Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Α. Ι. Καλαμάτας, Δυστυχώς φυραίνει ο τόπος μας από νηφάλιους συνανθρώπους μας…

πηγή: NULA DIES SINE LINEA
Οι κατήγοροι του Νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά, τις τελευταίες ημέρες, έχουν επιδοθεί σ’ ένα ανορθόδοξο πόλεμο εναντίον του «εχθρού», «εχθρού» που κατ’ αυτούς δεν είναι άλλος από το ΝΠΣ, το οποίο προσπαθεί να αλώσει τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία. Παραπλανούν και πανικοβάλλουν συνειδήσεις όχι μόνο εκπαιδευτικών, μαθητών και γονιών αλλά και κάθε ανυποψίαστου Έλληνα πολίτη που με ενδιαφέρον παρακολουθεί όσα συμβαίνουν γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών. Βιάζονται οι κατήγοροι να κρίνουν το ΝΠΣ χωρίς καλά – καλά αυτό στεριώσει και ζυμωθεί στην καθημερινή εκπαιδευτική πράξη. «Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία», βλέπω να κουνάει το δάχτυλό του από μακριά ο Αλεξανδρινός ποιητής Κ. Π. Καβάφης.

Αθ. Ι. Καλαμάτας
***

Δείτε και:



φωτογραφήματα 189

φωτό: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ



Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Π. Ασημακόπουλος, Ο Χριστός και οι Ινδιάνοι

πηγή: Εκπαιδευτικές και θεολογικές αταξίες

Να εξηγηθώ πρώτα. Δεν είμαι από τους Συντάκτες των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά ούτε μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων. Δεν έχω κανένα προσωπικό όφελος από τη στήριξη των παραπάνω. Δεν κερδίζω κάτι με το να στηρίξω το «συριζοπρόγραμμα» (που δεν είναι τέτοιο, αλλά ας πάει και το παλιάμπελο…). Άλλωστε, στους περισσότερους είναι γνωστή η στάση μου απέναντι στο πρώτο συνθετικό του αδόκιμου όρου.
Απλά, θέλω να περισώσω τα εναπομείναντα υγιή εγκεφαλικά μου κύτταρα. Ίσως και να επαναστατεί το γονίδιο της δυσανεξίας στη βλακεία και στην πονηριά. Όλοι το έχουμε. Άλλοι ως ενεργό, άλλοι σε υπνώττουσα κατάσταση, άλλοι ως συμβιβασμένο.
Στο προκείμενο. Κυκλοφορεί στο διαδίκτυο η παραπάνω (απομονωμένη φυσικά) φωτογραφία με ατάκες όπως, «εμπαιγμός του Χριστού», «προδοσία της πίστης» και τα τοιαύτα. Είναι από το φάκελο μαθητή των Θρησκευτικών της Γ΄ Δημοτικού, προφανώς ενταγμένη σε κάποια ενότητα. Ιδού όλη η σελίδα, η οποία ανήκει στην ενότητα για τη Γέννηση του Χριστού:


Ακριβώς πάνω από τη σύνθεση με τους Ινδιάνους υπάρχει μία αντίστοιχη σύνθεση με μία Γιαπωνέζα που κρατάει αγκαλιά ένα παιδί. Φέρουν επίσης φωτοστέφανο. Δίπλα στις φωτογραφίες και λίγο παραπάνω υπάρχουν κείμενα για την παγκοσμιότητα της Γέννησης του Χριστού. Δίπλα στη σύνθεση με τους Ινδιάνους υπάρχει ένα συγκινητικό ποίημα και με ωραία μηνύματα για τους μικρούς μαθητές, με τίτλο «Ο Ινδιάνος στη φάτνη». Προφανώς, και οι δύο αυτές εικόνες παραπέμπουν στην Παναγία και στο Χριστό στη "γλώσσα" των Ιαπώνων και των Ινδιάνων.
Δυο σελίδες παραπάνω υπάρχει μία σύνθεση εικόνων με τίτλο «Παραστάσεις της Γέννησης απ’ όλο τον κόσμο». Μαύροι, Κινέζοι, άσχημοι, κοντόχοντροι, όλοι έτοιμοι να κατασπαράξουν την πίστη. Παραδόξως, για αυτή τη σύνθεση δεν έχω διαβάσει ακόμη τίποτα περί πανθρησκείας.


Να σοβαρευτούμε λίγο. Εμείς δεν είμαστε αυτοί που υπερηφανευόμαστε για την Ορθόδοξη Ιεραποστολή ότι σέβεται τις ιδιαιτερότητες των λαών (γλώσσα, έθιμα, συνήθειες) σε αντίθεση με παλαιότερες πρακτικές Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών; Εμείς δεν είμαστε αυτοί που προβάλουμε την ανεκτικότητα της Ορθόδοξης Ιεραποστολής να αγιογραφείται ο Χριστός ως Αφρικανός ή Ασιάτης αντίστοιχα, καθώς ο λευκός Χριστός θύμιζε μάλλον αποικιοκράτη δουλέμπορο;
Τι σχέση λοιπόν μπορεί να έχει ο Χριστός με τους Ινδιάνους; Μμμμμ…. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο, εκτός από το ότι ο Χριστός γεννήθηκε ΚΑΙ για τους Ινδιάνους…

Παναγιώτης Ασημακόπουλος
Θεολόγος καθηγητής



Θ.Ι. Ζιάκας, Ο νεωτερικός μεσσιανισμός


πηγή: ΑΡΔΗΝ, τεύχος 35/ Απρίλιος 2002



Το τέ­λος της ι­στο­ρί­ας εί­ναι η ο­λο­κλή­ρω­ση των δια­δι­κα­σιών ε­ξα­το­μί­κευ­σης, της ο­ποί­ας προ­σφο­ρό­τε­ρη μορ­φή α­πο­τε­λεί ο φι­λε­λεύ­θε­ρος κα­πι­τα­λι­σμός.

(Φρ. Φου­κου­γιά­μα)


Ο μεσ­σια­νι­σμός εί­ναι έ­να σύ­στη­μα ελ­πί­δας. Προ­σφέ­ρε­ται στον Δού­λο και του υ­πό­σχε­ται την α­πε­λευ­θέ­ρω­σή του. Α­να­πτύ­χθη­κε με την έ­ξο­δο α­πό την “πα­ρα­δεί­σια” πρω­τό­γο­νη κα­τά­στα­ση και με το πέ­ρα­σμα στους κο­λε­κτι­βι­στι­κούς πο­λι­τι­σμούς. Κά­τω α­πό τις βα­ριές κο­λε­κτι­βι­στικές πυ­ρα­μί­δες της Αι­γύ­πτου, της Βα­βυ­λώ­νας, της Ιν­δί­ας, της Κί­νας, ή των Αζ­τέ­κων, η ελ­πί­δα στέ­να­ζε παίρ­νο­ντας διά­φο­ρες μορ­φές μεσ­σια­νι­σμού. Την πιο κα­θα­ρή μορ­φή θα την προ­σλά­βει στο πιο ε­ξε­λιγ­μέ­νο κο­λε­κτι­βι­στι­κό έ­θνος της ι­στο­ρί­ας, τους Ε­βραί­ους, ό­ταν αιχ­μά­λω­τοι στη Βα­βυ­λώ­να ο­νει­ρεύ­ο­νταν τη Σιών και ό­ταν κιν­δύ­νε­ψαν να χά­σουν την ε­θνι­κή τους ταυ­τό­τη­τα κά­τω α­πό την ελ­λη­νι­κή κυ­ριαρ­χί­α.
Μπο­ρεί ο μεσ­σια­νι­σμός να εί­ναι γέν­νη­μα των κο­λε­κτι­βι­στι­κών κοι­νω­νιών, αλλά αυ­τό δεν ση­μαί­νει ό­τι δεν υ­φί­στα­ται και στις α­το­μο­κε­ντρι­κές κοι­νω­νίες, την αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή και τη νε­ω­τε­ρι­κή. Ο τρα­γι­κός μύ­θος του Προ­μη­θέ­α προ­βάλλει, στην Α­θή­να του 5ου αιώ­να, έ­ναν πα­ρά­ξε­νο μεσ­σια­νι­σμό: “έ­νας θε­ός πιο δυ­να­τός α­πό τον Δί­α θα γεν­νη­θεί μια μέ­ρα και θα συ­ντρί­ψει την εξου­σί­α του”. Με το πέ­ρα­σμα στη νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα ο με­σαιω­νι­κός χι­λια­στι­κός μεσ­σια­νι­σμός θα εκ­κο­σμι­κευ­θεί για να με­τα­μορ­φω­θεί σε πί­στη στην Πρό­οδο. Η νε­ω­τε­ρι­κή πί­στη στην Πρό­ο­δο βα­σί­ζε­ται σα­φώς σε έ­ναν τε­χνο­λο­γικό μεσ­σια­νι­σμό (: η τε­χνο­λο­γί­α θα μας λύ­σει ό­λα τα προ­βλή­μα­τα). Και σε μας εδώ ο χι­λια­στι­κός μεσ­σια­νι­σμός έ­παι­ξε το ρό­λο του. Με­τά την α­νε­ξαρ­τη­σί­α, τον 19ο αιώ­να, αρ­κε­τοί μεσ­σί­ες εί­χαν τα­ρά­ξει τον ύ­πνο της Ψω­ρο­κώ­σταινας. Ο γε­ρο-Μα­κρυ­γιάν­νης λί­γο έ­λει­ψε να ταυ­τί­σει τον ε­αυ­τό του με τη δια­δε­δομέ­νη τό­τε λα­ϊ­κή μεσ­σια­νι­κή μορ­φή του “φτω­χού βα­σι­λέ­α Ιω­άν­νη”. Τον 20ό αιώ­να το πράγ­μα κό­ρω­σε, για να γί­νου­με ο­λο­καύ­τω­μα στον μεσ­σια­νι­κό “κομ­μου­νι­στι­κό” Μο­λώχ. Σή­με­ρα, ε­νώ θα πε­ρί­με­νε κα­νείς μα­ζί με το με­τα­μο­ντέρ­νο “τέ­λος της ι­στο­ρί­ας” να έρ­θει και το τέ­λος των μεσ­σια­νι­σμών, το α­ντίθε­το εί­ναι που βλέ­που­με.
Δεν ξέ­ρω αν έ­χει γρα­φτεί μια συ­γκρι­τι­κή ι­στο­ρί­α του μεσ­σια­νι­σμού. Θα ή­ταν ί­σως η πιο καί­ρια με­λέ­τη πά­νω στην ου­σί­α του αν­θρώ­που: την ε­λευ­θε­ρί­α. Θα μας μι­λού­σε πά­νω απ’ ό­λα για τη φρί­κη της αν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης. Γι’ αυτό και εί­ναι μάλ­λον α­πί­θα­νο να έ­χει γρα­φτεί. Κι αν έ­χει γρα­φτεί, θα εί­ναι απί­θα­νο να κυ­κλο­φο­ρεί. Στο κεί­με­νο που α­κο­λου­θεί θα μι­λή­σου­με κυ­ρί­ως για τον νε­ω­τε­ρι­κό μεσ­σια­νι­σμό: την ι­δέ­α της Προ­ό­δου, την α­ντί­στοι­χη α­ντί­λη­ψη για τον χρό­νο και τον τε­χνο­λο­γι­κό μεσ­σια­νι­σμό που την τρο­φο­δο­τεί.

1. Ο τε­χνο­λο­γι­κός μεσ­σια­νι­σμός

Ο μεσ­σια­νι­σμός συν­δέ­ε­ται σή­με­ρα με την Τε­χνολο­γί­α. Εί­χε ό­μως τε­χνο­λο­γι­κή βά­ση και στους κο­λε­κτι­βι­στι­κούς πο­λι­τι­σμούς.
Ας πά­ρου­με μια τυ­πι­κή κο­λε­κτι­βι­στι­κή πυ­ρα­μί­δα. Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι η α­να­παρα­γω­γή της προ­ϋ­πο­θέ­τει το μπλο­κά­ρι­σμα δύ­ο ε­ναλ­λα­κτι­κών λύ­σε­ων: α) της υ­ποστρο­φής στην “πρω­τό­γο­νη κα­τά­στα­ση”, α­πό την κα­τάρ­ρευ­ση της ο­ποί­ας ανα­δύ­θη­κε η κο­λε­κτι­βι­στι­κή πυ­ρα­μί­δα και β) της με­τά­βα­σης στην α­το­μο­κε­ντρι­κή κοι­νω­νί­α. Η πρώ­τη εί­ναι δο­μι­κά μπλο­κα­ρι­σμέ­νη: Οι με­γά­λοι κο­λε­κτι­βι­στι­κοί πο­λι­τι­σμοί του Νεί­λου, του Ευ­φρά­τη, του Γάγ­γη ή του Για­γκ Τσε, ή­ταν ι­κανοί να κα­τα­σκευά­ζουν και να δια­χει­ρί­ζο­νται τε­ρά­στια υ­δραυ­λι­κά έρ­γα και να προ­γραμ­μα­τί­ζουν έ­ξυ­πνα την κα­τα­νο­μή του πλε­ο­νά­σμα­τος α­νά­με­σα σε καλές και κα­κές χρο­νιές. Η πυ­ρα­μι­δι­κή δο­μή τους δεν δια­σφά­λι­ζε μό­νο τον τρόπο κα­τα­νά­λω­σης του πλε­ο­νά­σμα­τος, αλ­λά και τον τρό­πο της πα­ρα­γω­γής του. Δεν ή­ταν α­πλώς έ­να σύ­στη­μα σχέ­σε­ων ε­ξου­σί­ας, αλ­λά και έ­να σύ­στη­μα πα­ρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων. Με άλ­λα λό­για: Η εμ­φά­νι­ση της κο­λε­κτι­βι­στι­κής πυ­ρα­μί­δας πολ­λαπλα­σί­α­σε το οι­κο­νο­μι­κό πλε­ό­να­σμα και ε­πέ­τρε­ψε έ­ναν α­ντί­στοι­χο πολ­λα­πλα­σια­σμό του πλη­θυ­σμού. Το γε­γο­νός αυ­τό κα­τέ­στη­σε α­δύ­να­τη την υ­πο­στρο­φή στην προ­κο­λε­κτι­βι­στι­κή κα­τά­στα­ση. Μό­νο ε­ξω­τε­ρι­κοί πα­ρά­γο­ντες (“βαρ­βαρι­κές” ε­πι­δρο­μές – φυ­σι­κές κα­τα­στρο­φές) θα μπο­ρού­σαν να ε­πι­βά­λουν “υπο­στρο­φή στη βαρ­βα­ρό­τη­τα”. Η α­να­πα­ρα­γω­γή της πυ­ρα­μί­δας ή­ταν ό­ρος για την ε­πι­βί­ω­ση της πλειο­νό­τη­τας του πλη­θυ­σμού, ο ο­ποί­ος μπο­ρού­σε βέ­βαια να νο­σταλ­γεί τον προ­κο­λε­κτι­βι­στι­κό “πα­ρά­δει­σο”, αλ­λά οι πόρ­τες του εί­χαν κλεί­σει ο­ρι­στι­κά. Ό­ταν το Σύ­στη­μα εί­ναι ό­ρος για την ύ­παρ­ξή σου δεν μπο­ρείς να το α­να­τρέ­ψεις. Στις συν­θή­κες αυ­τές το­πο­θε­τεί­ται και η γέν­νη­ση του μεσ­σια­νι­σμού ό­σο και του ε­ξω­κοι­νω­νι­κού μυ­στι­κι­σμού.
Αλ­λά αν το κε­κτη­μέ­νο “ε­πί­πε­δο α­νά­πτυ­ξης των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων” απο­κλεί­ει την “αλ­λα­γή προς τα πί­σω” η “α­νε­πάρ­κεια της α­νά­πτυ­ξής” τους θα α­πο­κλεί­σει την “αλ­λα­γή προς τα μπρος”. Για­τί, σύμ­φω­να με την αλφα­βή­τα του ι­στο­ρι­κού υ­λι­σμού, αν δεν πραγ­μα­το­ποι­η­θεί μια “ρι­ζι­κή α­νατρο­πή” στους τε­χνο­λο­γι­κούς ό­ρους της πα­ρα­γω­γής, δεν εί­ναι δυ­να­τή η υ­πέρβα­ση του κο­λε­κτι­βι­στι­κού συ­στή­μα­τος. Η διά­ση­μη αυ­τή θέ­ση γε­νι­κεύ­ει, προφα­νώς, την ε­μπει­ρί­α της δυ­τι­κο­ευ­ρω­πα­ϊ­κής με­τά­βα­σης α­πό τον με­σαιω­νι­κό φε­ου­δαρ­χι­κό κο­λε­κτι­βι­σμό στη Νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα, ό­που η βιο­μη­χα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση, μια τε­χνο­λο­γι­κή ε­πα­νά­στα­ση, μοιά­ζει να έ­παι­ξε τον α­πο­φα­σι­στι­κό ρό­λο. Βε­βαί­ως η γε­νί­κευ­ση εί­ναι αυ­θαί­ρε­τη, α­φού δεν κα­λύ­πτει το αρ­χαιο­ελ­λη­νικό πα­ρά­δειγ­μα, ό­που το Ά­το­μο γί­νε­ται κυ­ρί­αρ­χο πρό­τυ­πο χω­ρίς να έ­χει με­σολα­βή­σει κα­μιά βιο­μη­χα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση. Εί­ναι έ­να δόγ­μα το ο­ποί­ο ε­ξυ­πη­ρέτη­σε θαυ­μά­σια την α­νά­γκη της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας να θέ­σει τον ε­αυ­τό της στην κο­ρυ­φή της ε­ξε­λι­κτι­κής κλί­μα­κας και να νο­μι­μο­ποι­ή­σει την α­παί­τη­ση του “εκ­συγ­χρο­νι­σμού”, δη­λα­δή της υ­πο­τα­γής-κα­τα­στρο­φής των προ­νε­ω­τε­ρικών πο­λι­τι­σμών. Αυ­τό εί­ναι άλ­λω­στε και η πρό­τα­σή της: Ο Μεσ­σί­ας που θα σας απε­λευ­θε­ρώ­σει α­πό την “κα­τά­ρα του νό­μου” θα έρ­θει. Μα­ταί­ως ό­μως τον περι­μέ­νε­τε α­πό τον δρό­μο της Θρη­σκεί­ας. Θα έρ­θει, αλ­λά α­πό τον δρό­μο της Ε­πιστή­μης, για­τί η Τε­χνο­λο­γί­α εί­ναι ο πραγ­μα­τι­κός Μεσ­σί­ας!
Ο τε­χνο­λο­γι­κός μεσ­σια­νι­σμός γνώ­ρι­σε μια εκ­πλη­κτι­κή ερ­μη­νευ­τι­κή πει­στι­κό­τη­τα. Οι πα­λιό­τε­ροι το ζή­σα­με με τη λε­γό­με­νη “υ­πέρ­βα­ση” του κα­πι­τα­λι­σμού: Με δε­δο­μέ­νο τον ι­λιγ­γιώ­δη ρυθ­μό της τεχνο­λο­γι­κής ε­ξέ­λι­ξης, εί­ναι “μα­θη­μα­τι­κά βέ­βαιο” ό­τι αρ­γά ή γρή­γο­ρα η α­νά­πτυ­ξη των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων θα σπά­σει το “κέ­λυ­φος” των κα­πι­ταλι­στι­κών πα­ρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων, κα­θι­στώ­ντας α­να­γκαί­α τη με­τά­βα­ση σε έ­να “α­νώ­τε­ρο στά­διο κοι­νω­νι­κής α­νά­πτυ­ξης”. Η “ε­πα­να­στα­τι­κή μα­μή”, που πά­ντο­τε έρ­χε­ται α­κά­λε­στη, θα ξε­γεν­νή­σει τε­λι­κώς μιαν α­τα­ξι­κή-α­ε­θνι­κή-α­κρα­τι­κή κοι­νω­νί­α. Κι αυ­τό, εί­τε το θέ­λου­με εί­τε ό­χι. Η μεσ­σια­νι­κή κοι­νω­νία θα εί­ναι μια τε­χνο­λο­γι­κή κοι­νω­νί­α. Η Ε­πι­στή­μη και η Τε­χνο­λο­γί­α θα έ­χουν λύ­σει ό­λα τα προ­βλή­μα­τα. Στον τε­χνο­λο­γι­κό πα­ρά­δει­σο θα έ­χει πραγ­μα­τω­θεί πλή­ρως το νε­ω­τε­ρι­κό ι­δα­νι­κό της “κοι­νω­νί­ας – παι­δι­κής χα­ράς”: Οι άν­θρω­ποι θα εί­ναι ε­κεί κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό α­νέ­με­λα παι­διά. Αν θέ­λουν να ερ­γάζο­νται, θα ερ­γά­ζο­νται. Αλ­λά μάλ­λον δεν θα χρειά­ζε­ται. Αν θέ­λουν να ψα­ρεύ­ουν, θα ψα­ρεύ­ουν. Θα κά­νουν κρι­τι­κή, θα παί­ζουν κ.λπ. κ.λπ. Θα τα ε­πι­τρέ­πει ό­λα αυ­τά η τε­χνο­λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη, για­τί θα έ­χει ε­ξα­σφα­λί­σει υ­περ­πλε­ό­να­σμα α­γαθών, αρ­κε­τών για ό­λους. Κα­τάλ­λη­λες μη­χα­νές θα πα­ρά­γουν ό,τι χρεια­ζό­μα­στε και σε ό­ση πο­σό­τη­τα το θέ­λου­με. Μια τέ­τοια μη­χα­νή θα ή­ταν π.χ. ο “κομ­μου­νιστι­κός φούρ­νος”, που έ­φερ­ναν σαν πα­ρά­δειγ­μα σε κά­ποιον α­πό τους τό­μους της Α­κα­δη­μί­ας Ε­πι­στη­μών της Ε.Σ.Σ.Δ. τη δε­κα­ε­τί­α του 1960: α­πό τη μια με­ριά συλ­λέγει τις η­λια­κές α­κτί­νες και α­πό την άλ­λη βγά­ζει λα­χτα­ρι­στές φρα­ντζό­λες. Α­κό­μα πιο εκ­πλη­κτι­κές εί­ναι οι μη­χα­νές που πε­ριέ­γρα­φαν, τό­τε και σή­με­ρα, οι α­με­ρι­κα­νι­κές ε­κλα­ϊ­κεύ­σεις του τε­χνο­λο­γι­κού μεσ­σια­νι­σμού. Με την κατάρ­ρευ­ση του υ­παρ­κτού σο­σια­λι­σμού, ο τε­χνο­λο­γι­κός μεσ­σια­νι­σμός δέ­χτηκε ι­σχυ­ρό­τα­το πλήγ­μα. Ε­φτά­ψυ­χος ό­μως, συ­νήλ­θε γρή­γο­ρα και με το “τρί­το κύ­μα”, την “κοι­νω­νί­α της πλη­ρο­φο­ρί­ας”, την “πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση”, τα χρη­μα­τι­στή­ρια κ.τ.τ. ε­πα­νήλ­θε δρι­μύ­τε­ρος. Πη­γή του εί­ναι φυ­σι­κά η Α­με­ρική. Και ό­λοι αυ­τοί οι α­να­ρίθ­μη­τοι α­φε­λείς, στην Ευ­ρώ­πη και στον Τρί­το Κόσμο, οι ο­ποί­οι ό­ψι­μα α­να­κά­λυ­ψαν την Α­με­ρι­κή.
Ο τε­χνο­λο­γι­κός μεσ­σια­νι­σμός α­πο­τε­λεί εξ αρ­χής τον πυ­ρή­να του νε­ω­τε­ρι­κού πνεύ­μα­τος. Εί­ναι η πί­στη ό­τι η τε­χνο­λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη θα ο­δη­γή­σει α) στην εξί­σω­ση των προ­σβά­σε­ων στη γνώ­ση (θα μα­θαί­νεις ό,τι θέ­λεις, “πα­τώ­ντας έ­να κου­μπί”) και β) στην “κοι­νω­νί­α της α­φθο­νί­ας”, με ό­λα τα α­γα­θά “προσι­τά στους πά­ντες”. Πα­ρά τα μυ­θο­λο­γού­με­να για την “α­θρη­σκευ­τι­κό­τη­τά” του, ο νε­ω­τε­ρι­κός άν­θρω­πος εί­ναι βα­θύ­τα­τα θρη­σκευ­τι­κός. Η νε­ω­τε­ρι­κότη­τα έ­χει το ι­σχυ­ρό­τε­ρο και το πιο πλή­ρες σύ­στη­μα θρη­σκεί­ας που έ­χει φα­νεί στην ι­στο­ρί­α. Με βα­θιά πί­στη. Τε­ρά­στιο, αλ­λά προ­πα­ντός, εκ­πλη­κτι­κού κύ­ρους ιε­ρα­τεί­ο (κά­θε λο­γής “ει­δι­κών”). Πάν­δη­μη δη­μό­σια λα­τρεί­α (στα πο­λυ­κα­τα­στή­μα­τα και στην τη­λε­ό­ρα­ση). Η θρη­σκεί­α αυ­τή εί­ναι ο τε­χνο­λογι­κός μεσ­σια­νι­σμός. Η πί­στη ό­τι η Ε­πι­στή­μη και η Τε­χνο­λο­γί­α θα λύ­σουν όλα τα προ­βλή­μα­τα και θα φέ­ρουν στον άν­θρω­πο την ευ­τυ­χί­α. Ε­ξα­κο­λου­θεί να εί­ναι η κυ­ρί­αρ­χη λα­ϊ­κή θρη­σκεί­α και στη ση­με­ρι­νή με­τα­μο­ντέρ­να φά­ση της νεω­τε­ρι­κό­τη­τας. Έ­χει α­φο­μοιώ­σει κά­θε προ­γε­νέ­στε­ρη μορ­φή μεσ­σια­νι­σμού και κα­θο­ρί­ζει το πνεύ­μα της “Νέ­ας Ε­πο­χής”. Η “θε­ο­λο­γί­α” της θα μπορού­σε να συ­νο­ψι­στεί στα ε­ξής: Ή­ταν α­νά­γκη να πε­ρά­σει ο άν­θρω­πος α­πό την κόλα­ση της δου­λεί­ας, της φε­ου­δαρ­χί­ας, του κα­πι­τα­λι­σμού, των ά­πει­ρων σφα­γών, για να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί η οι­κο­νο­μι­κή συσ­σώ­ρευ­ση που θα κα­θι­στού­σε δυ­να­τή την Τε­χνο­λο­γί­α. Ή­ταν μέ­σα στο “Μυ­στι­κό Σχέ­διο” του Θε­ού (ή του Λό­γου, της Ι­στο­ρί­ας, της Τύ­χης ή της Α­νά­γκης). Και ε­πει­δή η Τε­χνο­λο­γί­α εί­ναι γέν­νημα του χρι­στια­νι­κού πο­λι­τι­σμού, της “ε­πο­χής των Ι­χθύ­ων”, οι “χρι­στια­νοί” μας εί­ναι δια­τε­θει­μέ­νοι να δε­χθούν ό­τι α­κό­μα και η εν­σάρ­κω­ση του Υ­ιού του Θε­ού έ­γι­νε για να υ­πη­ρε­τή­σει τον τε­χνο­λο­γι­κό σκο­πό του “Θε­ϊ­κού Σχε­δί­ου”, δη­λα­δή την έ­λευ­ση της “ε­πο­χής του Υ­δρο­χό­ου”, της ε­πο­χής του τε­χνο­λο­γι­κού πα­ρα­δεί­σου.
Τα δε­δο­μέ­να του 20ού αιώ­να έ­δει­ξαν, ω­στό­σο, ό­τι κά­θε αύ­ξη­ση και γε­νί­κευ­ση των αλ­λα­γών στην τε­χνο­λο­γι­κή υ­πο­δο­μή της κοι­νω­νί­ας, των αλ­λα­γών που εί­χαν θε­τι­κές ε­πι­πτώ­σεις στην ε­πι­βί­ω­ση, ε­ξα­νε­μί­ζο­νται α­πό την αύ­ξη­ση του πληθυ­σμού, που αυ­τές προ­κα­λούν. Α­πό πλευ­ράς πο­σο­στού συμ­με­το­χής στα δια­θέ­σιμα α­γα­θά και στην υ­πάρ­χου­σα γνώ­ση, η νέ­α πλειο­νό­τη­τα πα­ρα­μέ­νει στο ί­διο και χει­ρό­τε­ρο πο­σο­στό με την προ­η­γού­με­νη. Ο κα­τά κε­φα­λήν ά­νι­σος λό­γος της συμ­με­το­χής στον κοι­νω­νι­κό πλού­το κα­θό­λου δεν βελ­τιώ­νε­ται, ό­πως έ­χουν δείξει άλ­λω­στε και τα στοι­χεί­α του Ο­Η­Ε για την ε­ξέ­λι­ξη της κοι­νω­νι­κής α­νι­σότη­τας. Το “αί­τιο”, που υ­πο­τί­θε­ται ό­τι α­πο­κλεί­ει την “ο­πι­σθο­δρό­μη­ση”, α­πο­κλεί­ει εξ ί­σου και την “πρό­ο­δο”, δυ­να­μι­τί­ζο­ντας τον ί­διο τον θε­ω­ρη­τι­κό πυ­ρή­να του τε­χνο­λο­γι­κού μεσ­σια­νι­σμού. Αλ­λά ποιος σκο­τί­ζε­ται για τέ­τοια δε­δο­μέ­να;
Βε­βαί­ως, αν δεν υ­πήρ­χε πρό­ο­δος, δεν θα εί­χα­με με­τά­βαση α­πό τον κο­λε­κτι­βι­στι­κό στον α­το­μο­κε­ντρι­κό πο­λι­τι­σμό, α­πό τον Δού­λο στον Μι­σθω­τό. Ού­τε α­πό τον Μι­σθω­τό στον Φί­λο. Η μεσ­σια­νι­κή ελ­πί­δα παίρ­νει διάφο­ρες φα­ντα­στι­κές μορ­φές, μια α­πό τις ο­ποί­ες εί­ναι και η τε­χνο­λο­γι­κή. Παρα­πέ­μπει σε κά­τι ε­φι­κτό, το ο­ποί­ο δεν έ­χει ό­μως κα­μιά σχέ­ση με τις εν λό­γω μορ­φές. Η πρό­ο­δος εί­ναι δυ­να­τή, αλ­λά σε τε­λεί­ως άλ­λο ε­πί­πε­δο. Σύμ­φω­να με την τρια­δι­κή πα­ρά­δο­ση, α­πό την ο­ποί­α α­ντλού­με ε­δώ, η μό­νη πρό­ο­δος που μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει εί­ναι η αν­θρω­πο­λο­γι­κή: Δού­λος, Μι­σθω­τός, Φί­λος. Η πρό­ο­δος εί­ναι ι­δέ­α του Προ­σώ­που, την ο­ποί­α το Ά­το­μο και ο Δού­λος την προ­σαρ­μό­ζουν στο δι­κό τους φα­ντα­σια­κό, α­πο­μα­κρύ­νο­ντάς την α­πό το πραγ­μα­τι­κό της περιε­χό­με­νο. Ας δού­με πώς αυ­τό γί­νε­ται στην ε­βρα­ϊ­κή, την ελ­λη­νι­κή και τη νε­ωτε­ρι­κή πε­ρί­πτω­ση.

2. Ο ε­βρα­ϊ­κός ι­στο­ρι­κι­σμός

Ο ε­βρα­ϊ­κός πο­λι­τι­σμός εί­ναι ο πιο ε­ξε­λιγ­μένος κο­λε­κτι­βι­στι­κός πο­λι­τι­σμός για­τί μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει και χω­ρίς πο­λι­τική ε­ξου­σια­στι­κή πυ­ρα­μί­δα. Του αρ­κεί η αυ­θε­ντί­α του Νό­μου. Η με­λέ­τη του κολε­κτι­βι­σμού αυ­τού θα βο­η­θού­σε πο­λύ την εξ α­ντι­δια­στο­λής κα­τα­νό­η­ση της ανθρω­πο­λο­γί­ας των α­το­μι­κι­στι­κών πο­λι­τι­σμών.
Στο κέ­ντρο της προ­σω­πι­κής και της συλ­λο­γι­κής ζω­ής του ιου­δαί­ου βρί­σκε­ται ο Νό­μος και κά­θε πτυ­χή της ρυθ­μί­ζε­ται α­πό τις δια­τάξεις του. Δεν έ­χου­με πα­ρά να τη­ρή­σου­με τις Ε­ντο­λές. Οι Ε­ντο­λές δεν εί­ναι μόνο Δέ­κα, αλ­λά ε­ξει­δι­κεύ­ο­νται σε α­να­ρίθ­μη­τες άλ­λες. Κι αν δη­μιουρ­γού­νται ασά­φειες υ­πάρ­χουν οι αρ­μό­διοι ερ­μη­νευ­τές, έ­τοι­μοι πά­ντο­τε για μια α­πε­ριόρι­στη ε­ξει­δί­κευ­ση της νο­μι­κής κα­ζου­ι­στι­κής (πε­ρι­πτω­σιο­λο­γί­ας). Ο πι­στός ιου­δαί­ος εί­ναι ο “Δού­λος του Νό­μου”. Πα­ρα­δό­ξως ό­μως ο άν­θρω­πος αυ­τός δεν έ­χει μια στα­τι­κή – κυ­κλι­κή α­ντί­λη­ψη του χρό­νου. Ο χρό­νος του εί­ναι ευθύ­γραμ­μος: έ­χει αρ­χή και α­να­με­νό­με­νο τέ­λος-σκο­πό. Εί­ναι χρό­νος ι­στο­ρι­κός. Με­τρά­ει α­πό “κτί­σε­ως κό­σμου”. Κα­τα­γρά­φει με σχο­λα­στι­κό­τη­τα τη διαδο­χή των γε­νε­ών, ση­μειώ­νει τα γε­γο­νό­τα που θε­ω­ρού­νται ση­μα­ντι­κά για τη συλλο­γι­κή ζω­ή και α­να­μέ­νει τον Βα­σι­λιά-Μεσ­σί­α, που θα κα­τα­στή­σει τον ε­βρα­ϊκό λα­ό κυ­ρί­αρ­χο των ε­θνών. Έ­χου­με έ­τσι σα­φώς μια α­ντί­λη­ψη προ­ό­δου. Αυ­τό όμως που “προ­ο­δεύ­ει” στον χρό­νο δεν εί­ναι ο με­μο­νω­μέ­νος-συ­γκε­κρι­μέ­νος άν­θρω­πος, αλ­λά ο ε­βρα­ϊ­κός Λα­ός, έ­να συλ­λο­γι­κό υ­πο­κεί­με­νο. Η πρό­ο­δος θα κα­τα­λή­ξει σε μια α­πο­φα­σι­στι­κή αλ­λα­γή στις σχέ­σεις του με τα έ­θνη (κυ­ριαρχί­α επ’ αυ­τών). Δεν πα­ρα­πέ­μπει, ε­πο­μέ­νως, σε κά­ποια έν­νοια αν­θρω­πο­λο­γικής ε­ξε­λί­ξε­ως. Έ­χου­με έ­τσι, στην πε­ρί­πτω­ση των Ε­βραί­ων, έ­να κο­λε­κτι­βι­στικό έ­θνος, που έ­χει πε­τύ­χει τη συλ­λο­γι­κή ε­ξα­το­μί­κευ­σή του, τη με­τα­τρο­πή του α­πό “έ­θνος καθ’ ε­αυ­τό” σε “έ­θνος για τον ε­αυ­τό του”, χω­ρίς να μπει κα­θό­λου στο στά­διο της αν­θρω­πο­λο­γι­κής ε­ξα­το­μί­κευ­σης. Ο ε­βρα­ϊ­κός λα­ός γί­νε­ται έ­θνος α) χά­ρη στην α­πο­κλει­στι­κή-προ­νο­μια­κή σχέ­ση του με τον Έ­να Θεό του, β) χά­ρη στα κλη­ρο­νο­μι­κά του δι­καιώ­μα­τα α­πο­κλει­στι­κό­τη­τας πά­νω στη σχέ­ση αυ­τή, και γ) χά­ρη στην ε­σχα­το­λο­γι­κή (ι­στο­ρι­κή) προ­ο­πτι­κή-ο­λο­κλή­ρω­σή της.
Πρέ­πει να ση­μειώ­σου­με και την πα­ρα­δο­ξό­τη­τα του ε­βρα­ϊ­κού κο­λε­κτι­βι­σμού, για­τί έ­χει δύ­ο μεσ­σια­νι­κές πα­ρα­δό­σεις: την κυ­ρί­αρ­χη κο­λε­κτι­βι­στι­κή (περι­μέ­νει βα­σι­λιά-Μεσ­σί­α) και μια πε­ρι­θω­ρια­κή προ­σω­πο­κε­ντρι­κή, στο πε­ρι­βάλλον της ο­ποί­ας θα γεν­νη­θεί ο Ι­η­σούς Χρι­στός.

3. Ο αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κός βιο­κε­ντρι­σμός

Ο α­το­μι­κι­στι­κός ελ­λη­νι­κός πο­λι­τι­σμός, α­ντι­θέτως, δεν έ­χει κα­μιά α­ντί­λη­ψη συλ­λο­γι­κής προ­ό­δου. Η συλ­λο­γι­κή ε­ξα­το­μί­κευση των Ελ­λή­νων σε έ­θνος δεν ο­φεί­λε­ται σε κά­ποιας μορ­φής μο­νο­θε­ϊ­σμό, ού­τε στην ε­γκα­θί­δρυ­ση κλη­ρο­νο­μι­κών δι­καιω­μά­των πά­νω σε μια πνευ­μα­τι­κή πα­ράδο­ση. Ο­φεί­λε­ται στην αν­θρω­πο­λο­γι­κή τους ε­ξα­το­μί­κευ­ση, που τους δια­φο­ρο­ποιεί τε­λεί­ως. Σε α­ντί­θε­ση με ό­λους τους άλ­λους που εί­ναι λα­οί υ­πη­κό­ων, οι Έλ­λη­νες εί­ναι έ­θνος ε­ταί­ρων (ε­λευ­θέ­ρων α­τό­μων).
Για τον ο­λυ­μπια­κό πο­λυ­θε­ϊ­σμό μπο­ρούν να γί­νουν διά­φο­ρες υ­πο­θέ­σεις. Ας σημειώ­σου­με δύ­ο: α) Εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα συ­γκα­τοί­κη­σης θε­ών που α­ντι­στοι­χούν ο κα­θέ­νας σε δια­φο­ρε­τι­κή ψη­φί­δα του φυ­λε­τι­κού μω­σα­ϊ­κού, που μι­λά τις διαλέ­κτους της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας και παίρ­νει μέ­ρος στον Τρω­ι­κό Πό­λε­μο και αργό­τε­ρα στους Ο­λυ­μπια­κούς α­γώ­νες. β) Εί­ναι με­τα­φυ­σι­κή προ­βο­λή των πολ­λαπλών α­ντι­φα­τι­κών και α­πό δια­φο­ρε­τι­κές πλευ­ρές συ­ντε­λού­με­νων κρυ­σταλ­λώσε­ων-μορ­φο­ποι­ή­σε­ων της προ­ελ­λη­νι­κής ψυ­χής, κα­θώς αυ­τή βγαί­νει α­πό την κολε­κτι­βι­στι­κή α­μορ­φί­α και μπαί­νει στον δρό­μο της ελ­λη­νι­κής ε­ξα­το­μί­κευ­σης. Ό­πως κι αν έ­χει το πράγ­μα, το σί­γου­ρο εί­ναι ό­τι οι κά­τοι­κοι του Ο­λύ­μπου εί­ναι Ά­το­μα. Η κοι­νό­τη­τά τους κά­θε άλ­λο πα­ρά κο­λε­κτι­βι­στι­κή εί­ναι. Η συλ­λογι­κή ε­ξα­το­μί­κευ­ση, έ­να­ντι των άλ­λων λα­ών, προ­ερ­χό­με­νη α­πό την αν­θρω­πο­λογι­κή ε­ξα­το­μί­κευ­ση, δεν χρειά­ζε­ται τη σχέ­ση με έ­ναν α­πο­κλει­στι­κό θε­ό για να συ­γκρο­τη­θεί, αν και βε­βαί­ως το πο­λυ­πρό­σω­πο της θε­ό­τη­τας συ­ντη­ρεί, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί ο Ζα­μπέ­λιος, τον το­πι­κι­σμό και, α­πό έ­να ση­μεί­ο και πέ­ρα, γί­νε­ται τρο­χο­πέ­δη, ό­χι μό­νο για την πε­ραι­τέ­ρω αν­θρω­πο­λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη και οι­κου­μενι­κή ε­ξά­πλω­ση του Ελ­λη­νι­σμού αλ­λά και για την ί­δια την πρό­ο­δο της ε­θνι­κής-κοι­νω­νι­κής συ­νά­φειας και συ­νο­χής του.
Δεν έ­χου­με στην ελ­λη­νι­κή πε­ρί­πτω­ση αί­σθη­ση του συλ­λο­γι­κού χρό­νου, ως ι­στο­ρι­κού χρό­νου. Ο ι­στο­ρι­κός χρό­νος εί­ναι ε­δώ κυ­κλι­κός, ό­πως και ο κο­σμι­κός χρό­νος. Η σύ­μπτω­ση ό­μως με τους πα­γα­νι­στι­κούς κο­λε­κτι­βι­στι­κούς πο­λι­τισμούς, ως προς την α­νι­στο­ρι­κό­τη­τα, την κυ­κλι­κή α­ντί­λη­ψη για τον χρό­νο, εί­ναι α­πα­τη­λή, για­τί ο χρό­νος του α­το­μι­κού βί­ου δεν εί­ναι κα­θό­λου κυ­κλι­κός. Εμπε­ριέ­χει σα­φώς την έν­νοια της προ­ό­δου-προ­κο­πής, για­τί α­πο­σκο­πεί σε έ­να ανθρω­πο­λο­γι­κό πρό­τυ­πο: αυ­τό του κα­λού και α­γα­θού αν­δρός, ο ο­ποί­ος συν­δυάζει αν­δρεί­α, φρό­νη­ση και σω­φρο­σύ­νη και εί­ναι ε­σω­τε­ρι­κά δί­καιος. Ο χρό­νος του βί­ου διέ­πε­ται α­πό την ε­ξε­λι­κτι­κή-προ­ο­δευ­τι­κή ι­δέ­α της προ­κο­πής, ως καλλιέρ­γειας της α­ρε­τής, που κά­νει τον άν­θρω­πο υ­πεύ­θυ­νο πο­λί­τη: Ά­το­μο. Ε­ξε­λι­κτι­κή στο α­το­μι­κό ε­πί­πε­δο, η α­ντί­λη­ψη της προ­ό­δου έ­χει λοι­πόν ε­δώ σα­φώς αν­θρω­πο­λο­γι­κό πε­ριε­χό­με­νο και μά­λι­στα ε­ξα­το­μι­κευ­τι­κό, δια­μορ­φω­τικό α­το­μο­κε­ντρι­κής και ό­χι κο­λε­κτι­βι­στι­κής κοι­νω­νί­ας.
Ό­που στους κο­λε­κτι­βι­στι­κούς πο­λι­τι­σμούς της Α­να­το­λής, ό­πως π.χ. στον ιν­δου­ι­σμό και στον βου­δι­σμό, έ­χου­με α­ντί­λη­ψη α­το­μι­κής προ­κο­πής, αυ­τή έ­χει εξω­κοι­νω­νι­κή προ­ο­πτι­κή. Ο άν­θρω­πος πρέ­πει ε­κεί να βελ­τιώ­νε­ται, για να έ­χει μια κα­λύ­τε­ρη με­τεμ­ψύ­χω­ση. Στό­χος της βου­δι­στι­κής α­το­μι­κής τε­λειο­ποί­ησης δεν εί­ναι η α­νά­πτυ­ξη της α­το­μι­κό­τη­τας αλ­λά η ε­ξά­λει­ψή της.

4. Ο τρισ­διά­στα­τος χρό­νος του Προ­σώ­που

Με τη με­τά­βα­ση του ελ­λη­νι­κού Α­τό­μου στο στά­διο του Προ­σώ­που έ­χου­με την εμ­φά­νι­ση μιας άλ­λης α­ντί­λη­ψης για τον χρό­νο, η οποί­α θα μπο­ρού­σε να προ­σεγ­γι­στεί α­πλου­στευ­τι­κά ως “σύν­θε­ση” ελ­λη­νικής και ε­βρα­ϊ­κής.
Λό­γω της πα­ρα­δο­χής α­το­μι­κής και συλ­λο­γι­κής ταυ­τό­τη­τας, η πρό­ο­δος εί­ναι και α­το­μι­κή και συλ­λο­γι­κή “ταυ­τό­χρο­να”. Προ­κό­βο­ντας το ά­το­μο, προ­κό­βει και η κοι­νό­τη­τα και α­ντι­στρό­φως. Ε­ντασ­σό­με­νη στην προ­ο­πτι­κή του Προ­σώπου, η ελ­λη­νι­κή α­ντί­λη­ψη για τον υ­παρ­ξια­κό (α­το­μι­κό) χρό­νο α­να­και­νί­ζε­ται, ενώ η α­ντί­λη­ψη για την κυ­κλι­κό­τη­τα του ι­στο­ρι­κού (συλ­λο­γι­κού) χρό­νου ε­γκατα­λεί­πε­ται και α­ντι­κα­θί­στα­ται α­πό κεί­νη του ε­σχα­το­λο­γι­κού ι­στο­ρι­κού (συλ­λο­γι­κού) χρό­νου, τις κα­τα­βο­λές της ο­ποί­ας τις βρί­σκου­με στην ε­βρα­ϊ­κή προ­φη­τι­κή πα­ρά­δο­ση. Η νέ­α α­ντί­λη­ψη για τον χρό­νο, η ελ­λη­νο-χρι­στια­νι­κή, εί­ναι η α­ντί­λη­ψη του Προ­σώ­που. Ε­λά­χι­στα ό­μως πράγ­μα­τα μπο­ρού­με να πού­με γι’ αυ­τήν, ε­πει­δή πε­ρι­λαμ­βά­νει την ε­μπει­ρί­α της “αιω­νιό­τη­τας”. Μι­λώντας με ό­ρους της α­το­μι­κι­στι­κής νο­η­τι­κής βαθ­μί­δας, θα α­πο­δί­δα­με τον χρόνο του Προ­σώ­που ως α­το­μι­κό και συλ­λο­γι­κό “συγ­χρό­νως”. Αλ­λά αυ­τό το “συγ­χρό­νως” πώς να γί­νει κα­τα­νο­η­τό; Αυ­τό που κα­θι­στά α­κα­τα­νό­η­το για το Άτο­μο τον προ­σω­πο­κε­ντρι­κό χρό­νο εί­ναι η ι­διό­τη­τά του να “ε­κρή­γνυ­ται” στην “αιω­νιό­τη­τα”, ή αλ­λιώς το γί­γνε­σθαι να “εκ­βάλ­λει” στο “εί­ναι”, κά­θε φο­ρά που το πα­ρόν “αγ­γί­ζει” τα “έ­σχα­τα”. Ο “ε­κρηγνυό­με­νος” σπει­ρο­ει­δής-κυ­λιν­δρο­ει­δής ι­στο­ρι­κός χρό­νος εί­ναι ε­σχα­τολο­γι­κός. Το τέ­λος-σκο­πός, η Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α και η συν­δε­δε­μέ­νη μ’ αυ­τήν γενι­κή Α­νά­στα­ση-α­να­καί­νι­ση του κό­σμου, δεν εί­ναι γε­γο­νός εν­δο­ϊ­στο­ρι­κό, ό­πως στην ε­βρα­ϊ­κή α­ντί­λη­ψη, αλ­λά “με­τα­ϊ­στο­ρι­κό”. Η “θέ­ω­ση”, ως “σημεί­ο το­μής” της προ­σω­πι­κής και της συλ­λο­γι­κής “θε­ώ­σε­ως”, το ο­ποί­ο επι­τυγ­χά­νε­ται κα­τά τη “Θεί­α Λει­τουρ­γί­α”, πα­ρα­μέ­νει α­πλώς “πρό­γευση των ε­σχά­των”. Η “ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη” και “ο­ρι­στι­κή” θέ­ω­ση θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί ό­ταν έλ­θει το “πλή­ρω­μα του χρό­νου”. Ό­ταν θα έ­χει α­πο­πε­ρατω­θεί η πραγ­μα­το­ποί­η­ση του “θε­ϊ­κού σχε­δί­ου”.
Προ­σπά­θη­σα να πα­ρου­σιά­σω στην Έ­κλει­ψη του Υ­πο­κει­μέ­νου μια ε­κλο­γικευ­μέ­νη δια­τύ­πω­ση του προ­σω­πο­κε­ντρι­κού χρό­νου, ως τρισ­διά­στα­του “σπειρο­ει­δούς-κυ­λιν­δρι­κού” συ­νε­χούς, αλ­λά, ε­νώ τυ­πι­κά μου φαί­νε­ται σω­στή, δεν νο­μί­ζω ό­τι βο­η­θά ι­διαί­τε­ρα στην κα­τα­νό­η­ση. Ου­σια­στι­κά, δεν ξέ­ρου­με πώς βιώ­νει και πώς α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τον χρό­νο το Πρό­σω­πο. Ί­σως μπο­ρού­με να μαντέ­ψου­με τι ση­μαί­νει στε­ρε­ο­με­τρι­κός χρό­νος (α­το­μι­κός-συλ­λο­γι­κός “συγ­χρό­νως”), αν σκε­φθού­με α) ό­τι μι­λά­με για ταυ­τό­χρο­νη ε­ξέ­λι­ξη-προ­κο­πή και στο υ­παρ­ξια­κό και στο ι­στο­ρι­κό πε­δί­ο, β) ό­τι η “πη­γή της ρο­ής” του χρό­νου βρί­σκε­ται στο μέλ­λον και ό­χι στο πα­ρελ­θόν και γ) ό­τι το εί­δος της προ­σω­πι­κής ε­νέρ­γειας που την “πα­ρά­γει” εί­ναι η α­με­ρό­λη­πτη Α­γάπη. Με άλ­λα λό­για: εί­ναι ο χρό­νος του αν­θρώ­που, ο ο­ποί­ος α­γα­πά με τον τρό­πο που α­γα­πά ο τρια­δι­κός Θε­ός. Οι δια­τυ­πώ­σεις αυ­τές και πά­λι δεν λέ­νε πολ­λά πράγ­μα­τα. Υ­πο­θέ­του­με ό­τι η κα­τα­νό­η­ση εί­ναι δύ­σκο­λη ε­πει­δή ό­λα αυ­τά α­ντι­στοι­χούν σε ε­μπει­ρί­ες μιας αν­θρω­πο­λο­γι­κής βαθ­μί­δας και ε­νός πο­λι­τι­σμού ανώ­τε­ρου α­πό τον δι­κό μας.

5. Η νε­ω­τε­ρι­κή ε­σχα­το­λο­γί­α

Η α­ντί­λη­ψη του νε­ω­τε­ρι­κού Α­τό­μου για τον χρόνο δεν εί­ναι ού­τε η α­ντί­λη­ψη του Προ­σώ­που ού­τε ε­κεί­νη της ελ­λη­νι­κής ε­ξα­τομί­κευ­σης. Ο νε­ω­τε­ρι­κός α­το­μι­κός χρό­νος έ­χει ε­ξε­λι­κτι­κή κα­τεύ­θυν­ση, αλ­λά α) δια­με­τρι­κά α­ντί­θε­τη α­πό την ελ­λη­νι­κή, ε­νώ β) ο συλ­λο­γι­κός χρό­νος γί­νε­ται α­ντι­λη­πτός ως ε­σχα­το­λο­γί­α ιου­δα­ϊ­κού τύ­που.
Οι φρα­γκο­τεύ­το­νες, πρό­γο­νοι του νε­ω­τε­ρι­κού Α­τό­μου, δεν ή­ταν σε θέ­ση να προ­σλά­βουν την ε­λλη­νι­κή χρι­στια­νι­κή α­ντί­λη­ψη για τον χρό­νο και τη με­τέ­τρεψαν σε ε­σχα­το­λο­γί­α ε­βρα­ϊ­κού τύ­που. Ε­πί πλέ­ον, με το μέλ­λον εί­χαν και ε­ξα­κολου­θούν να έ­χουν ει­δι­κό πρό­βλη­μα, που δεν μας παίρ­νει να το α­να­λύ­σου­με ε­δώ, έ­να πρό­βλη­μα που τους κά­νει ευά­λω­τους στον χι­λια­σμό. Στη Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σία εί­δαν την έ­λευ­ση ε­νός ε­βρα­ϊ­κού Μεσ­σί­α, ο ο­ποί­ος θα ε­γκαι­νιά­σει έ­να στάδιο ι­στο­ρι­κό. Το α­νώ­τε­ρο βε­βαί­ως και τε­λευ­ταί­ο. Έ­τσι ό­ταν ο θρί­αμ­βος της εξα­το­μί­κευ­σης έ­φε­ρε την α­να­τρο­πή της κυ­ριαρ­χί­ας του κο­λε­κτι­βι­στι­κού χριστια­νι­σμού στη Δύ­ση, πέ­ρα­σαν, χω­ρίς κα­μιά ι­διαί­τε­ρη προ­σπά­θεια, στον κοινω­νι­κό ου­το­πι­σμό. Ο πα­ρά­δει­σος θα έλ­θει, α­να­πό­φευ­κτα, μέ­σω της τε­χνι­κής προ­ό­δου και της πο­λι­τι­κής. Αυ­τός εί­ναι η νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα, το βα­σί­λειο της Λογι­κής, η εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη εκ­δο­χή της ε­σχα­το­λο­γι­κής χι­λιε­τί­ας. “Στη χριστια­νι­κή Δύ­ση οι ‘νε­ώ­τε­ροι χρό­νοι’ σή­μαι­ναν τους ε­πι­κεί­με­νους αιώ­νες του μέλ­λο­ντος που θα αρ­χί­σουν μό­νο με τη Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α (…) Α­ντί­θε­τα, η κο­σμική έν­νοια της νε­ώ­τε­ρης ε­πο­χής εκ­φρά­ζει την πε­ποί­θη­ση ό­τι το μέλ­λον έ­χει ή­δη αρ­χί­σει.”1 Ε­μπε­δω­μέ­νη πο­λύ­πλευ­ρα, η εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη αυ­τή ε­σχα­το­λο­γί­α θα με­τα­τρα­πεί α­πό τους Χέγκελ και Μαρ­ξ σε ε­πι­βλη­τι­κό ι­στο­ρι­κι­στι­κό με­γα­θή­ριο.
Στην ύ­παρ­ξη “θε­ϊ­κού σχε­δί­ου” πί­στευαν και οι Έλ­λη­νες χρι­στια­νοί αλλά το θε­ω­ρού­σαν α­νε­ξι­χνί­α­στο. Πί­στευαν ό­τι το θε­ϊ­κό σχέ­διο δεν μπο­ρεί να συλ­λη­φθεί α­πό την αν­θρώ­πι­νη λο­γι­κή. Πε­πει­σμέ­νοι ό­τι κά­θε προ­σπά­θεια “σύλ­λη­ψης” του “θε­ϊ­κού σχε­δί­ου” κα­τα­λή­γει σε α­νο­η­σί­α και σε βλά­σφημη α­πό­δο­ση του ι­στο­ρι­κού κα­κού στον Θε­ό, δεν α­σχο­λή­θη­καν με το θέ­μα. Δεν είχε ό­μως την ί­δια ε­πι­φυ­λα­κτι­κή α­ντί­λη­ψη η χρι­στια­νι­κή Δύ­ση, η ο­ποί­α σπούδα­ζε τη ratio σαν δρό­μο για τη γνώ­ση της “θεί­ας ου­σί­ας”: Αν ο Θε­ός εί­ναι Νους, τό­τε το σχέ­διό Του εί­ναι λο­γι­κό. Πε­ρί­πλο­κο μεν αλ­λά λο­γι­κό. Δη­λα­δή κατ’ αρ­χήν κα­τα­νο­ή­σι­μο και ά­ρα α­πει­κο­νί­σι­μο σε έ­να λο­γι­κό διά­γραμ­μα. Α­πό μια τέ­τοια βά­ση ξε­κί­νη­σαν στη Δύ­ση ό­λες οι προ­σπά­θειες να συλ­λη­φθεί η “κρυμ­μέ­νη λο­γι­κή της Ι­στο­ρί­ας” και να δια­τυ­πω­θεί ως θε­ω­ρί­α κοι­νω­νικής προ­ό­δου μέ­σα α­πό στά­δια. Έ­τσι δεν εί­ναι λί­γοι αυ­τοί που κα­τά και­ρούς έβα­λαν τον ε­αυ­τό τους στη θέ­ση του Θε­ού και πί­στε­ψαν ό­τι “συ­νέ­λα­βαν” τη σο­φί­α του, για να γί­νουν τε­λι­κώς “νού­με­ρο”. Κο­ρυ­φαί­οι α­νά­με­σά τους οι φι­λό­σο­φοι στους ο­ποί­ους και α­να­φερ­θή­κα­με. Με­τά το φιά­σκο του μαρ­ξι­στι­κού “ε­πι­στη­μο­νι­κού” προ­φη­τι­σμού δε­χό­μα­στε, ε­πί τέ­λους σή­με­ρα (: με­τα­μοντέρ­να θέ­ση), ό­τι η δυ­να­μι­κή της ι­στο­ρί­ας εί­ναι “χα­ο­τι­κή”, δη­λα­δή μη γραμ­μι­κή, μη α­πει­κο­νί­σι­μη με ό­ρους ντε­τερ­μι­νι­στι­κής λο­γι­κής και θε­ω­ρί­ας συ­στη­μά­των.
Η νε­ω­τε­ρι­κή ε­σχα­το­λο­γί­α προσ­δί­δει, λοι­πόν, στον χρό­νο σα­φώς ε­ξε­λι­κτι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Τον νο­η­μα­τί­ζει ως διαρ­κή ε­μπλου­τι­σμό του συλ­λο­γι­κού, ως διαρ­κή αύ­ξη­ση της ι­κα­νό­τη­τάς του “να α­πα­ντά στις προ­κλή­σεις”. Ή πιο χα­ρα­κτηρι­στι­κά: να “λύ­νει τα προ­βλή­μα­τα”. Να “λύ­νει” την “α­ντί­θε­ση” α­νά­με­σα στον άν­θρω­πο και στη φύ­ση, α­πό την ο­ποί­α θε­ω­ρεί­ται ό­τι, σε “τε­λευ­ταί­α α­νά­λυ­ση”, πη­γά­ζουν ό­λες οι εν­δο­κοι­νω­νι­κές α­ντι­θέ­σεις (λο­γι­ζό­μενες και αυ­τές ως “προ­βλή­μα­τα”).
Η νε­ω­τε­ρι­κή α­ντί­λη­ψη για τον συλ­λο­γι­κό χρό­νο εί­ναι, λοι­πόν, ε­βρα­ϊ­κή, διαφο­ρε­τι­κή α­πό την κυ­κλι­κή αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή και την τρισ­διά­στα­τη χρι­στια­νοελ­λη­νι­κή. Πα­ρο­μοί­ως, η νε­ω­τε­ρι­κή α­ντί­λη­ψη για τον υ­παρ­ξια­κό (α­το­μι­κό) χρόνο δεν έ­χει κα­μιά σχέ­ση με την α­ντί­στοι­χη ελ­λη­νι­κή. Ε­στιά­ζε­ται στην α­νάπτυ­ξη του δια­νο­η­τι­κού μο­ρί­ου της προ­σω­πι­κό­τη­τας και πα­ρα­με­λεί τα υ­πό­λοιπα. Το πρό­βλη­μα της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας δεν εί­ναι να με­τα­πλά­σει τον ε­αυ­τό, ώ­στε να γί­νει κά­τι άλ­λο απ’ αυ­τό που εί­ναι: να μπο­ρεί π.χ., ό­πως το ελ­λη­νι­κό Ά­τομο, να κυ­ριαρ­χεί πά­νω στις α­πρό­σω­πες δυ­νά­μεις της κοι­νής μας φύ­σης, ώ­στε να λει­τουρ­γεί μέ­σα στην πό­λι του ως δί­καιος πο­λί­της, με φρό­νη­ση, πα­λη­κα­ριά και σω­φρο­σύ­νη. Ο δρό­μος που πή­ρε η νε­ω­τε­ρι­κή ε­ξα­το­μί­κευ­ση έ­χει την α­κρι­βώς α­ντί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση α­πό ε­κεί­νον της ελ­λη­νι­κής. Τα ε­πι­τεύγ­μα­τά της στο πε­δί­ο της “κα­λής αλ­λοί­ω­σης” του ε­αυ­τού, μέ­σω της α­ρε­τής, θε­ω­ρού­νται ά­χρη­στα και ά­νευ α­ξί­ας. Ο άν­θρω­πος πρέ­πει ε­δώ να συμ­βι­βα­στεί με τη “φύση” του. Πρέ­πει να α­παλ­λα­γεί α­πό τα “με­τα­φυ­σι­κά” συ­στή­μα­τα που θέλουν να με­τα­μορ­φώ­σουν τα πά­θη, για­τί αυ­τά κα­τα­λή­γουν α­να­γκα­στι­κά στην ποινι­κο­ποί­η­ση της ε­πι­θυ­μί­ας. Ο άν­θρω­πος πρέ­πει να φτιά­ξει έ­τσι την κοι­νω­νί­α του, ώ­στε κά­θε ε­πι­θυ­μί­α να μπο­ρεί να ι­κα­νο­ποιεί­ται α­πρό­σκο­πτα, για­τί είναι εκ φύ­σε­ως κα­λός και δεν χρειά­ζε­ται “βελ­τί­ω­ση”. Η μό­νη βελ­τί­ω­ση και πρό­ο­δος, που νο­εί­ται στο ε­πί­πε­δο της νε­ω­τε­ρι­κής α­το­μι­κής ε­ξέ­λι­ξης, είναι αυ­τή α­κρι­βώς που έ­χει ως πε­ριε­χό­με­νο την α­παλ­λα­γή α­πό τις δή­θεν “βελτιώ­σεις” και τις πα­ρα­δό­σεις που τις υ­πο­στη­ρί­ζουν. Δε­κτή εί­ναι μό­νο η αγω­γή η ο­ποί­α α­πο­βλέ­πει στον θρυμ­μα­τι­σμό και στη διά­λυ­ση των α­πο­κρυ­σταλ­λω­μέ­νων αν­θρω­πο­λο­γι­κών “βελ­τιώ­σε­ων”, που έ­φε­ραν τον ε­αυ­τό σε α­ντί­θεση με τη φύ­ση του. Προ­κρί­νε­ται ρη­τά η α­γω­γή που θα φέ­ρει την “ε­ξυ­γί­αν­ση” των σχέ­σε­ων α­νά­με­σα στον άν­θρω­πο και τον ε­αυ­τό του. Το σλό­γκαν “να εί­σαι ο ε­αυ­τός σου” ε­δώ πα­ρα­πέ­μπει. Πρό­ο­δος στην α­το­μι­κή διά­στα­ση εί­ναι λοι­πόν τώ­ρα η κα­τε­δά­φι­ση ό­λων των δε­δο­μέ­νων, που πα­λιά θε­ω­ρού­νταν ως “ανθρω­πο­λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη”. Πρό­ο­δος εί­ναι η ε­πι­στρο­φή στη “φυ­σι­κό­τη­τα”. Στην και­νούρ­για αυ­τή βά­ση, της “φυ­σι­κό­τη­τας”, το Ά­το­μο πρέ­πει να προι­κι­στεί με ό­λη ε­κεί­νη την ε­τοι­μό­τη­τα λο­γι­κής και πα­ρα­τη­ρη­τι­κό­τη­τας, που θα του ε­πι­τρέ­ψουν να βρί­σκει α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές λύ­σεις στα κοι­νω­νι­κά “προ­βλή­μα­τα”. Το θέ­μα εί­ναι να μά­θει, ο “φυ­σι­κο­ποι­η­μέ­νος” άν­θρωπος, να χρη­σι­μο­ποιεί τη λο­γι­κή και την πα­ρα­τή­ρη­ση με τέ­τοια τρό­πο, που να κάνουν τη ζω­ή του ά­νε­τη, ε­λεύ­θε­ρη και ευ­τυ­χή.
Α­πό τη στιγ­μή ό­μως που ο δυ­τι­κός άν­θρω­πος άρ­χι­σε να βλέ­πει τα πά­ντα σαν “προ­βλή­μα­τα” που πε­ρι­μέ­νουν τη λύ­ση τους, ο δρό­μος που ο­δη­γεί στην αλγο­ριθ­μι­κή σκέ­ψη και την ε­φαρ­μο­γή της για την κα­τα­σκευ­ή συ­στη­μά­των εί­χε α­νοί­ξει. Κά­θε “πρό­βλη­μα” βρί­σκει τον αλ­γό­ριθ­μό του και α­ντι­με­τω­πί­ζεται με την κα­τα­σκευ­ή του κα­τάλ­λη­λου μη­χα­νι­κού συ­στή­μα­τος. Έ­τσι φτιά­χτηκε η πο­λύ­πλο­κη κοι­νω­νί­α που ξέ­ρου­με, με τα γι­γά­ντια μη­χα­νι­κά συ­στή­μα­τα που κο­ντεύ­ουν να πνί­ξουν τη ζω­ή στον πλα­νή­τη. Το νε­ω­τε­ρι­κό Ά­το­μο εί­ναι μια φυ­σι­κή ε­πι­θυ­μη­τι­κή μο­νά­δα, που έ­χει α­νά­γκες, οι ο­ποί­ες ι­κα­νο­ποιού­νται α­πό συ­στή­μα­τα.
Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι η ε­ξέ­λι­ξη έ­χει πε­ριε­χό­με­νο μό­νο στο μέ­τρο που κα­τε­δα­φί­ζε­ται ο προ­η­γού­με­νος κο­λε­κτι­βι­στι­κός ε­αυ­τός και τα κοι­νω­νι­κά του “ε­ποι­κο­δο­μή­μα­τα”. Α­πό κει και πέ­ρα η ε­ξέ­λι­ξη είναι μό­νο κοι­νω­νι­κή. Ο υ­παρ­ξια­κός χρό­νος κε­νώ­νε­ται α­πό πε­ριε­χό­με­νο. Υ­πο­κα­θί­στα­ται πλή­ρως α­πό τον συλ­λο­γι­κό χρό­νο, ο ο­ποί­ος, κα­θώς γί­νε­ται χρό­νος μη­χα­νής, δεν παύ­ει να α­να­νε­ώ­νει, συ­νε­χώς και με αυ­ξα­νό­με­νη τα­χύ­τη­τα, τα μη­χα­νι­κά του πε­ριε­χό­με­να. Ο άν­θρω­πος α­πέ­κτη­σε α­το­μι­κό ρο­λό­ϊ, για να μετρά ό­μως τον συλ­λο­γι­κό και ό­χι τον α­το­μι­κό χρό­νο. Α­πό τη στιγ­μή που έ­χει κατα­να­λώ­σει το προ­νε­ω­τε­ρι­κό πα­ρελ­θόν του, το νε­ω­τε­ρι­κό Ά­το­μο φτά­νει στην κο­ρυ­φή της α­νο­δι­κής αν­θρω­πο­λο­γι­κής του ε­ξέ­λι­ξης. -Κο­ρυ­φή η ο­ποί­α συ­μπί­πτει με την κυ­ριαρ­χί­α του μο­ντερ­νι­σμού, με τη μη­χα­νο­ποί­η­ση (μη­δε­νι­σμό) των συλλο­γι­κών ταυ­το­τή­των. Α­πό τη στιγ­μή ό­μως αυ­τή αρ­χί­ζει και η έ­κλει­ψή του. Ο υ­παρ­ξια­κός χρό­νος ε­πι­κα­λύ­πτε­ται α­πό τον μη­χα­νο­ποι­η­μέ­νο συλ­λο­γι­κό χρό­νο και παύ­ει να υ­φί­στα­ται. Η ε­πί­τευ­ξη της κα­τά­στα­σης αυ­τής εί­ναι και το βα­θύ­τε­ρο πε­ριε­χό­με­νο της λε­γό­με­νης “κοι­νω­νι­κής προ­ό­δου”.

6. Η στα­διο­ποί­η­ση της “Προ­ό­δου”

Η εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη ε­σχα­το­λο­γι­κή με­τα­φυ­σι­κή εκφέ­ρε­ται ως θε­ω­ρί­α ι­στο­ρι­κών στα­δί­ων. Για τον Μαρ­ξ, ο ο­ποί­ος “α­ντέ­στρε­ψε” τον Χέ­γκελ και α­να­βάθ­μι­σε τον ου­το­πι­κό σο­σια­λι­σμό σε “ε­πι­στη­μο­νικό”, η Ι­στο­ρί­α χω­ρί­ζε­ται σε δύ­ο με­γά­λα στά­δια: την προ­ϊ­στο­ρί­α ή “βα­σί­λειο της α­να­γκαιό­τη­τας” και την καθ’ ε­αυ­τού Ι­στο­ρί­α ή “βα­σί­λειο της ελευ­θε­ρί­ας” (α­τα­ξι­κή κοι­νω­νί­α, κομ­μου­νι­σμός). Το δεύ­τε­ρο στά­διο, το ο­μόλο­γο της Δευ­τέ­ρας Πα­ρου­σί­ας, δεν άρ­χι­σε με τον Δια­φω­τι­σμό και τις α­στι­κές ε­πα­να­στά­σεις, ό­πως εί­χαν δια­κη­ρύ­ξει οι Δια­φω­τι­στές. Θα αρ­χί­σει, εξ ά­πα­ντος, με τη σο­σια­λι­στι­κή ε­πα­νά­στα­ση.
Αυ­τά ως προς την “καθ’ ε­αυ­τού” Ι­στο­ρί­α. Η “προ­ϊ­στο­ρί­α”, α­πό την άλ­λη πλευ­ρά, χω­ρί­ζε­ται σε πέ­ντε υ­πο-στά­δια: πρωτό­γο­νη κοι­νω­νί­α, δου­λεί­α, φε­ου­δαρ­χί­α, κα­πι­τα­λι­σμός, δι­κτα­το­ρί­α του προ­λετα­ριά­του. Υ­πήρ­ξε βέ­βαια και ο “α­σια­τι­κός δε­σπο­τι­σμός”, που ο Μαρ­ξ τον ανα­κά­λυ­ψε πο­λύ αρ­γά, α­φού εί­χε ή­δη φτια­χτεί η βο­λι­κή θε­ω­ρί­α των “πέ­ντε στα­δί­ων” και ε­πί πλέ­ον αυ­τή εί­χε τύ­χει εν­θου­σιώ­δους υ­πο­δο­χής α­πό το “κί­νη­μα”. Έ­τσι η “α­νω­μα­λί­α” ε­ξο­στρα­κί­σθη­κε σιω­πη­ρά εκ μέ­ρους των θεω­ρη­τι­κών ε­πι­γό­νων, λό­γω και των ε­νο­χλη­τι­κών ο­μοιο­τή­των της με τον υ­παρκτό σο­σια­λι­σμό. Α­κο­λού­θως α­ντι­προ­τά­θη­καν στη μαρ­ξι­στι­κή στα­διο­ποί­η­ση της ι­στο­ρί­ας άλ­λες α­κό­μα πιο θε­τι­κι­στι­κές θε­ω­ρί­ες στα­δί­ων, ό­πως π.χ. αυ­τή του Ρο­στό­ου, για τα στά­δια της οι­κο­νο­μι­κής “α­νά­πτυ­ξης” ή η πιο ευ­φά­ντα­στη με­τα­μο­ντέρ­να θε­ω­ρί­α των “τριών κυ­μά­των” του Τό­φλερ: Α­γρο­τι­κοί πο­λι­τι­σμοί (πρώ­το κύ­μα), βιο­μη­χα­νι­κός πο­λι­τι­σμός (δεύ­τε­ρο κύ­μα), με­τα­βιομη­χα­νι­κός-πλη­ρο­φο­ρι­κός πο­λι­τι­σμός (τρί­το κύ­μα).
Συ­να­φής με κά­θε θε­ω­ρί­α στα­δί­ων εί­ναι η δια­μά­χη α­νά­με­σα σ’ ε­κεί­νους που θε­ω­ρούν “υ­πο­χρε­ω­τι­κά” τα στά­δια και σ’ κεί­νους που πι­στεύ­ουν στη δυ­να­τό­τη­τα της “υ­περ­πή­δη­σής” τους. Τέ­τοια ήταν η δια­μά­χη α­νά­με­σα στους σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες, που έ­λε­γαν ό­τι για να πας στον σο­σια­λι­σμό πρέ­πει να πε­ρά­σεις πρώ­τα α­πό τον κα­πι­τα­λι­σμό, και στους κομμου­νι­στές που ι­σχυ­ρί­ζο­νταν ό­τι μπο­ρεί μια “προ­κα­πι­τα­λι­στι­κή” χώρα να πε­ρά­σει “κατ’ ευ­θεί­αν” στον σο­σια­λι­σμό, “υ­περ­πη­δώ­ντας” το κα­πι­τα­λι­στι­κό στά­διο. Για τη λύ­ση του προ­βλή­μα­τος εί­χαν προ­τα­θεί μά­λι­στα και οι ει­δι­κό­τε­ρες θε­ω­ρί­ες της “διαρ­κούς” και της “α­διά­κο­πης” ε­πα­νά­στα­σης. Η υ­πεν­θύ­μη­σή τους μοιά­ζει σχο­λα­στι­κή, αλ­λά α­να­φέ­ρε­ται στο κε­ντρι­κό πρό­βλη­μα κά­θε θε­ω­ρί­ας ε­ξε­λι­κτι­κών στα­δί­ων. Υ­πεν­θυ­μί­ζου­με την ενδιά­με­ση α­πά­ντη­ση που έ­δω­σαν οι νε­ο­μαρ­ξι­στές. Αυ­τοί έ­γρα­ψαν ά­πει­ρους τόμους για να υ­πο­στη­ρί­ξουν ό­τι, ό­σο κι αν προ­σπα­θή­σουν, οι χώ­ρες της “περι­φέ­ρειας” δεν μπο­ρούν να “φτά­σουν” τις χώ­ρες του “κέ­ντρου”. Δεν εί­ναι ό­τι δεν μπο­ρούν να μπουν στο κα­πι­τα­λι­στι­κό στά­διο. Α­πλώς ο κα­πιτα­λι­σμός που μπο­ρούν να οι­κο­δο­μή­σουν εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κός: ε­ξαρ­τη­μέ­νος, υπα­νά­πτυ­κτος, δο­ρυ­φο­ρι­κός. Το χά­σμα θα πα­ρα­μέ­νει α­διά­βα­το. Το πο­λύ – πο­λύ να έ­χου­με “α­νά­πτυ­ξη της υ­πα­νά­πτυ­ξης”. Αυ­τό ή­ταν και το βα­σι­κό τους επι­χεί­ρη­μα ε­να­ντί­ον της “αυ­τα­πά­της του εκ­συγ­χρο­νι­σμού”. Αλ­λά εις μά­την. Εί­ναι α­πί­στευ­το πό­σο δια­πο­τί­ζει τις α­ντι­λή­ψεις μας η νε­ω­τε­ρι­κή α­νά­γκη για στα­διο­ποί­η­ση του ι­στο­ρι­κού χρό­νου. Τι θα έ­με­νε π.χ. α­πό την α­ντί­λη­ψή μας πε­ρί “εκ­συγ­χρο­νι­σμού” αν παύ­α­με να πι­στεύ­ου­με στα “στά­δια”; Υπο­τί­θε­ται ό­τι δια­φο­ρε­τι­κοί ι­στο­ρι­κοί χρό­νοι συ­νυ­πάρ­χουν την “ί­δια στιγ­μή”. Ε­νώ ε­γώ π.χ. βρί­σκο­μαι στο πα­ρόν (εί­μαι “σύγ­χρο­νος”), ε­σύ μπο­ρεί να βρί­σκε­σαι στο πα­ρελ­θόν, να εί­σαι “κα­θυ­στε­ρη­μέ­νος” και “α­να­χρονι­στι­κός”. Στο ι­στο­ρι­κό “πα­ρόν” βρί­σκε­ται πριν απ’ ό­λα η Α­με­ρι­κή και α­κο­λου­θούν η Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη και η Ια­πω­νί­α. Έ­πο­νται κα­τό­πιν, α­σθμαί­νοντες, ό­λοι οι άλ­λοι, με διά­φο­ρους βαθ­μούς με­το­χής στο “πα­ρόν”. Ως κριτή­ριο για την κα­τά­τα­ξη των ε­θνών στη γραμ­μι­κή ι­στο­ρι­κι­στι­κή κλί­μα­κα χρησι­μο­ποιεί­ται, χω­ρίς να δη­λώ­νε­ται, η συ­ναρ­τη­μέ­νη με την τε­χνο­λο­γί­α δια­βάθμι­ση της η­γε­μο­νι­κής ι­σχύ­ος. Αυ­τή εί­ναι τε­λι­κώς το α­λη­θι­νό μέ­τρο του “εκσυγ­χρο­νι­σμού”.
Αλ­λά ας ε­πα­νέλ­θου­με στο ι­στο­ρι­κι­στι­κό πρό­ταγ­μα. Υ­πάρ­χει ο ο­μο­γε­νο­ποι­ημέ­νος ι­στο­ρι­κός χρο­νο-χώ­ρος της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας. Εί­ναι ο σύγ­χρο­νος δυ­τι­κός πο­λι­τι­σμός, που έ­χει γί­νει “πα­γκό­σμιος”. Λέ­γε­ται νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα, λόγω της κα­τα­στα­τι­κής α­ντι­πα­ρα­δο­σια­κό­τη­τάς του και της ει­δι­κής σω­τη­ριολο­γι­κής α­ξί­ας που προ­σλαμ­βά­νει το “νέ­ο” στη γραμ­μι­κή-ε­ξε­λι­κτι­κή α­ντίλη­ψη του νε­ω­τε­ρι­κού αν­θρώ­που για τον ι­στο­ρι­κό χρό­νο. Α­να­γνω­ρί­ζει το “πριν” α­πό τον ε­αυ­τό του σαν “προ­ϊ­στο­ρί­α” της καθ’ ε­αυ­τού ι­στο­ρί­ας, που εί­ναι το δι­κό του πα­ρόν. Ε­πει­δή ό­μως νευ­ρω­τι­κά θέ­λει να “κα­τέ­χει” το μέλ­λον, η νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα δεν μπο­ρεί να α­να­γνω­ρί­σει ό­τι εί­ναι εν­δε­χό­μενο να υ­πάρ­ξει ι­στο­ρι­κό στά­διο και “με­τά” απ’ αυ­τήν. Γι’ αυ­τό νο­μι­μοποιεί­ται ο Φου­κου­γιά­μα να κη­ρύσ­σει ή­δη πα­ρόν το “τέ­λος της Ι­στο­ρί­ας”. Το μέλ­λον εί­ναι προ­λη­πτι­κά α­ποι­κι­σμέ­νο α­πό τη νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα. Ε­πο­μέ­νως: αφού η νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα δεν έ­χει πλέ­ον έ­δα­φος πε­ραι­τέ­ρω ε­πέ­κτα­σης, α­φού έ­χει ε­πι­βλη­θεί σε πα­γκό­σμια κλί­μα­κα και πρα­κτι­κά δεν έ­χει βιώ­σι­μους ε­χθρούς, α­φού η δη­μο­κρα­τί­α και η ε­λεύ­θε­ρη α­γο­ρά έ­χουν ε­πι­κρα­τή­σει, κα­τά την προ­εξο­φλη­τι­κή δια­πί­στω­ση του Φου­κου­γιά­μα,2  η ι­στο­ρί­α έ­χει “τε­λειώ­σει”. Ο Σκο­πός-Τέ­λος της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας έ­χει ε­πι­τευ­χθεί-ο­λο­κλη­ρω­θεί. Βέ­βαια το “τέλος” εί­ναι στη νε­ω­τε­ρι­κή α­ντί­λη­ψη εν­δο­ϊ­στο­ρι­κό και ό­χι με­τα­ϊ­στο­ρι­κό, ό­πως στην ελ­λη­νο-χρι­στια­νι­κή α­ντί­λη­ψη. Κι α­πό δω πη­γά­ζουν του κό­σμου τα προ­βλή­μα­τα. Πά­ντως, ε­πί νε­ω­τε­ρι­κού ε­πι­πέ­δου, το θε­ώ­ρη­μα του Φου­κου­γιά­μα είναι α­κα­τα­μά­χη­το, για­τί ο­λό­κλη­ρη η σκέ­ψη του 19ου και του 20ού αιώ­να κινεί­ται στο σχή­μα του “τέ­λους”. Το σχή­μα αυ­τό δεν μπο­ρεί να αμ­φι­σβη­τη­θεί ού­τε α­πό τον “ύ­στε­ρο” μαρ­ξι­σμό (σχο­λή Φραν­κφούρ­της, σχο­λή Φου­κώ-Ντερι­ντά, “α­δύ­να­μη σκέ­ψη”, θε­ω­ρη­τι­κοί του “τέ­λους των με­γά­λων α­φη­γή­σεων”).3 Ο Φου­κου­γιά­μα εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο καί­ριος απ’ ό,τι φα­ντά­ζε­ται λέ­γοντας ό­τι: “Το τέ­λος της ι­στο­ρί­ας εί­ναι η ο­λο­κλή­ρω­ση των δια­δι­κα­σιών εξα­το­μί­κευ­σης, της ο­ποί­ας προ­σφο­ρό­τε­ρη μορ­φή α­πο­τε­λεί ο φι­λε­λεύ­θε­ρος κα­πι­τα­λι­σμός”. Η νε­ω­τε­ρι­κή δια­νό­η­ση α­δυ­να­τεί να υ­περ­βεί τη θέ­ση του “τέ­λους”, για­τί βλέ­πει το Ά­το­μο σαν την κο­ρυ­φή της αν­θρω­πολο­γι­κής ε­ξέ­λι­ξης.
Θα κλεί­σου­με την ε­πι­σκό­πη­σή μας με την πα­ρα­τή­ρη­ση ό­τι, στη νε­ω­τε­ρι­κή α­ντί­λη­ψη για την ε­ξέ­λι­ξη, δεν υ­πάρ­χει κα­θό­λου η έν­νοια της υ­πο­στρο­φής. Η ε­ξέ­λι­ξη εί­ναι πά­ντο­τε “προ­ο­δευ­τι­κή”. Στην ελ­λη­νι­κή συ­νεί­δηση, α­ντί­θε­τα, η διαρ­κής πα­ρου­σί­α των α­ντι­νο­μιών Χά­ους-Κό­σμου, Α­κτί­στου-Κτι­στού, Προ­σώ­που-Ου­σί­ας, κα­θι­στούν την “προ­ο­δευ­τι­κή” ι­δέ­α του­λά­χι­στον α­φε­λή. Στην τρί­βαθ­μη αν­θρω­πο­λο­γι­κή κλί­μα­κα (Δού­λος-Ά­το­μο-Πρό­σω­πο) τα πράγ­μα­τα εί­ναι πο­λύ σύν­θε­τα αλ­λά και σα­φέ­στε­ρα: υ­πάρ­χει νό­μος προ­ό­δου αλ­λά συγ­χρό­νως και νό­μος υ­πο­στρο­φής. Η ε­ξέ­λι­ξη και η πτώ­ση δεν εί­ναι αυ­τό­μα­τη ή τυ­χαί­α, αλ­λά προ­ϊ­όν ε­λεύ­θε­ρης ε­πι­λο­γής. Αλ­λά, αν υ­πάρ­χει αν­θρω­πο­λογι­κή υ­πο­στρο­φή, τι συμ­βαί­νει στο νε­ω­τε­ρι­κό Ά­το­μο ό­ταν κα­ταρ­ρεύ­σει μέ­σα του ο τε­χνο­λο­γι­κός μεσ­σια­νι­σμός και η πί­στη στην Πρό­ο­δο; Τι ε­πι­πτώ­σεις έχει πά­νω στην “ταύ­τι­ση” του αν­θρω­πο-α­νταλ­λα­κτι­κού με τον συ­στη­μι­κό του “ρό­λο” το “κε­νό νο­ή­μα­τος” που δη­μιουρ­γεί­ται; Αλ­λά αυ­τά εί­ναι αντι­κεί­με­νο μιας άλ­λης συ­ζή­τη­σης.


φωτογραφήματα 188

φωτό: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ



Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Α.Ι. Καλαμάτας, Για τους Φακέλους Μαθήματος του ΝΠΣ στα Θρησκευτικά

πηγή: NULA DIES SINE LINEA

Έχω τη γνώμη πως οι Φάκελοι Μαθήματος του ΝΠΣ στα Θρησκευτικά, τώρα που δάσκαλοι, καθηγητές, μαθητές και γονείς τους έχουμε όλοι στα χέρια μας, αποτελούν ένα υλικό που επαληθεύει ένα όμορφο σύνθημα: «περισσότερα βιβλία, περισσότερες ιδέες». Όσο για την παρεχόμενη προς τους μαθητές μας θρησκευτική παιδεία, έχω να πω ετούτο: σπουδάζουν καλύτερα τη χριστιανική πίστη μας, και με αυτόν τον τρόπο γνωρίζουν αποτελεσματικότερα τον εαυτό τους αλλά και τους διαφορετικούς άλλουςσυνανθρώπους τους. Αυτό, λοιπόν, κι αν είναι το «μέγιστον μάθημα». Ξανοίγεται η χριστιανική πίστη στην Οικουμένη. «Πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω», όπως λέγει κι Όμηρος.

Αθ. Ι. Καλαμάτας


Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Γ. Καραμπελιά «Το Δη­μοτικό τραγούδι: Αποτύπωση της ιδιοπροσωπίας του νεότερου ελληνισμού» την Παρασκευή 29/9/2017 στην Πάτρα




Γ. Καραμπελιάς, Δημοτικό τραγούδι και ελληνική ιδιοπροσωπία

πηγή: ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ, 15/6/2017

[Το κείμενο αποτελεί μέρος της εισαγωγής του βιβλίου του Γιώργου Καραμπελιά «Το Δη­μοτικό τραγούδι: Αποτύπωση της ιδιοπροσωπίας του νεότερου ελληνισμού», Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2017].


«Μπορούμε να κάνουμε πολλές πικρές παρατηρήσεις πάνω στην άβυσ­σο που μπορεί κάποτε να χωρίσει τους μορφωμένους και τους καλλιερ­γημένους από τη φωνή της ζωής, όταν σκεφτούμε πως για πολλούς αι­ώνες ο μόνος πραγματικός ποιητής που έχει το Γένος είναι ο ανώνυμος και αναλφάβητος λαός...».

Γιώργος Σεφέρης, Κωστής Παλαμάς, 1943

Στόχος μου είναι η συναγωγή ορισμέ­νων συμπερασμάτων: να διακρίνου­με τα θεμελιώδη ιδεολογικά στοιχεία που μεταβάλλουν το δημοτικό τρα­γούδι σε «πυκνωτή» της νεότερης ελληνικής ι­δεολογίας - αναχωνεύοντας, μέσα από το στό­μα των τυφλών ποιητάρηδων (των ακριτικών α­σμάτων) και των γραϊδίων (που συνέθεταν θρη­σκευτικά άσματα και μοιρολόγια), αρχέγονα και νεωτερικά στοιχεία, διηθώντας μέσα τους μια μεγάλη πολιτιστική κληρονομιά.

Ο Ερατοσθένης Καψωμένος τονίζει πως «ο μόνος εμπράγματος (και όχι γραπτός) πολιτι­σμός, που κάλυπτε το σύνολο περίπου του ελ­ληνισμού, τόσο κατά την ύστερη τουρκοκρατία όσο και κατά τις πρώτες δεκαετίες της ανεξαρ­τησίας, ήταν ο παραδοσιακός πολιτισμός των αγροτοκτηνοτροφικών κοινοτήτων της υπαί­θρου». Αυτός ο παραδοσιακός πολιτισμός είχε δύο βασικές συνιστώσες, την ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση και τη λαϊκή δημιουργία - από την αρχιτεκτονική και τους χτιστάδες έως το δημοτικό τραγούδι.

Η «λόγια παράδοση, μ' όλη τη σπουδαιότητά της, ήταν υπόθεση μιας μειοψηφίας λογίων», ε­νώ «ο λαϊκός πολιτισμός υπήρξε τελικά ο βασι­κός παράγοντας της σύνθεσης λόγιου - λαϊκού, αγροτικού - αστικού, ελληνικού - ευρωπαϊκού, απ' όπου προέκυψε ο ελληνικός πολιτισμός του εικοστού αιώνα, με τις ιδιαιτερότητές του· ιδιαιτερότητες που δε μας επιτρέπουν να τον ταυ­τίσομε με τα δυτικά αστικά πρότυπα». [1]

Η θεμελιώδης «αθωότητα»

Το δημοτικό τραγούδι αποδίδει με τον πιο ο­λοκληρωμένο τρόπο τις ιδιαιτερότητες της ελ­ληνικής ιδεολογίας, το «συναμφότερον» του εθνικού μας χαρακτήρα σε όλες του τις εκφρά­σεις.

Ενός εθνικού χαρακτήρα που έχει διαμορφω­θεί σε μια πορεία τριών χιλιάδων χρόνων, του­λάχιστον, μέσα από περιπέτειες, μεταπτώσεις και αλλαγές, που δεν έχει ίσως γνωρίσει κανέ­νας άλλος ιστορικός λαός: από το ζενίθ της κλασικής αρχαιότητας και της φιλοσοφίας, στη διαμόρφωση ενός οικουμενικού πολιτισμού με τον Αλέξανδρο, τον χριστιανισμό και το Βυζάντιο -, στην κατάρρευση των Αλώσεων, στην αναγέννηση του '21, στο ναδίρ της σημε­ρινής παρακμής.

Έτσι στο δημοτικό τραγούδι δεν θα συναντή­σουμε μόνο όλες τις μορφές της ζωής και όλες τις πνευματικές και βιοτικές ανησυχίες, αλλά συχνά και διαφορετικά ή και ανταγωνιστικά ιδε­ολογικά συστήματα αναφοράς:

Πρόταξη της ορθοδοξίας ως καθολικού συστήματος αξιών και ταυτόχρονα απόκλιση ή και αντιπαράθεση σε ό,τι αφορά συγκεκρι­μένες πτυχές τους, όπως οι γιορτές της γονι­μότητας και του έρωτα - για να μην αναφερ­θούμε στα σκωπτικά άσματα για τον κλήρο.

Κατάφαση του σαρκικού έρωτα και της χα­ράς της ζωής αλλά και ταυτόχρονα της πιο ε- ξιδανικευμένης και πεισιθάνατης αγάπης, της «αγάπης ως θανάτου».

Μετάβαση από τον υπερφυσικό ήρωα - Ακρίτη στον περήφανο κλέφτη - παλληκάρι αλλά, συχνά - πυκνά, επιστράτευση των μυ­θολογικών μοτίβων και της υπερβολής στα νεότερα ηρωικά άσματα. («Χίλιοι τον παν’ άπό μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω»).

Απόρριψη κάθε μοιρολατρίας αλλά ταυτό­χρονα τραγική αίσθηση της ιστορίας ή της σύγκρουσης με τον Χάρο.

Το δημοτικό τραγούδι, σε αντίθεση με πολ­λές τρέχουσες «απομυθοποιητικές» αποδομητικές θεωρίες, που επιθυμούν να το αντι­μετωπίσουν ως «ένα μόνο τραγούδι», αποτελεί εν τέλει, σύμφωνα με τον Χρήστο Μαλεβίτση, «το περιεχόμενο της συνειδήσεως του ελληνικού λαού. Δηλαδή είναι ο τρόπος που ο ελληνικός λαός έχει είδηση του κόσμου».

Τον νεότερο Έλληνα, τέτοιον που αναδει­κνύεται μέσα από το δημοτικό τραγούδι, τον χαρακτηρίζει μια θεμελιώδης «αθωότητα». Γ ι' αυτό στην εθνική συνείδηση πάντοτε μπαί­νει σε πρώτο πλάνο η ευθύνη του αδικητή: «(...) το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται τέτοιες εκφράσεις - του τύπου “τι σωκανα”, “τι σουκάμαμε”, “γιά ποιο λόγο τοκαμες” - στους θρήνους για την άλωση των πόλεων καταδεικνύει πως η φυσική αθωότητα είναι μια καθολική αρχή που επεκτείνεται σε όλο το κοινωνικό σώμα, το οποίο υφίσταται μια επίθεση, και κατ' ε­ξοχήν στο σύνολο του ελληνισμού απέναντι στην επέλαση των εισβολέων». [2]

Αυτό το χαρακτηριστικό θα συνεχίσει να σφραγίζει και να επιβεβαιώνει τη λαϊκή ιδεολογία μέχρι τη σύγχρονη ιστορία μας - Μι­κρασιατική Καταστροφή, ιταλογερμανική εισβολή και Αντίσταση, Κυπριακός Αγώνας, τουρκική εισβολή στην Κύπρο (...), επιβολή του Μνημονίου! Ο ελληνικός λαός ανήκει - όντως - στους «αδικημένους» της Ιστορίας, παρά τις προσπάθειες των εθνοαποδομητών διανοουμένων να τον χαρακτηρίσουν αντίθε­τα ως «ευνοημένο»!

Αυτή η θεμελιώδης «αθωότητα» μετριά­ζεται από την άλλη όψη της ελληνικής ιδεολογίας, τη συνδεδεμένη με την έννοια της α­μαρτίας και της ευθύνης: Τα «δικά μας κρίμα­τα έχουν επιφέρει τα δεινά που βιώνουμε».

Κοινή κουλτούρα των Ελλήνων

Αυτοί οι δύο «κόσμοι» προφανώς αλληλοεπηρεάζονται και διεισδύουν ο ένας στον άλλο, αλληλεπίδραση που στη λαϊκή προφορική πα­ράδοση εμφανίζεται ως συνύπαρξη των αντι­θέτων και λειτουργεί ως αισθητικός και πολιτι­σμικός κώδικας:

Παρότι το δημοτικό τραγούδι δεν κατόρθω­σε να επιτύχει τον ολοκληρωμένο «εκσυγχρονι­σμό της παράδοσης», γονιμοποίησε την ποίη­ση, τη μουσική και τη γλώσσα μας διότι, όπως τονίζει ο Σωνιέ, «δεν αντιπροσωπεύει μόνο την παραδοσιακή κοινωνία», αλλά «αποτελεί ταυ­τόχρονα και μια από τις πιο επεξεργασμένες και χαρακτηριστικές μορφές της κοινής κουλτού­ρας των Ελλήνων».

Τα δημοτικά τραγούδια έπαψαν να υπάρχουν ως είδος ζωντανό και παραγωγικό, ωστόσο η ί­δια η λαϊκή ιδεολογία επιβίωσε κατά ένα μέρος «απέναντι στις επίμονες προσπάθειες που κατεβλήθησαν μετά την Ανεξαρτησία για να την ξεθωριάσουν, να την παραμορφώσουν ή να την αγνοήσουν. Και κάποια από τα ζωτικά της στοιχεία εμφανίζονται και σήμερα, ιδιαίτερα κατά τις πιο δύσκολες περιστάσεις της ελληνικής ζωής». [3]

Το γεγονός ότι σήμερα, σε μια εποχή κα­θολικής παρακμής του ελληνισμού, ενισχύεται - επί τέλους - το ενδιαφέρον για το δη­μοτικό τραγούδι, όχι μόνο ως κείμενο αλλά και ως μουσική, τραγούδι και χορός, από ένα αυξανόμενο τμήμα των νέων, ενώ πολλαπλασιάζονται και πάλι οι σχετικές μελέτες, δεν α­ποδεικνύει μόνο τη διαχρονική αξία του, αλ­λά καταδεικνύει πως, όταν ένας πολιτισμός, όταν ένα έθνος αγγίζει κυριολεκτικά τα όρια της επιβίωσής του, τότε «επιστρέφει», βυθί­ζεται στα βαθύτερα στρώματα της ταυτότη­τάς του για να βρει ίσως τη δύναμη μιας ανά­τασης, και πάλι.



ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1]. Ε.Γ. Καψωμένος, «Η κρητική μαντινάδα. Η δομή, η αισθητική και η θεματολογία της», Πεπραγμένα Συνεδρίου, Η κρητική μαντινάδα, Ακρωτήρι, Δήμος Ακρωτηρίου Χανίων, 2002: 54-55

[2]. Guy Saunier, Saunier, Guy, «Adikia», Le mal et l'injustice dans les chansons populaires grecques, Les Belles Lettres, Παρίσι 1979, σ. 346

[3]. Guy Saunier, «Adikia»..., ό.π., σ. 350



Επιστολή του Παγκρήτιου Συνδέσμου Θεολόγων στον υπουργό Παιδείας για προσλήψεις αναπληρωτών, γ' ανάθεση Θρησκευτικών και εορτή Τριών Ιεραρχών

πηγή: ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΠΑΓΚΡΗΤΙΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

ΥΠΑΤΙΑΣ 5, 71307, ΜΠΕΝΤΕΒΗ, ΗΡΑΚΛΕΙΟ

Ε-mail: pstheologon@gmail.com

Ηράκλειο, 17-09-2017

Αριθμ. Πρωτ. 6

Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,

Ως Παγκρήτιος Σύνδεσμος Θεολόγων επικοινωνούμε μαζί σας για να ευχηθούμε καλή σχολική χρονιά με υγεία, δύναμη και δράσεις για το καλό των μαθητών μας και την ποιοτική αναβάθμιση της παιδείας. Επίσης, θα θέλαμε να θέσουμε υπόψιν σας κάποια ζητήματα, τα οποία θεωρούμε καίρια και σημαντικά για τη σωστή λειτουργία των σχολείων μας.

Α) Πριν από λίγες ημέρες έγινε η α΄ φάση προσλήψεων αναπληρωτών εκπαιδευτικών στη γενική εκπαίδευση. Όπως συμβαίνει κάθε χρόνο, δεν υπήρχε η ειδικότητα των θεολόγων (ΠΕ01) ανάμεσά τους. Με δεδομένο ότι από φέτος είναι σε πλήρη εφαρμογή το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών στο μάθημα των Θρησκευτικών και με τη διανομή στους μαθητές του έντυπου Φακέλου, θεωρούμε ότι είναι επιβεβλημένη η άμεση κάλυψη όλων των κενών θέσεων θεολόγων στα σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Όπως ο ίδιος τονίσατε, κατά την τελευταία ημέρα του τριημέρου Σεμιναρίου για τους Επιμορφωτές στα ΝΠΣ (Αθήνα, 2-4 Μαΐου 2017), το Νέο Πρόγραμμα είναι ένα ρηξικέλευθο έργο αναβάθμισης της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι το έργο αυτό είναι αδύνατον να υλοποιηθεί σωστά και με τα επιθυμητά αποτελέσματα, χωρίς την πλήρη και άμεση κάλυψη των θέσεων του εκπαιδευτικού προσωπικού.

Β) Κατά την περσινή χρονιά (σχολικό έτος 2016-2017) εφαρμόστηκε η εγκύκλιος για τη γ΄ ανάθεση του μαθήματος των Θρησκευτικών στους καθηγητές κλ. ΠΕ 02 (Εγκύκλιος Υπουργείου Παιδείας, Αρ. Πρωτ. 136680/Δ2/25-08-2016). Παρά το γεγονός ότι το σκεπτικό της γ΄ανάθεσης ήταν η εξοικονόμηση πόρων και η μη πρόσληψη αναπληρωτών σε δύσκολες γεωγραφικά περιοχές, στο Σύνδεσμό μας έφτασαν πληροφορίες για την εφαρμογή της εγκυκλίου σε μεγάλα αστικά κέντρα. Ή ακόμα χειρότερα, αγνοήθηκε ακόμη και το γράμμα της παραπάνω εγκυκλίου και ανατέθηκε το μάθημα των Θρησκευτικών σε άλλες ειδικότητες, εκτός του κλάδου ΠΕ02.

Με βάση και τα αναφερθέντα στην παράγραφο Α της παρούσας επιστολής για τις απαιτήσεις των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών και το μεγάλο επιμορφωτικό πρόγραμμα των θεολόγων καθηγητών, ως Παγκρήτιος Σύνδεσμος Θεολόγων προτείνουμε την κατάργηση της εγκυκλίου για τη γ΄ ανάθεση του μαθήματος των Θρησκευτικών και την έγκαιρη πρόσληψη αναπληρωτών Θεολόγων με βάση τα πραγματικά κενά.

Γ) Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί στρέβλωση του γράμματος και του πνεύματος όσων προβλέπονται για την εορτή των Τριών Ιεραρχών. Από τις διαφορετικές οδηγίες σε Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια, έως τις πιθανές ερμηνείες του περίφημου όρου «σχολική αργία» (με τα σχολεία που «δύνανται» και «δεν δύνανται»), έχουμε φτάσει στο σημείο η ημέρα αυτή να χάσει το χαρακτήρα της ως εορτή της Παιδείας και των Γραμμάτων για όλους τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές και να μετατραπεί σε a la carte αργία. Ως Παγκρήτιος Σύνδεσμος Θεολόγων προτείνουμε η ημέρα αυτή να αποκτήσει το νόημα που της αξίζει, τα σχολεία να είναι ανοιχτά και η εορτή αυτή να είναι μία ευκαιρία για ουσιαστικές εκδηλώσεις που να οδηγούν στην υπογράμμιση της ποιοτικής Παιδείας με ανθρωπιστικό περιεχόμενο, που αξίζει στον πολίτη του 21ου αιώνα.

Με εκτίμηση,

Για το Διοικητικό Συμβούλιο


Ο Πρόεδρος                Ο Γεν. Γραμματέας

         Ιωάννης Λίλης           Παναγιώτης Ασημακόπουλος


Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Περί Θρησκευτικών (Νέα ΠΣ Λυκείου, Φάκελοι μαθήματος)


Για το μάθημα των Θρησκευτικών άπαντες στη χώρα μας (πλην των καθ' ύλην αρμοδίων) δύνανται να εκφέρουν γνώμη, βασιζόμενοι είτε στα δεδομένα των μαθητικών χρόνων τους, είτε στις ιδεοληψίες, τις στρεβλώσεις, τις παραναγνώσεις, τις προκαταλήψεις, και τα στερεότυπα τους. 

Έχει γίνει μια φιλότιμη προσπάθεια από τους θεολόγους που δούλεψαν τα ΝΠΣ για μια αναπλαισίωση του μαθήματος, με νέο τρόπο παρουσίασης της ύλης, με νέες διδακτικές πρακτικές, με συνεργατική προσέγγιση της γνώσης και το κυριότερο: με έμφαση στην αυτενέργεια και την πρωτοβουλία του διδάσκοντος. 

Φυσικά διαφωνία υπάρχει και είναι θεμιτή, όταν αυτή είναι εποικοδομητική. Από πολύ νωρίς επισημάναμε ότι είναι λάθος η άμεση εφαρμογή των ΝΠΣ σε όλες τις βαθμίδες μαζί, χωρίς στοιχειώδη σχεδιασμό, χωρίς την απαραίτητη επιμόρφωση των εμπλεκομένων εκπαιδευτικών και κυρίως χωρίς την ύπαρξη εγχειριδίου (ευτυχώς το ζήτημα αυτό εν μέρει επιλύθηκε με την εκτύπωση των προσωρινών Φακέλων μαθήματος). Επιμέρους αδυναμίες μπορούν να αντιμετωπιστούν με καλή προαίρεση και πολλή δουλειά. Νομίζουμε ότι δόθηκε μεγάλο βάρος στις μεταγνωστικές δεξιότητες αλλά γενικά η διαχείριση των δραστηριοτήτων είναι στη διακριτική ευχέρεια του διδάσκοντος αρκεί να επιτυγχάνει τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα.

Ας αφήσουμε λοιπόν τους μάχιμους εκπαιδευτικούς της τάξης να κάνουν τη δουλειά τους απρόσκοπτα και δημιουργικά. 

(Συμπεριφορές με πρόσημο είτε έναν φονταμενταλιστικό υπερορθοδοξισμό, είτε έναν απολιτίκ αντιθρησκευτικό σχετικισμό, είτε έναν πεπαλαιωμένο αντικληρικαλιστικό λόγο, δεν ενδείκνυνται στην περίπτωση μας όσο κι αν κυριαρχούν ενίοτε στην επικαιρότητα).


21/9/2017
Γ. Μ. Βαρδαβάς


φωτογραφήματα 187

φωτό: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ



Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Σεβ. Μητροπολίτης Χαλκίδος, Ιστιαίας και Βορείων Σποράδων κ. Χρυσόστομος Β’: Η προσφορά της Εκκλησίας στα χρόνια της οικονομικής κρίσης

πηγή: ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ


Ο Σεβ. Μητροπολίτης Χαλκίδος, Ιστιαίας και Βορείων Σποράδων κ. Χρυσόστομος ο Β’ μιλάει για το ποιμαντικό και φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας κατά τα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης.

http://www.pemptousia.gr/video/i-prosfora-tis-ekklisias-sta-chronia-tis-ikonomikis-krisis/


φωτογραφήματα 186

Μουστσούνα, Νάξος /φωτό: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ



Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Μητρ. Μεσογαίας π. Νικόλαος, Επιστήμη και Εκκλησία



Παρουσίαση του νέου τιμητικού τόμου για τον Γέροντα Μωυσή Αγιορείτη με τίτλο «Μωυσέως Ωδή» την Τετάρτη 4/10/2017 στην Αθήνα



φωτογραφήματα 184

φωτό: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ



Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

π. Γεώργιος Μεταλληνός - Τὸ κίνημα τῶν Κολλυβάδων καὶ ἡ προσφορά του στὴν Ἑλληνορθοδοξία



Θ.Ι. Ρηγινιώτης, Αρχαία ελληνικά και εκκλησιαστική γραμματεία

Εικόνα από εδώ
πηγή: euxh.gr

Ένα από τα κυριότερα εμπόδια, που φαντάζεται ο μέσος άνθρωπος ότι τον αποκόπτουν από το να πηγαίνει στην εκκλησία, είναι η γλώσσα. Τα κείμενα της θείας λειτουργίας και όλων των άλλων εκκλησιαστικών τελετών είναι γραμμένα στα αρχαία ελληνικά. Εμείς δεν ξέρουμε αρχαία ελληνικά, άρα δεν καταλαβαίνουμε τίποτε.

Βέβαια, επειδή τα νέα ελληνικά (η σημερινή γλώσσα μας) είναι η ίδια γλώσσα με τα αρχαία (μόνο πιο απλή), οι περισσότερες λέξεις που ακούμε στην εκκλησία χρησιμοποιούνται και σήμερα, οπότε, αν στ’ αλήθεια προσπαθούσαμε, θα καταλαβαίναμε τα περισσότερα. Αυτό αποδεικνύεται κι από το γεγονός ότι στον καθημερινό λόγο των ανθρώπων μέχρι χθες είχαν περάσει πάρα πολλές λέξεις και εκφράσεις της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, προερχόμενες κατά κανόνα από τα κείμενα της Εκκλησίας.

Επίσης πρέπει να παραδεχτούμε ότι υπάρχει πρόβλημα και στην κατανόηση των νέων ελληνικών από εμάς τους σημερινούς Έλληνες. Όταν δηλαδή πολλές φορές δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε (ή ακόμη και να διαβάσουμε) κείμενα με κάπως υψηλό επίπεδο γλωσσικής έκφρασης, γραμμένα στα σημερινά ελληνικά (όχι τα κακοποιημένα ελληνικά του Facebook), είναι επόμενο να μην καταλαβαίνουμε την καθαρεύουσα ή τη γλώσσα της Εκκλησίας (σημείωση: Εκκλησία με κεφαλαίο Ε εννοώ τον εκκλησιαστικό θεσμό, ενώ εκκλησία με μικρό ε εννοώ το ναό). Αυτό δεν οφείλεται στη δυσκολία της γλώσσας, αλλά στο δικό μας χαμηλό μορφωτικό επίπεδο.

Γι’ αυτό το λόγο, ακόμη κι αν ακούγαμε τους ύμνους και τα άλλα κείμενα της Εκκλησίας στα νέα ελληνικά, πάλι δεν θα τα κατανοούσαμε, αν δεν έχουμε ιδέα για το περιεχόμενο της Αγίας Γραφής και της χριστιανικής διδασκαλίας. Ενώ, αν τα γνωρίζαμε αυτά τα δυο, η αρχαία γλώσσα θα μας εμπόδιζε ελάχιστα.

Υπενθυμίζω ότι και την ποίηση του Ελύτη και άλλων σύγχρονων ποιητών δεν την καταλαβαίνουμε (και συχνά την κοροϊδεύουμε), παρότι είναι γραμμένη στα νέα ελληνικά.

Αυτό το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο εξυπηρετεί τα συμφέροντα εκείνων που πραγματικά κυβερνούν τον κόσμο, μέσω του χρήματος, της πολιτικής και των ΜΜΕ, οι οποίοι θέλουν αμόρφωτους ανθρώπους, που να είναι άριστοι χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών, εξαρτημένοι εκ γενετής από το smartphone και το tablet τους και τηλεκατευθυνόμενοι καταναλωτές. Το λυπηρό αυτό φαινόμενο πνευματικής υποδούλωσης (και κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής υποδούλωσης) το βλέπουμε δυστυχώς στους έφηβους μαθητές μας, τους οποίους προσπαθούμε να υπερασπιστούμε με απελπισμένες αντεπιθέσεις μέσα στις σχολικές αίθουσες…

Ωστόσο, αυτό που θα ήθελα να επισημάνω προς όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες Γυμνασίου και Λυκείου, αλλά και προς τους γονείς τους, είναι ότι στο σχολείο τα παιδιά διδάσκονται το μάθημα που μπορεί να ξεκλειδώσει τα μυστικά της κατανόησης της θείας λειτουργίας και των άλλων εκκλησιαστικών τελετών: το μάθημα των αρχαίων ελληνικών.

Παρακαλώ λοιπόν θερμά τους μαθητές μας, αλλά και τους γονείς ή ίσως και τους συναδέλφους καθηγητές (για να το επισημάνουν και να παρακινήσουν τα παιδιά), να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή σ’ αυτό το μάθημα (για όσο υπάρχει ακόμη), που θα τους συνδέσει με την ανεκτίμητη πνευματική κληρονομιά του λαού μας, βοηθώντας τους να καταλάβουν εκείνα που τώρα θεωρούν ακατανόητα.

Η σοφία, η επαναστατικότητα, η φωτεινότητα των κειμένων που διαβάζονται ή ψάλλονται στην εκκλησία είναι συγκλονιστικές. Κυριολεκτικά πρόκειται για το μονοπάτι της τελειοποίησης του ανθρώπου. Υπάρχουν βέβαια και σύγχρονα εξαιρετικά ορθόδοξα χριστιανικά βιβλία (ακόμη και αγίων) γραμμένα στα νέα ελληνικά (ψάξτε το λίγο), αλλά τα κείμενα των εκκλησιαστικών τελετών – που είναι οι ρίζες μας – είναι γραμμένα πριν από χίλια ή χίλια πεντακόσια χρόνια (και περισσότερα, αν μιλήσουμε για την Αγία Γραφή) και φυσικά έχουν γραφτεί στ’ αρχαία ελληνικά.

Πρόκειται για αξεπέραστα αριστουργήματα θεολογίας και ανθρωπολογίας (δηλ. άποψης για τον άνθρωπο), γραμμένα από ορισμένους από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μουσικούς, θεολόγους και φιλοσόφους (που συγχρόνως είναι και άγιοι και Πατέρες της Εκκλησίας), όπως οι άγιοι Ιωάννης Δαμασκηνός, Κοσμάς ο Μελωδός, Ρωμανός ο Μελωδός, Ιωσήφ ο Υμνογράφος, Κασσιανή η Υμνογράφος, Ανδρέας Κρήτης κ.ά., πολύπλευρες προσωπικότητες μεγάλης μόρφωσης και ανοιχτού πνεύματος, που έδωσαν οδυνηρούς αγώνες και για την προσωπική τους καλλιέργεια και για να διασώσουν την άποψη της Εκκλησίας για τον άνθρωπο (όπως ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, που οι λόγοι του υπέρ των εικόνων τεκμηριώνουν την αποδοχή της ανθρώπινης φύσης του Ιησού Χριστού και την καταξίωση του ανθρώπου και του υλικού κόσμου γενικότερα) και την τελειοποίησή του, όπως τη διδάσκει η αρχαία Εκκλησία.

Τα αρχαία ελληνικά δεν είναι νεκρή γλώσσα. Δεν έπαψαν ούτε στιγμή να μιλιούνται και να τραγουδιούνται μέσα στις εκκλησίες μας, ακόμη και σε εποχές φρικτού σκοταδιού, όπως η Τουρκοκρατία και η κάθε λογής ξενοκρατία! (Μα και πότε έπαψε η ξενοκρατία στην Ελλάδα; Εννοώ την κυριαρχία των μεγάλων αποικιοκρατικών δυνάμεων κάθε εποχής, ιδίως, στο παρελθόν, Βρετανών και Αμερικανών).

Όπως έχουμε ξαναγράψει στο παρελθόν, τα αριστουργήματα της κλασικής και της ομηρικής εποχής (έπη, τραγωδίες, ποιήματα, φιλοσοφικά και ιστορικά έργα), είναι σπουδαία και διαχρονικά, αλλά όχι ζωντανά. Ανήκουν στο χθες και μελετώνται ως μνημεία του παρελθόντος. Αντίθετα, τα κορυφαία έργα των αγίων μελωδών και υμνογράφων, που εκτελούνται στις εκκλησίες μας όλο το έτος, δεν έχουν πάψει ούτε στιγμή να εκτελούνται όλους τους αιώνες, εδώ και περισσότερα από χίλια χρόνια, ακριβώς όπως γράφτηκαν, και ο λαός μας συμμετέχει σε αυτές τις υψηλές εκφράσεις του πολιτισμού μας κάθε χρόνο, αιώνες τώρα, αναβαπτίζεται στη σοφία και την ομορφιά τους, καλλιεργείται και μορφώνεται, συχνά μάλιστα μέσα σε εκκλησίες (μεγάλες ή μικρές) ηλικίας χιλίων ετών ή και περισσότερων, που είναι και οι ίδιες αρχαιολογικά μνημεία (με σοφή αρχιτεκτονική, γεμάτη συμβολισμούς), μόνο που δεν έχουν πέσει ποτέ σε αχρησία, όπως η Ακρόπολη των Αθηνών π.χ., αλλά συνεχίζουν να είναι λειτουργικοί χώροι, όπου δραματουργείται η ένωση ανθρώπου και Θεού χωρίς διακοπή μέχρι και σήμερα!

Πολλοί συνάνθρωποί μας, συντοπίτες μας, θαυμάζουν τον αρχαίο πολιτισμό της Ινδίας και του Θιβέτ και ταξιδεύουν εκεί «αναζητώντας αυτογνωσία», ενώ οι ίδιοι είναι κληρονόμοι ενός εξίσου αρχαίου σοφού και υψηλού πολιτισμού, που είναι ζωντανός ακριβώς δίπλα τους. Αν αυτό δεν είναι ένδειξη της αληθινής κρίσης που βιώνουμε ως κοινωνία και χώρα, η οποία οδήγησε στη γνωστή κοινωνική και οικονομική κρίση και στην υποδούλωσή μας σε ξένα κέντρα αποφάσεων, τι άλλο είναι;

Οι πρόγονοί μας, συμμετέχοντας σταθερά και ενεργά σε όλες αυτές τις πνευματικές δραστηριότητες, μορφώνονταν και καλλιεργούνταν ηθικά και πνευματικά, ακόμη κι αν ήταν αναλφάβητοι, ακριβώς όπως θα συνέβαινε αν παρακολουθούσαν σε όλη τους τη ζωή ομηρικά έπη ή αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες από το πρωτότυπο. Γι’ αυτό – ας μου επιτραπεί ο ισχυρισμός – γεννούσαν και ανάθρεφαν αγίους και ήρωες. Γι’ αυτό επίσης οι μεγάλοι σύγχρονοι Έλληνες ποιητές και μουσικοί, κατά κανόνα, είναι επηρεασμένοι συνειδητά (δηλαδή με τη θέλησή τους) και δημιουργικά από την ελληνική εκκλησιαστική ποίηση, μουσική και πνευματική ζωή, άσχετα από τις ιδιαίτερες θρησκευτικές πεποιθήσεις του καθενός.

Αντίθετα, εμείς, η νεοελληνική μάζα, έχοντας χάσει σχεδόν 100% την επαφή μας με τον πολιτισμό αυτό, φτωχοί θαμώνες του Facebook και των «πρωινάδικων», προσπαθώντας να σβήσουμε τη δίψα μας με εκπομπές μαγειρικής, γιόγκα, ωροσκόπια, φενγκ σούι και μουσικά talent show, είμαστε εύκολα θύματα των πολυεθνικών και μεγαλώνουμε τα παιδιά μας ως την επόμενη γενιά εύκολων θυμάτων. Δεν υπάρχει ελπίδα να ελευθερωθούμε, αν δεν αναβαπτιστούμε στα αγιασμένα νερά αυτού του χρυσοφόρου ποταμού, που είναι εξάλλου η ένθεη, χριστιανική συνέχεια της κλασικής και της ομηρικής αρχαιότητας.



φωτογραφήματα 183

φωτό: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ



Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

Σεβ. Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως κ. Άνθιμος: «Το αντίθετο μιας κοσμικής Εκκλησίας είναι μια Εκκλησία απόκοσμη»(εκ της Πεμπτουσίας)



Γιώργος Παύλος-Βασίλης Κωνσταντούδης: H επιστήμη και τα όρια της



φωτογραφήματα 181

Μουστσούνα, Νάξος /φωτό: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ



Εγγραφή στο ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ μέσω Email

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ

1. Οι ενυπόγραφες αναρτήσεις (άρθρα, ομιλίες, κριτικές βιβλίων, επιφυλλίδες, δοκίμια, μελετήματα κλπ) που φιλοξενούνται ή αναδημοσιεύονται στο ιστολόγιο "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ" εκφράζουν κατά κύριο λόγο τους συγγραφείς τους και όχι απαραίτητα το ιστολόγιο "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ".

2. Τα σχόλια των αναγνωστών του ιστολογίου "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ" εκφράζουν τους ίδιους προσωπικά και όχι το ιστολόγιο "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ". Σχόλια άσχετα με το περιεχόμενο των αναρτήσεων δεν θα δημοσιεύονται.

3. Υπάρχουν στο ιστολόγιο μας πολλές προτάσεις (σύνδεσμοι, links) προς άλλους δικτυακούς τόπους (sites, blogs κλπ). Το ιστολόγιο μας δε φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενο των αναρτήσεων ή των σχολίων που γίνονται εκεί.

ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

ΤΟ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΣΤΗ WORDPRESS

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Αρχείο

Αξίζει να διαβάσετε

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ
Περίπλους στην ορθόδοξη πνευματικότητα

ΑΝΤΙΦΩΝΟ

ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

Ιερός Ναός Αγίου Διονυσίου Αχαρνών

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan
台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan: ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΜΕΤΑΒΑΣΗ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

Ορθόδοξα ιστολόγια

ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ

Home of the Greek Bible

ΕΝΟΡΙΑ ΑΓΙΑΣ ΖΩΝΗΣ

ΟΟΔΕ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ