Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ. Στριλιγκάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ. Στριλιγκάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Θρησκευτικά: Τα νέα δεδομένα μετά την απόφαση του ΣτΕ




Γράφει ο Γεώργιος Στριλιγκάς, Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου Θεολόγων

Στα τελευταία 30 χρόνια, με εργώδεις προσπάθειες πολλών παραγόντων και πρωτίστως των θεολόγων της τάξης, το μάθημα των Θρησκευτικών κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες για να αναδείξει την παιδαγωγική του αποστολή, να κατοχυρώσει τη θέση του ως μάθημα γενικής παιδείας, να εκσυγχρονίσει τα διδακτικά υλικά και τις μεθόδους του.

Όλα αυτά κατορθώθηκαν με βάση το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, το οποίο επί δεκαετίες δεν έχει αλλάξει.

Συγκεκριμένα, το μάθημα των Θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό και κοινό για όλους τους μαθητές, με δυνατότητα απαλλαγής όσων προβάλλουν λόγους θρησκευτικής συνείδησης. Σε αναγνωρισμένα μειονοτικά σχολεία υπάρχει η δυνατότητα διδασκαλίας διαφορετικού μαθήματος, σύμφωνα με το δόγμα των μαθητών που φοιτούν σε αυτά. Το τελευταίο σχετίζεται και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας. Ο διδακτικός προσανατολισμός και η ανάπτυξη των περιεχομένων του μαθήματος θεμελιώνεται στη συνταγματική επιταγή για την «ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης». Για την ερμηνεία αυτής της ρήσης χρειάστηκαν πολλά βήματα, για να καταλήξουν οι νομικοί στη διευκρίνιση ότι η φράση σημαίνει: «Ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης». Αυτή η θέση ερμηνεύτηκε διαχρονικά από τους παιδαγωγούς, καθώς και από την Εκκλησία, ως υποχρέωση του μαθήματος να έχει Ορθόδοξο προσανατολισμό, σύμφωνα με τα «γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης».

Η εμπειρία έχει δείξει ότι το μάθημα θα μπορούσε να συνεχίσει να εκπληρώνει με επιτυχία την αποστολή του με βάση αυτό το μοντέλο, παρά τις όποιες αδυναμίες, καθόσον αυτό είναι συμβατό με τον γενικό σκοπό της εκπαίδευσης, η οποία οφείλει «να συμβάλει στην ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε, ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να ζήσουν αρμονικά» (Ν. 1566/1985).

Ποια είναι λοιπόν τα νέα δεδομένα που προκύπτουν από τις πρόσφατες Αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μάθημα;

Καταρχάς, σύμφωνα με την Ανακοίνωση του Συμβουλίου και σε αναμονή του πλήρους κειμένου των Αποφάσεων, «το μάθημα απευθύνεται αποκλειστικά στους Ορθόδοξους Χριστιανούς μαθητές». Όσοι γνωρίζουν τα εκπαιδευτικά πράγματα κατανοούν ότι αυτό το «αποκλειστικά» δεν περιλαμβάνει όλον τον μαθητικό πληθυσμό και ότι μπορεί να υλοποιηθεί μόνο μέσα από διαδικασίες ελεύθερης επιλογής του μαθήματος. Άλλη μέθοδος δεν υπάρχει.

Επιπρόσθετα, «η Πολιτεία οφείλει, εφόσον συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών που απαλλάσσονται, να προβλέψει τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος». Είναι προφανές ότι η Πολιτεία «οφείλει», πλέον, να εισάγει τη διδασκαλία και άλλων «ομολογιακών» μαθημάτων και προφανώς ενός ειδικού μαθήματος για τους άθεους. Η Ένωση Αθέων έχει ζητήσει, ήδη, ένα τέτοιο μάθημα μέσα από τις προσφυγές της και, μάλλον, έπονται οι μουσουλμάνοι. Αυτό θα γίνεται, πλέον, όπου «συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών» και όχι μόνο στα μειονοτικά σχολεία.

Με αφετηρία τα παραπάνω σημεία των Αποφάσεων που είναι κομβικά, προκύπτουν και άλλοι εύλογοι προβληματισμοί: Τέλος πάντων, ποιος μπορεί να κρίνει εάν μια διδασκαλία συμβάλει στην ανάπτυξη Ορθόδοξης συνείδησης ή εάν κάποια διδακτικά υλικά είναι «άσχετα ή αντίθετα με την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία»; Στο ζήτημα αυτό θα μπορούσε να έχει, ασφαλώς, βαρύνουσα σημασία η γνώμη της Εκκλησίας, η οποία όχι μόνο δεν προσέφυγε εναντίον των Προγραμμάτων, αλλά συνέβαλε με παρατηρήσεις για τη βελτίωσή τους. Επιπλέον, είναι σημαντική η εμπειρία των μαθητών και των δασκάλων τους, ως τελικών συντελεστών της προτεινόμενης μάθησης και από τους οποίους οι πρώτες εντυπώσεις από την εφαρμογή των Προγραμμάτων ήταν εξαιρετικά ενθαρρυντικές. Ακόμη, θα μπορούσε να δώσει συμπεράσματα μια σοβαρή επιστημονική έρευνα. Ήδη, έχουν εμφανιστεί δείγματα τέτοιων ερευνών. Κοντολογίς, κατά πόσο είναι σωστό να κρίνονται στα δικαστήρια τόσο ευαίσθητα παιδαγωγικά και θεολογικά ζητήματα;

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο μακαριστός Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος, σε μελέτη του γύρω από τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους, έγραφε: «Η αντίδραση κατά του ομολογιακού χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών οδηγεί στο δίπολο: ή μάθημα θρησκειολογικό, ή μάθημα του Ορθόδοξου Πολιτισμού της Ελλάδας (Ορθόδοξη Θεολογία, Ορθόδοξη Τέχνη, Ορθόδοξο ήθος) και να μείνει σαν τέτοιο υποχρεωτικό, παρά να καταντήσει προαιρετικό (κάτι που διαφορετικά δε θα αποφευχθεί, με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας). Στην περίπτωση αυτή θα διατηρηθούν στα Πανεπιστήμια και οι Θεολογικές Σχολές, κάτι πολύ χρήσιμο και ωφέλιμο». Στη συγκεκριμένη αναφορά αυτού του σοφού ιεράρχη, πέρα από την πρότασή του για τον χαρακτήρα του μαθήματος, προκαλεί εντύπωση η οξυνούστατη και ίσως προφητική παρατήρηση ότι το μάθημα κινδυνεύει να καταντήσει προαιρετικό και μάλιστα με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Όπως έχω ξαναγράψει, τα Προγράμματα Σπουδών έρχονται και παρέρχονται, καθόσον η επιστήμη προχωρεί και η κοινωνία αλλάζει. Το μείζον είναι να συνεχίσει να υπάρχει το μάθημα, διότι μόνο έτσι θα μπορεί να «φωτίζει τους ανθρώπους», όπως έλεγε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος ίδρυσε τόσα σχολεία. Με επισφαλείς τους όρους ύπαρξης και λειτουργίας του μαθήματος, όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα. Πρώτα εξασφαλίζουμε τον χώρο που θα κτίσουμε και μετά συζητούμε για το οικοδομικό σχέδιο.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, οι πρόσφατες Αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας ανοίγουν διάπλατα τον δρόμο για την -μη γένοιτο- οριστική υποβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών.




Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

Το μάθημα των Θρησκευτικών σε συμπληγάδες


Το μάθημα των Θρησκευτικών σε συμπληγάδες

Του Γεωργίου Στριλιγκά
Συντονιστή Εκπαιδευτικού Έργου Θεολόγων

Η πρόσφατη Απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (28/2019), η οποία ορίζει ότι η αναγραφή και η δήλωση θρησκεύματος στα δημόσια έγγραφα της εκπαίδευσης δεν είναι νόμιμη, δεν ξάφνιασε κανέναν, καθόσον επαναλαμβάνει τις βασικές θέσεις παρόμοιας Απόφασης που η ίδια Αρχή είχε εκδώσει στο παρελθόν (77Α/2002).
Όπως είναι γνωστό, εκείνη η Απόφαση, καθώς και οι συναφείς παρεμβάσεις τρίτων που ακολούθησαν, οδήγησαν το Υπουργείο Παιδείας στην επανεξέταση της διαδικασίας χορήγησης απαλλαγής από τα Θρησκευτικά, το 2008. Έτσι, εκδόθηκαν διαδοχικά τρεις νέες εγκύκλιοι, που τροποποίησαν τα κριτήρια και τη διαδικασία χορήγησης απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών. Η αλλαγή εκείνη, αντί να λύσει το πρόβλημα το περιέπλεξε περισσότερο, κυρίως επειδή δεν απέκλειε την καταχρηστική ή παράτυπη χορήγηση απαλλαγής. Ακολούθησε μεγάλη αναστάτωση, με πολλές αντιπαραθέσεις, παρεμβάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, καθώς και δικαστικές προσφυγές και αποφάσεις. Αυτός ο κύκλος φαίνεται να κλείνει το 2015, με τη λεγόμενη εγκύκλιο Λοβέρδου (12773/Δ2/23-01-2015), η οποία ακολουθεί το σκεπτικό της Απόφασης 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων και η οποία ορίζει ότι η απαλλαγή χορηγείται με επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης και με αναγραφή στην αίτηση του αιτούντος ότι «δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος». Κατά γενική ομολογία, η τελευταία εγκύκλιος, η οποία ισχύει μέχρι σήμερα, έχει συμβάλει στην εύρυθμη λειτουργία των σχολείων, επειδή ρυθμίζει πολλές λεπτομέρειες του ακανθώδους αυτού θέματος.
Μέσα από το πρίσμα των προβληματισμών εκείνης της περιόδου ερμηνεύονται και οι αναφορές που περιλαμβάνονται στα νέα Προγράμματα Σπουδών των Θρησκευτικών, καθώς και στα σχετικά υποστηρικτικά κείμενα, που τονίζουν τον γνωσιακό χαρακτήρα του μαθήματος, καθώς επίσης ότι για τη φοίτηση στο μάθημα δεν προϋποτίθεται ορισμένη θρησκευτική δέσμευση των μαθητών. Παρόλα αυτά, μετά την εφαρμογή των νέων Προγραμμάτων Σπουδών, διάφοροι θεολογούντες νομικοί και νομικίζοντες θεολόγοι έδειξαν ότι δεν κατανοούν το παιδαγωγικό πλαίσιο αυτών των αναφορών και έσπευσαν να τις καταγγείλουν ως προδοσία της πίστεως και συγκρητιστική εκτροπή και προσέφυγαν στα δικαστήρια, αδιαφορώντας εάν με την πράξη τους θίγονται Ορθόδοξοι θεολόγοι ή εάν διακυβεύεται η υποχρεωτικότητα του μαθήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επικριτές των νέων Προγραμμάτων Σπουδών προσέφυγαν στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο για να «κατοχυρώσουν» τον ομολογιακό χαρακτήρα του μαθήματος, κατά τη στιγμή που η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα οικοδομεί την Απόφασή της ακριβώς πάνω σε αυτήν την παραδοχή, ότι το μάθημα είναι «ομολογιακό»!
Το νομικό πλαίσιο και η παιδαγωγική λειτουργία του μαθήματος είναι δύο αλληλένδετα αλλά διαφορετικά πράγματα, με ξεχωριστή σημασία το καθένα. Είναι δυνατόν να κρατήσουμε τα παιδιά στην τάξη με νομικά επιχειρήματα; Μήπως με νομικές απειλές; Όλοι θυμόμαστε κάποιες αλήστου μνήμης νομικές γνωματεύσεις και σχετικά ανακοινωθέντα. Οι θεολόγοι έχουμε χορτάσει από τέτοιου είδους αναλύσεις, καθώς επίσης από την άγονη πολιτικολογία και τη συνωμοσιολογία. Όσοι επένδυσαν σε τέτοιες προσεγγίσεις, ήδη, μετά τα πρόσφατα γεγονότα, διαψεύδονται από τις εξελίξεις και αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο των θέσεών τους.
Η εμπειρία λέει ότι κανένα νομικό καθεστώς δεν είναι αμετάβλητο στον χρόνο, ενώ το αίτημα για παιδεία είναι διαχρονικό. Οι θεολόγοι πρωτίστως είναι δάσκαλοι της τάξης. Χωρίς να αγνοούν το νομικό πλαίσιο, οφείλουν να δουν, με σοβαρότητα και ευθύνη, με ποιους παιδαγωγικούς όρους θα πορευτεί και θα αναπτυχθεί το μάθημα των Θρησκευτικών στο μέλλον. Αυτό χρειάζεται βαθιά θεολογική και παιδαγωγική γνώση και συνεχή αγώνα. Σε αναμονή των εξελίξεων, ασφαλώς, χρειάζονται δημιουργικές προτάσεις και πνεύμα διαλόγου. Και επιτέλους: Ας σταματήσουν οι αφελείς προσπάθειες ορισμένων να «κομματικοποιήσουν» το ζήτημα. Αυτά δεν τα πιστεύει κανένας, που διαθέτει στοιχειώδη μνήμη και λογική. Όπως φάνηκε, ούτε η νέα Υπουργός τα υπολογίζει!
Η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων επιτάσσει την επανεξέταση του ζητήματος. Το Υπουργείο Παιδείας, ήδη, ανακοίνωσε ότι θα προχωρήσει άμεσα στις αναγκαίες τροποποιήσεις των σχετικών ρυθμίσεων, «ώστε η συλλογή και επεξεργασία τέτοιων προσωπικών δεδομένων να είναι συμβατή με τις απαιτήσεις του εθνικού και ενωσιακού δικαίου». Όπως διαφαίνεται από την ανακοίνωση του Υπουργείου, αφενός, θα καταργηθεί η αναγραφή θρησκεύματος στα απολυτήρια, τα ατομικά δελτία και το πληροφοριακό σύστημα «myschool» και, αφετέρου, θα τροποποιηθεί η διαδικασία χορήγησης απαλλαγής.


Ύστερα από τα παραπάνω, αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τα ίδια και για συναφή ζητήματα, οι οποίες θα είναι καθοριστικές. Αναμφισβήτητα, το μάθημα των Θρησκευτικών βρίσκεται ξανά σε κρίσιμο σταυροδρόμι!



Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Γ.Στριλιγκάς, Αναστάσεως Ημέρα

Ανάσταση του Χριστού, νίκη της ζωής, ήττα του θανάτου, κατάργηση της φθοράς, ελπίδα αθανασίας.
Αυτή είναι η πασιφανής θεολογική νοηματοδότηση της λαμπρής πανήγυρης. Το μήνυμα της ευαγγελικής διήγησης. Ο κοινός τόπος της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Αυτό ευαγγελίζεται η  υμνολογία και τα εκκλησιαστικά έθιμα της ημέρας.

Ο Χριστός αναστήθηκε. Είναι σπουδαίο να διακριβώσουμε τι ακριβώς έγινε πριν από δυο χιλιάδες χρόνια. Όμως, σημαντικότερη είναι η συνέχεια, χθες, σήμερα, αύριο. Από την Ανάσταση ξεκινούν όλα. Πάνω σ’ αυτήν θεμελιώνεται η Εκκλησία. Εκεί παραπέμπει το βάπτισμα. Είναι η κοινωνούμενη εμπειρία στη Θεία Λειτουργία. Η αφετηρία για το πέρασμα στην εικοστή πέμπτη ώρα. Τα εγκαίνια του μέλλοντος αιώνος. Η ανακεφαλαίωση κάθε ελπίδας και προσδοκίας.
Ο σαρκωμένος Χριστός δεν είναι ένας απεσταλμένος προφήτης. Ούτε άγγελος. Πολύ περισσότερο, δεν είναι απλώς ένας διδάσκαλος, ένας ραββίνος. Είναι «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού», που έγινε άνθρωπος. Για να ζήσει ο κόσμος με ελευθερία. Όχι μόνο ένα εκλεκτό μέρος του. Ολόκληρος ο κόσμος, ως παρόν, παρελθόν και μέλλον. Μοναδική αιτία της μεσσιανικής έλευσης είναι η θεϊκή αγάπη. Έτσι, ο Ζωοδότης δεν δίστασε να καταποθεί από τον Άδη. Έμπρακτη άκρα ταπείνωση «εις αναγέννησιν βροτών». Τελικά, αντί της θείας ζωής «κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος»: Η νίκη είναι πλήρης. Η κατάργηση του θανάτου είναι η κορωνίδα της  Θείας Ενανθρώπησης.
Είναι βέβαιο το γεγονός; Ποιος το μαρτυρεί; Πότε έγινε; Πώς και γιατί; Μετά από αυτό τι; Σήμερα, πού είναι ο Χριστός; Τα ερωτήματα απλώς βεβαιώνουν τα όρια της ανθρώπινης διάνοιας. Η οικοδόμηση σχέσης με τον ίδιο τον Χριστό είναι η μόνη δυνατότητα για ψηλάφηση της αλήθειας. Η συνάντηση αυτή συνιστά προσωπικό  άθλημα αναμέτρησης με τον θάνατο. Αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα, σύμφωνα με τη δική Του μαρτυρία: «Εγώ είμαι η ζωή».
Η Ανάσταση του Χριστού δεν είναι απλώς ένα θαύμα. Θαύμα είναι οποιοδήποτε παράδοξο γεγονός. Μια ακατανόητη παρέκκλιση από ένα διαπιστωμένο νόμο της φύσης. Θα μπορούσαμε να πούμε, οι νόμοι της φύσης είναι γνήσια θαύματα. Ο Δημιουργός της ζωής δεν δεσμεύεται από φυσικές αναγκαιότητες και γι’ αυτό υπερβαίνει το θαύμα. Θαύματα κάνουν και οι άνθρωποι. Ακόμη και ο διάβολος. Η ψηλάφηση του Θωμά πιστοποιεί ένα θαύμα, όμως, η Ανάσταση δεν εξαντλείται σ’ αυτό. Το θαύμα σκλαβώνει, η αλήθεια σώζει διότι ελευθερώνει. Από την άποψη του θαύματος, ήταν φυσιολογική η αυθόρμητη αντίδραση των Αποστόλων. Στην είδηση της Ανάστασης «ηπίστουν». Τους κατέλαβε «τρόμος και έκστασις». Η αιώνια αναστάσιμη απάντηση είναι το «μη φοβείσθε». Είναι το «χαίρετε». Είναι το «αυτόν όψεσθε».
Εδώ μιλούμε για είσοδο του Θεού στην ιστορία. Για νέα δημιουργία. Για καινό ουρανό και καινή γη. Για ανοικοδόμηση της ζωής. Το κενό μνημείο διατρανώνει την επαγγελία «ιδού καινά ποιώ πάντα». Ο Χριστός είναι η απαρχή. Ακολουθεί η συνέχεια. Στην παρουσία του Χριστού «πάντες ζωοποιηθήσονται». Δεν καταστρέφονται αλλά ζουν. Γίνονται σώοι, δηλ. σώζονται. Όλα τα υπόλοιπα είναι ήσσονος σημασίας.
Χωρίς Ανάσταση το Ευαγγέλιο δεν είναι πλέον χαρμόσυνο άγγελμα. Δεν σώζει. Εάν ο Χριστός δεν έχει αναστηθεί η πίστη είναι μάταιη, λέει ο Απόστολος Παύλος. Και το αντίστροφο: Αν δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών, τότε ούτε ο Χριστός έχει αναστηθεί. Η πανανθρώπινη ανάσταση ξεκινά-συνυφαίνεται μαζί με τη θεϊκή έγερση.
Στον «καιρό της αυτολατρείας», κατά την έκφραση του εορταζόμενου φέτος Παπαδιαμάντη, καθώς επίσης σε ημέρες σκοτεινές και αβέβαιες, που όλοι βιώνουμε, έχουν κάποια σημασία τα παραπάνω;
Η αναστάσιμη πίστη δεν αποτελεί μετάθεση της ελπίδας έξω από τη ζωή, έξω από τον κόσμο. Δεν είναι μεταφυσική εξορία. Δεν σχετίζεται με δοξασίες για την ακακύκλιση ενός μέρους της ύπαρξης. Δεν χάνει χρόνο με φιλοσοφικούς στοχασμούς περί αθανάτων λειψάνων της ζωής. Δεν αφήνει περιθώρια για οποιοδήποτε ανιμισμό ή πνευματολατρεία. Δεν είναι μοιρολατρική. Η θεολογία του ευαγγελίου είναι ρεαλιστική, είναι ανθρώπινη ή μάλλον θεανθρώπινη. Δεν είναι ούτε δυαλιστική ούτε ηθικιστική. Δεν υπόσχεται απλώς ένδικη μισθαποδοσία αλλά ζωή αληθινή. Κοντολογίς, Ανάσταση του Χριστού σημαίνει ζωοποίηση του κόσμου.
Η αναστάσιμη προσκόλληση στην αξία της ζωής και του ανθρώπινου προσώπου παραπέμπει σε συνεχή αγώνα για την κατάλυση της φθοράς. Για την ανατροπή της τυραννίδας του ατομικού, του κοινωνικού και του φυσικού κακού. Με αυτό το πρίσμα, ούτε η ανθρώπινη ανάσταση είναι αυτοσκοπός.
Κάθε άνθρωπος που προσβλέπει στον Αναστημένο Χριστό είναι αγωνιστής. Δεν οραματίζεται ένα ξένο κόσμο, ουτοπικό και εξωγήινο, αλλά προσβλέπει στη μεταμόρφωση αυτού του κόσμου. Του δικού μας κόσμου. Με αυτό το κριτήριο, ο λαϊκός σκεπτικισμός «όλα είναι εδώ» είναι σωστός. Άλλωστε και η Ανάσταση του Χριστού «εδώ» έγινε. Το πρόβλημα του κακού είναι πανανθρώπινο και εγκόσμιο. Χωρίς να γνωρίζουμε τη φύση του, όλοι οι άνθρωποι ξέρουμε τα συμπτώματά του. Ακόμη και όσοι αγνοούν την ευαγγελική Ανάσταση. Κακό είναι ο πόλεμος. Η φτώχεια. Η οικολογική καταστροφή. Η κοινωνική αδικία. Οι προκαταλήψεις και οι ανισότητες. Οι εξαρτήσεις. Ο πόνος και η ασθένεια. Ο ναρκισσισμός και ο εγωισμός. Κάθε μορφή αφανισμού και, ιδιαιτέρως, ο θάνατος. Η εγρήγορση, η αντίσταση, ο αγώνας, τα φάρμακα της θεραπείας, είναι ο μονόδρομος της ελπίδας.
Με αυτό το πνεύμα, φανερώνεται το νόημα του αποστολικού «το κεντρί του θανάτου είναι η αμαρτία». Όπου αμαρτία είναι κάθε αστοχία, κάθε έκπτωση από τη ζωή. Από την άλλη πλευρά, η Ανάσταση του Χριστού δικαιολογεί τη θριαμβική κραυγή της αναστάσιμης εκκλησιαστικής σύναξης: «Πού είναι θάνατε το κεντρί σου;». Αρκεί να μην μετατρέπουμε τη δυνατότητα για όντως ζωή σε ρομαντικό σύνθημα. Σε αποστεωμένη ωραιολογία και θριαμβολογία. Σε επίκαιρη συναισθηματική εκτόνωση.
Η εόρτια πρόσκληση-πρόκληση είναι φανερή. Προφανώς, τίποτε δεν απορρίπτεται ούτε ενοχοποιείται. Απλώς, σημαίνεται η δυναμική του εκκλησιαστικού γεγονότος. Διαφορετικά, τι ωφελούν οι δραματοποιημένοι ψυχολογισμοί; Προς τι οι στολισμοί και τα γλυκίσματα; Σημαίνει τίποτε ο δηλωτικός της νίκης πασχαλινός χαιρετισμός; Εικονίζει κάτι ο οβελίας αμνός; Η βαφή αυγών και τα λοιπά έθιμα «μηνύουν ευφροσύνης σύμβολα»; Η μεταφορά του αγίου φωτός είναι «γούρικη» δοκιμασία τύχης ή αρραβώνας μέθεξης στο ανέσπερο φως;
Η γιορτή μπορεί να δικαιολογήσει την ονομασία της, ως Πάσχα, εάν δεν είναι πραγματική διάβαση από τον θάνατο στη ζωή;

(*) Το παρόν πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Νέα Κρήτη" (20-4-2011)

πηγή


Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Νέα χρονιά: Καιρός για περισσότερη θεολογική σοβαρότητα

Του Γιώργου Στριλιγκά

Σχολικού Συμβούλου Θεολόγων Κρήτης 
και Προέδρου του Παγκρητίου Συνδέσμου Θεολόγων

Η χρονιά που πέρασε δεν ήταν η καλύτερη για τα θεολογικά μας πράγματα. Ενδεικτική η κατακλείδα, τα πρόσφατα επεισόδια της δημόσιας αντιπαράθεσης για το μάθημα των Θρησκευτικών. Ο θεολογικός κόσμος τα πληροφορήθηκε, μέσα στο κλίμα των αγίων ημερών, με έκπληξη και αρκετή λύπη. Ηθικός αυτουργός, που έδωσε αφορμή για το νέο θόρυβο, η επιστολή της 7ης Δεκεμβρίου 2010 προς την Υπουργό Παιδείας και στη συνέχεια η μονόπλευρη σχετική ανακοίνωση του Διοικητικού Συμβουλίου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων. 
Όλοι οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο γράφων, παρακολουθούμε με ειλικρινή έγνοια και τελικά με έντονη ανησυχία, κάθε λέξη που γράφεται, κάθε πρόταση που κατατίθεται για το μάθημά μας. Όλοι μας έχουμε άποψη, την οποία προσπαθούμε ταπεινά να βελτιώσουμε. Όλοι αγωνιζόμαστε, με όσες δυνάμεις διαθέτουμε, να συμβάλουμε στο έργο της αγωγής των παιδιών μας και να βρούμε τον καλύτερο τρόπο για τη συνέχιση και τη δημιουργική ανανέωσή της. Προσωπικά θεωρώ τις προσπάθειες όλων των επιστημονικών ενώσεων των θεολόγων ωφέλιμες, κάθε πρόταση καλοπροαίρετη και κάθε συνάδελφο ως άνθρωπο καλής θέλησης.
Όμως, όταν από μια σπίθα ξεσπά πυρκαγιά και ο δημόσιος διάλογος ντύνεται το μανδύα αγοραίας χυδαιότητας ή έστω επικοινωνιακής επιπολαιότητας, τότε η όποια ανησυχία μετατρέπεται σε αγωνία. Είναι η στιγμή που οι θεολόγοι, εάν δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε με παιδαγωγικούς όρους, οφείλουμε να ανατρέξουμε στη θεολογική γλώσσα για να αναζητήσουμε ξανά το νόημα των όρων διάκριση, συγχώρηση και κοινωνία.
Ας ξαναπάμε στην αρχή των γεγονότων. Όταν διάβασα τις απλουστευτικές και γενικευτικές κρίσεις στα κείμενα του Δ.Σ. της Π.Ε.Θ., θορυβήθηκα για τις ευάριθμες ανυπόστατες ανακρίβειες. Τα πράγματα βοούσαν ότι ήταν βεβιασμένη και αδικαιολόγητη ενέργεια. Αυτό τεκμηριώνεται αβίαστα και ακράδαντα από το ιστορικό του θέματος και την πλούσια βιβλιογραφία και αρθρογραφία για τα σχετικά ζητήματα. Έτσι, δεν εξεπλάγην όταν ακολούθησε έντονη διαμαρτυρία-διάψευση από το Σύμβουλο του Π.Ι., ο οποίος δεν ήταν ο μόνος θιγόμενος.
Η υπαναχώρηση από πλευράς Π.Ε.Θ. ήταν μονόδρομος. Πράγματι, πριν τη φωνή αλέκτορος, η Γραμματεία της Π.Ε.Θ. με νέα ανακοίνωση ανακάλεσε τα τρία βασικά σημεία της αρχικής καταγγελίας. Παρ’ όλα αυτά, η ανακοίνωση δημιούργησε νέα έκπληξη αφήνοντας εμβρόντητο κάθε νουνεχή αναγνώστη. Εκείνα τα «κακώς ίσως (= «κατά το δοκούν») αντιληφθήκαμε», «κατά τη δική μας φαντασία», «πιθανώς η ομάδα να μην είναι τόσο μονόπλευρη, όσο την νομίσαμε» δεν είναι ήσσονος σημασίας, παρά την αμφιλεγόμενη ελαφρυντική επίκληση, στο προοίμιο της ανακοίνωσης, ότι «δεν μπορεί να συζητάς με λογική βάση». Η μετάνοια δεν μπορεί να είναι μεμψίμοιρη, ειρωνευόμενη, επιθετικά εγωιστική. Αυτονόητα πράγματα για θεολόγους.
Επιπλέον, οι αρχικές ανακρίβειες, δίκην καταγγελιών, ήταν περιεχόμενο βαρύνουσας επιστολής προς την Υπουργό Παιδείας. Εάν, όπως φαίνεται στην όψιμη ανακοίνωση, δεν υπήρξε ακριβής αποτίμηση και αποτύπωση μιας διεξαχθείσας συζήτησης, άραγε, στάλθηκε διόρθωση στο βασικό αποδέκτη των καταγγελιών; Γιατί σιώπησαν οι υπαίτιοι όταν ακολούθησε σκόπιμη και βορβορώδης αναπαραγωγή των ανακριβειών και ο απαξιωτικός θόρυβος στράφηκε πέρα από τα πρόσωπα στο ίδιο το μάθημα των Θρησκευτικών;
Είναι απαράδεκτο θεολόγοι να εγκαλούν θεολόγους, να  βάζουν απέναντι όσους, κατά τη δική τους εκτίμηση, έχουν διαφορετική άποψη, να χρωματίζουν «κατά το δοκούν» και να υπαινίσσονται αβάσιμα. Πολύ περισσότερο, αυτή η τακτική δεν επιτρέπεται σε Μέλη Συμβουλίου που εκπροσωπεί θεολόγους.
Δεν θα άξιζε να ασχοληθεί κανείς με όλα τα παραπάνω, εάν αυτά δεν είχαν τεράστια σημασία για τα μείζονα και σπουδαία του μαθήματός μας. Υπάρχουν πολλά ζητήματα, ακόμη και στις θέσεις της Π.Ε.Θ., που χρειάζονται αποσαφήνιση. Ίσως, τα πράγματα δεν είναι άσπρα η μαύρα. Για παράδειγμα, απολύτως επιλεκτικά και δειγματικά, ενδιαφέρομαι πάρα πολύ να μάθω εάν η πρόταση που παρουσίασε η Π.Ε.Θ. για το Λύκειο, στο Υπόμνημα της 11ης Ιουνίου 2010, είναι επίσημη και τελική πρόταση για το Λύκειο. Ενδιαφέρομαι να μάθω περισσότερα πράγματα γι’ αυτό που αναφέρεται στην πρόταση «να καταστήσουμε το μάθημα των Θρησκευτικών ένα «ανοικτό» και διαλεγόμενο με την εποχή μας μάθημα». Με ενδιαφέρει πάρα πολύ να πληροφορηθώ πώς αντιλαμβάνονται οι συντάκτες της πρότασης τη διδακτική προσέγγιση στις ενότητες 1-6, των κεφαλαίων Α΄  και Β΄ της Γ΄  Λυκείου. Παραθέτω ως έχει το σχετικό ενδιαφέρον απόσπασμα από την πρόταση, με τις προτεινόμενες διδακτικές ενότητες:
Α’ Ο Θεός
1. Ο θεός των φιλοσόφων
α) Προσωκρατικοί - κλασσικοί, β) Καντ – Πασκάλ, γ) Νίτσε – Καμύ, δ) Σάρτρ - Βιττγκεστάϊν
2. Ο θεός των επιστημόνων
α) Γαλιλαίος – Νεύτων, β) Δαρβίνος - Αϊνστάϊν, γ) Hawking, δ) Collins
3. Ο θεός των αθέων
α) Φιλοσοφική αθεΐα: Νίτσε, β) «Επιστημονική» αθεΐα: Dawkins, Davies
4. Ο θεός των σκηνοθετών
α) Ταρκόφσκυ, β) Μπέργκμαν, γ) Ντράγιερ
5. Ο θεός των καλλιτεχνών
α) Έλιοτ, β) Ντοστογιέφσκυ, γ) Tavener, δ) Τσαρούχης
Β’ Το πρόσωπο του Ιησού
6.  Ο Ιησούς των καλλιτεχνών
α) Τζεφιρέλλι, β) Γκίμπσον, γ) Σκορτζέζε, δ) Καζαντζάκης
Πολύ περισσότερο, ενδιαφέρομαι να μάθω γιατί, τη στιγμή που κανείς δεν ζητά αναθεώρηση του status του μαθήματος, τουλάχιστον για την υποχρεωτική εκπαίδευση, η Ένωση προτείνει διπλό μάθημα Θρησκευτικών, δηλ. «οργάνωση διδασκαλίας της δικής τους θρησκευτικής αντίληψης και σ' αυτούς που δεν είναι ορθόδοξοι, χωρίς κανέναν ρατσιστικό αποκλεισμό. (όπως γίνεται στη Γερμανία)». Βλ., στο Υπόμνημα της Π.Ε.Θ., στις 10 Μαρτίου 2010, προς τη Συνοδική Επιτροπή για την Παιδεία. Πώς θα γίνει αυτό στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο; Επίσης, τι σημαίνει «όπως γίνεται στη Γερμανία»; Δηλ. με έγκριση του διορισμού των θεολόγων εκπαιδευτικών από τις θρησκευτικές κοινότητες; Συμφωνούν όλοι οι θεολόγοι με αυτές τις προτάσεις ή μήπως είναι θέσεις που διεκδικούν το αλάθητο;
Τέτοια θέματα, που είναι πολύ σοβαρά, και πολλά άλλα, θα μπορούσαν να είναι ερωτήματα εργασίας, με ζητούμενο τη συνεννόηση.
Θα περίμενε κανείς από την καθ’ όλα σεβαστή Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων να συγκαλέσει μια έκτακτη γενική συνέλευση για τα φλέγοντα θέματα που μας απασχολούν. Να προκαλέσει η ίδια ένα γόνιμο και δημιουργικό διάλογο, με μοναδικό ερώτημα «πώς μπορεί να γίνει το μάθημα των Θρησκευτικών καλύτερο και πιο δυνατό».
Να καλέσει όλα τα παραρτήματά της και τις λοιπές Θεολογικές Ενώσεις και Συνδέσμους της χώρας για ανταλλαγή απόψεων και προτάσεων. Να διεκδικήσει από τις Θεολογικές Σχολές τεκμηρίωση και από τη διοικούσα Εκκλησία ομοψυχία. Να ηγηθεί συνθετικά και αποτελεσματικά στο δρόμο για την προάσπιση και προαγωγή του μαθήματός μας. Τέτοιες ενέργειες, ακόμη και εάν δεν τελεσφορούσαν, θα έδειχναν ότι οι θεολόγοι έχουμε κουλτούρα διαλόγου και θα έδιναν μια καλή μαρτυρία αποφασιστικής ενότητας όπου χρειάζεται. Επιπλέον, ο πρωταγωνιστής θα αποσπούσε αξιωματικά τον πανελλήνιο έπαινο.
Αντί όλων αυτών, γινόμαστε κοινωνοί ανακοινωθέντων, καταγγελιών, ανεπαρκών δημοσιευμάτων από μεμονωμένους αρθρογράφους που αυτοπροβάλλονται ως εκπρόσωποι του θεολογικού κόσμου. Βεβαίως, ακόμη και αυτά δεν είναι ολοσχερώς απορριπτέα, φτάνει να είναι τόποι κοινής αναφοράς ή, κυρίως, να είναι αποτελέσματα εμβριθούς επεξεργασίας και χαρισματικής πνοής. Απεναντίας, είναι αποδοκιμαστέα όταν δεν αίρονται στο ύψος των περιστάσεων, όταν είναι ανεπαρκή, όταν χρησιμοποιούν παρωχημένη και ξύλινη γλώσσα, όταν είναι αντιφατικά, όταν προσφέρονται για αξιοποίηση από τους μισαλλόδοξους, τους αδιάβαστους και τους φοβικούς.
Βρισκόμαστε σε μια εποχή που οι διακονούντες το μάθημα των Θρησκευτικών επιβάλλεται με φρόνηση και σοβαρότητα να επιστρατεύσουμε όλες μας τις δυνάμεις για ενότητα. Για την επίτευξη του σκοπού επιβάλλεται διάλογος με πνεύμα γόνιμης συνάντησης με την άλλη άποψη, που ενδεχομένως να μην είναι άλλη άποψη.
Ο Σωτήρας του κόσμου, φανερώθηκε στην ταπεινή Βηθλεέμ, αντί της Ναζαρέτ, με αφορμή τη θύραθεν εξουσιαστική προσταγή της απογραφής. Στη συνέχεια, «νόμον εκπληρών» καταδέχθηκε την περιτομή, την οποία αργότερα κατάργησε. Τα εμπόδια δεν σταμάτησαν την πραγματοποίηση των προφητειών και των οραμάτων. Το ξεκίνημα έγινε. Εμείς δυσκολευόμαστε ακόμη και να συζητήσουμε; Το τραπέζι είναι κοινό, όπως διδάσκει η γνωστή παραβολή. Ο οικοδεσπότης είναι ένας. Εάν είχα τη δυνατότητα να επιλέξω ρόλο ανάμεσα στους δυο γιους του φιλεύσπλαχνου πατέρα, θα προτιμούσα εκείνον που τελικά βρέθηκε στο τραπέζι συνδαιτημόνας.



Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Παιδαγωγία σιωπηλής ποίησης

Γεώργιος Στριλιγκάς

Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

 
Ο παρακάτω προβληματισμός γεννήθηκε στον απόηχο του επίκαιρου θορύβου για τη θέση των θρησκευτικών συμβόλων στους δημόσιους χώρους, και ειδικότερα στην εκπαίδευση. Αφορμή, η γνωστή και ενδιαφέρουσα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Για μια ακόμη φορά, η πρόσληψη της είδησης από την εγχώρια κοινή γνώμη ανέδειξε νέα Βαβέλ ασυνεννοησίας. Ανάγκη, λοιπόν, για βασικές υπενθυμίσεις και οριοθέτηση των αυτονόητων.


Καταρχάς, στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο της εκπαίδευσης έχουν θέση τα σύμβολα και οι εκδηλώσεις θρησκευτικότητας; Αναντίρρητα, ναι.

Διδάσκοντες και διδασκόμενοι στα σχολεία δεν είναι άμοιροι πολιτιστικής ταυτότητας, προσωπικών πεποιθήσεων και θρησκευτικών στάσεων. Έχουν δικαίωμα να εκφράζονται ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς. Ταυτόχρονα, δικαιούνται να απολαμβάνουν τη συνταγματική πρόνοια για ανάπτυξη «εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης», στο πλαίσιο της εκπαίδευσης. Έτσι δικαιολογούνται ο Αγιασμός στην έναρξη της σχολικής χρονιάς, η πρωινή προσευχή, η αργία της Κυριακής, η γιορτή των Τριών Ιεραρχών, οι διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα.

Από την άλλη πλευρά, η ελευθερία της συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η παραδοχή είναι θεμελιώδης και στην ορθόδοξη θεολογική θεώρηση, η οποία ακυρώνεται όταν καταστρατηγείται η ανθρώπινη ελευθερία. Γι’ αυτό, πολύ σωστά, ξαναγράφω με βάση το υφιστάμενο καθεστώς, για όσους επιθυμούν, προβλέπεται διαδικασία αποχής ή απαλλαγής από τα παραπάνω.

Οι εικόνες μέσα στη σχολική τάξη είναι δηλωτικές της θρησκευτικής ταυτότητας της τάξης; Εδώ, η απάντηση είναι διαφορετική.

Στις σχολικές αίθουσες εκτίθεται υλικό που υπηρετεί τους γενικούς σκοπούς της εκπαίδευσης και σχετίζεται με το περιεχόμενο των σπουδών. Στους σχολικούς τοίχους έχει θέση οτιδήποτε, φθάνει να έχει διδακτικούς και παιδαγωγικούς σκοπούς. Όλα τα μαθήματα υπηρετούν τη γενική παιδαγωγική αποστολή του σχολείου. Είναι απολύτως φυσιολογικό ο φιλόλογος να αναρτήσει ένα ιστορικό ντοκουμέντο, ο χημικός ένα πίνακα με χημικά στοιχεία, οι μαθητές ένα φιλοσοφημένο νεανικό πόστερ ή το αναγνωρισμένο αποτέλεσμα μιας μαθητικής εργασίας. Παρομοίως, η έκθεση εικόνων από την παράδοση του χριστιανισμού είναι αυτονόητη και αποδεκτή διδακτική δράση. Αυτές οι εικόνες δεν είναι σύμβολα της θρησκευτικής ταυτότητας ή ιδεολογίας της σχολικής κοινότητας ή της τάξης αλλά δείγματα τέχνης, ιστορίας και πολιτισμού της τοπικής -ενίοτε με οικουμενικές προεκτάσεις- θρησκευτικής παράδοσης. Η ύπαρξη των εικόνων στην εκπαιδευτική διαδικασία δεν αφορούν μόνο στο μάθημα των θρησκευτικών αλλά και στα μαθήματα της ιστορίας, της τέχνης, της γεωγραφίας κτλ.

Η απολυτοποίηση της λογικής για αφαίρεση των πάσης φύσεως θρησκευτικών αναφορών από τα βιβλία και τις αίθουσες, μοιραία, θα οδηγήσει στην απόρριψη της παιδαγωγικής αξίας του μεγαλύτερου μέρους της αρχαίας γλυπτικής, της ζωγραφικής του μεσαίωνα και των νεότερων χρόνων. Μπορούμε να αρνηθούμε την τοποθέτηση μιας φωτογραφίας του Παρθενώνα στην τάξη, επειδή οι μαθητές μας είναι χριστιανοί και όχι δωδεκαθεϊστές; Υπάρχει λόγος για κατάργηση των θρησκευτικών εικόνων του Μιχαήλ Άγγελου ή του Θεοτοκόπουλου επειδή οι μαθητές μας είναι ορθόδοξοι και όχι ρωμαιοκαθολικοί; Μήπως πρέπει να αφαιρεθούν από τα διδακτικά βιβλία φωτογραφίες πολιτικών προσώπων του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος για το φόβο του ιδεολογικού-κομματικού προσηλυτισμού; Είναι αστείο. Υποτίθεται ότι το σχολείο είναι χώρος έρευνας, παιδείας, διαλόγου και πολιτισμού. Σύμφωνα με αυτό το πνεύμα, είναι συνηθισμένο και δεν παραβιάζεται η θρησκευτική ελευθερία όταν σε μια αίθουσα αναρτηθεί η εικόνα ενός αρχαίου θεού ή ναού. Χωρίς κανένα πρόβλημα, σε διάφορα σχολικά βιβλία παρατίθενται εικόνες θεών, ημιθέων, φαραώ, ρωμαίων αυτοκρατόρων, του Βούδα, του Λουθήρου, παπών και άλλων ιερών προσώπων και συμβόλων διαφόρων θρησκειών.

Ο προσεκτικός αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, σωστή ή λανθασμένη, αναφέρεται στην τοποθέτηση του χριστιανικού Σταυρού στις σχολικές αίθουσες και όχι γενικά στις εικόνες. Με δεδομένο ότι η εικονογραφία της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας ουσιαστικά δεν διαφοροποιείται από τη θρησκευτική ζωγραφική, η τυχόν γενική απαγόρευση των εικόνων ουσιαστικά θα ενοχοποιούσε την τέχνη της ζωγραφικής.

Στην τέχνη δεν χωρεί λογοκρισία, ούτε αρμόζει απαγόρευση σε οποιοδήποτε είδος της. Η τέχνη δεν προσβάλλει και δεν μειώνει κανέναν. Όπως η αγάπη η οποία «ουδέποτε εκπίπτει». Όπως η ποίηση που δεν καταργείται όταν είναι ακατανόητη ή αιρετική. Η ορθόδοξη εικονογραφία είναι μια σιωπηλή ποίηση με υψηλές παιδαγωγικές προδιαγραφές. Σε σχέση με τα συμβατικά διδακτικά μέσα, ο θεολόγος του χριστιανισμού Γρηγόριος Νύσσης θα έλεγε ότι «ζωγραφία σιωπώσα εν τοίχω λαλεί πλείονα και ωφελιμότερα». Ο Ιωάννης Δαμασκηνός έγραψε ότι «οι εικόνες είναι τα βιβλία των αγραμμάτων». Η μελέτη τους είναι ζήτημα παιδείας, πνευματικής καλλιέργειας και μόρφωσης. Η κατάργηση των εικόνων δεν διαφέρει από την κατάργηση, ή εάν θέλετε το κάψιμο, των βιβλίων.

Το τι θα κρεμαστεί στους τοίχους μιας σχολικής αίθουσας, ασφαλώς, είναι ζήτημα της σχολικής κοινότητας, των εκάστοτε διδασκόντων και διδασκόμενων. Δεν μπορεί να επιβληθεί ομοιομορφία, με διοικητικές ή δικαστικές αποφάσεις. Αυτό σημαίνει ότι σε ορισμένες αίθουσες, ενδέχεται να μην υπάρχουν εικόνες ή ακόμη να αναρτηθεί ένα θέμα από ξένη θρησκευτική παράδοση, εάν αυτό εκφράζει τη συγκεκριμένη σχολική τάξη.

Πριν από χρόνια, σε εποχή που ήμασταν ανυποψίαστοι για τα σημερινά προβλήματα, σε κάποιο σχολείο στο οποίο υπηρετούσα έγιναν εργασίες συντήρησης. Οι εικόνες που υπήρχαν εξαφανίστηκαν. Προβληματίστηκα για τη συνέχεια. Αποφάσισα να προτείνω στους μαθητές κάθε τμήματος να διαβουλευτούν στο πενταμελές συμβούλιο ή σε συνέλευση εάν θέλουν εικόνα, τι εικόνα θέλουν κτλ. Δούλεψα το θέμα στην τάξη από παιδαγωγική σκοπιά και παράλληλα προσφέρθηκα να βοηθήσω στα πρακτικά. Φυσικά, δήλωσα και ήμουνα έτοιμος να αποδεχτώ ακόμη και την αρνητική ή την αδιάφορη απάντηση. Εξεπλάγην όταν σε όλες τις τάξεις τοποθετήθηκαν εικόνες και μάλιστα υψηλής καλλιτεχνικής και θεολογικής αξίας. Όταν το θέμα σχολιάστηκε στο σύλλογο διδασκόντων, ενημέρωσα ότι πρόκειται για πρωτοβουλία των μαθητών και το ζήτημα έκλεισε.

Σε διάφορες ανακοινώσεις και σχόλια από εκκλησιαστικούς και θεολογικούς παράγοντες τονίστηκε η «θεολογική» σημασία των εικόνων, μέσα από μια ηθικοπατριωτική και επιφανειακή συναισθηματική προσέγγιση. Προφανώς, τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται. Οι εικόνες στις σχολικές τάξεις δεν είναι λάβαρα θρησκευτικής ταυτότητας. Ούτε λατρευτικά αντικείμενα. Αν και προβλέπεται η προσευχή στο σχολείο, οι εικόνες δεν χρησιμοποιούνται για λατρευτικούς σκοπούς. Καθηγητές και μαθητές δεν συνηθίζουν να τις προσκυνούν. Η τάξη δεν είναι ναός. Οι σχολικές εικόνες έχουν κυρίως παιδαγωγική, αλλά και διακοσμητική αποστολή. Όλοι γνωρίζουμε ότι στο ναό η αποστολή τους είναι τελείως διαφορετική. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Το σπουδαιότερο είναι ότι οι εικόνες δεν θεωρούνται ιδεολογικά σύμβολα της χριστιανικής κοινότητας ούτε στην ορθόδοξη θεολογία. Έχουν ιστορικό, παιδαγωγικό, ερμηνευτικό και παραπεμπτικό χαρακτήρα. Οι ορθόδοξες εικόνες είναι ανοικτές προτάσεις νοήματος. Αγκαλιάζουν ρεαλιστικά το παρελθόν και ταυτόχρονα είναι προσανατολισμένες προς το μέλλον. Αναδεικνύουν και διασώζουν την αξία του ανθρώπινου προσώπου και την ελευθερία του. Παραπέμπουν σιωπηλά σε μια βιωτή άλλης τάξεως, μαρτυρώντας τη δυνατότητα μετοχής σε αυτήν μέσα από αγώνα για προκοπή και φωτισμό.

Ο Πλάτων έγραψε ότι η παιδεία είναι μια πορεία προς το φως. Εάν δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε τι είναι το φως, δεν έχει νόημα να ξορκίζουμε το σκοτάδι σβήνοντας τα λιγοστά φώτα που υπάρχουν.




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη