Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωτήρης Μητραλέξης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωτήρης Μητραλέξης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

Αχ, κύριε Χρήστο μας! - Επί προσωπικού για τον Χρήστο Γιανναρά

Συλλογικό, Αχ, κύριε Χρήστο μας! - Επί προσωπικού για τον Χρήστο Γιανναρά, εκδόσεις manifesto, Αθήνα 2025,ISBN: 978-618-5698-44-7.



Στόν Χρῆστο Μποκόρο δέν χρωστᾶμε μόνο τό ἔργο στό ἐξώφυλλο. Τό κεράκι κι ὁ τίτλος ἦταν τό δικό του καίριο σχόλιο στά μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης στό ἄκουσμα τῆς ἐκδημίας τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ. Κι ἔγινε αὐτός ὁ βραχύλογος ἀναστεναγμός ἔκφραση τοῦ πένθους πολλῶν ἀπό ἐμᾶς πού δέν καλοκατέχουμε νά φέρουμε βόλτα τήν ἀπώλεια τοῦ προσφιλοῦς προσώπου. Γι' αὐτό καί τό διαλέξαμε γιά τίτλο καί ὑπό τό φῶς του στεγάσαμε τά δικά μας κεράκια καί, κάποιοι ἀπό ἐμᾶς, καί τή φτιασιδωμένη ἀμηχανία μας. Οἱ διαπραγματεύσεις μας, χωρίς νά ὑποτιμοῦμε τίς ἀκαδημαϊκές προσεγγίσεις, θέλαμε νά ἔχουν, κατά κύριο λόγο, κάπως προσωπικό χαρακτῆρα. Νά εἶναι, δηλαδή, μέρος μιᾶς μακαριᾶς. Ἕνα χρόνο καί κάτι μετά τή θανή του ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς εἶναι παρών ὄχι μόνο στά γραφτά μας ἀλλά καί στίς ζωές μας. Δημοσιεύθηκαν ἤδη ἀφιερώματα στό πρόσωπο καί τό ἔργο του κι εἴμαστε σίγουροι ὅτι θά ἀκολουθήσουν καί πολλά ἄλλα. A Dio. Καί καλές ἀντάμωσες. Μετά τῶν δικαίων ἀκριβέ, μονάκριβε, κ. Χρῆστο μας.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
π. Βασίλειος Γοντικάκης, Ἡ παρουσία τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ
π. Μάξιμος Βασίλιεβιτς, Ὀρθόδοξη συμμετοχή στό «ζύμωμα» τῆς Ἀμερικῆς
π. Μιλτιάδης Ζέρβας, Ὡς Μαθητής
π. Πέτρος Μαριάτος, Τά τελευταῖα του βήματα στόν κόσμο. Καί τά πρῶτα στόν Παράδεισο...
π. Σπυρίδων Τσιαμούρης, Μέ σεβασμό στόν Δάσκαλο
Δημήτρης Ἀρκάδας, Θρησκειοποίηση: Ὄψεις τῆς Πολιτικῆς Θεολογίας τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ
Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, ΠΡΟΣΩΠΟ: Γιά νά Εἶσαι πρέπει νά Γίνεσαι
Γιῶργος Καστρινάκης, Ἀποτύπωμα ἔλλογου λόγου
Εὐάγγελος Κοροβίνης, Ἡ πρώτη μου γνωριμία μέ τό ἔργο τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ
Σωτήρης Μητραλέξης, Γεννώντας ἀνθρώπους: μαρτυρία μετάγγισης πείνας καί δίψας
Βασίλειος Μπετσάκος, Μαρτυρία Χριστοῦ
Ἀναστασία Μπύρου, Στάσεις ἀπό μιά διαδρομή
Νίκος Ὀρφανίδης, Ὁ ἀνατρεπτικός φιλοσοφικός καί θεολογικός λόγος τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ
Θεόδωρος Ε. Παντούλας, «Τό δέντρο ἀπό τόν καρπό γνωρίζεται»
Ἀντώνης Ν. Παπαβασιλείου, «Ὑπάρχει ἕνας τρόπος νά ἀπορεῖς, ἐνῶ ἐμπιστεύεσαι»
Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Χρῆστος Γιανναρᾶς: Τό τραῦμα τῆς θεολογίας
Λάμπρος Σιάσος, Πρός τά ἄνω Κύθηρα
Διονύσιος Σκλήρης, Ὁ τρόπος τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ ὡς πνευματικοῦ πατέρα
Γιάννης Τζέπος, Μέ αφορμή τήν κοίμηση τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ
Δημήτριος Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Γιά τόν Γιανναρᾶ τῆς νιότης μας
Σπῦρος Γιανναρᾶς, Το περίγραμμα μιᾶς σχέσης


Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Eat the Christians: για τη μολυσματική παρουσία των χριστιανών στο δημόσιο χώρο

Του Σωτήρη Μητραλέξη

Είναι πολύ νωρίς για να γίνει η εδώ συζήτηση, εξ ου και είναι άκαιρη: είναι αδύνατον να γίνουν σοβαρές συζητήσεις πάνω στην ακμή του παροξυσμού. Κάτι όμως πρέπει να λεχθεί για το γεγονός πως εδώ και δυο-τρεις εβδομάδες, εν μέσω πανδημίας κορωνοϊού, η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα αφιερώνεται κατά το ήμισυ στην εκκλησία και στον κόσμο της, στο τι κάνει και τι δεν κάνει (σήμερα, Τετάρτη 18 Μαρτίου, ξεφύλλισα σειρά εφημερίδων και δεν υπήρχε ούτε μία που να μην αφιερώνει τουλάχιστον δύο-τρεις αναφορές/άρθρα στο θέμα — χώρια τα social media, φυσικά). Σε ανησυχητικό πλήθος συμπολιτών μας, και με τον καθαγιασμό και την άφεση του ότι το ζήτημα αφορά με επείγοντα τρόπο στη δημόσια υγεία, στη ζωή και στο θάνατο, αυτή η συζήτηση παίρνει τη μορφή της καταδίκης του εξιλαστήριου θύματος: με αναφορά και στους πιστούς, όχι απλώς σε μια εκκλησιαστική ιεραρχία, ακούμε και διαβάζουμε: «δολοφόνοι», «ζώα», «φονιάδες», «αυτούς θα έπρεπε να κλείσουμε στις Μόριες». «Επικίνδυνοι για εμάς», μιάσματα που θα φέρουν τη μόλυνση στην κοινότητα ημών των υπολοίπων. Ας αρχίσουμε με μια επισκόπηση των γεγονότων πριν επιχειρηθεί ένα βλέμμα στο παραπάνω.
1. Ξεκινάμε με το προφανές: προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί το σύστημα υγείας στην επόμενη φάση εξάπλωσης του κορωνοϊού, οι πάντες ομολογούν ότι είναι υψίστης σημασίας να επιβραδυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η διάδοσή του (τα μέτρα δεν λαμβάνονται για να μην αρρωστήσουμε, αλλά για να αρρωστήσουμε όσο το δυνατόν πιο αργόσυρτα  το περίφημο flatten the curve), κάτι το οποίο επιτυγχάνεται με την μέγιστη αποφυγή συναθροίσεων. Άρα, όλοι οι χώροι συνάθροισης —μπαρ, εκκλησίες, σχολεία, καφετέριες, μαγαζιά πλην της τροφοδοσίας— κλείνουν.
2. Από τις 25 Φεβρουαρίου έχει βγει Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου η οποία προβλέπει τη δυνατότητα «προσωρινής παύσης της λειτουργίας … χώρων θρησκευτικής λατρείας» με κυβερνητική πρωτοβουλία. Τα ξεχωριστά μέτρα της ΠΝΠ ενεργοποιούνταν κλιμακωτά το τελευταίο διάστημα, και συνεχώς προκύπτουν νέα. Όπως ο ίδιος ο πρωθυπουργός δήλωσε στον Αλέξη Τσίπρα σύμφωνα με δημοσίευμα, ο χρόνος από τις 25 Φεβρουαρίου μέχρι τις 16 Μαρτίου, που έκλεισε κάθε τόπο λατρείας με ένα tweet και ένα ΦΕΚ, παρήλθε «με την ελπίδα να το αποφασίσουν μόνοι τους». Αυτό όμως το μπαλάκι δεν μπορεί να πεταχτεί στην Εκκλησία, «να αναλάβει την ευθύνη της», για σειρά λόγων, και είναι κωμικό λάθος να παίζουμε κι εμείς οι ίδιοι αυτό το παιχνίδι. Όχι μόνο διότι… τα μπαρ και τις καφετέριες δεν τις ρωτήσαμε πρώτα εάν θέλουν να κλείσουν και να «αναλάβουν την ευθύνη τους». Αλλά πρωτίστως διότι η Εκκλησία δεν έχει τον μηχανισμό να επιβάλει στον εαυτό της την καθολική εφαρμογή οποιουδήποτε τέτοιου μέτρου. Όταν κυβερνητική απόφαση κλείνει τα εστιατόρια, εκείνος που θα ανοίξει το δικό του (κάτι το οποίο συνέβη πολλάκις) θα λάβει μια φιλική επίσκεψη από το κράτος και ένα αρκετά λιγότερο φιλικό πρόστιμο. Εάν η σύνοδος της εκκλησίας της Ελλάδος λάμβανε μόνη της, χωρίς νομική υποχρέωση, μια απόφαση για «λουκέτο» του ενός ή του άλλου είδους, ποιός θα διασφάλιζε την εφαρμογή της στο μέρος της επικράτειας που εμπίπτει στην Εκκλησία της Ελλάδος (που είναι ένα μόνο μέρος της χώρας, σημειωτέον, με άλλες τέσσερις εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες επί του εδάφους της); Τα εκκλησιαστικά ΚΝΑΤ, που δεν υπάρχουν; Βλέποντας πολλές ταινίες για το Βατικανό, οι πολλοί και οι έξωθεν νομίζουν ότι η εκκλησία στην Ελλάδα είναι ένας χώρος άτεγκτης, ιησουιτικής, πυραμιδωτής πειθαρχίας και ιεραρχικής κλίμακας, όχι ένας οργανωτικά προβληματικός χώρος που παράγει πολύ περισσότερα αντάρτικα από αυτά που μπορεί να καταναλώσει. Αν θέλεις, ή αν χρειάζεται, να μπει «λουκέτο» του ενός ή του άλλου είδους στις εκκλησίες, αυτό μπορεί να είναι μόνο απόφαση του κράτους. Αυτό ο μεν Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος το γνώριζε και το γνωρίζει (δημοσίευμα: («Ιερώνυμος προς Τσίπρα: ευθύνη της πολιτείας το κλείσιμο των εκκλησιών»), ο δε πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μάλλον προσευχόταν στο βδέλυγμα της ερημώσεως εστώς εν τόπω αγίω, τον Υπουργό Άδωνι Γεωργιάδη που σκηνοθετούσε από τηλεοράσεως, ενώ ο κόσμος καιγόταν, το έργο «οι δεξιοί πιστοί και οι αριστεροί άθεοι». Εν τέλει, η ευθύνη είναι του πρωθυπουργού, της κυβέρνησης, και του κράτους, και όλη η περί εκκλησίας συζήτηση ουσιαστικά παρέλκει — εάν οποιοσδήποτε άλλος από τους χώρους που έκλεισαν με κυβερνητική πρωτοβουλία παρέμενε ανοιχτός (είτε ελλείψει εσωτερικής απόφασης, είτε κατά παράβαση της εσωτερικής απόφασης) γιατί «καλό θα ήταν να τους κλείσουν μόνοι τους», χωρίς πρόνοια για επιβολή της εκτέλεσης του μέτρου που θα αποφάσιζαν «μόνοι τους», θα ήταν καταγέλαστο να ενεργοποιούσαμε τον ίδιο κοινωνικό αυτοματισμό ενάντια στους ιδιοκτήτες μπαρ, καφετεριών κλπ. και να τους αποκαλούμε «δολοφόνους» (δεν αναφέρω τα δημόσια σχολεία κ.ο.κ., καθ’ ότι εκείνα υπάγονται απ’ ευθείας στον κρατικό έλεγχο). Σύνοψη θέσης: η περί εκκλησιαστικής ευθύνης συζήτηση (και όχι περί κυβερνητικής ευθύνης) δεν έχει καμμία σχέση με τα μέτρα, διότι αυτά μπορούν ούτως ή άλλως να παρθούν μόνο με κυβερνητική ευθύνη, αν είναι να εφαρμοστούν.
3. Ακόμα κι αν δεν ήταν η δουλειά της το να λάβει εκείνη τις αποφάσεις, την εφαρμογή των οποίων μόνο το κράτος μπορεί να εγγυηθεί, η εκκλησιαστική ιεραρχία αντέδρασε με εξαιρετικά προβληματικό τρόπο στην κρίση. Στην αρχή πολλοί δεν πήραν χαμπάρι την έκταση του κινδύνου και δεν ανέλαβαν την ευθύνη τους ως άνθρωποι με θεσμική θέση και απήχηση. Ως είθισται, διάφορες περιθωριακές μέσα στη ζωή της εκκλησίας φιγούρες, όπως πρώην μητροπολίτες που ούτως ή άλλως έχουν αποχωρήσει και #μένουν_σπίτι κ.ο.κ. —τις οποίες φιγούρες έφερε στο κέντρο της σκηνής από το περιθώριο ο δημόσιος λόγος που βλέπει στην εκκλησία την ενσάρκωση του κακού— είπαν άρρητα ρήματα. Η συζήτηση περιστράφηκε ένθεν κι ένθεν γύρω από το αν μπορεί να καταστεί ο άρτος και ο οίνος της μετάληψης φορέας ιών, θέμα το οποίο είναι beside the point: με ή χωρίς «μολυσματική μεταλαβιά» (η χριστιανική γραμματεία δεν υπόσχεται τα όσα ισχυρίστηκαν πάμπολλοι κληρικοί), με ή χωρίς θαύμα, εκκλησιασμός σημαίνει συνάθροιση με χρονική διάρκεια, σε μικρή απόσταση και κλειστό χώρο, άρα ούτως ή άλλως τίθεται θέμα κορωνοϊού. Από ‘κει και πέρα, εσωτερικό της εκκλησίας θέμα είναι ότι ο θεολογικός λόγος που διατυπώθηκε τυγχάνει αρκούντως αθεολόγητος: αφ’ ενός, ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος, δυο χιλιάδες χρόνια πριν, βεβαιώνει ότι αρκετοί από αυτούς που κοινωνούν αρρωσταίνουν και πεθαίνουν (Α΄Κορ 11: 29-30), κάτι που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το «κανείς δεν έπαθε ποτέ τίποτα με την μετάληψη» αρκετών κληρικών. Μα, εδώ λέει το αντίθετο ο Απόστολος Παύλος στην Καινή Διαθήκη… (Βέβαια, ο Απόστολος Παύλος σημειώνει πως αρρώσταιναν και πέθαιναν όσοι ήταν ανεπαρκείς στην πίστη — αλλά χρήσιμο θα ήταν και αυτό το disclaimer απο πλευράς κληρικών, όχι δηλαδή ότι «δε θα πάθεις τίποτα», αλλά μπορεί κάλλιστα και να πάθεις, και να διαγνωστείς ως εκ τούτου εκ των υστέρων ως ελλιπής στην πίστη…). Επίσης, στο Ευαγγέλιο ο Χριστός στην έρημο εκπειράζεται (ανεπιτυχώς) από τον διάβολο να θαυματουργήσει για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του: όσοι ιεράρχες απαίτησαν το θαύμα της ανοσίας ως αναγκαστό, αυτονόητο και αυτόματο, με ποιόν συντάσσονται σε αυτόν τον παραλληλισμό;  Τέλος, η τελευταία σύνοδος θα μπορούσε φυσικά να λάβει μια απόφαση όπως αυτή που έλαβε η εκκλησία της Κρήτης, για θείες λειτουργίες «κεκλεισμένων των θυρών», χωρίς πιστούς, κάτι που θα έλυνε το ζήτημα — όμως αποφάσισε να μην το πράξει, όπως άλλωστε δεν μπήκε και στη συζήτηση για ιστορικά δοκιμασμένες εναλλακτικές μορφές μετάληψης, έστω για να διατυπώσει αντίρρηση. Αυτά με την προβληματική και κάποτε απαράδεκτη αντίδραση μεγάλου μέρους της εκκλησιαστικής ιεραρχίας — η οποία δεν μπορεί παρά να καθρεφτίζει τα αδιέξοδα και τις παθογένειες της κοινωνίας η οποία την γέννησε και του κράτος με το οποίο είναι συνηρτημένη.
Από ‘κει και πέρα, πρέπει να λεχθεί ότι, σε αντίθεση με την εικόνα που έδωσε η εξ αντιθέτων δημόσια υπερμεγέθυνση γραφικών και επικίνδυνων μορφών οι οποίες συναντούν ιδιαίτερα αξιωσημείωτη αντίσταση και μέσα στον κόσμο της εκκλησίας, οι εκκλησίες είχαν ήδη αδειάσει από κόσμο και πριν το πρωθυπουργικό tweet, το ΦΕΚ του και την ΚΥΑ του. Και αυτό έλαβε χώρα ακριβώς σε ανταπόκριση στο προηγούμενο κάλεσμα της συνόδου (9 Μαρτίου και 11 Μαρτίου) αλλά και σειράς μεμονωμένων μητροπολιτών ξεχωριστά να μην πηγαίνει ο κόσμος στις εκκλησίες, ιδιαίτερα δε οι ευπαθείς ομάδες, αλλά να παραμείνουν σπίτια τους.  Όπερ και εγένετο, σε εντυπωσιακό βαθμό, μαζί με διάφορες άλλες πρόνοιες, όπως το να μην ασπάζονται οι χριστιανοί τις εικόνες, να ακυρωθεί σωρεία λατρευτικών ακολουθιών (προηγιασμένες κ.ο.κ.) και κάθε εξω-λατρευτική εκδήλωση (κατηχητικά, εκδηλώσεις, ομιλίες, κ.ο.κ.) — ουσιαστικά είχε ήδη ακυρωθεί και κλείσει ήδη από πριν το 95% της ευρύτερης εκκλησιαστικής δραστηριότητας. Φυσικά, οι έκτακτες συνθήκες μοιάζει να απαιτούσαν και να απαιτούν ακόμα πιο έκτακτα μέτρα, η ευθύνη των οποίων δεν μπορεί να αφαιρεθεί από το κράτος όπως άλλωστε αυτό έπραξε και σε όλους τους άλλους τομείς, αλλά σε κάθε περίπτωση έτσι έχουν τα πράγματα.
4. Πάμε τώρα στην μονοπώληση του δημοσίου λόγου, από τη δημοσιογραφία μέχρι τα social media, με το θέμα της εκκλησίας. Ποιές ήταν οι βάσεις/επιχειρήματα πάνω στα οποία στηρίχτηκαν (με αυτήν την ένταση, κυρίως στα social media, όπου γράφονται ρητώς όσα η δημοσιογραφία εννοεί πλαγίως) οι φωνές (και για τους χριστιανούς, όχι μόνο για τους ταγούς) «δολοφόνοι», «ζώα», «φονιάδες», μιάσματα, δεδομένου του κινδύνου για τη δημόσια υγεία που συνιστούν οι μαζικές λατρευτικές συνάξεις σε καιρούς κορωνοϊού; (Η κατάδειξη αντιφάσεων στη βάση αυτών των αφηγημάτων δεν συνεπάγεται ότι οι λατρευτικές συνάξεις θα έπρεπε να συνεχίζουν σα να μην τρέχει τίποτα: είναι αυτό που είναι — κατάδειξη αντιφάσεων.)
(α) Ότι μόνο η μεσαιωνική ορθόδοξη εκκλησία στην Ελλάδα συνεχίζει το business as usual, την ώρα που παγκοσμίως οι εκκλησίες και θρησκείες κάθε δόγματος σε κάθε χώρα, από το Βατικανό μέχρι το Ιράν, έχουν βάλει λουκέτο αναλαμβάνοντας την ευθύνη τους σε αυτήν την παγκόσμια κρίση υγείας. Δεν είναι της παρούσης μια εξαντλητική έκθεση των τεκμηρίων, αλλά αυτό είναι απλώς λάθος: ως ελάχιστο παράδειγμα, αναφέρουμε ότι η ίδια η καθολική εκκλησία στην Ελλάδα συνέχιζε κανονικά τις λειτουργίες και ακολουθίες της μέχρι «ο μη γένοιτο, η Πολιτεία αποφασίσει την αναστολή των θρησκευτικών συνάξεων στους ναούς και για όσο καιρό κριθεί απαραίτητο», δηλαδή μέχρι το πρωθυπουργικό ΦΕΚ απαγόρευσης λατρείας (16 Μαρτίου). Για να προξενηθεί η εικόνα ότι «παντού όλα κλείνουν σε κάθε θρησκεία, μπαίνει καθολικό λουκέτο, αλλά μόνο οι ορθόδοξοι στην Ελλάδα» κλπ. κλπ. σταχυολογούνται συγκεκριμένα παραδείγματα, τα οποία είναι μεμονωμένα ακόμα και εντός των θρησκειών και των χωρών τους, κοινώς ο ορισμός του out of context. Αξίζει να δει κανείς και κομμάτια της διεθνούς δημόσιας συζήτησης για το θέμα. Όλα αυτά βέβαια εξελίσσονται μαζί με την κρίση, επί παραδείγματι η αγγλικανική εκκλησία ανέστειλε τις ακολουθίες στην Αγγλία μόλις σήμερα, Τετάρτη 18 Μαρτίου, δύο ημέρες μετά το μητσοτακικό tweet της «τελευταίας χώρας του κόσμου όπου τελείτο ακόμα λατρεία».
(β) Ότι η σκοταδιστική εκκλησία στην Ελλάδα συνεχίζει τις ακολουθίες και λειτουργίες της σε αντίθεση με το παράδειγμα ορθοδόξων εκκλησιών του εξωτερικού, όπως της ανακοίνωσης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ελπιδοφόρου. Ενώ υπάρχουν σημαντικές λεκτικές διαφορές στη διατύπωση των παλαιότερων αποφάσεων της ελληνικής συνόδου, του Πατριαρχείου και του Αρχ. Αμερικής, διαφορές γλώσσας που απασχολούν τους εντός της εκκλησίας, στην πράξη το νόημα ήταν ακριβώς το ίδιο και στις τρεις περιπτώσεις: (i) καθόμαστε σπίτια μας, ειδικά οι ευπαθείς, δεν ερχόμαστε στις ακολουθίες, (ii) ακούμε την ιατρική, (iii) λαμβάνουμε σειρά μέτρων και περιστολή δραστηριότητας, αλλά (iv) οι λειτουργίες συνεχίζονται κανονικά. Σήμερα βέβαια δεν τελούνται λειτουργίες ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Αμερική ούτε στις λοιπές επαρχίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όμως όταν γινόταν η παραπάνω συζήτηση («κοίτα το Πατριαρχείο και τον Αμερικής, ενώ εμείς εδώ…») αυτή ήταν απλώς πραγματολογικά λανθασμένη.
(γ) Ότι η εκκλησία βρίσκεται υπεράνω του νόμου λόγω της εξουσίας της και λόγω των στενών σχέσεων εκκλησίας κράτους: παίζει την κυβέρνηση στα δάχτυλα. Βέβαια, στην πράξη αρκούσε ένα πρωθυπουργικό tweet και ένα ΦΕΚ λίγα λεπτά μετά για να παύσει αυτοστιγμεί κάθε εκκλησιαστική λατρεία. Είναι η πραγματικότητα που απέδειξε άτοπη αυτήν τη λογική.
(γ) Μετά μπαίνει η μητσοτακική γραμμή: «να κάτσουν σπίτια τους να προσευχηθούν ατομικά στο Θεό τους, τι τη θέλουν τη λειτουργία»; Εδώ έχουμε μια ολική άγνοια του φαινομένου για το οποίο όλοι δογματίζουν. Οι πολλοί και οι έξωθεν νομίζουν ότι η εκκλησία είναι ένας ιδεολογικός σύνδεσμος προσευχομένων, που απευθύνονται πρωτίστως ατομικά στο Θεό τους και τυχαίνει να συνάζονται ενίοτε για κάποιες κοινές «δράσεις». Καλώς ή κακώς όμως, η εκκλησία είναι πρωτίστως μια κοινότητα (και δη τοπική κοινότητα: κάθε ενορίας), μια σύναξη επί το αυτό, και η λειτουργία συγκροτεί και φανερώνει την εκκλησία ως τέτοια: η παύση της λειτουργίας ισοδυναμεί με πραγματική αυτοακύρωση της εκκλησίας. Αυτό το τελευταίο, αν μη τι άλλο, αποτελεί επαρκή λόγο για το ότι εάν πρέπει να σταματήσει η κοινή λατρεία, αυτό είναι μια απόφαση που ανήκει στο κράτος (όπως έγινε και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις), όχι στην εκκλησία. Σε κάθε περίπτωση όμως, τα περί «ατομικής προσευχής» είναι ιδιωτικές προτεσταντικής κοπής θεολογίες του υπερηφάνως πιστού κ. Μητσοτάκη με το «κεράκι» του και δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί πρέπει να μπουν σε μια όλως άλλη συζήτηση, η οποία αφορά το τι θα κάνει το κράτος με τις συναθροίσεις προσώπων σε συνθήκες κορονοϊού, είτε αυτές αφορούν εστιατόρια είτε εκκλησίες. Αφού δεν το αποφάσισε η σύνοδος, θα μπορούσε το κράτος να είχε αποφασίσει την αποκλειστικά «κεκλεισμένων των θυρών» λειτουργία με tweet, ΦΕΚ και ΚΥΑ (ή σε μια επίδειξη ΚΔΟΑ το γενικό λουκέτο στις εκκλησίες), αλλά για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο έπρεπε να εισέλθει στο πολιτικό γεγονός η προσωπική θεολογία του κ. Μητσοτάκη με την «ατομική προσευχή» του με τις ανοιχτές εκκλησίες όπου δεν τελείται ποτέ λατρεία.
(δ) Ότι οι εκκλησίες είναι ασφυκτικά γεμάτες με ανθρώπους, οι οποίοι μεταλαμβάνουν όλοι από το ίδιο κουταλάκι, και άρα δημιουργείται υγειονομική βόμβα. Μεγαλώσαμε μια ζωή ακούγοντας από παντού ότι «ένα 2%-3% του κόσμου max πηγαίνει στην εκκλησία». Και όταν εμφανίζονται ξένες έρευνες που μιλάνε για άλλους αριθμούς (Pew Research Institute), καταγγέλλονται ως ψευδείς. Ξαφνικά, το κεντρικό θέμα συζήτησης κυριολεκτικά είναι ο κίνδυνος που συνιστούν τα μιλιούνια των εκκλησιαζομένων. Αυτό δεν είναι church attendance, αυτό είναι η γάτα του Schrödinger: η μετατόπιση αυτή ως προς το τι θεωρείται αυτονόητο στη δημόσια σφαίρα θα απασχολήσει στο μέλλον όσους ασχολούνται ερευνητικά με τις σχέσεις εκκλησίας-κράτους.
(ε) Ότι το ζήτημα με τους εκκλησιαζομένους δεν είναι ότι διακινδυνεύουν τη δική τους ζωή και υγεία, αλλά ότι διακινδυνεύουν να μολύνουν και άλλους εκτός εκκλησίας, να τους πάρουν στο λαιμό τους. Ανέκαθεν και μέχρι προ δύο εβδομάδων οι τακτικά εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί ήταν «κάποιοι λίγοι» που εκκλησιάζονται «επειδή φοβούνται με δειλία το θάνατο». Ξαφνικά είναι «αυτά τα στίφη, θα μας κολλήσουν όλους, που πάνε συνωστισμένοι σε γεμάτες εκκλησίες, μεταλαμβάνουν αδιαλείπτως και αψηφούν με κοινωνική ανευθυνότητα το ενδεχόμενο του θανάτου — επειδή εκείνοι είναι βλάκες εμείς τι φταίμε». Κι άλλη γάτα του Schrödinger.
(στ) Αρκετοί είπαν, σαν αυτονόητο, ότι ο λόγος που η ιεραρχία δεν βάζει «λουκέτο» είναι προφανώς τα διαφυγόντα κέρδη, το λουκέτο στο παγκάρι — follow the money, λοιπόν. Τελικά από το παγκάρι των πενηνταλέπτων προκύπτουν οι εκκλησιαστικοί πόροι ή από την εκμετάλλευση της εκκλησιαστικής περιουσίας των απιθανικομμυρίων; Αυτό δεν είναι εκκλησιαστικά έσοδα, αυτό είναι τρίτη γάτα του Schrödinger. Τα θέματα εκκλησίας-κράτους είναι τα μόνα θέματα στα οποία μπορεί ο καθένας να πει πραγματικά ό,τι του κατέβει, εγκαλώντας παράλληλα όποιον διαπιστώσει το κενό ανταπόκρισης στα πραγματικά δεδομένα ως προκατειλημμένο και έχοντα ατζέντα. Οι κυρίως εκκλησιαστικοί πόροι που φτάνουν μέχρι την ιεραρχία βέβαια μόνο από το παγκάρι δεν προκύπτουν: σε μια μέσου μεγέθους ενορία, το παγκάρι καλύπτει κυρίως τους υψηλούς λογαριασμούς ΔΕΚΟ (έχετε προσπαθήσει ποτέ να θερμάνετε ή να ψυχράνετε το εμβαδόν μιας εκκλησίας;), το κόστος των υλικών, και χρηματοδοτεί —ή δεν χρηματοδοτεί— τυχόν δραστηριότητες και δράσεις της ενορίας. Το παγκάρι ελέγχεται από επιτροπή λαϊκών μαζί με τον κληρικό, και εάν κάποιοι κληρικοί αυξάνουν το εισόδημά τους (πάντοτε μέχρι το τέλος των αιώνων θα υπάρχουν κάποιοι εωσφορικά φιλοχρήματοι κληρικοί, που μάλιστα θα επιτυγχάνουν και στο σπορ — όπως άλλωστε και υδραυλικοί, δικηγόροι, πολιτικοί, μαγαζάτορες, γιατροί με φακελάκια), αυτό προκύπτει από άλλες δραστηριότητες, όπως τα τυχερά των γάμων και βαπτίσεων και η πιεστική απαίτησή τους. Όποιος ισχυρίζεται πως πίσω από την απροθυμία της ιεραρχίας να βάλει «λουκέτο» κρύβεται μια λογική follow the money από το… παγκάρι, απλώς δεν γνωρίζει τα στοιχειώδη για τις πραγματολογικές διαστάσεις του θέματος, τα facta ως προς το τι πάει πού. Δεν έχω πρόβλημα με την ασχετοσύνη, έχω και φίλους άσχετους, αρκεί να μην προκαλούν.
(ζ) Εδώ υπάρχει κι ένα άλλο ζήτημα. Οι πολλοί και οι έξωθεν φαντάζονται πως οι χριστιανοί (που αποτελούν ένα ανομοιογενές σύνολο από πανεπιστημιακούς καθηγητές, αμόρφωτους εργαζομένους, πυρηνικούς φυσικούς, χειρώνακτες, γιατρούς, και ό,τι υπάρχει ενδιαμέσως) θέλουν να εκκλησιάζονται επειδή δεν αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο, επειδή είναι πεπεισμένοι ότι δεν θα πάθουν τίποτα λόγω μιας μαγικής υπόσχεσης πλήρους διαφύλαξης της σωματικής τους υγείας (η οποία υπόσχεση δεν υπάρχει πουθενά στη χριστιανική παράδοση παρά μόνο ως ευχή). Κοινώς, επειδή είναι βλάκες: επειδή κάποιος εκκλησιαστικός βάκιλος, κάποια θρησκευτική μηνιγγίτιδα προσβάλλει τον εγκέφαλό τους και, ακυρώνοντας ό,τι λέει η επιστήμη, εκείνοι πιστεύουν ότι δεν θα πάθουν τίποτα και ως mindless drones σπεύδουν να μολυνθούν. Όμως, χωρίς αυτό να ακυρώνει την ευθύνη των εκκλησιαζομένων χριστιανών για την υγεία των συνανθρώπων τους, όχι μόνο των ιδίων, διαλανθάνει των πολλών και των έξωθεν το ενδεχόμενο να πρόκειται για πολύ σαφή, ορθολογική και νηφάλια ιεράρχηση προτεραιοτήτων: ναι, οι πιστοί ιεραρχούν τη συμμετοχή τους στην εκκλησιαστική κοινότητα και στη θεία λειτουργία που τη συγκροτεί ως τέτοια υψηλότερα απ’ ότι ιεραρχούν την προσωπική τους σωματική υγεία, με ξηρή συνταγματική γλώσσα θα λέγαμε πως ιεραρχούν την ελευθερία του θρησκεύεσθαι πιο πάνω από την υγεία τους και ενδεχομένως τη βιολογική ζωή τους (χωρίς αυτό να ακυρώνει κλπ. κλπ.). Ακριβώς επειδή υφίσταται το ζήτημα της διασφάλισης της υγείας των άλλων, και όχι μόνο των μελών του εκκλησιαστικού σώματος, είναι δουλειά της πολιτείας να αποφασίσει τυχόν δραστικές περιστολές, και όχι μια απόφαση που πρέπει να αναμένεται από αυτά τα μέλη αυτού του σώματος. Σημειωτέον πάντως ότι όλοι μας λαμβάνουμε τις αποφάσεις μας χωρίς να έχουμε πάντοτε διαυγή εποπτεία των διεργασιών που μας οδηγούν σε αυτές: όταν λοιπόν η μεσόκοπη κυρία πει στο μαρκούτσι του δημοσιογράφου τοπικού σταθμού της επαρχίας ότι «δεν παθαίνω τίποτα», για να τον ξεκόψει και να τελειώνουμε, είναι λάθος φρικτά επιφανειακής προσέγγισης το να την αναγορεύσουμε σε σκοταδιστικό mindless drone, ως εάν να μην έχει προβεί στην εσωτερική ιεράρχηση προτεραιοτήτων της, να μην έχει σκεφτεί σοβαρά τον κίνδυνο υγείας για τον οποίο της φωνάζει όλη η κοινωνία, ή ως εάν να γνωρίζει την Α΄Κορ. 11: 29-30 του Παύλου ή τους πειρασμούς του Χριστού στην έρημο πολύ λιγότερο απ’ ό,τι τους γνωρίζουν οι έξωθεν της εκκλησίας διαδικτυακοί σχολιαστές. Σε κάθε περίπτωση, η καρικατουρογραφία των πιστών ως αυτονόητα ηλιθίων με flat τρόπο σκέψης ενίοτε δείχνει πως δεν πρέπει πάντοτε να κρίνουμε εξ ιδίων τα αλλότρια.
Άνθρωποι που έδωσαν χρόνια απ’ τη ζωή τους στα ανθρώπινα δικαιώματα και στο να μην στοχοποιούνται άνθρωποι ως αποδιοπομπαίοι τράγοι έχουν αποδυθεί αυτές τις μέρες σε μια άνευ προηγουμένου στοχοποίηση των χριστιανών —και όχι μόνο των ταγών τους— ως μιασμάτων, ως φονιάδων, ως μολυσματικών εστιών που θα φέρουν το κακό μέσα στην κοινότητά τους. Και η ιστορία αυτή συνεχίζεται κατόπιν εορτής, ενώ κάθε λατρευτική σύναξη έχει ήδη ακυρωθεί με πρωθυπουργικό tweet, διότι «το κακό έχει ήδη γίνει»: είναι έτοιμοι να αποδώσουν κάθε μελλοντική απώλεια από την πανδημία στις κάποτε ήδη ολιγομελέστατες λατρευτικές συνάξεις. Η ανθρωποφαγική αυτή εικόνα δεν περιποιεί τιμή σε κανέναν — και δεν προοιωνίζεται τα καλύτερα.
Πάντως αξίζει να λεχθεί ότι η συζήτηση για τις ανοιχτές εκκλησίες γινόταν και όταν ήταν ακόμα ανοιχτά όλα τα υπόλοιπα, όπως μπαρ, εστιατόρια, καφετέριες. Εν τω μεταξύ, κατ’ εξοχήν τα μπαρ κι αν είναι υγειονομική βόμβα σε τέτοιες συνθήκες: εκεί, όπου μεταλαμβάνοντας παλλαϊκώς αγγιζόμενα ξηροκάρπια φτύνουμε σε απόσταση επτά εκατοστών το πρόσωπο του συνομιλητή μας για δύο ώρες, διότι πώς αλλιώς να συζητήσουμε με την ένταση της μουσικής. Δεν έχω τη θέση «γιατί να κλείσει το μεν και να μην κλείσει το δε», στις συνθήκες που βιώνουμε ας κλείσουν αμφότερα, αλλά δεν μπορώ να παρατηρήσω την κωμική αλλά και τραγική υφή του να μαζευόμαστε στα μπαρ για να συζητήσουμε το πόσο επικίνδυνες υγειονομικά είναι οι εκκλησίες (περιστατικό του οποίου προσωπικά ήμουν μάρτυρας όχι μία, δύο και τρεις φορές). Σε κάθε περίπτωση, άνθρωποι που γνωρίζουν τον υγειονομικό κίνδυνο, για τους ίδιους αλλά και για τους άλλους, του να βρεθούν σε μπαρ πήγαιναν όσο αυτά ήταν ακόμη ανοιχτά επί κορωνοϊού επειδή είχαν κάνει μια (ηθικά καλή ή ηθικά κακή) συγκεκριμένη ιεράρχηση προτεραιοτήτων: σε πολλούς όμως έμοιαζε πραγματικά αδιανόητο το να έχουν κάνει την ίδια ιεράρχηση προτεραιοτήτων κάποιοι άλλοι άνθρωποι, όχι όμως για τη βραδινή τους διασκέδαση αλλά για τη συμμετοχή στην κατ’ εξοχήν κοινότητα της ζωής τους.
Πλάγιο σχόλιο: ενδεχομένως αξίζει να δούμε τα όσα γράφει ο Giorgio Agamben για την τρέχουσα πανδημία και την κατάσταση έκτακτης ανάγκης στο Quodlibet (μτφρ. Γ. Πινακούλας): «Το πρώτο πράγμα που δείχνει με σαφήνεια το κύμα πανικού που έχει παραλύσει τη χώρα είναι ότι η κοινωνία μας δεν πιστεύει πια σε τίποτε άλλο παρά μόνο στη γυμνή ζωή. Είναι σαφές ότι οι Ιταλοί είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν σχεδόν τα πάντα, τις φυσιολογικές συνθήκες του βίου, τις κοινωνικές σχέσεις, την εργασία, ακόμα και τις φιλίες, τα συναισθήματα και τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις, μπροστά στον κίνδυνο ν’ αρρωστήσουν. Η γυμνή ζωή —και ο φόβος μήπως τη χάσουμε— δεν είναι κάτι που ενώνει τους ανθρώπους, αλλά τους τυφλώνει και τους χωρίζει. […] O πλησίον μας έχει εξαφανιστεί και είναι παράδοξο που η Εκκλησία σωπαίνει σχετικά με αυτό. […] τι είναι μια κοινωνία που δεν έχει άλλη αξία από την επιβίωση; […] Υπήρξαν στο παρελθόν χειρότερες επιδημίες, αλλά κανείς ποτέ δε σκέφτηκε να κηρύξει μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης όπως η παρούσα, που μας απαγορεύει ακόμα και τη μετακίνηση. […] Μια κοινωνία που ζει σε διαρκή κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν μπορεί να είναι ελεύθερη κοινωνία.»
Υστερόγραφο διπλής ανάγνωσης: People go to churches to meet their Maker. Stopping on this occasion would seem counterproductive to me.
5. Γιατί μόνο στην Ελλάδα κυριάρχησε τόσο πολύ το ζήτημα της εκκλησίας στο δημόσιο λόγο περί κορωνοϊού;
Επειδή «μόνο στην Ελλάδα» δρα έτσι η ορθόδοξη εκκλησία — κάτι το οποίο είναι αντικειμενικά ψευδές, όπως σημειώθηκε παραπάνω;
Ή επειδή «μόνο στην Ελλάδα» έχει τόση εξουσία η εκκλησία — εξουσία που σβήνει, σκορπάει και εξαφανίζεται αυτοστιγμεί με ένα κυβερνητικό tweet πρωθυπουργού που «ανάβει κεριά»;
Από μια άλλη οπτική σε σύγκριση με την εδώ κατατιθέμενη, ο Αντώνης Λιάκος σημείωσε σχετικά στις 15 Μαρτίου (facebook): «Προσπαθώ να το καταλάβω ψυχολογικά, μήπως τελικά η θρησκεία είναι το σκοτεινό και ανομολόγητο αντικείμενο του πόθου και από τους πιο εκκοσμικευμένους; Μήπως τελικά η κριτική στην εκκλησία δείχνει πόσο αδύναμη είναι η εκκοσμίκευση μέσα μας;». Αυτό το σχόλιο έχει ψωμί…
6. Η λέξεις που κυριάρχησαν: «σκοταδισμός» και «Μεσαίωνας». Το θέμα που κυριάρχησε: «Επιστήμη vs θρησκεία», ως αλληλοαποκλειόμενες έννοιες (την ώρα που ο καθηγητής Τσιόδρας τυγχάνει… ψάλτης).
Δεδομένης της τριγύρω ολούθε αναφοράς του «Μεσαίωνα», αξίζει ίσως να αναφέρουμε για το γούστο του πράγματος ότι τα μόνα μέσα που μέχρι στιγμής μας δίνει η ιατρική επιστήμη για την αποφυγή της ταχύτερης διασποράς του κορωνοϊού είναι, κυριολεκτικά, μεσαιωνικά. Δηλαδή η καραντίνα (και το συναφές με αυτήν social distancing, κοινώς ανθρωποδιώκτης). Τι μας λένε οι γιατροί και η επιστήμη; Αφ’ ενός «δεν μπορούμε να σας θεραπεύσουμε μέχρι στιγμής», αφ’ ετέρου «προτείνουμε καραντίνα ως μέθοδο πρόληψης». Η «καραντίνα» (40 ημέρες, quaranta giorni, μετεξέλιξη του τριακονθήμερου a trentine) είναι, κυριολεκτικά, μεσαιωνικός όρος από τον 14ο και 15ο αιώνα, και η μέθοδος που προτεινόταν τότε για την πρόληψη της περαιτέρω εξάπλωσης της πανώλους. Η ιατρική επιστήμη μας λέει μέχρι στιγμής, μέχρι το κάποτε εμβόλιο, όχι πολλά παραπάνω απ’ ότι μας έλεγε πεντέξι αιώνες (!) πριν: δεν μπορώ να τον θεραπεύσω και συστήνω καραντίνα. Ακριβώς τα ίδια με το Μεσαίωνα. Το παραπάνω δεν δηλώνει τίποτα περισσότερο από την ενδιαφέρουσα τροπή που παίρνει έτσι όλη η συζήτηση περί Μεσαίωνα, που αντιπαραβάλλεται στην επιστημονική, ορθολογική και αποτελεσματική νεωτερικότητα.
Στη χώρα μας κάνουμε κυρίως εισαγωγές ιδεών, επί τη βάσει των οποίων μαλώνουν και οι δύο πλευρές του εκάστοτε ελλαδικού στρατοπέδου, θεωρώντας τες ως αυταπόδεικτα αληθείς. Επειδή παίρνουμε τις ιδέες από δεύτερο χέρι, από τα μεταχειρισμένα, τις εισάγουμε κατ’ εξοχήν όταν έχουν μπαγιατέψει έξω. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το ιστορικά προβληματικό (όπως ξέρουμε πλέον σήμερα) δόγμα «θρησκεία versus επιστήμη», ανεβάστηκε ως αυτονόητο στη χώρα μας σε social media, ενημερωτικά site, δημοσιογραφικές γνώμες αλλά και σε κείμενα κάποιων κληρικών, απ’  την ανάποδη, γιατί τόσα ξέρουν (καθώς και στη φρικτής ασχετοσύνης πρωθυπουργική φράση «η πίστη αρχίζει εκεί που τελειώνει η επιστήμη»), δόγμα το οποίο έξω έχει πεθάνει σε κάθε σοβαρή πανεπιστημιακή σπουδή (καίτοι επιβιώνει στην popular culture) αλλά εδώ ζει και βασιλεύει ως αυταπόδεικτο. Ο οξυμένος δημόσιος διάλογος γίνεται επειδή και οι δύο πλευρές αναμασούν τα πολυκαιρισμένα και τα στερούμενα πραγματολογικής βάσης, δεν είναι ότι οι μεν έχουν άδικο αλλά οι άλλοι δίκιο. Ο σοβαρός αναγνώστης, αν υπάρχουν ακόμα τέτοιοι στη χώρα, μπορεί να μελετήσει το βιβλίο του καθηγητή της Οξφόρδης Peter Harrison “The Territories of Science and Religion” (Chicago Univ. Press 2015) για το ιστορικό κομμάτι και το βιβλίο του καθηγητή της Οξφόρδης Alister McGrath “The Territories of Human Reason” (Oxford Univ. Press 2019) για το σύγχρονο κομμάτι. Αμφότερα τα βιβλία υπάρχουν δωρεάν στο Library Genesis. Ζούμε σε μια πολύ ωραία χώρα, με ασύγκριτη καθημερινή ποιότητα ζωής, αλλά οι φωνασκίες, η αναξιοκρατία, ο ρηχός δογματισμός κάθε προέλευσης και η ημιμάθειά της ενίοτε την καθιστούν αρκετά λιγότερο ελκυστική.
7. Προσωπικό σχόλιο, που δεν πρέπει να αναγνωστεί σε συνάρτηση με τα προηγούμενα, αλλά ανεξάρτητα:
Στην αρχή όλοι (όσοι τουλάχιστον δεν είχαμε δοθεί full time στο να ρίχνουμε τις ευθύνες στους συμπολίτες μας και να τους βρίζουμε χυδαία ως δολοφόνους) δοθήκαμε στο ότι πρέπει να παρθούν από το κράτος όλα τα εφικτά μέτρα, να αναλάβουμε προσωπική ευθύνη, να δράσουμε συλλογικά στην ακραία αυτή κατάσταση κλπ. Προσωπικά έχω αρχίσει να αναπτύσσω έναν έντονο αν και ασχημάτιστο σκεπτικισμό: η ιδιωτική μου αίσθηση είναι ότι, with the privilege of hindsight, η ιστορία σε λίγα χρόνια δε θα μετρήσει αυτές τις μέρες με τα μέτρα που τις μετράμε εμείς. Λόγω έκτακτης ανάγκης (πόσοι και πόσοι πέταξαν στα σκουπίδια σχοινοτενέστατα διαβάσματά τους περί «έκτακτης ανάγκης» σε ελάχιστες μόνο ώρες) περιεστάλησαν με μια ΠΝΠ και μια ΚΥΑ τεράστιες, πραγματικά τεράστιες ελευθερίες (κίνησης, εμπορίου, θρησκευτικές, κοινωνικότητας), πράγματα αυτονόητα για εκατονταετίες, αυγαταίνουν οι απαγορεύσεις κυκλοφορίας, καθολικεύθηκε μια ακραία στρατιωτική γλώσσα με αυτονόητη την αποδοχή της, είμαστε μόλις στην αρχή και έχουμε εύλογα προεξοφλήσει μια κτηνώδη διεθνή οικονομική κρίση —μετά— το πέρας της πανδημίας. Εξυπακούεται πως όλα αυτά γίνονται για να σωθούν όσο το δυνατόν περισσότερες ζωές, ζωές πραγματικών και δικών μας ανθρώπων, εξ ου και τα στηρίζουμε. Προσωπικά όμως, με έναν κρυφό σκεπτικισμό και μια ασχημάτιστη επιφυλακτικότητα όμως που όλο και ξεμυτίζει. Με τρομάζει ιδιαίτερα το πόσο αυτονόητα έγιναν όλα αυτά, με τον κόσμο (κι εμένα μαζί) να τα ζητάει πιεστικά. Μας δίνουν ακραία, πρωτόγνωρη περιστολή με λάφυρο την ίδια τη βιολογική μας ζωή και εμείς απλώς ζητάμε περισσότερη περιστολή, εγκαλώντας τους όταν δεν τη βλέπουμε να υλοποιείται. Ας μην παραβιασθούν ανοιχτές θύρες με τη φράση «το κάνουμε για να σώσουμε ανθρώπινες ζωές» — χαίρω πολύ, ειδάλλως δεν θα το κάναμε. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχουμε ιδέα πώς και πού θα είμαστε μετά από όλο αυτό (αναφέρομαι στις αλλαγές των ζωών μας και όχι στην ίδια την πανδημία), δεν ξέρουμε ποιοι θα είμαστε μετά από όλο αυτό, σε τι είδους κράτη θα ξυπνήσουμε, και έχω μια έντονη αίσθηση πως η ιστορία δε θα γράψει απλώς ότι «τα κράτη και οι λαοί έδρασαν υπεύθυνα για να σωθούν ανθρώπινες ζωές». Η επιφυλακτικότητά μου —ενώ παράλληλα συναινώ σε αυτό που γίνεται— είναι κρυφή, διακριτική, in pectore, και δε χωρά σχοινοτενή ανάλυση. Πάντοτε ας θυμόμαστε πως είμαστε μόλις στην αρχή, δεν έχουμε δει τίποτα ακόμη.
Τέλος, πολλοί θριαμβολογούν ότι «στην παρούσα κρίση de facto ομολογήθηκε από όλους η χρεωκοπία συγκεκριμένων μοντέλων και συνταγών», και μέχρι στιγμής όντως έτσι μοιάζει να είναι. Ξεχνούν όμως κάτι, που ενισχύεται έτι περαιτέρω από το γεγονός πως είμαστε κυριολεκτικά μόλις στην αρχή: ξεχνούν την βαθύτατη σοφία της παροιμίας «στην αναπουμπούλα ο λύκος χαίρεται». Παγκοσμίως, οι έχοντες το πάνω χέρι θα επιλέξουν το timing για να διατυπώσουν το νέο Νόμο τους.


Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019

Παρουσίαση του βιβλίου «Πόλις, οντολογία, εκκλησιαστικό γεγονός: Αναμέτρηση με τη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά» τη Δευτέρα 16/12/2019 στην Αθήνα



«Πόλις, οντολογία, εκκλησιαστικό γεγονός» 

Αναμέτρηση με τη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά 


Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019 στις 19:00 
στο πατάρι του Αρμού (Μαυροκορδάτου 11, Αθήνα) 

Τo βιβλίο θα παρουσιάσουν οι: 

  • Δημήτρης Μόσχος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Θεολογίας ΕΚΠΑ 
  • Φανή Κουτσοβίτη, θεολόγος, συντακτική επιτροπή «Σύναξης» 
  • Σωτήρης Μητραλέξης, εντετ. διδάσκων φιλοσοφίας στο Τμήμα Φιλοσοφίας ΕΚΠΑ, ερευν. εταίρος Πανεπιστημίου Winchester 
  • Διονύσιος Σκλήρης, διδάκτωρ ελληνικών σπουδών (Πατρολογία) του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, εντετ. διδάσκων στο Τμήμα Θεολογίας ΕΚΠΑ


Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Σωτήρη Μητραλέξη με τίτλο "Σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους"

Σωτήρης Μητραλέξης, Σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2019, ISBN:978-960-615-176-7.


Mε σκοπό να καλύψει ένα εμφανές κενό στη φερέγγυα αποτύπωση των ισχυόντων στοιχείων σε Ελλάδα και Ευρώπη ως προς τις σχέσεις εκκλησίας-κράτους, η μελέτη αυτή εξετάζει ζητήματα όπως το μάθημα των θρησκευτικών, η χρηματοδότηση και φορολόγηση των θρησκευτικών κοινοτήτων σε Ελλάδα και Ευρώπη, η μισθοδοσία του κλήρου και οι δυνατότητες μετεξέλιξής της, η ιστορία των σχέσεων εκκλησίας και κράτους στην Ελλάδα, ο διοικητικός κατακερματισμός της εκκλησίας στην Ελλάδα και η πολιτική χρήση των πολώσεων γύρω από το θέμα των σχέσεων εκκλησίας-κράτους (και του ενδεχομένου χωρισμού τους) στον ελληνικό δημόσιο λόγο. Αντί να στοχεύει στην κατάθεση μιας συνεισφοράς στο δημόσιο διάλογο για το θέμα, η παρούσα μελέτη εγείρει μια ακόμα πιο φιλόδοξη αξίωση: να συγκροτήσει την προϋπόθεση που θα καταστήσει έναν τέτοιο διάλογο εφικτό, καθ’ ότι σήμερα κάθε σχετική συζήτηση μάλλον εξαντλείται σε μια εκατέρωθεν μάχη συμβόλων, σημαιών και αξιών αντί για να αφορά το ζήτημα που υποτίθεται πως εξετάζει. Στην εδώ μελέτη τον πρώτο λόγο έχουν τα στοιχεία.



Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Σωτήρης Μητραλέξης, Η μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα (μέρος Β')

πηγή: ΑΝΤΙΒΑΡΟ / αναδ. ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
[Η μελέτη του Σ. Μητραλέξη σε μορφή PDF]

Σωτήρης Μητραλέξης
Η μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα
Μέρος Β΄: Προτάσεις για το μέλλον


Στο προηγούμενο σημείωμα (μέρος Α’) διαπιστώσαμε έστω εισαγωγικά λοιπόν όχι μόνον την πολυπλοκότητα του ζητήματος, αν συνυπολογιστεί το δυσήνιο ζήτημα της πρώην και νυν εκκλησιαστικής περιουσίας και της ελλιπούς εποπτείας που υφίσταται γι’ αυτήν, αλλά και την ασάφεια και προβληματική ενημερότητα του εκατέρωθεν εκπορευόμενου δημοσίου λόγου για το θέμα. Σε ένα τέτοιο εκατέρωθεν ασφυκτικό πλαίσιο, οφείλουμε αφ’ ότου εξετάσουμε λεπτομερώς το ζήτημα να καταθέσουμε κάποιες προτάσεις για το μέλλον της μισθοδοσίας του κλήρου.

Προσανατολιζόμαστε στην απαγκίστρωση της μισθοδοσίας του κλήρου ως απλώς μισθοδοσίας του δημοσίου, και στην συνάρτηση αυτής με τα εκκρεμή ζητήματα της εκκλησιαστικής περιουσίας και της αναποζημίωτης απαλλοτριώσεως αυτής. Δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το μέλλον στις σχέσεις εκκλησίας-κράτους, δηλαδή το εάν τα χιλιάδες εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα θα συνεχίσουν να είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) ή αν κάποτε, σε ενδεχόμενο «σκληρού» χωρισμού, θα μεταβληθούν σε ιδιωτικού, θα καταθέσουμε μια πρόταση και για τα δύο ενδεχόμενα.

Στην πρώτη περίπτωση, θα έχουμε έναν εξορθολογισμό της καταστάσεως, ενώ για την δεύτερη περίπτωση προτείνουμε ένα κονκορδάτο στο μοτίβο συμφωνιών ανάμεσα στην εκκλησία και στο κράτος που έχουν γίνει σε σειρά ευρωπαϊκών κρατών. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, παύει κάθε μισθοδοσία των κληρικών από το κράτος, αλλά παράλληλα και ανεξάρτητα από αυτό δεσμεύεται το κράτος σε μια κατ’ έτος παροχής συγκεκριμένου ποσού στην εκκλησία κατ’ αναλογία απαλλοτριωθεισών αλλά μη αποζημιωθεισών εκτάσεων, ποσό το οποίο θα συναρτάται με τον κατ’ έτος πληθωρισμό και το οποίο θα μπορεί ακολούθως να μεταχειρίζεται η εκκλησία για τη μισθοδοσία του κλήρου. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει στη Γερμανία με το κατ’ έτος ποσό το οποίο αναφέραμε προηγουμένως, και αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από λίγα χρόνια η ευαγγελική εκκλησία ζήτησε να μην της καταβάλλεται αυτό το ποσό από το κράτος, αφού πλέον θα μπορούσε μόνη της να χειριστεί τα του οίκου της, αλλά το κράτος αρνήθηκε[1]. Και αρνήθηκε στη λογική ότι αυτό το ποσό αντιστοιχεί ακριβώς σε απαλλοτριωθείσες από το κράτος εκτάσεις, και ως εκ τούτου δε θα μπορούσε να διακόψει την κατ’ έτος παροχή του χωρίς να υποχρεούται σε ένα δυσβάστακτο εφ’ άπαξ ποσό, το οποίο δε μπορεί να παράσχει. Και ως εκ τούτου συνεχίζει εκουσίως την κατ’ έτος παροχή. Ας εξετάσουμε το ζήτημα με περισσότερες λεπτομέρειες:
Περιουσία – Μισθοδοσία

Τα αριθμητικά δεδομένα σήμερα (Οκτώβριος 2016) έχουν ως εξής: μισθοδοτούνται από το Δημόσιο 10.238 ορθόδοξοι ιερείς και 100 Αρχιερείς (επαρχιούχοι Μητροπολίτες, τιτουλάριοι και σχολάζοντες Μητροπολίτες, βοηθοί Επίσκοποι, πρεσβύτεροι, διάκονοι, ιεροκήρυκες), που ανήκουν σε α. 82 Μητροπόλεις Εκκλησίας της Ελλάδος, β. Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης και 8 Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Κρήτης, γ. 5 Ιερές Μητροπόλεις Δωδεκανήσου) και εκκλησιαστικοί υπάλληλοι (υφίστανται 292 οργανικές θέσεις ιεροκηρύκων και περίπου 380 θέσεις λαϊκών υπαλλήλων Μητροπόλεων, που δεν είναι όλες καλυμμένες).



Όσον αφορά τη θρυλούμενη ικανότητα των φορέων της εν γένει «Εκκλησίας» (Ελλάδος, Κρήτης, Μητροπόλεων Δωδεκανήσου) να μισθοδοτήσουν αυτήν την στιγμή τους κληρικούς τους αφ’ εαυτών, το ετήσιο κόστος (μισθών – εισφορών) των (περίπου) 193.000.000 ευρώ (2016) αδυνατεί άμεσα και μεσοπρόθεσμα να το καλύψει η Εκκλησία της Ελλάδος (κεντρικός φορέας) και οι 82 Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και η Εκκλησία της Κρήτης και οι 5 Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, όπως εξηγήσαμε προηγουμένως. Στο κόστος αυτό περιλαμβάνονται 100 Αρχιερείς και οι διάκονοι, εφημέριοι, ιεροκήρυκες και εκκλησιαστικοί υπάλληλοι των τριών Εκκλησιών (Ελλάδος, Κρήτης, Δωδεκανήσου). Αυτό συναρτάται όχι μόνο με την περιορισμένη ρευστότητα στα εκκλησιαστικά ταμεία, αλλά και με το ίδιο το είδος της εκκλησιαστικής περιουσίας και τη δυνατότητα αυτής να αξιοποιηθεί.

Ως προς τη σύνθεση της ακίνητης περιουσίας ειδικά της Εκκλησίας της Ελλάδος (η «Εκκλησία της Ελλάδος» ως κεντρικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, οι Μητροπόλεις, Μονές, Ενορίες, Ιδρύματα κ.λπ.) υφίσταται βασικά:


Α. εμπράγματη ιδιοκτησία, μη νομικά καταγεγραμμένη ή μη εντοπισμένη τοπογραφικά, με μεγάλα τμήματα της καταπατημένα από μακρού χρόνου, και

Β. τραπεζικές μετοχές–εξανεμισμένης αξίας και απόδοσης πλέον, ήδη από το 2008 λόγω της νομοθετικής απαγόρευσης λήψης μερίσματος και μετά τις αραιώσεις των συμμετοχών λόγω διαδοχικών αυξήσεων κεφαλαίου και πλέον λόγω της αναγκαστικής ανταλλαγής μετοχών – ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών.

Διασπορά ακίνητης περιουσίας και αδυναμία ελέγχου – διαχείρισης: Το 1930 η περιουσία 152 Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος με μια σειρά προεδρικών διαταγμάτων της δεκαετίας του 1930 κατεγράφη σε πίνακες (με στοιχειώδη περιγραφή, θέση, εμβαδόν κ.λπ.) και χωρίσθηκε σε «διατηρούμενη» και «ρευστοποιητέα», που η διοίκησή της παραχωρήθηκε στον κρατικό Ο.Δ.Ε.Π. («Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας»)[2].

Κατά το διάστημα 1930 – 1988 το μοντέλο του κρατικού Ο.Δ.Ε.Π. για τη διοίκηση της περιουσίας των 152 Ιερών Μονών, που η ρευστοποιητέα περιουσία τους υπήχθη στον Ο.Δ.Ε.Π. μάλλον δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Η διαχείριση γινόταν κεντρικά (Αθήνα) ή τοπικά, με Τοπικά Συμβούλια του Ο.Δ.Ε.Π., τα οποία επικουρούσαν τα τοπικά υποκαταστήματα της Εθνικής Τράπεζας, η οποία ανέλαβε δυνάμει σύμβασης με τον Ο.Δ.Ε.Π. την καταγραφή, αποτίμηση και καταμέτρηση της ρευστοποιητέας μοναστηριακής περιουσίας[3]. Πολλές εκκλησιαστικές εκτάσεις του Ο.Δ.Ε.Π. αφέθηκαν εκτεθειμένες σε καταπατήσεις ή παραμένουν ως τώρα ανεντόπιστες[4].

Ο Ο.Δ.Ε.Π. στόχευε κατά τον νομοθετημένο του σκοπό στη ρευστοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και στην αγορά μετοχών της Εθνικής Τράπεζας κυρίως, καθώς και άλλων τραπεζών από το προϊόν των εκποιήσεων της μοναστηριακής περιουσίας. Αποτελούσε δηλαδή ένα χρηματοδοτικό εργαλείο του Κράτους προς όφελος της Εθνικής Τράπεζας, και έτσι προέκυψε μία αξιόλογη συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος (η Εκκλησία της Ελλάδος το 1998 κατείχε το 1,75% και τις 30.9.2014 κατείχε το 0,3% μαζί με κληροδοτήματα, ιδρύματα, νοσοκομεία), η οποία πλέον απαξιώθηκε και απομειώθηκε.

Συναφείς αντικειμενικές αδυναμίες προέκυψαν μέχρι σήμερα και στο ισχύον (από το 1988) μοντέλο διαχείρισης της (δασικής, αγροτικής και αστικής) ακίνητης περιουσίας, η οποία απέμεινε στον Ο.Δ.Ε.Π., και η οποία, μετά την κατάργηση του Ο.Δ.Ε.Π., περιήλθε στην Εκκλησία της Ελλάδος (κεντρικό Ν.Π.Δ.Δ.), και διοικείται πλέον μέσω της Ε.Κ.Υ.Ο. («Εκκλησιαστική Κεντρική Υπηρεσίας Οικονομικών» της Εκκλησίας της Ελλάδος).

Τουλάχιστον το ελληνικό Δημόσιο, που αντιμετωπίζει παραπλήσια προβλήματα διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας του, διατηρεί κατά τόπους στοιχειώδεις δομές εποπτείας (κτηματικές υπηρεσίες, δασαρχεία, λιμενικά ταμεία), τα οποία έχουν και τα απαραίτητα νομικά όπλα άμεσης αποβολής των καταπατητών (πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής κλπ.). Αντίθετα, η Εκκλησία της Ελλάδος στερούμενη ανάλογων «προνομίων», αν και νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, λειτουργεί σαν ιδιώτης σε περίπτωση καταπάτησης: οφείλει να ασκήσει αγωγή ή ζητήσει ασφαλιστικά μέτρα και να ακολουθήσει την μακρά οδό της ελληνικής δικαιοσύνης.

Η Εκκλησία της Ελλάδος, της Κρήτης και οι Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου μέχρι σήμερα δεν έχουν:

α) ολοκληρωμένο εκκλησιαστικό κτηματολόγιο. Ειδικά η Εκκλησία της Ελλάδος έχει ψηφιοποιήσει το αρχείο της, αλλά δεν έχει ολοκληρώσει την καταγραφή – ανάλυση της νομικής πληροφορίας (έλεγχο ή δημιουργία τίτλων, όπου επιτρέπεται) και την τοπογράφηση των ακινήτων των 152 Ιερών Μονών, τα οποία παρέλαβε από τον Ο.Δ.Ε.Π.,

β) (ειδικά η Εκκλησία της Ελλάδος) αποτελεσματικό περιφερειακό σύστημα προστασίας από καταπατήσεις και διαχείρισης των ανά την επικράτεια ακινήτων τους[5],

γ) ανθρώπινο δυναμικό και οργανωτική λογική κατάλληλη για αποτελεσματική αξιοποίηση περιουσίας με κριτήρια ιδιωτικής οικονομίας.

Το μόνο νομοθετημένο προνόμιο της ακίνητης μοναστηριακής περιουσίας, η απαγόρευση χρησικτησίας από τρίτους, στην πραγματικότητα έχει οδηγήσει σε εφησυχασμό, με αποτέλεσμα τη δημιουργία από μακρού χρόνου τετελεσμένων καταστάσεων χωρίς ρεαλιστική διέξοδο (π.χ. δύο και τρεις γενιές καταπατητών με οικοδομές σε εκκλησιαστικές εκτάσεις).

Βασικό έσοδο των νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος, της Κρήτης και της Δωδεκανήσου είναι τα μισθώματα από τη διαχείριση ακινήτων τους -που φυσικά εντάσσονται στη γενικά αρνητική εικόνα, που εμφανίζει τα τελευταία χρόνια ο χώρος των ακινήτων [6].

Περιγράψαμε προηγουμένως (και θα επανέλθουμε εν συνεχεία) τη χαώδη νομοθετική κατάσταση σχετικά με την μισθοδοσία των κληρικών, η οποία εν τέλει αποδεικνύεται πλημμελώς νομοθετημένη. Ως συνεισφορά στο κομμάτι αυτό της συζήτησης για τις σχέσεις (ή τον χωρισμό, ανάλογα με την οπτική κάθε πλευράς) Εκκλησίας – Κράτους, το οποίο αναφέρεται στο ζήτημα της μισθοδοσίας, θα προχωρήσουμε στο σχεδίασμα δύο προτάσεων -με την πρώτη να συνεπάγεται την (επιτέλους «νοικοκυρεμένη») μισθοδοσία του κλήρου από το Κράτος με οικονομική συμμετοχή της Εκκλησίας, και την δεύτερη να αίρει πλήρως την μισθοδοσία των κληρικών από το Κράτος, με παράλληλο «κονκορδάτο»[7] (συμφωνία αφηρημένης αποζημίωσης) σχετικά με την ήδη απαλλοτριωθείσα περιουσία.

Είναι προφανές ότι αυτές οι προτάσεις δε θα μπορούσαν να ληφθούν υπό τη μορφή του… salad bar, δηλαδή επιλέγοντας μόνον όσα κομμάτια τους αφαιρούν από την Εκκλησία και αγνοώντας τα κομμάτια που αποτελούν αντιστάθμισμα των αφαιρουμένων ή τούμπαλιν∙ νοούνται μόνον στην ολοκληρία τους.


Πρώτη πρόταση (συγκεκριμένη αποζημίωση – συμμετοχή της Εκκλησίας)

Η πρώτη πρόταση περιλαμβάνει τον νομικό, οικονομικό, αλλά και πρακτικό εξορθολογισμό του ζητήματος της μισθοδοσίας του κλήρου. Στόχος είναι: (α) η νομοθετική δέσμευση του Δημοσίου για μισθοδοσία 10.500 οργανικών θέσεων κληρικών για την Εκκλησία της Ελλάδος, της Κρήτης και της Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, με τους πλέον του αριθμού αυτού κληρικούς να μισθοδοτούνται από την οικεία Ιερά Μητρόπολη, στην οποία ανήκουν ή/και από την Εκκλησία της Ελλάδος ή της Κρήτης ή το Οικ. Πατριαρχείο (για τη Δωδεκάνησο). (β) η συμμετοχή της Εκκλησίας στη δαπάνη της μισθοδοσίας μέσα από ένα χρονοδιάγραμμα απόδοσης, αξιοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας και επίτευξης συγκεκριμένων οικονομικών στόχων. Ως προς το (α): Ούτως ή άλλως, αυτήν την περίοδο της δημοσιονομικής εποπτείας ο νόμος 3833/2010 έχει θεσπίσει αναλογία 1 προς 5 αποχωρήσεις/διορισμοί με έξοδα του Κράτους. Στην πράξη έχουν περιορισθεί οι χειροτονίες κληρικών, λόγω του παραπάνω περιορισμού της ανάληψης της μισθοδοσίας από το Κράτος. Επιπλέον, όσοι νέοι κληρικοί χειροτονούνται, παραμένουν χωρίς μισθό από το Δημόσιο και, εάν έχουν, εξακολουθούν το επάγγελμα, που είχαν πριν την χειροτονία τους για να ζήσουν είτε λαμβάνουν κάποιο συμβολικό επίδομα από Ταμεία Αλληλοβοηθείας κληρικών, σε όσες Μητροπόλεις έχουν συσταθεί τέτοια ταμεία (σε 3-4 από τις 82 Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος). Συνεπώς, η παραπάνω νομοθετική ρύθμιση πρέπει να έχει δύο φάσεις, παρόν στάδιο και επόμενο, καθώς έχει νόημα και εφαρμογή μόνο μετά την λήξη του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής και της άρσης του μνημονιακού περιορισμού διορισμών. Α. Επαναλαμβάνουμε το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο: 1. μέχρι σήμερα ο νόμος 536/1945: 1) έκανε λόγο για ενίσχυση από το Κράτος της μισθοδοσίας του κλήρου από ειδικό λογαριασμό, 2) θέσπισε 6.000 οργανικές θέσεις κληρικών για όλη την Ελλάδα (αν και το 1945 υπηρετούσαν 7.151 κληρικοί), 3) προέβλεπε ότι η Εκκλησία συμβάλλει στην μισθοδοσία του κλήρου με «εισφορά» ποσοστού 25% και (από το 1968) ποσοστού 35% από τα έσοδα των Ναών και οι ορθόδοξες οικογένειες συμβάλλουν με ετήσια «ενοριακή εισφορά» στα δημόσια ταμεία (καταργήθηκε το 1962). 2. η «εισφορά» των Ναών ίσχυσε από την 1/10/1945 μέχρι την 28/1/2004. Η Κυβέρνηση Σημίτη κατήργησε την «εισφορά» (νόμος 3220/2004). Συνεπώς, η μισθοδοσία του κλήρου άρχισε να επιβαρύνει αποκλειστικά το Κράτος (χωρίς συνεισφορά της Εκκλησίας) μετά την 28.1.2004. 3. ο νόμος 4111/2013 (επί υπουργίας Διαμαντοπούλου), χωρίς να λύσει το θέμα της διαφοράς μεταξύ των οργανικών θέσεων και των πράγματι υπηρετούντων και μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο κληρικών όρισε ότι όσοι κληρικοί πληρώνονταν μέχρι τότε εξακολουθούν να αμείβονται, όχι από «ειδικό λογαριασμό» εκτός προϋπολογισμού, αλλά από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας. Είναι μια καθαρά δημοσιονομική ρύθμιση για την ορθή απεικόνιση των κρατικών λογαριασμών. Παρέλειψε συνειδητά να λύσει το θέμα σχετικά με τον αριθμό κληρικών, που δεσμεύεται να μισθοδοτεί και ασφαλίζει το Δημόσιο. Εξάλλου η εγγύηση της ύπαρξης πιστώσεων για καθορισμένο αριθμό κληρικών ήταν ανέφικτη, ενόσω ισχύουν οι μνημονιακές δεσμεύσεις της χώρας για τον δραστικό περιορισμό των διορισμών (άρθρα 10-11 νόμου 3833/2010).
Β. Περιεχόμενο πρότασης:

1. να τεθούν βασικές αρχές: α) το πόσες οργανικές θέσεις κληρικών επιθυμεί να έχει η Εκκλησία της Ελλάδος είναι εσωτερικό της ζήτημα, απόκειται στην θρησκευτική της ελευθερία και αυτονομία κατά τα άρθρα 13 του Συντάγματος, 9 και 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Επομένως ο ορισμός 6.000 οργανικών θέσεων με κρατικό νόμο (αναγκαστικό νόμο 536/1945) απεικονίζει ένα ξεπερασμένο πολιτειοκρατικό πλαίσιο σχέσεων Κράτους και ορθόδοξης Εκκλησίας. Είναι δικαίωμα της Εκκλησίας να προσδιορίσει τις ανάγκες της σε οργανικές θέσεις κληρικών. 2. Το Δημόσιο όμως δεν δεσμεύεται ότι θα πληρώνει όσους κληρικούς χειροτονεί η Εκκλησία και θα τους τοποθετεί στις οργανικές θέσεις, που η ίδια συστήνει. Το πόσες από τις οργανικές θέσεις της Εκκλησίας θα μισθοδοτεί το Δημόσιο συναρτάται : i) με το μέγεθος της εκκλησιαστικής περιουσίας, που έλαβε το Δημόσιο λόγω δωρεάς/ή με απαλλοτριώσεις χωρίς αποζημίωση ή με αναγκαστικές εξαγορές (με μειωμένες αξίες) από την Εκκλησία (1833-1834, 1909, 1922, 1930, 1952 -προϋποτίθεται καταγραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας, η οποία είναι αναγκαία και μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει, βλ. κατωτέρω) και ii) τις δημοσιονομικές δυνατότητες του Κράτους. Κατά συνέπεια η κρατική μισθοδοσία συναρτάται με την εκκλησιαστική περιουσία, που κατέχει το Δημόσιο[8], και δεν επικαθορίζεται, ως συνέπεια, της συνταγματικής περιγραφής του Κράτους ως «θρησκευόμενου» ή ουδετερόθρησκου (κοσμικού ή λαϊκού). Ως προς το (β):
Πώς θα συνεισφέρει η Εκκλησία:

1. Η Εκκλησία της Ελλάδος θα μπορούσε να κληθεί να δεχθεί επαναφορά της ειδικής «εισφοράς» του 35% από τα έσοδα των Ναών(που ίσχυσε από 1945 μέχρι 2004)∙ ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο συζήτησης. 2. Μπορεί να ορισθεί ότι ο φόρος εισοδήματος (για τους φορείς της Εκκλησίας της Ελλάδος θεσπίσθηκε με τον νόμο 3842/2010) ή ο ΕΝΦΙΑ (όπως είπαμε, μόνο οι φορείς της Εκκλησίας της Ελλάδος, χωρίς την Κρήτη – Δωδεκάνησο, πληρώνουν συνολικά περίπου 10.000.000 ευρώ) θα διατίθενται για την κάλυψη της μισθοδοσίας. 3. Με την καταγραφή και εκκαθάριση εκκρεμοτήτων (Α), προστασία (Β) και αξιοποίηση – αύξηση αποδοτικότητας εκκλησιαστικής περιουσίας (Γ): Α. Απαιτείται η καταγραφή της περιελθούσας στο Κράτος και της παραμένουσας στην Εκκλησία περιουσίας[9] και η εκκαθάριση περιουσιακών εκκρεμοτήτων μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, που αποτελεί προϋπόθεση για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και ενδεχομένως την ανάληψη της μισθοδοσίας μέρους ή όλων των κληρικών σε μελλοντικό χρονικό σημείο από την Εκκλησία. Επομένως, μια συμφωνία Εκκλησίας και Πολιτείας μπορεί να έχει επιφύλαξη/όρο αναθεώρησής της, όταν προκύψει ένα συμφωνημένο σύνολο πορισμάτων για την καταγραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας, που δόθηκε στο Κράτος και της εναπομένουσας περιουσίας της Εκκλησίας, καθώς και των εκκρεμοτήτων, που αφορούν την εκκαθάριση των μέχρι σήμερα συμβάσεων Εκκλησίας και Πολιτείας ή δημεύσεων ή απαλλοτριώσεων εκκλησιαστικής περιουσίας. Πρόκειται για έργο σύνθετο, πλην όμως εφικτό, αν και ενίοτε όχι με απόλυτη ακρίβεια σε τοπογραφικό επίπεδο, λόγω των εκτεταμένων καταπατήσεων της εκκλησιαστικής περιουσίας, όπως και της δημόσιας περιουσίας, καθώς προϋποθέτει τόσο την συγκέντρωση της νομικής πληροφορίας (εξακρίβωση τίτλων και συμβάσεων μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας), όσο και την κτηματογράφηση των ακινήτων (τοπογράφηση). Στο πλαίσιο της καταγραφής οφείλει να εκδοθεί: 1) Ένα πόρισμα: ποια και πόσα είναι τα ακίνητα των εκατοντάδων Μονών, που διέλυσε το Κράτος (1833-1834) και δήμευσε τις περιουσίες τους και μια συμφωνία για την αποτίμηση της αξίας τους, εφόσον τα παρακρατεί το Δημόσιο. Ο νόμος 4301/2014 όρισε ότι οι περιουσίες αυτών των διαλελυμένων Μονών ανήκουν πλέον στις Ιερές Μητροπόλεις. Αυτό βεβαίως είναι μια εντελώς θεωρητική πρόβλεψη. Στην πράξη δεν υπάρχει καταγραφή και τοπογράφηση αυτών των ακινήτων. Επίσης, στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, δεν υπάρχει καν δυνατότητα πραγματικής ανάκτησής τους -π.χ. το μείζον μέρος της πόλης του Πειραιά, που καταλαμβάνει την πειραϊκή χερσόνησο, είναι κτισμένο πάνω σε μετόχι (μοναστηριακό ακίνητο) της διαλελυμένης Μονής Αγίου Σπυρίδωνος, το μισό Κολωνάκι μέχρι τον Λυκαβηττό είναι κτισμένο πάνω σε μετόχι της Μονής Ασωμάτων Πετράκη, όλη η περιοχή από το Νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ και κατά μήκος των οδών Βασιλίσσης Σοφίας, Μεσογείων έως και το Νοσοκομείο «Γεννηματάς» είναι μετόχι της Μονής Ασωμάτων Πετράκη, σημαντικό τμήμα του Υμηττού ανήκε σε τρία μετόχια, της Μονής Αγίου Ιωάννη Κυνηγού, Μονής Καισαριανής και της Μονής Αστερίου κ.λπ.). Σε όσα από τα ακίνητα αυτά έχουν δημιουργηθεί τετελεσμένες καταστάσεις, που αποκλείουν την ανάκτησή τους (π.χ. ρυμοτομία και ανέγερση οικισμών, πόλεων, χάραξη δρόμων κ.λπ.), να καθορισθεί η αξία τους και να συμφωνηθεί ότι παραμένουν ως «τράπεζα γης» στο Δημόσιο, για την αξία της οποίας και τα διαφυγόντα (για την Εκκλησία) έσοδα εκ της οποίας υποχρεούται στην κάλυψη της μισθοδοσίας του Κλήρου. 2) ένα πόρισμα: i) ποια είναι τα συγκεκριμένα εκκλησιαστικά κτήματα που απαλλοτριώθηκαν μετά το 1909 χωρίς καταβολή αποζημίωσης[10] είτε για λόγους αγροτικής αποκατάστασης ακτημόνων ή μικρών καλλιεργητών[11] είτε μετά το 1922 για λόγους αποκατάστασης των προσφύγων[12] (πρόκειται μάλλον για εκατοντάδες χιλιάδες ή και άνω του εκατομμυρίου στρέμματα)[13] ή εκμισθώνονταν αναγκαστικά με ελάχιστο μίσθωμα από το Κράτος χωρίς την συμφωνία των Μονών[14] και ii) πόσα κτήματα, αν και δημεύθηκαν, δεν διατέθηκαν στους ακτήμονες και πρόσφυγες, iii) όσα δεν διατέθηκαν για τον σκοπό, που τα παραχώρησε η Εκκλησία, μπορεί να συμφωνηθεί να επιστραφούν στην Εκκλησία, εφόσον είναι ώριμα προς αξιοποίηση ή αλλιώς εάν δεν είναι ώριμα προς αξιοποίηση (εάν π.χ. έχουν μεσολαβήσει δεσμεύσεις τους λόγω ρυμοτομίας ή προστατευόμενες περιοχές NATURA) να καθορισθεί η αξία τους και να συμφωνηθεί ότι παραμένουν ως «τράπεζα γης» στο Δημόσιο, για την αξία της οποίας και τα διαφυγόντα (για την Εκκλησία) έσοδα εκ της οποίας υποχρεούται στην κάλυψη της μισθοδοσίας του Κλήρου. 3) ένα πόρισμα: i) πόσα από τα 770.000 στρέμματα αγροτολιβαδικής γης των Μονών, που παραχωρήθηκαν από την Εκκλησία στο Κράτος (Σύμβαση 18/9/1952, ΦΕΚ Α΄ 289/1952) με υποχρεωτικά μειωμένη αποζημίωση στο 1/3 της αξίας τους (πράγμα, που επέβαλε το τότε Σύνταγμα του 1952) προς τον σκοπό αποκατάστασης ακτημόνων γεωργοκτηνοτρόφων μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, δόθηκαν τελικά στους ακτήμονες και πόσα και ποιά απέμειναν στο Κράτος. Εάν πρόκειται για ακίνητα, που δεν δόθηκαν από το Κράτος για τον σκοπό που αφαιρέθηκαν, αλλά παρακρατήθηκαν, τότε να αποδοθούν στην Εκκλησία, στο πλαίσιο απόδοσης περιουσιακών στοιχείων, προς τον σκοπό συμβολής της στην μισθοδοσία του Κλήρου. ii) πόσα από τα δημόσια αστικά ακίνητα, που η Σύμβαση της 18/9/1952 ανέφερε ότι παραδίδει το Κράτος στην Εκκλησία προς αποζημίωσή της, τελικά ήταν όντως δημόσια ακίνητα και αξιοποιήσιμα (προέκυψε εκ των υστέρων ότι η Σύμβαση προέβλεπε παράδοση δημοσίων ακινήτων, που τελικά δεν ανήκαν στο Κράτος ή δεν ήταν αστικά και αξιοποιήσιμα, λόγω δασικών χαρακτηρισμών ή ρυμοτομικών δεσμεύσεων). Εάν το Κράτος δεν επιθυμεί την επιστροφή των αδιάθετων εκκλησιαστικών ακινήτων στην Εκκλησία, καθώς και για όσα συμβατικώς παραχωρηθέντα ακίνητά του αποδείχθηκε ότι δεν ήταν δικά του ή αξιοποιήσιμα, να καθορισθεί η αξία τους και να συμφωνηθεί ότι παραμένουν ως «τράπεζα γης» στο Δημόσιο, για την αξία της οποίας και τα διαφυγόντα (για την Εκκλησία) έσοδα εκ της οποίας υποχρεούται στην κάλυψη της μισθοδοσίας του Κλήρου. 4) ένα πόρισμα για την Σύμβαση Εκκλησίας – Πολιτείας της 11/5/1988 (κυρώθηκε με τον νόμο 1811/1988, ΦΕΚ Α΄ 231/1988): ως προς ποια ακίνητα μπορεί να εφαρμοσθεί πλέον αυτή η Σύμβαση. Η Σύμβαση προέβλεπε εν ολίγοις ότι για, όσα ακίνητα, νέμονται οι Μονές, και εφ’ όσον ελλείπουν τίτλοι ιδιοκτησίας τους επ΄ ονόματι των Ιερών Μονών (τα λεγόμενα «διακατεχόμενα ακίνητα»), συμφωνείται ότι παραχωρούνται στο Κράτος και το Κράτος θα καταβάλει για την ενίσχυση των Μονών ποσοστό 1% επί του συνολικού κονδυλίου του τακτικού προϋπολογισμού, το οποίο διατίθεται, δια του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, προς κάλυψη δαπανών για την Εκκλησία (μισθοδοσία αρχιερέων, ιεροκηρύκων, ιερέων, υπαλλήλων Μητροπόλεων, εκκλησιαστική εκπαίδευση κ.λπ.), δηλαδή ποσοστό 1% επιπλέον του εν λόγω κονδυλίου[15]. Προβλέπεται ότι το ως άνω ποσό θα κατανέμεται, με αποφάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, στις Μονές. Η Σύμβαση αυτή δεν έχει εκτελεσθεί μέχρι στιγμής. Πρόσφατα ο νομοθέτης (Ν. 4301/2014), αποδεχόμενος την νομολογία του Αρείου Πάγου, όρισε ότι τα προεδρικά διατάγματα της δεκαετίας του 1930, που αναγνώρισαν και διαίρεσαν την μοναστηριακή περιουσία «σε διατηρούμενη» και «ρευστοποιητέα», αποτελούν «τίτλους ιδιοκτησίας» των μοναστηριακών κτημάτων. Επομένως, η Σύμβαση μπορεί πλέον να εφαρμοσθεί μόνο για τα υπόλοιπα ακίνητα, τα οποία είναι εκτός πινάκων στα οικεία διατάγματα (οπότε κατέχονται από τις Μονές χωρίς «τίτλο ιδιοκτησίας»)[16]. Πρέπει: α) να προσδιορισθούν τα (υπό παραχώρηση στο Κράτος) διακατεχόμενα ακίνητα (τοπογράφηση, εκτίμηση αξίας), β) να αποφασισθεί -με νεώτερη συμφωνία- ή η τροποποίηση (συμπλήρωση) της Σύμβασης με συγκεκριμένους πίνακες ακινήτων και η αναθεώρηση των δεσμεύσεων του Κράτους με βάση νέα αποτίμηση της αξίας των διακατεχόμενων ακινήτων ή η (συμφωνημένη) καταγγελία της Σύμβασης.
Β. Προστασία εκκλησιαστικής περιουσίας.

Νομοθέτηση αυξημένων και δραστικών μέσων προστασίας της εκκλησιαστικής περιουσίας, όμοιων με αυτά που έχει, ως νομικές δυνατότητες, το Ελλ. Δημόσιο (πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής καταπατητών, δυνατότητα καταγραφής των εκκλησιαστικών ακινήτων σε δημόσια βιβλία των Μητροπόλεων, Μονών κλπ.).
Γ. Χρονοδιάγραμμα αξιοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Πρόβλεψη συγκεκριμένων βημάτων με χρονικά καθορισμένους οικονομικούς στόχους για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και ειδικότερη συμφωνία για την σταδιακή αύξηση της συμμετοχής της Εκκλησίας στην μισθοδοσία του Κλήρου ανάλογα με την επίτευξη των παραπάνω στόχων. Φυσικά εδώ ανακύπτει ένα μείζον νομικό πρόβλημα, που προσπερνούσε μέχρι σήμερα ο νομοθέτης: όταν μιλούμε για επιστροφή ή αξιοποίηση εκκλησιαστικής περιουσίας, μιλούμε για την περιουσία των Ιερών Μονών, αυτή είναι η «ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας». Οι Μονές όμως είναι αυτοδιοίκητα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (8 από αυτές προσέφυγαν άλλωστε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ασχέτως εάν η Ιερά Σύνοδος κάλεσε τις Μονές να υπογράψουν την Σύμβαση του 1988 -κάποιες δεν το έκαναν, αφού είναι αυτοδιοίκητες). Θα δεχθούν οι ιδιοκτήτριες Μονές τα ακίνητά τους να αποτιμηθούν και να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο μίας συμφωνίας Κράτους και «Εκκλησίας» ως οικονομικό αντάλλαγμα για την μισθοδοσία του Κλήρου; Εδώ προκύπτει ένα εσωτερικό ζήτημα συνεννόησης των φορέων της Εκκλησίας (συμφωνίας Μονών με την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος ή της Κρήτης), το αποτέλεσμα της οποίας δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο, καθώς οι Μονές επί διακόσια χρόνια έχουν γίνει αντικείμενα δημεύσεως και γενικότερων αδικιών σε βάρος των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων τους, πολλές φορές δεχόμενες να θέσουν την υπογραφή τους με την υπόδειξη της Ιεράς Συνόδου σε συμφωνίες με το Κράτος, που εν τέλει και δεν εφαρμόσθηκαν και δεν απέδωσαν τίποτα στις Μονές, πολλές από τις οποίες δεν έχουν σήμερα στοιχειώδη μέσα επιβίωσης παρά την απόδοση σημαντικής ακίνητης ιδιοκτησίας τους στο Δημόσιο. Σύμφωνα με την πρώτη πρότασή μας λοιπόν, το Δημόσιο θα μπορούσε να δεσμευθεί νομοθετικά για την μισθοδοσία που αναφέραμε, με την οικονομική συνδρομή της Εκκλησίας δια των τρόπων που αναφέραμε. Και, μόνον αφ’ ης στιγμής λάβει χώρα ο εξορθολογισμός σχετικά με την κατάσταση της εκκλησιαστικής περιουσίας και η επιστροφή όσων πρέπει να επιστραφούν, καθώς και η απελευθέρωση προς εκμετάλλευση όσων πρέπει να απελευθερωθούν, θα μπορούσε να ανοίξει μια συζήτηση για την συμμετοχή, αν όχι και πλήρη ανάληψη της μισθοδοσίας από μιαν Εκκλησία, που θα έχει πλέον την δυνατότητα να το πράξει -δυνατότητα την οποία σήμερα ουδόλως έχει. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι το συντριπτικό μέρος της αστικής ακίνητης περιουσίας, που διοικεί σήμερα η Εκκλησία της Ελλάδος και θα μπορούσε θεωρητικά να αξιοποιηθεί, είναι δεσμευμένο με πλειάδα ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και βαρών από τους Ο.Τ.Α., που ούτε έχουν χρήματα για να ολοκληρώσουν τις απαλλοτριώσεις, ενώ το Κράτος είτε δεν τις αίρει (συχνά παρά την ύπαρξη αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων) είτε τις επανεπιβάλλει, κατά την συνήθη διοικητική πρακτική, με αποτέλεσμα τα ακίνητα να μην αξιοποιούνται.
Δεύτερη πρόταση (αφηρημένη αποζημίωση με μορφή επιχορήγησης)

Η προηγούμενή μας πρόταση προσκρούει σε δύο ενδεχόμενα, στα οποία δεν θα ήταν επίκαιρη ή εφαρμόσιμη. Το πρώτο θα ήταν η ανάληψη νομοθετικών και μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών σχετικά με τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους από μια κυβέρνηση, η οποία θα στόχευε σε έναν πλήρη χωρισμό, με απόλυτη στεγανοποίηση των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτος. Σε αυτό το ενδεχόμενο η προηγούμενη πρότασή μας, η οποία καταφανώς περιλαμβάνει συνεργασία του Κράτους με την Εκκλησία και μερική μισθοδοσία του κλήρου, θα ήταν εκτός θέματος–πόσω δε μάλλον αφού το ζήτημα της μισθοδοσίας αναφέρεται συχνότατα ως πρώτο στις συζητήσεις σχετικά με τον ενδεχόμενο χωρισμό. Μια τέτοια κυβέρνηση θα επιθυμούσε πλήρη απαγκίστρωση από την μισθοδοσία του κλήρου, ενδεχομένως μετατροπή των εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ. σε Ν.Π.Ι.Δ.[17] κ.λπ. Το δεύτερο αφορά την ικανότητα του ελληνικού κράτους να διοικήσει τα του οίκου του. Η προηγούμενη πρόταση όμως προϋποθέτει την πλήρη καταμέτρηση, καταγραφή, επανεξέταση, εξορθολογισμό και απελευθέρωση από γραφειοκρατικά κωλύματα μιας εκπληκτικά δυσήνιας περιουσίας, απαλλοτριωθείσης και μη. Η εκπληκτική αδυναμία του ελληνικού κράτους, κυρίως υπό τις τελευταίες κυβερνήσεις, να χωρίσει δυο γαϊδουριών άχυρα σε απολύτως πρακτικά ζητήματα αποτελεί μια αρνητική ρήτρα εφαρμοσιμότητας της πρότασής μας. Οπότε θα είχαμε αφ’ ενός την απροθυμία του Κράτους για συνεργασία στο ζήτημα της μισθοδοσίας και αφ’ ετέρου την ανικανότητά του να εξετάσει και να χειριστεί το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας, απαλλοτριωθείσης ή μη, με τον δέοντα τρόπο. Μπορούμε όμως να προχωρήσουμε σε μια πρόταση και γι’ αυτά τα ενδεχόμενα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλα τα στοιχεία που αναφέραμε προηγουμένως σχετικά με τη σημερινή κατάσταση της μισθοδοσίας του κλήρου, αλλά και την πολυπλοκότητα των εκκρεμοτήτων στο ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας.
Σύμφωνα με αυτή τη δεύτερη πρόταση:

α) Το κράτος θα μπορούσε να παύσει κάθε μισθοδοσία του κλήρου. Τον κλήρο θα μισθοδοτούσε η Εκκλησία, περίπου με τον τρόπο και τις μεθόδους που ένας ιδιώτης εργοδότης αναλαμβάνει τη μισθοδοσία των εργαζομένων του (θα μπορούσε εδώ να διατυπωθεί και μια πρόβλεψη για δημόσια ιατρική ασφάλιση άνευ ανταλλαγμάτων).

β) Το κράτος, αφού δεν μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη όσον αφορά στην εκκλησιαστική περιουσία και τις συνεχείς απαλλοτριώσεις ή de facto αδρανοποιήσεις αυτής, θα καταβάλει κατ’ έτος στην Εκκλησία π.χ. ποσό των 200.000.000 ευρώ ως αφηρημένως καθορισμένη αποζημίωση, συναρτώμενη με τον κατ’ έτος πληθωρισμό και τις αυξομειώσεις του ΑΕΠ. Σημειωτέον ότι ένα τέτοιο ποσό σήμερα αποτελεί περίπου το 1% του ΑΕΠ. Το αν η Εκκλησία θα αξιοποιούσε αυτούς τους κατ’ έτος πόρους για τη μισθοδοσία του κλήρου (που σήμερα ανέρχεται περίπου στα 193.000.000 ευρώ) θα ήταν δικό της θέμα. Συναφώς πρέπει να υπολογισθεί και ένα ποσό επιχορήγησης για την λειτουργία των δομών εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, που θα βαρύνουν πλέον την Εκκλησία.

Κάτι τέτοιο συμβαίνει σε πολλές χώρες, όπως επί παραδείγματι στη Γερμανία, η οποία ναι μεν δεν μισθοδοτεί απ’ ευθείας τους κληρικούς της, αλλά επιχορηγεί την ευαγγελική και ρωμαιοκαθολική εκκλησία με εκατοντάδες εκατομμυρίων ευρώ κατ’ έτος εν είδει αποζημιώσεως για απαλλοτριώσεις περιουσιών. Έτσι, με μια τέτοια φόρμουλα, θα μπορούσε να «καταργηθεί η μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα», όπως μονότονα αναφέρεται στις συζητήσεις για τον χωρισμό Εκκλησίας – Κράτους. Εξυπακούεται ότι μια άρση της μισθοδοσίας του κλήρου στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε φυσικά να είναι «δωρεάν», χωρίς καμμία πρόβλεψη σχετικά, αν μη τι άλλο, με το αμαρτωλό παρελθόν της υφαρπαγής εκκλησιαστικής περιουσίας από το Κράτος, ή της έντεχνης αδρανοποίησής της. Ο αντικληρικαλιστικός λόγος που θεωρεί πως η μισθοδοσία ήταν ένα δώρο του Κράτους στην Εκκλησία, που όπως δωρεάν δόθηκε δωρεάν και θα αρθεί, πρέπει να είναι έτοιμος για πρόσκρουση με την πραγματικότητα -ή, εν τέλει, τα ελληνικά και ευρωπαϊκά δικαστήρια, τα οποία δεν αντιμετωπίζουν το δικαίωμα των νομικών προσώπων στην περιουσία τους με την ίδια ευαρμοστία. Σε κάθε περίπτωση, μια λύση όπως η προτεινόμενη θα μπορούσε να θέσει την παύση της μισθοδοσίας του κλήρου «στο τραπέζι», αν για συμβολικούς λόγους αυτό το ζήτημα έχει την βαρύτητα που της αποδίδει η αντικληρικαλιστική πλευρά, διασφαλίζοντας παράλληλα τη στοιχειώδη δικαιοσύνη στις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους.

Κοινή συνισταμένη και των δύο προτάσεων είναι ότι αποσυνδέουν το ζήτημα της μισθοδοσίας από την μορφή των θεσμικών σχέσεων Εκκλησίας – Κράτους και το μετατρέπουν από πρόβλημα σχέσεων θεσμών σε ζήτημα περιουσιακών σχέσεων μεταξύ δότη περιουσίας (που δωρίζει ή υφίσταται δήμευση) και λήπτη περιουσίας. Το συναρτά δηλαδή με την εξιστόρηση του προβλήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας, που (χωρίς αποζημίωση) αφαίρεσε το Κράτος από το 1833 και εφεξής, η εκκαθάριση του οποίου, με αφηρημένο ή συγκεκριμένο τρόπο, καμία σχέση δεν μπορεί να έχει π.χ. με το εάν οι εκκλησιαστικοί φορείς θα είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή εάν θα θεσπισθεί ο πολιτικός γάμος ως μόνος έγκυρος για την Πολιτεία.

Ωστόσο δεδομένης της έντασης της συζήτησης για τις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους και του αιτήματος του χωρισμού από μερικούς πολιτικούς χώρους, καθώς και της επίμονης συνάρτησής του με την μισθοδοσία, θα ανέμενε ενδεχομένως κανείς ότι τεκμηριωμένες προτάσεις, όπως αυτές που καταθέσαμε εδώ, όσον αφορά στη μισθοδοσία, θα γίνονταν αντικείμενο συζήτησης και μελέτης ακριβώς από τους φορείς, που ασκούν πολιτική πίεση για τον χωρισμό Εκκλησίας-Κράτους. Όμως, οι προτάσεις δεν κατατίθενται με αυτήν την αξίωση ή ελπίδα–θα ήταν αφέλεια, όπως αντιλαμβάνεται οποιοσδήποτε αξιολογεί το είδος της δημόσιας συζήτησης για τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, η οποία είναι πάντοτε και μόνον αρένα για πολέμους αξιών και συμβολισμών, για τις «συμβολικές μάχες» της μιας ή της άλλης παράταξης, όχι χώρος συζήτησης για το πρακτέο και το δέον γενέσθαι.

________________________________________

[2]. Νόμος 4684/1930 (ΦΕΚ Α΄ 150/1930). Βλ. πίνακα διαταγμάτων σε: http://efimeriosgr.blogspot.gr/2014/11/ 961.html.

[3]. «…η Ε.Τ. [Εθνική Τράπεζα] … ήρξατο από του 1931 του έργου της απογραφής και αποτιμήσεως της μοναστηριακής περιουσίας, χωρίς όμως να προβή εις την καταμέτρησιν και σχεδιαγράφησιν των κτημάτων, καίτοι εισέπραττε το ποσοστόν 4% επί πάσης πράξεως του Ο.Δ.Ε.Π.» (Ιερώνυμος (Κοτσώνης), Αρχιεπίσκοπος πρ. Αθηνών & πάσης Ελλάδος, Περί του οικονομικού προβλήματος της Εκκλησίας της Ελλάδος, εν Αθήναις 1975).

[4]. Βλ. Ιερωνύμου (Κοτσώνη), όπ.π., σελ. 9-15, 25-27.

[5]. Στην περιοχή δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Κρήτης λειτουργούν ακόμα οι 4 «Οργανισμοί Διαχείρισης Μοναστηριακής Περιουσίας» (Ο.Δ.Μ.Π.) των νομών Χανίων, Ρεθύμνης, Ηρακλείου και Λασιθίου.

[6]. Ενδεικτικά αναφέρουμε ξανά ότι το 2015 τα έσοδα του φορέα «Εκκλησία της Ελλάδος» (κεντρικός φορέας, που έχει και τα μεγαλύτερα έσοδα σε σχέση με τις 82 Μητροπόλεις της εν ευρεία εννοία Εκκλησίας της Ελλάδος) ήταν έσοδα: 8.937.238,39 €, Έξοδα: 10.468.737,54 €, έλλειμμα : – 1.531.499,15 €.

[7]. Ο όρος παραπέμπει στις διεθνείς θρησκευτικές συμβάσεις, που συνήπτε η Αγία Έδρα με (συνήθως καθολικούς) ηγεμόνες κρατών για την ρύθμιση των διμερών θεσμικών ή περιουσιακών σχέσεών τους, το καθεστώς των ναών, θρησκευτικών ιδρυμάτων, υπηκόων καθολικού δόγματος εντός του κράτους κλπ..

[8]. Στο αυθόρμητο ερώτημα «και η Εκκλησία πού βρήκε αυτήν την περιουσία;» απαντά ο Ν. Παπαχρήστου (17/4/2015): «Η “ηθική νομιμοποίηση” της περιουσίας της Εκκλησίας» (βλ). Διεξοδικότερα βλ. Ηλ. Κολοβό (επιμ.), Μοναστήρια, οικονομία και πολιτική, Παν. Εκδόσεις Κρήτης (Ηράκλειο) 2012, passim.

[9]. Γίνεται συχνά επίκληση της μελέτης της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος (Θαν.Τσούμα – Δημ. Τασιούλα), Ιδιοκτησιακό καθεστώς και αξιοποίηση της αγροτικής γης στην Ελλάδα, Αθήνα 1986 (π.χ. ο Πίνακας V-8 (στοιχεία έρευνας ΑΤΕ 1983) σελ. 96, αναφέρει 1.292.000 στρέμματα απομένουσας εκκλησιαστικής γης: 367 χιλ. στρεμμ. δάση, 735,3 χιλ. στρεμμ. βοσκότοποι και 189,9 χιλ. στρεμμ. γεωργική γη), ωστόσο η μελέτη προέκυψε από Γεωτεχνικές Επιθεωρήσεις της ΑΤΕ και όχι από στοιχεία νομικά έγκυρης κτηματογράφησης.

[10]. Νόμος 1072/1917 (ΦΕΚ Α΄ 305/1917). Σε συνταγματικά ανώμαλες περιόδους, ειδικοί νόμοι, που εξέδιδαν οι επαναστατικές και δικτατορικές κυβερνήσεις, επέτρεπαν στο Δημόσιο την κατάληψη του απαλλοτριούμενου κτήματος, πριν ακόμα αποζημιωθεί ο ιδιοκτήτης του (που συνήθως δεν αποζημιωνόταν) κατά παράβαση του Συντάγματος (1911, 1927), βλ. Απόφαση Επαναστάσεως υπ’ αριθμ. 3473/14.2.1923 : «επιτρέπεται η κατάληψις των ακινήτων τούτων και προ της καταβολής αποζημιώσεως» (ΦΕΚ Α΄ 57/1923). Η αφαίρεση πριν (και τελικά χωρίς) την καταβολή αποζημίωσης αποτελούσε συνήθη κρατική μεθόδευση κατά την απαλλοτρίωση τσιφλικιών και μοναστηριακών κτημάτων την περίοδο 1920-1930.

[11]. Χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μητροπολίτης Λαρίσης Δωρόθεος (όπ.π., σελ. 42): «Ωνομάσθη ζήτημα αποκαταστάσεως ακτημόνων, και πάντες, ακτήμονες και μη, επεστράτευσαν εαυτούς … .Και ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος και ημείς ως Οικονομικός Επίτροπος …ελαμβάνομεν επιστολάς από όλα τα μέρη της Ελλάδος από αγνώστους εις ημάς ζητούντας να περιληφθώσι και αυτοί εις τους ακτήμονας και λάβωσι μερίδιον εκ της αδεσπότου αυτής περιουσίας της Εκκλησίας, ήτις ως επληροφορούντο διαμεροιράζετο!».

[12]. Νομοθετικό Διάταγμα της 15/2/1923 (ΦΕΚ Α΄ 57/1923) : «1.Υπόκεινται εις ολοκληρωτικήν απαλλοτρίωσιν: α΄) Αι εις … τας Μονάς, τα πάσης κατηγορίας θρησκευτικά ιδρύματα και πάντα έν γένει τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ανήκουσαι εκτάσεις μετά των επ’ αυτών κειμένων και την γεωργικήν αποκατάστασιν εξυπηρετούντων κτιρίων».

[13]. Βλ. ενδεικτικό πίνακα 231 μεγάλων κτημάτων Μονών (απαλλοτριωμένων χωρίς αποζημίωση) σε : Ιερωνύμου (Λιάπη), Αρχιεπισκόπου Αθηνών & πάσης Ελλάδος, Εκκλησιαστική περιουσία και μισθοδοσία του κλήρου, Αθήναι 2012, σελ. 85-92 και του ιδίου : Η μισθοδοσία του εφημεριακού κλήρου στην Ελλάδα, Αθήνα 2015, σελ. 39-47.

[14]. «Γαίαι …ανήκουσαι εις … τας Μονάς, τον ΟΔΕΠ … εκμισθούνται αναγκαστικώς προς ακτήμονας γεωργούς ή κτηνοτρόφους» (άρθρο 1 Ν/Δ/τος 327/1947, ΦΕΚ Α΄ 84/1947).
[15]. Ενδεικτικά για τα έτη 1989 – 2007, το ποσό αυτό (που δεν έχει καταβληθεί) ανέρχεται σε 23.447.157,30 ευρώ.



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη