Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περί χρόνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περί χρόνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024

Σάββατο 19 Αυγούστου 2023

Ανθολόγιον 298: Κώστας Αγόρας [Περί πιστών και θεολόγων]



Όποια αντίληψη και να έχουμε για τα πράγματα, πιστοί και θεολόγοι, είναι προληπτική, εσχατολογικά προληπτική. Και συνεπώς ισχύει μόνο άχρι καιρού (παρουσίας εσχάτων). Εκεί μόνο θα ξεχωρίσουν τα στάχυα από τα ζιζάνια.

Κώστας Αγόρας


Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2023

Χρόνου φείδου

 



Ο χρόνος δεν δαμάζεται. Ως θείο δημιούργημα είναι μέγεθος πολύτιμο. Στην κοσμική αντίληψη παραμένει ρευστός και νεφελώδης. Ένα άτυπο consensus έχει διαμορφωθεί σε σχέση με την κίνησή του: είναι αενάως ευθύγραμμη και πεπερασμένη ταυτόχρονα.

Ηράκλειο, 7/1/2023

Γ. Μ. Βαρδαβάς



Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2023

Ο ΣΩΣΤΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Του π. Δ. Μπόκου




Ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι: «Τὸ ρόδον ἀκμάζει βαιὸν χρόνον» (ἀνθίζει γιὰ πολὺ λίγο χρόνο). Ἂν ὅμως τὸ ψάχνεις μετὰ τὴν περίοδο τῆς ἀνθοφορίας του, «εὑρήσεις οὐ ρόδον, ἀλλὰ βάτον». Θὰ βρεῖς μόνο τὰ ἀγκάθια τῆς τριανταφυλλιᾶς.

Τί μᾶς λέει τὸ σοφὸ γνωμικό; Ὅτι ὁ χρόνος δὲν μᾶς περιμένει. Γιὰ νὰ κάνουμε κάτι, πρέπει νὰ τὸ κάνουμε στὸν καιρό του. «Καιρὸς παντὶ πράγματι ὑπὸ τὸν οὐρανόν». Γιὰ κάθε πράγμα ὑπάρχει ὁ σωστὸς χρόνος. «Τοῖς πᾶσι χρόνος». Ὑπάρχει καιρὸς τῆς σπορᾶς καὶ καιρὸς τοῦ θερισμοῦ. Δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς ἀντιστρέψουμε. Δὲν γίνεται στὸν καιρὸ τῆς σπορᾶς νὰ πᾶμε γιὰ θερισμὸ καὶ στὸν καιρὸ τοῦ θερισμοῦ νὰ σπέρνουμε. Ἂν περάσει ὁ καιρὸς τῆς σπορᾶς καὶ ὁ γεωργὸς ἀμελήσει καὶ βαρεθεῖ νὰ σπείρει, δὲν θὰ ἔχει σοδειά. «Ὀχτώβρης καὶ δὲν ἔσπειρες, σιτάρι λίγο θά ’χεις».

Ὥστε λοιπὸν χρειάζεται σωστὴ ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου. Ὅταν τὸν ἀφήνουμε καὶ φεύγει ἄσκοπα, ὅταν σκοτώνουμε τὸν χρόνο μας καὶ τρέχουμε στὸ τέλος νὰ τὰ προλάβουμε ὅλα, δὲν θὰ πηγαίνει τίποτε καλά. Ὅλα θὰ πηγαίνουν ἀνάποδα. Ἐπειδὴ θὰ γίνονται παράκαιρα. Ἔξω ἀπ’ τὴν κανονική τους στιγμή. Καὶ μερικὰ δὲν θὰ μποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν καθόλου. Ὁ χρόνος τρέχει ἀμείλικτος. Λέει ὅμως κάποιος: «Τὰ ἄσχημα νέα εἶναι ὅτι ὁ χρόνος πετάει. Τὰ καλὰ νέα εἶναι ὅτι ἐσὺ εἶσαι ὁ πιλότος».

Ἐδῶ λοιπὸν βρίσκεται τὸ κλειδὶ τοῦ προβλήματος. Πόσες φορὲς λέμε: Μὰ πότε πέρασε ἡ ὥρα; Πότε πέρασε ὁ χρόνος; Πότε πέρασε ἡ ζωή μου; Λέει ὅμως ἕνας ξένος συγγραφέας: «Ποτὲ μὴ λὲς ὅτι δὲν ἔχεις ἀρκετὸ χρόνο. Ἔχεις ἀκριβῶς τὸν ἴδιο ἀριθμὸ ὡρῶν ἀνὰ ἡμέρα ποὺ διέθεταν ὁ Παστέρ, ὁ Μιχαὴλ Ἄγγελος, ἡ Μητέρα Τερέζα, ὁ Λεονάρντο Ντὰ Βίντσι, ὁ Τόμας Τζέφερσον καὶ ὁ Ἀινστάιν» (H. Jackson Brown).

Μᾶς δόθηκε λοιπὸν ἀρκετὸς χρόνος. Τὸ θέμα εἶναι ἂν τὸν χρησιμοποιοῦμε ἐπωφελῶς, γιατὶ λέει πάλι ὁ Ρωμαῖος ἱστορικὸς Τάκιτος: «Ἐὰν ἐξετάζετε τὴν κάθε μέρα χωριστά, θὰ διαπιστώσετε πὼς δὲν ὑπάρχει ἡμέρα ποὺ νὰ μὴν εἶναι γεμάτη. Ἑνῶστε τις καὶ θὰ ἐκπλαγεῖτε βλέποντας πόσο κενὲς εἶναι». Μπορεῖ νὰ εἶναι γεμάτος ἀπασχόληση ὁ χρόνος μας, νὰ μᾶς δίνει τὴν ψευδαίσθηση πὼς δὲν ἔχουμε καιρὸ γιὰ τίποτε καὶ ὅμως τὸ τελικὸ ἐπίτευγμα μιᾶς ὁλόκληρης ζωῆς νὰ εἶναι ἕνα τεράστιο κενό. Τί τραγικό!

Τὸ θέμα δὲν εἶναι ἂν τρέχει ὁ χρόνος, πράγμα ποὺ δὲν εἶναι στὸ χέρι μας ν’ ἀλλάξει, ἀλλὰ τὸ τί κάνουμε ἐμεῖς στὴ ροὴ αὐτὴ τοῦ χρόνου. Ὁ Κύριος μᾶς προειδοποιεῖ, ὅτι ὁ χρόνος δὲν εἶναι πάντοτε ὁ ἴδιος. Οἱ καιροὶ ἀλλάζουν. Μετὰ τὴν ἡμέρα ἔρχεται ἡ νύχτα, κατὰ τὴν ὁποία «οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι… Περιπατεῖτε ἕως τὸ φῶς ἔχετε, ἵνα μὴ σκοτία ὑμᾶς καταλάβῃ· καὶ ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδε ποῦ ὑπάγει» (Ἰω. 9, 4. 12, 35). Ἂν δὲν γίνουν στὸν καιρὸ ποὺ πρέπει τὰ ἔργα μας, θὰ ζημιωθοῦμε. Καὶ ἂν μὲν πρόκειται γιὰ πράγματα τῆς ζωῆς αὐτῆς, ἴσως λίγο τὸ κακό. Ἂν ὅμως πρόκειται γιὰ πράγματα ποὺ ἀφοροῦν τὴν ψυχή μας καὶ τὴ μέλλουσα ζωή, τὸ κακὸ ἴσως γίνει ἀνεπανόρθωτο. Ἡ βλάβη «ἀνήκεστος», μὴ ἀναστρέψιμη.

Μᾶς τὸ θυμίζει κι αὐτὸ ὁ Κύριός μας, ὅταν μιλάει γιὰ κάποιον πλούσιο, ποὺ ὅσο ἔκαιγε τὸ καντηλάκι τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, γλεντοῦσε μόνο ἀνόητα, ἀντὶ νὰ ἐργάζεται πνευματικά. Ὅταν ὅμως βρέθηκε στὴ ζοφερὴ νύχτα τοῦ ἅδη, θρηνοῦσε ἀνόνητα, μετανοοῦσε ἀνώφελα. Ἐπειδὴ ὁ καιρὸς τῆς μετάνοιας εἶχε παρέλθει. Τὰ ρόδα εἶχαν πλέον μαραθεῖ. Στὴν τριανταφυλλιὰ εἶχαν μείνει μόνο τὰ ἀγκάθια.

Τὸ ἀεροσκάφος πετάει, μὰ τὸ πηδάλιο εἶναι στὰ χέρια τοῦ πιλότου. Καὶ στὸν χρόνο μας κουμάντο κάνουμε ἐμεῖς.

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 462, Ἰαν. 2022)


Κυριακή 29 Μαΐου 2022

Ο εφιάλτης του παροντισμού

[Για το βιβλίο του Πέτρου Θεοδωρίδη Όνειρα, εφιάλτες, φαντασιώσεις – Η αίσθηση του χρόνου στις αρχές του 21ου αιώνα]




[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ στις 28/5/2022]



Πέτρος Θεοδωρίδης, Όνειρα, εφιάλτες, φαντασιώσεις. Η αίσθηση του χρόνου στις αρχές του 21ου αιώνα, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2021.

Χώρος…
Τον κατακτάμε
Ιστάμενοι, ιπτάμενοι, βυθιζόμενοι.
Χρόνος…
Μας καίει βραδυφλεγώς…Μακάρι!
Μαζί τα μαλάξαμε.
Χωρόχρονος…
Μήπως γλιτώσουμε …το φυγείν.
Αδύνατον!

Νίκος Κ. Παπαντωνάκης, Χωρό-χρονος (αδημοσίευτο)



Εννέα χρόνια μετά την Απατηλή υπόσχεση της αγάπης, ο Πέτρος Θεοδωρίδης επανέρχεται με μια σειρά έξι σημαντικών δοκιμίων. Πρόκειται για στοχαστικές δοκιμές που αποτυπώνουν την εργώδη ενασχόληση του συγγραφέα με ζητήματα ακανθώδη όπως ο χρόνος, το πρόβλημα του κακού, το ολοκληρωτικό φαινόμενο και ο ναζισμός, η ρευστή νεωτερικότητα κ.α.π.

Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί στον Πρόλογο του βιβλίου ο Καθηγητής Ηθικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ. κ. Διονύσης Δρόσος, δεν πρόκειται για «papers που θα γεμίσουν ένα βιογραφικό» αλλά για καρπό μακροχρόνιας ενδελεχούς μελέτης και γόνιμου προβληματισμού. Ο Θεοδωρίδης σε καμία περίπτωση δεν γράφει διεκπεραιωτικά. Αντιθέτως, στοχάζεται με ψυχραιμία, καθαρότητα, σαφήνεια και δίχως ίχνος έπαρσης.

Στο πρώτο δοκίμιο με τίτλο «Η αίσθηση του χρόνου στις αρχές του 21ου αιώνα» (σελ. 10-33) ο συγγραφέας καταπιάνεται με το πολυσύνθετο ζήτημα του χρόνου. Από την όλη διαπραγμάτευση καταφαίνεται ότι ο Θεοδωρίδης δεν αγνοεί την κλασική περί χρόνου ρήση του E. M. Cioran: «Αν ο Χρόνος ήταν μια περιουσία, ένα αγαθό, τότε ο θάνατος θα ήταν η χειρότερη μορφή ληστείας» [1]. Εν αντιθέσει με κάποιες «οργανικές» φωνές που επίμονα υποστηρίζουν ότι «δεν έχουμε παρόν», ο συγγραφέας θεωρεί τον παροντισμό ως έκφραση της ευθραυστότητας και της ρευστότητας του χρόνου. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Στη σύγχρονη εποχή έχει επέλθει μία καταπιεστική συμπίεση της αίσθησης του χρόνου. Η τωρινή, “παροντική”, αγχωτική αίσθηση του χρόνου δεν υπήρξε “χρονικά” αμετάβλητη» (σελ. 10). Και παρακάτω σε άλλο σημείο ο συγγραφέας τονίζει: «Στις μέρες μας, η αίσθηση ότι βουλιάζουμε στο παρόν φτάνει στην κορύφωσή της. Από τη μία, ο χρόνος της κυκλοφορίας του κεφαλαίου: στεγανοποιημένος, μονοδιάστατος, ο χρόνος μιας ανακυκλούμενης αμνησίας. Από την άλλη, ο χρόνος της εργασίας ως ένα διαρκές άγχος για το μέλλον. Ζώνες ανεργίας, ζώνες εργασίας, η επισφάλεια γενικεύεται μαζί με την αίσθηση ενός χρόνου-ποντικοπαγίδας, χρόνου όλο και πιο λεπτού, σαν τσιγαρόχαρτο.

Μια εποχή σαν τους πάγους της λίμνης έτοιμους να σπάσουν την άνοιξη. Γιατί μόνον στην εποχή μας παραμένει ως μόνη διάσταση του χρόνου, για όλους μας, η πιο λεπτή, η πιο εύθραυστη, η πιο ανύπαρκτη: το παρόν» (σελ. 32). Με άλλη αφορμή ο συγγραφέας είχε συνδέσει το φαινόμενο του παροντισμού με τις αθέλητες μνήμες: «Αν η δράση στο παρόν είναι αυτή που μας αναγκάζει να επιλέξουμε από την δεξαμενή της μνήμης, η απουσία δράσης, η ακινησία, η ανημποριά, στην όποια μας καθηλώνει το τωρινό παρόν, είναι αυτή που κάνει να αναδύονται σκόρπιες, ασυνάρτητες, αθέλητες μνήμες: να ζούμε σε ένα όνειρο, να επιστρέφουν όλα τα απωθημένα» [2].

Ο συγγραφέας αναφέρεται διεξοδικά σε τρεις τύπους κοινωνιών (παραδοσιακή, νεωτερική, σύγχρονη) και στις αντίστοιχες αντιλήψεις περί χρόνου που εκπορεύονται από αυτές. Έτσι «στην παραδοσιακή κοινωνία, η παράδοση ενείχε έναν κανονιστικό- ηθικό χαρακτήρα» και αντιπροσώπευε όχι μόνο το «είναι» αλλά και το «δέον γενέσθαι». Παράλληλα «στις παραδοσιακές χριστιανικές και εβραϊκές αντιλήψεις της ιστορίας (…) τα γεγονότα δομούν και καθορίζουν το χρόνο» (σελ. 15). Ο χρόνος στη νεωτερικότητα ήταν κατά τον συγγραφέα «αφηρημένος», «ομοιόμορφος» και «συνεχής» (σελ. 16-17). Στην παραδοσιακή κοινωνία υπήρχε «αξεδιάλυτη συνύφανση παρελθόντος και μέλλοντος» ενώ στη νεωτερική κοινωνία παρελθόν, παρόν και μέλλον «διαχωρίζονται με σαφήνεια, ως τμήματα μιας διαδοχικής προοδευτικής ανέλιξης» (σελ. 17). Στην εποχή μας «η οργανωμένη πλαισίωση του κοινωνικού χρόνου καταρρέει» (σελ.20). Ο συγγραφέας τεκμηριώνει την ανάλυση του επικαλούμενος τα πορίσματα διαπρεπών στοχαστών (G. Agamben, M.Postone, C. Taylor, C. Lasch, Z. Bauman, U. Beck κ.α.).

Στο δεύτερο δοκίμιο του βιβλίου με τίτλο «Όνειρα, εφιάλτες, φαντασιώσεις» (σελ. 34-53) ο συγγραφέας κάνει μια αναδρομή στις αντιλήψεις περί ονείρων από τον Πορφύριο και τον Αρτεμίδωρο μέχρι την ψυχανάλυση, τον Φουκώ, τον Λακάν και τον Ζίζεκ. Σε άλλη συνάφεια ο Θεοδωρίδης έχει γράψει τα εξής καίρια: «Ονειρεύτηκα ότι έβλεπα έναν εφιάλτη. Ξύπνησα μέσα στο όνειρο ξανά και ξανά. Αυτός ήταν ο εφιάλτης: η επανάληψη» [3].

Στο τρίτο, εξαιρετικά ενδιαφέρον, δοκίμιο με τίτλο «Μπρέχτ και ναζισμός -Τρόμος, αθλιότητα και όνειρα στο Γ’ Ράιχ» (σελ. 54-65) ο Θεοδωρίδης εξετάζει εκ παραλλήλου τα βιβλία: α) Μπ. Μπρεχτ, Τρόμος και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ, β) Ch. Beradt, Τα όνειρα στο Τρίτο Ράιχ, γ) Π. Φρίτσε, Ζωή και θάνατος στο Τρίτο Ράιχ. Με την παράλληλη ανάγνωση των παραπάνω βιβλίων ο συγγραφέας επιχειρεί να περιγράψει τους μετασχηματισμούς της γερμανικής κοινωνίας εξαιτίας του ναζισμού. Η περιγραφή στιγμιοτύπων από τα μονόπρακτα του Μπρεχτ σε συνδυασμό με τα όνειρα απλών ανθρώπων της διπλανής πόρτας και της εν γένει καθημερινότητας τους αναδεικνύουν τον βαθμό επίδρασης του ναζισμού σε ολόκληρο το φάσμα της γερμανικής κοινωνίας. Παράλληλα φέρνουν στο προσκήνιο την, κατά Χ. Άρεντ, κοινοτοπία του κακού: «Ο ναζισμός δεν είναι μια ακραία ιδεολογία αλλά μάλλον η υπερβολή της μεσότητας, η μετριότητα, η εξουσία της κοινοτοπίας» (σελ. 55).

Στο τέταρτο δοκίμιο με θέμα «Οι Γνωστικοί και το πρόβλημα του κακού» (σελ. 66-83) ο συγγραφέας προβαίνει σε μια ανατομία του γνωστικισμού. Αναφερόμενος στις θέσεις του Θ. Λίποβατς ο Θεοδωρίδης επισημαίνει ότι αυτό που κυριαρχεί στη Γνώση είναι «το μίσος ενάντια στον Άλλον» (σελ. 82), ενώ παράλληλα επισημαίνει τη μυστικιστική πτυχή της: «(…) η Γνώση ευνοεί πάντα ένα κλίμα μυστηρίου και μυστικισμού, για το οποίο ιδιαιτέρως πρόσφορες είναι οι περίοδοι πολιτισμικής, πολιτικής, κοινωνικής και ψυχικής κρίσης κι ανασφάλειας, κατά τις οποίες ορισμένα άτομα (…) είναι ευάλωτα και ικανοποιεί την ανάγκη της φυγής από την ανυπόφορη υπαρκτή πραγματικότητα» (σελ. 79).

Στο δοκίμιο «Ο θαυμαστός καινούργιος μετανεωτερικός κόσμος» (σελ. 84-93) αναδύεται η ρευστότητα και η δυστοπία των καιρών μας με αφορμή το κλασικό έργο του Χάξλεϊ. Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα (σελ. 91): «Σήμερα, “μπορούμε να είμαστε ερωτευμένοι χωρίς να ερωτευτούμε”. Ο Έρωτας εξημερώνεται, θετικοποιείται και γίνεται μια βολική φόρμουλα κατανάλωσης. Ο σκοπός είναι να αποφευχθεί οποιοδήποτε τραύμα». Ο συγγραφέας συμπεραίνει ότι από τον Θαυμαστό καινούργιο κόσμο «απωθείται ο έρωτας (όχι το σεξ, ούτε η πορνογραφία), ο πόνος και ο θάνατος, ακριβώς όπως και σήμερα. Και γιατί τότε επιστρέφει διαρκώς ο έρωτας, η λύπη, ο πόνος και ο θάνατος; Μα γιατί απλούστατα το απωθημένο πάντα επιστρέφει» (σελ. 93).

Ο τόμος κλείνει με το δοκίμιο «Η πανδημία ως μεταφορά» (σελ. 94-102). Ο Θεοδωρίδης καθηλώνει τον αναγνώστη με την πρωτοτυπία της σκέψης του και την ευαισθησία του. Η αυθεντικότητα, η υπαρξιακή δυναμική, η λεπτότητα, ο πλουραλισμός και η αντικειμενικότητα χαρακτηρίζουν τα δοκίμια της συλλογής.

Η νέα σειρά δοκιμίων του Πέτρου Θεοδωρίδη αξίζει την προσοχή κάθε φιλέρευνου αναγνώστη.

Ηράκλειο, 18-19 Μαΐου 2022

Σημειώσεις

[1]. E.M. Cioran, Στοχασμοί, εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 2010, σελ. 362.

[2]. Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, «Παροντισμός και αθέλητες μνήμες», βλ. στο ιστολόγιο του συγγραφέα: http://nosferatos.blogspot.com/2015/10/blog-post_31.html, ανάρτηση στις 12.10.2015 (τελευταία πρόσβαση: 18.5.2022)

[3].Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, «Ο εφιάλτης», βλ. στο ιστολόγιο του συγγραφέα: http://nosferatos.blogspot.com/2015/10/blog-post_19.html, ανάρτηση στις 7.10.2015 (τελευταία πρόσβαση: 19.5.2022)


Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ 5 (ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ)

 

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / http://lukasvasilikos.com



Εἶναι ἄδικο ὁ χρόνος νὰ γίνεται ἀντικείμενο σεμιναρίων καὶ ἀδολεσχιῶν. Ἀλλὰ ἀκόμα πιὸ ἄδικο εἶναι νὰ μένει χέρσος [1].





Ἡράκλειο, 25-26 Ἀπριλίου 2021

Γ. Μ. Βαρδαβᾶς

______________________________________

[1]. Ἡ καταληκτήρια φράση οἰονεὶ «διασκευάζει» τὸν παρακάτω ἐμβληματικὸ ἀφορισμὸ τοῦ Λίχτενμπέργκ: «Νὰ ξεχερσώνεις τὸν χρόνο» (βλ. Λίχτενμπεργκ: Ἐπιλογή από τα Sudelbücher, εἰσαγωγή – μετάφραση: Παναγιώτης Κονδύλης, ἐκδόσεις Στιγμή, β’ ἔκδοση, σειρά: Στοχασμοί – 2, Ἀθήνα 2004, σελ. 41).





Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020

π. Δ. ΜΠΟΚΟΣ, ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΚΑΙΡΟ;


Ο χρόνος που προηγείται της Θείας Λειτουργίας αποσκοπεί στην επιμελημένη πνευματική προετοιμασία του ιερέως. «Μέλλων ο ιερεύς την θείαν επιτελείν μυσταγωγίαν, οφείλει προηγουμένως μεν κατηλ-λαγμένος είναι μετά πάντων και μη έχειν τι κατά τινος». (Όταν πρόκειται ο ιερεύς να επιτελέσει τη θεία μυσταγωγία, οφείλει προηγουμένως να είναι συμφιλιωμένος με όλους και να μην έχει κάποια έχθρα με κανέναν).
Η καταλλαγή με όλους, η αγάπη και η ανεξικακία, είναι η απολύτως απαραίτητη συνθήκη για τον ιερέα, ώστε να κατατολμήσει της φρικτής ιερουργίας. Η αγάπη είναι θυσία ανώτερη από κάθε άλλη θυσία. «Ταύτης άνευ, ουδέ εκείνην προσδέχεται». (Χωρίς την αγάπη, ούτε τη λατρεία δέχεται). Τί νόημα θα είχε μια λατρευτική (δηλ. αγαπητική) εκδήλωση προς τον Θεό, χωρίς αγάπη προς τον πλησίον; Ο υπέρτατος σκοπός είναι η ενότητα. «Ίνα πάντες εν ώσιν».(Όλοι να είναι ένα) (Ιω. 17, 21). «Δια γαρ τούτο πάντα εγένετο. Δια τούτο και ο Θεός άνθρωπος γέγονε, και πάντα εκείνα επραγματεύσατο, ίνα ημάς συναγάγη». (Γι’ αυτό έγιναν τα πάντα. Γι’ αυτό και ο Θεός έγινε άνθρωπος και έκανε όλα εκείνα, για να μας συνάξει (σε μια ενότητα) (Ιω. Χρυσοστόμου, Ομιλία ΙΣΤ΄ Εις Ματθαίον). Επιπλέον ο ιερεύς οφείλει να προσέχει την καρδιά του, όσο περισσότερο μπορεί, από πονηρούς λογισμούς, να νηστεύει λίγο αποβραδίς και να αγρυπνάει προσευχόμενος μέχρι την ώρα της Λειτουργίας.
Ο Θεός χαρίζει άφθονο χρόνο στον κάθε άνθρωπο για πνευματική πρόοδο. Το ίδιο και στον ιερέα, ώστε να ευρίσκεται «καθαρός ως άγγελος» (αγ. Κοσμάς ο Αιτωλός) στους λογισμούς και στα έργα του και συμφιλιωμένος με τον κάθε συνάνθρωπό του, προκειμένου να τελέσει τη Θεία Λειτουργία. Αλλά και μετά τη δέουσα προετοιμασία, «του καιρού επιστάντος», όταν έλθει η ώρα της Λειτουργίας, ο ιερεύς «παίρνει καιρό». Δεν τολμά να λειτουργήσει, αν δεν του δώσει ο Κύριος την ευκαιρία να μετάσχει και αυτός στον «καιρό» της Θ. Λειτουργίας, στην άχρονη πραγματικότητα της όγδοης ημέρας στη Βασιλεία του Θεού. Ζητάει θεία ενίσχυση για τη μεγάλη διακονία που έχει να περαιώσει και την άδεια του Κυρίου να του επιτραπεί να παραστεί ακατακρίτως μπροστά στο φοβερό βήμα του.
Την ώρα εκείνη ο ιερεύς δεν ζητάει παράταση της ζωής του για κάτι δευτερεύον. Ο χρόνος του είναι πολύτιμος, γιατί πρέπει να φέρει εις πέρας τη Θεία Λειτουργία. Ζητάει να «λάβει καιρό», μόνο για να τελειώσει τα «φρικτά μυστήρια». Αν μείνει στη μέση η Θεία Λειτουργία, επειδή μπορεί να τελειώσει ο χρόνος του ιερέως ξαφνικά, ούτε άγγελος δεν μπορεί, δεν έχει εξουσία να τη συνεχίσει. Ο χρόνος δεν είναι στο χέρι μας. Πόσα σπουδαία πράγματα χάνονται κάποτε, γιατί λείπουν λίγες στιγμές για την ολοκλήρωσή τους!
Άρα ο χρόνος αποκτά αξία από το έργο που επιτελούμε μέσα σ’ αυτόν. Μιλάμε και για χαμένο χρόνο κάποτε. Μπορούμε συνεπώς να πούμε ότι ο χρόνος ή αξιοποιείται ή, αντιστρόφως, χαραμίζεται. Αν συμβαίνει το δεύτερο, τίθεται το ερώτημα: Μπορεί κανείς να ζητάει παράταση του χρόνου της ζωής του, όταν δεν σκοπεύει να τον αξιοποιήσει για κάτι σημαντικό; Για να τον χαραμίσει απλώς σε ασήμαντα, ανούσια, άχρηστα ή και, το χειρότερο, σε επιβλαβή πράγματα;
Και τί πιο επιζήμιο πράγμα μπορούμε να κάνουμε κατά τον χρόνο που μας χαρίζει ο Θεός, απ’ το να αμαρτάνουμε; Γιατί να μη ζούμε «εξαγοραζόμενοι τον καιρόν» (Εφ. 5, 16); Πότε θα προλάβουμε να πετύχουμε την καταλλαγή προς όλους, την αγάπη με τον αντίδικό μας, ώστε να παραστούμε «ακατακρίτως» ενώπιον «του φοβερού βήματος» και να πούμε με παρρησία «τον δρόμον τετέλεκα» (Β΄ Τιμ. 4, 7);
Πριν ζητήσουμε λοιπόν όλοι μας στην αρχή του νέου έτους να «πάρουμε καιρό», ας σκεφτούμε έναν πραγματικά καλό λόγο, για τον οποίο αξίζει να μας τον παραχωρήσει ο Θεός.
(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, αρ. φ. 414, Ιαν. 2018)




Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

π. Δ. Μπόκος, Η ευλογία του χρόνου


Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρὸ – λέ­ει τὸ πα­ρα­μύ­θι – ὁ Θε­ὸς ἔ­σκυ­ψε ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ κι ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα στὴ γῆ. Δὲν ἔ­μει­νε ὅ­μως εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος μὲ ὅ­σα εἶ­δε ἐ­κεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι, ἂν καὶ τοὺς εἶ­χε δώ­σει ὅ­λα τὰ κα­λά, εἶ­χαν γε­μί­σει τὴ ζω­ή τους μὲ προ­βλή­μα­τα. Ὁ Θε­ὸς στε­νο­χω­ρή­θη­κε πο­λύ, για­τὶ τοὺς ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ὅ­λοι κα­λά. Ἔ­πε­σε σὲ βα­θειὰ συλ­λο­γή. Τί ἄλ­λο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­μει γιὰ νὰ τοὺς βο­η­θή­σει; Ποι­ὰ εὐ­λο­γί­α δὲν τοὺς ἔ­δω­σε ἀ­κό­μα; Σκέ­φθη­κε τό­τε νὰ ἐ­πι­στρα­τεύ­σει τὸν Χρό­νο. Θὰ τὸν ἔ­στελ­νε στοὺς ἀν­θρώ­πους, ὥ­στε νὰ ἔ­χουν κά­θε εὐ­και­ρί­α μὲ ὅ­λη τους τὴν ἄ­νε­ση νὰ φτιά­χνουν σω­στὰ τὴ ζω­ή τους.

Τὸν φώ­να­ξε λοιπὸν ἀ­μέ­σως κον­τά του, τὸν κα­θο­δή­γη­σε καὶ τὸν ἔ­στει­λε στὴ γῆ γιὰ νὰ βο­η­θή­σει τοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὁ Χρό­νος, νε­α­ρὸ παλ­λη­κά­ρι γε­μά­τος ὄ­ρε­ξη, ξε­κί­νη­σε ἀ­μέ­σως τὸ ἔρ­γο του. Δὲν εἶ­χε και­ρὸ γιὰ χά­σι­μο. Ἔ­πρε­πε νὰ γυ­ρί­σει ὅ­λη τὴ γῆ κι αὐ­τό, ἂν τὸ κα­λο­σκε­φθεῖς, δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου εὔ­κο­λη καὶ ξε­κού­ρα­στη δου­λειά.

Στα­μά­τη­σε στὴν πρώ­τη πόρ­τα ποὺ συ­νάν­τη­σε μπρο­στά του καὶ χτύ­πη­σε. Τοῦ ἄ­νοι­ξε ἕ­νας συ­νο­μή­λι­κός του νε­α­ρός. Ὁ Χρό­νος τοῦ εἶ­πε:

- Εἶ­ναι και­ρὸς νὰ ἀρ­χί­σεις.

- Ν᾿ ἀρ­χί­σω τί; ρώ­τη­σε μὲ φα­νε­ρὴ ἀ­πο­ρί­α ὁ νέ­ος.

- Ὅ­λα τὰ ση­μαν­τι­κὰ ποὺ φτιά­χνουν τὴ ζω­ή σου. Τὰ σχέ­διά σου καὶ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ θὰ τῆς δώ­σουν ὀ­μορ­φιὰ καὶ νό­η­μα.

- Μὰ εἶ­ναι πο­λὺ νω­ρὶς ἀ­κό­μα, ἀ­πάν­τη­σε ὁ νέ­ος. Ἔ­χω και­ρό. Τὸ μέλ­λον εἶ­ναι μπρο­στά μου.

- Δὲν ξέ­ρεις κάν, ἂν θὰ ἔρ­θει πο­τὲ τὸ μέλ­λον, ἀ­πάν­τη­σε ὁ Χρό­νος. Δι­κός σου χρό­νος εἶ­ναι μό­νο αὐ­τὸς ποὺ τώ­ρα ζεῖς. Αὐ­τὸ ποὺ κρα­τᾶς μὲ σι­γου­ριὰ στὰ χέ­ρια σου εἶ­ναι μο­νά­χα τὸ πα­ρόν.

Μὰ ὁ νέ­ος δὲν πεί­σθη­κε.

- Ὄ­χι, εἶπε. Νοι­ώ­θω πὼς εἶ­ναι πο­λὺ νω­ρὶς ἀ­κό­μα γιὰ ὁ­τι­δή­πο­τε. Θὰ πε­ρι­μέ­νω τὸ μέλ­λον.

Ὁ Χρό­νος δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­μεί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο. Εἶ­χε πο­λὺ δρό­μο μπρο­στά του. Ἔ­φυ­γε στε­νο­χω­ρη­μέ­νος. Ἀ­πὸ πό­λη σὲ πό­λη, ἀ­πὸ χω­ριὸ σὲ χω­ριό, ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι, συ­νέ­χι­σε νὰ τρέ­χει πά­νω στὴ γῆ, νὰ συ­ναν­τή­σει ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους.

Ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους συμ­πλή­ρω­σε τὸ γύ­ρο της, ὁ Χρό­νος ἦ­ταν πιὰ ἕ­νας γέ­ρος μὲ χι­ο­νι­σμέ­να μαλ­λιά. Καὶ τό­τε βρέ­θη­κε ξα­νὰ μιὰ νύ­χτα στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, ἀ­π᾿ ὅ­που εἶ­χε ξε­κι­νή­σει: στὴν πόρ­τα τοῦ νε­α­ροῦ ποὺ εἶ­χε πρω­το­συ­ναν­τή­σει. Μὰ τώ­ρα τοῦ ἄ­νοι­ξε ἕ­νας ἀ­σπρο­μάλ­λης γέ­ρος.

- Πρό­λα­βες νὰ κά­νεις κά­τι σπου­δαῖ­ο στὴ ζω­ή σου; ρώ­τη­σε ὁ Χρό­νος.

- Δυ­στυ­χῶς ὄ­χι, ἀ­πάν­τη­σε ὁ γέ­ρος σκυ­θρω­πός. Τὰ ἄ­φη­να πάν­τα ὅ­λα γιὰ τὸ μέλ­λον. Μὰ κά­πο­τε κα­τά­λα­βα, πὼς εἶ­ναι πιὰ πο­λὺ ἀρ­γὰ γιὰ ὁ­τι­δή­πο­τε. Τὸ μέλ­λον δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ γιὰ μέ­να. Μὲ εἶ­χε προ­σπε­ρά­σει. Χω­ρὶς νὰ τὸ ἀν­τι­λη­φθῶ, ἡ ζω­ή μου ἔ­γι­νε σι­γὰ – σι­γὰ ἕ­να πα­ρελ­θόν. Δὲν πε­ρι­μέ­νω τί­πο­τε πιά.

- Στα­μά­τα νὰ κοι­τᾶς αὐ­τὸ τὸ πα­ρελ­θόν, εἶ­πε ὁ Χρό­νος. Δὲν χά­θη­κε κά­θε ἐλ­πί­δα. Στὰ χέ­ρια σου κρα­τᾶς ἀ­κό­μα τὸ πα­ρόν. Γιὰ ὅ­σο ζεῖς, αὐ­τὸ θὰ ὑ­πάρ­χει. Καὶ εἶ­ναι δι­κό σου. Τὸ κά­νεις ὅ,τι θέ­λεις ἐ­σύ. Κα­νέ­νας δὲν μπο­ρεῖ νὰ σοῦ τὸ πά­ρει. Τὸ πα­ρόν, αὐ­τὸ μο­νά­χα εἶ­χες πάν­το­τε δι­κό σου. Τὸ μέλ­λον δὲν ἤ­ξε­ρες πο­τὲ ἂν θὰ σοῦ δι­νό­ταν. Τὸ πα­ρελ­θόν σου πά­λι δὲν γυ­ρί­ζει πί­σω. Μὰ τὸ πα­ρόν σου, καὶ τώ­ρα ἀ­κό­μα, εἶ­ναι ἐ­δῶ. Ἔ­χεις και­ρό, ἐκ­με­ταλ­λεύ­σου το. Ἔστω καὶ τώρα μπορεῖς νὰ κάνεις μιὰ ἀρχή, νὰ χτίσεις τουλάχιστον τὴ σχέση σου μὲ τὸν Θεό. Ἀρ­κεῖ νὰ τὸ θε­λή­σεις μό­νο.

Μὰ ὁ γέ­ρος μόρ­φα­σε ἀ­παι­σι­ό­δο­ξα:

- Πο­λὺ ἀρ­γὰ πιὰ γιὰ ὁ­τι­δή­πο­τε.

Τὸ ρο­λό­ι χτύ­πη­σε τρεῖς φο­ρὲς μέ­σα στὴ νύ­χτα.

- Νά, αὐ­τὴ ἡ ὥ­ρα ἐκ­φρά­ζει ὅ­λη τὴ ζω­ή μου, ξαναμί­λη­σε ὁ γέ­ρος μελαγχολικά. «Τρεῖς τὴ νύ­χτα: πο­λὺ νω­ρὶς καὶ συ­νά­μα πο­λὺ ἀρ­γὰ γιὰ ὁ­τι­δή­πο­τε» (Ζὰν-Πὼλ Σάρτρ).

Ὁ Χρό­νος τό­τε κί­νη­σε νὰ φύ­γει.

«Μυ­στή­ριο πράγ­μα ὁ ἄν­θρω­πος», σκε­φτό­ταν. «Πῶς κα­τα­φέρ­νει νὰ χα­ρα­μί­ζει τὰ δῶ­ρα τοῦ Θε­οῦ, με­τα­στρέ­φον­τας τὴν εὐ­λο­γί­α σὲ κα­τά­ρα;»

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 366, Ἰαν. 2014)


Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης, Η μεταμόρφωση του χρόνου




α) Σε κάθε εποχή ο άνθρωπος επιθυμεί να μετρήσει, να ελέγξει και να προσδιορίσει την αξία του χρόνου αλλά και να υπερβεί, εάν είναι δυνατόν, τα όριά του.
Αυτό φαίνεται από τα μνημεία του παγκόσμιου πολιτισμού, καθώς και από διάφορες αντιλήψεις που διατυπώθηκαν γι’ αυτόν. Στους εξωβιβλικούς λαούς και τις κοσμικές θρησκείες αναπτύχθηκαν μυθολογικές απόψεις για την ιερότητα και την ανακύκληση του χρόνου. Έτσι προέκυψε η αντίληψη, ότι ο χρόνος ανακυκλώνεται. Η θέση αυτή είχε επικρατήσει και στην αρχαιοελληνική σκέψη.


β) Κατά την προχριστιανική περίοδο δημιουργήθηκαν διάφοροι εορταστικοί κύκλοι. Η πρώτη εκάστου μηνός, η πρώτη του έτους, οι ισημερίες, τα ηλιοστάσια ή διάφορα σημαντικά γεγονότα γίνονταν αφορμή εορτασμών. Στην Παλαιά Διαθήκη λ.χ. το Σάββατο συνδέθηκε με την έβδομη ημέρα της δημιουργίας και ως ημέρα καταπαύσεως του Θεού «από πάντων των έργων αυτού» προσέλαβε βαθύ εορταστικό συμβολισμό. Ο αριθμός επτά θεωρούμενος εντός του εβδομαδιαίου κύκλου, συμβολίζει την πληρότητα της δημιουργίας και συγχρόνως τον κοσμικό χρόνο της εβδομάδος.


γ) Όμως, η θρησκευτική τυποποίηση της αργίας του Σαββάτου καθώς και των άλλων εορτών τις απομάκρυνε από το ανθρωπιστικό τους περιεχόμενο. Έτσι ο λόγος του Θεού δια του προφήτου γίνεται επιτιμητικός: «Τα νουμηνίας και τα Σάββατα υμών μισεί η ψυχή μου… Μάθετε το καλό να κάνετε, τη δικαιοσύνη επιδιώξτε, τον καταπιεσμένο βοηθήστε» (Ησ. 1, 13 κ.ε.). Η Εκκλησία, μεταθέτοντας το κέντρο βάρους από το Σάββατο στην Κυριακή, η οποία είναι ταυτόχρονα η πρώτη και όγδοη ημέρα της εβδομάδος, διανοίγει το χώρο της χάριτος και της βασιλείας του Θεού. Η Κυριακή ως κατεξοχήν αναστάσιμη ημέρα γίνεται το εβδομαδιαίο Πάσχα.


δ) Για τους χριστιανούς οι μήνες, οι χρόνοι, οι αιώνες και οι χιλιετίες βρίσκονται στα χέρια του Κυρίου Παντοκράτορος. Εκείνος εξουσιάζει το χρόνο και ανάγει στην αιωνιότητα, αφού είναι άναρχος και αιώνιος. «Κατ’ αρχάς συ, Κύριε την γην εθεμελίωσας και έργα των χειρών σου εισίν οι ουρανοί», διδάσκει η Γραφή και συνεχίζει: «Αυτοί θα εξαφανιστούν, ενώ εσύ θα παραμένεις. Τα πάντα θα παλιώσουν σαν ρούχο… Εσύ όμως παραμένεις ο ίδιος, τα χρόνια σου ποτέ δεν θα τελειώσουν» (Εβρ. 1, 10-12).


ε) Στο εορτολόγιο της Εκκλησίας με την καλλιέργεια της μνήμης προβάλλονται ως παρόντα όλα εκείνα τα σωστικά γεγονότα, που ο Θεός μετέρχεται εντός της ιστορίας για τη λύτρωση του ανθρώπου. Γέννηση του Χριστού, Περιτομή, Υπαπαντή, Βάπτιση, Μεταμόρφωση, Σταύρωση, Ανάσταση και Ανάληψη βιώνονται ως γεγονότα του παρόντος. Εορτάζεται ακόμη η μνήμη των φίλων του Θεού, των αγίων, των δικαίων, των προφητών, των αποστόλων, των μαρτύρων, των ιεραρχών, των ομολογητών, των οσίων, αλλά και των νεομαρτύρων πού ευαρέστησαν το Θεό και αγάπησαν τον συνάνθρωπο σε καιρούς χαλεπούς.


στ) Στην Εκκλησία φανερώνεται, τί έκαμε ο Θεός για το πλάσμα του, αλλά και τί μπορεί να επιτύχει ο άνθρωπος, όταν φωτίζεται από το Άγιο Πνεύμα και εμπνέεται από την αγάπη του Θεού. Οι χριστιανοί αν και εύχονται τα έτη να είναι πολλά, καλά και ειρηνικά, δεν θεωρούν το χρόνο ως υπέρτατο αγαθό. Τον θεωρούν ως καιρό αγώνος και ασκήσεως πνευματικής, αφού προσεύχονται «τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής τους να διέρχονται εν ειρήνη και μετανοία».


ζ) Στον παρόντα χρόνο προετοιμάζεται με τη συνεργία του Παρακλήτου η συμμετοχή στον Παράδεισο της θείας αγάπης. Όποιος καταθέτει τη ζωή του στα χέρια του Θεού και τηρεί τις εντολές του, δεν φοβάται το μέλλον. Εμπνέεται από την πίστη των προφητών, των αποστόλων και των αγίων του παρελθόντος, αγωνίζεται για τη βίωση της αγάπης στο παρόν και διατηρεί ζωντανή την ελπίδα μετοχής στη μέλλουσα βασιλεία και δόξα. Τότε μπορεί να απευθύνεται σε Εκείνον που είναι «το Α και το Ω, ο πρώτος και ο έσχατος, αρχή και τέλος», και να του λέγει: «Ναι έρχου Κύριε Ιησού» (Αποκ. 22,13).





Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Ανθολόγιον 148: Γέρων Σωφρόνιος του Essex

(...) ο  χρόνος είναι ο τρόπος της κτιστής υπάρξεως, η οποία διαρκώς γίνεται και εξελίσσεται μέσα στην κίνηση της  και με ακατάληπτο τρόπο δημιουργείται από τον Θεό εκ του μηδενός. (...) η αιωνιότητα είναι ο τρόπος της θείας υπάρξεως, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι έννοιες της εκτάσεως και της ακολουθίας. Η αιωνιότητα είναι η μοναδική, ανέκτατη, με ακατάληπτο πλήρωμα ενέργεια (actus) του Θείου Είναι, το οποίο ως υπερκόσμιο ον, περιβάλλει ανεπεκτάτως όλες τις εκτάσεις του φυσικού κόσμου. Αιώνιος κατά την ουσία είναι μόνο ο Θεός. Η αιωνιότητα δεν είναι κάτι το αφηρημένο ή κάτι που υπάρχει καθεαυτό, αλλά ο Ίδιος ο Θεός στην ύπαρξη Του. (...)
φωτό: rel.gr

Γέροντος Σωφρονίου του Essex,  Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, 10η έκδοση, Essex 2013, σελ. 181.


Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009


Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη