Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης, Η βαρυσήμαντη τοποθέτηση της Εκκλησίας της Ελλάδος "Προς τον Λαό" και η εν Κρήτη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος του Ιουνίου 2016

πηγή: ΟΟΔΕ/  αναδημοσίευση: ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ


Ένα αξιοπρόσεκτο συμβάν στη σύγχρονη εκκλησιαστική ιστορία της Ελλάδας, κατά τη γνώμη μου, είναι η έκδοση του πρόσφατου φυλλαδίου Προς τον Λαό (17 Ιανουαρίου 2017), όπου η Εκκλησία της Ελλάδος παρουσιάζει στο πλήρωμά της τις αποφάσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης (στο εξής: Α.Μ.Σ.), δίνοντας μάλιστα ιδιαίτερη έμφαση στην εκκλησιολογία της.

Το περιεχόμενο του φυλλαδίου δίδεται εδώ: (1)

Iερά Σύνοδος: Προς το Λαό για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος απευθύνεται σε όλους τους πιστούς προκειμένου να τους ενημερώσει για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των Ορθοδόξων Εκκλησιών, η οποία συνήλθε τον Ιούνιο του 2016 στην Κρήτη. Κύριος σκοπός της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ήταν η ενίσχυση και η φανέρωση της ενότητας όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών αλλά και η αντιμετώπιση διαφόρων συγχρόνων ποιμαντικών ζητημάτων.

Με βάση τα συμπεράσματα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου:
Η Ορθόδοξη Εκκλησία εκφράζει την ενότητα και την καθολικότητά Της δια των Ιερών Μυστηρίων. Η συνοδικότητα υπηρετεί την ενότητα και διαπνέει την οργάνωση της Εκκλησίας, τον τρόπο που λαμβάνονται οι αποφάσεις Της και καθορίζει την πορεία Της. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι η Αγία Σύνοδος δεν αναφέρθηκε μόνον στο κύρος των γνωστών Οικουμενικών Συνόδων, αλλά σε αυτήν για πρώτη φορά αναγνωρίσθηκαν ως Σύνοδοι «καθολικού κύρους», δηλαδή ως Οικουμενικές, η Μεγάλη Σύνοδος επί Μεγάλου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (879-880), οι επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά Μεγάλες Σύνοδοι (1341, 1351, 1368), και οι εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλες και Αγίες Σύνοδοι για την αποκήρυξη της ενωτικής Συνόδου της Φλωρεντίας (1438-1439), των προτεσταντικών δοξασιών (1638, 1642, 1672, 1691) και του εθνοφυλετισμού ως εκκλησιολογικής αιρέσεως (1872).

Οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες δεν αποτελούν συνομοσπονδία Εκκλησιών, αλλά την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Για την Ορθόδοξη Διασπορά στις διάφορες χώρες του κόσμου αποφασίσθηκε να συνεχισθεί η λειτουργία των Επισκοπικών Συνελεύσεων με εκπροσώπους των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών προκειμένου να διασφαλίζεται η αρχή της συνοδικότητας, μέχρι να εφαρμοσθεί η κανονική ακρίβεια.

Για την ορθόδοξη Εκκλησία η οικογένεια αποτελεί καρπό της «εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν» μυστηριακής ενώσεως ανδρός και γυναικός και είναι η μόνη εγγύηση της γεννήσεως και της ανατροφής των τέκνων.

Η Εκκλησία τονίζει διαρκώς την αξία της εγκρατείας, της χριστιανικής ασκήσεως. Η χριστιανική άσκηση δεν διακόπτει την σχέση του ανθρώπου με την ζωή και τον συνάνθρωπο, αλλά τον συνδέει με την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Δεν αφορά μόνον τους μοναχούς. Το ασκητικό ήθος είναι χαρακτηριστικό της χριστιανικής ζωής.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία καταδικάζει τους διωγμούς, την εκδίωξη και δολοφονία μελών θρησκευτικών κοινοτήτων, τον εξαναγκασμό σε αλλαγή θρησκευτικής πίστεως, την εμπορία προσφύγων, τις απαγωγές, τα βασανιστήρια, τις απάνθρωπες εκτελέσεις, τις υλικές καταστροφές. Ιδιαίτερα εκφράζει την αγωνία Της για την κατάσταση των Χριστιανών και όλων των διωκωμένων μειονοτήτων στην Μέση Ανατολή και σε άλλα σημεία του κόσμου.

Βασικό έργο της Εκκλησίας είναι η Ιεραποστολή, δηλαδή ο αγώνας Της να δίνει συνεχώς την μαρτυρία της πίστεως και να κηρύττει το ευαγγέλιο είτε στους πιστούς που ζουν μέσα στις σύγχρονες εκκοσμικευμένες κοινωνίες είτε σε όσους δεν έχουν γνωρίσει ακόμη τον Χριστό.

Ο διάλογος κυρίως με τους ετεροδόξους χριστιανούς (άλλες χριστιανικές ομολογίες – αιρέσεις) γίνεται με βάση το χρέος της Εκκλησίας να μαρτυρεί προς κάθε κατεύθυνση την αλήθεια και την αποστολική πίστη. Έτσι γίνεται γνωστή σε αυτούς η γνησιότητα της Ορθόδοξης Παράδοσης, η αξία της πατερικής διδασκαλίας, η λειτουργική εμπειρία και η πίστη των Ορθοδόξων. Οι διάλογοι δεν σημαίνουν ούτε και θα σημαίνουν ποτέ οποιονδήποτε συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, όπως αυτή ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν νοείται αγιότητα του ανθρώπου εκτός του Σώματος του Χριστού, δηλαδή εκτός της Εκκλησίας (Εφ. α 23). Η αγιότητα είναι μετοχή στο μυστήριο της Εκκλησίας και στα ιερά μυστήριά της με επίκεντρο την Θεία Ευχαριστία. Οι άγιοι εικονίζουν την Βασιλεία του Θεού.

Η Εκκλησία είναι μία, η Ορθόδοξη. Κατά τον Μ. Βασίλειο «εις λαός πάντες οι εις Χριστόν ηλπικότες και μία Εκκλησία νυν οι Χριστού, καν εκ διαφόρων τόπων προσαγορεύηται». Η Εκκλησία αναμένει πάντοτε την επιστροφή όλων των ανθρώπων, ετεροδόξων και αλλοδόξων σε Αυτήν.

Τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας αποτελούν αντικείμενο εμβαθύνσεως και περαιτέρω μελέτης. Αυτό ισχύει για όλες τις Συνόδους της Εκκλησίας. Ο θεολογικός διάλογος δεν διακόπτεται. Προϋπόθεση απαραίτητη βεβαίως είναι να διατηρείται αλώβητη η θεολογική αλήθεια και ο διάλογος αυτός να πραγματοποιείται χωρίς φανατισμούς και διαιρέσεις, χωρίς παρασυναγωγές και σχίσματα, τα οποία πληγώνουν την ενότητα της Εκκλησίας. Τα σχίσματα είναι δυσίατες πνευματικές ασθένειες. Σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο: «το σχίσαι Εκκλησίαν, και φιλονείκως διατεθήναι, και διχοστασίας εμποιείν, και της συνόδου διηνεκώς εαυτόν αποστερείν, ασύγγνωστον και κατηγορίας άξιον και πολλήν έχει την τιμωρίαν» (PG 48, 872). Γι αυτό προτρέπονται οι πιστοί να μη δίνουν βαρύτητα στα λόγια εκείνων που τους παρακινούν να απομακρυνθούν από Αυτήν προκειμένου να αποτελέσουν ξεχωριστή ομάδα έξω από το πλήρωμα της Εκκλησίας, επικαλούμενοι φανταστικούς λόγους δογματικής ακριβείας.

Κατακλείοντας το μήνυμα αυτό, επιθυμούμε να σας διαβεβαιώσουμε ότι όλοι οι Επίσκοποι της Εκκλησίας της Ελλάδος αγρυπνούμε και παραμένουμε αμετακίνητοι στην Ορθόδοξη πίστη και αφοσιωμένοι στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

«Αδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρακαλείσθε, το αυτό φρονείτε, ειρηνεύετε, και ο Θεός της αγάπης και ειρήνης έσται μεθ ημών» (Β΄ Κορ. 13,11).



Οι αντιδράσεις για το κείμενο και η ιστορική σημασία του, κατά τη γνώμη μας

Το κείμενο του φυλλαδίου αντιμετωπίστηκε με ομοβροντία πυρών από τους επικριτές της Α.Μ.Σ. (μια αναζήτηση στο Διαδίκτυο αρκεί, δεν επιθυμώ να δώσω παραπομπές), οι οποίοι κατέκριναν την Εκκλησία της Ελλάδος ότι εξωράισε τις αποφάσεις της Συνόδου, απαλείφοντας τα οικουμενιστικά στοιχεία που εντοπίζουν σε αυτές οι επικριτές της, και ουσιαστικά παραπλανά το λαό, αντί να καταδικάσει τη Σύνοδο ως ληστρική και φυσικά να απορρίψει τις αποφάσεις της. Όμως το κείμενο επικρίθηκε και από τον καθηγητή κ. Γρηγόριο Λαρεντζάκη (2), που φέρεται ως υπέρμαχος της Α.Μ.Σ., ο οποίος καταλογίζει στην Εκκλησία της Ελλάδος ότι παρερμήνευσε το πνεύμα της Α.Μ.Σ. χαρακτηρίζοντας «ομολογίες – αιρέσεις» αντί για «Εκκλησίες» τις εκτός της Ορθοδοξίας χριστιανικές κοινότητες (κυρίως Ρωμαιοκαθολικούς και Προτεστάντες) και ερμηνεύοντας τον όρο «σύνοδοι καθολικού κύρους», που χρησιμοποίησε η Α.Μ.Σ. για κάποιες σημαντικές ορθόδοξες συνόδους του παρελθόντος, ως ισοδύναμο με το «οικουμενικές σύνοδοι».

Επιτρέψτε μου, παρακαλώ, να εξομολογηθώ ως απλός θεολόγος τις σκέψεις, στις οποίες με οδηγούν τα παραπάνω. Εκ των προτέρων σας ευχαριστώ θερμά.

Α) Με την τοποθέτησή του ο κ. Λαρεντζάκης, κατά τη γνώμη μου, εμφανίζεται ως απροκάλυπτος οικουμενιστής, πράγμα που ειλικρινά μου προκαλεί απορία και αλγεινή εντύπωση. Αν έχει δίκιο και οι Ρωμαιοκαθολικοί, καθώς και οι ποικίλες – συχνά αντιφάσκουσες – προτεσταντικές παραφυάδες του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών συνιστούν όντως Εκκλησίες, τότε η κάθε μία από αυτές διαθέτει και το πλήρωμα της αληθείας, οπότε όχι μόνο ακυρώνεται το Σύμβολο της Πίστεως (που μιλάει για «Μία Εκκλησία», αλλά και διατυπώνει δόγματα που έχουν σχετικοποιηθεί στον προτεσταντισμό, για να μην αναφερθούμε και στην προσθήκη του Filioque), αλλά αυτοκαταργείται ο χριστιανισμός, γιατί δεν είναι δυνατόν όλοι να αληθεύουν ταυτόχρονα.

Αν λοιπόν το πνεύμα της Α.Μ.Σ. είναι όπως το ερμηνεύει ο κ. Λαρεντζάκης, τότε φοβούμαι πως έχουν δίκιο οι επικριτές της και έχουμε ενώπιόν μας μια σύνοδο μη ορθόδοξη.

Β) Οι θέσεις που διατυπώνει η Εκκλησία της Ελλάδος δεν γνωρίζω αν όντως εκφράζουν το πνεύμα της Α.Μ.Σ. και αν θα είχαν προσυπογραφεί από αυτήν, όμως το σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι διατυπώθηκαν και προφανώς εκφράζουν την Εκκλησία που τις διατύπωσε (3).

Με τις θέσεις αυτές φρονώ ταπεινά ότι η Εκκλησία της Ελλάδος αναδεικνύεται σε θεματοφύλακα της Ορθοδοξίας και το συγκεκριμένο κείμενό της είναι ίσης εκκλησιολογικής σπουδαιότητας με την Εγκύκλιο της Α.Μ.Σ. και πολύ μεγαλύτερης από το διπλωματικά γραμμένο και ασαφές κείμενο για τις «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο».

Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, οι αντιδρώντες κατά των οικουμενιστικών τάσεων ορθόδοξοι χριστιανοί θα έπρεπε να αγκιστρωθούν από το κείμενο αυτό, αντί να το επικρίνουν, και να το αξιοποιήσουν για να απευθύνουν επίσημες θέσεις ορθόδοξης εκκλησιολογίας προς κάθε ενδιαφερόμενο.

Εκτός αυτού, θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό αν τοποθετούνταν ως προς αυτό το κείμενο όλες οι τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες (πατριαρχεία και αυτοκέφαλες), πράγμα που θα καταδείκνυε και πώς ακριβώς αντιλαμβάνονται εντέλει τις αποφάσεις τις Α.Μ.Σ.: «λαρεντζάκεια» ή ορθόδοξα;

Η ίδια δε η Εκκλησία της Ελλάδος αναμένω να υποστηρίξει έντονα τις θέσεις που η ίδια εξέφρασε με το συγκεκριμένο κείμενο, οριοθετώντας τις σχέσεις της Εκκλησίας με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο, κατά τη γνώμη μου, με ακρίβεια χιλιοστόμετρου.

Το κείμενο αυτό εξάλλου δεν είναι μεμονωμένο και η εκκλησιολογία του δεν πίπτει ως κεραυνός εν αιθρία, αλλά έπεται τουλάχιστον μιας προηγούμενης απόφασης της Εκκλησίας της Ελλάδος, του ίδιου πνεύματος, που ανακοινώθηκε στις 26 Μαΐου 2016 (4). Αυτό πιστεύω ότι πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν από τους αδελφούς μας του πατρώου εορτολογίου, που αυτοχαρακτηρίζονται «γνήσιοι ορθόδοξοι χριστιανοί» και εγκαλούν την Εκκλησία της Ελλάδος για οικουμενισμό.

Οι διαχριστιανικοί διάλογοι και η διαχριστιανική συνεργασία με βάση αυτό το κείμενο μπορούν, νομίζω, να λάβουν όντως εποικοδομητική τροπή, αν φυσικά δεν είναι εποικοδομητικοί μέχρι στιγμής, για το πραγματικό ζήτημα που πρέπει να μας απασχολεί όλους, δηλαδή την προσέγγιση της αλήθειας και της αληθινής Εκκλησίας του Ιησού Χριστού από πλευράς των αιρέσεων, για τα σφάλματα των οποίων εξυπακούεται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία πονεί, γι’ αυτό και διαλέγεται.

Γ) Θα ήθελα να πω στους επικριτές της Α.Μ.Σ. ότι οι θέσεις που εκφράζει η Εκκλησία της Ελλάδος με το συγκεκριμένο κείμενό της είναι σύμφωνες με το γράμμα των κειμένων της Α.Μ.Σ., η δε αναφορά της τελευταίας σε «αποδοχή της ιστορικής ονομασίας» των διαφόρων χριστιανικών Εκκλησιών (δηλαδή της αποδοχής των ονομάτων τους ως τεχνικών όρων) δεν σημαίνει αυτονόητα ότι τις αποδέχεται ως όντως Εκκλησίες, διότι τότε δεν θα υπήρχε καν λόγος ακοινωνησίας τους, για να μην πω ούτε καν θεολογικών διαλόγων, γιατί, αν επρόκειτο για Εκκλησίες, θα μετείχαν εξ ολοκλήρου στην αλήθεια του Χριστού, όπως η Ορθόδοξη.

Δ) Τέλος, ας μου επιτραπεί να επισημάνω ότι μετά το παραπάνω κείμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος, τουλάχιστον το πλήρωμά της πρέπει πλέον να αναφέρεται σε τουλάχιστον δώδεκα Οικουμενικές Συνόδους και όχι επτά (όπως θα ήθελαν οι όντως αδελφοί μας, ως πρόσωπα, Ρωμαιοκαθολικοί), δηλαδή τις συνόδους «καθολικού κύρους», των οποίων η Α.Μ.Σ. αυτοπροσδιορίζεται ως συνεχιστής (παράγρ. 3 της Εγκυκλίου), «άρα οικουμενικές», όπως αποφαίνεται η Εκκλησία της Ελλάδος. Πρόκειται για την επί αγίου Φωτίου Μεγάλη Σύνοδο (879-880) και τις επί αγίου Γρηγορίου Παλαμά Μεγάλες Συνόδους των ετών 1341, 1351, 1368 (λογιζόμενες ως μία Οικουμενική Σύνοδος), καθώς και την Α.Μ.Σ. του 1484 (για την αποκήρυξη της ενωτικής ψευδοσυνόδου της Φλωρεντίας), τις Α.Μ.Σ. των ετών 1638, 1642, 1672 και 1691 (λογιζόμενες ως μία, για την αποκήρυξη προτεσταντικών δοξασιών) και την Α.Μ.Σ. του 1872, για την καταδίκη του εθνοφυλετισμού ως αίρεσης.

----------------------------------------------------------

Παραπομπές

1. Δημοσιεύεται, μεταξύ άλλων, ΕΔΩ

2. Το άρθρο του ΕΔΩ

3. Εγκρίθηκαν από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 11 Ιανουαρίου 2017, όπως αναφέρεται ΕΔΩ

4. Δημοσιεύεται ΕΔΩ


Θ. Ι. Ρηγινιώτης
Θεολόγος


Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Κυκλοφόρησε το τεύχος 140 του περιοδικού Σύναξη με κεντρικό θέμα: "Ορθοδόξων οδύνες και ωδίνες"


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ...3

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Ἡ γοητεία τῆς εἰδωλολατρίας ...5

ΝΟΝΗ ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΥ
Τὰ ἄγραφα ποιήματα (ποίημα) ...22

ΦΛΑΒΙΑΝΟΣ Α΄ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ
«Γιὰ τὸ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναθεματίζουμε ζωντανοὺς ἢ πεθαμένους» ...23

πρωτοπρ. ΝΤΟΡΟΥ ΚΟΣΤΑΣΕ
Ὁλισμός, δυναμισμὸς καὶ σύνθεση: Ἡ ἀνθρωπολογικὴ σκέψη τοῦ Παναγιώτη Νέλλα ...30

ΜΑΡΙΟΣ ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΑΣ ΛΙΑΓΚΗΣ
Ἑρμηνεύοντας τὴ σημερινὴ κρίση στὴν παιδεία καὶ τὴ θρησκευτικὴ ἐκπαίδευση μὲ τὰ φῶτα τοῦ δασκάλου Παναγιώτη Νέλλα ...41

π. ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΜΑΡΤΖΟΥΧΟΣ
Ψαλμὸς 103: Ἐκλείποιεν ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἄνομοι ...53
Γιὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο – συζήτηση

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ
Μετὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ...56

π. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ
Ψηλαφώντας τὴ Συνοδικότητα ...62

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΑΘΡΕΛΛΟΣ
Ἁγία καὶ μεγάλη Σύνοδος. Παρατηρήσεις καὶ Σχόλια ...67

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΤΑΘΟΚΩΣΤΑ
Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας: Σκέψεις καὶ ἐκτιμήσεις ...73

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Α. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ
Κατόπιν ἑορτῆς ...79

ΑΝΤΩΝΗΣ Ν. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Ἀναστάσιμο Obituary ...85

Διάλογος μὲ τοὺς ἀναγνῶστες ...87

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΘΗΣ
Συνέδριο «Μαρτύριο καὶ Κοινωνία» ...93

Τὸ Βιβλίο ...94

Οἱ συνεργάτες τοῦ 140ου τεύχους ...107



Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2016

Ιωάννης Ν. Λίλης, Οι Οικουμενικές Σύνοδοι του Βυζαντίου και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της σύγχρονης Εκκλησίας: ομοιότητες και διαφορές

Οι Οικουμενικές Σύνοδοι του Βυζαντίου 
και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της σύγχρονης Εκκλησίας˙ 
ομοιότητες και διαφορές [1]





Δρ. Ιωάννης Ν. Λίλης
 Λέκτορας της Πατριαχικής Ανωτάτης 
Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης


Εισαγωγή
Ο εντοπισμός των ομοιοτήτων και των διαφορών μεταξύ των Οικουμενικών Συνόδων του λεγομένου Βυζαντίου και της επικείμενης Αγίας και μεγάλης Συνόδου της σύγχρονης Ορθόδοξης Εκκλησίας, θα μας βοηθήσει επαρκώς για να καταλάβουμε τις ιστορικές αλλαγές που προέκυψαν αυτά τα χίλια χρόνια, στην διάρκεια των οποίων δεν έγινε σχεδόν μία ανάλογη Σύνοδος στο χώρο του Ανατολικού Χριστιανισμού [2].  Παράλληλα όμως θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε γιατί η επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της σημερινής Ορθοδοξίας δεν είναι Οικουμενική Σύνοδος, κατά τη δήλωση άλλωστε του ίδιου του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γαλλίας κ. Εμμανουήλ, ως εκπροσώπου του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, σε επίσημη παρουσίαση – ενημέρωση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην αίθουσα τελετών της Πατριαρχικής Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης (δύο μήνες πριν τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου), παρότι έχει κοινά σημεία με τις βυζαντινές Οικουμενικές Συνόδους. Η παρούσα ανακοίνωση μας θα κινηθεί σε αυτό το πλαίσιο εντοπίζοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές των δύο κόσμων.    
    
«Επαρχία»
Για να κατανοήσουμε την πρώτιστη βασική διαφορά μεταξύ των Οικουμενικών Συνόδων του λεγομένου Βυζαντίου και της επικείμενης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της σύγχρονης Ορθοδοξίας, νομίζω πως είναι ανάγκη, καταρχήν, να εντοπίσουμε το ακριβές περιεχόμενο του όρου «εκκλησιαστική επαρχία», στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και σήμερα. Στο λεγόμενο Βυζάντιο δεν ήταν εφικτό μία εκκλησιαστική «επαρχία» να οριοθετηθεί γεωγραφικά, σε συγκεκριμένο τόπο, όπως συμβαίνει σήμερα, γιατί η αυτοκρατορία ήταν αχανέστατη. Γι’ αυτό η αυτοκρατορία δεν είχε γεωγραφικά «Σύνορα», παρά μόνο «Τείχη» σε κάθε πόλη ξεχωριστά, με ευθύνη της ίδιας της πόλεως, αναλόγως τη δύναμη και την οικονομική και στρατιωτική παρουσία της πόλης. Υπάρχουν πατερικά κείμενα, αλλά και οι βίοι των αγίων στην «Παρακλητική» της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας συναξάρια που περιγράφουν τα «Τείχη» μεγάλων βυζαντινών πόλεων και την «τάφρο» ως επιπλέον προστασία, μπροστά από τα «Τείχη», τις αιρέσεις που προέρχονταν εκτός των «Τειχών» (π.χ. η Κωνσταντινούπολη για την Αλεξάνδρεια) ή εντός των Τειχών (από τον ίδιο τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως), μια πραγματικότητα που διαμόρφωνε διαφορετικά τη ζωή τους, σε σχέση με τη σύγχρονη. Επειδή στερούνταν γεωγραφικών συνόρων, οι μοναδικοί συνεκτικοί δεσμοί της αυτοκρατορίας, που αντικαθιστούσαν την έλλειψη των γεωγραφικών συνόρων και μπορούσαν επαρκώς να ενώσουν την αυτοκρατορία, ήταν η α) ελληνική γλώσσα και β) ο χριστιανισμός. Ο χριστιανισμός θα πρέπει να θεωρηθεί ενοποιητικός άξονας μετά το 381 μ.Χ., δηλαδή την επίσημη αναγνώριση του από τον Μεγάλο Θεοδόσιο. Ο στρατός του αυτοκράτορα ήταν πάντοτε μισθοφορικός, γιατί λόγω της τεράστιας εκτάσεως, αίσθηση πατρίδος δεν έδινε η γεωγραφία, ο συγκεκριμένος τόπος, αλλά πρωτίστως η ελληνική γλώσσα και το χριστιανικό δόγμα˙, δευτερευόντως η γεωγραφία. Από οποιοδήποτε μέρος στρατολογούσε πολεμιστές που τους προσείλκυε με μισθό, εφόσον δεν ήταν από τη συγκεκριμένη γεωγραφική έκταση, αρκεί να μιλούσαν τα ελληνικά και να ήταν χριστιανοί. Αυτό είχε ως θετικό αποτέλεσμα ο ελληνισμός να γίνει πολύ δυνατός, γιατί καθώς δεν έμενε σε γεωγραφικά στεγανά, μπορούσε να αφομοιώνει στοιχεία από παντού και να τον ασπάζεται όλος ο τότε γνωστός κόσμος, είχε όμως και το επικίνδυνο στοιχείο να απειλείται ανά πάσα στιγμή με αφανισμό, καθώς δεν είχε την ασφάλεια των δικών του γεωγραφικών συνόρων.       
Κάθε φορά που συγκαλούνταν στο Βυζάντιο μία Οικουμενική Σύνοδος, προσκαλούνταν οι επίσκοποι από τα πέρατα της αυτοκρατορίας, οι οποίοι ήταν επαρχιούχοι, όχι όμως με αποσαφηνισμένα τα γεωγραφικά όρια της επαρχίας τους. Σήμερα τα σύνορα των επαρχιών μπορούν να αποσαφηνισθούν πλήρως, ειδικά όταν η εκκλησία είναι πλήρως αναγνωρισμένη από την εκάστοτε πολιτεία, καθώς τα σύγχρονα κράτη δεν είναι αυτοκρατορίες, αλλά πρωτίστως γεωγραφικές εκτάσεις των εθνών (εθνικά κράτη), μία πρακτική που προήλθε από τη φεουδαρχία του δυτικού μεσαίωνα. Στη Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν ήταν δυνατό να αποσαφηνισθεί ακριβώς η επαρχία του Γάγγρας, του Βεροίας και του Εδέσσης στην Μεσοποταμία, ή του Εμέσης, εκτός αν ήταν μία πολύ μεγάλη πόλη με τεράστια δύναμη, η οποία θα έχτιζε και τεράστια «Τείχη». Αλλά ακόμα και εκεί παραμόνευε ο κίνδυνος, όπως πήγε να συμβεί με την Κωνσταντινούπολη από την απειλή των Αβάρων (τότε που γράφτηκε ο περίφημος Ακάθιστος Ύμνος) και μάλιστα τον 7ο αιώνα, όταν ακόμα βρίσκονταν η αυτοκρατορία στην ακμή της, πριν φανεί καθαρά η μελλοντική κατάρρευση της. 
Η έννοια της επαρχίας συνδέεται άμεσα με τη σημασία της ψήφου. Στο Βυζάντιο υπήρχαν επίσκοποι κάτω από την πνευματική και διοικητική εποπτεία του Μητροπολίτη, και ο αρχαιότερος αυτών στα πρεσβεία ονομαζόταν αρχιεπίσκοπος, χωρίς να έχουν πολλές φορές δική τους επαρχία. Και αυτοί όμως είχαν ψήφο τουλάχιστον στις τοπικές συνόδους, ενώ δεν είχαν δική τους επαρχία, γιατί και η επαρχία δεν είχε τη σημερινή έννοια των ακριβών θεσμοθετημένων γεωγραφικών ορίων. Σήμερα οι βοηθοί επίσκοποι δεν ψηφίζουν ούτε στις τοπικές συνόδους (με ελάχιστες εξαιρέσεις π.χ. την Κύπρο), ούτε και στην επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, γιατί και σε εμάς μετά την επανάσταση του 1821 ήρθε η έννοια πρωτίστως της γεωγραφικής κατοχυρώσεως, και κατόπιν της ελληνικής γλώσσας και του χριστιανικού δόγματος, πρακτική που γέννησε τόσες διαφορετικές παραμέτρους της σύγχρονης Εκκλησίας με εκείνης του Βυζαντίου. Ο αείμνηστος Καθηγητής του Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου Παναγιώτης Χριστινάκης υποστήριζε σε επιστημονικές ανακοινώσεις του πως η απουσία επαρχίας στους σημερινούς επισκόπους της Ελλαδικής Εκκλησίας δεν αντικανονική. Αντικανονική είναι η απαγόρευση τους να μετέχουν στην Ιερά Σύνοδο και να ψηφίζουν, γιατί στο Βύζαντιο ψήφιζαν και οι βοηθοί Επίσκοποι, παρότι εστερούντο επαρχίας, ακριβώς γιατί η επαρχία δεν είχε τα ακριβή γεωγραφικά όρια με τη σημερινή σημασία.                 
Την παρουσία της γεωγραφικής έννοιας ως πρωτίστου μεγέθους στην Ανατολική χριστιανική Εκκλησία – αυτό που ονομάζουμε σήμερα Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία – έφερε η σταδιακή κατάρρευση της Ανατολής και η ανάδειξη της Δύσεως. Στη Δύση, επειδή τη διαμόρφωσε το άτεγκτο δίκαιο, από γεννησιμιού της κυριαρχούσε εξαρχής πρώτα η γεωγραφία και κατόπιν η λατινική γλώσσα και το δυτικό χριστιανικό δόγμα, μία πραγματικότητα που κορυφώθηκε με τη «φεουδαρχία», δηλαδή την αντιστοίχιση της γλώσσας και του χριστιανικού δόγματος στις γεωγραφικές εκτάσεις του Πάπα και των δυτικών επισκόπων[3]. 
Σήμερα για να αποκτήσει κάποιος την ελληνική υπηκοότητα και να θεωρηθεί Έλληνας, αρκεί να δηλώσει μόνιμη κατοικίας διαμονής για δεκαπέντε χρόνια σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο μεταξύ Κρήτης και Αλεξανδρούπολης, στο σύγχρονο ελληνικό κράτος. Αν δεν μιλάει καλά ελληνικά ή δεν ποτέ βαπτιστεί χριστιανός δεν ενοχλεί καθόλου στο να θεωρηθεί Έλληνας. Τότε όμως συνέβαινε το εντελώς αντίθετο. Μετά το 1821 και ο ελληνισμός οργανώθηκε ως εθνικό κράτος με τα πρότυπα της πρώην φεουδαρχίας, δηλαδή των γεωγραφικών εκτάσεων.       

Δογματικά ζητήματα
Επειδή η ελληνική γλώσσα ήταν ο βασικός συνεκτικός δεσμός της αυτοκρατορίας, οι αιρέσεις ήταν πάντοτε παραποιήσεις και παραχαράξεις της ορθοδόξου πίστεως με αφορμή και βάση την αρχαία ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία˙ ελληνική γλώσσα χωρίς ελληνική φιλοσοφία δεν μπορεί να υπάρξει. Οι αριστοτελικοί όροι «οὐσία», «ἐνέργεια», «ὑπόσταση», δηλαδή οι «πρῶτες οὐσίες» του Αριστοτέλη, κυριαρχούν στις αποφάσεις και στους επίσημους δογματικούς όρους των Οικουμενικών Συνόδων. Οι αιρετικοί είναι πάντοτε μόνο κληρικοί της ανατολικής χριστιανικής εκκλησίας και μάλιστα αρχιερείς και Προκαθήμενοι, οι οποίοι έφερναν το ακριβές περιεχόμενο των φιλοσοφικών όρων μέσα στο δόγμα (όχι το εξωτερικό σχήμα των όρων όπως έκαναν οι ορθόδοξοι), παραποιώντας την αλήθεια της πίστεως. Το σώμα της εκκλησίας ονόμαζε πολλές φορές την καταδικασθείσα αίρεση με το όνομα του κληρικού που τη γέννησε, π.χ. Νεστοριανισμός, από τον Νεστόριο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής είχε διαφωνήσει με τον Πύρρο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τον 7ο αιώνα, μονοθελήτης αιρετικός όπως και ο προκάτοχος του, ο Σέργιος Α΄.
Μία σημερινή Σύνοδος, όπως η επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, δεν μπορεί να συζητήσει δογματικά ζητήματα πίστεως με την ακριβής μορφή των βυζαντινών θεμάτων, γιατί ο αιρέσεις πλέον δεν δημιουργούνται και δεν υφίστανται με βάση την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά με τις νέες προκλήσεις των σύγχρονων γεωγραφικών κρατών, όπως διαμορφώθηκαν από το γαλλικό διαφωτισμό. Γι’ αυτό και απουσιάζουν, και πολύ σωστά, από την ημερησία διάταξη της Συνόδου. Όχι μόνο τα δογματικά ζητήματα ήδη διατυπώθηκαν στο σύνολο τους, αλλά κυρίως οι αιρετικοί είναι πολύ εύκολο πλέον να εντοπιστούν, γιατί δεν ανήκουν ή δεν ανήκαν ποτέ στη δική μας Εκκλησία. Και μόνο από την γεωγραφία του κράτους, από το οποίο προέρχονται και στο οποίο κατοικούν, είναι πανεύκολο να καταλάβουμε αν είναι ορθόδοξοι, ετερόδοξοι ή ακόμα και άθεοι. Επειδή τα αιρετικά προβλήματα ποικίλουν σε κάθε γεωγραφικό κράτος, τα λύνει η κάθε τοπική εκκλησία μεμονωμένα.
Στη Δύση πάντοτε συνέβαινε η ανάλογη τακτική. Ο Πελάγιος, ιδρυτής της δυτικής αιρέσεως του Πελαγιανισμού, του 400 μ.Χ., ήταν Βρεταννός μοναχός. Και μόνο το γεγονός ότι προερχόταν από άλλη γεωγραφική περιοχή εκτός Ρώμης, από τη Βρεταννία, ήταν αρκετό για να υποψιαστούμε ότι ήταν αιρετικός. Στο Βυζάντιο όμως συνέβαινε το εντελώς αντίθετο. Οι αιρετικοί ήταν πάντοτε από την ίδια περιοχή, από τη διοίκηση της Εκκλησίας και μάλιστα υψηλόβαθμοι κληρικοί˙ σχεδόν ποτέ δεν είχαμε λαϊκούς αιρετικούς.     

Ο αυτοκράτορας
Τις Οικουμενικές Συνόδους τις συγκαλούσε πάντοτε ο αυτοκράτορας, ο οποίος τοποθετούνταν και Πρόεδρος της Συνόδου,  εφόσον θεωρούσε το Χριστιανισμό βασικό συνεκτικό άξονα της αυτοκρατορίας. Είναι γνωστή η παρουσία του Μεγάλου Κωνσταντίνου στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και η περίφημη φράση του πως είναι «ὁ ἐπίσκοπος τῶν ἐκτὸς καθεστάμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ», ενώ οι αρχιερείς είναι εκ «τῶν εἴσω τῆς Ἐκκλησίας», δηλαδή από το εσωτερικό της Εκκλησίας[4].  Η παρουσία του δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως επιβολή της δημοσίας τάξεως μέσα στην εκκλησία εκ μέρους της τότε πολιτείας, γιατί η έννοια της «δημοσίας τάξεως» γεννήθηκε για πρώτη φορά στα αστικά κράτη της δύσεως, μετά τον 18ο αιώνα, όπου είχαν πρώτα εξασφαλισθεί τα γεωγραφικά σύνορα, και είναι άγνωστη σε μία αχανέστατη αυτοκρατορία, και θα πρέπει να εκληφθεί μόνο μέσα στο γενικότερο πνεύμα των δύο προαναφερθέντων συνεκτικών αξόνων, γλώσσας και χριστιανικού δόγματος. Σήμερα είναι αδιανόητη μία παρόμοια πρακτική από τον σύγχρονο πολιτειακό άρχοντα καθώς υπάρχουν εξασφαλισμένα γεωγραφικά σύνορα και ο σύγχρονος ανατολικός χριστιανισμός, δηλαδή η Ορθόδοξη Εκκλησία, ζει και αναπνέει στα πλαίσια του δυτικού πολιτισμού με τα γεωγραφικά κράτη. Υπάρχουν Σύνταγμα και Νόμοι του Κράτους που καθορίζουν ακριβώς τη θέση του κάθε θεσμού μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες. Για τους βυζαντινούς το Σύνταγμα ήταν μόνο στρατιωτικό, του αυτοκράτορα, με μισθοφόρους πολεμιστές και ποτέ πολιτικό στην έννοια των σημερινών αστικών νόμων. Σήμερα, μετά τη Γαλλική Επανάσταση, είναι μόνο πολιτικό.   
  
Η ελληνική, ως επίσημη γλώσσα
Η επίσημη γλώσσα των Οικουμενικών Συνόδων ήταν μόνο η ελληνική. Μία αυτοκρατορία είναι πάντοτε πολυεθνική. Κατά τόπους οι διάφοροι λαοί μιλούσαν τις δικές τους γλώσσες, όμως επίσημα έπρεπε να είναι ελληνόφωνοι. Σήμερα αυτό δεν μπορεί να συμβεί, γιατί ήρθαν οι γεωγραφικές εκτάσεις, με κλειστά σύνορα, κατοχυρωμένα από το διεθνές Δίκαιο, οι οποίες διαμόρφωσαν και τις δικές τους γλώσσες, και η ελληνική γλώσσα έχασε την οικουμενικότητα της καθώς κλείστηκε και αυτή σε περιορισμένα, γεωγραφικά, σύνορα. Η μεγαλύτερη οικονομική δαπάνη της επικείμενης σύγχρονης Συνόδου είναι τα μεταφραστικά μέσα, κατά την ομολογία του ίδιου του Μητροπολίτου Γαλλίας κ.κ. Εμμανουήλ, καθώς οι επίσημες γλώσσες θα είναι τέσσερις ή πέντε. Η ελληνική πλέον είναι μία γλώσσα, όπως όλες οι άλλες, και όχι αυτή που κυριαρχεί σε ολόκληρη την οικουμένη, όπως συνέβαινε τότε. 

Ο γάμος
Στα θέματα της ημερησίας διατάξεως της σημερινής Συνόδου βρίσκονται και τα κωλύματα του γάμου. Το συγκεκριμένο θέμα χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Ο γάμος μετά το 1833 έγινε για πρώτη φορά και ανθρώπινο δικαίωμα, ενώ μέχρι τότε ήταν μόνο εκκλησιαστικό χάρισμα και μυστήριο. Επειδή τα σύγχρονα κράτη δημιουργήθηκαν με βάση τις αρχές του γαλλικού διαφωτισμού, κορυφαία αρχή των οποίων είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα, όλα τα μέχρι τότε εκκλησιαστικά μυστήρια, μετά τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους έγιναν και ανθρώπινα δικαιώματα. Ο γάμος, η μοναχική κουρά, η χειροτονία, η μισθοδοσία του κληρικού, η εκκλησιαστική εκπαίδευση είναι σήμερα και βασικά ανθρώπινα δικαιώματα των εκκλησιαστικών προσώπων. Μία βυζαντινή Οικουμενική Σύνοδος ποτέ δεν θα έβαζε ως θέμα συζητήσεως τα κωλύματα του γάμου, ενώ σήμερα είναι αναγκασμένη από τα πράγματα να το θέσει, γιατί είναι ανθρώπινο δικαίωμα και των κληρικών, οι οποίοι ζητούν τον γάμο και ως πολίτες, όχι μόνο ως εκκλησιαστικά μέλη. Το 85% των ορθόδοξου κλήρου είναι έγγαμοι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του Ανατολικού Χριστιανισμού που έχουμε τόσους εγγάμους κληρικούς, οι οποίοι αυξήθηκαν ραγδαία μέσα στο νέο ελληνικό κράτος, όπου ο γάμος έγινε ανθρώπινο δικαίωμα. Στο βυζάντιο θεσπίσθηκαν οι τρεις γάμοι, όχι όμως ως ανθρώπινο δικαίωμα, αλλά ως οικονομία εκ μέρους της εκκλησίας, όταν το ζήτησε συγκεκριμένος αυτοκράτορας, ώστε να προφυλαχθούν και θεραπευθούν τα ανθρώπινα πάθη. Τα λόγια του εκκλησιαστικού μυστήριου, ειδικά του τρίτου γάμου, το δείχνουν πολύ καθαρά. Επίσης δεν πρέπει να βγει το βιαστικό συμπέρασμα ότι ο τρίτος γάμος ίσχυε από τότε για όλους τους πιστούς, αλλά, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, για τα πρόσωπα μόνο της αυτοκρατορικής αυλής. Η μετατροπή του γάμου και ως ανθρωπίνου διαιώματος έφερε πλέον την παρουσία του σε ολόκληρο το εκκλησιαστικό σώμα. 

Η ψήφος 
Στο Βυζάντιο οι επίσκοποι στις Συνόδους ψήφιζαν. Και σήμερα ψηφίζουν. Δεν είναι όμως το ίδιο. Στις εκκλησιαστικές επαρχίες του σύγχρονου ελληνικού κράτους η ψήφος είναι επίσημη πολιτειακή πράξη με νομική επικύρωση, ακριβώς γιατί και η συνοδική ψήφος είναι πλέον και αυτή ανθρώπινο δικαίωμα˙ ενώ τότε δεν ήταν. Η ψήφος των ιεραρχών για ένα θέμα στη Διαρκή Ιερά Σύνοδος της Αθήνας ή στην Ιερά Επαρχιακή Σύνοδο της Εκκλησίας Κρήτης είναι επίσημες και πολιτειακές πράξεις και όχι μόνο εσωτερικές εκκλησιαστικές πράξεις, όπως συμβαίνει σε πολλές σύγχρονες εκκλησίες του εξωτερικού και της διασποράς, όπου είναι περιθωριποιημένες από τις κοινωνίες στις οποίες ζουν. Οι πολιτειακές όμως πράξεις, ειδικά όταν παραμείνουν πολύ καιρό στον πολιτισμό, επηρεάζουν εκ των πραγμάτων και τις εκκλησιαστικές, διαμορφώνοντας και το ανάλογο ήθος. Η απλή αναφορά στους 318 Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, ακόμα και αν είχαν ψηφίσει όλοι, δεν έχει κανένα νόημα αν δεν κατανοηθεί και δεν παραλληλισθεί ακριβώς με τα συγκεκριμένα ιστορικά δεδομένα της κάθε εποχής, αλλά ακόμα και της κάθε εκκλησίας στην ίδια εποχή.


Νηστεία και Διασπορά
Το θέμα της νηστείας, όταν είναι κατοχυρωμένο ανθρώπινο δικαίωμα, όπως στην Ελλάδα, είναι εύκολο ζήτημα γιατί όλοι γνωρίζουν το ακριβές περιεχόμενο της. Το αγιολόγιο της Εκκλησίας είναι την ίδια ώρα και επίσημο εορτολόγιο της Πολιτείας. Όταν η Ορθοδοξία βρίσκεται σε μία χώρα όπου οι χριστιανοί είναι ελάχιστοι, τότε το ζήτημα είναι διαφορετικό. Εκεί θα πρέπει να εφευρεθούν τρόποι, ώστε να προσαρμοσθεί στα δύο σύγχρονα δεδομένα που αναφέραμε. Διαφορετικά σύντομα θα σβήσει, αν δεν καταφέρει να μιλήσει μέσα στον σύγχρονο πολιτισμό της κάθε εποχής. Στο Βυζάντιο, ελλείψει ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επιστήμης και άμεσης επικοινωνίας μεταξύ των απομακρυσμένων περιοχών, η θέσπιση της νηστείας ήταν συνήθως ίδια για όλες τις επαρχίες, αλλά και οι οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ των εκκλησιαστικών επαρχιών δεν γινόντουσαν γνωστές εξαιτίας των «τειχών» και της αδυναμίας επικοινωνίας μεταξύ των πόλεων. Η ορθόδοξη διασπορά και η κοινή συμπόρευση όλων των ορθοδόξων σε μία μακρινή ήπειρο όπως η Αμερική, κάτω από μία Εκκλησία επίσης δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί μόνο με εκκλησιαστική προτροπή ή μία Συνοδική απόφαση, αλλά με τη ζωντανή προσαρμογή στα δεδομένα εκείνου του κράτους˙ δηλαδή, μιλώντας τη σύγχρονη γλώσσα, με τη γεωγραφία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτή η σωστή προσαρμογή δεν σημαίνει ποτέ απώλεια της παραδόσεως. Αντιθέτως η σωστή προσαρμογή εγγυάται την ιστορική συνέχεια της Εκκλησίας μας. Ο 17ος κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου : «τοῖς πολιτικοῖς καὶ δημοσίοις τύποις καὶ ἡ τῶν ἐκκλησιαστικῶν παροικιῶν τάξις ἀκολουθείτῳ», μόνο με αυτόν τον τρόπο θα βρει τη σωστή εφαρμογή της. Οι πολιτικοί και δημόσιοι τύποι τότε ήταν η αυτοκρατορία, σήμερα είναι τα εθνικά γεωγραφικά κράτη, όπως τα διαμόρφωσε ο δυτικός διαφωτισμός.               

Συμπεράσματα
Τα ζητήματα που θέτει η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος είναι φλέγοντα γιατί πρέπει να κινηθούν α) στους δύο άξονες του Βυζαντίου : ελληνική γλώσσα και χριστιανικό δόγμα καθώς, ποτέ δεν μπορούμε να αφήσουμε την παράδοση μας – τίποτα δεν υπάρχει χωρίς ρίζες, αλλά β) και στους δύο σύγχρονους πραοαναφερθέντες άξονες : γεωγραφία και ανθρώπινα δικαιώματα˙ πάντοτε πρέπει να προσαρμοζόμαστε ως ιστορική Εκκλησία και στα σύγχρονα δεδομένα. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά των δύο κόσμων˙ βυζαντινών οικουμενικών συνόδων και σύγχρονης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Αν η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος το ακολουθήσει, πέτυχε στην αποστολή της. Αν δεν το ακολουθήσει γρήγορα θα ξεχαστεί και δεν θα ξαναγίνει ανάλογη Σύνοδος. Για να μεσολαβήσουν χίλια χρόνια κατά τα οποία δεν έγινε Σύνοδος ολόκληρης της Ορθοδοξίας σημαίνει από κάποιο σημείο και μετά άρχισε να απομακρύνεται από τις ιστορικές προκλήσεις του τότε πολιτισμού. Αυτό όμως δεν συνέβαινε στην πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα των αποστόλων, η οποία προσαρμόστηκε ζωντανά στην ελληνική γλώσσα που ήταν η τότε πραγματικότητα και όχι στα αραμαϊκά ή στα ακόμα και στα λατινικά (τα ελληνικά ήταν οι πολιτικοί και δημόσιοι τύποι της εποχής εκείνης), και στην ελληνική γράφτηκαν τα ευαγγέλια. Ήρθε η ώρα να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της. 

-------------------------------
1.  Εισήγηση που ανακοινώθηκε στον Επιστημονική Διημερίδα, την οποία οργάνωσαν η Πατριαρχική Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης και το Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου και πραγματοποιήθηκε στην Πατριαρχική Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης κατά τη 15η και 16η Μαΐου 2016.

2.  Θα μπορούσαμε ίσως να θεωρήσουμε ως εξαίρεση τη Σύνοδο του 879/880 που έλαβε χώρα στην Κωνσταντινούπολη καθώς αναγνώρισε ως Οικουμενική τη Σύνοδο του 787 στη Νίκαια της Βιθυνίας, σχετικά με την Εικονομαχία. Ανάλογη Σύνοδος είναι και αυτή του 1482 στην Κωνσταντινούπολη, η οποία δεν αναγνώρισε τη Σύνοδο της Φλωρεντίας του 1439 και όρισε πως όσοι θα επιστρέφουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία από τη Ρωμαιοκαθολική, θα πρέπει να χρίονται με μύρο. Βλ. Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Γ΄, Π. Πουρναρά Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 296.      
3. Μέσα στη Ρώμη ζούσε μόνο ο Πάπας και οι ιερείς του, και ο Πάπας δεν μπορούσε ποτέ να βγει εκτός Ρώμης, εξαιτίας της «φεουδαρχίας». Μέσα στην Κωνσταντινούπολη δεν ζούσε μόνο ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αλλά οι πάντες ακριβώς γιατί δεν υπήρχε η φεουδαρχία. Αυτό είναι ο λόγος που δεν παρέστη ποτέ Πάπας σε Οικουμενική Σύνοδο, αλλά έστελνε τους αντιπροσώπους του, τους λεγάτους.  
4.  Εὐσεβίου, Εἰς τὸν βίον τοῦ μακαρίου Κωνσταντίνου τοῦ βασιλέως 4,24 PG 20,1172AB.


Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης, Σκέψεις για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, τους ετεροδόξους και τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου

Με το παρόν θα επιχειρήσω να καταθέσω τα συναισθήματα και τους προβληματισμούς μου από κάποια τελικά κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Αν το πλήρωμα της Εκκλησίας, ιστορικά, επικυρώνει ή ακυρώνει εν τέλει τις αποφάσεις των Συνόδων, ίσως αποτελέσει μια μικρή συμβολή και η τοποθέτηση ενός άσημου θεολόγου από την Κρήτη. Περιττεύει να επισημάνω ότι τα παρακάτω ουδόλως βάλλουν κατά προσώπων ή θεσμών, αντιθέτως στοχεύουν αποκλειστικά στην ωφέλεια της Εκκλησίας και στη σωτηρία εαυτών και αλλήλων.

Τα κείμενα, για τα οποία προτίθεμαι να τοποθετηθώ, Θεού θέλοντος, είναι τα: «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο», «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» και «Εγκύκλιος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου». Προκαταβολικά εξομολογούμαι ότι τα δύο πρώτα με προβλημάτισαν, ενώ το τρίτο με ανέπαυσε.

Η Εκκλησία και το μαρτύριο του σύγχρονου ανθρώπου

Α) Το κείμενο «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο» αναμφίβολα εκφράζει άριστα την ανθρωπολογική και κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας. Όμως, όχι άστοχα, ο μητροπολίτης Νιγηρίας – και εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας – Αλέξιος το χαρακτήρισε «άτολμο», ενώ γράφτηκε ότι και ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος είπε σχετικά ότι η Σύνοδος πρέπει να μιλήσει επί της ουσίας των σύγχρονων προβλημάτων και όχι μόνο θεολογικά.

Αν και το κείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για ποικίλες δράσεις των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, μητροπόλεων, ενοριών κ.τ.λ., όμως πρέπει να συμφωνήσω με τα παραπάνω. Ένα τέτοιο κείμενο δεν μεθιστάνει όρη, συνεπώς η δημοσίευσή του δεν αλλάζει κάτι στον πλανήτη μας.

Κατά τη γνώμη μου, μια Σύνοδος αντάξια των Οικουμενικών Συνόδων (η οποία τελικά, και θα καταξιωνόταν ως Οικουμενική από την Ιστορία), θα ήταν κάποια, που θα κατήγγελλε μία προς μία τις Πολυεθνικές Εταιρίες και τις λοιπές οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις, που λυμαίνονται τον κόσμο και εξουθενώνουν το ανθρώπινο πρόσωπο. Τότε θα σειόταν το στρατόπεδο του Εχθρού των ανθρώπων και τα όργανά του θα ήξεραν ότι η Εκκλησία στέκεται απέναντί τους, ενώ εκείνοι που προσπαθούν να υπερασπιστούν τους αδικημένους θα γνώριζαν ότι η Εκκλησία βρίσκεται με σοβαρότητα και τόλμη δίπλα τους.

Η Εκκλησία βέβαια θα διωκόταν, αλλά αυτό προανήγγειλε ο Χριστός: διώξεις. Εκκλησία που δεν διώκεται, πολύ φοβούμαι ότι είναι Εκκλησία συμβιβασμένη και ακίνδυνη.

Φυσικά, μια τέτοια κίνηση θα χρειαζόταν προσεκτική έρευνα από ολόκληρα επιτελεία συνεργατών, αλλά είναι εφικτό και ήδη συμβαίνει σε άλλους χώρους, εκτός της Εκκλησίας. Ας λάβουμε υπόψιν ότι αυτή την ονομαστική και συγκεκριμένη καταγγελία όλων των προσώπων, εταιριών και συνασπισμών, που κρατούν δούλους τους ανθρώπους, την πραγματοποιούν δημοσιογράφοι και κοινωνικοί ή πολιτικοί ακτιβιστές, πολλοί από τους οποίους ανήκουν σε αθεϊστικούς και αντεκκλησιαστικούς χώρους. Δυστυχώς, φοβούμαι ότι σ’ αυτό το θέμα «προάγουσιν ημάς», τολμώντας να παλέψουν για τον φτωχό, όπως τολμούσαν οι Βασίλειοι και οι Χρυσόστομοι, αλλά τολμά η σημερινή Εκκλησία;

Δηλαδή η Εκκλησία να μετατραπεί σε πολιτικό ακτιβιστή; Ναι, όσο ήταν και ο ιερός Χρυσόστομος, που απευθυνόταν καταπρόσωπο στους εκμεταλλευτές του λαού, δεν εξέδιδε γενικές (έστω και θεολογικά άρτιες) ανακοινώσεις.

Ουτοπία; Ας ελπίζουμε για την επόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, που εύχομαι να πραγματοποιηθεί σύντομα. Ας ελπίζουμε, αλλά και ας πιέζουμε.


Εκκλησία και ετερόδοξοι

Β) Το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» είναι εμφανώς γραμμένο με διπλωματικό τρόπο, ώστε να μην προσβάλει την πίστη των ορθοδόξων χριστιανών, αλλά και να μη στενοχωρήσει τους Ρωμαιοκαθολικούς και την πανσπερμία των προτεσταντικών αιρέσεων που συναπαρτίζει το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, στο οποίο συμμετέχει και η Ορθόδοξη Εκκλησία.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, μια Σύνοδος αντάξια των Οικουμενικών Συνόδων (και Οικουμενική τελικά), θα ήταν κάποια, που θα έλεγε σαφώς: «Εμείς, η Ορθόδοξη Εκκλησία, είμαστε η μία και μόνη Αγία Εκκλησία του Ιησού Χριστού», θα επισήμαινε και θα καταδίκαζε μία προς μία τις κακοδοξίες όλων των αιρέσεων και θα παρακαλούσε – θα ικέτευε έστω γονατιστή, με αγάπη και πόνο ψυχής – όλους τους αδελφούς μας, που είναι εγκλωβισμένοι στις πλάνες των αιρέσεων και των διαφόρων θρησκειών, να τις εγκαταλείψουν και να ενωθούν στην Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, «ίνα ώσιν έν» όπως ο Πατήρ με τον Υιό.

Φυσικά, οι παραπάνω δύο θέσεις (ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη Εκκλησία και ότι η α΄ ή β΄ διδασκαλία μιας χριστιανικής ομάδας συνιστά πλάνη) απαιτούν τεκμηρίωση. Η τεκμηρίωση αυτή όμως, κατά τη γνώμη μου πάντα, είναι εύκολη. Το να μεταστραφούν οι ηγέτες κάθε αιρετικής ομάδας είναι δύσκολο (γιατί παρεμβάλλονται πολλοί παράγοντες), όμως το να αντιληφθούν την αλήθεια τα απλά μέλη αυτών των ομάδων δεν είναι ακατόρθωτο, όπως φανερώνουν οι χιλιάδες μεταστροφές ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών στην Ορθοδοξία, που παρατηρούμε τις τελευταίες δεκαετίες. Εν πάση περιπτώσει, αυτή είναι η αποστολή της Εκκλησίας και ασφαλώς παγκοσμίως υπάρχουν θεολόγοι και ορθόδοξοι διδάσκαλοι που μπορούν, με τη βοήθεια του Θεού, να εκφράσουν την αλήθεια επαρκώς.

Το ότι η Εκκλησία «κάνει διάλογο» με τους ετεροδόξους είναι αυτονόητο και δεν νομίζω ότι χρειαζόταν καν να τονιστεί. Πάντως οι διάλογοι ασφαλώς δεν μπορεί να συνεχίζονται επ’ άπειρον χωρίς οι ετερόδοξοι να αντιλαμβάνονται και να διορθώνουν τα λάθη τους. Κάποια στιγμή, όπως ήδη έχει γραφτεί, οι διάλογοι πρέπει να απομακρυνθούν από τις ηγεσίες των αιρέσεων και να απευθυνθούν στους απλούς πιστούς.

Σημειωτέον – και συγχωρήστε με που θα το θέσω ευθέως – ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διαθέτει άλλες (μη Ορθόδοξες) «αδελφές Εκκλησίες». Μία Εκκλησία ίδρυσε ο Ιησούς Χριστός και όλες οι ομάδες που αποκόπτονται από αυτήν και τραβούν διαφορετικούς δρόμους αποτελούν αιρέσεις. Η Εκκλησία αγαπά τους αιρετικούς (δεν τους καίει στην πυρά, όπως ο μεσαιωνικός παπικός θεσμός) και αγωνιά για τη σωτηρία τους, γι’ αυτό και επιδιώκει την επιστροφή τους. Αυτή (πρέπει να) είναι και η αιτία για τη συμμετοχή της στους διαχριστιανικούς διαλόγους.

Για το ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Εκκλησία που ίδρυσε ο Χριστός, επικαλούμαι τη μαρτυρία των πολλών ρωμαιοκαθολικών, που έγιναν ορθόδοξοι χριστιανοί μετά από προσεκτική και σοβαρή έρευνα των πηγών του αρχαίου χριστιανισμού, όπως ο δολοφονημένος επίσκοπος Ναζιανζού Παύλος ντε Μπαγεστέρ, οι πατέρες Σεραφείμ Μπέλ, Ραφαήλ Μπουργκ, Πλακίδας Ντεσέιγ και αναρίθμητοι άλλοι, καθώς και προτεσταντών, όπως μια ολόκληρη προτεσταντική κοινότητα στις ΗΠΑ, με χιλιάδες μέλη, που προσήλθε στην Ορθοδοξία τη δεκαετία του 1980 (βλ. την περίπτωσή στο βιβλίο του μακαριστού π. Πήτερ Γκίλκουιστ Καλώς ήλθατε στο σπίτι σας, εκδ. Ακρίτας) και αναρίθμητοι άλλοι από πολλές χώρες του κόσμου.

Στην Αφρική, εξάλλου, είναι γνωστό ότι ολόκληρες κοινότητες μελών των «Ανεξάρτητων Αφρικανικών Εκκλησιών» σε διάφορες χώρες μεταστρέφονται στην Ορθοδοξία και αυτό αποτέλεσε τη μαγιά της Ορθόδοξης Ιεραποστολής στην υποσαχάρια Αφρική περί τα μέσα του 20ού αιώνα, αρχίζοντας από την Ουγκάντα και την Κένυα.


Μια ελπίδα

Γ) Την ισορροπία στο παραπάνω θέμα, κατά τη γνώμη μου, αποκαθιστά κάπως η «Εγκύκλιος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» (το καλύτερο, κατά τη γνώμη μου, τελικό κείμενο της Συνόδου και ίσως το μόνο αναγκαίο), η οποία (εκτός από τις καίριες κοινωνικές και ανθρωπολογικές επισημάνσεις που περιέχει):

α) Διευκρινίζει ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία (…) αποτελεί την αυθεντικήν συνέχειαν της μιάς, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, ως αύτη ομολογείται εις το Σύμβολον της πίστεως και βεβαιούται διά της διδασκαλίας των Πατέρων της Εκκλησίας. Ούτως, αισθάνεται μείζονα την ευθύνην αυτής (…) και διά την αξιόπιστον μαρτυρίαν της αληθείας προς πάντας τους ανθρώπους» (παράγρ. 2).

β) Χρησιμοποιεί τον όρο «Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία» (παράγρ. 5), όπως είναι ορθό και πρέπον, και βεβαιώνει ότι αυτή «αποτελεί την ζώσαν παρουσίαν του Χριστού εν τω κόσμω» και «την εν Χριστώ φανέρωσιν της Βασιλείας του Θεού» (παρ. 20 και επίλογος). Επίσης, δεν χαρακτηρίζει ως «Εκκλησίες» τις ποικίλες χριστιανικές κοινότητες, πράγμα που προκαλεί παρανοήσεις και δικαιολογημένα είχε καταστεί αντικείμενο διενέξεων.

γ) Μνημονεύει ως θεμέλια της ορθόδοξης πίστης και συνόδους «καθολικού κύρους», που συνεχίζουν το έργο των επτά γνωστών Οικουμενικών Συνόδων, την επί αγίου Φωτίου Μεγάλη Σύνοδο (879-880) και τις επί αγίου Γρηγορίου Παλαμά Μεγάλες Συνόδους των ετών 1341, 1351, 1368 (8η και 9η Οικουμενικές Συνόδους κατά πολλούς και κατ’ εμέ), καθώς και τις Αγίες και Μεγάλες Συνόδους των ετών 1484 (για την αποκήρυξη της ενωτικής ψευδοσυνόδου της Φλωρεντίας), 1638, 1642, 1672 και 1691 (για την αποκήρυξη προτεσταντικών δοξασιών) και 1872, για την καταδίκη του εθνοφυλετισμού, και συνεπώς του σημερινού εθνικισμού, ως αίρεσης (παράγρ. 3).

Εδώ θα ήθελα να υπενθυμίσω – οιονεί να προσθέσω – την Απάντηση των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ανατολής στον Πάπα Πίο Θ΄, που εκδόθηκε το 1848, υπογράφεται από τους πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Άνθιμο (Οικουμενικό Πατριάρχη), Αλεξανδρείας Ιερόθεο, Αντιοχείας Μεθόδιο και Ιεροσολύμων Κύριλλο, μαζί με τις ιερές συνόδους τους, και αποτελεί μια συντριπτική απάντηση, με σεβασμό και ευγένεια, στις πλάνες και τον τότε επεκτατισμό του παπισμού. Το βαρυσήμαντο αυτό κείμενο δημοσιεύεται και στο Διαδίκτυο.

δ) Διευκρινίζει (παρ. 20 και επίλογος) ότι η Εκκλησία διενεργεί τους διαχριστιανικούς διαλόγους διότι «επιδεικνύει ευαισθησίαν έναντι εκείνων, οι οποίοι διέκοψαν την μετ’ αυτής κοινωνίαν και ενδιαφέρεται δι’ όσους δεν κατανοούν την φωνήν της». «Διά μέσου του διαλόγου αυτού, ο λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει πλέον καλύτερα την Ορθοδοξίαν και την γνησιότητα της παραδόσεως αυτής. (…) Οι διαχριστιανικοί διάλογοι ελειτούργησαν ως ευκαιρία διά την Ορθοδοξίαν, διά να αναδείξη το σέβας προς την διδασκαλίαν των Πατέρων και διά να δώση την αξιόπιστον μαρτυρίαν της γνησίας παραδόσεως της μιάς, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας. (…) Οι διάλογοι αυτοί είναι μαρτυρία περί της Ορθοδοξίας, εδραζομένη επί του ευαγγελικού μηνύματος “Έρχου και ίδε” (Ιωάν. α΄, 46), ότι “ο Θεός αγάπη εστίν” (Α΄ Ιωάν. δ΄, 8)».

Ένας τελευταίος προβληματισμός: ελπίζουμε να ληφθεί σοβαρά υπόψιν οι ανωτέρω θέσεις της Εγκυκλίου και να μην επισκιαστούν από τη διπλωματική ασάφεια άλλων διατυπώσεων (σε άλλες περιστάσεις), που ίσως δεν ωφελήσουν τη σωτηρία των αδελφών μας ετεροδόξων και του κόσμου συνολικά.

Όλα τα παραπάνω, γραμμένα με πόνο, ίσως είναι σκέψεις ενός άφρονος, που σφάλλει, ευρισκόμενος μακριά από τα γεγονότα. Κατά βάθος το εύχομαι. Αν όχι, ας το κρίνουν και ας αξιοποιήσουν κάθε πιθανή σωστή θέση οι κατάλληλοι.




Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης

Θεολόγος – συγγραφέας

Ρέθυμνο Κρήτης


Δευτέρα 27 Ιουνίου 2016

ΕΠΙΣΗΜΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ







1. Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΣ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΤΗΡΗΣΙΣ ΑΥΤΗΣ ΣΗΜΕΡΟΝ

Ελληνικά English русский français

2. ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ

Ελληνικά English русский français

3. ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΜΟΝ ΚΑΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΑΥΤΟΥ

Ελληνικά English русский français

4. Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑ

Ελληνικά English русский français

5. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ

Ελληνικά English русский français

6. Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΝ ΤΩ ΣΥΓΧΡΟΝΩ ΚΟΣΜΩ

Ελληνικά English русский français



Το Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου

Πηγή-φωτό: ΡΟΜΦΑΙΑ
Ὑμνοῦμε καί δοξολογοῦμε τόν Θεό τῶν «οἰκτιρμῶν καὶ πάσης παρακλήσεως», διότι μᾶς ἀξίωσε νά συνέλθουμε τήν ἑβδομάδα τῆς Πεντηκοστῆς (18-26 Ἰουνίου 2016) στήν Κρήτη, ὅπου ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ὁ μαθητής του Τίτος κήρυξαν τό Εὐαγγέλιο στά πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Εὐχαριστοῦμε τόν ἐν Τριάδι Θεό, διότι εὐδόκησε νά περατώσουμε μέ ὁμοψυχία τίς ἐργασίες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν ὁποία συγκάλεσε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, μέ τήν ὁμόφρονη γνώμη τῶν Προκαθημένων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν.

Ἀκολουθώντας πιστά τό παράδειγμα τῶν Ἀποστόλων καί τῶν θεοφόρων Πατέρων μελετήσαμε καί πάλιν τό Εὐαγγέλιο τῆς ἐλευθερίας «ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε» (Γαλ. 5:1). Θεμέλιο τῶν θεολογικῶν μας ἀναζητήσεων ὑπῆρξε ἡ βεβαιότητα ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ζεῖ γιά τόν ἑαυτό της. Μεταδίδει τή μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου τῆς χάριτος καί τῆς ἀληθείας καί προσφέρει σέ ὅλη τήν οἰκουμένη τά δῶρα τοῦ Θεοῦ: τήν ἀγάπη, τήν εἰρήνη, τήν δικαιοσύνη, τήν καταλλαγή, τήν δύναμη τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως καί τήν προσδοκία τῆς αἰωνιότητος.

1) Βασική προτεραιότητα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ὑπῆρξε ἡ διακήρυξη τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στηριγμένη στή θεία Εὐχαριστία καί τήν Ἀποστολική Διαδοχή τῶν Ἐπισκόπων, ἡ ὑφισταμένη ἑνότητα εἶναι ἀνάγκη νά ἐνισχύεται καί νά φέρνει νέους καρπούς. Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι Θεανθρώπινη κοινωνία, πρόγευση καί βίωση τῶν Ἐσχάτων ἐντός τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὡς μία διαρκής Πεντηκοστή εἶναι ἀσίγαστη προφητική φωνή, παρουσία καί μαρτυρία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης. Πιστή στήν ὁμόφωνη Ἀποστολική Παράδοση καί μυστηριακή ἐμπειρία ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τήν αὐθεντική συνέχεια τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁμολογεῖται στό Σύμβολο τῆς Πίστεως καί ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τή διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία μας βιώνει τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας στή μυστηριακή της ζωή μέ ἐπίκεντρο τή θεία Εὐχαριστία.

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐκφράζει τήν ἑνότητα καί καθολικότητά της ἐν Συνόδῳ. Ἡ συνοδικότητα διαπνέει τήν ὀργάνωση, τόν τρόπο πού λαμβάνονται οἱ ἀποφάσεις καί καθορίζεται ἡ πορεία της. Οἱ Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες δέν ἀποτελοῦν συνομοσπονδία Ἐκκλησιῶν ἀλλά τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Κάθε τοπική Ἐκκλησία, προσφέρουσα τήν θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἡ ἐν τόπῳ παρουσία καί φανέρωση τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ὡς πρός τήν Ὀρθόδοξο Διασπορά στίς διάφορες χῶρες τῆς ὑφηλίου, ἀπεφασίσθη νά συνεχισθεῖ ἡ λειτουργία Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων μέχρι τήν ἐφαρμογή τῆς κανονικῆς ἀκριβείας. Αὐτές ἀπαρτίζονται ἀπό τούς κανονικούς ἐπισκόπους, πού ὁρίζονται ἀπό τήν κάθε Αὐτοκέφαλο Ἐκκλησία, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν νά ὑπάγονται σ’ αὐτήν. Ἡ συνεπής λειτουργία τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων ἐγγυᾶται τόν σεβασμό τῆς Ὀρθοδόξου ἀρχῆς τῆς συνοδικότητος.

Κατά τίς ἐργασίες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἐτονίσθη ἡ σημασία τῶν Συνάξεων τῶν Προκαθημένων πού ἔχουν πραγματοποιηθεῖ καί διατυπώθηκε ἡ πρόταση ἡ Ἁγία και Μεγάλη Σύνοδος νά καταστεῖ ἐπαναλαμβανόμενος Θεσμός.

2) Μετέχοντες στή Θεία Εὐχαριστία καί δεόμενοι ὑπέρ τῆς οἰκουμένης ὀφείλουμε νά συνεχίσουμε τή λειτουργία μετά τή Θεία Λειτουργία καί νά δίδουμε τή μαρτυρία τῆς πίστεως πρός τούς ἐγγύς καί τούς μακράν, συμφώνως πρός τή σαφή ἐντολή τοῦ Κυρίου πρό τῆς Ἀναλήψεώς Του: «καί ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἰερουσαλήμ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξ. 1:8). Ὁ ἐπανευαγγελισμός τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ στίς σύγχρονες ἐκκοσμικευμένες κοινωνίες καί ὁ εὐαγγελισμός ἐκείνων πού ἀκόμη δέν ἔχουν γνωρίσει τόν Χριστό ἀποτελοῦν ἀδιάλειπτο χρέος τῆς Ἐκκλησίας.

3) Ἡ Ἐκκλησία μας ἀνταποκρινομένη στό χρέος νά μαρτυρεῖ τήν ἀλήθεια καί τήν ἀποστολική της πίστη, ἀποδίδει μεγάλη σημασία στόν διάλογο κυρίως μέ τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς. Μέ τόν τρόπο αὐτό καί ὁ λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει ἀκριβέστερα τή γνησιότητα τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, τήν ἀξία τῆς πατερικῆς διδασκαλίας, τή λειτουργική ἐμπειρία καί τήν πίστη τῶν Ὀρθοδόξων. Οἱ διάλογοι πού διεξάγει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν σημαίνουν ποτέ συμβιβασμό σέ ζητήματα πίστεως.

4) Οἱ ἐκρήξεις φονταμενταλισμοῦ πού παρατηροῦνται στούς κόλπους διαφόρων θρησκειῶν ἀποτελοῦν ἔκφραση νοσηρῆς θρησκευτικότητος. Ὁ νηφάλιος διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει σημαντικά στήν προώθηση τῆς ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, τῆς ειρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. Τό λάδι τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος πρέπει νά χρησιμοποιεῖται γιά νά ἐπουλώνει πληγές καί ὄχι γιά νά ἀναζωπυρώνει τή φωτιά τῶν πολεμικῶν συρράξεων. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καταδικάζει ἀπεριφράστως τήν ἐπέκταση τῆς πολεμικῆς βίας, τούς διωγμούς, τήν ἐκδίωξη καί δολοφονία μελῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων, τόν ἐξαναγκασμό γιά τήν ἀλλαγή τῆς θρησκευτικῆς πίστεως, τήν ἐμπορία προσφύγων, τίς ἀπαγωγές, τά βασανιστήρια, τίς εἰδεχθεῖς ἐκτελέσεις. Καταγγέλλει τήν καταστροφή ναῶν, θρησκευτικῶν συμβόλων καί μνημείων πολιτισμοῦ. Ὅλως ἰδιαιτέρως ἐκφράζει τήν ἀγωνία της γιά τήν κατάσταση τῶν Χριστιανῶν καί ὅλων τῶν διωκομένων μειονοτήτων στή Μέση Ἀνατολή καί ἀλλαχοῦ. Ἀπευθύνει ἔκκληση πρός τήν παγκόσμια κοινότητα γιά τήν προστασία τῶν γηγενῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν ἄλλων Χριστιανῶν, καθώς καί ὅλων τῶν πληθυσμῶν τῆς περιοχῆς, πού ἔχουν ἀπαράβατο δικαίωμα νά παραμείνουν στήν πατρίδα τους ὡς ἰσότιμοι πολίτες. Ἡ Σύνοδός μας καλεῖ ὅλους τούς ἐμπλεκομένους νά καταβάλουν χωρίς καθυστέρηση συστηματικές προσπάθειες γιά τήν κατάπαυση τῶν πολεμικῶν συρράξεων στή Μέση Ἀνατολή καί ὅπου ἐξακολουθοῦν οἱ πολεμικές συγκρούσεις, καί τόν ἐπαναπατρισμό τῶν ἐκδιωχθέντων.

Ὅλως ἰδιαιτέρως ἀπευθύνουμε ἔκκληση στούς ἰσχυρούς τῆς γῆς γιά τήν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης καί τῆς δικαιοσύνης στίς χῶρες προελεύσεως τῶν προσφύγων. Προτρέπουμε τίς πολιτικές ἀρχές, τούς πολίτες καί τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς στίς χῶρες πού καταφεύγουν οἱ ἐξουθενωμένοι πρόσφυγες, νά συνεχίσουν νά προσφέρουν ἀπό τό περίσσευμα καί ἀπό τό ὑστέρημα τῶν δυνατοτήτων τους.

5) Ἡ σύγχρονη ἐκκοσμίκευση ἐπιδιώκει τήν αὐτονόμηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Χριστό καί τήν πνευματική ἐπιρροή της Ἐκκλησίας, τήν ὁποία ταυτίζει αὐθαιρέτως μέ τόν συντηρητισμό. Ὁ Δυτικός ὅμως πολιτισμός φέρει ἀνεξίτηλη τή σφραγίδα τῆς διαχρονικῆς συμβολῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἐπιπλέον, ἡ Ἐκκλησία ἀναδεικνύει τή σωτηριώδη σημασία τοῦ Θεανθρώπου καί τοῦ Σώματός Του, ὡς τόπο καί τρόπο τῆς ζωῆς ἐν ἐλευθερίᾳ.

6) Στή σύγχρονη προσέγγιση τοῦ γάμου, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ τήν ἀκατάλυτη ἀγαπητική σχέση ἀνδρός καί γυναικός «μυστήριον μέγα … εἰς Χριστόν καί εἰς τήν ἐκκλησίαν». Ὁμοίως ἀποκαλεῖ «ἐκκλησίαν μικράν» τήν οἰκογένεια, ἡ ὁποία προκύπτει ἀπό τόν γάμο καί ἀποτελεῖ τή μόνη ἐγγύηση γιά τήν ἀνατροφή τῶν παιδιῶν.

Ἡ Ἐκκλησία διαρκῶς τονίζει τήν ἀξία τῆς ἐγκρατείας. Ἡ χριστιανική ἄσκηση διαφέρει ριζικά ἀπό οἱονδήποτε δυαρχικό ἀσκητισμό, ὁ ὁποῖος ἀποκόπτει τόν ἄνθρωπο ἀπό τή ζωή καί τόν συνάνθρωπο. Ἀντιθέτως, τόν συνδέει μέ τή μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐγκράτεια δέν ἀφορᾶ μόνο στόν μοναχικό βίο. Τό ἀσκητικό ἦθος εἶναι χαρακτηριστικό τῆς χριστιανικῆς ζωῆς σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της.

**

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἐκτός τῶν συγκεκριμένων θεμάτων γιά τά ὁποῖα ἀποφάσισε, ἐπισημαίνει ἐπιγραμματικά καί τά ἑξῆς ὀντολογικά καί καίρια σύγχρονα ζητήματα:

7) Ὡς πρός τό θέμα τῶν σχέσεων τῆς χριστιανικῆς πίστεως καί τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποφεύγει τήν κηδεμονία τῆς ἐπιστημονικῆς ἀναζητήσεως καί δέν λαμβάνει θέση πάνω σέ κάθε ἐπιστημονικό ἐρώτημα. Εὐχαριστεῖ τόν Θεό πού δωρίζει στούς ἐπιστήμονες τό χάρισμα νά ἀποκαλύπτουν ἄγνωστες πτυχές τῆς θείας Δημιουργίας. Ἡ σύγχρονη ἀνάπτυξη τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν καί τῆς τεχνολογίας ἐπιφέρει ριζικές ἀλλαγές στή ζωή μας. Προσφέρει σημαντικές εὐεργεσίες ὅπως εἶναι ἡ διευκόλυνση τοῦ καθημερινοῦ βίου, ἡ ἀντιμετώπιση σοβαρῶν ἀσθενειῶν, ἡ εὐχερέστερη ἐπικοινωνία τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἔρευνα τοῦ διαστήματος κ.λπ. Παρ΄ὅλα αὐτά, ἔχει καί ποικίλες ἀρνητικές ἐπιπτώσεις, ὅπως εἶναι ἡ χειραγώγηση τῆς ἐλευθερίας, ἡ σταδιακή ἀπώλεια πολυτίμων παραδόσεων, ἡ καταστροφή τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, ἡ ἀμφισβήτηση τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν. Ἡ ἐπιστημονική γνώση, ὅσο κι ἄν ἐξελίσσεται μέ ταχύτατους ρυθμούς, δέν κινητοποιεῖ τήν βούληση τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε δίνει απάντηση στά σοβαρά ἠθικά καί ὑπαρξιακά προβλήματα, στήν ἀναζήτηση γιά τό νόημα τῆς ζωῆς καί τοῦ κόσμου. Αὐτά ἀπαιτοῦν πνευματική προσέγγιση, τήν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐπιχειρεῖ μέ τήν Βιοηθική πού βασίζεται στήν χριστιανική ἠθική καί στήν πατερική διδασκαλία. Ταυτόχρονα μέ τόν σεβασμό τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐπισημαίνει τούς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ὑποκρύπτονται σέ ὁρισμένα ἐπιστημονικά ἐπιτεύγματα καί τονίζει τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου καί τόν θεῖο του προορισμό.

8) Ἡ σημερινή οἰκολογική κρίση εἶναι προφανές ὅτι ὀφείλεται σέ πνευματικά καί ἠθικά αἴτια. Οἱ ρίζες της συνδέονται μέ τήν πλεονεξία, τήν ἀπληστία καί τόν ἐγωισμό, πού ὁδηγοῦν στήν ἀλόγιστη χρήση τῶν φυσικῶν πόρων, τήν ἐπιβάρυνση τῆς ἀτμόσφαιρας μέ ζημιογόνους ρύπους καί τήν κλιματική ἀλλαγή. Ἡ χριστιανική ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος ἀπαιτεῖ μετάνοια γιά τίς καταχρήσεις, ἐγκράτεια καί ἀσκητικό ἦθος, πού ἀποτελοῦν ἀντίδοτο στήν ὑπερκατανάλωση, συγχρόνως δέ, καλλιέργεια στόν ἄνθρωπο τῆς συνειδήσεως ὅτι εἶναι «οἰκονόμος», καί ὄχι κάτοχος τῆς δημιουργίας. Δέν παύει νά τονίζει ὅτι καί οἱ μελλοντικές γενεές ἔχουν δικαίωμα πάνω στά φυσικά ἀγαθά, πού μᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Δημιουργός. Γιά αὐτό τό λόγο καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία συμμετέχει ἐνεργῶς στίς διάφορες διεθνεῖς οἰκολογικές προσπάθειες. Ὅρισε δέ τήν 1η Σεπτεμβρίου ὡς ἡμέρα προσευχῆς γιά τήν προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος.

9) Ἀπέναντι στήν ἰσοπεδωτική καί ἀπρόσωπη ὁμογενοποίηση, ἡ ὁποία προωθεῖται μέ ποικίλους τρόπους, ἡ Ὀρθοδοξία διακηρύττει τόν σεβασμό στήν ἰδιοπροσωπία ἀνθρώπων καί λαῶν. Ἀντιτίθεται στήν αὐτονόμηση τῆς οἰκονομίας ἀπό τίς βασικές ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου καί στήν μετατροπή της σέ αὐτοσκοπό. Ἡ πρόοδος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους δέν συνδέεται μόνο μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου ἤ μέ τήν πρόοδο τῆς οἰκονομίας εἰς βάρος τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν.

10) Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἀναμειγνύεται στήν πολιτική. Ὁ λόγος της παραμένει διακριτός ἀλλά καί προφητικός, ὡς ὀφειλετική παρέμβαση ὑπέρ τοῦ ἀνθρώπου. Τά ἀνθρώπινα δικαιώματα βρίσκονται σήμερα στό κέντρο τῆς πολιτικῆς ὡς ἀπάντηση στίς σύγχρονες κοινωνικές καί πολιτικές κρίσεις καί ἀνατροπές, ἀποβλέποντας στήν προστασία τοῦ πολίτη ἀπό τήν αὐθαιρεσία τοῦ κράτους. Ἡ Ἐκκλησία μας προσθέτει ἐπίσης τίς ὑποχρεώσεις καί εὐθύνες τῶν πολιτῶν καί τήν ἀνάγκη συνεχοῦς αὐτοκριτικῆς πολιτικῶν καί πολιτῶν πρός οὐσιαστική βελτίωση τῆς κοινωνίας. Καί κυρίως τονίζει, ὅτι τό ὀρθόδοξο δέον περί ἀνθρώπου ὑπερβαίνει τόν ὁρίζοντα τῶν καθιερωμένων ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ὅτι «μείζων πάντων» εἶναι ἡ ἀγάπη, ὅπως τήν ἀποκάλυψε ὁ Χριστός καί τήν βίωσαν ὅσοι πιστά Τόν ἀκολούθησαν. Ἐπιμένει ἀκόμη ὅτι θεμελιῶδες δικαίωμα εἶναι καί ἡ προστασία τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, δηλαδή τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως, τῆς πίστεως, τῆς λατρείας καί ὅλων τῶν ἀτομικῶν καί συλλογικῶν ἐκφράσεων αὐτῆς, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ δικαιώματος κάθε πιστοῦ καί κάθε θρησκευτικῆς κοινότητας νά τελοῦν ἐλεύθερα ἀπό κάθε κρατική παρέμβαση τά θρησκευτικά τους καθήκοντα, ὡς καί τό δικαίωμα τῆς δημόσιας διδασκαλίας τῆς θρησκείας.

11) Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπευθύνεται στούς νέους, οἱ ὁποῖοι ἀναζητοῦν πληρότητα ζωῆς γεμάτη ἐλευθερία, δικαιοσύνη, δημιουργία ἀλλά καί ἀγάπη. Τούς καλεῖ νά συνδεθοῦν συνειδητά μέ τήν Ἐκκλησία Ἐκείνου πού εἶναι ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή. Νά προσέλθουν προσφέροντας στό ἐκκλησιαστικό σῶμα τή ζωτικότητα, τίς ἀνησυχίες, τούς προβληματισμούς καί τίς προσδοκίες τους. Οἱ νέοι δέν ἀποτελοῦν ἁπλῶς τό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά τό δυναμικό καί δημιουργικό παρόν ἐπί τοπικοῦ καί οἰκουμενικοῦ ἐπιπέδου.

12) Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἄνοιξε τόν ὁρίζοντά μας στή σύγχρονη πολύμορφη οἰκουμένη. Τόνισε τήν εὐθύνη μας μέσα στόν χῶρο καί τόν χρόνο, πάντοτε μέ προοπτική τήν αἰωνιότητα. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, διατηρώντας ἀλώβητο τόν Μυστηριακό καί Σωτηριολογικό της χαρακτήρα, εἶναι εὐαίσθητη στόν πόνο, στίς ἀγωνίες καί στήν κραυγή γιά δικαιοσύνη καί εἰρήνη τῶν λαῶν. Εὐαγγελίζεται «ἡμέραν ἐξ ἡμέρας τὸ σωτήριον αὐτοῦ· ἀναγγέλουσα ἐν τοῖς ἔθνεσι τὴν δόξαν αὐτοῦ, ἐν πᾶσι τοῖς λαοῖς τὰ θαυμάσια αὐτοῦ» (Ψαλμ. 95).

Ἀς δεηθοῦμε «ὁ Θεὸς πάσης χάριτος, ὁ καλέσας ὑμᾶς εἰς τὴν αἰώνιον αὐτοῦ δόξαν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ὀλίγον παθόντας, αὐτὸς καταρτίσει ὑμᾶς, στηρίξει, σθενώσει, θεμελιώσει· αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν» (Α΄ Πετρ. 5:10,11).

† ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος, Πρόεδρος

† ὁ Ἀλεξανδρείας Θεόδωρος

† ὁ Ἱεροσολύμων Θεόφιλος

† ὁ Σερβίας Εἰρηναῖος

† ὁ Ρουμανίας Δανιήλ

† ὁ Νέας Ἰουστινιανῆς καί πάσης Κύπρου Χρυσόστομος

† ὁ Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμος

† ὁ Βαρσοβίας καί πάσης Πολωνίας Σάββας

† ὁ Τιράνων καί πάσης Ἀλβανίας Ἀναστάσιος

† ὁ Πρέσοβ καί πάσης Τσεχίας καί Σλοβακίας Ραστισλάβ

Ἀντιπροσωπεία Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου

† ὁ Καρελίας καί πάσης Φιλλανδίας Λέων

† ὁ Ταλλίνης καί πάσης Ἐσθονίας Στέφανος

† ὁ Γέρων Περγάμου Ἰωάννης

† ὁ Γέρων Ἀμερικῆς Δημήτριος

† ὁ Γερμανίας Αὐγουστῖνος

† ὁ Κρήτης Εἰρηναῖος

† ὁ Ντένβερ Ἠσαΐας

† ὁ Ἀτλάντας Ἀλέξιος

† ὁ Πριγκηποννήσων Ἰάκωβος

† ὁ Προικοννήσου Ἰωσήφ

† ὁ Φιλαδελφείας Μελίτων

† ὁ Γαλλίας Ἐμμανουήλ

† ὁ Δαρδανελλίων Νικήτας

† ὁ Ντητρόϊτ Νικόλαος

† ὁ Ἁγίου Φραγκίσκου Γεράσιμος

† ὁ Κισάμου καί Σελίνου Ἀμφιλόχιος

† ὁ Κορέας Ἀμβρόσιος

† ὁ Σηλυβρίας Μάξιμος

† ὁ Ἀδριανουπόλεως Ἀμφιλόχιος

† ὁ Διοκλείας Κάλλιστος

† ὁ Ἱεραπόλεως Ἀντώνιος, ἐπί κεφαλῆς τῶν Οὐκρανῶν Ὀρθοδόξων ἐν ΗΠΑ

† ὁ Τελμησσοῦ Ἰώβ

† ὁ Χαριουπόλεως Ἰωάννης, ἐπί κεφαλῆς τῆς Πατριαρχικῆς Ἐξαρχίας τῶν ἐν τῇ Δυτικῇ Εὐρώπῃ Ὀρθοδόξων Παροικιῶν Ρωσσικῆς Παραδόσεως

† ὁ Νύσσης Γρηγόριος, ἐπί κεφαλῆς τῶν Καρπαθορρώσσων Ὀρθοδόξων ἐν ΗΠΑ

Ἀντιπροσωπεία Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας

† ὁ Γέρων Λεοντοπόλεως Γαβριήλ

† ὁ Ναϊρόμπι Μακάριος

† ὁ Καμπάλας Ἰωνᾶς

† ὁ Ζιμπάμπουε καί Ἀγκόλας Σεραφείμ

† ὁ Νιγηρίας Ἀλέξανδρος

† ὁ Τριπόλεως Θεοφύλακτος

† ὁ Καλῆς Ἐλπίδος Σέργιος

† ὁ Κυρήνης Ἀθανάσιος

† ὁ Καρθαγένης Ἀλέξιος

† ὁ Μουάνζας Ἱερώνυμος

† ὁ Γουϊνέας Γεώργιος

† ὁ Ἑρμουπόλεως Νικόλαος

† ὁ Εἰρηνουπόλεως Δημήτριος

† ὁ Ἰωαννουπόλεως καί Πρετορίας Δαμασκηνός

† ὁ Ἄκκρας Νάρκισσος

† ὁ Πτολεμαΐδος Ἐμμανουήλ

† ὁ Καμερούν Γρηγόριος

† ὁ Μέμφιδος Νικόδημος

† ὁ Κατάγκας Μελέτιος

† ὁ Μπραζαβίλ καί Γκαμπόν Παντελεήμων

† ὁ Μπουρούντι καί Ρουάντας Ἰννοκέντιος

† ὁ Μοζαμβίκης Χρυσόστομος

† ὁ Νιέρι καί Ὄρους Κένυας Νεόφυτος

Ἀντιπροσωπεία Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων

† ὁ Φιλαδελφείας Βενέδικτος

† ὁ Κωνσταντίνης Ἀρίσταρχος

† ὁ Ἰορδάνου Θεοφύλακτος

† ὁ Ἀνθηδῶνος Νεκτάριος

† ὁ Πέλλης Φιλούμενος

Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Σερβίας

† ὁ Ἀχρίδος καί Σκοπίων Ἰωάννης

† ὁ Μαυροβουνίου καί Παραθαλασσίας Ἀμφιλόχιος

† ὁ Ζάγκρεμπ καί Λιουμπλιάνας Πορφύριος

† ὁ Σιρμίου Βασίλειος

† ὁ Βουδιμίου Λουκιανóς

† ὁ Νέας Γκρατσάνιτσας Λογγῖνος

† ὁ Μπάτσκας Εἰρηναῖος

† ὁ Σβορνικίου καί Τούζλας Χρυσόστομος

† ὁ Ζίτσης Ἰουστῖνος

† ὁ Βρανίων Παχώμιος

† ὁ Σουμαδίας Ἰωάννης

† ὁ Μπρανιτσέβου Ἰγνάτιος

† ὁ Δαλματίας Φώτιος

† ὁ Μπίχατς καί Πέτροβατς Ἀθανάσιος

† ὁ Νίκσιτς καί Βουδίμλιε Ἰωαννίκιος

† ὁ Ζαχουμίου καί Ἑρζεγοβίνης Γρηγόριος

† ὁ Βαλιέβου Μιλούτιν

† ὁ ἐν Δυτικῇ Ἀμερικῇ Μάξιμος

† ὁ ἐν Αὐστραλίᾳ καί Νέᾳ Ζηλανδίᾳ Εἰρηναῖος

† ὁ Κρούσεβατς Δαυΐδ

† ὁ Σλαυονίας Ἰωάννης

† ὁ ἐν Αὐστρίᾳ καί Ἑλβετίᾳ Ἀνδρέας

† ὁ Φραγκφούρτης καί ἐν Γερμανίᾳ Σέργιος

† ὁ Τιμοκίου Ἱλαρίων

Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Ρουμανίας

† ὁ Ἰασίου καί Μολδαβίας καί Μπουκοβίνης Θεοφάνης

† ὁ Σιμπίου καί Τρανσυλβανίας Λαυρέντιος

† ὁ Βάντ, Φελεάκ καί Κλούζ καί Κλούζ, Ἄλμπας, Κρισάνας καί Μαραμοῦρες Ἀνδρέας

† ὁ Κραϊόβας καί Ὀλτενίας Εἰρηναῖος

† ὁ Τιμισοάρας καί Βανάτου Ἰωάννης

† ὁ ἐν Δυτικῇ καί Νοτίῳ Εὐρώπῃ Ἰωσήφ

† ὁ ἐν Γερμανίᾳ καί Κεντρικῇ Εὐρώπῃ Σεραφείμ

† ὁ Τιργοβιστίου Νήφων

† ὁ Ἄλμπα Ἰούλια Εἰρηναῖος

† ὁ Ρώμαν καί Μπακάου Ἰωακείμ

† ὁ Κάτω Δουνάβεως Κασσιανός

† ὁ Ἀράντ Τιμόθεος

† ὁ ἐν Ἀμερικῇ Νικόλαος

† ὁ Ὀράντεα Σωφρόνιος

† ὁ Στρεχαΐας καί Σεβερίνου Νικόδημος

† ὁ Τουλσέας Βησσαρίων

† ὁ Σαλάζης Πετρώνιος

† ὁ ἐν Οὑγγαρίᾳ Σιλουανός

† ὁ ἐν Ἰταλίᾳ Σιλουανός

† ὁ ἐν Ἱσπανίᾳ καί Πορτογαλίᾳ Τιμόθεος

† ὁ ἐν Βορείῳ Εὐρώπῃ Μακάριος

† ὁ Πλοεστίου Βαρλαάμ, Βοηθός παρά τῷ Πατριάρχῃ

† ὁ Λοβιστέου Αἰμιλιανός, Βοηθός παρά τῷ Ἀρχιεπισκόπῳ Ριμνικίου

† ὁ Βικίνης Ἰωάννης Κασσιανός, Βοηθός παρά τῷ Ἀρχιεπισκόπῳ ἐν Ἀμερικῇ

Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Κύπρου

† ὁ Πάφου Γεώργιος

† ὁ Κιτίου Χρυσόστομος

† ὁ Κυρηνείας Χρυσόστομος

† ὁ Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος

† ὁ Μόρφου Νεόφυτος

† ὁ Κωνσταντίας - Ἀμμοχώστου Βασίλειος

† ὁ Κύκκου καί Τηλλυρίας Νικηφόρος

† ὁ Ταμασοῦ καί Ὀρεινῆς Ἠσαΐας

† ὁ Τριμυθοῦντος καί Λευκάρων Βαρνάβας

† ὁ Καρπασίας Χριστοφόρος

† ὁ Ἀρσινόης Νεκτάριος

† ὁ Ἀμαθοῦντος Νικόλαος

† ὁ Λήδρας Ἐπιφάνιος

† ὁ Χύτρων Λεόντιος

† ὁ Νεαπόλεως Πορφύριος

† ὁ Μεσαορίας Γρηγόριος

Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Ἑλλάδος

† ὁ Φιλίππων, Νεαπόλεως καί Θάσου Προκόπιος

† ὁ Περιστερίου Χρυσόστομος

† ὁ Ἠλείας Γερμανός

† ὁ Μαντινείας καί Κυνουρίας Ἀλέξανδρος

† ὁ Ἄρτης Ἰγνάτιος

† ὁ Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καί Σουφλίου Δαμασκηνός

† ὁ Νικαίας Ἀλέξιος

† ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος

† ὁ Σάμου καί Ἰκαρίας Εὐσέβιος

† ὁ Καστορίας Σεραφείμ

† ὁ Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ Ἰγνάτιος

† ὁ Κασσανδρείας Νικόδημος

† ὁ Ὕδρας, Σπετσῶν καί Αἰγίνης Ἐφραίμ

† ὁ Σερρῶν καί Νιγρίτης Θεολόγος

† ὁ Σιδηροκάστρου Μακάριος

† ὁ Ἀλεξανδρουπόλεως Ἄνθιμος

† ὁ Νεαπόλεως καί Σταυρουπόλεως Βαρνάβας

† ὁ Μεσσηνίας Χρυσόστομος

† ὁ Ἰλίου, Ἀχαρνῶν καί Πετρουπόλεως Ἀθηναγόρας

† ὁ Λαγκαδᾶ, Λητῆς καί Ρεντίνης Ἰωάννης

† ὁ Νέας Ἰωνίας καί Φιλαδελφείας Γαβριήλ

† ὁ Νικοπόλεως καί Πρεβέζης Χρυσόστομος

† ὁ Ἱερισσοῦ, Ἁγίου Ὄρους καί Ἀρδαμερίου Θεόκλητος

Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Πολωνίας

† ὁ Λούτζ καί Πόζναν Σίμων

† ὁ Λούμπλιν καί Χέλμ Ἄβελ

† ὁ Μπιαλύστοκ καί Γκντάνσκ Ἰάκωβος

† ὁ Σιεμιατίτσε Γεώργιος

† ὁ Γκορλίτσε Παΐσιος

Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Ἀλβανίας

† ὁ Κορυτσᾶς Ἰωάννης

† ὁ Ἀργυροκάστρου Δημήτριος

† ὁ Ἀπολλωνίας καί Φίερ Νικόλαος

† ὁ Ἐλμπασάν Ἀντώνιος

† ὁ Ἀμαντίας Ναθαναήλ

† ὁ Βύλιδος Ἄστιος

Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Τσεχίας καί Σλοβακίας

† ὁ Πράγας Μιχαήλ

† ὁ Σούμπερκ Ἠσαΐας

† ὁ Ἑλβετίας Ἱερεμίας, ἐπί κεφαλῆς τῆς Πανορθοδόξου Γραμματείας τῆς Ἁγίας και Μεγάλης Συνόδου



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη