Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρδην. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρδην. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Τα ελληνοτουρκικά και το μεταναστευτικό μετά την καραντίνα (8/5/2020-βίντεο)

πηγή: Livemedia

Τα ελληνοτουρκικά και το μεταναστευτικό μετά την καραντίνα (8/5/2020)
Στην διαδικτυακή συζήτηση μίλησαν οι:
  • Γιώργος Καραμπελιάς, Άρδην.
  • Σάββας Καλεντερίδης, γεωπολιτικός αναλυτής.
  • Πάρις Καρβουνόπουλος, δημοσιογράφος.
  • Άγγελος Συρίγος, βουλευτής, αν. καθηγητής διεθνούς δικαίου και εξωτερικής πολιτικής.


Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

Διαδικτυακή εκδήλωση του Άρδην με θέμα "Τα ελληνοτουρκικά και το μεταναστευτικό μετά την καραντίνα" την Παρασκευή 8/5/2020 στις 19:00




Το Άρδην διοργανώνει την Παρασκευή 8 Μαΐου 2020 στις 19.00 διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα:

“Τα ελληνοτουρκικά και το μεταναστευτικό μετά την καραντίνα“

Θα μιλήσουν:

  • Γιώργος Καραμπελιάς, Άρδην.
  • Σάββας Καλεντερίδης, γεωπολιτικός αναλυτής.
  • Πάρις Καρβουνόπουλος, δημοσιογράφος.
  • Άγγελος Συρίγος, βουλευτής, αν. καθηγητής διεθνούς δικαίου και εξωτερικής πολιτικής.

Την συζήτηση μπορείτε να την παρακολουθήσετε από την σελίδα του Άρδην ή από το Youtube ή από το livemedia.



Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

Γιώργος Ρακκάς, Μια διαφορετική κριτική στην Γκρέτα Τούνμπεργκ

Ο 21ος αιώνας θα είναι αιώνας όπου η βεβαιότητα, έστω η υπόσχεση της αφθονίας, θα έκλειψει, για λόγους που ξεπερνούν τον οικολογικό…

πηγή-φωτό: ΑΡΔΗΝ

Μια διαφορετική κριτική στην Γκρέτα Τούνμπεργκ

του Γιώργου Ρακκά από την huffingtonpost.gr

Η κριτική στην Γκρέτα Τούνμπεργκ θα πρέπει να γίνει από την αντίθετη σκοπιά από την οποία την κάνει σήμερα το, ας το πούμε, φιλολαϊκιστικό ρεύμα.

Θα έπρεπε να υπενθυμίζει ότι η απλοϊκή θέση της, που όντως στηρίζεται σε μανιχαϊκά προτεσταντικά σχήματα, ο θεαματικός της ακτιβισμός με όλα αυτά τα εξώφυλλα, αλλά και ο κομφορμισμός της ― δεν υπάρχει κορυφαίος του κατεστημένου που να μην την έχει υποδεχθεί με διθυράμβους ― όλα αυτά είναι εξαιρετικά λίγα απέναντι σε μια καλπάζουσα οικολογική και ανθρωπολογική κρίση.

Δεν χρειαζόμαστε καμία Γκρέτα, για παράδειγμα, για να καταλάβουμε ότι το διατροφικό μοντέλο της 365 ημερών κρεοφαγίας, προϊόντων κατεργασμένων και υπερβιομηχανοποιημένων, σκοτώνει τον άνθρωπο, ωθεί στα οικολογικά της όρια την αγροκτηνοτροφία σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει μεταβάλει εν τέλει μια χώρα όπως η Ελλάδα, που άλλοτε διακρίνονταν για την ισορροπημένη μεσογειακή της δίαιτα, σε πρώτη χώρα σε παιδική παχυσαρκία στην Ευρώπη, αλλά και έχει διαλύσει την εγχώρια ποιοτική κτηνοτροφική παραγωγή που δεν μπορεί να υποστηρίξει αυτές τις διατροφικές συνήθειες.Ούτε θα πρέπει να περιμένουμε κάποιον οικοχιλιαστή για να καταλάβουμε ότι η σε παγκόσμια κλίμακα οικονομική μεγέθυνση προκαλεί δυσβάσταχτο για την ίδια οικολογικό κόστος, το οποίο αδυνατεί σιγά σιγά να διαχειριστεί φέρνοντας την παγκοσμιοποίηση ενώπιον μιας θεμελιώδους αντίφασης. Ότι εν τέλει αδυνατεί να υλοποιήσει την ίδια την ευημερία και τον πλούτο που υπόσχεται. Και ότι αντίθετα, ο 21ος αιώνας θα είναι αιώνας όπου η βεβαιότητα, έστω η υπόσχεση της αφθονίας, θα εκλείψει, για λόγους που ξεπερνούν τον οικολογικό και αφορούν εξ ίσου τον παγκόσμιο ανταγωνισμό για την κατανομή του πλούτου, την γεωπολιτική κοκ.

Αυτά δεν είναι ”συνωμοσίες φιλελέδων”. Αντίθετα, είναι παγκόσμια προβλήματα που θα σφραγίσουν την ύπαρξη του ανθρώπου στον 21ο αιώνα, μαζί με την απόπειρα να δοθεί μια απάντηση σε αυτά μέσω του τεχνοφασισμού, και της βιοτεχνολογικής μετάπλασής του. Η δε υστερία με την οποία εκδηλώνεται αυτός ο οικοχιλιασμός, ο αυταρχικός τρόπος με τον οποίον απευθύνεται στις μεσαίες τάξεις, που άλλοτε αντιπροσώπευαν το θεμέλιο υποστήριξης της παγκοσμιοποίησης στην μπέλ επόκ της, όλα αυτά τα στοιχεία δείχνουν μάλλον αδυναμία διαχείρισης και έναν κάποιο πανικό, παρά αποτελούν ενδείξεις παντοδυναμίας.

Απέναντι σε όλα αυτά λοιπόν, μια στάση του τύπου "όλα θα έβαιναν καλώς", που καταγγέλλει κάθε μορφή κριτικής και προβληματισμού για την βιωσιμότητα του πλανητικού μοντέλου ως "τάχα αντιλαϊκή συνομωσία" δεν προωθεί μόνο την αμάθεια και την άγνοια ως αντιπολίτευση, αλλά και είναι η ίδια βαθύτατα κομφορμιστική. Και οδηγεί την κριτική της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης στο άτοπο της ταύτισης των αντιπολιτευόμενων με την Cevron Oil, τα McDonalds, και τον πολιτισμό των εποχούμενων στα θηριώδη SUV’s.

&


Σάββατο 27 Ιουλίου 2019

Σπ. Κουτρούλης, Θεόδωρος Ζιάκας: Τα δύο τέρατα και η αριστερά

πηγή: ΑΡΔΗΝ & ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗΣ


Στους πρώτους μήνες του 2019, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρμός το βιβλίο του Θ. Ζιάκα Τα δύο τέρατα και η αριστερά – για την παρακμή και τις δυνατότητες ανάσχεσής της, όπου εξετάζονται δύο συναφείς και αλληλοτροφοδοτούμενες καταστάσεις: ο μηδενισμός και η παρακμή.
Εύκολα εντοπίζουμε τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του λόγου του Θ.Ζιάκα: πυκνός, επιγραμματικός λόγος, που επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο να ερμηνεύσει αποτελεσματικά σύνθετα ιστορικά γεγονότα και μεγάλα ρεύματα πολιτισμού. Έρχεται ως απόσταγμα της γνώσης της κλασικής αρχαιοελληνικής σκέψης, αλλά βεβαίως και του πατερικού λόγου. Όλα αυτά καρποφορούν σε ένα πεδίο που έχει οργωθεί προηγουμένως από το έργο του Χ. Γιανναρά, του Ζ. Λορεντζάτου, του μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη, αλλά και του Π. Κονδύλη. Οι διακρίσεις του Μάξιμου του Ομολογητή ανάμεσα στον δούλο, τον μισθωτό και τον φίλο προβάλλονται για να χαρακτηρίσουν διαφορετικά πολιτιστικά πρότυπα. Σε αυτό το σημείο επαναλαμβάνεται ο Πλάτωνας που διέκρινε την κοινωνία προβάλλοντας σε αυτήν τα διάφορα μέρη της ψυχής. Η ερμηνευτική τους χρήση έχει αναλογίες με βεμπεριανούς ιδεοτύπους. Αλλά και η διαπίστωση ότι η ακμή περιέχει τις προϋποθέσεις της παρακμής (γράφει, «η παρακμή, η κοπριά της παρακμής») θυμίζει τη χεγκελιανή διαλεκτική, όπου στο ίδιο περιέχεται ή προεικονίζεται το ενάντιο. Πέραν τούτων το βιβλίο κατά ένα μέρος είναι σε διαλογική μορφή (κυρίως με τον ψυχίατρο και συγγραφέα Γιάννη Τσέγκο), ή αποτελεί πιστή μεταφορά του προφορικού λόγου, γεγονός που ευνοεί την ανάγνωσή του.
Ο Θ. Ζιάκας περιγράφει με ακρίβεια τα ρεύματα που οδηγούν στον μηδενισμό. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τον Φίχτε, που «απορρίπτει την αντίληψη του Διαφωτισμού για τον Λόγο χάριν ενός απόλυτου υποκειμενισμού ο οποίος επιχειρεί να παράγει τον Λόγο εν γένει από την άπειρη βούληση του απόλυτου εγώ. Αυτή η απόρριψη οδηγεί στη σκοτεινή νύχτα του νοούμενου εγώ και στην εξύμνηση του αγώνα και του πόθου που αποτελούν την έκφραση αυτής της υποσυνείδητης βούλησης. Μολονότι ο Φίχτε στηρίχθηκε στη σκέψη του Ντεκάρτ και του Καντ, τελικά επέλεξε μια διαφορετική και πιο επικίνδυνη κατεύθυνση. Αυτή η κατεύθυνση οδηγεί, όπως διαπίστωσε ο Τζακόμπι, στον θάνατο του Θεού και στη θεοποίηση του ανθρώπου» (Michael Allen Gillespie, Ο μηδενισμός πριν από τον Νίτσε, μετ. Γ. Μερτίκα, Πατάκης 2004).
Ο Θ.Ζιάκας περιγράφει τα δύο τέρατα: τη μεταμοντέρνα τοκογλυφική πλουτοκρατία που υπέταξε την παραγωγική αστική τάξη και τον μεταμοντέρνο μηδενισμό, ο οποίος «έχει διαβρώσει καίρια την πληθυσμιακή βάση του νεωτερικού πολιτισμού» (σελ.26). Πλέον στον μεταμοντέρνο μηδενισμό, «ο Μηδενισμός του Συλλογικού υποκειμένου ολοκληρώνεται με τον Μηδενισμό του ατομικού υποκειμένου» (σελ.28). Στο παραπάνω συμπέρασμα αφενός περιέχεται η σκέψη του Π. Κονδύλη όπως ξετυλίγεται κυρίως στην «Παρακμή του αστικού πολιτισμού» και αφετέρου συναντά αντίστοιχα πορίσματα του Κρίστοφερ Λας. Βέβαια, ο ιδεότυπος του «ανθρωπόθεου» που είναι αντιστροφή του «Θεάνθρωπου», έχει ως αφετηρία το έργο του Φ. Ντοστογιέφσκι. Ο εθνομηδενισμός ερμηνεύεται ως «το καταστατικό πρόταγμα της μοναδικής πλέον Αυτοκρατορίας. Είναι η στρατηγική πλατφόρμα της αμερικανικής «παγκοσμιοποίησης». Του οράματός της να εδραιωθεί ως Κοσμοκρατορία» (σελ. 108,109), ενώ αναλυτικότερα θα προσθέσει, «η κυριαρχία του μεταμοντέρνου εθνομηδενισμού αντιστοιχεί στη διαμόρφωση μιας υπερκρατικής ολιγαρχίας, τεχνοσυστημικής-χρηματιστικής υφής, εξοπλισμένης με στρατιωτική ισχύ πλανητικών διαστάσεων» (σελ. 166).
Η φράση του Θ. Ζιάκα, «η ελληνική ανθρωπολογία είναι έκτοτε η ανθρωπολογία της μετάβασης από το Άτομο στο Πρόσωπο» (σελ.123) απορρέει από αντίστοιχες σκέψεις του Χ. Γιανναρά και του μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη. Νομίζω όμως ότι κάτι τέτοιο έχει ξεκινήσει ήδη από τον ελληνικό λόγο για να ολοκληρωθεί στον πατερικό λόγο. Η σκέψη του πλατωνικού Σωκράτη ότι είναι προτιμότερο να αδικούμεθα παρά να αδικούμε, η προτροπή του Αριστοτέλη να αγαπάμε το μέρος εκείνο του εαυτού που καλλιεργεί την αρετή, αλλά και οι διαπιστώσεις του ίδιου ότι ο άνθρωπος είναι «ζώο πολιτικό», δηλαδή τελικά σχηματίζεται με την τριβή με τους άλλους, αποδεικνύουν έναν τέτοιο ισχυρισμό. Άλλωστε ο Ιωάννης Δαμασκηνός δυσκολευόταν να διακρίνει το άτομο από το πρόσωπο. Ορθά επισημαίνει όμως ο Θ. Ζιάκας ότι «βρήκαμε στην χριστιανική αγάπη την πραγματική ουσία μας, την αληθινή μας φύση» (σελ.132). Αναζητώντας διέξοδο στον μηδενισμό, καταλήγει ότι «η συλλογικότητα ριζώνει στην σταυρική σχέση ανάμεσα στο Εγώ και στο Εσύ και των δύο με τον Θεό» (σελ. 203). Η πόλη ανήκει στους θεούς και στους ήρωες. Σε αυτό το σημείο επαναλαμβάνεται η φράση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ότι την Πόλιν αυτή δεν μπορεί να την παραδώσει γιατί δεν ανήκει σε αυτόν, ούτε σε κανέναν άλλο από τους κατοίκους.
Ο σύγχρονος μηδενισμός, αυτός που ο Π. Κονδύλης ονομάζει «χαρούμενο μηδενισμό», αποτελεί μια μετάλλαξη αυτού που εντοπίστηκε αρχικά στις διανοητικές κατασκευές του Νετσάγιεφ, ή στους ανθρώπινους τύπους που ενσαρκώθηκαν στο έργο του Τουργκένιεφ και του Ντοστογιέφσκι ή στον ειρωνικό λόγο του Διογένη του Κυνικού ή του Σιοράν. Όπως συμπεραίνει ο Θ.Ζιάκας, «κάνοντας την κατανάλωση αξία και τις αξίες καταναλωτικά αγαθά», ή, αλλιώς, κάνοντας μοναδική αξία το χρήμα, ζωντανεύει τον χειρότερο εφιάλτη του Τεχνοσυστήματος, να δει κάποια μέρα τη «δεξαμενή της γνώσης» άδεια από τους αναγκαίους «σταχανοβίτες» της Επιστήμης και της Τεχνολογίας» (σελ. 295). Με το έργο του Θ. Ζιάκα, η συζήτηση για τον μηδενισμό και την παρακμή βέβαια δεν έκλεισε, όμως επέτυχε να μας δείξει τις πλευρές πάνω στις οποίες πρέπει να σκεφτόμαστε.

&


Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

Γ. Καραμπελιάς: O Κωνσταντίνος Κατσίφας, οι Βορειοηπειρώτες και η μοίρα του ελληνισμού

πηγή-φωτό: ΑΡΔΗΝ



Tου Γιώργου Καραμπελιά / πρωτοδημοσιεύτηκε στο liberal.gr 

Η εν ψυχρώ εκτέλεση του Κωσταντίνου Κατσίφα, ενός παιδιού από φτωχή λαϊκή οικογένεια, όπως συνέβη σχεδόν πριν είκοσι χρόνια με τον Σολωμό Σολωμού, στην Κύπρο συνιστά και μια ζωντανή καταγγελία για την ένοχη συνείδησή μας. Αυτός, τη στιγμή που σύσσωμες οι ελληνικές ελίτ και το ελληνικό κράτος, έχουν εγκαταλείψει τη ελληνική μειονότητα στη μοίρα της, θυσίασε κυριολεκτικά τη ζωή του, μια και δεν έβλεπε πλέον καμιά δυνατότητα για να κρατήσει την αξιοπρέπεια και τον εθνισμό του.

Η Βόρειος Ήπειρος, όπως όλα τα ακριτικά σημεία του ελληνισμού, κατοικείται από έναν λαό, κυριολεκτικά μαρτυρικό, που άντεξε επί εκατοντάδες χρόνια τους χειρότερους διωγμούς, τις γενοκτονίες, τους βίαιους εξισλαμισμούς, τις απαγορεύσεις της θρησκευτικής, γλωσσικής και εθνικής του ταυτότητας, για να φτάσει, σήμερα, στην «δημοκρατική εποχή» μας, να απειλείται με ιστορική εξαφάνιση. Χαρακτηριστικά, το χωριό του Κατσίφα, το Βουλιαράτι, στην απογραφή του 2005, από 1464 κατοίκους που είχε θεωρητικά, κατέγραφε 1220 μετανάστες. Και όπως σημείωνε ο Παναγιώτης Κονδύλης το 1997, οι Βορειοηπειρώτες έρχονται να ολοκληρώσουν αυτή τη τεράστια, μέσα σε εκατό χρόνια, αιμορραγία του οικουμενικού ελληνισμού.

Μετά το 1920… αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση, που διαρκεί ως σήμερα. Το έθνος συνέπεσε εν τέλει με το κράτος…. γιατί το έθνος ακρωτηριάσθηκε και συρρικνώθηκε, γιατί αφανίσθηκε ή εκτοπίσθηκε ο ελληνισμός της Ρωσίας (μετά το 1919), της Μ. Ασίας (μετά το 1922), των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής (ιδίως μετά το 1945). Ακολούθησε η εκδίωξη του ελληνισμού από την Κωνσταντινούπολη (1955) και την βόρειο Κύπρο (1974), ενώ σήμερα παρευρισκόμαστε μάρτυρες της αποσύνθεσης και της μαζικής φυγής του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Πρόκειται για μιαν εξαιρετικά πυκνή αλυσίδα εθνικών καταστροφών μέσα σε διάστημα ελάχιστο από ιστορική άποψη – εβδομήντα μόλις χρόνια.

Προς στιγμήν, όταν κατέρρευσε το καθεστώς Ενβέρ Χότζα-Ραμίζ Αλία, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι Έλληνες πίστεψαν πως επιτέλους είχε έρθει η ώρα, αν όχι να εκπληρωθούν οι προσδοκίες και τα όνειρά που είχαν καταποντιστεί το 1914 με την αναίρεση της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου–, τουλάχιστον να μπορούν ανενόχλητοι να ασκούν τα δικαιώματά που θεωρητικώς τους αναγνωρίζει το αλβανικό Σύνταγμα, το οποίο τους χαρακτηρίζει ως «ελληνική εθνική μειονότητα». Οι Βορειοηπειρώτες είχαν επιτέλους τη δυνατότητα να ταξιδέψουν στη μητέρα πατρίδα και να φιλήσουν τα χώματά της, όπως έκαναν μαζικά, περνώντας τα σύνορα. Ελληνικά σχολεία και εκκλησίες ξανάνοιγαν μετά από σαράντα ή πενήντα χρόνια και οι ορθόδοξοι πληθυσμοί της Αλβανίας (που αποτελούν το 25% του πληθυσμού) στράφηκαν αποφασιστικά προς την Ελλάδα.

Όμως, τα όνειρα και οι ελπίδες κράτησαν πολύ λίγο. Ο αλβανικός εθνικισμός, υποδαυλιζόμενος και συνεπικουρούμενος από τους Τούρκους, αντί να κατευναστεί από το γεγονός ότι η Αλβανία επιβίωνε κυριολεκτικά από τα εμβάσματα των εκατοντάδων χιλιάδων Αλβανών που βρίσκονταν στην Ελλάδα, αντίθετα, αναζωπυρώθηκε. Έβαλε πλέον ως στόχο να συρρικνώσει και να αφανίσει οριστικά τη μειονότητα και να αποκόψει τις οκτακόσιες χιλιάδες των ορθοδόξων από των ελληνισμό.

Τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι αλβανικές κυβερνήσεις είναι αναρίθμητα. Μετακινήσεις πληθυσμών, «αποχαρακτηρισμός» ελληνικών χωριών και εγκατάσταση Τσάμηδων γύρω από τη Χιμάρα και τις άλλες μειονοτικές περιοχές. Διαρκείς και μόνιμες πιέσεις για να αποχωρήσουν οι Βορειοηπειρώτες προς την Ελλάδα, υποδαύλιση του αλβανικού εθνικισμού μέσω των διεκδικήσεων των Τσάμηδων και έντονου ανθελληνισμού στην εκπαίδευση. Αντί να υπάρξει προσέγγιση Ελλήνων και Αλβανών, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.

Και τα κατάφεραν όλα αυτά γιατί οι ελληνικές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα με τον Κώστα Σημίτη και τον Γιώργο Παπανδρέου όχι μόνο δεν στήριξαν τους Έλληνες και τους ορθόδοξους της Αλβανίας, αλλά έκαναν, αντίθετα, ό,τι μπορούσαν για να τους αποδυναμώσουν. Θα μπορούσαν να οργανώσουν την οικονομική στήριξη της ελληνικής μειονότητας στο εσωτερικό της Βορείου Ηπείρου, ενισχύοντας την εγκατάσταση επιχειρήσεων με προνομιακό δανεισμό για τους Έλληνες μειονοτικούς, ώστε να ζήσουν στον τόπο τους. Αλλά για τους Έλληνες ιθύνοντες οι Βορειοηπειρώτες αποτελούσαν ένα «πρόβλημα», και τους αντιμετώπισαν, όπως και το αλβανικό κράτος, διευκολύνοντας, στην ουσία, τη μετακίνησή τους προς τις πόλεις και τα χωριά της Ελλάδας, όπου αντιμετωπίζονταν ως «Αλβανοί» ή ως Έλληνες δεύτερης κατηγορίας.

Μέσα σε μια τριακονταετία, κουτσουρεύτηκαν τα φτερά των Βορειοηπειρωτών, το μεγαλύτερο μέρος τους μετανάστευσε στην Ελλάδα, επιτάθηκε ο αφελληνισμός των ελληνικών περιοχών και οι Βορειοηπειρώτες πήραν το σκληρό μάθημα που τους έδωσαν, οι «Τουρκαλβανοί» και η μητριά μάνα τους, ταυτόχρονα.

Αφού σίγησαν σταδιακά οι φωνές και οι διαμαρτυρίες της βορειοηπειρωτικής κοινότητας που ακουγόταν στη δεκαετία του 1990 και του 2000, δεν έμενε στους πατριώτες Βορειοηπειρώτες παρά ο δρόμος της φυγής ή της ατομικής αντίστασης.

Ο Κωνσταντίνος Κατσίφας, ο νεαρός Βορειοηπειρώτης, που γνώρισε σε νεαρή ηλικία τη δύσκολη ζωή της προσφυγιάς, αποφάσισε, πέντε χρόνια πριν, να επιστρέψει στα πατρογονικά εδάφη και να προσπαθήσει να αντιστρέψει, μόνος του ει δυνατόν, το κύμα του οριστικού αφελληνισμού. Στους Βουλιαράτες, προσπαθούσε να εμψυχώσει τους λίγους μόνιμους συμπατριώτες του και να ενισχύσει τις παραγωγικές δραστηριότητες. Ύψωσε νόμιμα την ελληνική σημαία –διότι η ελληνική μειονότητα είναι αναγνωρισμένη ως εθνική– και είχε βάλει ως στόχο να δημιουργήσει μία νέα ελληνική εκκλησία, γενικότερα να αναζωογονήσει τον τόπο του που ερήμωνε. Γι’ αυτό και ήταν επικίνδυνος για το αλβανικό καθεστώς.

Η τακτική των Αλβανών ήταν να τον προκαλούν διαρκώς, να τον καλούν στο αστυνομικό τμήμα, να τον απειλούν, θέλοντας να τον υποχρεώσουν είτε να σιγήσει είτε να φύγει, είτε, εν τέλει, να τον εξοντώσουν. Έτσι και την ημέρα της εκτέλεσής του, στην εθνική γιορτή των Ελλήνων, την 28η Οκτωβρίου, κατέβασαν προκλητικά από την πλατεία του χωριού την ελληνική σημαία.

Αυτός, μόνος του, μη μετρώντας συσχετισμούς και συμβάσεις, νιώθοντας κυνηγημένος από τη μια και εγκαταλελειμμένος από την ίδια την πατρίδα του, που θα έσπευδε να τον χαρακτηρίσει «εθνικιστή», συγκρούστηκε με την αλβανική εξουσία και εκτελέστηκε.

Καθόλου τυχαία, στην Ελλάδα, τα ΜΜΕ, οι «εχέφρονες» εθνομηδενιστές και σύσσωμο το πολιτικό σύστημα προσπάθησαν να συσκοτίσουν τα γεγονότα. Όχι μόνο συκοφάντησαν τον Κατσίφα, αλλά άφησαν αναπάντητες τις προκλήσεις του Ράμα που σκύλευσε τον νεκρό Κατσίφα, και τέλος κατάντησαν να απολογούνται στην αλβανική κυβέρνηση. Ενώ θα έπρεπε να τους έχουν καθίσει στο σκαμνί του κατηγορούμενου, η ελληνική κυβέρνηση άφησε τους δολοφόνους του Κατσίφα να μεταβληθούν από κατηγορούμενοι σε κατηγόρους.

Μπροστά στη μοίρα ενός ελληνισμού που αργοπεθαίνει, ο Κωνσταντίνος Κατσίφας θέλησε να αντισταθεί, μόνος. Και όπως συνέβη με τον Σολωμό Σολωμού στην Κύπρο, ο θάνατός του αποτελεί εν τέλει μία υπόμνηση πως υπάρχουν ακόμα Έλληνες που αντιστέκονται, ακόμα και αν ξέρουν καμιά φορά πως μπορεί οι Μήδοι και να διαβούν στο τέλος. Άραγε ο τραγικός και ηρωικός θάνατός του, θα λειτουργήσει έστω ως μηχανισμός αφύπνισης για την υπνώττουσα συνείδησή μας;




Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

Κύκλος διαλέξεων: "Παράδοση και εκσυγχρονισμός- δίλημμα ή σύνθεση;"



Κύκλος Διαλέξεων της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού 

Παράδοση και εκσυγχρονισμός – Δίλημμα ή σύνθεση;

Στην Ελλάδα είναι πολύ μακρά η συζήτηση και το ιστορικό της συζήτησης γύρω από το θέμα εκσυγχρονισμός και παράδοση, καθώς και οι συναφείς αντιθέσεις που διαρκούν κυριολεκτικώς εδώ και αιώνες. Στην σχετική συζήτηση μπορούμε να διακρίνουμε τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις:
α) η πρώτη υποστηρίζει πως το βάρος της παράδοσης είναι τόσο μεγάλο και «απεχθές», δεδομένης και της μακράς ιστορικής διαδρομής του ελληνικού έθνους, ώστε αποτελεί ένα βαρίδι για το σύγχρονο ελληνισμό το οποίο και θα πρέπει να αποσείσουμε. Θα πρέπει –υποστηρίζει– να προκρίνουμε έναν εισαγόμενο εκσυγχρονισμό που θα επιτρέψει την υπέρβαση μιας παραδοσιοκεντρικής λογικής, μέσα από την πλήρη και ολοκληρωτική προσχώρησή τους σε μια εκσυγχρονιστική νεωτερικότητα. Αυτή η άποψη η οποία είναι κυρίαρχη στις πολιτικές, οικονομικές και πνευματικές ελίτ της χώρας, έχει αποδοθεί με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο από την φράση του Στέλιου Ράμφου «να κόψουμε δρόμο προς την Δύση».
β) η δεύτερη αντιμετώπιση, η παραδοσιοκεντρική, υποστηρίζει πως η παράδοση είναι αφ’ εαυτής ικανή να προσφέρει λύση στα σημερινά προβλήματα και κάθε έννοια εκσυγχρονισμού στην ουσία δεν μπορεί παρά να την καταστρέψει. Σε αυτή τη λογική, στο παρελθόν δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην επιστροφή στην αττική διάλεκτο ή στην εμμονή αποκλειστικά στην ορθόδοξη πατερική παράδοση. Αυτή η αντιληψη, αρνούμενη συχνά να παρέμβει στον σύγχρονο κόσμο και να προτείνει λύσεις που να στηρίζονται στην παράδοση, κινδυνεύει να αφήσει το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης ζωής, βορρά στον παρασιτικό εκσυγχρονισμό.
γ) μία τρίτη στάση η οποία εκ των πραγμάτων εξέφρασε την κατ’ εξοχήν δημιουργική παράδοση του σύγχρονου ελληνισμού ήταν εκείνη που προσπάθησε να δει τον εκσυγχρονισμό στηριγμένο πάνω στην παράδοση μας και όχι απλώς ως εισαγόμενο. Ο Διονύσιος Σολωμός θα χρησιμοποιήσει το δημοτικό τραγούδι για να οικοδομήσει μια σύγχρονη ποιητική πρόταση. Ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος θα μετουσιώσει τη βυζαντινή παράδοση σε μια σύγχρονη για την εποχή του ευαισθησία και μορφή, όπως θα κάνει ο Σεφέρης με τον Μακρυγιάννη και τον Θεόφιλο. Τέλος, η σύγχρονη μας μουσική παράδοση θα αντλεί από τη βυζαντινή παράδοση –ο Καλομοίρης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις– και θα την συνδέει με σύγχρονες φόρμες και ευαισθησίες. Ακόμα και στον τομέα των κοινωνικών επιστημών, του κράτους και της διοίκησης είναι δυνατή μια τέτοια συνθετική επιλογή.
Η επιλογή της πρώτης ή της δεύτερης άποψης οδηγεί σε μια αέναη και αδιέξοδη διαμάχη μεταξύ εκσυγχρονισμού και παράδοσης χωρίς καμιά δυνατότητα σύνθεσης.
Σήμερα ο ελληνισμός έχοντας φτάσει στα όρια της επιβίωσής του, είτε θα επιτύχει να αναδείξει αυτή την τρίτη πρόταση – και όχι μόνον στον τομέα της τέχνης, αλλά και της ίδιας της οικονομικής παραγωγής και των κοινωνικών σχέσεων, σε μια πρόταση για το σήμερα, είτε θα χαθεί στους μαιάνδρους της ιστορίας.
Με αυτή τον αφετηριακό προβληματισμό αφετηρία εγκαινιάζουμε έναν κύκλο διαλέξεων-συζητήσεων για τη σχέση παράδοσης – εκσυγχρονισμού σήμερα, σε πολλά πεδία του επιστητού – στη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία, την λογοτεχνία, την υλική παραγωγή, την πολιτική επιστήμη και τη διακυβέρνηση.
Είναι δυνατή η διατύπωση μας συνθετικής πρότασης στο μεγαλύτερο μέρος της ίδιας της οικονομικής κοινωνικής και πολιτισμικής μας ζωής; Αυτή και θα κρίνει τις τύχες του τόπου μας.

Οι διαλέξεις θα πραγματοποιούνται κάθε τρεις εβδομάδες εκτός από τις περιόδους των εορτών, αρχίζοντας από τις 9 Νοεμβρίου και τελειώνοντας τον Ιούνιο του 2018. Θα έχουν διάρκεια δύο ωρών: μια αρχική διάλεξη 45 λεπτών ενώ ο υπόλοιπος χρόνος θα αφιερώνεται στη συζήτηση. Οι διαλέξεις θα μεταδίδονται ζωντανά μέσω διαδικτύου και όταν ολοκληρωθούν θα συμπεριληφθούν σε μια ενιαία έκδοση.

Πρόγραμμα διαλέξεων 

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου
Γιώργος Κοντογιώργης, ομ. καθ. πανεπιστημίου, συγγραφέας
«Η Παράδοση και η Πρόοδος»

Τρίτη 28 Νοεμβρίου
Βασίλης Καραποστόλης, καθ. Πανεπιστημίου, συγγραφέας
«Η Ελλάδα και ο νέος της μόχθος»

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου
Λαοκράτης Βάσσης, εκπαιδευτικός, συγγραφέας
«Η αξιακή ιδιαιτερότητα της ελληνικής πνευματικής παράδοσης»

Τρίτη 23 Ιανουαρίου
π. Γεώργιος Μεταλληνός
«Εκσυγχρονισμός και Ανακαίνιση, Η Ορθοδοξοπατερική εκδοχή»

Εν συνεχεία θα πραγματοποιήσουν διαλέξεις οι:
Μαρία Δεληβοριά, φιλόλογος, συγγραφέας
Παναγιώτης Καρκατσούλης, πρ. βουλευτής
Δημήτρης Κοσμόπουλος, ποιητής – δοκιμιογράφος
Δημήτρης Μαντζούρης, μουσικολόγος
Ιωάννα Τσιβάκου, ομ. Καθηγ. Κοινωνιολογίας
Λίτσα Τσοκανή, καθηγήτρια μουσικολογίας

Είσοδος ελεύθερη

Οι διαλέξεις θα ξεκινούν στις 19.00 και θα πραγματοποιηθούν στον χώρο πολιτικής και πολιτισμού «Ρήγας Βελεστινλής», Ξενοφώντος 4, 6ος όρ., Σύνταγμα.



Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

Θ.Ι. Ζιάκας, Ο νεωτερικός μεσσιανισμός


πηγή: ΑΡΔΗΝ, τεύχος 35/ Απρίλιος 2002



Το τέ­λος της ι­στο­ρί­ας εί­ναι η ο­λο­κλή­ρω­ση των δια­δι­κα­σιών ε­ξα­το­μί­κευ­σης, της ο­ποί­ας προ­σφο­ρό­τε­ρη μορ­φή α­πο­τε­λεί ο φι­λε­λεύ­θε­ρος κα­πι­τα­λι­σμός.

(Φρ. Φου­κου­γιά­μα)


Ο μεσ­σια­νι­σμός εί­ναι έ­να σύ­στη­μα ελ­πί­δας. Προ­σφέ­ρε­ται στον Δού­λο και του υ­πό­σχε­ται την α­πε­λευ­θέ­ρω­σή του. Α­να­πτύ­χθη­κε με την έ­ξο­δο α­πό την “πα­ρα­δεί­σια” πρω­τό­γο­νη κα­τά­στα­ση και με το πέ­ρα­σμα στους κο­λε­κτι­βι­στι­κούς πο­λι­τι­σμούς. Κά­τω α­πό τις βα­ριές κο­λε­κτι­βι­στικές πυ­ρα­μί­δες της Αι­γύ­πτου, της Βα­βυ­λώ­νας, της Ιν­δί­ας, της Κί­νας, ή των Αζ­τέ­κων, η ελ­πί­δα στέ­να­ζε παίρ­νο­ντας διά­φο­ρες μορ­φές μεσ­σια­νι­σμού. Την πιο κα­θα­ρή μορ­φή θα την προ­σλά­βει στο πιο ε­ξε­λιγ­μέ­νο κο­λε­κτι­βι­στι­κό έ­θνος της ι­στο­ρί­ας, τους Ε­βραί­ους, ό­ταν αιχ­μά­λω­τοι στη Βα­βυ­λώ­να ο­νει­ρεύ­ο­νταν τη Σιών και ό­ταν κιν­δύ­νε­ψαν να χά­σουν την ε­θνι­κή τους ταυ­τό­τη­τα κά­τω α­πό την ελ­λη­νι­κή κυ­ριαρ­χί­α.
Μπο­ρεί ο μεσ­σια­νι­σμός να εί­ναι γέν­νη­μα των κο­λε­κτι­βι­στι­κών κοι­νω­νιών, αλλά αυ­τό δεν ση­μαί­νει ό­τι δεν υ­φί­στα­ται και στις α­το­μο­κε­ντρι­κές κοι­νω­νίες, την αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή και τη νε­ω­τε­ρι­κή. Ο τρα­γι­κός μύ­θος του Προ­μη­θέ­α προ­βάλλει, στην Α­θή­να του 5ου αιώ­να, έ­ναν πα­ρά­ξε­νο μεσ­σια­νι­σμό: “έ­νας θε­ός πιο δυ­να­τός α­πό τον Δί­α θα γεν­νη­θεί μια μέ­ρα και θα συ­ντρί­ψει την εξου­σί­α του”. Με το πέ­ρα­σμα στη νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα ο με­σαιω­νι­κός χι­λια­στι­κός μεσ­σια­νι­σμός θα εκ­κο­σμι­κευ­θεί για να με­τα­μορ­φω­θεί σε πί­στη στην Πρό­οδο. Η νε­ω­τε­ρι­κή πί­στη στην Πρό­ο­δο βα­σί­ζε­ται σα­φώς σε έ­ναν τε­χνο­λο­γικό μεσ­σια­νι­σμό (: η τε­χνο­λο­γί­α θα μας λύ­σει ό­λα τα προ­βλή­μα­τα). Και σε μας εδώ ο χι­λια­στι­κός μεσ­σια­νι­σμός έ­παι­ξε το ρό­λο του. Με­τά την α­νε­ξαρ­τη­σί­α, τον 19ο αιώ­να, αρ­κε­τοί μεσ­σί­ες εί­χαν τα­ρά­ξει τον ύ­πνο της Ψω­ρο­κώ­σταινας. Ο γε­ρο-Μα­κρυ­γιάν­νης λί­γο έ­λει­ψε να ταυ­τί­σει τον ε­αυ­τό του με τη δια­δε­δομέ­νη τό­τε λα­ϊ­κή μεσ­σια­νι­κή μορ­φή του “φτω­χού βα­σι­λέ­α Ιω­άν­νη”. Τον 20ό αιώ­να το πράγ­μα κό­ρω­σε, για να γί­νου­με ο­λο­καύ­τω­μα στον μεσ­σια­νι­κό “κομ­μου­νι­στι­κό” Μο­λώχ. Σή­με­ρα, ε­νώ θα πε­ρί­με­νε κα­νείς μα­ζί με το με­τα­μο­ντέρ­νο “τέ­λος της ι­στο­ρί­ας” να έρ­θει και το τέ­λος των μεσ­σια­νι­σμών, το α­ντίθε­το εί­ναι που βλέ­που­με.
Δεν ξέ­ρω αν έ­χει γρα­φτεί μια συ­γκρι­τι­κή ι­στο­ρί­α του μεσ­σια­νι­σμού. Θα ή­ταν ί­σως η πιο καί­ρια με­λέ­τη πά­νω στην ου­σί­α του αν­θρώ­που: την ε­λευ­θε­ρί­α. Θα μας μι­λού­σε πά­νω απ’ ό­λα για τη φρί­κη της αν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης. Γι’ αυτό και εί­ναι μάλ­λον α­πί­θα­νο να έ­χει γρα­φτεί. Κι αν έ­χει γρα­φτεί, θα εί­ναι απί­θα­νο να κυ­κλο­φο­ρεί. Στο κεί­με­νο που α­κο­λου­θεί θα μι­λή­σου­με κυ­ρί­ως για τον νε­ω­τε­ρι­κό μεσ­σια­νι­σμό: την ι­δέ­α της Προ­ό­δου, την α­ντί­στοι­χη α­ντί­λη­ψη για τον χρό­νο και τον τε­χνο­λο­γι­κό μεσ­σια­νι­σμό που την τρο­φο­δο­τεί.

1. Ο τε­χνο­λο­γι­κός μεσ­σια­νι­σμός

Ο μεσ­σια­νι­σμός συν­δέ­ε­ται σή­με­ρα με την Τε­χνολο­γί­α. Εί­χε ό­μως τε­χνο­λο­γι­κή βά­ση και στους κο­λε­κτι­βι­στι­κούς πο­λι­τι­σμούς.
Ας πά­ρου­με μια τυ­πι­κή κο­λε­κτι­βι­στι­κή πυ­ρα­μί­δα. Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι η α­να­παρα­γω­γή της προ­ϋ­πο­θέ­τει το μπλο­κά­ρι­σμα δύ­ο ε­ναλ­λα­κτι­κών λύ­σε­ων: α) της υ­ποστρο­φής στην “πρω­τό­γο­νη κα­τά­στα­ση”, α­πό την κα­τάρ­ρευ­ση της ο­ποί­ας ανα­δύ­θη­κε η κο­λε­κτι­βι­στι­κή πυ­ρα­μί­δα και β) της με­τά­βα­σης στην α­το­μο­κε­ντρι­κή κοι­νω­νί­α. Η πρώ­τη εί­ναι δο­μι­κά μπλο­κα­ρι­σμέ­νη: Οι με­γά­λοι κο­λε­κτι­βι­στι­κοί πο­λι­τι­σμοί του Νεί­λου, του Ευ­φρά­τη, του Γάγ­γη ή του Για­γκ Τσε, ή­ταν ι­κανοί να κα­τα­σκευά­ζουν και να δια­χει­ρί­ζο­νται τε­ρά­στια υ­δραυ­λι­κά έρ­γα και να προ­γραμ­μα­τί­ζουν έ­ξυ­πνα την κα­τα­νο­μή του πλε­ο­νά­σμα­τος α­νά­με­σα σε καλές και κα­κές χρο­νιές. Η πυ­ρα­μι­δι­κή δο­μή τους δεν δια­σφά­λι­ζε μό­νο τον τρόπο κα­τα­νά­λω­σης του πλε­ο­νά­σμα­τος, αλ­λά και τον τρό­πο της πα­ρα­γω­γής του. Δεν ή­ταν α­πλώς έ­να σύ­στη­μα σχέ­σε­ων ε­ξου­σί­ας, αλ­λά και έ­να σύ­στη­μα πα­ρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων. Με άλ­λα λό­για: Η εμ­φά­νι­ση της κο­λε­κτι­βι­στι­κής πυ­ρα­μί­δας πολ­λαπλα­σί­α­σε το οι­κο­νο­μι­κό πλε­ό­να­σμα και ε­πέ­τρε­ψε έ­ναν α­ντί­στοι­χο πολ­λα­πλα­σια­σμό του πλη­θυ­σμού. Το γε­γο­νός αυ­τό κα­τέ­στη­σε α­δύ­να­τη την υ­πο­στρο­φή στην προ­κο­λε­κτι­βι­στι­κή κα­τά­στα­ση. Μό­νο ε­ξω­τε­ρι­κοί πα­ρά­γο­ντες (“βαρ­βαρι­κές” ε­πι­δρο­μές – φυ­σι­κές κα­τα­στρο­φές) θα μπο­ρού­σαν να ε­πι­βά­λουν “υπο­στρο­φή στη βαρ­βα­ρό­τη­τα”. Η α­να­πα­ρα­γω­γή της πυ­ρα­μί­δας ή­ταν ό­ρος για την ε­πι­βί­ω­ση της πλειο­νό­τη­τας του πλη­θυ­σμού, ο ο­ποί­ος μπο­ρού­σε βέ­βαια να νο­σταλ­γεί τον προ­κο­λε­κτι­βι­στι­κό “πα­ρά­δει­σο”, αλ­λά οι πόρ­τες του εί­χαν κλεί­σει ο­ρι­στι­κά. Ό­ταν το Σύ­στη­μα εί­ναι ό­ρος για την ύ­παρ­ξή σου δεν μπο­ρείς να το α­να­τρέ­ψεις. Στις συν­θή­κες αυ­τές το­πο­θε­τεί­ται και η γέν­νη­ση του μεσ­σια­νι­σμού ό­σο και του ε­ξω­κοι­νω­νι­κού μυ­στι­κι­σμού.
Αλ­λά αν το κε­κτη­μέ­νο “ε­πί­πε­δο α­νά­πτυ­ξης των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων” απο­κλεί­ει την “αλ­λα­γή προς τα πί­σω” η “α­νε­πάρ­κεια της α­νά­πτυ­ξής” τους θα α­πο­κλεί­σει την “αλ­λα­γή προς τα μπρος”. Για­τί, σύμ­φω­να με την αλφα­βή­τα του ι­στο­ρι­κού υ­λι­σμού, αν δεν πραγ­μα­το­ποι­η­θεί μια “ρι­ζι­κή α­νατρο­πή” στους τε­χνο­λο­γι­κούς ό­ρους της πα­ρα­γω­γής, δεν εί­ναι δυ­να­τή η υ­πέρβα­ση του κο­λε­κτι­βι­στι­κού συ­στή­μα­τος. Η διά­ση­μη αυ­τή θέ­ση γε­νι­κεύ­ει, προφα­νώς, την ε­μπει­ρί­α της δυ­τι­κο­ευ­ρω­πα­ϊ­κής με­τά­βα­σης α­πό τον με­σαιω­νι­κό φε­ου­δαρ­χι­κό κο­λε­κτι­βι­σμό στη Νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα, ό­που η βιο­μη­χα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση, μια τε­χνο­λο­γι­κή ε­πα­νά­στα­ση, μοιά­ζει να έ­παι­ξε τον α­πο­φα­σι­στι­κό ρό­λο. Βε­βαί­ως η γε­νί­κευ­ση εί­ναι αυ­θαί­ρε­τη, α­φού δεν κα­λύ­πτει το αρ­χαιο­ελ­λη­νικό πα­ρά­δειγ­μα, ό­που το Ά­το­μο γί­νε­ται κυ­ρί­αρ­χο πρό­τυ­πο χω­ρίς να έ­χει με­σολα­βή­σει κα­μιά βιο­μη­χα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση. Εί­ναι έ­να δόγ­μα το ο­ποί­ο ε­ξυ­πη­ρέτη­σε θαυ­μά­σια την α­νά­γκη της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας να θέ­σει τον ε­αυ­τό της στην κο­ρυ­φή της ε­ξε­λι­κτι­κής κλί­μα­κας και να νο­μι­μο­ποι­ή­σει την α­παί­τη­ση του “εκ­συγ­χρο­νι­σμού”, δη­λα­δή της υ­πο­τα­γής-κα­τα­στρο­φής των προ­νε­ω­τε­ρικών πο­λι­τι­σμών. Αυ­τό εί­ναι άλ­λω­στε και η πρό­τα­σή της: Ο Μεσ­σί­ας που θα σας απε­λευ­θε­ρώ­σει α­πό την “κα­τά­ρα του νό­μου” θα έρ­θει. Μα­ταί­ως ό­μως τον περι­μέ­νε­τε α­πό τον δρό­μο της Θρη­σκεί­ας. Θα έρ­θει, αλ­λά α­πό τον δρό­μο της Ε­πιστή­μης, για­τί η Τε­χνο­λο­γί­α εί­ναι ο πραγ­μα­τι­κός Μεσ­σί­ας!
Ο τε­χνο­λο­γι­κός μεσ­σια­νι­σμός γνώ­ρι­σε μια εκ­πλη­κτι­κή ερ­μη­νευ­τι­κή πει­στι­κό­τη­τα. Οι πα­λιό­τε­ροι το ζή­σα­με με τη λε­γό­με­νη “υ­πέρ­βα­ση” του κα­πι­τα­λι­σμού: Με δε­δο­μέ­νο τον ι­λιγ­γιώ­δη ρυθ­μό της τεχνο­λο­γι­κής ε­ξέ­λι­ξης, εί­ναι “μα­θη­μα­τι­κά βέ­βαιο” ό­τι αρ­γά ή γρή­γο­ρα η α­νά­πτυ­ξη των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων θα σπά­σει το “κέ­λυ­φος” των κα­πι­ταλι­στι­κών πα­ρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων, κα­θι­στώ­ντας α­να­γκαί­α τη με­τά­βα­ση σε έ­να “α­νώ­τε­ρο στά­διο κοι­νω­νι­κής α­νά­πτυ­ξης”. Η “ε­πα­να­στα­τι­κή μα­μή”, που πά­ντο­τε έρ­χε­ται α­κά­λε­στη, θα ξε­γεν­νή­σει τε­λι­κώς μιαν α­τα­ξι­κή-α­ε­θνι­κή-α­κρα­τι­κή κοι­νω­νί­α. Κι αυ­τό, εί­τε το θέ­λου­με εί­τε ό­χι. Η μεσ­σια­νι­κή κοι­νω­νία θα εί­ναι μια τε­χνο­λο­γι­κή κοι­νω­νί­α. Η Ε­πι­στή­μη και η Τε­χνο­λο­γί­α θα έ­χουν λύ­σει ό­λα τα προ­βλή­μα­τα. Στον τε­χνο­λο­γι­κό πα­ρά­δει­σο θα έ­χει πραγ­μα­τω­θεί πλή­ρως το νε­ω­τε­ρι­κό ι­δα­νι­κό της “κοι­νω­νί­ας – παι­δι­κής χα­ράς”: Οι άν­θρω­ποι θα εί­ναι ε­κεί κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό α­νέ­με­λα παι­διά. Αν θέ­λουν να ερ­γάζο­νται, θα ερ­γά­ζο­νται. Αλ­λά μάλ­λον δεν θα χρειά­ζε­ται. Αν θέ­λουν να ψα­ρεύ­ουν, θα ψα­ρεύ­ουν. Θα κά­νουν κρι­τι­κή, θα παί­ζουν κ.λπ. κ.λπ. Θα τα ε­πι­τρέ­πει ό­λα αυ­τά η τε­χνο­λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη, για­τί θα έ­χει ε­ξα­σφα­λί­σει υ­περ­πλε­ό­να­σμα α­γαθών, αρ­κε­τών για ό­λους. Κα­τάλ­λη­λες μη­χα­νές θα πα­ρά­γουν ό,τι χρεια­ζό­μα­στε και σε ό­ση πο­σό­τη­τα το θέ­λου­με. Μια τέ­τοια μη­χα­νή θα ή­ταν π.χ. ο “κομ­μου­νιστι­κός φούρ­νος”, που έ­φερ­ναν σαν πα­ρά­δειγ­μα σε κά­ποιον α­πό τους τό­μους της Α­κα­δη­μί­ας Ε­πι­στη­μών της Ε.Σ.Σ.Δ. τη δε­κα­ε­τί­α του 1960: α­πό τη μια με­ριά συλ­λέγει τις η­λια­κές α­κτί­νες και α­πό την άλ­λη βγά­ζει λα­χτα­ρι­στές φρα­ντζό­λες. Α­κό­μα πιο εκ­πλη­κτι­κές εί­ναι οι μη­χα­νές που πε­ριέ­γρα­φαν, τό­τε και σή­με­ρα, οι α­με­ρι­κα­νι­κές ε­κλα­ϊ­κεύ­σεις του τε­χνο­λο­γι­κού μεσ­σια­νι­σμού. Με την κατάρ­ρευ­ση του υ­παρ­κτού σο­σια­λι­σμού, ο τε­χνο­λο­γι­κός μεσ­σια­νι­σμός δέ­χτηκε ι­σχυ­ρό­τα­το πλήγ­μα. Ε­φτά­ψυ­χος ό­μως, συ­νήλ­θε γρή­γο­ρα και με το “τρί­το κύ­μα”, την “κοι­νω­νί­α της πλη­ρο­φο­ρί­ας”, την “πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση”, τα χρη­μα­τι­στή­ρια κ.τ.τ. ε­πα­νήλ­θε δρι­μύ­τε­ρος. Πη­γή του εί­ναι φυ­σι­κά η Α­με­ρική. Και ό­λοι αυ­τοί οι α­να­ρίθ­μη­τοι α­φε­λείς, στην Ευ­ρώ­πη και στον Τρί­το Κόσμο, οι ο­ποί­οι ό­ψι­μα α­να­κά­λυ­ψαν την Α­με­ρι­κή.
Ο τε­χνο­λο­γι­κός μεσ­σια­νι­σμός α­πο­τε­λεί εξ αρ­χής τον πυ­ρή­να του νε­ω­τε­ρι­κού πνεύ­μα­τος. Εί­ναι η πί­στη ό­τι η τε­χνο­λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη θα ο­δη­γή­σει α) στην εξί­σω­ση των προ­σβά­σε­ων στη γνώ­ση (θα μα­θαί­νεις ό,τι θέ­λεις, “πα­τώ­ντας έ­να κου­μπί”) και β) στην “κοι­νω­νί­α της α­φθο­νί­ας”, με ό­λα τα α­γα­θά “προσι­τά στους πά­ντες”. Πα­ρά τα μυ­θο­λο­γού­με­να για την “α­θρη­σκευ­τι­κό­τη­τά” του, ο νε­ω­τε­ρι­κός άν­θρω­πος εί­ναι βα­θύ­τα­τα θρη­σκευ­τι­κός. Η νε­ω­τε­ρι­κότη­τα έ­χει το ι­σχυ­ρό­τε­ρο και το πιο πλή­ρες σύ­στη­μα θρη­σκεί­ας που έ­χει φα­νεί στην ι­στο­ρί­α. Με βα­θιά πί­στη. Τε­ρά­στιο, αλ­λά προ­πα­ντός, εκ­πλη­κτι­κού κύ­ρους ιε­ρα­τεί­ο (κά­θε λο­γής “ει­δι­κών”). Πάν­δη­μη δη­μό­σια λα­τρεί­α (στα πο­λυ­κα­τα­στή­μα­τα και στην τη­λε­ό­ρα­ση). Η θρη­σκεί­α αυ­τή εί­ναι ο τε­χνο­λογι­κός μεσ­σια­νι­σμός. Η πί­στη ό­τι η Ε­πι­στή­μη και η Τε­χνο­λο­γί­α θα λύ­σουν όλα τα προ­βλή­μα­τα και θα φέ­ρουν στον άν­θρω­πο την ευ­τυ­χί­α. Ε­ξα­κο­λου­θεί να εί­ναι η κυ­ρί­αρ­χη λα­ϊ­κή θρη­σκεί­α και στη ση­με­ρι­νή με­τα­μο­ντέρ­να φά­ση της νεω­τε­ρι­κό­τη­τας. Έ­χει α­φο­μοιώ­σει κά­θε προ­γε­νέ­στε­ρη μορ­φή μεσ­σια­νι­σμού και κα­θο­ρί­ζει το πνεύ­μα της “Νέ­ας Ε­πο­χής”. Η “θε­ο­λο­γί­α” της θα μπορού­σε να συ­νο­ψι­στεί στα ε­ξής: Ή­ταν α­νά­γκη να πε­ρά­σει ο άν­θρω­πος α­πό την κόλα­ση της δου­λεί­ας, της φε­ου­δαρ­χί­ας, του κα­πι­τα­λι­σμού, των ά­πει­ρων σφα­γών, για να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί η οι­κο­νο­μι­κή συσ­σώ­ρευ­ση που θα κα­θι­στού­σε δυ­να­τή την Τε­χνο­λο­γί­α. Ή­ταν μέ­σα στο “Μυ­στι­κό Σχέ­διο” του Θε­ού (ή του Λό­γου, της Ι­στο­ρί­ας, της Τύ­χης ή της Α­νά­γκης). Και ε­πει­δή η Τε­χνο­λο­γί­α εί­ναι γέν­νημα του χρι­στια­νι­κού πο­λι­τι­σμού, της “ε­πο­χής των Ι­χθύ­ων”, οι “χρι­στια­νοί” μας εί­ναι δια­τε­θει­μέ­νοι να δε­χθούν ό­τι α­κό­μα και η εν­σάρ­κω­ση του Υ­ιού του Θε­ού έ­γι­νε για να υ­πη­ρε­τή­σει τον τε­χνο­λο­γι­κό σκο­πό του “Θε­ϊ­κού Σχε­δί­ου”, δη­λα­δή την έ­λευ­ση της “ε­πο­χής του Υ­δρο­χό­ου”, της ε­πο­χής του τε­χνο­λο­γι­κού πα­ρα­δεί­σου.
Τα δε­δο­μέ­να του 20ού αιώ­να έ­δει­ξαν, ω­στό­σο, ό­τι κά­θε αύ­ξη­ση και γε­νί­κευ­ση των αλ­λα­γών στην τε­χνο­λο­γι­κή υ­πο­δο­μή της κοι­νω­νί­ας, των αλ­λα­γών που εί­χαν θε­τι­κές ε­πι­πτώ­σεις στην ε­πι­βί­ω­ση, ε­ξα­νε­μί­ζο­νται α­πό την αύ­ξη­ση του πληθυ­σμού, που αυ­τές προ­κα­λούν. Α­πό πλευ­ράς πο­σο­στού συμ­με­το­χής στα δια­θέ­σιμα α­γα­θά και στην υ­πάρ­χου­σα γνώ­ση, η νέ­α πλειο­νό­τη­τα πα­ρα­μέ­νει στο ί­διο και χει­ρό­τε­ρο πο­σο­στό με την προ­η­γού­με­νη. Ο κα­τά κε­φα­λήν ά­νι­σος λό­γος της συμ­με­το­χής στον κοι­νω­νι­κό πλού­το κα­θό­λου δεν βελ­τιώ­νε­ται, ό­πως έ­χουν δείξει άλ­λω­στε και τα στοι­χεί­α του Ο­Η­Ε για την ε­ξέ­λι­ξη της κοι­νω­νι­κής α­νι­σότη­τας. Το “αί­τιο”, που υ­πο­τί­θε­ται ό­τι α­πο­κλεί­ει την “ο­πι­σθο­δρό­μη­ση”, α­πο­κλεί­ει εξ ί­σου και την “πρό­ο­δο”, δυ­να­μι­τί­ζο­ντας τον ί­διο τον θε­ω­ρη­τι­κό πυ­ρή­να του τε­χνο­λο­γι­κού μεσ­σια­νι­σμού. Αλ­λά ποιος σκο­τί­ζε­ται για τέ­τοια δε­δο­μέ­να;
Βε­βαί­ως, αν δεν υ­πήρ­χε πρό­ο­δος, δεν θα εί­χα­με με­τά­βαση α­πό τον κο­λε­κτι­βι­στι­κό στον α­το­μο­κε­ντρι­κό πο­λι­τι­σμό, α­πό τον Δού­λο στον Μι­σθω­τό. Ού­τε α­πό τον Μι­σθω­τό στον Φί­λο. Η μεσ­σια­νι­κή ελ­πί­δα παίρ­νει διάφο­ρες φα­ντα­στι­κές μορ­φές, μια α­πό τις ο­ποί­ες εί­ναι και η τε­χνο­λο­γι­κή. Παρα­πέ­μπει σε κά­τι ε­φι­κτό, το ο­ποί­ο δεν έ­χει ό­μως κα­μιά σχέ­ση με τις εν λό­γω μορ­φές. Η πρό­ο­δος εί­ναι δυ­να­τή, αλ­λά σε τε­λεί­ως άλ­λο ε­πί­πε­δο. Σύμ­φω­να με την τρια­δι­κή πα­ρά­δο­ση, α­πό την ο­ποί­α α­ντλού­με ε­δώ, η μό­νη πρό­ο­δος που μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει εί­ναι η αν­θρω­πο­λο­γι­κή: Δού­λος, Μι­σθω­τός, Φί­λος. Η πρό­ο­δος εί­ναι ι­δέ­α του Προ­σώ­που, την ο­ποί­α το Ά­το­μο και ο Δού­λος την προ­σαρ­μό­ζουν στο δι­κό τους φα­ντα­σια­κό, α­πο­μα­κρύ­νο­ντάς την α­πό το πραγ­μα­τι­κό της περιε­χό­με­νο. Ας δού­με πώς αυ­τό γί­νε­ται στην ε­βρα­ϊ­κή, την ελ­λη­νι­κή και τη νε­ωτε­ρι­κή πε­ρί­πτω­ση.

2. Ο ε­βρα­ϊ­κός ι­στο­ρι­κι­σμός

Ο ε­βρα­ϊ­κός πο­λι­τι­σμός εί­ναι ο πιο ε­ξε­λιγ­μένος κο­λε­κτι­βι­στι­κός πο­λι­τι­σμός για­τί μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει και χω­ρίς πο­λι­τική ε­ξου­σια­στι­κή πυ­ρα­μί­δα. Του αρ­κεί η αυ­θε­ντί­α του Νό­μου. Η με­λέ­τη του κολε­κτι­βι­σμού αυ­τού θα βο­η­θού­σε πο­λύ την εξ α­ντι­δια­στο­λής κα­τα­νό­η­ση της ανθρω­πο­λο­γί­ας των α­το­μι­κι­στι­κών πο­λι­τι­σμών.
Στο κέ­ντρο της προ­σω­πι­κής και της συλ­λο­γι­κής ζω­ής του ιου­δαί­ου βρί­σκε­ται ο Νό­μος και κά­θε πτυ­χή της ρυθ­μί­ζε­ται α­πό τις δια­τάξεις του. Δεν έ­χου­με πα­ρά να τη­ρή­σου­με τις Ε­ντο­λές. Οι Ε­ντο­λές δεν εί­ναι μόνο Δέ­κα, αλ­λά ε­ξει­δι­κεύ­ο­νται σε α­να­ρίθ­μη­τες άλ­λες. Κι αν δη­μιουρ­γού­νται ασά­φειες υ­πάρ­χουν οι αρ­μό­διοι ερ­μη­νευ­τές, έ­τοι­μοι πά­ντο­τε για μια α­πε­ριόρι­στη ε­ξει­δί­κευ­ση της νο­μι­κής κα­ζου­ι­στι­κής (πε­ρι­πτω­σιο­λο­γί­ας). Ο πι­στός ιου­δαί­ος εί­ναι ο “Δού­λος του Νό­μου”. Πα­ρα­δό­ξως ό­μως ο άν­θρω­πος αυ­τός δεν έ­χει μια στα­τι­κή – κυ­κλι­κή α­ντί­λη­ψη του χρό­νου. Ο χρό­νος του εί­ναι ευθύ­γραμ­μος: έ­χει αρ­χή και α­να­με­νό­με­νο τέ­λος-σκο­πό. Εί­ναι χρό­νος ι­στο­ρι­κός. Με­τρά­ει α­πό “κτί­σε­ως κό­σμου”. Κα­τα­γρά­φει με σχο­λα­στι­κό­τη­τα τη διαδο­χή των γε­νε­ών, ση­μειώ­νει τα γε­γο­νό­τα που θε­ω­ρού­νται ση­μα­ντι­κά για τη συλλο­γι­κή ζω­ή και α­να­μέ­νει τον Βα­σι­λιά-Μεσ­σί­α, που θα κα­τα­στή­σει τον ε­βρα­ϊκό λα­ό κυ­ρί­αρ­χο των ε­θνών. Έ­χου­με έ­τσι σα­φώς μια α­ντί­λη­ψη προ­ό­δου. Αυ­τό όμως που “προ­ο­δεύ­ει” στον χρό­νο δεν εί­ναι ο με­μο­νω­μέ­νος-συ­γκε­κρι­μέ­νος άν­θρω­πος, αλ­λά ο ε­βρα­ϊ­κός Λα­ός, έ­να συλ­λο­γι­κό υ­πο­κεί­με­νο. Η πρό­ο­δος θα κα­τα­λή­ξει σε μια α­πο­φα­σι­στι­κή αλ­λα­γή στις σχέ­σεις του με τα έ­θνη (κυ­ριαρχί­α επ’ αυ­τών). Δεν πα­ρα­πέ­μπει, ε­πο­μέ­νως, σε κά­ποια έν­νοια αν­θρω­πο­λο­γικής ε­ξε­λί­ξε­ως. Έ­χου­με έ­τσι, στην πε­ρί­πτω­ση των Ε­βραί­ων, έ­να κο­λε­κτι­βι­στικό έ­θνος, που έ­χει πε­τύ­χει τη συλ­λο­γι­κή ε­ξα­το­μί­κευ­σή του, τη με­τα­τρο­πή του α­πό “έ­θνος καθ’ ε­αυ­τό” σε “έ­θνος για τον ε­αυ­τό του”, χω­ρίς να μπει κα­θό­λου στο στά­διο της αν­θρω­πο­λο­γι­κής ε­ξα­το­μί­κευ­σης. Ο ε­βρα­ϊ­κός λα­ός γί­νε­ται έ­θνος α) χά­ρη στην α­πο­κλει­στι­κή-προ­νο­μια­κή σχέ­ση του με τον Έ­να Θεό του, β) χά­ρη στα κλη­ρο­νο­μι­κά του δι­καιώ­μα­τα α­πο­κλει­στι­κό­τη­τας πά­νω στη σχέ­ση αυ­τή, και γ) χά­ρη στην ε­σχα­το­λο­γι­κή (ι­στο­ρι­κή) προ­ο­πτι­κή-ο­λο­κλή­ρω­σή της.
Πρέ­πει να ση­μειώ­σου­με και την πα­ρα­δο­ξό­τη­τα του ε­βρα­ϊ­κού κο­λε­κτι­βι­σμού, για­τί έ­χει δύ­ο μεσ­σια­νι­κές πα­ρα­δό­σεις: την κυ­ρί­αρ­χη κο­λε­κτι­βι­στι­κή (περι­μέ­νει βα­σι­λιά-Μεσ­σί­α) και μια πε­ρι­θω­ρια­κή προ­σω­πο­κε­ντρι­κή, στο πε­ρι­βάλλον της ο­ποί­ας θα γεν­νη­θεί ο Ι­η­σούς Χρι­στός.

3. Ο αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κός βιο­κε­ντρι­σμός

Ο α­το­μι­κι­στι­κός ελ­λη­νι­κός πο­λι­τι­σμός, α­ντι­θέτως, δεν έ­χει κα­μιά α­ντί­λη­ψη συλ­λο­γι­κής προ­ό­δου. Η συλ­λο­γι­κή ε­ξα­το­μί­κευση των Ελ­λή­νων σε έ­θνος δεν ο­φεί­λε­ται σε κά­ποιας μορ­φής μο­νο­θε­ϊ­σμό, ού­τε στην ε­γκα­θί­δρυ­ση κλη­ρο­νο­μι­κών δι­καιω­μά­των πά­νω σε μια πνευ­μα­τι­κή πα­ράδο­ση. Ο­φεί­λε­ται στην αν­θρω­πο­λο­γι­κή τους ε­ξα­το­μί­κευ­ση, που τους δια­φο­ρο­ποιεί τε­λεί­ως. Σε α­ντί­θε­ση με ό­λους τους άλ­λους που εί­ναι λα­οί υ­πη­κό­ων, οι Έλ­λη­νες εί­ναι έ­θνος ε­ταί­ρων (ε­λευ­θέ­ρων α­τό­μων).
Για τον ο­λυ­μπια­κό πο­λυ­θε­ϊ­σμό μπο­ρούν να γί­νουν διά­φο­ρες υ­πο­θέ­σεις. Ας σημειώ­σου­με δύ­ο: α) Εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα συ­γκα­τοί­κη­σης θε­ών που α­ντι­στοι­χούν ο κα­θέ­νας σε δια­φο­ρε­τι­κή ψη­φί­δα του φυ­λε­τι­κού μω­σα­ϊ­κού, που μι­λά τις διαλέ­κτους της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας και παίρ­νει μέ­ρος στον Τρω­ι­κό Πό­λε­μο και αργό­τε­ρα στους Ο­λυ­μπια­κούς α­γώ­νες. β) Εί­ναι με­τα­φυ­σι­κή προ­βο­λή των πολ­λαπλών α­ντι­φα­τι­κών και α­πό δια­φο­ρε­τι­κές πλευ­ρές συ­ντε­λού­με­νων κρυ­σταλ­λώσε­ων-μορ­φο­ποι­ή­σε­ων της προ­ελ­λη­νι­κής ψυ­χής, κα­θώς αυ­τή βγαί­νει α­πό την κολε­κτι­βι­στι­κή α­μορ­φί­α και μπαί­νει στον δρό­μο της ελ­λη­νι­κής ε­ξα­το­μί­κευ­σης. Ό­πως κι αν έ­χει το πράγ­μα, το σί­γου­ρο εί­ναι ό­τι οι κά­τοι­κοι του Ο­λύ­μπου εί­ναι Ά­το­μα. Η κοι­νό­τη­τά τους κά­θε άλ­λο πα­ρά κο­λε­κτι­βι­στι­κή εί­ναι. Η συλ­λογι­κή ε­ξα­το­μί­κευ­ση, έ­να­ντι των άλ­λων λα­ών, προ­ερ­χό­με­νη α­πό την αν­θρω­πο­λογι­κή ε­ξα­το­μί­κευ­ση, δεν χρειά­ζε­ται τη σχέ­ση με έ­ναν α­πο­κλει­στι­κό θε­ό για να συ­γκρο­τη­θεί, αν και βε­βαί­ως το πο­λυ­πρό­σω­πο της θε­ό­τη­τας συ­ντη­ρεί, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί ο Ζα­μπέ­λιος, τον το­πι­κι­σμό και, α­πό έ­να ση­μεί­ο και πέ­ρα, γί­νε­ται τρο­χο­πέ­δη, ό­χι μό­νο για την πε­ραι­τέ­ρω αν­θρω­πο­λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη και οι­κου­μενι­κή ε­ξά­πλω­ση του Ελ­λη­νι­σμού αλ­λά και για την ί­δια την πρό­ο­δο της ε­θνι­κής-κοι­νω­νι­κής συ­νά­φειας και συ­νο­χής του.
Δεν έ­χου­με στην ελ­λη­νι­κή πε­ρί­πτω­ση αί­σθη­ση του συλ­λο­γι­κού χρό­νου, ως ι­στο­ρι­κού χρό­νου. Ο ι­στο­ρι­κός χρό­νος εί­ναι ε­δώ κυ­κλι­κός, ό­πως και ο κο­σμι­κός χρό­νος. Η σύ­μπτω­ση ό­μως με τους πα­γα­νι­στι­κούς κο­λε­κτι­βι­στι­κούς πο­λι­τισμούς, ως προς την α­νι­στο­ρι­κό­τη­τα, την κυ­κλι­κή α­ντί­λη­ψη για τον χρό­νο, εί­ναι α­πα­τη­λή, για­τί ο χρό­νος του α­το­μι­κού βί­ου δεν εί­ναι κα­θό­λου κυ­κλι­κός. Εμπε­ριέ­χει σα­φώς την έν­νοια της προ­ό­δου-προ­κο­πής, για­τί α­πο­σκο­πεί σε έ­να ανθρω­πο­λο­γι­κό πρό­τυ­πο: αυ­τό του κα­λού και α­γα­θού αν­δρός, ο ο­ποί­ος συν­δυάζει αν­δρεί­α, φρό­νη­ση και σω­φρο­σύ­νη και εί­ναι ε­σω­τε­ρι­κά δί­καιος. Ο χρό­νος του βί­ου διέ­πε­ται α­πό την ε­ξε­λι­κτι­κή-προ­ο­δευ­τι­κή ι­δέ­α της προ­κο­πής, ως καλλιέρ­γειας της α­ρε­τής, που κά­νει τον άν­θρω­πο υ­πεύ­θυ­νο πο­λί­τη: Ά­το­μο. Ε­ξε­λι­κτι­κή στο α­το­μι­κό ε­πί­πε­δο, η α­ντί­λη­ψη της προ­ό­δου έ­χει λοι­πόν ε­δώ σα­φώς αν­θρω­πο­λο­γι­κό πε­ριε­χό­με­νο και μά­λι­στα ε­ξα­το­μι­κευ­τι­κό, δια­μορ­φω­τικό α­το­μο­κε­ντρι­κής και ό­χι κο­λε­κτι­βι­στι­κής κοι­νω­νί­ας.
Ό­που στους κο­λε­κτι­βι­στι­κούς πο­λι­τι­σμούς της Α­να­το­λής, ό­πως π.χ. στον ιν­δου­ι­σμό και στον βου­δι­σμό, έ­χου­με α­ντί­λη­ψη α­το­μι­κής προ­κο­πής, αυ­τή έ­χει εξω­κοι­νω­νι­κή προ­ο­πτι­κή. Ο άν­θρω­πος πρέ­πει ε­κεί να βελ­τιώ­νε­ται, για να έ­χει μια κα­λύ­τε­ρη με­τεμ­ψύ­χω­ση. Στό­χος της βου­δι­στι­κής α­το­μι­κής τε­λειο­ποί­ησης δεν εί­ναι η α­νά­πτυ­ξη της α­το­μι­κό­τη­τας αλ­λά η ε­ξά­λει­ψή της.

4. Ο τρισ­διά­στα­τος χρό­νος του Προ­σώ­που

Με τη με­τά­βα­ση του ελ­λη­νι­κού Α­τό­μου στο στά­διο του Προ­σώ­που έ­χου­με την εμ­φά­νι­ση μιας άλ­λης α­ντί­λη­ψης για τον χρό­νο, η οποί­α θα μπο­ρού­σε να προ­σεγ­γι­στεί α­πλου­στευ­τι­κά ως “σύν­θε­ση” ελ­λη­νικής και ε­βρα­ϊ­κής.
Λό­γω της πα­ρα­δο­χής α­το­μι­κής και συλ­λο­γι­κής ταυ­τό­τη­τας, η πρό­ο­δος εί­ναι και α­το­μι­κή και συλ­λο­γι­κή “ταυ­τό­χρο­να”. Προ­κό­βο­ντας το ά­το­μο, προ­κό­βει και η κοι­νό­τη­τα και α­ντι­στρό­φως. Ε­ντασ­σό­με­νη στην προ­ο­πτι­κή του Προ­σώπου, η ελ­λη­νι­κή α­ντί­λη­ψη για τον υ­παρ­ξια­κό (α­το­μι­κό) χρό­νο α­να­και­νί­ζε­ται, ενώ η α­ντί­λη­ψη για την κυ­κλι­κό­τη­τα του ι­στο­ρι­κού (συλ­λο­γι­κού) χρό­νου ε­γκατα­λεί­πε­ται και α­ντι­κα­θί­στα­ται α­πό κεί­νη του ε­σχα­το­λο­γι­κού ι­στο­ρι­κού (συλ­λο­γι­κού) χρό­νου, τις κα­τα­βο­λές της ο­ποί­ας τις βρί­σκου­με στην ε­βρα­ϊ­κή προ­φη­τι­κή πα­ρά­δο­ση. Η νέ­α α­ντί­λη­ψη για τον χρό­νο, η ελ­λη­νο-χρι­στια­νι­κή, εί­ναι η α­ντί­λη­ψη του Προ­σώ­που. Ε­λά­χι­στα ό­μως πράγ­μα­τα μπο­ρού­με να πού­με γι’ αυ­τήν, ε­πει­δή πε­ρι­λαμ­βά­νει την ε­μπει­ρί­α της “αιω­νιό­τη­τας”. Μι­λώντας με ό­ρους της α­το­μι­κι­στι­κής νο­η­τι­κής βαθ­μί­δας, θα α­πο­δί­δα­με τον χρόνο του Προ­σώ­που ως α­το­μι­κό και συλ­λο­γι­κό “συγ­χρό­νως”. Αλ­λά αυ­τό το “συγ­χρό­νως” πώς να γί­νει κα­τα­νο­η­τό; Αυ­τό που κα­θι­στά α­κα­τα­νό­η­το για το Άτο­μο τον προ­σω­πο­κε­ντρι­κό χρό­νο εί­ναι η ι­διό­τη­τά του να “ε­κρή­γνυ­ται” στην “αιω­νιό­τη­τα”, ή αλ­λιώς το γί­γνε­σθαι να “εκ­βάλ­λει” στο “εί­ναι”, κά­θε φο­ρά που το πα­ρόν “αγ­γί­ζει” τα “έ­σχα­τα”. Ο “ε­κρηγνυό­με­νος” σπει­ρο­ει­δής-κυ­λιν­δρο­ει­δής ι­στο­ρι­κός χρό­νος εί­ναι ε­σχα­τολο­γι­κός. Το τέ­λος-σκο­πός, η Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α και η συν­δε­δε­μέ­νη μ’ αυ­τήν γενι­κή Α­νά­στα­ση-α­να­καί­νι­ση του κό­σμου, δεν εί­ναι γε­γο­νός εν­δο­ϊ­στο­ρι­κό, ό­πως στην ε­βρα­ϊ­κή α­ντί­λη­ψη, αλ­λά “με­τα­ϊ­στο­ρι­κό”. Η “θέ­ω­ση”, ως “σημεί­ο το­μής” της προ­σω­πι­κής και της συλ­λο­γι­κής “θε­ώ­σε­ως”, το ο­ποί­ο επι­τυγ­χά­νε­ται κα­τά τη “Θεί­α Λει­τουρ­γί­α”, πα­ρα­μέ­νει α­πλώς “πρό­γευση των ε­σχά­των”. Η “ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη” και “ο­ρι­στι­κή” θέ­ω­ση θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί ό­ταν έλ­θει το “πλή­ρω­μα του χρό­νου”. Ό­ταν θα έ­χει α­πο­πε­ρατω­θεί η πραγ­μα­το­ποί­η­ση του “θε­ϊ­κού σχε­δί­ου”.
Προ­σπά­θη­σα να πα­ρου­σιά­σω στην Έ­κλει­ψη του Υ­πο­κει­μέ­νου μια ε­κλο­γικευ­μέ­νη δια­τύ­πω­ση του προ­σω­πο­κε­ντρι­κού χρό­νου, ως τρισ­διά­στα­του “σπειρο­ει­δούς-κυ­λιν­δρι­κού” συ­νε­χούς, αλ­λά, ε­νώ τυ­πι­κά μου φαί­νε­ται σω­στή, δεν νο­μί­ζω ό­τι βο­η­θά ι­διαί­τε­ρα στην κα­τα­νό­η­ση. Ου­σια­στι­κά, δεν ξέ­ρου­με πώς βιώ­νει και πώς α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τον χρό­νο το Πρό­σω­πο. Ί­σως μπο­ρού­με να μαντέ­ψου­με τι ση­μαί­νει στε­ρε­ο­με­τρι­κός χρό­νος (α­το­μι­κός-συλ­λο­γι­κός “συγ­χρό­νως”), αν σκε­φθού­με α) ό­τι μι­λά­με για ταυ­τό­χρο­νη ε­ξέ­λι­ξη-προ­κο­πή και στο υ­παρ­ξια­κό και στο ι­στο­ρι­κό πε­δί­ο, β) ό­τι η “πη­γή της ρο­ής” του χρό­νου βρί­σκε­ται στο μέλ­λον και ό­χι στο πα­ρελ­θόν και γ) ό­τι το εί­δος της προ­σω­πι­κής ε­νέρ­γειας που την “πα­ρά­γει” εί­ναι η α­με­ρό­λη­πτη Α­γάπη. Με άλ­λα λό­για: εί­ναι ο χρό­νος του αν­θρώ­που, ο ο­ποί­ος α­γα­πά με τον τρό­πο που α­γα­πά ο τρια­δι­κός Θε­ός. Οι δια­τυ­πώ­σεις αυ­τές και πά­λι δεν λέ­νε πολ­λά πράγ­μα­τα. Υ­πο­θέ­του­με ό­τι η κα­τα­νό­η­ση εί­ναι δύ­σκο­λη ε­πει­δή ό­λα αυ­τά α­ντι­στοι­χούν σε ε­μπει­ρί­ες μιας αν­θρω­πο­λο­γι­κής βαθ­μί­δας και ε­νός πο­λι­τι­σμού ανώ­τε­ρου α­πό τον δι­κό μας.

5. Η νε­ω­τε­ρι­κή ε­σχα­το­λο­γί­α

Η α­ντί­λη­ψη του νε­ω­τε­ρι­κού Α­τό­μου για τον χρόνο δεν εί­ναι ού­τε η α­ντί­λη­ψη του Προ­σώ­που ού­τε ε­κεί­νη της ελ­λη­νι­κής ε­ξα­τομί­κευ­σης. Ο νε­ω­τε­ρι­κός α­το­μι­κός χρό­νος έ­χει ε­ξε­λι­κτι­κή κα­τεύ­θυν­ση, αλ­λά α) δια­με­τρι­κά α­ντί­θε­τη α­πό την ελ­λη­νι­κή, ε­νώ β) ο συλ­λο­γι­κός χρό­νος γί­νε­ται α­ντι­λη­πτός ως ε­σχα­το­λο­γί­α ιου­δα­ϊ­κού τύ­που.
Οι φρα­γκο­τεύ­το­νες, πρό­γο­νοι του νε­ω­τε­ρι­κού Α­τό­μου, δεν ή­ταν σε θέ­ση να προ­σλά­βουν την ε­λλη­νι­κή χρι­στια­νι­κή α­ντί­λη­ψη για τον χρό­νο και τη με­τέ­τρεψαν σε ε­σχα­το­λο­γί­α ε­βρα­ϊ­κού τύ­που. Ε­πί πλέ­ον, με το μέλ­λον εί­χαν και ε­ξα­κολου­θούν να έ­χουν ει­δι­κό πρό­βλη­μα, που δεν μας παίρ­νει να το α­να­λύ­σου­με ε­δώ, έ­να πρό­βλη­μα που τους κά­νει ευά­λω­τους στον χι­λια­σμό. Στη Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σία εί­δαν την έ­λευ­ση ε­νός ε­βρα­ϊ­κού Μεσ­σί­α, ο ο­ποί­ος θα ε­γκαι­νιά­σει έ­να στάδιο ι­στο­ρι­κό. Το α­νώ­τε­ρο βε­βαί­ως και τε­λευ­ταί­ο. Έ­τσι ό­ταν ο θρί­αμ­βος της εξα­το­μί­κευ­σης έ­φε­ρε την α­να­τρο­πή της κυ­ριαρ­χί­ας του κο­λε­κτι­βι­στι­κού χριστια­νι­σμού στη Δύ­ση, πέ­ρα­σαν, χω­ρίς κα­μιά ι­διαί­τε­ρη προ­σπά­θεια, στον κοινω­νι­κό ου­το­πι­σμό. Ο πα­ρά­δει­σος θα έλ­θει, α­να­πό­φευ­κτα, μέ­σω της τε­χνι­κής προ­ό­δου και της πο­λι­τι­κής. Αυ­τός εί­ναι η νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα, το βα­σί­λειο της Λογι­κής, η εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη εκ­δο­χή της ε­σχα­το­λο­γι­κής χι­λιε­τί­ας. “Στη χριστια­νι­κή Δύ­ση οι ‘νε­ώ­τε­ροι χρό­νοι’ σή­μαι­ναν τους ε­πι­κεί­με­νους αιώ­νες του μέλ­λο­ντος που θα αρ­χί­σουν μό­νο με τη Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α (…) Α­ντί­θε­τα, η κο­σμική έν­νοια της νε­ώ­τε­ρης ε­πο­χής εκ­φρά­ζει την πε­ποί­θη­ση ό­τι το μέλ­λον έ­χει ή­δη αρ­χί­σει.”1 Ε­μπε­δω­μέ­νη πο­λύ­πλευ­ρα, η εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη αυ­τή ε­σχα­το­λο­γί­α θα με­τα­τρα­πεί α­πό τους Χέγκελ και Μαρ­ξ σε ε­πι­βλη­τι­κό ι­στο­ρι­κι­στι­κό με­γα­θή­ριο.
Στην ύ­παρ­ξη “θε­ϊ­κού σχε­δί­ου” πί­στευαν και οι Έλ­λη­νες χρι­στια­νοί αλλά το θε­ω­ρού­σαν α­νε­ξι­χνί­α­στο. Πί­στευαν ό­τι το θε­ϊ­κό σχέ­διο δεν μπο­ρεί να συλ­λη­φθεί α­πό την αν­θρώ­πι­νη λο­γι­κή. Πε­πει­σμέ­νοι ό­τι κά­θε προ­σπά­θεια “σύλ­λη­ψης” του “θε­ϊ­κού σχε­δί­ου” κα­τα­λή­γει σε α­νο­η­σί­α και σε βλά­σφημη α­πό­δο­ση του ι­στο­ρι­κού κα­κού στον Θε­ό, δεν α­σχο­λή­θη­καν με το θέ­μα. Δεν είχε ό­μως την ί­δια ε­πι­φυ­λα­κτι­κή α­ντί­λη­ψη η χρι­στια­νι­κή Δύ­ση, η ο­ποί­α σπούδα­ζε τη ratio σαν δρό­μο για τη γνώ­ση της “θεί­ας ου­σί­ας”: Αν ο Θε­ός εί­ναι Νους, τό­τε το σχέ­διό Του εί­ναι λο­γι­κό. Πε­ρί­πλο­κο μεν αλ­λά λο­γι­κό. Δη­λα­δή κατ’ αρ­χήν κα­τα­νο­ή­σι­μο και ά­ρα α­πει­κο­νί­σι­μο σε έ­να λο­γι­κό διά­γραμ­μα. Α­πό μια τέ­τοια βά­ση ξε­κί­νη­σαν στη Δύ­ση ό­λες οι προ­σπά­θειες να συλ­λη­φθεί η “κρυμ­μέ­νη λο­γι­κή της Ι­στο­ρί­ας” και να δια­τυ­πω­θεί ως θε­ω­ρί­α κοι­νω­νικής προ­ό­δου μέ­σα α­πό στά­δια. Έ­τσι δεν εί­ναι λί­γοι αυ­τοί που κα­τά και­ρούς έβα­λαν τον ε­αυ­τό τους στη θέ­ση του Θε­ού και πί­στε­ψαν ό­τι “συ­νέ­λα­βαν” τη σο­φί­α του, για να γί­νουν τε­λι­κώς “νού­με­ρο”. Κο­ρυ­φαί­οι α­νά­με­σά τους οι φι­λό­σο­φοι στους ο­ποί­ους και α­να­φερ­θή­κα­με. Με­τά το φιά­σκο του μαρ­ξι­στι­κού “ε­πι­στη­μο­νι­κού” προ­φη­τι­σμού δε­χό­μα­στε, ε­πί τέ­λους σή­με­ρα (: με­τα­μοντέρ­να θέ­ση), ό­τι η δυ­να­μι­κή της ι­στο­ρί­ας εί­ναι “χα­ο­τι­κή”, δη­λα­δή μη γραμ­μι­κή, μη α­πει­κο­νί­σι­μη με ό­ρους ντε­τερ­μι­νι­στι­κής λο­γι­κής και θε­ω­ρί­ας συ­στη­μά­των.
Η νε­ω­τε­ρι­κή ε­σχα­το­λο­γί­α προσ­δί­δει, λοι­πόν, στον χρό­νο σα­φώς ε­ξε­λι­κτι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Τον νο­η­μα­τί­ζει ως διαρ­κή ε­μπλου­τι­σμό του συλ­λο­γι­κού, ως διαρ­κή αύ­ξη­ση της ι­κα­νό­τη­τάς του “να α­πα­ντά στις προ­κλή­σεις”. Ή πιο χα­ρα­κτηρι­στι­κά: να “λύ­νει τα προ­βλή­μα­τα”. Να “λύ­νει” την “α­ντί­θε­ση” α­νά­με­σα στον άν­θρω­πο και στη φύ­ση, α­πό την ο­ποί­α θε­ω­ρεί­ται ό­τι, σε “τε­λευ­ταί­α α­νά­λυ­ση”, πη­γά­ζουν ό­λες οι εν­δο­κοι­νω­νι­κές α­ντι­θέ­σεις (λο­γι­ζό­μενες και αυ­τές ως “προ­βλή­μα­τα”).
Η νε­ω­τε­ρι­κή α­ντί­λη­ψη για τον συλ­λο­γι­κό χρό­νο εί­ναι, λοι­πόν, ε­βρα­ϊ­κή, διαφο­ρε­τι­κή α­πό την κυ­κλι­κή αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή και την τρισ­διά­στα­τη χρι­στια­νοελ­λη­νι­κή. Πα­ρο­μοί­ως, η νε­ω­τε­ρι­κή α­ντί­λη­ψη για τον υ­παρ­ξια­κό (α­το­μι­κό) χρόνο δεν έ­χει κα­μιά σχέ­ση με την α­ντί­στοι­χη ελ­λη­νι­κή. Ε­στιά­ζε­ται στην α­νάπτυ­ξη του δια­νο­η­τι­κού μο­ρί­ου της προ­σω­πι­κό­τη­τας και πα­ρα­με­λεί τα υ­πό­λοιπα. Το πρό­βλη­μα της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας δεν εί­ναι να με­τα­πλά­σει τον ε­αυ­τό, ώ­στε να γί­νει κά­τι άλ­λο απ’ αυ­τό που εί­ναι: να μπο­ρεί π.χ., ό­πως το ελ­λη­νι­κό Ά­τομο, να κυ­ριαρ­χεί πά­νω στις α­πρό­σω­πες δυ­νά­μεις της κοι­νής μας φύ­σης, ώ­στε να λει­τουρ­γεί μέ­σα στην πό­λι του ως δί­καιος πο­λί­της, με φρό­νη­ση, πα­λη­κα­ριά και σω­φρο­σύ­νη. Ο δρό­μος που πή­ρε η νε­ω­τε­ρι­κή ε­ξα­το­μί­κευ­ση έ­χει την α­κρι­βώς α­ντί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση α­πό ε­κεί­νον της ελ­λη­νι­κής. Τα ε­πι­τεύγ­μα­τά της στο πε­δί­ο της “κα­λής αλ­λοί­ω­σης” του ε­αυ­τού, μέ­σω της α­ρε­τής, θε­ω­ρού­νται ά­χρη­στα και ά­νευ α­ξί­ας. Ο άν­θρω­πος πρέ­πει ε­δώ να συμ­βι­βα­στεί με τη “φύση” του. Πρέ­πει να α­παλ­λα­γεί α­πό τα “με­τα­φυ­σι­κά” συ­στή­μα­τα που θέλουν να με­τα­μορ­φώ­σουν τα πά­θη, για­τί αυ­τά κα­τα­λή­γουν α­να­γκα­στι­κά στην ποινι­κο­ποί­η­ση της ε­πι­θυ­μί­ας. Ο άν­θρω­πος πρέ­πει να φτιά­ξει έ­τσι την κοι­νω­νί­α του, ώ­στε κά­θε ε­πι­θυ­μί­α να μπο­ρεί να ι­κα­νο­ποιεί­ται α­πρό­σκο­πτα, για­τί είναι εκ φύ­σε­ως κα­λός και δεν χρειά­ζε­ται “βελ­τί­ω­ση”. Η μό­νη βελ­τί­ω­ση και πρό­ο­δος, που νο­εί­ται στο ε­πί­πε­δο της νε­ω­τε­ρι­κής α­το­μι­κής ε­ξέ­λι­ξης, είναι αυ­τή α­κρι­βώς που έ­χει ως πε­ριε­χό­με­νο την α­παλ­λα­γή α­πό τις δή­θεν “βελτιώ­σεις” και τις πα­ρα­δό­σεις που τις υ­πο­στη­ρί­ζουν. Δε­κτή εί­ναι μό­νο η αγω­γή η ο­ποί­α α­πο­βλέ­πει στον θρυμ­μα­τι­σμό και στη διά­λυ­ση των α­πο­κρυ­σταλ­λω­μέ­νων αν­θρω­πο­λο­γι­κών “βελ­τιώ­σε­ων”, που έ­φε­ραν τον ε­αυ­τό σε α­ντί­θεση με τη φύ­ση του. Προ­κρί­νε­ται ρη­τά η α­γω­γή που θα φέ­ρει την “ε­ξυ­γί­αν­ση” των σχέ­σε­ων α­νά­με­σα στον άν­θρω­πο και τον ε­αυ­τό του. Το σλό­γκαν “να εί­σαι ο ε­αυ­τός σου” ε­δώ πα­ρα­πέ­μπει. Πρό­ο­δος στην α­το­μι­κή διά­στα­ση εί­ναι λοι­πόν τώ­ρα η κα­τε­δά­φι­ση ό­λων των δε­δο­μέ­νων, που πα­λιά θε­ω­ρού­νταν ως “ανθρω­πο­λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη”. Πρό­ο­δος εί­ναι η ε­πι­στρο­φή στη “φυ­σι­κό­τη­τα”. Στην και­νούρ­για αυ­τή βά­ση, της “φυ­σι­κό­τη­τας”, το Ά­το­μο πρέ­πει να προι­κι­στεί με ό­λη ε­κεί­νη την ε­τοι­μό­τη­τα λο­γι­κής και πα­ρα­τη­ρη­τι­κό­τη­τας, που θα του ε­πι­τρέ­ψουν να βρί­σκει α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές λύ­σεις στα κοι­νω­νι­κά “προ­βλή­μα­τα”. Το θέ­μα εί­ναι να μά­θει, ο “φυ­σι­κο­ποι­η­μέ­νος” άν­θρωπος, να χρη­σι­μο­ποιεί τη λο­γι­κή και την πα­ρα­τή­ρη­ση με τέ­τοια τρό­πο, που να κάνουν τη ζω­ή του ά­νε­τη, ε­λεύ­θε­ρη και ευ­τυ­χή.
Α­πό τη στιγ­μή ό­μως που ο δυ­τι­κός άν­θρω­πος άρ­χι­σε να βλέ­πει τα πά­ντα σαν “προ­βλή­μα­τα” που πε­ρι­μέ­νουν τη λύ­ση τους, ο δρό­μος που ο­δη­γεί στην αλγο­ριθ­μι­κή σκέ­ψη και την ε­φαρ­μο­γή της για την κα­τα­σκευ­ή συ­στη­μά­των εί­χε α­νοί­ξει. Κά­θε “πρό­βλη­μα” βρί­σκει τον αλ­γό­ριθ­μό του και α­ντι­με­τω­πί­ζεται με την κα­τα­σκευ­ή του κα­τάλ­λη­λου μη­χα­νι­κού συ­στή­μα­τος. Έ­τσι φτιά­χτηκε η πο­λύ­πλο­κη κοι­νω­νί­α που ξέ­ρου­με, με τα γι­γά­ντια μη­χα­νι­κά συ­στή­μα­τα που κο­ντεύ­ουν να πνί­ξουν τη ζω­ή στον πλα­νή­τη. Το νε­ω­τε­ρι­κό Ά­το­μο εί­ναι μια φυ­σι­κή ε­πι­θυ­μη­τι­κή μο­νά­δα, που έ­χει α­νά­γκες, οι ο­ποί­ες ι­κα­νο­ποιού­νται α­πό συ­στή­μα­τα.
Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι η ε­ξέ­λι­ξη έ­χει πε­ριε­χό­με­νο μό­νο στο μέ­τρο που κα­τε­δα­φί­ζε­ται ο προ­η­γού­με­νος κο­λε­κτι­βι­στι­κός ε­αυ­τός και τα κοι­νω­νι­κά του “ε­ποι­κο­δο­μή­μα­τα”. Α­πό κει και πέ­ρα η ε­ξέ­λι­ξη είναι μό­νο κοι­νω­νι­κή. Ο υ­παρ­ξια­κός χρό­νος κε­νώ­νε­ται α­πό πε­ριε­χό­με­νο. Υ­πο­κα­θί­στα­ται πλή­ρως α­πό τον συλ­λο­γι­κό χρό­νο, ο ο­ποί­ος, κα­θώς γί­νε­ται χρό­νος μη­χα­νής, δεν παύ­ει να α­να­νε­ώ­νει, συ­νε­χώς και με αυ­ξα­νό­με­νη τα­χύ­τη­τα, τα μη­χα­νι­κά του πε­ριε­χό­με­να. Ο άν­θρω­πος α­πέ­κτη­σε α­το­μι­κό ρο­λό­ϊ, για να μετρά ό­μως τον συλ­λο­γι­κό και ό­χι τον α­το­μι­κό χρό­νο. Α­πό τη στιγ­μή που έ­χει κατα­να­λώ­σει το προ­νε­ω­τε­ρι­κό πα­ρελ­θόν του, το νε­ω­τε­ρι­κό Ά­το­μο φτά­νει στην κο­ρυ­φή της α­νο­δι­κής αν­θρω­πο­λο­γι­κής του ε­ξέ­λι­ξης. -Κο­ρυ­φή η ο­ποί­α συ­μπί­πτει με την κυ­ριαρ­χί­α του μο­ντερ­νι­σμού, με τη μη­χα­νο­ποί­η­ση (μη­δε­νι­σμό) των συλλο­γι­κών ταυ­το­τή­των. Α­πό τη στιγ­μή ό­μως αυ­τή αρ­χί­ζει και η έ­κλει­ψή του. Ο υ­παρ­ξια­κός χρό­νος ε­πι­κα­λύ­πτε­ται α­πό τον μη­χα­νο­ποι­η­μέ­νο συλ­λο­γι­κό χρό­νο και παύ­ει να υ­φί­στα­ται. Η ε­πί­τευ­ξη της κα­τά­στα­σης αυ­τής εί­ναι και το βα­θύ­τε­ρο πε­ριε­χό­με­νο της λε­γό­με­νης “κοι­νω­νι­κής προ­ό­δου”.

6. Η στα­διο­ποί­η­ση της “Προ­ό­δου”

Η εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη ε­σχα­το­λο­γι­κή με­τα­φυ­σι­κή εκφέ­ρε­ται ως θε­ω­ρί­α ι­στο­ρι­κών στα­δί­ων. Για τον Μαρ­ξ, ο ο­ποί­ος “α­ντέ­στρε­ψε” τον Χέ­γκελ και α­να­βάθ­μι­σε τον ου­το­πι­κό σο­σια­λι­σμό σε “ε­πι­στη­μο­νικό”, η Ι­στο­ρί­α χω­ρί­ζε­ται σε δύ­ο με­γά­λα στά­δια: την προ­ϊ­στο­ρί­α ή “βα­σί­λειο της α­να­γκαιό­τη­τας” και την καθ’ ε­αυ­τού Ι­στο­ρί­α ή “βα­σί­λειο της ελευ­θε­ρί­ας” (α­τα­ξι­κή κοι­νω­νί­α, κομ­μου­νι­σμός). Το δεύ­τε­ρο στά­διο, το ο­μόλο­γο της Δευ­τέ­ρας Πα­ρου­σί­ας, δεν άρ­χι­σε με τον Δια­φω­τι­σμό και τις α­στι­κές ε­πα­να­στά­σεις, ό­πως εί­χαν δια­κη­ρύ­ξει οι Δια­φω­τι­στές. Θα αρ­χί­σει, εξ ά­πα­ντος, με τη σο­σια­λι­στι­κή ε­πα­νά­στα­ση.
Αυ­τά ως προς την “καθ’ ε­αυ­τού” Ι­στο­ρί­α. Η “προ­ϊ­στο­ρί­α”, α­πό την άλ­λη πλευ­ρά, χω­ρί­ζε­ται σε πέ­ντε υ­πο-στά­δια: πρωτό­γο­νη κοι­νω­νί­α, δου­λεί­α, φε­ου­δαρ­χί­α, κα­πι­τα­λι­σμός, δι­κτα­το­ρί­α του προ­λετα­ριά­του. Υ­πήρ­ξε βέ­βαια και ο “α­σια­τι­κός δε­σπο­τι­σμός”, που ο Μαρ­ξ τον ανα­κά­λυ­ψε πο­λύ αρ­γά, α­φού εί­χε ή­δη φτια­χτεί η βο­λι­κή θε­ω­ρί­α των “πέ­ντε στα­δί­ων” και ε­πί πλέ­ον αυ­τή εί­χε τύ­χει εν­θου­σιώ­δους υ­πο­δο­χής α­πό το “κί­νη­μα”. Έ­τσι η “α­νω­μα­λί­α” ε­ξο­στρα­κί­σθη­κε σιω­πη­ρά εκ μέ­ρους των θεω­ρη­τι­κών ε­πι­γό­νων, λό­γω και των ε­νο­χλη­τι­κών ο­μοιο­τή­των της με τον υ­παρκτό σο­σια­λι­σμό. Α­κο­λού­θως α­ντι­προ­τά­θη­καν στη μαρ­ξι­στι­κή στα­διο­ποί­η­ση της ι­στο­ρί­ας άλ­λες α­κό­μα πιο θε­τι­κι­στι­κές θε­ω­ρί­ες στα­δί­ων, ό­πως π.χ. αυ­τή του Ρο­στό­ου, για τα στά­δια της οι­κο­νο­μι­κής “α­νά­πτυ­ξης” ή η πιο ευ­φά­ντα­στη με­τα­μο­ντέρ­να θε­ω­ρί­α των “τριών κυ­μά­των” του Τό­φλερ: Α­γρο­τι­κοί πο­λι­τι­σμοί (πρώ­το κύ­μα), βιο­μη­χα­νι­κός πο­λι­τι­σμός (δεύ­τε­ρο κύ­μα), με­τα­βιομη­χα­νι­κός-πλη­ρο­φο­ρι­κός πο­λι­τι­σμός (τρί­το κύ­μα).
Συ­να­φής με κά­θε θε­ω­ρί­α στα­δί­ων εί­ναι η δια­μά­χη α­νά­με­σα σ’ ε­κεί­νους που θε­ω­ρούν “υ­πο­χρε­ω­τι­κά” τα στά­δια και σ’ κεί­νους που πι­στεύ­ουν στη δυ­να­τό­τη­τα της “υ­περ­πή­δη­σής” τους. Τέ­τοια ήταν η δια­μά­χη α­νά­με­σα στους σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες, που έ­λε­γαν ό­τι για να πας στον σο­σια­λι­σμό πρέ­πει να πε­ρά­σεις πρώ­τα α­πό τον κα­πι­τα­λι­σμό, και στους κομμου­νι­στές που ι­σχυ­ρί­ζο­νταν ό­τι μπο­ρεί μια “προ­κα­πι­τα­λι­στι­κή” χώρα να πε­ρά­σει “κατ’ ευ­θεί­αν” στον σο­σια­λι­σμό, “υ­περ­πη­δώ­ντας” το κα­πι­τα­λι­στι­κό στά­διο. Για τη λύ­ση του προ­βλή­μα­τος εί­χαν προ­τα­θεί μά­λι­στα και οι ει­δι­κό­τε­ρες θε­ω­ρί­ες της “διαρ­κούς” και της “α­διά­κο­πης” ε­πα­νά­στα­σης. Η υ­πεν­θύ­μη­σή τους μοιά­ζει σχο­λα­στι­κή, αλ­λά α­να­φέ­ρε­ται στο κε­ντρι­κό πρό­βλη­μα κά­θε θε­ω­ρί­ας ε­ξε­λι­κτι­κών στα­δί­ων. Υ­πεν­θυ­μί­ζου­με την ενδιά­με­ση α­πά­ντη­ση που έ­δω­σαν οι νε­ο­μαρ­ξι­στές. Αυ­τοί έ­γρα­ψαν ά­πει­ρους τόμους για να υ­πο­στη­ρί­ξουν ό­τι, ό­σο κι αν προ­σπα­θή­σουν, οι χώ­ρες της “περι­φέ­ρειας” δεν μπο­ρούν να “φτά­σουν” τις χώ­ρες του “κέ­ντρου”. Δεν εί­ναι ό­τι δεν μπο­ρούν να μπουν στο κα­πι­τα­λι­στι­κό στά­διο. Α­πλώς ο κα­πιτα­λι­σμός που μπο­ρούν να οι­κο­δο­μή­σουν εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κός: ε­ξαρ­τη­μέ­νος, υπα­νά­πτυ­κτος, δο­ρυ­φο­ρι­κός. Το χά­σμα θα πα­ρα­μέ­νει α­διά­βα­το. Το πο­λύ – πο­λύ να έ­χου­με “α­νά­πτυ­ξη της υ­πα­νά­πτυ­ξης”. Αυ­τό ή­ταν και το βα­σι­κό τους επι­χεί­ρη­μα ε­να­ντί­ον της “αυ­τα­πά­της του εκ­συγ­χρο­νι­σμού”. Αλ­λά εις μά­την. Εί­ναι α­πί­στευ­το πό­σο δια­πο­τί­ζει τις α­ντι­λή­ψεις μας η νε­ω­τε­ρι­κή α­νά­γκη για στα­διο­ποί­η­ση του ι­στο­ρι­κού χρό­νου. Τι θα έ­με­νε π.χ. α­πό την α­ντί­λη­ψή μας πε­ρί “εκ­συγ­χρο­νι­σμού” αν παύ­α­με να πι­στεύ­ου­με στα “στά­δια”; Υπο­τί­θε­ται ό­τι δια­φο­ρε­τι­κοί ι­στο­ρι­κοί χρό­νοι συ­νυ­πάρ­χουν την “ί­δια στιγ­μή”. Ε­νώ ε­γώ π.χ. βρί­σκο­μαι στο πα­ρόν (εί­μαι “σύγ­χρο­νος”), ε­σύ μπο­ρεί να βρί­σκε­σαι στο πα­ρελ­θόν, να εί­σαι “κα­θυ­στε­ρη­μέ­νος” και “α­να­χρονι­στι­κός”. Στο ι­στο­ρι­κό “πα­ρόν” βρί­σκε­ται πριν απ’ ό­λα η Α­με­ρι­κή και α­κο­λου­θούν η Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη και η Ια­πω­νί­α. Έ­πο­νται κα­τό­πιν, α­σθμαί­νοντες, ό­λοι οι άλ­λοι, με διά­φο­ρους βαθ­μούς με­το­χής στο “πα­ρόν”. Ως κριτή­ριο για την κα­τά­τα­ξη των ε­θνών στη γραμ­μι­κή ι­στο­ρι­κι­στι­κή κλί­μα­κα χρησι­μο­ποιεί­ται, χω­ρίς να δη­λώ­νε­ται, η συ­ναρ­τη­μέ­νη με την τε­χνο­λο­γί­α δια­βάθμι­ση της η­γε­μο­νι­κής ι­σχύ­ος. Αυ­τή εί­ναι τε­λι­κώς το α­λη­θι­νό μέ­τρο του “εκσυγ­χρο­νι­σμού”.
Αλ­λά ας ε­πα­νέλ­θου­με στο ι­στο­ρι­κι­στι­κό πρό­ταγ­μα. Υ­πάρ­χει ο ο­μο­γε­νο­ποι­ημέ­νος ι­στο­ρι­κός χρο­νο-χώ­ρος της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας. Εί­ναι ο σύγ­χρο­νος δυ­τι­κός πο­λι­τι­σμός, που έ­χει γί­νει “πα­γκό­σμιος”. Λέ­γε­ται νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα, λόγω της κα­τα­στα­τι­κής α­ντι­πα­ρα­δο­σια­κό­τη­τάς του και της ει­δι­κής σω­τη­ριολο­γι­κής α­ξί­ας που προ­σλαμ­βά­νει το “νέ­ο” στη γραμ­μι­κή-ε­ξε­λι­κτι­κή α­ντίλη­ψη του νε­ω­τε­ρι­κού αν­θρώ­που για τον ι­στο­ρι­κό χρό­νο. Α­να­γνω­ρί­ζει το “πριν” α­πό τον ε­αυ­τό του σαν “προ­ϊ­στο­ρί­α” της καθ’ ε­αυ­τού ι­στο­ρί­ας, που εί­ναι το δι­κό του πα­ρόν. Ε­πει­δή ό­μως νευ­ρω­τι­κά θέ­λει να “κα­τέ­χει” το μέλ­λον, η νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα δεν μπο­ρεί να α­να­γνω­ρί­σει ό­τι εί­ναι εν­δε­χό­μενο να υ­πάρ­ξει ι­στο­ρι­κό στά­διο και “με­τά” απ’ αυ­τήν. Γι’ αυ­τό νο­μι­μοποιεί­ται ο Φου­κου­γιά­μα να κη­ρύσ­σει ή­δη πα­ρόν το “τέ­λος της Ι­στο­ρί­ας”. Το μέλ­λον εί­ναι προ­λη­πτι­κά α­ποι­κι­σμέ­νο α­πό τη νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα. Ε­πο­μέ­νως: αφού η νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα δεν έ­χει πλέ­ον έ­δα­φος πε­ραι­τέ­ρω ε­πέ­κτα­σης, α­φού έ­χει ε­πι­βλη­θεί σε πα­γκό­σμια κλί­μα­κα και πρα­κτι­κά δεν έ­χει βιώ­σι­μους ε­χθρούς, α­φού η δη­μο­κρα­τί­α και η ε­λεύ­θε­ρη α­γο­ρά έ­χουν ε­πι­κρα­τή­σει, κα­τά την προ­εξο­φλη­τι­κή δια­πί­στω­ση του Φου­κου­γιά­μα,2  η ι­στο­ρί­α έ­χει “τε­λειώ­σει”. Ο Σκο­πός-Τέ­λος της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας έ­χει ε­πι­τευ­χθεί-ο­λο­κλη­ρω­θεί. Βέ­βαια το “τέλος” εί­ναι στη νε­ω­τε­ρι­κή α­ντί­λη­ψη εν­δο­ϊ­στο­ρι­κό και ό­χι με­τα­ϊ­στο­ρι­κό, ό­πως στην ελ­λη­νο-χρι­στια­νι­κή α­ντί­λη­ψη. Κι α­πό δω πη­γά­ζουν του κό­σμου τα προ­βλή­μα­τα. Πά­ντως, ε­πί νε­ω­τε­ρι­κού ε­πι­πέ­δου, το θε­ώ­ρη­μα του Φου­κου­γιά­μα είναι α­κα­τα­μά­χη­το, για­τί ο­λό­κλη­ρη η σκέ­ψη του 19ου και του 20ού αιώ­να κινεί­ται στο σχή­μα του “τέ­λους”. Το σχή­μα αυ­τό δεν μπο­ρεί να αμ­φι­σβη­τη­θεί ού­τε α­πό τον “ύ­στε­ρο” μαρ­ξι­σμό (σχο­λή Φραν­κφούρ­της, σχο­λή Φου­κώ-Ντερι­ντά, “α­δύ­να­μη σκέ­ψη”, θε­ω­ρη­τι­κοί του “τέ­λους των με­γά­λων α­φη­γή­σεων”).3 Ο Φου­κου­γιά­μα εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο καί­ριος απ’ ό,τι φα­ντά­ζε­ται λέ­γοντας ό­τι: “Το τέ­λος της ι­στο­ρί­ας εί­ναι η ο­λο­κλή­ρω­ση των δια­δι­κα­σιών εξα­το­μί­κευ­σης, της ο­ποί­ας προ­σφο­ρό­τε­ρη μορ­φή α­πο­τε­λεί ο φι­λε­λεύ­θε­ρος κα­πι­τα­λι­σμός”. Η νε­ω­τε­ρι­κή δια­νό­η­ση α­δυ­να­τεί να υ­περ­βεί τη θέ­ση του “τέ­λους”, για­τί βλέ­πει το Ά­το­μο σαν την κο­ρυ­φή της αν­θρω­πολο­γι­κής ε­ξέ­λι­ξης.
Θα κλεί­σου­με την ε­πι­σκό­πη­σή μας με την πα­ρα­τή­ρη­ση ό­τι, στη νε­ω­τε­ρι­κή α­ντί­λη­ψη για την ε­ξέ­λι­ξη, δεν υ­πάρ­χει κα­θό­λου η έν­νοια της υ­πο­στρο­φής. Η ε­ξέ­λι­ξη εί­ναι πά­ντο­τε “προ­ο­δευ­τι­κή”. Στην ελ­λη­νι­κή συ­νεί­δηση, α­ντί­θε­τα, η διαρ­κής πα­ρου­σί­α των α­ντι­νο­μιών Χά­ους-Κό­σμου, Α­κτί­στου-Κτι­στού, Προ­σώ­που-Ου­σί­ας, κα­θι­στούν την “προ­ο­δευ­τι­κή” ι­δέ­α του­λά­χι­στον α­φε­λή. Στην τρί­βαθ­μη αν­θρω­πο­λο­γι­κή κλί­μα­κα (Δού­λος-Ά­το­μο-Πρό­σω­πο) τα πράγ­μα­τα εί­ναι πο­λύ σύν­θε­τα αλ­λά και σα­φέ­στε­ρα: υ­πάρ­χει νό­μος προ­ό­δου αλ­λά συγ­χρό­νως και νό­μος υ­πο­στρο­φής. Η ε­ξέ­λι­ξη και η πτώ­ση δεν εί­ναι αυ­τό­μα­τη ή τυ­χαί­α, αλ­λά προ­ϊ­όν ε­λεύ­θε­ρης ε­πι­λο­γής. Αλ­λά, αν υ­πάρ­χει αν­θρω­πο­λογι­κή υ­πο­στρο­φή, τι συμ­βαί­νει στο νε­ω­τε­ρι­κό Ά­το­μο ό­ταν κα­ταρ­ρεύ­σει μέ­σα του ο τε­χνο­λο­γι­κός μεσ­σια­νι­σμός και η πί­στη στην Πρό­ο­δο; Τι ε­πι­πτώ­σεις έχει πά­νω στην “ταύ­τι­ση” του αν­θρω­πο-α­νταλ­λα­κτι­κού με τον συ­στη­μι­κό του “ρό­λο” το “κε­νό νο­ή­μα­τος” που δη­μιουρ­γεί­ται; Αλ­λά αυ­τά εί­ναι αντι­κεί­με­νο μιας άλ­λης συ­ζή­τη­σης.


Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

Κωστής Μοσκώφ, Ο καημός της Ρωμιοσύνης



Πηγή: Άρδην, τεύχος 54, Ιούνιος – Ιούλιος 2005



[Απόσπασμα από το βιβλίο του Κ. Μοσκώφ Η Εθνική και Κοινωνική συνείδηση στην Ελλάδα (1830-1909): Ιδεολογία του μεταπρατικού χώρου, Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 269-271]






1. Το γένος βλέπουμε σέρνει μέσα του, σε όλες τις διαδοχικές φάσεις του κοινωνικού του μετασχηματισμού, τον «καημό της ρωμιοσύνης»· πάνω σ’ αυτόν εξυφαίνει κάθε άλλη αντίληψη που αποκτά της γύρω ζωής. Αυτό μένει το διαρκές στοιχείο, το βασικό, στην ιδεολογία του ελλαδικού ανθρώπου – έκφραση του τραγικού, της αντίφασης ανάμεσα στην κοινωνική πράξη και τα όρια που ορθώνει στην εθνική πορεία η αντικειμενική πραγματικότητα. Τις ρίζες του «καημού της ρωμιοσύνης» θα πρέπει έτσι να τις γυρέψουμε στα αργόσυρτα χαρακτηριστικά του υλικού υπόβαθρου της ελληνικής κοινωνίας. εκεί, μέσα στις τάσεις αιώνων, σε ό,τι μονιμώτερα αποδυναμώνει την ελλαδική δομή, σε ό,τι φέρνει αυτή την συχνή εξουδετέρωση της ενέργειας, δίχως πο­λύ απόηχο μέσα στην ιστορία.
Βασική ιδιότητα αυτής της τάσης είναι η στήριξη της ελλαδικής κοινωνικής δομής στον εξωτερικό χώρο. Η ελληνική κοινωνία μένει σταθερά ανοιχτή, δίχως να λειτουργεί, σαν μια οντότητα αυτόνομη, δίχως να παραγάγει από μόνη τις κινητήριες δυνάμεις της ύπαρξής της – οι οικονομικές της διαδικασίες πραγ­ματοποιούνται σε εξάρτηση με χώρους που δεν ελέγχει.
Η ροπή αυτή αναβλύζει από την γεωγραφική διάρθρωση. Το τετμημένο του τοπίου, η αλληλουχία ξηράς και θάλασσας, έχουν οδηγήσει στην εξειδίκευση και την εμπορευματική διαμόρφωση της παραγωγής πρώτα, κατόπιν, σαν επακόλουθο, στο σύνθετο «παροικιακό φαινόμενο». Ο ελληνισμός, πραγματοποιών­τας την οικονομική δράση του, διαχέεται έτσι συγχρόνως σε ολόκληρο τον ανα­τολικό μεσογειακό χώρο. Mεταφυτεύει εκεί παντού τις εγγενείς τάσεις του, α­νοίγει τον δρόμο στις εμπορευματικές σχέσεις: αυτός θα ρίξει τις πρώτες πε­τριές στην πατριαρχική και φεουδαλική οικονομία, από την Ιωνία ως την Αί­γυπτο των Ελλήνων «πρωτοκλασσάτων» και του Μωχάμετ Άλι. Αυτός εί­ναι που θα τοποθετήσει κυρίαρχο, δίπλα στον παλιό γαιοκτήμονα και τον δε­σπότη, τώρα τον καραβοκύρη και τον μπακάλη, μια τάξη πολυπληθέστερη, φο­ρέα νέων ιδεών, κινητικών, δημιουργό μιας πιο δημοκρατικής ανασυγκρότησης της κοινωνίας.
Η αποδυνάμωση του ελληνισμού μέσα σε μία τέτοια διαδικασία, η συχνή εξουδετέρωση της υλικής και πολιτικής του ενέργειας έρχεται έτσι επακόλου­θο αυτής της δομής του συστήματος. Aναγκαστικά ο σπόρος της δράσης του καρπίζει συχνά σε ξένο χωράφι. Όμως μια παρόμοια μέσα στην ιστορία πρακτική αφήνει τον Έλληνα κυρίαρχο στον τόπο του — μπορεί ακόμα να διαφεντέ­ψει, να συγκατατεθεί, αν όχι και να διαλέξει την μοίρα του, είναι ακόμα ένας Οδυσσέας που βγαίνει στον πηγαιμό προς την Ιθάκη, με πλήρη την επίγνωση του πρόσφορου ενός τέτοιου ταξειδιού. Ο καημός ήδη υπάρχει στις παλιότερες περιόδους της ιστορίας του, αλλά δεν αντικαθρεφτίζει παρά το ιδιότυπο αλισβερίσι του ρωμηού με την ζωή. Κερδισμένος βγαίνει, παρά τις πληγές του, αυτός· ακόμα μαθαίνει νωρίς πως δεν πλουτίζει παρά αυτοαναλωνόμενος.

2. Αλλού θα πρέπει να ψάξουμε —στον χώρο της μεσαίας διάρκειας— τα αίτια της αλλοτρίωσης της ελλαδικής συνείδησης που θα επέλθει, τα αίτια της μεταπρατικής παρεκτροπής που χαρακτηρίζει την ιδεολογία της νεώτερης κοι­νωνίας μας. Γιατί η μεταπρατική παρεκτροπή αντανακλά τις αλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί μέσα στον πλατύτερο χώρο της λειτουργίας του ελληνισμού τα νεώτερα χρόνια. Οι εμπορευματικές διαδικασίες θα πάψουν να κατευθύνον­ται από τον ελληνισμό μέσα στον εθνικό χώρο του όταν, μεμονωμένα έθνη αρ­χικά, μετά ολόκληρος ο κόσμος της «αναπτυγμένης» Ευρώπης, θα κυριαρχήσει στην παγκόσμια αγορά, όταν αρχίσει να επικρατεί αυτό που περιγράφεται από την Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Ουλιάνωφ, σαν το «ιμπεριαλιστικό φαινόμε­νο», υπέρτατο στάδιο ανάπτυξης των αστικών παραγωγικών σχέσεων.
Τις απαρχές αυτής της παρεκτροπής ορισμένοι Έλληνες ιστοριογράφοι θα τις τοποθετήσουν στον 11ο ήδη αιώνα, με τα προνόμια που το αδυνατισμένο με την Σελτζουκική κατάκτηση τού εσωτερικού της Μικρασίας Βυζάντιο αναγκάζεται να παραχωρήσει στις Ιταλιώτιδες εμπορικές πόλεις. Το φαινόμενο όμως ακόμα μένει τότε περιφερειακό, δεν αποβαίνει κυριαρχικό παρά μόνο μετά την Οθωμανική παρακμή. Η τομή ανάμεσα στα ελλαδικά εδάφη και στην Δύση —που φέρνει η οθωμανική κατάκτηση τα χρόνια ακριβώς της πολιτιστικής αλλά και οικονομικής Αναγέννησης—θα γεννήσει βέβαια τις βασικές δια­φορές ανάμεσα στους δυο χώρους. Η φυγή προς το βουνό, ο εποικισμός του ορεινού χώρου που επακολουθεί την Οθωμανική παρακμή συντελεί στο να πραγ­ματοποιήσει και ο ελληνισμός μια απογείωση οικονομική, ανάλογη με την ευ­ρωπαϊκή. Η καθυστέρηση είναι όμως ήδη τριών αιώνων. Χωρίς δασμολογική προστασία, με αντιμέτωπη την παρασιτική οθωμανική κρατική μηχανή, η α­πογείωση αυτή δεν θα μπορέσει παρά να επιβραδύνει για λίγες δεκαετίες την μεταπρατική αλλοτρίωση. Γρήγορα, η ευρωπαϊκή οικονομία θα επιβληθεί παντού εξουδετερώνοντας με την πολιτική ή και αμεσώτερα οικονομική της πα­ρουσία τις εστίες της εθνωτικής ανάπτυξης. Ο ελλαδικός άνθρωπος κινείται τώρα σε ιδεολογικά πλαίσια που άλλοι του θέτουν, καθώς όλο και στενώτερα συν­δέεται με τον ευρωπαϊκό χώρο, τις κυρίαρχες δυνάμεις του, όλο και εξαρτάται περισσότερο από την αφομοίωση μέσα στην Προστασία. Το Ναυαρίνο επικυρώ­νει απλώς αυτό το μήνυμα, σφραγίζοντας τις μεταπρατικές συνειδήσεις. Ο ρωμηός δεν ορίζει, δεν διαφεντεύει πια την μοίρα του, η Ιθάκη παύει να υπάρ­χει—του μένει ο πηγαιμός σαν αυτοσκοπός· αν συμβιβάζεται, το κάνει γιατί τον πιάνει η ναυτία μπρος στο αδιέξοδο, το κάνει για να διασώσει ό,τι από το έθνος πια απομένει…
Ο ελληνισμός μεταβάλλεται σταδιακά από την κατ’ εξοχήν εμπορευμα­τική κάστα της Ανατολικής Μεσογείου, από nation-classe, σε πράκτορα της οικονομίας της Ευρώπης. Τότε, μέσα στον 19ο αιώνα, θα συντελεστεί η ουσιαστική άλωση της ελλαδικής ψυχής.
Η ιδεολογική αντίθεση ανάμεσα στον φραγκοφορεμένο φιλελεύθερο μεταπρατικό κόσμο από την μια πλευρά, τις λαϊκιστικές φιλορθόδοξες δυνάμεις του εθνωτικού βιοτεχνικού χώρου από την άλλη, αφού χαρακτηρίσει την πολιτική ζωή της χώρας από τα 1821 ως την Έξωση του Όθωνα, γρήγορα θα χα­λαρώσει. Ο τόνος χαμηλώνει στο σημείο που ο ορεινός βιοτεχνικός κόσμος καταστρέφεται και παρακμάζει, σαν αποξενωμένος από το οικονομικό του περιεχόμενο· θα μείνει κατάλληλος μόνο για ποιμενικά ειδύλλια, προπύργιο, μες στην πίκρα του, κάθε αντίδρασης. […]

7. Ωστόσο, κάτω απ’ αυτή την επιφάνεια των πραγμάτων, κινήσεις και­νούργιες διαφαίνονται· μέσα από τα σκληρά πλαίσια της καθιερωμένης ιδεο­λογίας, άλλες καινούργιες ιδεολογικές ροπές εμφανίζονται. Αν, όπως είδαμε, κάποτε αφομοιώνονται και τούτες μες στο σύστημα, όμως η ενυπάρχουσα για την εμφάνιση τους τάση βρίσκεται στην εντελέχεια τής κοινωνικής δομής: δυ­ναμώνουν καθώς πληθαίνει σταδιακά ο καινούργιος κοινωνικός κόσμος που τα γέννησε· διεκδικούν απ’ την μεταπρατική σκέψη –με τις ρίζες του εκλεκτικι­σμού και τις ασάφειες έστω, πού κουβαλούν από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα– μιαν κάποια ιδεολογική αυτονομία.[…]
Είτε πρόκειται για τους πυρήνες αυτούς της εθνικής αστικής τάξης, είτε για κοινωνικές ομάδες λαϊκώτερες, εργατικές ή υπαλληλικές, τα καινούργια κοινωνικά στρώματα θα βρίσκονται ως ταγοί και στην εθνογενετική πάλη.
Το πρόβλημα της απελευθέρωσης του ακόμα υπόδουλου Ελληνισμού –Μα­κεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, Αρχιπέλαγος, Ιωνία–, το πρόβλημα ακόμα του πολέμου ή της ειρήνης σε μία σπαραζόμενη ήδη Ευρώπη απασχολεί τα χρόνια αυτά πρωταρχικά τις συνειδήσεις. Είδαμε πώς η στάση των ηγετών του δη­μοτικισμού ήταν πολύ λίγο συνεπής με την εθνικιστική τους ιδεολογική βάση. «Τα μπλεξαν οι Κρητικοί τα πράματα», ας θυμηθούμε, έγραφε –μ’ αφορμή την κήρυξη από τους Κρητικούς της Ένωσης– στα 1908, ο Α. Πάλλης.
Από τα καινούργια κοινωνικά στρώματα, αντίθετα, και τις πρώτες τους οργανώσεις θα έρθει ή πρωτοβουλία για μια γρήγορη διευθέτηση του εθνικο-απελευθερωτικού προβλήματος μέσα στους Βαλκανικούς λαούς και στους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η «Αδελφότητα» του Βόλου θα είναι ι­διαίτερα δραστήρια στον τομέα αυτόν, αλλά πρωτοβουλίες θα αναλάβει, ωθού­μενος από τα νεώτερα μέλη του «Σοσιαλιστικού Κόμματος» και ο Πλάτων Δρακούλης, με μια σειρά από περιοδείες και επαφές στις βαλκανικές πρω­τεύουσες και στην Πόλη.
Από το πεδίο τέτοιων μαχών κανείς δεν αποκλείεται· φωτεινές μορφές του μεταπρατικού κόσμου θα ενδώσουν στις νέες ιδεολογικές τάσεις. Έστω από μια παροδική όξυνση του ουμανιστικού πάθους τους, με κάποια επιφύλαξη έστω. Ό Κωστής Παλαμάς, ο Ίων Δραγούμης, ο Κώστας Χατζόπουλος, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Σικελιανός — από τους πνευματικούς ταγούς — εκατοντάδες άλλοι από τους ελάσσονες, θα μπουν τα χρόνια αυτά στο μεγάλο πανηγύρι, για να γυρίσουν γρήγορα όμως πάλι πίσω, στον φιλελευθερισμό ή στον «εθνι­κιστικό» υπαρξισμό τους.
Έτσι, δειλά ακόμα διαφαίνεται πως η απηύδηση από τον «καημό της ρωμιοσύνης», δεν έχει στερέψει το μεράκι του γένους για ένα διαφορετικό αύριο· αν έχει αιστανθεί μια κόπωση, ξέρει ωστόσο, του το υπενθυμίζει η μα­κραίωνη μνήμη της ιστορίας του, πως κάποτε μια καινούργια της έξαρση θάρθει· σ’ αυτήν αποβλέπει με το καθημερινό του είδαμε, «φτου, κι’ απ’ την αρχή».
Έχοντας δρασκελίσει το κατώφλι της γνώσης, με την οργανική δική τους πρακτική, τα καινούργια κοινωνικά στρώματα θα μάθουν κάποτε, θεϊκά τραγιά αυτά, τι χρειάζεται για να γονιμοποιηθεί ή ιστορία.
Μες στην βραχεία διάρκεια, την ζωή μιας γενιάς, όπου ή πράξη δεν είναι ταυτόχρονη πάντα με την σκέψη, μια συνείδηση της πραγματικότητας από μόνη της δεν επαρκεί βέβαια, για να συντελεστεί μια νέα υλική διεργασία.
Το τραγικό, «ο καημός της ρωμιοσύνης», απομένει ακόμα εκκρεμές συ­στατικό της ελληνικής πραγματικότητας — όσο οι πόθοι του ανθρώπου θα βρίσκονται ανήμποροι να συνταυτιστούν με την ροή των πραγμάτων, όσο η καινούργια κοινωνική συνείδηση, μη έχοντας γίνει ακόμα πράξη καθολική, θα δυσκολεύεται να επιζήσει, ευάλωτη μέσα στην ελλαδική δομή, στο ξέφραγο αυτό μέσα στην ιστορία αμπέλι.


Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Παρουσίαση του βιβλίου του Γ.Καραμπελιά "Μια υπονομευμένη Άνοιξη: στις ρίζες της οικονομικής εξάρτησης" στις 24-2-2014 στην Αθήνα


Οι Εναλλακτικές Εκδόσεις και το Polis Art Cafe σας προσκαλούν τη Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου, ώρα 19:00 στην παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Καραμπελιά: Μια υπονομευμένη Άνοιξη στις ρίζες της οικονομικής εξάρτησης.

Θα μιλήσουν: 
Θανάσης Καλαφάτης, αναπλ. καθ. Οικονομικής Ιστορίας ΠΑ.ΠΕΙ 
Βασίλης Καραποστόλης, καθ. Πολιτισμού & Επικοινωνίας παν. Αθηνών 
και ο συγγραφέας του βιβλίου 
Συντονίζει ο δημοσιογράφος Γιάννης Τριάντης στον χώρο του Polis Art Cafe, Στοά του Βιβλίου, Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου


Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Θ.Ι.Ζιάκας: Οικουμένη, Έθνος και ορθόδοξος μυστικισμός


Δεκέμβριος 1997 - Ιανουάριος 1998]
Οι πολιτισμοί θεμελιώνονται στον ειδικό τρόπο που νοηματοδοτούν τη σχέση Ανθρώπου – Θεού. Σε εποχές όπου ο τύπος ανθρώπου που κατασκευάζουν δεν μπορεί να αναπαραχθεί εύκολα ή αποσυντίθεται, ανακύπτει, ως κεντρικό αίτημα και αναζήτηση, η αναθεμελίωση του πολιτισμού, η ανα-νοηματοδότηση της πρωταρχικής υποκειμενοποιητικής σχέσης. Είναι η εποχή του φονταμενταλισμού και του μυστικισμού. Μεγάλες προσδοκίες επενδύονται τότε στη μυστικιστική ενόραση και στις πρακτικές της.

Διεθνές και δεσπόζον σήμερα φαινόμενο είναι ο φονταμενταλισμός και η λεγόμενη “νέα θρησκευτική συνείδηση”, στα πλαίσια της οποίας ο μυστικισμός κατέχει την πρωτοκαθεδρία, εξισούμενος με την “ουσία” της θρησκείας. Είναι ένα φαινόμενο που φανερώνει ότι η κρίση του δυτικού πολιτισμού, του πολιτισμού της νεωτερικότητας, είναι πλέον κρίση θεμελιακή.

Ο Ελληνισμός μετέχει στο φαινόμενο με την αναβίωση του ελληνορθόδοξου μυστικισμού και με τη μεγάλη ακτινοβολία που έχει αποκτήσει το Άγιο Όρος, ως το μόνο ενεργό “μυστικιστικό ηφαίστειο” στον ευρωπαϊκό χώρο. Συγχρόνως ο Ελληνισμός βρίσκεται σ’ ένα επικίνδυνο μεταίχμιο μεγάλων αλλαγών, όπου καλείται να σπάσει τους νάρθηκες του ελλαδισμού[1] και να ξαναβρεί την οικουμενική του διάσταση. Στις συνθήκες αυτές η συζήτηση για τη σημασία, τον ρόλο και την ενδεχόμενη προσφορά του ελληνορθόδοξου μυστικισμού, βρίσκεται εδώ και καιρό στην ημερήσια διάταξη. Το θέμα είναι, με άλλη διατύπωση, η πιθανή μετανεωτερική αξία του μηνύματος που κομίζει στον κόσμο το Άγιο Όρος.

Σχέση Έθνους – Οικουμένης


Το Άγιο Όρος είναι πολιτεία οικουμενική, επί ελληνικού εδάφους. Αντιπροσωπεύονται σ’ αυτό όλα σχεδόν τα έθνη της λεγόμενης “βυζαντινής” ελληνικής Οικουμένης. Ενσαρκώνει την οικουμενική διάσταση του Ελληνισμού, σε άκρα αντίθεση με το κράτος της ελλαδιστικής Ψωροκώσταινας.

Όμως η σχέση Έθνους και Οικουμένης είναι άγνωστη στη σύγχρονη “προοδευτική” και “συντηρητική” διανόησή μας. Γι’ αυτό, πριν μιλήσουμε για το θέμα, πρέπει να δώσουμε το σχετικό αλφάβητο.

Το Έθνος είναι μετοχή στον Κοινό Λόγο μιας καθορισμένης ιστορικής Οικουμένης. Ενός οικουμενικού πολιτισμού. Τα σημερινά έθνη, δηλαδή τα νεωτερικά έθνη, είναι τρόποι ύπαρξης της Νεωτερικότητας. Μετέχουν στον επικρατούντα σήμερα νεωτερικό πολιτισμό με τον ιδιαίτερο δικό τους τρόπο – τη λεγόμενη “εθνική ταυτότητα”. Έθνη υπήρχαν και πριν την εμφάνιση του καπιταλισμού. Ήταν τα έθνη της προνεωτερικής εποχής. Μετείχαν κι αυτά σε αντίστοιχες μορφές Οικουμένης: την Ορθόδοξη (Έλληνες, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρώσοι, Γεωργιανοί κ.ά.), την Καθολική-παπική, την Ισλαμική κ.λπ. Μετοχή στη νεωτερικότητα σημαίνει ότι σε όλα τα σύγχρονα έθνη η νεωτερική παράδοση είναι κυρίαρχη. Δηλαδή: Ελέγχει την παιδεία. Τα πρότυπά της είναι κυρίαρχα. Καθορίζει αυτή, περισσότερο από κάθε άλλη, την ιεράρχηση των αναγκών. Είναι ο κοινός πολιτισμικός παρονομαστής, ανάμεσα στην Αμερική π.χ. και στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Κίνα ή το Μπουρούντι…

Η οικουμενικότητα είναι πάντοτε σχετική. Η νεωτερική οικουμενικότητα έχει σήμερα πλανητική διάσταση. Καμιά προηγούμενη δεν την είχε. Όλες τους εκτείνονταν σε μέρος μόνο του πλανήτη. Ποτέ στο σύνολό του. Αυτή είναι μια καθοριστική διαφορά της σημερινής Οικουμένης από τις παλιότερες. Αλλά η σχετικότητα δεν είναι μόνο γεωγραφική. Είναι ήδη φανερό ότι τα νεωτερικά οικουμενικά πρότυπα δεν έχουν την καθολικότητα, την πραγματική οικουμενικότητα, που νόμιζαν οι διαφωτιστές. Δεν είναι για όλους, αλλά μόνο για τους λίγους. Στη γενίκευσή τους είναι οφθαλμοφανώς ασυμβίβαστα με την επιβίωση της ζωής στον πλανήτη. Ανάλογα ελλείμματα οικουμενικότητας, σε άλλη κλίμακα βέβαια, είχαν και οι προνεωτερικές μορφές Οικουμένης.

Οι διαφορετικές μορφές Οικουμένης παραπέμπουν σε διαφορετικούς τύπους εθνών. Τα νεωτερικά έθνη είναι τύπος εθνών διαφορετικός από τα προνεωτερικά. Οι ιστορικοί τύποι ζουν σωρευτικά στο σημερινό έθνος. Το έθνος υφίσταται έτσι ως σχηματισμός παραδόσεων. Ως ταυτόχρονη μετοχή σε διαφορετικές μορφές Οικουμένης, οι οποίες υφίστανται, ως δρώσες παραδόσεις, σε καθορισμένες σχέσεις μεταξύ τους. Κυρίαρχη παράδοση, κεντρική παράδοση, περιφερειακές παραδόσεις. Κυρίαρχη είναι σήμερα η νεωτερική. Κεντρική είναι, στα παλιά έθνη, όπως το ελληνικό, το κινεζικό κ.ά. η ιστορικότερη από τις προνεωτερικές παραδόσεις. Κεντρική σε μας είναι η Ορθοδοξία, αν μιλάμε για το θρησκευτικό πεδίο. Ο Κοινοτισμός αν μιλάμε για το πολιτειακό. Το Πρόσωπο αν μιλάμε για το οντολογικό πεδίο. Η ελληνική Κοινή αν μιλάμε για το γλωσσικό. Στην αγιορείτικη Πολιτεία όλες αυτές οι παραδόσεις υφίστανται ως ενιαία παράδοση και αποτελούν όχι μόνο την κεντρική, αλλά και την κυρίαρχη παράδοση. Εξακολουθεί να ζει εκεί “το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο”. Βεβαίως η νεωτερικότητα μπήκε στο Όρος και το επηρέασε, από πολλές πλευρές, με την κοινή σε όλο τον ορθόδοξο χώρο έκφραση, που είναι το ζεύγμα ευσεβισμού-εθνοφυλετισμού, αλλά δεν απέκτησε την επιρροή ηγετικής παράδοσης, όπως στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο.

Η οικουμενικότητα δεν “αποκλείει” την εθνικότητα. Ούτε η εθνικότητα την οικουμενικότητα. Όπως πιστεύουν οι “προοδευτικοί” και οι “συντηρητικοί” μας φωστήρες. Το ένα προϋποθέτει το άλλο. Είναι η κλασική σχέση “ουσίας” και “υπόστασης”. Όλου και μέρους στο πεδίο του πολιτισμού.

Οι μεταβατικές εποχές


Οι μεταβάσεις, από μια μορφή Οικουμένης σε άλλη, είναι ιδιαίτερες εποχές, όπου ρευστοποιούνται οι πριν παγιωμένες πολιτισμικές δομές. Οι εποχές αυτές έχουν έντονα τα χαρακτηριστικά της “θεμελιακής” αναζήτησης. Είναι εποχές συγκρητισμού και αναθεμελίωσης.

Σήμερα η νεωτερικότητα αμφισβητείται παντού στον κόσμο. Παράλληλα ένας όψιμος “εκσυγχρονισμός” προσπαθεί να επαναλάβει το “αποτυχημένο” πείραμα εκνεωτερισμού, σε όλες σχεδόν τις χώρες της περιφέρειας. Η κυοφορούμενη μετανεωτερική μορφή Οικουμένης, αν γεννηθεί, θα αναδείξει ασφαλώς τον δικό της τύπο έθνους: το μετανεωτερικό έθνος. Από τη νεωτερική εθνική ταυτότητα βαίνουμε πιθανώς για μια άλλη μετανεωτερική. Η πάλη για τη μετανεωτερική αναμόρφωση της Οικουμένης και των εθνών, συνιστά βασική τάση στην τρέχουσα διεθνή κατάσταση. Η λεγόμενη “παγκοσμιοποίηση” δεν πρόκειται να εξαλείψει τα έθνη, απλώς θα τα αλλάξει. Το ζήτημα είναι να δει κανείς ποιο θα είναι το περιεχόμενο της μετανεωτερικής εθνικότητας. Ποιος θα είναι ο Κοινός Λόγος της μετανεωτερικής Οικουμένης.

Το μετανεωτερικό ανιχνεύεται στα συμπτώματα της κρίσης του νεωτερικού, τα οποία υποδηλώνουν ένα σαφέστατο έλλειμμα οικουμενικότητας, ήδη απειλητικό για την αναπαραγωγή του παγκόσμιου συστήματος. Απ’ έξω φαίνεται σαν “έλλειμμα δικαιοσύνης“, συναγόμενο από την πρωτοφανή εθνική και κοινωνική ανισότητα, που συμπυκνώνεται εκρηκτικά στο χάσμα Βορρά-Νότου. Επίσης σαν επικίνδυνο έλλειμμα οικολογικής ισορροπίας. Από μέσα φαίνεται σαν ανθρωπολογική αποσύνθεση. Έλλειμμα υποκειμενικότητας. Έκλειψη του υποκειμένου. Αυτονόμηση των συστημάτων. Μηχανοποίηση του ανθρώπου.

Κατά βάθος ζούμε το φαινόμενο που ονομάζουμε κρίση της εξατομίκευσης. Ο νεωτερικός πολιτισμός είναι εξατομικευτικός πολιτισμός. Παίρνει τον άνθρωπο από τη στιγμή της γέννησής του και τον εκπαιδεύει έτσι ώστε να γίνει Άτομο. Σε αντίθεση με τους κολεκτιβιστικούς πολιτισμούς, που φροντίζουν να καταπνίγουν την ατομικότητα μέσα στον άνθρωπο, κάνοντάς τον ανίκανο να απογαλακτισθεί από την ομάδα. Ο νεωτερικός εξατομικευτικός πολιτισμός είναι ο τρίτος στην Ιστορία, μετά τους αρχαίους, τον ελληνικό[2] και τον ρωμαϊκό. Από την ελληνική, αλλά και τη ρωμαϊκή εμπειρία, ξέρουμε, αυτό που επιβεβαιώνουμε σήμερα: ότι η εξατομίκευση, όταν πλησιάσει στο κατώφλι της ολοκλήρωσής της, έρχεται αντιμέτωπη με τις εσωτερικές της αντιφάσεις, οι οποίες εξωτερικεύονται με τη μορφή τρομερών κοινωνικών προβλημάτων, τα οποία δεν μπορούν να λυθούν χωρίς “αλλαγή παραδείγματος”. Τότε το Άτομο διασπάται και το κοινωνικό οικοσύστημά  του καταρρέει. Η δε παράδοση-τροφός του περιέρχεται σε θανάσιμη “κρίση ταυτότητας”. Δυστυχώς οι επεξεργασίες μας πάνω στο καίριο αυτό θέμα είναι ακόμη στα σπάργανα.[3]

Ξέρουμε από την εποχή του Ηράκλειτου ότι ο άξονας κάθε Οικουμένης είναι θρησκευτικός. “Τρέφονται γαρ πάντες οι ανθρώπιοι νόμοι υπό ενός του θείου“. Είναι, όπως είπαμε και στην αρχή, η νοηματοδότηση της σχέσης Ανθρώπου – Θεού. Η νεωτερική νοηματοδότηση, εντελώς πρωτότυπη, ήταν η εξής: Ο Θεός είναι Μηδέν. Η σχέση με τον Θεό είναι σχέση με το Μηδέν. Γι’ αυτό και πολλοί θεωρητικοί της κρίσης της νεωτερικότητας αναγνώρισαν στον Μηδενισμό το τελικώς σαθρό θεμέλιο της νεωτερικής εξατομίκευσης. Η μηδενιστική νοηματοδότηση της θεμελιακής υποκειμενοποιητικής σχέσης είχε γίνει, σημειωτέον, καθαρώς για λόγους μεταφυσικής διασφάλισης της ατομικής ελευθερίας. Λόγους απολύτως δικαιωμένους ιστορικά, αφού ο θεός της μεσαιωνικής Δύσης παραήταν δεσποτικός και ανελεύθερος.

Η μηδενιστική νεωτερική “θέσμιση”, λόγω του ελλείμματος οικουμενικότητας στο οποίο αναφερθήκαμε, αμφισβητείται ήδη ριζικά. Απ’ έξω την πολεμά ο φονταμενταλισμός. Από μέσα τη ροκανίζει η λεγόμενη “νέα θρησκευτική συνείδηση”, στην οποία περιλαμβάνονται και οι περισσότερες μορφές της οικολογίας.

Η φονταμενταλιστική αμφισβήτηση έχει ευρύ ριζοσπαστικό βεληνεκές, διότι βοηθά τους λαούς της περιφέρειας να βγουν από την εθνική αλλοτρίωση. Να απαλλαγούν από τον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό της νεωτερικής παράδοσης. Οξύνει την αυτοσυνειδησία τους και τείνει να μετατρέψει τα περιφερειακά έθνη σε υποκείμενα της σύγχρονης ιστορίας τους. Ο φονταμενταλισμός είναι ωστόσο παγιδευμένος. Όχι μόνο από τη νεωτερική αλλοτρίωση των προνεωτερικών παραδόσεων, αλλά και από τα δικά τους ιστορικά ελλείμματα οικουμενικότητας, που είναι πολύ μεγαλύτερα απ’ αυτό της νεωτερικής παράδοσης. Ο βασικός λόγος, που ο φονταμενταλισμός δεν συνιστά εναλλακτική λύση στη νεωτερικότητα, είναι γιατί τα πρότυπα που επικαλείται είναι κολεκτιβιστικά.[4] Ανάλογη είναι η κατάσταση και με τη λεγόμενη “νέα θρησκευτική συνείδηση” που αναπτύσσεται στη Δύση. Ενώ αυτό που ζητά ο δυτικός άνθρωπος από τη “νέα πνευματικότητα” είναι η διάσωση του ατόμου, η αναγέννησή του σε ένα ανώτερο επίπεδο, όπου θα αίρεται η αντίθεση ελευθερίας – δικαιοσύνης και ανθρώπου – φύσης, παγιδεύεται σε οντολογίες κοσμοκεντρικές και κατά βάθος κολεκτιβιστικές. Ενώ καταρρίπτει τις επαναπαυτικές ανοησίες του θετικισμού και καλεί το άτομο στην εγρήγορση και την υπευθυνότητα, η “νέα πνευματικότητα” είναι αδιόρατα δεσμευμένη στην άγονη τροχιά της μεταφυσικής απροσωπίας. Οι μεταφυσικές της είναι σαφώς προχριστιανικές.[5]

Η κρίση του νεωτερικού μηδενισμού, ο φονταμενταλισμός και ο “νέος μυστικισμός“, συνθέτουν το ιστορικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο καλούμαστε να αναρωτηθούμε για τον ρόλο της κεντρικής μας παράδοσης στον σύγχρονο κόσμο. Και ειδικότερα για τον ρόλο του Αγίου Όρους, δηλαδή του χώρου όπου η παράδοση αυτή ότι έχει υποστεί τη λιγότερη νεωτερική αλλοτρίωση.

Η σημασία του ελληνορθόδοξου μυστικισμού


Το ζητούμενο (και διαφιλονικούμενο) είναι ο τύπος ανθρώπου. Το δυναμικό άτομο της νεωτερικότητας δίνει τη θέση του στο αυτοματισμένο άτομο. Ο άνθρωπος-κατασκευαστής συστημάτων υποδουλώνεται στα συστήματα, η αναπαραγωγή των οποίων αποβαίνει και ο σκοπός της χαμοζωής του. Ποιος είναι ο ζητούμενος μετανεωτερικός τύπος ανθρώπου, αν αυτός δεν θέλουμε να είναι το Αυτόματο; Ιδού το κεντρικό ερώτημα. Η σύζευξη ανθρώπου-μηχανής είναι, όλο και περισσότερο, το δεδομένο αντικειμενικό πλαίσιο του ανθρωπολογικού προβλήματος σήμερα. Ο άνθρωπος-μηχανή ζητά τον τρόπο να υπερβεί τη μηχανικότητα, μέσα κι έξω του.

Έχει απάντηση η ελληνική παιδεία; Η όποια ελληνική παράδοση;

Από τις διάφορες μερίδες της διανόησής μας μόνο η λεγόμενη “νεορθόδοξη” έχει δώσει απάντηση. Η λεγόμενη “προοδευτική”, βαθιά νυχτωμένη, δεν δέχεται καν το ερώτημα. Γι’ αυτήν η νεωτερικότητα είναι το “τέλος της Ιστορίας”. Δεν υπάρχει “πέραν” της νεωτερικότητας. Μόνο “πίσω” υπάρχει. Ούτε η λεγόμενη “συντηρητική” μερίδα έχει δώσει κάποια απάντηση. Δεν ασχολείται με  τέτοια ζητήματα. Η μόνη απάντηση που διαθέτουμε είναι λοιπόν αυτή των “νεορθόδοξων” για το Πρόσωπο. Η ενιαία ελληνική παράδοση γνωρίζει το Πρόσωπο, ως ανθρωπολογικό τύπο, ο οποίος υπερβαίνει το δίπολο ατομικισμού-κολεκτιβισμού. Το Πρόσωπο είναι υποκείμενο αγαπητικής και όχι κυριαρχικής-εξουσιαστικής κοινωνικής ενέργειας, όπως το Άτομο. Υποτίθεται μάλιστα ότι μας διδάσκει, η παράδοση αυτή, πώς φτιάχνεται ο εν λόγω τύπος υποκειμένου.

Από τις παραδοσιακές περιγραφές μπορούμε, όντως, να διαπιστώσουμε ότι το Πρόσωπο ταιριάζει εκπληκτικά με τον τύπο ανθρώπου που ζητάμε στα πλαίσια της μετανεωτερικής αναζήτησης. Η μόνη σοβαρή επιφύλαξη που θα μπορούσα να διατυπώσω είναι μήπως περιγράφει ένα ιδανικό, που είναι μεν ωραίο αλλά αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Μπορεί το Πρόσωπο να ενσαρκωθεί σε πρακτική πρόταση; Αυτό είναι που μετράει.

Η πίεση του πρακτικού ερωτήματος είναι, ουσιαστικά, και το αίτιο, που προκάλεσε την αναβίωση του μοναχισμού στον ελληνικό χώρο και την εκπληκτική άνοδο της ακτινοβολίας του Αγίου Όρους. Το ερώτημα απευθύνεται, πριν απ’ όλα, στους καλογήρους μας. Μπορούν να ανταποκριθούν στο πιεστικό αυτό αίτημα των καιρών; Δύσκολη η απάντηση, αλλά προκειμένου για το Όρος πρέπει να είναι, ασφαλώς, πιο εύκολη, σε σύγκριση με την κρατικοποιημένη ελλαδική εκκλησία. Υποτίθεται, επαναλαμβάνουμε, ότι εκεί είναι λιγότερο βαρύ το νεωτερικό κέλυφος και η εξ αιτίας του στρεβλωτική αλλοτρίωση. Το Όρος υπήρξε η Κιβωτός της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Η οικουμενικότητά του παραμένει ζωντανή. Ο ελληνισμός του υπέρτερος του ελλαδισμού.

Ας υποθέσουμε ότι έχουμε διατυπώσει σωστά το ερώτημα. Ότι δηλαδή ζητάμε τον μετα-ατομικό, μετα-κολεκτιβιστικό, μετα-μηχανικό άνθρωπο. Ας υποθέσουμε, επί πλέον, ότι αυτός είναι το Πρόσωπο. Ας υποθέσουμε τέλος ότι η αθωνική Πολιτεία κρύβει μέσα της, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τη δυνατότητα πραγμάτωσης του ιδανικού αυτού.[6] Τίθεται το ερώτημα: πώς φανταζόμαστε το δια ταύτα, το πρακτέο, την παρέμβαση στο ιστορικό πρόβλημα;

Από τη στιγμή που μιλάμε για σκόπιμη δραστηριότητα αυτή αυτομάτως προσδιορίζεται σε δύο μέτωπα: α) Ως ειδική εκπαίδευση που δίνει στο άτομο την ικανότητα να υπερβαίνει τη μηχανικότητα, μέσα κι έξω του. Και β) ως οικοδόμηση Κοινότητας (όχι σέκτας) ικανής να αντέχει στο μηχανικό περιβάλλον των συστημάτων και να το αλλοιώνει, λειτουργώντας ως ενσάρκωση του Προσώπου. Μιλάμε λοιπόν για προσωποκεντρική εκπαίδευση, αφ’ ενός και για δημιουργία προσωποκεντρικών κοινοτήτων, αφ’ ετέρου. Ή αλλιώς: για το πώς μαθαίνουμε να αποκτούμε την Αγάπη, που συνιστά το Πρόσωπο και για το πώς οικοδομούμε Κοινότητα πάνω στην “Άκτιστη” αυτή Ενέργεια.

Αυτά τα δυο είναι που προσδοκούμε από το πιο συνειδητό και εξελιγμένο δυναμικό της οικουμενικής μας παραδόσεως. Αν είχαμε καρποφορία στις δυο αυτές κατευθύνσεις, θα μπορούσε να δοθεί το έναυσμα για τη δημιουργία μιας νέας οικουμενικής παραδόσεως, ικανής να μπει στη θέση της νεωτερικής και να καλύψει τα κενά και τους κινδύνους που δημιουργεί η κατάρρευσή της. Θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να βγάλει τη μετανεωτερική αναζήτηση από τον κλειστό φονταμενταλιστικό και “νεοθρησκευτικό” της ορίζοντα.

Αν, όπως πιστεύουν οι συνθρησκειώτες μας, ο Λόγος του Προσώπου είναι υπεριστορικός, αλλά ενσαρκώνεται μέσα στην Ιστορία. Αν οι ιστορικές μορφές ενσάρκωσης του Λόγου είναι πάντοτε πεπερασμένες και σχετικές και κατ’ ανάγκην διαφέρουν από πολιτισμό σε πολιτισμό. Τότε καλούμαστε, ουσιαστικά, να περάσουμε σε μιαν άλλη μορφή ιστορικού χριστιανισμού. Απροσδιόριστα διαφορετική από εκείνη του νεωτερικού ή του προνεωτερικού ιστορικού χριστιανισμού. Πώς ακριβώς θα είναι ο μετανεωτερικός ιστορικός χριστιανισμός δεν μπορούμε να το ξέρουμε, αλλά αν δεν είμαστε σταθεροί στη διαχρονική ουσία της τριαδικής παραδόσεως και ανοιχτοί σε νέες μορφές δεν θα μπορέσουμε φυσικά ποτέ να το μάθουμε.

Περιορισμοί


Σε κάθε πρόταση η διερεύνηση των περιορισμών αποτελεί σημαντικό θέμα. Αν δεν εντοπίσεις τους υφιστάμενους περιορισμούς και δεν τους παρακάμψεις, είσαι καταδικασμένος να μείνεις στις καλές προθέσεις και στους ευσεβείς πόθους.

Στην περίπτωσή μας μπορούμε να κατατάξουμε τους υφιστάμενους περιορισμούς σε τρεις βασικές κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία σχετίζεται με το νεωτερικό κέλυφος που βαραίνει πάνω στην Ορθόδοξη παράδοση και το οποίο δημιουργήθηκε σαν αποτέλεσμα της προσπάθειάς της να επιβιώσει στα πλαίσια του νεωτερικού πολιτισμού. Η δεύτερη κατηγορία συνδέεται με την αλλοτρίωση που έχει επιφέρει στην Ορθόδοξη παράδοση η υποταγή στη νεωτερικότητα και εξ αιτίας της οποίας έχουν νοθευτεί σοβαρά τα κριτήρια. Η τρίτη κατηγορία περιορισμών συνδέεται με τις επιβιώσεις του προνεωτερικού ελλείμματος οικουμενικότητας, εξ αιτίας του οποίου στο παρελθόν υπερφαλαγγιστήκαμε από το Ισλάμ και τη φραγκοτευτονική Δύση. Ο χώρος δεν μας επιτρέπει ανάλυση και των τριών κατηγοριών. Για κάποια στοιχεία πάνω στις δυο πρώτες θα παραπέμψω τον αναγνώστη στα βιβλία μου Έθνος και Παράδοση[7] και Έκλειψη του Υποκειμένου,[8] για να αναφερθώ εδώ δι’ ολίγων στους προνεωτερικούς περιορισμούς.

Ο μοναχισμός ξεκίνησε ως αμυντικό κίνημα: Φεύγω στην έρημο για να διαφυλάξω την αυθεντικότητα του χριστιανικού βιώματος. Για να σώσω το ιδεώδες από την απειλούμενη παραχάραξη. Αναδιπλώνομαι μακριά από τον κόσμο, σε αναμονή ευνοϊκότερων ιστορικών συνθηκών. Παραιτούμαι, προσωρινά, από το παράγγελμα “πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη” και “ως εν ουρανώ και επί της γης”. Όμως ουδέν μονιμότερον του προσωρινού. Η φυγή από τον κόσμο έγινε ιδανικό, οριστική. Τούτο αποτελούσε σαφώς και εξακολουθεί να αποτελεί, στρεβλή κατανόηση του χριστιανισμού. Ο Χριστός πήγε στην έρημο, αλλά μόνο για σαράντα μέρες. Όχι για ολόκληρη τη ζωή του. Εμείς, κόβοντας τον Χριστό σε φέτες, παίρνουμε το κομμάτι που μας βολεύει. Στην προκειμένη περίπτωση μόνο το κομμάτι που αντιστοιχεί στις σαράντα μέρες. Είναι αυτονόητο ότι η φυγή, για κάποιο διάστημα, ενώ είναι νόμιμη και αναγκαία, δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι αναγκαία για λόγους προετοιμασίας, ώστε η επάνοδος στον κόσμο και η δουλειά μέσα στον κόσμο, να είναι αποτελεσματική. Το μοναστήρι είναι ένα είδος πανεπιστήμιο. Δεν λέμε πως δεν χρειάζεται. Απεναντίας: χωρίς τριτοβάθμια εκπαίδευση απλώς δεν έχεις εκπαίδευση. Και χωρίς εκπαίδευση δεν έχεις τίποτα. Αλλά δεν πάμε στο πανεπιστήμιο για να σπουδάζουμε αιωνίως. Ο σκοπός είναι να βοηθήσουμε τον κόσμο, όχι τον εαυτό μας. Βοηθάμε και “σώζουμε” τον εαυτό μας, μόνο στο μέτρο που βοηθούμε και “σώζουμε” τον κόσμο.

Υπάρχει λοιπόν στον δικό μας ιστορικό χριστιανισμό μια ορισμένη στρέβλωση, ως προς τη θέση του μυστικισμού. Είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε τις ρίζες της στρέβλωσης αυτής. Βρίσκονται στην εποχή της ελληνικής παρακμής. Ο στωικισμός, ο επικουρισμός, ο νεοπλατωνισμός, ο γνωστικισμός, είχαν έναν κοινό παρονομαστή: η αριστοκρατία του πνεύματος αποσύρεται στον Κήπο της, μακριά από την ακάθαρτη πολιτειακή πραγματικότητα. Ο πνευματικός άνθρωπος μεταβάλλεται σε ιδιώτη, ατομικά ή κατά ομάδες. Η τραυματική εμπειρία της χρεοκοπίας του ελληνικού πολιτειακού ιδεώδους, της Πολιτείας της βασισμένης στο αυτεξούσιο ελληνικό άτομο, αφού μεταλλάχθηκε σε θεοποίηση του ηγεμόνα και εισαγωγή των περσικών αυτοκρατορικών προτύπων, ως αναγκαίων για την ύπαρξη “Οικουμένης”, έγινε θεωρία δικαιωτική της αποχής του πνευματικού ανθρώπου από τα πολιτειακά δρώμενα. Η Άνω Πόλις παίρνει διαζύγιο από την Ενθάδε Πόλιν και αυτή η τελευταία εκχωρείται στον Διάβολο (τον “άρχοντα του κόσμου τούτου”) και τελικά στον Σουλτάνο. Η “συναλληλία” υπήρξε μόνο στο πεδίο της ιδεολογίας, όχι στην πράξη. Δεν ισχυρίζομαι εδώ ότι μπορούσε να γίνει (ή όχι) και διαφορετικά. Απλή διαπίστωση κάνω. Δεν ισχυρίζομαι επίσης ότι αυτή η γραμμή κυριάρχησε απόλυτα ή στις περισσότερες περιπτώσεις. Είναι σίγουρο, πάντως, ότι δεν ήταν αυτή η γραμμή του οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου, του Μεγάλου Βασιλείου, του Χρυσοστόμου, του Μαξίμου του Ομολογητή, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά ή του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Όμως η σχέση των δύο γραμμών δεν έγινε ποτέ αντικείμενο διεξοδικών διευκρινίσεων. Ο όρος “συγκόλληση” θα ήταν ο καταλληλότερος για να αποδώσει αυτό που ίσχυσε στην πράξη.

Η σχέση των δύο γραμμών πρέπει να επανακαθοριστεί σήμερα διεξοδικά. Εξάπαντος και κατεπειγόντως. Αλλιώς θα ενσωματωθεί και ο Ορθόδοξος μυστικισμός στο “πάτσγορκ” της λεγόμενης “νέας θρησκευτικής συνείδησης”. Ήδη έχουν γίνει αρκετά βήματα στην κατεύθυνση αυτή. Η ευθύνη των πλέον φωτισμένων από τους μοναχούς μας είναι επί τούτου μεγάλη. Ο μοναχισμός μας πρέπει να λειτουργήσει συνειδητά σαν “μετανεωτερικό σχολειό”. Όπου ξυπνάς, μαθαίνεις πώς πολεμιέται ο Διάβολος και βγαίνεις έπειτα στον κόσμο να φτιάξεις αγαπητικές κοινότητες. Κι αν τα βρεις σκούρα ξαναγυρίζεις, για περαιτέρω εκπαίδευση. Αυτό που χρειάζεται ο κόσμος είναι Κοινότητες Προσώπων, δίχως τις οποίες δεν μπορούν να υπάρξουν Έθνη Κοινοτήτων και Κοινότητες Εθνών.


[1] Ελλαδισμός είναι η βασική νεοελληνική ιδεολογία. Σύμφωνα μ’ αυτήν ο Ελληνισμός περιορίζεται στα πρώτα κυρίως εδαφικά όρια του ελλαδικού κράτους: Πελοπόννησο και Στερεά. Αποτελεί άρνηση της ρωμαίικης οικουμενικότητας.
[2] Βεβαίως το νεωτερικό άτομο είναι άλλου τύπου από το ελληνικό. Μας διαφεύγουν οι διαφορές τους επειδή επικρατεί ο μύθος ότι τάχα οι Έλληνες δεν ήταν Άτομα. Ότι το Άτομο είναι δυτική ανακάλυψη. Πρόκειται για μύθο που βολεύει τόσο τους “φωταδιστές”, που μας θέλουν αιωνίως προσκολλημένους στη μιμητική εισαγωγή του νεωτερικού ανθρωπολογικού τύπου, όσο και τους “σκοταδιστές”, οι οποίοι δαιμονοποιούν τη δυτική ατομικότητα και εκχωρούν την αρχαία Ελλάδα στον δυτικό πνευματικό αποικισμό. Όταν αυτοί οι τελευταίοι μιλούν για εξατομίκευση εννοούν την “αποκοπή από την ομάδα”, πράγμα που είναι σύμπτωμα της κρίσης των εξατομικευτικών πολιτισμών και όχι της ανάπτυξής της. Η ατομοκεντρική κοινωνία στηρίζεται στην ενεργό μετοχή του Ατόμου. Δεν στηρίζεται στον Ιδιώτη ή στον περιθωριακό.
[3] Στοιχεία για την προβληματική αυτή, βλ. Άρδην, τ. 9.
[4] Περισσότερα για τον φονταμενταλισμό, βλ. Άρδην, τ. 10.
[5] Περισσότερα για τη “νέα θρησκευτική συνείδηση”, βλ. περιοδικό Ανιχνεύσεις, τεύχος Σεπτεμβρίου, Θεσσαλονίκη 1997.
[6] Χρησιμοποιώ τον όρο “ιδανικό”, ως προσιτότερο στη σύγχρονη αντίληψη. Στην ορθόδοξη παράδοση καλύπτεται από τους όρους “εσχατολογικό” και “οντολογικό”. Η διαφορά είναι σημαντική: Αν το Πρόσωπο είναι “ιδανικό” καλούμαστε να γίνουμε κάτι που δεν είμαστε. Ενώ αν το Πρόσωπο έχει εσχατολογική-οντολογική νοηματοδότηση, τότε καλούμαστε να γίνουμε αυτό που πραγματικά είμαστε. Να περάσουμε, όπως λέγεται, από το “παρά φύσιν” στο “κατά φύσιν”.
[7] Εναλλακτικές Εκδόσεις. Αθήνα 19972.



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη