Διαδικτυακή ημερίδα με θέμα το νέο, εναλλακτικό σε σχέση με τα Θρησκευτικά, μάθημα της «Ηθικής» διοργανώνει ο Σύμβουλος Εκπαίδευσης κλ. ΠΕ01 Θεολόγων Λάρισας, Μαγνησίας και Τρικάλων Δρ. Νίκος Παύλου, αύριο Τετάρτη (29-04-2026) στις 6.30 μ.μ.
Για το νέο θεσμικό πλαίσιο του μαθήματος και τη διδασκαλία του από εκπ/κούς κλ. ΠΕ01 θα μιλήσουν ο Σύμβουλος Θεολόγων και ο Δρ. Χάρης Ανδρεόπουλος, θεολόγος, Δ/ντής του Προτύπου Γενικού Λυκείου Λάρισας, ενώ θα γίνει και παρουσίαση σεναρίων διδασκαλίας από διδακτικές ενότητες (Δ.Ε.) του μαθήματος. Θα ακολουθήσει συζήτηση.
Η ημερίδα θα πραγματοποιηθεί μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας:
Το διάβασα κι εγώ το άρθρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη στην "Καθημερινή" του Πάσχα. Εκείνο που αναρωτιέμαι είναι το εξής: Προς τι η γνωστοποίηση ενός "ατοπήματος" του Bauman και μάλιστα αναδρομικά; Προσωπικά εκτιμώ τόσο πολύ τη σκέψη του μέγιστου Bauman, που όλα αυτά μου μοιάζουν αμελητέα.
Δημοσιεύθηκαν εσχάτως τα ΦΕΚ για τα ωρολόγια προγράμματα Γυμνασίου και Λυκείου. Παρά την εσκεμμένη, κατά τη γνώμη μας, αστοχία και τον οιονεί υφέρποντα "ανταγωνισμό" με το δήθεν "εναλλακτικό" μάθημα της "Ηθικής", οφείλουμε να επισημάνουμε ότι το μάθημα των Θρησκευτικών παραμένει υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές, με την προβλεπόμενη από τον νόμο δυνατότητα εξαίρεσης. Όσοι μαθητές εξαιρούνται από το μάθημα των Θρησκευτικών δύνανται, εφόσον συμπληρωθεί ο απαραίτητος αριθμός για να συγκροτηθεί τμήμα, ήτοι 10 μαθητές ανά τάξη, να παρακολουθούν το νεοσύστατο μάθημα της "Ηθικής". Η διατύπωση του ΦΕΚ "Θρησκευτικά / Ηθική" είναι 100% προβληματική και χρήζει διορθώσεως. Ο λόγος είναι ο ακόλουθος: κάποιος που δεν γνωρίζει τα εκπαιδευτικά και τη σχετική νομοθεσία, αυτομάτως θα θεωρήσει ότι προσφέρονται και τα δυο μαθήματα "κατ' επιλογήν", κάτι που προφανώς είναι εσφαλμένο για τους λόγους που αναπτύξαμε παραπάνω. Προσέτι, το νεοσυσταθέν μάθημα δεν είναι σε καμία περίπτωση "ισότιμο" πολλώ δε μάλλον "εναλλακτικό", όπως επιτάσσει το ΣτΕ. Πρόκειται ουσιαστικά, όπως τουλάχιστον προκύπτει από τα δημοσιευθέντα ΠΣ, για μάθημα κανονιστικής ηθικής και δεξιοτήτων και όχι φιλοσοφικής ηθικής και κατά συνέπεια ο χαρακτηρισμός "εναλλακτικό" δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής. Τοσαύτα για να μπουν κάποια πράγματα στη θέση τους.
[...] [Ό]σο αμαρτία θεωρείται η λήθη του παρόντος, άλλο τόσο αμαρτία είναι και η λήθη του παρελθόντος. Το παρόν στην Ορθόδοξη παράδοση κατανοείται μόνο εάν προσθέσει κανείς την εμπειρία του παρελθόντος και την όραση του μέλλοντος.[...]
Είχε απόλυτο δίκιο ο αείμνηστος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ Χρυσόστομος Σταμούλης όταν από πολύ νωρίς επισήμανε ότι στη χώρα μας δεν μπορούμε να αποφύγουμε μια θεολογία τάσεων. Ο σοφός δάσκαλος αναζητούσε διαρκώς μέσα από το πολύπλευρο έργο του, αλλά φευ επί ματαίω, τη χρυσή τομή, τη δημιουργική σύνθεση. Είναι αναντίλεκτο ότι άφησε σπουδαία παρακαταθήκη υψηλού θεολογικού στοχασμού.
Jacques Derrida, Ισχύς νόμου, μετάφραση: Βαγγέλης Μπιτσώρης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2015, ISBN: 978-960-16/2982-7.
Στον Αντώνη Βαλεργάκη
Ένα απο τα κεφαλαιώδη ζητήματα που απασχόλησαν τη σκέψη του J. Derrida ήταν το ζήτημα της διαλεκτικής σχέσης δικαίου και νόμου. Η ντεριντιανή ανάγνωση, φυσικώ τω λόγω, είναι εξ ορισμού sui generis. Στο βιβλίο του Ισχύς νόμου ο Ντεριντά μας παραδίδει μια ριζοσπαστική προσέγγιση σε ένα μείζον θέμα της φιλοσοφίας του δικαίου.
Για τον Ντεριντά η ισχύς του δικαίου είναι έννοια καταστατική∙ υποστασιοποιεί την έννοια της δικαιοσύνης ως δικαίου. Ο όρος “ισχύς” κατά τον Ντεριντά είναι διττός: εμφαίνει από την μια πλευρά την εφαρμοσιμότητα του νόμου και από την άλλη την κανονιστική αυθεντία του. Το διακύβευμα βρίσκεται στην εξής διερώτηση: “Τι είναι η δίκαιη ισχύς ή η μη βίαιη ισχύς;” (μν. έργον, σελ. 19). Ωστόσο, όσο κι αν η προσέγγιση του Ντεριντά σε μια επιφανειακή ανάγνωση ενδέχεται να μας θυμίζει την περί δικαίου αντίληψη του Κάρλ Σμιτ, στην πραγματικότητα προσεγγίζει περισσότερο τη σκέψη του H. Kelsen, του μεγάλου ιδεολογικού αντιπάλου του Σμιτ. Στο σημείο αυτό ο Ντεριντά επικαλείται τον γερμανικό όρο “Gewalt”, που σημαίνει “βία και συνάμα νόμιμη εξουσία” (ό.π., σελ. 20). Πρόκειται για την ισχύ ως “διαφωρά” (ό.π., σελ. 22), για τη σχέση μεταξύ ισχύος και μορφής. Ο όρος “διαφωρά” στον Ντεριντά εμφαίνει μια οιονεί αναβολή της ταυτότητας, μια ετεροχρονισμένη αποδόμηση κάθε εμμένειας (βλ. P. Deutscher, Ντερριντά, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, σελ. 59). Στο δίκαιο, κατά τον Ντεριντά, ισχύ έχει ο λόγος. Πρόκειται για μια “βία επιτελεστική και άρα ερμηνευτική που καθεαυτήν δεν είναι ούτε δίκαιη ούτε άδικη” (μν. έργον, σελ. 38).
Ο Ντεριντά διακρίνει δίκαιο και δικαιοσύνη. Κατ’ αυτόν, η δικαιοσύνη προϋποθέτει το ανυπολόγιστο (ό.π., σελ. 45) και την εμπειρία της απορίας (σελ. 44). Κατά συνέπεια, η απαρχή της αυθεντίας, το κανονιστικό πλαίσιο του νόμου συνιστούν κατά τον Ντεριντά μια “βία χωρίς θεμέλιο” (σελ. 39). Κι εδώ ακριβώς εδράζεται η απαρχή της αποδόμησης του δικαίου, είτε λόγω μιας ανοικτής κανονιστικής θεμελίωσης, που δύναται να μετασχηματιστεί και να βελτιωθεί, είτε διότι “το έσχατο θεμέλιο του δικαίου εξ ορισμού δεν είναι θεμελιωμένο” (σελ. 40).
Αντιθέτως – κι εδώ είναι το παράδοξο- η δικαιοσύνη όχι μόνο δεν είναι αποδομήσιμη αλλά συνιστά ειδολογικά την αποδόμηση. Με τα λόγια του συγγραφέα “η αποδόμηση είναι η δικαιοσύνη” (σελ. 41). Έτσι, κατά τον Ντεριντά “η αποδομησιμότητα του δικαίου καθιστά δυνατή την αποδόμηση” (αυτ.). Ταυτοχρόνως “η αποδόμηση λαμβάνει χώρα στο μεσοδιάστημα που χωρίζει τη μη αποδομησιμότητα της δικαιοσύνης και την αποδομησιμότητα του δικαίου” (αυτ.). Με άλλα λόγια, η αποδόμηση ως “εμπειρία του αδυνάτου” είναι δυνατή εκεί που υπάρχει δικαιοσύνη (αυτ.). Συνεπώς, εφόσον ο Ντεριντά ταυτίζει δικαιοσύνη και αποδόμηση συνεπάγεται ότι η δικαιοσύνη είναι μια εμπειρία του αδυνάτου (σελ. 44), μια εμπειρία ανυπολόγιστη (σελ. 45). Εκφράζοντας το πνεύμα του Λεβινάς ο Ντεριντά θα κάνει λόγο για “ευθύνη άνευ ορίου ενώπιον της μνήμης” (σελ. 52)∙ “το μέλημα για μια ιστορική και ερμηνευτική μνήμη βρίσκεται στην καρδιά της αποδόμησης” θα ισχυριστεί μετ’ επιτάσεως ο Ντεριντά στο βιβλίο Ισχύς νόμου (σελ. 52) για να καταλήξει ότι η αποδόμηση είναι δεσμευμένη από την αξίωση για άπειρη δικαιοσύνη (αυτ.). Εντούτοις, ο Ντεριντά δεν είναι αφελής. Προφανώς για να προλάβει τους προπέτες θα επισημάνει λίγο παρακάτω ότι η δικαιοσύνη απευθύνεται “πάντοτε σε ενικότητες” και δη στην “ενικότητα του άλλου” (εδώ νομίζω φαίνεται έκδηλα η μαθητεία του Ντεριντά στον Λεβινάς), μολονότι “προσβλέπει στην καθολικότητα” (σελ. 53). Μάλιστα ο Ντεριντά παραθέτει παρακάτω αυτούσια τη φράση του Λεβινάς από το βιβλίο Ολότητα και άπειρο: “[…] η σχέση με τον άλλο άνθρωπο – δηλαδή η δικαιοσύνη” (σελ. 58).
Για τον Ντεριντά “για να είναι μια απόφαση σωστή – δίκαιη και υπεύθυνη, είναι ανάγκη στην προσίδια στιγμή της […] να ρυθμίζεται σύμφωνα με κανόνες και συνάμα χωρίς κανόνα, να συντηρεί το νόμο και συνάμα να τον καταστρέφει ή να τον αναστέλλει αρκετά, ούτως ώστε να πρέπει σε κάθε περίπτωση να τον επανεπινοεί, να τον επαν-αιτιολογεί, να τον επανεπινοεί τουλάχιστον μέσω της επανεπιβεβαίωσης και της νέας και ελεύθερης επικύρωσης της αρχής του” (σελ. 63). Εδώ ακριβώς, φρονώ, πως είμαστε στην “καρδιά” της ντεριντιανής αποδόμησης, η οποία συνδέεται αλλά δεν τέμνεται με το “ανεπίκριτο”. Κατά τον Ντεριντά, το “ανεπίκριτο” δεν είναι μόνο “η ταλάντευση ή η ένταση ανάμεσα σε δυο αποφάσεις” (σελ. 65). Η απόφαση που δεν έχει υποβληθεί στη δοκιμασία του ανεπίκριτου δεν είναι ούτε ελεύθερη, ούτε δίκαιη (αυτ.). Με κίνδυνο να αυθαιρετήσω θα έλεγα ότι το “ανεπίκριτο” του Ντεριντά θυμίζει mutatis mutandis τη γνωστή θεολογική έννοια του “γνωμικού θελήματος”, που διατυπώθηκε από τον Μάξιμο τον Ομολογητή. Το “γνωμικό θέλημα” εν αντιθέσει με το “φυσικό θέλημα” προϋποθέτει μια οιονεί πάλη αντιρρόπων δυνάμεων, μια αμφιταλάντευση στη λήψη αποφάσεων.
Ο Ντεριντά επισημαίνει τη σημασία του όρου “ορίζοντας” στην κλασική σκέψη: πρόκειται για το “άνοιγμα και συνάμα το όριο του ανοίγματος που προσδιορίζει είτε μια ατελεύτητη πρόοδο είτε μια αναμονή” (σελ. 71). Στον ορίζοντα ο Ντεριντά αντιπαραβάλει τη δικαιοσύνη: “δικαιοσύνη είναι αυτό που δεν πρέπει να αναμένει” (αυτ.). Παραδόξως όμως λόγω του επιτελεστικού και κανονιστικού της ρόλου, η δικαιοσύνη κατά τον Ντεριντά δεν έχει ορίζοντα αναμονής (σελ. 74-75). Ωστόσο, εξαιτίας αυτού “ίσως έχει ένα ερχόμενο μέλλον” (αυτ.). Αυτή η εσχατολογική διάσταση δεν έχει στη σκέψη του Ντεριντά καμία σχέση με μεσσιανισμό. Ο Ντεριντά μάλλον εδώ εννοεί αυτό που έρχεται, αυτό που ενδεχομένως επίκειται ως συμβάν. Σε αυτήν την προοπτική έχει επηρεάσει νομίζω τον Agamben, τουλάχιστον στο έργο του Η κοινότητα που έρχεται.
Στην κριτική που κάνει ο Ντεριντά στο έργο του Μπένγιαμιν Για μια κριτική της βίας λέει κατά λέξη: “Ο νόμος είναι υπερβατικός και θεολογικός, συνεπώς πάντοτε ελευσόμενος, είναι πάντοτε υπεσχημένος, καθ’ ότι εμμενής, πεπερασμένος και συνεπώς ήδη παρελθοντικός” (σελ. 112).
Συνελόντι ειπείν, ο Ντεριντά δεν αντιμάχεται το νόμο, αλλά συνδέει το δίκαιο με την ενικότητα του άλλου. Η δικαιοσύνη είναι Das ganz Andere: είναι εμπειρία του αδυνάτου, εμπειρία της ετερότητας, ελευσόμενη και άπειρη. Η ταύτιση αποδόμησης και δικαιοσύνης, τέλος, οφείλεται στον μη κανονιστικό χαρακτήρα αμφοτέρων.
Αναφέρει σε ένα βιβλίο του ο αείμνηστος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Παναγιώτης Ανδριόπουλος την ακόλουθη ρήση του Heinrich Schlier: χωρίς Ανάσταση οι πιστοί θα ήταν «τραγικοί απατημένοι απατεώνες».
Ο Διευθυντής και ο Σύλλογος Διδασκόντων του 3ου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου ύστερα από τη θλιβερή είδηση του αδόκητου θανάτου του αγαπητού συναδέλφου Αντώνη Βαλεργάκη, φιλολόγου του σχολείου μας, συνεδρίασε εκτάκτως σήμερα 11/4/2026, ημέρα Σάββατο και ώρα 18:00, και αποφάσισε ομόφωνα τα εξής:
1. Να εκφράσει τη βαθιά του οδύνη και τα θερμά του συλλυπητήρια στην οικογένειά του εκλιπόντος
2. Αντί στεφάνου να συγκεντρωθεί χρηματικό ποσό από όλο το προσωπικό του σχολείου, το οποίο θα διατεθεί στα παιδιά του
3. Πτέρυγα της δανειστικής βιβλιοθήκης του σχολείου να αφιερωθεί στη μνήμη του και να πάρει το όνομά του. Στο σημείο να τοποθετηθεί μόνιμη πλάκα με τη φωτογραφία του
4. Να παραστεί σύσσωμος στην εξόδιο ακολουθία
5. Να προβεί σε ενέργειες και δράσεις συναισθηματικής υποστήριξης των μαθητών του σχολείου
6. Να δημοσιευτεί το παρόν ψήφισμα στον τοπικό τύπο.
[...] Το 1929 παντρεύτηκε τη Χάνα Άρεντ, αλλά ο γάμος κατέληξε σε διαζύγιο (1937) [...]
Jean Amery, Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση, μετάφραση: Γιάννης Καλλιφατίδης, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2009, σελ. 253 (σημειώσεις του μεταφραστή)
***
Η εξόδιος ακολουθία του αλησμόνητου συναδέλφου μας Αντώνη Βαλεργάκη θα λάβει χώρα τη Δευτέρα του Πάσχα 13 Απριλίου 2026 στις 11:00 στον Ιερό Ναό Γενεσίου της Θεοτόκου στην Αμμουδάρα Ηρακλείου.
Old Irish - Asréracht Críst! Asréracht Hé-som co dearb!
Irish - Tá Críost éirithe! Go deimhin, tá sé éirithe!
Manx - Taw Creest Ereen! Taw Shay Ereen Guhdyne!
Scots Gaelic - Tha Crìosd air èiridh! Gu dearbh, tha e air èiridh!
Brythonic languages
Breton - Dassoret eo Krist! E wirionez dassoret eo!
Welsh - Atgyfododd Crist! Yn wir atgyfododd!
Indo-Iranian languages
Indic languages
Sanskrit - (Kristo’pastitaha! Satvam Upastitaha!)
Southern Zone
Marathi - (Yeshu Khrist uthla ahe! Kharokhar uthla ahe!)
Albanian (Tosk) - Krishti u ngjall! Vërtet u ngjall!
Armenian - Քրիստոս յարեաւ ի մեռելոց՜ Օրհնեալ է յայտնութիւնն Քրիստոսի՜ (Christos harjav i merelotz! Orhniale harutjun Christosi! — Christ is risen! Blessed is the resurrection of Christ!)
Στο ερώτημα γιατί σταυρώθηκε ο Χριστός προσπάθησαν να απαντήσουν τόσο θεολόγοι και φιλόσοφοι όσο και απλοί πιστοί ή μη. Άλλοι λοιπόν μίλησαν για ανάγκη ικανοποίησης της θείας Δικαιοσύνης, η οποία προσβλήθηκε από τους πρωτόπλαστους. Άλλοι πάλι ότι διά της σταύρωσης άνοιξε ο δρόμος της λύτρωσης και της επανόρθωσης ένεκα του αμαρτήματος του Αδάμ και της Εύας. Πάντως, είτε έτσι είτε αλλιώς πρόκειται για προοπτικές οι οποίες εστιάζουν στην προπατορική αμαρτία και εκ των πραγμάτων καταλήγουν σε ενοχικές και δικανικές προτάσεις.
Υπάρχει, όμως, και μία άλλη προοπτική, αυτή του θείου Έρωτα για τον άνθρωπο και την κτίση. Ο Χριστός σταυρώνεται επειδή η αγάπη είναι πάντα θυσιαστική, με το έσχατο σημείο της να είναι ο θάνατος. Ο Χριστός δε σταυρώνεται και ανασταίνεται για να δείξει τη δύναμή Του, αλλά για να φανερώσει ότι Αυτός είναι ο δρόμος της αγάπης: η συνύπαρξη του Σταυρού και της Ανάστασης. Ακόμη και στη Δεύτερη Παρουσία Του θα προηγηθεί το τρόπαιο του Σταυρού (Κύριλλος Ιεροσολύμων) και θα ακολουθήσει ο Βασιλιάς με τα σημάδια των καρφιών πάνω Του. Για βασιλικό στέμμα θα έχει το ακάνθινο στεφάνι Του και αντί για δαχτυλίδια τις πληγές Του. Παράδοξο θέαμα. Γι’ αυτό θα το ζήσουν μόνο οι τρελοί (άγιοι και μη), όπως και οι αμαρτωλοί («πόρνες και τελώνες»).
Οι υποκριτές θα μείνουν έξω του νυμφώνος (νυφικό δωμάτιο) Χριστού, ως μη γνωρίζοντες από έρωτα επειδή οι ίδιοι δε θέλησαν να Τον γνωρίσουν.
Η παράδοση του Χριστού πάνω στον Σταυρό είναι η έσχατη ελεύθερη ερωτική Του πράξη για τον Θεό, τον άνθρωπο και ολάκερη την κτίση. Ενώθηκε («προσηλώθη») ως ερωτευμένος («Νυμφίος») με τον Σταυρό Του. Γυμνός πάνω στον σταυρό, όπως στον έρωτα («Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται…», Ιγνάτιος ο Θεοφόρος). Χωρίς Θεό («ἵνα τί με ἐγκατέλειπες;»), χωρίς ανθρώπους, χωρίς είδωλα και ψευδαισθήσεις, χωρίς εαυτό, χωρίς θέλημα («να γίνει όπως Εσύ θέλεις»), χωρίς ρούχα… Κρέμεται από τον σταυρό… Ερωτευμένος με τον Σταυρό Του παραδίνεται και χάνεται κυριολεκτικά στην αγκαλιά Του.
Ο ένας αγκαλιάζει τον άλλο: Χριστός και Σταυρός. Το όλα αγκαλιάζει το τίποτα και το τίποτα το όλα. Στην αγκαλιά του τίποτα που τα έχει όλα. Στην αγκαλιά του όλα που δεν έχει τίποτα. Ο Χριστός συναντά το τίποτα και ο Σταυρός το όλα. Χριστός και Σταυρός έγιναν ένα και ετέχθη η Ανάσταση.
Η κατάφαση του θανάτου είναι κατάφαση της ζωής. Η άρνηση της ζωής είναι άρνηση του θανάτου. Στον Σταυρό του Χριστού ο έρωτας και ο θάνατος διασταυρώνονται. Ο Χριστός πάνω στον σταυρό μας λυτρώνει επειδή μας δείχνει τον δρόμο της ελευθερίας.
Της ελευθερίας που προηγείται της αθανασίας. Είναι ελεύθερος, γι’ αυτό δεν τον κρατάει ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος. Πεθαίνει ολόκληρος και πεθαίνει για όλους. Ζει ολόκληρος και ζει για όλους. Στον Σταυρό του Χριστού σταυρώνονται και πεθαίνουν περιληπτικά τόσο ο Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα όσο και ο άνθρωπος και η κτίση ολόκληρη. Στη δε Ανάστασή Του ανασταίνονται όλοι και όλα. Τίποτα και κανένας δε μένει έξω από αυτόν τον έρωτα με τη ζωή και τον θάνατο.
* Ο Χρήστος Γκουνέλας είναι Δρ. Συστηματικής Θεολογίας
[Δημοσιεύθηκε στο διαδικτυακό περιοδικό parallaxi στις 1/4/2026]
Κάθε φορά που η Εκκλησία τολμά να σταθεί με λόγο, παρουσία και ποιμαντική ευθύνη μέσα στη σύγχρονη πόλη, δεν αργούν να εμφανιστούν εκείνοι που καταγγέλλουν «εκκοσμίκευση».
Συχνά, όμως, πίσω από αυτή την εύκολη κατηγορία δεν κρύβεται η αγωνία για την αλήθεια της Εκκλησίας, αλλά ένας φόβος απέναντι σε οτιδήποτε ξεφεύγει από ένα κλειστό, αυτάρεσκο και αμυντικό θρησκευτικό σχήμα. Η Εκκλησία, ωστόσο, δεν υπάρχει για να περιχαρακώνεται, αλλά για να μαρτυρεί. Και η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να ασκείται ερήμην της κοινωνίας, του πολιτισμού και των υπαρξιακών ερωτημάτων του ανθρώπου του σήμερα. Το πραγματικό ζητούμενο, επομένως, δεν είναι αν η Εκκλησία θα συνομιλήσει με την πόλη, αλλά αν θα το κάνει με διάκριση, αλήθεια και επίγνωση της ποιμαντικής της αποστολής. Οι συζητήσεις που ανοίγουν κάθε φορά γύρω από εκδηλώσεις με θρησκευτικό περιεχόμενο σε ιστορικούς ναούς φανερώνουν ένα βαθύτερο πρόβλημα: ότι συχνά έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε την Εκκλησία είτε ως χώρο αυστηρής εσωστρέφειας είτε ως πεδίο ύποπτης προσαρμογής στον κόσμο. Όμως η Εκκλησία δεν είναι ούτε φρούριο απομονωμένων ούτε θεσμός δημοσίων σχέσεων. Είναι το Σώμα του Χριστού μέσα στην ιστορία, και γι’ αυτό πάντοτε καλείται να συνδυάζει την πιστότητα με την παρουσία, τη διάκριση με το άνοιγμα, τη λατρεία με την ποιμαντική ευθύνη.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και το ουσιαστικό κριτήριο. Το ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να γίνει μια εκδήλωση σε έναν ναό. Το ερώτημα είναι τι χαρακτήρα έχει αυτή η εκδήλωση, ποιον σκοπό υπηρετεί, ποιο είναι το πνευματικό της ήθος και αν σέβεται τον ιερό χώρο. Δεν είναι όλα ίδια. Δεν είναι κάθε δημόσια πολιτιστική πρωτοβουλία μέσα ή γύρω από την εκκλησιαστική ζωή ένδειξη αλλοίωσης. Εκκοσμίκευση δεν σημαίνει απλώς επαφή με τον κόσμο. Εκκοσμίκευση σημαίνει απώλεια εκκλησιαστικού κριτηρίου, μετατόπιση του κέντρου βάρους από το μυστήριο στην εικόνα, από την ουσία στον εντυπωσιασμό, από την αλήθεια στην ευκολία. Αν, αντίθετα, μια πρωτοβουλία κινείται με σεβασμό προς τον ναό, χωρίς να παραθεωρεί τον λειτουργικό του χαρακτήρα, χωρίς να μετατρέπει τον ιερό χώρο σε σκηνή θεάματος, χωρίς να υποκαθιστά τη λατρεία, αλλά δίνοντας στον σύγχρονο άνθρωπο μια αφορμή να πλησιάσει το μυστήριο του Θείου Πάθους, τότε μια τέτοια προσπάθεια δεν πρέπει να κρίνεται με αντανακλαστικά φοβίας. Πρέπει να εξετάζεται με πνευματική ωριμότητα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ήταν ποτέ εχθρική προς την τέχνη και τον πολιτισμό. Η ίδια η ιστορία της το μαρτυρεί. Η εικονογραφία, η υμνογραφία, η ψαλτική, η αρχιτεκτονική των ναών, η ποιητική γλώσσα των ακολουθιών, η αισθητική της λατρείας, όλα αυτά δεν είναι περιθωριακά στοιχεία, αλλά τρόποι με τους οποίους η Εκκλησία ενσάρκωσε το βίωμά της μέσα στην ιστορία. Δεν εξέφρασε την αλήθεια της μόνο με έννοιες και δόγματα, αλλά και με μορφές, εικόνες, ήχους, ρυθμό, κάλλος και συμβολισμό. Αυτό δεν ήταν ποτέ εκκοσμίκευση. Ήταν και παραμένει τρόπος μαρτυρίας.
Όποιος μιλά σήμερα για απόλυτη απομάκρυνση της Εκκλησίας από κάθε πολιτιστική πρωτοβουλία, στην πραγματικότητα προτείνει μια Εκκλησία χωρίς δημόσιο λόγο, χωρίς ιστορική συνείδηση, χωρίς ποιμαντική ευθύνη για τον άνθρωπο της εποχής της. Μια τέτοια στάση, όσο και αν εμφανίζεται με ζήλο, κινδυνεύει να οδηγήσει όχι στην περιφρούρηση της πίστης αλλά στην απομόνωση. Και η απομόνωση δεν είναι εκκλησιαστικό φρόνημα. Η Εκκλησία δεν ιδρύθηκε για να απευθύνεται μόνο στους ήδη βέβαιους. Καλείται να αναζητεί, να φωτίζει, να στηρίζει, να καλεί, να παρηγορεί και να ερμηνεύει τον πόνο και την ελπίδα του ανθρώπου μέσα στον κόσμο.
Ιδιαίτερα όταν το θέμα είναι το Θείο Πάθος, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια αφηρημένη καλλιτεχνική επιλογή. Βρισκόμαστε μπροστά στον ίδιο τον πυρήνα της εκκλησιαστικής ζωής. Το Πάθος του Χριστού δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό μοτίβο, αλλά το κέντρο της σωτηριολογικής εμπειρίας της Εκκλησίας. Αν, λοιπόν, υπάρχουν πρωτοβουλίες που επιχειρούν να οδηγήσουν τους ανθρώπους σε μια πιο βαθιά συνάντηση με αυτό το μυστήριο, τότε η πρώτη αντίδραση δεν θα έπρεπε να είναι η καταγγελία, αλλά η εξέταση του τρόπου, του περιεχομένου και του πνεύματος με το οποίο γίνονται. Πολλοί άνθρωποι σήμερα βρίσκονται σε μια παράξενη απόσταση από την Εκκλησία. Δεν είναι πάντοτε εχθρικοί. Συχνά είναι απλώς αποξενωμένοι, διστακτικοί, τραυματισμένοι ή μαθημένοι να τη βλέπουν ως κάτι ξένο προς τη ζωή τους. Σε αυτή την πραγματικότητα, η ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας δεν μπορεί να εξαντλείται στη διαχείριση των ήδη εκκλησιαζόμενων. Οφείλει να αναζητά γέφυρες. Όχι εκπτώσεις. Γέφυρες. Όχι αλλοίωση του ήθους. Προσέγγιση του ανθρώπου. Όχι εγκατάλειψη της αλήθειας. Μετάδοση της αλήθειας με τρόπο κατανοητό, υπαρξιακά αισθητό και πνευματικά γόνιμο. Ας το πούμε καθαρά: η μεγαλύτερη απειλή για την Εκκλησία σήμερα δεν είναι ότι μιλά στην πόλη. Είναι ότι μερικές φορές κινδυνεύει να μιλά μόνο στον εαυτό της. Και τότε δεν έχουμε διαφύλαξη της παραδόσεως, αλλά παρανόηση της αποστολής. Γιατί η παράδοση της Εκκλησίας δεν είναι μουσειακό απολίθωμα. Είναι ζωή που παραδίδεται, αλήθεια που μαρτυρείται, χάρη που κοινωνείται. Και αυτό προϋποθέτει σχέση με υπαρκτούς ανθρώπους, με το γλωσσικό και πολιτισμικό τους περιβάλλον, με τα τραύματα και τις αναζητήσεις τους. Βεβαίως, χρειάζεται διάκριση. Πάντοτε χρειάζεται διάκριση. Ο ναός δεν είναι ουδέτερος πολιτιστικός χώρος. Δεν είναι αίθουσα εκδηλώσεων με θρησκευτικό σκηνικό. Είναι τόπος προσευχής, αγιασμού και παρουσίας. Γι’ αυτό και κάθε τέτοια πρωτοβουλία οφείλει να έχει όρια, ήθος και εκκλησιαστικό μέτρο. Αλλά ακριβώς επειδή ο ναός είναι ιερός χώρος, μπορεί να λειτουργήσει και ως τόπος υπενθύμισης ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με πληροφορία, αλλά και με μνήμη, ομορφιά, κατανύξη και εσωτερική αφύπνιση. Εκείνοι που σπεύδουν να μιλήσουν για «εκκοσμίκευση» κάθε φορά που η Εκκλησία ανοίγει έναν τέτοιο διάλογο, ίσως θα έπρεπε να αναρωτηθούν μήπως συγχέουν τη γνησιότητα με τη στενότητα, τη διάκριση με τη φοβία και την πιστότητα με την απομόνωση. Ούτε η επιθετική άρνηση του κόσμου είναι ορθοδοξία, ούτε βέβαια και η άκριτη προσαρμογή σε αυτόν. Η Εκκλησία καλείται να σταθεί μέσα στον κόσμο χωρίς να γίνεται κοσμική, και να μη φοβάται να συνομιλήσει με την κοινωνία χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό της. Στο τέλος, το κριτήριο παραμένει απλό αλλά αυστηρό: βοηθείται ο άνθρωπος να πλησιάσει βαθύτερα την αλήθεια του Ευαγγελίου; Γεννάται περισσότερος σεβασμός προς το μυστήριο; Διασώζεται ο ιερός χαρακτήρας του χώρου; Υπηρετείται η ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας απέναντι στον σημερινό άνθρωπο; Αν η απάντηση είναι ναι, τότε δεν έχουμε λόγο να μιλούμε με όρους φοβικής καταγγελίας. Η Εκκλησία δεν καλείται να επιλέξει ανάμεσα στη μαρτυρία και στην πιστότητα. Η αληθινή πιστότητα γεννά μαρτυρία. Και η γνήσια μαρτυρία προϋποθέτει παρουσία. Όχι απομόνωση. Όχι εσωστρέφεια. Όχι την ψευδαίσθηση μιας καθαρότητας που διατηρείται μόνο όταν δεν αγγίζει κανείς τον κόσμο. Η Εκκλησία είναι στην πόλη όχι για να της μοιάσει, αλλά για να της θυμίσει ότι ο άνθρωπος δεν εξαντλείται στο πρόσκαιρο, στο θορυβώδες και στο επιφανειακό. Και αυτή η υπενθύμιση, όταν γίνεται με διάκριση, αγάπη και ποιμαντική ευθύνη, δεν είναι εκκοσμίκευση. Είναι αποστολή.
Άκουσα αίφνης σήμερα, κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας σε μια μικρή ενορία στην παλιά επαρχία Μονοφατσίου (ανατολική Μεσαρά, κατά τον αείμνηστο Χριστόφορο Λιοντάκη), την εξής επίκληση εκ μέρους του ιερέως: "Ὑπὲρ τῆς καταπαύσεως τοῦ πολέμου εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν καὶ εἰς ἅπασαν τὴν οἰκουμένην".
Πρόκειται, παρά την απλότητα της (ή μάλλον εξαιτίας της), για ποιμαντική μέριμνα ουσίας.
Μητροπολίτου Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνατίου, Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως
Επάνω στο Σταυρό η Αγάπη νίκησε θάνατο, νίκησε το κακό. Ο Χριστός άνθρωπος σαν κι εμάς και Θεός ανέβηκε επάνω στον Σταυρό φθάνοντας στην έσχατη ανθρώπινη ταπείνωση. Κι ο Σταυρός από τότε είναι για τον κάθε χριστιανό το σύμβολο της θυσίας. Είναι ταυτόχρονα η βεβαιότητα της Αναστάσεως, είναι η βοήθεια και η απαντοχή. Είναι η βεβαιότητα ότι ο καθένας μας, μπορούμε να φέρουμε στους ώμους τον Σταυρό της προσωπικής μας ζωής, μπορούμε να σταυρώσουμε τον εγωισμό μας. Μπορούμε να σταθούμε συνοδοιπόροι κάθε ανθρώπου που έχει και τον δικό του σταυρό. Τούτη την Κυριακή αντλούμε βοήθεια για να φτάσουμε στο τέλος. Ο Σταυρός του Χριστού οδηγεί αποφασιστικά στην Ανάσταση, Αμήν!
[...] [Σ]τη συλλογική ζωή των θρησκευτικών κοινοτήτων, στο βαθμό που αποφεύγουν τον δογματισμό και τον εξαναγκασμό της συνείδησης, μπορεί να διατηρείται ανέπαφο κάτι που έχει χαθεί οριστικά από άλλους χώρους και δεν είναι δυνατόν να ανασυσταθεί μόνο με τη βοήθεια της επαγγελματικής γνώσης των ειδημόνων∙ εννοώ τις ποικίλες εκφραστικές δυνατότητες και την ευαισθησία απέναντι στην πεπλανημένη ζωή, στις παθολογίες της κοινωνίας, στην αποτυχία των εξατομικευμένων μοντέλων ζωής και στην εκφυλιστική παραμόρφωση των συνθηκών ζωής. Η ασυμμετρία των αξιώσεων της επιστήμης επιτρέπει στη φιλοσοφία να είναι έτοιμη να μάθει από τη θρησκεία, και μάλιστα για λόγους όχι λειτουργικούς αλλά περιεχομένου [...]
Γιούργκεν Χάμπερμας - πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ', Η διαλεκτική της εκκοσμίκευσης, μετάφραση: Ηλίας Τσιριγκάκης, εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2010, σελ. 37.
Ανδρέας Αλεξόπουλος (για το βιβλίο: Maria Skobtsova, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ. Η ΚΟΣΜΟΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΥ ΣΟΛΟΒΙΩΦ),
Νίκος Κουραμπής (για το βιβλίο: Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 55 σημαδοῦρες κοινωνικῆς καὶ ὑπαρκτικῆς θε-ανθρωπολογίας),
δ. Σπυρίδων Τσισμετζόγλου (για το βιβλίο: Κάλλιστος Ware, ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ, ΜΗΤΕΡΑ & ΔΕΣΠΟΙΝΑ. Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ),
Άγγελος Καλογερόπουλος (για το βιβλίο: π. Γεώργιος Λέκκας, 33 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ), Σπυριδούλα Αθανασοπούλου-Κυπρίου (για το βιβλίο: Γιάννης Δημητρακάκης, ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑ),
Σπυρίδων Π. Παναγόπουλος (για το βιβλίο: Θεοχάρης Σ. Παπαβησσαρίων, Η ΠΕΡΙ ΥΛΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ. Τὸ κτισιολογικὸ ὑπόβαθρο τῆς ἀντιμανιχαϊκῆς του θεολογίας).
Οι εικονομάχοι στο Βυζάντιο ως γνωστόν χαρακτήριζαν τις εικόνες "επιτήδευμα του ανεπιτηδεύτου". Εδώ ακριβώς έχουμε ένα περίεργο παράδοξο: σύγχρονοι εικονολάτρες καθίστανται a priori φανατικοί θιασώτες θεοκρατικών τυράννων, οίτινες, εντούτοις, υποστηρίζουν εξ επόψεως θρησκευτικής την...ανεικονικότητα!
Γιορτάζουμε σήμερα, όπως κάθε χρόνο στο τέλος της πρώτης εβδομάδας της Σαρακοστής, την Πανήγυρη και τον Θρίαμβο της Ορθοδοξίας. Και πρέπει, κάθε χρόνο, να θυμόμαστε τι σημαίνει αυτή η ημέρα, όχι μοναχά ως ένα γεγονός ιστορικό, αλλά επίσης και για την προσωπική μας ζωή. Πρώτα απ’ όλα να θυμηθούμε ότι ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας δεν σημαίνει τον θρίαμβό της στους άλλους ανθρώπους. Αποτελεί τον θρίαμβο της Θείας Αλήθειας στις καρδιές εκείνων που ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία και που διακηρύττουν την αποκεκαλυμμένη από τον Θεό αλήθεια, στην ακεραιότητα και στην ευθύτητά της. Πρέπει σήμερα να ευχαριστήσουμε τον Θεό ολόψυχα που μας αποκάλυψε τον εαυτό Του, που εξοβέλισε το σκοτάδι από τον νου και την καρδιά εκατοντάδων ανθρώπων, που Αυτός που είναι η Αλήθεια μοιράστηκε με εμάς την γνώση της τέλειας Θεϊκής Αλήθειας.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι δεν πρόκειται εδώ για εικόνες από ξύλο και χρώμα, αλλά για τον Θεό που φανερώνεται στον κόσμο. Ο καθένας μας, δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα του Θεού. Είμαστε όλοι ζωντανές εικόνες του Θεού και αυτό το γεγονός αποτελεί για μας μία τεράστια ευθύνη, γιατί μία εικόνα ίσως να μοιάσει με παρωδία και να γίνει μέσο βλασφημίας του Θεού. Πρέπει να σκεφτούμε και να αναρωτηθούμε: αξίζουμε, είμαστε ικανοί να καλούμαστε εικόνα του Θεού; Ένας συγγραφέας της Δύσης είπε, ότι οι άνθρωποι που συναντούν ένα Χριστιανό, θα έπρεπε να τον βλέπουν όπως ένα όραμα, σαν μία αποκάλυψη που ποτέ πριν δεν είχαν, ότι η διαφορά ανάμεσα σε ένα Χριστιανό και σε έναν μη Χριστιανό, είναι το ίδιο σπουδαία, ριζοσπαστική και εντυπωσιακή, όσο διαφέρει ένα άγαλμα από έναν ζωντανό άνθρωπο. Ένα άγαλμα ίσως να είναι όμορφο, αλλά είναι φτιαγμένο από πέτρα ή από ξύλο και είναι άψυχο. Ένας άνθρωπος, ίσως με την πρώτη εντύπωση να μην φανερώνει ότι ζει μία τέτοια ομορφιά, αλλά όσοι τον συναντούν, θα πρέπει να μπορούν να διακρίνουν σ’ εκείνον τη λάμψη της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, να αναγνωρίζουν τον ίδιο τον Θεό που αποκαλύπτει τον εαυτό Του, μέσα από την ταπεινή μορφή μιας ανθρώπινης ύπαρξης, όπως αυτοί που προσκυνούν ευλαβικά μια εικόνα, μια εικόνα ιερή και ευλογημένη από την Εκκλησία.
Όσο δεν είμαστε για τους γύρω μας μια τέτοια εικόνα, έχουμε αποτύχει στην αποστολή μας, δεν διακηρύττουμε με τη ζωή μας, τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας, δίνουμε ψευδή μαρτυρία για όσα κηρύττουμε. Και για τούτο, ο καθένας από εμάς και όλοι μαζί συνολικά φέρουμε την ευθύνη, επειδή ο κόσμος που συναντά χιλιάδες χριστιανών, δεν μεταστρέφεται από το όραμα της παρουσίας του Θεού, ανάμεσά τους, που με τα χοϊκά, αλλά δοξασμένα, άγια σώματά τους μεταμορφώνουν τον κόσμο.
Ό,τι είναι απλά αληθινό για μας, είναι αληθινό για τις εκκλησίες μας. Ο Χριστός ονόμασε τις εκκλησίες μας οικογένεια, μια κοινότητα Χριστιανών που θα γίνει ένα ανθρώπινο σώμα, όπου οι άνθρωποι είναι ενωμένοι μέσα από την ολοκληρωτική αγάπη, την αυτοθυσία, που είναι η ίδια η αγάπη του Θεού προς εμάς. Η Εκκλησία κλήθηκε και καλείται ακόμα να αποτελέσει ένα σώμα ανθρώπων που το χαρακτηρίζει η σαρκωμένη αγάπη του Θεού. Αλίμονο, αυτό που συναντούμε σε όλες τις εκκλησίες μας, δεν είναι το θαύμα της Θείας Αγάπης.
Από την αρχή, αλίμονο, η Εκκλησία οικοδομήθηκε με αυστηρό και επίσημο τρόπο, σύμφωνα με την ιεραρχία του Κράτους. Σε αυτό το σημείο, αποτύχαμε στο να μοιάσουμε στ’ αλήθεια στην πρώτη κοινότητα των Χριστιανών. Ο Τερτυλλιανός στα κείμενά του υπέρ των Χριστιανών, λέει στον Ρωμαίο Αυτοκράτορα: «Όταν οι άνθρωποι μας συναντούν, στέκονται και λένε: Πόσο αγαπιούνται αυτοί οι άνθρωποι!» Δεν αποτελούμε στο σύνολο ένα σώμα ανθρώπων, για το οποίο κάποιος θα μπορούσε να μιλήσει έτσι. Και πρέπει να μάθουμε αυτό που θέλει ο Θεός από εμάς, αυτό που ήταν μια φορά η Εκκλησία: να ξαναφτιάξουμε τις κοινότητες, τις εκκλησίες, τις ενορίες, τις επισκοπές, τα πατριαρχεία, ολόκληρη την Εκκλησία, έτσι που ολόκληρη η ζωή, η πραγματικότητα της ζωής θα είναι η πραγματικότητα της αγάπης. Αλίμονο, ακόμα δεν το έχουμε μάθει αυτό.
Και έτσι, όταν εορτάζουμε τη γιορτή του θριάμβου της Ορθοδοξίας, ας θυμόμαστε το ότι ο Θεός είναι ο νικητής, το ότι εμείς διακηρύττουμε την αλήθεια, την αλήθεια του Θεού, ενσαρκωμένη και αποκεκαλυμμένη από τον ίδιο, και το ότι είναι μία τεράστια ευθύνη για όλους μαζί και για τον καθένα χωριστά το ότι δεν πρέπει να δίνουμε ψευδή μαρτυρία για όσα κηρύττουμε, με τον τρόπο της ζωής μας. Ένας δυτικός θεολόγος είχε πει ότι πιθανόν να κηρύττουμε όλη την αλήθεια της Ορθοδόξου πίστεως, και ταυτόχρονα να την ακυρώνουμε, να τη διαψεύδουμε με τη ζωή μας, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για λόγια, και όχι για πραγματικότητα. Πρέπει να μετανοήσουμε γι’ αυτήν την κατάσταση και να αλλάξουμε. Πρέπει να γίνουμε τέτοιοι που οι άνθρωποι που μας συναντούν, θα βλέπουν σε μας την αλήθεια, το φως του Θεού, την αγάπη Του για τον καθένα χώρια και για όλους μαζί. Όσο δεν το κάνουμε, όσο δεν μετανοούμε, δεν μετέχουμε στον Θρίαμβο της Ορθοδοξίας. Ο Θεός θριάμβευσε, όμως έβαλε εμάς υπεύθυνους για να θριαμβεύσει η ζωή μέσα από τη δική Του δόξα για το καλό όλου του κόσμου.
Γι’ αυτό, ας μάθουμε να ζούμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, που είναι η Αλήθεια και η Ζωή, όχι μόνο προσωπικά, αλλά συνολικά και να οικοδομήσουμε κοινωνίες Χριστιανών που αποκαλύπτουν τον Θεό στον κόσμο, έτσι που ο κόσμος βλέποντάς μας, να πει: «Ας αναμορφώσουμε τους θεσμούς, τις σχέσεις μας, ας ανανεώσουμε ό,τι έχει γεράσει και παραμένει παλιό και ας γίνουμε μια νέα κοινωνία, όπου ο Νόμος του Θεού, η Ζωή του Θεού να μπορεί να θριαμβεύσει και να ευημερήσει.» Αμήν.
Η σκέψη για να συγκροτηθεί, να αποτυπωθεί και να παγιωθεί εν γένει προϋποθέτει σκευή ισχυρή (γνωστική και αναγνωστική), μέγιστο μόχθο πνευματικό και μετοχή προσωπική – όχι μόχλευση τύπου ΤΝ. Άλλο είναι η ουσία και άλλο η ευκολία που απολήγει στην ακηδία, τη φυγοπονία και την οιονεί λοβοτομή εν τέλει.
(…) Οι άνθρωποι που δημιουργούν δεν ξέρουν ούτε πως ούτε γιατί δημιουργούν. Τι είναι αυτό που πυροδοτεί τη μεγάλη δημιουργία; Δεν γνωρίζω την απάντηση. Ο Θεός να μας φυλάει απ’ τη χυδαιότητα της νευροφυσιολογίας πάνω σ’ αυτό το θέμα· δεν είναι οι βιολόγοι αυτοί που θα μας εξηγήσουν μέσα απ’ το παιχνίδι των συνάψεων, από που έρχεται η έκλαμψη, ο κεραυνός της δημιουργίας. (…)
Τζωρτζ Στάινερ – Λωρ Αντλέρ, Ένα μακρύ Σάββατο: συζητήσεις, μετάφραση: Θάνος Σαμαρτζής, εκδόσεις Δώμα, Αθήνα 2022, σελ. 95-96.