Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

Πέθανε ο Μανώλης Γλέζος


πηγή-φωτό: CNN



Πέθανε σε ηλικία 98 ετών ο μεγάλος αγωνιστής της Αριστεράς, Μανώλης Γλέζος.

Ο Μανώλης Γλέζος νοσηλευόταν από τις 18 Μαρτίου σε ιδιωτικό θεραπευτήριο και έπασχε από καρδιακή ανεπάρκεια.

Εμβληματική μορφή της Αριστεράς αλλά και της αντίστασης κατά των ναζί κατακτητών στη διάρκεια της κατοχής, ο Μανώλης Γλέζος γεννήθηκε στην Απείρανθο, το ορεινό χωριό της Νάξου, στις 9 Σεπτεμβρίου 1922, το οποίο και «προίκισε» με μια μοναδική συλλογή πετρωμάτων από όλον τον κόσμο (ήταν απαράμιλλη η αγάπη του για τη γεωλογία). Ένιωθε, από την άλλη, μισός Ναξιώτης και μισός Παριανός, με ιδιαίτερη αγάπη για την Πάρο, αφού από εκεί καταγόταν η μητέρα του, Ανδρομάχη Ναυπλιώτου. Στην Πάρο, άλλωστε, συνήθιζε να περνά τα καλοκαίρια του τα τελευταία χρόνια. Ο πατέρας του, Νικόλαος Γλέζος ήταν δημόσιος υπάλληλος και δημοσιογράφος.

Τα παιδικά του χρόνια ο Μ. Γλέζος τα έζησε στο χωριό του, όπου τελείωσε το δημοτικό σχολείο. Από τα μέσα της δεκαετίας του '30 η οικογένειά του μεταναστεύει στην Αθήνα και το 1940 ο εκλιπών περνά στην ΑΣΟΕΕ. Ως μαθητής ακόμη πρωτοστάτησε στη δημιουργία αντιφασιστικής ομάδας για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου από τους Ιταλούς αλλά κατά της δικτατορίας του Μεταξά. Κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής δίνει το «παρών» στην αντίσταση του λαού μας μέσα από τις τάξεις της ΟΚΝΕ, του ΕΑΜ Νέων και της ΕΠΟΝ, με αποτέλεσμα να υποστεί φυλακίσεις, βασανιστήρια και διώξεις.

Όμως, η πλέον τολμηρή ενέργεια ήταν εκείνη της νύχτας της 30ής προς την 31η Μαΐου 1941, όταν μαζί με τον Απόστολο Σάντα, σκαρφάλωσαν στα βράχια της Ακρόπολης, κατέβασαν από εκεί το μισητό σύμβολο του κατακτητή, τη σβάστικα, με μοναδικά τους «όπλα», ένα φαναράκι και ένα σουγιά. Και οι δύο έφηβοι έχουν περιγράψει σε κατοπινές συνεντεύξεις τους πώς ανέβηκαν, πού κρύφτηκαν αμέσως μετά (στις σπηλιές του Βράχου που είναι ταυτισμένος με το ιδανικό της Δημοκρατίας), πώς έκρυψαν στον κόρφο τους ένα κομμάτι από τη σημαία... Η θέα της σημαίας που λείπει από τον ιστό, προκαλεί την επομένη εκνευρισμό στον κατακτητή, δίνει κουράγιο στον κατακτημένο αλλά αδούλωτο λαό της Αθήνας και όλης της Ελλάδας. Η ποινή, ερήμην σε θάνατο.

Ακολουθεί η Απελευθέρωση και η δραστηριοποίηση του Μανώλη Γλέζου, διαδοχικά μέσα από τις τάξεις του ΚΚΕ και της ΕΔΑ, αλλά και η ενασχόλησή του με το δημοσιογραφικό επάγγελμα, σε διευθυντικές θέσεις πρώτα στο «Ριζοσπάστη» αμέσως μετά την απελευθέρωση, και μια δεκαετία αργότερα, στην «Αυγή». Συνολικά παραπέμφθηκε σε 28 δίκες για αδικήματα Τύπου, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του '40 καταδικάσθηκε δις εις θάνατον, καταδίκες που δεν εκτελέστηκαν μετά από ελληνική και διεθνή καμπάνια. Το 1950 οι θανατικές ποινές μετατράπηκαν σε ισόβια και τελικά αποφυλακίστηκε στις 16 Ιουλίου 1954.

Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951, παρότι φυλακισμένος, εκλέχθηκε βουλευτής Αθηνών με την ΕΔΑ. Ξεκινά απεργία πείνας, με αίτημα την αποφυλάκιση των δέκα εξόριστων εκλεγμένων βουλευτών της ΕΔΑ. Σταμάτησε την απεργία πείνας τη 12η ημέρα, με την απελευθέρωση κάποιων από αυτούς. Ακολουθεί η δίκη για «εσχάτη προδοσία» το 1958, ενώ στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961 εξελέγη και πάλι βουλευτής Αθηνών με την ΕΔΑ, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στη φυλακή.

Με την εκδήλωση του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου, ο Μ. Γλέζος συλλαμβάνεται μαζί με άλλους πολιτικούς ηγέτες και ακολουθούν φυλακίσεις σε Γουδή, Πικέρμι, Γενική Ασφάλεια, Γυάρο, Παρθένι Λέρου, Ωρωπό, από όπου αποφυλακίζεται το 1971. Συνολικώς, 16 χρόνια της ζωής του τα πέρασε σε εξορίες και φυλακές.

Μεταπολιτευτικά δραστηριοποιείται πολιτικά μέσα από τις τάξεις της ΕΔΑ και του ΠΑΣΟΚ -στα ψηφοδέλτια του οποίου εξελέγη, ως συνεργαζόμενος, βουλευτής και ευρωβουλευτής τη δεκαετία του '80.


Διαβάστε περισσότερα εδώ.


Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

Γ. Κοντογιώργης, Η μαζική παράνομη μετανάστευση σπρώχνει την Ελλάδα στη Μέση Ανατολή

πηγή: slpress.gr
&


Είναι συνηθισμένο να αποκαλούνται πολιτικοί και κόμματα της Νέας Δεξιάς, όπως ο Τραμπ, ο Όρμπαν, Σαλβίνι κ.α. να χαρακτηρίζονται σήμερα ακραίοι. Τί θεωρείται, όμως, ακραίο σήμερα στην πολιτική; Εάν αναλύσουμε την ουσία των πολιτικών που προτείνουν, οι παραπάνω θα διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για τον κλασικό φιλελευθερισμό που ίσχυε στον Δυτικό Κόσμο μέχρι τη δεκαετία του 1980.

Τι άλλαξε κι αυτός ο κλασικός φιλελευθερισμός σήμερα θεωρείται ακραίος; Για να το κατανοήσουμε πρέπει να δούμε τι εκπροσωπεί στις ημέρες μας η άρχουσα Δεξιά και η άρχουσα Αριστερά, για την ακρίβεια η Νέα Δεξιά και η Νέα Αριστερά, στην οποία ταξινομείται και ο ΣΥΡΙΖΑ. Και οι δύο είναι αυθεντικά τέκνα του πλέον ακραίου σκοπού των αγορών.

Ποιος είναι ο σκοπός των αγορών; Η ελεύθερη διακίνηση του κεφαλαίου, των υπηρεσιών και των αγαθών, η ελεύθερη διακίνηση της εργασίας. Στο επίπεδο του πολιτικού συστήματος από την άκρα Δεξιά έως την άκρα Αριστερά όλοι μοιάζουν σαν μια σταγόνα νερού. Έχουν μόνο μια διαφορά μεταξύ τους στο πεδίο της πολιτικής πρότασης. Διότι η μεν Νέα Δεξιά δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων, ενώ η Νέα Αριστερά επιμένει περισσότερο στην ελεύθερη διακίνηση της εργασίας.

Αξίζει στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε ότι η μεγαλύτερη ευτυχία για τις αγορές δεν είναι η ελεύθερη διακίνηση του κεφαλαίου, που είναι έτσι κι αλλιώς δεδομένη, αλλά η ιδεολογική νομιμοποίηση και η εμπραγμάτωση της ελεύθερης διακίνησης της εργασίας. Αναφέρομαι στους οικονομικούς μετανάστες. Η Νέα Αριστερά στο πεδίο αυτό προσφέρει πολλά στις αγορές, διότι με αυτόν τον τρόπο ολοκληρώνεται η κυριαρχία τους όχι μόνο στον Τρίτο Κόσμο, αλλά και στις δυτικές μητροπόλεις.

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: 



Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

John Milbank, Postliberalism, Populism and the Left: An Offering to Athens

[This essay is the original text of John Milbank’s lecture at Megaron, Athens Concert Hall, on 28 November 2018. It is posted on antifono.gr together with the Greek translation (see here), made by Nikos Manolopoulos and Vassilis Xidias. A slightly shortened version of the English text is posted on the web-page Jacobite (Jan 2019)].


What is the main line of fracture in global politics today? Does it remain one between the now traditional Right and Left, or has a new Populist versus Liberal division supplanted the old one?
For those on the Left, the instinct will be to say that any such supplanting is either illusory or perverse. However, that verdict could represent a triumph of political prejudice over political critique. After all, the Right-Left faultline has existed only since the French Revolution. Originally it denoted a division between those more devoted to the legacy of the ancien régime on the one hand and those in favour of a more liberal and democratic approach, which might have various connotations, on the other.
To understand this genealogy is also to see that in fact it is what we have come to understand as the normative political division that is itself somewhat illusory and perverse. What survives, after all, today, of the conservatism that opposed electoral democracy and was rooted in landed aristocracy, an international dynastic order and the cult of sacral monarchy? Yet this was what originally defined the European Right throughout the Nineteenth Century and even somewhat beyond.
What is more, even the assumption that such a Right represented the true, deep and ancient past is rather suspect. To the contrary, it was in important ways just as ‘modern’ as left liberalism. Where the latter thought that order could only be distilled from respect for the individual and the aggregation of individual votes, the former, conservative position considered that it could only be imposed from a unified sovereign centre. Liberalism was a politics of the Many, Conservatism a politics of the One; but in either case a specifically modern and post-Hobbesian numerical calculus in the face of an assumed natural anarchy was to the fore.
Equally squeezed out by either side, as to a degree noted by a more critical liberal thinker like Alexis de Tocqueville, was a more qualitative politics of the mediating Few. By this I mean a more genuinely traditional politics focussed not exclusively on the problem of order, but equally on the question of positive political purpose. On the pursuit of true human flourishing both collectively and individually, a flourishing taken to include participation in political life and the distilling of rule out of such participation on the part of citizens.



John Milbank, Μεταφιλελευθερισμός, Λαϊκισμός και Αριστερά: Προσφορά στην Αθήνα

πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

[Το δοκίμιο αυτό είναι το πλήρες κείμενο της διάλεξης του John Milbnak στο Μέγαρο Μουσικής, στις 28 Νοεμβρίου 2018. Μετάφραση στα ελληνικά: Νίκος Μανωλόπουλος και Βασίλης Ξυδιάς.  Δημοσιεύεται στο Αντίφωνο ταυτόχρονα με το αγγλικό πρωτότυπο (βλ. εδώ). Μια ελαφρώς συντομευμένη εκδοχή του αγγλικού κειμένου έχει αναρτηθεί στο web-site  Jacobite (Ιαν. 2019)].

Μεταφιλελευθερισμός, Λαϊκισμός και Αριστερά
Προσφορά στην Αθήνα

Ποια είναι στις μέρες μας η κύρια διαχωριστική γραμμή στην παγκόσμια πολιτική; Παραμένει η αντίθεση Δεξιάς-Αριστεράς, ή μήπως η παραδοσιακή αυτή διάκριση έχει δώσει πλέον τη θέση της στη νέα διαίρεση μεταξύ Λαϊκιστών και Φιλελευθέρων;
Όσοι ανήκουν στην αριστερά θα αρνιόντουσαν αυτομάτως μια τέτοια μετάθεση, θεωρώντας την ψευδή ή παραπλανητική. Αυτό όμως θα ήταν ο θρίαμβος της πολιτικής προκατάληψης εις βάρος της πολιτικής κριτικής. Διότι, στο κάτω κάτω, ο κλασικός αυτός διαχωρισμός, Δεξιά-Αριστερά, δεν ίσχυε ανέκαθεν. Πρωτοεμφανίστηκε στη Γαλλική Επανάσταση δηλώνοντας αρχικά τη διάκριση μεταξύ αυτών που παρέμεναν προσδεδεμένοι στις παραδόσεις του ancien régime [παλαιού καθεστώτος] και εκείνων που με τη μία ή την άλλη έννοια ήταν υπέρ μιας πιο φιλελεύθερης και περισσότερο δημοκρατικής προσέγγισης.
Αν εμβαθύνει κανείς στη γενεαλογική αυτή καταγωγή των όρων θα δει πως στην πραγματικότητα ψευδής και τρόπον τινά παραπλανητική είναι αυτή η ίδια η πολιτική διαίρεση που κατά τα άλλα έχουμε φτάσει να θεωρούμε ως την κατ’ εξοχήν κανονιστική για τα πολιτικά πράγματα. Στο κάτω κάτω, τι επιβιώνει σήμερα από τον κλασικό εκείνο συντηρητισμό που ήταν αντίθετος στο δημοκρατικό εκλογικό σύστημα και που είχε τα θεμέλιά του στη γεοκτητική αριστοκρατία, τη διεθνή δυναστική τάξη και την ελέω θεού μοναρχία; Και όμως! Ήταν αυτό ακριβώς το είδος συντηρητισμού που όριζε αρχικά την Ευρωπαϊκή Δεξιά καθ’ όλο τον δέκατο ένατο αιώνα, ενδεχομένως και λίγο αργότερα.
Ακόμα δε πιο αμφίβολος είναι ο ισχυρισμός ότι η Δεξιά αυτού του είδους εκπροσωπούσε το αληθινό, βαθύ και αρχαίο παρελθόν. Αντιθέτως, από πολλές απόψεις ήταν και αυτή εξ ίσου «νεωτερική» όσο και ο αριστερός φιλελευθερισμός. Απλώς, εκεί που ο τελευταίος πίστευε ότι η κοινωνική ειρήνη και η τάξη δεν μπορούσε παρά να προκύψει μέσα από τον σεβασμό του ατόμου και το άθροισμα των επιμέρους ατομικών ψήφων, η συντηρητική άποψη θεωρούσε ότι μόνο ένα συγκεντρωτικό κυρίαρχο κέντρο μπορεί να την επιβάλει. Ο φιλελευθερισμός ήταν η πολιτική των Πολλών, ο συντηρητισμός η πολιτική του Ενός. Αλλά και στη μία και στην άλλη περίπτωση αυτό που πρυτάνευε ήταν ένας ξεκάθαρα νεωτερικός και μεταχομπσιανός αριθμητικός λογισμός [numerical calculus], σαν αντίδραση στην υποτιθέμενη απειλή μιας φυσικής αναρχίας.
Και οι δύο αυτές πλευρές απέκλειαν μια πιο ποιοτική πολιτική, των «μεσολαβητών Ολίγων» – το επεσήμανε εν μέρει ο Alexis de Tocqueville, όντας πιο κριτικός φιλελεύθερος στοχαστής. Μιλώ εδώ για μια πιο αυθεντική παραδοσιακή πολιτική, που θα εστίαζε όχι μόνο στο πρόβλημα της τάξεως, αλλά και στο ζήτημα του θετικού πολιτικού σκοπού: στην επιδίωξη δηλαδή της πραγματικής ανθρώπινης ευημερίας και ανάπτυξης τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Μιας ευημερίας που θα συμπεριελάμβανε τη συμμετοχή των πολιτών στην πολιτική ζωή και το φιλτράρισμα της διακυβέρνησης μέσω αυτής ακριβώς της συμμετοχής.


Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019

Αριστερά και Εκκλησία (Μανώλης Βαρδής-Δημήτρης Αρκάδας)

πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ
&
https://www.youtube.com/watch?time_continue=220&v=u_x0mnjnIYg

Μία ζωντανή σχέση με πολλές δυναμικές ενσαρκώσεις κατά τον 20ο αιώνα. Η Ελλάδα σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές, από το έπος της Εθνικής Αντίστασης στη μετεμφυλιακή και μεταπολιτευτική περίοδο, μέσα από τη διαλεκτική σύζευξη χριστιανών και αριστεράς. Η λαϊκότητα της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και η όσμωσή της με τον «βέβηλο» πόλο της ελληνικής πολιτικής εξουσίας. 

Συζητούν ο Μανώλης Βαρδής με τον Δημήτρη Αρκάδα.


Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Θ.Ι.Ζιάκας, Τα «δύο τέρατα» και η Αριστερά


Κλασικό στην πολιτική μυθολογία των λαών είναι το θέμα με το τέρας, που ρημάζει τον τόπο και αναζητείται ο ήρωας που θα «καμακώσει το θεριό» και θα πάρει ως έπαθλο τον θρόνο της εξουσίας. Για να μην παραμυθιαζόμαστε όμως με τον ήρωα-εξουσιαστή, ο αντίστοιχος ελληνικός μύθος μας πληροφορεί, ότι ο τερατοκτόνος ήρωας θα γίνει κι αυτός, τελικά, σαν το ανθρωποβόρο φίδι που σκότωσε. - Ακόμα κι αν υπήρξε τόσο καλός κυβερνήτης που οι θεοί τον πάντρεψαν με την Αρμονία![1]

Ήγουν, «Νέε, θυμήσου: δε γίνεσαι δούλος όταν σε υποτάσσει μόνον αυτός που έχει την εξουσία – αλλά κι εκείνος που την πολεμάει».[2]

Επρόκειτο για την αποκάλυψη -στην αυγή του ελληνικού πολιτισμού- της φαυλοκυκλικής φύσης του πολιτικού πεδίου. Ο ελληνικός πολιτισμός ήταν, ως γνωστόν, ο πρώτος που αγωνίστηκε σθεναρά να σπάσει τον φαύλο κύκλο της Πολιτικής και να πετύχει το «μη άρχεσθαι υπό μηδενός»[3].

Ι

Στο μυθικό μοτίβο της τερατοκτονίας κινήθηκε και ο νεωτερικός πολιτισμός. Μόνο που εδώ ο μύθος προσέλαβε την απατηλή μορφή «επιστημονικού επαναστατικού προγράμματος». Το τέρας προσωποποιημένο στον Αστό ήταν ο Καπιταλισμός. Ενώ ο ήρωας που θα σκότωνε το τέρας και θα απελευθέρωνε «μια για πάντα» την κοινωνία, ήταν η Αριστερά.

Το σκηνικό στήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και η εκτύλιξη του δράματος κράτησε ως το τελευταίο τέταρτο του 20ου. Άρχισε με την πρώτη μεγάλη κρίση της «παγκοσμιοποίησης» του νεωτερικού πολιτισμικού παραδείγματος (υπό βρετανική εθνική ηγεμονία). Αποκορύφωμα της «κρίσης» ήταν οι στιγμές όπου ο Πόλεμος και η Επανάσταση θα συγχωνεύτηκαν σε μια ενιαία καταιγιστική διαδικασία: Α’ και Β’ παγκόσμιος πόλεμος – Ρωσική και Κινεζική επανάσταση. Και όπου φάνηκε, για κάποιον καιρό, σα να κατανικήθηκε το τέρας. Στη Ρωσία αρχικά, στην Κίνα μετά και σε άλλες περιπτώσεις με τελευταία την Κούβα.

Κάτι όμως «δεν πήγαινε καλά». Ήδη από τη δεκαετία του 1930, άρχισαν να πληθαίνουν οι ανησυχητικές διαδόσεις ότι, πίσω από το «παραπέτασμα», ο σοβιετικός ήρωας είχε μεταμορφωθεί σε τέρας. Το ίδιο θα επαναληφθεί και με τους Κινέζους, παρά την πρόθεσή τους να «ξεπεράσουν τη σοβιετική εμπειρία από τα αριστερά». Βέβαια οι όπισθεν του «παραπετάσματος» το «ήξεραν από καιρό», όπως θα πουν μετά. Οι εντεύθεν απλώς το διαισθάνονταν, βλέποντας τον δικό τους «ήρωα» να βγάζει φολίδες, πριν αρχίσει καλά-καλά να ζυγώνει στο άντρο του αστικού θηρίου. Δεν ήθελαν όμως να το σκέπτονται!

Τελικά, η μυθικώς μοιραία μετάλλαξη, διεθνής τώρα και χωρίς καμιά εξαίρεση, ολοκληρώθηκε με την αναφανδόν προσχώρηση στο καπιταλιστικό σύστημα. Άρα, για ποιά Αριστερά μπορεί κανείς να μιλά σήμερα και εναντίον τίνος;

Πριν απαντήσουμε, ας δούμε λίγο βαθύτερα το φαινόμενο, συγκρίνοντας το νεωτερικό με το ελληνικό πολιτισμικό παράδειγμα.

Στο ελληνικό παράδειγμα, όπως άλλωστε και στο νεωτερικό, η κοινωνία αυτοθεσμίζεται στη βάση της ατομικής ελευθερίας. Με ρητή προϋπόθεση, για την ύπαρξη ατομικής ελευθερίας, την ελευθερία της πατρίδας – της πολεοκρατικής εκεί της εθνοκρατικής εδώ. Σε αντίθεση όμως με το νεωτερικό παράδειγμα, στην ελληνική περίπτωση η ατομική ελευθερία μετεξελίχθηκε από ιδιωτική σε κοινωνική και πολιτική, μέσω της περιέλευσης αρχικά του πολιτικού συστήματος και αργότερα του οικονομικού συστήματος, στην εταιρική συνιδιοκτησία και συνδιαχείριση του «Κοινού». Η κοινωνία των κρατοκεντρικών «Κοινών» ευτύχησε, μάλιστα, να ολοκληρωθεί σε οικουμένη-κράτος. (Πράγμα που άρχισε την ελληνιστική εποχή, συνεχίστηκε με τη ρωμαϊκή ηγεμονία, για να μακροημερεύσει επί χίλια έτη με τη μεσολάβηση μιας οικουμενικής θρησκείας: του Χριστιανισμού.) 

Τι συμβαίνει αντίστοιχα με το νεωτερικό παράδειγμα;

Στην αρχή οι δύο αντίπαλοι, ο αστός και ο μετέπειτα αριστερός, ήταν «ένα». Συναποτελούσαν τον «ήρωα» του πολιτικού κύκλου του προηγούμενου πολιτισμού της Εσπερίας, όπου το «τέρας» ήταν ο φεουδαρχικός χριστιανικός δεσποτισμός. «Ελευθερία, Ισότης, Αδελφότης», έγραφαν στο κοινό πολεμικό τους λάβαρο. Τότε, λοιπόν, ο Αστός ήταν «προοδευτικός». Από τη στιγμή όμως, που παίρνοντας την εξουσία, καθήλωσε την κοινωνία στην ιδιωτική και μόνο ελευθερία, «αρνούμενος Ισότητα και Αδελφότητα», μεταμορφώθηκε σε «αντιδραστικό». Έγινε το «νέο τέρας», που δεν αφήνει το λαό να πιεί νερό απ’ τη ζωογόνο πηγή της κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας (: «κατάργηση της μισθωτής δουλείας» και «μαρασμός του κράτους»). Επιπλέον, το αποφώλιον τούτο νέο τέρας, επικαλείται τη δήθεν κοινή εθνική ταυτότητα, μεταξύ αυτού και των χτεσινών δουλοπαροίκων, προκειμένου να μπλοκάρει τον αναγκαίο εναντίον του τώρα ξεσηκωμό τους (: «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα»!).[4]

Η καθήλωση του αστού στην ιδιωτική ελευθερία είχε, ωστόσο, αξιοσημείωτα επιχειρήματα, που αιδημόνως τα παρέκαμπτε η Αριστερά, καθώς κατά βάθος τα συμμεριζόταν. Δύνανται να συνοψιστούν στα εξής τρία:

(α) Η κοινωνική και η πολιτική ελευθερία δεν συμβιβάζονται με την ιδιωτική ελευθερία (: την «ελευθερία της ιδιωτικής απόλαυσης»!) που είναι και η «σπουδαιότερη» (: «ανώτερη» από την «ελευθερία των αρχαίων»!).[5] (Παρατήρηση: αν για το νεωτερικό Άτομο το νόημα της ελευθερίας έγκειται όντως στην «ιδιωτική απόλαυση», πώς να μην έρχεται σε αντίθεση με την κοινωνικο-πολιτική ελευθερία, που είναι άθλημα και απαιτεί αρετή και τόλμη;)

(β) Η κοινωνική και η πολιτική ελευθερία δεν συμβιβάζονται με την «ελευθερία έναντι της φύσης». Διότι, εφόσον θέλουμε «να κυριαρχήσουμε πάνω στη φύση», πρέπει να μεταποιήσουμε τον δημόσιο χώρο σε Σύστημα, αποπροσωποποιώντας και εκτεχνικεύοντας τις κοινωνικές σχέσεις. Πράγμα που προϋποθέτει την καθήλωση της ατομικής ελευθερίας στον ιδιωτικό χώρο. Το πολύ-πολύ να την «προστατεύσουμε» εκεί περιτειχίζοντάς τη με διάφορα «δικαιώματα». (Ερώτημα: δεν αντιλαμβανόταν η Αριστερά και δεν την ενοχλούσε, το γεγονός ότι το αντίτιμο της «κυριαρχίας πάνω στη φύση» θα ήταν η υποδούλωση του ανθρώπου στις τεχνοσυστημικές δομές αυτής της «κυριαρχίας»; Χώρια η συνεπαγόμενη καταστροφή της ίδιας της φύσης, αυτό που σήμερα ονομάζουμε «οικολογικό πρόβλημα»;) 

(γ) Η ελληνικού τύπου ελευθερία (που πονηρά τη βάφτισαν «άμεση δημοκρατία») είναι εφικτή «μόνο σε ολιγάνθρωπες κοινωνίες». Είναι «ανέφικτη» για κοινωνίες δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων! Το επιχείρημα έχει τόσο διαδοθεί που κατάντησε στερεότυπο. (Παρατήρηση: Δεν είναι η «πολυανθρωπία» το πρόβλημα, αλλά όπως έλεγαν οι αρχαίοι, η εμβέλεια της φωνής του ρήτορα, την οποία ενίσχυαν με την τεχνική της κωνόσχημης περί το βήμα εξέδρας. Λοιπόν, μόνο η περιορισμένη εμβέλεια του επικοινωνιακού συστήματος απαιτούσε να είναι ολιγάνθρωπο το δημογραφικό μέγεθος του συλλογικού υποκειμένου της καθολικής ελευθερίας. Σήμερα έχουμε οπτικοακουστικό και ψηφο-συλλεκτικό σύστημα δια-πλανητικής εμβέλειας, οπότε το «επιχείρημα» έχει καταλυθεί. Το πρόβλημα είναι άλλο. Είναι η αναγκαστική -λόγω του ιδιωτικοστραφούς χαρακτήρα της νεωτερικής ελευθερίας- αυτονομία έναντι των ιδιωτών-πολιτών και άρα μη «ουδετερότητα» του παρεμβαλλόμενου επικοινωνιακού τεχνοσυστήματος.)

Δέσμια, λοιπόν, της κοινής με τον αστισμό δίδυμης ανθρωπολογικής - οντολογικής πλατφόρμας (: ιδιωτική ελευθερία + τεχνολογικός μεσσιανισμός), η Αριστερά αφ’ ενός συμμερίστηκε την τύφλωση έναντι του συνεπαγόμενου οικολογικού προβλήματος και αφ’ ετέρου παρέκαμψε το γεγονός ότι το απελευθερωτικό κοινωνικοπολιτικό πρόταγμα ήταν ασύμβατο με τη λατρεία της τεχνοσυστημικής «Προόδου».[6]

ΙΙ

Παραδόξως όμως μια εντελώς νέα κατάσταση θα προκύψει όταν έκλεισε ο φαύλος κύκλος της νεωτερικής Πολιτικής με την απορρόφηση της επαναστατικής Αριστεράς. Κατάσταση που καθόλου δεν μοιάζει με «νίκη του καπιταλισμού».

Τώρα είναι δύο τα «τέρατα». Το ένα τέρας είναι η μεταμοντέρνα τοκογλυφική πλουτοκρατία, η οποία έχει καθυποτάξει την κλασική αστική τάξη της παραγωγής, του εμπορίου και του πρωτογενούς τομέα και συσσωρεύει τα υπεξαιρεμένα τρισεκατομμύρια σε απροσπέλαστους φορολογικούς παραδείσους. Το άλλο τέρας είναι ο μεταμοντέρνος μηδενισμός, οποίος έχει διαβρώσει καίρια την πληθυσμιακή βάση του νεωτερικού πολιτισμού.

Τα δύο τέρατα έχουν μάλιστα συμπήξει αρραγή συμμαχία τόσο ακαταγώνιστη, που ήδη έχει πυροδοτήσει μια γιγάντια ολιγαρχική-δεσποτική υποστροφή σε διεθνή κλίμακα. Αρχίζοντας από τους αδύνατους κρίκους του Συστήματος, κατακρημνίζονται ραγδαία ή υποθηκεύονται όλα τα ως τώρα κεκτημένα: των κρατών η ανεξαρτησία, των εθνών η ελευθερία και των λαών τα δικαιώματα. Το εθνικό, το κοινωνικό και το οικολογικό ζήτημα, προσλαμβάνουν τώρα κολοσσιαίες διαστάσεις. Κι αυτή ακόμα η ιδιωτική-αστική ελευθερία μεταβάλλεται σε ιστορική ανάμνηση, γιατί αφ’ ης στιγμής το επικοινωνιακό τεχνοσύστημα έχει εισβάλει στον ιδιωτικό χώρο, η ιδιωτική ελευθερία έχασε οριστικά το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Η τηλεόραση, για παράδειγμα, έχει μεταφέρει τον τεχνοσυστημικό έλεγχο μέσα στα σπίτια, στο «άδυτο» της ιδιωτικότητας. «Δεν είναι αναγκαίο, λέει ο Jean Baudrillard, να φανταστούμε αυτόν τον έλεγχο σαν το περισκόπιο του καθεστώτος που κατασκοπεύει την ιδιωτική ζωή των πάντων, γιατί η τηλεόραση είναι ήδη καλύτερη απ’ αυτό: εξασφαλίζει πως οι άνθρωποι δεν θα μιλούν πλέον μεταξύ τους, πως θα είναι οριστικά απομονωμένοι μπροστά σε δηλώσεις χωρίς απόκριση.»

Βρισκόμαστε έτσι και πάλι στο «σημείο μηδέν». Και μοιραία το απελευθερωτικό πρόταγμα ξαναγίνεται επίκαιρο. Μόνο που δεν υπάρχει πλέον διαθέσιμος ήρωας να το αναλάβει. Ο νεωτερικός πολιτισμός έχει υποστεί ολική αντιηρωική στείρωση. Η εντός του επανάληψη του μυθικού κύκλου της Πολιτικής, είναι πλέον αδύνατη.

Επειδή η άγνοια των λόγων της απροσδόκητης αυτής κατάστασης μοιραία αναπληρώνεται από διάφορες εκδοχές συνομωσιολογίας, ας τους δούμε δι’ ολίγων.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα, πλάϊ στις δύο εκδοχές ελευθερίας, τη μίνιμουμ δεξιά-αστική και τη μάξιμουμ αριστερή-σοσιαλιστική, κάποιες εκκεντρικές «πρωτοπορίες» -από τον χώρο της Τέχνης- λάνσαραν μια νέα εκδοχή ελευθερίας: την ελευθερία της ιδιωτικής επιθυμίας από κάθε είδους κανονιστικό (: «κομφορμιστικό») θέσφατο. Η «απελευθέρωση των ενστίκτων» ήταν μια καίρια διατύπωσή της. «Καλό είναι ό,τι με ευχαριστεί», ήταν μια άλλη εξ ίσου ευθύβολη διατύπωση. Η γοητεία αυτού του είδους ελευθερίας, ακολουθώντας την «υπόγεια διαδρομή», θα βγει στην επιφάνεια και θα υπερφαλαγγίσει, μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, την όποια γοητεία διατηρούσε ακόμη η φθαρμένη αστική ελευθερία και μαζί της η αμφιλεγόμενη σοσιαλιστική. Με τη μεταμοντέρνα πολιτισμική επανάσταση (Μάης ’68 κλπ.) η νέα αυτή ελευθερία θα αναλάβει τα ηνία του νεωτερικού φαντασιακού και ως το τέλος του αιώνα θα το κυριεύσει εξ ολοκλήρου.[7]

Μιλάμε για το πέρασμα στον μεταμοντέρνο μηδενισμό, όπου ο μηδενισμός του συλλογικού υποκειμένου ολοκληρώνεται με τον μηδενισμό του ατομικού υποκειμένου. Αν ο μοντέρνος μηδενισμός διέλυσε τη συλλογική ταυτότητα, ο μεταμοντέρνος ολοκληρώνει την ανθρωπολογική αποσύνθεση διαλύοντας την ατομική ταυτότητα.

Ο μοντέρνος μηδενισμός αρχίζει με την κατάρρευση της μεταφυσικής (θρησκευτικής) κεφαλής του συλλογικού, συνεχίζεται με την κατάτμηση του συλλογικού σε άσχετα άτομα και ολοκληρώνεται με την ανακατασκευή του συλλογικού στη βάση του τεχνοσυστημικού προτάγματος: της ολοσχερούς συστημικής εκτεχνίκευσης των κοινωνικών σχέσεων. Ομοίως: ο μεταμοντέρνος μηδενισμός αρχίζει με την κατάρρευση της αντίστοιχης εσωτερικής στο Άτομο μεταφυσικής κεφαλής (που οι νεωτερικοί φιλόσοφοι εκθείασαν ως «Λόγο» και ο Φρόϋντ αποδόμησε ως έξωθεν διεμβαλλόμενη «πηγή δυστυχίας»: ως εξουσιαστικό «Υπερεγώ»). Συνεχίζεται δε με την κατάτμηση-διάλυση του «Ατόμου», σε «στοιχειώδη σωματίδια» ή μεμονωμένα «ψυχόρμητα» και «ένστικτα», ο χρόνος των οποίων περιορίζεται μόνο στο εκάστοτε παρόν. Τέλος, η μεταμοντέρνα διεργασία ολοκληρώνεται με την υπαγωγή της προσωπικότητας στη δεσποτεία της οχλοκρατίας των πολλών «εγώ», που διαγκωνίζονται για την άνοδο στο θρόνο του απόντος κοινωνικού-ταυτοποιητικού Εγώ. Για να γίνουν, προφανώς, «χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη».

Η αποσύνθεση του νεωτερικού Ατόμου αξιοποιήθηκε πλήρως από τον Τεχνοσυστημικό Λεβιάθαν. Διαβλέποντας ότι μπορεί να πετύχει, αυτό που εις μάτην ονειρεύτηκαν οι από καταβολής κόσμου αρχές και εξουσίες, -να υποκαταστήσει δηλαδή το διαλυμένο ενδο-ατομικό κοινωνικό-ταυτοποιητικό Εγώ και να αναπτύξει μια απ’ ευθείας σχέση με τα «ένστικτα» του ανθρωπολογικού υποζυγίου-, προσαρμόστηκε στην ανθρωπολογική αποσύνθεση, την οργάνωσε και την επιτάχυνε. Διεμβάλλοντας, μέσω του μιντιακού υποσυστήματος, τις ανάγκες του ως μύχιες προσωπικές επιθυμίες των «ατόμων», που μόνο αυτό είναι σε θέση να ικανοποιήσει, πέτυχε την τέλεια ανθρωπολογική χειραγώγηση. «Η κατανάλωση γίνεται αξία και οι αξίες καταναλωτικά αγαθά».[8] -Όλες οι άλλοτε υπερατομικές αξίες, νεωτερικές και προνεωτερικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές, φιλοσοφικές και επιστημονικές.

Οίκοθεν νοείται ότι η επικράτηση του μεταμοντέρνου μηδενισμού εξαφάνισε μαζί με την αντιαστική Αριστερά και την «συντηρητική» ή «φιλελεύθερη» αστική Δεξιά, αλλά και τον ίδιο τον Αστό ως τύπο ανθρώπου. Ο τρομερός αυτός -«προμηθεϊκός» κατά τους μεν «φαουστικός» κατά τους δε- ασκητής της «αναβεβλημένης απόλαυσης», αφού φόρεσε τη λεοντή του κοσμοϊστορικού Νικητή, κήρυξε το «τέλος της Ιστορίας» ...«και διαλαθών απεχώρησεν»!

ΙΙΙ

Η οργανική όσμωση μεταξύ Τεχνοσυστήματος και ανθρωπολογικής αποσύνθεσης, διευκολύνθηκε από την τεχνητή παράταση της «κοινωνίας της αφθονίας» με την απεριόριστη πιστωτική επέκταση και διεύρυνση των «ελλειμμάτων». Πράγμα που πληρώθηκε, όπως όλοι ξέρουμε τώρα, με την είσοδο του Συστήματος στην δεύτερη μεγάλη κρίση της «παγκοσμιοποίησης», -της υπό αμερικανική εθνική ηγεσία. Ήδη και με το ξεκίνημα της νέας μεγάλης κρίσης, η χαξλεϊκή «μεταμοντέρνα μαζική δημοκρατία», η υποσχόμενη την πανευφρόσυνη «αυτοκρατορία των αισθήσεων», θα δείξει το αναπάντεχο οργουελικό της πρόσωπο.[9]

Κατά κάποιον νεωτερικώς αδιάγνωστο τραγικό νόμο, η συμμαχία ανάμεσα στα «δύο τέρατα», την τοκογλυφική πλουτοκρατία και την πελατειακή οχλοκρατία, που ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είδε να «βάφει στο αίμα» την επόμενη μέρα της ελληνικής πολίχνης του ομώνυμου διηγήματος,[10] έχει τώρα αναπτυχθεί σε πλανητική κλίμακα. Και καθώς «οχλοκράτης» είναι, έτσι κι αλλιώς, ο άνθρωπος που άγεται και φέρεται από τον «όχλο των παθών» του, ο μεταμοντέρνος μηδενισμός δεν είναι παρά η ειδική μορφή «οχλοκρατίας», η οποία αντιστοιχεί ακριβώς στην κατάρρευση του Ατόμου της ιδιωτικής-αστικής ελευθερίας, εντός του κλωβού «εικονικής πραγματικότητας» που η ίδια συν τω χρόνω έχει διαμορφώσει. Χάρη στην καθήλωση του μεταμοντέρνου οχλοκράτη στο πελατειακό «παρόν» των εκάστοτε επιθυμητικών «σωματιδίων» του, μπορεί άνετα ο διεθνής και τεχνοσυστημικός πλέον, «σεβάσμιος τοκογλύφος», ο «νεκρόσιτος» και «ερεβομανής», κατά τον Ποιητή, να «κοπροκρατεί το μέλλον»![11]

Κακά τα ψέματα. Στο σύστημα των «δύο τεράτων» οι «αριστεροί» είναι είτε μηδενιστές είτε απολιθώματα. Δεν χωράει Τρίτη εκδοχή στη «Νέα Εποχή». Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και με τους «φιλελεύθερους» αντιπάλους τους. Ανάμεσα στη μοντέρνα και στη μεταμοντέρνα εποχή «χάσμα μέγα εστήρικται». Ακόμα και αν ήταν δυνατός και επιπλέον ομόθυμα αποδεκτός, ένας απροκατάληπτος κριτικός απολογισμός της διεθνούς εμπειρίας της μοντερνιστικής αριστεράς, θα ήταν αδύνατο να καταστήσει επιτυχέστερη εκείνης, την όποια «πολιτική» των μεταμοντέρνων επιγόνων της!

Η απόλυτη αδυναμία πραγματικής αντίστασης είναι εδώ κάτι το απολύτως φυσιολογικό. Κι αυτό σε ολόκληρη τη Δύση. Ο μύθος του τερατοκτόνου ήρωα δεν λειτουργεί στα στερνά των ατομοκεντρικών πολιτισμών. Τι λειτουργεί εκεί θέλει βαθειά κατάδυση στην ομόλογη εποχή του πρώτου διδάξαντος την ελευθερία πολιτισμού, για να το αντιληφθεί κανείς. Το θέμα είναι, πάντως, ότι «το ζητούμενο του ανθρώπου», το απελευθερωτικό πρόταγμα, έχει πλέον τεθεί εκτός νεωτερικού πολιτισμού. Έχει μετατεθεί εκεί όπου κι ο ίδιος γεννήθηκε: στο πεδίο των σχέσεων ανάμεσα στις μεγάλες θρησκείες της ανθρωπότητας. Ή εν πάση περιπτώσει, σε ό,τι σώζεται απ’ αυτές.

Το τι τέξεται εκεί η επιούσα δεν το ξέρουμε. Ελπίζουμε να μην είναι μόνο η αλληλοκτονική μανία του εξτρεμιστικού ισλαμικού φουνταμενταλισμού.

Θα κλείσω με την κλασική ακροτελεύτια λαϊκή μας ρήση, που απέκτησε και μοντέρνα φιλοσοφική περιωπή, καθώς την επανέλαβε στη συνέντευξη-διαθήκη του ο πολύς Μαρτίνος Χάϊντεγκερ: Μόνο ένας Θεός θα μας σώσει! 


Σημειώσεις


[1] Πρόκειται για τον μύθο του Κάδμου, ο οποίος ενώ περιεργαζόταν το θεριό που μόλις σκότωσε, άκουσε μια φωνή από ψηλά να του λέει: “Γιατί, γυιέ του Αγήνορα, κοιτάς το ερπετό που σκότωσες; Κι εσύ, μια μέρα, θα πάρεις τέτοια μορφή”. (Απολλόδωρος).


[2] Οδυσσέας Ελύτης, Εν Λευκώ, σ. 255. Ίκαρος 1992.


[3] Αριστοτέλης, Πολιτικά.


[4] Κλασικές διατυπώσεις από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (των Μαρξ-Έγκελς), το Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία (του Μαρξ) και το Κράτος και Επανάσταση (του Λένιν).


[5] Εμβληματικές διατυπώσεις του Μπενζαμέν Κονστάν (1767-1830).


[6] Για και την αυτονόμηση της Τεχνικής και την δήθεν «ουδετερότητά» της βλ. Ζακ Ελλύλ, Το Τεχνικό Σύστημα (μετ. Γιάννης Ιωαννίδης. Εκδ. Αλήστου Μνήμης).


[7] Για την εξέλιξη αυτή βλ. Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Η μετάβαση από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. (Εκδ. Θεμέλιο 1995β)


[8] Παναγιώτης Κονδύλης, ΔΙΑΒΑΖΩ, τ. 384, Απρίλιος 1998.


[9] Αναφορά στα προφητικά έργα των Αλντους Χάξλεϋ (: Γενναίος νέος κόσμος. Γρηγόρης Μ.Π. 1971) και Τζορτζ Όργουελ (: 1984. Κάκτος 1978.)


[10] Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα δύο τέρατα. Άπαντα, τ. Δ’ σ. 316. Κριτική έκδοση Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος. Εκδόσεις ΔΟΜΟΣ. (Ευχαριστίες στον Λάκη Προγκίδη που μου τα θύμισε.)


[11] Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον εστί. Ανάγνωσμα τέταρτο.


Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Ζύγκμουντ Μπάουμαν: “Σήμερα ζούμε σε μια εποχή απορρύθμισης”


Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Ζ. Μπάουμαν στο πολωνικό περιοδικό «Kultura Liberalna» (απόδοση: Θανάσης Γιαλκέτσης)

Σήμερα η Αριστερά έχει πάντα τη δυνατότητα να διατηρήσει και να εδραιώσει την ταυτότητά της. Αναφέρω εδώ δύο μόνον αρχές που συνδέονται αδιάσπαστα με ένα «όραμα» της Αριστεράς: την ανθρώπινη συνύπαρξη. Η πρώτη είναι η ευθύνη της κοινότητας για όλα τα μέλη της και, πιο συγκεκριμένα, η ευθύνη να εγγυάται την ασφάλεια κάθε μέλους της απέναντι στις κακοτυχίες της ζωής, τις καταστάσεις άρνησης της αξιοπρέπειας, αναπηρίας και ταπείνωσης. Η υλοποίηση αυτής της αρχής ήταν –τουλάχιστον στις προθέσεις του και στην αρχική του μορφή- το μοντέλο της κοινωνίας που αποκαλείται «κράτος πρόνοιας», όπου το ζητούμενο δεν ήταν τόσο η αύξηση του εισοδήματος όσο η εδραίωση, σε μόνιμη βάση, της αλληλεξάρτησης και της συνεργασίας των μελών της κοινότητας, η καθολικότητα του δικαιώματος σε μια κοινωνική αναγνώριση και σε μια αξιοπρεπή ζωή και συνεπώς η κοινωνική αλληλεγγύη. Θα ήταν επομένως πιο σωστό να το αποκαλούμε «κοινωνικό κράτος». Η δεύτερη αρχή είναι η αξιολόγηση της ποιότητας μιας κοινωνίας όχι με κριτήριο το μέσο εισόδημα, αλλά με βάση την ευημερία των πιο αδύναμων τομέων της (όπως ακριβώς στην περίπτωση μιας αλυσίδας, της οποίας η αντοχή δεν καθορίζεται από τη μέση αντοχή των κρίκων της, αλλά από την αντοχή του πιο αδύναμου κρίκου της). […] Σήμερα ζούμε σε μια εποχή «απορρύθμισης». Αυτός ο όρος, φαινομενικά ουδέτερος, του οποίου το πιο φανερό (και πιο έντιμο) συνώνυμο θα μπορούσε να είναι η λέξη «αποδιοργάνωση», αποκρύπτει μια διάχυση της ευθύνης και υποδηλώνει την αντικατάσταση σχετικά προβλέψιμων καταστάσεων από καταστάσεις απρόβλεπτες, σημαδεμένες από αβεβαιότητες, από τον φόβο ενός άγνωστου αύριο κ.λπ. Η «απορρύθμιση» συνδέεται με το σύνθημα που προτείνει να γίνει κάθε άνθρωπος κύριος της μοίρας του. Στην πράξη όμως αυτή δεν κάνει κύριους της μοίρας τους παρά μόνον λίγους εκλεκτούς (που με την ευκαιρία γίνονται και κύριοι της μοίρας πολλών άλλων), ενώ εγκαταλείπει τους υπόλοιπους στα καπρίτσια της τύχης. Εγκαταλείποντας τα άτομα στην τύχη τους τα οδηγεί να ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Αντί να προάγει την αλληλεγγύη, η κατάστασή τους ευνοεί την αμοιβαία καχυποψία και αντιπαλότητα. Σε αυτές τις συνθήκες, που δεν ευνοούν αλλά αντίθετα αποθαρρύνουν τη συλλογική δράση, η Αριστερά αντιμετωπίζει μια μεγάλη πρόκληση: να ανυψώσει την πολιτική –δραστηριότητα που παραμένει τοπική μέχρι σήμερα– σε ένα επίπεδο προβλημάτων που έχουν ήδη παγκόσμιο χαρακτήρα, με τα οποία αναμετριούνται οι σύγχρονοι άνθρωποι. […]



Ολόκληρη η συνέντευξη του Z. Bauman εδώ:



Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Χρ. Λάσκος, Η Αριστερά και το Ευαγγέλιο

Πηγή: ΕΝΘΕΜΑΤΑ


Να ξεκαθαρίσω ευθύς εξαρχής πως δεν μιλώ ως ειδικός. «Κόκκινος και όχι ειδικός», είναι ο προσδιορισμός που ταιριάζει καλύτερα, νομίζω, στην περίσταση. Επιπλέον, εξηγούμαι πως δεν πρόκειται να ανακοινώσω τη «γραμμή» του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τα θέματα της θρησκείας. Όσα ακολουθoύν είναι η προσωπική τοποθέτηση ενός ανθρώπου που είναι από χρόνια ενταγμένος στη ριζοσπαστική Αριστερά και θεωρεί αυτή την ένταξη κεντρικό στοιχείο της ταυτότητάς του. Όπως ακριβώς οι πιστοί δεν μπορούν να αντιληφθούν τον εαυτό τους χωρίς την πίστη, έτσι κι εγώ αδυνατώ να υπάρχω χωρίς την κομμουνιστική και ελευθεριακή μου ένταξη. Και αυτό δεν συνιστά μια ιδιωτική μου υπόθεση. Όσο δεν μπορείς να είσαι χριστιανός χωρίς Εκκλησία, άλλο τόσο δεν μπορείς να είσαι κομμουνιστής χωρίς κόμμα.
Να κάνω, ακόμη, μια προκαταρκτική, περισσότερο θεωρητική, διευκρίνιση: ο μαρξισμός είναι θεωρία της Ιστορίας, και όχι φιλοσοφικό σύστημα. Απεχθάνεται μάλιστα σφόδρα τα συστήματα. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, δεν έχει αντιθεολογικές, ειδικά, αξιώσεις.

Ο Μαρξ και η θρησκεία
«Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Η συγκεκριμένη πρόταση είναι από τις γνωστότερες που αποδίδονται στο Μαρξ. Συγκρίσιμο ως σήμα-κατατεθέν του μαρξικού ανθολογίου είναι, ίσως, μόνο το «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!», άντε και το «Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν παρά τις αλυσίδες τους» ή το «Οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα». Και, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, πολύ συχνά ο αποδέκτης ή και ο χρήστης του έχει μια στρεβλή ή τουλάχιστον ελλειμματική άποψη σχετικά με το νόημα που του απέδιδε ο αρχικός του δημιουργός. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν ο τελευταίος δεν το φαντάστηκε ως μότο ή σύνθημα, αλλά το διατύπωσε ως τμήμα ενός ευρύτερου κειμένου με συγκεκριμένα συμφραζόμενα.
Ας θυμηθούμε, λοιπόν, τι ακριβώς έγραψε ο Μαρξ στη Συμβολή στην κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του δικαίου. Λέει: «Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, το πνεύμα μιας χωρίς πνευματικότητα κατάστασης. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού […] Η κριτική της θρησκείας είναι, επομένως, η εμβρυακή κριτική της κοιλάδας των δακρύων, που φωτοστέφανό της είναι η θρησκεία […] Η κατάργηση της θρησκείας ως απατηλής ευτυχίας του λαού σημαίνει απαίτηση της πραγματικής της ευτυχίας. Η απαίτηση της εγκατάλειψης των ψευδαισθήσεων για την κατάστασή του είναι η απαίτηση της εγκατάλειψής του μιας κατάστασης που χρειάζεται τις ψευδαισθήσεις». Κι αυτό βγάζει εντελώς άλλο νόημα.
Φυσικά, ο Μαρξ υποβάλλει σε απηνή κριτική τη θρησκεία. Η κριτική του, ωστόσο, αφορά πρωτίστως τον ρόλο της θεσμικής Εκκλησίας στο εξουσιαστικό πλέγμα των ταξικών κοινωνιών. Την κρίνει ως εξουσία, που ασκήθηκε πολλές φορές σκληρά απέναντι στους ταπεινούς και καταφρονεμένους, στους οποίους ο λόγος του Χριστού ευαγγελίστηκε πως σ’ αυτούς ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών. Ως οπαδός της εξισωτικής χειραφέτησης, στο όνομα της υπέρτατης αξίας της ισότητας δεν θα μπορούσε παρά να είναι εχθρός κάθε ιεραρχίας — και της ιερής.

Εκλεκτικές συγγένειες: Εξισωτισμός
Αντίθετα με την κρατούσα άποψη, ο μαρξισμός αισθάνεται διαχρονικά πολύ οικεία με τα σχήματα των ευαγγελίων. Και όχι μόνο.
Στη μακριά σειρά των χειραφετητικών κινημάτων, από τον Κλεομένη και τον Αριστόνικο, τον Σπάρτακο, τους Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης, τον Τόμας Μύντσερ και τους Αναβαπτιστές, τους βρετανούς Levelers και τους γάλλους εξισωτιστές επαναστάτες μέχρι τις μεγάλες εργατικές επαναστάσεις του 19ου ή του 20ού αιώνα, ο χριστιανισμός κατέχει περίβλεπτη θέση.
Για το σύνολο των μαρξιστών ιστορικών ο χριστιανισμός αντιπροσωπεύει μια μεγάλη εξέγερση των ταπεινών της ύστερης δουλοκτητικής αρχαιότητας. Και τα τεκμήρια, ως προς αυτό, δεν είναι μόνο ιστορικοϋλιστικά ή κοινωνιολογικά. Τα Ευαγγέλια, καθαυτά, αλλά και οι κοινοκτημονικές πρακτικές του πρώιμου χριστιανισμού είναι ο σημαντικότερος δείκτης.
Η οικειότητα, μάλιστα, γίνεται βαθιά, όταν ο αριστερός ακούει τα λόγια του Χριστού «Μακάριοι είναι οι φτωχοί…» ή, ακόμη περισσότερο, πως «ευκολότερο είναι να περάσει καραβόσκοινο από το μάτι της βελόνας, παρά να εισέλθει πλούσιος στο Βασίλειο του Θεού». Το ίδιο κι όταν διαβάζει την Ομιλία προς τους πλουτούντας του Μεγάλου Βασιλείου, που δώρισε η Αυγή στους αναγνώστες της, σε μετάφραση Γιώργου Κοροπούλη, τη μέρα των Θεοφανείων. Πραγματικά δεν νομίζω πως οι προηγούμενες διατυπώσεις είναι λιγότερο ριζοσπαστικές από το επαναστατικό απόφθεγμα πως «δεν αρκεί να είσαι με τους φτωχούς, πρέπει να είσαι και εναντίον των πλουσίων». Η βίαιη επίθεση του Ιησού εναντίον των εμπόρων του Ναού, μαζί και η διαχρονική αντιμετώπιση του χρήματος ως μιαρού και του τόκου ως αμαρτίας, τουλάχιστον από τους Ορθόδοξους και τους Καθολικούς, εικονοποιεί με πολύ σαφή τρόπο αυτήν την πρακτική στάση.
Ο Χριστός είναι με τους αναγουήμ αδιάλλακτα, είναι στην πλευρά των ενδεών και των απόκληρων. Τον Χριστό των Ευαγγελίων, όπως γράφει ο Τέρυ Ήγκλετον (Λογική, Πίστη και Επανάσταση, μετ. Πέτρος Γεωργίου Πατάκης, 2011), «θα τον γνωρίσεις αληθινά όταν δεις το πεινασμένο πλάσμα να χορταίνει με όλα τα καλά και τους πλούσιους να αποδιώχνονται, μένοντας με άδεια χρόνια».
Αν, όμως, το κεντρικό μήνυμα των Ευαγγελίων είναι πως «η τραυματική αλήθεια της ανθρώπινης ιστορίας είναι ένα βασανισμένο και παραμορφωμένο σώμα», που είναι προορισμένο να αναστηθεί, τότε οι μαρξιστές δεν μπορεί παρά να δείχνουν το μέγιστο ενδιαφέρον.

Νεοφιλελεύθερος αθεϊσμός
Είναι γνωστό πως τα τελευταία χρόνια ένας αριθμός, αγγλοσαξόνων κυρίως, διανοητών (Ο Ντώκινς με την Περί Θεού αυταπάτη, ο Χίτσενς με το Ο Θεός δεν είναι μεγάλος, ο Ντάνιελ Ντένετ κ.ά.) έχουν, στο όνομα της πάλης εναντίον του φονταμενταλισμού, επιτεθεί με μεγάλη σφοδρότητα στην θρησκεία. Οι φιλελεύθεροι αυτοί διανοητές, σε αντίθεση με τους μαρξιστές, ενορχηστρώνουν την επίθεσή τους χτυπώντας, με απλοϊκό εντέλει τρόπο, στα αδύνατα σημεία, ενώ η εντιμότητα θα επέβαλλε έναν προσανατολισμό στα δυνατά σημεία του αντιπάλου.
Φτιάχνουν, έτσι, μια καρικατούρα αυτού που υπήρξε χωρίς αμφιβολία ίσως η πιο εκτεταμένη και διαχρονική λαϊκή κουλτούρα της ανθρώπινης ιστορίας. Και αφιερώνουν εκατοντάδες σελίδες χωρίς να παραδέχονται το παραμικρό ανθρώπινο όφελος, που να έχει απορρεύσει από την θρησκευτική εμπειρία. Γι’ αυτούς, οι μυριάδες ανθρώπων που θυσίασαν το βόλεμά ή και τη ζωή τους ακόμη για τους άλλους στο όνομα του Χριστού, του Αλλάχ απλά είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Εξαχνώνονται από την ιστορία χωρίς ίχνος.
Στην πραγματικότητα, αυτό που έχουμε εδώ είναι η τεράστια διαστροφή, που ονομάζεται επιστημονισμός και τείνει να περιλάβει ως αντικείμενο αποδόμησης ακόμη και όσα –ή, κυρίως, όσα– δεν μπορεί ούτε στοιχειωδώς να κατανοήσει.
Είναι η άλλη πλευρά της καπιταλιστικής νεοτερικότητας, στην οποία οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο, ήδη από τη δεκαετία του 1940, με τη Διαλεκτική του Διαφωτισμού, εντάσσουν τόσο την πενικιλίνη όσο και το Άουσβιτς. Είναι η πλευρά, από την οποία ο κοινός νεοφιλελεύθερος «υλισμός» και η τεχνοκρατία παράγει τέρατα.
Με δεδομένο πως η καπιταλιστική κουλτούρα είναι βουτηγμένη στο αίμα όσο καμιά άλλη στην ανθρώπινη ιστορία ο Ήγκλετον και πάλι σημειώνει πως «το προηγμένο καπιταλιστικό σύστημα είναι εγγενώς αθεϊστικό. Είναι άθεο τόσο στις απτές υλικές προοπτικές του όσο και στις υπονοούμενες σε αυτές αξίες και πεποιθήσεις, ό,τι κι αν διατείνονται ορισμένοι από τους απολογητές του. Υπό αυτήν την έννοια, το καπιταλιστικό σύστημα είναι αθεϊστικό με όλους τους λάθος τρόπους, ενώ ο Μαρξ και ο Νίτσε είναι αθεϊστές με τους σωστούς κατά κανόνα τρόπους».
***
Πρέπει να υπογραμμιστεί το συγκεκριμένο σημείο γιατί συνήθως είναι ο μαρξισμός, που ελέγχεται ως φορέας του μηχανιστικού υλισμού. Ουδέν αναληθέστερον για όποιον έχει στοιχειώδη γνώση του μαρξιστικού φιλοσοφικού προβληματισμού. Ο μαρξισμός δεν ισχυρίζεται πως «η ψυχή έχει μάζα». Αυτό που λέει είναι πως «οι ιδέες είναι πρακτικές» κι όχι όντα πτερόεντα. Αυτή η πρακτική του διάσταση είναι η καρδιά αυτού που αντιλαμβάνεται ως υλισμό και, από αυτήν την άποψη, και πάλι προσεγγίζει έναν ορισμένο χριστιανισμό. Συμφωνεί με τον Πασκάλ, όταν αυτός ισχυρίζεται πως «δεν πιστεύεις κι έτσι γονατίζεις και προσεύχεσαι», αλλά «γονατίζεις, προσεύχεσαι, πιστεύεις».
Ο υλισμός, που συνήθως προσάπτεται από τους ανθρώπους της θρησκείας στον μαρξισμό, είναι αυτό που οι ίδιοι οι μαρξιστές αποκαλούν «χυδαίο υλισμό» και ταιριάζει ακριβώς στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό φαντασιακό. Και, από αυτήν την άποψη, η «αποδόμηση» του μαρξισμού από την θρησκεία μοιάζει με αυτήν που κάνουν οι φιλελεύθεροι αθεϊστές στη χριστιανική διδασκαλία.
Η εχθρότητα, βέβαια, είναι εξηγήσιμη. Προκύπτει από την σφοδρότητα, με την οποία το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα συγκρούστηκε με την εκκλησιαστική εξουσία, η οποία συχνά στην ιστορία του κόσμου υπήρξε από τις βαρύτερες μορφές εξουσίας.
Εξηγείται, όμως, και από τη βάρβαρη και μισαλλόδοξη αντιμετώπιση πολλών πιστών στις κοινωνίες του «ανατολικού στρατοπέδου». Μόνο που η αλήθεια αυτής της εμπειρίας δεν μπορεί να σβήσει την εντελώς διαφορετική, ανοιχτή και μεγαλόκαρδη, πρακτική της μεγάλης Ρωσικής Επανάστασης, για την οποία αν δεν εκλείψει η κοιλάδα των δακρύων κανείς δεν μπορεί να διαγράψει με διατάγματα την θρησκεία.

Λύτρωση και (ή) απελευθέρωση
Αν θα έπρεπε να ονομάσουμε έναν κομμουνιστή, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική συνείδηση του καιρού του και του κινήματος, στο οποίο συμμετείχε, νομίζω πως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θα ήταν ο κατεξοχήν υποψήφιος.
Εμμένοντας –στις «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας»– πως η επανάσταση επιβάλλεται όχι ως δώρο προς τις μέλλουσες γενιές, αλλά ως υποχρέωση προς τις παρελθούσες ταπεινωμένες και καταπιεσμένες γενιές των ταξικών κοινωνιών θύμισε πως «ο Μεσσίας δεν έρχεται μόνο ως λυτρωτής, αλλά και ως νικητής του Αντίχριστου».
Και χρησιμοποίησε την χριστιανική-μεσσιανική αντίληψη του χρόνου, για να αρνηθεί τη νομοτελειακή εικόνα τους αναπόφευκτου της ανοδικής προόδου, που ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του σοσιαλδημοκρατικού θετικισμού.
Ο Μπένγιαμιν, μαζί με τους φίλους του σπαρτακιστές εξεγερμένους του 1919 –και, κυρίως, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τη μάρτυρα της Γερμανικής Επανάστασης– ήξερε πως «το κάθε δευτερόλεπτο είναι η μικρή πύλη, από την οποία μπορεί να περάσει ο Μεσσίας». Και, έτσι, διάβαζε τη Βασιλεία του Θεού ως εκείνες τις σκόρπιες, συχνά καταδικασμένες σε αποτυχία, μάχες εξ ονόματος των καταπιεσμένων, ιδωμένες, κατά κάποιον τρόπο, από την σκοπιά της αιωνιότητας.
Όπως ακριβώς ο Χριστός ήρθε μια τυχαία στιγμή και μπορεί να επιστρέψει οποτεδήποτε, χωρίς καμιά αιτιακή χρονική αλυσίδα να μπορεί να προβλέψει την ώρα, έτσι και η Επανάσταση είναι συμβάν μη προσδιορίσιμο. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, οι άνθρωποι πρέπει να προετοιμάζονται.
Ο Σάββας Μιχαήλ προβλέπει για την εποχή μας: «Όπως τον καιρό εκείνο, στην αυγή της Ρωσικής και της Γερμανικής Επανάστασης, καθόλου τυχαία ο Μπένγιαμιν και ο Ερνστ Μπλοχ ή ο αναρχικός Λαντάουερ ξαναβλέπουν τη Βίβλο με άλλο μάτι, μέσα σε μια Ευρώπη παραδομένη στις φλόγες, πιστεύω πως και τώρα υπάρχουν βαθύτατα ιστορικά ρεύματα που οδηγούν στην επανεμφάνιση μιας τέτοιου είδους προβληματικής» (στον συλλογικό τόμο Ο θεός της Βίβλου και ο θεός των φιλοσόφων, επιμ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, Άρτος Ζωής, Αθήνα, 2012).
Δεν ξέρω αν θα επιβεβαιωθεί η πρόβλεψή του, αλλά, σε ό,τι αφορά το σύγχρονο μαρξισμό, δεν είναι τυχαία, νομίζω, η κεντρικότητα της φιλοσοφικής αναφοράς στον Σπινόζα, αυτό τον «Χριστό των φιλοσόφων», για τον οποίο ο Ιησούς υπήρξε ο κορυφαίος των σοφών, χάρη στη διδασκαλία του οποίου ακόμη και οι αδαείς και οι αμαθείς μπορούν πλέον να σωθούν.
***
Οι κομμουνιστές αγωνίζονται για την υπέρβαση του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση μιας αταξικής κοινωνίας ισότητας και ελευθερίας. Δεν είναι, όπως προείπαμε, μόνο με τους φτωχούς, αλλά και μαχητικά εναντίον των πλουσίων. Κι αυτό σημαίνει προσανατολισμό σε μεγάλη, ακραία ταξική σύγκρουση.
Γιατί, όπως είπε ο μεγάλος προτεστάντης θεολόγος του 20ού αιώνα Καρλ Μπαρτ, το καπιταλιστικό σύστημα είναι «σχεδόν αναμφίβολα δαιμονικό». Η υπέρβασή του είναι προϋπόθεση για την αυτοπραγμάτωση του ανθρώπινου προσώπου.

_________________
Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος, μέλος της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ. Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της εισήγησής του στο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», που οργάνωσε το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, 22-23.1.2013



Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Νικόλας Σεβαστάκης,Το τραύμα της Ευρώπης

Όλο και περισσότεροι το παραδέχονται: το δράμα της Κύπρου είναι ένα ξεχωριστό τραύμα στο ήδη λαβωμένο σώμα της Ευρώπης. Το πόσο βαθύ θα αποδειχθεί κανείς δεν μπορεί να το γνωρίζει από τώρα. Οι συνέπειες των τωρινών αποφάσεων θα ξετυλιχτούν ουσιαστικά σε κάποιο βάθος χρόνου, με βίαιους σπασμούς και μικρές υφέσεις, με ακανόνιστους ρυθμούς και μικρά παραπλανητικά διαλείμματα. Η ιστορία ήδη διανθίζεται με έρπουσες φήμες, προετοιμάζοντας το έδαφος για ποινικούς καταλογισμούς και κομματικά παιχνίδια μετάθεσης ευθυνών. Αλλά το τραύμα δεν περιορίζεται, κατά πώς φαίνεται, στο πολιτικοοικονομικό θρίλερ που παίζεται τούτες τις μέρες με μια μεγάλη δόση αγωνίας για το πρώτο, προσωρινό του, φινάλε.
Πέρα από την υπόθεση της Κύπρου και της «υπαγορευμένης» με το σπαθί καταστροφής του οικονομικού της μοντέλου, ο κίνδυνος για την Ευρώπη είναι πια υπαρξιακός. Αφορά τη στοιχειώδη νομιμοποίηση του οικοδομήματος και της ιστορίας του και όχι μόνο τις περιπέτειες των «άσωτων» τραπεζικών συστημάτων του. Τα λόγια περί εξυγίανσης από τις ασωτίες δεν μπορούν πια να κρύψουν τον μεγάλο κίνδυνο: ο θυμός με τη «γερμανική» Ευρώπη να γίνει πεδίο αναγέννησης και διασποράς των εθνικισμών. Με ένα αποτέλεσμα: τα συναισθήματα δυσφορίας και εξέγερσης απέναντι στις ηγετικές ελίτ της Ευρωπαϊκής Ένωσης να στραφούν σε σκληρότερους εγωισμούς αυτοσυντήρησης και σε ένα πνεύμα ριζικά ξένο προς την αλληλεγγύη.
Αυτή, νομίζω, τη διάσταση την υποτιμούν συστηματικά όσοι πιστεύουν ότι η επιστροφή στη δραχμή ή στην κυπριακή λίρα είναι απλώς ζήτημα οικονομικού ρεαλισμού ή σθεναρής πολιτικής βούλησης. Μια τέτοια επιστροφή στα εθνικά νομίσματα, στις συγκεκριμένες συνθήκες βαθιάς λαϊκής αποξένωσης και βαθιάς καχυποψίας για όλους και με όλα, είναι πιθανότερο να οδηγήσει στις χειρότερες εθνικιστικές δυσπλασίες παρά σε οτιδήποτε άλλο.
Ανήκω, προφανώς, σε εκείνους τους αριστερούς που, όπως έγραψε ο Λήο Πάνιτς, έτρεφαν και ακόμα «τρέφουν αυταπάτες» για την Ευρώπη. Μια άλλη διατύπωση μου φαίνεται όμως πιο ακριβοδίκαιη: δεν πιστεύω ότι η Ευρώπη, έστω κι ετούτη η σκιά του εαυτού της, είναι ένα πτώμα σε αποσύνθεση και ότι η Άνοιξη μπορεί να έλθει από τη Μόσχα, το Πεκίνο ή ποιος ξέρει από πού. Ο κίνδυνος, παρ' όλα αυτά, είναι εδώ και ο πολιτικός χρόνος για την ανάσχεσή του πολύ μικρός. Είναι πιθανό να εκπληρωθεί τελικά η προφητεία της ευρωπαϊκής αποσύνθεσης, αλλά με τρόπους και μορφές που δεν θα έχουν τίποτα το θετικό.
Η περιπέτεια της Κύπρου μπορεί να προαναγγέλλει μια τέτοια δυναμική επιταχυνόμενης αποσταθεροποίησης και αποσύνθεσης. Το ερώτημα είναι εάν τα πολλαπλά τραύματα θα ολοκληρώσουν τον κύκλο τους μέχρι την καρδιά του οικοδομήματος, τη Γαλλία ας πούμε, ή αν θα υπάρξουν σημαντικές ανατροπές πριν τον κλινικό θάνατο της Ευρώπης.
Φοβάμαι ότι όσοι διαθέτουν εύκολες τις διαγνώσεις και κυρίως πρόχειρες τις θεραπείες και τη συμβουλευτική έχουν ήδη έτοιμη την απάντηση. Έτσι κι αλλιώς, ό,τι και αν συμβεί στην πραγματικότητα, η θεωρία θα τους «δικαιώσει».



Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ" (links)

Στο ιστολόγιο ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ έχουν δημοσιευθεί αρκετά κείμενα και εισηγήσεις από το συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά». Για να τα μελετήσετε κάντε κλικ στους παρακάτω συνδέσμους:


  1. ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ. H εισήγηση του Μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης Παύλου στο συνέδριο Εκκλησία και Αριστερά
  2. Εκκλησία και Αριστερά. Ιχνογράφηση ενός εύφλεκτου τοπίου (Π. Υφαντής)
  3. «Για μια ελεύθερη και ζωντανή εκκλησία». Ο χαιρετισμός του συντονιστή της Γραμματείας ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, Δημήτρη Βίτσα στο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά»
  4. Θέματα ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας καί μισθοδοσίας τοῦ κλήρου (Μητρ.Μεσσηνίας Χρυσόστομος)
  5. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ (π. Βασίλειος Καλλιακμάνης)
  6. Εκκλησία και Αριστερά έναντι του μεταναστευτικού ζητήματος. Από την ξενοφοβική και τη φιλανθρωπική στάση στην πρωτοβουλία της αλληλεγγύης για μια κοινωνία της ανθρωπιάς (Στ. Τσομπανίδης)
  7. ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ. Η ομιλία του καθηγητή του Τμήματος Νομικής του ΑΠΘ Κώστα Σταμάτη στο συνέδριο Εκκλησία και Αριστερά
  8. Η θρησκεία στη δημόσια σφαίρα: Η συμβολή της κοινωνιολογικής έρευνας (Νίκη Παπαγεωργίου)
  9. Η ομιλία του Ανδρέα Καρίτζη. Ο δρ. φιλοσοφίας και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η έκπληξη του συνεδρίου
  10. Ἐκκλησία καὶ Ἀριστερὰ ἐν μέσω κρίσης: Δράσεις ἔναντι τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων (Μητρ. Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως Βαρνάβα)
  11. ΕΚΚΛΗΣΙΑ και ΑΡΙΣΤΕΡΑ. Ομοιότητες και διαφορές. Η ομιλία του Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως στο συνέδριο Εκκλησία και Αριστερά
  12. Η ομιλία του Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου στο συνέδριο Εκκλησία και Αριστερά
  13. Αρκαλοχωρίου Ανδρέας: «Σχέσεις Εκκλησίας και αριστεράς στην Ελλάδα μεταξύ του 20ου και 21ου αιώνα»
  14. «Ο κόκκινος Θεός» Μια Θεολογική Ανάγνωση της Ιστορίας του Σοσιαλισμού (Μ.Κωνσταντίνου)
  15. Θρησκευτικότητα και θρησκευτικά σύμβολα στον δημόσιο χώρο. Η εισήγηση του Μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού Ιγνατίου στο συνέδριο Εκκλησία και Αριστερά


Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Α. Καρίτζης: «Ο σύγχρονος λόγος της Εκκλησίας και της Αριστεράς. Από τη συγκρουσιακή στη συνεργατική ρητορική» (από το συνέδριο "Εκκλησία και Αριστερά")




Ζούμε σε μια περίοδο όπου είναι σε εξέλιξη μια τεράστια επίθεση στις ανεπτυγμένες κοινωνίες. Μια επίθεση που στο κέντρο της βρίσκεται η ίδια η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια. Ο νεοφιλελευθερισμός – αυτό είναι το όνομα που έχει επικρατήσει διεθνώς για την περιγραφή αυτής της αντίληψης – εδράζεται σε μια θεωρητική σύλληψη για τον άνθρωπο και την κοινωνία, προϊόν μιας ενδεχομενικής συνέργιας παραγόντων στους οποίους δεν θα αναφερθώ. Το κεντρικό στοιχείο της είναι ότι οι άνθρωποι είναι κατά βάση προβληματικοί, και άρα η οποιαδήποτε προσφυγή στις ανθρωπολογικές τους ποιότητες για την πραγμάτευση των κοινωνικών ή ατομικών ζητημάτων συνιστά τον δρόμο προς την καταστροφή. Οι ανθρωπολογικές ποιότητες – ή ακριβέστερα κάποιες από αυτές – θεωρούνται πηγή παθών και μη ορθολογικών συμπεριφορών. Γι’ αυτό γενέθλιος σκοπός της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης είναι η κατασκευή ενός νέου ανθρώπου, ενός νέου ορθολογικού τύπου ανθρώπου ικανού να ζήσει μια ζωή ρυθμισμένη και ήσυχη. Η πρώτη ύλη για μια τέτοια κατασκευή δεν είναι άλλη από τους νόμους της αγοράς, της ανταλλαγής και του ανταγωνισμού.
 Για να μπορέσει ένα τέτοιο σχέδιο να υλοποιηθεί πρέπει να αλλάξουν ριζικά κάποιες ανθρωπολογικές ποιότητες. Ποιότητες που απαντώνται σε διάφορες μορφές ανά τους αιώνες, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη – τις περισσότερες φορές χωρίς να καθορίζουν τις κεντρικές συντεταγμένες της οργάνωσης των κοινωνιών, αλλά και χωρίς τις οποίες δεν μπορούν να υπάρξουν κοινωνίες – και διέπουν τις πρωταρχικές διυποκειμενικές σχέσεις (γενναιοδωρία, αλληλεγγύη, αλληλοσεβασμός, λογική του δώρου κοκ).
Για τον νεοφιλελευθερισμό, στο μακροεπίπεδο της κοινωνίας ο μεγάλος εχθρός είναι η δημοκρατία, η δυνατότητα των ανθρώπων να έχουν λόγο για την πορεία των κοινωνιών με βάση τις δικές τους ανάγκες, όπως αυτοί τις αντιλαμβάνονται ως άνθρωποι και όχι ως κάτοχοι ατομικού κεφαλαίου σε ανταγωνισμό μεταξύ τους  καθώς ως τέτοιοι δεν χρειάζονται τη δημοκρατία, η λογική του ανταγωνισμού που διέπει τη λογική του κεφαλαίου αυτοματοποιεί τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Αυτός ο εχθρός είναι σύστοιχος με τον εχθρό στο μικροεπίπεδο του ατόμου όπου πρέπει να εξαλειφθεί κάθε κριτήριο, σχέση και αντίληψη για τη ζωή που δεν συνάδει με τον ανταγωνισμό. Οι άνθρωποι  οφείλουν να απεκδυθούν των ανθρωπολογικών τους ποιοτήτων και να μετατραπούν σε κατόχους ατομικών κεφαλαίων οι οποίοι διάγουν έναν βίο με μόνο κριτήριο και αρχή αυτή του ανταγωνισμού. Όποιος συμπεριφέρεται με άλλα κριτήρια πέραν του ατομικού ανταγωνισμού ή ακόμη χειρότερα αγωνίζεται για αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη, ελευθερία, δημοκρατία και δικαιώματα εκτός από το δικαίωμα να δρα ως επιχειρηματίας (που σημαίνει ότι είναι μόνος του και η ήττα στον ανταγωνισμό μπορεί να σημάνει εξολόθρευση για την οποία ο μόνος υπεύθυνος είναι ο ίδιος) είναι εχθρός της κοινωνίας, είναι εκτός νεοφιλελεύθερης κοινωνίας και απειλή. Συνεπώς, επιτρέπονται όλων των ειδών τα βασανιστήρια, πάσης φύσεως καταστολή, διασυρμός κοκ. Αυτού του είδους τα μέσα καταστολής και τρομοκράτησης έχουν ως σκοπό μεταξύ άλλων να κάνουν τους γονείς να σκεφτούν δυο και τρεις φορές για το μέλλον των παιδιών τους όταν τους λένε να γίνουν καλοί άνθρωποι και χρήσιμοι στην κοινωνία.
Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια επίθεση ανθρωπολογικής εμβέλειας με τεράστιο αριθμό θυμάτων και συνεπειών και με τον φιλόδοξο στόχο να αλλάξει εκ θεμελίων την ανθρώπινη κοινωνία. Η εν λόγω επίθεση λαμβάνει χώρα σε μια περίοδο όπου και άλλοι κόμποι της λογικής του κέρδους φτάνουν σιγά σιγά στο χτένι επιβάλλοντας να σκεφτούμε πολύ πιο συνολικά: περιβαλλοντική αποσταθεροποίηση, διατροφική κρίση, έλεγχος του γενετικού υλικού, συστήματα παρακολούθησης και ελέγχου πέρα από κάθε φαντασία, εμπορευματοποίηση της υγείας του φαρμάκου και των βασικών αγαθών, αναφλέξεις και συρράξεις σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Ο ήσυχος κόσμος του αστού παράγει καταστροφή με ταχύ ρυθμό σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της ανθρώπινης δραστηριότητας όπου έχει βάλει πόδι η λογική του κέρδους. Συνεπώς, δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μόνο τη σφοδρότητα της επίθεσης και τα δεινά που σπέρνει. Ο κίνδυνος δεν είναι μόνο ότι οι περισσότεροι προοριζόμαστε να ζήσουμε μια αναξιοπρεπή ζωή αλλά ότι η ίδια η ζωή απειλείται από την επίθεση αυτή. Αυτό είναι ένα από τα καινοφανή στοιχεία της εποχής μας. Ο αγώνας εναντίον της εκμετάλλευσης, για μια αξιοπρεπή ζωή είναι αγώνας για την ίδια την ζωή. Ο αγώνας για μια αξιοπρεπή κοινωνία ανθρώπων είναι αγώνας για την ύπαρξη κοινωνίας και ανθρώπων.
Όμως, η επίθεση αυτή βρίσκει τις δυτικές κοινωνίες ανοχύρωτες, διαβρωμένες από την εμπέδωση της λογικής του ανταγωνισμού, του ατομικού δρόμου, της απαξίωσης της συλλογικής ύπαρξης, της ειρωνείας και εγκατάλειψης των ανθρωπολογικών ποιοτήτων όπως η γενναιοδωρία, αναίσθητες τόσο καιρό απέναντι στις κραυγές άλλων λαών. Το τραγικό με ό,τι συμβαίνει στη χώρα μας και όχι μόνο είναι ότι οι κοινωνίες μας τα έχουν δικαιολογήσει όταν συνέβαιναν σε άλλους, μερίδες της τα δικαιολογούν όταν αυτά και χειρότερα συμβαίνουν σε άλλους δίπλα μας. Η ταύτιση κάποιου με τον ισχυρό, η αποδοχή ότι η ανθρώπινη ζωή είναι σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τις επιδιώξεις αυτών που προηγούνται στην κοινωνική και οικονομική ιεραρχία, η αποδοχή ότι οι άνθρωποι είναι νούμερα σε οικονομικές αναλύσεις και όχι πρόσωπα τα οποία συνιστούν τον τόπο του υπέρτατου σεβασμού οδηγεί στη συναίνεση και του δικού του χαμού. Αν συναινείς στο να κλείνονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης αυτοί που βρίσκονται από κάτω σου τότε χάνεις κάθε ηθικό έρεισμα όταν αντιστέκεσαι στη μείωση του μισθού σου, στην περικοπή της σύνταξης, στον αποκλεισμό σου από το νοσοκομείο κοκ που σου επιβάλλει ο αμέσως από πάνω σου. Το δίκιο – όμοια με την αγάπη όπως διδάσκει ο χριστιανικός λόγος – έχουν την τάση να επεκτείνονται σε όλους τους ανθρώπους, αλλιώς μαραίνονται και χάνουν το νόημά τους. Για αυτό για την αριστερά όπως και για κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο γίνεται φανερό ότι δεν υπάρχει λύση σε οτιδήποτε σχετίζεται με τις λαϊκές τάξεις που να ευνοεί κάποιους έναντι κάποιων άλλων στο εσωτερικό τους, δηλαδή ακολουθώντας την ιεραρχία του χρήματος. Είτε θα δίδεται λύση υπέρ για παράδειγμα και των Ελλήνων και των μεταναστών ή θα εφαρμόζεται μια «λύση» τόσο εναντίον των Ελλήνων (περικοπές κοκ) όσο και εναντίον των μεταναστών (στρατόπεδα συγκέντρωσης κοκ), όπως αυτή που εφαρμόζεται σήμερα.
Η προσχώρηση λοιπόν στη θέση ότι οι άνθρωποι δεν είναι πρόσωπα αλλά νούμερα είναι βαθειά, υπαρξιακή και παράγει τεράστιες συνέπειες, γεννά μια νέα εποχή, όπου το πέπλο της αξιοπρεπούς διαβίωσης τραβιέται πάνω από την τεράστια πλειοψηφία των ανθρώπων με τη συναίνεσή τους. Μικροί θύλακες ευκατάστατων σε πελάγη πληθυσμών χωρίς καμιά συνοχή όπου επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας. Ο μετανάστης και ο πρόσφυγας, δηλαδή ο άνθρωπος που δεν έχει τίποτα, κανένα δικαίωμα ούτε στη ζωή, ο άνθρωπος έρμαιο εκμετάλλευσης και εγκληματικής δράσης δεν είναι ένα ατύχημα. Είναι το ιδεώδες καθεστώς ζωής για εμάς και τα παιδιά μας. Είναι η τύχη των χαμένων του νεοφιλελεύθερου γενναίου νέου κόσμου οι οποίοι αξίζουν κάθε περιφρόνηση αφού δεν τα κατάφεραν…
Κοινωνίες οι οποίες σταθερά προσανατολίστηκαν σε μια ατομική στρατηγική ζωής βρίσκονται τώρα αντιμέτωπες με έναν εχθρό τη γλώσσα του οποίου και μόνο ξέρουν να μιλούν. Έχουν ξεχάσει τι σημαίνει σηκώνω το ανάστημά μου στην αδικία, δίνω τη ζωή μου αν χρειαστεί για να υπερασπιστώ την ελευθερία, να υπερασπιστώ τον διπλανό μου (άλλωστε δεν υπάρχουν πια διπλανοί, μόνο αντίπαλοι). Ελευθερία δεν είναι να μην με ενοχλούν, να με αφήνουν ήσυχο, να μπορώ να κλείνω τα μάτια «ελεύθερα» στο μακελειό των διπλανών μου όπως διδάσκουν οι γραφές του νεοφιλελευθερισμού.
Ελεύθερος και αξιοπρεπής είναι αυτός που ντρέπεται όταν κάποιος βασανίζεται και πονάει (γιατί διευρύνει τις αρετές των στενών διαπροσωπικών σχέσεων σε όλους τους ομοίους του), που δεν τον χωράει ο τόπος όταν νεφροπαθείς καρκινοπαθείς, νήπια, ηλικιωμένοι και άλλοι πολλοί ρίχνονται στον καιάδα της ανταγωνιστικότητας, που ντρέπεται όταν κάποιος που βοήθησε του λέει ευχαριστώ, που θέλει να παραμείνει αξιοπρεπής και άνθρωπος όταν από παντού ακούει ότι αυτό είναι αναχρονισμός, συντεχνιακή λογική και βόμβα στα θεμέλια της προσπάθειας που κάνει η χώρα, και δεν θα κάνει πίσω σε αυτό, στο να παραμείνει άνθρωπος και αξιοπρεπής ακόμη και όταν τον βρίζουν χυδαία οι κήρυκες του νεοφιλελευθερισμού και τον ταυτίζουν με τους φονιάδες.
Σε αυτή την ιστορικά κρίσιμη στιγμή η αριστερά από τη μεριά της έχει κάνει τις επιλογές της. Όμως η αριστερά δεν μπορεί μόνη της να σταματήσει την επίθεση στον άνθρωπο. Η αριστερά οφείλει να είναι μέρος μιας μεγάλης κοινωνικής, πολιτισμικής και εν τέλει ανθρωπολογικής ανάτασης των ίδιων των λαών. Απέναντι σε αυτή την ιστορικής εμβέλειας προσπάθεια μετάλλαξης των βασικών ανθρωπολογικών συντεταγμένων οι κοινωνίες έχουν ένα και μόνο δρόμο: να ανασύρουν και να ρίξουν στη μάχη για την αποτροπή αυτής της εξέλιξης όλα τα διαθέσιμα αξιακά αποθέματα που θέτουν στο επίκεντρο τον άνθρωπο. Με εφαλτήριο τα εν λόγω αποθέματα μπορούμε να αποκρούσουμε την αγορά και τους νόμους της, την επέκταση του ανταγωνισμού και της λογικής του κέρδους σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής, να αποκαταστήσουμε τη δημοκρατία, να επαναφέρουμε την αξιοπρέπεια στο κέντρο της προσοχής της δημόσιας πολιτικής και της κοινωνικής συμπεριφοράς και γιατί όχι να συρρικνώσουμε τη λογική της αγοράς, να απελευθερώσουμε την κοινωνία των ανθρώπων από τα απρόσωπα δεσμά της.
Αυτά τα αξιακά αποθέματα ενυπάρχουν σε θεσμούς και κοινωνικές πρακτικές με πολύ διαφορετικές ιστορικές διαδρομές οι οποίες μπορεί να έχουν και ένα παρελθόν συγκρούσεων. Σήμερα καθήκον όλων μας είναι να εστιάσουμε στο κατεπείγον της υπεράσπισης της έννοιας της «κοινωνίας ανθρώπων» έναντι της έννοιας της «διαχείρισης πραγμάτων» στηριζόμενοι στα εν λόγω αξιακά αποθέματα. Να ξεπεράσουμε όλοι μας τη μερικότητά μας, τα επιμέρους συμφέροντά μας, να αντιληφθούμε το ιστορικό μέγεθος των στιγμών που ζούμε, τουλάχιστον όσοι με διαφορετικούς τρόπους έχουμε ταχθεί στην υπηρεσία των διπλανών μας και να κινήσουμε μαζί, πυκνώνοντας τις γραμμές των υπερασπιστών της κοινωνίας των ανθρώπων. Αν δεν κάνουμε μια τέτοια επιλογή να είμαστε σίγουροι ότι θα σαρωθούμε όλοι σαν τα στάχια από τον άνεμο, να μην ελπίζουμε στο έλεος των εισβολέων όχι γιατί είναι «κακοί» άνθρωποι αλλά γιατί το έλεος δεν προβλέπεται στους νόμους της αγοράς και του ανταγωνισμού. Αυτή η επιλογή, η επιλογή υπέρβασης της μερικότητας και ανάληψης της ευθύνης που αναλογεί σε αυτούς που έχουν ταχθεί στην υπηρεσία των διπλανών τους είναι βαθύτατα υπαρξιακή και εν τέλει αυστηρά προσωπική. Ο καθένας από εμάς καλείται ενώπιον των δικών του πιστεύω, να επιλέξει τον δύσκολο δρόμο, να μείνει συνεπής σε αυτά που διακηρύττει ανεξάρτητα από το τίμημα, όπως έχουν κάνει άλλωστε τα πρόσωπα που αποτελούν τα πρότυπά του.
Η αριστερά έχει στον πυρήνα της ταυτότητάς της τη συλλογική ύπαρξη, τον αλληλοσεβασμό, τις ανάγκες των ανθρώπων σήμερα αλλά και των μελλοντικών γενιών, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ζωή και τη βαθιά της πίστη στην πραγματική δημοκρατία. Αυτά είναι τα αξιακά αποθέματα που καταθέτει στον αγώνα για την υπεράσπιση της «κοινωνίας των ανθρώπων».
Όμως η αριστερά παραμένει υπερδιανοητική, απευθύνεται στο λογικό των ανθρώπων, προσπαθεί να δείξει ορθολογικά ότι όποια και να είναι η ερώτηση η απάντηση είναι πάντα ο άνθρωπος. Όμως, αυτή η προσπάθεια είναι λειψή αν είναι μόνο διανοητική.
Επίσης, η αριστερά πολλές φορές ρέπει σε μια τεχνοκρατική προσέγγιση που δίνει την αίσθηση ότι είναι μέρος μιας διανοητικής ελίτ που περιλαμβάνει την αριστερά, τους πολιτικούς της αντιπάλους και άλλα δημόσια πρόσωπα με την ευρεία έννοια του όρου που δεν αφορά τον «απλό» κόσμο, άλλες φορές δίνει τη λανθασμένη αίσθηση ότι δεν ενδιαφέρεται για τη συνοχή του βίου του «απλού» κόσμου επειδή εστιάζει σε αυτά που ο αντίπαλός της γεννά στις ζωές των ανθρώπων, επειδή θέλει να τα αλλάξει όλα υποτιμώντας ότι πολλές πτυχές της ζωής των λαϊκών τάξεων δεν ταυτίζονται με τα κυρίαρχα πρότυπα αν δεν είναι κάποιες φορές και εντελώς αντιπαραθετικές όπως φανερώνει η τεράστια σήμερα επίθεση που στοχεύει στη διάλυση και αυτών των  σχέσεων.
Επιπρόσθετα, η αριστερά δεν έχει αναπτύξει επαρκώς το συναισθηματικό αντίστοιχο της διανοητικής αντίληψής της για την κοινωνία και τον άνθρωπο. Αν το συναισθηματικό αντίστοιχο της λογικής του ανταγωνισμού είναι αρνητικά συναισθήματα όπως το μίσος και ο φθόνος, το συναισθηματικό αντίστοιχο της λογικής της συνεργατικότητας και της αλληλεγγύης, της λογικής της αριστεράς, είναι η αγάπη. Όμως η αριστερά δεν ξέρει πώς να φέρει την αγάπη στο κέντρο της πολιτικής της πρότασης. Μπορεί να φτιάξει μεγάλα προγράμματα για την ορθολογική οργάνωση μιας αξιοπρεπούς κοινωνίας και να την προσφέρει προς αξιολόγηση στο λογικό των ανθρώπων, δεν ξέρει όμως πώς να απευθυνθεί στον συναισθηματικό τους κόσμο, να καλλιεργήσει μέσα στους ανθρώπους το δικό της συναισθηματικό αντίστοιχο, την αγάπη, σε αντίθεση με τους νεοφιλελεύθερους οι οποίοι έχουν αναπτύξει στο έπακρο τους μηχανισμούς υποδαύλισης των δικών τους συναισθηματικών αντίστοιχων, του μίσους και του φθόνου στις καρδιές των ανθρώπων.
Ο χριστιανικός λόγος – με τη δική του διακριτή ιστορική θέσμιση και διαδρομή η οποία δεν είναι στο απυρόβλητο από τη σκοπιά της αριστεράς – διαθέτει εκείνη τη συναισθηματική διάσταση που λείπει από την αριστερά, διαθέτει επίσης πολύτιμα αξιακά κοιτάσματα τα οποία μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο στην υπεράσπιση των υπό απειλή ανθρωπολογικών ποιοτήτων των οποίων άλλωστε αποτελούν ιστορικά μοναδική έκφανση.
Μερικές μόνο ενδεικτικές περιοχές όπου μπορεί κανείς να αναζητήσει τα εν λόγω κοιτάσματα. Η κατεξοχήν προσωπική σχέση του κάθε ανθρώπου με το θείο στη χριστιανική διδασκαλία καθιστά τον άνθρωπο ένα πρόσωπο το οποίο δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με την ψυχρή οικονομική αριθμητική και την αναγωγή των ανθρώπων σε οικονομικά μεγέθη και αναλύσεις κόστους. Ο κάθε άνθρωπος ως πρόσωπο είναι ένα ολόκληρο και ανεξάντλητο σύμπαν σε αντίθεση με τη μονοδιάστατη λογική του κατόχου ατομικού κεφαλαίου. Επιπρόσθετα, αν η σχέση του ανθρώπου με τον θεό είναι μια βαθειά και ανεξίτηλα προσωπική σχέση, εντούτοις δεν είναι μια ιδιωτική υπόθεση. Το άγιο πνεύμα φανερώνεται στην εκκλησία, δηλαδή στην κοινότητα των πιστών, η θέωση πραγματώνεται στη συλλογική ύπαρξη και την άμεση διαπροσωπική σχέση, στοιχεία που είναι εξ ορισμού αντίθετα στην κοινωνία των ανταγωνιστών και των εγωιστών. Η χριστιανική έννοια της αγάπης υπερβαίνει διαιρέσεις και διαφορές και γενικεύει θεμελιακές ανθρωπολογικές ποιότητες που διέπουν τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις στο σύνολο της ανθρωπότητας. Αν ο νεοφιλελευθερισμός διδάσκει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι εναντίον όλων όπως επιτάσσει η λογική του κεφαλαίου, η χριστιανική αγάπη διδάσκει το ακριβώς αντίθετο: όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια.
Τέλος, ο χριστιανικός λόγος αναφέρεται στους ανθρώπους ως εάν να μετέχουν δυνητικά σε ένα μεγάλο συμβάν, αναγνωρίζει σε αυτούς την τάση προς το απόλυτο, το θείο ως εγγενές χαρακτηριστικό τους, αντιτάσσεται λοιπόν θεμελιακά στην απλή διαβίωση, στην κακώς εννοούμενη απομάγευση της ανθρώπινης κατάστασης, στη συνθηκολόγηση με τις επιταγές του βιολογικού κύκλου. Εδώ συναντιέται ιδιόμορφα με την αριστερά που πιστεύει στη δυνατότητα της συλλογικής ανθρώπινης δράσης να υπερβεί τις επιταγές του ιστορικού κύκλου, της διαιώνισης της αδικίας και της εκμετάλλευσης και να επικοινωνήσει, να ερωτοτροπήσει με τη χριστιανική έννοια με το απόλυτο με μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και αδικία. Και η αριστερά και ο χριστιανικός λόγος συνιστούν διαφορετικές προσπάθειες να κατανοήσει ο άνθρωπος τον εαυτό του και να συγκροτήσει έναν συνεκτικό βίο χωρίς να παρακάμπτεται η ανεπανάληπτη ανθρωπολογική διάσταση που τον καθιστά αυτό που είναι, αυτή της τραγικής όσο και μεγαλειώδους επίγνωσης της περατότητας της ύπαρξης που προκαλεί η δυνατότητα σύλληψης του απόλυτου.
Μπροστά στον κίνδυνο που διατρέχουμε σήμερα από την προσπάθεια να γίνει ο άνθρωπος ένα ον καταστατικά ξένο προς την ίδια του τη συνθήκη ύπαρξης – ένας στόχος που εξ ορισμού δεν μπορεί να επιτευχθεί αλλά η επιδίωξή του μπορεί να γεννήσει αμέτρητο πόνο και να θέσει σε κίνδυνο την ύπαρξη της ανθρωπότητας – το κρίσιμο δεν είναι η εξέταση των παραμέτρων των εν λόγω κοσμοθεωρήσεων ώστε να εξακριβώσουμε πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Άλλωστε μια τέτοια συζήτηση είναι σε εξέλιξη εδώ και αιώνες και θα συνεχίζεται για πολύ καιρό.
Το κρίσιμο είναι να κατανοήσουμε βαθειά ότι η μεγάλη αφύπνιση των ίδιων των λαών που είναι σήμερα το ζητούμενο οφείλει να αναζωπυρώσει τις αξίες και τις αρετές που πηγάζουν από τις ανθρωπολογικές ποιότητες οι οποίες βρίσκονται στον αντίποδα και το στόχαστρο του νεοφιλελεύθερου κανιβαλισμού. Οι εν λόγω αρετές και αξίες συνιστούν το υπόβαθρο τόσο της αριστεράς όσο και του χριστιανικού λόγου, ενυπάρχουν, γενικεύονται και ριζοσπαστικοποιούνται με διαφορετικό τρόπο εντός τους. Ο χριστιανικός λόγος και η αριστερά αποτελούν θύλακες – όχι τους μόνους – αυτών των πρωταρχικών αρετών που πρέπει να αναζωπυρωθούν. Η μεγάλη αφύπνιση που είναι το ζητούμενο οφείλει με επιδέξιο τρόπο και με την επινόηση νέου λεξιλογίου να μιλήσει ξανά για αυτές τις πρωταρχικές αρετές και αξίες όπως η αλληλεγγύη, η αγάπη, η προσφορά, η τιμιότητα, η αφοσίωση, η γενναιοδωρία. Πάνω σε αυτές μπορούν οι λαοί να βρουν το στιβαρό έδαφος για να κάνουν τη μεγάλη ανατροπή.
Ζούμε σε εκείνες τις σπάνιες στιγμές στην ιστορία όπου το κατεπείγον της πολιτικής και κοινωνικής δράσης και της απάντησης σε καθημερινά αδιέξοδα βραχυκυκλώνεται με υπαρξιακά ζητήματα και θεμελιακές λογικές και επιλογές. Η δεκτικότητα των ανθρώπων σε τέτοια μεγάλα ερωτήματα είναι πρωτοφανής και η κινητοποίησή τους περνάει μέσα από αυτό το βραχυκύκλωμα. Ο λαός μας και άλλοι λαοί πρέπει να κάνουν μια μεγάλη ανατροπή, ανθρωπολογικής εμβέλειας, αν θέλουν να μείνουν απλά όρθιοι. Άλλωστε, όποτε βελτιώθηκε έστω και λίγο η ζωή των πολλών και πήγε η ιστορία παρακάτω πάντα έγινε μετά από ένα πέταγμα στον ουρανό. Ένα πέταγμα στον ουρανό το οποίο συνιστά κοινό τόπο τόσο της αριστεράς όσο και του χριστιανικού λόγου, παρά τις μεγάλες διαφορές. Ας αναλάβουμε να μορφοποιήσουμε και να φέρουμε σε πέρας το πέταγμα που απαιτούν οι δικοί μας καιροί ένα καινοφανές πέταγμα στον ουρανό που ο χρόνος εναπόθεσε, είτε το θέλουμε είτε όχι, στα δικά μας χέρια.






Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη