Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κανονικό δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κανονικό δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024

Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη και Εκκλησιαστικά δικαστήρια

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΛΑΡΙΣΗΣ, ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΛΑΡΙΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ



Η Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου, ο Δικηγορικός Σύλλογος Λάρισας και η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου συνδιοργανώνουν επιστημονική διημερίδα με θέμα «Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη και Εκκλησιαστικά Δικαστήρια». Οι εργασίες της διημερίδας θα πραγματοποιηθούν στην αίθουσα εκδηλώσεων του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, επί της οδ. Δευκαλίωνος 18 και Πατρόκλου (στον 5ο όροφο) την ερχομένη Παρασκευή 15-11-2024 και ώρα 17.00 και το Σάββατο, 16-11-2024 και ώρα 09.00, σύμφωνα με το ακόλουθο πρόγραμμα:

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2024, 17.00

17.00: Έναρξη διημερίδας με χαιρετισμούς τους οποίους θα απευθύνουν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιερώνυμος, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λαρίσης κ. Τρύφων Τσάτσαρος, και ο Πρόεδρος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου κ. Αθανάσιος Κόντης.

Ακολουθεί η Α΄ Συνεδρία με την εναρκτήρια ομιλία με θέμα «Πολύπαθη Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη». Εισηγητής ο κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης, Ομότιμος Καθηγητής του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η Α΄ συνεδρία ολοκληρώνεται με συζήτηση-διάλογο.

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2024, 09:00

Β΄ ΣΥΝΕΔΡΙΑ. Προεδρεύων: Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιερώνυμος. Εισηγήσεις:

* 9.00-9.15: Η διαδικασία ενώπιον του Επισκοπικού Δικαστηρίου - Eισηγητής: Αρχιμ. Ιωαννίκιος Ζαμπέλης, Διδάκτωρ Εκκλησιαστικού Δικαίου - Ιεροκήρυκας Ι. Μητροπόλεως Λευκάδος και Ιθάκης,

* 9.15-9.30: Η διαδικασία ενώπιον των Συνοδικών Δικαστηρίων - Αρχιμ. Σεβαστιανός Σωμαράκης, Διδάκτωρ Κανονικού Δικαίου - Γραμματεύς Συνοδικών Δικαστηρίων Εκκλησίας Ελλάδος,

* 9.30-9.45: Τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια της Εκκλησίας Κρήτης - Εμμανουήλ Ανδρουλακάκης, Δικηγόρος - Mεταπτυχ. διπλ. Εκκλησιαστικού Δικαίου - Νομικός Σύμβουλος Ο.Δ.Μ.Π. Εκκλησίας της Κρήτης.

* 9.45-10.00: Παρεμβάσεις - συζήτηση

Γ΄ ΣYNΕΔΡΙΑ. Προεδρεύων: Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας κ. Τρύφων Τσάτσαρος. Εισηγήσεις:

* 10.00-10.15: Εκκλησιαστική δίκη και νομική ορθότητα: δεδομένο ή ζητούμενο; - Γεώργιος Ανδρουτσόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών - Δικηγόρος

* 10.15-10.30: Αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος και εκκλησιαστική δικαιοσύνη: νόμος του Κράτους ή Κανονισμός; - Ελένη Παλιούρα, Δικηγόρος - Mεταπτυχ. δίπλωμα Εκκλησιαστικού Δικαίου - Υποψήφια Διδάκτωρ Νομικής

* 10.30-10.45: Επίσκοπος, διάδοχος Αποστόλων. Κατήγορος και Δικαστής - Ζωή Καραμήτρου, Διδάκτωρ Νομικής - Δικηγόρος - Ειδική Επιστήμονας στο Συνήγορο του Πολίτη - Μέλος του Συμβουλίου Διοίκησης της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας

10.45-11.00: Παρεμβάσεις – συζήτηση.

11.00-11.30: Διάλειμμα για καφέ.

Δ΄ ΣΥΝΕΔΡΙΑ. Προεδρεύων: Επίτιμος Εισαγγελέας Αρείου Πάγου κ. Παναγιώτης Αγγελόπουλος. Εισηγήσεις:

* 11.30-11.45: Η νομική φύση των εκκλησιαστικών δικαστηρίων - Σταύρος Μελιδώνης, Δικηγόρος - Mεταπτυχ. διπλ. Εκκλησιαστικού Δικαίου – Μεταπτυχ. Διπλ. Δημοσίου Δικαίου

* 11.45-12.00: Σχέση εκκλησιαστικής και ποινικής δίκης - Βασιλική Δημάκη, Δικηγόρος - Mεταπτυχ. διπλ. Εκκλησιαστικού Δικαίου

* 12.00-12.15: Η νομολογία του ΣτΕ ως εγγύηση μιας δίκαιης δίκης ενώπιον των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων - Ιωάννης Καστανάς, Δικηγόρος - Ε.ΔΙ.Π. Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου (Neapolis University Pafos)

* 12.15-12.30: Η έκκλητος προσφυγή: Προνόμιο ή Πρόβλημα - Γεώργιος Ιατρού, Διδάκτωρ Νομικής – Δικηγόρος

* 12.30-12.45: Συζήτηση – Λήξη διημερίδας.



Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024

Ανασυγκρότηση στο Δ.Σ. της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου

 


Ανασυγκρότηση στο Δ.Σ. της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου

Η σύνθεση του 5μελούς Συμβουλίου της περιόδου 2024 - 2027


Σε ανασυγκρότηση του Διοικητικού της Συμβουλίου προχώρησε η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, μετά την υποβολή παραιτήσεως για προσωπικούς λόγους του καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Θεολογική του ΑΠΘ κ. Δημ. Νικολακάκη, από τη θέση του Προέδρου και του μέλους του Συμβουλίου ταυτόχρονα.

Κατόπιν αυτού εκλήθη ν΄ αναλάβει ως μέλος του Δ.Σ. ο πρώτος επιλαχών στις εκλογές του περασμένου Απριλίου κ. Χαρ. Ανδρεόπουλος, μετά δε από συνεδρία του οργάνου που συγκάλεσε ο κ. Αθαν. Κόντης, Αντιπρόεδρος της Εταιρείας, το Δ.Σ. (της περιόδου 2024 – 2027) συγκροτήθηκε σε σώμα, με ομόφωνη απόφαση, ως ακολούθως:

Πρόεδρος: Aθανάσιος Κόντης, Δρ. Νομικής – Δικηγόρος,

Αντιπρόεδρος: Γεώργιος Ιατρού, Δρ. Νομικής – Δικηγόρος,

Γενική Γραμματέας: Ζωή Καραμήτρου, Δρ. Νομικής - Δικηγόρος - Ειδική Επιστήμων στο "Συνήγορο τoυ Πολίτη",

Ταμίας: Δημ. Κρεμπενιός, Δρ. Νομικής - Δικηγόρος, και

Έφορος Δημοσίων Σχέσεων: Χαράλαμπος Ανδρεόπουλος, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας - Διευθυντής του Προτύπου Γενικού Λυκείου Λαρίσης.

Το Δ.Σ. συζήτησε το θέμα της διοργανώσεως επιστημονικού συνεδρίου στη Λάρισα, όπως είχε προαναγγελθεί, με τη συμβολή της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου και του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, με θέμα την «Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη». Το Συνέδριο προγραμματίζεται να διεξαχθεί περί τα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου.


* Σκοπός της Εταιρείας (http://www.etekkad.gr ), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και στις τάξεις της καταλέγονται πανεπιστημιακοί, δικαστικοί, δικηγόροι και θεολόγοι αυξημένων ακαδημαϊκών προσόντων (M.Sc., Ph.D.), είναι η προώθηση και ο συντονισμός της επιστημονικής έρευνας στο χώρο του Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Στους ειδικότερους σκοπούς της περιλαμβάνεται η εξέταση γενικών ή ειδικών θεμάτων που άπτονται του Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, ιδίως δε των σχετικών με τη θρησκευτική ελευθερία θεμάτων, των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, καθώς και της νομικής, πολιτικής και πολιτιστικής θέσεως των θρησκευτικών συσσωματώσεων εντός και εκτός Ελλάδος, μέσω της διοργανώσεως συνεδρίων, σεμιναρίων ή επιστημονικών συμποσίων. Επιστημονικό όργανο της Εταιρείας είναι η εξαμηνιαία Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (τα) "Νομοκανονικά" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε.





Τρίτη 13 Αυγούστου 2024

Μοναστήρια και Δίκαιο

 



Μελέτη του καθηγητή της Νομικής Αθηνών κ. Γ. Ανδρουτσοπούλου για το αναμορφωμένο νομοθετικό πλαίσιο στις Ιερές Μονές και τα Hσυχαστήρια


Του Χάρη Ανδρεόπουλου*

Οι Ιερές Μονές δεν αποτελούν μόνο τόπο για την πνευματική άσκηση των μοναχών στο πλαίσιο της ησυχαστικής τους αφιερώσεως και τόπο προσευχής και περισυλλογής των (ως επισκεπτών) προσερχομένων πιστών, αλλά συγχρόνως, σύμφωνα με τη νομική τυποποίησή τους, στο πλαίσιο του υφισταμένου συστήματος της «νόμω κρατούσης πολιτείας» στις σχέσεις Πολιτείας - Εκκλησίας, συνιστούν οργανωτικές υποδιαιρέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ειδικότερα νομικά πρόσωπα που έχουν περιενδυθεί τη νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Την ίδια στοχοθεσία υπηρετούν και τα Ιερά Ησυχαστήρια, τα οποία, όμως, ανήκουν στην κατηγορία των ΝΠΙΔ.

Η παρουσιαζομένη και αφορώσα στο θέμα του νομικού καθεστώτος των Ι. Μονών και Ι. Ησυχαστηρίων μελέτη του αναπληρωτή καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Γεωργίου Ανδρουτσοπούλου αποτελεί το πρώτο μέρος μιας πραγματείας, η οποία έχει ως σκοπό να αποτυπώσει και ανασυνθέσει κριτικά, αλλά και με προτάσεις de lege ferenda («θετέου δικαίου»), το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την οργάνωση και διοίκηση των Ιερών Μονών, ανεξαρτήτως νομικής μορφής, στην ελληνική επικράτεια, όπως αυτό συντίθεται από νέες νομοθετικές διατάξεις και κανονιστικές αποφάσεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με τη νομολογιακή τους επεξεργασία, έχουν αναμορφώσει το σχετικό Δίκαιο.

Πρόκειται αναμφιβόλως για ένα έργο - σταθμό στο χώρο του Εκκλησιαστικού Δικαίου καθώς παρά την ύπαρξη των δημοσιευμένων (από το 2002) «Εσωτερικών Κανονισμών» των Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, των ενταγμένων στις «Πηγές» της «Βιβλιοθήκης Εκκλησιαστικού Δικαίου» των εκδόσεων Σάκκουλα, είχε καταστεί εμφανής η ανάγκη της παρουσιάσεως του νομικού καθεστώτος που διέπει τις Ι. Μονές και τα Ι. Ησυχαστήρια υπό το φως των ισχυουσών νομοθετικών ρυθμίσεων. Την ανάγκη επέτεινε και το γεγονός ότι το τελευταίο συναφές έργο συστηματικής επεξεργασίας του νομικού καθεστώτος των Ι. Μονών, το οποίο είχε εκπονήσει ο καθ. Παν. Παναγιωτάκος (ΑΠΘ), αποτύπωνε το δίκαιο που ίσχυε το 1957 (έτος εκδόσεως του έργου του), ήτοι είκοσι χρόνια πριν τη ψήφιση του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτου (Κ.Χ.) της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977). Άρα υπήρχε στο χώρο ένα κενό νομικής βιβλιογραφίας. Με πνεύμα σύγχρονο, γραφή περιεκτική και ουσιώδη, με κριτική αξιολόγηση / αποτίμηση και στοχευμένη νομολογιακή και θεωρητική επεξεργασία του εν λόγω αντικειμένου, το κενό αυτό ήλθε να καλύψει το παρόν πόνημα του κ. Ανδρουτσοπούλου, το οποίο κυκλοφορεί από τις έγκυρες νομικές (για τον κλάδο και του Εκκλησιαστικού Δικαίου) και ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα («Το νομικό καθεστώς Μονών και Ησυχαστηρίων στην ελληνική επικράτεια – Εκκλησία της Ελλάδος», Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2023, σσ. 424).

H μονογραφία αυτή αποτελώντας, ως προς το περιεχόμενο, τον πρώτο τόμο της πραγματείας, αναφέρεται στην Εκκλησία της Ελλάδος, δηλ. τόσο στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος (όπως αυτή περιγράφεται στο αρθ. 11, § 1Α’, Ν. 590/1977), όσο και τις Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου (αρθ. 11, § 1Β’, Ν. 590/1977), τις «επιτροπικώς» παραχωρηθείσες εκ μέρους του Οικ. Πατριαρχείου στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, κατά τη διοίκηση, υπό τους Όρους της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως (Π.Σ.Π.) του 1928. Ο δεύτερος τόμος που θ΄ ακολουθήσει θα αναφέρεται στα ιδιαίτερα εκκλησιαστικά καθεστώτα της Ορθόδοξης Εκκλησίας τα οποία συνυπάρχουν στην ελληνική επικράτεια, ήτοι στην ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης, στις εκκλησιαστικές επαρχίες της Δωδεκανήσου, για τις οποίες τέθηκε προσφάτως σε ισχύ, για πρώτη φορά, νέος οιονεί «Καταστατικός Χάρτης» (αρθ. 317-346 Ν. 4957/2022), και, βεβαίως, στο συνταγματικώς αυτοδιοικούμενο Άγιον Όρος.

Η ιστορική προσέγγιση του θέματος ανάγεται στην πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια να συγκροτήσει το 1828, λίγες ημέρες μετά την άφιξή του στην Ελλάδα, την 5μελή εξ Αρχιερέων Επιτροπή για να διακριβώσει την κατάσταση των ναών και των μονών. Ακολούθως εξετάζεται ο σχεδιασμός της Αντιβασιλείας για τη διευθέτηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, ερευνάται η τύχη των ιδιοκτήτων Μονών και αναλύεται ο θεσμός της κτητορείας. Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζεται η νομική τυποποίηση των Μονών ως ΝΠΔΔ, κατά το ισχύον Δίκαιο, και ιδίως μετά τη θέση σε ισχύ του αρθ. 68 Ν. 4235/2014 και γίνεται ειδική μνεία και ανάλυση των ερμηνευτικών ζητημάτων που προκαλεί ο 10ος Όρος της Π.Σ.Π. του 1928. Ακολουθεί στο τρίτο κεφάλαιο η οργάνωση και διοίκηση των Μονών με αναλυτική παρουσίαση του πλαισίου λειτουργίας τους, εκτενή αναφορά στο τρόπο αναδείξεως, αρμοδιότητας και λειτουργίας των οργάνων διοικήσεώς τους, ενώ παρουσιάζεται και ο ρόλος της επισκοπικής / μητροπολιτικής εποπτείας επί των Μονών, στις επιμέρους εκφάνσεις (πνευματική εποπτεία, έγκριση μοναχικής κουράς, έλεγχος νομιμότητας και οικονομικής διαχειρίσεως, κ.α.). Στο τέταρτο κεφάλαιο της μονογραφίας ξεδιπλώνεται ένα από τα πλέον φλέγοντα ζητήματα της πολιτικής και εκκλησιαστικής ζωής της χώρας, η μοναστηριακή περιουσία(τίτλοι κυριότητας, χρησικτησία, εκποίηση και εκμίσθωση μοναστηριακών ακινήτων, κ.λ.π.). Στο πέμπτο κεφάλαιο γίνεται λόγος για τα Ησυχαστήρια, άλλως ειπείν για τις «Μονές ιδιωτικού δικαίου» και εξετάζεται ο τρόπος λειτουργίας τους διαχρονικά, από το πρώτο νομοθετικό αποτύπωμα περί της συστάσεως και λειτουργίας τους με τον Κ.Χ. της δικτατορίας (Ν.Δ. 126 / 1969, αρθ. 33 και Καν. 39/1972), εν συνεχεία με τον Κ.Χ. της μεταπολιτεύσεως (Ν. 590/1977, αρθ. 39 § 10, η οποία όρισε τα Ησυχαστήρια ως sui generis εκκλησιαστικά ΝΠΙΔ), μέχρι – και ιδίως - το πρόσφατο νομικό (αρθ. 50 §2 Ν. 4559/2018) και κανονιστικό (Κανον. 337/2021) πλαίσιο που τα διέπει. Στο ακροτελεύτιο έκτο κεφάλαιο της μονογραφίας αναπτύσσονται αφενός οι εκφάνσεις της μοναστικής ζωής και οργανώσεως, ως μέρος της θρησκευτικής πολιτιστικής κληρονομιάς και αφετέρου η νέα νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα (Ν. 4624/2019), συναφώς δε εξετάζεται και ο νέος Κανονισμός (326/2021) για τα εκκλησιαστικά αρχεία.

Σημειωτέον ότι από το συγγραφέα της μελέτης έχει ληφθεί μέριμνα ώστε όλα τα αναλυόμενα ζητήματα να σχετίζονται με το έτερο σκέλος του στερεώματος κανόνων της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, ήτοι το Κανονικό Δίκαιο αυτής, αφιερώνοντας μάλιστα στην Εισαγωγή του τόμου σχετικό υποκεφάλαιο (§ 2, «Η εκκλησιολογική και κανονική προσέγγιση των Μονών»). Το έργο κατακλείει εκτενής βιβλιογραφία, ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση και παράρτημα με κατάλογο, κατά χρονολογική τάξη των Εσωτερικών Κανονισμών που έχουν εκδοθεί από τον Απρίλιο του 2002 έως τον Ιούλιο του 2022, ο οποίος περιλαμβάνει την επωνυμία της Μονής, τη Μητρόπολη στη δικαιοδοσία της οποίας ανήκει και την ακριβή παραπομπή δημοσιεύσεως του κάθε Κανονισμού στο περιοδικό «Εκκλησία».

Ευχής έργο είναι η συγγραφική παραγωγή του καθ. κ. Γ. Ανδρουτσοπούλου να ολοκληρωθεί σύντομα και να δημοσιευθεί / εκδοθεί και ο δεύτερος τόμος της εν θέματι πραγματείας ώστε να έχουμε ένα ολοκληρωμένο «έργο αναφοράς» για το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον, εξ επόψεως τόσο θεωρίας, όσο και πράξεως του Εκκλησιαστικού Δικαίου, θέμα του νομικού καθεστώτος των Ι. Μονών στην ελληνική επικράτεια.

____________________________________

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Α.Π.Θ., μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Υπηρετεί στη Β/θμια Εκπ/ση ως Σύμβουλος Εκπαίδευσης Θεολόγων (xaan@theo.auth.gr).




Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

Τα «Νομοκανονικά» περί εκκλησιαστικής περιουσίας

 


Η συγκριτική θεώρηση των διαφορετικών νομικών καθεστώτων στις Εκκλησίες Κύπρου και Ελλάδος στο νέο τεύχος της Επιθεωρήσεως Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου



Του Χάρη Ανδρεόπουλου*


Με αφιέρωμα στην Ημερίδα που συνδιοργάνωσαν η Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου με θέμα «Η Εκκλησιαστική περιουσία στις Εκκλησίες Κύπρου και Ελλάδος: Συγκριτική θεώρηση» κυκλοφορήθηκε το νέο τεύχος (1/2024) της εξαμηνιαίας Επιθεωρήσεως Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (τα) «Νομοκανονικά».

Η Ημερίδα που ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Κύπρου κυρού Χρυστοστόμου Β΄ πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Νοέμβριο στη Κυπριακή πρωτεύουσα με κεντρικό θεματικό άξονα τη συγκριτική θεώρηση ενός μείζονος ζητήματος, εκείνου της εκκλησιαστικής περιουσίας στο σύνολό της, μεταξύ δύο ομοδόξων και ομογλώσσων Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίες, όμως, διαφέρουν ριζικά στο εσωτερικό τους δίκαιο, όπως και στο θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας, καθώς ενεργούν εντός διαφορετικών συστημάτων σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας.

Το τεύχος προλογίζει ο ιδρυτής και διευθυντής του περιοδικού, ομ. καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Ιωάννης Κονιδάρης, του οποίου η δημοσιευομένη εναρκτήρια ομιλία, με θέμα «Η εκκλησιαστική περιουσία στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Απόπειρα περιθριγκώσεως μιας αχανούς θεματικής», αποτελεί το προοίμιο των επιστημονικών παρεμβάσεων της ημερίδας στη διάρκεια της οποίας ειδικοί επιστήμονες του Εκκλησιαστικού Δικαίου, νομικοί, θεολόγοι και αξιωματούχοι της Εκκλησίας της Κύπρου εξέτασαν συγκριτικά σειρά επιμέρους θεματικών.


ΜΕΛΕΤΕΣ

Συγκεκριμένα, σε αντίστοιχες συνεδρίες αναλύθηκαν οι ακόλουθες ενότητες με τις σχετικές εισηγήσεις (οι οποίες και καταχωρίζονται στην ύλη του περιοδικού):

- «Δυνατότητα κρατικής παρέμβασης στη Εκκλησιαστική περιουσία»: Γεωρ. Ιατρού, Δρ. Νομικής, δικηγόρος, για την περίπτωση της Ελλάδος, Αχ. Αιμιλιανίδης, Κοσμήτωρ της Νομικής Σχολής Λευκωσίας, για την περίπτωση της Κύπρου,

- «Η εσωτερική διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας»: Γεωρ. Ανδρουτσόπουλος, αναπλ. καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής ΕΚΠΑ για τα εν Ελλάδι, Δημ. Δήμου, Οικονομικός Δ/ντής Ι. Αρχιεπισκοπής Κύπρου, για τα εν Κύπρω,

- «Η Εκκλησία ως επιχειρηματική οντότητα»: Zωή Kαραμήτρου, Δρ. Ν. - δικηγόρος, ειδική επιστήμων στην Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του Πολίτη») για την Εκκλησία της Ελλάδος και Κων. Κατσαρός, δικηγόρος – Νομικός Σύμβουλος Ι. Αρχιεπισκοπής Κύπρου, για την οικεία Εκκλησία,

- «Μισθοδοσία του κλήρου»: Πρωτοπρεσβύτερος π. Βασίλειος Τρομπούκης, Ε.ΔΙ.Π. Νομικής Αθηνών (για τον κλήρο της Ελλάδος) και Ιωαν. Χαριλάου, Διευθυντής Εκκλησιαστικού Ταμείου Κύπρου (για τον κλήρο της μεγαλονήσου),

- «Δικαίωμα ιδιωτικής ιδιοκτησίας και ρυθμίσεις για την περιουσία κληρικών/μοναχών»: Aθ. Κόντης, Δρ. Ν., δικηγόρος (για τα εν Ελλάδι), Ιωαν. Καστανάς, Δρ. Ν, διδάσκων στη Νομική Λευκωσίας (για τα εν Κύπρω), και, τέλος,

- “Φορολογική μεταχείριση της Εκκλησίας»: Θεοδ. Τσιβόλας, Δρ. Ν., δικηγόρος (για Ελλάδα), Θεογνωσία Κούσπη, Δρ. Ν., διδάσκουσα στη Νομική Λευκωσίας (για Κύπρο).


ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Στο νέο τεύχος παρουσιάζονται και αναλύονται σημαντικές δικαστικές αποφάσεις που άπτονται ζητημάτων εκκλησιαστικής και ευρύτερα θρησκευτικής φύσεως, όπως οι αποφάσεις:

• 1536/2023 του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ, Ολομ.) περί του δικαιώματος απαλλαγής από τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών μέσω της επικλήσεως λόγων θρησκευτικής συνειδήσεως για μαθητές ετεροδόξους, αλλοθρήσκους, αθρήσκους, αθέους και αγνωστικιστές, δια της οποίας εκρίθη νόμιμη η αίτηση απαλλαγής - καθώς και η επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων – προβλεπομένης για τους απαλλασσομένους μαθητές της θεσπίσεως και οργανώσεως, υπό του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, «ισότιμου εναλλακτικού μαθήματος συναφούς περιεχομένου» (ΣτΕ, 1478/2022, Ολομ.). [ανάλυση – σχολιασμός υπό Μιχ. Τσαπόγα, Διδάκτορος Νομικής – δικηγόρου, Ειδικού Επιστήμονα στην Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του Πολίτη» και Ελένης Παλιούρα, δικηγόρου, Μ.Sc. και υποψ. Δρος Εκκλησιαστικού Δικαίου],

• 2137/2023 του ΣτΕ (Ολομ.) δια της οποίας εκρίθησαν ως ανεκτά κατά το Σύνταγμα, υπό προϋποθέσεις, μέτρα που συνιστούν σοβαρή επέμβαση στη θρησκευτική ελευθερία σε κατάσταση υγειονομικής κρίσεως. Πρόκειται για τη “νομολογία της πανδημίας” (κορωνοϊού / covid-19) που περιλαμβάνει ενδιαφέρουσες και πρωτοποριακές κρίσεις, τόσο εξ επόψεως δικονομίας, όσο και ουσίας, τις οποίες επισημαίνει και αναλύει σε εκτενές σχόλιό του ο κ. Γεώργιος Ανδρουτσόπουλος, αναπλ. καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών,

• 589/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Τμ. 2ο) με την οποία στην κατηγορία των εκτός συναλλαγής (res extra commercium) πραγμάτων θείου δικαίου (res divini iuris) των εξυπηρετούντων θρησκευτικούς σκοπούς κατατάσσονται και οι ιδιόκτητοι ναοί που ανήκουν στο σωματείο των ΓΟΧ («Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών», των λεγομένων “παλαιοημερολογιτών”) [ανάλυση – σχολιασμός υπό Δημ. Κρεμπενιού, Δρος Ν. – δικηγόρου). Για το ίδιο θέμα, αναφορικώς, με τους ναούς της Εκκλησίας της Ελλάδος, η υπ. αριθμ. 3567/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στην οποία επιπροσθέτως, ορίζεται ότι οι αγνώστου ιδιοκτήτου ναοί και τα παρεκκλήσια ελλείψει νομίμου τίτλου ανήκουν στη κυριότητα του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου και συγκεκριμένα στον πλησιέστερο ενοριακό ναό (ανάλυση-σχολιασμός υπό Ευαγ. Παπαηλία, Μ. Sc. Εκκλησιαστικού Δικαίου – δικηγόρου),

• 60/2023 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου αφορώσα σε περίπτωση διαφωνίας γονέων ως προς την επιλογή ονόματος και τόπου βαπτίσεως του ανηλίκου τέκνου τους, καθοριζομένων αμφοτέρων υπό του δικαστηρίου με γνώμονα το συμφέρον του τέκνου,

• 6170/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σύμφωνα με την οποία τα προ του Ν. 4301/2014 υφιστάμενα καθιδρύματα της (Ρωμαιο-) Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα αναγνωρίζονται αυτοδικαίως ως ίδια θρησκευτικά νομικά πρόσωπα, η λειτουργία των οποίων διέπεται από το Κανονικό Δίκαιο της εν λόγω Εκκλησίας (Codex Iuris Canonici), συνεπεία δε τούτων ο κάθε, εν Ελλάδι, Ηγούμενος Ιεράς Μονής Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αποκτά δικαίωμα εκπροσωπήσεως με μόνο το διορισμό του κατά το Δίκαιο αυτό (ανάλυση – σχολιασμός υπό Ζωής Καραμήτρου, δικηγόρου, Δρος Ν., Ειδικής Επιστήμονος στην Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του Πολίτη»).

Τέλος, δημοσιεύεται η υπ. αριθμ 140/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων η οποία που αφορά στα κριτήρια για την επιλογή θρησκεύματος ανηλίκου σε περίπτωση διαφωνίας των αλλοθρήσκων γονέων του (ανάλυση-σχολιασμός υπό Γεωργίου Ζιαζοπούλου, Μ. Sc. Εκκλησιαστικού Δικαίου – δικηγόρου).


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Στη στήλη των Βιβλιoκρισιών του παρόντος τεύχους δημοσιεύονται οι ακόλουθες βιβλιοπαρουσιάσεις:

* του καθ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη για το βιβλίο του Μητροπολίτου Σελευκείας κ. Θεοδώρου (Μεϊμάρη) [του και καθηγητού Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Πατριαρχικής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης], «Η αναδιοργάνωσις της Γεροντικής Μητροπόλεως Εφέσου. Το Εφεσιακόν ή Κυδωνιακόν Μητροπολιτικόν Ζήτημα (1905-1908)», Θεσσαλονίκη: Εκδ. οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη, 2023, σσ. 364) και

* του Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου (Σαββάτου) [του και καθηγητού στο γνωστικό αντικείμενο «Ιστορία Δογμάτων και Συμβολική», της Θεολογικής του ΕΚΠΑ], για το βιβλίο του αναπλ. καθηγητή της Δογματικής στην ίδια Σχολή, κ. Σταύρου Γιαγκάζογλου «Θεολογία και Νεωτερικότητα. Δοκίμια για τη συνάντηση της Ορθόδοξης Θεολογίας με τον σύγχρονο κόσμο»: Aθήνα, Εκδ. Αρμός, 2023, σσ. 610,


* Τα «Νομοκανονικά» είναι η εξαμηνιαία Επιθεώρηση που επιδιώκει να καλύψει δύο σύνθετους και δυσχερείς επιστημονικούς κλάδους, το Εκκλησιαστικό και το Κανονικό Δίκαιο, τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και δικαστηριακής πράξεως. Αποτελούν το επιστημονικό όργανο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (http://www.etekkad.gr), διευθύνονται υπό του ομ. καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών και Προέδρου της Εταιρείας κ. Ιωαν. Μ. Κονιδάρη, εκδίδονται από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε. (https://www.sakkoulas.gr) και κυκλοφορούν Νοέμβριο/Δεκέμβριο και Μάϊο/Ιούνιο κάθε έτους.

Απευθύνονται σε δικηγόρους, δικαστές, θεολόγους και σε ερευνητές επιστήμονες από τον χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών (ιστορικούς, κοινωνιολόγους, κ.λ.π.) οι οποίοι είτε εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, είτε ασχολούνται με θέματα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας και δη της νεότερης. Εκδίδονται ανελλιπώς από τον Μάιο του 2002 και ήλθαν να καλύψουν την απουσία, που είχε από ικανού χρόνου καταστεί ευκρινώς ορατή, μιας περιοδικής εκδόσεως, η οποία να προάγει την επιστήμη στα ζητήματα του Εκκλησιαστικού και του Κανονικού Δικαίου και ευρύτερα τον δημόσιο διάλογο στα ζητήματα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας.

____________________________________________

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Υπηρετεί στη Β/θμια Εκπ/ση ως Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων.




Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

ΠΟΛΙΤΕΙΑ - ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

 





Επανακυκλοφορεί εμπλουτισμένο το βιβλίο του καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη


Toυ Χάρη Ανδρεόπουλου*

Την τελευταία τριετία δύο ήταν τα μεγάλα ζητήματα που προκάλεσαν τριγμούς στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Το πρώτο ήταν κατά την περίοδο της πανδημίας covid-19 όταν το Υπ. Υγείας, στο πλαίσιο των προληπτικών μέτρων που εισηγούνταν οι αρμόδιοι επιστήμονες, συμπεριέλαβε περιοριστικά μέτρα και στην άσκηση της ελευθερίας της λατρείας, ιδίως μάλιστα στη συλλογική έκφρασή της (περιορίζοντας τον αριθμό των πιστών στους ναούς) εν όψει της προστασίας ενός άλλου, επίσης σπουδαίου, συνταγματικώς κατοχυρωμένου εννόμου αγαθού, αυτού της δημόσιας υγείας.

Το δεύτερο ζήτημα που προκάλεσε, επίσης, ένταση στις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας ήταν πρόσφατο και συγκεκριμένα αυτό που αφορούσε στη ψήφιση του νομοσχεδίου για τη θεσμοθέτηση στην ελληνική έννομη τάξη του γάμου των ομοφύλων ζευγαριών. Eπρόκειτο για μια ενέργεια η οποία από την πλευρά της κυβερνήσεως θεωρήθηκε (ιδεολογικά) επιβεβλημένη με το (πολιτικό) σκεπτικό ότι προασπίζει και διασφαλίζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Αντιθέτως, από την πλευρά της Εκκλησίας το περιεχόμενο της (ήδη ψηφισθείσης) διατάξεως του Υπ. Επικρατείας Άκη Σκέρτσου αποδοκιμάσθηκε εξ αρχής και καθ΄ ολοκληρίαν καθώς από θεολογικής σκοπιάς η ομοφυλοφιλία θεωρείται αμαρτία (Ρωμ. 1, 25-27), ενώ η έννοια του γάμου μπορεί να νοηθεί μόνο ως σχέση / συνάφεια άνδρα και γυναίκας. «Nuptiae sunt conjunctio maris et feminae consortium omni vitae, divini et humani juris communicatio…» (Γάμος εστίν ανδρός καί γυναικός συνάφεια και συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε καί ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία), σύμφωνα με τον επιγραμματικό ορισμό του σπουδαίου ρωμαίου νομικού του 3ου αι. μ.Χ, Μοδεστίνου περί του γάμου (Modestin, lib. I. Reg.1.1 Digest de ritu nupt 23,2), τον οποίο αποδέχεται η χριστιανική Εκκλησία και υπό την θεολογική / δογματική του διάσταση. Και οι δύο ενδεικτικές αυτές περιπτώσεις ανέδειξαν μια κρίσιμη παράμετρο που χαρακτηρίζει την αμφίθυμη σχέση Πολιτείας / Κράτους και Εκκλησίας˙ τη διαπάλη νόμων και κανόνων.

Η διαπλοκή δύo δικαίωv είvαι έvα θέμα oύτως ή άλλως ιδιαιτέρως εvδιαφέρoν, πoλύ περισσότερo όταv πρόκειται για δύo δικαιϊκά συστήματα τελείως διαφoρετικά μεταξύ τoυς, τόσο ως προς τη φύση τους, όσο και ως προς τα όρια της δεσμευτικότητάς τους όπως στηv περίπτωση τoυ δικαίoυ της Πoλιτείας (οι νόμοι της οποίας δεσμεύουν όλα τα υποκείμενα δικαίου που ευρίσκονται μέσα στα εδαφικά της όρια) και εκείνoυ των κανόνων της Ορθόδoξης Εκκλησίας (της οποίας οι κανόνες δεσμεύουν μόνο τα μέλη της, τους πιστούς της). Mε το θέμα αυτό της συγκρούσεως - διαπάλης Νόμων και Κανόνων έχει ασχοληθεί επισταμένως ο ομ. καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης με το προ 30ετίας (1994) μνημειώδες έργο του «Η διαπάλη νομιμότητας και κανονικότητας και η θεμελίωση της εναρμονίσεώς τους». Το βιβλίο, εξαντλημένο από πολλού χρόνου στην 1η του έκδοση, επανακυκλοφορεί από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα (2022, σσ. 286) εμπλουτισμένο με ένα εκτεταμένο επίμετρο, όπου ερευνώνται οι εξελίξεις κατά τη διαρρεύσασα τριακονταετία στον τομέα αυτό για την εναρμόνιση νομιμότητας και κανονικότητας με την επισήμανση των μεταβολών που έγιναν, αλλά και των περιοχών εκείνων των σχέσεων που παραμένουν προβληματικές. Στη 2η αυτή έκδοση παρατίθεται, επίσης, στο τέλος του βιβλίου, επιλεγμένη (και απολύτως εξειδικευμένη θεματολογικά) νεότερη βιβλιογραφία (1994-2022).

Τo βασικό πόρισμα της μακρόχρoνης εvασχoλήσεως του συγγραφέα με τη διαπάλη πoυ εvδημεί στις σχέσεις Πoλιτείας και Εκκλησίας στη χώρα μας, όπως αναλύεται με εύληπτο τρόπο στο πρώτο μέρος του βιβλίου, είvαι ότι πoλλά από τα ζητήματα πoυ ταλάvισαv θεωρία και πράξη έχoυv δημιoυργηθεί εκ τoυ μη όvτoς και θα ήταv ευχερής η επίλυσή τoυς, ακόμη και υπό τo σύστημα σχέσεωv Πoλιτείας και Εκκλησίας πoυ καθιερώvει τo ισχύoν Σύvταγμα και στο πλαίσιο των διακριτών τους ρόλων.

Στο δεύτερο μέρος, που αναφέρεται στην εναρμόνιση νομιμότητας και κανονικότητας στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας, προτείνονται λύσεις για μείζονα εκκρεμή ζητήματα, όπως η συνταγματική κατοχύρωση όλων των ιερών κανόνων (δογματικών τε και διοικητικών - καθώς νομολογιακώς υπάρχει κατοχύρωση μόνο των δογματικών, επί τη βάσει αποφάσεων του ΣτΕ), η συμμετοχή των λαϊκών στη διοίκηση της Εκκλησίας, η αναμόρφωση της εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης (θέμα που θ΄ απασχολήσει και το Συνέδριο που προγραμματίζει για το ερχόμενο φθινόπωρο στη Λάρισα η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου σε συνεργασία με τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και την Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου, βλ. σχετ. εις ''ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ'', 25.04.2024), κ.α.

Με τον καθηγητή κ. Κονιδάρη με συνδέει μια πολύχρονη, διττή σχέση μαθητείας: πρώτον και εμμέσως, υπό την προτέρα ιδιότητά μου ως δημοσιογράφου – εκκλησιαστικού συντάκτη που προσέτρεχα στα επιστημονικά - περί το Εκκλησιαστικό Δίκαιο - συγγράμματά του για να τεκμηριώσω νομοκανονικά τα (εκκλησιαστικά) ρεπορτάζ μου - ιδίως σε περιόδους εξημμένων παθών και συσσωρευμένων εντάσεων (όπως κατά τις αρχές της δεκαετίας του ΄90, οπότε την Εκκλησία ταλάνισε επί μακρόν η υπόθεση των 12 εκπτώτων – από το 1974 – “ιερωνυμικών” λεγομένων μητροπολιτών, μετά τη δικαιωτική γι΄ αυτούς - τον Οκτώβριο του 1990 - απόφαση του ΣτΕ) και δεύτερον, και αμέσως, υπό την σημερινή επαγγελματική μου ιδιότητα ως θεολόγου καθηγητή Β/θμιας και ιδίως στην περίπτωση της εκδόσεως σε εμπλουτισμένη μορφή της διδακτορικής μου διατριβής με θέμα που αφορά στο εκκλησιαστικό ζήτημα της Επταετίας (1967-1974).

Έχοντας προ πολλού ασχοληθεί και ο ίδιος ο κ. καθηγητής με το εν λόγω ζήτημα, από την 1η έκδοση (1994) του εν θέματι προαναφερθέντος μνημειώδους έργου του (το ειδικότερο μέρος του οποίου περί της Εκκλησίας κατά την Επταετία θεωρώ οιονεί πρόδρομο της δικής μου μελέτης), μου προσέφερε τις πολύτιμες επιστημονικές του συμβουλές για την έκδοση της διατριβής μου σε βιβλίο προσέτι δε μου έκαμε και την εξαιρετική τιμή να προλογίσει το υπό τον τίτλο «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση» (Θεσσαλονίκη: Εκδ. Επίκεντρο, 2017, σσ. 424) κυκλοφορηθέν βιβλίο μου. Το θεωρώ υψίστη τιμή από τη θέση αυτή το καταθέτω· εγκαρδίως και ευγνωμόνως.

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων (ΠΕ01), δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ και μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (xaan@theo.auth.gr)



Πέμπτη 25 Απριλίου 2024

Νέο Δ.Σ. στην Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου

 

Ο νέος Πρόεδρος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου καθηγητής κ. Δημ. Νικολακάκης


* Συνέδριο της Εταιρείας το φθινόπωρο στη Λάρισα με θέμα την Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη και συνδιοργανωτές την Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου και το Δικηγορικό Σύλλογο


Σε σώμα συγκροτήθηκε το νεοεκλεγέν Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου που εδρεύει στην Αθήνα και στις τάξεις της καταλέγονται πανεπιστημιακοί, δικαστικοί, δικηγόροι και θεολόγοι αυξημένων ακαδημαϊκών προσόντων (M.Sc., Ph.D.).

Η απολογιστική Γενική Συνέλευση της Εταιρείας είχε πραγματοποιηθεί την περασμένη εβδομάδα (Πέμπτη, 18.04.2024) στην αίθουσα συνεδριάσεων των Εκδόσεων Σάκκουλα και στη διάρκειά της ο Πρόεδρος του απερχομένου – ήδη απελθόντος – Δ.Σ. και ιδρυτής (2014) της Εταιρείας, ομ. Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης ανεκοίνωσε την απόφασή του να απόσχει από την υποβολή υποψηφιότητας προκειμένου ν΄ αναλάβουν τις τύχες της Εταιρείας επιστήμονες της νεώτερης γενιάς, τονίζοντας ότι η μέριμνά του για την Εταιρεία θα παραμείνει διαρκής και άγρυπνη και θα σταθεί μ΄ όλες του τις δυνάμεις στο πλευρό του νέου Δ.Σ. από τη θέση του απλού μέλους. Επίσης, ο κ. Κονιδάρης ενημέρωσε τα μέλη για τα βήματα που έχουν γίνει αναφορικώς με το προγραμματιζόμενο επιστημονικό Συνέδριο της Εταιρείας με κεντρικό θέμα την «Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη» το ερχόμενο φθινόπωρο στη Λάρισα, με συνδιοργανωτές την Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου και τον Δικηγορικό Σύλλογο Λαρίσης.

Προχθές (Τρίτη, 23.04.2024) μετά από πρόσκληση του πλειονοψηφίσαντος στις αρχαιρεσίες της Εταιρείας Συμβούλου, καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. κ. Δημητρίου Νικολακάκη (φωτ.), συνήλθαν σε συνεδρία τα μέλη που εξελέγησαν στο νέο Δ.Σ. (για την τριετία 2024-2027) με θέμα τη συγκρότησή τους σε σώμα, το οποίο, μετά από συζήτηση, συγκροτήθηκε ομοφώνως ως ακολούθως:
Πρόεδρος: Δημ. Νικολακάκης, Αντιπρόεδρος: Αθαν. Κόντης, δικηγόρος, Δρ. Νομικής, Γενική Γραμματέας: Ζωή Καραμήτρου, δικηγόρος, Δρ. Νομικής, ειδική επιστήμων στον Συνήγορο του Πολίτη, Ταμίας: Δημ. Κρεμπενιός, δικηγόρος, Δρ. Νομικής και, τέλος, Έφορος Δημοσίων Σχέσεων: Γεωργ. Ιατρού, δικηγόρος, Δρ. Νομικής. Αντιστοίχως στην Εξελεγκτική Επιτροπή εξελέγησαν και ανέλαβαν καθήκοντα οι κ.κ. Θεοδ. Τσιβόλας, δικηγόρος, Δρ. Νομικής, Βασιλική Δημάκη, δικηγόρος, M.Sc. Νομικής και Χρ. Ξουρής, δικηγόρος, M.Sc. Νομικής.

Στα τακτικά μέλη της Εταιρείας καταλέγεται, εκ του χώρου της Β/θμιας Εκπαίδευσης, ο Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Φθιώτιδος, Καρδίτσας και Ανατ. Αττικής κ. Χαράλαμπος (Χάρης) Ἀνδρεόπουλος, Δρ. Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας του Α.Π.Θ.

* Σκοπός της Εταιρείας είναι η προώθηση και ο συντονισμός της επιστημονικής έρευνας στο χώρο του Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, ενώ στους ειδικότερους σκοπούς της περιλαμβάνεται η εξέταση γενικών ή ειδικών θεμάτων που άπτονται του Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, ιδίως δε των σχετικών με τη Θρησκευτική Ελευθερία θεμάτων, των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, καθώς και της νομικής, πολιτικής και πολιτιστικής θέσεως των θρησκευτικών συσσωματώσεων εντός και εκτός Ελλάδος, μέσω της διοργανώσεως συνεδρίων, σεμιναρίων ή επιστημονικών συμποσίων. Επιστημονικό όργανο της Εταιρείας είναι η εξαμηνιαία Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου «Νομοκανονικά» που κυκλοφορεί από τις ευφήμως γνωστές Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε.



Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023

Mια 20ετία «Νομοκανονικά»

 




Επετειακό τεύχος της Επιθεώρησης Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου

Toυ Χάρη Ανδρεόπουλου*

Με μελέτες και άρθρα επί ζητημάτων τα οποία αφορούν στις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας στην Ελλάδα, αλλά και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως επί σειράς θρησκευτικών ζητημάτων ευρύτερου κοινωνικού και πολιτικού ενδιαφέροντος, κυκλοφορήθηκε προσφάτως το νέο τεύχος (2/2022) της εξαμηνιαίας Επιθεώρησης Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (τα) «Νομοκανονικά».

Πρόκειται για ένα τεύχος επετειακό - και εν ταυτώ πανηγυρικό - καθώς με αυτό συμπληρώνεται εικοσαετία από την έκδοση του εν λόγω επιστημονικού περιοδικού, του οποίου την πλούσια επιστημονική συγκομιδή αποτελούν τα σαράντα πυκνογραφημένα τεύχη με πάνω από 9.000 σελίδες, περισσότερες από εκατόν ογδόντα μελέτες από εκατό συγγραφείς, περισσότερες από τέσσερις εκατοντάδες αποφάσεις δικαστηρίων της Ελλάδος και της αλλοδαπής, από τις οποίες η πλειονότητα είναι υπομνηματισμένες.

Το τεύχος προλογίζει ο ιδρυτής και διευθυντής του περιοδικού, ομ. καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Ιωάννης Κονιδάρης έμπλεος συναισθημάτων δίκαιης εγκαυχήσεως και ευγνωμοσύνης καθώς, όπως σημειώνει, ο σπόρος που φύτεψε πριν από είκοσι έτη βλάστησε και αναπτύχθηκε δικαιώνοντας την προσδοκία του ν΄ αποτελέσουν τα «Νομοκανονικά» το βήμα εκείνο που θα επιτρέψει στις νέες δυνάμεις του κλάδου να εμφανισθούν στο προσκήνιο. Ευγνωμοσύνης δε, για όλους όσους πίστεψαν στο εγχείρημα και συνέδραμαν με κάθε τρόπο για την επιτυχία του.

Τη συμπλήρωση της εικοσαετίας από της εκδόσεως των «Νομοκανονικών» χαιρετίζει «μετ΄ ιδιαζούσης χαράς και πολλής συγκινήσεως» ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος ο οποίος, με σεπτό Πατριαρχικό Γράμμα του, το οποίο δημοσιεύεται στο περιοδικό, συγχαίρει και εύχεται «κατά πάντα καλλίκαρπον και ανοδικήν την συνέχισιν του εκδοτικού βίου του περιοδικού», επισημαίνοντας ότι τα «“Νομοκανονικά” κοσμούν την εν Φαναρίω Πατριαρχικήν Βιβλιοθήκην». Επίσης, με Επιστολή του ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμος Β΄ εύχεται τα «“Νομοκανονικά” να εξακολουθήσουν να αποτελούν κατά τα επόμενα έτη λίκνον επιστημονικής πρωτοπορίας», επισημαίνοντας εμφαντικώς ότι η παρουσία τους «συνιστά ανεξίτηλον βιβλιοθήκην επιστημονικής αναφοράς εις πείσμα του αϋλου, ασταθούς και χαώδους όγκου πληροφοριών της εποχής του διαδικτύου».

Τα «Νομοκανονικά» είναι η εξαμηνιαία Επιθεώρηση που επιδιώκει να καλύψει δύο σύνθετους και δυσχερείς επιστημονικούς κλάδους, το Εκκλησιαστικό και το Κανονικό Δίκαιο, τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και δικαστηριακής πράξεως. Αποτελούν το επιστημονικό όργανο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (http://www.etekkad.gr), διευθύνονται υπό του ομ. καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών και Προέδρου της Εταιρείας κ. Ιωαν. Μ. Κονιδάρη, εκδίδονται από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε. (https://www.sakkoulas.gr) και κυκλοφορούν Νοέμβριο/Δεκέμβριο και Μάϊο/Ιούνιο κάθε έτους. Απευθύνονται σε δικηγόρους, δικαστές, θεολόγους και σε ερευνητές επιστήμονες από τον χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών (ιστορικούς, κοινωνιολόγους, κ.λ.π.) οι οποίοι είτε εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, είτε ασχολούνται με θέματα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας και δη της νεότερης. Εκδίδονται ανελλιπώς από τον Μάιο του 2002 και ήλθαν, σύμφωνα με την πρόθεση του ιδρυτού και Διευθυντού τους, ομ. καθηγητού κ. Κονιδάρη, να καλύψουν την απουσία, που είχε από ικανού χρόνου καταστεί ευκρινώς ορατή, μιας περιοδικής εκδόσεως, η οποία να προάγει την επιστήμη στα ζητήματα του Εκκλησιαστικού και του Κανονικού Δικαίου και ευρύτερα τον δημόσιο διάλογο στα ζητήματα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας.

Στην ύλη του περιοδικού περιλαμβάνονται τρεις ενότητες, που περιέχουν άρθρα, μελέτες ή/και γνωμοδοτήσεις, αποφάσεις ελληνικών και διεθνών δικαστηρίων, ιδίως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά το δυνατόν με σχόλια και παρατηρήσεις, καθώς και βιβλιοκρισίες και βιβλιοπαρουσιάσεις. Καινοτομία της νέας περιόδου συνιστά η σχεδιαζόμενη νέα, τέταρτη ενότητα, η οποία θα περιέχεται στην Επιθεώρηση εφόσον συντρέχει λόγος και θα περιλαμβάνει βιβλιογραφική αποδελτίωση ή ενημέρωση επί της νεότερης εκκλησιαστικής νομοθεσίας, υπό την ευρύτατη έννοια του όρου, ή επιστημονικό διάλογο ή συνδυασμό τους. Με τον τρόπο αυτόν τα «Νομοκανονικά» ανταποκρίνονται πλήρως και σε βάθος σε κάθε ανάγκη ενημέρωσης σχετική με το Εκκλησιαστικό και το Κανονικό δίκαιο και συνεχίζουν να αποτελούν το εγκυρότερο βοήθημα του νομικού της πράξης, αλλά και ερευνητών από το χώρο των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών (θεολόγων, ιστορικών, κοινωνιολόγων, κ.α.).

Στο παρόν τεύχος δημοσιεύονται: Αρθρο – αφιέρωμα του καθηγητού κ. Κονιδάρη για τον αείμνηστο καθηγητή και ακαδημαϊκό Αμίλκα Αλιβιζάτο υπό τον τίτλο «Ενας ρηξικέλευθος Νομοκανονολόγος» και οι ακόλουθες τέσσερις μελέτες:

α) «Οργανικές θέσεις και μισθοδοσία του Κλήρου», μια ερμηνευτική προσέγγιση των μισθολογικών διατάξεων του Ν. 4957/2022, του κ. Θεοδ. Παπαγεωργίου, δικηγόρου LL.M., Ειδικού Νομικού Συμβούλου της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος,

β) «Ο “Καταστατικός Χάρτης” των εκκλησιαστικών επαρχιών Δωδεκανήσου», υπό το πρίσμα των άρθρων 317-352 του Ν. 4957/2022, των κ.κ. Γεωργίου Ανδρουτσοπούλου Επικ. Καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών και Αθαν. Κόντη, δικηγόρου, Δρ. Νομικής, και,

γ) «Η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως επί θρησκευτικών ζητημάτων», με παρουσίαση αποφάσεων επί θρησκευτικών υποθέσεων βαρύνουσας σημασίας με έμφαση στην νομολογιακή πυκνότητα της τελευταίας πενταετίας (π.χ. υποθέσεις ίσης θρησκευτικής μεταχειρίσεως στον εργασιακό χώρο, διδασκαλίας των Θρησκευτικών, κ.α.), του κ. Θεοδ. Τσιβόλα, δικηγόρου, Δρ. Νομικής, και

δ) «Η συμμετοχή των λαϊκών στην διοίκηση των Ορθοδόξων Εκκλησιών», μια καταγραφή πορισμάτων ερεύνης διεξαχθείσης στο πλαίσιο εκπονηθείσης - και ήδη περατωθείσης - διδακτορικής διατριβής, του κ. Νικολάου Χαμάκου, Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων, Δρ. Νομικής.

Στο τέλος του παρόντος τεύχους δημοσιεύονται, με ιδιαίτερη σελιδαρίθμηση, τα συγκεντρωτικά ευρετήρια συγγραφέων, δικαστικών αποφάσεων και πράξεων ανεξαρτήτων αρχών και όρων και ονομάτων, ευρετήρια για ολόκληρη τη εικοσαετία τα οποία επιμελήθηκε ο εκ των μελών της Συντακτικής Επιτροπής κ. Θεοδ. Τσιβόλας.

__________________________________________
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr ), μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Υπηρετεί στη Β/θμια Εκπ/ση ως Σχολικός Σύμβουλος κλ. ΠΕ01 – Θεολόγων Στερεάς Ελλάδος.





Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022

Προς... επίδοξους θεολόγους

[Με αφορμή την ηθελημένη παρανάγνωση του Κανόνα 17 της εν Γάγγρα Συνόδου από μη θεολόγο πανεπιστημιακό]


Ο Κανών 17 της εν Γάγγρα Συνόδου
[πηγή: Α. Αλιβιζάτου, Οι Ιεροί Κανόνες, εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας, τρίτη έκδοση, Αθήνα 1997, σελ. 280]

Μόλις που χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι ο 17ος Κανών αλλά και όλοι οι Κανόνες της εν Γάγγρα Συνόδου αναφέρονται στους αιρετικούς Ευσταθιανούς, ήτοι τους οπαδούς του Ευσταθίου Σεβαστείας, τους οποίους και απερίφραστα καταδικάζουν.

Παρατηρεί σχετικά ο Αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Λεμοντζής:

"(...) Αν παρατηρήσουμε τη συνάφεια των κανόνων θα διαπιστώσουμε ότι η σύνοδος αντιτίθεται στις εγκρατιτικές τάσεις του Ευσταθίου και των οπαδών του, οι οποίοι ακολουθώντας τους εγκρατίτες Γνωστικούς μέμφονταν και καταδίκαζαν τον γάμο και την τεκνογονία. Ως συνέπεια αυτής της αντικοσμικής τους στάσης ήταν ότι πολλές γυναίκες που ανήκαν στους οπαδούς τους μέμφονταν το φύλο που ανήκαν και ενδύονταν ανδρικά ενδύματα χάριν κάποιας δήθεν ασκήσεως η οποία δεν ήταν εναντίον των παθών αλλά εναντίον του σώματος και της τεκνογονίας. Μάλιστα έφταναν στο σημείο να παρατούν τα παιδιά τους «προφάσει της ασκήσεως», όπως μας πληροφορεί ο 15ος κανόνας. Η ανδρόγυνη τάξη πραγμάτων που προσπαθούσαν να επιβάλλουν οι Ευσταθιανοί φανερώνεται και από το γεγονός ότι οι γυναίκες οπαδοί του Ευσταθίου, αντίθετα με τα κοινωνικά ειωθότα της εποχής για τις γυναίκες, δεν έτρεφαν κόμη αλλά μιμούνταν τους άνδρες, όπως αναφέρει ο 17ος κανόνας της συνόδου προσπαθώντας μέσω αυτών των πρακτικών να μεταβούν στο αντίθετο φύλο. Κατά συνέπεια, η απαγόρευση της συνόδου ήταν ενάντια σε αυτή την ενοφυλία και την άρση της οντολογικής διάκρισης των φύλων που επιχειρούσαν οι Ευσταθιανοί και η οποία ως απώτερο σκοπό είχε την αποφυγή του γάμου, της τεκνογονίας που έφτανε ακόμα και στην αποφυγή ανατροφής των τέκνων. Η σύνοδος τόνισε την αξία του γυναικείου φύλου το οποίο δεν πρέπει να ξεφεύγει από τα οντολογικά του όρια και να συγχέεται με το ανδρικό κάτι το οποίο κατέληγε σε καταδίκη του σώματος και του γάμου. Ενώ οι οπαδοί του Ευσταθίου ταύτιζαν το κακό με το σώμα και το φύλο που φέρει, οι Πατέρες της συνόδου επέμεναν ότι ο πιστός δεν πρέπει να καταδικάζει το σώμα και το φύλο χάριν κάποιας δήθεν ευσέβειας η οποία οδηγούσε στην υπερηφάνεια, όπως επισημαίνει ο 21ος κανόνας (...) "

Βλ. αναλυτικά εδώ: 



Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

Το Δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης



Το Δίκαιο της ταφής

και της αποτέφρωσης

Ένα νέο βιβλίο από την επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά «Παράφυλλα» των εκδόσεων Σάκκουλα


Του Χάρη Ανδρεόπουλου*


Με το εν γένει Δίκαιο που διέπει τη μετά θάνατον διάθεση του ανθρωπίνου λειψάνου, λαμβανομένων υπόψη των πολύπλοκων, αλλά και ευαίσθητων ζητημάτων που συνδέονται με τα θέματα της ταφής και αποτέφρωσης, κυκλοφορήθηκε προσφάτως από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα το υπό τον τίτλο «Το Δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης» βιβλίο, με συγγραφείς τους κ.κ. Γεώργιο Ι. Ανδρουτσόπουλο, επίκουρο καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών και Βασίλειο Κ. Μάρκο, δικηγόρο, Δρ. Νομικής.

Πρόκειται για μια μελέτη η οποία έχει συμπεριληφθεί στην επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά Παράφυλλα» (των εκδόσεων Σάκκουλα), η οποία σειρά ιδρύθηκε και διευθύνεται υπό του ομοτίμου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, του διευθύνοντος ήδη, από μακρού χρόνου, τη σειρά «Μελετών» της «Βιβλιοθήκης Εκκλησιαστικού Δικαίου» (από το 1999) και την Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου «Νομοκανονικά» (από το 2002), του ιδίου εκδοτικού οίκου, η οποία αποτελεί και το επίσημο όργανο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, εμπνευστής και ιδρυτής της οποίας υπήρξε ο ίδιος.

Σκοπός του παρόντος έργου είναι να παρουσιάσει συστηματικά το δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης των νεκρών, ενόψει των πολυάριθμων νομοθετικών ρυθμίσεων των τελευταίων ετών καθώς και της (μετά από χρόνια δισταγμών και καθυστερήσεων) θέσεως σε λειτουργία (τον Σεπτέμβριο του 2019) του πρώτου ιδιωτικού αποτεφρωτηρίου στη Ριτσώνα Ν. Ευβοίας. Η έλλειψη στην ελληνική βιβλιογραφία μιας συστηματικής, συγκριτικής παρουσίασης του Δικαίου της ταφής και της αποτέφρωσης των νεκρών έδωσε στους συγγραφείς το έναυσμα να ασχοληθούν με την οργανωμένη και συστηματική παρουσίαση των πολυάριθμων διατάξεων και νομοθετικών παρεμβάσεων, φιλοδοξώντας το έργο τους αυτό ν΄ αποτελέσει αφενός μεν, ένα χρήσιμο βοήθημα τόσο για τους νομικούς της πράξης, όσο και για τους θεολόγους, αλλά και για ερευνητές από τον ευρύτερο χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών οι οποίοι εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, αφετέρου δε και μια αφετηρία για περαιτέρω έρευνα και προβληματισμό.

Στην Ελλάδα το ζήτημα της αποτέφρωσης των νεκρών, εμφανίστηκε πρώτη φορά στο δημόσιο λόγο το 1960, μετά το θάνατο του διεθνούς φήμης και αναγνώρισης μουσικού Δημήτρη Μητρόπουλου, ο οποίος, παρά τις ορθόδοξες καταβολές του, υπήρξε «αιρετικός» ως προς το θέμα της ταφής του, όταν εκφράζοντας την ύστατη επιθυμία του είχε ζητήσει: «(…) η σορός μου να μη εκτεθή εις κοινή θέαν και να αποτεφρωθή άνευ τελετής και κατά τον πλέον σύμφορον τρόπον (…)". Παρά τις ενστάσεις του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου Β΄ (Παναγιωτοπούλου), πολλοί διακεκριμένοι θεολόγοι, ακαδημαϊκοί αλλά και ιεράρχες της εποχής διαφοροποιήθηκαν από την επίσημη στάση της Εκκλησίας εκφράζοντας την άποψη πως ότι το θέμα της επιλογής της ταφής ή της αποτέφρωσης δεν είναι δογματικό θέμα αλλά θέμα παράδοσης και, ως εκ τούτου, η Εκκλησία δεν θα πρέπει να απορρίπτει από το σώμα της τους πιστούς, που επιλέγουν την αποτέφρωση για λόγους συνείδησης. Τελικά, η αποτέφρωση του Δ. Μητρόπουλου έγινε στο Λουγκάνο της Ελβετίας, η λήκυθος με την τέφρα του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και παρέμεινε σε αίθουσα του Ωδείου Αθηνών και αργότερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου με κατ΄ οικονομίαν απόφαση της Ι. Συνόδου δόθηκε άδεια σε ιερέα προκειμένου να τελεσθεί Τρισάγιο επί της ληκύθου που περιείχε την τέφρα του Δ. Μητρόπουλου.

Αργότερα, το 1977, ο θάνατος της μεγάλης Ελληνίδας σοπράνο Μαρίας Κάλλας επανάφερε το θέμα στο δημόσιο προβληματισμό, αναδεικνύοντας την επιθυμία πολλών ανθρώπων που αποτεφρώθηκαν στο εξωτερικό να επιστραφεί η τέφρα τους στην πατρίδα. Η κηδεία της Μαρίας Κάλλας έγινε στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στο Παρίσι και η τέφρα της σκορπίστηκε στο Σαρωνικό κόλπο του Αιγαίου, δύο χρόνια αργότερα με επίσημη τελετή, όπως η ίδια επιθυμούσε. Το ζήτημα της αποτέφρωσης βρέθηκε μετ΄ επιτάσεως στο επίκεντρο του δημοσίου διαλόγου στην Ελλάδα και το 1987, όταν ο τότε Δήμαρχος Αθηναίων, ο αείμνηστος Μιλτιάδης Έβερτ, υπό το βάρος των δραματικών συνθηκών που είχε δημιουργήσει ο καύσωνας εκείνου του θέρους, απέστειλε σχετική επιστολή στην Ιερά Σύνοδο, η οποία απέρριψε κάθε σκέψη για αποτέφρωση νεκρών που είχαν ξεπεράσει τους 1.300 με την πλειοψηφία (1.100 νεκροί) αυτών στην Αθήνα. Πάγια παρέμεινε – και συνεχίζει να παραμένει - η θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία – υιοθετώντας και τηρώντας σχετική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του 1937 – «απορρίπτει την καύσιν των νεκρών ως θεσμόν απάδοντα προς την παράδοσιν Αυτής», θέση που απορρέει από τον σεβασμό προς το ανθρώπινο πρόσωπο και κατ΄ επέκταση στο σώμα του ανθρώπου, το οποίο αποτελεί «ναόν και κατοικητήριον του Αγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορ. 6, 19). Μάλιστα, μετά και από τη νομοθετική καθιέρωση της αποτέφρωσης των νεκρών, το έτος 2006, η Εκκλησία της Ελλάδος (επί ημερών του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου) τοποθετήθηκε εκ νέου ευθέως κατά της επιλογής αυτής ως προς τα μέλη της, επαναλαμβάνοντας ότι: «Για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς η Εκκλησία γνωρίζει και συνιστά ως μοναδικό τρόπο αποσυνθέσεως του νεκρού σώματος την ταφή σύμφωνα με την Αγία Διδασκαλία Της και την απ΄ αιώνων Παράδοσή Της», διευκρινίζοντας για ακόμη μια φορά ότι δεν έχει αντίρρηση για την καύση των νεκρών για ετεροδόξους και ετεροθρήσκους, αποφάσεις που επανελήφθησαν και εν έτει 2010 (επί αρχιεπισκοπείας του νυν Αθηνών κ.κ. Ιερωνύμου Β΄).

Το υπό τον τίτλο «Ταφή και κοιμητήρια» Α΄ Μέρος του βιβλίου, αποτελείται από δύο κεφάλαια. Στο 1ο εξ αυτών εξετάζεται η εκκλησιαστική κήδευση, η οποία περιγράφεται σε αντιδιαστολή με την «πολιτική» κηδεία, όπου επισημαίνεται το αδόκιμο του όρου, καθώς, ακριβώς ειπείν, αποτελεί μια θρησκευτικά αποχρωματισμένη τελετή για τον αποχαιρετισμό του νεκρού. Επίσης, προσεγγίζεται το ζήτημα του ενταφιασμού και της αποτέφρωσης, ως δύο όψεων της εξαφάνισης του λειψάνου. Στο 2ο κεφάλαιο γίνεται ειδική αναφορά στα κοιμητήρια «ως τόπους ενταφιασμού» και συγκεκριμένα περιγράφεται το νομοθετικό καθεστώς διοίκησης και λειτουργίας τους, στο οποίο περιλαμβάνεται και η αρμοδιότητα των Δήμων και Κοινοτήτων, η ίδρυση και κατάργησή τους, η λειτουργία των «εκκλησιαστικών» κοιμητηρίων, η αφή των κανδυλίων και οι διακρίσεις ως προς την ταφή. Ιδιαίτερες ενότητες αφιερώνονται στους «Οικογενειακούς τάφους» και στην προστασία που επιφυλάσσει η ελληνική έννομη τάξη απέναντι στις προσβολές νεκρού και τάφου.

Το Β’ μέρος που τιτλοφορείται «Η αποτέφρωση των νεκρών» αναπτύσσεται, επίσης, σε δύο επί μέρους κεφάλαια. Το 1ο κεφάλαιο ασχολείται με τις προϋποθέσεις, τους χώρους και τη διαδικασία της αποτέφρωσης και το 2o με το ειδικό ζήτημα της επιλογής του τόπου ενταφιασμού ή/και αποτέφρωσης και του τύπου της κηδείας, ήτοι εκκλησιαστικής ή λεγομένης «πολιτικής», όπως αυτό ρυθμίζεται με τον τροποποιητικό Ν. 4555/2018 (αρθ. 48). Το ειδικό ζήτημα της επιλογής του τόπου ενταφιασμού - το οποίο διεξοδικώς αναλύουν οι συγγραφείς - απασχόλησε τις προηγούμενες ημέρες την επικαιρότητα μ΄ αφορμή τη διένεξη που υπήρξε μεταξύ συγγενών και συνεργατών του αποβιώσαντος μεγάλου Έλληνα μουσικοσυνθέτη Μίκη (Μιχαήλ) Θεοδωράκη, για τον τόπο ενταφιασμού του. Το δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), ως ανεμένετο, έκρινε και απεφάσισε ότι, βάσει της κειμένης νομοθεσίας (αρθ. 48 του Ν. 4555/2018 σε συνδυασμό με το αρθ. 15 του Ν. 4368/2016) θα πρέπει να γίνει σεβαστή και να τηρηθεί η τελευταία επιθυμία του θανόντος - όπως την είχε εκφράσει με συμβολαιογραφική πράξη τον Ιανουάριο του 2020 - για την κηδεία και την ταφή του στον Γαλατά Χανιών (κι όχι στο Βραχάτι Κορινθίας, όπως επιθυμούσε μερίδα συγγενών του), δίνοντας έτσι ένα τέλος στη ενδοοικογενειακή (που κατέληξε σε δικαστική) διαμάχη των τελευταίων ημερών.

* Το έργο επιστεγάζει ένα χρηστικό Παράρτημα, στο οποίο παρατίθεται επικαιροποιημένη και αποκαθαρμένη η βασική νομοθεσία, που διέπει την ταφή και την αποτέφρωση, όπου έχουν ενσωματωθεί και αναδειχθεί με τον αναγκαίο υπομνηματισμό οι πολλές κατά καιρούς τροποποιήσεις της, ως μία οιονεί κωδικοποίηση.


-------------------------------

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Συντονιστής Εκπ/κού Έργου κλ. ΠΕ01-Θεολόγων, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ, μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (xaan@theo.auth.gr ).



Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

Ειρήνη Χριστινάκη, Ιεροί Κανόνες και Ιεράρχηση του Αγαθού της Ζωής και της Υγείας




Ιεροί Κανόνες και Ιεράρχηση του Αγαθού της Ζωής και της Υγείας 


Της Ειρήνης Χριστινάκη*


Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ παρά ἀνθρώποις ἤ ἀπόδοτε τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ; Η εφαρμογή των παραπάνω χριστιανικών επιταγμάτων στην παρούσα πανδημική κατάσταση. 


Για τους χριστιανούς η βούληση του Θεού εκφράζεται στο σώμα της καθόλου Εκκλησίας, της οποίας η νομοθετική βούληση έχει εκφραστεί μέσω των Οικουμενικών Συνόδων. Σύμφωνα με τον 88 Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής πάντα τα κανονικά θέσμια, και άρα και τα λατρευτικά, υποχωρούν ενώπιον της ανθρώπινης ζωής και υγείας και προσαρμόζονται ώστε να μην τις θέτουν σε κίνδυνο. Συγκεκριμένα προβλέπει ο Πενθ. 88: τό γάρ σάββατον διά τόν ἄνθρωπον γενέσθαι ἐκδιδασκόμεθα· ὥστε διά πάντων προτιμητέαν ἡγεῖσθαι τήν τοῦ ἀνθρώπου σωτηρίαν τε καί ἀπάθειαν. Με βάση αυτόν τον Ιερό Κανόνα η προστασία πάντων των αγαθών της Εκκλησίας υποχωρεί, μεταβάλλεται και προσαρμόζεται, όταν η διατήρηση της προστασίας αυτής κατά τα κανονικώς προβλεπόμενα, συνεπάγεται κίνδυνο για την ανθρώπινη ζωή και υγεία. Αυτή η γενική αρχή δικαίου έχει καθιερωθεί στην κανονική βιβλιογραφία ως αρχή της απαθείας. 


Σε μια ευνομούμενη σύγχρονη Δημοκρατία, όπου εφαρμόζεται η αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας, η Εκκλησία είναι ελεύθερη να εφαρμόζει το καθολικού κύρους δίκαιο της μέσω των αρμοδίων οργάνων της. Περιστολή του δικαιώματος της θρησκευτικἠς ελευθερίας υφίσταται μόνον αν το δίκαιο της Εκκλησίας που θεσμοθετεί τα καθήκοντα των πιστών της συγκρούεται με το δίκαιο της Πολιτείας που περιορίζει αυτά τα καθήκοντα. Όταν όμως ο περιορισμός πηγάζει από το ίδιο το δίκαιο της Εκκλησίας, τότε δεν υφίσταται σύγκρουση τουλάχιστον σε δικαιικό επίπεδο, και άρα θα ήταν εσφαλμένη τυχόν εφαρμογή του δικαίου της Εκκλησίας με ρυθμιστικές ενέργειες που προκαλούν στους πολίτες και πιστούς της Εκκλησίας σύγκρουση μεταξύ του καθήκοντος της πειθαρχίας στους Νόμους της Πολιτείας και της υπακοής στις αποφάσεις της Εκκλησίας. 


Αρμόδιο όργανο για να λάβει απόφαση για τη λήψη μέτρων που να περιορίζουν ή προσαρμόζουν τη λατρεία ώστε να μην έρχεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη ζωή είναι ο επίσκοπος, ο οποίος είναι γενικά υπεύθυνος για την πνευματική πρόοδο και σωτηρία των πιστών της εκκλησιαστικής του κοινότητας, η οποία, όμως, δεν είναι άσχετη και ασύνδετη προς τις άλλες εκκλησιαστικές κοινότητες και την κοινωνία, ιδιαίτερα σήμερα που η επικοινωνία με τους άλλους έχει αποσυνδεθεί από την τοπικότητα της βιολογικής ύπαρξης. Ο επίσκοπος ακόμη και όταν φαινομενικώς πράττει χωρίς απόφαση Συνόδου, ενεργεί συνοδικώς διότι με τη Συνοδικότητα ισχύει ότι και με την Ευχαριστία: το χαρισματικό μυστήριο της Εκκλησίας λειτουργεί σε όλο το σώμα της, αρκεί να λειτουργείται ακόμη και σε ένα μόνο μέλος της. Η ορθή κανονική λύση συνδέεται με την καθολικότητα της δικαιικής Αλήθειας και όχι την αριθμητική αντιπροσωπευτικότητα μιας Συνόδου, ακόμη και όταν η Σύνοδος αυτή φέρει τα εξωτερικά τυπικά στοιχεία της Οικουμενικής. Την Οικουμενικότητα τελικά την κρίνει το πλήρωμα της Εκκλησίας και όχι ο αριθμός των μετεχόντων. Υπήρξαν στην Ιστορία της Εκκλησίας Σύνοδοι που συγκλήθηκαν ως Οικουμενικές αλλά ουδέποτε αναγνωρίσθηκαν ως φορείς της καθολικής δικαιικής Αλήθειας από το πλήρωμα της Εκκλησίας. Επειδή ο όλος Χριστός υπάρχει σε κάθε κατά τόπον Εκκλησία, όταν μια κατά τόπον Εκκλησία εφαρμόζει δικαιοπλαστικά ή δικαιοπαραγωγικά την καθολική δικαιική Αλήθεια, επί της ουσίας φανερώνει στο καθολικό σώμα της Εκκλησίας (και όχι μόνο στο σώμα της κατά τόπον Εκκλησίας) το καθολικό δικαιικό κύρος της εφαρμογής. Η καθολική όμως ισχύς εξαρτάται από την υιοθέτηση αυτής της εφαρμογής από όλες τις άλλες κατά τόπον Εκκλησίες, κάτι που μπορεί να γίνει είτε συγχρονικά μέσω της Συνάξεως της Εκκλησίας σε Σύνοδο, είτε ασύγχρονα με τη σταδιακή υιοθέτηση της αληθώς, δηλαδή πραγματικώς, ορθής και προσήκουσας κανονικής λύσης και από τις άλλες κατά τόπον Εκκλησίες. 


Η Εκκλησία χάρις στον Πενθ. 88 δεν έχει κενό δικαίου στο θετικό ιεροκανονικό δίκαιο Της, όσον αφορά στην αντιμετώπιση της πρωτόγνωρης αυτής πανδημίας αλλά έχει και μπορεί να εφαρμόσει το δικό της δίκαιο (το οποίο στην Ελληνική Επικράτεια είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένο δυνάμει του άρθρου 3 του Συντάγματος) και να επιβάλλει αυστηρά περιοριστικά μέτρα του τρόπου άσκησης της εκκλησιαστικής λατρείας. Οφείλει με βάση το δίκαιο της π.χ. να λάβει μέτρα που να ρυθμίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στον Ιερό Ναό, να ρυθμίσει την τέλεση των ιεροπραξιών σε κενούς ναούς και χωρίς πρόσβαση του λαού, κάποιων κατ᾽ οίκον ακολουθιών στις ιερατικές οικογένειες με ιντερνετική μετάδοση, και ό,τι άλλο μέτρο κρίνει ότι προστατεύει την ανθρώπινη ζωή και υγεία ως ανταποκρινόμενο στις επιταγές της επιστήμης. Μπορεί ακόμη και να κλείσει τελείως του Ιερούς Ναούς για όσο διάστημα επιβάλλεται, εφόσον οι επιστήμονες ιατροί δώσουν αυτήν την σύσταση. Την ύπαρξη κινδύνου της ανθρώπινης ζωής και το μέτρο για την εξαφάνιση του κινδύνου η Εκκλησία οφείλει να το λάβει από την επιστήμη, λαμβάνοντας διαρκή πληροφόρηση. 


Για να γίνουν κατανοητά τα παραπάνω θα χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα κανονικού συλλογισμού στο κυρωτικό πεδίο της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης: Η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου είναι εξωτερικός όρος του κανονικού αξιοποίνου, εκείνου του Ποιμένα, ο οποίος παρά το γεγονός ότι έχει λάβει πληροφόρηση για τον πραγματικό κίνδυνο, την αγνοεί και δεν λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για τη σωτηρία της ανθρώπινης ζωής και υγείας. Δεν επηρεάζει το καταλογισμό αν η αγνόηση της ομόφωνης γνώμης της επιστήμης οφείλεται σε αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της, διότι ο Ποιμένας δεν είναι επιστήμονας για να αντιτάξει επιστημονικό αντίλογο. Συνεπώς, ευθύνεται κανονικά ο Ποιμένας που αμφισβητεί την εγκυρότητα της επιστημονικής πληροφόρησης όταν μάλιστα ομοφωνεί σύσσωμη η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα, οι δε ελάχιστες διαφοροποιήσεις δεν μπορούν να αμβλύνουν το κανονικά δεσμευτικό χαρακτήρα της γενικής ομοφωνίας. 


Στην ιστορία της Εκκλησίας, από τα πρώτα βήματά της, κατά το Βυζάντιο αλλά και στη νεωτερική εποχή μέχρι και σήμερα, οι ρυθμίσεις των πολιτειακών νόμων πολλές φορές τύχαινε να συμπίπτουν με το δίκαιο της Εκκλησίας, κυρίως λόγω της επίδρασης των χριστιανικών αξιών στον νομικό πολιτισμό. Οι σύγχρονες Δημοκρατίες σέβονται το ανθρώπινο δικαίωμα στη ζωή και στην καλή υγεία και έχουν τοποθετήσει αυτά τα αγαθά στην κορωνίδα των προστατευόμενων εννόμων αγαθών κατόπιν μια μακραίωνης εξέλιξης του νομικού πολιτισμού, ενώ ο Χριστιανισμός έχει προτάξει την ανθρώπινη ζωή και υγεία έναντι κάθε άλλου αγαθού, από τα πρώτα του βήματα. Μέσω του βιβλικού γράμματος ότι ου ο άνθρωπος δια το Σάββατον, αλλά το Σάββατον δια τον άνθρωπο, έχει εφαρμόσει αυτή τη ρύθμιση διαχρονικά (Ενδεικτικά: Θεραπεία του Χριστού ημέρα Σάββατο κατά παράβαση του Νόμου, Κανόνας 9ος Πέτρου Αλεξανδρείας του 311 μΧ που τιμωρεί όσους κατά την εποχή των διωγμών από ενθουσιαστικές τάσεις αυτοπαραδίδονται στο θανάσιμο μαρτύριο, χάριν του αγαθού του κέρδους της αιωνίου ζωής, Κανόνας 2 της Α Οικουμενικής Συνόδου του 325 μΧ που τιμωρεί τους αυτοευνουχιζόμενους χάριν του αγαθού της ασκήσεως κ.α.). 


Η Εκκλησία διατύπωσε και εισήγαγε στο εν στενή εννοία θετό δικαιό της τη γενική αρχή αυτή δικαίου, γνωστή και ως αρχή της απαθείας στη κανονική βιβλιογραφία το 691 μέσω του 88ου Κανόνα της Πενθέκτης, ο οποίος μάλιστα προστατεύει το αγαθό της Λατρείας εντός του Ιερού Ναού. Συνεπώς, με βάση τα κανονικά επιτάγματα ότι οὐ καλόν τό καλόν ὅταν μή καλῶς γίνηται (Ζωναράς, Ερμηνεία στον 660 Αποστολικό Κανόνα) και το επίσης κανονικό ρητό οὐ μικρόν τό παρά μικρόν (Ιερός Κανόνας 1 του Διονυσίου Αλεξανδρείας) η Εκκλησία εφαρμόζει με διάκριση και αίσθημα ευθύνης τον Νόμο της, που κατά την παρούσα συγκυρία συμφωνεί με τον Νόμο της Πολιτείας.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η συμφωνία των κατά τόπους Εκκλησιών που εδράζονται στον ελλαδικό χώρο με τα μέτρα της Πολιτείας δεν είναι τυχαία, αλλά οφείλεται στην ωριμότητα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας και του κοινού ενδιαφέροντος τους για τον ελληνικό λαό που υπηρετούν και οι δύο.


______________________


* Η κ. Ειρήνη Χριστινάκη είναι Καθηγήτρια του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών




Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2019

Θεολογική ημερίδα με τίτλο: «Εκκλησιαστική Ενότητα και Κανονικές Δικαιοδοσίες» το Σάββατο 19/10/2019 στην Αθήνα

Ο σύλλογος Θεολόγων "Μέθεξις" διοργανώνει θεολογική ημερίδα με τίτλο: «Εκκλησιαστική Ενότητα και Κανονικές Δικαιοδοσίες»,  το Σάββατο 19 Οκτωβρίου και ώρα 9:30-15:00 στο Πολιτιστικό Κέντρο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών (Μ. Βασιλείου 15, Γκάζι).



Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019

Δημητρίου Κεραμιδά, Εκκλησία της Ελλάδος και ουκρανικό ζήτημα: Ένα σχόλιο


Στο (ιστορικό;) επίσημο ανακοινωθέν της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά τη συνεδρίαση της ΔΙΣ για το μήνα Αύγουστο (28/8/2019) αναφέρεται πως:
Κατόπιν εισηγήσεως των Συνοδικών Επιτροπών Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων και Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων περί του Ουκρανικού Ζητήματος, η Δ.Ι.Σ. αναγνωρίζει το κανονικό δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχου για την παραχώρηση του Αυτοκεφάλου, καθώς και το προνόμιο του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος να χειρισθεί περαιτέρω το ζήτημα της αναγνωρίσεως της Εκκλησίας της Ουκρανίας”.

Με βάση το ανακοινωθέν μπορεί να ειπωθεί πως:

Α) Η Εκκλησία της Ελλάδος (Ε.τ.Ε.) μέσω ενός επίσημου οργάνου διοίκησής της (ΔΙΣ) αναγνωρίζει το δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη να παραχωρεί αυτοκέφαλο καθεστώς σε μια τοπική Εκκλησία (δίχως να αναφέρει ως προϋπόθεση παραχώρησης μιας νέας Αυτοκεφαλίας τη σύγκλιση μιας Γενικής / Πανορθόδοξης Συνόδου ή την έγκριση της πράξης παραχώρησης Αυτοκεφαλίας από μία ή περισσότερες Ορθόδοξες Εκκλησίες – αν συνέβαινε αυτό, τότε το δικαίωμα δεν θα αναφερόταν στον Οικουμενικό Πατριάρχη πρόσωπο είτε σ’ ένα άλλο πανορθόδοξο όργανο).

Β) Επιπλέον, η ΔΙΣ δεν αναφέρεται στο ανακοινωθέν της στην ανάγκη περαιτέρω έγκρισης της απόφασής της από την Ιεραρχία της Ε.τ.Ε., τουτέστιν από το σύνολο των ενεργών Μητροπολιτών και το ανώτατο όργανο διοίκησής της.

Γ) Αντιθέτως, το «προνόμιο του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος να χειρισθεί περαιτέρω το ζήτημα της αναγνωρίσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος», για το οποίο γίνεται λόγος στο ανακοινωθέν, δεν σημαίνει ότι είναι στην ευχέρεια του Πρόεδρου της ΙΣ της Ε.τ.Ε. να επιβεβαιώσει ή απορρίψει την απόφαση της ΔΙΣ, διότι: α) ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών / Προκαθήμενος της Ε.τ.Ε προεδρεύει της ΔΙΣ, άρα η απόφαση της τελευταίας εκφράζει και τον ίδιο, β) ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών/Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν διοικεί ούτε αποφασίζει «άνευ» ή «υπεράνω» των οργάνων διοίκησης της Ε.τ.Ε. (ΔΙΣ, Ιεραρχία), αλλά «μαζί» μ’ αυτά και, κατά μία πολύ συγκεκριμένη έννοια, δεσμεύεται απ’ αυτά.

Δ) Είναι θεμιτό να σκεφτεί κανείς πως ο «περαιτέρω» χειρισμός του ουκρανικού ζητήματος εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Αθηνών σημαίνει: την λειτουργική μνημόνευση του Προκαθημένου της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας (OUC), την αποστολή επίσημης αλληλογραφίας και όλων των λοιπών εκκλησιαστικών πράξεων που εκφράζουν την κανονική και μυστηριακή κοινωνία μεταξύ δύο αδελφών Εκκλησιών. 

Ε) Αν, πάραυτα, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών θελήσει να προωθήσει την απόφαση της ΔΙΣ στην Ιεραρχία της Ε.τ.Ε. για επικύρωση (μολονότι συζήτηση του ουκρανικού θέματος στη Ιεραρχία της Ε.τ.Ε. δεν σημαίνει απαραιτήτως κι επανεξέταση των αποφάσεων της ΔΙΣ), θα το κάνει προκειμένου να προσδώσει «επισημότερο» χαρακτήρα στην απόφαση ΔΙΣ. Στην περίπτωση, όμως, που η Ιεραρχία κληθεί να εκφραστεί επί του ουκρανικού και το κάνει αρνητικά σε σχέση με την απόφαση της ΔΙΣ (όντας ανώτερο αυτής όργανο), θα έχουμε μία τελείως διαφορετική κανονική άποψη για το ποιος παραχωρεί αυτοκέφαλο καθεστώς σε μια τοπική Εκκλησία, που θα αντιτίθετο στην εισήγηση των 2 Συνοδικών Επιτροπών της Ιεράς Συνόδου (Δογματικών-Νομοκανονικών Ζητημάτων, Διορθοδόξων και Διαθρησκειακών Υποθέσεων) και, κυρίως, στην απόφαση της ΔΙΣ της 28ηςΑυγούστου 2019.

Μπορεί να θεωρηθεί, επομένως, πως η πράξη της ΔΙΣ αποτελεί μία de facto αλλά και επί της (κανονικο-εκκλησιολογικής) αρχής αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας της ουκρανικής Εκκλησίας όπως και του ιστορικο-κανονικού δικαιώματος του Οικουμενικού Πατριάρχη να παραχωρηθεί αυτό το εκκλησιαστικό καθεστώς σε μια επιμέρους Εκκλησία.



Πέμπτη 22 Αυγούστου 2019

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου, Ἀκρίβεια καί οἰκονομία γιά τίς χειροτονίες τῶν ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας


πηγή: ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

Ἕνα σημαντικό θέμα πού ἐπανέρχεται κατά καιρούς στίς συζητήσεις μας εἶναι πῶς θά γίνωνται ἀποδεκτοί οἱ «Κληρικοί» ἄλλων σχισματικῶν καί αἱρετικῶν ὁμάδων, ὅταν προσέρχωνται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Βέβαια, αὐτό ἔχει σχέση μέ τήν Ἀποστολική Παράδοση καί τήν Ἀποστολική Διαδοχή, ἀλλά ἐπειδή ὑπάρχουν πολλές λεπτομερεῖς περιπτώσεις, γι’ αὐτό κάθε φορά ἐξετάζεται ἡ συγκεκριμένη περίπτωση καί οἱ προϋποθέσεις κάτω ἀπό τίς ὁποῖες ἔγιναν οἱ «χειροτονίες» Κληρικῶν.

Ἤδη, σέ κείμενό μου, πού ἔχω δημοσιεύσει μέ τίτλο «Ἀποστολική Παράδοση καί Ἀποστολική Διαδοχή στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας» ἔχω θίξει τό σοβαρό αὐτό ζήτημα, μέσα στήν προοπτική τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί ἐκκλησιολογίας.

Ὅμως, ἀναζητώντας περισσότερα στοιχεῖα γιά τό θέμα αὐτό, βρῆκα τρία κείμενα, τά ὁποῖα δίνουν τήν προοπτική γιά τό πῶς ἀντιμετωπίζει ἡ Ἐκκλησία διαχρονικά τό θέμα τῶν χειροτονιῶν ἀπό σχισματικούς καί αἱρετικούς καί πῶς ἀποδέχεται ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τέτοιους «Κληρικούς», πού προσέρχονται σέ αὐτήν.

1. Ἀνάλυση τοῦ θέματος ἀπό τόν καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα

Ὁ καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας στόν Τρίτο Τόμο τῆς Δογματικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας περιλαμβάνει κεφάλαιο μέ τίτλο «Χειροτονίαι ἄκυροι καί ἀναχειροτονίαι» (Παναγιώτου Τρεμπέλα, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 3ος, ἐκδ. Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθήνα 1961, σελ. 314-319), στό ὁποῖο μέ συντομία ἐκθέτει τίς βασικές ἀρχές τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, ὅπως φαίνεται στούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καί στήν Παράδοσή της γιά τό θέμα τῶν χειροτονιῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας.

Θά κάνω μιά περίληψη τῶν σκέψεών του, γιατί ἦταν ἕνας συντηρητικός θεολόγος καί κατά τεκμήριο ἡ ἄποψή του εἶναι ἐνδιαφέρουσα.

Στήν ἀρχή τοῦ κειμένου του κάνει λόγο ὅτι στήν Ἐκκλησία ὑπάρχουν δύο ἀρχές, ὡς πρός τό ζήτημα τῶν χειροτονιῶν.

Ἡ πρώτη ἀρχή εἶναι ὅτι γιά τήν ἔγκυρη χειροτονία εἶναι ἀπαραίτητο ὁ λαμβάνων τήν χειροτονία νά κλίνη τόν αὐχένα «ὑπό τήν χεῖρα τοῦ χειροτονοῦντος» αὐτοπροαιρέτως, ἀλλά καί ὁ χειροτονῶν νά μεταδώση τό χάρισμα «μακράν παντός δόλου ἤ ἀπάτης ἤ οἱουδήποτε καταναγκασμοῦ».

Ἡ δεύτερη ἀρχή εἶναι ὅτι τά τελούμενα Μυστήρια ὑπό σχισματικῶν ἤ αἱρετικῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας «εἶναι ἄκυρα κατά τό ἀξίωμα «extra ecclesiam nulla salus»», δηλαδή ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχει σωτηρία.

Ὡς πρός τήν πρώτη ἀρχή ἀμφισβητήθηκε ἡ χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου Νοουάτου ἐπειδή αὐτός παρέσυρε τρεῖς ἐπισκόπους νά ἔλθουν στήν Ρώμη «δι’ ἀπάτης» καί σέ κατάσταση μέθης «μετά βίας ἠνάγκασεν εἰκονικῇ τινι καί ματαίᾳ χειροθεσίᾳ ἐπισκοπήν αὐτῷ δοῦναι». Τό ἴδιο καί ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος μέ τόν 4ο Κανόνα της ὅρισε «περί Μαξίμου τοῦ κυνικοῦ καί τῆς κατ’ αὐτόν ἀταξίας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει γενομένης∙ ὥστε μήτε Μάξιμον ἐπίσκοπον ἤ γενέσθαι, ἤ εἶναι μήτε τούς παρ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντας, ἐν οἱῳδήποτε βαθμῷ κλήρου∙ πάντων καί τῶν περί αὐτόν, καί τῶν παρ’ αὐτοῦ γενομένων ἀκυρωθέντων».

Ἀπό τίς ἄκυρες χειροτονίες τοῦ Νοουάτου καί τοῦ Μαξίμου τοῦ Κυνικοῦ πρέπει νά διακρίνωνται «αἱ μή μετά κανονικήν ἐκλογήν γινόμεναι χειροτονίαι, αἵτινες ὑπό τῶν κανόνων κηρύττονται ἄκυροι». Πρόκειται γιά τίς ὑπερόριες χειροτονίες, γιά εἰσπηδήσεις ἤ αὐθαίρετες ἐγκαταστάσεις ἀπό χειροτονημένους κανονικῶς ἐπισκόπους ἀπό τήν δική τους ἐπισκοπή στά ὅρια ἄλλων ἐπισκοπῶν, καθώς ἐπίσης καί ἐγκαταστάσεις διαδόχων ἐπισκόπων ἤ συγγενῶν τους παρά τούς ἱερούς Κανόνες ἀπό αὐτούς πού τίς κατεῖχαν προηγουμένως.

Οἱ χειροτονίες αὐτές μυστηριακῶς εἶναι ἔγκυροι, καί, ἐάν ἡ ἁρμόδια ἀρχή ἤθελε αὐτούς τούς ὑπερορίους καί ἀντικανονικούς Κληρικούς νά τούς χρησιμοποιήση, δέν ἀναχειροτονοῦνται, γιατί ἰσχύει ἐξ ὁλοκλήρου σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ὁ 68ος ἀποστολικός κανόνας, πού ἀπαγορεύει τήν ἀναχειροτονία μέ ποινή καθαιρέσεως. Ἐνῶ οἱ χειροτονίες αὐτές εἶναι μυστηριακῶς ἔγκυροι, ἐν τούτοις ἀκυρώνεται ἡ ἐγκατάσταση αὐτῶν καί ὅλα τά δικαιώματα τῶν χειροτονηθέντων πού ἀπορρέουν ἀπ’ αὐτές τίς χειροτονίες, ὁπότε θεωροῦνται ἀπολελυμένες χειροτονίες.

Ὡς πρός τήν δεύτερη ἀρχή, δηλαδή γιά τίς χειροτονίες τῶν σχισματικῶν καί αἱρετικῶν, πού εἶναι μυστήρια πού τελέσθηκαν ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία «δέον νά λογίζωνται ὡς πάντῃ ἄκυρα». Ἔτσι, ὅσοι κληρικοί ἀπό τούς αἱρετικούς καί σχισματικούς προσχωροῦν στήν Μία, Ἁγία Ἐκκλησία «δέον νά χειροτονοῦνται», καί ἡ χειροτονία αὐτή δέν λογίζεται δεύτερη χειροτονία, ἀλλά ἔγκυρη πρώτη χειροτονία.

Ὅσοι Κληρικοί ἔλαβαν τήν χειροτονία στήν Μία καί Ἁγία Ἐκκλησία καί στήν συνέχεια ἔκκλιναν σέ αἵρεση ἤ σχίσμα, «οὗτοι μετανοοῦντες καί γινόμενοι δεκτοί ὑπό τῆς Ἐκκλησίας κἄν ἔτι καθηρέθησαν ἐν τῷ μεταξύ, ἀποκαθίστανται εἰς τόν ὅν κατεῖχον βαθμόν ἱερωσύνης, ἄνευ ἀναχειροτονίας». Δευκρινίζεται δέ ὅτι ὅσο χρόνο ἦταν στό σχίσμα ἤ στήν αἵρεση, ἀφοῦ εἶχαν καθαιρεθῆ καί ἀποκηρυχθῆ ἀπό τήν μία Ἐκκλησία ἀπό τήν ὁποία ἔλαβαν τό χάρισμα, αὐτό τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης «ἦτο ἀνενέργητον καί ἀνίσχυρον», οἱ δέ χειροτονίες πού ἔγιναν ἀπό αὐτούς «δέον κατ’ ἀκρίβειαν νά λογίζωνται ὅλως ἄκυροι καί νά ἐπαναλαμβάνωνται». Ἐπικαλεῖται στό σημεῖο αὐτό τήν διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου πού ἀκολούθησε τήν διακήρυξη τοῦ Κυπριανοῦ καί τοῦ Φιρμιλιανοῦ, ὅτι, ὅταν ἀφίστανται κάποιοι ἀπό τήν Ἐκκλησία, διακόπτεται ἡ μετάδοση τῆς Χάριτος.

Γιά τό θέμα αὐτό χρησιμοποιεῖται τό παράδειγμα τοῦ ἀγωγοῦ, πού συνδέεται μέ τήν δεξαμενή ὕδατος. Δηλαδή, ὁ ἀγωγός μεταφέρει τό ὕδωρ τῆς δεξαμενῆς σέ διάφορα μέρη. Ἐκεῖνος, λοιπόν, πού λαμβάνει τό χάρισμα τῆς Ἱερωσύνης στήν μία καί ἁγία Ἐκκλησία «καθίσταται ἀγωγός μεταδίδων καί τοῖς ἄλλοις τήν θείαν χάριν», ἐφ’ ὅσον διατελεῖ σέ κοινωνία ἀδιάσπαστη μέ τήν ταμιοῦχο τῆς χάριτος Μία, Ἁγία Ἐκκλησία, ἀντλώντας ἀπό αὐτήν ὡς ἀπό ἀνεξάντλητη δεξαμενή τό σωτήριο νάμα τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί γιά τόν ἑαυτό του καί γιά τούς ἄλλους. Ὅμως, ὅταν ἀποσπᾶται ἀπό τήν Μία, Ἁγία Ἐκκλησία, παραμένει μέν ἀγωγός, «διά τό ἀνεξάλειπτον τῆς ἱερωσύνης», ἐπειδή ὅμως ἀποκόπτεται ἀπό τήν μόνη ταμειοῦχο καί ζωοπάροχο δεξαμενή τῆς χάριτος «παραμένει ἀγωγός κενός καί ἀνίκανος νά μεταδώσῃ οἱανδήποτε χάριν».

Μποροῦμε ἀντί τοῦ ἀγωγοῦ ὕδατος, νά χρησιμοποιήσουμε τό παράδειγμα τοῦ ἀγωγοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος (καλωδίου), τό ὁποῖο, ὅταν συνδέεται μέ τόν ρευματολήπτη (πρίζα), μεταφέρει τό ἠλεκτρικό ρεῦμα, διαφορετικά εἶναι ἕνα ἁπλό καλώδιο.

Αὐτήν τήν ἀρχή καθιερώνει καί ὁ 68ος ἀποστολικός Κανόνας, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τήν ἀναχειροτονία, ἐκτός καί ἐάν ἔχη τήν χειροτονία ἀπό αἱρετικούς. Ὅμως, καί στήν περίπτωση αὐτή, τῶν χειροτονιῶν, δηλαδή, ἀπό αἱρετικούς χρησιμοποιήθηκε «τό μέτρον τῆς λεγομένης ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, πάντοτε ὑπό περιορισμόν καί ὑπό ὅρους». Ἔτσι, γιά τίς αἱρέσεις στίς ὁποῖες δέν ἀναγνωρίζεται ὡς ἔγκυρο τό Βάπτισμα «ἀπερρίπτετο ἀπαρεγκλίτως καί ἡ ἱερωσύνη». Γιά ἐκείνους τῶν ὁποίων κατ’ οἰκονομία γίνεται δεκτό τό Βάπτισμα «δέν ἀνεγνωρίζετο ἀπαρεγκλίτως καί ἡ ἱερωσύνη», ἀλλά ἀπό αὐτούς ἄλλοι μέν «ἐγίνοντο δεκτοί ἐν τῷ κλήρῳ καί ἐν τῷ βαθμῷ τόν ὁποῖον ἐν τῇ αἱρέσει κατεῖχον, ἄλλοι δέ ἐκηρύττοντο ἀναχειροτονητέοι». Ἀναφέρονται σχετικά παραδείγματα ἀπό τούς Κανόνες καί τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀναφερόμενος δέ ὁ καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας σέ παραδείγματα Ἀρειανῶν πού ἐπέστρεφαν στήν Ἐκκλησία, γράφει ὅτι ἡ Ἐκκλησία κάθε φορά ἐξέταζε ἰδιαιτέρως κάθε περίπτωση. Θά παραθέσω ὁλόκληρο τό συγκεκριμένο ἀπόσπασμα.

«Ὅσον δέ ἀφορᾷ εἰς τά ἀναφερόμενα ὑπό τοῦ Μ. Ἀθανασίου εἰς τήν πρός Ρουφιανιανόν κανονικήν ἐπιστολήν αὐτοῦ, καθ’ ἥν ἐκ τῶν ἀπό τῆς Ἀρειανικῆς πλάνης ἐπιστρεφόντων κληρικῶν «οἱ μέν προϊστάμενοι τῆς ἀσεβείας» συνεχωροῦντο μέν μετανοοοῦντες, δέν ἐδίδετο ὅμως «αὐτοῖς τόπος κλήρου», «τοῖς δέ μή αὐθεντοῦσι μέν τῆς ἀσεβείας, παρασυρεῖσι δέ δι’ ἀνάγκην καί βίαν ἔδοξε δίδοσθαι μέν συγγνώμην, ἔχειν δέ καί τόν τόπον τοῦ κλήρου», παρατηροῦμεν, ὅτι κατά πᾶσαν πιθανότητα, ἄν μή καί βεβαιότητα, πρόκειται περί κληρικῶν λαβόντων τήν χειροτονίαν ἐν τῇ μιᾷ ἁγίᾳ Ἐκκλησίᾳ καί ἐκ ταύτης ἀποσχισθέντων καί εἰς αἵρεσιν ἐκπεσόντων. Παρόμοιόν τι θά ἠδύνατο νά παρατηρηθῇ καί περί ἐπισκόπων χειροτονηθέντων ὑπό αἱρετικῶν μέν, ἀλλ’ ἐντός τῆς μιᾶς ἁγίας καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐνεργούντων, οἷοι οἱ Ἀντιοχείας Μελέτιος, Ἱεροσολύμων Κύριλλος, Κωνσταντινουπόλεως Ἀνατόλιος, Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, Ἰωάννης Ἱεροσολύμων. Δέν ἐχειροτονήθησαν οὗτοι, ἵνα ὦσιν ἐπίσκοποι τῆς αἱρέσεως, τήν ὁποίαν ἐπρέσβευον οἱ χειροτονήσαντες, οὐδέ φρονοῦντες τά τῆς αἱρέσεως ταύτης, ἀλλ’ ὀρθοδόξως πιστεύοντες τῶν ὀρθοδοξούντων ποιμνίων ἐξ ἀρχῆς ὡς τῆς μιᾶς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπίσκοποι κατεστάθησαν. Καί τοῦ Πέτρου δέ τοῦ Μογγοῦ (482-490) διά πραξικοπήματος τόν Ἀλεξανδρινόν θρόνον καταλαβόντος αἱ πράξεις καί χειροτονίαι ὡς ἐν τῇ μιᾷ ἁγίᾳ Ἐκκλησίᾳ γενόμεναι ἀνεγνωρίσθησαν».

Ἐπισημαίνεται δέ ὅτι ἡ χρήση τῆς οἰκονομίας δέν δημιουργεῖ καθεστώς μόνιμο, ἀλλά ρυθμίζεται ἀνάλογα ἀπό τήν Ἐκκλησία πού ἐκτιμᾶ τίς διάφορες περιστάσεις. Γράφει:

«Πάντως, χρῆσις τῆς οἰκονομίας ἐγίνετο πολλάκις, αὕτη ὅμως δέν δημιουργεῖ καθεστώς μόνιμον, ἀλλ’ ἀπόκειται εἰς τήν Ἐκκλησίαν, ἐκτιμῶσαν τάς ἑκάστοτε περιστάσεις καί ρυθμίζουσαν αὐτάς, νά ποιήσηται χρῆσιν τοῦ μέτρου τῆς οἰκονομίας, ὅταν ἐξ αὐτοῦ πρόκειται νά προέλθῃ γενικωτέρα τις ὠφέλεια, νά τηρήσῃ δέ τήν αὐστηράν ἀκρίβειαν, ὅταν δι’ αὐτῆς προλαμβάνεται χαλάρωσις καί ἀδιαφορία δυναμένη νά ἀγάγῃ εἰς καταστροφάς». Ἀναφέρει δέ σχετικά παραδείγματα ἀπό τήν νεώτερη πράξη τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀναφερόμενος σέ ἀπόφαση ἐπιτροπῆς, πού συστήθηκε ἀπό τήν Σύνοδο Κωνσταντινουπόλεως ὑπέρ τοῦ κύρους τῆς χειροτονίας κληρικῶν ἀπό ἐπισκόπους καθηρημένους καί σχισματικούς, γράφει:

«Δεδομένου δέ ὅτι, ὡς ἤδη εἴπομεν, ἡ χρῆσις τῆς οἰκονομίας δέν εἶναι μέτρον δυνάμενον νά ἐπιβληθῇ κατά νόμον ἤ κανόνα μονίμως ἰσχύοντα, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν περιστάσεων, κακῶς ἡ ὑπό τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως συστᾶσα τῷ 1879 ἐπιτροπεία ἀπεφάνθη "ὑπέρ τοῦ κύρους τῆς χειροτονίας κληρικῶν ὑπό ἐπισκόπων καθῃρημένων καί σχισματικῶν χειροτονηθέντων". Μόνον κατ’ οἰκονομίαν θά ἠδύναντο ν’ ἀναγνωρίζωνται αὗται, διότι, ἐάν ἡ οἰκονομία αὕτη ἴσχυεν ὡς κανών, πᾶσα πειθαρχία ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ θά κατελύετο, θά συνεχέοντο δέ ὀλεθρίως τά ὅρια οἰκονομίας καί ἀκριβείας. Τέλος ὅσον ἀφορᾷ εἰς τό κῦρος τῶν Ἀγγλικανικῶν χειροτονιῶν σημειοῦμεν, ὅτι αὗται δέον νά ἐκλαμβάνωνται ὡς μυστήρια ἔξω τῆς Ἐκκλησίας τελεσθέντα».

Σέ ὑποσημείωση κάνει διάκριση μεταξύ τῶν πρωτεργατῶν τοῦ σχίσματος καί τῶν ἀπογόνων τους. Γράφει:

«Ἀναμφιβόλως οἱ πρῶτοι, οἱ ἀποσχισθέντες τῆς Ἐκκλησίας καί καθαιρεθέντες ὑπ’ αὐτῆς, ὡς πρωτουργοί τῆς ἐπαναστάσεως καί μετά τήν καθαίρεσιν αὐτῶν χειροτονήσαντες βαρυτάτην ὑπέχουσιν εὐθύνην, πολλῷ δέ βαρυτέραν ἐκείνων, οἵτινες μετά γενεάς ὅλας [μᾶλλον ὅλης] γεννηθέντες ἐν τῷ σχίσματι εὑρέθησαν καί λειτουργοί ἐν τῇ σχισματικῇ Ἐκκλησίᾳ. Ἄλλως λοιπόν θά κριθῶσιν οἱ πρωτουργοί ἐκεῖνοι, ἐν ὥρᾳ μάλιστα καθ’ ἥν τό σχίσμα διατελεῖ ἐν ἐκρήξει, καί ἄλλως οἱ ἀπόγονοι τούτων, οἵτινες ἐπιστρέφοντες μετά τήν κατασίγασιν τῆς ἡφαιστειώδους ἐκρήξεως, ἀναντιλέκτως δέον ἵνα γένωνται δεκτοί ἐξαντλουμένου παντός μέτρου ἐπιεικίας καί οἰκονομίας». Ἀπό τήν σύντομη αὐτή περίληψη καί παρουσίαση τῆς ἀναλύσεως τοῦ καθηγητοῦ Παναγιώτη Τρεμπέλα φαίνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ταμειοῦχος τῆς θείας Χάριτος, οἱ Κληρικοί εἶναι ἀγωγοί πού μεταφέρουν τήν Χάρη ἀπό τήν δεξαμενή, ἄν δέν συνδέεται μέ τήν δεξαμενή, παραμένουν κενοί, ἄδειοι ἀγωγοί. Ἀκόμη, ἡ Ἐκκλησία διά τῶν Συνόδων της ἀποφασίζει γιά τήν ἀκρίβεια καί τήν οἰκονομία, πότε γίνονται ἀναχειροτονίες καί πότε ἀναγνωρίζονται οἱ χειροτονίες τῶν Κληρικῶν πού ἦταν στά σχίσματα καί τίς αἱρέσεις, ὕστερα ἀπό ἐξέταση τῶν διαφορετικῶν περιπτώσεων, ὕστερα ἀπό ἐξέταση τοῦ πῶς κάποιος ἔλαβε τό ἱερατικό ἤ ἐπισκοπικό χάρισμα καί πῶς προσέρχεται στήν Μία καί Ἁγία Καθολική Ἐκκλησία, καί ἐξετάζεται ἄν πρόκειται νά προέλθη γενικοτέρα ὠφέλεια.

Παρατηρεῖ κανείς σέ αὐτήν τήν ἀνάλυση, τήν ἀκρίβεια καί τό φιλάνθρωπο πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τήν συντηρητικότητα καί τήν εὐρύτητα τῆς σκέψεως τοῦ καθηγητοῦ Παναγιώτου Τρεμπέλα.

2. «Φωτίου τοῦ Πατριάρχου, ἐρωτήματα ...»

Ἀπό τίς ἀπαντήσεις τοῦ Μεγάλου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινου­πόλεως σέ δέκα ἐρωτήματα πού τοῦ ἐτέθησαν θά παραθέσω σέ κείμενο καί σέ μετάφραση τήν ἀπόκριση τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατρός στήν τέταρτη ἐρώτηση. Ἡ ἀπάντηση αὐτή εἶναι σημαντική γιά τόν τρόπο πού ἐνεργεῖ ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς στίς χειροτονίες ἀπό σχισματικούς καί αἱρετικούς.

Κείμενο:

«Ἐρώτησις Δ΄: Τίνων κατακριθέντων οἱ ὑπ’ αὐτῶν χειροτονηθέντες οὐδέν ἐβλάβησαν;

Ἀπόκρισις: Παύλου τοῦ ἐκ Σαμοσατέων κατακριθέντος, οὐδείς τῶν ὑπ’ αὐτοῦ καθῄρηται, καίτοι συμπεπραχότων αὐτῷ ἐκεῖνα, δι’ ἅ ἐκεῖνος καθῃρέθη. Τοῦ Νεστορίου καθαιρεθέντος, οὐδείς τῶν ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντων καθῄρηται. Πέτρου τοῦ Μόγγου ἔτι πρεσβυτέρου ὄντος, καί καθαιρεθέντος ὑπό τοῦ ἁγίου Προτερίου, εἶτα εἰς τόν αὐτόν αὐτοῦ θάνατον Τιμοθέῳ τῷ φονεῖ συνδεδραμηκότος, καί μετά ταῦτα τόν θρόνον τῆς Ἀλεξανδρείας μετά θάνατον ἐκείνου ἁρπάσαντος, καί τήν ἐν Καλχηδόνι (Χαλκηδόνι) σύνοδον καθ’ ἑκάστην τῷ ἀναθέματι ὑποβάλλοντος, οἱ ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντες, καίπερ καθῃρη­μένου καί φονέως καί αἱρετικοῦ, αἱρετικοί ὄντες καί αὐτοί ἔτι, μετανοοῦντες ἐδέχθησαν. Καί Φῆλιξ ὁ Ῥώμης γράφων πρός Ζήνωνα τόν βασιλέα, τήν διάταξιν αὐτοῦ, ἥτις Πέτρον μέν τῆς Ἐκκλησίας ἐξέβαλλεν, ἐκείνους δέ μετανοοῦντας ἐδέξατο, θεῖον ἀποκαλεῖ τύπον. Ἐγκαλεῖ δέ αὐτῷ δι’ ὧν ἔγραφε, τίνος χάριν τόν Πέτρον ἐκβαλών τῆς Ἐκκλησίας, αὖθις αὐτόν εἰσήγαγε, καί τόν Ἰωάννην ἐδίωξε. Μελέτιος ὁ Ἀντιοχεύς ὑπό αἱρετικῶν χειροτονηθείς ἀντί Εὐσταθίου Σεβαστείας ἐπισκόπου, κακεῖθεν μετενεχθείς εἰς Βέῥῥοιαν, εἶτα πάλιν ὑπ’ αὐτῶν καταστάς Ἀντιοχείας ἐπίσκοπος, ἐκείνων ὡς αἱρετικῶν δυσφημουμένων, οὗτος παρά τῆς Ἐκκλησίας ἀπεδέχθη. Οἱ ὑπό Σεργίου καί Πύῥῥου χειροτονηθέντες καί Μακαρίου, τούτων ὡς αἱρετικῶν τῆς Ἐκκλησίας ἐκδιωχθέντων μετανοήσαντες προσεδέχθησαν. Καί οἱ ὑπό Μακεδονίου τοῦ πνευματομάχου χειροτονηθέντες ὡσαύτως. Τόν Ἀκάκιον οἱ Ῥωμαῖοι ἔτι μέν περιόντα καθαιρέσει ὑπέβαλλον καί ἀναθέματι∙ μετά τελευτήν δέ, Ἰουστίνου μετά τόν Ἀναστάσιον βασιλεύσαντος, πρεσβευσάμενοι πρός αὐτόν, καί τῶν διπτύχων ἐκβαλόντες, Ἰωάννου τηνικαῦτα τόν θρόνον διέποντος Κωνσταντινουπόλεως, τούς ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντας συλλειτουργούς εἶχον, καί ἐκοινώνουν αὐτοῖς. Οἱ ὑπό Ἀναστασίου καί Νικήτα τῶν αἱρετικῶν χειροτονηθέντες παρά τῆς ἑβδόμης ἐδέχθησαν συνόδου. Καί Μελέτιος δέ μυρίων ἔνοχος γέγονεν, ἐπεπήδησε θρόνοις ἀλλοτρίοις, ἐλύπησε μάρτυρας, ἐπανέστη τῷ οἰκείῳ πατριάρχῃ, καί τόν αὐτοῦ θρόνον ἥρπασε, συναπήχθη Ἀρείῳ∙ ὡς δέ λέγει Σωκράτης, καί εἰς τόν διωγμόν ἐπέθυσε. Καί διά ταῦτα ὑπό τοῦ Πέτρου καθῃρέθη∙ ἀλλ’ ὅμως εἰ καί καθῃρέθη πολλάκις, ὕστερον εἰ καί μή τήν ἱερωσύνην, ἀλλά τό ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου ἀπείληφεν» (Φωτίου τοῦ Πατριάρχου, Ἐρωτήματα Δέκα σύν ἴσαις Ἀποκρίσεσι, P.G. τόμ. 104, στ. 1224).

Μετάφραση:

«Ἐρώτηση Δ΄: Ποιοί χειροτονημένοι ἀπό τούς καταδικασθέντες αἱρετικούς δέν ἔπαθαν καμμία βλάβη;

Ἀπόκριση: Ἀπό τόν καταδικασμένο Παῦλο τόν Σαμοσατέα κανένας δικός του δέν καθαιρέθηκε, παρόλο πού ἔπραξαν τά ἴδια μέ ἐκεῖνα γιά τά ὁποῖα καί αὐτός καθαιρέθηκε. Ὁ Νεστόριος, ἐνῶ ὁ ἴδιος καθαιρέθηκε, κανένας χειροτονημένος ἀπό αὐτόν δέν καθαιρέθηκε. Ὁ Πέτρος ὁ Μογγός, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη πρεσβύτερος καί καθαιρέθηκε ἀπό τόν ἅγιο Προτέριο, κατόπιν ὁ ἴδιος βοήθησε τόν Τιμόθεο στόν θάνατο τοῦ Προτερίου, καί ὅταν ἐκεῖνος (ὁ Τιμόθεος) μετά τόν θάνατό του ἅρπαξε τόν θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας καί καθημερινά ἀναθεμάτιζε τήν Σύνοδο τῆς Καλχηδόνος (Χαλκηδόνος), ὅσοι χειροτονήθηκαν ἀπό αὐτόν, ἄν καί ὁ ἴδιος ἦταν καθηρημένος, καί φονιάς καί αἱρετικός, ὄντας καί οἱ ἴδιοι αἱρετικοί, μετανόησαν καί ἔγιναν ἀποδεκτοί. Καί ὁ Φήλικας τῆς Ρώμης ἔγραψε καί ἔστειλε στόν Ζήνωνα τόν βασιλέα τήν διάταξή του, ἡ ὁποία τόν μέν Πέτρο ἔβγαλε ἐκτός Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἐκείνους πού μετανόησαν τούς δέχθηκε, τόν ἀποκαλεῖ θεϊκό τύπο. Κατηγορεῖ δέ αὐτόν μέ ὅσα ἔγραφε, γιά ποιό λόγο τόν Πέτρο πού ἦταν ἐκτός Ἐκκλησίας τόν εἰσήγαγε πάλι στήν Ἐκκλησία καί ἐδίωξε τόν Ἰωάννη. Ὁ Μελέτιος ὁ Ἀντιοχεύς χειροτονηθείς ἀπό αἱρετικούς ἀντί τοῦ ἐπισκόπου Σεβαστείας Ευσταθίου, ἀπό ἐκεῖ μεταφέρθηκε στήν Βέρροια, καί μετά πάλι ἀπό τούς ἴδιους ἔγινε ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας, ἐνῶ ἐκεῖνοι κατηγορήθηκαν ὡς αἱρετικοί, αὐτός ἔγινε δεκτός ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ὅσοι χειροτονήθηκαν ἀπό τόν Σέργιο, τόν Πύρρο καί τόν Μακάριο, ἐνῶ ἐκδιώχθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία ὡς αἱρετικοί, μετανόησαν καί ἔγιναν ἀποδεκτοί. Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τούς χειροτονηθέντες ἀπό τόν Πνευματομάχο Μακεδόνιο. Οἱ Ρωμαῖοι τόν Ἀκάκιο ἐνῶ ἀκόμα ἦταν σέ καθαίρεση τοῦ ὑπέβαλαν καί ἀνάθεμα. Μετά τόν θάνατό του (Ἀκακίου), καί ὅταν, μετά τόν Ἀναστάσιο, βασίλευε ὁ Ἰουστῖνος, ἔστειλαν πρεσβεία πρός αὐτόν, τόν ἔβγαλαν ἀπό τά δίπτυχα, ὄντος τότε στόν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ἰωάννου, εἶχαν συλλειτουργούς καί κοινωνοῦσαν μέ ὅσους ἐκεῖνος εἶχε χειροτονήσει. Ὅσοι χειροτονήθηκαν ἀπό τούς αἱρετικούς Ἀναστάσιο καί Νικήτα ἔγιναν ἀποδεκτοί ἀπό τήν ἑβδόμη Σύνοδο. Καί ὁ Μελέτιος ἦταν ἔνοχος γιά μύρια πράγματα, εἰσπήδησε σέ ξένους θρόνους, λύπησε μάρτυρες, ἐπαναστάτησε στόν οἰκεῖο Πατριάρχη καί τοῦ ἅρπαξε τόν θρόνο, ἀπομακρύνθηκε μαζί μέ τόν Ἄρειο, καί ὅπως λέγει ὁ Σωκράτης καί στόν διωγμό θυσίασε. Καί γι’ αὐτά ὅλα καθαιρέθηκε ἀπό τόν Πέτρο. Ἀλλά ὅμως, ἄν καί καθαιρέθηκε πολλές φορές, ὕστερα, ἄν ὄχι τήν ἱερωσύνη, τό ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου τό πῆρε.

Ἡ ἀπάντηση τοῦ Μεγάλου Φωτίου εἶναι σημαντική γιά τόν τρόπο πού ἐνεργεῖ ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς στίς χειροτονίες πού ἔγιναν ἀπό σχισμαστικούς καί αἰρετικούς. Κάνει διάκριση μεταξύ τῶν πρωτεργατῶν τῶν σχισμάτων-αἱρέσεων καί τῶν χειροτονηθέντων ἀπό αὐτούς.

Ὅλες οἱ περιπτώσεις πού ἀναφέρει ὁ Μέγας Φώτιος εἶναι σημαντικές, ἰδιαιτέρως, ὅμως, νά προσεχθῆ ἡ περίπτωση τοῦ Πέτρου Μογγοῦ, ὁ ὁποῖος ἦταν αἱρετικός, ἀρνητής καί πολέμιος τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, χειροτονήθηκε ἀπό καθηρημένους καί ἦταν φονιᾶς. Ὅμως, οἱ χειροτονίες πού ἔκανε ἔγιναν ἀποδεκτές ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὅταν μετανόησαν οἱ χειροτονηθέντες.

Γιά τόν βίο τοῦ Πέτρου τοῦ Μογγοῦ ἔγραψε σχετικά ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός:

«Πέτρος, ὁ Γ´ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, ἐπικαλούμενος Μογγός (477/82-490). Μονοφυσίτης, χειροτονηθείς διάκονος ὑπό τοῦ Διοσκόρου. Μετέσχε τῶν κατά τοῦ πατριάρχου Φλαβιανοῦ ἐκδηλώσεων κατά τήν Ληστρικήν σύνοδον. Ταχθείς ὑπέρ Τιμοθέου τοῦ Αἰλούρου, μονοφυσίτου πατριάρχου, κατά τοῦ ὀρθοδόξου πατριάρχου Προτερίου, ἐξωρίσθη (454). Μετά τόν θάνατον τοῦ αὐτοκράτορος Μαρκιανοῦ (457) κατέλαβε τόν θρόνον ἀντικανονικῶς Τιμόθεος ὁ Αἴλουρος, ὁ δέ Πέτρος ἐγένετο ἀρχιδιάκονός του. Τό 460 ἐξωρίσθησαν ἀμφότεροι. Ὁ ὀρθόδοξος πατριάρχης Τιμόθεος Σαλοφακίολος ἔμεινε ἐπί τοῦ θρόνου, μέχρι τοῦ 476, ὅτε τῇ ὑποστηρίξει τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλίσκου ἐπανῆλθε Τιμόθεος ὁ Αἴλουρος, ὅστις ἀπέθανε τό ἑπόμενον ἔτος (31.7.477).

Ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Σαλοφακιόλου οἱ μονοφυσῖται ἐξέλεξαν τόν Πέτρον διάδοχόν του, χειροτονηθέντα, ὡς λέγεται, ὑπό ἑνός μόνον ἐπισκόπου, τοῦ Θεοδώρου Ἀντινόης. Ὁ Σαλοφακίολος μετά πολλάς ἐνεργείας ἐπέτυχε νά ἐξορισθῇ ὁ Πέτρος εἰς Εὐχάϊτα. Κατά πληροφορίας μονοφυσιτῶν ἱστορικῶν ὁ πρεσβύτερος καί οἰκονόμος τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Προδρόμου ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἰωάννης Ταλάϊας ἤ Ταβεννησιώτης παρά τήν ἀπαγόρευσιν τοῦ αὐτοκράτορος Ζήνωνος ἐπέτυχε νά καταλάβῃ τόν ἐπισκοπικόν θρόνον. Ὁ Ζήνων ὅμως ηὐνόει τόν Μογγόν ὡς πολέμιον τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Κατ’ αὐτῆς ἐστρέφετο καί τό «Ἑνωτικόν»τοῦ Ζήνωνος (482), τό ὁποῖον ὁ Πέτρος, ζητήσας νά ἐπανέλθῃ εἰς Ἀλεξάνδρειαν, ἠναγκάσθη νά ὑπογράψῃ καί διά τήν γένεσιν τοῦ ὁποίου συνειργάσθη μετά τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Ἀκακίου. Ὁ Ταλάϊας ἐξεδιώχθη, ὁ δέ Πέτρος συνεκάλεσε σύνοδον (482) κατά τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς (Mansi VII, 1024, 1177. Εὐαγρίου, Ἐκκλη. Ἱστ., 3, 15, Νικηφ. Καλλίστου, Ἐκκλ. Ἱστ. 16, 13, Θεοφάνους, Χρονογραφία, σ. 130).

Ὁ Μονοφυσιτισμός ἐπικρατεῖ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, τό δέ «Ἑνωτικόν» δυσηρέστησεν ἐξ ἴσου τούς ὀρθοδόξους καί πολλούς μονοφυσίτας, οἵτινες ἀποσπασθέντες τοῦ Πέτρου ὠνομάσθησαν «Ἀκέφαλοι», ὡς μή ἔχοντες πλέον ἐπίσκοπον. Τῇ προτάσει τῶν ὀρθοδόξων Αἰγύπτου καί Κωνσταντινουπόλεως ὁ Ρώμης Φῆλιξ Γ' διά δύο συνόδων (484 καί 485) καθήρεσε καί ἀφώρισε τούς Ἀκάκιον, Πέτρον Μογγόν καί Πέτρον Γναφέα Ἀντιοχείας ὡς μονοφυσίτας (Ἀκακιανόν Σχίσμα, 484-519). Ἡ πολιτική τοῦ Πέτρου ὑπῆρξε διπρόσωπος, διό καί προὐκάλεσε πλείστας ἀνωμαλίας εἰς τήν Ἐκκλησίαν Ἀλεξανδρείας. Ἐν μέσῳ τῆς ἐκρύθμου αὐτῆς καταστάσεως ἀπεβίωσε τήν 29.10.490. Μετά τῶν Διοσκόρου, Τιμοθέου Αἰλούρου, Πέτρου Γναφέως καί Ἀκακίου, ἀνεθεματίσθη διά τῆς formula Hormisdae (519)» (Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια, τόμ. 10, σελ. 366-367).

3. Ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου στόν 68ο Ἀποστολικό Κανόνα

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης εἶναι μέγας διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας στούς τελευταίους αἰῶνες καί κανονολόγος, διότι στό Πηδάλιο κατόρθωσε νά ἑρμηνεύση σωστά τούς Κανόνες τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί νά περιλάβη τήν ὅλη ἐκκλησιαστική παράδοση. Νά σημειωθῆ ὅτι τό Πηδάλιο πού καταρτίσθηκε ἀπό τόν ἅγιο Νικόδημο ἐξεδόθη μέ ἔγκριση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Στήν συνέχεια θά παραθέσω τόν 68ο ἀποστολικό Κανόνα, ὁ ὁποῖος κάνει λόγο γιά τήν μή ἀναχειροτονία τῶν Κληρικῶν, καθώς ἐπίσης καί τήν «ἑρμηνεία», ἀλλά καί τήν «συμφωνία» τοῦ Κανόνος αὐτοῦ μέ ἄλλους ἱερούς Κανόνες, τήν ὁποία «συμφωνία» κάνει ὁ ἅγιος Νικόδημος.

Ἀποστολικός Κανών ΞΗ´

«Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, δευτέραν χειροτονίαν δέξηται παρά τινος, καθαιρείσθω καὶ αὐτός καὶ ὁ χειροτονήσας, εἰ μή γε ἄρα συσταίη, ὅτι παρὰ Αἱρετικῶν ἔχει τὴν χειροτονίαν. Τοὺς γὰρ παρὰ τῶν τοιούτων βαπτισθέντας, ἢ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστούς, οὔτε κληρικοὺς εἶναι δυνατόν».

Ἑρμηνεία

«Τό νά χειροτονηθῇ τινάς δύω φοραῖς, διαφόρως ἠμπορεῖ νά νοηθῆ. Ἤ διατί ὁ χειροτονηθείς κατεφρόνησε τόν πρότερον αὐτόν χειροτονήσαντα, ἤ διατί νομίζει ὅτι θέλει λάβῃ περισσοτέραν χάριν ἀπό τόν δεύτερον αὐτόν χειροτονήσαντα, ὡς πίστιν ἔχων πρός ἐκεῖνον περισσοτέραν, ἤ διά ἄλλην κᾀμμίαν τοιαύτην αἰτίαν. Ὅθεν ὁ παρών Κανών διορίζει, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος, ἤθελε δεχθῇ δευτέραν χειροτονίαν ἀπό τινα, ἄς καθαίρεται καί αὐτός, καί ἐκεῖνος ὁποῦ τόν ἐχειροτόνησεν, ἔξω μόνον ἄν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἔχει τήν χειροτονίαν ἀπό Αἱρετικούς. Διότι οἱ παρά τῶν Αἱρετικῶν βαπτισθέντες, ἤ χειροτονηθέντες, οὔτε ὅλως Χριστιανοί δύνανται νά ᾖναι μέ τό αἱρετικόν αὐτό βάπτισμα, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν μόλυσμα, οὔτε Ἱερεῖς καί Κληρικοί, μέ τήν αἱρετικήν ταύτην χειροτονίαν. Διά τοῦτο ἀκινδύνως οἱ τοιοῦτοι καί βαπτίζονται παρά τῶν ὀρθοδόξων Ἱερέων, καί χειροτονοῦνται παρά τῶν ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων. Ὅθεν ἀκολούθως καί ὁ μέγας Βασίλειος γράφων πρός Νικοπολίτας, λέγει∙ Ἐγώ δέν θέλω συναριθμήσει ποτέ μέ τούς ἀληθεῖς ἱερεῖς τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖνον ὁποῦ ἐχειροτονήθη καί ἔλαβε προστασίαν λαοῦ ἀπό τάς βεβήλους χεῖρας τῶν αἱρετικῶν πρός ἀνατροπήν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως».

Συμφωνία

«Εἰ δέ καί ἡ α΄. (Οἰκουμενική Σύνοδος) ἐν τῷ η´. (Κανόνι) ἐδέχθη τάς χειροτονίας τῶν Ναυατιανῶν, καί ἡ ἐν Καθαργένῃ ἐν τῷ οζ´. τάς τῶν Δονατιστῶν, ἀλλά οἱ μέν Ναυατιανοί δέν ἦσαν αἱρετικοί, ἀλλά σχισματικοί, κατά τόν α´. Βασιλείου, αἱ δέ τῶν Δονατιστῶν χειροτονίαι ἐδέχθησαν ἀπό τήν ἐν Καρθαγένῃ, διά τήν μεγάλην ἀνάγκην καί ἔνδειαν ὁποῦ εἶχεν ἡ Ἀφρική ἀπό κληρικούς, κατά τόν ξς´. αὐτῆς Κανόνα∙ ταὐτόν εἰπεῖν ἐδέχθησαν οἰκονομικῶς καί ἐξ ἀνάγκης. Δι’ ὅ καί ἡ ἐν Ἰταλίᾳ σύνοδος ταύτας οὐκ ἐδέχθη, ὡς μή τοιαύτην ἀνάγκην ἔχουσαν, κατά τόν οζ´ τῆς αὐτῆς. Ἀλλά καί ἡ αὐτή ἐν Καρθαγένη σύνοδος ἐν τῷ ρα´. Κανόνι θέλει νά ζημιοῦνται δέκα λίτρας χρυσίου, ὅσοι χειροτονήσουν αἱρετικούς, ἤ χειροτονηθοῦν ἀπό αὐτούς, ἤ δεχθοῦν αὐτούς νά λειτουργοῦν. Καί ἡ Οἰκουμενική δέ ζ´. σύνοδος, εἰ καί ἐδέχθη τάς χειροτονίας τῶν αἱρετικῶν Εἰκονομάχων (οὐχί ὅμως τῶν πρωτάρχων τῆς αἱρέσεως, καί τῶν ἐμπαθῶς ἐγκειμένων καί μή γνησίως καί ἀληθῶς μετανοούντων, ὡς εἶπεν ὁ θεῖος Ταράσιος∙ ἀλλά τῶν ἀκολουθησάντων τοῖς πρωτάρχαις, καί ἀληθῶς καί γνησίως μετανοούντων. Περί οὗ ὅρα τήν ἑρμηνείαν τήν πρός Ῥουφινιανόν ἐπιστολῆς τοῦ μεγάλου Ἀθανασίου) καί τούς παρ’ αὐτῶν χειροτονηθέντας, πάλιν δέν ἀνεχειροτόνησεν ὀρθοδοξήσαντας καθώς φαίνεται ἐν τῇ α´. πράξει αὐτῆς, ἀλλά τοῦτο οἰκονομικῶς ἐποίησε διά τό πολύ πλῆθος ὁποῦ τότε ἐπεπόλαζε τῶν εἰκονομάχων. Καθώς καί ἡ Οἰκουμενική β´. τινῶν αἱρετικῶν δι’ οἰκονομίαν ἐδέχθη τό βάπτισμα, ὡς προείπομεν. Ὅθεν ὡς μή ὅρον τήν τοιαύτην καιρικήν καί περιστατικήν οἰκονομίαν ποιησαμένη, οὐκ ἐναντιοῦται εἰς τόν παρόντα Ἀποστολικόν Κανόνα. Καί γάρ καί ὁ Πατριάρχης Ἀνατόλιος ὑπό τοῦ αἱρετικοῦ Διοσκόρου καί τῆς περί αὐτόν αἱρετικῆς συνόδου ἐχειροτονήθη, καί ὁ ἅγιος Μελέτιος ὁ Ἀντιοχείας ὑπό Ἀρειανῶν, κατά τόν Σωζόμενον βιβλ. δ’. κεφ. κη΄. καί ἄλλοι πολλοί ὑπό αἱρετικῶν ἐχειροτονήθησαν, καί μετά ταῦτα, ὑπό τῶν ὀρθοδόξων ἐδέχθησαν. Ἀλλά σπάνια τά τοιαῦτα καί κατά περίστασιν, κανονικῆς ἀκριβείας λειπόμενα, οὐ νόμος δέ Ἐκκλησίας τό κατά περίστασιν γινόμενον καί τό σπάνιον, κατά τε τόν ιζ´. τῆς α´. καί β´. καί τόν Θεολόγον Γρηγόριον, καί τήν β´. πρᾶξιν τῆς ἐν τῇ ἁγίᾳ Σοφίᾳ συνόδου, καί τό νομικόν ἐκεῖνο τό λέγον∙ Τό, παρά κανόνας, οὐχ ἕλκεται πρός ὑπόδειγμα. Τάς δευτέρας χειροτονήσεις τῶν ὀρθοδόξων ἐμποδίζει καί ὁ νζ´. Καρθαγένης. Ἀνάγνωθι καί τάς ἑρμηνείας καί ὑποσημειώσεις τοῦ μς´. καί μζ´. Κανόνος τῶν Ἀποστόλων» (Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πηδάλιον, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθήνα 1970, σελ. 89-91).

Εἶναι σαφέστατη τόσο ἡ παραδοσιακότητα ὅσο καί ἡ εὐρύτητα τοῦ πνεύματος τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.

Συμπέρασμα

Τά τρία κείμενα, τά ὁποῖα παρέθεσα προηγουμένως (καθηγητοῦ Παναγιώτου Τρεμπέλα, Μεγάλου Φωτίου καί ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου) προσδιορίζουν τήν προοπτική στήν ὁποία κινοῦνται οἱ Ἐπίσκοποι στίς Συνόδους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τήν εὐθύνη νά ἐπιλύουν σοβαρά θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά ζητήματα.

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ ΣΤ´ Κανόνας τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου χαρακτηρίζει τούς ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους ὡς «οἰκονομοῦντας τάς ἐκκλησίας». Ἡ φράση «οἰκονομοῦντας τάς ἐκκλησίας» εἶναι σημαντική, διότι μᾶς παραπέμπει στό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἰοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ πού εἶναι μυστήριο θείας οἰκονομίας, δηλαδή δείχνει πῶς οἰκονόμησε ὁ Θεός μέ τήν ἄπειρη ἀγάπη Του καί φιλανθρωπία Του τίς ἐπιπτώσεις τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας.

Ἡ βάση τοῦ θέματος εἶναι ὅτι κατ’ ἀκρίβεια δέν ὑπάρχουν Μυστήρια ἔξω ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ὅμως ἡ Ἐκκλησία ἀποδέχεται τούς προσερχομένους σέ αὐτήν σχισματικούς ἤ αἱρετικούς, ἄλλοτε μέ ἀκρίβεια καί ἄλλοτε μέ οἰκονομία, ἀνάλογα μέ κάθε περίπτωση, μέ σαφεῖς ὅρους καί προϋποθέσεις. Ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Ἐφέσου Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης στό θέμα αὐτό ἔκανε τήν διάκριση μεταξύ ἀκρίβειας καί οἰκονομίας (Χρυσοστόμου Κωνσταντινίδου, Μητροπολίτου Ἐφέσου, Καθηγητοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς Θεολογίας, Ἡ ἀναγνώριση τῶν Μυστηρίων τῶν Ἑτεροδόξων στίς διαχρονικές σχέσεις Ὀρθοδοξίας καί Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, ἐκδ. Ἐπέκταση 1995). 

Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι εἰσαγγελία γιά νά ἐκδίδη καταδικαστικές ἤ ἀθωωτικές ἀποφάσεις, ἀλλά πνευματικό νοσοκομεῖο πού θεραπεύει.

Ἑπομένως, ἡ ἀκρίβεια καί ἠ οἰκονομία εἶναι τά «δύω εἴδη κυβερνήσεως καί διορθώσεως», οἱ ὁποῖες «φυλλάττονται εἰς τήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν», κατά τήν εὔστοχη παρατήρηση τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου σέ ἑρμηνεία ἄλλου ἀποστολικοῦ Κανόνος (Νικοδήμου Ἁγιορείτου, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 53-54, σημ.). Καί πρέπει νά τονισθῆ ὅτι, τόσο γιά τήν ἀκρίβεια ὅσο καί γιά τήν οἰκονομία ἤ συγκατάβαση στήν ἐπίλυση διαφόρων προβλημάτων, προϋποτίθεται ἡ συνοδική διαγνώμη θεουμένων Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦν καί ἀποφασίζουν μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ὅταν μιά Σύνοδος κάνη κάποιο λάθος, τότε αὐτό διορθώνεται ἀπό ἄλλη ὀρθόδοξη Σύνοδο. Γενικά ἡ Ἐκκλησία ὅταν προκύπτουν τέτοια ζητήματα ὅπως στήν Οὐκρανία στίς ἡμέρες μας, πρέπει νά τά ἀντιμετωπίζει μέσα ἀπό τήν ἀκρίβεια καί τήν οἰκονομία, κατά περίπτωση. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση τά ὅσα εἶπε ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης σέ μοναχό πού τόν ρώτησε γιά κάποιο θέμα, κατά τήν αὐθεντική μαρτυρία ἑνός ἀπό τούς πιό στενούς ὑποτακτικούς του, δηλαδή τοῦ Ἱερομονάχου Παϊσίου. Γράφει ὁ Ἱερομόναχος π. Παΐσιος:

«Γνωστός μου μοναχός ἐρώτησε τόν Γέροντα γιά τό θέμα τῶν μεταμοσχεύσεων καί ὁ Γέροντας ἀπάντησε ὅτι γιά τό θέμα αὐτό θά μιλήση ἡ Ἐκκλησία. Ἀκόμη καί γιά σοβαρότερα θέματα, πού ὁ Γέροντας εἶχε ἐκφράσει γνώμη, ἔλεγε ὅτι, ἄν ἡ Ἐκκλησία πάρη διαφορετική θέση, θά πρέπη νά ἀκολουθήσουμε τήν Ἐκκλησία. Μόνο γιά μή σοβαρά θέματα, πού δέν ἔχει πάρει θέση ἡ Ἐκκλησία, μπορεῖ νά ἐκφράζεται κάποιος» (Ἱερομονάχου Παϊσίου, Μύρον ἐκκενωθέν, ἑλκυόμενοι ἀπό τό ἄρωμα τοῦ ἁγίου Παϊσίου, ἐκδ. Ἱ.Μ. Ἁγίου Ἱλαρίωνος, Πρόμαχοι Ἀριδαίας, Α' ἔκδοση 2019, σελ. 41-42). 

Αὐτό εἶναι γνήσιο ἐκκλησιαστικό φρόνημα.

Στό ἑπόμενο ἄρθρο μου θά τολμήσω νά ὑποβάλω μιά πρόταση γιά τήν ἐνδεχόμενη λύση τοῦ σοβαροῦ ζητήματος πού ἀνέκυψε στήν Οὐκρανία, ὥστε νά μή μονιμοποιηθῆ αὐτή ἡ κατάσταση καί ἐξελιχθῆ σέ σοβαρό σχίσμα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Νομίζω σήμερα, πέρα ἀπό τίς ἱστορικές, κανονικές καί θεολογικές ἀναλύσεις, πρέπει νά κατατεθοῦν σοβαρές προτάσεις γιά τήν ἐπίλυση τοῦ θέματος, οἱ ὁποῖες θά τύχουν περαιτέρω ἐπεξεργασίας ἀπό τούς ὑπευθύνους ἐκκλησιαστικούς ἡγέτες.–




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη