Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακάθιστος Ύμνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακάθιστος Ύμνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Απριλίου 2024

Οι ρίζες μας: Παρασκευή του Ακαθίστου

 

Γράφει ό Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης

Τι μέρα είναι σήμερα (Παρασκευή 19/4/2024); Εύκολη η απάντηση: είναι η Παρασκευή του Ακαθίστου Ύμνου, οι τελευταίοι Χαιρετισμοί. Η μέρα που διαβάζουμε στην εκκλησία ολόκληρο το αριστουργηματικό ποίημα των Χαιρετισμών της Θεοτόκου, το οποίο είχαμε ακούσει αποσπασματικά, χωρισμένο σε τέσσερα μέρη (τέσσερις «Στάσεις»), τις προηγούμενες τέσσερις Παρασκευές της Μεγάλης Σαρακοστής.

Παρασκευές της Μ. Σαρακοστής = Χαιρετισμοί. Σήμερα λοιπόν είναι η ημέρα των Χαιρετισμών. Όπως προχθές, την Τετάρτη, ήταν του Μεγάλου Κανόνα. Και πριν μερικές μέρες ακόμη, Κυριακή, ήταν της Σταυροπροσκύνησης. Και μεθαύριο, την Κυριακή, είναι της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας (της μετανοημένης πόρνης, που ασκήτεψε στην έρημο σχεδόν 50 χρόνια και εξελίχθηκε σε θαυματουργή αγία, δίνοντας ένα υπόδειγμα αγώνα για ριζική αλλαγή σε όλους μας).

Έτσι αντιλαμβανόμαστε τις μέρες εμείς οι χριστιανοί. Ή μάλλον, έτσι τις αντιλαμβανόμασταν όταν είχαμε ακόμα ζωντανή σχέση με τον πολιτισμό μας, την πνευματική μας παράδοση και κληρονομιά. Σήμερα, όσο παράξενο κι αν σας φαίνεται, υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που διατηρούν αυτή τη ζωντανή σχέση. Ζουν ανάμεσά μας, κινούνται συνήθως αθέατοι ή φαίνονται λίγο παράταιροι στην – επιτρέψτε μου – ξεχαρβαλωμένη εποχή μας, αλλά υπάρχουν, έχουν ρίζες και αντλούν δύναμη και ποιότητα ζωής από αυτές τις ρίζες τους – που είναι και δικές μας ρίζες, αλλά για τους περισσότερους από μας είναι κομμένες και άγνωστες πλέον ρίζες. Ξέρουμε όμως ότι το δέντρο που δεν έχει πια ρίζες ξεραίνεται.

Αν έχω ακόμη σύνδεση με τις ρίζες μου (τις ρίζες που περιλαμβάνουν το Ευαγγέλιο, τους βίους των αγίων, τις αρχαίες και πάντα υπέροχες τελετές της Εκκλησίας…), είναι σίγουρο πως δεν θα κακοποιήσω κανέναν, δεν θα εξαπατήσω κανέναν, δεν θα εκμεταλλευτώ την αδυναμία κανενός, δεν θα φάω το σπίτι μιας οικογένειας επειδή μου χρωστάει χρήματα, δεν θα κερδοσκοπήσω σε βάρος ενός ασθενή ή ενός πελάτη μου, δεν θα εκθέσω δημόσια την προσωπική ζωή κανενός, δεν θα συμπεριφερθώ ανέντιμα και ανήθικα. Αν φυσικά έχω σοβαρή σύνδεση με τις ρίζες μου, όχι επιφανειακή και υποκριτική.

Η σοβαρή αυτή σύνδεση με τις ρίζες μας σημαίνει ευαίσθητη συνείδηση – υπερευαίσθητη μάλιστα – και όχι χοντροκομμένη και πωρωμένη. Και ο πολιτισμός αυτός, που μεταφέρεται μέσω της Ορθοδοξίας, καταβάλλει κάθε προσπάθεια για την ευαισθητοποίηση των συνειδήσεων και την απόρριψη της υποκρισίας και της τυπολατρίας. Γι’ αυτό εξάλλου το Τριώδιο (οι εκκλησιαστικές Απόκριες, που είναι η περίοδος αυτοκριτικής και μετάνοιας, για να προετοιμαστούμε για τη Μ. Σαρακοστή) αρχίζει με την ανάγνωση (στη λειτουργία της πρώτης Κυριακής) του Ευαγγελίου με την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου, που διηγήθηκε ο Ιησούς Χριστός και περνάει ακριβώς το μήνυμα ενάντια στην υποκρισία, την τυπολατρία και την αλαζονεία.

Αν τώρα – ας το πω και αυτό – το κράτος ήθελε σοβαρά να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της βίας, της εγκληματικότητας ανηλίκων, της κερδοσκοπίας, της διαφθοράς και όλες τις σύγχρονες πληγές του Φαραώ που διαρκώς διογκώνονται, θα φρόντιζε να συνδέσει τους Έλληνες με τις ρίζες τους, και μάλιστα από τη νηπιακή ηλικία, μέσω του σχολείου. Δεν το κάνει αυτό, ούτε το θέλει, γι’ αυτό το μάθημα των Θρησκευτικών είναι εντελώς υποβαθμισμένο, ιδίως στο δημοτικό σχολείο (όπου οι δάσκαλοι αφήνονται ανενόχλητοι να μην το κάνουν καθόλου αν δεν το επιθυμούν), γι’ αυτό και δεν γίνεται προσπάθεια να συνδεθούν τα παιδιά στην πράξη με τον εκκλησιασμό, τα μυστήρια και την πνευματική ζωή των ίδιων των προγόνων τους – τουλάχιστον τα παιδιά που είναι Έλληνες και ορθόδοξοι χριστιανοί, διότι βεβαίως τα παιδιά με αλλοδαπή καταγωγή και άλλη θρησκεία δεν γίνεται να υποχρεωθούν να συνδεθούν με το χριστιανισμό, αν και θα ήταν σωστό να τον διδάσκονται, εφόσον αποτελεί την πνευματική παράδοση αυτού του τόπου.

Μια πνευματική παράδοση – το επαναλαμβάνω – αγάπης, φιλανθρωπίας, δικαιοσύνης και εντιμότητας.

Σημειώνω ότι η Ορθοδοξία δεν είναι πνευματική παράδοση μόνο των Ελλήνων, αλλά και άλλων εθνών, όπως οι Σέρβοι, οι Ρώσοι, οι Ουκρανοί, οι Ρουμάνοι, αλλά και οι Βούλγαροι, όπως και οι χώρες της Βαλτικής κ.λ.π. Ενώ και οι πληθυσμοί της Συρία, της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης και των άλλων χωρών της Μέσης Ανατολής ήταν ορθόδοξοι χριστιανοί πριν την επέλαση του Ισλάμ σε αυτές με την αραβική κατάκτηση. Και σ’ αυτές τις χώρες υπάρχουν και σήμερα πάρα πολλοί ορθόδοξοι χριστιανοί, που μάλιστα χαρακτηρίζουν τον εαυτό τους «Ρουμ Ορτοντόξ», δηλαδή Ορθόδοξους Ρωμαίους (Ρωμιούς, δηλαδή Βυζαντινούς). Όλους αυτούς τους ξεχάσαμε, δεν τους θεωρούμε αδέρφια μας, δεν τους συμπαρασταθήκαμε ποτέ στα βάσανά τους, αλλά στρέφουμε τα μάτια μας μόνο σε άλλες κατευθύνσεις… Δυστυχώς.

Τέλος πάντων, σήμερα είναι η Παρασκευή του Ακαθίστου. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί αντιλαμβανόμαστε τις μέρες και κανονίζουμε το βασικό μας πρόγραμμα – τι θα φάμε, πού θα πάμε, τι θα κάνουμε το απόγευμα ή το βράδυ – ανάλογα με τις γιορτές και τις νηστείες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το ίδιο συμβαίνει όταν είναι Ψυχοσάββατο ή όταν είναι το Πρωτοκύριακο (η Κυριακή της Ορθοδοξίας) ή όταν είναι της Παναγίας ή όταν είναι του Τιμίου Σταυρού (που νηστεύουμε) ή όταν είναι του Μεγάλου Αγιασμού (των Φώτων) ή όταν είναι του Άη Γιάννη (29 Αυγούστου, που νηστεύουμε) ή όταν είναι της Πεντηκοστής κ.λ.π. κ.λ.π. Παίρνουμε δύναμη και μηνύματα απ’ αυτές τις μέρες – και με τη δύναμη του Θεού, που γίνεται δύναμη δική μας, ανεβαίνουμε.

Δόξα τω Θεώ. Έξω μπορεί να λυσσομανά ο άνεμος των συμφορών και των προβλημάτων, αλλά εμείς γιορτάζουμε, έχουμε πίστη, έχουμε ελπίδα, έχουμε αισιοδοξία, προφανώς οφείλουμε να έχουμε και ΑΓΑΠΗ, και ανεβαίνουμε.

«Ραντεβού στον Ακάθιστο» λοιπόν, όπως έλεγε κάποιος. Όπου κι αν βρίσκεστε, κάπου κοντά θα υπάρχει μια εκκλησία και υποθέτω ότι κατά τις 7 μμ θ’ ακούσετε την καμπάνα. Αν έρθετε, θα είμαστε μαζί, όπου κι αν βρισκόμαστε. Εφόσον είμαστε μέσα στην εκκλησία, είμαστε μαζί. Όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί, όλου του πλανήτη – σε εμπόλεμες ζώνες, σε παραγκουπόλεις του τρίτου κόσμου, σε τεχνολογικά και οικονομικά ανεπτυγμένες κοινωνίες, σε χωριά, σε πόλεις, σε μοναστήρια, σε σαβάνες ή ερήμους, παντού. Όχι μόνο εμείς όλοι μαζί, αλλά και οι ψυχές των κεκοιμημένων μας και ο Χριστός, η Παναγία, οι άγιοι και οι άγγελοι. Η πιο σπουδαία σύναξη!

Ραντεβού εκεί λοιπόν. Είναι μια από τις τελευταίες στάσεις πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα. Κι εκεί πάλι θα συναντηθούμε και θα οδεύσουμε μαζί για το Γολγοθά (μάλιστα πολλοί ανεβαίνουν ήδη σε Γολγοθά μια ζωή) ή μάλλον, μέσω του Γολγοθά, θα οδεύσουμε μαζί για την Ανάσταση!




Τετάρτη 14 Απριλίου 2021

π. Δ. ΜΠΟΚΟΣ, Η ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ



«Χαίρε δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα»

Οι Χαιρετισμοί είναι ένας μεγαλόπνοος ύμνος προς την Παναγία. Την υμνούμε με τα λαμπρότερα λόγια της ανθρώπινης γλώσσας για την ανεπανάληπτη ωραιότητα που περιβάλλει την υπέροχη μορφή της. Ανάμεσα στα πολλά εγκώμια, που ο ποιητής του Ακαθίστου Ύμνου απευθύνει στο πρόσωπό της, είναι και ο στίχος: «Χαίρε δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα».

Η Παναγία είναι ο μεγάλος πρέσβυς μας μπρος στον Θεό. Η πρεσβεία της για τον κόσμο είναι αδιάκοπη. Και ευχαρίστως ευπρόσδεκτη από τον Θεό. Σαν το ευωδιαστό θυμίαμα. Γιατί ο Θεός δέχεται τόσο ευχάριστα την πρεσβεία της Παναγίας;

Αναφέρεται πως ο σοφός Σολομώντας, βασιλιάς του Ισραήλ, με τον μοναδικό πλούτο και τη δύναμη που είχε αποκτήσει, έστησε για τον εαυτό του στο παλάτι του ένα χρυσό και ψηλό θρόνο. Γύρω απ’ αυτόν δορυφορούσαν οι φρουροί του. Όποιος ήθελε να μιλήσει στον βασιλιά, είχε δικαίωμα να πλησιάσει μόνο μέχρι τα έξι μέτρα από τον θρόνο. Όχι περισσότερο. Μια μέρα μπαίνει αναπάντεχα στην αίθουσα του θρόνου η μητέρα του. Όπως ήταν καθιερωμένο, στέκεται στα έξι μέτρα απ’ τον βασιλιά και αρχίζει να τον παρακαλεί για κάποιο ζήτημα. Τότε ο Σολομώντας σηκώνεται αμέσως από τον θρόνο του και την καλεί να πλησιάσει κοντά του.

- Εσύ είσαι η μάνα μου, της λέγει, η σεβαστή και μοναδική μάνα μου. Για σένα δεν υπάρχει καμμιά απαγόρευση. Ανέβα στον θρόνο και ζήτησέ μου ό,τι θέλεις. Εσύ δεν είσαι σαν τον λαό μου και τους υπηκόους μου. Στις προσταγές σου είναι και ο βασιλιάς. Μη διστάζεις, μίλα ελεύθερα.

Αν ο σοφός Σολομώντας τίμησε τόσο τη μητέρα του, ο Βασιλιάς των Ουρανών, ο Θεός, ήταν δυνατόν να μην τιμήσει τη δική του μητέρα, την Παναγία; Αυτός που έδωσε τον νόμο: «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου», που μερίμνησε για την Παναγία ακόμα και κατά την τελευταία του στιγμή πάνω στον Σταυρό και την παρέδωσε στον μαθητή του Ιωάννη να τη φροντίζει, συνέχισε και στον ουρανό να την τιμά και να τη δοξάζει. Έφτιαξε θρόνο υψηλό στον ουρανό και την έβαλε να καθίσει στα δεξιά του. «Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» (Ψαλμ. 44, 10). Η Παναγία έγινε Βασίλισσα των αγγέλων, κάθεται πλάι στον Υιό της και του μιλάει συνέχεια για τα υπόλοιπα τέκνα της, τους ανθρώπους. Πρεσβεύει, μεσιτεύει για μας.

Και ο Χριστός; Ακούει τη μητέρα του; Έχει αξία η πρεσβεία της; Ή μάταια τον παρακαλεί;

Λέγει ο φωτισμένος διδάσκαλος του γένους μας Ηλίας Μηνιάτης:

- Σ’ όλους τους αγίους μπορεί ο Θεός να πει κάποτε όχι. Μόνο ένας άνθρωπος υπάρχει, στον οποίο ο Θεός δεν λέγει ποτέ όχι. Η Παναγία. Γιατί στους αγίους λέγει: Έχετε χρέος να παρακαλείτε. Ενώ στην Παναγία λέγει: Εσύ έχεις τη χάρη να ζητάς. Άλλο το χρέος κι άλλο η χάρη. Η Παναγία είναι πάνω απ’ όλους τους αγίους. Οι άλλοι άγιοι είναι απλώς δούλοι του Θεού. Η Παναγία είναι η μάνα του Θεού. Όλοι οι άλλοι είναι υπηρέτες του Θεού κι έχουν χρέος να παρακαλούν. Ενώ η Παναγία είναι η μητέρα του Θεού και, χωρίς να παρακαλέσει, έχει το δικαίωμα και τη δύναμη να κάνει όποιο θαύμα θέλει.

Λοιπόν; Όχι μόνο ακούει τις πρεσβείες της μητέρας του ο Χριστός, μα της έχει δώσει το ελεύθερο να ζητάει ό,τι θελήσει.

Κι εμείς; Έχουμε καταλάβει τί σημαίνει για μας η Παναγία; Εμπιστευόμαστε τη ζωή μας στα χέρια της; Αξιοποιούμε τη μεγάλη δωρεά να την έχουμε μεσίτρια μπροστά στον Θεό; Και μάνα μας;

Εκείνη μας θεωρεί παιδιά της. Μας θέλει κοντά της. Όχι μόνο για να της υποβάλλουμε τα αιτήματά μας. Αλλά κυρίως για να βλέπουμε την αγία ζωή της. Και να βαδίζουμε στα ίχνη της. Κατά τη μάνα, να γίνονται και τα παιδιά της. Αυτή θα ’ταν η μεγαλύτερη τιμή που θα μπορούσαμε να της κάνουμε.

Κι αυτή σαν μάνα θα κάνει σίγουρα το καλύτερο για τα παιδιά της. Θα καίει πάντα το ευωδιαστό θυμίαμα των πρεσβειών της για μας μπροστά στον θρόνο του Θεού. Ας μη σταματήσουμε λοιπόν ποτέ να της φωνάζουμε:

«Χαίρε δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα».

«Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε, πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών».

Η Χάρη της και η ευχή της πάντοτε να μας ακολουθούν!

Παρασκευή Ακαθίστου

4 Απριλίου 2008



Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΝΑΡΙ


Η Ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, χοροστατούντος του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου και ψαλλόντων των κληρικών της Πατριαρχικής Αυλής.

https://fanarion.blogspot.com/2020/04/live.html



π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΟΚΟΣ, Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ ΥΨΩΝΕΙ

«Χαίρε ανόρθωσις των ανθρώπων» 

1674… Στη μακρινή Ρωσία, οι βαρβαρικές ορδές των Μογγόλων λυμαίνονται τα πάντα. Λεηλατούν και τα μοναστήρια. Έχουν συλλάβει μοναχούς και τους κακομεταχειρίζονται. Τους βάζουν να δουλεύουν απ’ το πρωί ως το βράδυ σκληρά στα λατομεία, όπου κάτω απ’ το μαστίγιο σπάζουν και κουβαλούν πέτρα. Έχουν περάσει στα χέρια τους σιδερένιες αλυσίδες. 

Οι μοναχοί όμως και μέσα στις απάνθρωπες συνθήκες της σκλαβιάς δεν χάνουν το θάρρος τους. Δεν απελπίζονται. Παρά την κοπιώδη εργασία, δεν σταματούν την προσευχή τους. Υψώνουν το βλέμμα στον ουρανό για να παρακαλέσουν τον ουράνιο πατέρα τους, να ικετεύσουν τη Βασίλισσα των ουρανών να έλθει βοηθός στη θλίψη τους. Σε μια τέτοια στιγμή ένας μοναχός υψώνει την κραυγή της ψυχής του προς την Παναγία: 

- Θέλω να σε βρω, Παναγία μου, πάλι! Θέλω να ’ρθώ στο Ποτσάεβ (μοναστήρι της Παναγίας) να σε προσκυνήσω! Θέλω να ’ρθώ στη Χάρη σου! 

Και η Γοργοεπήκοος Παναγία ακούει τον αγαπημένο υιό της που τη φωνάζει μυστικά. Και τί κάνει; Στέλνει Άγγελο Κυρίου. Και ενώ ο μοναχός, μετά από μια κουραστική μέρα, κάθεται λίγο να ξεκουραστεί, νοιώθει ξαφνικά κάποιον να τον σηκώνει ψηλά. Να τον μεταφέρει μακριά στον αέρα. Να τον φέρνει απέναντι από την Παναγία, στο μοναστήρι του Ποτσάεβ και εκεί να τον αφήνει κάτω. 

Ο μοναχός νοιώθει σαν να ξυπνάει. Και βλέπει πως έχει πετάξει πραγματικά μέσα απ’ τα σύννεφα, απ’ τα ουράνια, ότι είναι ελεύθερος πλέον. Και ότι βαδίζει προς το μοναστήρι της Παναγίας. 

- Παναγία μου! φωνάζει γεμάτος χαρά και τρέχει να την προσκυνήσει. 

Και το θαύμα αυτό, μαζί με πολλά άλλα θαύματα της Παναγίας, είναι αγιογραφημένο μέσα στον πανέμορφο ναό της στο Ποτσάεβ. Εκεί, σε μια γωνιά της εικόνας, είναι αποτυπωμένο και μέρος από την αλυσίδα που έδενε πρώτα τα χέρια του μοναχού, αλλά η Χάρη της την έκαμε κομμάτια. 

Η Παναγία όμως δεν σήκωσε ψηλά τον μοναχό αυτόν μονάχα. Ελευθερώνει από τα δεσμά της σκλαβιάς και ανορθώνει τον καθένα μας. Και όχι απλώς από τις αλυσίδες που μπορεί καμιά φορά να δένουν τα χέρια μας. Αλλά απ’ τις πολύ χειρότερες αλυσίδες που κρατούν πάντοτε δέσμια την ψυχή μας. Τις αλυσίδες των παθών. 

Ελεύθερη η Παναγία μας από κάθε πάθος, πραγματικά άσπιλη, αμόλυντη, άφθορη, άχραντη, αγνή, έχει τη δύναμη να λυτρώνει και εμάς από όλα τα πάθη που μας κρατάνε δεμένους στο χώμα. Να μας ανυψώνει από την κακία. Να είναι η πραγματική ανόρθωσή μας από τη δουλεία της αμαρτίας. 

Αλλά δοκιμαζόμαστε τυχόν και από καταστάσεις που περιορίζουν τη φυσική μας ελευθερία, σαν τους παλιούς εκείνους μοναχούς της Ρωσίας; Μας δένουν και πραγματικές αλυσίδες; Μέτρα που μας αφαιρούν τη δυνατότητα να τρέχουμε στους ναούς μας και να προσφέρουμε ελεύθερα την «εν πνεύματι και αληθεία» λατρεία μας στον Θεό; 

Και σ’ αυτή την περίπτωση, αν υπάρχει πραγματική λαχτάρα μέσα μας και φλόγα ψυχής, η Παναγία δεν δυσκολεύεται καθόλου να έλθει κοντά μας. Η Χάρη της δεν εμποδίζεται από κανένα φυσικό εμπόδιο να πλημμυρίσει την καρδιά μας. Από εμάς και μόνο εξαρτάται το πόσο κοντά μας θα βρίσκεται. 

Η Μεγαλόχαρη Μάνα μας μπορεί να μας ανορθώσει από κάθε δυσκολία, από κάθε δοκιμασία, από κάθε θλίψη της επίγειας ζωής μας. 

Ας την ευχαριστούμε λοιπόν γι’ αυτό ακατάπαυστα, υμνώντας την κι εμείς με τα υπέροχα λόγια του μελωδού: 

«Χαίρε ανόρθωσις των ανθρώπων»! 

Παρασκευή Ακαθίστου

π. Δημήτριος Μπόκος


Κυριακή 24 Μαρτίου 2019

π. Δ. Μπόκος, Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε (β): Ο θεόγραφος τόμος

Το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, το σχέδιο δηλαδή του Θεού για την τελική αποκατάσταση του ανθρώπου, είναι «το μυστήριον το κεκρυμμένον από των αιώνων και των γενεών». Ο Θεός προετοίμαζε τον κόσμο για τη μέλλουσα σωτηρία αποκαλύπτοντας σταδιακά, δια μέσου των προφητών, το μυστικό περιεχόμενο του σχεδίου του. Λέγει στον προφήτη Ησαΐα: «Πάρε ένα βιβλίο (ή πίνακα) καινούργιο και μεγάλο («τόμον καινού μεγάλου»), και γράψε «γραφίδι ανθρώπου», με γράμματα καθαρά και γλώσσα καταληπτή από τον άνθρωπο, μια προφητεία για κάποιον, που θα έρθει να λαφυραγωγήσει γρήγορα και ολοκληρωτικά» (Ησ. 8, 1). 

Στον καινούργιο τόμο του Ησαΐα η Εκκλησία βλέπει την Αειπάρθενη Μητέρα του Θεού. «Ελλαμφθείς Ησαΐας τω Πνεύματι, του Ιωακείμ και της Άννης το κύημα τόμον καινόν εώρακεν, ω εγράφη ο Λόγος σαρκούμενος» (Κανών 9ης Σεπτ., ωδή στ΄). Με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος ο Ησαΐας βλέπει το κύημα του Ιωακείμ και της Άννας (την Θεοτόκο) σαν καινούργιο τόμο, μέσα στον οποίο γράφτηκε ο Λόγος, αποτυπώθηκε ο Χριστός με την ενσάρκωσή του. 

Το ίδιο λέγει και ένας ύμνος απ’ τον κανόνα του Ακαθίστου, που υμνεί την Παναγία ως τόμο (βιβλίο ή πίνακα), μέσα στον οποίο έχει εγγραφεί από το δάκτυλο του Θεού Πατέρα ο Λόγος, ο Υιός του Θεού. «Χαίρε ο τόμος, εν ω δακτύλω εγγέγραπται Πατρός ο Λόγος, Αγνή». Εδώ υπονοείται και η παρθενία της Θεοτόκου, διότι η μυστική αυτή αποτύπωση του Υιού και Λόγου του Θεού μέσα της δεν έγινε με ανθρώπινη μεσολάβηση, αλλά με θεϊκή ενέργεια, αχειροποίητα, υπερφυσικά. Όχι από ανθρώπινο χέρι, αλλά «δακτύλω Πατρός». Από το χέρι του Θεού. Και τούτο, διότι από όλες τις γενιές των ανθρώπων, αυτήν μονάχα έκρινε άξια ο Θεός να της αποκαλύψει το «χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένον μυστήριον». Θεώρησε ότι μόνο αυτή ήταν ικανή να υπηρετήσει το επί αιώνες κρυμμένο σχέδιο της σωτηρίας μας. 

Με τον τρόπο αυτόν η Θεοτόκος Μαρία έγινε ένα βιβλίο που έκλεισε μέσα του τη θεία βουλή, το αρχέγονο επτασφράγιστο μυστικό σχέδιο της Θείας Οικονομίας, «βουλήν Υψίστου αρχαίαν, αληθινήν». Και το κατόρθωσε αυτό η Παναγία, διότι είχε ενδύσει τον εαυτό της με «χιτώνα αμόλυντον» και τον είχε ασφαλίσει με «σφραγίδα άθραυστον». Και η σφραγίδα αυτή ήταν και όλα τα άλλα βέβαια χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, αλλά κυρίως η παρθενία και η αγνότητά της. Η αγία Παρθένος φυλάττει τέλεια τα θεία μυστήρια που της εμπιστεύεται ο Θεός, διότι είναι «τη αγνεία εσφραγισμένη και παρθενία φυλαττομένη». Έτσι η Παναγία γίνεται «Χριστού βίβλος έμψυχος, εσφραγισμένη» διά του Πνεύματος (βλ. και ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, αρ. φ. 380, Μαρτ. 2015). 

Όντας όμως η Θεοτόκος «βίβλος έμψυχος, μυστικώς γεγραμμένη», και «τόμος θεόγραφος» (αγ. Νεκτάριος), κατάφερε να φέρει εις πέρας τη μεγάλη της αποστολή απολύτως μυστικά, να επιτελέσει εντελώς αθόρυβα «το μέγα μυστήριον του τόκου» της, «το πριν τοις αγγέλοις άγνωστον και προ αιώνων τηρούμενον». Και οι άγγελοι ακόμη, πλην του Γαβριήλ, «ουκ έγνωσαν πως εσαρκώθη» ο Κύριος. Αλλά το σπουδαιότερο ήταν, ότι όλα αυτά διέφυγαν της προσοχής του διαβόλου. «Και έλαθε τον άρχοντα του αιώνος τούτου η παρθενία Μαρίας και ο τοκετός αυτής, ομοίως και ο θάνατος του Κυρίου». Τρία κραυγαλέα μυστήρια, τα οποία όμως πραγματοποιήθηκαν μέσα στη σιγή, «εν ησυχία Θεού», (αγ. Ιγνάτιος Αντιοχείας). 

Την υπέροχη Θεομήτορα, που μας τιμάει αφάνταστα με το να δέχεται να είναι και δική μας μητέρα, ας υμνούμε και μεις με τα λόγια του αγ. Θεοδώρου του Στουδίτου: «”Χαίρε, βιβλίον εσφραγισμένον, …χαίρε, τόμος καινού μυστηρίου”, εσύ που λόγω της αφθαρσίας σου έμεινες άθικτη από τα πάντα και όπου ο Λόγος του Θεού, χωρίς να έχει πρώτα (ορατή) μορφή, ζωγραφίστηκε με γραφίδα ανθρώπινης μορφής, έλαβε δηλαδή σώμα από σένα, αυτός που έγινε σε όλα όμοιος με μας, πλην της αμαρτίας». 

Και κυρίως ας μιμούμαστε την αγία ζωή της, με το να δεχόμαστε και μεις «νόμον θεόγραφον ένδον, εν πλαξί των καρδιών ημών θεόθεν», όπως έπραξε εκείνη και όλη η χορεία των αγίων μας (Κανών 20ής Μαρτ., ωδή ζ΄). 

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, αρ. φ. 404, Μάρτιος. 2017) 



π. Δ. Μπόκος, Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε (α): Το σφραγισμένο βιβλίο




Στο πρώτο κιόλας τροπάριο του κανόνα του Ακαθίστου Ύμνου η παρουσία της Υπεραγίας Θεοτόκου, ευφρόσυνα παρηγορητική μέσα στο κατανυκτικό φόντο του Τριωδίου, προβάλλει δυναμικά με έναν ολοζώντανο συμβολισμό από τα προφητικά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης: 

«Χριστού βίβλον έμψυχον, 

εσφραγισμένην σε Πνεύματι, 

ο μέγας αρχάγγελος, 

Αγνή, θεώμενος…» 

Ο Γαβριήλ, υπουργός (=υπηρέτης) του μεγάλου μυστηρίου της Γεννήσεως του Χριστού, βλέπει την Παναγία σαν ζωντανό βιβλίο του Χριστού, σφραγισμένο από το Άγιο Πνεύμα. 

Τα λόγια αυτά θυμίζουν τη συνήθη προτροπή του Θεού να γράψουν οι προφήτες τους λόγους του σε βιβλίο και εν συνεχεία να το κλείσουν και να το σφραγίσουν, ώστε να φυλαχθούν με ασφάλεια για τις μελλοντικές γενιές. Έτσι, π. χ., «και συ, Δανιήλ, λέγει, κλείσε τους λόγους μου “και σφράγισον το βιβλίον” έως τον καιρό του τέλους» (Δαν. 12, 4). Αντιστοίχως και στον προφήτη Ησαΐα λέγει: «Οι λόγοι αυτοί του Κυρίου θα είναι σαν τους λόγους του βιβλίου που μένει σφραγισμένο και κλεισμένο. Αν δοθεί αυτό σε άνθρωπο που γνωρίζει γράμματα και του ειπούν: “Διάβασε αυτά που περιέχει το βιβλίο”, εκείνος θα απαντήσει: “Δεν μπορώ να τα διαβάσω, γιατί το βιβλίο είναι κλεισμένο και σφραγισμένο”» (Ησ. 29, 11). 

Η Εκκλησία συνδέει άμεσα τις προφητικές αυτές εικόνες με την Παρθένο Μαρία, για να τονίσει την απόλυτη καθαρότητά της, την αμόλυντη παρθενία της. Αυτή είναι το κλειστό (σφραγισμένο) βιβλίο, όπως λέγεται στα προεόρτια της Γέννησής της: «“Το εσφραγισμένον νυν βιβλίον αποτίκτεται, όπερ αναγνώσεται ουδόλως φύσεως νόμω βροτός”, το οποίο κανένας θνητός δεν θα αναγνώσει κατά τον φυσικό νόμο, αφού φυλάσσεται (κλειστό) για κατοίκηση του Λόγου του Θεού, όπως προφήτευσαν τα βιβλία των θεοφόρων προφητών διά του Αγίου Πνεύματος» (Κανών 7ης Σεπτ., ωδή ε ). 

Η προφητική ρήση του Ησαΐα εκπληρώνεται τη στιγμή ακριβώς του Ευαγγελισμού, όταν αποστέλλεται υπό του Θεού ο αρχάγγελος Γαβριήλ, κομίζων «χαράς ευαγγέλια», προς την Παρθένο Μαρία, αρραβωνιασμένη ήδη με τον Ιωσήφ. 

«Άκουσε τί λέγει ο προφήτης γι’ αυτόν τον άνθρωπο και γι’ αυτήν την παρθένο: “Θα δοθεί αυτό το σφραγισμένο βιβλίο σε άνθρωπο, που γνωρίζει γράμματα”. Τί άλλο εκτός από την αμόλυντη παρθένο σημαίνει το σφραγισμένο βιβλίο; Από ποιους θα δοθεί; Είναι φανερό πως θα δοθεί από τους ιερείς. Σε ποιον; Στον Ιωσήφ τον ξυλουργό. Αυτός ο Ιωσήφ προηγουμένως είχε συνάψει σεμνό γάμο και απέκτησε τέκνα. Αφού όμως έχασε τη γυναίκα του, ζούσε την υπόλοιπη ζωή του με σωφροσύνη, ανατρέφοντας τα τέκνα του “εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου”. Οι ιερείς λοιπόν αρραβώνιασαν τη Μαρία με τον Ιωσήφ λόγω της σωφροσύνης του και την εμπιστεύτηκαν σ’ αυτόν, αναμένοντας τον καιρό του γάμου. Αυτός όμως, αφού έλαβε την Παρθένο, έμελλε να τη φυλάξει αμόλυντη. 

Αυτό προαναφώνησε από πολύ παλιά ο προφήτης: “Θα δοθεί, λέγει, αυτό το σφραγισμένο βιβλίο σε άνθρωπο που γνωρίζει γράμματα”, δηλαδή που έχει λάβει πείρα του γάμου και εκείνος θα πει: “Δεν μπορώ να το διαβάσω”. “Γιατί, Ιωσήφ, δεν μπορείς;” “Δεν μπορώ, θα απαντήσει ο Ιωσήφ, να το διαβάσω, γιατί το βιβλίο έχει σφραγισθεί (είναι κλειστό)”. “Για ποιον φυλάσσεται;” “Φυλάσσεται για κατοικητήριο του Δημιουργού των όλων”» (αγ. Ιω. Χρυσόστομος κ. α.). 

Με την έλευση του αρχαγγέλου στην Παρθένο και την αποκάλυψη της αρχαίας βουλής του υψίστου Θεού, φανερώνεται ακριβώς ο λόγος για τον οποίο η Παναγία σφραγίστηκε από το Άγιο Πνεύμα και παραμένει κλειστό πλέον βιβλίο, απρόσιτο σε κάθε άνθρωπο. Η ταπεινή κόρη θα είναι στο εξής Νύμφη ανύμφευτη του Πλαστουργού της, πάντοτε παρθένος στο σώμα και στην ψυχή, διά βίου πάναγνη σε παντέλειο βαθμό. «Αειπάρθενος». Γι’ αυτό και αξιώνεται να εγγράψει μέσα της και να φανερώσει με αληθινό και μοναδικό τρόπο τον Χριστό. Να γίνει «Χριστού βίβλος έμψυχος, εσφραγισμένη» διά του Πνεύματος. 

Ας διδαχθούμε από τον τρόπο της για να γίνουμε κι εμείς βιβλίο Χριστού. Να γραφτεί «επιστολή Χριστού» και μέσα σε μας, «εν πλαξί καρδίας σαρκίναις», στις σάρκινες πλάκες της καρδιάς μας. Όχι με μελάνι, «αλλά Πνεύματι Θεού ζώντος» (Β΄ Κορ. 3, 3). 

Τί μας εμποδίζει να μαθητεύσουμε κοντά της; 




(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, αρ. φ. 380, Μάρτιος 2015 - επηυξημένο)


Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Σωτήρης Μητραλέξης,Ἡ Πάττυ κι ὁ Ἀκάθιστος

(Δημοσιεύεται στὸ περιοδικὸ manifesto Μαρτίου, τ.24)

Ἡ Πάττυ τοῦ Μέγκα, «ἕνα χαζοχαρούμενο κορίτσι, τραβάει 30.000 μανάδες καὶ παιδιὰ στὸ Τάε Κβὸν Ντὸ Φαλήρου γιὰ νὰ τραγουδήσει πλέι μπάκ», παρατηρεῖ ὁ συνθέτης Παναγιώτης Καλαντζόπουλος στὴν (διαυγοῦς σκέψεως σημαντικὴ) συνέντευξή του στὴν «Καθημερινή» [6.3.11]. Σιτεμένες ἀμερικανίδες στὰρ πραγματοποιοῦν στὴν δύση -ἢ στὰ μεσάνυχτα- τῆς καριέρας τους μιὰ περιοδεία στὴν Ψωροκώσταινα (νῦν Φορογιώργαινα) καὶ τὰ εἰσιτήρια ἐξαντλοῦνται μέχρις ἐξαντλητικῆς ἐξαντλήσεως. Ἀνθυποπαραστάσεις ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς προσελκύουν μιλιούνια θεατῶν, ἐνῷ τὰ εἰσιτήρια δραματοποιημένων παραστάσεων τοῦ Μεγάλου Κυνὸς Σκοῦμπι-Ντοὺ καθίστανται ἐξόχως εὐρωβόρα στὴν ἀντίστοιχη μαύρη ἀγορά. Παραλλήλως, προσπαθῆστε μέρες ποὺ εἶναι νὰ προτείνεται σὲ ἕναν μετέφηβο νὰ παρακολουθήσει τοὺς Χαιρετισμοὺς χωρὶς νὰ ἀποσπάσετε (α) τὸ βλέμμα πληξάρας ἑνὸς μεσήλικος ἐν ὄψει τοῦ ἐτησίου ἰατρικοῦ τσὲκ-ἄπ του ἢ (β) τὸ βλέμμα ἑνὸς πολίτη ὅταν μαθαίνει πὼς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ περάσει τὰ ἑπόμενα πρωινά του σὲ δημόσιες ὑπηρεσίες. Ἀδύνατον. Ναὶ μὲν οἱ ἐκκλησίες εἶναι γεμάτες αὐτὲς τὶς πέντε Παρασκευές, ἀλλὰ ἂν λάβουμε ὑπ’ ὄψιν μας τὸ ποιά ὑμνολογία ἀναγιγνώσκεται ἐκεῖ μέσα, δὲν εἶναι οὔτε γιὰ ἀστεῖο τόσο γεμάτες ὅσο θὰ ἔπρεπε!
Ἐν ὀλίγοις: στὸ παρὸν σημείωμα θὰ προσπαθήσω νὰ διατυπώσω ὀλίγες νύξεις σχετικὰ μὲ τὴν αἰσθητικὴ τέρψη ποὺ προκαλοῦν οἱ τέσσερις στάσεις τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ὡς ἀκρόαμα ἢ κείμενο θεατρικὸ/λογοτεχνικό, ἀσχέτως μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὲς ἀποτελοῦν Χαιρετισμοὺς τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Θεοτόκο, καὶ μάλιστα στὸν χρόνο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς (μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται γιὰ τὸ εὐχαριστιακὸ σῶμα ὡς σημασία καὶ ὡς λειτουργία). Καὶ νὰ διερωτηθῶ γιατί ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὶς πέντε αὐτὲς Παρασκευὲς ὅσοι δὲν συμπεριλαμβάνουν τὸν ἑαυτό τους στὸ «χριστεπώνυμον πλήρωμα», ἀλλὰ ὁρκίζονται γιὰ τὶς θύραθεν φιλο-καλικές τους εὐαισθησίες (ὁπότε, ἢ τὰ αἰσθητικὰ κριτήρια τοῦ γράφοντος ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν μετοχή του στὴν Ἐκκλησία ἢ οἱ εὐαισθησίες τῶν θύραθεν φίλων στεροῦνται τὸ πλήρωμα τῆς εἰλικρινείας ἐλέῳ ἰδεολογικοῦ κωλύματος ἢ κολλήματος). Τὸ ζήτημα ἔχει καλυφθεῖ ἀπὸ πολὺ ἱκανώτερους, ἀλλὰ ἡ ἐπικαιρότητα εἶναι ἐπικαιρότητα!, καὶ τὸ manifesto τυγχάνει καὶ ἐντὸς τόπου καὶ ἐντὸς χρόνου.
Μοῦ φαίνεται ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ προσεγγίσει κάποιος τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο ἀπὸ λογοτεχνικῆς ἀπόψεως χωρὶς νὰ ἀποφανθεῖ παραυτίκα πὼς πρόκειτα περὶ ἀριστουργήματος. Ἂς προσεγγίσουμε τὸ κείμενο ὡς κείμενο:
Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, ὁ Ἀκάθιστος ἔχει καθαρὰ θεατρικὴ δομή, καὶ μάλιστα ἐξόχως χαριτωμένη (μὲ τὸ ἔτυμον τῆς λέξεως), ἀφηγεῖται μιὰ ἱστορία -τῆς ὁποίας τοὺς διαλόγους παραθέτει αὐτούσιους: στὴν πρώτη πράξη, ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἐπισκέπτεται τὴν Θεοτόκο∙ καὶ μόλις τὴν ἀντικρύζει, ἀρχίζει τὸ ἐγκώμιο: «Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει! Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ ἀρὰ (=κατάρα) ἐκλείψει» καὶ λοιπὰ καὶ λοιπά. Ἀκολουθεῖ στιχομυθία τῆς Θεοτόκου μὲ τὸν Γαβριήλ, καὶ μετὰ είσερχόμαστε στὴν δεύτερη πράξη: ἡ Θεοτόκος ἐπισκέπτεται τὴν συγγενῆ της Ἐλισάβετ, τὴν σύζυγο τοῦ Ζαχαρίου καὶ μητέρα τοῦ Προδρόμου. Ὁ Πρόδρομος, ἔμβρυο στὴν μήτρα τῆς Ἐλισάβετ, ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ Θεοτόκος ἐγκυμονεῖ τὸν Χριστὸ καὶ «ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν» (χοροπηδώντας στὴν μήτρα ἀντὶ γιὰ νὰ φωνάξει, γιατὶ ποῦ νὰ φωνάξει τὸ ἔμβρυο)[1], ἀρχίζει: «Χαῖρε [...]! Χαῖρε [...]!» καὶ λοιπά. Ἀκολουθεῖ ἕνα μικρὸ ἐπεισόδιο μὲ τὸν Ἰωσήφ, τὸν σύζυγο τῆς Μαρίας, ὁ ὁποῖος ὅσο νά’ναι ἔχει ἀρχικὰ τὶς ἀμφιβολίες του[2], καὶ μπαίνουμε στὴν τρίτη πράξη τῆς ἱστορίας μας: οἱ ποιμένες, οἱ βοσκοί, μαθαίνουν γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς ἐνσαρκώσεως[3] καὶ ἀρχίζουν τὴν δοξολογία τους πρὸς τὴν Θεοτόκο μὲ λεξιλόγιο ποὺ προκύπτει ἀπὸ τά… ζητήματα τοῦ ἐπαγγελματικοῦ τους κλάδου: «Χαῖρε, ἁμνοῦ καὶ ποιμένος μήτηρ∙ χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων» [4] (τώρα πεῖτε μου, δὲν διαπιστώνετε ἐδῶ τὸ λεπτὸ χιοῦμορ τοῦ ἰδιοφυοῦς ὑμνογράφου, ἀναμεμειγμένο μὲ τὴν ὄντως φιλοκαλία του;). Στὴν τέταρτη πράξη, μαθαίνουν διὰ τοῦ ἀστέρος τὰ νέα οἱ Μάγοι καὶ ἀρχίζουν τοὺς Χαιρετισμούς τους∙ ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλες πράξεις, καὶ δὲν ἔχουμε κἂν μπεῖ στὴν τρίτη ἀπὸ τὶς τέσσερις στάσεις τοῦ Ἀκαθίστου, βρισκόμαστε ἀκόμα στὶς δύο πρῶτες…
Πρόκειται, σαφῶς, περὶ κειμένου θεατρικοῦ. Βέβαια, οἱ «Χαιρετισμοί», τὰ «Χαῖρε [...]! Χαῖρε [...]!» προφανῶς δὲν ἀνήκουν μόνον στὰ πρόσωπα τῆς ἱστορίας ποὺ ἀφηγεῖται ὁ Ἀκάθιστος, στὸν Ἀρχάγγελο, στοὺς Ποιμένες, στοὺς Μάγους κ.λπ., ἀλλὰ ταυτόχρονα [ἢ πρωτίστως] στοὺς μετέχοντες στὴν Ἀκολουθία πιστούς, τὴν Παρασκευὴ στὴν ἐκκλησία, οἱ ὁποῖοι τὰ κραυγάζουν ὡς δρῶντα πρόσωπα τοῦ δράματος διὰ τοῦ Πρεσβυτέρου τους.
Ἡ θεατρικὴ ἀμεσότητα τῶν Χαιρετισμῶν δὲν ἐξαντλεῖται στὰ «Χαῖρε [...]! Χαῖρε [...]!» ποὺ ψάλλει ὁ λαὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ βρίσκεται καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τοῦ κειμένου, ὅπου τὰ συναντᾶμε ἀκριβῶς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ θὰ τὰ συναντούσαμε σὲ ἕνα θεατρικὸ κείμενο ἢ κινηματογραφικὸ σενάριο, καὶ δὴ μὲ κλιμάκωση: ρωτᾶ ἡ Θεοτόκος τὸν Ἀρχάγγελο:
-«Ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως τὴν κύησιν πῶς λέγεις;»
-«Ἐκ λαγόνων ἁγνῶν υἱὸν πῶς ἐστι τεχθῆναι δυνατόν; Λέξον μοι!»
Πέρα ἀπὸ τὴν θεατρικότητα, τὸ κείμενο τοῦ Ἀκαθίστου καθορίζεται ἀπὸ τὸν πανταχοῦ παρόντα ρυθμό του: ὁλόκληρο τὸ κείμενο διαρθρώνεται γύρω ἀπὸ τὸ ἑξῆς ἐπαναλαμβανόμενο μοτίβο: ἀφ’ ἑνὸς (α) τὴν ἀλληλουχία τῶν πολλῶν ζευγῶν ἰσόποσων στίχων σὲ κάθε χαιρετισμὸ/ἐγκώμιο, «Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα∙ χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα» κλ.π., καὶ ἀφ’ ἑτέρου (β) τὴν ἐναλλαγὴ τοῦ ἀκροτελεύτιου σὲ κάθε χαιρετισμὸ «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε» μὲ τὸ «Ἀλληλούϊα» ποὺ κάθε φορὰ ἕπεται στὸ κείμενο. Τὸ ζήτημα βέβαια δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ ἂν ὑφίσταται ἰσορροπία καὶ ρυθμὸς σὲ ἕνα κείμενο, ἀλλὰ τὸ μὲ πόση μαεστρία πραγματώνονται αὐτά. Μιὰ ἀνάγνωση τοῦ Ἀκαθίστου θὰ σᾶς πείσει!
Προσέξτε τώρα τὴν μουσικότητα τοῦ κειμένου: ἁπλῶς διαβάστε ἀργά, ρυθμικὰ καὶ δυνατὰ τὸ ἀκόλουθο ἀπόσπασμα-παράδειγμα:
«Βλέπουσα ἡ Ἁγία ἑαυτὴν ἐν ἀγνείᾳ, φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως∙»
-       ∪   ∪  ∪  ∪  – ∪  ∪ ∪    -   ∪   ∪    -  ∪    ∪   -   ∪    ∪   ∪  -     ∪     ∪    -  ∪
Ὅπερ ἔδει δεῖξαι.
Ἂς προχωρήσουμε στὶς ποιητικὲς ἀρετὲς τοῦ κειμένου, στὴν καθ’ ἑαυτὴν ποιητική του γλαφυρότητα, μέσῳ ἐλάχιστων παραδειγμάτων, σχεδὸν τυχαίων μέσα στὸν κυκεώνα τῶν διατυπώσεων-ἐπιτευγμάτων:
«Χαῖρε, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις∙  χαῖρε, δι’ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.»
Καὶ μόνον αὐτὸν τὸν στίχο νὰ ἀποσπάσει κανείς, ἀντιλαμβάνεται τὸ κατόρθωμα τῆς ἐκφραστικῆς. Πῶς νὰ τὸν σχολιάσει κανεὶς χωρὶς νὰ τὸν μαγαρίσει…
Ἑπόμενο:
«Καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νυδήν,/ ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν / ἅπασι, τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν».
Τὸ ἀποδίδω στὴν τρέχουσα μορφὴ τῆς γλώσσας γιὰ τὶς ἀνάγκες ὅσων ἔμαθαν ἑλληνικὰ ἐπὶ ὑπουργίας Διαμαντοπούλου: «καὶ ὑπέδειξε τὴν εὔφορη μήτρα της (νυδὴς=μῆτρα) ὡς χωράφι καλὸ γιὰ ὅλους, ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ θερίσουν τὴν σωτηρία». Τὸ «νυδὴν» ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὴν ὁμοιοκαταληξία «ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδύν», ἡ ὁποία ὅμως συμπαρασύρει καὶ τὸ περιεχόμενο τῶν στίχων, τὸ νόημα, ἀφοῦ τὴν χρήση τῆς ἔννοιας τοῦ ἀγροῦ ἀκολουθεῖ ἡ ἔννοια τοῦ θερισμοῦ, τοῦ θερισμοῦ τῆς σωτηρίας ὅμως. Τὸ λοιπόν, ἂς ἀναφωνήσω ἀσμένως: λογοτεχνία, ὄχι ἀστεῖα! Σὲ ὅλο τὸν Ἀκάθιστο παρατηρεῖται τέλεια χρήση τῶν ἐκφραστικῶν τρόπων τῆς γλώσσας: ἐδῶ θὰ μνημονεύσουμε τὴν εὐστοχώτατη κρίση τοῦ Κώστα Ζουράρι, ὁ ὁποῖος διαβεβαιώνει ὅτι «τὰ τρία σημαντικώτερα καὶ τελειώτερα ποιήματα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας εἶναι ἡ Ἰλιάδα, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καὶ ὁ Ἐρωτόκριτος».[5] Ἐνίοτε ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι κάποιες ὁμοιοκαταληξίες ἔχουν ἐπιλεγεῖ ἀκριβῶς γιὰ νὰ προξενήσουν ἕνα χαμόγελο λόγῳ μιᾶς ζυγισμένης ὑπερβολῆς τους, στὰ πλαίσια τοῦ κατὰ τὴ γνώμη μου σκόπιμου καὶ ὑπαρκτοῦ λεπτοτάτου χιοῦμορ σὲ μερικὰ (μᾶλλον λίγα) σημεῖα τοῦ κειμένου: «μέλλοντος Συμεῶνος τοῦ παρόντος αἰῶνος μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος…». Ἀλλοῦ ἡ ὁμοιοκαταληξία «δένει» ἐκθαμβωτικὰ μὲ τὸ περιεχόμενο τοῦ στίχου, σὲ σχῆμα θέσης-ἄρσης (ἢ συναμφότερου): «Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα∙ χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα». Παράλληλα, τὸ κείμενο βρίθει συνειρμικῶν εἰκόνων σπάνιας μαεστρίας: «ρήτορας πολυφθόγγους ὡς ἰχθύας ἀφώνους ὁρῶμεν ἐπὶ σοί, Θεοτόκε» κλπ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀποσπάσματα χάνουν μεγάλο κομμάτι ἀπὸ τὴν αἴγλη τους ὅταν παρατίθενται ἀποκομμένα ἀπὸ τὴν ἑνότητα τοῦ κειμένου, ἀπὸ τὸν ρυθμό του, τὴν θεατρικότητά του καὶ τὴν ἰσορροπία του: ἐνταγμένα ὅμως στὴν ὁλότητά του σὲ κάνουν, πραγματικά, νὰ παλαβώνεις.
Νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Ἀκάθιστος χωρίζεται σὲ 24 «οἴκους» (στροφές), ὁ καθεὶς ἐκ τῶν ὁποίων ξεκινᾶ μὲ ἕνα γράμμα τοῦ ἀλφαβήτου[6]: δηλαδή, ὅλα αὐτὰ τὰ γλωσσικὰ ἐπιτεύγματα ποὺ ἀναφέραμε καταφέρνουν καὶ ἀνθοῦν μέσα στὸν (φαινομενικὸ) νάρθηκα τῆς ὑποχρεωτικῆς ἔναρξης κάθε οἴκου-στροφῆς ἀπὸ τὸ ἑπόμενο γράμμα τοῦ ἀλφαβήτου!
Εἴπαμε ὅτι θὰ ἐξετάσουμε τὸν Ἀκάθιστο μόνον ὡς λογοτεχνικὸ/θεατρικὸ κείμενο. Δὲν θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ πῶς θεολογεῖ αὐτὸ τὸ κείμενο, σὲ τί βάθος καὶ μὲ πόση ὀμορφιά. Ἐπιτρέψτε μου ὅμως νὰ ἐνδώσω στὸν πειρασμὸ καὶ νὰ παραθέσω ἕνα, μόνο ἕνα, ψῆγμα τῆς θεολογίας τοῦ κειμένου, τὸ πῶς εἰκονογραφεῖ τὸ ὅτι «παρῆλθεν ἡ κατάρα τοῦ Νόμου»:
«Χάριν δοῦναι θελήσας ὀφλημάτων ἀρχαίων ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι’ ἑαυτοῦ πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ χάριτος∙ καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὔτως∙ Ἀλληλούϊα!»
Τί εἰκόνα: γράφονται καὶ καταγράφονται τὰ «ὀφλήματα» τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὰ πλέον ἀρχαῖα χρόνια, διαρκῶς: καὶ ξαφνικά, ὁ Θεὸς ἁπλῶς -ἁπλούστατα- «σχίζει τὸ χειρόγραφο». Ἡ Θεολογία ὡς Ὀμορφιά!
Ὁ θαυμασμὸς ποὺ προκαλεῖ αὐτὸ τὸ ἀριστουργηματικὸ κείμενο, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, δύναται νὰ καταστήσει τοῦτο ‘δῶ τὸ ἄρθρο σχοινοτενέστατο καὶ πάνυ οὐρανομῆκες, γι’ αὐτὸ συγκρατοῦμαι καὶ καταλήγω κάπου ἐδῶ. Δὲν μπορῶ ὅμως νὰ μὴν διερωτηθῶ: δὲν εἶναι πραγματικὰ κρῖμα νὰ διαβάζεται τέτοιο ἀριστούργημα σὲ μιὰ ἐκκλησία δίπλα σου, στὴ γειτονιά σου, νὰ ψάλλεται καὶ νὰ ἀπαγγέλεται ἕνα κείμενο ζωντανὸ[7] ποὺ ἀποπνέει τόση ὀμορφιὰ καὶ δωρίζει τέτοια ἀγαλλίαση στὴν καρδιά σου ἀπὸ τὸ κάλλος του καὶ μόνο, καὶ ἐσὺ νὰ ἀπέχεις λόγῳ τῆς βλακώδους ἀναγωγῆς «ἐκκλησία=σκοταδισμός, μεσαίωνας, συντηρητισμὸς» ἢ λόγῳ ἀνεξηγήτου πλὴν μείζονος πληξάρας; Εἶναι δυνατὸν νὰ λείπεις, νὰ μὴν εἶσαι ἐκεῖ, ἀσχέτως τῆς σχέσης σου μὲ τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονός; Πόσῳ δὲ μᾶλλον ἂν καμώνεσαι ὅτι ἀσχολεῖσαι ἔστω καὶ λίγο μὲ τὰ γράμματα ἢ τὴν Τέχνη! Ἀναπηρία!

[1] Παραθέτω τὸ ἀπόσπασμα, διότι μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν παραθέσω τοὐλάχιστον τοὺς πρώτους στίχους τοῦ ἐγκωμίου τοῦ βρέφους λόγῳ τῆς ἐκθαμβωτικῆς λογοτεχνικῆς καὶ εἰκονολογικῆς ὀμορφιᾶς τους: «Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθύς, ἐπιγνὸν τὸν ταύτης ἀσπασμόν, ἔχαιρε∙ καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν, ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον∙ Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα∙ χαῖρε, καρποῦ ἀκηράτου κτῆμα. Χαῖρε γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον∙ χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν φύουσα».
[2] «Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη, [...] κλεψίγαμον ὑπονοῶν ἄμεμπτε∙ μαθὼν δὲ σοῦ τὴν σύλληψιν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου ἔφη∙ Ἀλληλούϊα!»
[3] Καὶ πάλι, ἀδύνατον νὰ μὴν παρατεθεῖ ἡ ὀμορφιὰ τῆς εἰκόνας: «[...] θεωροῦσι τοῦτον (σ.σ.: τὸν Χριστὸ) ὡς ἀμνὸν ἄμωμον ἐν τῇ γαστρὶ Μαρίας βοσκηθέντα…».
[4] Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ: ὁ Κώστας Ζουράρις ἔχει ἀναλύσει πολλάκις καὶ μὲ ζηλευτὴ μαεστρία τὸ «χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων» ὡς σύνοψη τῆς ἑλληνικῆς («ἰλιαδορωμέηκης») πολιτικῆς θεωρίας: ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι τῆς παρούσης.
[5] Μά, αὐτὸ εἶναι τὸ δράμα: ὅτι ὁ Ἀκάθιστος, αὐτὴ ἡ κείμενη τελειότητα, ἀποτελεῖ γιὰ ἀρκετοὺς «προοδευτικοὺς» συμπολίτες μας (νὰ χαρῶ ἐγὼ πρόοδο!) ἁπλῶς ἕνα θρησκευτικὸ κείμενο γιὰ ἀφελῆ γραϊδια∙ ἔχουν τὸν θησαυρὸ στὸ ντουλάπι τους καὶ ἀδυνατοῦν νὰ τὸν ἐκτιμήσουν. Ὁ ὄντως ἀθεόφοβος Βασίλης Ἀλεξάκης ἐκφράζει τὴν ἄποψη στὸ ἐντυπωσιακὰ εὐπώλητο βιβλίο του «μ.Χ.» ὅτι «ὁ Ἀκάθιστος εἶναι τόσο δημοφιλὴς ἐπειδὴ εἶναι παντελῶς δυσνόητος∙ δὲν ἔχει κάποια ἰδιαίτερη ἀξία»- ἢ κάπως ἔτσι. Ἂς εἶναι…
[6] γγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη… Βλέπουσα ἡ Ἁγία ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ… Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι ἡ Παρθένος ζητοῦσα… Δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπεσκίασε τότε πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω…
[7] ζωντανό: διαβάζεται ΚΑΘΕ χρόνο σὲ ΚΑΘΕ ἐκκλησία/γειτονιὰ ἀπὸ πραγματικοὺς ἀνθρώπους, κάθε προέλευσης/τάξης/μόρφωσης κ.λπ. Περίπου 1.400 χρόνια τώρα. 1.400 χρόνια! Πραγματικὸ λαϊκὸ γεγονός, λαοῦ ζῶντος καὶ πάντοτε παρόντος, ἐκεῖ, αὐτὲς τὶς πέντε Παρασκευὲς τοῦ χρόνου. Ποῦ ἀλλοῦ!


Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

O ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

Εικόνα από εδώ.

Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει ἐν τῇ σκηνῆ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη ὁ ἀσώματος λέγων τῇ ἀπειρογάμῳ· Ὁ κλίνας τῇ καταβάσει τοὺς οὐρανοὺς χωρεῖται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοί· ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου λαβόντα δούλου μορφὴν ἐξίσταμαι κραυγάζων σοι·
Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.

Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου͵ θεοτόκε· ἀλλ΄ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον͵ ἵνα κράζω σοι·
Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.

Οὐ παυόμεθα κατὰ χρέος ἀνυμνοῦντες σε͵ θεοτόκε͵ καὶ λέγοντες·
Χαῖρε͵ ἡ κεχαριτωμένη.

Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη εἰπεῖν τῇ θεοτόκῳ τὸ χαῖρε· καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ σωματούμενόν σε θεωρῶν͵ κύριε͵ ἐξίστατο καὶ ἵστατο κραυγάζων πρὸς αὐτὴν τοιαῦτα·
Χαῖρε͵ δι΄ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει·
χαῖρε͵ δι΄ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει·
χαῖρε͵ τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις·
χαῖρε͵ τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις·
χαῖρε͵ ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς·
χαῖρε͵ βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς·
χαῖρε͵ ὅτι ὑπάρχεις βασιλέως καθέδρα·
χαῖρε͵ ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα·
χαῖρε͵ ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον·
χαῖρε͵ γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως·
χαῖρε͵ δι΄ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις·
χαῖρε͵ δι΄ ἧς προσκυνεῖται ὁ πλάστης·
Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.

Βλέπουσα ἡ ἁγία ἑαυτὴν ἐν ἁγνείᾳ φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως· Τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῆ φαίνεται· ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως τὴν κύησιν προλέγεις κράζων·
Ἀλληλούϊα.

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι ἡ παρθένος ζητοῦσα ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα· Ἐκ λαγόνων ἁγνῶν υἱὸν πῶς ἐστὶ τεχθῆναι δυνατόν; λέξον μοι. πρὸς ἣν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ πρὶν κραυγάζων οὕτω·
Χαῖρε͵ βουλῆς ἀπορρήτου μύστις͵
χαῖρε͵ σιγῇ δεομένων πίστις·
χαῖρε͵ τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον͵
χαῖρε͵ τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον·
χαῖρε͵ κλῖμαξ ἐπουράνιε͵ δι΄ ἧς κατέβη ὁ θεός·
χαῖρε͵ γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν·
χαῖρε͵ τὸ τῶν ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα·
χαῖρε͵ τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα·
χαῖρε͵ τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα·
χαῖρε͵ τὸ πῶς μηδένα διδάξασα·
χαῖρε͵ σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν·
χαῖρε͵ πιστῶν καταυγάζουσα φρένας·
Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.

Δύναμις τοῦ ὑψίστου ἐπεσκίασε τότε πρὸς σύλληψιν τῇ ἀπειρογάμῳ· καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδὺν ὡς ἀγρὸν ἀπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως·
Ἀλληλούϊα.

Ἔχουσα θεοδόχον ἡ παρθένος τὴν μήτραν ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ· τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθὺς ἐπιγνοῦν τὸν ταύτης ἀσπασμὸν ἔχαιρε καὶ ἅλμασιν ὡς ᾄσμασιν ἐβόα πρὸς τὴν θεοτόκον·
Χαῖρε͵ βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα·
χαῖρε͵ καρποῦ ἀθανάτου κτῆμα·
χαῖρε͵ γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον·
χαῖρε͵ φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν φύουσα·
χαῖρε͵ ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν·
χαῖρε͵ τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν·
χαῖρε͵ ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις·
χαῖρε͵ ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις·
χαῖρε͵ δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα·
χαῖρε͵ παντὸς τοῦ κόσμου ἐξίλασμα·
χαῖρε͵ θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία·
χαῖρε͵ θνητῶν πρὸς θεὸν παρρησία·
Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.

Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων λογισμῶν ἀμφιβόλων ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη πρὸς τὴν ἄγαμόν σε θεωρῶν καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν͵ ἄμεμπτε· μαθὼν δὲ σοῦ τὴν σύλληψιν ἐκ πνεύματος ἁγίου ἔφη·
Ἀλληλούϊα.

῎Ηκουσαν οἱ ποιμένες τῶν ἀγγέλων ὑμνούντων τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν· καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον ἐν τῇ γαστρὶ Μαρίας βοσκηθέντα͵ ἣν ὑμνοῦντες εἶπον·
Χαῖρε͵ ἀμνοῦ καὶ ποιμένος μήτηρ·
χαῖρε͵ αὐλὴ λογικῶν προβάτων·
χαῖρε͵ ἀοράτων θηρῶν ἀμυντήριον·
χαῖρε͵ παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον·
χαῖρε͵ ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλονται τῇ γῇ·
χαῖρε͵ ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύουσι πιστοῖς·
χαῖρε͵ τῶν ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα·
χαῖρε͵ τῶν ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος·
χαῖρε͵ στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα·
χαῖρε͵ λαμπρὸν τῆς χάριτος γνώρισμα·
χαῖρε͵ δι΄ ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης·
χαῖρε͵ δι΄ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν·
Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.

Θεοδρόμον ἀστέρα θεωρήσαντες μάγοι τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ· καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν͵ δι΄ αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν ἄνακτα· καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες·
Ἀλληλούϊα.

Ἴδον παῖδες Χαλδαίων ἐν χερσὶ τῆς παρθένου τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους· καὶ δεσπότην νοοῦντες αὐτόν͵ εἰ καὶ δούλου ἔλαβε μορφήν͵ ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι καὶ βοῆσαι τῇ εὐλογημένῃ·
Χαῖρε͵ ἀστέρος ἀδύτου μήτηρ·
χαῖρε͵ αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας·
χαῖρε͵ τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον παύσασα·
χαῖρε͵ τῆς τριάδος τοὺς μύστας φυλάττουσα·
χαῖρε͵ τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς·
χαῖρε͵ κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν·
χαῖρε͵ ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας·
χαῖρε͵ ἡ τοῦ βορβόρου ῥυομένη τῶν ἔργων·
χαῖρε͵ πυρὸς προσκύνησιν σβέσασα·
χαῖρε͵ φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα·
χαῖρε͵ Περσῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης·
χαῖρε͵ πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη·
Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι γεγονότες οἱ μάγοι ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα͵ ἐκτελέσαντες σοῦ τὸν χρησμὸν καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν͵ ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη μὴ εἰδότα ψάλλειν·
Ἀλληλούϊα.

Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας τοῦ ψεύδους τὸ σκότος· τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης͵ σωτήρ͵ μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκαν· οἱ τούτων δὲ ῥυσθέντες ἀνεβόων πρὸς τὴν θεοτόκον·
Χαῖρε͵ ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων·
χαῖρε͵ κατάπτωσις τῶν δαιμόνων·
χαῖρε͵ τῆς ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα·
χαῖρε͵ τῶν εἰδώλων τὸν δόλον ἐλέγξασα·
χαῖρε͵ θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν·
χαῖρε͵ πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωήν·
χαῖρε͵ πύρινε στύλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει·
χαῖρε͵ σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης·
χαῖρε͵ τροφὴ τοῦ μάννα διάδοχε·
χαῖρε͵ τρυφῆς ἁγίας διάκονε·
χαῖρε͵ ἡ γῆ ἡ τῆς ἐπαγγελίας·
χαῖρε͵ ἐξ ἧς ῥέει μέλι καὶ γάλα·
Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεῶνος τοῦ παρόντος αἰῶνος μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος͵ ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ͵ ἀλλ΄ ἐγνώσθης τούτῳ καὶ θεὸς τέλειος· διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν κράζων·
Ἀλληλούϊα.

Νέαν ἔδειξε κτίσιν ἐμφανίσας ὁ κτίστης ἡμῖν τοῖς ὑπ΄ αὐτοῦ γενομένοις͵ ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρὸς καὶ φυλάξας ταύτην͵ ὥσπερ ἦν͵ ἄφθορον͵ ἱνὰ τὸ θαῦμα βλέποντες ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες·
Χαῖρε͵ τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας·
χαῖρε͵ τὸ στέμμα τῆς ἐγκρατείας·
χαῖρε͵ ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα·
χαῖρε͵ τῶν ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα·
χαῖρε͵ δένδρον ἀγλαόκαρπον ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί·
χαῖρε͵ ξύλον εὐσκιόφυλλον͵ ὑφ΄ οὗ σκέπονται πολλοί·
χαῖρε͵ κυοφοροῦσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις·
χαῖρε͵ ἀπογεννῶσα ὁδηγὸν πλανωμένοις·
χαῖρε͵ κριτοῦ δικαίου δυσώπησις·
χαῖρε͵ πολλῶν πταισμάτων συγχώρησις·
χαῖρε͵ στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας·
χαῖρε͵ στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα·
Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.

Ξένον τόκον ἰδόντες ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου͵ τὸν νοῦν εἰς οὐρανοὺς μεταθέντες· διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος͵ βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος τοὺς αὐτῷ βοῶντας·
Ἀλληλούϊα.

Ὅλος ἦν ἐν τοῖς κάτω καὶ τῶν ἄνω οὐδ΄ ὅλως ἀπῆν ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος· συγκατάβασις γὰρ θεϊκή͵ οὐ μετάβασις δὲ τοπικὴ γέγονε καὶ τόκος ἐκ παρθένου θεολήπτου ἀκουούσης ταῦτα·
Χαῖρε͵ θεοῦ ἀχωρήτου χώρα·
χαῖρε͵ σεπτοῦ μυστηρίου θύρα·
χαῖρε͵ τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα·
χαῖρε͵ τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα·
χαῖρε͵ ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβίμ·
χαῖρε͵ οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφίμ·
χαῖρε͵ ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα·
χαῖρε͵ ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα·
χαῖρε͵ δι΄ ἧς ἐλύθη παράβασις·
χαῖρε͵ δι΄ ἧς ἠνοίχθη παράδεισος·
χαῖρε͵ ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας·
χαῖρε͵ ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων·
Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.

Πᾶσα φύσις ἀγγέλων κατεπλάγη τὸ μέγα τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον· τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς θεὸν ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον͵ ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα͵ ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων·
Ἀλληλούϊα.

Ρήτορας πολυφθόγγους ὡς ἰχθύας ἀφώνους ὁρῶμεν ἐπὶ σοί͵ θεοτόκε· ἀποροῦσι γὰρ λέγειν τὸ πῶς καὶ παρθένος μένεις καὶ τεκεῖν ἴσχυσας· ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριον θαυμάζοντες πιστῶς βοῶμεν·
Χαῖρε͵ σοφίας θεοῦ δοχεῖον·
χαῖρε͵ προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον·
χαῖρε͵ φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα·
χαῖρε͵ τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα·
χαῖρε͵ ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί·
χαῖρε͵ ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί·
χαῖρε͵ τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα·
χαῖρε͵ τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα·
χαῖρε͵ βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα·
χαῖρε͵ πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα·
χαῖρε͵ ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι·
χαῖρε͵ λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων·
Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.

Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε· καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς θεὸς δι΄ ἡμᾶς ἐφάνη καθ΄ ἡμᾶς ὅμοιος· ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας ὡς θεὸς ἀκούει·
Ἀλληλούϊα.

Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων͵ θεοτόκε παρθένε͵ καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προσφευγόντων· ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς κατεσκεύασέ σε ποιητής͵ ἄχραντε͵ οἰκήσας ἐν τῇ μήτρᾳ σου καὶ δείξας προσφωνεῖν σοι πάντας·
Χαῖρε͵ ἡ στήλη τῆς παρθενίας·
χαῖρε͵ ἡ πύλη τῆς σωτηρίας·
χαῖρε͵ ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως·
χαῖρε͵ χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος·
χαῖρε͵ σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς·
χαῖρε͵ σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν·
χαῖρε͵ ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα·
χαῖρε͵ ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα·
χαῖρε͵ παστὰς ἀσπόρου νυμφεύσεως·
χαῖρε͵ πιστοὺς κυρίῳ ἁρμόζουσα·
χαῖρε͵ καλὴ κουροτρόφε παρθένων·
χαῖρε͵ ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων·
Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται συνεκτείνεσθαι σπεύδων τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου· ἰσαρίθμους ψαλμοὺς καὶ ᾠδὰς ἂν προσφέρωμέν σοι͵ βασιλεῦ ἅγιε͵ οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον͵ ὧν δέδωκας τοῖς σοὶ βοῶσιν·
Ἀλληλούϊα.

Φωτοδόχον λαμπάδα τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν παρθένον· τὸ γὰρ ἄϋλον ἅπτουσα φῶς ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας͵ αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα͵ κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·
Χαῖρε͵ ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου·
χαῖρε͵ λαμπτὴρ τοῦ ἀδύτου φέγγους·
χαῖρε͵ ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα·
χαῖρε͵ ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα·
χαῖρε͵ ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν·
χαῖρε͵ ὅτι τὸν πολύρρητον ἀναβλύζεις ποταμόν·
χαῖρε͵ τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον·
χαῖρε͵ τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ῥύπον·
χαῖρε͵ λουτὴρ ἐκπλύνων συνείδησιν·
χαῖρε͵ κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν·
χαῖρε͵ ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας·
χαῖρε͵ ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας·
Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας ὀφλημάτων ἀρχαίων ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων͵ ἐπεδήμησε δι΄ ἑαυτοῦ πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὑτοῦ χάριτος· καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούϊα.

Ψάλλοντές σου τὸν τόκον εὐφημοῦμεν σε πάντες ὡς ἔμψυχον ναόν͵ θεοτόκε· ἐν τῇ σῇ γὰρ οἰκήσας γαστρὶ ὁ κατέχων πάντα τῇ χειρὶ κύριος ἡγίασεν͵ ἐδόξασεν͵ ἐδίδαξε βοᾶν σοι πάντας·
Χαῖρε͵ σκηνὴ τοῦ θεοῦ καὶ Λόγου·
χαῖρε͵ ἁγία ἁγίων μείζων·
χαῖρε͵ κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ πνεύματι·
χαῖρε͵ θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε·
χαῖρε͵ τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν·
χαῖρε͵ καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν·
χαῖρε͵ τῆς ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος·
χαῖρε͵ τῆς βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος·
χαῖρε͵ δι΄ ἧς ἐγείρονται τρόπαια·
χαῖρε͵ δι΄ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι·
χαῖρε͵ φωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία·
χαῖρε ψυχῆς τῆς ἐμῆς προστασία·
Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὦ πανύμνητε μήτηρ͵ ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον͵ δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν͵ ἀπὸ πάσης ῥῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τοὺς σοὶ βοῶντας·
Ἀλληλούϊα.




Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

Δ' στάσις Ακαθίστου Ύμνου



Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων,
Θεοτόκε Παρθένε,
καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων.
Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε,
οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου,
καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας·
Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας,
χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας.
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως,
χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς,
χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα,
χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως,
χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων,
χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

μνος ἅπας ἡττᾶται,
συνεκτείνεσθαι σπεύδων,
τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου·
ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς,
ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε,
οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον,
ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν·
Ἀλληλούια.


Φωτοδόχον λαμπάδα,
τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν,
ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον·
τὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς,
ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας,
αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα,
κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου,
χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,
χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον,
χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον.
Χαῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν,
χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας,
χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας,
ὀφλημάτων ἀρχαίων,
ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων,
ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ,
πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος·
καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον,
ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούια.
Ψάλλοντές σου τὸν τόκον,
ἀνυμνοῦμέν σε πάντες,
ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε.
Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί,
ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος,
ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας·
Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,
χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων.
Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,
χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,
χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,
χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια,
χαῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
πανύμνητε Μῆτερ,
ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων,
ἁγιώτατον Λόγον·
δεξαμένη γὰρ τὴν νῦν προσφοράν,
ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας,
καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως,
τοὺς σοὶ βοῶντας·
Ἀλληλούια.


Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Γ΄ στάσις Ακαθίστου Ύμνου

Εικόνα: saint.gr &
Νέαν ἔδειξε κτίσιν,
ἐμφανίσας ὁ Κτίστης,
ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις·
ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,
καὶ φυλάξας ταύτην,
ὥσπερ ἦν ἄφθορον,
ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,
ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες·
Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,
χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,
χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,
χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπονται πολλοί.
Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,
χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,
χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας,
χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ξένον τόκον ἰδόντες,
ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες·
διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός,
ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος·
βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος,
τοὺς αὐτῷ βοώντας·
Ἀλληλούια.

λως ἦν ἐν τοῖς κάτω,
καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν,
ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος·
συγκατάβασις γὰρ θεϊκή,
οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε,
καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου,
ἀκουούσης ταῦτα·
Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα,
χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα,
χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ,
χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.
Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα,
χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις,
χαῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη παράδεισος.
Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας,
χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων,
κατεπλάγη τὸ μέγα,
τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον·
τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν,
ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον,
ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα,
ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούια.

Ρήτορας πολυφθόγγους,
ὡς ἰχθύας ἀφώνους,
ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε·
ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
καὶ τεκεῖν ἴσχυσας·
ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστῶς βοῶμεν·
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,
χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον,
ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ,
πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε·
καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός,
δι' ἡμᾶς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος·
ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας,
ὡς Θεὸς ἀκούει·
Ἀλληλούια.
Πηγή: saint.gr 



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Αθωνική Ψηφιακή Κιβωτός

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Θεολογία και παροντισμός

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Περί θεολογίας

Περί ιδιωτικής θεολογίας

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

"Καλά τι τις θέλουν τόσες πέτρες;"

Το αντίδοτο στο φόβο

Οδός Ιωάννη Ρωμανίδη