Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

π. Δ. Μπόκος, Η ευλογία του χρόνου


Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρὸ – λέ­ει τὸ πα­ρα­μύ­θι – ὁ Θε­ὸς ἔ­σκυ­ψε ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ κι ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα στὴ γῆ. Δὲν ἔ­μει­νε ὅ­μως εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος μὲ ὅ­σα εἶ­δε ἐ­κεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι, ἂν καὶ τοὺς εἶ­χε δώ­σει ὅ­λα τὰ κα­λά, εἶ­χαν γε­μί­σει τὴ ζω­ή τους μὲ προ­βλή­μα­τα. Ὁ Θε­ὸς στε­νο­χω­ρή­θη­κε πο­λύ, για­τὶ τοὺς ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ὅ­λοι κα­λά. Ἔ­πε­σε σὲ βα­θειὰ συλ­λο­γή. Τί ἄλ­λο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­μει γιὰ νὰ τοὺς βο­η­θή­σει; Ποι­ὰ εὐ­λο­γί­α δὲν τοὺς ἔ­δω­σε ἀ­κό­μα; Σκέ­φθη­κε τό­τε νὰ ἐ­πι­στρα­τεύ­σει τὸν Χρό­νο. Θὰ τὸν ἔ­στελ­νε στοὺς ἀν­θρώ­πους, ὥ­στε νὰ ἔ­χουν κά­θε εὐ­και­ρί­α μὲ ὅ­λη τους τὴν ἄ­νε­ση νὰ φτιά­χνουν σω­στὰ τὴ ζω­ή τους.

Τὸν φώ­να­ξε λοιπὸν ἀ­μέ­σως κον­τά του, τὸν κα­θο­δή­γη­σε καὶ τὸν ἔ­στει­λε στὴ γῆ γιὰ νὰ βο­η­θή­σει τοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὁ Χρό­νος, νε­α­ρὸ παλ­λη­κά­ρι γε­μά­τος ὄ­ρε­ξη, ξε­κί­νη­σε ἀ­μέ­σως τὸ ἔρ­γο του. Δὲν εἶ­χε και­ρὸ γιὰ χά­σι­μο. Ἔ­πρε­πε νὰ γυ­ρί­σει ὅ­λη τὴ γῆ κι αὐ­τό, ἂν τὸ κα­λο­σκε­φθεῖς, δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου εὔ­κο­λη καὶ ξε­κού­ρα­στη δου­λειά.

Στα­μά­τη­σε στὴν πρώ­τη πόρ­τα ποὺ συ­νάν­τη­σε μπρο­στά του καὶ χτύ­πη­σε. Τοῦ ἄ­νοι­ξε ἕ­νας συ­νο­μή­λι­κός του νε­α­ρός. Ὁ Χρό­νος τοῦ εἶ­πε:

- Εἶ­ναι και­ρὸς νὰ ἀρ­χί­σεις.

- Ν᾿ ἀρ­χί­σω τί; ρώ­τη­σε μὲ φα­νε­ρὴ ἀ­πο­ρί­α ὁ νέ­ος.

- Ὅ­λα τὰ ση­μαν­τι­κὰ ποὺ φτιά­χνουν τὴ ζω­ή σου. Τὰ σχέ­διά σου καὶ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ θὰ τῆς δώ­σουν ὀ­μορ­φιὰ καὶ νό­η­μα.

- Μὰ εἶ­ναι πο­λὺ νω­ρὶς ἀ­κό­μα, ἀ­πάν­τη­σε ὁ νέ­ος. Ἔ­χω και­ρό. Τὸ μέλ­λον εἶ­ναι μπρο­στά μου.

- Δὲν ξέ­ρεις κάν, ἂν θὰ ἔρ­θει πο­τὲ τὸ μέλ­λον, ἀ­πάν­τη­σε ὁ Χρό­νος. Δι­κός σου χρό­νος εἶ­ναι μό­νο αὐ­τὸς ποὺ τώ­ρα ζεῖς. Αὐ­τὸ ποὺ κρα­τᾶς μὲ σι­γου­ριὰ στὰ χέ­ρια σου εἶ­ναι μο­νά­χα τὸ πα­ρόν.

Μὰ ὁ νέ­ος δὲν πεί­σθη­κε.

- Ὄ­χι, εἶπε. Νοι­ώ­θω πὼς εἶ­ναι πο­λὺ νω­ρὶς ἀ­κό­μα γιὰ ὁ­τι­δή­πο­τε. Θὰ πε­ρι­μέ­νω τὸ μέλ­λον.

Ὁ Χρό­νος δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­μεί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο. Εἶ­χε πο­λὺ δρό­μο μπρο­στά του. Ἔ­φυ­γε στε­νο­χω­ρη­μέ­νος. Ἀ­πὸ πό­λη σὲ πό­λη, ἀ­πὸ χω­ριὸ σὲ χω­ριό, ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι, συ­νέ­χι­σε νὰ τρέ­χει πά­νω στὴ γῆ, νὰ συ­ναν­τή­σει ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους.

Ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους συμ­πλή­ρω­σε τὸ γύ­ρο της, ὁ Χρό­νος ἦ­ταν πιὰ ἕ­νας γέ­ρος μὲ χι­ο­νι­σμέ­να μαλ­λιά. Καὶ τό­τε βρέ­θη­κε ξα­νὰ μιὰ νύ­χτα στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, ἀ­π᾿ ὅ­που εἶ­χε ξε­κι­νή­σει: στὴν πόρ­τα τοῦ νε­α­ροῦ ποὺ εἶ­χε πρω­το­συ­ναν­τή­σει. Μὰ τώ­ρα τοῦ ἄ­νοι­ξε ἕ­νας ἀ­σπρο­μάλ­λης γέ­ρος.

- Πρό­λα­βες νὰ κά­νεις κά­τι σπου­δαῖ­ο στὴ ζω­ή σου; ρώ­τη­σε ὁ Χρό­νος.

- Δυ­στυ­χῶς ὄ­χι, ἀ­πάν­τη­σε ὁ γέ­ρος σκυ­θρω­πός. Τὰ ἄ­φη­να πάν­τα ὅ­λα γιὰ τὸ μέλ­λον. Μὰ κά­πο­τε κα­τά­λα­βα, πὼς εἶ­ναι πιὰ πο­λὺ ἀρ­γὰ γιὰ ὁ­τι­δή­πο­τε. Τὸ μέλ­λον δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ γιὰ μέ­να. Μὲ εἶ­χε προ­σπε­ρά­σει. Χω­ρὶς νὰ τὸ ἀν­τι­λη­φθῶ, ἡ ζω­ή μου ἔ­γι­νε σι­γὰ – σι­γὰ ἕ­να πα­ρελ­θόν. Δὲν πε­ρι­μέ­νω τί­πο­τε πιά.

- Στα­μά­τα νὰ κοι­τᾶς αὐ­τὸ τὸ πα­ρελ­θόν, εἶ­πε ὁ Χρό­νος. Δὲν χά­θη­κε κά­θε ἐλ­πί­δα. Στὰ χέ­ρια σου κρα­τᾶς ἀ­κό­μα τὸ πα­ρόν. Γιὰ ὅ­σο ζεῖς, αὐ­τὸ θὰ ὑ­πάρ­χει. Καὶ εἶ­ναι δι­κό σου. Τὸ κά­νεις ὅ,τι θέ­λεις ἐ­σύ. Κα­νέ­νας δὲν μπο­ρεῖ νὰ σοῦ τὸ πά­ρει. Τὸ πα­ρόν, αὐ­τὸ μο­νά­χα εἶ­χες πάν­το­τε δι­κό σου. Τὸ μέλ­λον δὲν ἤ­ξε­ρες πο­τὲ ἂν θὰ σοῦ δι­νό­ταν. Τὸ πα­ρελ­θόν σου πά­λι δὲν γυ­ρί­ζει πί­σω. Μὰ τὸ πα­ρόν σου, καὶ τώ­ρα ἀ­κό­μα, εἶ­ναι ἐ­δῶ. Ἔ­χεις και­ρό, ἐκ­με­ταλ­λεύ­σου το. Ἔστω καὶ τώρα μπορεῖς νὰ κάνεις μιὰ ἀρχή, νὰ χτίσεις τουλάχιστον τὴ σχέση σου μὲ τὸν Θεό. Ἀρ­κεῖ νὰ τὸ θε­λή­σεις μό­νο.

Μὰ ὁ γέ­ρος μόρ­φα­σε ἀ­παι­σι­ό­δο­ξα:

- Πο­λὺ ἀρ­γὰ πιὰ γιὰ ὁ­τι­δή­πο­τε.

Τὸ ρο­λό­ι χτύ­πη­σε τρεῖς φο­ρὲς μέ­σα στὴ νύ­χτα.

- Νά, αὐ­τὴ ἡ ὥ­ρα ἐκ­φρά­ζει ὅ­λη τὴ ζω­ή μου, ξαναμί­λη­σε ὁ γέ­ρος μελαγχολικά. «Τρεῖς τὴ νύ­χτα: πο­λὺ νω­ρὶς καὶ συ­νά­μα πο­λὺ ἀρ­γὰ γιὰ ὁ­τι­δή­πο­τε» (Ζὰν-Πὼλ Σάρτρ).

Ὁ Χρό­νος τό­τε κί­νη­σε νὰ φύ­γει.

«Μυ­στή­ριο πράγ­μα ὁ ἄν­θρω­πος», σκε­φτό­ταν. «Πῶς κα­τα­φέρ­νει νὰ χα­ρα­μί­ζει τὰ δῶ­ρα τοῦ Θε­οῦ, με­τα­στρέ­φον­τας τὴν εὐ­λο­γί­α σὲ κα­τά­ρα;»

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 366, Ἰαν. 2014)


Δεν υπάρχουν σχόλια:


Αρχείο

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ