Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εθνικισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εθνικισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2022

Γκροτέσκο εθνικισμός




Πρέπει να ήταν πριν το 2000. Πήγα να πάρω σουβλάκια από ένα μαγαζί που διατηρούσε κάποιος αλλοδαπός στα Μεσόγεια. Μου είχαν πει πως κάνει τα καλύτερα στην περιοχή. Πηγαίνοντας λοιπόν να πληρώσω βλέπω δίπλα στο ταμείο μια στοίβα με τεύχη του "Ιχώρ".
-"Γνωρίζεις το περιεχόμενο;", τον ρωτάω γεμάτος έκπληξη.
-"Φυσικά", μου λέει. "Εξαιρετικό περιοδικό! Έχω όλα τα τεύχη!".
Μένω κόκαλο για λίγο, τον πληρώνω και φεύγω.
Έξω από το μαγαζί σκέφτομαι τη σούρεαλ σκηνή που μόλις είδα.
"Πιο γκροτέσκο εθνικισμός, πεθαίνεις", λέω από μέσα μου και μπαίνω γρήγορα στο αμάξι.


Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

Χριστιανισμός, εθνικισμός και ρατσισμός

Ο επίσκοπος του Μπουρούντι και της Ρουάντα (Αφρικής) Ιννοκέντιος σε προσκύνημα Αφρικανών ορθοδόξων χριστιανών στα βουνά του Καυκάσου, προς τιμήν της αγίας Νίνας, που τον 4ο αιώνα έφερε το χριστιανισμό στη χώρα της Γεωργίας (από ορθόδοξο ιστολόγιο για την υπεράσπιση της Αφρικής: http://grforafrica.blogspot.com/2018/06/he-sunday-of-all-saints-sunday-after.html

πηγή-φωτό: rethemnos.gr



Του Θ. Ι. Ρηγινιώτη

Η εποχή μας είναι μια εποχή πανικού. Οικονομική κρίση που πλήττει ολοένα και περισσότερο τους ασθενέστερους, ψυχική πίεση (την οποία επιτείνει η – με ή χωρίς εισαγωγικά – πανδημία), σοβαρό έλλειμμα παρουσίας του κράτους στην υποστήριξη του πολίτη, εξωτερικές απειλές (Τουρκία) και ένα σωρό άλλα ακανθώδη ζητήματα δοκιμάζουν την υπομονή και τις αντοχές μας, κουρελιάζοντας την αξιοπρέπεια όλων μας και θέτοντας σε κίνδυνο το αίσθημα ασφάλειας που θα έπρεπε να αισθάνεται ο καθένας, όχι απλώς μέσα στην ίδια τη χώρα του αλλά ακόμη και ως μετανάστης σε κάθε «ελεύθερη» (τι είναι αυτό;) και ευνομούμενη χώρα.

Όπως σε κάθε εποχή πανικού, έτσι και σήμερα, οι συνθήκες ευνοούν την ανάδειξη των ακραίων πολιτικών τάσεων, που υπόσχονται στους ανθρώπους απελευθέρωση από τα επώδυνα δεσμά τους. Γι’ αυτό και βλέπουμε ναζιστικές ομάδες και ακροδεξιά κόμματα να μπαίνουν στη Βουλή και οι ιδέες τους να βρίσκουν οπαδούς ακόμη και ανάμεσα στους ανθρώπους που δεν τα ψηφίζουν.

Μεταξύ των άλλων, σε στοιχείο πολιτικής ιδεολογίας μετατρέπεται και ο χριστιανισμός. Είναι φυσικό, επειδή ο χριστιανισμός έχει κοινωνικό μήνυμα (που είναι αυτόματα και πολιτικό μήνυμα), αλλά και επειδή στο παρελθόν η χριστιανική πίστη έχει εμπνεύσει πολλές φορές τις απελευθερωτικές επαναστάσεις του λαού μας, όπως και άλλων λαών.

Γινόμαστε λοιπόν πολιτικοποιημένοι ως χριστιανοί. Φυσικά δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο χριστιανισμός είναι πρωτίστως πνευματική υπόθεση και ότι στο παρελθόν μετατράπηκε σε δεκανίκι της δικτατορίας, όπως και στο Μεσαίωνα παραμορφώθηκε σε μέσο τρομοκρατίας και καταπίεσης των δυτικοευρωπαϊκών λαών από τη λεγόμενη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, καθώς και από τους Ευρωπαίους βασιλείς. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή και επίγνωση ότι ο χριστιανισμός δεν μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική παράταξη, αλλά επίσης επίγνωση ότι οφείλει να εμπνέει πολιτική στάση, προς όφελος των ανθρώπων. Η άποψη ότι ο χριστιανισμός δεν πρέπει να εκφράζεται δημόσια, είναι όχι μόνο εσφαλμένη, αλλά και ύποπτη, γιατί ο χριστιανισμός είναι επαναστατικός και απελευθερωτικός.

Η πολιτική στάση που εμπνέει ο αυθεντικός χριστιανισμός χαρακτηρίζεται από δικαιοσύνη, φιλανθρωπία προς όλους (ακόμη και προς τους εγκληματίες), σεβασμό προς κάθε άνθρωπο, ανιδιοτέλεια και διάθεση αυτοθυσίας και αυτοπροσφοράς.

Βεβαίως ένας χριστιανός (πολιτικοποιημένος ή μη) δεν μπορεί να μείνει απαθής απέναντι σε ζητήματα όπως η κοινωνική αδικία, η οικονομική εξαθλίωση, η εκμετάλλευση των εργαζομένων (σε αυτά άσκησαν σφοδρή κριτική ακόμη και οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως οι Τρεις Ιεράρχες, που συγκρούστηκαν με την εξουσία της εποχής τους διακινδυνεύοντας τη ζωή τους!), αλλά και ζητήματα που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνονται πολιτικά, όπως ο διασυρμός του ανθρώπινου σώματος, με τη μετατροπή του σε σεξουαλικό αντικείμενο, και η ομοβροντία μηνυμάτων βίας και αλλοφροσύνης που υφίσταται ιδίως η γενιά των εφήβων (αλλά και των παιδιών) μέσω μιας «ψυχαγωγίας» που περιλαμβάνει σκηνές φόνων και βασανιστηρίων, ιστορίες τρόμου και κανιβαλισμού, τερατόμορφους και δαιμονικούς «ήρωες» κ.τ.λ. Τα στοιχεία αυτά – όπως και πολλά άλλα δυστυχώς! – ήδη έχουν δείξει τους πικρούς καρπούς τους στη ζωή νέων ανθρώπων αλλά και ολόκληρων οικογενειών και της κοινωνίας συνολικότερα.


Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

Σ. Αμάραντος, Χρυσή Αυγή: το άνθος του ολοκληρωτισμού

 [πηγή: Αντίφωνο]
http://www.antifono.gr
Το φαινόμενο «Χρυσή Αυγή» έχει απασχολήσει  κάθε υγιή νου και κάθε δημοκρατική συνείδηση. Δεν είναι απαραίτητο να προβεί κάνεις σε μια σχολαστική επιχειρηματολογία για να αποδείξει τα ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης κομματικής οργάνωσης. Αυτό που θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι το πώς μια γραφική οργάνωση που ενσωμάτωνε μερικές δεκάδες μόνο ανθρώπων, απέκτησε ισχυρή, σε εθνικό επίπεδο, εκλογική δύναμη, αρκετή να εισηγείται νομοθετήματα μίσους και να χρησιμοποιεί το όνειδος της βουλευτικής ασυλίας, προκειμένου να κατοχυρώνει νομικά την εγκληματική της συμπεριφορά. 
Οι γνώσεις που κομίζουμε από τον χώρο της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης ειδικά σε ότι αφορά την κοινωνιο-γένεση της ψυχής μας παρέχουν βάσιμα δεδομένα για το ψυχολογικό υπόστρωμα της ολοκληρωτικής προσωπικότητας και άρα για το ψυχολογικό προαπαιτούμενο κάθε ολοκληρωτικού συλλογικού φαινομένου. Στην αρχική της κατάσταση η ψυχή αγνοεί την διάκριση του εαυτού της από τον κόσμο, αγνοεί την ύπαρξη υποκειμένου και αντικειμένου, ενσωματώνει δηλαδή τα πάντα και το τίποτα. Στην φάση αυτή το ψυχικό «είναι» διέπεται από την αρχή της ενότητας, της απόλυτης κάλυψης των επιθυμιών και άρα την αρχή της ηδονής. Η ρήξη αυτού του αυτιστικού πυρήνα της ψυχή συμβαίνει όταν τίθεται για τη ψυχή η πρώτη στέρηση από την πλευρά του κοινωνικού περιβάλλοντος κάποιας επιθυμίας (συνήθως πρόκειται για την επιθυμία της τροφής. Η αίσθηση της πείνας στο νεογέννητο παιδί, έστω και για κάποιες στιγμές αρκεί). Το αίσθημα της απαρέσκειας που παρουσιάζεται στην ψυχή θα συγκρουστεί με την αρχή της ηδονής και έτσι θα μετατοπιστεί προς τα έξω. Ο αντικειμενικός κόσμος με άλλα λόγια δεν αναγνωρίζεται από την ψυχή, παρά για να εξορίσει από τον πυρήνα της τα δυσάρεστα αισθήματα. Ο έξω-ψυχικός κόσμος από αυτή τη στιγμή και ύστερα ταυτοποιήται ως φορέας του αρνητικού. Ο κόσμος ως φορέας του αρνητικού θα διαστέλλεται και θα συστέλλεται ανάλογα με τις ανάγκες της ψυχής στο διηνεκές, ανάλογα δηλαδή με το τι ανά περίπτωση θα θεωρηθεί από το υποκείμενο ως οικείο, πάντοτε σε αντιπαράθεση με το άγνωστο. Αρκεί να σκεφτεί κάποιος από εμάς μια άγνωστη κατάσταση συνδεδεμένη με την ύπαρξή του για να νιώσει άγχος! Από όλες αυτές τις παρατηρήσεις κρατάμε το γεγονός πως ο ξένος ανεξάρτητα από την ηθική του συγκρότηση και την καθημερινή του δράση αποτελεί φορέα αρνητικών προβολών, συνιστά εχθρό.
Περνώντας τώρα από το ψυχολογικό και γενικό επίπεδο στο ιστορικό και κοινωνικό, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως η οργάνωση των ελληνικών πληθυσμών σε έθνος κράτος μέσα από τις επαναστατικές διεργασίες του 1821, καθώς και τις συγκρούσεις που έλαβαν χώρα στο εσωτερικό, έδωσαν ένα σύνολο πολιτικών, διοικητικών και εκπαιδευτικών θεσμών που δεν ανταποκρίνονταν στην κοινωνική ιδιαιτερότητα του ελληνισμού, ήταν όμως σε πλήρη συμφωνία με τις θεσμικές εξελίξεις των Δυτικών κοινωνιών, όψιμα απελευθερωμένων από την χιλιετή πολιτισμική στασιμότητα του Μεσαίωνα και της τυραννίας των φεουδαρχικών και θρησκευτικών αρχών. 
Θυμίζουμε εντελώς σχηματικά ότι ο Ελληνισμός (διακρινόμενος από την οποιαδήποτε βιολογική-φυλετική και άρα φανταστική ορίζουσα) σήμαινε πάντοτε αφενός μια εσωτερική πολιτισμική πολυσημία (σε επίπεδο πολιτικό, ιδεολογικό, πολιτιστικό κλπ) η οποία συναρθρώνονταν δημιουργικά σε μια ενότητα και αφετέρου το άνοιγμα προς τους άλλους (τους μη Έλληνες), δανειζόμενος στοιχεία από διάφορες πτυχές της ζωής ξένων κοινωνιών, τα οποία και ενσωμάτωνε στα δικά του ζητούμενα. Ο Ελληνισμός ακόμη και όταν βρέθηκε κάτω από πολύ σκληρές ξένες, εθνικά, εξουσίες δεν φοβήθηκε να διαλεχτεί και να συνυπάρξει με τους άλλους, διατηρώντας την εθνική του ιδιαιτερότητα. Τι είναι τώρα αυτό που μας κάνει εντός του δικού μας έθνους-κράτους να φοβόμαστε τους άλλους; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά ο ίδιος μας ο αφελληνισμός. Το αίσθημα του υπερβολικού φόβου απέναντι στο ξένο-μετανάστη δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώνει την συλλογική μας αλλοτρίωση, ως προς αυτό που συνιστούσε τον πυρήνα του Ελληνικού σημαινόμενου.
Εξηγούμαστε: οι θεσμοί που οργάνωσαν το ελληνικό έθνος-κράτος όντας αλλότριοι ως προς την τότε ελληνική κοινωνία, αλλοίωσαν τουλάχιστον στο συνειδητό επίπεδο την αντίληψη των Ελλήνων για τον εαυτό τους, την ταυτότητα και την ιστορία τους, καθώς και τη σημασία που είχε πλέον ο «ξένος» ως προς αυτούς. Το οξύμωρο της όλης κοινωνικής εξέλιξης ήταν ότι ο νεοελληνικός εθνικισμός, διαμορφωμένος στο κλίμα και το πνεύμα των εισαγόμενων από τη Δύση θεσμών και διακηρύσσοντας την ανάγκη για αυτιστικό κλείσιμο του έθνους εντός του κράτους, συμβάλει και επιβεβαιώνει την αλλοτρίωση του Ελληνισμού. Μοιραία λοιπόν οι νεοέλληνες εθνικιστές είναι εγκλωβισμένοι στο να δίνουν μάχες υπέρ αυτού που θέλουν να πολεμήσουν.
Παρόλα αυτά η εθνικιστική αντίληψη ανταποκρινόμενη στις κατώτερες διεργασίες των συναισθηματικών αναγκών κάθε ανθρώπου, μπόρεσε να αποτελέσει για πολλές δεκαετίες το ψυχολογικό αντιστάθμισμα της ασυμμετρίας μεταξύ των βαθύτερων κοινωνικών θεσμίσεων της ελληνικής κοινωνίας και των  θεσμών που της επιβλήθηκαν. Η κρατική εθνικιστική προπαγάνδα έκοψε στα μέτρα της την ιστορία, προβάλλοντας μια σχεδόν υπερβατική θεμελίωση του νέου Ελληνισμού, στο εξιδανικευμένο και γι΄ αυτό κουτσουρεμένο αρχαίο του παρελθόν.
Η όλη αυτή κατάσταση λειτούργησε αποτελεσματικά ως προς την χειραγώγηση των Ελλήνων πολιτών, για όσο το κράτος κουτσά-στραβά μπορούσε να ικανοποιήσει τουλάχιστον κάποιες βασικές βιοτικές και καταναλωτικές τους ανάγκες , έστω και αν υποθήκευε το μέλλον τους με έναν συνεχώς αυξανόμενο δανεισμό. Το κράτος παρά τις τρομακτικές του ελλείψεις, τις αδικίες και την διαπλοκή, έδινε  μια αίσθηση ότι είναι κυρίαρχο και ότι λειτουργεί. Πραγματοποιούσε ακόμη το ψευδεπίγραφο ιδεώδες του ενσαρκωτή και συντονιστή του ελληνικού έθνους. Έτσι όλοι ήταν ικανοποιημένοι. Από την μια ο λαός ικανοποιούσε τις βιοτικές του ανάγκες αλλά και το επιθυμητικό του, μέσα από ένα σύνολο τελετουργικών πράξεων και θεαμάτων εθνικής ανάτασης, όπως αθλητικά γεγονότα, παρελάσεις, επικοινωνιακά οργανωμένες εντάσεις με γειτονικούς λαούς, μέσω συναισθηματικά φορτισμένων πολιτικών δηλώσεων για εσωτερική κατανάλωση και από την άλλη οι ηγεμονεύουσες ομάδες του έθνους μπόρεσαν ανενόχλητες να συνεχίσουν την εκμετάλλευση εις βάρος της ελληνικής κοινωνίας. 
Όταν όμως η κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος ενέταξε και την Ελλάδα στον κύκλο της, το κράτος όπως και οι ηγεμονεύουσες κοινωνικές ομάδες έχασαν την νομιμοποίηση τους ως ενσαρκωτές και καθοδηγητές του έθνους. Το κενό λοιπόν αυτό μπόρεσε να καλύψει στην ελληνική κοινωνία το κατάλοιπο του ναζισμού που ακούει στο όνομα «Χρυσή Αυγή». Το πολιτικό λοιπόν σύστημα με τις όποιες ιεραρχήσεις του, που είναι σε τελική ανάλυση υπεύθυνο για οτιδήποτε συμβαίνει σε μια κοινωνία, δημιούργησε τις προϋποθέσεις τόσο για την κοινωνική αποδόμηση και εθνική αλλοτρίωση, όσο και για την ανάπτυξη και δυναμική ολοκληρωτικών φαινομένων στον χώρο και της δεξιάς και της αριστεράς.
Σε όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε και το βίωμα της καθημερινής συντριβής της πλειοψηφίας  των Ελλήνων πολιτών,  σχεδόν σε κάθε έκφανση της ζωής τους,(από την αδυναμία των απολυμένων  ή εξευτελιστικά αμειβόμενων γονιών να συντηρήσουν τα παιδιά και τους εαυτούς τους, έως τις ματαιωμένες πιθανότητες των νεότερων γενεών να ασκήσουν τις ζωτικές δυνάμεις και ικανότητες που εγκυμονούν)    από τις πολιτικές της μνημονιακής συμμαχίας, οι οποίοι εκτός της παθητικότητας και εξαιτίας της έλλειψης  ενός συλλογικού ανατρεπτικού προτάγματος, δεν είναι δύσκολο να αναζητήσουν διέξοδο στην τυφλή βία ενάντια σε εξιλαστήρια θύματα, αρκεί τα τελευταία να μπορούν να τυποποιηθούν με την ιδιότητα του διαφορετικού και του ξένου. Το γεγονός μάλιστα πως εδώ και δύο δεκαετίες τα κύματα των μεταναστών που ήρθαν στην χώρα δεν τέθηκαν υπό τον αυστηρό έλεγχο την πολιτείας, ενδυναμώνει ακόμη περισσότερο το υπόβαθρο της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.
Στο σημείο αυτό θα διακινδυνεύσουμε μια πρόγνωση: καθώς η κρίση θα βαθαίνει και το πολιτικό σύστημα θα απέχει από τις ευθύνες ανάληψης πρωτοβουλιών για ανατροπή των ίδιων του των παθογενειών, τα ολοκληρωτικά φαινόμενα θα απειλούν όλο και πιο έντονα την ελληνική κοινωνία. Το χειρότερο είναι πως όπως δείξαμε στην αρχή η αντίληψη του ξένου και άρα του εχθρού διαστέλλεται και συστέλλεται κατά βούληση, πράγμα που σημαίνει πως σε περίπτωση που ένα ολοκληρωτικό κόμμα όπως η «Χρυσή Αυγή» αποκτούσε αρκετή δύναμη θα μπορούσε να στρέψει απροκάλυπτα τον μισανθρωπισμό της, όχι πλέον μόνο εναντίον των μετανάστων, αλλά σε διάφορες άλλες ειδικές κοινωνικές κατηγορίες, ανάλογα με το αν συμφωνούν η όχι με τον νοσηρό τους μονολιθισμό. Κάτι τέτοιο μπορεί λόγου χάρη να ξεκινά με τις φεμινίστριες και τους ζωόφιλους και να τελειώνει με τους οπαδούς μιας ομάδας και τους ακροατές ενός συγκεκριμένου ραδιοφωνικού σταθμού!!! 
Θα πρέπει να καταλάβουμε πως όλοι όσο διατηρούμε για τον εαυτό μας μια ελάχιστη αξίωση για προσωπική αυτονομία και κριτική σκέψη, είμαστε εν δυνάμει θύματα οργανώσεων όπως η «Χρυσή Αυγή».
 
--------------------------------
*Ο Σ. Αμάραντος είναι κοινωνιολόγος, υπ. Δρ. Πολιτικής Φιλοσοφίας


Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Ευστάθιου Χ. Λιανού Λιάντη, Με αφορμή τις κωδωνοκρουσίες των Καλαβρύτων: Υπάρχει ορθόδοξος εθνικισμός;

Ανιχνεύοντας την ιδεολογική παραφθορά του χριστιανικού μηνύματος
Ένα από τα σημαντικά βιβλία που έχει επιμεληθεί ο Ευστάθιος Χ. Λιανός Λιάντης


και είπε Κύριος· τί πεποίηκας; φωνή αίματος του αδελφού σου βοά προς με εκ της γης

Γεν. 4:10

Στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία υφίσταται ένα παραγνωρισμένο χαρακτηριστικό, το οποίο μπορεί να δώσει την απάντηση στην αποδοχή ή την απόρριψη του εθνικισμού από το σώμα της. Αυτό είναι η εκκλησιολογική τεκμηρίωση της αγιότητας των ονομαζόμενων «στρατιωτικών αγίων», μιας αγιολογικής κατηγορίας, η οποία, παρά τις προσπάθειες αλλοτρίωσης της ταυτότητάς της από τους κρατικούς θεσμούς, παραμένει η πλέον επαναστατική και αντιεξουσιαστική. Οι άγιοι Γεώργιος, Δημήτριος, Σεβαστιανός, για να αναφερθούμε μόνον στους επιφανέστερους, δεν ήταν στρατιωτικοί που έπεσαν υπερασπιζόμενοι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία· ήταν αξιωματικοί που διακήρυξαν τη χριστιανική τους πίστη, αρνούμενοι την αυτοκρατορική/εθνική λατρεία και την κρατική θρησκευτική πολιτική. Έτσι, ήλθαν αντιμέτωποι με την εξουσία, που τους επέβαλε μαρτυρικό θάνατο. Την καθοριστική τους μάχη την έδωσαν μη μαχόμενοι, ενώ τη στιγμή του θανάτου στάθηκαν άοπλοι, «άδοξοι» για την εγκόσμια «εν όπλοις» δόξα.
Όταν η αυτοκρατορία έγινε χριστιανική, τέθηκε το ζήτημα της ιερότητας των πολέμων, που διεξήγαγε, και ζητήθηκε από την Εκκλησία η αναγνώριση ως αγίων των στρατιωτών οι οποίοι έχαναν τη ζωή τους πολεμώντας υπό τα λάβαρα του χριστιανού αυτοκράτορα. Όμως, η βυζαντινή θεολογία γνώριζε τα όρια των περιχωρήσεων των θεσμών. Η απάντηση της συνόδου του Πατριαρχείου στον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, ήταν: «Πώς αυτοί που φονεύουν και φονεύονται στους πολέμους θα μπορούσαν να λογισθούν μάρτυρες ή εφάμιλλοι των μαρτύρων, όταν οι θείοι κανόνες τους επιβάλουν επιτίμιο, εμποδίζοντάς τους για τρία χρόνια από την ιερή μετάληψη;». Κανένας πόλεμος για τη βυζαντινή Εκκλησία δεν μπορούσε να είναι ιερός, διότι αυτό θα αλλοίωνε την καθαυτή υπόστασή της ως Εκκλησία του Χριστού. Ο πόλεμος, ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε έθνη και η αντιπαλότητά τους είναι χαρακτηριστικά του «κόσμου τούτου». Και οι ιεράρχες θεολόγοι της εποχής δεν λησμονούσαν ότι ακόμη κι αν βρίσκονταν εντός του κόσμου, και αναγκάζονταν σε συμβιβασμούς, δεν ανήκαν σ’ αυτόν· «εκ του κόσμου ουκ εισίν καθώς εγώ εκ του κόσμου ουκ ειμί» Ιω. 17:16.
Σήμερα οι ορθόδοξοι αρχιερείς φέρουν αμφίεση παρόμοια μ’ εκείνη του βυζαντινού αυτοκράτορα· ένα τυπολογικό ιδίωμα που διατηρείται προκειμένου να επισημανθεί η νοητή συνέχεια της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας της Ανατολής. Παρότι ο τύπος εμμένει, η ουσία επιλανθάνεται. Και τούτο δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τη θεολογία αλλά και με την «κοσμοθεωρία» της αυτοκρατορίας. Το Βυζάντιο ήταν πολυεθνικό και «υπερεθνικό» σε όλες τις κοινωνικές βαθμίδες. Αφομοίωνε και ενέτασσε λαούς όχι με εθνολογικούς αλλά με πολιτιστικούς όρους. Και οι «αλλοεθνείς» έφθαναν έως το ύπατο αξίωμα. Ο αρμενικής καταγωγής Ηράκλειος ήταν αυτός που θέσπισε ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας την ελληνική. Τη δυναστεία του Ηρακλείου διαδέχθηκε η συριακή δυναστεία των Ισαύρων, για ν’ ακολουθήσουν οι Φρύγες του Αμορίου. Έναντι, λοιπόν, ποιας πολιτιστικής κληρονομιάς ή παράδοσης μπορεί ένας ιεράρχης να ιδεολογικοποιεί τον ρατσισμό, να προπηλακίζει τους μετανάστες ως ανεπιθύμητους, να μιλάει για εθνική καθαρότητα;
Ο μακαριστός Μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας, ανάστημα κεφαλαιώδες για την Εκκλησία της Ελλάδος, αναρωτήθηκε κάποτε: «Πώς μπορούμε εγώ και ο αδελφός μου από την άλλη μεριά των συνόρων, ως ορθόδοξοι επίσκοποι, να ευλογούμε στρατεύματα, που αν χρειαστεί, θα διεξάγουν μια φονική μάχη μεταξύ τους;». Οι λόγοι αυτοί εκφράζουν την αναγκαία θεολογική ευαισθησία, το συνειδησιακό ενέργημα, του χριστιανού ποιμένα, ο οποίος αντιλαμβάνεται το σύνορο ως εμπόδιο της αδελφοσύνης. Εδώ έγκειται και η διαφορά, εκκλησιολογική και κανονική, της περιφεριοποίησης της εκκλησιαστικής διοίκησης, που υφίστατο από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες για την εξυπηρέτηση ποιμαντικών αναγκών με τον ψευδο-νεωτερικό εθνικό διαχωρισμό των Εκκλησιών.
Η πράξη του εθνικού διαχωρισμού συνιστά αίρεση για την Ορθόδοξη Εκκλησία σύμφωνα με τον Όρο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου (Κωνσταντινούπολη, 1872). Το κείμενο του Όρου αποκόπτει από το εκκλησιαστικό σώμα όσους πρεσβεύουν ή εφαρμόζουν εθνοφυλετικές αντιλήψεις και πρακτικές: «Αποκηρύττουμε, επικρίνοντας και καταδικάζοντας, τον φυλετισμό, δηλαδή τις φυλετικές διακρίσεις και τις εθνικές έριδες και φθόνους και διαιρέσεις στην Εκκλησία του Χριστού […]. Εκείνους που αποδέχονται αυτόν τον φυλετισμό και πάνω του τολμούν να θεμελιώνουν καινοφανείς φυλετικές παρασυναγωγές, τούς κηρύττουμε, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, αποκομμένους από τη μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και ως εκ τούτου σχισματικούς».
Η απάντηση, λοιπόν, στους ιερωμένους που σηκώνουν τα εθνικιστικά λάβαρα δεν είναι ότι δεν έχουν δικαίωμα να μιλούν γιατί είναι «εκκλησιαστικοί». Έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται, όπως κάθε κοινωνική τάξη σε μια δημοκρατική χώρα. Η απάντηση, που οφείλει να δοθεί από τους προοδευτικούς φορείς, είναι ότι αυτές οι θέσεις τους είναι απροκάλυπτα αντιχριστιανικές και τους καθιστούν υπόλογους στην ίδια την Εκκλησία. Ο Μέγας Βασίλειος χαρακτήριζε αυτούς τους επισκόπους «λύκους βαρείς, που διασπούν το ποίμνιο του Χριστού»· και είναι όντως «λύκοι βαρείς» όσοι εγκολπώνονται τον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία και τον ναζισμό, ειδικά όταν οι ίδιοι φέρουν εγκόλπιο με τη μορφή του Χριστού.
——————————————
Ο Ευστάθιος Χ. Λιανός Λιάντης είναι θεολόγος και επιμελητής εκδόσεων.



Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Σπύρος Βρυώνης: Κοινωνικές επιστήμες, έθνος και εθνικισμός


Η απόφαση της Ακαδημίας Αθηνών να οργανώσει τρεις διαφορετικές ημερίδες, σχετικές με τους αποφασιστικούς σταθμούς της προέλευσης των σύγχρονων Ελλήνων, είναι σημαντική για το νέο ελληνικό κράτος και για εκείνους που αυτοπροσδιορίζονται ως σύγχρονοι Έλληνες, όπως και για εκείνους που δεν το κάνουν. Οι αποσυνθετικές παράμετροι των διεθνών διπλωματικών και στρατιωτικών συγκρούσεων έχουν δημιουργήσει ένα παγκόσμιο παράδοξο, στα πλαίσια του οποίου ορισμένοι προέβλεπαν την αποδυνάμωση ή τη σταδιακή εξαφάνιση του «έθνους» και του «εθνικισμού» μπροστά στον «διεθνισμό», ενώ άλλοι είχαν προβλέψει το αντίθετο: την εξασθένιση ή εξαφάνιση του «διεθνισμού» μπροστά σε μια αναβίωση του «έθνους» και του «εθνικισμού». Ωστόσο, η διατύπωση προφητικών προβλέψεων δεν περιλαμβάνεται στο έργο του ιστορικού.
Συχνά, οι κοινωνικές επιστήμες, ως συνειδητές επιστημονικές ειδικότητες, δεν περιορίζονται στα όρια που θέτει η έρευνα, αλλά ενδύονται ένα είδος προφητικού μανδύα. Οι επαγγελματίες κάθε μιας από αυτές τις κοινωνικές επιστήμες συχνά διακηρύσσουν ότι διακονούν «επιστήμες», που, όπως υποστηρίζουν στον ακαδημαϊκό κόσμο, η ειδικότητά τους προσομοιάζει περισσότερο με τις φυσικές επιστήμες παρά με εκείνες της φιλολογίας και των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Έτσι, ο τελικός σκοπός των περισσότερων κοινωνικών επιστημών είναι να επικυρώσουν και να καθορίσουν τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό ισχυρίζονται ότι μπορούν να προβλέψουν πώς θα συμπεριφερθούν υπό δεδομένες συνθήκες, όχι μόνο τα άτομα, αλλά και μεγαλύτερες ομάδες, η οικογένεια, η φυλή, ή και ακόμα μεγαλύτερες συσσωματώσεις. Επίσης, ο ρόλος των διακεκριμένων και προβεβλημένων επαγγελματιών απολαμβάνει ένα είδος αναγνώρισης, ως αξιόπιστη πηγή και αυθεντία για την ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Με την αύξηση των πληθυσμών, την πολυπλοκότητα των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, τις απαιτήσεις της κοινωνίας, το «έθνος» και οι «εθνικισμοί» συχνά αναζητούν λύσεις από τους κοινωνικούς επιστήμονες. Το παράδειγμα του διάσημου Bοστονέζου ψυχιάτρου Δρ. Langer να προβεί σε ανάλυση της προσωπικότητας του Χίτλερ αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Η χρησιμοποίηση της στατιστικής από τους κοινωνιολόγους έχει οπωσδήποτε μια πρακτική αξία, σε ό,τι αφορά τις προφανείς ασθένειες της σύγχρονης κοινωνίας. Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, η αξία της πρακτικής γνώσης είναι συγκεκριμένη και δύσκολα επιτρέπει στους κοινωνιολόγους να ισχυρίζονται ότι ο κλάδος τους συνιστά μια «επιστήμη» στα θέματα της θεωρίας και της ανάλυσης των εννοιών του «έθνους» και του «εθνικισμού». Διότι, εδώ, αυτές οι ειδικότητες πρέπει να βασιστούν στην ιστορία, ενώ οι θεωρίες τους δεν μπορούν να γενικευτούν σε τέτοιο βαθμό, διότι έχουν συγκεκριμένο ειδικό επιστημονικό προσανατολισμό και ο υποκειμενισμός πάντα ελλοχεύει. Οι μεθοδολογίες τους είναι επιρρεπείς στην «εφεύρεση» γενικών νόμων για τον καθορισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Από την άλλη πλευρά, και αυτό είναι το παράδοξο, η συμβολή τους στη συνεχιζόμενη ανάλυση των εννοιών και θεωριών σχετικά με το «έθνος» και τον «εθνικισμό» είχε βαθιά επίδραση σε εκείνους τους κύκλους που συζητούν αυτά τα ειδικά σύγχρονα ζητήματα. Πολλοί είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι έχουν κληθεί, ως ειδικοί, ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερουσίας, να αποφανθούν σχετικά με τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι πανταχού παρόντες πολιτικοί επιστήμονες, οι οποίοι έχουν διεισδύσει ιδιαίτερα στα Υπουργεία Εθνικής Ασφάλειας, Εξωτερικών, Άμυνας, στη CIA και άλλα ομοσπονδιακά όργανα, καθώς και στα πληθωρικά λεγόμενα «think-tanks», αποτελούν μια στρατιά (αριθμητικά) και, όπως ο στρατός, καταναλώνουν μεγάλα κεφάλαια που προέρχονται από την κυβέρνηση, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα ξένα συμφέροντα. Έτσι, οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν έχουν μόνο τη θεωρητική πλευρά τους, αλλά απολαμβάνουν πρακτικές και οικονομικές ανταμοιβές, οι οποίες επιτείνουν την υποκειμενικότητα τους.
Μετά από αυτές τις λίγες γενικεύσεις που αφορούν τους κοινωνικούς επιστήμονες, πρέπει να στραφούμε προς τον ρόλο τους στη διαμόρφωση των θεωριών και των εννοιών «έθνος» και «εθνικισμός». Δεν είμαι ειδικός στο συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, υποχρεώθηκα να αντιμετωπίσω το έργο των κοινωνικών επιστημόνων σχετικά με το σημαντικό ζήτημα της φύσης και της προέλευσης του «έθνους» και του «εθνικισμού», ζήτημα που, τα τελευταία πενήντα χρόνια, έχει διαμορφώσει μια ολόκληρη βιομηχανία, με μεγάλη επιστημονική βιβλιογραφία. Παραπέρα, αποτελεί ένα θέμα το οποίο έχει υποστεί μια ταχεία και δυναμική εξέλιξη στα 65 χρόνια που πέρασαν από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Σε αυτή τη σύντομη παρουσίαση θα γίνει προσπάθεια να αναδειχθούν κάποια βασικά σημεία των τομών που σηματοδότησαν ραγδαίες αλλαγές –θεωρητικά και πρακτικά– στην ιστορία και την προέλευση των εννοιών «έθνος» και «εθνικισμός».
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι πολλά επιστημονικά συγγράμματα έχουν χρησιμοποιήσει μόνο ένα παλαιότερο μέρος από τα πορίσματα των κοινωνικών επιστημόνων, και συνεπώς, εφαρμόζουν τις μεθόδους, τις υποθέσεις, τα συμπεράσματα και τις προβλέψεις τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις μεταγενέστερες μελέτες, τις διορθώσεις και κάποτε τις ριζικές αναθεωρήσεις τους, τόσο στη θεωρία, όσο και στα δεδομένα που χρησιμοποιούν σχετικά με το ζήτημα αυτό. Διότι τα συγγράμματα των κοινωνικών επιστημόνων, σε ένα χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τον μισό αιώνα, έχουν υποστεί πολύ σημαντικές αλλαγές ως προς τις θεωρίες και την ιστορία της εξέλιξης της σημασίας του «έθνους» και του «εθνικισμού».
Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες κατά κύριο λόγο οι οποίοι, όχι μόνο εξετάζουν το «πότε» και το «πώς» εμφανίστηκαν τα έθνη και ο εθνικισμός, αλλά είναι επίσης και αυτοί που έχουν διατυπώσει τόσο τις σχετικές θεωρίες, όσο και πολλές παραλλαγές αυτών των θεωριών. Τα έργα τους έχουν συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στον διάλογο γι’ αυτά τα δύο «σύγχρονα» φαινόμενα, συνεχίζουν να τον εμπλουτίζουν και προσωπικά τα έχω βρει συναρπαστικά, έχοντας ωφεληθεί τα μέγιστα από αυτά.
Εντούτοις, τα έργα αυτά προβαίνουν σε μια εκτεταμένη χρήση ιστορικών δεδομένων, προκειμένου να καταλήξουν σε θεωρητικά συμπεράσματα και παρότι διαθέτουν μια εξειδικευμένη «πραγματολογική» γνώση μιας συγκεκριμένης περιοχής, κοινωνίας, ή εποχής, ταυτόχρονα δείχνουν μια έλλειψη εξειδικευμένης «πραγματολογικής» γνώσης των θεματικών που βρίσκονται εκτός της δικής τους περιοχής. Επιπλέον, προχωρούν στην κατασκευή ή τη δημιουργία τεχνικών όρων (σε τέτοια έκταση ώστε χρειάζεται κανείς να προσφύγει σε εξειδικευμένα λεξικά για να βρει τις έννοιες πολλών τέτοιων όρων) και στηρίζονται σε ιστορικούς εξειδικευμένους σε περιοχές με τις οποίες οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν είναι εξοικειωμένοι.. Μπορούμε επί πλέον να διαπιστώσουμε την ισχυρή επίδραση των κοινωνικών επιστημόνων πάνω στην ιστορική επιστήμη, παράλληλα με την αδυναμία των κοινωνικών επιστημόνων να καταλήξουν σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το «πότε» και το «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, καθώς και την αποτυχία τους να διευκρινίσουν τον όρο και την έννοια του πολιτισμού. Αυτή η πολυχρησιμοποιημένη λέξη χρησιμοποιείται από όλους τους κοινωνικούς επιστήμονες, αλλά η συγκεκριμένη χρήση της μπορεί να διαφέρει από τον ένα κοινωνικό επιστήμονα στον άλλο. Επιπλέον, πολλοί ιστορικοί ασχολούνται με το «που» και «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, αλλά δίνουν πολύ λίγη προσοχή στον σαφή προσδιορισμό της έννοιας του πολιτισμού.
Η ανάπτυξη της ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας των κοινωνικών επιστημών είναι τεράστια, με αποτέλεσμα να έχει επισκιάσει τις προσπάθειες να διατυπωθεί μια ιστορία της εξέλιξης των εννοιών του «έθνους» και της «εθνικότητας». Για τους σκοπούς αυτής της σύντομης παρουσίασης θα περιγράψουμε τα μεταπολεμικά έργα της περιόδου 1945-2003 (κατά Paul Lawrence) πολύ σύντομα και επιμένοντας μόνο στα σημαντικά σημεία.
Μπορούμε να διακρίνουμε δύο υποπεριόδους: Αυτή που αποκαλείται «απαρχές του κλασικού μοντερνισμού (1945-1969)» και την «άνοδο και πτώση του κλασικού μοντερνισμού (1970-2003)».
Πρόκειται για ένα μόνο μέρος του σκελετού που χρησιμοποιείται από τον Lawrence, αλλά αρκεί για την παρούσα ανάλυση. Επιπλέον, μέσα σε κάθε κίνηση ή θεωρητική στάση υπάρχουν παραλλαγές ως προς τους παράγοντες και/ ή τις λεπτομέρειες, οι περισσότερες των οποίων δεν μας αφορούν εδώ.
Ο πολιτικός επιστήμονας Ernest Gellner αναγνωρίζεται γενικά ως ο «αρχιερέας» του μοντερνισμού (όσον αφορά τη συζήτηση για την προέλευση του έθνους και του εθνικισμού), που επέφερε μια εντυπωσιακή αλλαγή στη θεωρία και τη σύλληψη του υπό συζήτηση θέματος. Ο Gellner τοποθετείται στην αφετηρία αυτού που έχει περιγραφεί ως «κλασικός μοντερνισμός» (στο περιορισμένο πεδίο του). Τα κείμενά του επέπρωτο να γίνουν ο άγριος άνεμος, που φύσηξε στη φωτιά των διαλόγων για το έθνος και τον εθνικισμό. Για δύο σχεδόν δεκαετίες (από τη δημοσίευση των κειμένων του, το 1964) η θεωρία του αποτέλεσε ένα ατράνταχτο δόγμα, μια ορθοδοξία, προτού υποστεί μια κάποια εύστοχη επίθεση.
Η θεωρία του δομήθηκε πάνω σε δύο σημαντικές προγενέστερες συμβολές. Η πρώτη ήταν τα γραπτά του ιστορικού Hans Cohn και του πολιτικού επιστήμονα Karl Deutsch, οι οποίοι είχαν προσφέρει στις έννοιες τόσο του έθνους όσο και του εθνικισμού μια διάσταση έντονης νεωτερικότητας. Δεύτερον, και σημαντικότερο, κατά την προηγούμενη δεκαετία, ορισμένοι κοινωνιολόγοι εργάστηκαν πάνω στις δικές τους κοινωνικές θεωρίες, τις οποίες ο Τalcott Parsons επεξέτεινε και εμβάθυνε ως προς τον τρόπο με τον οποίο παραδοσιακές (φεουδαρχικές / αγροτικές) κοινωνίες μετατράπηκαν σε σύγχρονες. Το αποτέλεσμα ήταν μια σύγχρονη προσέγγιση και θεωρητικοποίηση, η οποία απαιτούσε λειτουργική ανάλυση των αναγκών των κοινωνιών σε περιόδους μεγάλων αλλαγών και προκλήσεων.
Ο Gellner παρέμεινε προσηλωμένος στις κατευθυντήριες αρχές του σε όλη του τη σταδιοδρομία και σε όλα τα γραπτά του (υπάρχουν μόνο μικρές παρεκκλίσεις από την ολοκληρωτική απόρριψη κάθε τι του παραδοσιακού) και η επιμονή του εκφράζεται καλύτερα με τα δικά του λόγια:
Μοντερνιστές, όπως εγώ, πιστεύουμε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε γύρω στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, και δεν υπάρχει τίποτε το προγενέστερο το οποίο να επιφέρει την παραμικρή διαφοροποίηση στα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε.
Τα επιχειρήματά του συνήθως αρχίζουν με την απόφανση ότι ο εθνικισμός και το έθνος είναι αδιαμφισβήτητα και αποκλειστικά σύγχρονα φαινόμενα, καθώς και με την απερίφραστη απόρριψη κάθε επιβίωσης κάποιων ουσιαστικών για το ζήτημα παραδοσιακών στοιχείων. Ακόμη και η απλή σκέψη μιας τέτοιας επιβίωσης απορριπτόταν ως «σκέτη ανοησία». Περαιτέρω, ο ίδιος αναδιατυπώνει αυτή τη θέση, επιστρατεύοντας ένα είδος υλιστικού αιτιολογικού παράγοντα, σε αντίθεση με μια μη-υλιστική αιτιώδη συνάφεια που χρησιμοποιούν άλλοι μελετητές. Θεώρησε τον εθνικισμό ως «υποπροϊόν» της νεωτερικότητας, μιας νεωτερικότητας που είναι αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα.
Ένα ακόμα τέτοιο «υποπροϊόν» είναι και το νέο μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα που απαιτεί η εκβιομηχάνιση για να εξυπηρετήσει το νέο έθνος-κράτος. O Gellner διακηρύσσει ότι η συνύπαρξη πολιτισμών, ξένων μεταξύ τους, δηλαδή τα δύο επίπεδα της προ-μοντέρνας κοινωνίας, αρκούσαν για τις μεσαιωνικές παραδοσιακές πολιτικές οντότητες. Αλλά η βιομηχανική επανάσταση προκάλεσε τη διατάραξη και τη διάλυση αυτών των δύο διαφορετικών πολιτισμών, και οι κοινωνίες απαίτησαν μια αντίστοιχη εκπαιδευτική επανάσταση, καθώς η παραδοσιακή κοινωνία άρχισε να μετακινείται προς τις εκβιομηχανισμένες πόλεις.
Προκειμένου να ικανοποιηθούν οι οικονομικές ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας, δημιουργήθηκε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο επέφερε την υιοθέτηση της κρατικής κουλτούρας από την πρώην παραδοσιακή κοινωνία, καθώς αυτή συνέρεε στις πόλεις. Αυτή η νέα προσπάθεια για εξασφάλιση κοινωνικής ομοιογένειας επιβλήθηκε, συνεπώς, με την υιοθέτηση ενός ενιαίου πολιτισμού. (Πρέπει να διευκρινιστεί,, σε αυτό το σημείο, ότι οι συμμετέχοντες στον διάλογο αυτό είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν τον όρο πολιτισμός, με τρόπο που να ορίζει σχεδόν οτιδήποτε μπορούσε να προσδώσει συνοχή σε μία συγκεκριμένη θεωρία ή σε ένα συγκεκριμένο επιχείρημα. Η «σημασία» του, επομένως, προσδιορίζεται από τις κοινωνικές επιστήμες ή από οποιαδήποτε άλλη θεωρία. Μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε απαιτείται από οποιοδήποτε εγχείρημα.)
Ωστόσο, το έργο και η θεωρία του Gellner για το έθνος και τον εθνικισμό αποτέλεσε έναν σημαντικό σταθμό σε ένα διάλογο, ο οποίος συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Τόσο οι επικριτές όσο και η πληθώρα των οπαδών του έχουν επηρεαστεί από τη σκέψη και τη θεωρία του, ενώ ορισμένες σύγχρονες διαστάσεις των απόψεών του έχουν επιβιώσει, σε αντίθεση με άλλες.
Ο Lawrence θεωρεί τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 ως την περίοδο της ανόδου, όσο και της πτώσης του «κλασικού μοντερνισμού». Η εποχή άνοιξε με έναν έντονο, για να μην πω οξύτατο, διάλογο ως προς την προέλευση και την ουσία του έθνους και του εθνικισμού. Οι οπαδοί της θεωρίας του Gellner επιμένουν ιδιαίτερα στη νεωτερικότητά της και την κεφαλαιώδη σημασία της οικονομικής ανάπτυξης στη βιομηχανική επανάσταση και στην άλλη επανάσταση που ακολούθησε, δηλαδή το νέο μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα, και στην απομάκρυνση από τους προγενέστερους πολιτισμούς των προ-βιομηχανικών κοινωνιών. Εδώ τα κείμενα και οι θεωρίες του Eric Hobsbawm και του Benedict Anderson παίζουν έναν κομβικό ρόλο. Δεδομένης της συντομίας αυτής της ανακοίνωσης, δεν είναι δυνατό να μιλήσουμε για άλλους συγγραφείς, όπως οι Paul Brass και Michael Hechter. Είναι τα έργα του Hobsbawm και του Anderson, που συνέβαλαν στην απόλυτη επικράτηση της νεωτερίζουσας αντίληψης περί εθνών και στην προσωρινή κυριαρχία της στον διάλογο που διεξάγεται στο εσωτερικό των κοινωνικών επιστημών.
Σχεδόν ταυτόχρονα άρχισαν να εμφανίζονται στον ορίζοντα οι απαρχές της μεθοδολογικής κριτικής, τόσο σε βιβλιοκριτικές των μοντερνιστικών έργων, όσο και με την εμφάνιση σοβαρών ακαδημαϊκών εργασιών που αμφισβητούσαν ουσιώδεις παραμέτρους των νεωτεριστικών θεωριών.
Μεταξύ άλλων, οι Hobsbawm και Anderson συνέδεσαν τις θεωρητικές αναπτύξεις τους με εκείνες των μοντερνιστών (Gellner κ.α.), σχετικά με την εξέλιξη της πολιτικής και της βιομηχανικής κοινωνίας. Διαφοροποιήθηκαν, ωστόσο σε ένα σημείο, εγείροντας το ζήτημα της πληρέστερης κατανόησης ενός τρίτου παράγοντα που συμβάλλει στη δημιουργία του εθνικισμού, τον παράγοντα του πολιτισμού.
Αυτόν τον πολιτισμό ο Anderson τον ορίζει ως ένα «πολιτισμικό τεχνούργημα». Επομένως, «εφευρέθηκε», ή, ακόμη καλύτερα, υπήρξε προϊόν φαντασίας ή κατασκευής από τις ελίτ. Εισήλθε στη νέα σύνθεση ως «ιστορικές συγκυρίες». Ορίζοντάς το στοιχείο του «εθνικού αισθήματος» ή συναισθήματος ως κατασκευή, οι δύο αυτοί συγγραφείς επιχείρησαν με έμφαση να το εισαγάγουν στο σχήμα του Gellner. Πρόθεσή τους ήταν με αυτόν τον τρόπο να προσδώσουν στον εθνικισμό και στο έθνος μια πιο ζεστή, πολιτισμική, διάσταση, η οποία ουσιαστικά έλειπε από τις προηγούμενες θεωρίες των μοντερνιστών.
Αυτός ο τρίτος παράγοντας ήταν αναγκαίος, καθώς συνυπολόγιζε τις σοβαρές θυσίες που απαιτούσε η ανάδυση της νέας μοντέρνας κοινωνίας. Ταυτόχρονα, αυτός ο τρίτος παράγοντας του «συναισθήματος» συνοδεύεται, στα κείμενα των δύο συγγραφέων, από τις λέξεις «προγενέστερος», «βαθύς», «παραδοσιακός», πολιτισμός, υπονομεύοντας έτσι την αυστηρότητα της θεωρίας τους. Διότι αυτό το στοιχείο αποτέλεσε στη συνέχεια το έναυσμα για μια επίθεση εναντίον της συνολικής θεωρίας, που περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που εφευρέθηκαν ή δημιουργήθηκαν από τον μοντερνισμό. Παρ’ ότι ο όρος «φαντασιακός», χρησιμοποιείται για να καταδείξει πόσο άχρηστη είναι η παράδοση, δηλαδή οι προ-νεωτερικές θεωρίες του έθνους και του εθνικισμού, στην πραγματικότητα, και ο Hobsbawm και ο Anderson είχαν μόνο τα δύο από τα τρία «πόδια» τους στο στρατόπεδο των μοντερνιστών. Ενώ το τρίτο μέλος τους πατούσε στην πολύ διαφορετική και ανταγωνιστική θεωρία των εθνοσυμβολιστών. Έτσι, ο πρώτος έχει μιλήσει για την ανάγκη εμβάθυνσης στις προγενέστερες κοινωνίες, ως έναν από τους παράγοντες της διαδικασίας, ενώ και οι δύο παραβίασαν τη μοντερνιστική καθαρότητα του Gellner. Στην πραγματικότητα, η τρίτη συνιστώσα, το εθνικό ή εθνοτικό συναίσθημα ως φαντασιακό δημιούργημα, δύσκολα μπορούσε να θεωρηθεί μια επιστημονική βάση για την ερμηνεία ενός «νόμου» των κοινωνικών επιστημών. Η χρήση των όρων «φαντασιακός» και «προϊόν φαντασίας» δεν αφήνει πολλά περιθώρια ελιγμών σε ένα διάλογο. Δεν είναι αδόκιμο να αναφέρουμε κι’ εδώ το ερώτημα ενός επικριτή: «Πώς ξεχωρίζεις το “γνήσιο” από το “ψευδές” παρελθόν;» Το να επιμείνει κανείς στα μυθικά «δεδομένα» είναι τουλάχιστον ύποπτο. Αυτό εξ άλλου εγείρει το ζήτημα των σχέσεων μύθου και ψεύδους.
Πριν περάσουμε στην επόμενη φάση της συζήτησης, δηλαδή την αποτελεσματική κριτική και ανάλυση της μοντερνιστικής αντίληψης, αξίζει να εξάρουμε, εν συντομία, ορισμένες αρετές του βιβλίου του Anderson. Η αντικειμενικότητά του είναι αδιαμφισβήτητη, η ευγένειά του απέναντι στους επικριτές του χρησιμοποιείται δημιουργικά, γι’ αυτό και πρόσθεσε δύο κεφάλαια στη δεύτερη έκδοση και τους ευχαριστεί για τις κριτικές υποδείξεις τους. Επί πλέον, εισάγει μια παράμετρο που σπανίως συναντάται στον σχετικό διάλογο, τις απόψεις των εθνών και εθνικισμών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Προσωπικά, βρήκα ότι το βιβλίο του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως λόγω του ότι εκφράζει τους κλασικούς μοντερνιστές στις παραμονές της ριζικής ανατροπής που ακολούθησε.
Φθάνουμε έτσι σε μια νέα και σημαντική φάση του συνεχιζόμενου διαλόγου για την προέλευση και τη φύση του έθνους και του εθνικισμού, με τη νέα ερμηνεία που επιχείρησε ο Anthony D. Smith, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής του Gellner. Αν και ο πρώην μαθητής δεχόταν αρχικά τις θεωρίες του δασκάλου του, μετά από μια ενδελεχέστερη επανεξέταση της μοντερνιστικής ερμηνείας, συνειδητοποίησε ότι η έννοια του πολιτισμού δεν αντιμετωπιζόταν ικανοποιητικά στη μοντερνιστική θεωρία. Αν και δεχόταν την ανάλυση των μοντερνιστών ως προς τη νεωτερική υφή του έθνους και του εθνικισμού, βρήκε την ανάλυση του πολιτισμού και του ρόλου του στην εφεύρεση του «πολιτισμού» ρηχή και ανεπαρκή για μία συνολική θεωρητική περιγραφή του έθνους και του εθνικισμού. Η μεταγενέστερη σταδιοδρομία του Smith υπήρξε εξαιρετικά παραγωγική και η διατύπωση της θεωρίας του πειστική, σε μια επιτυχημένη προσπάθεια να προσδώσει ιστορικότητα και στις δύο αυτές έννοιες, καθώς τους προσέδωσε ισχυρές και αδιαμφισβήτητες ρίζες στην παλαιότητα αυτής της διάστασης του έθνους και του εθνικισμού. Κατά την άποψή του, ο τρίτος παράγων στη δημιουργία του έθνους και του εθνικισμού ήταν το ιστορικό προνεωτερικό παρελθόν.
Στο εξής, ο διάλογος για την προέλευση και τη φύση και του έθνους και του εθνικισμού έλαβε χώρα με τρόπο δημόσιο και ηχηρό, και μάλιστα σε έντυπη μορφή μεταξύ δασκάλου και μαθητή. Η άποψη του Smith είναι ότι το «έθνος» προέρχεται από τα «έθνη», δηλαδή από τη συλλογική μορφή της κοινότητας στις προ-νεωτερικές κοινωνίες, στις οποίες οι παραδόσεις ήσαν ακόμα ισχυρές, και διατηρείτο η συνοχή τους ως μιας συνειδητής κοινωνικής οντότητας, η οποία κατά την διαδικασία του εκσυγχρονισμού της προσέδωσε στο έθνος και τον εθνικισμό μεγάλο μέρος του πολιτισμού και ειδικότερα του «συναισθήματος» και των «αισθημάτων» της αρχαιότητας. Οι οπαδοί της νέας ερμηνείας χαρακτηρίσθηκαν ως «εθνοσυμβολιστές». Οι εθνοσυμβολιστές, μεταξύ άλλων, προσέφεραν στη θεωρία του έθνους και του εθνικισμού μια νέα εξαιρετικά παραγωγική αντίληψη, η οποία συνέδεσε τη νεωτερικότητα με μια αναμφισβήτητα βαθιά και πλούσια ποικιλία από συναισθήματα και ιστορικά δεδομένα, ενώ η αποδοχή των απόψεών τους συνέβαλε στο να αναδειχθεί αυτή η έννοια του πολιτισμού, και να αντικατασταθεί η πιο στρουκτουραλιστική και αδιάφορη θεωρία περί πολιτισμού που είχαν αναπτύξει οι κλασικοί μοντερνιστές.
Τα κείμενα του Smith απέδωσαν καρπούς και ο δάσκαλός του βρέθηκε να παλεύει για μια χαμένη μάχη. Βέβαια, ο Gellner δήλωσε ότι ποτέ δεν αποδέχθηκε το έργο του μαθητή του και παρέμεινε σθεναρά προσηλωμένος στις απόψεις του μέχρι τέλους. Αλλά έτσι αγνόησε το γεγονός ότι ο ίδιος είχε δηλώσει πως η θεωρία του για τον πολιτισμό έχει προκύψει από το παρελθόν. Πάντως, παραδέχτηκε ότι η νέα αυθεντία ήταν πλέον ο Smith.
Στη διαμάχη που ακολούθησε και μπροστά στα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα του Smith, ο Anderson, σε αντίθεση με τον Gellner, υπήρξε πιο δεκτικός στις κριτικές που ασκήθηκαν στο έργο του και, τελικά, παραδέχτηκε ότι το έργο του είχε πλέον καταστεί περιθωριακό. Συχνά η αρετή αναδεικνύεται στις στιγμές της ήττας. Μόλις συνειδητοποίησε ότι η θεωρία του Smith είχε αντικαταστήσει τη δική του θεωρία, έγραψε στην εισαγωγή της νέας έκδοσης του δικού του κλασικού έργου, lmagined Communities [στα ελληνικά το έργο έχει μεταφραστεί με τον τίτλο Φαντασιακές κοινότητες], ότι συνειδητοποίησε πως το εν λόγω βιβλίο του είχε σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι και ολοκληρωτικά, ξεπεραστεί. Αξίζει να παρατεθεί αυτούσια η αποτύπωση αυτής της συνειδητοποίησης, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα μια αφορμή για αναστοχασμό από όλους τους θεωρητικούς, οι οποίοι διατυπώνουν άκαμπτες θεωρίες στις κοινωνικές επιστήμες:
Δεν είναι μόνον το πρόσωπο του κόσμου που έχει μεταβληθεί κατά τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Και η μελέτη του εθνικισμού έχει μεταμορφωθεί εκπληκτικά – σε μέθοδο, κλίμακα, εκλέπτυνση, ακόμα και ποσοτικά… Η προσαρμογή των Φαντασιακών Κοινοτήτων στις απαιτήσεις αυτών των τεράστιων αλλαγών που έχουν συμβεί στον κόσμο και στα κείμενα είναι ένα έργο που υπερβαίνει τις σημερινές δυνατότητές μου. Έκρινα καλύτερο, ως εκ τούτου, να το αφήσω σε μεγάλο βαθμό ως έχει, ως ένα μη «αναστηλωμένο» κομμάτι εποχής, με το δικό του χαρακτηριστικό στυλ, σιλουέτα, και διάθεση.
Ωστόσο, παρηγορείται από το γεγονός ότι:
Η ιδιότυπη μέθοδος και οι προβληματισμοί των Φαντασιακών Κοινοτήτων μου φαίνεται ότι εξακολουθούν να βρίσκονται στις παρυφές των νεότερων μελετών για τον εθνικισμό – και υπό την έννοια αυτή, τουλάχιστον, δεν έχουν ολοκληρωτικά ξεπεραστεί.
Τα συναισθήματά του, που διατυπώνονται με τόση σαφήνεια, είναι ένας καθρέφτης των αρετών του ως μελετητή και ως ανθρώπου. Πιστεύει στον διάλογο ως επιστημονική μέθοδο, και υπήρξε αρκετά ευφυής ώστε να συνειδητοποιήσει ότι όλες οι θεωρίες που υπόκεινται σε διάλογο είναι αμφισβητήσιμες. Αναγνωρίζει ότι το έργο του είναι και παραμένει κλασικό, έστω και αν είναι πλέον περιθωριοποιημένο. Ωστόσο, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ακαδημαϊκού διαλόγου.
Τέλος, λίγα –ελάχιστα– σχετικά με τους μεταμοντέρνους. Η συμβολή τους, αν μπορεί κανείς να την ονομάσει έτσι, είναι ότι θέτουν ένα τέλος στο διάλογο, δεδομένου ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι προτείνουν θεωρίες για πράγματα, τα οποία είναι αδύνατο να γνωρίσουμε! Ο Derrida θα έθετε τέλος σε ένα τέτοιο διάλογο με τη θεωρία του για την «αποκλειστικότητα» του κειμένου. Δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο. Με αυτό το απόφθεγμα αποκλείει και τον ίδιο τον εαυτό του. Γνωρίζει, δηλαδή, ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο. Με αυτή τη διατύπωση, και ο ίδιος αποκλείει τον εαυτό του από όλα τα κείμενα, είτε προ-μοντέρνα είτε σύγχρονα, και αποκλείει και την ίδια τη μη-θεωρία του. Θεωρητικά, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει μια τέτοια θεωρία, αλλά οι κοινωνικοί επιστήμονες θα την απέρριπταν. Οι δε οπαδοί της θεωρίας της αποδόμησης, προτιμούν να επιτίθενται κατά των συγγραφέων και όχι κατά των ίδιων των κειμένων. Ωστόσο, άλλοι μελετητές θεωρούν τον διανοητικό διάλογο θετική προσέγγιση και μπορούν, ατελώς, να συγκρίνουν το διάλογο με την αναζήτηση για την Ιθάκη στο περίφημο ποίημα του Καβάφη.


* Το κείμενο αυτό εκφωνήθηκε στην ημερίδα με θέμα «Ο Νέος Ελληνισμός: Έννοια, περιεχόμενο, χρονικά όρια» που διοργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών, στις 19 Οκτωβρίου 2010 και αναγνώστηκε σε ελληνική απόδοση από τον πρόεδρο της Ακαδημίας Κ. Σβολόπουλο. Ο Γ. Καραμπελιάς το επιμελήθηκε σε αντιπαραβολή με το αγγλικό πρωτότυπο.


Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

Μιχαήλ Τρίτος,Η σχισματική εκκλησία των Σκοπίων (εκ της Πεμπτουσίας)



http://www.pemptousia.com/%CE%B2%CE%B9%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BF%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7/?v=13963

Ο Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Τρίτος, σε συνέντευξή του στην Πεμπτουσία μιλά για το πώς δημιουργήθηκε η σχισματική Εκκλησία των Σκοπίων και προτείνει τρόπους επίλυσης του προβλήματος που ταλανίζει τα Ορθόδοξα Βαλκάνια


Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Ν.Μουζέλης, Εθνικισμός και κοσμοπολιτισμός

 πηγή: Βήμα, 27-2-2011

Με την ένταση της οικονομικής κρίσης αναπτύσσεται ραγδαία ένας ακραίος, αμυντικός εθνικισμός και στον δημόσιο χώρο και σε αυτόν της πολιτικής πρακτικής. Λόγω αυτού αξίζει τον κόπο να εξετάσει κανείς τις αλληλοσυνδεόμενες έννοιες του εθνικισμού, του πατριωτισμού και του κοσμοπολιτισμού- έννοιες που παίζουν κεντρικό ρόλο στις διαμάχες περί έθνους και εθνικής ταυτότητας.

Εθνικισμός
Ο εθνικισμός, στην κλασική εκδοχή του, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το κράτος-έθνος όπως αυτό αναπτύχθηκε στον 19ο και στον 20ό αιώνα. Το κράτος-έθνος κατόρθωσε να διεισδύσει στην περιφέρεια της κοινωνίας σε βαθμό που ήταν αδιανόητος σε προνεωτερικές εποχές, κατόρθωσε δηλαδή να κινητοποιήσει και να εντάξει ολόκληρο τον πληθυσμό μιας επικράτειας στο εθνικό κέντρο. Αυτό σήμαινε τη σταδιακή έκλειψη της παραδοσιακής κοινότητας και τη συγκέντρωση στα χέρια εθνικών ελίτ όχι μόνο των μέσων οικονομικής και πολιτισμικής παραγωγής αλλά και των μέσων κυριαρχίας. Σήμαινε με άλλα λόγια τη μετατόπιση υλικών και άυλων πόρων από την περιφέρεια στο κέντρο. Σήμαινε τέλος ένα πέρασμα από την ταύτιση του ατόμου με την τοπική κοινότητα στην ταύτιση με τη «φαντασιακή κοινότητα» του κράτους-έθνους (Ρ. Αnderson). Ετσι, στις αρχές του 19ου αιώνα, η τοπική ταυτότητα ήταν συχνά ισχυρότερη της εθνικής. Σταδιακά όμως η δεύτερη υπερισχύει της πρώτης.

Στην ελληνική περίπτωση, για παράδειγμα, πριν από την Επανάσταση του 1821 η ελληνική ταυτότητα ήταν εθνοτική (βασιζόταν στη θρησκεία και στη συνέχεια της γλώσσας) και τοπικιστική (το υποκείμενο ταυτιζόταν με την κοινότητά του και όχι με το οθωμανικό κράτος). Με το όραμα ενός ελληνικού κράτους, την ίδρυσή του και την εδραίωσή του περνάμε από το εθνοτικό στο εθνικό. Από το τοπικό στο υπερτοπικό.

Το κράτος-έθνος δεν κατάφερε μόνο να εντάξει τον πληθυσμό στο εθνικό κέντρο. Κατάφερε επίσης να ομογενοποιήσει τον πληθυσμό μιας επικράτειας είτε με ειρηνικά μέσα (σχολείο, στρατιωτική θητεία κτλ.), είτε με βίαια (π.χ. η εξολόθρευση των Αρμενίων στην Τουρκία). Ο εθνικισμός, ως ιδεολογία, ήταν χρήσιμος, αν όχι απαραίτητος, στη δημιουργία σύγχρονων κρατών, ιδίως στις περιπτώσεις διάλυσης δυναστικών αυτοκρατοριών, όπως αυτές των Αψβούργων και των Οθωμανών. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο εθνικισμός ήταν η κύρια κινητήρια δύναμη και για την ανεξαρτησία και, στο εσωτερικό της επικράτειας, για την πάταξη τοπικιστικών δυνάμεων που αντετίθεντο στη δημιουργία ισχυρού εθνικού κέντρου. Και βέβαια, ο εθνικισμός στα Βαλκάνια υπήρξε βάση πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των νέων ανεξάρτητων χωρών που είχαν ανταγωνιστικούς στόχους.

Ο πατριωτισμός του πολίτη
Τα πράγματα αλλάζουν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη Δύση η αποικιοκρατία καταρρέει, ενώ οι φρικιαστικές εκατόμβες και η γενοκτονία των Εβραίων και άλλων μειονοτήτων (αποτελέσματα ενός ακραίου, παρανοϊκού γερμανικού εθνικισμού) κάνουν τους πολίτες και των ηττημένων δυνάμεων του Αξονα και των Συμμάχων να κοιτάζουν με καχυποψία τους σοβινιστικούς εθνικισμούς- είτε αυτοί παίρνουν αποικιοκρατική μορφή είτε τη μορφή αλυτρωτικών διεκδικήσεων.

Οι ευρωπαίοι πολίτες και στο κέντρο και στη νοτιοανατολική ημιπεριφέρεια αρχίζουν σταδιακά να ενδιαφέρονται λιγότερο για τη «δόξα των όπλων» και περισσότερο για την ποιότητα ζωής, λιγότερο για στρατιωτικές περιπέτειες και περισσότερο για τη δημοκρατία και το κράτους δικαίου, λιγότερο για την κατάκτηση εδαφών και περισσότερο για τη διάχυση κοινωνικοοικονομικών δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, το κοινωνικο-δημοκρατικό και ανθρωπιστικό στοιχείο υπερτερεί του γεωπολιτικού. Ετσι περνάμε από τον επιθετικό εθνικισμό στον πατριωτισμό του πολίτη ή του Συντάγματος (Ηabermas).

Δεν είναι περίεργο μάλιστα το ότι μετά την επούλωση των πληγών του Εμφυλίου η πλειονότητα των ελλήνων πολιτών ενδιαφέρεται λιγότερο για αλυτρωτικούς αγώνες και περισσότερο για την πάταξη του κρατικού δεσποτισμού, της διαφθοράς, την ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους και την αναβάθμιση της Παιδείας. Αυτού του είδους τα προτάγματα μπορεί να μην εκπληρώθηκαν. Αποτελούν όμως προτεραιότητες για τον μέσο πολίτη.

Τέλος, το πέρασμα από τον εθνικισμό στον πατριωτισμό του Συντάγματος δεν σημαίνει βέβαια την εξαφάνιση της παραδοσιακής κουλτούρας. Μπορεί και πρέπει να σημαίνει τη μετουσίωση της παράδοσης μέσω νέων πολιτισμικών μορφών (στον χώρο των γραμμάτων, της τέχνης, της διανόησης) που συνδέουν το παλιό με το νέο, που φέρνουν πιο κοντά στη σημερινή πραγματικότητα πατροπαράδοτους τρόπους ζωής και έκφρασης.

Κοσμοπολιτισμός
Τα πράγματα αλλάζουν πάλι στις δεκαετίες του ΄70 και του ΄80. Η ραγδαία νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση δημιούργησε και εξακολουθεί να δημιουργεί τεράστιες κοινωνικές ανισότητες και μεταξύ χωρών και στο εσωτερικό της κάθε χώρας. Στην Ελλάδα ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού περιθωριοποιείται. Σε αυτό το πλαίσιο η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία θεοποιεί την αγορά και προωθεί την καταναλωτική κουλτούρα. Από την άλλη, δημιουργεί στα περιθωριοποιημένα στρώματα ανάγκες που δεν μπορούν να ικανοποιήσουν.

Αυτή η κατάσταση οδήγησε σε δύο αντικρουόμενες αντιδράσεις. Αυτοί που είναι θύματα της παγκοσμιοποίησης βλέπουν με καχυποψία το άνοιγμα προς τον έξω κόσμο, περιχαρακώνονται, είναι εχθρικοί προς το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο γίγνεσθαι. Και όπως η παγκοσμιοποίηση εντείνει την εισροή μεταναστών από τις φτωχές στις σχετικά πλούσιες χώρες, οι τελευταίοι μετατρέπονται σε αποδιοπομπαίους τράγους που ευθύνονται για όλα τα δεινά της χώρας. Ετσι βλέπουμε την επιστροφή ενός παρωχημένου, ξενοφοβικού εθνικισμού, κυρίως στον χώρο των λαϊκών τάξεων.

Από την άλλη μεριά τώρα, οι κερδισμένοι από το παγκόσμιο άνοιγμα των αγορών, ιδίως αυτοί που πλούτισαν εύκολα και απότομα, απεμπολούν και το εθνικιστικό και το πατριωτικό στοιχείο. Γίνονται πολίτες του κόσμου ή μάλλον καταναλωτές σε πλανητικό επίπεδο. Αποσυνδέονται από τις εθνικές ρίζες και εντάσσονται σε μια μεταμοντέρνα καταναλωτική κουλτούρα. Ετσι οι κοσμοπολίτικες, νεοπλουτίστικες ελίτ δεν ενδιαφέρονται ούτε για τα ανθρώπινα δικαιώματα του συνταγματικού πατριωτισμού ούτε για τα εθνικά ιδεώδη.

Ευτυχώς με την παγκοσμιοποίηση δεν έχουμε μόνο τον κοσμοπολιτισμό των jet set και των golden boys. Εχουμε, κυρίως στη νέα γενιά, έναν αντικαταναλωτικό, ανθρωπιστικό κοσμοπολιτισμό που επικεντρώνεται στα προβλήματα των μεταναστών, της παγκόσμιας φτώχειας και της κλιματικής αλλαγής. Αυτού του είδους ο κοσμοπολιτισμός παίρνει τη μορφή κινημάτων που εντάσσονται στη διαμορφούμενη παγκόσμια κοινωνία των πολιτών- κινημάτων, όπως η Greenpeace, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, η Διεθνής Αμνηστία κτλ.

Συμπερασματικά, το εθνικιστικό, το πατριωτικό και το κοσμοπολίτικο στοιχείο αποτελούν σήμερα μιαν αλυσίδα, ο αδύναμος κρίκος της οποίας είναι το πατριωτικό, ο πατριωτισμός του Συντάγματος. Οσο η κοινωνική περιθωριοποίηση και οι ανισότητες εντείνονται, τόσο ο φοβικός εθνικισμός από τη μια μεριά και ο καταναλωτικός κοσμοπολιτισμός από την άλλη θα καθορίζουν το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ο κ. Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στη London School of Εconomics.
πηγή:



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη