Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστιανική ηθική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστιανική ηθική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Ανθολόγιον 186: Γ. Μαντζαρίδης (Περί ανθρώπου)

(...) Ο άνθρωπος δεν πλάστηκε για να παραμείνει αυτό που είναι. Πλάστηκε για να τελειοποιηθεί και να αναχθεί σε κάτι που δεν είναι. Προήλθε από το μη όν και εικονίζει τον όντως Όντα. Δημιουργήθηκε ως κτίσμα και κλήθηκε να γίνει όμοιος με τον άκτιστο Δημιουργό. Είναι από τη φύση του άνθρωπος και του δόθηκε η εξουσία να γίνει θεός. Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος θεός. Η παραδοξότητα αυτή, που βρίσκεται στις ρίζες του Χριστιανισμού, προσδιορίζει την φύση του και διαμορφώνει τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα του. Και εξαιτίας αυτής της φύσεως και αυτού του χαρακτήρα ο Χριστιανισμός δεν γίνεται εύκολα αποδεκτός από τον κόσμο, αλλά "ἀντιλέγεται", όπως και ο ίδιος ο Χριστός, που έγινε "σημεῖον ἀντιλεγόμενον" και "κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ άνάστασιν πολλῶν" (...)


Γ. Μαντζαρίδης, Αλήθεια και Ζωή: Από το δόγμα στο ήθος, εκδ. Ίνδικτος, Αθήναι 2012, σελ. 46-47. (αποσπάσμα).


Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Ανθολόγιον 185: Γ. Μαντζαρίδης ("Ο Χριστιανισμός είναι ριζοσπαστικός. Και όπου δεν είναι ριζοσπαστικός δεν είναι αυθεντικός")

(...) Η αλήθεια του Χριστιανισμού δεν παράγεται συλλογιστικά ούτε ανακρίνεται λογικά, αλλά προσεγγίζεται και γνωρίζεται βιωματικά· είναι αλήθεια προσωπική ή ακριβέστερα υποστατική. Η αλήθεια του Χριστιανισμού συνυπάρχει με τα πρόσωπα και φανερώνεται στα πρόσωπα. Δεν ταυτίζεται με αντικείμενα ούτε βέβαια αντλείται από αυτά. Η αλήθεια κατά τη χριστιανική διδασκαλία βρίσκεται στον Τριαδικό Θεό, φανερώνεται στην ιστορία με το πρόσωπο του Χριστού και βιώνεται ως υπαρκτική κοινωνία μαζί του. Αυτό σημαίνει ότι η αλήθεια του Χριστιανισμού διαφέρει ουσιαστικά από αυτά που ο κόσμος εκλαμβάνει ως αλήθεια. Άλλωστε σήμερα ο κόσμος αδιαφορεί για την καθολική αλήθεια και ενδιαφέρεται σχεδόν αποκλειστικά για επιμέρους συμβατικές αλήθειες χωρίς υπερβατικό κύρος, που εξυπηρετούν πρακτικές ανάγκες. Έτσι συμβαίνει συχνά η χριστιανική αλήθεια να είναι όχι μόνο άσχετη, αλλά και τελείως αντίθετη προς ό,τι προβάλλεται στον κόσμο ως αλήθεια. Γι' αυτό και η θεώρηση των ίδιων πραγμάτων από χριστιανική και από κοσμική άποψη είναι πολλές φορές όχι απλώς διαφορετική αλλά και διαμετρικώς αντίθετη.
Ο Χριστιανισμός είναι ριζοσπαστικός. Και όπου δεν είναι ριζοσπαστικός δεν είναι αυθεντικός. Η ριζοσπαστικότητα του Χριστιανισμού αναφέρεται στο καθετί που τον συνδέει με τον κόσμο. Και αυτό οφείλεται στο ότι οι ρίζες του Χριστιανισμού δεν ανάγονται στον κόσμο ούτε τρέφονται από το πνεύμα του. Ο απόλυτος χαρακτήρας του Χριστιανισμού επιβάλλει την ριζοσπαστικότητα στο επίπεδο του σχετικού. Αλλά και η ριζοσπαστικότητα στο επίπεδο του σχετικού δεν μπορεί να γίνεται χωρίς σχέση με το απόλυτο και χωρίς αναφορά προς αυτό. (...)
Ο Χριστιανισμός δεν εκσυγχρονίζεται όταν συμμορφώνεται με την σχετικότητα του κόσμου και του κοσμικού πνεύματος, αλλά όταν διατηρεί ζωντανή την παράδοση του. Περιεχόμενο της παραδόσεως του Χριστιανισμού είναι ο ίδιος ο Χριστός, που πέθανε και αναστήθηκε  για να παραμείνει στον κόσμο με την Εκκλησία του. (...)



Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Ανθολόγιον 171: Γεώργιος Μαντζαρίδης


[...] Ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό, μόνο όταν ο Θεός γνωρίζεται στον άνθρωπο: "Γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ"(Γαλ. 4,9). Αν ο Θεός δεν φανερωθεί στον άνθρωπο, αν δεν τον καταστήσει κοινωνό της θείας ζωής, δεν μπορεί αυτός να γνωρίσει τον Θεό· δεν μπορεί να αναχθεί στο επίπεδο του ακτίστου και να αποκτήσει αληθινή θεογνωσία. Αυτή, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Γέροντας Σωφρόνιος (Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, Έσσεξ 2010, σελ.163), αποτελεί καρπό της ενώσεως του ανθρώπου με τον Θεό στο ίδιο είναι. Κανένας δεν γίνεται αντικείμενο. Ο άνθρωπος γίνεται μέτοχος της θείας ενέργειας και ζωής. Αλλά για να πραγματοποιηθεί αυτό πρέπει ο άνθρωπος να εγκαταλείψει την οδό της φιλαυτίας και της αποστασίας, και να βαδίσει τη στενή και τραχεία οδό της επιστροφής στο Θεό. [...]




Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

ΣΠ. ΤΣΙΤΣΙΓΚΟΣ, Η ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ





Ενώ παλιότερα όλοι σχεδόν ασκούσαν μια ηθικ(ιστικ)ή κριτική στην TV, όπως, άλλωστε, και στον κινηματογράφο, σήμερα εύκολα θα μπορούσε να συμφωνήσει κανείς ότι η πρώτη έχει καταντήσει το «απόλυτο ναρκωτικό» των Νεοελλήνων. Μέσα σ’ αυτή την «τρέλα» εντάσσονται και τα διάφορα «reality shows». Ο κάθε πονεμένος, χωρίς δυστυχώς να το καταλαβαίνει, γίνεται αντικείμενο ψυχαγωγίας τού κοινού. Ο τηλεπαρουσιαστής πείθει τούς πάντες ότι εκτελεί ανθρωπιστικό και κοινωνικό έργο κ.λπ., χωρίς να λέει, βέβαια, ότι βρήκε δουλειά για τον εαυτό του και για τον καναλάρχη, που θα «πετάξει» μέσα μερικές προσοδοφόρες διαφημίσεις! «Άρτο και θεάματα» ήθελαν οι Ρωμαίοι. Ποδόσφαιρο και κουτσομπολιό οι Ελληνες. Οι δημοσιογράφοι τη δουλειά τους κάνουν. Μάλιστα δε, με το σύστημα των κουπονιών δεν εμπορεύονται, τουλάχιστο, το πνεύμα (τη Γνώση), αλλά καθαρά την Ύλη! Μέσα σ’ αυτό το «παζάρι» εμπεριέχονται και οι κάθε λογής «προφήτες», όπου το «θέλημα του Κυρίου» (ή των UFO) μεταδίδεται σε ζωντανή σύνδεση από τα UHF. Εκτός των πάσης φύσεως Μελλοντολόγων, Χιλιαστών, Αστρολόγων, Μάντεων, θαυματοποιών κ.λπ., «προφήτες της TV» κατακλύζουν πλέον τους δέκτες μας, προφητεύοντας «πολέμους, λιμούς, λοιμούς, σεισμούς και καταποντισμούς». Φαίνεται ότι πρόκειται για επιδημία, και μάλιστα ξενόφερτη. Στην Αμερική ήδη από τον προηγούμενο αιώνα είχαν ξεσηκώσει τον πληθυσμό διάφορες αιρετικές ομάδες (Μορμόνων, Πεντηκοστιανών κ.λπ.). Και στον τόπο μας λίγα χρόνια πριν δρούσαν οι λεγόμενες Οραματίστριες ή Φωτισμένες. Για την Εκκλησία ο Προφητισμός είναι ομολογουμένως ένα Χάρισμα. Ωστόσο, κατά την Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία, ενώ κατά τους πρωτοαποστολικούς χρόνους ο κάθε βαπτιζόμενος (άνω των 30 ετών) διέθετε ορατά αυτό το προφητικό Χάρισμα (έκσταση, γλωσσολαλιά), σύμφωνα με το τριττό αξίωμα του Κυρίου, όταν εξέλιπαν οι αποχρώντες (απολογητικοί) λόγοι, το Χάρισμα αυτό από «χονδροκομμένο» έγινε πιο πνευματικό, όπως απαιτεί η (ψυχοπνευματική-ηθική) ανέλιξη-αύξηση (ωρίμανση) του κάθε πιστού Χριστιανού. «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιω. 20, 29), είπε ο Χριστός στον άπιστο Θωμά. Και, ο Απ. Παύλος στον κατάλογο των Χαρισμάτων (Α’ Κορ. 12, 28) κατατάσσει το «θαυματουργείν», που ανέκαθεν γοήτευε και εξακολουθεί - σε πείσμα των λόγων και της στάσης του Κυρίου - να γοητεύει τις μάζες, μετά τον «ευαγγελισμό» (τη θεο-λογία). Και σήμερα υπάρχουν προφήτες, και σήμερα γίνονται θαύματα. Αλλά, οι μετά Χριστό προφήτες (όπως αυτοί της εποχής της Καινής Διαθήκης) διαφέρουν λ.χ. από τους προ Χριστού Εβραίους Προφήτες (της Π.Δ.), γιατί, κατά τον ι. Χρυσόστομο, η «εν Χριστώ» Αποκάλυψη τελείωσε με την Πεντηκοστή. Κάθε «νέα» επιφοίτηση (έμ-πνευση) είναι απλή ερμηνεία ή εμβάθυνση τού (άπαξ και ήδη αποκαλυφθέντος) δόγματος. Τα μετά Χριστό θαύματα διαφέρουν (ποσοτικά και ποιοτικά) από τα της εποχής του Χριστού ή των Αποστόλων. Έτσι, ας μη μας ξεγελούν οι διάφοροι απατεώνες. Πάντως, το μεγαλύτερο θαύμα, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, παραμένει η αυτογνωσία και η αγάπη για τον «πλησίον» μας.

Σπυρίδων K. Τσιτσίγκος, MA, DD, PhD
Δρ. Θεολογίας & Δρ. Ψυχολογίας

Blog συγγραφέως : iorthodoxitheologia.blogspot.com
 


Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

π. Ευ. Γκανάς,Το φως ξυπνά ακόμη και σήμερα την καρδιά;

Το Φως που ξυπνά την καρδιά
Διαλεχτές σελίδες της Φιλοκαλίας για την αυτοσυγκέντρωση, την αυτογνωσία και την νοερά προσευχή
μετ.: Ντίνα Σαμοθράκη
εκδ. Αρμός

Ανθολογία πατερικών κειμένων που γράφτηκαν από τον 4ο ώς τον 15ο αιώνα
Του π. Ευαγγέλου Γκανά


Η επανέκδοση κειμένων από τα οποία μας χωρίζουν αιώνες συνιστά ένδειξη ελπίδας ότι παραμένουν ζωντανά. Προχωρώντας όμως από το ότι στο πώς, θέτοντας δηλαδή το θέμα της ερμηνείας, ο αναγνώστης που ξεφυλλίζει το βιβλίο "Το Φως που ξυπνά την καρδιά", μια ανθολογία από τη Φιλοκαλία που εκπόνησαν οι εκδόσεις Αρμός με νέα μετάφραση της Ντίνας Σαμοθράκη, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί: Τι ακριβώς είναι η Φιλοκαλία και τι κομίζει στις μέρες μας;
Η Φιλοκαλία είναι μια ανθολογία πατερικών κειμένων που η συγγραφή τους εκτείνεται από τον 4ο μέχρι τον 15ο αιώνα. Η ανθολόγηση εκπονήθηκε από τους Μακάριο Κορίνθου και Νικόδημο τον Αγιορείτη, η πρώτη έκδοση έγινε στη Βενετία το 1782. Στην αρχική τους εμφάνιση τα κείμενα αποτελούσαν γραπτή καταγραφή της θεολογίας και εμπειρίας του μοναστικού βίου, αλλά ταυτόχρονα και της ζωής όλων όσοι έπαιρναν το ευαγγελικό κήρυγμα στην ονομαστική του αξία, μια που ο μοναχισμός προέκυψε ως απόκριση σε αυτό ακριβώς το αίτημα. Στα 1782, η Φιλοκαλία συνιστούσε απόπειρα να προσφερθεί στον Ελληνισμό το απόσταγμα της ορθόδοξης παράδοσης ως η αληθής κατά Θεόν φιλοσοφία, ενάντια στις φιλοσοφικές δοξασίες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού που είχαν αρχίσει να κάνουν δυναμικά την εμφάνισή τους στον τόπο μας. Η απόπειρα ναυάγησε, αφού το νεοελληνικό έθνος-κράτος συγκροτήθηκε στηριζόμενο σε οτιδήποτε άλλο εκτός από το πνεύμα της Φιλοκαλίας.
Η Φιλοκαλία δεν υπήρξε εκδοτική επιτυχία. Η δεύτερη έκδοση έγινε μόλις το 1893, η τρίτη το 1957. Από τότε όμως αρχίζει μια παράλληλη άνθηση των φιλοκαλικών εκδόσεων σε Ελλάδα και Δύση. Η Φιλοκαλία θεωρείται πια σαρξ εκ της σαρκός της ορθόδοξης θεολογικής παράδοσης. Η ομόφωνη αυτή αποδοχή δέχθηκε πρόσφατα τα πυρά κάποιων Ελλήνων διανοητών, το έργο των οποίων μάλιστα είχε συνδεθεί με την εκ νέου ανακάλυψη της πατερικής παράδοσης.
Η μία κριτική προέκυψε ως απάντηση στο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να προσλαμβάνεται θετικά η Φιλοκαλία από τη σύγχρονη Δύση ενώ εκφράζει την καρδιά της ορθόδοξης παράδοσης; Η απάντηση που δόθηκε ήταν σε γενικές γραμμές: στη Φιλοκαλία έχουν εμφιλοχωρήσει στοιχεία της δυτικής ατομικής θρησκευτικότητας εις βάρος της θεώρησης της εκκλησίας ως ευχαριστιακού γεγονότος, με άλλα λόγια οι Δυτικοί στη Φιλοκαλία ανακαλύπτουν τον εαυτό τους (Χρήστος Γιανναράς, Ενάντια στη Θρησκεία).
Η δεύτερη κριτική ήταν δριμύτερη. Θεωρώντας τη Φιλοκαλία κείμενο διαμορφωτικό του νεοελληνισμού, προσπάθησε να δείξει ότι η ορθόδοξη βυζαντινή παράδοση περιστέλλεται σε μια αρνησίκοσμη παθητική στάση, αρνείται να αποδεχθεί τη σωματικότητα του ανθρώπου, εξορίζει τη φαντασία, αδυνατεί να προχωρήσει στην εξατομίκευση και, εν τέλει, αποτυγχάνει να διαπλεύσει δημιουργικά τον ιστορικό χρόνο, καταδικάζοντας έτσι τους ορθόδοξους λαούς σε δραματική υστέρηση σε σχέση με τους Δυτικούς (Στέλιος Ράμφος, Το αδιανόητο τίποτα). Εδώ δεν θα συζητήσουμε αυτές τις απόψεις, αλλά, ξεκινώντας απ’ αυτές, θα καταγράψουμε κάποιες, αναγκαστικά αποφθεγματικού χαρακτήρα, σκέψεις για τη Φιλοκαλία και την πρόσληψή της σήμερα.

Η μειοψηφική μικρά ζύμη

Η Φιλοκαλία δεν μπορεί να αποτελέσει διαμορφωτικό κείμενο για κανένα έθνος ή κοινωνία συνολικά, παρά μόνο για την εκκλησία, το σώμα των πιστών που εκουσίως αποδέχονται την κλήση του Χριστού σε μια ζωή μαθητείας. Η κωνσταντίνεια συνθήκη, που ταύτισε κοινωνία και εκκλησία, κι έγινε σημείο αντιλεγόμενο για τη χριστιανική θεολογία, έχει πλέον εκ των πραγμάτων εκλείψει. Μόνο όσοι συγχέουν τις επιθυμίες τους με την πραγματικότητα αρνούνται να συνειδητοποιήσουν πως η εκκλησία είναι, όπως ήταν πάντα, η μειοψηφική μικρά ζύμη.
Η θεολογία μετά το 1960 διακατέχεται από μια αλλεργία απέναντι στην έννοια της ηθικής, ταυτίζοντας κάθε εκδοχή της με την ευσεβιστική προοπτική στην οποία αντιπαρατέθηκε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση μιας γενικότερης τάσης εντός των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών: οι πεποιθήσεις να μη συναρτώνται με τίποτα το απτό και ορατό στην καθημερινή ζωή. Ανάμεσα στην υιοθέτηση οποιασδήποτε αξίας και στην πρακτική συμπεριφορά του ατόμου δεν υπάρχει οποιαδήποτε κοινωνικά δεσμευτική σχέση. Ως αποτέλεσμα, οι χριστιανοί καταλήγουν να ζουν σαν να μην υπάρχει Θεός. Αντίθετα, στη Φιλοκαλία δεν εξαίρεται κάποιος απισχνημένος ιδεολογικός χριστιανισμός, αλλά η, μέσω της εκκοπής των παθών, της άσκησης των αρετών και της έκχυσης της Χάριτος, μεταμόρφωση του ανθρώπου εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού.

Πρόοδος και ευημερία

Η αντίληψη πως η Φιλοκαλία απέτρεψε τους ορθόδοξους λαούς από την πρόοδο φανερώνει ιδεολογικές προκαταλήψεις καθώς δεν θέτει το κρίσιμο ερώτημα: ποια πρόοδος και τίνος η ευημερία. Διαπιστώνεται σήμερα πως το φιλελεύθερο-εκκοσμικευμένο κράτος συντηρείται από κανονιστικές προϋποθέσεις τις οποίες το ίδιο δεν μπορεί να εγγυηθεί. Πως στη Δύση δεν συγκροτήθηκε τελικά εαυτός, αλλά ένα θρυμματισμένο υποκείμενο που αισθάνεται περιδεές απέναντι στον κόσμο της βίας και της απληστίας που το ίδιο δημιούργησε. Εκεί που κάποιοι διαπιστώνουν άρνηση δημιουργικότητας λόγω ετερόνομης υποταγής σε εξ αποκαλύψεως αλήθειες, η Φιλοκαλία, όπως και το Ευαγγέλιο, βλέπει μια εκκλησία που ως εναλλακτική πόλις φανερώνει με τη ζωή της τις αρετές που ο κόσμος περιφρονεί: την ταπείνωση, την πτωχεία, την ελπίδα, την υπομονή και την αγάπη, τα σημεία της βασιλείας που έρχεται, την ακράδαντη πεποίθησή πως ο Χριστός, κι όχι εμείς, είναι ο Κύριος της Ιστορίας.
Η Φιλοκαλία σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει βιβλίο γραμμένο από μοναχούς για μοναχούς. Κυριαρχεί η περιγραφή του εσωτερικού αγώνα και απουσιάζει η ατζέντα του δημόσιου χώρου. Ομως αυτό αποκαλύπτει απλώς τη χριστιανική στρατηγική: οφείλουμε να ξεκινούμε πάντα από τον έσω άνθρωπο. Εμπαθείς άνθρωποι θα συγκροτήσουν σχέσεις αναζητώντας ακριβώς τροφή για τα πάθη τους, όπως τόσο επιτυχημένα περιέγραψαν οι moralistes του 18ου αιώνα. Οποιος δεν διαβάζει τη Φιλοκαλία για να ανακαλύψει αυτάρεσκα τον εαυτό του θα καταλάβει τα εξαιρετικά λόγια του προοιμίου: Ελθετε πάντες όσοι κλήσεως ορθοδόξου τυγχάνετε μέτοχοι, συνάμα Λαϊκοί τε και Μοναχοί, οι την εντός υμών ούσαν του Θεού Βασιλείαν και τον εν τω αγρώ της καρδίας κεκρυμμένον ευρηκέναι σπουδάζοντες θησαυρόν· ος εστίν ο γλυκύς Ιησούς Χριστός.


Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Βασίλειος Γιούλτσης, Ελευθερία και υπακοή στην Ορθόδοξη Χριστιανική Ηθική


Ελευθερία και υπακοή είναι δύο έννοιες, που ενώ για τον ελεύθερο φιλοσοφικό στοχασμό αποτελούν συνήθως μια καθαρά λογική αντίφαση, για τη χριστιανική σκέψη και ζωή είναι μια αδιάσπαστη ενότητα. Η βασική αυτή διαφορά μάς υποχρεώνει να δούμε τις έννοιες αυτές παράλληλα στο φιλοσοφικό στοχασμό και στη χριστιανική σκέψη για να κατανοήσουμε καλύτερα τη συνοχή και την ενότητά τους μέσα στη νέα πραγματικότητα, που εισάγεται με το ορθόδοξο ήθος.
Φυσικά οι μη χριστιανικές απόψεις για την υπακοή είναι γνωστό πως λίγο πολύ συμπίπτουν. Έτσι παραμένει κλασσικό αυτό, που υποστηρίχτηκε από τους κλασσικούς, ότι η υπακοή είναι συμμόρφωση στο πρόσταγμα. Η συμμόρφωση αυτή αποτελεί συνήθως τη μοναδική εκλογή, γιατί το πρόσταγμα, όπως ξέρουμε, αντιστοιχεί σε μια ποιότητα υπεροχής. Έτσι υπακούει εκείνος, που δε μπορεί να παρακούσει στον άλλο, που υπερέχει. Με το συλλογισμό αυτό δικαιώνεται κι ο ίδιος ο Πλάτωνας, που μετά την εμπειρία του απ’ τη σικελική περιπέτεια χαρακτηρίζει την υπακοή «γνώρισμα δούλου». Ανάλογες απόψεις βρίσκουμε και στην αρχαία λατινική φιλολογία και σε κείμενα ασιατικών λαών.
Ας δούμε στη συνέχεια τη σημασία της ελευθερίας. Στους ορισμούς που δόθηκαν κατά καιρούς ξεχωριστή θέση κατέχει η άποψη του Επίκτητου. Σύμφωνα μ’ αυτήν ελευθερία είναι η πράξη, που γίνεται μετά την απομόνωση της φαυλότητας. Έτσι η ελευθερία παρουσιάζεται ως τρόπος ζωής ή συμπεριφοράς, που εναρμονίζεται με την ηθική και τη λογική. Με μια τέτοια θεώρηση όμως ποιός μπορεί να εγγυηθεί ότι η ηθική ή η λογική των ανθρώπων θα προσδιορίσει αντικειμενικά την ελευθερία; Γιατί όλοι γνωρίζουν πόση ανηθικότητα και παραλογισμός κρύβεται πολλές φορές πίσω από φαινομενικά ηθικές ή λογικές ανθρώπινες ενέργειες. Φυσικά είναι αυτονόητο πως μια τέτοια εξάρτηση της ελευθερίας από τη λογική και την ηθική υποτάσσει την πρώτη στις δευτέρες και τη θεωρεί αξιολογικά κατώτερη.
Μια άλλη άποψη, που διατυπώθηκε στο χώρο της πολιτικής φιλοσοφίας κι έρχεται ως συνέχεια της σκέψεως του Επίκτητου, είναι εκείνη που χαρακτηρίζει την ελευθερία ως τήρηση ενός πρότυπου αγαθότητας ή λογικής, που αναγκαστικά πρέπει να αναζητηθεί στο κράτος. Με άλλα λόγια το κράτος το ίδιο είναι η ηθική ολότητα και η πραγμάτωση της ελευθερίας. Στην άποψη αυτή, που είναι ιδέα του Εγέλου, βλέπουμε ταύτιση κράτους και ελευθερίας. Όλα αυτά όμως πίσω από μια σκοπιμότητα να υπάρχει η ελευθερία για χάρη του κράτους, για να υπακούουν οι πολίτες σε μια ηθική ολότητα, που επιβάλλει την ελευθερία. Υποτάσσουμε, δηλαδή, τον άνθρωπο για να τον κάνουμε ελεύθερο, όποιος όμως δεν υπακούει πρέπει να πιεστεί, να εξαναγκαστεί για να γίνει ελεύθερος (!).
Στο σημείο αυτό πρέπει να ομολογήσουμε ότι ορθώνεται ένα ανυπέρβλητο αδιέξοδο. Τί πρέπει να προτάξει κανείς, τη συλλογική ή την ατομική ελευθερία; Από το αδιέξοδο αυτό βγήκε γρήγορα η φιλοσοφία χαρακτηρίζοντας την ελευθερία ως σύνθετη έννοια, που μπορεί αποσπασματικά ν’ ανήκει στη φιλοσοφία, τη φυσική, τη μεταφυσική, την πολιτική και την ηθική. Το κομμάτιασμα όμως της ελευθερίας είχε ως αποτέλεσμα πρώτα τη διάσπαση της ανθρώπινης προσωπικότητας και στη συνέχεια τη δημιουργία αντιφάσεων, αφού ξέρουμε πως οι προηγούμενες περιοχές βρίσκονται συχνά μεταξύ τους σε διαλεκτική αντίθεση. Ποιός μπορεί ν’ αμφισβητήσει ότι συνήθως για χάρη της ελευθερίας καταπιέζονται ανθρώπινες συνειδήσεις, καταστρέφονται τεράστιες σε οικονομικό αντίκρυσμα περιουσίες, πουλιούνται ή αγοράζονται ακόμα και ολόκληροι λαοί στα τραπέζια των διεθνών συναντήσεων και χύνονται ποτάμια αίματος; Λίγοι ελεύθεροι τρελλοί ή φανατικοί μπορούν να σκορπίσουν τον πανικό και τον όλεθρο σ’ ολόκληρο τον πλανήτη μας.
Βλέπουμε λοιπόν πως η ελευθερία και μαζί της κι η υπακοή δεν μπορούν να εξαρτηθούν ούτε από την ηθική, ούτε από τη λογική, ούτε κι από αυτή την ιδέα μιας ηθικής ολότητας, που απαιτείται είτε από το κράτος είτε ακόμα κι από τη θρησκεία. Στις περιπτώσεις αυτές η εξάρτηση δουλώνει τον άνθρωπο κι αφού παραγνωρίσει την πνευματική του υπόσταση τον υποτάσσει σε μια ολοκληρωτική αναγκαιότητα. Τέτοιες ολοκληρωτικές αναγκαιότητες στο χώρο του κράτους είναι οι κοινωνιστικές ουτοπίες και στο χώρο της θρησκείας οι χιλιασμοί, οι μεσσιανισμοί και οι θρησκευτικές απολυτοποιήσεις.
Χρειάζεται λοιπόν ν’ αναζητήσουμε το αληθινό νόημα της ελευθερίας έξω από τις παραπάνω περιοχές στα πλαίσια ενός ορισμού, που απορρίπτει την αναγκαιότητα, καταργεί την υποταγή και δέχεται στον άνθρωπο την πνευματική αρχή, την πνευματική καταγωγή και την ποιότητα. Στο Χριστιανισμό η ελευθερία συνδέθηκε με το πνεύμα. Αυτό φαίνεται στη διακήρυξη του Αποστόλου Παύλου· «Ο Κύριος το πνεύμα εστίν ού δε το πνεύμα Κυρίου, ελευθερία». Στη διακήρυξη αυτή βλέπουμε την αναφορά της ελευθερίας στο πνεύμα, απ’ όπου η ελευθερία αποκτά την απόλυτη αξία όχι πια ως ολοκληρωτική αναγκαιότητα, αλλ’ ως υπερβατική αξία και ποιότητα αδιάβλητη, ακέραιη και πλήρης. Τα γνωρίσματα αυτά της ελευθερίας αντιστοιχούν σε αλήθειες της ορθόδοξης θεολογίας, γι’ αυτό κι η ελευθερία στο ορθόδοξο ήθος είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της νέας κοινωνικής πραγματικότητας, που βιώνεται στο χώρο της αγίας μας Εκκλησίας.
Για να κατανοήσουμε τις παραπάνω θέσεις πρέπει να θυμηθούμε ότι μετά την πτώση του ανθρώπου από κακή χρήση του αυτεξουσίου (ελευθερίας) η ανόρθωσή του συντελείται ως απελευθέρωση από την αμαρτία με την καταβολή του αίματος του Κυρίου ως λύτρου. Κι είναι γνωστό ότι στα κείμενα της Καινής Διαθήκης ο Χριστός παρουσιάζεται ως ελευθερωτής του ανθρώπου όχι μόνο από τη δουλεία στον πονηρό, το θάνατο και την αμαρτία, αλλά κι από την εξουσία που ασκούσε πάνω του το γράμμα του Νόμου. Έτσι η νέα διαθήκη και συμφωνία του Θεού με τον άνθρωπο γίνεται ο «τέλειος νόμος της ελευθερίας» για την Εκκλησία, που εμφανίζεται ως περιοχή της αληθινής ελευθερίας του ανθρώπου, γιατί είναι περιοχή της φανερώσεως του Αγίου Πνεύματος.
Το βασικότερο λοιπόν πρόβλημα, στο οποίο έρχεται να δώσει απάντηση ο Χριστιανισμός με την Εκκλησία, είναι το πρόβλημα της ανθρώπινης ελευθερίας. Αν αφαιρέσουμε την ελευθερία, παύει να έχει νόημα ολόκληρο το έργο της θείας οικονομίας, ο Νόμος, οι Προφήτες, η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, ο θάνατος και η ανάστασή Του, η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος και τέλος η σύσταση της Εκκλησίας. Κι όλα αυτά γιατί κατάχρηση της ελευθερίας (αυτεξουσίου) προκαλεί την πτώση, και αποκατάσταση και αληθινή χρήση της ελευθερίας προκαλεί την ανόρθωση και ανάπλαση «του πεπτωκότος».
Αλλ’ η ελευθερία είναι και ατμόσφαιρα μέσα στην οποία κινείται και εκφράζεται η χριστιανική αλήθεια. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να υπάρχει αλήθεια, εκεί που δεν υπάρχει ελευθερία ή ελευθερία εκεί που δεν υπάρχει αλήθεια. Μετέχοντας ο άνθρωπος με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος στην αλήθεια του Χριστού βρίσκει την αληθινή ελευθερία. Γι’ αυτή τη συγκλονιστική πραγματικότητα μας βεβαιώνει ο Κύριος με τα λόγια του· «γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς».
Η πραγματική ελευθερία είναι καρπός της αλήθειας, που ταυτίζεται με την αληθινή ζωή. Η ζωή αυτή είναι ζωή «εν Αγίω Πνεύματι», κατά την οποία με τα μυστήρια της Εκκλησίας αποσπάται ο άνθρωπος από τη χοϊκή ρίζα του Αδάμ και μπολιάζεται στην πνευματική ρίζα του Χριστού. Μόνον ο Χριστός ως νικητής του θανάτου και πηγή της ζωής προσφέρει στον άνθρωπο την απελευθέρωσή του από τα δεσμά του θανάτου και την αληθινή ζωή. Όταν ο άνθρωπος περιορίζεται από τη φθορά και το θάνατο είναι φυσικό να αισθάνεται και να ζει ως δούλος. Ζει στο χώρο της πτώσεως, στο χώρο της δεσμεύσεως, της αναγκαιότητας, της βιολογικότητας, στο χώρο του «παρά φύσιν». Όταν όμως λυτρώνεται από τα δεσμά αυτά αισθάνεται και ζει ως τέκνο του Θεού. Ζει στην περιοχή της αναπλάσεως, της αιωνιότητας, της θείας υιοθεσίας, της ελευθερίας, στην περιοχή του «κατά φύσιν». Μ’ άλλα λόγια, ελευθερία είναι η βεβαίωση της πνευματικής αρχής μέσα στον άνθρωπο, η αποδέσμευσή του από τη βιολογική αναγκαιότητα του άτομου και η μεταμόρφωσή του σε πρόσωπο, σε πνευματική ποιότητα.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε τη σπουδαιότητα που αποδίδει η ορθόδοξη χριστιανική ηθική στην έννοια πρόσωπο, που τη διαστέλλει σοβαρά από την έννοια άτομο. Κι αυτό γιατί η χριστιανική ηθική συνεπής προς το ορθόδοξο δόγμα προσδιόρισε τις θεμελιώδεις αρχές και έννοιές της σύμφωνα με τις δογματικές αλήθειες της Ορθοδοξίας. Έτσι όταν η ορθόδοξη χριστιανική σκέψη διαπίστωσε τη διαφορά ανάμεσα στις παραπάνω έννοιες με αφετηρία τη διάκριση των προσώπων της Τριαδικής Θεότητας, προσδιόρισε ως ανθρώπινο πρόσωπο την ξεχωριστή και επώνυμη υπόσταση αντίθετα από το ανώνυμο φυσικό άτομο
Το άτομο λοιπόν δεν είναι παρά μονάδα του είδους, από το οποίο προέρχεται και στο οποίο ανήκει από τη γέννηση ως το θάνατο. Η νομοτελειακή αυτή εξάρτηση φανερώνει την υποταγή του ατόμου στην απρόσωπη συλλογική αναγκαιότητα, που υπαγορεύεται βασικά από τους νόμους της «πεπτωκυίας φύσεως». Έτσι το άτομο ταυτίζεται με την «παρά φύσιν» κατάσταση του ανθρώπου, που κάτω από τη δουλεία της αμαρτίας αδυνατεί να προσεγγίσει και να γνωρίσει την αλήθεια της καταστάσεώς του, η οποία και θα το ελευθερώσει. Το άτομο μέσα στο κέλυφος του εγωκεντρισμού δεν έχει την αίσθηση της πνευματικής δράσεως κι αδυνατεί να δει τον πλησίον και το Θεό, που βρίσκονται μόλις απ’ έξω. Η θέα του πλησίον και του Θεού, που θάναι ταυτόχρονα και συνάντησή τους είναι δυνατή μόνο με το σπάσιμο του εγωισμού, την απελευθέρωση από το κέλυφος της απομονώσεως και την έξοδο για συνάντηση με το «συ» στη δημιουργία της κοινωνίας του «εμείς».
Χαρακτηριστικά λοιπόν στοιχεία της καταστάσεως του ατόμου είναι πάντα ο εγωισμός, η δουλεία στην αμαρτία, η στέρηση της πνευματικής δράσεως κι η απομάκρυνση από τον πλησίον και το Θεό.
Το πρόσωπο αντίθετα είναι μια ενότητα ψυχοπνευματικών στοιχείων, που βρίσκονται πάνω από κάθε φυσιοκρατική και βιολογική αναγκαιότητα. Το πρόσωπο είναι μια απόλυτη αξία. Είναι εκείνο το ξεχωριστό κάτι, που σε μιαν ασύλληπτη πολυμορφία συνθέτει την ανεπανάληπτη ιδιαιτερότητα του «κατά φύσιν» ανθρώπου. Έτσι είναι αδύνατο σ’ ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία να βρεθεί για οποιοδήποτε πρόσωπο ένα «ακριβές αντίγραφο». Κάθε άνθρωπος ως πρόσωπο είναι κι ένας ξεχωριστός κόσμος. Είναι μια μικρή ολότητα, μια μικρή πληρότητα ανάλογη της κοσμικής, ένας τέλειος μικρόκοσμος μέσα στην απέραντη δημιουργία, όπως χαρακτηριστικά τον ονομάζει ο άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος. Γι’ αυτό το πρόσωπο δεν είναι ποτέ κάτι το στατικό. Νοείται πάντα σε μια κοινωνική διάσταση, γιατί κινείται για να συναντήσει τον πλησίον και ιδιαίτερα το πρότυπό του, που είναι ο Τριαδικός Θεός.
Η κίνηση αυτή, που κοινωνιολογικά μπορεί να χαρακτηριστεί ως έκφραση και ρόλος του προσώπου, αποκαλύπτει μέσα σ’ αυτό την ύπαρξη κοινωνικού δυναμισμού. Ο όρος εδώ δε σημαίνει την ασυνείδητη κοινωνικότητα, που υπάρχει σ’ ολόκληρη τη βιολογική δημιουργία κι είναι μια φυσιοκρατική τάση —θα λέγαμε αναγκαιότητα υπάρξεως— σ’ όλα τα ζώα ακόμα και στα φυτά. Κοινωνικός δυναμισμός είναι μια πνευματική λειτουργία, που θεολογικά ανάγεται στο «κατ’ εικόνα» κι αποτελεί βασικό στοιχείο της ανθρώπινης προσωπικότητας. Είναι μια δυναμική κίνηση αγάπης και ελευθερίας, που σπάζει, όπως είπαμε, το φράγμα του ατομικού απομονωτισμού και οδηγεί τον άνθρωπο στη σφαίρα του διαλόγου, στη διάσταση του κοινωνικού. Είναι η κίνηση, που κάνει τον άνθρωπο να κοινωνεί με το πνεύμα, ν’ αποδεσμεύεται απ’ τις αναγκαιότητες κι ελεύθερος να πιστεύει σε αξίες, ν’ αγωνίζεται γι’ αυτές, να δημιουργεί πολιτισμό, να διαφέρει από τα ζώα. Είναι η κίνηση, που σε οριζόντια διάσταση διαλόγου με τον πλησίον εκφράζει την κοινωνικότητα, ενώ σε κατακόρυφη διάσταση διαλόγου με το Θεό αποκαλύπτει την πνευματικότητα. Στην κίνηση αυτή δεν υπάρχει καταναγκασμός, αφού ο άνθρωπος είναι πάντα ελεύθερος ν’ αμφιβάλλει όχι μόνο για την πνευματικότητα, αλλά και για τον ίδιο το Θεό. Έτσι η ελευθερία είναι χαρακτηριστικό και της πνευματικότητας στην ιδιαίτερη σχέση του ανθρώπου με το Θεό ως πλάσμα με τον πλάστη του, ως τέκνο με τον ουράνιο πατέρα του.
Στο σημείο αυτό χρειάζεται να σταθούμε για λίγο, αφού βλέπουμε να προβάλλει η αρετή της υπακοής, της οποίας τη σχέση με την ελευθερία θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια,
Σε κείμενο της Α΄Επιστολής του Αποστόλου Πέτρου διαπιστώνουμε ότι οι Χριστιανοί ονομάζονται «τέκνα υπακοής» Αν θελήσουμε να συνδέσουμε το χαρακτηρισμό αυτό με ένα άλλο κείμενο της Β΄προς Θεσσαλονικείς Επιστολής του Αποστόλου Παύλου, βλέπουμε ότι η άρνηση της υπακοής στο Θεό ισοδυναμεί με απιστία. Το ίδιο φαίνεται και σ’ άλλα κείμενα του Παύλου, όπου εναλλάσσονται οι όροι «πίστη» και «υπακοή» σε σημείο, που να παρουσιάζονται σχεδόν ταυτόσημοι. Απόλυτη συνωνυμία των όρων βρίσκουμε στον Παιδαγωγό του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως, όπου υποστηρίζεται ότι η υπακοή του λόγου δεν είναι τίποτε άλλο από την ίδια την πίστη
Η ερμηνεία της σχέσεως των όρων δεν πρέπει να μελετηθεί χωριστά από τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό. Στην προπτωτική κατάσταση η σχέση αυτή συνδέεται με την υπακοή του ανθρώπου, που κι αυτή είναι δεμένη με το αυτεξούσιο. Κακή χρήση του αυτεξουσίου δημιουργεί την παρακοή, με την οποία αρχίζει η δυναστεία της φθοράς και του θανάτου και η απώλεια της ελευθερίας. Έτσι η παρακοή διακόπτει τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό και γίνεται αφορμή αμφισβητήσεως και απιστίας του ανθρώπου. Με την εφαρμογή του έργου της θείας οικονομίας και της αναπλάσεως του «πεπτωκότος» πραγματοποιείται η ανάκλησή του στην υπακοή του Θεού. Την παρακοή, που στέρησε τον παράδεισο από τους πρωτοπλάστους μόνο η υπακοή θα μπορούσε να παραγράψει. Γιατί μόνο η υπακοή ήταν σε θέση να απομακρύνει την πτωτική αμφισβήτηση και απιστία, που προκάλεσε τη διακοπή των σχέσεων ανθρώπου και Θεού. Έτσι με την υπακοή πραγματοποιείται η ανασύσταση της κοινωνίας των σχέσεων, που στο βάθος επισφραγίζονται με τη βίωση της πίστεως από τον άνθρωπο και την προσφορά της αληθινής ελευθερίας από το Θεό.
Στη θεολογική αυτή διατύπωση κρύβεται μια αλήθεια, που συχνά μας διαφεύγει. Η αλήθεια αυτή μας λέει πως η ανάκτηση της ελευθερίας ποτέ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιτυχία σε μια προσπάθεια του ανθρώπου. Ο εμπειρικός άνθρωπος δεν είναι σε θέση να προσφέρει στον εαυτό του την ελευθερία, γιατί η ελευθερία είναι δεμένη με το Πνεύμα του Κυρίου και αποτελεί αποκλειστική προσφορά του Θεού. Μόνον ο Θεός προσφέρει την ελευθερία. Κατά συνέπεια η ελευθερία δεν κατακτάται από τον άνθρωπο, αλλά του προσφέρεται από το Θεό. Ο άνθρωπος έλκεται από την ελευθερία, που για να τη νιώσει, να την ενεργοποιήσει και να τη χαρεί χρειάζεται με την υπακοή κι εμπιστοσύνη στο Θεό ν’ απελευθερωθεί από τη δουλεία της αμαρτίας.
Στη συνάντηση ελευθερίας και υπακοής βλέπει κανείς το πολύ γνωστό στο Χριστιανισμό σχήμα των αντιθέσεων. Των αντιθέσεων, που είναι αδύνατο να γεφυρωθούν με τη λογική. Έτσι είναι παράλογο το εγχείρημα συγκρίσεως της ελευθερίας ως δωρεάς του Θεού από τη μια, και της υπακοής ως προσφοράς του ανθρώπου από την άλλη. Δεν υπάρχουν μεγέθη για τέτοια σύγκριση. Είναι το ίδιο σαν να θέλουμε να μετρήσουμε την αιωνιότητα σε σχέση με το χρόνο, το τέλειο σε σχέση με το ατελές. Στη θεολογική γλώσσα ο χρόνος αγκαλιάζεται απ’ την αιωνιότητα και παίρνει τα χαρακτηριστικά της, το τέλειο τελειοποιεί το ατελές, το θείο θεώνει το ανθρώπινο, και στο θέμα μας η ελευθερία παίρνει την υπακοή και τη μεταμορφώνει σε ελευθερία. Με μια τέτοια υπέρβαση της αντιθέσεως η ελευθερία γίνεται υπακοή κι η υπακοή ελευθερία. Χωρίς ελευθερία λοιπόν η υπακοή είναι δουλεία και χωρίς υπακοή η ανθρώπινη ελευθερία δεν διαφέρει καθόλου από την αυθαιρεσία.
Με τη διαπίστωση αυτή φτάνουμε σ’ ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της χριστιανικής ηθικής, δηλαδή στη θέση της ελευθερίας ανάμεσα στις σύγχρονες μορφές υπακοής. Στο μοναχισμό, την πνευματική ζωή, την οικογένεια, τις παιδαγωγικές σχέσεις και τις σχέσεις με τους φορείς της κοσμικής εξουσίας το πρόβλημα της υπακοής και της ελευθερίας εμφανίζεται οξύτερο τελευταία μετά την αμφισβήτηση της εξουσίας και της αυθεντίας. Με την αμφισβήτηση αυτή έχει σπάσει η ενότητα ανάμεσα στις έννοιες μας και η ελευθερία αντιμετωπίζεται από τον άνθρωπο ως δικαίωμα και απαίτηση. Έτσι οι γνωστές μορφές της ελευθερίας υποστηρίζεται ότι είναι κατακτήσεις του ανθρώπου, αλλά όπως φάνηκε καθαρά πιο πάνω, κανείς δεν μπορεί να προσφέρει στον εαυτό του ελευθερία. Χωρίς την αυτοϋπέρβαση του ανθρώπου στις λεπτομέρειες της υπακοής μια τέτοια ελευθερία είναι μόνο κατ’ επίφαση ελευθερία, είναι κίβδηλη ελευθερία και δε θ’ αργήσει να εκδηλωθεί ως αυθαιρεσία. Κι αυτοί που δέχονται μια τέτοια ελευθερία είναι φυσικό να τη δέχονται δουλικά, γιατί η υπακοή τους είναι κίβδηλη, είναι δουλεία,
Για την ορθόδοξη χριστιανική ηθική η ελευθερία προσφέρεται μόνο από το Θεό κι η υπακοή του ανθρώπου ανάγεται στο Θεό ανεξάρτητα από το ποιός την αξιολογεί ή την κατευθύνει στις προηγούμενες σχέσεις. Στο σχήμα αυτό οι πόλοι είναι Θεός και άνθρωπος και η επικοινωνία πνευματική. Κάθε τι, που παρεμβάλλεται στην επικοινωνία αυτή, είναι γιατί του δόθηκε «άνωθεν» η οικονομία της παιδαγωγίας ή της συνέργειας για τη φανέρωση του θείου θελήματος. Μέσα στην προοπτική αυτή πρέπει να δούμε την απάντηση του Ιησού στον Πιλάτο όταν του είπε πως είχε εξουσία να του προσφέρει ελευθερία. «Ουκ είχες εξουσίαν κατ’ εμού ουδεμίαν», είναι η απάντηση, «ει μη ην δεδομένον σοι άνωθεν». Στην ίδια προοπτική τοποθετείται η μοναχική υπακοή στο γέροντα, που προσφέρεται για να διευκολύνει την επικοινωνία και την υπακοή του υποτακτικού του στο Θεό. Κι ακριβώς στις περιπτώσεις της πραγματικής υπερβάσεως της ατομικότητας η υπακοή του μοναχού γίνεται πηγή χαράς και πνευματικό μεθύσι, γιατί μεταμορφώνεται σε ελευθερία.
Η κατανόηση των παραπάνω αντιφάσεων είναι αδιανόητη στον κοσμικά σκεπτόμενο άνθρωπο γιατί ζει με την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας του. Η παντοδυναμία αυτή είναι δυνατό να στηρίζεται είτε σε οικονομική επιφάνεια, είτε σε κοινωνική προβολή, είτε σε επαγγελματική εξασφάλιση, είτε σε ιδεολογική ολοκλήρωση, είτε σε πολιτική αυτάρκεια ή υπεροχή, είτε ακόμα και σε θρησκευτική πληρότητα, που γεννά ένας εύκολος ευσεβιστικός φαρισαϊσμός. Στις διαστάσεις μιας τέτοιας υπεροχής η ελευθερία αντιμετωπίζεται με καθημερινά μεγέθη ως ανθρώπινο κτήμα, που για τη χρήση του είναι άχρηστη ή μάλλον επιζήμια η υπακοή. Έτσι η υπακοή στο θέλημα του Θεού θεωρείται μωρία ανάλογη με τη μωρία του Σταυρού. Η μωρία όμως αυτή για τον «κατά φύσιν» άνθρωπο αποτελεί τη μοναδική σωτήρια σοφία.
Μέσα στην αλήθεια αυτή κρύβεται όλο το δράμα του ανθρώπου, που αδύναμος μακρυά από το Θεό, ζήτησε να κατασκευάσει υποκατάστατα δυνάμεως για να διώξει με ψευδαισθήσεις το φόβο της αδυναμίας, της πτώσεως, της φθοράς και του θανάτου. Γέμισε τον κόσμο του ελευθερίες, κίβδηλες ελευθερίες, που μεταβλήθηκαν σε αυθαιρεσίες, αλλά στο βάθος έμεινε δούλος μιας αναγκαιότητας, που τον κατευθύνει δυναστικά. Έτσι έμεινε ξένος στην πνευματική ελευθερία, γιατί ήταν ξένος στην υπακοή, ξένος στο πνεύμα, ξένος στον Κύριο.
Η υπακοή προϋποθέτει συναίσθηση της ανεπάρκειας και της αδυναμίας του ανθρώπου να βρει και να εκπληρώσει τον πραγματικό σκοπό της υπάρξεώς του. Με την προϋπόθεση αυτή ο δρόμος της υπακοής είναι δρόμος ταπεινώσεως, γιατί χωρίς ταπείνωση η υπακοή μπορεί να μεταβληθεί σε υποκρισία. Ο ταπεινός πιστός δεν ανακρίνει το θέλημα του Θεού, ούτε προσπαθεί να κατανοήσει τη χρησιμότητα ή τη σκοπιμότητά του για να δικαιολογήσει την εφαρμογή του. Υπακούει σ’ αυτό γιατί είναι το θέλημα του Θεού, το θέλημα του ουράνιου πατέρα του. Εδώ φαίνεται ο απόλυτος χαρακτήρας της χριστιανικής ηθικής, που προβάλλει στον άνθρωπο το θέλημα του Θεού χωρίς περιθώρια συζητήσεων, γιατί το θέλημα αυτό συνδέεται με υποκείμενο, που κατά το σχήμα των προηγουμένων αντιθέσεων δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί, να αξιολογηθεί από τον κτιστό και πεπερασμένο άνθρωπο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η υπακοή στο Θεό πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μια ανάγκη, που επιβάλλεται στον άνθρωπο από πάνω. Η υπακοή είναι η «κατά φύσιν» κατάσταση, που αν δεν την προσεγγίσει ο εμπειρικός άνθρωπος με υπέρβαση τής «παρά φύσιν», είναι αδιανόητη η δυνατότητα επιστροφής του στο αρχαίο κάλλος, στην ελευθερία του Θεού. Όταν λοιπόν ο άνθρωπος ενοχλείται από την ιδέα της υπακοής στο Θεό, τότε σημαίνει ότι αδυνατεί να καταλάβει σε ποιά θέση βρίσκεται, και δεν είναι ελεύθερος να βγει από το «εγώ» του στην κοινωνία του πλησίον και του Θεού.
Έτσι φτάνουμε στη διαπίστωση πως η ελευθερία είναι μια εσωτερική απολύτρωση του ανθρώπου από το «εγώ», στη θέση του οποίου μπαίνει ο Θεός και ο κόσμος ολόκληρος. Αυτή η εσωτερική ελευθερία η απόλυτα πνευματική είναι το μεγάλο παράδοξο του χριστιανικού ήθους, που φαίνεται στη ζωή των αγίων και των μαρτύρων. Στις διώξεις η εσωτερική ελευθερία κάτω από την πίεση και τον καταναγκασμό δεν εξουθενώνει το πρόσωπο, αλλά του προσφέρει τρομακτικές δυνάμεις όχι απλώς για αντοχή στο σωματικό πόνο, αλλά κυρίως για εκδήλωση αγάπης στους βασανιστές, που συχνά μεταλλάσσονται και διαδηλώνουν πίστη (δηλ. υπακοή) στο Θεό και αποδέχονται κι οι ίδιοι το μαρτύριο.
Εδώ αποκαλύπτεται το στοιχείο του ηρωισμού ως έκφραση της ελευθερίας, που απορρίπτει και τις ζωτικές ανθρώπινες αξίες ή αμφισβητεί την κάθε εξωτερική αναγκαιότητα ακόμα κι αν αυτή μπορεί να λέγεται εξωτερική ελευθερία. Με μια τέτοια τοποθέτηση ο μάρτυρας θυσιάζει πάντα τη ζωή για την πνευματική ελευθερία, αλλά ποτέ την πνευματική ελευθερία για τη ζωή. Την αντίφαση αύτη ίσως είναι δύσκολο να τη συλλάβει ο εμπειρικός άνθρωπος, για την ορθόδοξη όμως χριστιανική ηθική είναι μια βασική θέση, που η βίωσή της αποκαλύπτει ορθόδοξο ήθος. Με την ελευθερία είναι δεμένη όχι τόσο η ζωή, όσο η πνευματική ποιότητα της ζωής, η αξία του ανθρώπινου προσώπου, η ψυχή. Αν χαθεί η πνευματική ποιότητα της ζωής, αν χαθεί η αξία του ανθρώπινου προσώπου, αν χαθεί η ψυχή, ποιό θα είναι το νόημα της ανθρώπινης υπάρξεως; Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα, που διαρκώς θέτει στον άνθρωπο η Εκκλησία επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Κυρίου· «τί ωφελήσεται άνθρωπος εάν τον κόσμον όλον κερδήση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή; ή τί δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;».
Από το σημείο αυτό αρχίζει να φαίνεται πως η ένταξη του ανθρώπου στην περιοχή της υπακοής και της ελευθερίας αποτελεί ταυτόχρονα και ένταξή του στην εσχατολογική προοπτική, που προσφέρει η Εκκλησία. Χωρίς την εσχατολογική προοπτική, που δεν είναι στην πραγματικότητα μια παθητική αναμονή των εσχάτων, η υπακοή του ανθρώπου κινδυνεύει να μεταβληθεί σε ευσεβιστική συνήθεια, που δεν θάταν άδικο να χαρακτηρίζεται «όπιο των λαών». Η εσχατολογική προοπτική τροφοδοτεί την υπακοή με τη βεβαιότητα της ελπίδας, που μειώνει τη θλίψη για την κατάσταση του κόσμου κάτω από την εξουσία του κακού. Έτσι η πραγμάτωση της ελευθερίας δεν μεταβάλλεται σ’ έναν απώτερο σκοπό, αλλά μέσα στην παραπάνω προοπτική παραμένει μια μόνιμη μέριμνα των πιστών, Το κείμενο του Αποστόλου Παύλου στην Επιστολή προς Γαλάτας δεν αφήνει αμφιβολίες. «Τη ελευθερία ουν, ή Χριστός ημάς ηλευθέρωσε, στήκετε και μη πάλιν ζυγώ δουλείας ενέχεσθε». Στο κείμενο δεν γίνεται λόγος για μια οποιαδήποτε ελευθερία, αλλά για κείνη που συνδέεται με το Χριστό και την απελευθέρωση του ανθρώπου από την αμαρτία. Κι ο επιτατικός χαρακτήρας του «στήκετε» δείχνει καθαρά το μέγεθος της ευθύνης για τη διαφύλαξη αυτής της ελευθερίας.
Έτσι φτάνουμε στο δραματικότερο σημείο της χριστιανικής ευθύνης, τη διαφύλαξη της ελευθερίας. Στο σημείο αυτό, που είναι ένα από τα βασικά προβλήματα της χριστιανικής ηθικής, το θέμα είναι πώς θα διαφυλαχτεί το πολύτιμο αυτό αγαθό αυθεντικό και ελεύθερο μέσα στο δαιδαλώδες και πολύπλοκο κύκλωμα των αποσπασματικών ελευθεριών της εποχής μας. Ξαναγυρίζοντας στα λόγια από την πρόσφατη διάλεξη του καθηγητή Trutz Rendtorff υπενθυμίζουμε το ερώτημα· «πώς μπορεί η ελευθερία να παραμείνει ελεύθερη;». Η απάντηση βρίσκεται στο «στήκετε» του Αποστόλου Παύλου. Είναι η απάντηση της χριστιανικής ηθικής για τον τρόπο βιώσεως της ελευθερίας και της υπακοής και αναλύεται: με θυσία, με επαγρύπνηση, με άσκηση.



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη