Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγής Παναγιωτόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγής Παναγιωτόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2025

Περί παροντισμού




Τα κοινώς λεγόμενα αυτονόητα δεν είναι και τόσο αυτονόητα εν τέλει. Εξηγούμαι: άλλο είναι ο παροντισμός[1] και άλλο το παροντικό. Με άλλα λόγια άλλο είναι η αναγωγή του παρελθόντος σε παρόν και δη με όρους απόλυτης εμμένειας και άλλο είναι το παρόν καθεαυτό.



4/7/2025

Γ. Μ. Βαρδαβάς

___________________________________
[1]. Ο όρος "παροντισμός" είναι κατά βάση κοινωνιολογικός. Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στα έργα του Πέτρου Θεοδωρίδη, του Νικόλα Σεβαστάκη, του Παναγή Παναγιωτόπουλου κ.α. Ενδεικτικά ο Πέτρος Θεοδωρίδης αναφέρει: «Στις μέρες μας, η αίσθηση ότι βουλιάζουμε στο παρόν φτάνει στην κορύφωσή της. Από τη μία, ο χρόνος της κυκλοφορίας του κεφαλαίου: στεγανοποιημένος, μονοδιάστατος, ο χρόνος μιας ανακυκλούμενης αμνησίας. Από την άλλη, ο χρόνος της εργασίας ως ένα διαρκές άγχος για το μέλλον. Ζώνες ανεργίας, ζώνες εργασίας, η επισφάλεια γενικεύεται μαζί με την αίσθηση ενός χρόνου-ποντικοπαγίδας, χρόνου όλο και πιο λεπτού, σαν τσιγαρόχαρτο. Μια εποχή σαν τους πάγους της λίμνης έτοιμους να σπάσουν την άνοιξη. Γιατί μόνον στην εποχή μας παραμένει ως μόνη διάσταση του χρόνου, για όλους μας, η πιο λεπτή, η πιο εύθραυστη, η πιο ανύπαρκτη: το παρόν» (Βλ. Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Όνειρα, εφιάλτες, φαντασιώσεις - Η αίσθηση του χρόνου στις αρχές του 21ου αιώνα, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2021, σελ. 32)


Κυριακή 2 Απριλίου 2023

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ: ΤΑ ΝΕΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ





Το τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών αποτελεί μια ιστορική τομή. Όλοι γνωρίζουμε ότι δεν θα ξεχαστεί, ότι θα θυμόμαστε που είμασταν όταν το μάθαμε, όλοι διασθάνονται ότι, μετά απ’ αυτό, ορισμένες περιοχές του βίου θα είναι διαφορετικές.
Είναι ένα μείζον, και ιστορικό, Γεγονός.
Και είναι τέτοιο με δύο τουλάχιστον τρόπους.
Ο ένας είναι μακροσκοπικός και παγκόσμιος. Πράγματι, εδώ και μερικές δεκαετίες στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού και γενικά στις δημοκρατίες της ευμάρειας – εκεί όπου ηγεμονεύει το αίτημα της αυτοπραγμάτωσης και της προσωπικής ευτυχίας, η ιστορία δεν γράφεται πλέον αποκλειστικά από τους πολιτικούς, τους διπλωμάτες, του στρατηγούς. Ομοίως, το μονοπώλιο στην διαμόρφωση του «μεγάλου ιστορικού γεγονότος» δεν έχουν πια οι κοινωνικές συγκρούσεις, οι εκλογικές αναμετρήσεις, οι διεθνείς συμφωνίες και οι πόλεμοι. Μπορεί όλα αυτά να εξακολουθούν να αποφασίζουν για τη ζωή μας σε αρκετά επίπεδα έχουν όμως χάσει την ικανότητα να οριοθετούν από μόνα τους το «πριν» και το «μετά», να ρηγματώνουν παγιωμένες αντιλήψεις, να προκαλούν αλυσιδωτές αντιδράσεις μέσα στο σύμπαν των κοινωνικών συναισθημάτων. Μαζί με τα παραδοσιακά γεγονότα, στα κοινωνικά, πολιτισμικά και κοινωνικά χρονολόγια της παγκοσμιοποιημένης – μα και της εθνικής- ζωής, συναντάμε πια νέα συμβάντα και «άλλα μεγάλα Γεγονότα».
Το σύγχρονο timeline είναι γεμάτο από στιγμές που γράφουν την Ιστορία διαφορετικά. Και ενίοτε εντυπώνονται στην συλλογική μνήμη ως ισχυρότερος ενδείκτης της αλλαγής από οποιαδήποτε πολιτική μεταβολή. Αλήθεια, τι θα θυμάται εντονότερα σε 20 χρόνια κάποιος που σήμερα είναι 20 χρονών; Έναν πόλεμο με τη «Ρωσία και τους ουκρανούς που ήταν να τινάξει τα πάντα στο αέρα αλλά τελικά δεν άλλαξε και πολλά πράγματα για μας» ή την τραγική εμπειρία των Τεμπών που διέψευσε μια ονειρική εντύπωση αναμελιάς και κάθε βεβαιότητα ασφαλούς νεανικής βίωσης του χρόνου. Αυτό που ονομάτισαν πολλά θύματα αλλά και συνομήλικοι τους με την διατύπωση: «ενηλικιώθηκα με τον πιο σκληρό τρόπο».
Οι μεταβιομηχανικές δημοκρατίες της ευμάρειας δεν είναι λοιπόν, όπως τις θέλουν κάποιοι, κοινωνίες χωρίς ιστορικό χρόνο, δεν είναι ασήμαντες οντότητες του αιώνιου παρόντος. H εποχή μας δεν είναι εκείνη της ασημαντότητας. Απλά ο χρόνος έμαθε να υποδέχεται την καταστροφή των σωμάτων μαζί με εκείνη των κοινωνικών ονείρων, άρχισε να μιλάει μέσα από το βίωμα της βίαιης διακοπής του ατομικού σχεδίου ζωής ενός εκάστου και να υπολογίζει το τραύμα και τον πόνο που προκαλούν οι ειρηνικοί πόλεμοι των δυστυχημάτων, του αδόκητου συλλογικού θανάτου και της τεχνολογικής κρίσης που υποβόσκει πάντα. Χωρίς ποτέ να γίνεται απολίτικη (είναι εμφανές πχ ότι υπάρχει σοβαρή πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης που επέτρεπε την συγκοινωνία σε ένα τόσο επικίνδυνο σιδηροδρομικό περιβάλλον) η νέα ιστορία μας και οι αγωνίες που σέρνει μαζί της ανακαλύπτει, μετράει, και ελέγχει τις σχέσεις εξουσίας εκείνες που κρύβονται κάτω από τις μεγάλες ιαχές και τα δομημένα ιδεολογικά συστήματα, βλέπει ανταγωνισμούς που διαμορφώνονται κάτω από το πέπλο της συμβατικής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η διαχείριση του κινδύνου, η δίκαιη κατανομή του σε μια κοινωνία, η προστασία του πολίτη από την απληστία της αγοράς ή την αδιαφορία του κράτους, ο τρόπος που θα θεραπευτεί μια τραγική αδικία – αυτή που προκαλεί ο αδόκητος μαζικός θάνατος σε δυστύχημα- είναι τα σημερινά επίδικα. Εξ ίσου με όλα τα άλλα που γνωρίζαμε έως τώρα.
Η ιστορική οδύνη των Τεμπών βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το δεύτερο σημείο, σε ένα νέο πεδίο διεκδίκησης δικαιωμάτων, στην μεθόριο μιας νέας ανασφάλειας, στη ζώνη όπου διαψεύδονται και μαζί αναζωπυρώνονται οι προσδοκίες για λιγότερα και πιο ίσα μοιρασμένα ρίσκα, σε έναν νοερό τόπο όπου ο θρήνος γράφει μια ιστορία εντοπισμού των ευθυνών, τιμωρίας των υπαιτίων, αποκατάστασης της αδικίας, επανάκαμψης της εμπιστοσύνης, μοιρασμένης τεχνολογικής γνώσης και διεκδίκησης μιας καλύτερης ζωής. Και όχι μια ιστορία επιβεβαίωσης των βεβαιοτήτων μας («για το δυστύχημα φταίνε τα καπιταλιστικά κέρδη και (εν γένει) το Σύστημα») ή κατοχύρωσης του δικού μας αλάθητου («για όλα φταίνε τα λάθη του Σταθμάρχη»).

____________________________________________
Ο κ. Παναγής Παναγιωτόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής στο ΕΚΠΑ. Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το βιβλίο του «Τεχνολογικές καταστροφές και πολιτικές του κινδύνου: Παλινδρομήσεις του κοινωνικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα 1947-2000».



Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

Παναγής Παναγιωτόπουλος, Μάτι 2018-19: θρίαμβος και ήττα της κουλτούρας της καταστροφής

πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ, 11/8/2019


Τις δύο προηγούμενες Κυριακές είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε τις καταστροφές και τις τεχνολογικές κρίσεις ως δείκτες εκσυγχρονισμού και δημοκρατικότητας των σύγχρονων κοινωνιών. Ειδικότερα για την Ελλάδα διαπιστώσαμε ότι οι κατακτήσεις της κοινωνίας έναντι της εξουσίας – η οποία έχει επιφορτιστεί την ασφάλειά της – είναι εύθραυστες. Χωρίς να καθηλώνεται σε κάποια αρχαϊκή αντιμετώπιση του κινδύνου, η χώρα δυσκολεύεται να κεφαλαιοποιήσει το προοδευτικό της κεκτημένο σε ζητήματα που άπτονται της ασφάλειας των πολιτών και της σύγχρονης, δημοκρατικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των κινδύνων. Άλλες στιγμές η κοινωνία δείχνει να βρίσκεται στην αιχμή των σύγχρονων προτύπων προστασίας της ατομικότητας και του «δικαιώματος στην αυτοβιογράφηση» από τον βίαιο θάνατο σε δυστύχημα και άλλες μοιάζει να έχει οπισθοχωρήσει σε μια παραδοσιακή υποταγή στη «μοίρα».


Με άλλα λόγια η Ελλάδα, στο φως των δυστυχημάτων και των καταστροφών, ζει περιόδους όπου η κοινωνική δυναμική ανοίγει δρόμους αυτονομίας των πολιτών έναντι σε κράτος και αγορά, δρόμους για την ικανοποίηση των θυμάτων και την απόδοση της αλήθειας για έναν αδόκητο συλλογικό θάνατο, διαδρομές στη σφαίρα του εμπειρικά μετρήσιμου, οι οποίες ακολουθούνταν από φάσεις μοιρολατρικής οπισθοδρόμησης, αντιεπιστημονικής κατανόησης των γεγονότων και παρηγορητικής βύθισης στον κόσμο των ιδεολογικών αφαιρέσεων. Περνάει από τη μοντέρνα διαχείριση του τεχνολογικού κινδύνου σε χρονικές ζώνες «αποεκσυγχρονισμού» των ατομικών προσδοκιών και συμβιβασμού της κοινωνίας των πολιτών με κάθε πλήγμα που μπορεί να υποστεί.

Πιο συγκεκριμένα, είδαμε ότι η Ελλάδα από τον Αύγουστο του 2007 και τις φονικές πυρκαγιές της Πελοποννήσου και μέχρι πρόσφατα πέρασε μια πυκνή φάση εθελόδουλης απάθειας μπροστά σε πλήθος κινδύνων. Αποκαλέσαμε αυτή την περίοδο «καταστροφική δημοκρατία». Η οπισθοδρόμηση αυτή έσβηνε τις πρόνοιες της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας της ασφάλειας και στη θέση τους εισήγαγε συναισθήματα αμέριμνης διολίσθησης προς την αποδοχή μιας ζωής σε μόνιμο κίνδυνο. Η αμεριμνησία του κινδύνου χρεοκοπίας και εξόδου από την ΕΕ και η επικράτηση της συνωμοσιολογικής ερμηνείας της κρίσης που σήμανε ο τριπλός εκλογικός θρίαμβος του αντιμνημονιακού μπλοκ το 2015, μαζί με την απάθεια στην αστική καταστροφή και βία που είχε κυριαρχήσει από το 2008 έως το 2012, έστηναν ένα σκηνικό προδιαγεγραμμένης μεγάλης καταστροφής.

Και αυτή ήρθε στο Μάτι στις 23 Ιουλίου 2018.

Η πολιτική προστασία αποδείχθηκε τότε ένα αδειανό πουκάμισο και η έγκαιρη προειδοποίηση έννοια άγνωστη. Οι Αρχές ουσιαστικά εγκατέλειψαν το πεδίο των επιχειρήσεων ή δεν επιχείρησαν ποτέ και σημειώθηκαν ανεπανάληπτες καθυστερήσεις στη διάσωση. Ακολούθησε μια έντονη και κυνική απόπειρα προπαγανδιστικής χειραγώγησης της πραγματικότητας από την κυβέρνηση που ξεκίνησε με τη live σύσκεψη στο Χαλάνδρι και συνεχίστηκε με άλλες εκπομπές ψευδών, παραπληροφόρησης και συνωμοσιολογικών εξηγήσεων της καταστροφής. Κατόπιν, με τους νεκρούς ακόμη άταφους, τα πράγματα πήραν ακόμα πιο σκοτεινή τροπή. Μια τροπή ανέκδοτη για κάθε συντεταγμένη πολιτεία, ξένη ακόμα και στα αυταρχικά καθεστώτα του 20ού αιώνα και απολύτως αναντίστοιχη με πρωταρχικές δομές του ιουδαιοχριστιανικού πολιτισμού. Κυβερνητικοί παράγοντες και αναμεταδότες τους, αποσείοντας τις αντικειμενικές και θεσμικές τους ευθύνες, προχώρησαν σε μιαν αδιανόητη αντιστροφή: μετέτρεψαν τα θύματα σε ενόχους. Οξεία μνησικακία, εμπαθείς και ανακριβείς ταξικές περιγραφές των θυμάτων, πολεοδομική ορθότητα και κατά πρόσωπο επιθέσεις στους διασωθέντες από υπουργούς – και κατόπιν κρατική παραμέληση των εγκαυματιών και κάθε προσπάθειας αποκατάστασης της περιοχής – συνέθεσαν την κορυφαία στιγμή της καταστροφικής δημοκρατίας.

Έμελλε να είναι και η ύστατη αυτού του κύκλου κοινωνικής οπισθοδρόμησης.

Η έκπτωση της δημοκρατίας σε εχθροπαθή συνθήκη αποδοχής των καταστροφικών γεγονότων και η μετατροπή της πολιτικο-διοικητικής εξουσίας από απολογούμενη και υπόχρεη δύναμη σε υπερβατολογικό τιμωρό του κοινωνικού εχθρού ολοκλήρωναν έναν κύκλο εθισμού στον αδόκητο συλλογικό θάνατο, μοιρολατρίας, κοινωνικής καχυποψίας και κυνισμού. Οι πυρόπληκτοι, και μαζί με αυτούς οι δυνητικά πυρόπληκτοι (δηλαδή κάθε ένας που θα μπορούσε να βρεθεί στο Μάτι εκείνη την ημέρα), αντέδρασαν. Για πρώτη φορά από το 2007 τα θύματα μιας καταστροφής, που δεν ήταν μοιραία, αντιστάθηκαν. Παρέκαμψαν τη γεωμετρία της εχθροπάθειας και άνοιξαν πεδία διεκδίκησης που μας ξανασυνδέουν με τις παραδόσεις των απαιτητικών πολιτευμάτων και το πεδίο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Οι οικογένειες των νεκρών έσπασαν το φράγμα της ντροπής και της σιωπής που είχε επιβληθεί στα θύματα ολόκληρη την προηγούμενη δεκαετία και διεκδικούν δικαστικά την αλήθεια και την αποκατάσταση της βλάβης που υπέστησαν. Μίλησαν με ανοικτό πρόσωπο, χωρίς πάθος και υπερβατολογικό πολιτικό λόγο, αποτάθηκαν στην επιστήμη, διεξήγαγαν τη δική τους αντιπραγματογνωμοσύνη και επικαιροποίησαν την έννοια της μετρήσιμης βλάβης, εξομολογήθηκαν τον πόνο τους προκαλώντας συμπάθεια, αλληλεγγύη και ταύτιση.

Η καταστροφή σε ένα αθηναϊκό προάστιο, σε έναν τόπο αναψυχής πολλών γενεών, επανέφερε την αίσθηση του θανάτου και τη γνώση του κινδύνου στον πυρήνα της ειρηνικής καθημερινότητας. Η άμεση κοινωνική κινητοποίηση και αλληλεγγύη απέκτησε διάρκεια και προοδευτικά αναδύθηκε μια νέα ταυτότητα που συναιρούσε κατοίκους, παραθεριστές και γνώριμους του Ματιού. Γύρω από αυτήν στήθηκε ένα σημαντικό δίκτυο αποκατάστασης της τιμής των θυμάτων, συμπαράστασης στους πάσχοντες, διεκδίκησης της αλήθειας και προσπάθειας απόδοσης ευθυνών με τελικό στόχο την ανασυγκρότηση του Ματιού. Καλλιεργητές της μνήμης, διεκδικητές μιας δικαίωσης από το κράτος, αρνητές του μοιραίου χαρακτήρα της καταστροφής οι μετέχοντες της νέας ταυτότητας μοιάζουν σήμερα με τη δημόσια απήχηση της δράσης τους να έχουν αντιστρέψει τη δημοκρατική φθορά και την κάμψη των προσδοκιών ασφαλείας της κοινωνίας. Η πρόσφατη επέτειος με τα δεκάδες δημοσιογραφικά αφιερώματα, τις αναρίθμητες και τραγικές – και πάντα αξιοπρεπείς – μαρτυρίες των θυμάτων, η νέα τροπή της κρατικής αντιμετώπισης της περιοχής, δείχνουν ότι η συνθηκολόγηση των πολιτών με την κουλτούρα της καταστροφής έφτασε στο τέλος της. Το πολιτικό κόστος των τότε κυβερνώντων – αν και δύσκολα μετρήσιμο – αποδείχθηκε μεγάλο και μοιάζει σαν να λειτούργησε ως μια «εκ νέου εκμάθηση» του πολιτικού συστήματος για τα ηθικά συναισθήματα της κοινωνίας μπροστά στους κινδύνους, στη ζωή και στον θάνατο.

Δέκα και πλέον χρόνια μετά τη μεγάλη παραγνώριση του κινδύνου (τις φονικές πυρκαγιές του 2007) η ελληνική κοινωνία δείχνει να κλείνει τον μεγάλο αυτόν κύκλο δημοκρατικής υποχώρησης. Η απαξία της ζωής, η απομόνωση των θυμάτων, η αποφυγή αναζήτησης επιστημονικών αιτιών για τις καταστροφές και η άρνηση μέτρησης των κινδύνων μοιάζουν – μετά την κινητοποίηση για το Μάτι – μεγέθη παρωχημένα. Παρωχημένα, μα ουχί ενταφιασμένα διά παντός. Η ιστορική περιδιάβαση στην κοινωνική στάση απέναντι στις καταστροφές δείχνει ότι τα αντανακλαστικά του σύγχρονου δημοκρατικού ανθρώπου μπροστά στον κίνδυνο δεν ακολουθούν στην Ελλάδα κάποια σωρευτική λογική και μια προοδευτική ιστορική διαδρομή. Η πορεία της σύγχρονης και δημοκρατικής στάσης απέναντι στις διακινδυνεύσεις και τα θεμελιώδη στοιχεία του φιλελεύθερου κοινωνικού συμβολαίου (όπου η ασφάλεια των προσώπων προηγείται της δικαίωσης κάθε αφηρημένης έννοιας όπως «συνωμοσία κατά της χώρας και της κυβέρνησής μας», «τα συμφέροντα φταίνε» κ.ά.) υπόκεινται σε μεγάλες υποχωρήσεις. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο ένα «παράδοξα νεωτερικό έθνος», όπως ορθά αναδεικνύει ο Γιάννης Βούλγαρης στο τελευταίο του βιβλίο. Αλλά μια κοινωνία όπου οι κατακτήσεις της μοντέρνας δημοκρατικής ζωής εναλλάσσονται με καταστροφικές υποχωρήσεις.

____________________________________________
Ο κ. Παναγής Παναγιωτόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής στο ΕΚΠΑ. Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το βιβλίο του «Τεχνολογικές καταστροφές και πολιτικές του κινδύνου: Παλινδρομήσεις του κοινωνικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα 1947-2000».




Παναγής Παναγιωτόπουλος, Η Ελλάδα ως καταστροφική δημοκρατία: 2007-2018

πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ, 4/8/2019

Την περασμένη Κυριακή περιγράψαμε τη δυτική δημοκρατία από τη σκοπιά των καταστροφών. Είδαμε ότι η «προοδευτικότητα μιας κοινωνίας» είναι μεγαλύτερη όταν στα καθιερωμένα κριτήρια της οικονομικής ευημερίας και του θεσμικού φιλελευθερισμού προσθέσουμε και μια αντίστοιχη κουλτούρα αντιμετώπισης των καταστροφών. Στις συνθήκες ταυτόχρονης αύξησης των προσδοκιών ασφαλείας και των κινδύνων που προκαλούν τα σύγχρονα τεχνολογικά συστήματα, οι κοινωνίες που διατηρούν υψηλό δημοκρατικά επίπεδο δεν είναι εκείνες που ξορκίζουν τις καταστροφές μα όσες αναγνωρίζουν τον κίνδυνο ως αναπόδραστο και τον περιορισμό του ως αποστολή τους. Είναι οι δημοκρατίες που νιώθουν υπόλογες όταν εκθέτουν τους πολίτες σε κινδύνους ή όταν γενικώς διαψεύδουν τη θεμελιώδη υπόσχεση ασφαλείας που τις συνέχει.


Αν δούμε την Ελλάδα υπό το πρίσμα των καταστροφών, μπορεί να οδηγηθούμε σε μια σοβαρή επανεκτίμηση τόσο της πρόσφατης ιστορικής μας διαδρομής όσο και του στερεοτύπου που θέλει τους Ελληνες πολιτισμικά αρχαϊκούς και καθηλωμένους, μα και σε άλλα, πιο εντυπωσιακά και αναπάντεχα ευρήματα. Η κρατική μέριμνα για πολιτική προστασία, η συμμόρφωση της αγοράς προς την έννοια της κοινωνικής ευθύνης και η σημασία της ατομικής αυτοβιογραφίας – της δυνατότητας δηλαδή του ατόμου να επιδιώκει ανεμπόδιστα το σχέδιο ζωής που το ίδιο έχει χαράξει – είναι και για την Ελλάδα μεγέθη που αν μετρηθούν σωστά μάς βοηθούν να δούμε αν, πόσο και πότε η κοινωνία διέπεται από εκσυγχρονιστικές δυναμικές ή αν καθηλώνεται στην παράδοση. Περίοδοι υψηλής οικονομικής ανάπτυξης και δημοκρατικής επέκτασης μπορεί να χάσουν από την προοδευτική τους λάμψη όταν σε αυτές το κράτος και η κοινωνία μοιρολατρικά αποδέχονται τις καταστροφές. Αντίστροφα, κάτω από μια επιφάνεια ανελευθερίας και ένδειας, ενίοτε κρύβονται δυναμικές που συγκρούονται με τις έξεις της υποταγής στη «θεομηνία». Δυναμικές αυτοοργάνωσης των θυμάτων μιας καταστροφής και ορθολογικής διεκδίκησης των αιτιών ενός δυστυχήματος, κινητοποιήσεις που προτάσσουν το δικαίωμα στην ασφαλή ζωή έναντι κάθε υπερβατολογικής δικαιολογίας που χρησιμοποιεί η πολιτική ή αγοραία εξουσία για να καλύψει παραλείψεις και οικονομική ιδιοτέλεια.

Μεταπολεμικά, και για μία εικοσαετία περίπου, καταστροφές και θανατηφόρα δυστυχήματα, στις μεταφορές, στις πόλεις και στους χώρους εργασίας, «διαβάζονταν» είτε με τη γραμματική του Εμφυλίου είτε με το συντακτικό της υποταγής στη θεία τιμωρία. Νεκροί και τραυματίες από δυστύχημα ή φυσική καταστροφή δεν αποκτούσαν ποτέ την ταυτότητα μιας νέας συλλογικότητας που σκανδαλωδώς εθίγη. Κουβαλούσαν υποχρεωτικά τις προηγούμενες πολιτικές τους ταυτότητες και ακόμα και αν ήσουν θύμα της ίδιας καταστροφής δεν κοινωνούσες στον ίδιο πόνο. Σε ένα ναυάγιο του 1947 η διαμάχη για τα αίτια του πολύνεκρου δυστυχήματος θα γίνει αρένα των ομάδων που επέβαιναν στο πλοίο (κρατούμενοι κομμουνιστές, αστυφύλακες, ναυτικοί). Θα ακολουθήσουν συνωμοσιολογία, τερατολογικός αντικομμουνισμός και a priori απαλλαγή του πληρώματος από τις αριστερές οργανώσεις. Μεταξύ κουλτούρας του θανάτου και εμφύλιας σύγκρουσης όλα ήταν καλώς καμωμένα τότε, και ο ίδιος ο θάνατος από ναυάγιο.

Το 1966 όμως, σε συνθήκες υπερπολιτικοποίησης, με το πραξικόπημα επί θύραις, η κοινωνική αντίδραση στη ναυτική τραγωδία του «Ηράκλειον» αποκάλυψε μια διαφορετική Ελλάδα. Το πένθος δεν ήταν παθητικό. Αντιθέτως, απελευθέρωσε πρωτόγνωρες δυναμικές που δεν στράφηκαν κατά της επιστήμης, της τεχνολογίας και των θεσμών αλλά τα οικειοποιήθηκαν στο όνομα της κοινωνίας των πολιτών. Η κοινωνία κινητοποιήθηκε και τίμησε τη μνήμη των θυμάτων, κράτησε το θέμα μακριά από ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, διαλεύκανε πλήρως τις αιτίες του ναυαγίου. Οι ένοχοι όλων των βαθμίδων τιμωρήθηκαν και άλλαξε ο επιχειρηματικός χάρτης της ακτοπλοΐας με την ίδρυση της ΑΝΕΚ και την επινόηση ενός νέου μοντέλου συμμετοχικής και υπεύθυνης επιχειρηματικότητας. Το αίτημα για μια καλύτερη ζωή και η πίστη σε μια τεχνολογία υπέρ των πολιτών είχαν νικήσει τον ζόφο και τη μοιρολατρία.

Καταστροφές, δυστυχήματα και τεχνολογικές κρίσεις (σεισμοί, καύσωνες, ναυάγια, αεροπορικά δυστυχήματα, τροχαία μαζικής κλίμακας, ακραίες προσβολές των οικοσυστημάτων) τις επόμενες δεκαετίες πολλαπλασιάστηκαν. Η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, ο καταναλωτικός ευδαιμονισμός και η ανάπτυξη σύνθετων τεχνολογικών συστημάτων ξεπερνούσαν παλαιότερους κινδύνους και γεννούσαν νέους – μαζί τους και αυξημένες απαιτήσεις ασφαλείας. Αυτές θα εκδηλώνονταν άλλοτε με οργή και παθητικότητα και άλλοτε με το κράτος να αναλαμβάνει τα πάντα χωρίς οι πολίτες να κινητοποιούνται ενεργά. Η μεταπολιτευτική κοινωνία μπορεί να υπήρξε αδύναμη στις σχετικές κινητοποιήσεις της, εν τούτοις η αξία της ζωής, ο φόβος της καταστροφής, το αίτημα δικαιοσύνης για τα θύματα και, κυρίως, η προσδοκία για ασφαλή ζωή υπήρξαν ο βασικός γνωστικός της ορίζοντας. Ευμάρεια και πίστη στην επιστήμη οργάνωναν έτσι μιαν άτυπη εκσυγχρονιστική ροπή που θα υπερνικούσε παραδοσιακές αδράνειες και ιδεολογικές δοξασίες. Αδύναμη μα συμπονετική στους σεισμούς του 1978-1981, δημιουργική στην Καλαμάτα το 1986, αποδιοργανωμένη στον καύσωνα του 1987, επαρκής και κοσμοπολίτικη στον σεισμό του 1999, η μεταπολιτευτική δημοκρατία ερχόταν σε αντιπαράθεση με τη μοίρα της καταστροφής.

Από ένα σημείο και μετά όμως αυτή η ορθολογική διαχείριση του ρίσκου μετατράπηκε σε μια παράξενη άρνηση του κινδύνου.

Σε αντίθεση με τις μεγάλες δημοκρατίες που, διαγιγνώσκοντας ότι ο απορρυθμισμένος καπιταλισμός θα γεννούσε καινοφανείς καταστροφές, εξοικειώνονταν με μια νέα συνθήκη κινδύνου, η Ελλάδα από τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα αφηνόταν σε μια υπερασφαλή ραστώνη. Εκεί που άλλοι διέβλεπαν τον κίνδυνο οικονομικής καταστροφής και μεταρρύθμιζαν το κοινωνικό τους κράτος, η Ελλάδα επέκτεινε μια ατελέσφορη και επίπλαστη ασφάλεια μέσω του κρατισμού. Ο φόβος και η ανησυχία είχαν εξαφανιστεί, με αποτέλεσμα η συλλογική συνείδηση να φτάσει σε ένα σημείο ασύνειδης κατάφασης (με τη μορφή της άρνησης και της γνωστικής ασυμφωνίας) της καταστροφής, σε μια μεταμοντέρνα μοιρολατρία. Η χώρα έχανε την ικανότητά της να ερευνά και να κινητοποιείται γύρω από ζητήματα πολιτικής προστασίας και τεχνολογικής ασφάλειας και για πάνω από δέκα χρόνια καθηλώθηκε στην υπερπολιτικοποίηση και οδηγήθηκε σε μια υπερβατική προσέγγιση του σύγχρονου κόσμου και των κινδύνων του.

Οι θανατηφόρες πυρκαγιές του 2007 δεν προκάλεσαν συμπόνια για τα θύματα ούτε κριτική στους κυβερνητικούς χειρισμούς και στην αυταρχική τους αυτοσκηνοθεσία. Αντιθέτως, η κοινωνία συνέπλευσε με την εξουσία στη συνωμοσιολογική περιγραφή των πραγμάτων και επικρότησε τη διαιώνιση του επιδοματικού ευδαιμονισμού που υποσχόταν το άκριτο μοίρασμα μετρητών σε διάφορους «πυρόπληκτους». Η εξέγερση των μεσαίων στρωμάτων μετά τη δολοφονία Γρηγορόπουλου το 2008 μετέφερε το καταστροφικό γεγονός μέσα στον αστικό ιστό. Πέρα από την πολιτική της σημασία, η τρίμηνη αυτή συνθήκη κατέστησε την πυρά οργανικό στοιχείο της ζωής στην πόλη. Αφηρημένη συνθηματολογία και αντισυστημισμός πολυτελείας υπερέβησαν την αυθεντική οργή και με την κρατική ανοχή έφτιαξαν το αισθητικό και βιωματικό υπόστρωμα μιας δημοκρατίας που ζούσε αμέριμνη μέσα από τις καταστροφές (της). Καιγόταν ένα κτίριο τη νύχτα και το πρωί το ωραίο καφέ με το δυστοπικό γκραφίτι έσφυζε από ζωή. Η Ελλάδα των νέων ερειπίων αρεσκόταν να βρίσκει μια προνομιακή θέση στο ινσταγραμικό πάνθεον της κρισιακής πορνογραφίας.

Η φωτιά δεν θα αργούσε να επικυρώσει τη διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης. Τον Μάιο του 2010 η εμφυλιοπολεμική διαταραχή μας μετατράπηκε σε ανθρωπιστική υποχώρηση. Οι δολοφονημένοι της Μαρφίν, θύματα εμπρησμού και λαϊκού λιντσαρίσματος, δεν θα δικαιωθούν ποτέ. Εκλύσεις βίας και φωτιάς στο φινάλε των Αγανακτισμένων του 2011 και στον πολλαπλό εμπρησμό της Αθήνας τον Φεβρουάριο του 2011 εγκαθίδρυσαν μια δημοκρατία-θεματικό πάρκο ερειπίων και καταστροφών.

Όλα αυτά συναιρέθηκαν σε έναν ψυχικό εμβολιασμό έναντι της πραγματικότητας των κινδύνων Grexit/χρεοκοπίας και μετάπτωσης στην ολική εξαθλίωση. Ήταν ένα νέο κοινωνικό συναίσθημα υποταγής στην καταστροφή μέσα από την παραγνώρισή της. Η βαρουφάκεια συνθηματολογία που σκηνοθετούσε τη χρεοκοπία ως γιορτή και η επικράτηση ενός μείγματος ακίνδυνου βολονταρισμού και αμεριμνησίας που εκπροσωπούσε ο ΣΥΡΙΖΑ, εν όψει της αθέτησης των συμφωνηθέντων με τους δανειστές το 2015, κρυστάλλωναν παραδειγματικά τη συνθήκη της καταστροφικής δημοκρατίας. Η αξία της απρόσκοπτης επιδίωξης των ατομικών σχεδίων ζωής, της ασφάλειας, η πίστη στην επιστημονική γνώση (εκείνη που έλεγε τα απολύτως αυτονόητα περί ευρώ – δραχμής – Grexit) και η διεκδίκηση της εμπειρικής αλήθειας είχαν πλέον εξοβελιστεί από τη δημόσια σφαίρα. Θα επικρατούσαν η ιδεολογική αφαίρεση, η εθνικιστική γενικότητα, μια κουλτούρα εμφυλίου, μια συμβιωτική σχέση με την καταστροφή.

Η ολική κατάρρευση του Grexit αποφεύχθηκε in extremis, όμως στο Μάτι, λίγα χρόνια μετά, ο καταστροφισμός θα θριάμβευε εις βάρος της ζωής και κάθε κανόνα κοινωνικής συμβίωσης όπως θα δούμε την άλλη εβδομάδα στο τελευταίο σχετικό μας σημείωμα.

__________________________________________

Ο κ. Παναγής Παναγιωτόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής στο ΕΚΠΑ. Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το βιβλίο του «Τεχνολογικές καταστροφές και πολιτικές του κινδύνου: Παλινδρομήσεις του κοινωνικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα 1947-2000».



Παναγής Παναγιωτόπουλος, Δημοκρατία και καταστροφές

Έχουμε μάθει να μετράμε την πρόοδο μιας κοινωνίας με βάση το ΑΕΠ, το εύρος των εισοδηματικών ανισοτήτων, τη δημοκρατικότητα των θεσμών, τους βαθμούς ελευθερίας του ατόμου, το μέγεθος της διαφθοράς, την ένταση της κοινωνικής κινητικότητας. Αξιολογούμε την πρόοδο μιας χώρας με κριτήριο την ειρηνική ζωή και την αποφυγή του πολέμου, το μέσο προσδόκιμο ζωής, την παιδική θνησιμότητα, την του πληθυσμού πρόσβαση στην ιατρική φροντίδα. Χρησιμοποιούμε δείκτες πολιτικού και πολιτισμικού φιλελευθερισμού για να ερευνήσουμε τον θεσμικό και πρακτικό σεβασμό που δείχνει η πλειοψηφία στην ποικιλία των ανθρωπίνων ταυτοτήτων, κοιτάμε τη νομική διασφάλιση του ατόμου έναντι του κράτους και της δυναστικής ροπής της ελεύθερης οικονομίας.


Έγκυρα κριτήρια που κατηγοριοποιούν την κοινωνική εμπειρία για να μετρήσουν τον βαθμό εκσυγχρονισμού και προοδευτικότητα μιας κοινωνίας συνεπώς δεν λείπουν. Θα λέγαμε μάλιστα ότι αυτοί οι δείκτες, ειδικά όταν αθροιστούν τα αποτελέσματά τους, δύσκολα λαθεύουν. Αποτυπώνουν ικανοποιητικά την «πρόοδο ενός λαού» όπως αυτή η έννοια καθιερώθηκε στον Διαφωτισμό, στις μεγάλες ιδεολογίες της νεωτερικότητας και στα αφηγήματα της βιομηχανικής εποχής. Η έννοια αυτή της προόδου θεμελιώνεται πάνω σε μια εναρκτήρια βεβαιότητα: ότι αν πολιτευτούμε σωστά, η πρόοδος θα φέρνει πάντα πρόοδο, η ευημερία θα επισωρεύεται εσαεί, ότι το μέλλον θα είναι πάντοτε καλύτερο από το παρελθόν, ότι η κατάκτηση του φυσικού κόσμου από την επιστήμη και τον ορθό λόγο είναι μια αναπότρεπτη νομοτέλεια ασφάλειας και ευτυχίας.

Αυτό που ξεκίνησε ως «ζωή στην πόλη» και αφήνει πίσω του κινδύνους και φόβους της υπαίθρου άφηνε πίσω του τη δίνη των φυσικών φαινομένων. Εμπιστευόταν δε με πάθος μιαν αρχή αδιατάρακτης βελτίωσης της ζωής μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας. Καθετί που βελτίωνε τη ζωή μας και είχε κατακτηθεί, κάθε επιστημονική ανακάλυψη, κάθε κοινωνική επιτυχία, ερχόταν να προστεθεί στην αλυσίδα της καλής ζωής που υποσχόταν η θεολογία του «μοντέρνου ανθρώπου». Αυτή η προσδοκία ασφάλειας και ευδαιμονίας που μετά βεβαιότητας θα διευρύνονταν χωρίς όρια έγινε κυτταρική ταυτότητα του σύγχρονου ανθρώπου – και βασικό στοιχείο της τρωτότητάς του.

Ούτε το Ολοκαύτωμα και η ναζιστική διαστροφή της νεωτερικότητας που το προκάλεσε, ούτε η σοβιετική έκπτωση της δημοκρατίας στο τρίπτυχο μαζικός θάνατος – ψεύδος – καταπίεση, ούτε ο πυρηνικός στιγμιαίος αφανισμός της Χιροσίμα δεν ήταν ικανά να κλονίσουν την πεποίθηση ότι είμαστε μόνιμοι συνδρομητές στο «καλύτερο αύριο» που εκδηλώνεται συνεχώς. Τα πυρηνικά ατυχήματα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα προκαλούσαν ρίγος και πανικό. Για λίγο όμως. Ο φόβος θα συγκαλυπτόταν μέσω είτε της κρατικής επιβολής είτε της γλυκιάς αναισθησίας της υπερτεχνολογίας και του καταναλωτικού ευδαιμονισμού. Αυτό δεν μαρτυρά εξάλλου και η αναπάντεχη παγκόσμια επιτυχία της σειράς «Chernobyl» του Netflix; Οτι η γνώση του κινδύνου έχει σβηστεί από τη συλλογική μνήμη – όπως παρεμπιπτόντως και η γνώση του τι ήταν ο σοβιετικός ολοκληρωτισμός.

Εντούτοις εδώ και αρκετές δεκαετίες ο βαθμός προόδου, δημοκρατικότητας και κοινωνικής συνοχής μιας σύγχρονης κοινωνίας μετριέται και σταθμίζεται με τη βοήθεια νέων εργαλείων παραμέτρων. Το πόσο φιλελεύθερη, δημοκρατική, ευημερούσα και σύγχρονη ήταν μια χώρα – εν τέλει το ποια ήταν τα κυρίαρχα συναισθήματα και αξίες που μπορούσαν να κινητοποιήσουν τον πληθυσμό – αρχίσαμε να μπορούμε να τo μετράμε με βάση τη σχέση που αυτή αναπτύσσει με τον κίνδυνο και την καταστροφή.

Οι προσδοκίες ασφαλείας των πολιτών από την τεχνολογία, η ματαίωση των τελευταίων και η τρομακτική ψυχική αποδιοργάνωση που προκαλεί μια καταστροφή, η σχέση μεταξύ αμέριμνης κανονικότητας και εγγενούς βαναυσότητας του συλλογικού θανάτου σε δυστύχημα, η κρατική φροντίδα για την ασφάλεια του πληθυσμού και ο τρόπος που αποκαθιστά τις πληγές που προκαλούν τα ακραία γεγονότα, η κινητοποίηση των θυμάτων μιας καταστροφής και η δεκτικότητα της κοινωνίας να τους ακούσει και να τους περιποιηθεί, η ικανότητα των πολιτών να στραφούν ενάντια σε κράτος και αγορά (όταν π.χ. αυτά μειώνουν τεχνηέντως και από κοινού το κόστος ασφαλείας ενός προϊόντος με αποτέλεσμα να προκληθούν θάνατοι ή ανεπανόρθωτες βλάβες) απαιτώντας δικαιοσύνη και αποζημιώσεις, όλα αυτά αποτελούν πλέον κρίσιμα στοιχεία κατανόησης του πολιτισμικού ορίζοντα μιας κοινωνίας. Είναι ταυτόχρονα πεδία καταγραφής του εκσυγχρονιστικού φορτίου μιας κοινωνίας. Πρόκειται στην ουσία για μια γραμματική που συνοψίζει και ενίοτε υπερβαίνει τα παραδοσιακά όργανα μέτρησης της κοινωνικής προόδου, για μια προσέγγιση στις σχέσεις που διατηρεί μια κοινωνία με τις αντιφάσεις του υπερμοντέρνου κόσμου, του καπιταλισμού της διακινδύνευσης, για να ακολουθήσουμε την ορολογία του εισηγητή αυτής της προσέγγισης, του Ούλριχ Μπεκ.

Συμπυκνώνοντας έναν ευρύτερο προβληματισμό, θα λέγαμε πως οι μεγάλες δημοκρατίες αναπτύχθηκαν πάνω στην προοδευτική τους αμεριμνησία για τον τεχνολογικό κίνδυνο, τον προσπέρασαν επί μακρόν μέσα από τη θεολογία της βιομηχανικής τους ευημερίας, συνάμα τον καταπολεμούσαν και έδιναν χώρο στους πολίτες τόσο για να ανανεώνουν την προσδοκία για αδιατάρακτο και αβλαβή βίo όσο και για να διανοίγουν δρόμους διεκδίκησης όταν αυτός θιγόταν από την τεχνολογική ανεπάρκεια ή τη διάψευση της ασφάλειας που παρέχουν το κράτος και η αγορά. Από αυτές τις μεγάλες δημοκρατίες του 20ού αιώνα αρκετές δείχνουν ικανές να πετύχουν την προσαρμογή στους νέους κινδύνους χωρίς τη χαλάρωση των πλεγμάτων ελευθερίας και δικαιοσύνης που τις διέπουν. Είναι εκείνες που απέταξαν τις βιομηχανικές βεβαιότητες μιας ζωής ολοένα και πιο εύρωστης και ασφαλούς χωρίς να εκπέσουν σε χιλιαστικές δοξασίες, στη μοιρολατρική παραμυθία και στον σύνοδο κρατικό αυταρχισμό. Είναι οι κοινωνίες που οικειοποιούνται τα νέα δεδομένα του τεχνολογικού κινδύνου και πασχίζουν με πάθος να ελαχιστοποιήσουν τις συνέπειές τους, γνωρίζοντας όμως πια ότι το δυστύχημα, η τεχνολογική καταστροφή, η κλιματική κατακρήμνιση, η οικονομική ανασφάλεια και οι κίνδυνοι χρεοκοπίας, η τρομοκρατική βαναυσότητα μας αφορούν, κυκλοφορούν ανάμεσά μας ως αόρατα και απολύτως πραγματικά ενδεχόμενα. Οι άλλες δημοκρατίες, μικρότερες ή έκπτωτες πλέον, θα διαβρωθούν τόσο από την καταστροφή όσο και από τον μιθριδατισμό μιας ρηχής ζωής που μέρα με τη μέρα κινδυνεύει χωρίς αντίδραση των πολιτών, χωρίς μέριμνα του κράτους, χωρίς κριτική στην αγορά και την ιδιωτική οικονομία. Μια τέτοια περίπτωση ήταν και η Ελλάδα την τελευταία δεκαετία μέχρι πρόσφατα.

Την επόμενη εβδομάδα θα εξετάσουμε την κάμψη της δημοκρατικής κουλτούρας όπως αυτή αποτυπώθηκε στην υπερδεκαετή περίοδο της καταστροφικής δημοκρατίας, εκείνης που ξεκίνησε με τις πυρκαγιές του 2007 για να καταλήξει στην κρατική απάρνηση των θυμάτων στο Μάτι. Το Μάτι απ’ όπου φαίνεται να ξεκινάει μια πορεία ανάκτησης της αλληλεγγύης των πολιτών, της ειρηνικής διεκδίκησης, της αντίδρασης απέναντι στις αντιφιλελεύθερες ροπές του καταστροφικού αντισυστημισμού όταν αυτός έχει και την κυβέρνηση και την εξουσία.

_______________________________

Ο κ. Παναγής Παναγιωτόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής στο ΕΚΠΑ. Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το βιβλίο του «Τεχνολογικές καταστροφές και πολιτικές του κινδύνου: Παλινδρομήσεις του κοινωνικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα 1947-2000».




Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη