Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευαγγέλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευαγγέλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Χρ. Λάσκος, Η Αριστερά και το Ευαγγέλιο

Πηγή: ΕΝΘΕΜΑΤΑ


Να ξεκαθαρίσω ευθύς εξαρχής πως δεν μιλώ ως ειδικός. «Κόκκινος και όχι ειδικός», είναι ο προσδιορισμός που ταιριάζει καλύτερα, νομίζω, στην περίσταση. Επιπλέον, εξηγούμαι πως δεν πρόκειται να ανακοινώσω τη «γραμμή» του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τα θέματα της θρησκείας. Όσα ακολουθoύν είναι η προσωπική τοποθέτηση ενός ανθρώπου που είναι από χρόνια ενταγμένος στη ριζοσπαστική Αριστερά και θεωρεί αυτή την ένταξη κεντρικό στοιχείο της ταυτότητάς του. Όπως ακριβώς οι πιστοί δεν μπορούν να αντιληφθούν τον εαυτό τους χωρίς την πίστη, έτσι κι εγώ αδυνατώ να υπάρχω χωρίς την κομμουνιστική και ελευθεριακή μου ένταξη. Και αυτό δεν συνιστά μια ιδιωτική μου υπόθεση. Όσο δεν μπορείς να είσαι χριστιανός χωρίς Εκκλησία, άλλο τόσο δεν μπορείς να είσαι κομμουνιστής χωρίς κόμμα.
Να κάνω, ακόμη, μια προκαταρκτική, περισσότερο θεωρητική, διευκρίνιση: ο μαρξισμός είναι θεωρία της Ιστορίας, και όχι φιλοσοφικό σύστημα. Απεχθάνεται μάλιστα σφόδρα τα συστήματα. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, δεν έχει αντιθεολογικές, ειδικά, αξιώσεις.

Ο Μαρξ και η θρησκεία
«Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Η συγκεκριμένη πρόταση είναι από τις γνωστότερες που αποδίδονται στο Μαρξ. Συγκρίσιμο ως σήμα-κατατεθέν του μαρξικού ανθολογίου είναι, ίσως, μόνο το «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!», άντε και το «Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν παρά τις αλυσίδες τους» ή το «Οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα». Και, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, πολύ συχνά ο αποδέκτης ή και ο χρήστης του έχει μια στρεβλή ή τουλάχιστον ελλειμματική άποψη σχετικά με το νόημα που του απέδιδε ο αρχικός του δημιουργός. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν ο τελευταίος δεν το φαντάστηκε ως μότο ή σύνθημα, αλλά το διατύπωσε ως τμήμα ενός ευρύτερου κειμένου με συγκεκριμένα συμφραζόμενα.
Ας θυμηθούμε, λοιπόν, τι ακριβώς έγραψε ο Μαρξ στη Συμβολή στην κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του δικαίου. Λέει: «Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, το πνεύμα μιας χωρίς πνευματικότητα κατάστασης. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού […] Η κριτική της θρησκείας είναι, επομένως, η εμβρυακή κριτική της κοιλάδας των δακρύων, που φωτοστέφανό της είναι η θρησκεία […] Η κατάργηση της θρησκείας ως απατηλής ευτυχίας του λαού σημαίνει απαίτηση της πραγματικής της ευτυχίας. Η απαίτηση της εγκατάλειψης των ψευδαισθήσεων για την κατάστασή του είναι η απαίτηση της εγκατάλειψής του μιας κατάστασης που χρειάζεται τις ψευδαισθήσεις». Κι αυτό βγάζει εντελώς άλλο νόημα.
Φυσικά, ο Μαρξ υποβάλλει σε απηνή κριτική τη θρησκεία. Η κριτική του, ωστόσο, αφορά πρωτίστως τον ρόλο της θεσμικής Εκκλησίας στο εξουσιαστικό πλέγμα των ταξικών κοινωνιών. Την κρίνει ως εξουσία, που ασκήθηκε πολλές φορές σκληρά απέναντι στους ταπεινούς και καταφρονεμένους, στους οποίους ο λόγος του Χριστού ευαγγελίστηκε πως σ’ αυτούς ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών. Ως οπαδός της εξισωτικής χειραφέτησης, στο όνομα της υπέρτατης αξίας της ισότητας δεν θα μπορούσε παρά να είναι εχθρός κάθε ιεραρχίας — και της ιερής.

Εκλεκτικές συγγένειες: Εξισωτισμός
Αντίθετα με την κρατούσα άποψη, ο μαρξισμός αισθάνεται διαχρονικά πολύ οικεία με τα σχήματα των ευαγγελίων. Και όχι μόνο.
Στη μακριά σειρά των χειραφετητικών κινημάτων, από τον Κλεομένη και τον Αριστόνικο, τον Σπάρτακο, τους Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης, τον Τόμας Μύντσερ και τους Αναβαπτιστές, τους βρετανούς Levelers και τους γάλλους εξισωτιστές επαναστάτες μέχρι τις μεγάλες εργατικές επαναστάσεις του 19ου ή του 20ού αιώνα, ο χριστιανισμός κατέχει περίβλεπτη θέση.
Για το σύνολο των μαρξιστών ιστορικών ο χριστιανισμός αντιπροσωπεύει μια μεγάλη εξέγερση των ταπεινών της ύστερης δουλοκτητικής αρχαιότητας. Και τα τεκμήρια, ως προς αυτό, δεν είναι μόνο ιστορικοϋλιστικά ή κοινωνιολογικά. Τα Ευαγγέλια, καθαυτά, αλλά και οι κοινοκτημονικές πρακτικές του πρώιμου χριστιανισμού είναι ο σημαντικότερος δείκτης.
Η οικειότητα, μάλιστα, γίνεται βαθιά, όταν ο αριστερός ακούει τα λόγια του Χριστού «Μακάριοι είναι οι φτωχοί…» ή, ακόμη περισσότερο, πως «ευκολότερο είναι να περάσει καραβόσκοινο από το μάτι της βελόνας, παρά να εισέλθει πλούσιος στο Βασίλειο του Θεού». Το ίδιο κι όταν διαβάζει την Ομιλία προς τους πλουτούντας του Μεγάλου Βασιλείου, που δώρισε η Αυγή στους αναγνώστες της, σε μετάφραση Γιώργου Κοροπούλη, τη μέρα των Θεοφανείων. Πραγματικά δεν νομίζω πως οι προηγούμενες διατυπώσεις είναι λιγότερο ριζοσπαστικές από το επαναστατικό απόφθεγμα πως «δεν αρκεί να είσαι με τους φτωχούς, πρέπει να είσαι και εναντίον των πλουσίων». Η βίαιη επίθεση του Ιησού εναντίον των εμπόρων του Ναού, μαζί και η διαχρονική αντιμετώπιση του χρήματος ως μιαρού και του τόκου ως αμαρτίας, τουλάχιστον από τους Ορθόδοξους και τους Καθολικούς, εικονοποιεί με πολύ σαφή τρόπο αυτήν την πρακτική στάση.
Ο Χριστός είναι με τους αναγουήμ αδιάλλακτα, είναι στην πλευρά των ενδεών και των απόκληρων. Τον Χριστό των Ευαγγελίων, όπως γράφει ο Τέρυ Ήγκλετον (Λογική, Πίστη και Επανάσταση, μετ. Πέτρος Γεωργίου Πατάκης, 2011), «θα τον γνωρίσεις αληθινά όταν δεις το πεινασμένο πλάσμα να χορταίνει με όλα τα καλά και τους πλούσιους να αποδιώχνονται, μένοντας με άδεια χρόνια».
Αν, όμως, το κεντρικό μήνυμα των Ευαγγελίων είναι πως «η τραυματική αλήθεια της ανθρώπινης ιστορίας είναι ένα βασανισμένο και παραμορφωμένο σώμα», που είναι προορισμένο να αναστηθεί, τότε οι μαρξιστές δεν μπορεί παρά να δείχνουν το μέγιστο ενδιαφέρον.

Νεοφιλελεύθερος αθεϊσμός
Είναι γνωστό πως τα τελευταία χρόνια ένας αριθμός, αγγλοσαξόνων κυρίως, διανοητών (Ο Ντώκινς με την Περί Θεού αυταπάτη, ο Χίτσενς με το Ο Θεός δεν είναι μεγάλος, ο Ντάνιελ Ντένετ κ.ά.) έχουν, στο όνομα της πάλης εναντίον του φονταμενταλισμού, επιτεθεί με μεγάλη σφοδρότητα στην θρησκεία. Οι φιλελεύθεροι αυτοί διανοητές, σε αντίθεση με τους μαρξιστές, ενορχηστρώνουν την επίθεσή τους χτυπώντας, με απλοϊκό εντέλει τρόπο, στα αδύνατα σημεία, ενώ η εντιμότητα θα επέβαλλε έναν προσανατολισμό στα δυνατά σημεία του αντιπάλου.
Φτιάχνουν, έτσι, μια καρικατούρα αυτού που υπήρξε χωρίς αμφιβολία ίσως η πιο εκτεταμένη και διαχρονική λαϊκή κουλτούρα της ανθρώπινης ιστορίας. Και αφιερώνουν εκατοντάδες σελίδες χωρίς να παραδέχονται το παραμικρό ανθρώπινο όφελος, που να έχει απορρεύσει από την θρησκευτική εμπειρία. Γι’ αυτούς, οι μυριάδες ανθρώπων που θυσίασαν το βόλεμά ή και τη ζωή τους ακόμη για τους άλλους στο όνομα του Χριστού, του Αλλάχ απλά είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Εξαχνώνονται από την ιστορία χωρίς ίχνος.
Στην πραγματικότητα, αυτό που έχουμε εδώ είναι η τεράστια διαστροφή, που ονομάζεται επιστημονισμός και τείνει να περιλάβει ως αντικείμενο αποδόμησης ακόμη και όσα –ή, κυρίως, όσα– δεν μπορεί ούτε στοιχειωδώς να κατανοήσει.
Είναι η άλλη πλευρά της καπιταλιστικής νεοτερικότητας, στην οποία οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο, ήδη από τη δεκαετία του 1940, με τη Διαλεκτική του Διαφωτισμού, εντάσσουν τόσο την πενικιλίνη όσο και το Άουσβιτς. Είναι η πλευρά, από την οποία ο κοινός νεοφιλελεύθερος «υλισμός» και η τεχνοκρατία παράγει τέρατα.
Με δεδομένο πως η καπιταλιστική κουλτούρα είναι βουτηγμένη στο αίμα όσο καμιά άλλη στην ανθρώπινη ιστορία ο Ήγκλετον και πάλι σημειώνει πως «το προηγμένο καπιταλιστικό σύστημα είναι εγγενώς αθεϊστικό. Είναι άθεο τόσο στις απτές υλικές προοπτικές του όσο και στις υπονοούμενες σε αυτές αξίες και πεποιθήσεις, ό,τι κι αν διατείνονται ορισμένοι από τους απολογητές του. Υπό αυτήν την έννοια, το καπιταλιστικό σύστημα είναι αθεϊστικό με όλους τους λάθος τρόπους, ενώ ο Μαρξ και ο Νίτσε είναι αθεϊστές με τους σωστούς κατά κανόνα τρόπους».
***
Πρέπει να υπογραμμιστεί το συγκεκριμένο σημείο γιατί συνήθως είναι ο μαρξισμός, που ελέγχεται ως φορέας του μηχανιστικού υλισμού. Ουδέν αναληθέστερον για όποιον έχει στοιχειώδη γνώση του μαρξιστικού φιλοσοφικού προβληματισμού. Ο μαρξισμός δεν ισχυρίζεται πως «η ψυχή έχει μάζα». Αυτό που λέει είναι πως «οι ιδέες είναι πρακτικές» κι όχι όντα πτερόεντα. Αυτή η πρακτική του διάσταση είναι η καρδιά αυτού που αντιλαμβάνεται ως υλισμό και, από αυτήν την άποψη, και πάλι προσεγγίζει έναν ορισμένο χριστιανισμό. Συμφωνεί με τον Πασκάλ, όταν αυτός ισχυρίζεται πως «δεν πιστεύεις κι έτσι γονατίζεις και προσεύχεσαι», αλλά «γονατίζεις, προσεύχεσαι, πιστεύεις».
Ο υλισμός, που συνήθως προσάπτεται από τους ανθρώπους της θρησκείας στον μαρξισμό, είναι αυτό που οι ίδιοι οι μαρξιστές αποκαλούν «χυδαίο υλισμό» και ταιριάζει ακριβώς στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό φαντασιακό. Και, από αυτήν την άποψη, η «αποδόμηση» του μαρξισμού από την θρησκεία μοιάζει με αυτήν που κάνουν οι φιλελεύθεροι αθεϊστές στη χριστιανική διδασκαλία.
Η εχθρότητα, βέβαια, είναι εξηγήσιμη. Προκύπτει από την σφοδρότητα, με την οποία το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα συγκρούστηκε με την εκκλησιαστική εξουσία, η οποία συχνά στην ιστορία του κόσμου υπήρξε από τις βαρύτερες μορφές εξουσίας.
Εξηγείται, όμως, και από τη βάρβαρη και μισαλλόδοξη αντιμετώπιση πολλών πιστών στις κοινωνίες του «ανατολικού στρατοπέδου». Μόνο που η αλήθεια αυτής της εμπειρίας δεν μπορεί να σβήσει την εντελώς διαφορετική, ανοιχτή και μεγαλόκαρδη, πρακτική της μεγάλης Ρωσικής Επανάστασης, για την οποία αν δεν εκλείψει η κοιλάδα των δακρύων κανείς δεν μπορεί να διαγράψει με διατάγματα την θρησκεία.

Λύτρωση και (ή) απελευθέρωση
Αν θα έπρεπε να ονομάσουμε έναν κομμουνιστή, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική συνείδηση του καιρού του και του κινήματος, στο οποίο συμμετείχε, νομίζω πως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θα ήταν ο κατεξοχήν υποψήφιος.
Εμμένοντας –στις «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας»– πως η επανάσταση επιβάλλεται όχι ως δώρο προς τις μέλλουσες γενιές, αλλά ως υποχρέωση προς τις παρελθούσες ταπεινωμένες και καταπιεσμένες γενιές των ταξικών κοινωνιών θύμισε πως «ο Μεσσίας δεν έρχεται μόνο ως λυτρωτής, αλλά και ως νικητής του Αντίχριστου».
Και χρησιμοποίησε την χριστιανική-μεσσιανική αντίληψη του χρόνου, για να αρνηθεί τη νομοτελειακή εικόνα τους αναπόφευκτου της ανοδικής προόδου, που ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του σοσιαλδημοκρατικού θετικισμού.
Ο Μπένγιαμιν, μαζί με τους φίλους του σπαρτακιστές εξεγερμένους του 1919 –και, κυρίως, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τη μάρτυρα της Γερμανικής Επανάστασης– ήξερε πως «το κάθε δευτερόλεπτο είναι η μικρή πύλη, από την οποία μπορεί να περάσει ο Μεσσίας». Και, έτσι, διάβαζε τη Βασιλεία του Θεού ως εκείνες τις σκόρπιες, συχνά καταδικασμένες σε αποτυχία, μάχες εξ ονόματος των καταπιεσμένων, ιδωμένες, κατά κάποιον τρόπο, από την σκοπιά της αιωνιότητας.
Όπως ακριβώς ο Χριστός ήρθε μια τυχαία στιγμή και μπορεί να επιστρέψει οποτεδήποτε, χωρίς καμιά αιτιακή χρονική αλυσίδα να μπορεί να προβλέψει την ώρα, έτσι και η Επανάσταση είναι συμβάν μη προσδιορίσιμο. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, οι άνθρωποι πρέπει να προετοιμάζονται.
Ο Σάββας Μιχαήλ προβλέπει για την εποχή μας: «Όπως τον καιρό εκείνο, στην αυγή της Ρωσικής και της Γερμανικής Επανάστασης, καθόλου τυχαία ο Μπένγιαμιν και ο Ερνστ Μπλοχ ή ο αναρχικός Λαντάουερ ξαναβλέπουν τη Βίβλο με άλλο μάτι, μέσα σε μια Ευρώπη παραδομένη στις φλόγες, πιστεύω πως και τώρα υπάρχουν βαθύτατα ιστορικά ρεύματα που οδηγούν στην επανεμφάνιση μιας τέτοιου είδους προβληματικής» (στον συλλογικό τόμο Ο θεός της Βίβλου και ο θεός των φιλοσόφων, επιμ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, Άρτος Ζωής, Αθήνα, 2012).
Δεν ξέρω αν θα επιβεβαιωθεί η πρόβλεψή του, αλλά, σε ό,τι αφορά το σύγχρονο μαρξισμό, δεν είναι τυχαία, νομίζω, η κεντρικότητα της φιλοσοφικής αναφοράς στον Σπινόζα, αυτό τον «Χριστό των φιλοσόφων», για τον οποίο ο Ιησούς υπήρξε ο κορυφαίος των σοφών, χάρη στη διδασκαλία του οποίου ακόμη και οι αδαείς και οι αμαθείς μπορούν πλέον να σωθούν.
***
Οι κομμουνιστές αγωνίζονται για την υπέρβαση του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση μιας αταξικής κοινωνίας ισότητας και ελευθερίας. Δεν είναι, όπως προείπαμε, μόνο με τους φτωχούς, αλλά και μαχητικά εναντίον των πλουσίων. Κι αυτό σημαίνει προσανατολισμό σε μεγάλη, ακραία ταξική σύγκρουση.
Γιατί, όπως είπε ο μεγάλος προτεστάντης θεολόγος του 20ού αιώνα Καρλ Μπαρτ, το καπιταλιστικό σύστημα είναι «σχεδόν αναμφίβολα δαιμονικό». Η υπέρβασή του είναι προϋπόθεση για την αυτοπραγμάτωση του ανθρώπινου προσώπου.

_________________
Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος, μέλος της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ. Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της εισήγησής του στο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», που οργάνωσε το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, 22-23.1.2013



Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Θ. Ι Ζιάκας, Ελλήνων Πάσχα: μεταξύ δύο Κόσμων

Πηγή: Αντίφωνο

[Πρόλογος του Θ. Ι. Ζιάκα  στο βιβλίο του Πάνου Τζώνου, Η Ιλιάδα ο κόσμος μας, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 2003, ISBN: 960-256-547-0]

Το βιβλίο αυτό διαπιστώνει ότι το σύστημα κοσμοθεωρητικού προσανατολισμού, που προσφέρει το κείμενο της Ιλιάδας για τον κόσμο της Ιωνίας του 8ου π.Χ. αιώνα, παραμένει αξιόπιστο και για τον σύγχρονο δικό μας κόσμο. Το ίδιο διαπιστώνει και για το Ευαγγελικό κείμενο, ένα κείμενο τον 1ου και του 2ου αιώνα μ.Χ., όπως τουλάχιστον το προσέλαβαν οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας.
Αλλά πώς μπορούν οι κόσμοι των κειμένων αυτών να είναι και δικός μας κόσμος; Αυτό είναι το προκλητικό ερώτημα του βιβλίου.
Οι «κόσμοι» των δύο κειμένων είναι κοσμο-εικόνες, αντιλήψεις για τον κόσμο. Όχι ο ίδιος ο κόσμος. Οπότε, ή ο κόσμος είναι δεδομένος και ανεξάρτητος από τα κείμενα, ή είναι δημιούργημά τους.
 
Με άλλα λόγια: Ή υπάρχει μια στατική, αναλλοίωτη ανθρώπινη «φύση» και τα μεγάλα πολιτισμικά κείμενα μας λένε απλώς «τι είναι και πώς λειτουργεί», ή η εν λόγω «φύση μας» δεν είναι και τόσο «δεδομένη και αναλλοίωτη». Δηλαδή είναι κάτι που διαπλάθεται, με βάση ενυπάρχουσες ίσως δυνατότητες, οι οποίες όμως δεν ενεργοποιούνται από μόνες τους, αυτόματα, αλλά χρειάζονται ειδικές πολιτισμικές επεξεργασίες, κατευθυνόμενες από τη γνώση των δυνατοτήτων αυτών, δηλαδή από κάποια «μεγάλα κείμενα».
 
Αν υπάρχει ανθρώπινη φύση, που επιδέχεται «καλή αλλοίωση», τότε ο ρόλος των μεγάλων κειμένων εμφανίζεται πράγματι ουσιαστικός: Εφόσον αυτά μας «έφτιαξαν» είναι όντως ο «κόσμος μας». Περιέχουν τα «πρότυπα», τους «ελκυστές», τα «κέντρα έλξης», του κόσμου μας.
 
Εδώ μεσολαβεί όμως ένα δεύτερο παράδοξο: Πώς μπορεί το ιλιαδικό κείμενο να είναι «ο κόσμος μας» και το ευαγγελικό κείμενο να είναι επίσης «ο κόσμος μας», αφού τα πρότυπά τους είναι εντελώς διαφορετικά και εν πολλοίς ασυμβίβαστα; Αν ο κόσμος μας είναι «και των δύο», τότε πρέπει να βρισκόμαστε κάπου «ανάμεσα», σαν σε κάποιου είδους ελλειπτική τροχιά γύρω από δύο εστιακά κέντρα. Θα πρέπει να μιλάμε τότε για μια «ένταξη» στους διαφορετικούς κόσμους τους και συνάμα για «απόκλιση» απ' αυτούς.
 
Μ' αυτή την ελλειπτική έννοια -και με τα δύο νοήματα του όρου- η Ιλιάδα είναι όντως ο κόσμος μας. Θα διευκρινίσω την ιδιότυπη αυτή ιδέα του βιβλίου με δύο παραδείγματα, το ένα χριστιανικό και το άλλο ομηρικό.
 
α. Χριστιανικό παράδειγμα: «Χριστός ανέστη και χρόνια πολλά!»
Μια φορά (πρόκειται για αληθινή ιστορία) επιστρέφοντας από τη λειτουργία της Αναστάσεως, ο «προοδευτικός» (τότε) Τάσιος (Αναστάσιος), εύχεται στον πατέρα του «χρόνια πολλά».
 
- «Τον κακό σου τον καιρό», του αποκρίνεται ο γέρος!
 
Πέρασαν «χρόνια πολλά», για να κατανοήσει ο Τάσιος το νόημα της απάντησης: Εφόσον ο Χριστός αναστήθηκε, είναι φανερό ότι ο θάνατος πατήθηκε, ότι το κράτος του καταλύθηκε. Το να ζητάμε το λίγο, όταν έχουμε το παν, είναι τουλάχιστον ηλιθιότητα. Τον κακό μας τον καιρό λοιπόν.
 
Ο γέρος βρισκόταν, προφανώς, στον αναστάσιμο κόσμο του. Ήθελε να ανήκει σ' αυτόν ολοκληρωτικά. Ο γιος του, ο Τάσιος, ανήκοντας στον νεωτερικό μας κόσμο, δεν πίστευε στην Ανάσταση. Εφόσον όμως μετείχε στην «εορτή των εορτών», την «πανήγυρη των πανηγύρεων», μετείχε εν μέρει και στον πατερικό κόσμο. Ο πατερικός κόσμος ήταν, εν μέρει, και δικός του κόσμος: «ο κόσμος μας».
 
Το παράδειγμα δίνει τις δυο «ακραίες» γραμμές του φάσματος. Ο «Χριστός ανέστη», η μία. «Χρόνια πολλά», η άλλη. Ο πολύς κόσμος (μας) βρίσκεται ανάμεσα. Τα λέει και τα δύο μαζί: «Χριστός ανέστη και χρόνια πολλά!»
 
β. Ομηρικό παράδειγμα: το επεισόδιο Αχιλλέα -Λυκάονα.
 
Ο Αχιλλέας είχε αιχμαλωτίσει τον γιο τον Πριάμου, Λυκάονα, και τον είχε πουλήσει στη Λήμνο, αλλά τον εξαγόρασαν οι δικοί του. Έντεκα μέρες γλεντούσε με τους φίλους του, καθώς ήρθε από τη Λήμνο. Πάνω στις δώδεκα όμως τον ξανάριξε ο θεός στα χέρια του Αχιλλέα.
 
Ήταν τη στιγμή που έφευγε από το ποτάμι, όπου είχε αναμερίσει να δροσιστεί. Ήταν χωρίς περικεφαλαία και ασπίδα. Ούτε δόρυ δεν είχε. Όλα τα είχε ρίξει κάτω - γιατί τον βασάνιζε ο κάματος κι ο ιδρώτας.
 
Βλέποντάς τον, ο Αχιλλέας οργίστηκε και ετοιμάστηκε να τον στείλει κατευθείαν στον άλλο κόσμο. Αλλά εκείνος μόλις τον είδε έτρεξε, γονάτισε μπροστά του και με χίλια παρακάλια του ζητούσε να τον λυπηθεί. Λαχταρούσε με την καρδιά του να ξεφύγει τον κακό θάνατο και τη μαύρη μοίρα. «Χρόνια πολλά» ζητούσε ο κακομοίρης!
 
«... τίη όλοφύρεαι ούτως;» (τι ολοφύρεσαι έτσι;), άκουσε τη βροντερή φωνή του Αχιλλέα. Εδώ πέθανε ο Πάτροκλος, που ήταν πολύ καλύτερός σου. Δεν βλέπεις πόσο κι εγώ είμαι ωραίος και μεγαλόσωμος; Κι είμαι από γενναίο πατέρα κι από θεά μητέρα. Όμως και μένα με περιμένει ο θάνατος και η δυνατή η μοίρα. Και του βυθίζει το σπαθί στο σβέρκο.
 
[.«...αλλά, φίλος, Θάνε και συ. τίη ολοφύρεαι ούτως; / κάτθανε και Πάτροκλος, ό περ σέο πολλόν αμείνων. / Ούχ οράας οίος καί εγώ καλός τε μέγας τε; / πατρός δ' είμ' αγαθοίο, θεά δέ με γείνατο μήτηρ / αλλ' επί τοι καί εμοί θάνατος καί μοίρα κραταιή » (Φ 100-110).]
 
Η φράση έγινε παροιμιώδης: «Κάτθανε και Πάτροκλος». Τουτέστιν: Έτσι κι αλλιώς θα πεθάνουμε. Το θέμα είναι να πεθάνουμε έντιμα και ένδοξα.
 
Αυτός είναι ο κόσμος της Ιλιάδας.
 
Ο Αχιλλέας πιστεύει, βεβαίως, στην μετά θάνατον ύπαρξη της ψυχής, αλλά μη νομιστεί ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν λογαριάζει τον θάνατο. Αυτή η αθανασία της ψυχής δεν έχει καμιά αξία. Καλύτερα δούλος σ' αυτή τη ζωή παρά βασιλιάς στην άλλη, δηλώνει κατηγορηματικά. Μόνο αυτή εδώ, η μοναδική ζωή μας, έχει αξία.
 
Η αθανασία των Ορφικών, του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα, και όλων των μεταγενέστερων, έχει απαξιωθεί προκαταβολικά στην αυγή του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, από τον Ποιητή των ποιητών, ο οποίος «την Ελλάδα πεπαίδευκεν», κατά τον ίδιο τον αρνητή του, τον Πλάτωνα. (Πολιτεία 606 e.) Μόνο την Ανάσταση θα ήταν διατεθειμένος να συζητήσει ο Ποιητής. Το διαβλέπουμε στα λόγια του Σαρπηδόνα:
 
«Καλέ μου, αν ήταν απ' τον πόλεμο ξεφεύγοντας ετούτον /εμείς αγέραστοι κι αθάνατοι να ζήσουμε αιώνια, / μήτε κι εγώ μαθές ανάμεσα στους πρώτους θα χτυπιόμουν, / μήτε να μπεις και σένα θα 'σπρωχνα στην δοξαντρούσα μάχη. / Μα τώρα έτσι κι αλλιώς μας ζώνουνε του χάρου οι Λάμιες όλους, / αρίφνητες. Θνητός δε δύνεται να τις ξεφύγει. Πάμε / να ιδούμε κάποιο αν θα δοξάσουμε για αν μας δοξάσει κάποιος!». [Μ 322 - 328, μτφ. Ν. Καζαντζάκη - Ι. Θ. Κακριδή.]
 
Τα δικά μας «χρόνια πολλά» είναι μάλλον σαν του Λυκάονα. Συνιστούν αυταξία. Αποφυγή του θανάτου πάση θυσία. Βεβαίως δεν υποτιμούμε την «ποιοτική» διάσταση της ζωής, αλλά τη βάζουμε δεύτερη. Γι' αυτό και στην ευχή «χρόνια πολλά» προσθέτουμε συνήθως «και καλά». Το τι σήμερα εννοούμε «καλά» ας μην το σχολιάσουμε καλύτερα...
 
Αν στον γέρο Όμηρο ευχόμασταν τέτοιου είδους «χρόνια πολλά» θα εισπράτταμε σίγουρα ένα «τον κακό σου τον καιρό». Συνεπώς είμαστε στον κόσμο του Ομήρου, αν πιστεύουμε στην μετά θάνατον ύπαρξη της ψυχής και συγχρόνως μακριά του, αν της δίνουμε αξία. Είμαστε στον κόσμο του Ομήρου, αν καταφάσκουμε τη ζωή, αλλά πολύ μακριά του, αν αυτό που καταφάσκουμε είναι η «ζωούλα» μας.
 
Αλλά πού τέμνεται ο κόσμος του Ευαγγελίου και ο κόσμος της Ιλιάδας; Προφανώς στον κακό μας τον καιρό. Στο ότι ο Όμηρος απαιτεί αρετή και τόλμη. Στο ότι όλο το ομηρικό έπος είναι «αρετής έπαινος». [«Πάσα μεν η ποίησις τω Ομήρω αρετής έστιν έπαινος». (Μέγας Βασίλειος, Προς τους νέους, Υ26.)] Τέμνεται επίσης στην αναστάσιμη «ποιότητα διαθέσεως». [Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια θεολογικά, VI κ', ΡΟ τ. 90, στ. 1312C] Υπ' αυτή την έννοια είναι και δεν είναι «ο κόσμος μας».
 
Θα κλείσω το σημείωμά μου με την διαστολή του νεωτερικού από το ομηρικό πρότυπο: Και τα δύο είναι «ατομοκεντρικά», με την έννοια ότι ξεχωρίζουν το άτομο από την ομάδα και του δίνουν αξία. Όμως το ομηρικό άτομο είναι «πολύ πιο άτομο» από το άτομο του νεωτερικού Διαφωτισμού. Το δεύτερο είναι λιγότερο συνεκτικό από το πρώτο, πράγμα που οφείλεται, μάλλον, στην ανεπαρκή χειραφέτησή του από τον μεσαιωνικό κολεκτιβισμό.




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ