ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ-ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΗ ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

 


[Θερμές ευχαριστίες από καρδιάς οφείλουμε στον εκλεκτό συνάδελφο Γιώργο Διαλυνά, Φυσικό του 3ου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου, για την αφόρμηση και την γόνιμη συνεργασία]

Η σχέση φυσικών επιστημών και θεολογίας διαχρονικά έχει περάσει “από σαράντα κύματα”. Μετά από ένα μακρύ διάστημα αμοιβαίας καχυποψίας βρισκόμαστε πλέον στη φάση του διαλόγου και των διακριτών ρόλων[1]. Φυσικώ τω λόγω, δεν έχει διαμορφωθεί ένα consensus ως προς το εν λόγω ζήτημα ούτε καν μεταξύ των θεολόγων. Υπάρχει μια μεγάλη μερίδα θεολόγων που θεωρεί ότι δεν μπορεί να γίνει οποιοδήποτε είδος διαλόγου με τους φορείς των φυσικών επιστημών, ενώ μια άλλη μερίδα θεωρεί θεμιτή την εν λόγω διαδικασία διαλόγου. Όπως είχαμε υποστηρίξει και παλιότερα, όσο κι αν μοιάζει οξύμωρο, η επίκληση στην αυθεντία (γνωσιολογική ή θεολογική, αδιάφορον) δεν αφορά την θεολογία[2]. Αυτή ακριβώς η παραδοχή αφήνει πάντα ανοικτό το περιθώριο διαλόγου θεολογίας και φυσικών επιστημών.

Με δεδομένη την ενδεχομενικότητα και την πιθανοκρατία που κυριαρχεί στους φυσικούς νόμους και την έλλειψη, οντολογικώς και όχι οντικώς, απόλυτου εμμένειας καθίσταται σαφές ότι ο διάλογος αυτός οφείλει να συνεχιστεί. Ο Paul Davies συναφώς τονίζει ότι “η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη”[3].  Από την άλλη πλευρά, η περίπτωση του Paul Dirac είναι ίσως η πλέον χαρακτηριστική: o Dirac προσπάθησε με μαθηματικό τρόπο να συνθέσει τη θεωρία της σχετικότητας του Einstein με την κβαντική θεωρία. Ο Dirac απέδειξε ότι τα ηλεκτρόνια περιστρέφονται με τρόπο das ganz Andere προς την κοινή λογική και τη γεωμετρία[4]. Ωστόσο, όπως έχει επισημάνει ο Davies “η εξίσωση του Dirac είχε μια μυστηριώδη πλευρά. Οι λύσεις της περιέγραφαν σωστά τη συμπεριφορά των κανονικών ηλεκτρονίων, αλλά για κάθε τέτοια λύση υπήρχε και μια άλλη που δεν φαινόταν να αντιστοιχεί σε οτιδήποτε μέσα στο γνωστό φυσικό Σύμπαν”[5]!

Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι οι φυσικοί έχουν προ πολλού εγκαταλείψει τον αναγωγισμό στη μελέτη του φυσικού κόσμου[6]. Αυτό διαφαίνεται ιδιαίτερα στην κβαντική θεωρία, στον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής (εντροπία) και στην αρχή της απροσδιοριστίας του Heisenberg. Ορθώς λοιπόν έχει χαρακτηριστεί αυτή ακριβώς η απροσδιοριστία ως “οντολογία του απρόβλεπτου”[7]. Σε αυτό συνηγορεί η γνωστή θέση του Davies ότι “το κβαντικό κύμα είναι κύμα πιθανότητας”[8]. Μόλις που χρειάζεται να επισημανθεί ότι άλλο είναι η πιθανότητα που εκπορεύεται από την αρχή της απροσδιοριστίας και άλλο η τυχαιότητα. Η πρώτη είναι, τουλάχιστον με βάση τα τελευταία δεδομένα της φυσικής επιστήμης, ρεαλιστική και οιονεί ολιστική. Η δεύτερη είναι εν πολλοίς αντιφατική, αναγώγιμη και οιονεί ισοδύναμη με τη μυθική προσέγγιση[9]: προτείνει ως ερμηνεία το τυχαίο και “εκδέχεται το μη νόημα ως νόημα”[10].

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οπωσδήποτε υπάρχει έρμα στον διάλογο θεολογίας και φυσικών επιστημών, που προϋποθέτει τη διαμόρφωση μιας πολυπρισματικής μετα-γνωσιολογίας, την αναζήτηση της κατάλληλης μεθοδολογίας, την κριτική στη μονοδιάστατη πρόσληψη είτε της επιστημονικής είτε της θεολογικής γνώσης προκειμένου να αμβλυνθούν οι αμοιβαίες αντιθέσεις και να φθάσουμε στη δημιουργική σύνθεση. Σε τελική ανάλυση “το επιστημονικό ερώτημα αποτελεί αντικείμενο της θεολογικής σκέψης, διότι συνδέεται με την εσχατολογική προοπτική της ανθρώπινης ζωής”[11].

Ηράκλειο Κρήτης, 4 Μαΐου 2026

Γ. Μ. Βαρδαβάς

_______________________________

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1]. Βλ. Γ. Μ. Βαρδαβά, “Θεολογία και φυσικές επιστήμες: από την καχυποψία στη συνύπαρξη”, στο Χριστόφορου Ελ. Αρβανίτη, Θρησκεία και Πολιτικός Φιλελευθερισμός, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2019, σελ. 243-249 (εδώ: σελ. 243)

[2]. Βλ. Γ. Μ. Βαρδαβά, “Κβαντομηχανική και Θεολογία (Εισαγωγικές σκέψεις)”, https://gmvardavas.wordpress.com/2025/06/14/quan-th/ (Τελευταία πρόσβαση: 4/5/2026)

[3]. Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, εκδόσεις Κάτοπτρον, β’ έκδοση, Αθήνα 2009, σελ. 67.

[4]. Paul Davies, ό.π., σελ. 55-56.

[5]. ό.π., σελ. 56.

[6]. ό.π., σελ. 110.

[7]. Βλ. Χρήστου Γιανναρά, Μετα-νεωτερική μετα-φυσική, εκδόσεις Δόμος, β’ έκδοση, Αθήνα 2005, σελ. 138.

[8]. Βλ. Paul Davies, ό.π., σελ. 176.

[9]. Βλ. Χρήστου Γιανναρά, ό.π.,σελ. 110.

[10]. ό.π., σελ. 108.

[11]. Βλ. Χριστόφορου Ελ. Αρβανίτη, ό.π., σελ. 257.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου