Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Ανακοίνωση σχετικά με την δήλωση ρωσσικών υπηρεσιών κατά του Οικουμενικού Πατριάρχου





Η Μήτηρ Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως – Μήτηρ και αυτής της Εκκλησίας της Ρωσσίας – εκφράζει τη βαθύτατη θλίψη της για τη νέα ρωσσική επίθεση κατά του προσώπου της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, την οποία εξαπέλυσαν, αυτή τη φορά, κρατικές υπηρεσίες της χώρας. Από το 2018, οπότε το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε την παραχώρηση Αυτοκεφάλου καθεστώτος στην Εκκλησία της Ουκρανίας, η Μήτηρ Εκκλησία απέφυγε να σχολιάσει τις αναρίθμητες παρόμοιες επιθέσεις που προήλθαν είτε από εκκλησιαστικά είτε από πολιτικά κέντρα και πρόσωπα της Ρωσσίας. Το ίδιο πράττει και σήμερα.

Τα ευφάνταστα σενάρια, οι ψευδείς ειδήσεις, οι ύβρεις και οι κατασκευασμένες πληροφορίες κάθε είδους προπαγανδιστών δεν αποθαρρύνουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο από τη συνέχιση της διακονίας και της οικουμενικής αποστολής του.



Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

Πατριαρχικὴ Ἀπόδειξις ἐπί τοῖς Χριστουγέννοις (2020)

πηγή: ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝΦΩΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ




+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,

ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ 

ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

Τιμιώτατοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί καί προσφιλέστατα τέκνα,

Συμπορευόμενοι μέ τήν Παναγίαν Παρθένον, τήν ἐρχομένην «ἀποτεκεῖν ἀπορ-ρήτως» τόν προαιώνιον Λόγον, καί ἀτενίζοντες τήν ἑτοιμαζομένην νά ὑποδεχθῇ τό Θεῖον Βρέφος Βηθλεέμ, ἰδού ἐφθάσαμεν καί πάλιν τά Χριστούγεννα, ἔμπλεοι αἰσθημάτων εὐγνωμοσύνης πρός τόν Θεόν τῆς ἀγάπης. Ἡ πορεία πρός τήν μεγάλην ἑορτήν τῆς κατά σάρκα Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος τοῦ κόσμου ἦτο ἐφέτος διαφορετική ὡς πρός τάς ἐξωτερι-κάς συνθήκας, λόγῳ τῆς σοβούσης πανδημίας. Καί ἡ ἐκκλησιαστική ζωή, ἡ συμμετοχή τῶν πιστῶν εἰς τάς ἱεράς ἀκολουθίας, ἡ ποιμαντική μέριμνα καί ἡ καλή μαρτυρία ἐν τῷ κόσμῳ, ὑπέστησαν τάς συνεπείας τῶν ὑγειονομικῶν περιορισμῶν. Πάντα ταῦτα ὅμως δέν ἀφοροῦν εἰς τήν ἐσωτάτην σχέσιν τοῦ χριστωνύμου λαοῦ μέ τόν Χριστόν, εἰς τήν πίστιν εἰς τήν πρόνοιαν Αὐτοῦ καί τήν ἀφοσίωσιν εἰς τό «ἕν, οὗ ἐστι χρεία»[1].

Εἰς τάς ἐκκοσμικευμένας κοινωνίας, τά Χριστούγεννα ἔχουν ἀποχρωματισθῆ, κατέστησαν ἡ ἑορτή τῆς ἐπιδεικτικῆς καταναλώσεως καί τῆς κοσμικότητος, χωρίς ὑποψίαν ὅτι κατά τήν ἁγίαν ταύτην ἡμέραν τιμῶμεν τό «ἀεί μυστήριον»[2] τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως. Ὁ χριστιανοπρεπής ἑορτασμός τῶν Χριστουγέννων ἀποτελεῖ σήμερον πρᾶξιν ἀντιστάσεως εἰς τήν ἐκκοσμίκευσιν τῆς ζωῆς καί εἰς τήν ἐξασθένησιν ἤ καί νέκρωσιν τῆς αἰσθήσεως διά τό μυστήριον.

Ἐν τῇ σαρκώσει τοῦ Λόγου ἀποκαλύπτεται τό περιεχόμενον, ἡ κατεύθυνσις καί ὁ σκοπός τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως. Ὁ παντέλειος Θεός ὑπάρχει ὡς τέλειος ἄνθρωπος, διά νά δυνηθῶμεν νά ὑπάρξωμεν «μέ τόν τρόπον τοῦ Θεοῦ». «Ὁ Θεός γάρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν»[3]. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι, κατά τήν βαθυστόχαστον ἔκφρασιν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, «θεός κεκελευσμένος»[4], «ζῶον θεούμενον»[5]. Αὐτή εἶναι ἡ ὑψίστη τιμή πρός τόν ἄνθρωπον, ἡ ὁποία ἀποδίδει εἰς τήν ὕπαρξίν του ἀνυπέρβλητον ἀξίαν. Ἐν Χριστῷ, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καλοῦνται εἰς τήν σωτηρίαν. Ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδέ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ˙ πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ», θεολογεῖ θεοπνεύστεως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος[6]. Πρόκειται περί μιᾶς καθοριστικῆς ἀνατροπῆς εἰς τόν χῶρον τῆς ἀνθρωπολογίας, εἰς τήν ἱεράρχησιν τῶν ἀξιῶν, εἰς τήν θεώρησιν τοῦ ἤθους. Ἔκτοτε, ὅστις θίγει τόν ἄνθρωπον, στρέφεται κατά τοῦ Θεοῦ. «Οὐδέν γάρ ὅσον ἄνθρωπος ἱερόν, ᾧ καί φύσεως ἐκοινώνησεν ὁ Θεός»[7]. 

Χριστούγεννα εἶναι ὅλη ἡ θεανθρωπίνη ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὁ Χριστός διηνεκῶς βιοῦται ὡς ὁ Ἦν, ὁ Ὦν καί ὁ Ἐρχόμενος. Ὁ «ἐν ἀγκάλαις τῆς Μητρός» εἶναι ὁ «ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Πατρός», τό παιδίον Ἰησοῦς εἶναι ὁ σταυρωθείς, ἀναστάς καί ἐν δόξῃ ἀναληφθείς εἰς τούς οὐρανούς, ὁ δίκαιος κριτής καί ὁ Βασιλεύς τῆς δόξης. Αὐτό τό ἀνέκ-φαντον μυστήριον δοξάζομεν ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις, αὐτό διακονοῦμεν, διακονηθέντες καί διακονούμενοι συγχρόνως ὑπ᾿ αὐτοῦ. Αὐτό διετύπωσε θεοπνεύστως, «ἑπομένη τοῖς Ἁγίοις Πατράσιν», ἡ ἐν Χαλκηδόνι Δ’ Οἰκουμενική Σύνοδος. Τό «δόγμα τῆς Χαλκηδόνος», τόν ὑπέρ λόγον καί ἔννοιαν τρόπον τῆς προσλήψεως τῆς σαρκός τοῦ κόσμου ὑπό τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, «ψάλλει» διά τῆς ἀρχιτεκτονικῆς ἐκφραστικῆς, τῆς ὀργανώσεως τοῦ ἱεροῦ χώρου, τοῦ ἐντυπωσιακοῦ τρούλλου, ὁ ὁποῖος ἀπεικονίζει τήν τά πάντα συνέχου-σαν θείαν φιλανθρωπίαν καί συνάπτει τά οὐράνια καί τά ἐπίγεια, διά τῶν εἰκόνων καί τοῦ διακόσμου, διά τῆς μοναδικῆς θεολογικῆς γλώσσης τῆς ἐκπάγλου φωτοχυσίας, ὁ πανίερος ναός τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας ἐν τῇ Πόλει τῶν Πόλεων, τό καύχημα τῆς Ὀρθο-δοξίας καί τό κλέϊσμα τῆς οἰκουμένης.

Ἐν μέσῳ περιστάσεων καί θλίψεων πολλῶν, ἠχεῖ σήμερον ἡ λιγυρά φωνή τοῦ «ἀγγέλου Κυρίου», τοῦ «εὐαγγελιζομένου χαράν μεγάλην… παντί τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ἡμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστός Κύριος»[8]. Ἑορτάζομεν τά Χριστούγεννα, προσευχόμενοι διά τούς ἐν κινδύνοις καί ἀσθενείαις ἀδελφούς ἡμῶν. Θαυμάζομεν τήν αὐτοθυσίαν τῶν ἰατρῶν καί τῶν νοσηλευτῶν καί πάντων τῶν συμβαλλόντων εἰς τήν ἀντιμετώπισιν τῆς πανδημίας. Χαίρομεν διαπιστοῦντες, ὅτι ὁ ἀσθενῶν προσεγγίζεται ὑπ᾿ αὐτῶν ὡς ἱερόν πρόσωπον καί δέν μετατρέπεται εἰς ἀριθμόν, περιστατικόν, ἀντικείμενον, ἀπρόσωπον βιολογικήν μονάδα. Ὡς ἐλέχθη προσφυέστατα, ἡ «λευκή μπλούζα» τῶν ἰατρῶν εἶναι «ἕνα ἄσπρο ράσο», ἐκφράζει τήν παραίτησιν ἀπό τό «ἐμόν» χάριν τοῦ ἀδελφοῦ, τό «ζητεῖν τά τοῦ ἑτέρου»[9], τήν ὁλικήν ἀφιέρωσιν εἰς τόν πάσχοντα. Εἰς αὐτό τό «ἄσπρο ράσο» καί εἰς τό ράσον τοῦ κληρικοῦ, σύμβολον ἀμφότερα θυσίας καί διακονικοῦ πνεύματος, ἡ ἔμπνευσις καί ἡ κινητήριος δύναμις εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία εἶναι πάντοτε δῶρον τῆς θείας χάριτος, ποτέ ἀποκλειστικῶς ἰδικόν μας κατόρθωμα.

Ἡ ἐπικίνδυνος πανδημία ἐκλόνισε πολλά αὐτονόητα, ἀπεκάλυψε τά ὅρια τοῦ τιτανισμοῦ τοῦ συγχρόνου «ἀνθρωποθεοῦ» καί ἀνέδειξε τήν δύναμιν τῆς ἀλληλεγγύης. Ὁμοῦ μέ τήν ἀδιαμφισβήτητον ἀλήθειαν, ὅτι ὁ κόσμος μας ἀποτελεῖ ἑνότητα, ὅτι τά προβλήματά μας εἶναι κοινά, καί ἡ λύσις των ἀπαιτεῖ σύμπραξιν καί συμπόρευσιν, ἀνεδείχθη ἐξόχως ἡ ἀξία τῆς προσωπικῆς συμβολῆς, τῆς ἀγάπης τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τό ἀνθρώπινον μέτρον. Ἡ Ἐκκλησία συμπαρίσταται ἐνεργῶς, ἔργῳ καί λόγῳ, πρός τούς ἐμπεριστάτους ἀδελφούς καί προσεύχεται διά τήν ἐνίσχυσιν αὐτῶν, τῶν συγγενῶν καί τῶν ὑπευθύνων διά τήν περίθαλψιν, διακηρύττουσα συγχρόνως, ὅτι ἡ θεραπεία τοῦ ἀσθενοῦς, ὡς προσωρινή νίκη ἐπί τοῦ θανάτου, παραπέμπει εἰς τήν ἐν Χριστῷ ὑπέρβασιν καί τελικήν κατάργησιν αὐτοῦ. 

Δυστυχῶς, ἡ ὑγειονομική κρίσις δέν ἐπέτρεψε τήν ἀνάπτυξιν τῶν δράσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον προβλεφθῆ διά τό 2020, «ἔτος ποιμαντικοῦ ἀνακαινισμοῦ καί ὀφειλετικῆς μερίμνης διά τήν νεολαίαν». Ἐλπίζομεν, ὅτι κατά τό ἐπερχόμενον ἔτος θά καταστῇ δυνατή ἡ πραγματοποίησις τῶν προγραμματισθεισῶν ἐκδηλώσεων διά τήν νέαν γενεάν. Γνωρίζομεν ἐκ πείρας ὅτι, ἐφ᾿ ὅσον οἱ νέοι καί αἱ νέαι προσεγγισθοῦν μέ κατανόησιν καί ἀγάπην, ἀποκαλύπτουν τάς δημιουργικάς των δυνάμεις καί συμμετέχουν μέ ἐνθουσιασμόν εἰς τά δρώμενα. Τελικῶς, ἡ νεότης εἶναι μία ἰδιαιτέρως «θρησκευτική» περίοδος τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς, μέ ὄνειρα, ὁράματα καί βαθείας ὑπαρξιακάς ἀναζητήσεις, μέ ζῶσαν τήν ἐλπίδα ἑνός νέου κόσμου ἀδελφοσύνης. Αὐτήν τήν «καινήν κτίσιν»[10], τούς «καινούς οὐρανούς καί γῆν καινήν … ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ»[11], εὐαγγελίζεται ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, αὐτήν εἰκονίζει ἐν τῇ πορείᾳ πρός τά Ἔσχατα.

Ἀγαπητοί ἀδελφοί καί εὐλογημένα τέκνα, 

Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὁ ἄνθρωπος ἀνακαινοῦται ὅλος, δέν «βοηθεῖται» ἁπλῶς, ἀλλά «ἀληθεύει», βιώνει τόν ἔνθεον προορισμόν του. Ὡς διεκήρυξεν ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδοξίας, εἰς τήν Ἐκκλησίαν «ἕκαστος ἄνθρωπος ἀποτελεῖ μοναδικήν ὀντότητα, προωρισμένην εἰς προσωπικήν κοινωνίαν μετά τοῦ Θεοῦ»[12]. Ἔχομεν τήν θεόσδοτον βεβαιότητα, ὅτι ὁ παρών βίος δέν εἶναι ὁλόκληρος ἡ ζωή μας, ὅτι τό κακόν καί αἱ ἀρνητικότητες δέν ἔχουν τόν τελευταῖον λόγον εἰς τήν ἱστορίαν. Ὁ Σωτήρ ἡμῶν δέν εἶναι ἕνας «ἀπό μηχανῆς Θεός», ὁ ὁποῖος παρεμβαίνει καί ἐξαφανίζει τά δεινά, ἐνῶ ταυτοχρόνως καταλύει τήν ἐλευθερίαν μας, ὡσάν αὕτη νά ἦτο «καταδίκη», ἐκ τῆς ὁποίας χρήζομεν ἀπαλλαγῆς. Δι᾿ ἡμᾶς τούς Χριστιανούς ἰσχύει τό ἀπαράμιλλον Πατερικόν: «Βουλομένων γάρ, οὐ τυραννουμένων τό τῆς σωτηρίας μυστήριον»[13]. Ἡ ἀλήθεια τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας δοκιμάζεται διά τοῦ Σταυροῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ὁδός πρός τήν Ἀνάστασιν.

Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, συνεορτάζοντες μετά πάντων ὑμῶν ἐν θεαρέστῳ φρονή-ματι τά Χριστούγεννα καί τάς λοιπάς ἑορτάς τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου, εὐχόμεθα ἐκ τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν Κέντρου τοῦ Φαναρίου, ὅπως ὁ συγκαταβάς τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων Σωτήρ χαρίζηται ὑμῖν ὑγιείαν, τήν πρός ἀλλήλους ἀγάπην, προκοπήν ἐν παντί ἔργῳ ἀγαθῷ, καί πᾶσαν ἄνωθεν εὐλογίαν, ἐν τῷ ἀνατέλλοντι νέῳ ἔτει καί ἐν πάσαις ταῖς ἡμέραις τῆς ζωῆς ὑμῶν. Γένοιτο! 

Χριστούγεννα ‚βκ’

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως

διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν


--------------------------


[1] Πρβλ. Λουκ. ι’, 42. 

[2] Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια διάφορα Θεολογικά καί Οἰκονομικά περί ἀρετῆς καί κακίας, ἑκατοντάς πρώτη, ΙΒ’, PG 90, 1184.

[3] Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Περί ἐνανθρωπήσεως, 54.

[4] Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον Ἐπιτάφιος, PG 36, 560. 

[5] Τοῦ αὐτοῦ, Λόγος ΜΕ’, Εἰς τό Ἅγιον Πάσχα, PG 36, 632.

[6] Γαλ. γ’, 28. 

[7] Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ΣΤ’, PG 150, 649.

[8] Λουκ. β’, 9-11.

[9] Α’ Κορ. ι’, 24.

[10] Β’ Κορ. ε’, 17. 

[11] Β’ Πέτρ. γ’, 13.

[12] Ἐγκύκλιος, § 12.

[13] Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Εἰς τήν προσευχήν τοῦ Πάτερ ἡμῶν, PG 90, 880.


Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2020

Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΩΝ ΝΑΩΝ ΛΟΓΩ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ (18/3/2020)


Φανάρι, 18 Μαρτίου 2020

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ 
Ἀνακοινωθέν 

Καθώς συνεχίζεται σέ παγκόσμια κλίμακα, καί δή καί ἐπιτείνεται, ἡ κρίσις τοῦ κορωνοϊοῦ, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο παρακολουθεῖ τήν κατάστασι μέ ὑψηλό αἴσθημα εὐθύνης ἔναντι τῶν πιστῶν του καί ἔναντι ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ἀνθρώπων καί, σέ συνέχεια τοῦ Ἀνακοινωθέντος τῆς 11ης Μαρτίου ἐ. ἔ., κατόπιν συσκέψεως τῶν Ἱεραρχῶν του στήν Πόλη, ἀνακοινώνει τά ἑξῆς: 
1) Ἐπαναλαμβάνει μέ ἔμφασι τήν ἔκκλησί του πρός ὅλους νά περιορίσουν στό ἐλάχιστο τίς ἐξόδους καί τίς μετακινήσεις τους καί νά μένουν στά σπίτια τους, γιά τή δική τους προφύλαξι καί γιά τήν προστασία τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. 
2) Ἐξαίρει τό πνεῦμα αὐτοθυσίας μέ τό ὁποῖο ἐργάζονται οἱ ὑπεύθυνοι στόν τομέα τῆς ὑγείας καί τούς ἐκφράζει τήν εὐγνωμοσύνη του, τόσο γιά τίς ὑπεράνθρωπες καί ἐξαντλητικές προσπάθειές τους νά βοηθήσουν τούς πάσχοντας συνανθρώπους, ὅσο καί γιά τόν κίνδυνο τόν ὁποῖο ἐν γνώσει τους διατρέχουν, συγχρωτιζόμενοι μέ τούς προσβληθέντες ἀπό τόν ἰό covid 19. 
3) Ὑπογραμμίζει τήν ἀνάγκη νά ὑπακούουν ὅλοι στίς ἀποφάσεις καί ἐντολές τῶν ἁρμοδίων ὑγειονομικῶν ἀρχῶν γιά τό κοινό καλό. 
4) Σέ συνέχεια τῶν σχετικῶν ἀποφάσεων πού ἤδη πῆραν μερικές ἐπαρχίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, σήμερα γενικεύεται γιά ὅλες τίς ἐπαρχίες του ἡ ἐκκλησιαστική ἀπόφασις καί ἐντολή νά ἀνασταλοῦν ὅλες οἱ θρησκευτικές ἱερουργίες, ἐκδηλώσεις καί τελετές, μέχρι τέλους Μαρτίου, ἐκτός ἀπό τήν προσωπική προσευχή τῶν Χριστιανῶν στούς ναούς πού θά παραμείνουν ἀνοικτοί ὅπως μέχρι τώρα. Ἡ ἀπαγόρευσις αὐτή θά ἀναθεωρηθῇ ἀργότερα, σύμφωνα μέ τήν ἐξέλιξι τῆς πανδημίας πού προκάλεσε ὁ ἰός. 
5) Στά ἁπανταχοῦ Πατριαρχικά καί Σταυροπηγιακά Μοναστήρια θά τελοῦνται κανονικά οἱ ἱερές ἀκολουθίες ἀπό τίς Ἀδελφότητές τους, δέν θά γίνωνται ὅμως δεκτοί προσκυνηταί ἐκ τοῦ κόσμου. 
6) Μέσα σ᾿ αὐτά τά πλαίσια, ἀναστέλλεται μέχρι νεωτέρας ἀποφάσεως καί ἡ λειτουργία τῶν Πατριαρχικῶν Γραφείων στό Φανάρι, ὅπου ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης καί οἱ κληρικοί τῆς Πατριαρχικῆς Αὐλῆς θά τελοῦν τίς νενομισμένες ἱερές ἀκολουθίες καί θά προσεύχωνται, γιά ὅλο τόν κόσμο καί γιά τήν ταχεῖα παρέλευσι τῆς δοκιμασίας. 

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου 


Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ 2019


+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *


Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί,
προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Φθάσαντες τήν μεγάλην ἑορτήν τῶν Χριστουγέννων, δοξολογοῦμεν ἐν ὕμνοις καἰ ᾠδαῖς πνευματικαῖς τόν δι᾿ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους κενώσαντα ἑαυτόν καί τήν ἡμετέραν σάρκα ἀναλαβόντα Κύριον, ἵνα λυτρώσηται ἡμᾶς ἐκ τῆς «δουλείας τοῦ ἀλλοτρίου» καί ἀνοίξῃ τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων Παραδείσου τάς πύλας. Ἀγάλλεται ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, βιοῦσα λειτουργικῶς τό ὅλον μυστήριον τῆς Θείας Οἰκονομίας, προγευομένη τῆς δόξης τῆς ἐσχατολογικῆς Βασιλείας καί δίδουσα χριστοπρεπῶς τήν καλήν μαρτυρίαν τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος καί τῆς ἀγάπης ἐν τῷ κόσμῳ.

Ὁ «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου» χαρακτήρ τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνον δέν τήν ἀποκόπτει ἀπό τήν ἱστορικήν καί τήν κοινωνικήν πραγματικότητα, ἀλλά ἐμπνέει καί ἐνδυναμώνει τήν μαρτυρίαν αὐτῆς. Οὕτως, ἡ Ἐκκλησία, ἐν ἀναφορᾷ πάντοτε πρός τόν αἰώνιον προορισμόν τοῦ ἀνθρώπου, διακονεῖ τάς ὑπαρξιακάς ἀνάγκας αὐτοῦ, ἐπιχέει, ὡς ὁ Καλός Σαμαρείτης, «ἔλαιον καί οἶνον» ἐπί τάς πληγάς, καθισταμένη ὁ «πλησίον» παντός «ἐμπεσόντος εἰς τούς ληστάς» (πρβλ. Λουκ. ι’, 25 – 37), ἰωμένη τάς συγχρόνους «ἀσθενείας τοῦ πολιτισμοῦ», φωτίζουσα τάς διανοίας καί τάς καρδίας τῶν ἀνθρώπων. Ἡ πνευματικότης, ὡς παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τήν ζωήν τῶν πιστῶν, σημαίνει μαρτυρεῖν ἔργῳ καί λόγῳ περί τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος καί δέν ἔχει σχέσιν μέ ἄγονον ἐσωστρέφειαν. Τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ζωῆς χορηγός, πηγή ἀγαθότητος, νομή χαρισμάτων, ζωή καί φῶς. Ὁ χριστιανός εἶναι φλεγόμενος ἄνθρωπος, φιλόθεος, φιλάνθρωπος καί φιλοκαλικός, δραστήριος καί δημιουργικός.

Τό Εὐαγγέλιον τῶν Χριστουγέννων ἀκούεται καί ἐφέτος εἰς ἕν πολιτισμικόν περιβάλλον, ὅπου ὑψίστη ἀξία θεωρεῖται τό «ἀτομικόν δικαίωμα». Ὁ ἑαυτοκεντρισμός καί ἡ φενάκη τῆς αὐτοπραγματώσεως μειώνουν τήν κοινωνικήν συνοχήν, ἐξασθενίζουν τό φιλάλληλον πνεῦμα καί τήν ἀλληλεγγύην καί ἐργαλειοποιοῦν τάς διανθρωπίνας σχέσεις. Ὁ ἄκρατος οἰκονομισμός καί ἡ ἐκκοσμίκευσις βαθύνουν τό ὑπαρξιακόν κενόν καί ὁδηγοῦν εἰς συρρίκνωσιν τῶν δημιουργικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀδύνατον νά ἀγνοήσῃ τάς ἐξελίξεις αὐτάς, τάς συνεπείας τῶν ὁποίων ὑφίστανται πρωτίστως οἱ νέοι, μέ ὄχημα τάς σαγηνευτικάς μηχανάς τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ καί τάς παντοειδεῖς ὑποσχέσεις «ψευδῶν παραδείσων». Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη, 2016) ἐκάλεσε μετ᾿ ἐμφάσεως τούς νέους «νά συνειδητοποιήσουν ὅτι εἶναι φορεῖς τῆς μακραίωνος καί εὐλογημένης παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ταυτοχρόνως δέ καί οἱ συνεχισταί αὐτῆς», νά συμμετέχουν ἐνεργῶς εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας, «νά διαφυλάσσουν θαρραλέως καί νά καλλιεργοῦν μέ δυναμισμόν τάς αἰωνίους ἀξίας τῆς Ὀρθοδοξίας διά νά δίδουν τήν ζείδωρον χριστιανικήν μαρτυρίαν» (Ἐγκύκλιος, § 8 καί 9).

Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, στοιχοῦντες τῇ προτροπῇ τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου καί μέ ἀναφοράν εἰς τήν πρόσφατον ἐκλογήν καί ἐγκατάστασιν τῶν νέων Ἀρχιεπισκόπων Ἀμερικῆς, Αὐστραλίας καί Θυατείρων καί Μεγάλης Βρεταννίας εἰς τάς τρεῖς μεγάλας Ἐπαρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἐν τῇ Διασπορᾷ, ἀνακηρύσσομεν τό ἔτος 2020 «ἔτος ποιμαντικοῦ ἀνακαινισμοῦ καί ὀφειλετικῆς μερίμνης διά τήν νεολαίαν», καλοῦντες σύμπαντα τόν καθ᾿ ἡμᾶς ἱερόν κλῆρον καί τόν χριστεπώνυμον λαόν εἰς συμμετοχήν καί εἰς στήριξιν τῆς ἐνθέου ταύτης προσπαθείας.

Ἀποβλέπομεν εἰς τήν ἀνάπτυξιν μιᾶς «διαλεγομένης Ποιμαντικῆς» μέ φαντασίαν καί ὅραμα, μέ ἀκλόνητον πίστιν εἰς τήν ἀείρυτον χάριν τοῦ Θεοῦ καί μέ ἐμπιστοσύνην εἰς τήν δύναμιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ προσωποκεντρική αὐτή Ποιμαντική ὀφείλει νά στρέφῃ τούς νέους ἀπό τό «ζητεῖν τά ἑαυτῶν» καί τό «ἑαυτοῖς ἀρέσκειν», εἰς τήν «οὐ ζητοῦσαν τά ἑαυτῆς» ἀγάπην καί εἰς τό «ἀρέσκειν Θεῷ», ἀπό τά «ἀγαθά» εἰς τό «Ἀγαθόν», ἀπό τό «πολλῶν δεῖσθαι» εἰς τό «ἕν, οὗ ἐστι χρεία», συμβάλλουσα εἰς τήν ἀνάδειξιν τῶν χαρισμάτων ἑκάστου ἐξ αὐτῶν. Ὁ ἀληθῶς ἐλεύθερος ἑαυτός γεννᾶται διά τῆς προσφορᾶς τοῦ ἑαυτοῦ μας.

Βάσις διά τήν ἀφύπνισιν τῆς χριστιανικῆς συνειδήσεως παραμένει καί σήμερον ἡ βίωσις καί ἡ κατανόησις τοῦ νοήματος τῆς χριστιανικῆς λατρείας, τοῦ κοινοτικοῦ, εὐχαριστιακοῦ καί ἐσχατολογικοῦ χαρακτῆρος της. Οἱ νέοι πρέπει νά συνειδητοποιήσουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι σωματεῖον χριστιανῶν ἀλλά «Σῶμα Χριστοῦ». Καλοῦμεν τόν ἀνά τήν οἰκουμένην ἱερόν κλῆρον τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας εἰς μίαν «κενωτικήν» ποιμαντικήν κινητοποίησιν. Δέν θά ἀναμένωμεν νά ἔλθουν οἱ νέοι καί αἱ νέαι πρός ἡμᾶς, ἀλλά πορευόμεθα ἡμεῖς πρός αὐτούς, ὄχι ὡς κριταί ἀλλά ὡς φίλοι, μιμούμενοι τόν «ποιμένα τόν καλόν», ὅς «τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων» (Ἰωάν. ι’, 11). Ὁ ποιμήν εὑρίσκεται πάντοτε ἐν ἐγρηγόρσει καί ἐπιφυλακῇ, γνωρίζει τάς ποιμαντικάς ἀνάγκας τῶν νέων καί τόν κοινωνικόν των περίγυρον καί δρᾷ ἀναλόγως.

Ἡ ποιμαντική του παρέμβασις ἀντλεῖ ἔμπνευσιν καί κατεύθυνσιν ἀπό τήν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, προσφέρουσα εἰς τούς νέους ὄχι ἁπλῶς «βοήθειαν», ἀλλά τήν «ἀλήθειαν» τῆς ἐλευθερίας, «ἧ Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσεν» (Γαλ. ε’, 1).

Μέ αὐτάς τάς σκέψεις, προσκυνοῦντες μετ᾿ εὐλαβείας τό Θεῖον Βρέφος τῆς Βηθλεέμ, εὐχόμεθα πᾶσιν ὑμῖν, ἐκ τοῦ πανεόρτου Φαναρίου, εὐλογημένον τό Ἅγιον Δωδεκαήμερον καί εὔκαρπον τόν ἐπί θύραις νέον σωτήριον ἐνιαυτόν, ἐπικαλούμενοι ἐφ᾿ ὑμᾶς τήν ἀείζωον χάριν καί τό μέγα ἔλεος τοῦ συγκαταβάντος τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων Σωτῆρος Χριστοῦ, τοῦ «Θεοῦ μεθ᾿ ἡμῶν».

Χριστούγεννα ‚βιθ’

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν





Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Πρόθεση αγιοκατάταξης του Γέροντα Σωφρόνιου του Essex από το Οικουμενικό Πατριαρχείο

πηγή: orthodoxianewsagency.gr

Λίγο πριν την αναχώρηση του από το Άγιο Όρος, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος ενώπιον της Σύναξης της Ιεράς κοινότητας, ανήγγειλε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα προχωρήσει στη μελέτη και πέμπτης αγιοκατάταξης, αυτή του Γέροντα Σωφρόνιου του Έσσεξ.

Μετά την αναγγελία αγιοκατάταξης, των τεσσάρων Αγιορειτών Γερόντων, Δανιήλ Κατουνακιώτη, Εφραίμ Κατουνακιώτη, Ιωσήφ Ησυχαστή και Ιερώνυμου Σιμωνοπετρίτη, η αναγγελία αυτή για την προτιθέμενη αγιοκατάταξη του Γέροντα Σωφρόνιου πλημμύρισε με χαρά και συγκίνησε τους Αγιορείτες που βρίσκονταν στην Ιερά κοινότητα.



https://www.orthodoxianewsagency.gr/agioreitika/i-anaggelia-tou-oik-patriarxi-gia-ton-geronta-sofronio-vinteo/


Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης τίμησε τον Χρήστο Γιανναρά με το Οφφίκιο του Άρχοντος Mεγάλου Ρήτορος




Με το Οφφίκιο του Άρχοντος Μεγάλου Ρήτορος τίμησε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος τον διακεκριμένο ομότιμο καθηγητή πανεπιστημίου, συγγραφέα και αρθρογράφο της «Κ» Χρήστο Γιανναρά, μετά το πέρας του Εσπερινού, κατά τον οποίο χοροστάτησε, χθες το απόγευμα, παραμονή της εορτής της Ινδίκτου, στην Ι.Μ. Ζωοδόχου Πηγής Βαλουκλή, παρουσία πλήθους Ιεραρχών, Αρχόντων Οφφικιαλίων, του γενικού προξένου της Ουκρανίας στην Πόλη, Ολεκσάντρ Γκαμάν, και πιστού λαού.

«Η Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία σάς απονέμει σήμερον εν τη ιστορική ταύτη Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Ζωοδόχου Πηγής, τω πανσέ-πτω ενδιαιτήματι της Παναγίας της Βαλουκλιωτίσσης, διά των χειρών της ημών Μετριότητος, το αρχοντικόν οφφίκιον αυτής, του Άρχοντος Μεγάλου Ρήτορος», είπε ο κκ Βαρθολομαίος και συνέχισε: «Εν λατρευτική συνάξει και εορτίω ατμοσφαίρα, η οποία, όπως υμείς γράφετε, "ανθρωπεύει τους ανθρώπους" (Νεοελληνική ταυτότητα, σ. 217), κατατάσσομεν και υποδεχόμεθα τον νέον Άρχοντα Μέγαν Ρήτορα Χρήστον Γιανναράν εις την χορείαν των οφφικιαλίων της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως».

Αναφερόμενος στους λόγους για τους οποίους η Μητέρα Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως τίμησε τον καθηγητή Γιανναρά ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος επισήμανε: «Τιμώμεν, Εντιμολογιώτατε, την μεγάλην προσφοράν σας εις την θεολογίαν, την φιλοσοφίαν, την παιδείαν και τον πολιτισμόν. Θαυμάζομεν την πλουσιωτάτην συγγραφικήν παραγωγήν σας, η οποία περιλαμβάνει περί τας εξ δεκάδας σπουδαίων βιβλίων. Αναγνωρίζομεν την διαρκή και ευδόκιμον δημοσίαν μαρτυρίαν σας "περί της εν ημίν ελπίδος", τον γλαφυρόν λόγον του χαρισματικού ομιλητού και συζητητού, ο οποίος ήγγιζε και εγγίζει τας χορδάς της ψυχής και της διανοίας αναριθμήτων ανθρώπων, ημετέρων και θύραθεν, νέων και εν ηλικία, απλών και εν εξουσίαις, συνέβαλεν εις την προβολήν των πνευματικών θησαυρών της Ορθοδόξου ημών παραδόσεως, εβοήθησε τους πιστούς εις την συνάντησίν των με τον σύγχρονον κόσμον, την κριτικήν αξιολόγησιν του πολιτισμού του και την εκτίμησιν των θετικών προοπτικών του. Το έργον σας αποτελεί πολύτιμον πνευματικήν παρακαταθήκην και διά τας επερχομένας γενεάς».

Στη συνέχεια, ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφέρθηκε εκτενώς στο συγγραφικό έργο του τιμωμένου και τόνισε:

Διά την υμετέραν Εντιμολογιότητα, αγαπητέ Άρχων, η θεολογία, εις την αυθεντικήν έκφρασίν της, είναι πάντοτε θεολογία της ελευθερίας. Η ελευθερία είναι σχέσις, είναι η υπέρβασις του "στεγανού εγώ", η προ-σκόλλησις εις το οποίον είναι η κατ᾿ εξοχήν "ασθένεια προς θάνατον, δίχως ελπίδα Ανάστασης", όπως γράφετε (Η ελευθερία του ήθους, 1970, σ. 211). "Η όντως ζωή ταυτίζεται με την κοινωνούμενη ύπαρξη, την ελευθερία της αγάπης. Η υπαρκτική γνησιότητα, ο κατ΄ αλήθειαν τρόπος της υπάρξεως, είναι η ελεύθερη αγαπητική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά... Ό,τι είναι αγάπη και ελευθερία από τις αναγκαιότητες της φυσικής ατομικότητας, είναι ζωή" (Τα καθ᾿ εαυτόν, σ. 98-99).

Είσθε ο εκφραστής και υπερασπιστής της Αληθείας ως '"κοινωνίας", του "πολιτισμού της σχέσης" (Το προνόμιο της απελπισίας, σ. 117), του "πολιτισμού του προσώπου". Κατωρθώσατε να διατυπώσετε εις σύγχρονον συναρπαστικήν γλώσσαν, και εν διαλόγω με την φιλοσοφίαν και την επιστήμην, χωρίς εκατέρωθεν μινιμαλισμούς, την αλήθειαν της εκκλησιαστικής εμπειρίας, όπως αυτή εβιώθη εις την παράδοσιν της Ορθοδοξίας, ως μετοχή εις την "καινότητα" της ζωής, η οποία δεν γνωρίζει φθοράν και θάνατον.

Είναι χαρακτηριστικόν ότι εντοπίζετε εις την εκκλησιαστικήν λατρείαν την πε-μπτουσίαν της ορθοδόξου μαρτυρίας και την κινητήριον δύναμιν ενός ενεργητικού ρόλου της Ορθοδοξίας εν τω συγχρόνω κόσμω. "Μόνο σωστή λατρεία, τίποτε άλλο, θα ήταν έκρηξη πολιτιστική... Κορυφαία ποιητικά μορφώ-ματα της γλώσσας που ΄αι γενεαί πάσαι΄ των Ελλήνων τα μέλωσιν και τα λειτουργούν. Αρχιτεκτονική, ζωγραφική, διάκοσμος, δραματουργία, μεταποιούν σε πρόταση ζωής πάλη αιώνων φιλοσοφίας και δημιουργικής έμπνευσης-πρόταση ζωής για κάθε άνθρωπο, οπουδήποτε της γης" (Αόριστη Ελλάδα, σ. 30-31).

Με οξυδέρκειαν και επί τη βάσει θεολογικών κριτηρίων στηλιτεύετε την θρησκειοποίησιν του εκκλησιαστικού γεγονότος. Όντως, όταν η Θεία Λειτουργία παύη να είναι "προσφορά και αναφορά όλων των στοιχείων της κοσμικής σάρκας του βίου μας" εις τον Θεόν, και καθίσταται "μία θρησκευτική τελετή που αφορά σε συναισθήματα και όχι στη ζωή μας" (ο.π., σ. 101), τότε αλλοιώνεται η ευχαριστιακή υπόστασις και ταυτότης της Εκκλησίας. Ορθώς υπογραμμίζετε ότι "η γνησιότητα ή η αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού γεγονότος κρίνεται στη διάσωση ή στην απώλεια της ενορίας" (Τα καθ᾿ εαυτόν, σ. 94).

Ανεδείξατε διά των συγγραφών σας την κεντρικήν σημασίαν της ασκήσεως, του "αθλήματος της ασκητικής αυτοπαραίτησης" εις την εκκλησιαστικήν ζωήν, της εκουσίας υποταγής του πιστού εις την "καθολική πείρα και ζωή της Εκκλησίας" (Η ελευθερία του ήθους, β´ εκδ. 1989, σ. 141). Γράφετε: "Άσκηση για τους Ορθοδόξους δεν σημαίνει μιάν ατομική γυμναστική της θέλησης, όπως για τον δυτικό πουριτανισμό, ούτε μια ιδεαλιστική εξιδανίκευση της στέρησης, αλλά η άσκηση είναι ένα εκκλησιαστικό γεγονός, κοινωνικό, μια μεταποίηση της ατομικής χρήσης των υλικών αγαθών σε χρήση κοινωνίας, χρήση λειτουργική" (Κριτικές Παρεμβάσεις, σ. 18-19).

Η χριστιανική άσκησις είναι "ευχαριστιακή", είναι "η προσπάθεια επιστροφής στη σωστή χρήση του κόσμου, στην προσωπική σχέση με τον κόσμο" (Η ελευθερία του ήθους, σ. 206). Όπως λίαν ευστόχως υπογραμμίζετε, "όσο προσωπικότερος γίνεται ο άνθρωπος στη σχέση του με τον κόσμο τόσο περισσότερο του αποκαλύπτεται ο προσωπικός λόγος του κόσμου". Η φύσις φανερώνεται "ως προσωπική Ενέργεια του Θεού, σοφία και δόξα του Θεού". (Το προνόμιο της απελπισίας, σ. 14-15). Εδώ ευρίσκεται και ο λόγος της ενασχολήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου με το οικολογικόν πρόβλημα και την αντιμετώπισιν των καταστροφικών διά το φυσικόν περιβάλλον συνεπειών του ατομοκεντρι-σμού, του ευδαιμονισμού, του συγχρόνου οικονομισμού και της τεχνοκρατίας. Η μέριμνα διά το περιβάλλον είναι συνέπεια και προέκτασις της Εκκλησιολογίας και της Ορθοδόξου κοσμολογίας. Η εν Χριστώ ελευθερία και αναφορικώς προς την δημιουργίαν, είναι σχέσις και όχι κτήσις.

Ιδιαιτέρως εκτιμώμεν, Εντιμολογιώτατε, όσα κατεθέσατε εν καιρώ περί του νοήματος της οικουμενικότητος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, τα οποία επεδοκίμαζε και ο πνευματικός ημών Πατήρ, αοίδιμος Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων, ο οποίος έτρεφε μεγάλην εκτίμησιν διά το έργον σας. Εχαρακτηρίσατε τον εθνοφυλετισμόν ως "τη φοβερή αλλοτρίωση της συνειδήσεως της καθολικότητος της Εκκλησίας" και εξήρατε το γεγονός ότι "η Κωνσταντινούπολη δεν ευνόησε ποτέ την εθνικιστική στεγανοποίηση του Ελληνισμού και εκπροσώπησε ως το τέλος το δρόμο της πνευματικής και πολιτιστικής καθολικότητας" (Το προνόμιο της απελπισίας, σ. 226-227)».

Σε άλλο σημείο της ομιλίας του, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ανέφερε ότι και ο ίδιος έχει μελετήσει τα συγγράμματα του τιμώμενου καθηγητή και Άρχοντος Οφφικιαλίου του Οικουμενικού Θρόνου.

Στην αντιφώνησή του, ο νέος Άρχων ευχαρίστησε τον Οικουμενικό Πατριάρχη για την ιδιαίτερη μεγάλη τιμή που του επιφύλαξε. «Το οφφίκιο των "αρχόντων" του Οικουμενικού Πατριαρχείου έχει, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, τη σφραγίδα της ιδιαιτερότητας του "πρώτου τη τάξει" θεσμού στο επισκοπικό σύστημα της Εκκλησίας: Δεν ανακηρύσσει εταίρους, επίτιμους προκρίτους, επίλεκτους προύχοντες στην πατριαρχική τάξη. Όχι. Απονέμει την αναγνώριση "αρχόντων". "Ο έχω, τούτο σοι δίδωμι"», σημείωσε ο κ. Γιανναράς και προσέθεσε:

«Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι "το πάντοτε αναλούμενο και ουδέποτε δαπανώμενο" κεφάλαιο αρχοντιάς του εκκλησιαστικού Ελληνισμού. Απ΄ όπου αντλείται ακενώτως το "τζιβαϊρικόν πολυτίμητο" κεφάλαιο αρχοντιάς; Το όρισε η κεφαλή και ποδηγέτης της Εκκλησίας: "Ο θέλων πρώτος είναι, έστω πάντων έσχατος... Τις γαρ μείζων, ο ανακείμενος ή ο διακονών; Ουχί ο ανακείμενος; Εγώ δε ειμι εν μέσω υμών ως ο διακονών".

Είμαι ευγνώμων για την τιμή, την αγάπη και την εμπιστοσύνη, να με ονοματίζει σήμερα ο Οικουμενικός Πατριάρχης άρχοντα, κατά τις παραδόσεις του Φαναρίου. Η ιδιαιτερότητα της ευγνωμοσύνης προκύπτει από την ιδιαιτερότητα της ιστορικής στιγμής. Ειδικά σήμερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο αξιώνεται από τον Θεό να ζει το μεγαλείο της άκρας ταπείνωσης, λοιδορούμενο, θλιβόμενο, κακουχούμενο, όχι από εναντίους και αντιπάλους, αλλά από τα "κύκλω της τραπέζης του έκγονά του". Ζούμε τη δοκιμασία, τα "έκγονα" της πρωτοκάθεδρης εκκλησιαστικής πατρότητας να διολισθαίνουν στην ευτέλεια των θρησκευτικών αποκυημάτων του εθνικισμού.

Το Πατριαρχείο, για άλλη μία φορά, σηκώνει τον σταυρό προπηλακισμών και απειλών της επηρμένης οφρύος των αριθμητικά ισχυρών, βεβαιώνοντας την αρχοντιά του λειτουργήματός του.

Ευχαριστώ και πάλι για την τιμή του οφφικίου, την τιμή της φαναριώτικης αρχοντιάς».


Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019

Πατριαρχικόν Μήνυμα ἐπί τῇ ἡμέρᾳ προσευχῆς ὑπέρ τῆς Προστασίας τοῦ Φυσικοῦ Περιβάλλοντος (01/09/2019)

πηγή: ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ

† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ
ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Προσφιλεῖς ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Εὐδοκίᾳ καί χάριτι τοῦ πανδώρου Θεοῦ συμπληροῦνται σήμερον 30 ἔτη ἀπό τῆς καθιερώσεως ὑπό τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς ἑορτῆς τῆς Ἰνδίκτου καί πρώτης ἡμέρας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους ὡς «Ἡμέρας προστασίας τοῦ περιβάλλοντος». Ἡ εὐλογημένη αὕτη πρωτοβουλία ἔσχε δαψιλῆ καρποφορίαν. Δέν ἀπηυθύνθημεν μόνον πρός τούς ὀρθοδόξους πιστούς, οὔτε μόνον πρός τούς χριστιανούς ἤ τούς ἐκπροσώπους ἄλλων θρησκειῶν, ἀλλά καί πρός πολιτικάς προσωπικότητας, πρός περιβαλλοντολόγους καί ἄλλους ἐπιστήμονας, πρός τούς διανοουμένους καί κάθε ἄνθρωπον καλῆς θελήσεως, ἐπιζητοῦντες τήν συμβολήν των.
Αἱ περιβαλλοντικαί δράσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐλειτούργησαν ὡς ἔναυσμα διά τήν θεολογίαν, νά προβάλῃ μέ ἔμφασιν τήν ἀλήθειαν τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας, τήν εὐχαριστιακήν θεώρησιν καί χρῆσιν τῆς δημιουργίας καί τό πνεῦμα τοῦ ὀρθοδόξου ἀσκητισμοῦ ὡς βάσιν διά τήν κατανόησιν τῶν αἰτίων καί ἀντιμετώπισιν τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος. Ἡ σχετική μέ τήν θεολογικήν οἰκολογίαν ἤ οἰκολογικήν θεολογίαν βιβλιογραφία εἶναι ἐκτενεστάτη καί συγκροτεῖ ἐν τῷ συνόλῳ της ἀξιόλογον ὀρθόδοξον μαρτυρίαν ἔναντι μιᾶς ἐκ τῶν μεγαλυτέρων προκλήσεων διά τήν σύγχρονον ἀνθρωπότητα καί τήν ζωήν ἐπί τῆς γῆς. Ἡ ἐνασχόλησις μέ τό οἰκολογικόν πρόβλημα καί τάς κοσμολογικάς διαστάσεις καί ἐπιπτώσεις τῆς ἁμαρτίας, αὐτῆς τῆς ἀλλοτριωτικῆς ἐσωτερικῆς «ἀνατροπῆς ἀξιῶν» εἰς τόν ἄνθρωπον, ἔφερεν εἰς τό προσκήνιον τήν συνάφειαν περιβαλλοντικῶν καί κοινωνικῶν προβλημάτων καί τήν ἀνάγκην κοινῆς προσεγγίσεώς των. Στράτευσις διά τήν προστασίαν τῆς ἀκεραιότητος τῆς δημιουργίας καί διά τήν κοινωνικήν δικαιοσύνην εἶναι δράσεις ἀλληλένδετοι καί ἀδιαίρετοι.
Τό ἐνδιαφέρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διά τήν προστασίαν τῆς κτίσεως δέν ἐγεννήθη ὡς ἀντίδρασις εἰς τήν σύγχρονον οἰκολογικήν κρίσιν, δέν εἶναι δημιούργημά της. Αὐτή ἦτο ἁπλῶς ἡ ἀφορμή καί ἡ εὐκαιρία διά νά ἐκφράσῃ, νά ἀναπτύξῃ, νά διακηρύξῃ καί νά προβάλῃ ἡ Ἐκκλησία τάς οἰκοφιλικάς ἀρχάς της. Θεμέλιον τῆς ἀδιαπτώτου μερίμνης τῆς Ἐκκλησίας διά τό φυσικόν περιβάλλον εἶναι αὐτή αὕτη ἡ ἐκκλησιολογική ταυτότης καί ἡ θεολογία της. Ὁ σεβασμός καί ἡ προστασία τῆς κτίσεως εἶναι διάστασις τῆς πίστεώς μας, περιεχόμενον τῆς ζωῆς μας ἐν Ἐκκλησίᾳ καί ὡς Ἐκκλησίας. Ἡ ἰδία ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «βιωμένη οἰκολογία», ἔμπρακτος σεβασμός καί μέριμνα διά τήν δημιουργίαν καί πηγή τῶν οἰκολογικῶν δραστηριοτήτων της. Κατ᾿ οὐσίαν, τό ἐνδιαφέρον τῆς Ἐκκλησίας διά τήν προστασίαν τῆς κτίσεως εἶναι προέκτασις τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἰς ὅλας τάς διαστάσεις τῆς σχέσεώς της μέ τόν κόσμον. Ἡ λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τό ἀσκητικόν ἦθος, ἡ ποιμαντική διακονία, ἡ σταυροαναστάσιμος βιοτή τῶν πιστῶν, ὁ ἄσβεστος πόθος τῆς αἰωνιότητος, συγκροτοῦν μίαν κοινωνίαν προσώπων διά τήν ὁποίαν ἡ φυσική πραγματικότης δέν εἶναι ἀντικείμενον, χρηστικόν ὑλικόν διά τήν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀτόμου καί τῆς ἀνθρωπότητος, ἀλλά ἐνέργημα, πεπραγμένον, δημιούργημα τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ νά τό σεβασθῶμεν καί νά τό προστατεύσωμεν, καθιστάμενοι «συνεργοί» αὐτοῦ, «οἰκονόμοι», «φύλακες», καί «ἱερεῖς» τῆς δημιουργίας, νά καλλιεργήσωμεν εὐχαριστιακήν σχέσιν μέ τήν κτίσιν.
Ἡ μέριμνα διά τό φυσικόν περιβάλλον δέν εἶναι μία πρόσθετος δραστηριότης εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν ζωήν, ἀλλά οὐσιαστική ἔκφρασις αὐτῆς. Δέν ἔχει κοσμικόν, ἀλλά ἀμιγῆ ἐκκλησιαστικόν χαρακτῆρα, εἶναι «λειτουργική διακονία». Ὅλαι αἱ πρωτοβουλίαι καί αἱ δράσεις τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «ἐφηρμοσμένη ἐκκλησιολογία». Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, ἡ θεολογική οἰκολογία δέν ἀναφέρεται μόνον εἰς τήν ἀνάπτυξιν οἰκολογικῆς εὐαισθησίας καί εἰς τήν ἀντιμετώπισιν τῶν περιβαλλοντικῶν προβλημάτων ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας, ἀλλά ἐπεκτείνεται εἰς τήν ἐν Χριστῷ ἀνακαίνισιν συμπάσης τῆς κτίσεως, ὅπως αὐτή πραγματώνεται καί βιοῦται ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ, ὡς εἰκόνι καί προγεύσει τῆς ἐσχατολογικῆς πληρώσεως τῆς Θείας Οἰκονομίας ἐν τῇ δοξολογικῇ πληρότητι καί φωτοχυσίᾳ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Τό οἰκολογικόν πρόβλημα ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ κόσμος μας ἀποτελεῖ ἑνότητα, ὅτι τά προβλήματά μας εἶναι παγκόσμια καί κοινά. Διά τήν ἀντιμετώπισιν τῶν κινδύνων ἀπαιτεῖται πολύπλευρος κινητοποίησις, σύγκλισις, συμπόρευσις, σύμπραξις. Εἶναι ἀδιανόητον, ἡ ἀνθρωπότης νά γνωρίζῃ τήν σοβαρότητα τοῦ προβλήματος καί νά συνεχίζῃ νά συμπεριφέρεται ὡς νά μή ἐγνώριζεν. Ἐνῷ κατά τάς τελευταίας δεκαετίας, τό κυρίαρχον πρότυπον οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς παγκοσμιοποιήσεως, μέ πρόσημον τόν φετιχισμόν τῶν οἰκονομικῶν δεικτῶν καί τήν μεγιστοποίησιν τοῦ κέρδους, ὤξυνε τά οἰκολογικά καί κοινωνικά προβλήματα, ἐξακολουθεῖ νά κυριαρχῇ εὐρέως ἡ ἄποψις ὅτι «δέν ὑπάρχει ἄλλη ἐναλλακτική ἐπιλογή» καί ὅτι ἡ μή συμμόρφωσις πρός τήν ἄτεγκτον νομοτέλειαν τῆς οἰκονομίας θά ὁδηγήσῃ εἰς ἀνεξελέγκτους κοινωνικάς καί οἰκονομικάς καταστάσεις. Τοιουτοτρόπως, ἀγνοοῦνται καί δυσφημίζονται αἱ ἐναλλακτικαί μορφαί ἀναπτύξεως καί ἡ ἰσχύς τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης καί τῆς δικαιοσύνης.
Ἡμεῖς ὀφείλομεν νά δραστηριοποιηθῶμεν ἔτι περαιτέρω διά τήν ἐφαρμογήν ἐν τῇ πράξει τῶν οἰκολογικῶν καί κοινωνικῶν συνεπειῶν τῆς πίστεώς μας. Εἶναι ἐξόχως σημαντικόν ὅτι αἱ καθ᾿ ἡμᾶς ἀρχιεπισκοπαί καί μητροπόλεις, πολλαί ἐνορίαι καί ἱεραί Μοναί, ἔχουν ἀναπτύξει οἰκολογικάς πρωτοβουλίας καί πρακτικάς διά τήν προστασίαν τοῦ περιβάλλοντος, καί ποικίλα προγράμματα περιβαλλοντικῆς ἀγωγῆς. Πρέπει νά δοθῇ ἰδιαιτέρα ἔμφασις εἰς τήν ἐν Χριστῷ διαπαιδαγώγησιν τῶν νέων, ὥστε αὕτη νά λειτουργῇ ὡς χῶρος καλλιεργείας καί ἀναπτύξεως οἰκολογικοῦ ἤθους καί ἀλληλεγγύης. Ἡ παιδική καί ἡ ἐφηβική ἡλικία ἀποτελοῦν ἰδιαιτέρως εὐνοϊκάς περιόδους τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου δι᾿ οἰκολογικήν καί κοινωνικήν εὐαισθητοποίησιν. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ἐν ἐπιγνώσει τῆς σπουδαιότητος τῆς περιβαλλοντικῆς ἐκπαιδεύσεως, συνεχίζον τήν σειράν τῶν σχετικῶν σεμιναρίων, ἀφιέρωσε τήν ἐν τῇ Ἕδρᾳ αὐτοῦ ὀργανωθεῖσαν Γ’ διεθνῆ «Διάσκεψιν τῆς Χάλκης διά τήν Θεολογίαν καί τήν Οἰκολογίαν» (31 Μαΐου - 4 Ἰουνίου 2019), εἰς τό θέμα τῆς ἐντάξεως εἰς τά προγράμματα τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν μαθημάτων καί προγραμμάτων σχετικῶν μέ τήν οἰκολογίαν καί τήν οἰκολογικήν παιδείαν. Ἡ λύσις τῶν μεγάλων προβλημάτων τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι ἀνέφικτος χωρίς πνευματικόν προσανατολισμόν.
Περαίνοντες τόν λόγον, εὐχόμεθα πᾶσιν ὑμῖν αἴσιον καί εὐλογημένον ἐκκλησιαστικόν ἔτος, πλούσιον ἐν ἔργοις θεαρέστοις, καλοῦντες δέ τά ἀνά τήν οἰκουμένην φωτόμορφα τέκνα τῆς Μητρός Ἐκκλησίας νά προσεύχωνται διά τήν ἀκεραιότητα τῆς δημιουργίας, νά ζοῦν οἰκοφιλικῶς καί φιλαδέλφως εἰς ὅλας τάς διαστάσεις τῆς ζωῆς των, νά ἀγωνίζωνται διά τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καί διά τήν προαγωγήν τῆς εἰρήνης καί τῆς δικαιοσύνης, καί διατρανοῦντες ἅπαξ ἔτι τήν ἀλήθειαν ὅτι δέν ὑπάρχει ἀληθής πρόοδος, ὅταν θίγεται ἡ «καλή λίαν» δημιουργία καί ὁ κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ πλασθείς ἄνθρωπος, ἐπικαλούμεθα ἐφ᾿ ὑμᾶς, μεσιτείᾳ τῆς Ἁγιοπρώτου Παναγίας τῆς Παμμακαρίστου, τήν ζωοπάροχον χάριν καί τό ἄπειρον ἔλεος τοῦ Δημιουργοῦ καί Προνοητοῦ πάσης τῆς κτίσεως. 

,βιθ’ Σεπτεμβρίου α’

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν


Τετάρτη 28 Αυγούστου 2019

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ π. ΓΕΩΡΓΙΟ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

πηγή: ΦΩΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ


Διεθνές Συνέδριο με θέμα “Η θεολογική παρακαταθήκη του πρωθιερέως Γεωργίου Φλωρόφσκυ” διοργανώνει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στην Πόλη, από την 1η έως και την 3η Σεπτεμβρίου 2019, με αφορμή την συμπλήρωση 40ετίας από της κοιμήσεώς του. 
Στις εργασίες του Διεθνούς Συνεδρίου, την έναρξη των οποίων θα κηρύξει η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, θα λάβουν μέρος Ιεράρχες, κληρικοί, διακεκριμένοι Πανεπιστημιακοί Καθηγητές και Θεολόγοι από Πανεπιστημιακά Ιδρύματα από όλο τον κόσμο.
Σημειώνεται ότι ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ (1893-1979) υπήρξε ρηξικέλευθος θεολόγος και καθηγητής, και έχει χαρακτηριστεί ως ο “πρύτανης των Ορθοδόξων θεολόγων” του εικοστού αιώνα. Η εμπνευσμένη έκκλησή του προς τους θεολόγους να επιστρέψουν στις πατερικές πηγές και να αποκτήσουν το πνεύμα των Πατέρων, καθώς και προς την Εκκλησίαν να διαλεχθεί με τις ισχυρές ιστορικές και οικουμενικές προκλήσεις της εποχής μας, αποτέλεσαν ορόσημο για την Ορθόδοξη θεολογία και επηρεάζουν την χριστιανική σκέψη μέχρι και σήμερα. 

Οι εργασίες του Διεθνούς Συνεδρίου θα μεταδοθούν απευθείας μέσω του διαδικτύου.

Παραθέτουμε στη συνέχεια το αναλυτικό πρόγραμμα του Συνεδρίου.




Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

Ανακοίνωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τις επιθέσεις στη Σρι Λάνκα


O Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος εκφράζει τον αποτροπιασμό του για τις τρομοκρατικές επιθέσεις που σημειώθηκαν, ανήμερα του εορτασμού του Πάσχα των Δυτικών, σε Εκκλησίες και ξενοδοχεία στην ευρύτερη περιοχή της Πρωτεύουσας της Σρι Λάνκα, Κολόμπο, προκαλώντας τον θάνατο σε δεκάδες συνανθρώπους μας και τραυματίζοντας εκατοντάδες. 

Ο Παναγιώτατος καταδικάζει απερίφραστα κάθε τρομοκρατική ενέργεια καθώς και κάθε πράξη μίσους, βίας και φονταμενταλισμού, απ’ όπου και αν αυτές προέρχονται, και καλεί όλους να εργαστούν, μέσω του διαλόγου και σε πνεύμα αλληλοσεβασμού, για τη διαφύλαξη του αγαθού της ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας. 

Η Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία προσεύχεται για την ανάπαυση των ψυχών των θυμάτων, εκφράζοντας τα θερμά συλλυπητήριά της προς τις οικογένειές τους, ενώ εύχεται κουράγιο και ταχεία ανάρρωση στους τραυματίες. Ταυτόχρονα, εκφράζει τη συμπάθεια και τη συμπαράστασή της προς την τοπική Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, την Κυβέρνηση και τον λαό της Σρι Λάνκα.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης επικοινώνησε με τον Μητροπολίτη Σιγκαπούρης Κωνσταντίνο και του ζήτησε να μεταφέρει το παραπάνω μήνυμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τη Ρωμαιοκαθολική Κοινότητα, τις Αρχές και συνολικά στον λαό της Σρι Λάνκα. 



Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019

Ανακοίνωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την τρομοκρατική επίθεση στη Ν. Ζηλανδία (15 Μαρτίου 2019)



O Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και τα μέλη της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία συνεδριάζει από το πρωί σε τακτική συνεδρίασή της για το μήνα Μάρτιο, εκφράζουν τον αποτροπιασμό τους για τη δολοφονική επίθεση κατά πολιτών που βρισκόντουσαν σε δύο ισλαμικά Τεμένη της πόλης Christchurch της Νέας Ζηλανδίας. Ο Παναγιώτατος και οι Συνοδικοί Αρχιερείς καταδικάζουν απερίφραστα κάθε τρομοκρατική ενέργεια καθώς και κάθε πράξη μίσους και φονταμενταλισμού και καλούν όλους να εργαστούν, μέσω του διαλόγου, για τη διαφύλαξη του αγαθού της ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας. Στις οικογένειες των θυμάτων εκφράζουν τα θερμά συλλυπητήρια και τη συμπαράστασή τους ενώ εύχονται κουράγιο και ταχεία ανάρρωση στους τραυματίες. 

Ο Παναγιώτατος επικοινώνησε με τον επιχώριο Μητροπολίτη Νέας Ζηλανδίας Μύρωνα και του ζήτησε να μεταφέρει το παραπάνω μήνυμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τις Αρχές, τη μουσουλμανική Κοινότητα και συνολικά στον λαό της Ν. Ζηλανδίας.



Σάββατο 9 Μαρτίου 2019

Απαντητικό Γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχου στην από 14.01.2019 επιστολή του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας


Φανάρι, 9 Μαρτίου 2019

Κατόπιν της δημοσιοποιήσεως από την Αγιωτάτη Εκκλησία της Αλβανίας του από 14.01.2019 γράμματος του Προκαθημένου της προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, σε σχέση με την Αυτοκεφαλία της Ουκρανίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο δημοσιεύει σήμερα την σχετική απάντησή του προς την Α.Μακαριότητα. 

* * *
Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Τιράνων καί πάσης Ἀλβανίας, ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ λίαν ἀγαπητέ καί περιπόθητε ἀδελφέ καί συλλειτουργέ τῆς ἡμῶν Μετριότητος κύριε Ἀναστάσιε, τήν Ὑμετέραν σεβασμίαν Μακαριότητα ἀδελφικῶς ἐν Κυρίῳ κατασπαζόμενοι, ὑπερήδιστα προσαγορεύομεν.

Ἐλάβομεν καί διεξοδικῶς ἐμελετήσαμεν τό ἀπό 14ης παρελθόντος μηνός Ἰανουαρίου ἐ.ἔ Ὑμέτερον ἀδελφικόν Γράμμα κατ᾿ ἀκολουθίαν τῶν ἀπό 24ης Δεκεμβρίου ἡμετέρων τοιούτων, σχετικῶς πρός τάς ἐν Οὐκρανίᾳ ὑφ᾿ ἡμῶν κανονικῶς γενομένας Ἐκκλησιαστικάς Πράξεις καί ἐπί τήν ἀπάντησιν ἥκοντες προαγόμεθα, ὅπως, ἐν πνεύματι ἀληθευούσης διδαχῆς, περί ἧς ὡς ὁ ἐλέῳ Θεοῦ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἔχομεν χρέος ἔναντι τῶν ἑκασταχοῦ ἁγίων ἀδελφῶν, ἐκθέσωμεν Ὑμῖν τά ἀκόλουθα:

Οἱ Θεοφόροι Πατέρες, οἱ καί διά τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων ἀναθέσαντες εἰς τόν Θρόνον τῆς τοῦ Κωνσταντίνου τάς γνωστάς τοῖς πᾶσιν πανιέρους καί φρικτάς αὐτοῦ ὑπερορίους εὐθύνας, οὐχί ἐν εἴδει προνομιῶν ἀλλά θυσίας, διεῖδον, Πνεύματι Θεοῦ ἀγόμενοι, τήν ἀνάγκην ὁριστικῆς διευθετήσεως τῶν ἀνά τάς Τοπικάς Ἐκκλησίας ἀναφυομένων προβλημάτων τῶν μή δυναμένων ἵνα ἐπιλυθῶσιν ὑπ᾿ αὐτῶν. Αὕτη ἡ κληρουχία τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας διηκονήθη ἀδιαστίκτως καθ᾿ ὅλους τούς παρελθόντας αἰῶνας ἐν πνεύματι συνέσεως καί μετά φόβου Θεοῦ ὑπό τῶν μακαρίων καί ἀοιδίμων Προκατόχων ἡμῶν ἐντός πάντοτε τοῦ καθηγιασμένου καί κανονικῶς ἀμεταθέτου καθεστῶτος τῆς Πενταρχίας τῶν Πρεσβυγενῶν Θρόνων διά τῆς φιλαδέλφου, ὡς εἰκός, ἀλληλοπεριχωρήσεως "εἰς μίαν σύμπνοιαν καί συμφυΐαν πνευματικήν ἑνούμενοι, διά τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀγάπης, ἀλλήλων ἀντ[ιλαμβανόμενοι]"[1]. Ἐκ ταύτης τῆς διαρκοῦς δισυποστάτου σχέσεως τοῦτο μέν, ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κωνσταντινουπόλεως θέσις παντάπασι διακηρύττεται οὐδένα ἐνδοιασμόν ἢ ἀνησυχίαν προκαλέσασα πώποτε παρά τοῖς λοιποῖς Πατριάρχαις, καθ΄ὅσον εἴπερ τις καί ἄλλος ἐγίγνωσκον κάλλιστα ὅτι οὐδείς ἀπολύτως κίνδυνος ὑπῆρχεν εἰς "μή τόν καπνώδη τύφον τοῦ κόσμου δόξωμεν εἰσάγειν τῇ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ, ἥτις τό φῶς τῆς ἁπλότητος καί τῆς ταπεινοφροσύνης τήν ἡμέραν τοῖς τόν Θεόν ἰδεῖν ἐπιθυμοῦσι προσφέρει"[2] τοῦτο δέ, ὅτι "τό ἀντιλαμβάνεσθαι μέν καί ἐκ τῶν ἐνόντων βοηθεῖν-καθ᾿ ἅ Νεόφυτος Ζ,΄ὁ μακαρίᾳ τῇ λήξει Προκάτοχος ἡμῶν, περιγράφει-πρός τάς χρείας καί τοῖς λοιποῖς ἁγιωτάτοις Πατριαρχικοῖς Ἀποστολικοῖς Θρόνοις, πάνυ προσῆκον ἐκ παλαιοῦ ἡγεῖται ὁ καθ᾿ ἡμᾶς οὑτωσί ἁγιώτατος Πατριαρχικός Ἀποστολικός Οἰκουμενικός Θρόνος, ἀφαιρεῖσθαι γε μήν ἐκείνων τά δίκαια καί πλεονεκτεῖν ἀδικοῦντα, οὐχ ὅπως πράττειν ἀλλ᾿ οὐδέ ἀκούειν ἀνέχεται. Ἐκεῖνο μέν γάρ ἄξιον καί δίκαιον ἑαυτοῦ, τοῦτο δέ τοὐναντίον ἄδικόν τε καί ἀπρεπές"[3]. 

Ἐν μέσῳ τοιούτων πανηγυρικῶν δηλώσεων εὐλαβείας πρός τά Κανονικά δικαιώματα τῆς ἐσωτερικῆς διοικητικῆς αὐτοτελείας τῶν κατά τόπους ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν ἐπιπροσθέτως καταγράφομεν τήν ἀπόφανσιν καί Ἀνθίμου Στ΄ πρός τήν Ἐκκλησίαν Ἀντιοχείας καθ᾿ ὅν "...οὐχί ἅπαγε πρός κατάργησιν τῶν Κανονικῶν λόγων καί δικαιωμάτων ἅπερ κέκτηται ὁ ἁγιώτατος αὐτός Θρόνος καί πρός τά ὁποῖα οὐδέποτε ἀπέβλεψεν ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία νά μετέλθῃ ἐπέμβασίν τινα καί ἐπίθεσιν, εἴτε ἐν χηρείᾳ αὐτοῦ εἴτε ἄλλοτε, τοὐναντίον δέ μάλιστα ἀείποτε ὑπεστήριξε τά προνόμια αὐτοῦ καί ἐπεχορήγησε θερμουργόν προστασίαν εἰς τοσαύτας κατά καιρούς δεινάς περιστάσεις ἀφορώσας τήν συντήρησιν τῶν Ὀρθοδόξων ἀπό πάσης τῶν ἐναντίον προσβολῆς· καί ταύτας τάς προστασίας καί ἐναγωνίους ὑπερασπίσεις τῆς Ἐκκλησίας ὑπέρ τοῦ Θρόνου ἄπειρα διακηρύττουσι παραδείγματα, καθώς καί αὐτή ἡ ἐσχάτως ἀποκατάστασις τοῦ ἁγίου Ἀμίδης, ὑπέρ οὗ ἐδαπάνησε καί ἐξακολουθεῖ δαπανᾶν ἁδράς ποσότητας, καθώς καί πρό αὐτῆς τά κατά τήν Μητρόπολιν Χαλεπίου συμβάντα, καί ἄλλαι ἄπειροι περιστάσεις, κατά τάς ὁποίας ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία, μακράν παντός ἰδιορρύθμου σκοποῦ ἀλλά καί μέ πραγματικάς θυσίας, προὐνόησεν, ὡς ἐξ ἀνωτάτης περιωπῆς, καί πολυειδῶς ἠγωνίσθη ὑπέρ τῶν πνευματικῶν συμφερόντων τοῦ Θρόνου καί τῶν ἀποτελούντων αὐτόν Ὀρθοδόξων, ἀναλαμβάνουσα εἰς ἑαυτήν πολλά αὐτοῦ βάρη" [4].

Ταῦτα πάντα συνίσχυον ὁμοῦ μετά τῆς Θεόθεν καί ἀπαραβάτως καθηγιασμένης πράξεως τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις ἐκ τῶν πρώτων χρόνων διαγορεύει ὅτι "συνήθεια ἄνωθεν κεκράτηκε, τούς ἐνδημοῦντας τῇ μεγαλωνύμῳ Πόλει ἁγιωτάτους Ἐπισκόπους, ἡνίκα καιρός καλέσῃ, περί ἀναπιπτόντων τινῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων συνεῖναι καί διατυποῦν ἕκαστα καί ἀποκρίσεις ἀξιοῦν τούς δεομένους". Ὡς ἐκ τούτου, οὐ μόνον ἔνθα περί Δογμάτων καί ἱερῶν Παραδόσεων καί Κανονικῶν Ἐκκλησιαστικῶν Διατάξεων ἤ περί γενικῶν ζητημάτων ἀφορώντων εἰς ὁλόκληρον τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά καί ἐν πᾶσι τοῖς σχετικῶς σπουδαίοις ἐπί μέρους ζητήμασι τοῖς ἐνδιαφέρουσι ταύτην ἤ ἐκείνην τήν Τοπικήν Ἐκκλησίαν, ἡ κηδεμονική πρόνοια καί ἀντίληψις τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας παρεμβαινούσης-ποῖ μέν, αὐτεπαγγέλτως καί ὡς ἐκ καθήκοντος, ποῖ δέ, κατ᾿ ἐπίκλησιν τῶν ἐνδιαφερομένων-καί παρεχούσης τήν ἀποτελεσματικήν αὐτῆς συμβολήν, πρός διαίτησιν καί ἐπίλυσιν διαφορῶν ἀναφυεισῶν μεταξύ τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν, πρός διευθέτησιν διαφωνιῶν μεταξύ ποιμένων καί ποιμνίου, πρός ἀπαλλαγήν ἀπό ἐπιπρουσθουσῶν δυσχερειῶν καί ἐπάνοδον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων εἰς τήν Κανονικήν αὐτῶν τροχιάν, πρός ἐπίρρωσιν τῆς ἔστιν ὅτε ἀνεπαρκοῦς ἐνεργείας τῶν πνευματικῶν ἀρχηγῶν τῶν ἐπί μέρους Ἐκκλησιῶν, πρός στήριξιν τῶν ἀσθενῶν καί σαλευομένων ἤ καταρραδιουργουμένων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ πίστει, πρός ἀποσόβησιν, συνελόντι εἰπεῖν, τῶν παντοίων ἠθικῶν καί ὑλικῶν κινδύνων τῶν ἐπαπειλούντων τήν εὐστάθειαν τῶν ἁγιωτάτων ἐκείνων Ἐκκλησιῶν οὐδέποτε καί οὐδαμοῦ βραδύνει ἤ ἐλλείπει. Πλανᾶται, λοιπόν, ἄνευ ἀμφιβολίας ὁ θεωρῶν ὅτι αὕτη ἡ οὐσιώδης καί ὅλως ἀναγκαία διά τό Καθολικόν Σῶμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας λειτουργία τῆς Μητρός Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ προϊόν τῶν κάτω χρόνων καθώς ἀδιαψεύστως ἕλκει τήν ἀπαρχήν αὐτῆς εἰς πολλῷ ἀρχαιοτέρους χρόνους. Καί πρός τοῦτο φέρομεν ὅλως ἐνδεικτικῶς ἐν προκειμένῳ τό τοῦ Καλλίστου Α΄ σχετικόν πρός τήν ὑπόθεσιν τοῦ Τιρνόβου Γερμανοῦ Β΄, τοῦ ἀποπειραθέντος ἵνα διεκδικήσῃ πραγματικά πατριαρχικά προνόμια παρά τόν ψιλόν τίτλον τοῦ "Πατριάρχου", ὅν ἐκ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἔλαβεν, καθ᾿ ἅ Κάλλιστος ἀπεφήνατο ὅτι "καί χωρίς δέ τούτου, εἰ ὁ τῆς Κωνσταντινουπόλεως Θρόνος καί τάς τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας καί Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων κρίσεις ἐπανακρίνει καί διευθετεῖ καί ἐπιψηφίζεται καί τό κῦρος δίδωσιν, ὡς οἱ θεῖοι Κανόνες διαγορεύουσιν καί αἱ πράξεις ἐπεμαρτύρησαν, πῶς οὐ πολλῷ μᾶλλον τῆς τῶν Βουλγάρων Ἐκκλησίας ὁ Θρόνος οὗτος κύριος ἔσται, παρ᾿ οὗ καί τό ὀνομάζεσθαι Πατριάρχης τετίμηται"[5], ὡς καί Λουκᾶ Α΄ τοῦ Χρυσοβέργη, ὅστις παρουσιάζεται ἡμῖν ὡς ἐξασκῶν τό δικαίωμα "τοῦ τάς ἐν τοῖς ἄλλοις Θρόνοις γινομένας ἀμφισβητήσεις ἐπιτηρεῖν καί διορθοῦσθαι καί πέρας ἐπιτιθέναι ταῖς κρίσεσι"[6], καί ἐπί τῇ βάσει αὐτοῦ ἀκυρῶν τήν ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Ἰωάννου καί τῆς περί αὐτόν Συνόδου ἐκδοθεῖσαν ποινήν τῆς καθαιρέσεως κατά τοῦ Ἐπισκόπου Ἀμαθοῦντος Ἰωάννου. Τήν ἀρχαίαν ταύτην πράξιν τῆς Ἐκκλησίας, ὡς τοῖς Ἐκκλησιαστικοῖς Κανόσι συνᾴδουσαν, ἐπιβεβαιοῦσι περιτράνως καί οἱ τέσσαρες Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς, ἤτοι ὁ ἐκ τῶν ἡμετέρων Προκατόχων Διονύσιος Γ΄, ὁ Ἀλεξανδρείας Παΐσιος, ὁ Ἀντιοχείας Μακάριος καί ὁ Ἱεροσολύμων Νεκτάριος ἐν ἔτει 1663 ἐν Τόμῳ δι᾿ οὗ ἐπέλυσαν εἴκοσι καί πέντε κεφάλαια ζητημάτων προβληθέντα αὐτοῖς ὑπό τοῦ κλήρου τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τήν η' ἐρώτησιν: "Εἰ τῷ Κωνσταντινουπόλεως Θρόνῳ ἐφεῖται πᾶσα κρίσις ἄλλων Ἐκκλησιῶν καί παρ᾿ αὐτοῦ λαμβάνει ἑκάστη ὑπόθεσις Ἐκκλησιαστική πέρας;" ἀπήντησαν ὅτι "Τό προνόμιον τοῦτο τοῦ Πάπα ἦν πρό τοῦ διαρραγῆναι τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας....ἤδη δέ ἐκείνου διαρραγέντος, αἱ ὑποθέσεις πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν εἰς τόν τῆς Κωνσταντινουπόλεως Θρόνον ἀναφέρονται καί παρ᾿ αὐτοῦ τάς ἀποφάσεις λαμβάνουσιν..". Ἐπαναλαμβάνουσι δέ περί τούτου καί εἰς τάς κα΄ καί κβ΄τοιαύτας".[7]

Ὁρῶμεν, οὖν, Μακαριώτατε, ποίας εὐθύνης Θρόνος ἐστίν ὁ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ποίων τρόπων μέτοχος καί διάδοχος ὀφείλει ἵνα ἀνυπερθέτως καθίσταται ὁ κατά καιρούς καί χρόνους Ἀρχιεπίσκοπος αὐτοῦ καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης. Ἐξ ὅλων τῶν ἀσφαλῶν καί ἑστώτων τούτων συνάγεται ἀδιαμφισβητήτως ὅτι αἱ ἐπί μέρους κατά τόν παρελθόντα καί τόν νῦν αἰῶνα διορθόδοξοι προσπάθειαι καί πρωτοβουλίαι τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐσφαλμένως ἐξελήφθησαν τυχόν ὑπό τινων ὡς ἀπεμπόλησις τῶν τοιούτων ἀμετακινήτων εὐθυνῶν ἅμα δέ καί διακονικῶν προνομιῶν αὐτῆς ἐν ὀνόματι οἱονεί τινος κοινοβουλευτικῆς ὁμοσπονδίας- ὡς καί ρητῶς ἐλέχθη ἀτυχῶς- τῶν ἐπί μέρους Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἥτις συναποφασίζει μετά τῶν Πρεσβυγενῶν Θρόνων ἐπί παντός θέματος. Ἡ τοιαύτη ἐν πνεύματι κενώσεως πάντοτε πρᾶξις τῆς Μητρός Ἐκκλησίας ἀπέβλεπε καί ἀποβλέπει εἰς τήν ἐν ἀγάπῃ Χριστοῦ καί ἀφελότητι καρδίας κοινωνίαν τῶν κατά τόπους Ἁγίων τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησιῶν, πρός πλησμονήν σοφίας καί χάριτος, πρός καταρτισμόν καί σύμπλευσιν ἐν τοῖς ποιμαντικοῖς θέμασι, πρός οἰκοδομήν ἐν τέλει τοῦ σώματος τῶν πιστῶν. Τά νεωστί καί οὕτω καλούμενα "αὐτοκέφαλα" ἐδόθησαν καί δίδονται ὑπό τῆς κοινῆς τροφοῦ τῶν Ὀρθοδόξων Κωνσταντινουπολίτιδος Ἐκκλησίας διά τήν ἐν τοῖς ἐπί μέρους καλλιτέραν καί εὔρυθμον ἐσωτερικήν ὀργάνωσιν τῶν καθ᾿ ἕκαστα Ἐκκλησιῶν καί οὐχί διά νά παραλλάσσεται τό ἅγιον πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, τό προκῦψαν ἐκ τῆς μακρᾶς ἱεροκανονικῆς ἐν Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις παραγωγῆς πρός δημιουργίαν ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως αὐταρκῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν καί κατακερματισμοῦ τοῦ ἑνός καί ἀδιαιρέτου Σώματος τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἡ Αὐτοκεφαλία ἀπομονουμένη καί ὑπερτονιζομένη καθίσταται προβληματική καθώς δέν ὑπηρετεῖ τόν σκοπόν δι᾿ ὅν αὕτη ἐθεωρήθη εὔχρηστος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Εἰρήσθω δ᾿ ἐνταῦθα ὅτι τά Αὐτοκέφαλα καθεστῶτα, τά ὑφ᾿ ὅρους καί τρόπους παραχωρούμενα ὑπό τῆς Μητρός Ἐκκλησίας διά τάς κατά καιρούς καί χρόνους ζωτικάς ἀνάγκας τῶν ἀνά τήν Οἰκουμένην τέκνων αὐτῆς, οὐ τυγχάνουσιν ἀμετακίνητον καί στατικόν σύστημα ἀλλά προσαρμοζόμενον εἰς τάς ποιμαντικάς ἐπιταγάς τῆς σήμερον, μεθ᾿ ἱερότητος καί πολλῆς περισκέψεως. Τά ὁλίγιστα ταῦτα ἐπεσημειώθησαν πρός ἐπανατροχιασμόν τοῦ πρωτευθύνου καί θυσιαστικοῦ χαρακτῆρος τῆς Μητρός Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας καί πρός ἔκφρασιν ὑγιοῦς κατά πάντα ἐκκλησιολογίας, καθώς ἱστάμενοι ἐνώπιον τῶν μακαρίων μορφῶν τῶν πρό ἡμῶν Πατριαρχευσάντων μή κριθῶμεν ὑπό τοῦ Κυρίου τῆς Ἱστορίας καί ὑπ᾿ αὐτῶν ὡς ἀπομειώσαντες, ἅ ἐκεῖνοι ἐν μέσῳ κόπων καί μόχθων καί ἐν δυσχειμέροις καιροῖς ᾠκοδόμησαν καί περιεκράτησαν αἴροντες τόν σταυρόν τῆς εὐθύνης ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας.

Οὕτως ἐχόντων τῶν καθ᾿ ἡμᾶς ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ἐμφαίνεται σαφῶς καί ἀδιαφιλονικήτως ἡ κανονικῶς τεθεσπισμένη ἔκκλητος πρόνοια τῆς Μετριότητος ἡμῶν, πρόνοια, ἥντινα ἠσκήσαμεν καί εἰς τήν περίπτωσιν τῶν Ἱερωτάτων Μητροπολιτῶν πρ. Κιέβου κυρίου Φιλαρέτου καί πρ. Λβώφ κυρίου Μακαρίου. Ὑπάρχει, Μακαριώτατε, μία σπουδαιοτάτη πραγματεία τοῦ ἐγνωσμένης, διά θαυματουργικῶν σημείων ἔτι ζῶντος, ἀρετῆς τοῦ ὀτρηροῦ καί ἐμβριθοῦς περί τά ἱεροκανονικά ζητήματα ἀειμνήστου Μητροπολίτου Ἀγχιάλου καί εἴτα Σμύρνης Βασιλείου συνταχθεῖσα καί ἐν ᾳωοζ΄ἔτει συνοδικῶς κυρωθεῖσα περί τοῦ κύρους τῆς χειροτονίας κληρικῶν ὑπό Ἐπισκόπου καθῃρημένου ἤ σχισματικοῦ ἤ καί αἱρετικοῦ χειροτονηθέντων, ἥνπερ καί συνημμένως ἀποστέλλομεν Ὑμῖν, εἰς τήν ὁποίαν περιγράφεται διά πολλῶν καί βεβαίων ἡ διαχρονική θέσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας περί τοῦ ζητήματος τούτου. Μή ἐπιθυμοῦντες ἵνα μεταφέρωμεν αὐτόθι ἁπάσας τάς ἐν αὐτῇ ἐκτεθειμένας περιπτώσεις ἀρκούμεθα εἰς τό ὑπό τῶν ἐν Νικαίᾳ τό πρῶτον συνελθόντων Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων ἐπιλυθέν σχίσμα τῶν Μελιτιανῶν, συνωδᾷ τῇ περί Ναυατιανῶν διατάξει τοῦ η΄ Κανόνος. Ὁ διαληφθείς Μελίτιος ἦτο Ἐπίσκοπος Λυκοπόλεως ἐν Αἰγύπτῳ καί ἐκατηγορήθη ἐπί σειρᾷ ὅλῃ παρανομιῶν καί ἐπί ἀρνήσει τῆς πίστεως καί θυσίᾳ εἰς τά εἴδωλα. Καθῃρέθη δέ περί τό 302 μ.Χ. Μή στέρξας τήν καθαίρεσιν ἐδημιούργησε περί ἑαυτόν παράταξιν καί ἐποίησε τό λεγόμενον σχίσμα τῶν Μελιτιανῶν. Ὅτε δέ ἐπετεύχθη ὁ συμβιβασμός μετ᾿ αὐτοῦ, καθ᾿ ἅ περιγράφει Ἀθανάσιος ὁ Μέγας, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας, παρέδωκεν εἰς τόν προκάτοχον τοῦ Ἁγίου, Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρον βρέβιον ἤτοι κατάλογον τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ χειροτονηθέντων κατά τό διάστημα τῆς ποινῆς αὐτοῦ Ἐπισκόπων, πρεσβυτέρων καί διακόνων, ἁπάντων ἀποκατασταθέντων ἄνευ ἀναχειροτονίας εἰς τούς οἰκείους αὐτοῖς βαθμούς. Τό δέ σχίσμα τοῦτο ἐταλάνισε τήν Ἐκκλησίαν ἕως καί τῆς ἑβδόμης ἑκατονταετηρίδος, οἱ δέ ἐξ αὐτοῦ ἐπιστρέφοντες ἐγένοντο δεκτοί εἰς τήν κοινωνίαν τῆς Ἐκκλησίας ἄνευ ἀναβαπτισμοῦ οὐδέ χρίσεως διά τοῦ Ἁγίου Μύρου, καθ᾿ ἅ πληροφορεῖ πάντας ἡμᾶς Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἐν τῇ Μ΄ Ἐπιστολῇ αὐτοῦ πρός Ναυκράτιον.

Ὅμως καί εἰς τούς ἐσχάτους χρόνους, ὅτε ἐν ἔτει 1945 ἡ καθ᾿ ἡμᾶς Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία συνεχώρησε τοῖς καταδικασθεῖσιν ὑπό τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τοῦ ἔτους 1872 Βουλγάροις καί τῇ Ἐκκλησίᾳ αὐτῶν, οὕς οὐ μόνον καθῄρεσε τότε ἀλλά καί ἀφώρισε, πῶς ἐγένετο ἡ ἀποκατάστασις; Δι᾿ ἀναχειροτονίας; Ἦσαν μήπως οἱ συγχωρηθέντες οἱ αὐτοί τοῖς καταδικασθεῖσι; Μονονουχί, ἀλλ᾿ ἦσαν οἱ ἐκλεγέντες καί κληρωθέντες ὑπ᾿ αὐτῶν καί τῶν ἐπιγενομένων αὐτοῖς. Καί ὅτε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας πρό τινων ἐτῶν, ὑψηλῇ πολιτικῇ πιέσει, συνεχώρησε τοῖς σχισματικοῖς ἕως τότε μέλεσι τῆς ROCOR, τίνι τρόπῳ τούς ἐδέχθη εἰς κοινωνίαν, δι᾿ ἀναβαπτισμοῦ καί ἀναχειροτονίας;

Μακαριώτατε, 

Δόξα τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι ὅτι ἐφανέρωσεν εἰς ἡμᾶς καθ᾿ ὁμοίωσιν τῆς Τριαδικῆς δόξης τά ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τελούμενα καί ἑδραζόμενα οὐχί μόνον ἐπί τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὡς παρά Διαμαρτυρομένοις, ἀλλ᾿ ἐπί τῆς τιμιωτάτης καί κενωτικῆς καί καθηγιασμένης ἱερᾶς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν δισχιλιετῆ πορείαν αὐτῆς ἐπί γῆς. Διό καί προβαλλόμενοι τά ἀνωτέρω, ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ἡ ἀνοχή καί ἡ μακρόθυμος στάσις τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἐξελήφθησαν ὑπό τῶν ὑπ᾿ αὐτῆς μεγάλως εὐεργετηθέντων ὡς παραίτησις αὐτῆς ἐκ τῆς περαιτέρω πορείας τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἀποροῦμεν πῶς αὕτη ἡ προπέτεια καί κατασυκοφάντησις τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί τῆς ἡμῶν Μετριότητος προσωπικῶς γίνεται ὑπ᾿ ἐνίων ἀνεκτή καί ἔν τισι περιπτώσεσιν, ἑκόντων ἤ ἀκόντων αὐτῶν, υἱοθετεῖται ὑπό τήν μορφήν ἀποδοχῆς καί ἐπαναλήψεως τῆς ἐπιχειρηματολογίας τῶν κινησάντων τήν πτέρναν κατά τῆς εὐεργέτιδος. Ἀγαπῶσιν οὗτοι οἱ μαθηταί ὑπέρ τούς διδασκάλους τήν Ἐκκλησίαν καί τήν ἑνότητα αὐτῆς; Μή γένοιτο. Κηρύττομεν ἐν Φαναρίῳ τά αὐθεντικῶς κληροδοτηθέντα ἡμῖν περί ἐκκλησιολογίας, καθ᾿ ὅτι ἐκ τοῦ φρέατος τῶν Πατέρων ἡμῶν ἀντλοῦμεν καί οὐχί ἐξ ἰδιοτελείας ἤ ἄλλων ταπεινῶν κινήτρων καί πολιτικῶν σκοπιμοτήτων. Συνεπῶς ἀπόκειται εἰς πάντας ὑμᾶς ἡ εὐθύνη τῆς ἀφομιώσεως τῶν προεκτεθεισῶν ἀληθειῶν, οὐχί βεβαίως πρός κύρωσιν αὐτῶν, ἅτε ὅλως γνησίως κεκυρωμένων ὑπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξεως οὐσῶν, ἀλλά πρός ἐπανατοποθέτησιν ἐπί τό ὀρθόν καί τό καθηγιασμένον ὑπό τῆς πολυτίμου καί γνησίας πείρας τῶν Πατέρων τῶν μόνον εἰς Θεόν ἐλπισάντων, ᾯ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.

‚βιθ’ Φεβρουαρίου κ’

Τῆς Ὑμετέρας σεβασμίας Μακαριότητος
ἀγαπητός ἐν Χριστῷ ἀδελφός

(υπογραφή)


[1] Σιγιλλιῶδες Γράμμα Γαβριήλ Γ΄περί τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἱεροσολύμων Χρυσάνθου, Καλ. Δελικάνη, Τόμος ΙΙ, σελ. 468
[2] Ἐπιστολή Πατέρων τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου πρός τόν Πάπαν Καιλεστῖνον, ἐν τέλει τῶν Κανόνων τῆς αὐτῆς Συνόδου.
[3] Καλ. Δελικάνη, Τόμος ΙΙ, σελ. 217.
[4] Καλ. Δελικάνη, Τόμος ΙΙ, σελ. 314.
[5] Miklosisch et Müller, Acta Patriarchatus Constantinopolitani, Τόμος Ι, σελ. 438.
[6] Ματθαίου Βλάσταρη "Σύνταγμα κτλ....Στοιχεῖον ΙΙ".
[7] Κανονικαί Διατάξεις" Μ. Γεδεών, Τόμος Ι, σελ. 341-346.


Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2018

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ 2018


+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ 
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ



Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί, προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Δοξάζομεν τόν Πανάγιον καί Πανοικτίρμονα Θεόν, διότι ἠξιώθημεν καί ἐφέτος νά φθάσωμεν εἰς τήν πανέορτον ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων, τήν ἑορτήν τῆς σαρκώσεως τοῦ προαιωνίου Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ «δι᾿ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν». Διά τοῦ «ἀεί μυστηρίου» καί «μεγάλου θαύματος» τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως, τό «μέγα τραῦμα», ὁ ἐν σκότει καί σκιᾷ καθήμενος ἄνθρωπος, καθίσταται «υἱός φωτός καί υἱός ἡμέρας»[1] , ἀνοίγει δι᾿ αὐτόν ἡ εὐλογημένη ὁδός τῆς κατά χάριν θεώσεως. Ἐν τῷ θεανδρικῷ μυστηρίῳ τῆς Ἐκκλησίας καί διά τῶν ἱερῶν μυστηρίων της, γεννᾶται καί μορφοῦται ὁ Χριστός εἰς τήν ψυχήν καί τήν ὕπαρξίν μας. «Ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος», θεολογεῖ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «ἐφάπαξ κατά σάρκα γεννηθείς, ἀεί γεννᾶται θέλων κατά πνεῦμα διά φιλανθρωπίαν τοῖς θέλουσι· καί γίνεται βρέφος, ἑαυτόν ἐν ἐκείνοις διαπλάττων ταῖς ἀρεταῖς καί τοσοῦτον φαινόμενος, ὅσον χωρεῖν ἐπίσταται τόν δεχόμενον»[2] . Δέν εἶναι «Θεός - Ἰδέα», ὡς ὁ θεός τῶν φιλοσόφων, οὔτε Θεός κεκλεισμένος εἰς τήν ἀπόλυτον ὑπερβατικότητά του καί ἀπροσπέλαστος, ἀλλά εἶναι ὁ «Ἐμμανουήλ», ὁ «Θεός μεθ᾿ ἡμῶν»[3] , εὑρίσκεται ἐγγύτερον εἰς ἡμᾶς, ἀπό ὅσον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι εἰς τόν ἑαυτόν μας, εἶναι «καί ἡμῶν αὐτῶν συγγενέστερος»[4].

Ἡ πίστις εἰς τήν ἀπρόσιτον καί ἄσαρκον Θεότητα δέν μεταμορφώνει τήν ζωήν τοῦ ἀνθρώπου, δέν αἴρει τήν πόλωσιν μεταξύ ὕλης καί πνεύματος, δέν γεφυρώνει τό χάσμα μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς. Ἡ Σάρκωσις τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι ἡ φανέρωσις τῆς ἀληθείας περί Θεοῦ καί ἀνθρώπου, ἡ ὁποία σώζει τό ἀνθρώπινον γένος ἀπό τούς σκοτεινούς λαβυρίνθους, τόσον τοῦ ὑλισμοῦ καί τοῦ ἀνθρωπομονισμοῦ, ὅσον καί τοῦ ἱδεαλισμοῦ καί τοῦ δυϊσμοῦ. Ἡ καταδίκη τοῦ νεστοριανισμοῦ καί τοῦ μονοφυσιτισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας σηματοδοτεῖ τήν ἀπόρριψιν δύο καθολικωτέρων τάσεων τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, καί δή ἀφ᾽ ἑνός τῆς ἀπολυτοποιήσεως τοῦ ἀνθρωποκεντρισμοῦ καί ἀφ᾽ ἑτέρου τῆς ἐξιδανικεύσεως τῆς ἰδεαλιστικῆς ἐκδοχῆς τῆς ζωῆς καί τῆς ἀληθείας, παρεκκλίσεων ἰδιαιτέρως διαδεδομένων καί εἰς τήν ἐποχήν μας.

Ὁ σύγχρονος «νεστοριανισμός» ἐκφράζεται ὡς πνεῦμα ἐκκοσμικεύσεως, ὡς ἐπιστημονισμός καί ἀπόλυτος προτεραιότης τῆς χρηστικῆς γνώσεως, ὡς ἀπόλυτος ἰδιονομία τῆς οἰκονομίας, ὡς αὐτοσωτηρική ἀλαζονεία καί ἀθεΐα, ὡς ὁ «μή πολιτισμός» τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ καί τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, ὡς νομικισμός καί ἠθικισμός, ὡς «τέλος τῆς αἰδοῦς» καί ταύτισις τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης καί τῆς μετανοίας μέ τήν λεγομένην «ἠθικήν τῶν ἀδυνάτων», Ὁ «μονοφυσιτισμός» πάλιν ἐκπροσωπεῖται σήμερον ἀπό τάς τάσεις δαιμονοποιήσεως τοῦ σώματος καί τοῦ φυσικοῦ ἀνθρώπου, ἀπό τόν πουριτανισμόν καί τά σύνδρομα «καθαρότητος», τήν ἐσωστρεφῆ ἄκαρπον πνευματικότητα καί τούς ποικίλους μυστικισμούς, ἀπό τήν περιφρόνησιν τοῦ ὀρθοῦ λόγου, τῆς τέχνης καί τοῦ πολιτισμοῦ, ἀπό τήν ἄρνησιν τοῦ διαλόγου καί τήν ἀπόρριψιν τοῦ διαφορετικοῦ, μέ ἐπικίνδυνον ἐκφραστήν, ἐν ὀνόματι τῆς «μόνης καί ἀποκλειστικῆς ἀληθείας», τόν θρησκευτικόν φονταμενταλισμόν, ὁ ὁποῖος τρέφεται ἀπό ἀπολυτοποιήσεις καί ἀπορρίψεις καί τροφοδοτεῖ τήν βίαν καί τήν διάσπασιν. Εἶναι προφανές ὅτι, τόσον ἡ νεστοριανίζουσα ἀποθέωσις τοῦ κόσμου, ὅσον καί ἡ μονοφυσιτίζουσα δαιμονοποίησίς του, ἀφήνουν τόν κόσμον καί τήν ἱστορίαν, τόν πολιτισμόν καί τούς πολιτισμούς, ἐκτεθειμένους εἰς τάς δυνάμεις τοῦ «νῦν αἰῶνος», καί παγιώνουν τοιουτοτρόπως τήν αὐτονόμησιν καί τά ἀδιέξοδά των. 

Ἡ χριστιανική πίστις εἶναι ἡ βεβαιότης τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ὑπό τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, ὁ ὁποῖος προσέλαβε φιλανθρώπως τήν ἡμετέραν φύσιν καί ἐχαρίσατο ἡμῖν πάλιν τό διά τῆς πτώσεως ἀπολεσθέν «καθ᾽ ὁμοίωσιν», ἱκανώσας ἡμᾶς εἰς τήν κατ᾽ ἀλήθειαν ζωήν ἐν τῷ Σώματι Αὐτοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ. Σύνολος ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζει τό μυστήριον τῆς θεανθρωπότητος. Ὁ Θεάνθρωπος Σωτήρ ἀνέλαβεν «ἐκκλησίας σάρκα»[5] καί ἔδειξε, «πρῶτος καί μόνος», «τόν ἀληθινόν ἄνθρωπον καί τέλειον καί τρόπων καί ζωῆς καί τῶν ἄλλων ἕνεκα πάντων»[6] . Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ τόπος τῆς «κοινῆς σωτηρίας», τῆς «κοινῆς ἐλευθερίας» καί τῆς ἐλπίδος τῆς «κοινῆς βασιλείας», εἶναι ὁ τρόπος τῆς βιώσεως τῆς ἐλευθεροποιοῦ ἀληθείας, ὁ πυρήν τῆς ὁποίας εἶναι τό ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ. Ἡ ἀγάπη αὐτή ὑπερβαίνει τά ὅρια τῆς ἁπλῆς ἀνθρωπιστικῆς δράσεως, καθ᾽ ὅτι ἡ πηγή καί τό πρότυπον αὐτῆς εἶναι ἡ ὑπερβαίνουσα τόν ἀνθρώπινον λόγον θεία φιλανθρωπία. «Ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, ὅτι τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεός εἰς τόν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι᾽ αὐτοῦ. Ἐν τούτῳ ἐστίν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τόν Θεόν, ἀλλ᾽ ὅτι αὐτός ἠγάπησεν ἡμᾶς ... Ἀγαπητοί, εἰ οὕτως ὁ Θεός ἠγάπησεν ἡμᾶς, καί ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀλλήλους ἀγαπᾶν»[7] . Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, ἐκεῖ εἶναι παρών ὁ Θεός.

Αὐτή ἡ σωτηριώδης ἀλήθεια πρέπει νά ἐκφράζεται καί εἰς τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον ἑορτάζομεν τό σεπτόν Γενέθλιον τοῦ ἐπισκεψαμένου ἡμᾶς ἐξ ὕψους Σωτῆρος ἡμῶν. Ἡ ἑορτή εἶναι πάντοτε «πλήρωμα χρόνου», καιρός αὐτογνωσίας, εὐχαριστίας διά τό μέγεθος τῆς θείας φιλανθρώπου ἀγάπης, μαρτυρία τῆς ἀληθείας τῆς θεανθρωπότητος καί τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας. Ὁ χριστοτερπής ἑορτασμός τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι μία πρᾶξις ἀντιστάσεως εἰς τήν ἐκκοσμίκευσιν, εἰς τόν ἀποχρωματισμόν τῆς ἑορτῆς καί τήν μετατροπήν της εἰς «Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν» καί εἰς πανήγυριν τοῦ Ἔχειν, τοῦ καταναλωτισμοῦ καί τῆς ματαιοδοξίας, καί δή εἰς ἕνα κόσμον πλήρη κοινωνικῶν ἐντάσεων, ἀξιολογικῶν ἀνατροπῶν καί συγχύ-σεως, βίας καί ἀδικίας, ὅπου τό «παιδίον Ἰησοῦς» εὑρίσκεται καί πάλιν ἀντιμέτωπον μέ ἄτεγκτα συμφέροντα ποικιλωνύμων ἐξουσιῶν. 

Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί πεφιλημένα τέκνα, 

Γενεά παρέρχεται καί γενεά ἔρχεται, καί αἱ ἐπερχόμεναι ἐξελίξεις εἶναι κατ᾿ ἄνθρωπον δυσκόλως προβλέψιμοι. Ἡ γνησία πίστις, ὅμως, δέν ἔχει διλήμματα. Ὁ Λόγος ἐγένετο σάρξ, ἡ «ἀλήθεια ἦλθε» καί «παρέδραμεν ἡ σκιά», μετέχομεν ἤδη τῆς Βασιλείας ἐν τῇ πορείᾳ πρός τήν τελείωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἐνσάρκου Θείας Οἰκονομίας. Ἔχομεν ἀκλόνητον τήν βεβαιότητα, ὅτι τό μέλλον ἀνήκει εἰς τόν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας»[8] , ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι καί θά παραμένῃ τόπος ἁγιασμοῦ καί ἐνθέου βιοτῆς, ἀνακαινίσεως τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, πρόγευσις τῆς δόξης τῆς Βασιλείας, ὅτι θά συνεχίσῃ «νά δίδῃ τήν εὐαγγελικήν μαρτυρίαν» καί «νά διανέμῃ ἐν τῇ οἰκουμένῃ τά δῶρα τοῦ Θεοῦ: τήν ἀγάπην Του, τήν εἰρήνην, τήν δικαιοσύνην, τήν καταλλαγήν, τήν δύναμιν τῆς Ἀναστάσεως καί τήν προσδοκίαν τῆς αἰωνιότητος»[9]. Τό σύγχρονον ἰδεολόγημα περί «μεταχριστιανικῆς» ἐποχῆς εἶναι ἄτοπον. «Μετά Χριστόν», τά πάντα εἶναι, καί μένουν εἰς τόν αἰῶνα, «ἐν Χριστῷ».

Κλίνοντες εὐσεβοφρόνως τά γόνατα ἐνώπιον τοῦ Θείου Βρέφους τῆς Βηθλεέμ καί τῆς βρεφοκρατούσης Παναγίας Μητρός Αὐτοῦ, καί προσκυνοῦντες τόν ἐνανθρωπήσαντα «παντέλειον Θεόν», ἀπονέμομεν, ἐκ τοῦ ἀκοιμήτου Φαναρίου, τοῖς ἀνά τήν οἰκουμένην τέκνοις τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τήν Πατριαρχικήν ἡμῶν εὐλογίαν ἐπί τῷ Ἁγίῳ Δωδεκαημέρῳ, εὐχόμενοι ὑγιεινόν, ἀγλαόκαρπον καί εὐφρόσυνον τόν νέον ἐνιαυτόν τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου. 

Χριστούγεννα ‚βιη’

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

-----------------------
1. Α’ Θεσσ. ε’, 5.
2. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ Κεφάλαια διάφορα θεολογικά τε καί οἰκονομικά, PG 90, 1181.
3. πρβλ. Ματθ. α’, 23
4. Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ΣΤ’, PG 150, 660.
5. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία πρό τῆς ἐξορίας, PG 52, 429.
6. Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Στ´, PG 150, 680.
7. Α´ Ἰωάν. δ´, 9-11.
8. Ἑβρ. ιγ’, 8.
9. Ἐγκύκλιος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη 2016), Προοίμιον.




Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

Στην Αθήνα ο Πατριάρχης για τα «Νομοκανονικά»


Στην Αθήνα ο Πατριάρχης για τα «Νομοκανονικά»

Τιμητική παρουσία, μαζί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στην εκδήλωση 
για τη συμπλήρωση δεκαπενταετίας από της εκδόσεως του περιοδικού 



Η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου και οι Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε. διοργανώνουν εκδήλωση για τη συμπλήρωση δεκαπενταετίας από της εκδόσεως του περιοδικού «ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ» την οποία θα τιμήσουν με την παρουσία τους η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος και η Αυτού Εξοχότης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Προκόπιος Παυλόπουλος, την Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018 και ώρα 11.00 στην Αίθουσα της Παλαιάς Βουλής (επί της οδ. Σταδίου), σύμφωνα με το ακόλουθο πρόγραμμα: 

11.00 - 11.15: Προσφωνήσεις οργανωτών. 

11.15 - 11.55: Επιστημονική συζήτηση με θέμα: «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων και ευρωπαϊκών οργάνων». Συμμετέχοντες: Ευάγγελος Βενιζέλος Καθηγητής Πανεπιστημίου, πρ. Αντιπρόεδρος Κυβερνήσεως, Πάνος Λαζαράτος, Καθηγητής Διοικητικού Δικαίου Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιάννης Κτιστάκις, Επ. Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης. Συντονιστής της συζητήσεως: Ι. Μ. Κονιδάρης, Καθηγητής Πανεπιστημίου, Πρόεδρος ΕΤ.ΕΚ.ΚΑ.Δ. 

11.55 - 12.15: Επίδοση Τιμητικού Τόμου στον Καθηγητή Ι. Μ. Κονιδάρη, Ιδρυτή και Διευθυντή του περιοδικού «ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ». Προσφώνηση εκ μέρους της Επιτροπής εκδόσεως του Τόμου.: Γ. Ι. Ανδρουτσόπουλος, Επ. Καθηγητής Νομικής Σχολής Αθηνών. Aντιφώνηση τιμωμένου. 

12.15: Ομιλία της Α. Θ. Παναγιότητος του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου. 


----------------------------------------
* Τα «Νομοκανονικά» είναι η εξαμηνιαία Επιθεώρηση που επιδιώκει να καλύψει δύο σύνθετους και δυσχερείς επιστημονικούς κλάδους, το Εκκλησιαστικό και το Κανονικό Δίκαιο, τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και δικαστηριακής πράξεως. Αποτελούν το επιστημονικό όργανο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (http://www.etekkad.gr ), εκδίδονται και κυκλοφορούν τον Νοέμβριο και Μάϊο κάθε έτους από τις Εκδόσεις «Σάκκουλας Α.Ε.» (http://www.sakkoulas.gr ) και απευθύνονται σε δικηγόρους, δικαστές, θεολόγους και σε ερευνητές επιστήμονες από τον χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών (ιστορικούς, κοινωνιολόγους, κ.λ.π.) οι οποίοι είτε εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, είτε ασχολούνται με θέματα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας και δη της νεότερης. Εκδίδονται ανελλιπώς από τον Μάιο του 2002 και, σύμφωνα με την πρόθεση του ιδρυτού και Διευθυντού τους, ομοτ. καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ και Προέδρου της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, ήλθαν να καλύψουν την απουσία, που είχε από ικανού χρόνου καταστεί ευκρινώς ορατή, μιας περιοδικής εκδόσεως, η οποία να προάγει την επιστήμη στα ζητήματα του Εκκλησιαστικού και του Κανονικού Δικαίου και ευρύτερα τον δημόσιο διάλογο στα ζητήματα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας τα οποία εμφανίζονται στο προσκήνιο με αξιοζήλευτη περιοδικότητα αποτελώντας – το τελευταίο διάστημα όλο και συχνότερα, όλο και εντονότερα – θέμα «ημερησίας διατάξεως» στην ατζέντα του δημοσίου διαλόγου. Παραλλήλως, τα «Νομοκανονικά» φιλοδοξούν να αποτελέσουν το κατάλληλο εκείνο βήμα που θα επιτρέψει στις νέες επιστημονικές δυνάμεις του κλάδου να εμφανισθούν στο προσκήνιο και να δοκιμασθούν.


Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

Χωρίς το όνομα Μακεδονία ή παράγωγό του θα είναι η Εκκλησία των Σκοπίων


Του Θεοδώρου Καλμούκου

φωτό: ekirikas.com (AP Photo/Lefteris Pitarakis)

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος τόνισε στην εισηγητική του ομιλία στην πρόσφατη Σύναξη της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου ανά την υφήλιο, πως η λύση που θα δοθεί για την Εκκλησία των Σκοπίων δεν θα συμπεριλαμβάνει τον όρο Μακεδονία ή παράγωγο αυτού. Απευθυνόμενος στους Μητροπολίτες της Μακεδονίας, οι οποίοι ανήκουν στις Νέες Χώρες, είπε ότι οι Ιερότατοι Άγιοι Αδελφοί που υπηρετούν στο χώρο της Μακεδονίας να μεταφέρουν το μήνυμα του Πατριάρχου στο ποίμνιό τους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΔΩ



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ