Ας μην πάμε όμως σ’ αυτό το άκρο, γιατί για άκρο πρόκειται. Δεν υπάρχουν μόνο οι λιποτάκτες του καθήκοντος, υπάρχουν και μερικοί, που αντίθετα, το υποδέχονται σαν πρόκληση. Ενεργητικοί τύποι, με ικανότητες που ξεχειλίζουν και που, ωστόσο, δεν έχουν μπει στο σωστό αυλάκι. Είναι άνθρωποι που σκέφτονται «έχω να τελειώσω αυτό σήμερα», χωρίς να γεννιέται μέσα τους το αίσθημα ότι πιέζονται από κάποια ξένη βούληση. Δεν βιάζονται να ξεμπερδέψουν, βιάζονται να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους. Αφού μάλιστα ολοκληρώσουν το έργο που ανέλαβαν, νιώθουν ένα είδος ευγνωμοσύνης για τις δυσκολίες που βρήκαν μπροστά τους, γιατί τους επέτρεψαν να φορτσάρουν, όπως ποτέ πριν. Είδαν τον εαυτό τους να αποδίδει καλύτερα, θα του άξιζε ένα εύγε λοιπόν. Δίνουν συγχαρητήρια σιωπηρά στον εαυτό τους αφού κανείς άλλος δεν τους τα δίνει. Κι αυτό είναι αρκετό για να σχηματιστεί στο πρόσωπό τους μια έκφραση πληρότητας κάτω από τις ζάρες τις έγνοιας.
Το στοίχημα της συνέπειας
Δεν έχετε δει τέτοιους ταγμένους ανθρώπους; Τους είδατε κάποτε, αλλά τους καταχωνιάσατε σε μια γωνίτσα της μνήμης, για να μπορέσετε ίσως να τους ανασύρετε από εκεί όταν οι περιστάσεις θα απαιτήσουν να βρείτε κουράγιο. Και οι τωρινές περιστάσεις αυτό απαιτούν. Εναπόκειται στη μνήμη η πορεία μας στο εξής. Εάν ο καθένας έφερνε στον νου του ανθρώπους που έθεσαν ως προσωπικό τους στοίχημα να είναι συνεπείς, πέρα από τύπους και σχολαστικότητες, τότε πιθανόν θα γεννιόταν η ελπίδα ότι το στοίχημα αυτό, μολονότι ποτέ δεν θα γίνει δημοφιλές, θα συνεχίσει να διεγείρει και στο μέλλον κάποιες ψυχές (ο Γκαίτε είχε υποκλιθεί μπροστά στη μεγαλειώδη ταπεινότητά τους).
Τις προάλλες ένας διευθυντής εφορίας μού εκμυστηρεύτηκε ότι για εκείνον το να κάνει σωστά τη δουλειά του ήταν ζωτική του ανάγκη, μια δίψα που δεν έβρισκε ικανοποίηση. Τη λέξη καθήκον δεν τη χρησιμοποίησε, δεν έχει σημασία αυτό. Το πιο σημαντικό ήταν ότι αν και η προσπάθειά του συναντούσε εμπόδια, εκείνος δεν ξεγλιστρούσε μπροστά τους ούτε και τα χρησιμοποιούσε σαν άλλοθι για να καταφεύγει σε πρόχειρες λύσεις. Επέμενε. Για πόσο; Άγνωστο. Μπορεί μέχρι τέλους, μέχρι να φύγει με σύνταξη από την υπηρεσία του. Ιδού η περιπέτεια του Δημοσίου: μερικά άτομα χαντακώνουν τους θεσμούς ενώ μερικά άλλα τους κρατούν στη ζωή. Για να φανεί, έτσι καθαρά η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε μια ήσυχη και σε μια εφησυχασμένη συνείδηση. Και η χώρα σήμερα δεν βασίζεται παρά μόνο στη πρώτη κατηγορία, μόνο σ’ εκείνους που όταν λένε «θα κάνω ό,τι μπορώ» εννοούν ειλικρινά ότι «μπορώ πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορούσα».

* Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 24-06-12

http://lomak.blogspot.gr/2012/06/blog-post_25.html?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed:+LoMaksBlog+%28LoMak%27s+Blog%29


Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Βασίλης Καραποστόλης, To φάρμακο είναι μόνο η ενότητα

Σκέψεις για τους ψυχικούς και ηθικούς όρους των πολιτικών διλημμάτων μας, με αφορμή την κρίση
Του Βασiλη Καραποστόλη*

Ούτε λόγος, βρισκόμαστε σε μειονεκτική θέση. Και το τελευταίο πράγμα που θα περίμενε κανείς από μια χώρα που μειονεκτεί είναι να αποκτήσει κάποιου είδους γόητρο καθώς συναλλάσσεται με τις άλλες. Αλλά ακριβώς επειδή κανείς δεν θα περίμενε κάτι τέτοιο, υπάρχει ένα πλεονέκτημα στην πλευρά του αδύναμου. Είναι ο αιφνιδιασμός. Ο κυρτωμένος μπορεί να περιβληθεί με το «γόητρο του μόλις ανορθωμένου».
Στο σημείο αυτό βρίσκεται σήμερα η χώρα μας: έχει στα χέρια της ένα γερό χαρτί που είναι η δυνατότητά της να δείξει στους άλλους ότι είναι πιο ικανή απ’ αυτό που νομίζουν ότι είναι. Ικανή για ποιο πράγμα; Θα πρέπει αμέσως να απαντήσουμε: ικανή για την ενότητα. Πράγματι, αυτό που οι περισσότεροι -αν όχι σχεδόν όλοι- στην Ευρώπη θεωρούν ότι στην Ελλάδα είναι μάλλον αδύνατον να επιτευχθεί, είναι μια συμφωνία μεταξύ των κομμάτων που θα μπορούσε να προσδώσει στη μετεκλογική κυβέρνηση την ισχύ ενός ενιαίου σώματος. Δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε τίποτα μεταξύ τους, λένε οι παρατηρητές παρακολουθώντας μας προσεκτικά, όπως οι εντομολόγοι τα έντομα. Δείτε πώς πετάνε από δω και από κει, δείτε τις σπασμωδικές κινήσεις τους. Ο εγωισμός τους τους δίνει φτερά ίσα ίσα για να πετύχουν κάτι ατομικό και τους κόβει τα φτερά όταν είναι να μοιράσουν κάτι. Το δείχνει η ιστορία τους και όποιος έχει όρεξη να την μελετήσει θα βρει εκεί τις αποδείξεις για το ότι ακόμη και το ένστικτο επιβίωσης σ’ αυτό τον λαό σταμάτησε να λειτουργεί μερικές φορές. Είναι αλήθεια αυτό; Εν μέρει ναι, εν μέρει όχι. Και αυτό το όχι μας ενδιαφέρει περισσότερο σήμερα.
Είναι αλήθεια ότι η πολιτική ενότητα στην Ελλάδα κατέστη δυνατή σε περιπτώσεις όπου χρειαζόταν να αντιμετωπιστεί ένας μεγάλος, εξωτερικός κίνδυνος. Το ’40 ήταν το κορυφαίο παράδειγμα. Επρόκειτο για μια ακραία αρνητική συνθήκη: ο εχθρός ήταν εκεί, απέναντι, κι έπρεπε να αποκρουσθεί. Ολες οι δυνάμεις των αγωνιζομένων ήταν για να ανταπαντήσουν αποφασιστικά στην επίθεση. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: σε καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν εκδηλώθηκε τόσο άμεσα και σε τέτοιο βαθμό συσπείρωσης η αντίδραση του λαού στον εισβολέα. Τι γίνεται όμως όταν οι περιστάσεις απαιτούν όχι την άρνηση, αλλά τη θέση; Το παράδειγμα του ’22 βρίσκεται στο άλλο άκρο. Μας δείχνει ότι όταν οι εθνικές δυνάμεις κινήθηκαν για να επιτύχουν ένα στόχο που δεν ήταν αποτρεπτικός, διασπάστηκαν την πιο κρίσιμη στιγμή. Η Μεγάλη Ιδέα αποδείχτηκε καταστροφική. Οχι γιατί επρόκειτο για Ιδέα (ως τέτοια θα μπορούσε να δώσει ώθηση και εμπνεύσεις), ούτε γιατί επρόκειτο για Μεγάλη (το μεγαλείο είναι όρος της αυτοπεποίθησης). Η καταστροφή επήλθε γιατί παρόλο που υπήρχε σύγκλιση στο ξεκίνημα (μην ξεχνάμε ότι όλες οι πολιτικές παρατάξεις αλλά και το σύνολο σχεδόν του πνευματικού κόσμου είχαν συμφωνήσει στο εγχείρημα), στην πορεία η σύγκλιση μετατράπηκε σε διαλυτική απόκλιση. Είναι τραγικό να προσυπογράφουν οι πολιτικές παρατάξεις μια ιδέα και στη συνέχεια να αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να την επωμισθούν, και δεν μπορούν γιατί οι ώμοι τους είναι στενοί, και επειδή είναι στενοί πετάνε το βάρος της ευθύνης ο ένας κατακέφαλα εναντίον του άλλου.
Τα εφόδια που διαθέτουμε
Παλιές ιστορίες θα πείτε, και μάλιστα με έντονη τη μυρωδιά του μπαρουτιού που δεν την έχουμε σήμερα. Αλλά και μέσα στην ειρήνη υπάρχουν πόλεμοι και έναν τέτοιο ζούμε σήμερα. Κι αν είναι έτσι, θα πρέπει να γίνει καταμέτρηση των εφοδίων που διαθέτουν οι εμπόλεμοι. Τι έχουμε, λοιπόν, εμείς, οι πιο στριμωγμένοι, οι πιο χρεωμένοι, οι πιο δακτυλοδεικτούμενοι για τις ελλείψεις μας; Σε καταστάσεις άμυνας οι μαχόμενοι βασίζονται, κυρίως, σε αυτά που έχουν. Εχουμε ίσως ακόμη μια κάποια ενεργητικότητα, μια ικανότητα να προσαρμοζόμαστε σε αυτό που υπάρχει έξω από μας και από τη θέλησή μας. Τα εφόδια αυτά δεν θα ήταν λίγα αν επρόκειτο για την αναχαίτιση ενός εχθρού (που ονομάζεται σήμερα πτώχευση). Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και η ανάγκη να θεμελιωθεί κάτι που δεν θα είναι απλώς οχυρό αλλά και μια εστία πραγματική για τους Ελληνες. Απαιτείται οικοδόμηση, και μια οικοδόμηση προϋποθέτει συλλογή και επιλογή των κατάλληλων υλικών, τοποθέτηση των ανθρώπων στις θέσεις που θα αποδώσουν καλύτερα, ο καθένας ανάλογα με τη δεξιότητα ή τη μαστοριά του, ο καθένας σκεπάζοντας τα ελαττώματά του με τα προτερήματα που ανακαλύπτει ο ίδιος πως έχει μέσα στην πράξη, μέσα στην έξαψη της πράξης.
Είναι χίμαιρα να μιλάμε σήμερα για κοινή πράξη; Οχι, δεν είναι. Και δεν είναι γιατί η άλλη πλευρά του ελληνικού εγωισμού, η άλλη πλευρά της αδυναμίας μας να φθάνουμε σε συνεννόηση, είναι ακριβώς η επιθυμία μας να δώσουμε σ’ αυτό τον εγωισμό μια διέξοδο πιο φιλόδοξη, πιο επιβλητική. Εκεί γεννιέται και ο πόθος για γόητρο. Θα θέλαμε να εκπέμπεται μια ακτινοβολία από τον εαυτό μας, να κυκλοφορούσαμε στην Ευρώπη και το όνομά μας, από μόνο του να άνοιγε τις πόρτες. Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη μας δυσαρέστησε. Το χειρότερο όμως είναι ότι αυτή τη δυσαρέσκεια εν συνεχεία τη στρέψαμε εναντίον του εαυτού μας. Η αδιαφορία των άλλων για το όνομά μας έγινε δικός μας ψόγος για τη δική μας υπόσταση. Ετσι συμβαίνει με τους εγωιστές. Οταν πληγώνονται, οξύνουν κατόπιν οι ίδιοι την πληγή με τα ίδια τα χέρια τους για να ’χουν την ευχαρίστηση ότι στο τελικό καταστροφικό αποτέλεσμα συνέβαλαν κι αυτοί.
Αυτή η αρρώστια μάς χαρακτηρίζει. Αλλά είναι αυτή που μας δίνει και το φάρμακο που θα μπορούσε να δράσει. Το φάρμακο, ας το επαναλάβουμε, δεν είναι άλλο από την ενότητα. Προσοχή όμως. Πάνω στο μπουκαλάκι είναι γραμμένη η προειδοποίηση: δεν πίνεται μονορούφι. Δεν κατεβάζουν οι άρρωστοι άσπρο πάτο το υγρό για να μεθύσουν από τη χαρά τους που τα κατάφεραν. Α, ναι, αυτό θα το θεωρούσαν μια λύτρωση. Να μπορούσαν οι καχύποπτοι ατομιστές να μεταμορφώνονταν ξαφνικά σε διαλλακτικούς συζητητές, σε τεχνίτες που ξέρουν να σταθμίζουν ψύχραιμα τα πλην και τα συν και να ετοιμάζουν κρυφά ένα σύμφωνο συμμαχίας μεταξύ τους, με την υπομονή και την ακρίβεια συμβολαιογράφων που την επόμενη ημέρα θα ήταν και οι πιο σκληροί διαπραγματευτές με τους δανειστές τους και με τον κάθε τυχόν επίβουλο. Μην παρασύρεστε όμως, λέει η επιγραφή στο μπουκαλάκι. Μη βιάζεστε να μεταμορφωθείτε. Πιέστε λίγο λίγο το φάρμακο και στρωθείτε στη δουλειά. Ηδη θα ήταν μια μεταμόρφωση αν οι πολιτικοί αρχηγοί δοκίμαζαν μέσα τους μια ευχαρίστηση καινούργια στη σκέψη ότι με τη συμφωνία τους θα εξέπλητταν τους πικρόχολους εταίρους. Μόνο έτσι διατηρείται κάποια ελπίδα. Αν δεν πάρουν όλοι μαζί, «εγωιστικά», την εθνική υπόθεση οι εγωιστές, ούτε το έθνος θα σωθεί ούτε και το εγώ τους.

--------------
* Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ