Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διανοούμενοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διανοούμενοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Κοινοτοπίες γύρω από το ελληνικό πρόβλημα

 


Η κυρίαρχη αντίληψη για την ελληνική κακοδαιμονία σε ένα μεγάλο μέρος της διανόησης είναι περίπου η ακόλουθη:
Για όλα τα κακά της μοίρας μας σε αυτή τη χώρα φταίνε οι παπάδες, τα Θρησκευτικά, η Γενιά του '30, ο "επαρχιωτισμός" (που κατά τη συγκεκριμένη αντίληψη είναι "πτωχοπροδρομισμός" δοθέντος του γεγονότος ότι δεν ακολουθεί τη νεοφιλελεύθερη Vulgata) και ο "αντιδυτικισμός".
Υπεραπλουστευτική και κοινότοπη μεν αλλά πολύ διαδεδομένη παρόλα αυτά.

8/6/2024
Γ.Μ.Β.


Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

Η καθεστωτική διανόηση και η ενοχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας


Η ζημία που έχει προκαλέσει η καθεστωτική διανόηση στη χώρα είναι τεράστια. Τελευταίο δείγμα η εκ νέου προσπάθεια ενοχοποίησης της ελληνικής κοινωνίας από τους γνωστούς θιασώτες (ή και μεταπράτες, αδιάφορον) των μεταμοντερνιστικών ιδεολογημάτων. Με ύφος περισπούδαστο και επιτηδευμένη κυνικότητα, που θυμίζει τον αλήστου μνήμης Ρίχτερ, έτερος προφέσορας λέγει τα ακόλουθα: "Ο ηθικός πανικός και ο μιντιακός κουρνιαχτός που σημειώθηκε με το θάνατο του βρέφους των προσφύγων, είναι ένα από τα αναρίθμητα γεγονότα που συγκροτούν ούτε λίγο ούτε πολύ, ένα καθεστώς έναντι των προσφύγων, καθεστώς πολιτικό και νοοτροπιακό, για το οποίο οι Έλληνες θα απολογούνται μετά από χρόνια, όπως οι Γερμανοί για τα χρόνια του ναζισμού". Μάλιστα! Τόσο απλά και άκριτα εξισώνεται το ειδεχθές έγκλημα του Ολοκαυτώματος με τις σαφώς απαράδεκτες αντιπροσφυγικές συμπεριφορές ορισμένων συμπολιτών μας! Τα σχόλια νομίζω περιττεύουν. Όσο για την πρόταση του περί "αντικατάστασης του πληθυσμού" δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική, οπότε την αντιπαρέρχομαι.


Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος (1913-2016)


Πηγή: frear.gr

Απεβίωσε σήμερα ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες διανοούμενους, ο οποίος αύριο θα συμπλήρωνε τα 104 χρόνια ζωής.

Ο Κωνσταντίνος Ι. Δεσποτόπουλος γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1913 και ήταν πανεπιστημιακός και ακαδημαϊκός, ο γηραιότερος εν ζωή πρώην υπουργός στην Ελλάδα από την εποχή της Μεταπολίτευσης.

Γεννήθηκε στη Σμύρνη και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών (μαθητής του Κωνσταντίνου Τσάτσου) και έγινε διδάκτορας αυτού. Εξελέγη καθηγητής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ έχει διδάξει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο πανεπιστήμιο Νανσύ στη Γαλλία. Σε νεαρή ηλικία συνδέθηκε με στενή φιλία με τους Παναγιώτη Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνο Τσάτσο και Γεώργιο Καρτάλη.

Περισσότερα εδώ


Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Γ. Κοντογιώργης, Η καθεστωτική διανόηση στην Ελλάδα





[Εισήγηση του Γ. Κοντογιώργη με αφορμή το βιβλίο του Γ. Καραμπελιά, Η αποστασία των διανοουμένων, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2012]


1) Η αξιολόγηση μιας σημαίνουσας μερίδας της διανόησης στην Ελλάδα με πρόσημο την "αποστασία" τους από τα κοινωνικά δρώμενα, εκτιμώ ότι τους χαρίζεται στο ουσιώδες. Αδυνατεί, με άλλα λόγια, να αποδώσει αυτό που συμβαίνει. Η προσέγγιση, από την καθεστωτική και, ουσιωδώς, από την κρατική διανόηση, του ελληνικού προβλήματος, εδράζεται σε μια διαρκή σταθερά που διακρίνεται από την επιλογή ιδεολογίας με σκοπό τη μεθερμήνευση του ελληνικού κόσμου και της νεοελληνικής πραγματικότητας, σύμφωνα με τα γνωστικά εργαλεία του νεοτερικού ηγεμόνα και τη δικαιολόγηση της ηγεμονίας του. Απόληξη του διαβήματος αυτού, οφείλει να είναι μια παραρτηματική προσέγγιση της ελληνικής εξέλιξης, η ενστάλαξη μιας εξαρτησιακής συνείδησης στην ελληνική κοινωνία, η ενοχοποίηση της κοινωνίας και του παρελθόντος της, προκειμένου να νομιμοποιηθεί το ημι-δεσποτικό κράτος που της επεβλήθη από τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής απολυταρχίας. Ένα κράτος παρίας, δίκην προτεκτοράτου, αναντίστοιχο με την πολιτική και, γενικότερα, ανθρωποκεντρική ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας, με ότι αυτό επάγεται σε ό,τι αφορά στις δυσμορφίες της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής και, περαιτέρω, στην ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού.
          Για να καταδείξω το γεγονός αυτό, θα επικαλεσθώ τις παλινωδίες της νεοτερικότητας σχετικά με τη θεμέλια συνιστώσα της ύπαρξής της, το έθνος, διότι την θεωρώ απολύτως κομβική. Κομβική, στο επίπεδο της ίδιας της νεοτερικής επιστήμης, δεδομένου ότι: πρώτον, αποδίδει, εσφαλμένα ή σκοπίμως, στο έθνος τις όποιες πολιτικές του κράτους. Και δεύτερον, επικαλείται το έθνος για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό ότι είναι δομημένο με όρους αντιπροσώπευσης και, μάλιστα, ως δημοκρατία, ενώ το ίδιο μονοπωλεί τις ιδιότητες τόσο του εντολέα όσο και εντολοδόχου. Η προσκύρωση του έθνους στο κράτος αποτελεί καταστατική προϋπόθεση  για τη συγκάλυψη της βαθιά ολιγαρχικής ιδιοσυστασίας της νεοτερικότητας.
      
    Είναι όμως το έθνος εξίσου κομβικής σημασίας για την αποκωδικοποίηση των επιλογών της καθ' ημάς καθεστωτικής διανόησης σε ό,τι αφορά στο ελληνικό παράδειγμα. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί στην Ελλάδα, ιδίως στη μεταπολίτευση, η έννοια του έθνους (των θεμελίων που συγκροτούν τη συνείδηση κοινωνίας, δηλαδή της πολιτισμικής και πολιτικής συλλογικότητας), καταλαμβάνει μια τόσο σημαντική, θα έλεγα μονοσήμαντη θέση στις παρεμβάσεις της καθεστωτικής διανόησης. Γιατί, αλλιώς, οποιαδήποτε διαφορετική άποψη δημιουργεί πολεμικό κλίμα, αντί να τροφοδοτήσει τον απλώς δημιουργικό διάλογο. Ακούγεται συχνά ότι πρώτιστον καθήκον είναι η υιοθέτηση μιας προσέγγισης για το ελληνικό έθνος που θα αποτρέπει τον εθνικισμό. Εντούτοις διερωτώμαι: Υπάρχει όντως, εκτός από ορισμένες γραφικές περιπτώσεις, ζήτημα εθνικισμού στην Ελλάδα σήμερα; Μπορούμε πράγματι να μιλάμε για εθνικισμό στις μέρες μας, με δεδομένο ότι ο σκοπός που κλήθηκε να υπηρετήσει  τον 19ο και την πρώτη περίοδο του 20ου αιώνα έχει ολοκληρωθεί; Πέραν αυτού, όμως, μια τέτοια απόφαση, είναι ιδεολογική και πολιτική, δεν έχει να κάνει με την επιστήμη. Ο επιστήμονας αναλύει τα φαινόμενα, δεν παίρνει, στο όνομα της επιστήμης, ιδεολογικές και πολιτικές θέσεις, δεν τα παραμορφώνει ούτε εξαφανίζει την ιστορία ενός λαού, με το επιχείρημα ότι τον προστατεύει από τον πειρασμό του εθνικισμού.  
          Το εγχείρημα αυτό της καθεστωτικής διανόησης έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία, όχι μόνο υπό το πρίσμα που το θέτει. Η απόφαση για την προσέγγιση του ελληνισμού ορίζει: Πρώτον την θέση της νεότερης εποχής και, συγκεκριμένα, της Δύσης στην ιστορία και, ιδίως την φάση στην οποία προσιδιάζει στο σύνολο ανθρωποκεντρικό γίγνεσθαι. Δεύτερον, την θέση του ελληνισμού ως αυτοτελούς ιστορικής παραμέτρου και ως συντελεστή στη μετάβαση του κόσμου στον νεότερο ανθρωποκεντρισμό. Και τρίτον, την αιτιολογική βάση της νεοελληνικής καχεξίας. Θα αφήσω κατά μέρος τα δύο πρώτα ζητήματα και θα ασχοληθώ με το τελευταίο, που συγκεντρώνει την προσοχή μας λόγω της τωρινής δοκιμασίας του ελληνικού κόσμου.
          Πράγματι, η σύγκριση της σημερινής Ελλάδας με τον ελληνικό κόσμο, πριν την απελευθέρωση, προσφέρεται σε άλλου είδους συμπεράσματα και απόδοση ευθυνών, εάν υιοθετήσουμε την εκδοχή της συνέχειας από ότι εάν την αποκόψουμε από το προ-εθνοκρατικό της παρελθόν. Μήπως είναι αυτός ο λόγος που η καθεστωτική διανόηση αρνείται την ελληνική συνέχεια;
          Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή της μιας ή της άλλης εκδοχής έχει πολύ μεγάλη σημασία για να ξέρουμε ποιοί είμαστε. Εμείς λέμε ότι  έθνος είναι η συλλογική ταυτότητα μιας κοινωνίας και όχι μια αφηρημένη έννοια, που επινόησε το νεότερο κράτος για να νομιμοποιήσει το μετα-φεουδαλικό του ιδίωμα. Είναι ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο συνέχεται άρρηκτα με την ελευθερία. Όπου υπάρχει ελεύθερος άνθρωπος, υπάρχει και ταυτοτική αναγνωρισιμότητα, ατομική και συλλογική. Ή συλλογική ταυτότητα είναι προϋπόθεση για τη συγκρότηση κοινωνίας και για την πολιτική της υποστασιοποίηση.
          Η συγκρότηση όμως μιας κοινωνίας με όρους ελευθερίας (ως ανεξάρτητης οντότητας) δεν απαντά στο ερώτημα του ποιός έχει την ευθύνη της συλλογικότητας, ποιός κατέχει το πολιτικό σύστημα.
          Το ερώτημα αυτό, αποφεύγει να το συζητήσει η νεότερη σκέψη, αγγίζει όντως την καρδιά του ζητήματος. Θα μιλήσουμε για το έθνος του κράτους ή για το έθνος της κοινωνίας; Γιατί, αν μιλήσουμε για το έθνος του κράτους, τότε το κράτος καλά κάνει και ενσαρκώνει ολοκληρωτικά το πολιτικό σύστημα, έχει την ευθύνη να ορίζει τί είναι εθνικό και να υλοποιεί τις αντίστοιχες πολιτικές και, μάλιστα, να έρχεται σε σύγκρουση με την κοινωνία στο όνομα του έθνους. Η καθεστωτική διανόηση, λοιπόν, μας δηλώνει ότι εάν αμφισβητήσουμε τη μονοσήμαντη κατοχή της πολιτείας από τους εκλεκτούς του κράτους (δηλαδή την μονοπώληση των ιδιοτήτων του εντολέα και του εντολοδόχου από το πολιτικό προσωπικό), θα μας αμφισβητήσει το έθνος, τα θεμέλια της ταυτοτικής μας συλλογικότητας. Το ζήτημα, επομένως, είναι ξεχωριστά πολιτικό και συναρτάται με τη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής.
      Ποιός είναι, λοιπόν, ο χαρακτήρας του νεοελληνικού κράτους και ποιά η σχέση του με το έθνος της κοινωνίας; Η γενιά του '30 προσπάθησε, μετά την εκκαθάριση του εξωτερικού τοπίου και το τέλος του αλυτρωτισμού, να δώσει κάποιες απαντήσεις. Ο πραγματικός όμως διάλογος θα ανοίξει την περίοδο της μεταπολίτευσης και, συγκεκριμένα, από τη δεκαετία του '90. Γεγονός που συνομολογεί ότι η ελληνική κοινωνία δεν τα έχει βρει ούτε με το παρελθόν της, ούτε με τη νεοτερικότητα. Και το ερώτημα είναι γιατί;
      Η απάντηση στο ερώτημα αυτό απαιτεί χρόνο και δεν είναι του παρόντος. Οφείλουμε, ωστόσο, να έχουμε κατά νουν ότι οι ρίζες της μεταπολίτευσης είναι πολύ βαθιές, ανάγονται στον τρόπο της απελευθέρωσης, στη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους. Το κράτος αυτό, έμελε να οδηγήσει, εξ αποφάσεως, σε μια πλήρη αποδόμηση του ιστορικού ελληνισμού. Το δηλώνουν απερίφραστα και αιτιολογούν το γιατί οι Βαυαροί της απολυταρχίας, οι Δυνάμεις, αλλά και τα διανοητικά τους παρακολουθήματα στο ελλαδικό κράτος. Έχει ενδιαφέρον, εντούτοις, να προσέξουμε ότι η απόφαση αυτή συμβαδίζει με μια ραγδαία αποσύνθεση έως εξαφάνιση του ιστορικού ελληνικού κόσμου. Εάν όντως συγκρίνουμε τον πριν την επανάσταση ελληνικό κόσμο με τον ελληνικό κόσμο του σήμερα, θα διαπιστώσουμε ότι έναν εθνικός γίγαντας, που έλεγχε τουλάχιστον οικονομικά τρεις αυτοκρατορίες, στις μέρες μας αδυνατεί να σταθεί στα πόδια του με όρους αξιοπρέπειας. Τι έφταιξε γι'αυτό;
      Ερωτήθηκα, κάποια στιγμή, αν η σχέση του ελληνισμού του κράτους με τον ιστορικό ελληνισμό είναι ασύμβατη. Απάντησα ότι ασύμβατη δεν είναι αυτή η σχέση, αλλά η σχέση του νεοελληνικού κράτους με τον ιστορικό ελληνισμό και, κατ' επέκταση, με την ελληνική κοινωνία. Τι υποδηλώνει αυτό; Η ενασχόληση με τα ρεύματα σκέψης που σταδιοδρόμησαν στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, ανοίγει ένα μεγάλο κεφάλαιο στη συζήτηση για το ρόλο της διανόησης.
      Ας δούμε πως ερμηνεύουν οι καθεστωτικοί διανοούμενοι την υπόθεση της ελληνικής πραγματικότητας, πριν το κράτος. Εκφράζουν την λύπη τους γιατί η ελληνική κοινωνία δεν διήλθε από τον διαφωτισμό, τη μεταρρύθμιση και πολλά άλλα. Το ερώτημα εάν αυτό ήταν αναγκαίο δεν τίθεται. Οι δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες πέρασαν από τον Διαφωτισμό, γιατί έπρεπε να στοχαστούν για το πώς θα γινόταν η μετάβαση από τη φεουδαρχία στη νεοτερικότητα και πώς όφειλε να συγκροτηθεί  μια ελεύθερη κοινωνία. Αν δεν συνεκτιμήσουμε το γεγονός αυτό και εάν, φυσικά, δεν συνεκτιμήσουμε ως δεδομένο ότι ο Διαφωτισμός άντλησε όλο το εννοιολογικό του οπλοστάσιο από την ελληνική γραμματεία, αφού προηγουμένως το εκκένωσε από το περιεχόμενό τους, θα συνεχίσουμε να παραπλανούμε τους εαυτούς μας, με καίριες επιπτώσεις. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δημοκρατία. Η λέξη κατέληξε να αποδίδει το πολιτικά κυρίαρχο κράτος, που αποκλείει την κοινωνία από την πολιτεία και την εγκιβωτίζει στην ιδιωτεία. Η ουσία της δημοκρατίας όμως ορίζει ότι η κοινωνία και όχι το κράτος ενσαρκώνει εξ ολοκλήρου την πολιτεία. Ανάλογα ισχύουν για τις έννοιες της ελευθερίας, της πολιτειότητας, της ισότητας, της δικαιοσύνης, του έθνους, για όλες.
      Η ελληνική διανόηση, προσχωρώντας στο επιστημονικό διατακτικό της νεοτερικότητας, έγινε υπόλογος δύο καταστάσεων: Η μία, έχει να κάνει με τη "δημοκρατική" νομιμοποίηση του νεότερου κράτους, η οποία προϋποθέτει την απαξίωση του ελληνικού δημοκρατικού παραδείγματος. Η άλλη, αφορά στη δικαιολόγηση της ανωτερότητας του κράτους αυτού, η οποία διέρχεται υποχρεωτικά από την ενοχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας και του παρελθόντος της. Αφού για τον κακοφορμισμό του κράτους φταίει η κοινωνία, κατά λογική ακολουθία υπόλογες είναι οι κληρονομιές της. Η τουρκοκρατία και το Βυζάντιο.
      Η μηρυκαστική αυτή προσχώρηση της νεοελληνικής διανόησης στην κυρίαρχη ερμηνευτική της Εσπερίας και, συγκεκριμένα, στην ιεραρχικά δομημένη ολιγαρχική ιδεολογία και στην εθνοκεντρική συναγωγή της, αποκτά έτσι προεκτάσεις που επιβάλουν την συνολική αναδόμηση του ελληνικού παραδείγματος. Αν εκεί, στη Δύση, δημιουργήθηκε για πρώτη φορά έθνος, κατά την έξοδό της από τη φεουδαρχία, και εδώ, στον ελληνικό κόσμο, οφείλει απαραιτήτως να έχει συμβεί το ίδιο. Το γεγονός ότι αντιφάσκουν με τον εαυτό τους, όταν αρνούνται την εθνική συνάφεια της κοινωνίας του νεοελληνικού κράτους με τον ιστορικό ελληνικό κόσμο, αλλά σπεύδουν να χρεώσουν στην ελληνική κοινωνία το παρελθόν της, δεν απασχολεί. Παρακάμπτεται, επίσης, επιμελώς το γεγονός ότι δεν χρειάσθηκε ο ελληνικός κόσμος να διέλθει από το Διαφωτισμό αφού δεν περιήλθε στη φεουδαρχία. Η ελληνική ιστορία του Βυζαντίου και της τουρκοκρατίας δεν ταξινομείται με κανένα τρόπο στο δεσποτικό Μεσαίωνα. Είναι παραδειγματικά ανθρωποκεντρική και εγγράφεται οργανικά στην περίοδο του ελληνικού ή ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας.   
      Αν ανατρέξουμε στη γραμματεία των Ελλήνων της περιόδου της τουρκοκρατίας και, συγκεκριμένα, τα πολιτειακά τους προτάγματα, θα διαπιστώσουμε ότι κινούνται στον αντίποδα των προταγμάτων της δυτικής Ευρώπης. Θα αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα, το οποίο επικαλείται η καθεστωτική διανόηση για να καταδείξει ότι ο ελληνικός κόσμος είναι "περιφέρεια" της Δύσης, ένα απλό όχημα μετακένωσης των ιδεών της στα Βαλκάνια. Ο Ρήγας διαλέγεται με την πιο ριζοσπαστική εκδοχή της γαλλικής επανάστασης, τους Ιακωβίνους. Αλλά ποιά είναι η διαφορά τους, την οποία επισημαίνουν οι ίδιοι οι φίλοι του, στους αυστριακούς ανακριτές τους; Ότι το πρόταγμα των Ιακωβίνων αντιγράφει το σύνταγμα του Σόλωνα. Εγώ θα έλεγα ότι το σύνταγμα των Ιακωβίνων προσιδιάζει με εκείνο που εξέλεξε τον Σόλωνα και όχι με αυτό που έφτιαξε ο Σόλωνας στη συνέχεια. Στον αντίποδα, το πρόταγμα του Ρήγα άγγιζε τη δημοκρατία του 5ου αιώνα. Εντούτοις, το πρόταγμα των Ιακωβίνων ήταν επαναστατικό, διότι προϋπέθετε την ολική   (κοινωνική/πολιτισμική/πολιτική/εθνική) μετάθεση της γαλλικής κοινωνίας από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό. Πράγμα που ολοκληρώθηκε εξάλλου δυο και πλέον αιώνες αργότερα. Το πρόταγμα του Ρήγα ήταν απλώς εθνικά επαναστατικό, καθώς προϋπέθετε τη διατήρηση των ανθρωποκεντρικών θεμελίων του οικουμενικού ελληνισμού, με την επισήμανση της πολιτειακής ανασυγκρότησής του στη βάση της κοσμόπολης.
      Η επισήμανση της διαφοράς αυτής υποδηλώνει με σαφήνεια ότι η σχέση του ελληνικού κόσμου της εποχής με τη Δύση, ήταν διαλεκτική, από θέση ανθρωποκεντρικής ανωτερότητας, όχι παραρτηματική. Το γεγονός αυτό, το επιβεβαιώνει, χωρίς αμφιβολία, η πνευματική παραγωγή των Ελλήνων της περιόδου του τέλους του Βυζαντίου και της τουρκοκρατίας. Ο όγκος και η πρωτοτυπική ποιότητα της παραγωγής αυτής, πέραν της διαπίστωσης ότι δεν γεννήθηκε ως υποπροϊόν του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, αλλά πρωτογενώς ως λειτουργική αναγκαιότης του ελληνισμού,  συγκρίνεται μόνο με δυο τρεις από τις μεγαλύτερες χώρες της Ευρώπης.
 
      2) Αυτόν ακριβώς τον εθνικά ελληνικό κόσμο επιχειρεί να απομειώσει η κρατική διανόηση, ταξινομώντας τον ιστορικά ως ελληνόφωνο και ως παραρτηματικό μηρυκαστή και διακινητή της νεοτερικής πρωτοπορίας. Παρακάμπτω ελάσσονες φορείς του εγχειρήματος αυτού, όπως ο Π. Κιτρομηλίδης, αν και από μια άποψη, ακριβώς γι'αυτό, είναι εξόχως αποκαλυπτικοί. Σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της ιστορικής συνέχειας, η περίπτωση του Κορνήλιου Καστοριάδη παρουσιάζει ένα ειδικό ενδιαφέρον. Ο σημαντικός αυτός διανοητής, διαλογίζεται για τη δημοκρατία ως εάν πρόκειται όχι για φαινόμενο που δημιούργησε το εξελικτικό γινόμενο ενός ολόκληρου ανθρωποκεντρικού κόσμου, αλλά για επινόηση των Αθηναίων. Κάποια στιγμή δηλαδή ξύπνησαν οι Αθηναίοι και είπαν: "ας φτιάξουμε και μία δημοκρατία". Η ίδια αυτή επιλογή, που πρέπει να αποδοθεί στον εγκιβωτισμό του Καστοριάδη στην ιδεολογική δογματική της νεοτερικότητας, τον οδηγεί να υποστηρίξει ότι από τον 4ο αιώνα επικράτησε σκότος (πνευματικό και ελευθερίας) στον ελληνικό κόσμο, μέχρι την απελευθέρωση. Με ακραία εκδήλωση το Βυζάντιο και την τουρκοκρατία. 
      Σε αυτή τη γραμμή πλεύσης, τοποθετείται, ουσιαστικά, και ο ύστερος Στ. Ράμφος. Η ορθοδοξία, στην οποία θήτευσε μαζί με πολλούς άλλους, κατά την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης, επιχειρήθηκε να προβληθεί ως ανάχωμα στη δυτική ιδεολογία, ως μια πρόταση για τη νέα ελληνική αναγέννηση. Ωστόσο, το εγχείρημα αυτό, ανεξαρτήτως της συμβολής του, παρήκμασε πρόωρα, διότι ήταν, εκτιμώ, εκ προοιμίου αντιφατικό, στο μέτρο που το πολιτισμικό του διακύβευμα, η χριστιανική ορθοδοξία, εκκαλείτο να δώσει απαντήσεις σε ένα κατεξοχήν κοσμικό -ορθότερα κοσμοσυστημικό- ερώτημα. Εξού και μετεβλήθη, τελικά, σε όμηρο της αγωνίας του να πιστώσει στην ορθοδοξία, το ιδίωμα και τα χαρακτηριστικά του ελληνισμού. Θα θέσω, για την κατανόηση του επιχειρήματος, το πολύ απλό ερώτημα. Αν αποκόψουμε την ορθοδοξία από τα ελληνικά της χαρακτηριστικά, δεν θα γίνει ιουδαϊσμός ή καθολικισμός; Διότι τελικά ο διάλογος για την ορθοδοξία έχει νόημα εάν αυτή προσεγγισθεί ως η ελληνική και, ως εκ τούτου, η ανθρωποκεντρική εκδοχή του χριστιανισμού. 
      Ο διάλογος αυτός, ωστόσο, μας φέρνει αντιμέτωπους με αυτό που είναι η Δύση. Ο Γιανναράς και πολλοί άλλοι στοχαστές θεωρούν ότι η Δύση είναι ένα εναλλακτικό παράδειγμα, που τοποθετείται στον αντίποδα του ελληνικού -ή για κάποιους του ορθόδοξου- παραδείγματος. Θεωρώ ότι αποτελεί μέγα λάθος να προσεγγίσουμε τη Δύση ως ένα άλλο παράδειγμα. Πρώτον, η Δύση δεν είναι παρά η προέκταση, μία επόμενη φάση, του ανθρωποκεντρισμού (των κοινωνιών εν ελευθερία) που ενσάρκωσε ο ελληνικός κόσμος, στη μεγάλη τη φορά αυτή κοσμοσυστημική κλίμακα. Δεύτερον, η Δύση, στο πλαίσιο αυτό, εγγράφεται ως πρώιμη ανθρωποκεντρικά φάση, η οποία στο εξελικτικό γίγνεσθαι του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού, ανάγεται στην εποχή ανάμεσα στο Δράκοντα και στο Σόλωνα. Αντιστοιχεί σε μια μετα-φεουδαλική ή πρώιμη ανθρωποκεντρική φάση του συνόλου εξελικτικού γίγνεσθαι του κοινωνικού ανθρώπου. Επειδή ακριβώς στη φάση αυτή, προέχει μόνον η ατομική ελευθερία, η ατομικότητα όχι μόνο δεν εντάσσεται στη συλλογικότητα, αλλά και την αντιμετωπίζει ως δυνάμει απειλή. Το άτομο δύναται να "τρώει" τις σάρκες της συλλογικότητας, στο πλαίσιο της κοινωνικής του λειτουργίας και καταξίωσης, ενώ από την άλλη, η ατομική ελευθερία δεν εκτιμάται ως συμβατή με την πολιτική ελευθερία. Η προσέγγιση αυτή, που εκλαμβάνει την κοινωνία υπό το πρίσμα του ιδιώτη, αποτελεί μια ακραία ομολογία της ολιγαρχικής λογικής της νεοτερικότητας, που δομήθηκε με αφετηρία το Διαφωτισμό. Το πολιτικό σύστημα, που συγκροτεί τη συλλογικότητα και μεταβάλει το άτομο σε λειτουργό της, το κατέχει εξ ολοκλήρου το κράτος.
      Επιπλέον, η νεοτερική διανόηση θεωρεί αυτονόητη και οριστική τη σχέση αυτή. Όμως, το μοναδικό, εξ επόψεως ολοκλήρωσης, ελληνικό ανθρωποκεντρικό και, συνακόλουθα, γνωσιολογικό παράδειγμα, διδάσκει ότι με την εξέλιξη, όσο θα διευρύνεται η ελευθερία στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο, θα αφαιρείται η ιδιοκτησία του πολιτικού συστήματος από το κράτος και θα ανασυγκροτείται με τους όρους της κοινωνίας/δήμου.
      Η διευκρίνιση αυτή μας εισάγει σε δύσκολα εδάφη, διότι όποιος ορίζει, όπως ο Γιανναράς, τη Δύση ως εναλλακτικό παράδειγμα και όχι ως μια πρώιμη φάση της ανθρωποκεντρικής εξέλιξης ή, στο πλαίσιο αυτό, αποκόπτει την ορθοδοξία από την ελληνική της οφειλή, είναι έτοιμος να ψάξει αλλού για συμμάχους. Το άλμα προς μια νέα στρατηγική σύγκληση της ορθοδοξίας με το οθωμανικό/τουρκικό Ισλάμ, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το δυτικό παράδειγμα και να διασωθεί η ορθοδοξία, παρακάμπτει το ουσιώδες. Ότι ο ελληνικός κόσμος, εγκιβωτισμένος στο νεοτερικό, πρώιμο ανθρωποκεντρικό κράτος, κλήθηκε να εναρμονισθεί με την εποχή του, οπισθοδρομώντας, από την φάση της οικουμένης, στην εποχή του Δράκοντα και του Σόλωνα. Έτσι, αντί να αναζητήσουμε αυτό που συνέβη με το ελληνικό κράτος, είμαστε έτοιμοι να ενοχοποιήσουμε (ο Ράμφος) ή να υποτάξουμε (ο Γιανναράς) την εθνική μας συλλογικότητα και το κοινωνικό της υποκείμενο.
      Με τον τρόπο αυτόν, αποφεύγουμε να θέσουμε τα ορθά ερωτήματα: τι οδήγησε στην αποτυχία της Επανάστασης και στην υποχειρίαση του ελληνισμού, με όχημα το κράτος/προτεκτοράτο; Τί κατέστρεψε τη θεσμιμένη συλλογικότητα που βίωναν οι Έλληνες στα κοινά (και όχι στις "κοινότητές") τους; Πού πρέπει να αποδοθεί η ολοκληρωτική αποδόμηση της ελληνικής οικουμενικής αστικής τάξης και, περαιτέρω, του μείζονος ελληνισμού;
      Εάν εντρυφήσουμε στα ερωτήματα αυτά, θα διαπιστώσουμε ότι το "πελατειακό" σύστημα και η λεηλατική σταθερά του νεοελληνικού κράτους, δεν ανάγονται στην τουρκοκρατία, αλλά στο γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία υπό το κράτος έθνος, περιήλθε από το καθεστώς της πολιτειακής  (του δήμου) αυτονομίας σε εκείνο της ατομικής ιδιωτικότητας. Εφεξής, η κοινωνία των πολιτών, από λειτουργός εν δήμω της πολιτικής αρμοδιότητας, καλείται να διαπραγματευθεί την ψήφο της ως ιδιώτης με τον αποκλειστικό κάτοχο της πολιτικής διαδικασίας, τον πολιτικό.
      Μετά την αποδόμηση της πολιτειακής συλλογικότητας του Έλληνα, απέμενε για την πολιτική τάξη, η ρύθμιση των λογαριασμών της με τον άλλο μείζονα αντίπαλο, την αστική τάξη. Από νωρίς έγινε αντιληπτό στην πολιτική τάξη ότι το εγχείρημα αυτό θα στεφόταν με επιτυχία, εάν κατόρθωνε να ελέγξει το πρόταγμα της εθνικής ολοκλήρωσης, προκειμένου να το εκφυλίσει. Έτσι, θα κρατούσε την αστική τάξη εκτός της ελληνικής επικράτειας, αφού το κράτος ήταν ασφυκτικά μικρό για το μέγεθός της και οι προδιαγραφές της ήσαν ασύμβατες με την παρασιτική αναγωγή της στο πελατειακό κράτος, που προϋπέθετε η ένταξή της σ'αυτό. Όντως, έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι η διακήρυξη της Μεγάλης Ιδέας, ουδέποτε συνοδεύθηκε με μια αντίστοιχη πολιτική για την εμπραγμάτωσή της. Μια προβολή της φαντασίας μας αρκεί για να συναγάγουμε ποιός θα ήταν ο χαρακτήρας του νεοελληνικού κράτους εάν είχε δημιουργηθεί με πυρήνα ένα από τα μεγάλα αστικά κέντρα του ελληνισμού ή εάν είχε πραγματοποιηθεί έστω μερικώς η εθνική ολοκλήρωση.     
      Ο Ράμφος, από την πλευρά του, μπορεί να άλλαξε στρατόπεδο και διακύβευμα πολλές φορές, αλλά πιστεύω ότι, όπως του Γιανναρά, θεμέλιο της σκέψης του είναι η υπόθεση ότι η Δύση αποτελεί παράδειγμα, όχι πρωτο-ανθρωποκεντρική φάση. Η επιλογή αυτή, τον νομιμοποιεί να εκλαμβάνει την μετακρατοκεντρική ή οικουμενική περίοδο του ελληνικού κόσμου -επομένως, και τις κληρονομιές του Βυζαντίου και της τουρκοκρατίας- ως προνεοτερικές, δηλαδή ως κατώτερες ανθρωποκεντρικά σε σχέση με αυτές της Δύσης. Δεν πρωτοτυπεί, ως προς αυτό, απλώς εγγράφεται στο συρμό της νεοτερικής ιδεολογίας. Η εγγραφή του ατόμου ως θεσμημένης συλλογικότητας στο πολιτειακό γίγνεσθαι, που βίωνε ο ιστορικός ελληνικός κόσμος -και συνέχισε να λειτουργεί ως πολιτικό διακύβευμα η ελλαδική κοινωνία, παρά τις στρεβλώσεις του από το ολιγαρχικό κράτος- γίνεται αντιληπτός περίπου όπως οι κοινωνικοί αυτοματισμοί των πρωτογόνων, στους οποίους αναφέρονται οι ανθρωπολόγοι. Το γεγονός ότι, στο πλαίσιο αυτό, παγιδεύει τη σκέψη του σε έναν ακραίο, ιδεολογικά διατεταγμένο, ανορθολογισμό, δεν απασχολεί.
      Στο σημείο αυτό, θεωρώ χρήσιμη μια επισήμανση, που αφορά στον Γιανναρά. Διαφεύγει της προσοχής ότι ο ενλόγω στοχαστής αναφέρεται σε μια "ελληνικότητα", την οποία όμως δεν ορίζει υπό το πρίσμα της εθνικής συλλογικότητας. Ο ίδιος δηλώνει ότι "δεν τον ενδιαφέρει το έθνος". Η διατύπωση αυτή, συμπίπτει, νομίζω, με την ομολογία του συνδαιτυμόνα του στο διάλογο, του Θ.Βερέμη, ο οποίος δήλωνε απερίφραστα ότι το διακύβευμα, που υιοθετεί, είναι "η συντριβή της συλλογικότητας του Έλληνα". Η "ελληνικότητα" του Γιανναρά, εν προκειμένω, είναι μια διάχυτη, πνευματική ή πολιτισμική παράμετρος, η οποία έχει συνάφεια, όπως ο ίδιος δηλώνει, με το ιερό, αλλά όχι με το κοσμικό έθνος. Η πρόσληψη της Δύσης ως παραδείγματος και όχι ως σταδίου σε μια προοπτική ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης, με πρόσημο την μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, αντιμετωπίζει την εποχή μας στατικά, όπως επίσης και τον ελληνικό κόσμο. Ούτε ο ελληνικός κόσμος βίωσε τη σημερινή πρώιμη ανθρωποκεντρική φάση της Εσπερίας -και εφεξής του σύνολου κόσμου-, στα πρώτα του βήματα, ούτε η τελευταία προόρισται να εγγράψει την ιδιωτική ατομικότητα στο συλλογικό. Περιττεύει να πω ότι η προσέγγιση αυτή, είναι ανιστορική, σε κάθε περίπτωση, βαθιά ολιγαρχική και οπωσδήποτε, μη ελληνική. 
      Η αποδομητική, όπως αποκλήθηκε, ιστορία, είναι μια εκδοχή του κλίματος αυτού, που καλλιέργησε η καθεστωτική διανόηση από τη μεταπολιτευση. Ανέλαβε να δικαιολογήσει τις ακραίες εκφράσεις της φαυλοκρατίας, που ανέδειξε η περίοδος αυτή. Παρατηρούμε, εν προκειμένω, ότι όσο αναπτύσσεται η λεηλατική εκδοχή της προσέγγισης του κράτους, τόσο ορθώνονται θεσμικά αναχώματα για να παρεμποδιστεί ο έλεγχος της έκνομης λειτουργίας του πολιτικού προσωπικού. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό, θα επιστρατευθεί η κρατική ιδεολογία, δια χειρός της καθεστωτικής αυτής διανόησης, ώστε να (συν-)ενοχοποιηθεί η κοινωνία, αλλά και να αποκοπεί η ταυτοτική της συλλογικότητα από τη θεμέλια βάση της ιστορίας της. Έτσι μόνο προσδοκάται ότι θα καμφθούν οι συλλογικές αντιστάσεις και η ελληνική κοινωνία θα συναινέσει στην μονοσήμαντη νομή του δημόσιου αγαθού από την πολιτική τάξη και τους παρακοιμώμενους συγκατανευσιφάγους της εξουσίας. Έτσι μόνο η εξωτερική εξάρτηση -το αναγκαίο συμπλήρωμα της αναντίστοιχης σχέσης των πολιτικών του κράτους με το συλλογικό διακύβευμα- θα θεωρηθεί ως ιστορική αναγκαιότητα.
      Στο σημείο αυτό, θέλω να επισημάνω τη σημασία ενός άλλου κεφαλαίου που αφορά στη διανόηση της Αριστεράς, το οποίο δεν έγραψε ρητώς ο Γ.Καραμπελιάς, αλλά το υπονοεί. Αναφέρομαι στην "αριστερή" εκείνη πτέρυγα που μεταβλήθηκε ουσιαστικά σε νομέα της εξουσίας και, μάλιστα, με ακραίους όρους, την περίοδο της σημιτικής διακυβέρνησης. Είχα καταγράψει το φαινόμενο αυτό, στο κοινό μας πόνημα με τον Μίκη Θεοδωράκη, με τον περιεκτικό τίτλο: "Περί των συγκατασυμφάγων διανοουμένων ή πώς η αριστερή διανόηση από οργανικός διανοούμενος έγινε οργανικός νομέας της εξουσίας". Εκτιμώ ότι, παρόλες επιμέρους διαφορές της, η πτέρυγα αυτή της "αριστερής" διανόησης, εγγράφεται στο γενικότερο κλίμα της καθεστωτικής και, κατά τούτο, κρατικής διανόησης, δηλαδή γνωσιολογίας.
      Καταλήγω με μια επισήμανση που αφορά στο σύνολο της τρέχουσας καθεστωτικής διανόησης. Ότι δηλαδή όλοι συμφωνούν ότι η έννοια της προόδου ταυτίζεται με το δυτικο-ευρωπαϊκό παράδειγμα. Εξού και η δογματική παραδοχή ότι η πρόοδος ή, έστω, ο εκσυγχρονισμός συνδέεται απολύτως με τον εξευρωπαϊσμό. Στον αντίποδα της προσέγγισης αυτής, ο Γιανναράς φαίνεται να προτείνει μια διαφορετικής τάξεως προοπτική της ελληνικής κοινωνίας, η οποία θα οδηγούσε με ακρίβεια το διάλογο στην εποχή της Άλωσης, δηλαδή στη "γεννάδεια" εκδοχή της νεοελληνικής μοίρας. 
      Κατά την κρίση μου, το ελληνικό πρόβλημα εστιάζεται στην ανάγκη να επανέλθει η ισορροπία στη σχέση της κοινωνίας με την πολιτική, με όχημα την ανασυγκρότηση του κράτους και πρόσημο την κληρονομημένη πολιτική ανάπτυξη της κοινωνίας. Πράγμα που, όμως, συνέχεται απολύτως με την επίγνωση της ελληνικής ιδιαιτερότητας και, επομένως, με την ανάκτηση της ελληνικής ιστορίας. Η επίγνωση αυτή, θα μας υποδείξει τον ορίζονται της εξέλιξης, την προοπτική του αύριο.
      Αν υπάρχει ένα πρόβλημα σήμερα που έχει να κάνει με την ύπαρξη αυτής της χώρας, το πρόβλημα αυτό αφορά κατευθείαν στο πρώιμο ανθρωποκεντρικά κράτος. Το κράτος αυτό είναι ξένο προς την ιδιοσυστασία της ελληνικής κοινωνίας και γι' αυτό δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε πολιτικές που ανάγονται στο συλλογικό, δηλαδή στο εθνικό συμφέρον. Η επισήμανση αυτή δείχνει τον δρόμο που πρέπει να επιλέξουμε, να αξιώσουμε, που δεν είναι άλλος από εκείνο του αντιπροσωπευτικού μετασχηματισμού της πολιτείας, έτσι ώστε να ανακτήσει ο κοινωνικός ιστός την θεσμική βάση της συλλογικότητας που της αρμόζει.
      Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμώ ότι υπάρχει ένας σημαίνον χώρος για την μη καθεστωτική διανόηση, ο οποίος μπορεί να αποδειχθεί λαμπρός, εάν συνδέσει το σημερινό ελληνικό πρόβλημα με την γνωστική κληρονομιά,  που εμπεριέχει το ελληνικό ιστορικό παράδειγμα. Υπό την έννοια αυτή, θεωρώ ότι το ελληνικό παράδειγμα είναι το μόνο ικανό να διδάξει το μέλλον υπό το πρίσμα της προόδου.


Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Νικόλας Σεβαστάκης,Από εδώ και εμπρός, η διαμάχη των ιδεών

[& Αυγή 26-2-2012, σελ. 25]

Όχι πια περιγραφές του προβλήματος, λύσεις. Λύσεις στο πιάτο. Συγκεκριμένα πράγματα, ένα, δύο, τρία… Κάπως έτσι εγκαλείται αυτός που γράφει τούτες τις μέρες δίχως να έχει πρόχειρη απάντηση για το PSI, τα CDS, το τι θα περιέχουν τα άρθρα ενός μη μνημονιακού προϋπολογισμού. Κατανοητή η αντίδραση, αλλά νομίζω ότι στηρίζεται σε μια σύγχυση: απαιτεί από τον κάθε μεμονωμένο γραφιά να μεταβληθεί σε συλλογικό διανοούμενο ή σε ινστιτούτο μελετών με παραρτήματα και άφθονους πόρους. Kάτι παραπάνω: απαιτεί και από πολιτικές δυνάμεις ή χώρους που δεν κυβερνούν να είναι ήδη μια τέλεια οργανωμένη πολιτική εξουσία με όλες τις απαντήσεις για τις λεπτομέρειες της διαχείρισης της κρίσης και για τα επόμενα δέκα χρόνια.
Ας μην παραλογιζόμαστε. Άλλο η εύλογη προγραμματική ζήτηση, και άλλο η μετατροπή των διανοουμένων σε εικονικούς λειτουργούς μιας μελλοντικής κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας. Άλλο πράγμα είναι η κριτική γνώμη και εμπειρογνωμοσύνη, και διαφορετική εκείνη η αφελής στάση που απαιτεί υπερπαραγωγή βεβαιοτήτων σε μια στιγμή όπου κανένας δεν μπορεί να πουλά βεβαιότητες.
Τα γράφω αυτά, γιατί μετά το κείμενο παρέμβασης για την Υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας, το οποίο και συνυπέγραψα, συνάντησα την ίδια αντίδραση: καλή η περιγραφή, λένε, αλλά πού είναι οι συγκεκριμένες λύσεις, το α, β, γ;
Ας μου επιτραπεί να έχω μια διαφορετική αντίληψη για την κριτική δημόσια παρέμβαση, για τη διεξαγωγή της ιδεολογικής και πολιτισμικής διαμάχης. Η διαμάχη αφορά πλέον τους βασικούς προσανατολισμούς, το Σύνταγμα της «νέας μεταπολίτευσης», δηλαδή τους θεμελιώδεις ταξικούς και πολιτικούς όρους της νέας περιόδου. Θα είναι δημοκρατική ή ένας γενικευμένος ολιγαρχικός μονόδρομος; Θα φέρει μαζί της την εξουθένωση μεγάλου μέρους της κοινωνίας στο βωμό του «καπιταλιστικού εξορθολογισμού»; Μπορεί, αντίθετα, να γίνει πεδίο δημιουργίας νέων κοινωνικών δεσμών και μορφών πολιτικής παρέμβασης των «από κάτω» στις εξελίξεις; Αυτό που έρχεται θα οδηγήσει άραγε στους ψυχιάτρους τους αποταγμένους μεσοαστούς και στις ουρές της Πρόνοιας τους φτωχότερους, όπως ήδη συμβαίνει; Ή μπορεί να κυοφορήσει μια αλλαγή Παραδείγματος πέρα από τις επιθυμίες της νέας πληθυντικής μας Δεξιάς η οποία θρησκεύεται με τον «Ορθό Λόγο»;
Αυτή τη στιγμή επιχειρείται από διάφορες πλευρές να επιβληθεί ένα μοντέλο εθνικής ανόρθωσης (κατά τη φρασεολογία Λοβέρδου), που διαχωρίζει τη διάσωση ή την «αυτοσυντήρηση του έθνους» από το πρόβλημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αναδιανομής του πλούτου, της άσκησης των δημοκρατικών κοινωνικών ελευθεριών, της αξιοπρέπειας του εργαζόμενου ανθρώπου. Αυτός ο πολεμικός «ορθολογισμός» επαναφέρει τη διαίρεση μεταξύ του έθνους των μοντέρνων και του έθνους των παρωχημένων, μεταξύ των πρωτοποριών της γνώσης και της διακυβέρνησης και όλων των υπόλοιπων που κατακεραυνώνονται ως δυνάμεις του παρελθόντος και του σκότους.
Πρωτόλειος οικονομισμός, «επιτελικός» κρατισμός των «κεντρώων» νεοφιλελεύθερων, νομικισμός που αδιαφορεί για κάθε αίσθηση του δικαίου: όλα αυτά αθροίζονται σε ένα πλέγμα εξουσιαστικού λόγου, το οποίο δεν έχει δισταγμούς να φτάσει στα άκρα.
Και, από μια άποψη, οι συνθήκες που ζούμε αλλάζουν τους όρους της διαίρεσης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Ο ζωτικός ιδεολογικός πυρήνας της σύγχρονης Δεξιάς είναι φωνές και δυνάμεις οι οποίες προέρχονται κατά βάση από το φαντασματικό «δυναμικό Κέντρο» (φρασεολογία Διαμαντοπούλου), από τον γαλαξία της «ένωσης των μεταρρυθμιστών». Αυτό το γεγονός μπορεί, υπό όρους, να λειτουργήσει και απελευθερωτικά για τη διαμόρφωση μιας ριζοσπαστικής δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας. Σε αυτή τη σφαίρα δεν είναι πια αδύνατη η επίτευξη συναινέσεων μεταξύ αριστερού αντικαπιταλισμού και πολιτικού φιλελευθερισμού. Στο βαθμό που στην Αριστερά (εκτός ΚΚΕ) γίνεται συνείδηση η κεντρικότητα του ζητήματος της δημοκρατίας στον αγώνα εναντίον των νέων «απαράτσικ», των ιεροκηρύκων της ανόρθωσης διά της καταστροφής, αυτή η διεργασία έχει ήδη ξεκινήσει.
Με την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι και οι ευαισθησίες του κριτικού πολιτικού φιλελευθερισμού ή της φιλελεύθερης κεντροαριστεράς θα αποστασιοποιηθούν από τις εκσυγχρονιστικές μυθολογίες που στη σημερινή τους έκφραση τείνουν να γεννήσουν θεσμικούς πραξικοπηματίες.


 *Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ


Δείτε και:

Νικόλας Σεβαστάκης: Η διανόηση, η δημοκρατία και το σχίσμα




Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Kάλεσμα γάλλων διανοουμένων υπερ του ελληνικού λαού-Sauvons le peuple grec de ses sauveurs ! Par un collectif d’intellectuels et d’artistes européens



Koρυφαίοι γάλλοι στοχαστές μεταξύ των οποίων ο Μπαντιού, ο Μπαλιμπάρ, ο Νανσύ,  ο Ρανσιέρ, κ.ά.,υπογράφουν κείμενο υποστήριξης του ελληνικού λαού το οποίο δημοσίευσε η εφημερίδα Liberation.

ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΤΗΡΕΣ ΤΟΥ

Τη στιγμή που ένας στους δύο Έλληνες νέους είναι άνεργος, 25.000 άστεγοι περιπλανώνται στους δρόμους της Αθήνας, το 30% του πληθυσμού βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχιας, χιλιάδες οικογένειες υποχρεούνται να βάλουν τα παιδιά τους σε ιδρύματα προκειμένου να μην πεθάνουν από την πείνα και το κρύο, νεόφτωχοι και πρόσφυγες δίνουν μάχες για τους σκουπιδοτενεκέδες στους δημόσιους χώρους, οι «σωτήρες» της Ελλάδας, υπό το πρόσχημα ότι οι Έλληνες «δεν καταβάλουν αρκετές προσπάθειες», επιβάλλουν ένα νέο σχέδιο βοήθειας που διπλασιάζει τη χορηγούμενη θανατηφόρα δόση. Ένα σχέδιο που καταργεί το εργατικό Δίκαιο  και καταδικάζει τους φτωχούς σε ακραία ένδεια, εξαφανίζοντας παράλληλα τις μεσαίες τάξεις. 

Ο στόχος δεν είναι σε καμία περίπτωση η «σωτηρία» της Ελλάδας: όλοι οι οικονομολόγοι που είναι  άξιοι του ονόματός τους συμφωνούν επ’ αυτού. Το ζητούμενο  είναι να κερδηθεί  χρόνος προκειμένου να σωθούν  οι πιστωτές ενώ παράλληλα η χώρα οδηγείται σε μια προδιαγεγραμμένη  χρεοκοπία.  Πρωτίστως, το ζητούμενο είναι να μετατραπεί η   Ελλάδα σε  εργαστήριο μιας κοινωνικής μεταλλαγής που θα γενικευθεί, σε έναν δεύτερο χρόνο, σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το μοντέλο που δοκιμάζεται πάνω στους Έλληνες είναι εκείνο μιας κοινωνίας χωρίς δημόσιες υπηρεσίες, στο πλαίσιο της οποίας τα σχολεία, τα νοσοκομεία και τα ιατρικά κέντρα κατεδαφίζονται, η υγεία καθίσταται προνόμιο των πλουσίων, οι ευπαθείς πληθυσμοί προορίζονται για μια προγραμματισμένη εξόντωση, ενώ όσοι εξακολουθούν  να έχουν μια εργασία  καταδικάζονται σε ακραίες μορφές εργασιακής επισφάλειας και οικονομικής εξαθλίωσης.    
                       
Προκειμένου όμως αυτή η αντεπίθεση του νεοφιλελευθερισμού να πετύχει τον στόχο της χρειάζεται να εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς που καταργεί τα πλέον στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα. Με διαταγή των σωτήρων, βλέπουμε λοιπόν να εγκαθίστανται στην Ευρώπη κυβερνήσεις τεχνοκρατών που περιφρονούν τη λαϊκή κυριαρχία. Πρόκειται για ένα σημείο καμπής όσον αφορά στα κοινοβουλευτικά καθεστώτα στο πλαίσιο των οποίων βλέπουμε τους «αντιπροσώπους του λαού» να εξουσιοδοτούν εν λευκώ τους ειδικούς και τους τραπεζίτες, απαρνούμενοι την υποτιθέμενη εξουσία τους να αποφασίζουν. Ένα είδος κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος, το οποίο προσφεύγει, μεταξύ άλλων, και σε ένα διευρυμένο κατασταλτικό οπλοστάσιο απέναντι στις λαϊκές διαμαρτυρίες. Έτσι, από τη στιγμή που οι βουλευτές επικύρωσαν την διαμετρικά αντίθετη με την εντολή που είχαν λάβει σύμβαση που τους υπαγόρευσε η Τρόικα (Ευρωπαϊκή Ένωση, Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), μια εξουσία στερούμενη δημοκρατικής νομιμότητας υποθήκευσε το μέλλον της χώρας για τα επόμενα τριάντα ή σαράντα χρόνια.          

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση ετοιμάζεται να δημιουργήσει έναν δεσμευμένο τραπεζικό λογαριασμό στον οποίον θα κατατίθεται απευθείας η βοήθεια προς την Ελλάδα προκειμένου να χρησιμοποιείται αποκλειστικά προς όφελος του χρέους. Τα έσοδα της χώρας οφείλουν να αφιερώνονται κατά «απόλυτη προτεραιότητα» στην εξόφληση των πιστωτών και, εφόσον παραστεί ανάγκη, να κατατίθενται απευθείας σε αυτόν τον λογαριασμό την διαχείριση του οποίου έχει αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Σύμβαση υπαγορεύει ρητά  ότι κάθε νέα υποχρέωση που θα προκύπτει στο πλαίσιό της θα διέπεται  από το αγγλικό δίκαιο, το οποίο απαιτεί υλικές εγγυήσεις, ενώ οι διενέξεις θα εκδικάζονται από τα δικαστήρια του Λουξεμβούργου, με την   Ελλάδα να έχει αποποιηθεί εκ των προτέρων κάθε δικαίωμα προσφυγής ενάντια σε όποια κατάσχεση αποφασίσουν οι πιστωτές της. Για να ολοκληρωθεί η εικόνα, οι  ιδιωτικοποιήσεις έχουν ανατεθεί  σε ένα Ταμείο υπό τη διαχείριση της Τρόικας  στο οποίο θα κατατίθενται οι τίτλοι ιδιοκτησίας των δημοσίων αγαθών. Εν συντομία, έχουμε να κάνουμε με μια γενικευμένη λεηλασία, χαρακτηριστικό γνώρισμα του χρηματοπιστωτικού  καπιταλισμού που προσφέρει εν προκειμένω στον εαυτό του μια  θεσμική καθοσίωση. Στο βαθμό που πωλητές και αγοραστές θα κάθονται στην ίδια πλευρά του τραπεζιού, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι το  εν λόγω εγχείρημα ιδιωτικοποιήσεων  αποτελεί πραγματικό συμπόσιο για τους αγοραστές.

Όλα τα μέτρα που έχουν ληφθεί έως τώρα είχαν ως μοναδικό  αποτέλεσμα την εμβάθυνση του ελληνικού εθνικού χρέους το οποίο, με τη βοήθεια των σωτήρων που δανείζουν με τοκογλυφικά επιτόκια, έχει κυριολεκτικά εκτοξευθεί στα ύψη προσεγγίζοντας το 170%  ενός  ακαθάριστου εθνικού προϊόντος σε ελεύθερη πτώση, ενώ το 2009 δεν αντιπροσώπευε παρά το 120%. Μπορεί κανείς να στοιχηματίσει ότι αυτός ο εσμός  σχεδίων σωτηρίας -τα οποία παρουσιάζονται κάθε φορά ως «τελικά»- δεν στόχευε παρά στο να εξασθενίσει ολοένα και περισσότερο τη θέση της Ελλάδας ούτως ώστε, στερούμενη κάθε δυνατότητας να προτείνει από μόνη της τους όρους μιας ανασυγκρότησης , να εξαναγκαστεί να εκχωρήσει τα πάντα στους πιστωτές της υπό τον εκβιασμό «καταστροφή ή λιτότητα». Η τεχνητή και καταναγκαστική επιδείνωση του προβλήματος του χρέους χρησιμοποιήθηκε σαν όπλο εφόδου  για την άλωση  μιας κοινωνίας στο σύνολό της.  

Σκόπιμα χρησιμοποιούμε εδώ όρους που ανήκουν στη στρατιωτική ορολογία: πρόκειται σαφώς για έναν πόλεμο που διεξάγεται με τα μέσα της οικονομίας, της πολιτικής και του δικαίου, έναν πόλεμο ταξικό εναντίον ολόκληρης της κοινωνίας. Και τα λάφυρα που η χρηματοπιστωτική  τάξη υπολογίζει να αποσπάσει από «τον εχθρό» είναι τα κοινωνικά κεκτημένα και τα δημοκρατικά δικαιώματα, αλλά αυτό που διακυβεύεται σε τελική ανάλυση είναι η δυνατότητα για  μια ανθρώπινη ζωή. Και η ζωή εκείνων που δεν παράγουν ή δεν καταναλώνουν αρκετά σε σύγκριση με τις στρατηγικές μεγιστοποίησης του κέρδους, δεν πρέπει να διατηρηθεί.

Έτσι, η αδυναμία μιας χώρας πιασμένης στη μέγγενη της χωρίς  όρια κερδοσκοπίας και των καταστροφικών σχεδίων σωτηρίας, γίνεται η μυστική πόρτα από την οποία εισβάλλει βίαια ένα μοντέλο κοινωνίας σύμφωνο προς τις απαιτήσεις του νέο-φιλελεύθερου φονταμενταλισμού. Μοντέλο που προορίζεται για ολόκληρη την Ευρώπη και πέραν αυτής. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα, και γι αυτό η υπεράσπιση του ελληνικού λαού δεν είναι συρρικνώσιμη  σε μια χειρονομία  αλληλεγγύης ή  αφηρημένης ανθρωπιάς: διακυβεύεται το μέλλον της δημοκρατίας και η τύχη των ευρωπαϊκών λαών. Παντού η «επιτακτική αναγκαιότητα» μιας «οδυνηρής αλλά σωτήριας» λιτότητας θα μας παρουσιαστεί ως το μέσον για να αποφύγουμε τη μοίρα της Ελλάδας, ενώ οδηγεί κατευθείαν σε αυτήν.
Μπροστά σε αυτή την οργανωμένη επίθεση ενάντια στην κοινωνία, μπροστά στην καταστροφή και των τελευταίων νησίδων της δημοκρατίας, καλούμε τους συμπολίτες μας, τους γάλλους και ευρωπαίους φίλους μας να εκφρασθούν σθεναρά. Δεν πρέπει να αφήσουμε το μονοπώλιο του λόγου στους ειδήμονες και στους πολιτικάντηδες. Το γεγονός ότι το αίτημα κυρίως των γερμανών και των γάλλων ιθυνόντων είναι η απαγόρευση πλέον των εκλογών στην Ελλάδα μπορεί να  μάς αφήνει άραγε αδιάφορους; Ο στιγματισμός και η συστηματική δυσφήμηση ενός λαού δεν θα άξιζε άραγε μια απάντηση; Είναι δυνατόν να μην υψώσουμε την φωνή μας ενάντια στη θεσμική δολοφονία του ελληνικού λαού; Και μπορούμε άραγε να σιωπούμε μπροστά στην καταναγκαστική εγκαθίδρυση ενός συστήματος που θέτει εκτός νόμου ακόμη και την ίδια την ιδέα της κοινωνικής αλληλεγγύης;

Βρισκόμαστε σε ένα σημείο μη επιστροφής. Είναι επείγον να δώσουμε  τη μάχη των αριθμών και τον πόλεμο των λέξεων για να αναχαιτίσουμε  την ακραίο-φιλελεύθερη ρητορική του φόβου και της παραπληροφόρησης. Είναι επείγον να αποδομήσουμε τα μαθήματα ηθικής που συσκοτίζουν  την πραγματική διαδικασία που εκτυλίσσεται μέσα στην κοινωνία. Είναι κάτι περισσότερο από επείγον να απομυθοποιήσουμε τη ρατσιστική εμμονή περί  ελληνικής «ιδιαιτερότητας»  που φιλοδοξεί να αναγάγει  τον υποτιθέμενο εθνικό χαρακτήρα ενός λαού (τεμπελιά ή κατά βούληση πονηριά) σε  πρωταρχική  αιτία μιας κρίσης η οποία στην πραγματικότητα είναι παγκόσμια. Αυτό που μετρά σήμερα δεν είναι οι ιδιαιτερότητες, πραγματικές ή φαντασιακές, αλλά τα κοινά: η τύχη ενός λαού που θα επηρεάσει και τους άλλους.

Πολλές τεχνικές λύσεις έχουν προταθεί για να βγούμε από το δίλημμα «ή  καταστροφή της κοινωνίας ή  πτώχευση» (πράγμα που σημαίνει, το βλέπουμε σήμερα: «και καταστροφή και πτώχευση). Όλες οι λύσεις πρέπει να εξεταστούν  σαν στοιχεία στοχασμού προκειμένου να οικοδομήσουμε μιαν άλλη Ευρώπη. Αλλά κατ’ αρχάς πρέπει να καταγγείλουμε το έγκλημα, να αναδείξουμε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ελληνικός λαός, εξ αιτίας των «σχεδίων βοήθειας» τα οποία έχουν συλληφθεί από και για τους κερδοσκόπους και τους πιστωτές. Τη στιγμή που ένα κίνημα υποστήριξης υφαίνεται σε όλο τον κόσμο, όπου τα δίκτυα Ιντερνέτ βουίζουν από πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, οι γάλλοι διανοούμενοι θα ήταν άραγε οι τελευταίοι που θα ύψωναν τη φωνή τους υπέρ της Ελλάδας; Χωρίς να περιμένουμε περισσότερο, ας πολλαπλασιάσουμε τα άρθρα, τις παρεμβάσεις στα μέσα, τις συζητήσεις, τις εκκλήσεις, τις διαδηλώσεις. Γιατί κάθε πρωτοβουλία είναι καλοδεχούμενη, κάθε πρωτοβουλία είναι επείγουσα. Σε ό,τι  μας αφορά, ιδού τι προτείνουμε: να προχωρήσουμε τάχιστα στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής επιτροπής διανοουμένων και καλλιτεχνών για την αλληλεγγύη προς  τον ελληνικό λαό  που αντιστέκεται.
Αν δεν είμαστε εμείς, ποιος θα είναι;
Αν δεν είναι τώρα, πότε θα είναι;

Βίκη ΣΚΟΥΜΠΗ, Αρχισυντάκτρια του περιοδικού αλήthεια, Αθήνα.
Michel SURYA, Διευθυντής του περιοδικού Lignes, Παρίσι.
Δημήτρις Βεργέτης, Διευθυντής του περιοδικού αλήthεια.
Και
Daniel ALVARO
Alain BADIOU
Jean-Christophe BAILLY
Etienne BALIBAR
Fernanda BERNARDO
Barbara CASSIN
Bruno CLEMENT
Danièle COHEN-LEVINAS
Yannick COURTEL
Claire DENIS
Georges DIDI-HUBERMANN
Roberto ESPOSITO
Francesca ISIDORI
Pierre-Philippe JANDIN
Jèrôme LEBRE
Jean-Clet MARTIN
Jean-Luc NANCY
Jacques RANCIERE
Judith REVEL
Elisabeth RIGAL
Jacob ROGOZINSKI
Avital RONELL
Ugo SANTIAGO
Beppe SEBASTE
Michele SINAPI
Enzo TRAVERSO


Sauvons le peuple grec de ses sauveurs ! 
Par un collectif d’intellectuels et d’artistes européens


Au moment où un jeune Grec sur deux est au chômage, où 25 000 SDF errent dans les rues d’Athènes, où 30% de la population est tombée sous le seuil de pauvreté, où des milliers de familles sont obligées de placer leurs enfants pour qu’ils ne crèvent pas de faim et de froid, où nouveaux pauvres et réfugiés se disputent les poubelles dans les décharges publiques, les «sauveurs» de la Grèce, sous prétexte que les Grecs «ne font pas assez d’efforts», imposent un nouveau plan d’aide qui double la dose létale administrée. Un plan qui abolit le droit du travail, et qui réduit les pauvres à l’extrême misère, tout en faisant disparaître du tableau les classes moyennes.

Le but ne saurait être le «sauvetage» de la Grèce : sur ce point, tous les économistes dignes de ce nom sont d’accord. Il s’agit de gagner du temps pour sauver les créanciers tout en menant le pays à une faillite différée. Il s’agit surtout de faire de la Grèce le laboratoire d’un changement social qui, dans un deuxième temps, se généralisera à toute l’Europe. Le modèle expérimenté sur les Grecs est celui d’une société sans services publics, où les écoles, les hôpitaux et les dispensaires tombent en ruine, où la santé devient le privilège des riches, où les populations vulnérables sont vouées à une élimination programmée, tandis que ceux qui travaillent encore sont condamnés aux formes extrêmes de la paupérisation et de la précarisation.

Mais pour que cette offensive du néolibéralisme puisse arriver à ses fins, il faut instaurer un régime qui fait l’économie de droits démocratiques les plus élémentaires. Sous l’injonction des sauveurs, on voit donc s’installer en Europe des gouvernements de technocrates qui font fi de la souveraineté populaire. Il s’agit d’un tournant dans les régimes parlementaires où l’on voit les «représentants du peuple» donner carte blanche aux experts et aux banquiers, abdiquant leur pouvoir décisionnel supposé. Un coup d’Etat parlementaire en quelque sorte, qui fait aussi appel à un arsenal répressif amplifié face aux protestations populaires. Ainsi, dès lors que les députés ont ratifié la convention dictée par la troïka (l’Union européenne, la Banque centrale européenne et le Fonds monétaire international), diamétralement opposée au mandat qu’ils avaient reçu, un pouvoir dépourvu de légitimité démocratique aura engagé l’avenir du pays pour trente ou quarante ans.

Parallèlement l’Union européenne s’apprête à constituer un compte bloqué où serait directement versée l’aide à la Grèce afin qu’elle soit employée uniquement au service de la dette. Les recettes du pays devraient être en «priorité absolue» consacrées au remboursement de créanciers, et, si besoin est, directement versées à ce compte géré par l’Union européenne. La convention stipule que toute nouvelle obligation émise dans son cadre sera régie par le droit anglais, qui engage des garanties matérielles, alors que les différends seront jugés par les tribunaux du Luxembourg, la Grèce ayant renoncé d’avance à tout droit de recours contre une saisie décidée par ses créanciers. Pour compléter le tableau, les privatisations sont confiées à une caisse gérée par la troïka, où seront déposés les titres de propriété de biens publics. Bref, c’est le pillage généralisé, trait propre du capitalisme financier qui s’offre ici une belle consécration institutionnelle. Dans la mesure où vendeurs et acheteurs siégeront du même côté de la table, on ne doute guère que cette entreprise de privatisation soit un vrai festin pour les repreneurs.

Or toutes les mesures prises jusqu’à maintenant n’ont fait que creuser la dette souveraine grecque et, avec le secours de sauveurs qui prêtent à des taux usuraires, celle-ci a carrément explosé en approchant des 170% d’un PIB en chute libre, alors qu’en 2009 elle n’en représentait encore que 120%. Il est à parier que cette cohorte de plans de sauvetage - à chaque fois présentés comme «ultimes» - n’a eu d’autre but que d’affaiblir toujours davantage la position de la Grèce de sorte que, privée de toute possibilité de proposer elle-même les termes d’une restructuration, elle soit réduite à tout céder à ses créanciers sous le chantage de «la catastrophe ou l’austérité».

L’aggravation artificielle et coercitive du problème de la dette a été utilisée comme une arme pour prendre d’assaut une société entière. C’est à bon escient que nous employons ici des termes relevant du domaine militaire : il s’agit bel et bien d’une guerre conduite par les moyens de la finance, de la politique et du droit, une guerre de classe contre la société entière. Et le butin que la classe financière compte arracher à «l’ennemi», ce sont les acquis sociaux et les droits démocratiques, mais au bout du compte, c’est la possibilité même d’une vie humaine. La vie de ceux qui ne produisent ou ne consomment pas assez au regard des stratégies de maximisation du profit, ne doit plus être préservée.

Ainsi, la faiblesse d’un pays pris en étau entre la spéculation sans limites et les plans de sauvetage dévastateurs, devient la porte dérobée par où fait irruption un nouveau modèle de société conforme aux exigences du fondamentalisme néolibéral. Modèle destiné à toute l’Europe et plus si affinités. C’est le véritable enjeu et c’est pour cela que défendre le peuple grec ne se réduit pas à un geste de solidarité ou d’humanité abstraite : l’avenir de la démocratie et le sort des peuples européens sont en question. Partout la «nécessité impérieuse» d’une austérité «douloureuse, mais salutaire» va nous être présentée comme le moyen d’échapper au destin grec, alors qu’elle y mène tout droit.

Devant cette attaque en règle contre la société, devant la destruction des derniers îlots de la démocratie, nous appelons nos concitoyens, nos amis français et européens à s’exprimer haut et fort. Il ne faut pas laisser le monopole de la parole aux experts et aux politiciens. Le fait qu’à la demande des dirigeants allemands et français en particulier la Grèce soit désormais interdite d’élections peut-il nous laisser indifférents ? La stigmatisation et le dénigrement systématique d’un peuple européen ne mériteraient-ils pas une riposte ? Est-il possible de ne pas élever sa voix contre l’assassinat institutionnel du peuple grec ? Et pouvons-nous garder le silence devant l’instauration à marche forcée d’un système qui met hors la loi l’idée même de solidarité sociale ?

Nous sommes au point de non-retour. Il est urgent de mener la bataille des chiffres et la guerre des mots pour contrer la rhétorique ultralibérale de la peur et de la désinformation. Il est urgent de déconstruire les leçons de morale qui occultent le processus réel à l’œuvre dans la société. Il devient plus qu’urgent de démystifier l’insistance raciste sur la «spécificité grecque», qui prétend faire du caractère national supposé d’un peuple (paresse et roublardise à volonté) la cause première d’une crise en réalité mondiale. Ce qui compte aujourd’hui ne sont pas les particularités, réelles ou imaginaires, mais les communs : le sort d’un peuple qui affectera tous les autres.

Bien des solutions techniques ont été proposées pour sortir de l’alternative «ou la destruction de la société ou la faillite» (qui veut dire, on le voit aujourd’hui : «et la destruction et la faillite»). Toutes doivent être mises à plat comme éléments de réflexion pour la construction d’une autre Europe. Mais d’abord il faut dénoncer le crime, porter au grand jour la situation dans laquelle se trouve le peuple grec à cause des «plans d’aide» conçus par et pour les spéculateurs et les créanciers. Au moment où un mouvement de soutien se tisse autour du monde, où les réseaux d’Internet bruissent d’initiatives de solidarité, les intellectuels français seraient-ils donc les derniers à élever leur voix pour la Grèce ? Sans attendre davantage, multiplions les articles, les interventions dans les médias, les débats, les pétitions, les manifestations. Car toute initiative est bienvenue, toute initiative est urgente.

Pour nous, voici ce que nous proposons : aller très vite vers la formation d’un comité européen des intellectuels et des artistes pour la solidarité avec le peuple grec qui résiste. Si ce n’est pas nous, ce sera qui ? Si ce n’est pas maintenant, ce sera quand ?

Vicky Skoumbi, rédactrice en chef de la revue «Alètheia», Athènes, Michel Surya, directeur de la revue «Lignes», Paris, Dimitris Vergetis, directeur de la revue «Alètheia», Athènes.

Et : Daniel Alvara,Alain Badiou, Jean-Christophe Bailly, Etienne Balibar, Fernanda Bernardo, Barbara Cassin, Bruno Clément, Danielle Cohen-Levinas, Yannick Courtel, Claire Denis, Georges Didi-Huberman, Roberto Esposito, Francesca Isidori, Pierre-Philippe Jandin, Jérôme Lèbre, Jean-Clet Martin, Jean-Luc Nancy, Jacques Rancière, Judith Revel, Elisabeth Rigal, Jacob Rogozinski, Hugo Santiago, Beppe Sebaste, Michèle Sinapi, Enzo Traverso
       


Για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας


Η ελληνική κοινωνία δοκιμάζεται τόσο από την κρίση όσο και από τις αδιέξοδες συνταγές αντιμετώπισής της. Υποχωρούν θεσμοί που συγκροτήθηκαν μέσα από πολλούς αγώνες και θυσίες στη μεταπολεμική Ελλάδα: οι κοινωνικές ασφαλίσεις, το σύστημα δημόσιας υγείας και περίθαλψης, η εκπαίδευση, οι συγκοινωνίες, το φυσικό και αστικό περιβάλλον, η δυνατότητα ασφαλούς διαβίωσης, στοιχειώδη δημόσια αγαθά που συνιστούν την ελληνική εκδοχή ενός ήδη λειψού και απαξιωμένου κοινωνικού κράτους κατεδαφίζονται, με αποτέλεσμα η κοινωνία να οδηγείται στην ασφυξία.
Προβάλλεται εκβιαστικά το δίλημμα: λιτότητα ή χρεοκοπία; Ωστόσο, δεν πρόκειται για δίλημμα αλλά για αρνητικό άθροισμα: και λιτότητα και χρεοκοπία. Η ανά τρεις μήνες απειλή αποβολής της Ελλάδας από την ευρωζώνη είναι ηθικά ανοίκεια και οικονομικά καταστροφική, γιατί ενισχύει την βαριά ύφεση, μετατρέποντας την Ευρώπη σε κεντρικό παράγοντα αβεβαιότητας, οικονομικής αστάθειας και βαθέματος της κρίσης. Η ίδια η Ευρώπη διαμορφώνει τις συνθήκες ώστε η Ελλάδα να μην τηρεί τις δανειακές της υποχρεώσεις.
Κάθε μέρα γίνεται πιο φανερό ότι η συγκεκριμένη πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης, που κορυφώθηκε με την ψήφιση του Μνημονίου 2, δεν είναι μια πορεία διάσωσης και εξόδου ούτε άρσης των χρόνιων παθογενειών του ελληνικού πολιτικού και οικονομικού συστήματος, αλλά μια πορεία καταστροφική, βασισμένη στην κοινωνική αδικία. Την κρίση δεν την υφίστανται όσοι εκμεταλλεύτηκαν το κράτος και το δημόσιο συμφέρον επί δεκαετίες, αλλά οι πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρωτοφανή επιχείρηση αναδιανομής πλούτου και ισχύος, που υπονομεύει το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, δημιουργώντας ακραίες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Ταυτόχρονα, επανεμφανίζεται δυναμικά ο εθνικισμός ενώ εντείνονται ο ρατσισμός και η ξενοφοβία.
Η ψευδώνυμη χρήση της έννοιας της «μεταρρύθμισης» είναι ενδεικτική για την αδυναμία υπέρβασης της κρίσης. Και αυτοί ακόμη που ήλπιζαν ότι η κρίση θα αποτελούσε ευκαιρία εξυγίανσης και τολμηρής θεσμικής ανανέωσης αντιλαμβάνονται πλέον ότι οι επιβαλλόμενες «μεταρρυθμίσεις» διαλύουν την κοινωνία. Ο λόγος που κυριαρχούσε στο εσωτερικό και εντείνεται στο εξωτερικό είναι ηθικολογικός, τιμωρητικός και ενοχοποιητικός. Κάθε αντίρρηση και κριτική επισείει την κατηγορία του «λαϊκισμού», του «συντεχνιασμού» και του «αντιευρωπαϊσμού». Αφού πρώτα στιγματίστηκε η μεταπολίτευση και το πνεύμα δημοκρατίας που έφερε στον τόπο, παρακολουθήσαμε και τον εξαγνισμό της άκρας δεξιάς, με τη συμπερίληψή της στην κυβέρνηση. Παράλληλα, πυκνώνουν οι προτάσεις για κυβερνήσεις «αρίστων», για συνασπισμούς τεχνοκρατών που θα «σώσουν» τη χώρα. Πρόκειται για ισχυρές αντιδημοκρατικές και αυταρχικές τάσεις, που εκμεταλλεύονται, με λαϊκιστικό τρόπο, τα δικαιολογημένα αισθήματα αποτροπιασμού απέναντι στην παλιά τάξη πραγμάτων που καταρρέει. Ωστόσο, σε αντίθεση με έναν ρηχό «εθνικά υπερήφανο» λόγο εναντίον των δανειακών συμβάσεων, δεν νοσταλγούμε, βέβαια, αυτή την τάξη.
Ελλάδα και Ευρώπη βυθίζονται σε μια αλληλοτροφοδοτούμενη κρίση, που δείχνει όχι μόνο τις θεσμικές αδυναμίες της Ένωσης, αλλά και τη διαχείρισή της από τις συντηρητικές ηγεσίες με νεοφιλελεύθερες συνταγές. Όσο και αν μοιάζει δύσκολο, οφείλουμε να εργαστούμε για μια κοινωνική και δημοκρατική Ευρώπη, που θα προβάλλει τις ιστορικές και πολιτικές της αξίες, δίνοντας νέο περιεχόμενο στην παγκοσμιοποίηση — άλλωστε, η λύση δεν μπορεί να είναι εθνική, αλλά πρέπει να ανταποκρίνεται στις διαστάσεις της ηπείρου μας, και όχι μόνο. Σήμερα ταπεινώνουν τους Έλληνες, αύριο τους υπόλοιπους λαούς, σπέρνοντας δυσπιστία και μίσος ανάμεσά τους. Πρόκειται για μια καταστροφική στιγμή στην ευρωπαϊκή ιστορία. Έτσι, η αλληλεγγύη προς την Ελλάδα συνιστά πολιτικό διακύβευμα για όλη την προοδευτική Ευρώπη.
Απέναντι στον άκριτο και εντέλει ταξικό λόγο οφείλουμε να προτάξουμε την κριτική σκέψη, την καθημερινή εμπειρία και τις ανάγκες των πολιτών, ιδίως αυτών που πλήττονται άδικα από την κρίση. Όσοι και όσες υπογράφουμε το κείμενο, επιθυμούμε να συμβάλουμε στη διαμόρφωση ενός ισχυρού μετώπου υπεράσπισης της κοινωνίας και της δημοκρατίας. Μια μεγάλη συμπαράταξη, που θα φέρνει κοντά ανθρώπους από διαφορετικούς χώρους, με στόχο να αποκαταστήσει το νόημα των λέξεων, τη δημιουργική επικοινωνία ανάμεσα σε κοινωνικούς χώρους και πολίτες με διαφορετικές εντάξεις, που συμμερίζονται τις θεμελιώδεις αρχές της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας, τις συντεταγμένες δηλαδή της ιδιότητας του πολίτη σε ένα φιλελεύθερο και δημοκρατικό πολίτευμα.
Απορρίπτοντας τη λογική του «μονόδρομου», τα ανιστόρητα στερεότυπα που ενοχοποιούν την ελληνική κοινωνία καταρρακώνοντας τη συλλογική αξιοπρέπειά μας, επιδιώκουμε να αναδείξουμε, εντός κι εκτός Ελλάδας, τις συνέπειες της κρίσης. H ελληνική κρίση είναι μέρος μιας συνολικότερης κρίσης, η οποία αλλάζει θεμελιακά την ιστορική εποχή που ζούμε. Σ’ αυτήν τη μεταιχμιακή περίοδο είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι διακυβεύονται τόσο η έννοια του κοινωνικού, όσο και η δημοκρατία και τα δικαιώματα του πολίτη.


Υπογραφές
 ****


Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

Νικόλας Σεβαστάκης, Δυο καλοκαίρια: 2004/2011


To καλοκαίρι του 2004, το μεγάλο γεγονός των Ολυμπιακών Αγώνων επιλέχτηκε ως σύμβολο της δημοκρατίας του επιτεύγματος, ως ενσάρκωση της ιδέας της ισχυρής Ελλάδας. Την περίοδο εκείνη, ένα σημαντικό τμήμα των ελίτ έσπευδε να χαιρετήσει την «ωρίμανση» του έλληνα πολίτη, τη συμφιλίωση ανάμεσα στις εμπειρίες της υλικής ευημερίας και σε μια νέα αίσθηση ευθύνης η οποία, λεγόταν, κλείνει τους λογαριασμούς με την κουλτούρα των διχασμών και των «παράλογων» φόβων. Το καλοκαίρι του 2004 ήταν, θα μπορούσε να πει κανείς, η υλική και πολιτιστική προέκταση της φασματικής ύπαρξης του λεγόμενου μεσαίου χώρου. Και συγχρόνως συμπύκνωνε τους κοινούς τόπους του εκσυγχρονιστικού «νέου πατριωτισμού».
Το καλοκαίρι του 2011, η επίκληση της συναίνεσης έχει αλλάξει τελείως πρόσημο και χαρακτήρα. Ό, τι έχει απομείνει από το μπλοκ της ορθοφροσύνης του 2004 ανακαλύπτει τώρα το μεγάλο κακό: ότι ο πολίτης δεν έχει ωριμάσει, ότι ο διεκδικητικός «παιδισμός» δεν έχει κατανικηθεί, ότι, κοντολογίς, ο λαός παραμένει ανεπίτρεπτα λαϊκιστής. Η παλιά σύνθεση δημοκρατικού ηδονισμού και εκσυγχρονισμού μοιάζει πλέον με ένα πολύ μακρινό παρελθόν. Η (ψευδής) θετικότητα, μαραζωμένη ήδη εδώ και χρόνια, καταπλακώθηκε απότομα από την επίγνωση της αμαρτίας, της πτώσης και της ανάγκης για εξιλέωση. Για αυτό και οι νέοι τόνοι της ορθοφροσύνης δεν περιγράφουν κάποια χώρα μεταλλίων αλλά έναν τόπο μαρτυρίου. Από την Ελλάδα μεγάλο θεματικό πάρκο περάσαμε στην Ελλάδα σωφρονιστική αποικία. Από τις ρητορικές της αυτοπεποίθησης φτάσαμε σε έναν, σχεδόν σαδιστικό, στιγματισμό του Έλληνα ως ανερμάτιστου απατεωνίσκου.
Το 2004, ο τόνος ήταν ευφορικός, αντι-απαισιόδοξος, φιλικός προς τον χρήστη, όπως εκείνα τα καταιγιστικά διαφημιστικά μηνύματα των τραπεζών και της κινητής τηλεφωνίας της εποχής. Ήταν ο «φιλελευθερισμός» της χορηγίας, της προσδοκίας για success stories, της επιδεικτικής γαλανόλευκης κατάφασης. Το 2011 ο καθώς πρέπει δημόσιος λόγος αρχίζει με αυστηρές προειδοποιήσεις και καταλήγει στις ανοιχτές απειλές. Σα να λέει: τέρμα πια τα δημοκρατικά σας παραμύθια, τέλος πια με τα δικαιώματα· ήλθε η ώρα της «υποχρέωσης». Κάποια χρόνια μετά τον εξαναγκασμό στην ευωχία βρισκόμαστε στην απηνή καταδίωξη της χαράς, στην επικυριαρχία των θλιμμένων παθών, στην ιερή επιταγή για θυσία και πόνο. Και η οικονομική των Μνημονίων γίνεται ένα είδος πρακτικής θεολογίας για ένα έθνος ασώτων και παραπλανημένων. Στη θέση της «ματαιωμένης» καταναλωτικής θετικότητας υψώνεται μια θεολογική κακεντρέχεια σύμφωνα με την οποία κάθε ατομική επιθυμία και κάθε κοινωνικό συναίσθημα είναι πλέον ύποπτα πράγματα απλώς και μόνο επειδή εξακολουθούν να υπάρχουν. Η αναζήτηση των ανθρώπων στις πλατείες για υλική αξιοπρέπεια, για μια αξιοβίωτη ζωή δίχως οικονομική βία εκλαμβάνεται ως κάποια ανάρμοστη επιθυμία για «βόλεμα», αν όχι ως υπεράσπιση των παλιών προνομίων.
Τόσο όμως το θριαμβικό καλοκαίρι του 2004 όσο και η σημερινή στιγμή της «τιμωρίας» αντλούν από το ίδιο ιδεολογικό πεδίο. Στην πρώτη περίπτωση τα πλήθη προσκαλέστηκαν σε μια μειλίχια χαζοχαρούμενη συναίνεση. Τώρα το πλήθος εγκαλείται να αποδεχτεί την καταθλιπτική πραγματικότητα της αυτοτιμωρίας του. Εις το διηνεκές ή για απροσδιόριστο διάστημα. Ο νέος τόνος αποστρέφεται έτσι την παλιότερη εμφάνισή του. Γίνεται αντι-φιλελεύθερος, ελάχιστα ανεκτικός, θυμωμένος με τον τρόπο που ήταν από πάντα οργισμένος ένας Γιάννης Μαρίνος και ένας Αλέκος Παπαδόπουλος. Δεν συνομιλεί πια με το κοινό του -αυτό το κοινό που είχε καλεστεί στο πανηγύρι του 2004- αλλά βρίζοντας το κοινό του όπως στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Πέτερ Χάντκε. Ορκίζεται στις θυσίες, όπως την περίοδο 2000-2004 ορκιζόταν στις ευκαιρίες και στα «ανοίγματα» εναντίον όλων όσων δεν μάθαμε ποτέ να απολαμβάνουμε τη στιγμή.
Η στροφή αυτή δεν συνιστά όμως μια απλή αλλαγή διάθεσης στον λόγο των ελίτ. Δεν έχει σχέση με τις ιδιοσυγκρασίες κάποιων αρθρογράφων και σχολιαστών. Αντίθετα στεγάζει κάτι πολύ σοβαρό και επικίνδυνο. Η όψιμη επίκληση των αξιών της «εργασίας», της «αριστείας», της «σοβαρότητας» κλπ. καλλιεργεί την ιδέα μιας δημοκρατίας χωρίς ίχνος χαράς, μιας ζωής χωρίς γενναιόδωρα ανοίγματα, μιας καθημερινότητας συρρικνωμένης σε άθλιες «στρατηγικές επιβίωσης». Αν σταθούμε για λίγο στο γλωσσάρι της τωρινής ορθοφροσύνης βλέπουμε άλλωστε ότι στερείται παντελώς οποιασδήποτε θετικής υπόσχεσης. Από τις ανταμοιβές στις ποινές, από την απόλαυση στην καταστολή της. Και το πνεύμα είναι ένα: «Θα δείτε τι θα πάθετε αν…». Προειδοποίηση, κλήτευση, καχυποψία. Σαν το πνεύμα που διαπότιζε τις εγκυκλίους τις οποίες έστελνε καθημερινά στα πανεπιστήμια ο απελθών υφυπουργός Παιδείας.
Οι κυρίαρχες δυνάμεις προτείνουν τον εξορθολογισμό ως γενική αστυνόμευση των συμπεριφορών. Πριν από δέκα-δεκαπέντε χρόνια με την ίδια ένταση εγκωμίαζαν την απενοχοποίηση της μεσοαστικής ευημερίας. Το ζητούμενο για ένα κίνημα «πραγματικής δημοκρατίας» είναι στο εξής να υπερβεί και τα δυο παραδείγματα. Και αυτό διότι η στιγμή του 2004 -ύστατη κορύφωση του κύματος ρηχού ευημερισμού- και η αντιδημοκρατική υστερία των σημερινών καλόγερων της «εθνικής ανάνηψης» συνιστούν δυο όψεις της ίδιας αυταπάτης: ότι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, με υπαγορευμένη «ευθυμία του κοινού» ή επιβεβλημένη «μιζέρια» μπορεί να εξασφαλιστεί η συναίνεση. Αυτή η αυταπάτη δεν είναι άλλο από την κατάργηση της πολιτικής ως υπόθεσης όλων· μια κατάργηση της πολιτικής που μπορεί να λαμβάνει διαφορετικές μορφές μέσα στο χρόνο: από τη φαντασμαγορία των Ολυμπιακών Αγώνων του χθες μέχρι τις επιτροπές σοφών για το «δημοψήφισμα» του ερχόμενου Σεπτέμβρη.




Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Διαπιστώσεις...

Στο ιδεολόγημα της «πεφωτισμένης ολιγαρχίας» μόνο ο λαός μπορεί ν’ αντισταθεί και οι διανοούμενοι με κριτική σκέψη. Ευτυχώς υπάρχουν κάποιοι που διαθέτουν αρκετή.


Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Έκκληση διανοουμένων – καλλιτεχνών ενάντια στα Μνημόνια και τα Προγράμματα Λιτότητας-ΔΕ ΧΡΩΣΤΑΜΕ – ΔΕΝ ΠΟΥΛΑΜΕ – ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ






Η έκκληση αναρτήθηκε στον παρακάτω σύνδεσμο:

 

Έκκληση διανοουμένων – καλλιτεχνών ενάντια στα Μνημόνια και τα Προγράμματα Λιτότητας-ΔΕ ΧΡΩΣΤΑΜΕ – ΔΕΝ ΠΟΥΛΑΜΕ – ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ

Ονειρευόμαστε μια άλλη κοινωνία, με ανθρώπους που θα είναι περήφανοι για την εργασία και τη ζωή τους. Μια άλλη κοινωνία δημοκρατίας και αλληλεγγύης , όπου το πολύτιμο αγαθό του χρόνου θα προσφέρεται σε όλους, για να απολαμβάνουν τους καρπούς του ανθρώπινου πολιτισμού. Οι άνθρωποι δεν είναι απόβλητα για να στοιβάζονται στις χωματερές της ανεργίας ούτε μηχανές για να εξοφλούν τα χρέη των ολίγων.
Παρεμβαίνουμε δημόσια για να απαιτήσουμε να μπει τέρμα στην ιδεολογική τρομοκρατία, τα συνεχή εκβιαστικά διλλήματα που καταλήγουν να ζητούν την ανοχή, την συναίνεσή και την υποταγή μας στα νέα δεινά που ετοιμάζουν κυβέρνηση – ΕΕ – ΔΝΤ.
Ενώνουμε τη φωνή μας με την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία που συνθλίβεται από τα Μνημόνια αλλά και αγωνίζεται, γεμίζοντας τις πλατείες και λέμε: Δεν τα φάγαμε μαζί! Αυτοί τα έφαγαν, αυτοί υπέγραψαν τα παράνομα δάνεια, αυτοί θα λογοδοτήσουν.
Το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα πηγαίνει όπισθεν ολοταχώς, ψεύδεται μέσα στην αποδεδειγμένη ενδοτικότητα του. Οδηγεί τη χώρα σε προσχεδιασμένο αδιέξοδο με συνέπειες μη αναστρέψιμες και χωρίς νομιμοποίηση εκποιεί τον δημόσιο πλούτο και τον πολιτισμό.
Ο κόσμος όμως δεν αντέχει άλλο και έχει αποφασίσει να αψηφήσει νουθεσίες και οδηγίες που τον αιχμαλωτίζουν σε άκαρπη αναμονή.
Ξέρει ότι ο δικομματισμός ξόφλησε και ζητάει έλεγχο του χρέους.
Η χώρα δεν είναι τα ντουβάρια, οι δρόμοι και η ξεραμένη γη, είναι οι άνθρωποι που εγκαταλείπονται, οι νέοι που ρίχνονται στην απελπισία της ανεργίας, η δημόσια υγεία και η δημόσια παιδεία που καταργούνται.
Ο κόσμος αρνείται να υποθηκεύσει το μέλλον του σε όποιον το ορέγεται. Απαιτεί έξοδο από το Μνημόνιο.
Στην Ελλάδα και αλλού αναδύεται ένα κοινωνικό μέτωπο αντίστασης, που θα διαμορφώσει ένα νέο πολιτικό ήθος, δημοκρατικό, αυτοκριτικό, ευέλικτο.
Οι εξεγέρσεις και οι μαζικές κινητοποιήσεις που συγκλονίζουν τον κόσμο, από την πλατεία Ταχρίρ μέχρι την Πουέρτα δελ Σολ, δείχνουν ότι κάτι νέο γεννιέται. Μια ευρωπαϊκή και παγκόσμια συμμαχία των λαών, ένας βαθύς κοινωνικός ριζοσπαστισμός, που μπορεί να ανατρέψει το νεοφιλελεύθερο εφιάλτη και την ισοπέδωση της ζωής μας, γίνεται για πρώτη φορά ορατός.
Μπορούμε να κερδίσουμε τον πόλεμο που μας έχουν κηρύξει με τις «ανθρωπιστικές» επεμβάσεις τους και την απάνθρωπη ειρήνη τους.
Ως μέρος του μετώπου αντίστασης, ρήξης και ελπίδας που γεννιέται στους δημόσιους χώρους, τις πλατείες, τους δρόμους και τους τόπους δουλειάς μέσα στη φρίκη ενός καπιταλισμού που σαπίζει τρώγοντας ανθρώπους, δηλώνουμε το παρόν μας σε όλες τις κινητοποιήσεις, τις απεργίες, τις συνελεύσεις και τονίζουμε:

ΔΕ ΧΡΩΣΤΑΜΕ – ΔΕΝ ΠΟΥΛΑΜΕ – ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ

Υπογραφές

Αθανασάκης Νίκος, κιθαριστής, συνθέτης.
Ανδρεάδης Γιάγκος , πανεπιστημιακός
Αντωνίου Περικλής, φωτογράφος
Ασημακόπουλος Γιάννης, εικαστικός
Αστρινάκη Ράνια , πανεπιστημιακός
Βαλαβάνη Νάντια, συγγραφέας
Βάος Αντώνης, ιστορικός
Βασιλακάκης Βασίλης, εικαστικός
Βατικιώτης Λεωνίδας , πανεπιστημιακός
Βενετόπουλος Μπάμπης εικαστικός
Βέττα Καλλιόπη, τραγουδίστρια
Βούλγαρης Παντελής, σκηνοθέτης
Γέρου Κάτια, ηθοποιός
Γκρους Τάσος, μουσικοσυνθέτης
Δημητρίου Αλίντα, σκηνοθέτρια
Δημητρίου Σωτήρης, ανθρωπολόγος
Δημητρούκα Αγαθή , συγγραφέας
Διαμαντίδης Κώστας, συγγραφέας
Δούκα Μάρω , συγγραφέας
Ζαφειροπούλου Λίντα, μουσική παραγωγός
Ζιόβας Γιώργος, ηθοποιός, ποιητής
Ζουλιάτης Κώστας, μουσικός
Ζουρούδης Δημήτρης, εικαστικός
Ιωαννίδου Αλεξάνδρα, σλαβολόγος
Ιωάννου Γιάννης, μουσικοσυνθέτης
Καζαντζάκη Λήδα , τεχνοκριτικός
Καλαϊτζής Γιάννης, εικαστικός
Καπαρουδάκης Αποστόλης, δημοσιογράφος
Καπελώνης Κωστής, σκηνοθέτης- ηθοποιός
Καραμπέτη Καριοφιλιά, ηθοποιός
Καρτερός Θανάσης, δημοσιογράφος
Κασίτας Αντώνης, εικονολήπτης
Καρυστιάνη Ιωάννα , συγγραφέας
Κατζουράκης Δημήτρης, αρχιτέκτων
Κατζουράκης Κυριάκος, εικαστικός
Κιμπουρόπουλος Γιάννης, δημοσιογράφος
Κοκκίνου Μαρία, ζωγράφος
Κοροβέσης Περικλής, συγγραφέας
Κουβελάκης Στάθης, πανεπιστημιακός
Κουλλιά Καίτη, τραγουδίστρια
Κούνδουρος Δημήτρης, συγγραφέας
Κούνδουρος Νίκος, σκηνοθέτης
Κουτσούμπα Δέσποινα, αρχαιολόγος
Κοψίνη Χριστίνα, δημοσιογράφος
Κρεμμύδας Κώστας, ποιητής
Κωνσταντακόπουλος Δημήτρης, δημοσιογράφος, συγγραφέας
Κωνσταντόπουλος Θοδωρής, σκηνοθέτης
Λουπάκη Ευγενία, δημοσιογράφος
Μανιάτης Γιώργος, πανεπιστημιακός
Μανιάτης Γιάννης-Ιόλαος, επιμελητής εκδόσεων
Μαρκέτος Σπύρος, πανεπιστημιακός
Ματζίρη Σωτηρία, κριτικός
Μαυρολέων Άννα, πανεπιστημιακός
Μορταράκος Κυριάκος, εικαστικός
Μοσχοχωρίτου Όλγα, κριτικός θεάτρου, συγγραφέας
Μπιτσάκης Ευτύχης, πανεπιστημιακός
Πάντος- Κίκκος Στέφανος, αρχιτέκτων
Παπαδημητρίου Μάνια, ηθοποιός
Παπαδόπουλος Μάνος, σκηνοθέτης
Παπακωνσταντίνου Πέτρος, δημοσιογράφος
Παπαχρήστος Δημήτρης, συγγραφέας
Πολέντας Μανώλης, δημοσιογράφος
Πολίτη Τζίνα, πανεπιστημιακός
Πολίτης Νίκος, σκηνογράφος,
Πουλοπούλου Κορνηλία , πανεπιστημιακός
Ρηγοπούλου Πέπη, πανεπιστημιακός
Ρούσης Γιώργος, πανεπιστημιακός
Σαγιάς Γιώργος, πανεπιστημιακός
Σαρλή Ευφροσύνη, εκπαιδευτικός
Σαχίνη Αγγελική, ιστορικός τέχνης
Σαχίνης Ξενής, εικαστικός
Σιατερλή Βέρα, εικαστικός
Σιατερλή Δήμητρα , εικαστικός
Σεβαστάκης Δημήτρης, ζωγράφος, πανεπιστημιακός
Σκαμνάκης Θανάσης, δημοσιογράφος
Σκαρέντζος Νίκος, σκηνοθέτης
Σκλάβος Δημήτρης, σκηνοθέτης
Σούσης Ισαάκ, στιχουργός, ποιητής
Σπύρου Δημήτρης, σκηνοθέτης
Σταυρόπουλος Στάθης, δημοσιογράφος-σκιτσογράφος
Στεφανίδης Μάνος, ιστορικός τέχνης
Τακάκη Καλλιόπη, ηθοποιός
Τουλιάτος Νίκος, μουσικός
Τριανταφύλλου Μαρώ, συγγραφέας
Τσακνής Διονύσης, μουσικοσυνθέτης
Τσιμπουρόπουλος Γιάννης, δημοσιογράφος
Φουρίκης Χρήστος, ζωγράφος
Φραντζής Παναγιώτης, δημοσιογράφος
Χαραλάμπους Πάνος, εικαστικός, πανεπιστημιακός
Χαρβαλιάς Γιώργος, εικαστικός,πανεπιστημιακός
Χρύσης Αλέξανδρος, πανεπιστημιακός

***
Υπογράφουν κι άλλοι στον παρακάτω σύνδεσμο:



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος ὁ κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη