Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Θ.Ι. Ρηγινιώτης,Ο εορτασμός του αγίου Νικηφόρου Φωκά στους Αρμένους (11 Δεκεμβρίου 2016)

πηγή: rethemnos.gr 
φωτό: Μιχάλης Καψαλάκης

Ιστορικές και συγκινητικές ώρες έζησε η κοινωνία των όμορφων Αρμένων Ρεθύμνης την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016, στον πανηγυρικό εορτασμό της μνήμης του αγίου Νικηφόρου Φωκά, αυτοκράτορα του Βυζαντίου και Ελευθερωτή της Κρήτης από τους Άραβες κατακτητές.

Η εορτή πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία και διοργάνωση του Λαογραφικού Ομίλου «Κουρήτες» και του προέδρου του Μανώλη Παττακού και περιελάμβανε αρχιερατική θεία λειτουργία στον καθεδρικό ναό του χωριού, ομιλίες και, τέλος, πλούσιο γεύμα με παραδοσιακά κρητικά εδέσματα, όλα νηστίσιμα (αφού βρισκόμαστε στην περίοδο της νηστείας των Χριστουγέννων).
Το κόστος της διοργάνωσης επωμίστηκε προσωπικά ο Μανώλης Παττακός, από ευλάβεια προς τον άγιο και σεβασμό προς την κοινότητα των Αρμένων, οι οποίοι, κατά την παράδοση, έλαβαν το όνομά τους από τους Αρμένιους στρατιώτες που πολέμησαν υπό τις διαταγές του Νικηφόρου Φωκά για την απελευθέρωση του νησιού μας. Το ίδιο ισχύει και για τα χωριά Αρμένοι Χανίων και Λασηθίου, ενώ, όπως ακούσαμε στην εκδήλωση, τα γειτονικά προς τους Αρμένους χωριά Σωματάς και Φωτεινού φέρουν τα ονόματα των δύο στρατηγών του.

Γνωρίζουμε επίσης ότι το χωριό Καλονύχτης έλαβε το όνομά του από την ειρηνική διανυκτέρευση (καλή νύχτα) που είχε το στράτευμα του Νικηφόρου Φωκά στην περιοχή.

Τον περασμένο Νοέμβριο οι Κουρήτες είχαν προσφέρει την εικόνα και την ασματική ακολουθία του αγίου στον αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας Στυλιανό, Ρεθεμνιώτη στην καταγωγή, μεταφέροντας την τιμή του αγίου στην κρητική (και γενικότερα την ελληνική) παροικία της μακρινής αυτής ηπείρου, όπου είχαν μεταβεί στα πλαίσια των εορτασμών για τα 150 χρόνια από το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου. Το οδοιπορικό των Κουρητών στην Αυστραλία αναμένεται να παρουσιαστεί από την ΕΡΤ 3 στις 8 και τις 15 Ιανουαρίου, ώρα 3 μ.μ., στα πλαίσια της εκπομπής «Διασπορά».

Στους Αρμένους οι Κουρήτες παρευρέθηκαν με κρητικές φορεσιές και λάβαρα, ενώ έδωσαν το παρόν και άλλοι παραδοσιακοί και πολιτιστικοί σύλλογοι (όπως ο Σύλλογος «Αρκάδι», ο Όμιλος Βρακοφόρων και ο Ιππικός Σύλλογος Γεωργαλίδικων Αλόγων «Ο Άγιος Γεώργιος»). Σεμνές ομιλίες, κατά τα πρέποντα, γεμάτες όμως σύνεση και ιστορική γνώση, εκφώνησαν ο πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου Αρμένων Γιώργος Κολυβάκης, ο πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Αρμένων Ανδρέας Σηφάκης (που διάβασε και εξαιρετικές μαντινάδες ιστορικού και επικού περιεχομένου), ο εφημέριος του χωριού π. Ευάγγελος Ζαφειρόπουλος (που εξήγησε και το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής), ο Μανώλης Παττακός και ο σεβασμιώτατος μητροπολίτης Ρεθύμνης Ευγένιος, ενώ χαιρετισμό απεύθυνε και ο δήμαρχος Ρεθύμνης Γιώργος Μαρινάκης, που ήταν παρών. Παρευρέθηκε επίσης πλήθος κόσμου, μεταξύ των οποίων και ο γράφων.

Επίκεντρο του εορτασμού ήταν η εξαίρετη φορητή εικόνα του αγίου, που αγιογραφήθηκε μετά από προσεκτική ιστορική έρευνα από τις μοναχές της Ιεράς Μονής Αγίας Ειρήνης Ρεθύμνου και τοποθετήθηκε σε περίτεχνο προσκυνητάρι, έργο του πολυτάλαντου ξυλογλύπτη Μάρκου Κήλη, αφιερωμένο από την οικογένεια του Παττακομανώλη (οικογένεια Εμμανουήλ και Μαρίνας Παττακού) στην οσία μοναχή Ξένη Εμμ. Παττακού, θεία του Μ. Παττακού και (κατά δήλωσή του) πνευματική του δασκάλα. Η σπουδαία αυτή μορφή του σύγχρονου Κρητικού ορθόδοξου μοναχισμού κοιμήθηκε πλήρης ημερών περί το 1995 και ετάφη στην Ιερά Μονή Σαββατιανών, στο Ηράκλειο.

Ο Νικηφόρος Φωκάς και η αγιότητά του

Ο άγιος Νικηφόρος Φωκάς πολέμησε στην Κρήτη ως στρατιωτικός διοικητής, πριν ακόμη γίνει αυτοκράτορας, το 961 μ.Χ. Έδιωξε τους Άραβες, αναδιοργάνωσε με σοφία τον διαλυμένο τόπο και μάλιστα έφερε στο νησί δύο αγίους διδασκάλους της ορθόδοξης πνευματικής κληρονομιάς, για να αναζωπυρώσουν τη χριστιανική πίστη: τον άγιο Ιωάννη Ξένο, κτίτορα της Μονής Μυριοκεφάλων και πολλών άλλων ιστορικών ναών και μονών στο νομό Ρεθύμνης, και τον άγιο Νίκωνα τον «Μετανοείτε».

Επίσης, προσάρτησε την Εκκλησία της Κρήτης στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ μέχρι τότε υπαγόταν στον Πάπα της Ρώμης. Αυτό – όπως τόνισε ο σεβασμιότατος στην ομιλία του – είχε τεράστια σημασία για την ιστορία του νησιού, αφού έτσι αποφεύχθηκε ο εκλατινισμός μας, δηλαδή η αφομοίωσή μας από τον παπισμό (τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, που τράβηξε εσφαλμένα το δικό της δρόμο μετά το 1054 μ.Χ.), που θα σήμαινε πλήρη αλλοτρίωση.

Στον ιστορικό ναό του αγίου Νεκταρίου Χανίων, στη νότια πλευρά της οροφής (δεξιά όπως μπαίνουμε), υπάρχει ωραία αγιογραφία που εικονίζει την άφιξη του αγίου Νικηφόρου Φωκά στην Κρήτη, τους αγίους ιεραποστόλους που τον ακολούθησαν και τον αγώνα με τους Σαρακηνούς (τους Άραβες κατακτητές). Εικόνα του επίσης βρίσκεται σε προσκυνητάρι στον ιστορικό ναό του αγίου Τίτου, στο Ηράκλειο, κτίτορας του οποίου υπήρξε ο άγιος μετά την απελευθέρωση του Χάνδακα (Ηρακλείου).

Ο Νικηφόρος Φωκάς ήταν ειλικρινής πιστός χριστιανός και ζούσε ασκητικά ακόμη και όταν έγινε αυτοκράτορας. Φορούσε μάλιστα μέσα από τη βασιλική στολή του το μοναχικό «σχήμα» (δηλαδή το διακριτικό ένδυμα των μοναχών, που περιέχει τα σύμβολα της μοναστικής ζωής), κοιμόταν στο πάτωμα και, νεότερος, σκόπευε να γίνει μοναχός μαζί με τον πνευματικό του πατέρα, τον άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, αλλά τελικά τον κέρδισε η πολιτική. Όταν απελευθέρωσε την Κρήτη, έστειλε στον άγιο Αθανάσιο μέρος από τα λάφυρα που πήρε από τους Άραβες για την ίδρυση της μονής Μεγίστης Λαύρας, της πρώτης και ιστορικής μονής του Αγίου Όρους, ιδρυτής της μοναστικής πολιτείας του οποίου είναι ο άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης (Άθως = το όνομα της χερσονήσου του Αγίου Όρους). Έστειλε επίσης εκεί δύο καστρόπορτες του Χάνδακα, οι οποίες βρίσκονται ακόμη και σήμερα σε χρήση.

Δυστυχώς, μετά από τρία μόλις χρόνια βασιλείας, ο άγιος δολοφονήθηκε στον ύπνο του από συνωμότες, με πρωτεργάτες τη σύζυγό του, αυτοκράτειρα Θεοφανώ, και τον ανιψιό του και εραστή της, σφετεριστή του θρόνου, Ιωάννη Τσιμισκή, που στέφθηκε αμέσως αυτοκράτορας. Ο Θεός ας τους συγχωρήσει.

Κατά τους ιστορικούς, ξεψύχησε προσευχόμενος στην Παναγία, ενώ το σώμα του πετάχτηκε από το παράθυρο και το παρέλαβαν τη νύχτα κάποιοι πιστοί υπηρέτες του, οι οποίοι το ενταφίασαν χωρίς κανονική κηδεία. Στον τάφο του αργότερα γράφτηκε: «Τους νίκησε όλους, εκτός από μια γυναίκα», εννοώντας τη Θεοφανώ.

Ο θάνατος αυτού του είδους, κατά τη γνώμη μου, επιτράπηκε από το Θεό για να ξεπληρωθεί η συμμετοχή του αγίου στους πολέμους, αφού ο πόλεμος είναι πάντα μια τραγική κατάσταση, έστω κι αν επρόκειτο για απελευθερωτικούς πολέμους.

Ο Νικηφόρος Φωκάς τιμήθηκε ως άγιος αρκετά νωρίς, αφού η ασματική ακολουθία του (το υμνογραφικό έργο που ψάλλεται στην εορτή του) καταγράφεται σε παλαιό χειρόγραφο του Αγίου Όρους. Το έργο αυτό συμπληρώθηκε από τον σύγχρονο υμνογράφο μητροπολίτη Ρόδου Κύριλλο Κογεράκη, κρητικής καταγωγής, και περιελήφθη στον τόμο Κρητικόν Πανάγιον, που περιέχει τις εικόνες και τις ακολουθίες όλων των Κρητικών αγίων και των αγίων που έπαιξαν ιδιαίτερο ρόλο στην ιστορία του κρητικού λαού.

Το μήνυμα της εορτής

Με την πρόσφατη πρωτοβουλία τους, που είναι συνέχεια άλλων παρόμοιων, οι Κουρήτες αποδείχθηκαν για μια ακόμη φορά η αιχμή του δόρατος της κρητικής παράδοσης, την οποία υπηρετούν και προβάλλουν με σοβαρότητα ώς τα πέρατα της Γης εδώ και δεκαετίες. Ο πανηγυρικός εορτασμός της μνήμης του αγίου στους Αρμένους έφερε σε επαφή την τοπική μας κοινωνία με την ιστορία του νησιού μας και ολόκληρου του λαού μας των τελευταίων χιλίων ετών – σε επαφή με τους αγώνες για τη λευτεριά της Κρήτης, με το ένδοξο βυζαντινό παρελθόν μας και την ορθόδοξη πνευματική κληρονομιά μας – και, το σπουδαιότερο, η επαφή αυτή έγινε με ανθρωπιά και σεμνότητα.

Όλα τα παραπάνω είναι τα πνευματικά μας όπλα, απαραίτητα για να δώσουμε και σήμερα αγώνες πνευματικής, κοινωνικής και πολιτικής απελευθέρωσης. Ντόπιοι και ξένοι κατακτητές έχουν ληστέψει και σήμερα όχι μόνο τον πλούτο της χώρας μας και τα υλικά αγαθά των οικογενειών μας, αλλά και την αξιοπρέπεια, την ελπίδα και τις αξίες μας. Όμως δεν είμαστε λαός δούλων, αλλά λαός ακριτών και αγωνιστών, λαός αγίων και ποιητών. Ναι, λαός που εύκολα παρασύρεται και κατρακυλά στη διχόνοια και την απάτη, αλλά και λαός που ανέδειξε αγίους, αγωνιστές, φιλοσόφους, επιστήμονες και ποιητές. Ας το θυμηθούμε επιτέλους!

Ο εορτασμός αγίων που είχαν και εθνική δράση μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από φασιστικές και εθνικιστικές σπείρες, που στην πραγματικότητα υπηρετούν το κατεστημένο. Όμως εδώ δεν μιλάμε για κάτι τέτοιο, αλλά για μια αληθινή έμπνευση που οδήγησε (στους Αρμένους) ακόμη και σε αναφορές ενάντια στο ρατσισμό.

Με άξιους πρωτεργάτες, ο λαός μας ξεθάβει από την αφάνεια ηρωικούς αγίους του, που υπήρξαν και πολιτικοί ηγέτες, όπως οι άγιοι αυτοκράτορες Ιωάννης Δούκας Βατάτζης (4 Νοεμβρίου) και Νικηφόρος Φωκάς (11 Δεκεμβρίου). Αυτοί οι ηγέτες έκαναν τα αντίθετα απ’ ό,τι κάνουν οι σημερινοί (δήθεν) ηγέτες μας: αγωνίστηκαν για την ελευθερία και τα δίκαια του λαού τους, με πίστη στο Χριστό, ενάντια σε πανίσχυρους βάρβαρους εχθρούς. Ο Βατάτζης ενάντια στους υποτιθέμενους σταυροφόρους, ο Φωκάς ενάντια στους τζιχαντιστές της εποχής του, που ήταν εξίσου άγριοι με τους σημερινούς.

Αυτοί (συγχωρέστε με) είναι οι αληθινοί ηγέτες μας, μαρμαρωμένοι από αιώνες στην Αγιά Σοφιά της ζαλισμένης, αλλοτριωμένης και απαλλοτριωμένης ψυχής μας. Αν είμαστε αληθινοί απόγονοί τους, ας τους ξεμαρμαρώσουμε!…



Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

George Michael (25.6.1963-25.12.2016)



Αναγνωστική ανασκόπηση 2016



φωτογραφήματα 141

φωτό: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ


Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΤΕΧΘΗ! ΑΛΗΘΩΣ ΕΤΕΧΘΗ!

Μονή Βατοπεδίου.
Τοιχογραφία στο Παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου του Καθολικού (κεντρικό θέμα, λεπτομέρεια)
πηγή: 
http://agioritikesmnimes.blogspot.gr/2011/12/421-2.html



ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΤΕΧΘΗ!
ΑΛΗΘΩΣ ΕΤΕΧΘΗ!


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ!


Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Κυκλοφόρησε το τεύχος 140 του περιοδικού Σύναξη με κεντρικό θέμα: "Ορθοδόξων οδύνες και ωδίνες"


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ...3

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Ἡ γοητεία τῆς εἰδωλολατρίας ...5

ΝΟΝΗ ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΥ
Τὰ ἄγραφα ποιήματα (ποίημα) ...22

ΦΛΑΒΙΑΝΟΣ Α΄ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ
«Γιὰ τὸ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναθεματίζουμε ζωντανοὺς ἢ πεθαμένους» ...23

πρωτοπρ. ΝΤΟΡΟΥ ΚΟΣΤΑΣΕ
Ὁλισμός, δυναμισμὸς καὶ σύνθεση: Ἡ ἀνθρωπολογικὴ σκέψη τοῦ Παναγιώτη Νέλλα ...30

ΜΑΡΙΟΣ ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΑΣ ΛΙΑΓΚΗΣ
Ἑρμηνεύοντας τὴ σημερινὴ κρίση στὴν παιδεία καὶ τὴ θρησκευτικὴ ἐκπαίδευση μὲ τὰ φῶτα τοῦ δασκάλου Παναγιώτη Νέλλα ...41

π. ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΜΑΡΤΖΟΥΧΟΣ
Ψαλμὸς 103: Ἐκλείποιεν ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἄνομοι ...53
Γιὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο – συζήτηση

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ
Μετὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ...56

π. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ
Ψηλαφώντας τὴ Συνοδικότητα ...62

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΑΘΡΕΛΛΟΣ
Ἁγία καὶ μεγάλη Σύνοδος. Παρατηρήσεις καὶ Σχόλια ...67

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΤΑΘΟΚΩΣΤΑ
Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας: Σκέψεις καὶ ἐκτιμήσεις ...73

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Α. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ
Κατόπιν ἑορτῆς ...79

ΑΝΤΩΝΗΣ Ν. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Ἀναστάσιμο Obituary ...85

Διάλογος μὲ τοὺς ἀναγνῶστες ...87

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΘΗΣ
Συνέδριο «Μαρτύριο καὶ Κοινωνία» ...93

Τὸ Βιβλίο ...94

Οἱ συνεργάτες τοῦ 140ου τεύχους ...107



Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, Περί προσευχής

Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, Περί προσευχής: Ερμηνεία στον όσιο Νείλο τον Ασκητή, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2016, ISBN: 978-960-518-440-7.

Στην παρούσα έκδοση, ο Γέροντας Αιμιλιανός δεν αρκείται μόνο σε μια απλή μετάφραση του κειμένου του Οσίου Νείλου, ούτε σε μια διδακτική ανάλυσή του. Ούτε πάλι περιορίζεται στην περιγραφή του τρόπου και της μεθόδου της προσευχής, αλλά χρησιμοποιώντας τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας αποκαλύπτει την ουσία και το πνεύμα της προσευχής και γενικότερα αναδεικνύει το βάθος της πνευματικής ζωής. Δεν είναι καλός διδάσκαλος, είναι αληθινός μυσταγωγός. 
Όταν ομιλεί για την προσευχή, δεν ομιλεί περιγραφικά γι’ αυτήν ούτε με πυκνές αναφορές στους πατέρες και την παράδοση, αλλά εκφράζεται ως ο ίδιος «αδιαλείπτως προσευχόμενος». Όταν αναφέρεται στους αγίους, δεν περιγράφει πρότυπα άλλων εποχών η ενός άλλου κόσμου, αλλά καταθέτει μαρτυρία που φανερώνει οικειότητα και κοινωνία. Γι’ αυτό και διαβάζοντας τα σχόλιά του για τους αγίους, νοιώθεις ότι όχι μόνον δεν τους επαναλαμβάνει, αλλά τους αναδεικνύει και συχνά τους συμπληρώνει. Ο λόγος του δεν έχει την ψυχρότητα των λογικών συνειρμών, αλλά ξεχειλίζει από τη ζεστασιά των ζωντανών εμπειριών των θείων εμφανίσεων. 

Την έκδοση προλογίζει ο Μητροπολίτης Μεσογαίας & Λαυρεωτικής Νικόλαος.



Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Ιωάννης Ν. Λίλης, Οι Οικουμενικές Σύνοδοι του Βυζαντίου και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της σύγχρονης Εκκλησίας: ομοιότητες και διαφορές

Οι Οικουμενικές Σύνοδοι του Βυζαντίου 
και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της σύγχρονης Εκκλησίας˙ 
ομοιότητες και διαφορές [1]





Δρ. Ιωάννης Ν. Λίλης
 Λέκτορας της Πατριαχικής Ανωτάτης 
Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης


Εισαγωγή
Ο εντοπισμός των ομοιοτήτων και των διαφορών μεταξύ των Οικουμενικών Συνόδων του λεγομένου Βυζαντίου και της επικείμενης Αγίας και μεγάλης Συνόδου της σύγχρονης Ορθόδοξης Εκκλησίας, θα μας βοηθήσει επαρκώς για να καταλάβουμε τις ιστορικές αλλαγές που προέκυψαν αυτά τα χίλια χρόνια, στην διάρκεια των οποίων δεν έγινε σχεδόν μία ανάλογη Σύνοδος στο χώρο του Ανατολικού Χριστιανισμού [2].  Παράλληλα όμως θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε γιατί η επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της σημερινής Ορθοδοξίας δεν είναι Οικουμενική Σύνοδος, κατά τη δήλωση άλλωστε του ίδιου του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γαλλίας κ. Εμμανουήλ, ως εκπροσώπου του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, σε επίσημη παρουσίαση – ενημέρωση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην αίθουσα τελετών της Πατριαρχικής Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης (δύο μήνες πριν τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου), παρότι έχει κοινά σημεία με τις βυζαντινές Οικουμενικές Συνόδους. Η παρούσα ανακοίνωση μας θα κινηθεί σε αυτό το πλαίσιο εντοπίζοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές των δύο κόσμων.    
    
«Επαρχία»
Για να κατανοήσουμε την πρώτιστη βασική διαφορά μεταξύ των Οικουμενικών Συνόδων του λεγομένου Βυζαντίου και της επικείμενης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της σύγχρονης Ορθοδοξίας, νομίζω πως είναι ανάγκη, καταρχήν, να εντοπίσουμε το ακριβές περιεχόμενο του όρου «εκκλησιαστική επαρχία», στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και σήμερα. Στο λεγόμενο Βυζάντιο δεν ήταν εφικτό μία εκκλησιαστική «επαρχία» να οριοθετηθεί γεωγραφικά, σε συγκεκριμένο τόπο, όπως συμβαίνει σήμερα, γιατί η αυτοκρατορία ήταν αχανέστατη. Γι’ αυτό η αυτοκρατορία δεν είχε γεωγραφικά «Σύνορα», παρά μόνο «Τείχη» σε κάθε πόλη ξεχωριστά, με ευθύνη της ίδιας της πόλεως, αναλόγως τη δύναμη και την οικονομική και στρατιωτική παρουσία της πόλης. Υπάρχουν πατερικά κείμενα, αλλά και οι βίοι των αγίων στην «Παρακλητική» της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας συναξάρια που περιγράφουν τα «Τείχη» μεγάλων βυζαντινών πόλεων και την «τάφρο» ως επιπλέον προστασία, μπροστά από τα «Τείχη», τις αιρέσεις που προέρχονταν εκτός των «Τειχών» (π.χ. η Κωνσταντινούπολη για την Αλεξάνδρεια) ή εντός των Τειχών (από τον ίδιο τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως), μια πραγματικότητα που διαμόρφωνε διαφορετικά τη ζωή τους, σε σχέση με τη σύγχρονη. Επειδή στερούνταν γεωγραφικών συνόρων, οι μοναδικοί συνεκτικοί δεσμοί της αυτοκρατορίας, που αντικαθιστούσαν την έλλειψη των γεωγραφικών συνόρων και μπορούσαν επαρκώς να ενώσουν την αυτοκρατορία, ήταν η α) ελληνική γλώσσα και β) ο χριστιανισμός. Ο χριστιανισμός θα πρέπει να θεωρηθεί ενοποιητικός άξονας μετά το 381 μ.Χ., δηλαδή την επίσημη αναγνώριση του από τον Μεγάλο Θεοδόσιο. Ο στρατός του αυτοκράτορα ήταν πάντοτε μισθοφορικός, γιατί λόγω της τεράστιας εκτάσεως, αίσθηση πατρίδος δεν έδινε η γεωγραφία, ο συγκεκριμένος τόπος, αλλά πρωτίστως η ελληνική γλώσσα και το χριστιανικό δόγμα˙, δευτερευόντως η γεωγραφία. Από οποιοδήποτε μέρος στρατολογούσε πολεμιστές που τους προσείλκυε με μισθό, εφόσον δεν ήταν από τη συγκεκριμένη γεωγραφική έκταση, αρκεί να μιλούσαν τα ελληνικά και να ήταν χριστιανοί. Αυτό είχε ως θετικό αποτέλεσμα ο ελληνισμός να γίνει πολύ δυνατός, γιατί καθώς δεν έμενε σε γεωγραφικά στεγανά, μπορούσε να αφομοιώνει στοιχεία από παντού και να τον ασπάζεται όλος ο τότε γνωστός κόσμος, είχε όμως και το επικίνδυνο στοιχείο να απειλείται ανά πάσα στιγμή με αφανισμό, καθώς δεν είχε την ασφάλεια των δικών του γεωγραφικών συνόρων.       
Κάθε φορά που συγκαλούνταν στο Βυζάντιο μία Οικουμενική Σύνοδος, προσκαλούνταν οι επίσκοποι από τα πέρατα της αυτοκρατορίας, οι οποίοι ήταν επαρχιούχοι, όχι όμως με αποσαφηνισμένα τα γεωγραφικά όρια της επαρχίας τους. Σήμερα τα σύνορα των επαρχιών μπορούν να αποσαφηνισθούν πλήρως, ειδικά όταν η εκκλησία είναι πλήρως αναγνωρισμένη από την εκάστοτε πολιτεία, καθώς τα σύγχρονα κράτη δεν είναι αυτοκρατορίες, αλλά πρωτίστως γεωγραφικές εκτάσεις των εθνών (εθνικά κράτη), μία πρακτική που προήλθε από τη φεουδαρχία του δυτικού μεσαίωνα. Στη Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν ήταν δυνατό να αποσαφηνισθεί ακριβώς η επαρχία του Γάγγρας, του Βεροίας και του Εδέσσης στην Μεσοποταμία, ή του Εμέσης, εκτός αν ήταν μία πολύ μεγάλη πόλη με τεράστια δύναμη, η οποία θα έχτιζε και τεράστια «Τείχη». Αλλά ακόμα και εκεί παραμόνευε ο κίνδυνος, όπως πήγε να συμβεί με την Κωνσταντινούπολη από την απειλή των Αβάρων (τότε που γράφτηκε ο περίφημος Ακάθιστος Ύμνος) και μάλιστα τον 7ο αιώνα, όταν ακόμα βρίσκονταν η αυτοκρατορία στην ακμή της, πριν φανεί καθαρά η μελλοντική κατάρρευση της. 
Η έννοια της επαρχίας συνδέεται άμεσα με τη σημασία της ψήφου. Στο Βυζάντιο υπήρχαν επίσκοποι κάτω από την πνευματική και διοικητική εποπτεία του Μητροπολίτη, και ο αρχαιότερος αυτών στα πρεσβεία ονομαζόταν αρχιεπίσκοπος, χωρίς να έχουν πολλές φορές δική τους επαρχία. Και αυτοί όμως είχαν ψήφο τουλάχιστον στις τοπικές συνόδους, ενώ δεν είχαν δική τους επαρχία, γιατί και η επαρχία δεν είχε τη σημερινή έννοια των ακριβών θεσμοθετημένων γεωγραφικών ορίων. Σήμερα οι βοηθοί επίσκοποι δεν ψηφίζουν ούτε στις τοπικές συνόδους (με ελάχιστες εξαιρέσεις π.χ. την Κύπρο), ούτε και στην επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, γιατί και σε εμάς μετά την επανάσταση του 1821 ήρθε η έννοια πρωτίστως της γεωγραφικής κατοχυρώσεως, και κατόπιν της ελληνικής γλώσσας και του χριστιανικού δόγματος, πρακτική που γέννησε τόσες διαφορετικές παραμέτρους της σύγχρονης Εκκλησίας με εκείνης του Βυζαντίου. Ο αείμνηστος Καθηγητής του Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου Παναγιώτης Χριστινάκης υποστήριζε σε επιστημονικές ανακοινώσεις του πως η απουσία επαρχίας στους σημερινούς επισκόπους της Ελλαδικής Εκκλησίας δεν αντικανονική. Αντικανονική είναι η απαγόρευση τους να μετέχουν στην Ιερά Σύνοδο και να ψηφίζουν, γιατί στο Βύζαντιο ψήφιζαν και οι βοηθοί Επίσκοποι, παρότι εστερούντο επαρχίας, ακριβώς γιατί η επαρχία δεν είχε τα ακριβή γεωγραφικά όρια με τη σημερινή σημασία.                 
Την παρουσία της γεωγραφικής έννοιας ως πρωτίστου μεγέθους στην Ανατολική χριστιανική Εκκλησία – αυτό που ονομάζουμε σήμερα Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία – έφερε η σταδιακή κατάρρευση της Ανατολής και η ανάδειξη της Δύσεως. Στη Δύση, επειδή τη διαμόρφωσε το άτεγκτο δίκαιο, από γεννησιμιού της κυριαρχούσε εξαρχής πρώτα η γεωγραφία και κατόπιν η λατινική γλώσσα και το δυτικό χριστιανικό δόγμα, μία πραγματικότητα που κορυφώθηκε με τη «φεουδαρχία», δηλαδή την αντιστοίχιση της γλώσσας και του χριστιανικού δόγματος στις γεωγραφικές εκτάσεις του Πάπα και των δυτικών επισκόπων[3]. 
Σήμερα για να αποκτήσει κάποιος την ελληνική υπηκοότητα και να θεωρηθεί Έλληνας, αρκεί να δηλώσει μόνιμη κατοικίας διαμονής για δεκαπέντε χρόνια σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο μεταξύ Κρήτης και Αλεξανδρούπολης, στο σύγχρονο ελληνικό κράτος. Αν δεν μιλάει καλά ελληνικά ή δεν ποτέ βαπτιστεί χριστιανός δεν ενοχλεί καθόλου στο να θεωρηθεί Έλληνας. Τότε όμως συνέβαινε το εντελώς αντίθετο. Μετά το 1821 και ο ελληνισμός οργανώθηκε ως εθνικό κράτος με τα πρότυπα της πρώην φεουδαρχίας, δηλαδή των γεωγραφικών εκτάσεων.       

Δογματικά ζητήματα
Επειδή η ελληνική γλώσσα ήταν ο βασικός συνεκτικός δεσμός της αυτοκρατορίας, οι αιρέσεις ήταν πάντοτε παραποιήσεις και παραχαράξεις της ορθοδόξου πίστεως με αφορμή και βάση την αρχαία ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία˙ ελληνική γλώσσα χωρίς ελληνική φιλοσοφία δεν μπορεί να υπάρξει. Οι αριστοτελικοί όροι «οὐσία», «ἐνέργεια», «ὑπόσταση», δηλαδή οι «πρῶτες οὐσίες» του Αριστοτέλη, κυριαρχούν στις αποφάσεις και στους επίσημους δογματικούς όρους των Οικουμενικών Συνόδων. Οι αιρετικοί είναι πάντοτε μόνο κληρικοί της ανατολικής χριστιανικής εκκλησίας και μάλιστα αρχιερείς και Προκαθήμενοι, οι οποίοι έφερναν το ακριβές περιεχόμενο των φιλοσοφικών όρων μέσα στο δόγμα (όχι το εξωτερικό σχήμα των όρων όπως έκαναν οι ορθόδοξοι), παραποιώντας την αλήθεια της πίστεως. Το σώμα της εκκλησίας ονόμαζε πολλές φορές την καταδικασθείσα αίρεση με το όνομα του κληρικού που τη γέννησε, π.χ. Νεστοριανισμός, από τον Νεστόριο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής είχε διαφωνήσει με τον Πύρρο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τον 7ο αιώνα, μονοθελήτης αιρετικός όπως και ο προκάτοχος του, ο Σέργιος Α΄.
Μία σημερινή Σύνοδος, όπως η επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, δεν μπορεί να συζητήσει δογματικά ζητήματα πίστεως με την ακριβής μορφή των βυζαντινών θεμάτων, γιατί ο αιρέσεις πλέον δεν δημιουργούνται και δεν υφίστανται με βάση την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά με τις νέες προκλήσεις των σύγχρονων γεωγραφικών κρατών, όπως διαμορφώθηκαν από το γαλλικό διαφωτισμό. Γι’ αυτό και απουσιάζουν, και πολύ σωστά, από την ημερησία διάταξη της Συνόδου. Όχι μόνο τα δογματικά ζητήματα ήδη διατυπώθηκαν στο σύνολο τους, αλλά κυρίως οι αιρετικοί είναι πολύ εύκολο πλέον να εντοπιστούν, γιατί δεν ανήκουν ή δεν ανήκαν ποτέ στη δική μας Εκκλησία. Και μόνο από την γεωγραφία του κράτους, από το οποίο προέρχονται και στο οποίο κατοικούν, είναι πανεύκολο να καταλάβουμε αν είναι ορθόδοξοι, ετερόδοξοι ή ακόμα και άθεοι. Επειδή τα αιρετικά προβλήματα ποικίλουν σε κάθε γεωγραφικό κράτος, τα λύνει η κάθε τοπική εκκλησία μεμονωμένα.
Στη Δύση πάντοτε συνέβαινε η ανάλογη τακτική. Ο Πελάγιος, ιδρυτής της δυτικής αιρέσεως του Πελαγιανισμού, του 400 μ.Χ., ήταν Βρεταννός μοναχός. Και μόνο το γεγονός ότι προερχόταν από άλλη γεωγραφική περιοχή εκτός Ρώμης, από τη Βρεταννία, ήταν αρκετό για να υποψιαστούμε ότι ήταν αιρετικός. Στο Βυζάντιο όμως συνέβαινε το εντελώς αντίθετο. Οι αιρετικοί ήταν πάντοτε από την ίδια περιοχή, από τη διοίκηση της Εκκλησίας και μάλιστα υψηλόβαθμοι κληρικοί˙ σχεδόν ποτέ δεν είχαμε λαϊκούς αιρετικούς.     

Ο αυτοκράτορας
Τις Οικουμενικές Συνόδους τις συγκαλούσε πάντοτε ο αυτοκράτορας, ο οποίος τοποθετούνταν και Πρόεδρος της Συνόδου,  εφόσον θεωρούσε το Χριστιανισμό βασικό συνεκτικό άξονα της αυτοκρατορίας. Είναι γνωστή η παρουσία του Μεγάλου Κωνσταντίνου στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και η περίφημη φράση του πως είναι «ὁ ἐπίσκοπος τῶν ἐκτὸς καθεστάμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ», ενώ οι αρχιερείς είναι εκ «τῶν εἴσω τῆς Ἐκκλησίας», δηλαδή από το εσωτερικό της Εκκλησίας[4].  Η παρουσία του δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως επιβολή της δημοσίας τάξεως μέσα στην εκκλησία εκ μέρους της τότε πολιτείας, γιατί η έννοια της «δημοσίας τάξεως» γεννήθηκε για πρώτη φορά στα αστικά κράτη της δύσεως, μετά τον 18ο αιώνα, όπου είχαν πρώτα εξασφαλισθεί τα γεωγραφικά σύνορα, και είναι άγνωστη σε μία αχανέστατη αυτοκρατορία, και θα πρέπει να εκληφθεί μόνο μέσα στο γενικότερο πνεύμα των δύο προαναφερθέντων συνεκτικών αξόνων, γλώσσας και χριστιανικού δόγματος. Σήμερα είναι αδιανόητη μία παρόμοια πρακτική από τον σύγχρονο πολιτειακό άρχοντα καθώς υπάρχουν εξασφαλισμένα γεωγραφικά σύνορα και ο σύγχρονος ανατολικός χριστιανισμός, δηλαδή η Ορθόδοξη Εκκλησία, ζει και αναπνέει στα πλαίσια του δυτικού πολιτισμού με τα γεωγραφικά κράτη. Υπάρχουν Σύνταγμα και Νόμοι του Κράτους που καθορίζουν ακριβώς τη θέση του κάθε θεσμού μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες. Για τους βυζαντινούς το Σύνταγμα ήταν μόνο στρατιωτικό, του αυτοκράτορα, με μισθοφόρους πολεμιστές και ποτέ πολιτικό στην έννοια των σημερινών αστικών νόμων. Σήμερα, μετά τη Γαλλική Επανάσταση, είναι μόνο πολιτικό.   
  
Η ελληνική, ως επίσημη γλώσσα
Η επίσημη γλώσσα των Οικουμενικών Συνόδων ήταν μόνο η ελληνική. Μία αυτοκρατορία είναι πάντοτε πολυεθνική. Κατά τόπους οι διάφοροι λαοί μιλούσαν τις δικές τους γλώσσες, όμως επίσημα έπρεπε να είναι ελληνόφωνοι. Σήμερα αυτό δεν μπορεί να συμβεί, γιατί ήρθαν οι γεωγραφικές εκτάσεις, με κλειστά σύνορα, κατοχυρωμένα από το διεθνές Δίκαιο, οι οποίες διαμόρφωσαν και τις δικές τους γλώσσες, και η ελληνική γλώσσα έχασε την οικουμενικότητα της καθώς κλείστηκε και αυτή σε περιορισμένα, γεωγραφικά, σύνορα. Η μεγαλύτερη οικονομική δαπάνη της επικείμενης σύγχρονης Συνόδου είναι τα μεταφραστικά μέσα, κατά την ομολογία του ίδιου του Μητροπολίτου Γαλλίας κ.κ. Εμμανουήλ, καθώς οι επίσημες γλώσσες θα είναι τέσσερις ή πέντε. Η ελληνική πλέον είναι μία γλώσσα, όπως όλες οι άλλες, και όχι αυτή που κυριαρχεί σε ολόκληρη την οικουμένη, όπως συνέβαινε τότε. 

Ο γάμος
Στα θέματα της ημερησίας διατάξεως της σημερινής Συνόδου βρίσκονται και τα κωλύματα του γάμου. Το συγκεκριμένο θέμα χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Ο γάμος μετά το 1833 έγινε για πρώτη φορά και ανθρώπινο δικαίωμα, ενώ μέχρι τότε ήταν μόνο εκκλησιαστικό χάρισμα και μυστήριο. Επειδή τα σύγχρονα κράτη δημιουργήθηκαν με βάση τις αρχές του γαλλικού διαφωτισμού, κορυφαία αρχή των οποίων είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα, όλα τα μέχρι τότε εκκλησιαστικά μυστήρια, μετά τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους έγιναν και ανθρώπινα δικαιώματα. Ο γάμος, η μοναχική κουρά, η χειροτονία, η μισθοδοσία του κληρικού, η εκκλησιαστική εκπαίδευση είναι σήμερα και βασικά ανθρώπινα δικαιώματα των εκκλησιαστικών προσώπων. Μία βυζαντινή Οικουμενική Σύνοδος ποτέ δεν θα έβαζε ως θέμα συζητήσεως τα κωλύματα του γάμου, ενώ σήμερα είναι αναγκασμένη από τα πράγματα να το θέσει, γιατί είναι ανθρώπινο δικαίωμα και των κληρικών, οι οποίοι ζητούν τον γάμο και ως πολίτες, όχι μόνο ως εκκλησιαστικά μέλη. Το 85% των ορθόδοξου κλήρου είναι έγγαμοι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του Ανατολικού Χριστιανισμού που έχουμε τόσους εγγάμους κληρικούς, οι οποίοι αυξήθηκαν ραγδαία μέσα στο νέο ελληνικό κράτος, όπου ο γάμος έγινε ανθρώπινο δικαίωμα. Στο βυζάντιο θεσπίσθηκαν οι τρεις γάμοι, όχι όμως ως ανθρώπινο δικαίωμα, αλλά ως οικονομία εκ μέρους της εκκλησίας, όταν το ζήτησε συγκεκριμένος αυτοκράτορας, ώστε να προφυλαχθούν και θεραπευθούν τα ανθρώπινα πάθη. Τα λόγια του εκκλησιαστικού μυστήριου, ειδικά του τρίτου γάμου, το δείχνουν πολύ καθαρά. Επίσης δεν πρέπει να βγει το βιαστικό συμπέρασμα ότι ο τρίτος γάμος ίσχυε από τότε για όλους τους πιστούς, αλλά, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, για τα πρόσωπα μόνο της αυτοκρατορικής αυλής. Η μετατροπή του γάμου και ως ανθρωπίνου διαιώματος έφερε πλέον την παρουσία του σε ολόκληρο το εκκλησιαστικό σώμα. 

Η ψήφος 
Στο Βυζάντιο οι επίσκοποι στις Συνόδους ψήφιζαν. Και σήμερα ψηφίζουν. Δεν είναι όμως το ίδιο. Στις εκκλησιαστικές επαρχίες του σύγχρονου ελληνικού κράτους η ψήφος είναι επίσημη πολιτειακή πράξη με νομική επικύρωση, ακριβώς γιατί και η συνοδική ψήφος είναι πλέον και αυτή ανθρώπινο δικαίωμα˙ ενώ τότε δεν ήταν. Η ψήφος των ιεραρχών για ένα θέμα στη Διαρκή Ιερά Σύνοδος της Αθήνας ή στην Ιερά Επαρχιακή Σύνοδο της Εκκλησίας Κρήτης είναι επίσημες και πολιτειακές πράξεις και όχι μόνο εσωτερικές εκκλησιαστικές πράξεις, όπως συμβαίνει σε πολλές σύγχρονες εκκλησίες του εξωτερικού και της διασποράς, όπου είναι περιθωριποιημένες από τις κοινωνίες στις οποίες ζουν. Οι πολιτειακές όμως πράξεις, ειδικά όταν παραμείνουν πολύ καιρό στον πολιτισμό, επηρεάζουν εκ των πραγμάτων και τις εκκλησιαστικές, διαμορφώνοντας και το ανάλογο ήθος. Η απλή αναφορά στους 318 Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, ακόμα και αν είχαν ψηφίσει όλοι, δεν έχει κανένα νόημα αν δεν κατανοηθεί και δεν παραλληλισθεί ακριβώς με τα συγκεκριμένα ιστορικά δεδομένα της κάθε εποχής, αλλά ακόμα και της κάθε εκκλησίας στην ίδια εποχή.


Νηστεία και Διασπορά
Το θέμα της νηστείας, όταν είναι κατοχυρωμένο ανθρώπινο δικαίωμα, όπως στην Ελλάδα, είναι εύκολο ζήτημα γιατί όλοι γνωρίζουν το ακριβές περιεχόμενο της. Το αγιολόγιο της Εκκλησίας είναι την ίδια ώρα και επίσημο εορτολόγιο της Πολιτείας. Όταν η Ορθοδοξία βρίσκεται σε μία χώρα όπου οι χριστιανοί είναι ελάχιστοι, τότε το ζήτημα είναι διαφορετικό. Εκεί θα πρέπει να εφευρεθούν τρόποι, ώστε να προσαρμοσθεί στα δύο σύγχρονα δεδομένα που αναφέραμε. Διαφορετικά σύντομα θα σβήσει, αν δεν καταφέρει να μιλήσει μέσα στον σύγχρονο πολιτισμό της κάθε εποχής. Στο Βυζάντιο, ελλείψει ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επιστήμης και άμεσης επικοινωνίας μεταξύ των απομακρυσμένων περιοχών, η θέσπιση της νηστείας ήταν συνήθως ίδια για όλες τις επαρχίες, αλλά και οι οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ των εκκλησιαστικών επαρχιών δεν γινόντουσαν γνωστές εξαιτίας των «τειχών» και της αδυναμίας επικοινωνίας μεταξύ των πόλεων. Η ορθόδοξη διασπορά και η κοινή συμπόρευση όλων των ορθοδόξων σε μία μακρινή ήπειρο όπως η Αμερική, κάτω από μία Εκκλησία επίσης δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί μόνο με εκκλησιαστική προτροπή ή μία Συνοδική απόφαση, αλλά με τη ζωντανή προσαρμογή στα δεδομένα εκείνου του κράτους˙ δηλαδή, μιλώντας τη σύγχρονη γλώσσα, με τη γεωγραφία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτή η σωστή προσαρμογή δεν σημαίνει ποτέ απώλεια της παραδόσεως. Αντιθέτως η σωστή προσαρμογή εγγυάται την ιστορική συνέχεια της Εκκλησίας μας. Ο 17ος κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου : «τοῖς πολιτικοῖς καὶ δημοσίοις τύποις καὶ ἡ τῶν ἐκκλησιαστικῶν παροικιῶν τάξις ἀκολουθείτῳ», μόνο με αυτόν τον τρόπο θα βρει τη σωστή εφαρμογή της. Οι πολιτικοί και δημόσιοι τύποι τότε ήταν η αυτοκρατορία, σήμερα είναι τα εθνικά γεωγραφικά κράτη, όπως τα διαμόρφωσε ο δυτικός διαφωτισμός.               

Συμπεράσματα
Τα ζητήματα που θέτει η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος είναι φλέγοντα γιατί πρέπει να κινηθούν α) στους δύο άξονες του Βυζαντίου : ελληνική γλώσσα και χριστιανικό δόγμα καθώς, ποτέ δεν μπορούμε να αφήσουμε την παράδοση μας – τίποτα δεν υπάρχει χωρίς ρίζες, αλλά β) και στους δύο σύγχρονους πραοαναφερθέντες άξονες : γεωγραφία και ανθρώπινα δικαιώματα˙ πάντοτε πρέπει να προσαρμοζόμαστε ως ιστορική Εκκλησία και στα σύγχρονα δεδομένα. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά των δύο κόσμων˙ βυζαντινών οικουμενικών συνόδων και σύγχρονης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Αν η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος το ακολουθήσει, πέτυχε στην αποστολή της. Αν δεν το ακολουθήσει γρήγορα θα ξεχαστεί και δεν θα ξαναγίνει ανάλογη Σύνοδος. Για να μεσολαβήσουν χίλια χρόνια κατά τα οποία δεν έγινε Σύνοδος ολόκληρης της Ορθοδοξίας σημαίνει από κάποιο σημείο και μετά άρχισε να απομακρύνεται από τις ιστορικές προκλήσεις του τότε πολιτισμού. Αυτό όμως δεν συνέβαινε στην πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα των αποστόλων, η οποία προσαρμόστηκε ζωντανά στην ελληνική γλώσσα που ήταν η τότε πραγματικότητα και όχι στα αραμαϊκά ή στα ακόμα και στα λατινικά (τα ελληνικά ήταν οι πολιτικοί και δημόσιοι τύποι της εποχής εκείνης), και στην ελληνική γράφτηκαν τα ευαγγέλια. Ήρθε η ώρα να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της. 

-------------------------------
1.  Εισήγηση που ανακοινώθηκε στον Επιστημονική Διημερίδα, την οποία οργάνωσαν η Πατριαρχική Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης και το Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου και πραγματοποιήθηκε στην Πατριαρχική Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης κατά τη 15η και 16η Μαΐου 2016.

2.  Θα μπορούσαμε ίσως να θεωρήσουμε ως εξαίρεση τη Σύνοδο του 879/880 που έλαβε χώρα στην Κωνσταντινούπολη καθώς αναγνώρισε ως Οικουμενική τη Σύνοδο του 787 στη Νίκαια της Βιθυνίας, σχετικά με την Εικονομαχία. Ανάλογη Σύνοδος είναι και αυτή του 1482 στην Κωνσταντινούπολη, η οποία δεν αναγνώρισε τη Σύνοδο της Φλωρεντίας του 1439 και όρισε πως όσοι θα επιστρέφουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία από τη Ρωμαιοκαθολική, θα πρέπει να χρίονται με μύρο. Βλ. Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Γ΄, Π. Πουρναρά Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 296.      
3. Μέσα στη Ρώμη ζούσε μόνο ο Πάπας και οι ιερείς του, και ο Πάπας δεν μπορούσε ποτέ να βγει εκτός Ρώμης, εξαιτίας της «φεουδαρχίας». Μέσα στην Κωνσταντινούπολη δεν ζούσε μόνο ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αλλά οι πάντες ακριβώς γιατί δεν υπήρχε η φεουδαρχία. Αυτό είναι ο λόγος που δεν παρέστη ποτέ Πάπας σε Οικουμενική Σύνοδο, αλλά έστελνε τους αντιπροσώπους του, τους λεγάτους.  
4.  Εὐσεβίου, Εἰς τὸν βίον τοῦ μακαρίου Κωνσταντίνου τοῦ βασιλέως 4,24 PG 20,1172AB.


Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Θ. Ι. Ζιάκας: Σύγχρονα ψέματα και αρχαίες αλήθειες. Για μια οντολογική αναθεώρηση της Δύσης

πηγή: Αντίφωνο


Ο δυτικός πολιτισμός βρίσκεται στους αντίποδες του ελληνικού πολιτισμού. Πράγμα που έχει δύο συνέπειες. Η πρώτη είναι ο αποκλεισμός του ελληνικού πολιτισμού. Το διαχρονικό Contra Errores Graecorum. Η δεύτερη συνέπεια είναι η αδυναμία των Ελλήνων «να γίνουν κράτος» (“ευρωπαϊκού” τύπου εννοείται) –παρά τη σφοδρή τους επιθυμία.

Τη γνώση αυτή την οφείλουμε, πρωτίστως, στο έργο των Κώστα Παπαϊωάννου, Κορνήλιου Καστοριάδη και Κώστα Αξελού. Το οντολογικό κεκτημένο του έργου τους, τη γνώση της οντολογικής ασυμμετρίας δυτικού και ελληνικού πολιτισμού, την αναδεικνύει η κ. Μαγγιώρου στο ως άνω βιβλίο, προκειμένου να την κάνει πυξίδα πολιτικού προσανατολισμού. Στη βάση αυτή μας προσφέρει μια οντολογική ανάλυση της Δύσης απροσδόκητη, για μένα τουλάχιστο. Η οντολογική πολιτική ανάλυση συνιστά και την καινοτομία που εισάγει το βιβλίο στην πολιτική σκέψη. Η εφαρμογή της μάλιστα στα διάφορα κεφάλαια του βιβλίου, αποδεικνύει μια εντυπωσιακή ευρετικότητα. Είναι ένα από τα πολύ σπάνια εκείνα βιβλία, που εισάγουν τον αναγνώστη στον τρόπο του αληθινού πολιτικού σκέπτεσθαι. 

Στο κείμενο που ακολουθεί, θα αποδελτιώσω ορισμένα στοιχεία, α) για την οντολογική υποδομή του δυτικού πολιτισμού, β) για το οντολογικό ιστορικό του, και γ) για τα σύγχρονη κοσμοϊστορικής σημασίας παλινωδία του. 

1. Η οντολογική υποδομή της Δύσης

Η θεμελίωση του πολιτισμικού πεδίου προϋποθέτει την παραδοχή μιας από τις εξής τρεις και μόνο οντολογικές επιλογές:

Α’. Δεν υπάρχει το Εγώ ως ον, υπάρχει μόνο το Εμείς, τα Άτομα είναι εφήμερα μέλη του. Λατινική επιλογή.

Β’. Μόνο τα Εγώ - Άτομα υπάρχουν. Το Εμείς δεν είναι ον, αλλά επίφαση όντος, σύμβαση. Γερμανική επιλογή.

Γ’. Τόσο τα Άτομα όσο και το Εμείς συν-υπάρχουν, ως όντα διαφορετικού επιπέδου. Ελληνική επιλογή. 

Ο γλωσσικός επιθετικός προσδιορισμός των τριών επιλογών δικαιολογείται από το γεγονός, ότι οι ευρωπαϊκοί λαοί που έχτισαν πολιτισμό πάνω σ’ αυτές, ήταν αντίστοιχα, λατινόφωνοι, γερμανόφωνοι και ελληνόφωνοι. Αλλά ας δούμε από πιο κοντά τον ουσιαστικό προσδιορισμό των τριών επιλογών. 

α) Το λατινικό Εμείς

Οι αρχαίοι Λατίνοι θεοποίησαν το Εμείς τους. Η Ρώμη είναι Οντότητα θεϊκή. Η δεσποτική κοινωνική ιεραρχία της είναι ιερή και απαραβίαστη. Όπως και η πολιτικο-θρησκευτική κεφαλή της, ο PontifexMaximus. Ως μοναδική και αιώνια ιερή Οντότητα, η Ρώμη αξιώνει την παγκόσμια κυριαρχία. Πολιτική ιδεολογία της είναι ο Ουνιβερσαλισμός.

Οντολογικώς ομόλογο του λατινικού είναι και το Εμείς του αφρο-ασιατικού Δεσποτισμού, όπως της αρχαίας Αιγύπτου και της αρχαίας Κίνας. Ομόλογός τους είναι επίσης ο εβραϊκός οντολογικός μονισμός του «εκλεκτού λαού». Μόνο που ο δικός του ουνιβερσαλισμός είναι εσχατολογικός. (Θα λάβει σάρκα και οστά, όταν έρθει ο «Μεσσίας» και θα θέσει όλα τα έθνη υπό το πέλμα της Σιών.)



β) Το γερμανικό Εμείς

Στον οντολογικό αντίποδα της Ρώμης εμφανίζονται τα στίφη των γερμανικών πολεμικών φυλών. Το Εμείς τους, υπό την περιστασιακή ηγεσία ενός πολέμαρχου – αγελάρχη, εδράζεται στον άκρατο ατομικισμό. Συνεχίζεται ως φεουδαρχικό, ολοκληρώνεται ως καπιταλιστικό και σήμερα, ως «νεοφιλελεύθερο» και «νεοσυντηρητικό» διεκδικεί την «παγκόσμια διακυβέρνηση». Διαχρονικός του άξονας: ο οντολογικός μονισμός του Εγώ.

γ) Το ελληνικό Εμείς

Οι όροι, που θα απέδιδαν με ακρίβεια τον αντιδιαμετρικό χαρακτήρα των δύο αυτών τρόπων θέσμισης της σχέσης Εμείς – Εγώ, είναι ο όρος Κολεκτιβισμός και ο όρος Ατομοκεντρισμός. Το νόημά τους είμαστε σε θέση να το καταλάβουμε, επειδή ζούμε στο εσωτερικό της πόλωσής τους.

Την τρίτη όμως οντολογική θέση, είναι αδύνατο να την καταλάβουμε με τον ίδιο τρόπο, επειδή ο πολιτισμός της έχει καταστραφεί προ πολλού. Για την τρέχουσα γεννά συνελλήνων είναι απλώς αδιανόητη. Μόνο μέσω του τι είναι η κολεκτιβιστική και η ατομοκεντρική κοινωνικότητα μπορούμε να φτάσουμε σε κάποια κατανόηση του επιπέδου Γ’. Κι αυτό μόνο θεωρητικά.

Το κλειδί μας το δίνουν δύο καίριοι ορισμοί του Αριστοτέλη: Ότι «ο άνθρωπος είναι ζώο πολιτικό». Και ότι «άνθρωπος μόνος ή θηρίο ή θεός». Δεν είναι τυχαίο, λέει η κ. Μαγγιώρου, ότι οι Γερμανοί μετέφρασαν τον πρώτο ορισμό, ως «ζώο κοινωνικό». Εξίσωσαν δηλαδή το «πολιτικό» με το «κοινωνικό». Έτσι όμως μηδένισαν αυτό που για τους Έλληνες ήταν η οντολογική διαφορά της ανθρώπινης από τη ζωική κοινωνικότητα. Ενέπεσαν έτσι -οι μεταφραστές και τάχα «κληρονόμοι» του ελληνικού πολιτισμού- στον δεύτερο ορισμό του Αριστοτέλη: για το Άτομο, ως «θηρίο», που νομίζει ότι είναι αυθύπαρκτο ον, δηλαδή «θεός».



Και οι δύο ορισμοί του Αριστοτέλη, διευκρινίζει η κ. Μαγγιώρου, συνδέονται με την ελληνική ταύτιση ηθικής, πολιτικής και φρόνησης. Ταύτιση, που είναι αδιανόητη, όχι μόνο για τα «πλήρη ελευθερίας βουλήσεως - φιλελεύθερα» άτομα του επιπέδου Β’, αλλά και για τα «απαθή - δουλοπρεπή» άτομα του επιπέδου Α’, επειδή τα μεν στερούνται «ορθής ορέξεως», τα δε «ορθού λόγου». Πράγμα που συνεπάγεται, ότι στους μεν Λατίνους κυριαρχεί ο διπλός καταναγκασμός φύσης-εξουσίας, άρα ο Θεός-Νόμος, στους δε Γερμανούς κυριαρχεί το «θηρίο εντός τους» (λόγω «κοινής με τα ζώα αίσθησης» και «ανόητης ορέξεως, που καταστρέφει και τους καλύτερους»).

Το τραγικό είναι, ότι ο –ήδη καθιερωμένος- μηδενισμός της οντολογικής διαφοράς μεταξύ της ανθρώπινης και ζωικής κοινωνικότητας, αναδεικνύει ως πρότυπο για την ανθρώπινη κοινωνικότητα, τις φωλιές των τερμιτών. Σκεφθείτε πόσο ασύλληπτα υψηλή είναι εκεί η αντικειμενοποιημένη σε «κοινωνικό σύστημα» νοημοσύνη, ώστε το «σύστημα να λειτουργεί από μόνο του». Δίχως να έχει ανάγκη τη σκέψη, την επινοητικότητα και την πρωτοβουλία εκάστου ατόμου - τερμίτη. Συγκρίνετέ το κατόπι με την αυτονομημένη ανάπτυξη της Τεχνόσφαιρας και την υποκατάσταση της κοινωνικότητας από τους απρόσωπους μηχανισμούς της.

Οι οντολογικές επιλογές Α’ και Β’, βρίσκονται στους αντίποδες η μια της άλλης. Η μία βλέπει σκέτο το κοινωνικό Όλον (χωρίς άτομα) και η άλλη σκέτα τα άτομα (τυφλή για το Όλον). Αλλά, ας μη νομιστεί, πως επειδή το «Εν» κηρύσσει ανύπαρκτα τα «Πολλά», ή επειδή τα «Πολλά» κηρύσσουν ανύπαρκτο το «Εν», αυτά παύουν να «υπάρχουν» στον πολιτισμό τους. Απλώς καταδικάζονται να υπάρχουν κατά τον απρόσωπο - μη ανθρώπινο τρόπο – αυτόν της αυτονομημένηςζωικής κοινωνικότητας. Παράδειγμα είναι η έκβαση της πάλης του γερμανικού Εμείς για την καθυπόταξη των σημασιών του λατινικού Εμείς. Την αποδίδει τέλεια η γνωστή φράση του Νίτσε, «ο θεός πέθανε». Που λέει στην ουσία, ότι η «θεϊκή» αυτοκατανόηση του λατινικού Εμείς, μεταγγίστηκε με πλήρη επιτυχία, από το σώμα της δεσποτικής ιεραρχίας του, στο γερμανικό Εμείς, ως αυτοθεοποίηση του Εγώ. Με αποτέλεσμα, η δομή του γερμανογενούς Εμείς να εργαλειοποιηθεί πλήρως και να γίνει το αυτονομημένο και σαφώς ανεξέλεγκτο Τεχνοσύστημα, που ήδη γνωρίζουμε. Η ολοκλήρωση του επιπέδου ύπαρξης Β’, οδήγησε τελικά στο επίπεδο ύπαρξης Α’, με άλλη μορφή.

Στον ελληνικό πολιτισμό, επισημαίνει η κ. Μαγγιώρου, η θεμελίωση των σημασιών στον Κοινό Λόγο ανθρώπου - κόσμου, γεννά την αγάπη για έξοδο από την κοινή βιολογική ορθολογικότητα ανθρώπου - ζώου. Γεννά δηλαδή την αγάπη για την Πόλιν, όπου το «ευ ζην» επιτελεί την ασύγχυτη και αδιαίρετη ενότητατου Εμείς και του Εγώ, χωρίς να υποβιβάζει ούτε το ένα ούτε το άλλο, επιτυγχάνοντας τη ρήξη με το ζωολογικώς ζην. Πρόκειται για το «επίπεδο - τρόπο ύπαρξης του Εμείς», που ο Καστοριάδης ονομάζει «θεσμίζον κοινωνικό φαντασιακό» και το προσεγγίζει μέσω της ιδιάζουσας στον άνθρωπο ενέργειας του «δημιουργείν». Όπου «δημιουργία» σημαίνει ακριβώς «έργο για τον Δήμο». Συλλογική αυτοδημιουργία. Εδώ το ζωολογικό ζην (το ρυθμιζόμενο από τα «βασικά ένστικτα», σεξ, πείνα και φόβο), μετουσιώνεται σε πολιτικό βίο. Το δε ψυχοκοινωνικό πρόσκτημα της οντολογικής μετουσίωσης, αντιστοιχεί στο «είναι του κόσμου». Στον «τρόπο της του παντός διοικήσεως». Όπου σύμφωνα με τον Εμπεδοκλή, απ’ τα Πολλά το Ένα κι από το Ένα τα Πολλά. Δίχως το «πολιτικό» αυτό οντολογικό πρόσκτημα, ο άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος, κατά την οντολογία του επιπέδου Γ’. Γι’ αυτό στο επίπεδο της Πόλεως ο άνθρωπος αποτελεί «πρόταγμα».

Ο ουσιαστικός προσδιορισμός της ανθρωποποιητικής αυτής οντολογίας, επειδή υπερβαίνει την πόλωση των άλλων δύο, δημιουργώντας ένα τρίτο επίπεδο τρόπου ύπαρξης, μπορεί να αποδοθεί από τον συσχετιστικό όρο «Τριαδική οντολογία». Που είναι πράγματι Οντολογία, με την αρχαία σημασία της λέξης. Έχουμε έτσι την καίριας ευθυβολίας διατύπωση: «Δύο μεταφυσικές και μια οντολογία»! 

Το οντολογικό μηδέν

Η εμπειρία μας από τον μοντερνισμό παλιότερα και από τον μεταμοντερνισμό πρόσφατα, μας αποκάλυψε την πραγματικότητα του οντολογικού μηδενισμού. Μια κατάσταση «κενού», όπου το Εμείς και το Εγώ «αποσυντίθενται». Το οντολογικό μηδέν είναι το μεσοδιάστημα εκείνο, όπου οι άνθρωποι εγκαταλείπουν το οικείο οντολογικό επίπεδο και ένα από τα άλλα δύο δύναται να τους υποδεχθεί. Υπ’ αυτή την έννοια ο «οντολογικός» μηδενισμός είναι η «χωματερή» των πολιτισμών και συγχρόνως η πιθανή «δίοδος» του ανθρώπου προς έναν άλλο πολιτισμό. Το βιβλίο αναφέρεται ειδικά στον μηδενισμό,ωςπολιτική στρατηγική. Αναφέρεται δηλαδή στην πολιτικά προγραμματισμένη «εξάρθρωση του Εμείς». Στη συστηματική «αποδόμηση της συλλογικής ταυτότητας». Η οποία παρατηρείται σήμερα με τρόπο που συνέβαινε και σε άλλες κρίσιμες περιόδους της δυτικής ιστορίας. Ως συγκεκριμένες επιθέσεις, που στοχεύουν στην κατάρρευση του ηγεμονεύοντος πολιτισμού, καθώς επίσης και ως ανέγερση συγκεκριμένων φραγμών μπρος στην πιθανότητα ελεύθερης «διόδου». Το βιβλίο επισημαίνει ακόμα, ότι πέραν του τι συμβαίνει στην ιστορική διαχρονία, στην ίδια εποχή, εντός του ίδιου πολιτισμού, συμβαίνει να ποικίλλει ο βαθμός κοινωνικοποίησης των ατόμων, μέχρι το σημείο της «μη απορρόφησης του ατόμου» από την κοινωνία του. Τόσο σε ατομικό επίπεδο, όσο και σε συλλογικό επίπεδο, λόγω αποτυχημένης κοινωνικής οργάνωσης. (Στη σημερινή Ελλάδα ισχύουν προφανώς -στο έπακρο- και τα δύο!)

2. Το οντολογικό ιστορικό της Νεωτερικότητας

Η τρίσημη οντολογική θεώρηση διαυγάζει τη δομή του πολιτισμικού πεδίου, αλλά πρέπει να «τεθεί σε κίνηση» εντός του «χώρου των δυνατών καταστάσεων», προκειμένου να διαυγαστεί το νόημα του πολιτισμικού γίγνεσθαι, ως αυτοδημιουργίας του Εμείς και του Εγώ.

Το βιβλίο μιλά, εν εκτάσει, για το πώς προέκυψε η κυρίαρχη οντολογική επιλογή της σύγχρονης Δύσης, ως υποταγή της λατινικής στη γερμανική, με παράλληλο συστηματικό αποκλεισμό της ελληνικής οντολογικής επιλογής (: «ContraErroresGraecorum»). Μερικά βασικά σημεία της πορείας αυτής είναι τα ακόλουθα.

Κατ’ αρχάς, τον 4ο π.Χ. αιώνα, έχουμε την πρώτη καθαίρεση της ελληνικής οντολογίας Γ’ από το ηγεμονικό βάθρο. Το βιβλίο την αποδίδει στην επέλαση της ατομικιστικής - σχετικιστικής ιδεολογίας των σοφιστών. Ακολουθεί δεύτερη πτώση / επίθεση εναντίον της, κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας. Αποδίδεται δε στην κυριαρχία του στωικισμού. (Είναι ψέμα ότι ο στωικισμός, η κυρίαρχη ιδεολογία της αυτοκρατορικής Ρώμης, ήταν «ελληνική» φιλοσοφία.)

Έχουμε λοιπόν στον αρχαιο-ελληνικό χώρο, αλλά με οικουμενικές συνέπειες, δύο πτώσεις κυρίαρχου οντολογικού επιπέδου: από το επίπεδο Γ', στο επίπεδο Β' και στο επίπεδο Α'. Είναι σημαντικό να προσέξουμε, ότι την άμυνα έναντι της πρώτης, τη διεξήγαγε ο Πλάτων κι ο Αριστοτέλης, ενώ την άμυνα έναντι της δεύτερης ο Επίκουρος.

Τον 3ο με 4ο αιώνα μ.Χ. τη σκυτάλη της υπεράσπισης του επιπέδου Γ', την παρέλαβαν (από τους επικούρειους!) οι Έλληνες Πατέρες της Ορθοδοξίας. Μέσω της Ορθοδοξίας, ο Ελληνισμός θα ανακτήσει, ως ηγεμονικό για τον εαυτό του, το επίπεδο Γ', λέει η κ. Μαγγιώρου. Οι ελληνικές σημασίες, αφού άντεξαν, μπήκαν στο απυρόβλητο, έναντι της κακόβουλης αμφισβήτησης, με την εδραίωση της νέας ηγεμονίας τους, ως χριστιανικά ορθές σημασίες. Εδώ η συγγραφέας πηγαίνει πέρα από τον Καστοριάδη, για τον οποίο το Βυζάντιο ήταν κόκκινο πανί. Κρατώντας σταθερά τον οντολογικό μίτο φτάνει ουσιαστικά στην ίδια θέση, που είχε φτάσει –από άλλη διαδρομή- ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος τον 19ο αιώνα, διαπιστώνοντας την «αρχαία συμμαχία» Ελληνισμού και Χριστιανισμού εναντίον του «ασύνθετου ελληνισμού».

Όταν, τέλος, μαζί με τις Σταυροφορίες (του γερμανο-παπικού «πραγματισμού-τυχοδιωκτισμού»), θα εισαχθεί στο Βυζάντιο ο θωμιστικός σχολαστικισμός, απειλώντας τον ελληνικό πολιτισμό με γερμανο-λατινική αυτή τη φορά οντολογική αποδόμηση, είδαμε τη θέση της αινιγματικής επικούρειας «φιλοσοφικής ενέργειας», να την καταλαμβάνει η «άκτιστη ενέργεια» του Τριαδικού Θεού, αναλαμβάνοντας την υπεράσπιση του επιπέδου - τρόπου ύπαρξης Γ'. Ο Ακινάτης θα ηττηθεί από τον Γρηγόριο Παλαμά.

Αξίζει να υπογραμμιστεί, ως συμπερασματικό συμφραζόμενο –προκλητικό για τους ένθεν κακείθεν-, ότι κατά τη μετάβαση από τον προχριστιανικό στον χριστιανικό ελληνικό πολιτισμό, έχουμε οντολογική αποκατάσταση της ηγεμονίας των κεντρικών σημασιών του ελληνικού πολιτισμού. Αυτό δηλαδή που συνεισφέρει στους Έλληνες ο χριστιανισμός στο επίπεδο των κεντρικών σημασιών, δεν είναι, σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, μια «νέα οντολογία», αλλά το γεγονός, ότι οι Έλληνες Πατέρες προσέλαβαν τον χριστιανισμό σύμφωνα με τις ελληνικές οντολογικές τους προσλαμβάνουσες, ενσαρκώνοντάς τον ως Ορθοδοξία. Όπως ακριβώς θα έκανε ο Αυγουστίνος στον λατινικό χώρο, προσλαμβάνοντας τον χριστιανισμό σύμφωνα με τη λατινική κολεκτιβιστική οντολογία, για να τον κάνει Ουνιβερσαλισμό– Καθολικισμό. Νομιμοποιώντας συνάμα, τη μεταμόρφωση του Επισκόπου Ρώμης σε πολιτικο-θρησκευτικό «Μεγάλο Ποντίφηκα». Ομοίως και οι αντίστοιχοι Γερμανοί, θα προσλάβουν τον χριστιανισμό σύμφωνα με τη δική τους ατομικιστική οντολογία, ως αρειανισμό αρχικά και προτεσταντισμό μετά. Στη συνέχεια δε, χάρη στην ακραία «πραγματιστική μετάλλαξη» του βρετανικού Εμείς, λόγω των «τυχοδιωκτών» Νορμανδών κατακτητών του, θα τον κάνουν καπιταλισμό. Που είναι, όπως θα μας πει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν,«παράσιτο» στο σώμα του δυτικού χριστιανισμού. «Καθαρή λατρεία» του Μαμωνά. 

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στις συγκρούσεις των οντολογικών «τεκτονικών πλακών».

Κάτω από τη ρωμαϊκή κατάκτηση ο ελληνικός πολιτισμός απειλήθηκε με οντολογική υποστροφή στο επίπεδο Α'. (Τα περί «ελληνικού εκπολιτισμού των ρωμαίων» είναι από τα μεγαλύτερα ψέματα της ιστορίας.) Με το γερμανικό κύμα του 5ου αιώνα,, αποσπάστηκε από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το δυτικό της τμήμα με δύο συνέπειες: α) Δημιουργήθηκε στην Εσπερία ο ρωμανικός πολιτισμός, βασισμένος στον πολιτιστικό «εκρωμαϊσμό» των κατακτητών και στη δημιουργία του φεουδαρχικού συστήματος (: γερμανική ιδιωτική δεσποτεία, έναντι της λατινικής κρατικής δεσποτείας). Η λατινική οντολογία ψευτο-υπέταξε τη γερμανική. β) Εξασθένισε η λατινική πίεση πάνω στην ελληνική Ανατολή και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τέθηκε εκεί υπό ελληνική οντολογική ηγεμονία.

Ακολουθεί το αραβο-ισλαμικό κύμα του 7ου αιώνα, οντολογικού επιπέδου Α'. Κατακλύζοντας την ελληνιστική περίμετρο ανέπτυξε μια μόνιμη ισχυρότατη πίεση από την Ανατολή και τον Νότο, παράλληλη της γερμανικής από τη Δύση.

Μετά το δεύτερο μεγάλο γερμανικό (νορμανδικό) κύμα του 8ου-10ουαιώνα, η ατομοκεντρική οντολογία καθίσταται οριστικά κυρίαρχη στην Εσπερία. Ο γοτθικόςπολιτισμός αντικαθιστά τον ρωμανικό. Καθολικά, σε βάθος πλέον, γερμανοκρατούμενη η Εσπερία, αντιμετωπίζει ως οντολογικό εχθρό τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Την ονομάζει «Βυζάντιο», παρουσιάζοντάς την πρώτα ως «γραικική» - μη ρωμαϊκή και στη συνέχεια ως «σχισματική» – «αιρετική».

Τον 11ο αιώνα, εισβάλουν οι Τούρκοι. Το λεηλατικό τουρκομανικό τζιχάντ από την Ανατολή και το λεηλατικό επίσης σταυροφορικό γερμανικό τζιχάντ από τη Δύση, θα θέσουν τον ελληνικό πολιτισμό μεταξύ σφύρας και άκμωνος, καθορίζοντας την έξοδό του από τη μεγάλη ιστορική κλίμακα. (Ας σημειωθεί όμως, ότι εκμεταλλεύτηκαν την κρατική κατάρρευση, που ακολούθησε τον θάνατο του Βασιλείου Β’, όταν η εξουσία πέρασε στα χέρια εκπροσώπων του νεοσυβαριτισμού – μηδενισμού, ή της λεγόμενης «ελληνικής αναγέννησης», που είχε καταστεί κυρίαρχη στην Κων/πολη. Με το πρόσχημα της «απουσίας εξωτερικού εχθρού», οι άνθρωποι αυτοί προχώρησαν στη διάλυση του στρατού των Θεμάτων, προκειμένου να αφαιρέσουν από τους αντιπάλους τους, περιφερειακούς στρατηγούς, την ισχύ που τους παρείχε ο έλεγχος του στρατού.) 

Η ενσάρκωση της ελληνικής οντολογίας θα περιοριστεί έκτοτε στο εσωτερικό των ελληνικών συσσωματώσεων της Τουρκοκρατίας. Αλλά ό,τι θα διασωθεί στα ελληνικά Κοινά θα καταστραφεί μαζί τους, εκ μέρους του γερμανόδμητου αθηναϊκού κράτους – βασάλου, που ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του το 1833, στα ερείπια της Επανάστασης του 1821.

3. Ολοκλήρωση και Παλινωδία 

Η γερμανική οντολογία κατέστη κυρίαρχη στη Δύση, εξαφανίζοντας την ελληνική και καθυποτάσσοντας τη λατινική. Ο λόγος, που δεν μπόρεσε να εξαφανίσει και τη λατινική, είναι η δική της ένδεια κοινωνικών σημασιών.

Η μόνη ιδέα συλλογικής οντότητας, που μπόρεσε να προσεγγίσει το ηπειρωτικό γερμανικό πνεύμα, έχοντας ως επαχθή εμπειρία τον ουνιβερσαλισμό της Ρώμης, σημειώνει η κ. Μαγγιώρου, είναι ο ιδεαλιστικός ουνιβερσαλισμός της «ανθρωπότητας» γενικά, του «ανθρωπίνου είδους», ως αφηρημένης «οντότητας». Εμβληματική επεξεργασία του είναι ο καντιανός ιδεαλισμός. Επειδή όμως ο γερμανικός ιδεαλισμός είναι ανίκανος να συστήσει συλλογικότητα αξιόλογης κλίμακας, το κενό συμπληρωνόταν με την προσφυγή στον γερμανικό επίσης τυχοδιωκτικό πραγματισμό. Ώσπου η μετάλλαξη, που προκάλεσαν οι «υβριδικές» γερμανο-λατινικές σημασίες, που μετέφεραν στη Βρετανία οι Νορμανδοί τυχοδιώκτες κατακτητές της, το πρόβλημα λύθηκε εκεί με την πυροδότηση της καπιταλιστικής Νεωτερικότητας. Το αγγλοσαξωνικό «πνεύμα» ήρθε σε ρήξη με τον ηπειρωτικό ιδεαλισμό και τους «ρομαντισμούς» του. Χωρίς όμως να «προδώσει» το γερμανικό οντολογικό αρχέτυπο.

Το θέμα ήταν, λοιπόν, πώς θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το λατινικό οργανωτικό πρότυπο, χωρίς τη λατινική οντολογική ουσία του.

Το πρόβλημα αυτό το έλυσε ο Χομπς με τον απρόσωπο κρατικό του Λεβιάθαν. Και συμπληρωματικά ο Λοκ με τη φιλελεύθερη εξιδανίκευσή του. Ο Χομπς είχε την ευφυία, λέει η κ. Μαγγιώρου, να λανσάρει το κρατικό τέρας του σαν τέρας ορθολογικότητας. Σαν απρόσωπο – αμερόληπτο διαχειριστή της εκχωρημένης σ’ αυτό ελευθερίας των ατομικών λύκων (αφού homohominilupus), που βέβαια δεν παύουν να είναι «λύκοι», άτομα «μάλλον ελεύθερα». Με τον τρόπο αυτό η γερμανική αλλεργία έναντι του λατινικού «δημοσίου», υπερκεράστηκε και το ατομοκεντρικό Εμείς πήρε τη μορφή της ισορροπίας τριών αυτόνομων σφαιρών: μιας «δημόσιας» (της χομπσιανής) και δύο ιδιωτικών, της οικιακής και της οικονομικής. Η δεύτερη θα καθαγιαστεί, ως το περιβόητο «ιερό άδυτο» της ιδιωτικής ελευθερίας. Ενώ η τρίτη, η «Ελεύθερη Αγορά», θα προικιστεί από τον Άνταμ Σμιθ, με τη στωικής εμπνεύσεως Πρόνοια της «αοράτου χειρός». Η οποία έρχεται και διορθώνει διακριτικά τις όποιες ανισορροπίες είναι δυνατόν να παραγάγει ο ελεύθερος ανταγωνισμός. Με το «φιλελεύθερο» αυτό τρισφαιρικό κοινωνιούργημα, το αγγλοσαξωνικό γερμανικό φαντασιακό πέτυχε να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα. Να έχει, και την οντολογική πίτα ακέρια και τον καπιταλιστικό σκύλο ελεύθερο και χορτάτο.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι στη μεγάλη κρίση της Μοντέρνας φάσης του «τρισφαιρικού» Εμείς, η σοσιαλιστική και η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία, εκφράζοντας την ηπειρωτική γερμανική αντίσταση στο αγγλοσαξωνικό αυτό εφεύρημα, θα αποτελέσουν καθαρή υποστροφή σε δύο ανταγωνιστικούς μεν, αλλά καθαρώς λατινικού τύπου ουνιβερσαλισμούς. Ενυπόστατους, του μεν σοσιαλισμού στο θεϊκό πρόσωπο του Μεγάλου Πατερούλη της προσωρινά αναβεβλημένης παγκόσμιας επανάστασης. Του δε εθνικοσοσιαλισμού, στο επίσης θεϊκό πρόσωπο του τευτονικού πολέμαρχου Φύρερ, ενός παγκόσμιου επίσης και χιλιόχρονου συνάμα, γερμανικού Ραϊχ.

Αλλά ας γυρίσουμε και πάλι πίσω. Με το «παρανοϊκό» σχήμα των «τριών σφαιρών», η γερμανική οντολογία έδωσε, στην εποχή του «Διαφωτισμού» και των αστικών επαναστάσεων, συγκεκριμένη λογική δομή σταβεστφαλιανά εθνοκράτη. Που κανείς δεν τα επιδίωξε, αφού δεν αντιπροσώπευαν παρά ταράκη του παπικούΟυνιβερσαλισμού. Όλοι όμως αναγκάστηκαν εκ των πραγμάτων να τα αποδεχτούν, προκειμένου να αποφύγουν την ολοκληρωτική αλληλοεξόντωση. Θυμίζω ότι η Συνθήκη της Βεστφαλίας (1648) τερματίζει συναινετικά τον φοβερό Τριακονταετή Πόλεμο, ο οποίος ήταν συνέχεια ενός άλλου Εκατονταετή... Οι νεοπαγείς εθνοκρατικοί μικρο-ουνιβερσαλισμοί, δεν θα είναι μόνο εστίες ληστρικής αποικιακής επέκτασης και καταστροφής πανάρχαιων πολιτισμών, εξασφαλίζοντας συνάμα, διά του σύμφυτου στον οντολογικό χαρακτήρα τους ιμπεριαλισμού, την απαραίτητη ενδο-εθνική συναίνεση. Λειτούργησαν, επιπλέον, σαν θερμοκοιτίδες του κατοπινού Τεχνοσυστήματος, ως αντικειμενοποιημένης καπιταλιστικής ισχύος, με φορέα ακριβώς, την εντός της τρίτης σφαίρας «φιλελεύθερη» νεοφεουδαλική εταιρική δεσποτεία. Τα εταιρικά όμως θηρία, που θα κυοφορήσει η θαλπωρή του βεστφαλιανού εθνοκρατικού κελύφους, αργά ή γρήγορα, θα αφυκτιούσαν εντός του. Δεν θα αργούσε η στιγμή, που μια υπερκρατική ολιγαρχία θα αναδυόταν από τους κόλπους του, και θα προέκυπτε η ανάγκη, ενός νέου Ουνιβερσαλισμού. Καλωσορίσαμε έτσι την υπερατλαντική ιδεολογία της πολιτικής παγκοσμιοποίησης, που αίτημά της έχει σαφώς την «παγκόσμια διακυβέρνηση». Μόνο που της λείπει η αναγκαία υποστατική έδραση σε μια Ιερή Καθέδρα.

Ο υπερατλαντικός Ουνιβερσαλισμός, προωθεί αποφασιστικά την καταστροφή του νεωτερικού εθνοκρατικού συστήματος (των «τριών σφαιρών»). Συγκλίνει μάλιστα με τον ευρωγερμανικό «νεομεσαιωνισμό», ο οποίος ασμένως αποδέχεται το «ξεπέρασμα» του βεστφαλιανού μοντέλου. Αυτός φαντασιώνεται, σαν «αληθινή δημοκρατία», την κατάργηση των συνόρων και την καταστροφή του χομπσιανού «δημοσίου», για να μπουν στη θέση του τα υπερεθνικά δίκτυα και να είναι όλα εντελώς ιδιωτικά, αφού έτσι κι αλλιώς, υπάρχουν μόνο άτομα. Άτομα, επικουρούμενα από μορφές ψευδο-συλλογικές μόνο, δηλαδή «ακίνδυνες», για την οντολογική ατομικότητα των ατόμων. Τέτοιες μορφές είναι οι Εταιρίες, οι ελεγχόμενοι από τον ιδιωτικό «τομέα» Διεθνείς Οργανισμοί οι ΜΚΟ κ.τ.τ.ό. Και γιατί όχι, τύπου Κομισιόν νομοκανονιστικές γραφειοκρατίες. Απαλλαγμένες, δηλαδή, από τα «βαρίδια» της εκ των κάτω «αντιλειτουργικής» νομιμοποίησης. Χομπσιανό «φύλο συκής», ως «αμερόληπτου διαιτητή» στον ανταγωνισμό ανάμεσα στους εταιρικούς λομπίστες της υπερεθνικής «κοινωνίας πολιτών», δηλαδή της νεομεσαιωνικής societascivilis.

Το «νόστιμο», όπως θα έλεγε κι ο Κονδύλης, και το δείχνει καλά το βιβλίο της κ. Μαγγιώρου, είναι ότι όλα τα ιδεολογικά ρεύματα του πολιτικού χάρτη της Δύσης, από τα πιο ακραία δεξιά, μέχρι τα πιο ακραία αριστερά, συντάσσονται με την υπερκείμενη διάταξη των δύο στρατηγικά συγκλινόντων πτερύγων της «πολιτικής παγκοσμιοποίησης». Όσο πιο κόκκινος μάλιστα και όσο πιο πράσινος είναι ο σχετικός αριστερισμός, τόσο πιο αγαπητός είναι στον υπερατλαντικό ηγεμόνα. Είναι βασιλικότεροι του βασιλέα σε αντεθνικό ουνιβερσαλισμό. Περιλαμβάνονται φυσικά και τα ουνιβερσαλιστικά απολιθώματα της ορθόδοξης αριστεράς και της ναζιστικής ακροδεξιάς. Έχουμε πάνω σε όλα αυτά, ένα από τα πιο απολαυστικά -για κάθε πικραμένο-, αλλά και διδακτικά κεφάλαια του βιβλίου. Που αν μη τι άλλο, δείχνουν την ισχυρή ευρετική δύναμη της οντολογικής μεθόδου πολιτικής ανάλυσης. Δεν μας παίρνει ο χώρος για παράθεση αποσπασμάτων. Το πανόραμα του χαρακτήρα των πολιτικών ρευμάτων, στοιχειοθετείται μεθοδικά στο βιβλίο και μας δείχνει πόσο έχει κυριαρχήσει η τάση της υποστροφής στις μεσαιωνικές ιδεολογικές απαρχές του νεωτερικού πολιτισμού: νεο-ουνιβερσαλισμός, νεο-μεσαιωνισμός, νεο-στωικισμός, νεο-μακιαβελισμός, κλπ.

Τελικά, από τον οντολογικό ατομοκεντρισμό του βεστφαλιανού Εμείς, η Νεωτερικότητα αφού βυθίστηκε στον ατομοδιαλυτικό μεταμοντέρνο μηδενισμό, κατολισθαίνει πλέον ακάθεκτη σε ένα καθεστώς παγκόσμιας τεχνοσυστημικής Δουλοπαροικίας. Μπροστά του το καθεστώς, που περιγράφει ο Όργουελ στο «1984», μοιάζει παιδική χαρά. Ο Θεός να βάλει το χέρι του.


Διάλεξη του Θεόδωρου I. Ζιάκα με θέμα "Η κρίση δεν είναι ιστορικιστική αλλά οντολογική" τη Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016 στην Αθήνα




Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Σωτήρης Μητραλέξης, Η μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα (μέρος Β')

πηγή: ΑΝΤΙΒΑΡΟ / αναδ. ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
[Η μελέτη του Σ. Μητραλέξη σε μορφή PDF]

Σωτήρης Μητραλέξης
Η μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα
Μέρος Β΄: Προτάσεις για το μέλλον


Στο προηγούμενο σημείωμα (μέρος Α’) διαπιστώσαμε έστω εισαγωγικά λοιπόν όχι μόνον την πολυπλοκότητα του ζητήματος, αν συνυπολογιστεί το δυσήνιο ζήτημα της πρώην και νυν εκκλησιαστικής περιουσίας και της ελλιπούς εποπτείας που υφίσταται γι’ αυτήν, αλλά και την ασάφεια και προβληματική ενημερότητα του εκατέρωθεν εκπορευόμενου δημοσίου λόγου για το θέμα. Σε ένα τέτοιο εκατέρωθεν ασφυκτικό πλαίσιο, οφείλουμε αφ’ ότου εξετάσουμε λεπτομερώς το ζήτημα να καταθέσουμε κάποιες προτάσεις για το μέλλον της μισθοδοσίας του κλήρου.

Προσανατολιζόμαστε στην απαγκίστρωση της μισθοδοσίας του κλήρου ως απλώς μισθοδοσίας του δημοσίου, και στην συνάρτηση αυτής με τα εκκρεμή ζητήματα της εκκλησιαστικής περιουσίας και της αναποζημίωτης απαλλοτριώσεως αυτής. Δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το μέλλον στις σχέσεις εκκλησίας-κράτους, δηλαδή το εάν τα χιλιάδες εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα θα συνεχίσουν να είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) ή αν κάποτε, σε ενδεχόμενο «σκληρού» χωρισμού, θα μεταβληθούν σε ιδιωτικού, θα καταθέσουμε μια πρόταση και για τα δύο ενδεχόμενα.

Στην πρώτη περίπτωση, θα έχουμε έναν εξορθολογισμό της καταστάσεως, ενώ για την δεύτερη περίπτωση προτείνουμε ένα κονκορδάτο στο μοτίβο συμφωνιών ανάμεσα στην εκκλησία και στο κράτος που έχουν γίνει σε σειρά ευρωπαϊκών κρατών. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, παύει κάθε μισθοδοσία των κληρικών από το κράτος, αλλά παράλληλα και ανεξάρτητα από αυτό δεσμεύεται το κράτος σε μια κατ’ έτος παροχής συγκεκριμένου ποσού στην εκκλησία κατ’ αναλογία απαλλοτριωθεισών αλλά μη αποζημιωθεισών εκτάσεων, ποσό το οποίο θα συναρτάται με τον κατ’ έτος πληθωρισμό και το οποίο θα μπορεί ακολούθως να μεταχειρίζεται η εκκλησία για τη μισθοδοσία του κλήρου. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει στη Γερμανία με το κατ’ έτος ποσό το οποίο αναφέραμε προηγουμένως, και αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από λίγα χρόνια η ευαγγελική εκκλησία ζήτησε να μην της καταβάλλεται αυτό το ποσό από το κράτος, αφού πλέον θα μπορούσε μόνη της να χειριστεί τα του οίκου της, αλλά το κράτος αρνήθηκε[1]. Και αρνήθηκε στη λογική ότι αυτό το ποσό αντιστοιχεί ακριβώς σε απαλλοτριωθείσες από το κράτος εκτάσεις, και ως εκ τούτου δε θα μπορούσε να διακόψει την κατ’ έτος παροχή του χωρίς να υποχρεούται σε ένα δυσβάστακτο εφ’ άπαξ ποσό, το οποίο δε μπορεί να παράσχει. Και ως εκ τούτου συνεχίζει εκουσίως την κατ’ έτος παροχή. Ας εξετάσουμε το ζήτημα με περισσότερες λεπτομέρειες:
Περιουσία – Μισθοδοσία

Τα αριθμητικά δεδομένα σήμερα (Οκτώβριος 2016) έχουν ως εξής: μισθοδοτούνται από το Δημόσιο 10.238 ορθόδοξοι ιερείς και 100 Αρχιερείς (επαρχιούχοι Μητροπολίτες, τιτουλάριοι και σχολάζοντες Μητροπολίτες, βοηθοί Επίσκοποι, πρεσβύτεροι, διάκονοι, ιεροκήρυκες), που ανήκουν σε α. 82 Μητροπόλεις Εκκλησίας της Ελλάδος, β. Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης και 8 Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Κρήτης, γ. 5 Ιερές Μητροπόλεις Δωδεκανήσου) και εκκλησιαστικοί υπάλληλοι (υφίστανται 292 οργανικές θέσεις ιεροκηρύκων και περίπου 380 θέσεις λαϊκών υπαλλήλων Μητροπόλεων, που δεν είναι όλες καλυμμένες).



Όσον αφορά τη θρυλούμενη ικανότητα των φορέων της εν γένει «Εκκλησίας» (Ελλάδος, Κρήτης, Μητροπόλεων Δωδεκανήσου) να μισθοδοτήσουν αυτήν την στιγμή τους κληρικούς τους αφ’ εαυτών, το ετήσιο κόστος (μισθών – εισφορών) των (περίπου) 193.000.000 ευρώ (2016) αδυνατεί άμεσα και μεσοπρόθεσμα να το καλύψει η Εκκλησία της Ελλάδος (κεντρικός φορέας) και οι 82 Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και η Εκκλησία της Κρήτης και οι 5 Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, όπως εξηγήσαμε προηγουμένως. Στο κόστος αυτό περιλαμβάνονται 100 Αρχιερείς και οι διάκονοι, εφημέριοι, ιεροκήρυκες και εκκλησιαστικοί υπάλληλοι των τριών Εκκλησιών (Ελλάδος, Κρήτης, Δωδεκανήσου). Αυτό συναρτάται όχι μόνο με την περιορισμένη ρευστότητα στα εκκλησιαστικά ταμεία, αλλά και με το ίδιο το είδος της εκκλησιαστικής περιουσίας και τη δυνατότητα αυτής να αξιοποιηθεί.

Ως προς τη σύνθεση της ακίνητης περιουσίας ειδικά της Εκκλησίας της Ελλάδος (η «Εκκλησία της Ελλάδος» ως κεντρικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, οι Μητροπόλεις, Μονές, Ενορίες, Ιδρύματα κ.λπ.) υφίσταται βασικά:


Α. εμπράγματη ιδιοκτησία, μη νομικά καταγεγραμμένη ή μη εντοπισμένη τοπογραφικά, με μεγάλα τμήματα της καταπατημένα από μακρού χρόνου, και

Β. τραπεζικές μετοχές–εξανεμισμένης αξίας και απόδοσης πλέον, ήδη από το 2008 λόγω της νομοθετικής απαγόρευσης λήψης μερίσματος και μετά τις αραιώσεις των συμμετοχών λόγω διαδοχικών αυξήσεων κεφαλαίου και πλέον λόγω της αναγκαστικής ανταλλαγής μετοχών – ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών.

Διασπορά ακίνητης περιουσίας και αδυναμία ελέγχου – διαχείρισης: Το 1930 η περιουσία 152 Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος με μια σειρά προεδρικών διαταγμάτων της δεκαετίας του 1930 κατεγράφη σε πίνακες (με στοιχειώδη περιγραφή, θέση, εμβαδόν κ.λπ.) και χωρίσθηκε σε «διατηρούμενη» και «ρευστοποιητέα», που η διοίκησή της παραχωρήθηκε στον κρατικό Ο.Δ.Ε.Π. («Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας»)[2].

Κατά το διάστημα 1930 – 1988 το μοντέλο του κρατικού Ο.Δ.Ε.Π. για τη διοίκηση της περιουσίας των 152 Ιερών Μονών, που η ρευστοποιητέα περιουσία τους υπήχθη στον Ο.Δ.Ε.Π. μάλλον δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Η διαχείριση γινόταν κεντρικά (Αθήνα) ή τοπικά, με Τοπικά Συμβούλια του Ο.Δ.Ε.Π., τα οποία επικουρούσαν τα τοπικά υποκαταστήματα της Εθνικής Τράπεζας, η οποία ανέλαβε δυνάμει σύμβασης με τον Ο.Δ.Ε.Π. την καταγραφή, αποτίμηση και καταμέτρηση της ρευστοποιητέας μοναστηριακής περιουσίας[3]. Πολλές εκκλησιαστικές εκτάσεις του Ο.Δ.Ε.Π. αφέθηκαν εκτεθειμένες σε καταπατήσεις ή παραμένουν ως τώρα ανεντόπιστες[4].

Ο Ο.Δ.Ε.Π. στόχευε κατά τον νομοθετημένο του σκοπό στη ρευστοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και στην αγορά μετοχών της Εθνικής Τράπεζας κυρίως, καθώς και άλλων τραπεζών από το προϊόν των εκποιήσεων της μοναστηριακής περιουσίας. Αποτελούσε δηλαδή ένα χρηματοδοτικό εργαλείο του Κράτους προς όφελος της Εθνικής Τράπεζας, και έτσι προέκυψε μία αξιόλογη συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος (η Εκκλησία της Ελλάδος το 1998 κατείχε το 1,75% και τις 30.9.2014 κατείχε το 0,3% μαζί με κληροδοτήματα, ιδρύματα, νοσοκομεία), η οποία πλέον απαξιώθηκε και απομειώθηκε.

Συναφείς αντικειμενικές αδυναμίες προέκυψαν μέχρι σήμερα και στο ισχύον (από το 1988) μοντέλο διαχείρισης της (δασικής, αγροτικής και αστικής) ακίνητης περιουσίας, η οποία απέμεινε στον Ο.Δ.Ε.Π., και η οποία, μετά την κατάργηση του Ο.Δ.Ε.Π., περιήλθε στην Εκκλησία της Ελλάδος (κεντρικό Ν.Π.Δ.Δ.), και διοικείται πλέον μέσω της Ε.Κ.Υ.Ο. («Εκκλησιαστική Κεντρική Υπηρεσίας Οικονομικών» της Εκκλησίας της Ελλάδος).

Τουλάχιστον το ελληνικό Δημόσιο, που αντιμετωπίζει παραπλήσια προβλήματα διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας του, διατηρεί κατά τόπους στοιχειώδεις δομές εποπτείας (κτηματικές υπηρεσίες, δασαρχεία, λιμενικά ταμεία), τα οποία έχουν και τα απαραίτητα νομικά όπλα άμεσης αποβολής των καταπατητών (πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής κλπ.). Αντίθετα, η Εκκλησία της Ελλάδος στερούμενη ανάλογων «προνομίων», αν και νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, λειτουργεί σαν ιδιώτης σε περίπτωση καταπάτησης: οφείλει να ασκήσει αγωγή ή ζητήσει ασφαλιστικά μέτρα και να ακολουθήσει την μακρά οδό της ελληνικής δικαιοσύνης.

Η Εκκλησία της Ελλάδος, της Κρήτης και οι Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου μέχρι σήμερα δεν έχουν:

α) ολοκληρωμένο εκκλησιαστικό κτηματολόγιο. Ειδικά η Εκκλησία της Ελλάδος έχει ψηφιοποιήσει το αρχείο της, αλλά δεν έχει ολοκληρώσει την καταγραφή – ανάλυση της νομικής πληροφορίας (έλεγχο ή δημιουργία τίτλων, όπου επιτρέπεται) και την τοπογράφηση των ακινήτων των 152 Ιερών Μονών, τα οποία παρέλαβε από τον Ο.Δ.Ε.Π.,

β) (ειδικά η Εκκλησία της Ελλάδος) αποτελεσματικό περιφερειακό σύστημα προστασίας από καταπατήσεις και διαχείρισης των ανά την επικράτεια ακινήτων τους[5],

γ) ανθρώπινο δυναμικό και οργανωτική λογική κατάλληλη για αποτελεσματική αξιοποίηση περιουσίας με κριτήρια ιδιωτικής οικονομίας.

Το μόνο νομοθετημένο προνόμιο της ακίνητης μοναστηριακής περιουσίας, η απαγόρευση χρησικτησίας από τρίτους, στην πραγματικότητα έχει οδηγήσει σε εφησυχασμό, με αποτέλεσμα τη δημιουργία από μακρού χρόνου τετελεσμένων καταστάσεων χωρίς ρεαλιστική διέξοδο (π.χ. δύο και τρεις γενιές καταπατητών με οικοδομές σε εκκλησιαστικές εκτάσεις).

Βασικό έσοδο των νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος, της Κρήτης και της Δωδεκανήσου είναι τα μισθώματα από τη διαχείριση ακινήτων τους -που φυσικά εντάσσονται στη γενικά αρνητική εικόνα, που εμφανίζει τα τελευταία χρόνια ο χώρος των ακινήτων [6].

Περιγράψαμε προηγουμένως (και θα επανέλθουμε εν συνεχεία) τη χαώδη νομοθετική κατάσταση σχετικά με την μισθοδοσία των κληρικών, η οποία εν τέλει αποδεικνύεται πλημμελώς νομοθετημένη. Ως συνεισφορά στο κομμάτι αυτό της συζήτησης για τις σχέσεις (ή τον χωρισμό, ανάλογα με την οπτική κάθε πλευράς) Εκκλησίας – Κράτους, το οποίο αναφέρεται στο ζήτημα της μισθοδοσίας, θα προχωρήσουμε στο σχεδίασμα δύο προτάσεων -με την πρώτη να συνεπάγεται την (επιτέλους «νοικοκυρεμένη») μισθοδοσία του κλήρου από το Κράτος με οικονομική συμμετοχή της Εκκλησίας, και την δεύτερη να αίρει πλήρως την μισθοδοσία των κληρικών από το Κράτος, με παράλληλο «κονκορδάτο»[7] (συμφωνία αφηρημένης αποζημίωσης) σχετικά με την ήδη απαλλοτριωθείσα περιουσία.

Είναι προφανές ότι αυτές οι προτάσεις δε θα μπορούσαν να ληφθούν υπό τη μορφή του… salad bar, δηλαδή επιλέγοντας μόνον όσα κομμάτια τους αφαιρούν από την Εκκλησία και αγνοώντας τα κομμάτια που αποτελούν αντιστάθμισμα των αφαιρουμένων ή τούμπαλιν∙ νοούνται μόνον στην ολοκληρία τους.


Πρώτη πρόταση (συγκεκριμένη αποζημίωση – συμμετοχή της Εκκλησίας)

Η πρώτη πρόταση περιλαμβάνει τον νομικό, οικονομικό, αλλά και πρακτικό εξορθολογισμό του ζητήματος της μισθοδοσίας του κλήρου. Στόχος είναι: (α) η νομοθετική δέσμευση του Δημοσίου για μισθοδοσία 10.500 οργανικών θέσεων κληρικών για την Εκκλησία της Ελλάδος, της Κρήτης και της Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, με τους πλέον του αριθμού αυτού κληρικούς να μισθοδοτούνται από την οικεία Ιερά Μητρόπολη, στην οποία ανήκουν ή/και από την Εκκλησία της Ελλάδος ή της Κρήτης ή το Οικ. Πατριαρχείο (για τη Δωδεκάνησο). (β) η συμμετοχή της Εκκλησίας στη δαπάνη της μισθοδοσίας μέσα από ένα χρονοδιάγραμμα απόδοσης, αξιοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας και επίτευξης συγκεκριμένων οικονομικών στόχων. Ως προς το (α): Ούτως ή άλλως, αυτήν την περίοδο της δημοσιονομικής εποπτείας ο νόμος 3833/2010 έχει θεσπίσει αναλογία 1 προς 5 αποχωρήσεις/διορισμοί με έξοδα του Κράτους. Στην πράξη έχουν περιορισθεί οι χειροτονίες κληρικών, λόγω του παραπάνω περιορισμού της ανάληψης της μισθοδοσίας από το Κράτος. Επιπλέον, όσοι νέοι κληρικοί χειροτονούνται, παραμένουν χωρίς μισθό από το Δημόσιο και, εάν έχουν, εξακολουθούν το επάγγελμα, που είχαν πριν την χειροτονία τους για να ζήσουν είτε λαμβάνουν κάποιο συμβολικό επίδομα από Ταμεία Αλληλοβοηθείας κληρικών, σε όσες Μητροπόλεις έχουν συσταθεί τέτοια ταμεία (σε 3-4 από τις 82 Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος). Συνεπώς, η παραπάνω νομοθετική ρύθμιση πρέπει να έχει δύο φάσεις, παρόν στάδιο και επόμενο, καθώς έχει νόημα και εφαρμογή μόνο μετά την λήξη του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής και της άρσης του μνημονιακού περιορισμού διορισμών. Α. Επαναλαμβάνουμε το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο: 1. μέχρι σήμερα ο νόμος 536/1945: 1) έκανε λόγο για ενίσχυση από το Κράτος της μισθοδοσίας του κλήρου από ειδικό λογαριασμό, 2) θέσπισε 6.000 οργανικές θέσεις κληρικών για όλη την Ελλάδα (αν και το 1945 υπηρετούσαν 7.151 κληρικοί), 3) προέβλεπε ότι η Εκκλησία συμβάλλει στην μισθοδοσία του κλήρου με «εισφορά» ποσοστού 25% και (από το 1968) ποσοστού 35% από τα έσοδα των Ναών και οι ορθόδοξες οικογένειες συμβάλλουν με ετήσια «ενοριακή εισφορά» στα δημόσια ταμεία (καταργήθηκε το 1962). 2. η «εισφορά» των Ναών ίσχυσε από την 1/10/1945 μέχρι την 28/1/2004. Η Κυβέρνηση Σημίτη κατήργησε την «εισφορά» (νόμος 3220/2004). Συνεπώς, η μισθοδοσία του κλήρου άρχισε να επιβαρύνει αποκλειστικά το Κράτος (χωρίς συνεισφορά της Εκκλησίας) μετά την 28.1.2004. 3. ο νόμος 4111/2013 (επί υπουργίας Διαμαντοπούλου), χωρίς να λύσει το θέμα της διαφοράς μεταξύ των οργανικών θέσεων και των πράγματι υπηρετούντων και μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο κληρικών όρισε ότι όσοι κληρικοί πληρώνονταν μέχρι τότε εξακολουθούν να αμείβονται, όχι από «ειδικό λογαριασμό» εκτός προϋπολογισμού, αλλά από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας. Είναι μια καθαρά δημοσιονομική ρύθμιση για την ορθή απεικόνιση των κρατικών λογαριασμών. Παρέλειψε συνειδητά να λύσει το θέμα σχετικά με τον αριθμό κληρικών, που δεσμεύεται να μισθοδοτεί και ασφαλίζει το Δημόσιο. Εξάλλου η εγγύηση της ύπαρξης πιστώσεων για καθορισμένο αριθμό κληρικών ήταν ανέφικτη, ενόσω ισχύουν οι μνημονιακές δεσμεύσεις της χώρας για τον δραστικό περιορισμό των διορισμών (άρθρα 10-11 νόμου 3833/2010).
Β. Περιεχόμενο πρότασης:

1. να τεθούν βασικές αρχές: α) το πόσες οργανικές θέσεις κληρικών επιθυμεί να έχει η Εκκλησία της Ελλάδος είναι εσωτερικό της ζήτημα, απόκειται στην θρησκευτική της ελευθερία και αυτονομία κατά τα άρθρα 13 του Συντάγματος, 9 και 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Επομένως ο ορισμός 6.000 οργανικών θέσεων με κρατικό νόμο (αναγκαστικό νόμο 536/1945) απεικονίζει ένα ξεπερασμένο πολιτειοκρατικό πλαίσιο σχέσεων Κράτους και ορθόδοξης Εκκλησίας. Είναι δικαίωμα της Εκκλησίας να προσδιορίσει τις ανάγκες της σε οργανικές θέσεις κληρικών. 2. Το Δημόσιο όμως δεν δεσμεύεται ότι θα πληρώνει όσους κληρικούς χειροτονεί η Εκκλησία και θα τους τοποθετεί στις οργανικές θέσεις, που η ίδια συστήνει. Το πόσες από τις οργανικές θέσεις της Εκκλησίας θα μισθοδοτεί το Δημόσιο συναρτάται : i) με το μέγεθος της εκκλησιαστικής περιουσίας, που έλαβε το Δημόσιο λόγω δωρεάς/ή με απαλλοτριώσεις χωρίς αποζημίωση ή με αναγκαστικές εξαγορές (με μειωμένες αξίες) από την Εκκλησία (1833-1834, 1909, 1922, 1930, 1952 -προϋποτίθεται καταγραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας, η οποία είναι αναγκαία και μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει, βλ. κατωτέρω) και ii) τις δημοσιονομικές δυνατότητες του Κράτους. Κατά συνέπεια η κρατική μισθοδοσία συναρτάται με την εκκλησιαστική περιουσία, που κατέχει το Δημόσιο[8], και δεν επικαθορίζεται, ως συνέπεια, της συνταγματικής περιγραφής του Κράτους ως «θρησκευόμενου» ή ουδετερόθρησκου (κοσμικού ή λαϊκού). Ως προς το (β):
Πώς θα συνεισφέρει η Εκκλησία:

1. Η Εκκλησία της Ελλάδος θα μπορούσε να κληθεί να δεχθεί επαναφορά της ειδικής «εισφοράς» του 35% από τα έσοδα των Ναών(που ίσχυσε από 1945 μέχρι 2004)∙ ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο συζήτησης. 2. Μπορεί να ορισθεί ότι ο φόρος εισοδήματος (για τους φορείς της Εκκλησίας της Ελλάδος θεσπίσθηκε με τον νόμο 3842/2010) ή ο ΕΝΦΙΑ (όπως είπαμε, μόνο οι φορείς της Εκκλησίας της Ελλάδος, χωρίς την Κρήτη – Δωδεκάνησο, πληρώνουν συνολικά περίπου 10.000.000 ευρώ) θα διατίθενται για την κάλυψη της μισθοδοσίας. 3. Με την καταγραφή και εκκαθάριση εκκρεμοτήτων (Α), προστασία (Β) και αξιοποίηση – αύξηση αποδοτικότητας εκκλησιαστικής περιουσίας (Γ): Α. Απαιτείται η καταγραφή της περιελθούσας στο Κράτος και της παραμένουσας στην Εκκλησία περιουσίας[9] και η εκκαθάριση περιουσιακών εκκρεμοτήτων μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, που αποτελεί προϋπόθεση για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και ενδεχομένως την ανάληψη της μισθοδοσίας μέρους ή όλων των κληρικών σε μελλοντικό χρονικό σημείο από την Εκκλησία. Επομένως, μια συμφωνία Εκκλησίας και Πολιτείας μπορεί να έχει επιφύλαξη/όρο αναθεώρησής της, όταν προκύψει ένα συμφωνημένο σύνολο πορισμάτων για την καταγραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας, που δόθηκε στο Κράτος και της εναπομένουσας περιουσίας της Εκκλησίας, καθώς και των εκκρεμοτήτων, που αφορούν την εκκαθάριση των μέχρι σήμερα συμβάσεων Εκκλησίας και Πολιτείας ή δημεύσεων ή απαλλοτριώσεων εκκλησιαστικής περιουσίας. Πρόκειται για έργο σύνθετο, πλην όμως εφικτό, αν και ενίοτε όχι με απόλυτη ακρίβεια σε τοπογραφικό επίπεδο, λόγω των εκτεταμένων καταπατήσεων της εκκλησιαστικής περιουσίας, όπως και της δημόσιας περιουσίας, καθώς προϋποθέτει τόσο την συγκέντρωση της νομικής πληροφορίας (εξακρίβωση τίτλων και συμβάσεων μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας), όσο και την κτηματογράφηση των ακινήτων (τοπογράφηση). Στο πλαίσιο της καταγραφής οφείλει να εκδοθεί: 1) Ένα πόρισμα: ποια και πόσα είναι τα ακίνητα των εκατοντάδων Μονών, που διέλυσε το Κράτος (1833-1834) και δήμευσε τις περιουσίες τους και μια συμφωνία για την αποτίμηση της αξίας τους, εφόσον τα παρακρατεί το Δημόσιο. Ο νόμος 4301/2014 όρισε ότι οι περιουσίες αυτών των διαλελυμένων Μονών ανήκουν πλέον στις Ιερές Μητροπόλεις. Αυτό βεβαίως είναι μια εντελώς θεωρητική πρόβλεψη. Στην πράξη δεν υπάρχει καταγραφή και τοπογράφηση αυτών των ακινήτων. Επίσης, στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, δεν υπάρχει καν δυνατότητα πραγματικής ανάκτησής τους -π.χ. το μείζον μέρος της πόλης του Πειραιά, που καταλαμβάνει την πειραϊκή χερσόνησο, είναι κτισμένο πάνω σε μετόχι (μοναστηριακό ακίνητο) της διαλελυμένης Μονής Αγίου Σπυρίδωνος, το μισό Κολωνάκι μέχρι τον Λυκαβηττό είναι κτισμένο πάνω σε μετόχι της Μονής Ασωμάτων Πετράκη, όλη η περιοχή από το Νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ και κατά μήκος των οδών Βασιλίσσης Σοφίας, Μεσογείων έως και το Νοσοκομείο «Γεννηματάς» είναι μετόχι της Μονής Ασωμάτων Πετράκη, σημαντικό τμήμα του Υμηττού ανήκε σε τρία μετόχια, της Μονής Αγίου Ιωάννη Κυνηγού, Μονής Καισαριανής και της Μονής Αστερίου κ.λπ.). Σε όσα από τα ακίνητα αυτά έχουν δημιουργηθεί τετελεσμένες καταστάσεις, που αποκλείουν την ανάκτησή τους (π.χ. ρυμοτομία και ανέγερση οικισμών, πόλεων, χάραξη δρόμων κ.λπ.), να καθορισθεί η αξία τους και να συμφωνηθεί ότι παραμένουν ως «τράπεζα γης» στο Δημόσιο, για την αξία της οποίας και τα διαφυγόντα (για την Εκκλησία) έσοδα εκ της οποίας υποχρεούται στην κάλυψη της μισθοδοσίας του Κλήρου. 2) ένα πόρισμα: i) ποια είναι τα συγκεκριμένα εκκλησιαστικά κτήματα που απαλλοτριώθηκαν μετά το 1909 χωρίς καταβολή αποζημίωσης[10] είτε για λόγους αγροτικής αποκατάστασης ακτημόνων ή μικρών καλλιεργητών[11] είτε μετά το 1922 για λόγους αποκατάστασης των προσφύγων[12] (πρόκειται μάλλον για εκατοντάδες χιλιάδες ή και άνω του εκατομμυρίου στρέμματα)[13] ή εκμισθώνονταν αναγκαστικά με ελάχιστο μίσθωμα από το Κράτος χωρίς την συμφωνία των Μονών[14] και ii) πόσα κτήματα, αν και δημεύθηκαν, δεν διατέθηκαν στους ακτήμονες και πρόσφυγες, iii) όσα δεν διατέθηκαν για τον σκοπό, που τα παραχώρησε η Εκκλησία, μπορεί να συμφωνηθεί να επιστραφούν στην Εκκλησία, εφόσον είναι ώριμα προς αξιοποίηση ή αλλιώς εάν δεν είναι ώριμα προς αξιοποίηση (εάν π.χ. έχουν μεσολαβήσει δεσμεύσεις τους λόγω ρυμοτομίας ή προστατευόμενες περιοχές NATURA) να καθορισθεί η αξία τους και να συμφωνηθεί ότι παραμένουν ως «τράπεζα γης» στο Δημόσιο, για την αξία της οποίας και τα διαφυγόντα (για την Εκκλησία) έσοδα εκ της οποίας υποχρεούται στην κάλυψη της μισθοδοσίας του Κλήρου. 3) ένα πόρισμα: i) πόσα από τα 770.000 στρέμματα αγροτολιβαδικής γης των Μονών, που παραχωρήθηκαν από την Εκκλησία στο Κράτος (Σύμβαση 18/9/1952, ΦΕΚ Α΄ 289/1952) με υποχρεωτικά μειωμένη αποζημίωση στο 1/3 της αξίας τους (πράγμα, που επέβαλε το τότε Σύνταγμα του 1952) προς τον σκοπό αποκατάστασης ακτημόνων γεωργοκτηνοτρόφων μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, δόθηκαν τελικά στους ακτήμονες και πόσα και ποιά απέμειναν στο Κράτος. Εάν πρόκειται για ακίνητα, που δεν δόθηκαν από το Κράτος για τον σκοπό που αφαιρέθηκαν, αλλά παρακρατήθηκαν, τότε να αποδοθούν στην Εκκλησία, στο πλαίσιο απόδοσης περιουσιακών στοιχείων, προς τον σκοπό συμβολής της στην μισθοδοσία του Κλήρου. ii) πόσα από τα δημόσια αστικά ακίνητα, που η Σύμβαση της 18/9/1952 ανέφερε ότι παραδίδει το Κράτος στην Εκκλησία προς αποζημίωσή της, τελικά ήταν όντως δημόσια ακίνητα και αξιοποιήσιμα (προέκυψε εκ των υστέρων ότι η Σύμβαση προέβλεπε παράδοση δημοσίων ακινήτων, που τελικά δεν ανήκαν στο Κράτος ή δεν ήταν αστικά και αξιοποιήσιμα, λόγω δασικών χαρακτηρισμών ή ρυμοτομικών δεσμεύσεων). Εάν το Κράτος δεν επιθυμεί την επιστροφή των αδιάθετων εκκλησιαστικών ακινήτων στην Εκκλησία, καθώς και για όσα συμβατικώς παραχωρηθέντα ακίνητά του αποδείχθηκε ότι δεν ήταν δικά του ή αξιοποιήσιμα, να καθορισθεί η αξία τους και να συμφωνηθεί ότι παραμένουν ως «τράπεζα γης» στο Δημόσιο, για την αξία της οποίας και τα διαφυγόντα (για την Εκκλησία) έσοδα εκ της οποίας υποχρεούται στην κάλυψη της μισθοδοσίας του Κλήρου. 4) ένα πόρισμα για την Σύμβαση Εκκλησίας – Πολιτείας της 11/5/1988 (κυρώθηκε με τον νόμο 1811/1988, ΦΕΚ Α΄ 231/1988): ως προς ποια ακίνητα μπορεί να εφαρμοσθεί πλέον αυτή η Σύμβαση. Η Σύμβαση προέβλεπε εν ολίγοις ότι για, όσα ακίνητα, νέμονται οι Μονές, και εφ’ όσον ελλείπουν τίτλοι ιδιοκτησίας τους επ΄ ονόματι των Ιερών Μονών (τα λεγόμενα «διακατεχόμενα ακίνητα»), συμφωνείται ότι παραχωρούνται στο Κράτος και το Κράτος θα καταβάλει για την ενίσχυση των Μονών ποσοστό 1% επί του συνολικού κονδυλίου του τακτικού προϋπολογισμού, το οποίο διατίθεται, δια του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, προς κάλυψη δαπανών για την Εκκλησία (μισθοδοσία αρχιερέων, ιεροκηρύκων, ιερέων, υπαλλήλων Μητροπόλεων, εκκλησιαστική εκπαίδευση κ.λπ.), δηλαδή ποσοστό 1% επιπλέον του εν λόγω κονδυλίου[15]. Προβλέπεται ότι το ως άνω ποσό θα κατανέμεται, με αποφάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, στις Μονές. Η Σύμβαση αυτή δεν έχει εκτελεσθεί μέχρι στιγμής. Πρόσφατα ο νομοθέτης (Ν. 4301/2014), αποδεχόμενος την νομολογία του Αρείου Πάγου, όρισε ότι τα προεδρικά διατάγματα της δεκαετίας του 1930, που αναγνώρισαν και διαίρεσαν την μοναστηριακή περιουσία «σε διατηρούμενη» και «ρευστοποιητέα», αποτελούν «τίτλους ιδιοκτησίας» των μοναστηριακών κτημάτων. Επομένως, η Σύμβαση μπορεί πλέον να εφαρμοσθεί μόνο για τα υπόλοιπα ακίνητα, τα οποία είναι εκτός πινάκων στα οικεία διατάγματα (οπότε κατέχονται από τις Μονές χωρίς «τίτλο ιδιοκτησίας»)[16]. Πρέπει: α) να προσδιορισθούν τα (υπό παραχώρηση στο Κράτος) διακατεχόμενα ακίνητα (τοπογράφηση, εκτίμηση αξίας), β) να αποφασισθεί -με νεώτερη συμφωνία- ή η τροποποίηση (συμπλήρωση) της Σύμβασης με συγκεκριμένους πίνακες ακινήτων και η αναθεώρηση των δεσμεύσεων του Κράτους με βάση νέα αποτίμηση της αξίας των διακατεχόμενων ακινήτων ή η (συμφωνημένη) καταγγελία της Σύμβασης.
Β. Προστασία εκκλησιαστικής περιουσίας.

Νομοθέτηση αυξημένων και δραστικών μέσων προστασίας της εκκλησιαστικής περιουσίας, όμοιων με αυτά που έχει, ως νομικές δυνατότητες, το Ελλ. Δημόσιο (πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής καταπατητών, δυνατότητα καταγραφής των εκκλησιαστικών ακινήτων σε δημόσια βιβλία των Μητροπόλεων, Μονών κλπ.).
Γ. Χρονοδιάγραμμα αξιοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Πρόβλεψη συγκεκριμένων βημάτων με χρονικά καθορισμένους οικονομικούς στόχους για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και ειδικότερη συμφωνία για την σταδιακή αύξηση της συμμετοχής της Εκκλησίας στην μισθοδοσία του Κλήρου ανάλογα με την επίτευξη των παραπάνω στόχων. Φυσικά εδώ ανακύπτει ένα μείζον νομικό πρόβλημα, που προσπερνούσε μέχρι σήμερα ο νομοθέτης: όταν μιλούμε για επιστροφή ή αξιοποίηση εκκλησιαστικής περιουσίας, μιλούμε για την περιουσία των Ιερών Μονών, αυτή είναι η «ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας». Οι Μονές όμως είναι αυτοδιοίκητα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (8 από αυτές προσέφυγαν άλλωστε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ασχέτως εάν η Ιερά Σύνοδος κάλεσε τις Μονές να υπογράψουν την Σύμβαση του 1988 -κάποιες δεν το έκαναν, αφού είναι αυτοδιοίκητες). Θα δεχθούν οι ιδιοκτήτριες Μονές τα ακίνητά τους να αποτιμηθούν και να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο μίας συμφωνίας Κράτους και «Εκκλησίας» ως οικονομικό αντάλλαγμα για την μισθοδοσία του Κλήρου; Εδώ προκύπτει ένα εσωτερικό ζήτημα συνεννόησης των φορέων της Εκκλησίας (συμφωνίας Μονών με την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος ή της Κρήτης), το αποτέλεσμα της οποίας δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο, καθώς οι Μονές επί διακόσια χρόνια έχουν γίνει αντικείμενα δημεύσεως και γενικότερων αδικιών σε βάρος των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων τους, πολλές φορές δεχόμενες να θέσουν την υπογραφή τους με την υπόδειξη της Ιεράς Συνόδου σε συμφωνίες με το Κράτος, που εν τέλει και δεν εφαρμόσθηκαν και δεν απέδωσαν τίποτα στις Μονές, πολλές από τις οποίες δεν έχουν σήμερα στοιχειώδη μέσα επιβίωσης παρά την απόδοση σημαντικής ακίνητης ιδιοκτησίας τους στο Δημόσιο. Σύμφωνα με την πρώτη πρότασή μας λοιπόν, το Δημόσιο θα μπορούσε να δεσμευθεί νομοθετικά για την μισθοδοσία που αναφέραμε, με την οικονομική συνδρομή της Εκκλησίας δια των τρόπων που αναφέραμε. Και, μόνον αφ’ ης στιγμής λάβει χώρα ο εξορθολογισμός σχετικά με την κατάσταση της εκκλησιαστικής περιουσίας και η επιστροφή όσων πρέπει να επιστραφούν, καθώς και η απελευθέρωση προς εκμετάλλευση όσων πρέπει να απελευθερωθούν, θα μπορούσε να ανοίξει μια συζήτηση για την συμμετοχή, αν όχι και πλήρη ανάληψη της μισθοδοσίας από μιαν Εκκλησία, που θα έχει πλέον την δυνατότητα να το πράξει -δυνατότητα την οποία σήμερα ουδόλως έχει. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι το συντριπτικό μέρος της αστικής ακίνητης περιουσίας, που διοικεί σήμερα η Εκκλησία της Ελλάδος και θα μπορούσε θεωρητικά να αξιοποιηθεί, είναι δεσμευμένο με πλειάδα ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και βαρών από τους Ο.Τ.Α., που ούτε έχουν χρήματα για να ολοκληρώσουν τις απαλλοτριώσεις, ενώ το Κράτος είτε δεν τις αίρει (συχνά παρά την ύπαρξη αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων) είτε τις επανεπιβάλλει, κατά την συνήθη διοικητική πρακτική, με αποτέλεσμα τα ακίνητα να μην αξιοποιούνται.
Δεύτερη πρόταση (αφηρημένη αποζημίωση με μορφή επιχορήγησης)

Η προηγούμενή μας πρόταση προσκρούει σε δύο ενδεχόμενα, στα οποία δεν θα ήταν επίκαιρη ή εφαρμόσιμη. Το πρώτο θα ήταν η ανάληψη νομοθετικών και μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών σχετικά με τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους από μια κυβέρνηση, η οποία θα στόχευε σε έναν πλήρη χωρισμό, με απόλυτη στεγανοποίηση των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτος. Σε αυτό το ενδεχόμενο η προηγούμενη πρότασή μας, η οποία καταφανώς περιλαμβάνει συνεργασία του Κράτους με την Εκκλησία και μερική μισθοδοσία του κλήρου, θα ήταν εκτός θέματος–πόσω δε μάλλον αφού το ζήτημα της μισθοδοσίας αναφέρεται συχνότατα ως πρώτο στις συζητήσεις σχετικά με τον ενδεχόμενο χωρισμό. Μια τέτοια κυβέρνηση θα επιθυμούσε πλήρη απαγκίστρωση από την μισθοδοσία του κλήρου, ενδεχομένως μετατροπή των εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ. σε Ν.Π.Ι.Δ.[17] κ.λπ. Το δεύτερο αφορά την ικανότητα του ελληνικού κράτους να διοικήσει τα του οίκου του. Η προηγούμενη πρόταση όμως προϋποθέτει την πλήρη καταμέτρηση, καταγραφή, επανεξέταση, εξορθολογισμό και απελευθέρωση από γραφειοκρατικά κωλύματα μιας εκπληκτικά δυσήνιας περιουσίας, απαλλοτριωθείσης και μη. Η εκπληκτική αδυναμία του ελληνικού κράτους, κυρίως υπό τις τελευταίες κυβερνήσεις, να χωρίσει δυο γαϊδουριών άχυρα σε απολύτως πρακτικά ζητήματα αποτελεί μια αρνητική ρήτρα εφαρμοσιμότητας της πρότασής μας. Οπότε θα είχαμε αφ’ ενός την απροθυμία του Κράτους για συνεργασία στο ζήτημα της μισθοδοσίας και αφ’ ετέρου την ανικανότητά του να εξετάσει και να χειριστεί το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας, απαλλοτριωθείσης ή μη, με τον δέοντα τρόπο. Μπορούμε όμως να προχωρήσουμε σε μια πρόταση και γι’ αυτά τα ενδεχόμενα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλα τα στοιχεία που αναφέραμε προηγουμένως σχετικά με τη σημερινή κατάσταση της μισθοδοσίας του κλήρου, αλλά και την πολυπλοκότητα των εκκρεμοτήτων στο ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας.
Σύμφωνα με αυτή τη δεύτερη πρόταση:

α) Το κράτος θα μπορούσε να παύσει κάθε μισθοδοσία του κλήρου. Τον κλήρο θα μισθοδοτούσε η Εκκλησία, περίπου με τον τρόπο και τις μεθόδους που ένας ιδιώτης εργοδότης αναλαμβάνει τη μισθοδοσία των εργαζομένων του (θα μπορούσε εδώ να διατυπωθεί και μια πρόβλεψη για δημόσια ιατρική ασφάλιση άνευ ανταλλαγμάτων).

β) Το κράτος, αφού δεν μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη όσον αφορά στην εκκλησιαστική περιουσία και τις συνεχείς απαλλοτριώσεις ή de facto αδρανοποιήσεις αυτής, θα καταβάλει κατ’ έτος στην Εκκλησία π.χ. ποσό των 200.000.000 ευρώ ως αφηρημένως καθορισμένη αποζημίωση, συναρτώμενη με τον κατ’ έτος πληθωρισμό και τις αυξομειώσεις του ΑΕΠ. Σημειωτέον ότι ένα τέτοιο ποσό σήμερα αποτελεί περίπου το 1% του ΑΕΠ. Το αν η Εκκλησία θα αξιοποιούσε αυτούς τους κατ’ έτος πόρους για τη μισθοδοσία του κλήρου (που σήμερα ανέρχεται περίπου στα 193.000.000 ευρώ) θα ήταν δικό της θέμα. Συναφώς πρέπει να υπολογισθεί και ένα ποσό επιχορήγησης για την λειτουργία των δομών εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, που θα βαρύνουν πλέον την Εκκλησία.

Κάτι τέτοιο συμβαίνει σε πολλές χώρες, όπως επί παραδείγματι στη Γερμανία, η οποία ναι μεν δεν μισθοδοτεί απ’ ευθείας τους κληρικούς της, αλλά επιχορηγεί την ευαγγελική και ρωμαιοκαθολική εκκλησία με εκατοντάδες εκατομμυρίων ευρώ κατ’ έτος εν είδει αποζημιώσεως για απαλλοτριώσεις περιουσιών. Έτσι, με μια τέτοια φόρμουλα, θα μπορούσε να «καταργηθεί η μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα», όπως μονότονα αναφέρεται στις συζητήσεις για τον χωρισμό Εκκλησίας – Κράτους. Εξυπακούεται ότι μια άρση της μισθοδοσίας του κλήρου στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε φυσικά να είναι «δωρεάν», χωρίς καμμία πρόβλεψη σχετικά, αν μη τι άλλο, με το αμαρτωλό παρελθόν της υφαρπαγής εκκλησιαστικής περιουσίας από το Κράτος, ή της έντεχνης αδρανοποίησής της. Ο αντικληρικαλιστικός λόγος που θεωρεί πως η μισθοδοσία ήταν ένα δώρο του Κράτους στην Εκκλησία, που όπως δωρεάν δόθηκε δωρεάν και θα αρθεί, πρέπει να είναι έτοιμος για πρόσκρουση με την πραγματικότητα -ή, εν τέλει, τα ελληνικά και ευρωπαϊκά δικαστήρια, τα οποία δεν αντιμετωπίζουν το δικαίωμα των νομικών προσώπων στην περιουσία τους με την ίδια ευαρμοστία. Σε κάθε περίπτωση, μια λύση όπως η προτεινόμενη θα μπορούσε να θέσει την παύση της μισθοδοσίας του κλήρου «στο τραπέζι», αν για συμβολικούς λόγους αυτό το ζήτημα έχει την βαρύτητα που της αποδίδει η αντικληρικαλιστική πλευρά, διασφαλίζοντας παράλληλα τη στοιχειώδη δικαιοσύνη στις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους.

Κοινή συνισταμένη και των δύο προτάσεων είναι ότι αποσυνδέουν το ζήτημα της μισθοδοσίας από την μορφή των θεσμικών σχέσεων Εκκλησίας – Κράτους και το μετατρέπουν από πρόβλημα σχέσεων θεσμών σε ζήτημα περιουσιακών σχέσεων μεταξύ δότη περιουσίας (που δωρίζει ή υφίσταται δήμευση) και λήπτη περιουσίας. Το συναρτά δηλαδή με την εξιστόρηση του προβλήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας, που (χωρίς αποζημίωση) αφαίρεσε το Κράτος από το 1833 και εφεξής, η εκκαθάριση του οποίου, με αφηρημένο ή συγκεκριμένο τρόπο, καμία σχέση δεν μπορεί να έχει π.χ. με το εάν οι εκκλησιαστικοί φορείς θα είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή εάν θα θεσπισθεί ο πολιτικός γάμος ως μόνος έγκυρος για την Πολιτεία.

Ωστόσο δεδομένης της έντασης της συζήτησης για τις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους και του αιτήματος του χωρισμού από μερικούς πολιτικούς χώρους, καθώς και της επίμονης συνάρτησής του με την μισθοδοσία, θα ανέμενε ενδεχομένως κανείς ότι τεκμηριωμένες προτάσεις, όπως αυτές που καταθέσαμε εδώ, όσον αφορά στη μισθοδοσία, θα γίνονταν αντικείμενο συζήτησης και μελέτης ακριβώς από τους φορείς, που ασκούν πολιτική πίεση για τον χωρισμό Εκκλησίας-Κράτους. Όμως, οι προτάσεις δεν κατατίθενται με αυτήν την αξίωση ή ελπίδα–θα ήταν αφέλεια, όπως αντιλαμβάνεται οποιοσδήποτε αξιολογεί το είδος της δημόσιας συζήτησης για τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, η οποία είναι πάντοτε και μόνον αρένα για πολέμους αξιών και συμβολισμών, για τις «συμβολικές μάχες» της μιας ή της άλλης παράταξης, όχι χώρος συζήτησης για το πρακτέο και το δέον γενέσθαι.

________________________________________

[2]. Νόμος 4684/1930 (ΦΕΚ Α΄ 150/1930). Βλ. πίνακα διαταγμάτων σε: http://efimeriosgr.blogspot.gr/2014/11/ 961.html.

[3]. «…η Ε.Τ. [Εθνική Τράπεζα] … ήρξατο από του 1931 του έργου της απογραφής και αποτιμήσεως της μοναστηριακής περιουσίας, χωρίς όμως να προβή εις την καταμέτρησιν και σχεδιαγράφησιν των κτημάτων, καίτοι εισέπραττε το ποσοστόν 4% επί πάσης πράξεως του Ο.Δ.Ε.Π.» (Ιερώνυμος (Κοτσώνης), Αρχιεπίσκοπος πρ. Αθηνών & πάσης Ελλάδος, Περί του οικονομικού προβλήματος της Εκκλησίας της Ελλάδος, εν Αθήναις 1975).

[4]. Βλ. Ιερωνύμου (Κοτσώνη), όπ.π., σελ. 9-15, 25-27.

[5]. Στην περιοχή δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Κρήτης λειτουργούν ακόμα οι 4 «Οργανισμοί Διαχείρισης Μοναστηριακής Περιουσίας» (Ο.Δ.Μ.Π.) των νομών Χανίων, Ρεθύμνης, Ηρακλείου και Λασιθίου.

[6]. Ενδεικτικά αναφέρουμε ξανά ότι το 2015 τα έσοδα του φορέα «Εκκλησία της Ελλάδος» (κεντρικός φορέας, που έχει και τα μεγαλύτερα έσοδα σε σχέση με τις 82 Μητροπόλεις της εν ευρεία εννοία Εκκλησίας της Ελλάδος) ήταν έσοδα: 8.937.238,39 €, Έξοδα: 10.468.737,54 €, έλλειμμα : – 1.531.499,15 €.

[7]. Ο όρος παραπέμπει στις διεθνείς θρησκευτικές συμβάσεις, που συνήπτε η Αγία Έδρα με (συνήθως καθολικούς) ηγεμόνες κρατών για την ρύθμιση των διμερών θεσμικών ή περιουσιακών σχέσεών τους, το καθεστώς των ναών, θρησκευτικών ιδρυμάτων, υπηκόων καθολικού δόγματος εντός του κράτους κλπ..

[8]. Στο αυθόρμητο ερώτημα «και η Εκκλησία πού βρήκε αυτήν την περιουσία;» απαντά ο Ν. Παπαχρήστου (17/4/2015): «Η “ηθική νομιμοποίηση” της περιουσίας της Εκκλησίας» (βλ). Διεξοδικότερα βλ. Ηλ. Κολοβό (επιμ.), Μοναστήρια, οικονομία και πολιτική, Παν. Εκδόσεις Κρήτης (Ηράκλειο) 2012, passim.

[9]. Γίνεται συχνά επίκληση της μελέτης της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος (Θαν.Τσούμα – Δημ. Τασιούλα), Ιδιοκτησιακό καθεστώς και αξιοποίηση της αγροτικής γης στην Ελλάδα, Αθήνα 1986 (π.χ. ο Πίνακας V-8 (στοιχεία έρευνας ΑΤΕ 1983) σελ. 96, αναφέρει 1.292.000 στρέμματα απομένουσας εκκλησιαστικής γης: 367 χιλ. στρεμμ. δάση, 735,3 χιλ. στρεμμ. βοσκότοποι και 189,9 χιλ. στρεμμ. γεωργική γη), ωστόσο η μελέτη προέκυψε από Γεωτεχνικές Επιθεωρήσεις της ΑΤΕ και όχι από στοιχεία νομικά έγκυρης κτηματογράφησης.

[10]. Νόμος 1072/1917 (ΦΕΚ Α΄ 305/1917). Σε συνταγματικά ανώμαλες περιόδους, ειδικοί νόμοι, που εξέδιδαν οι επαναστατικές και δικτατορικές κυβερνήσεις, επέτρεπαν στο Δημόσιο την κατάληψη του απαλλοτριούμενου κτήματος, πριν ακόμα αποζημιωθεί ο ιδιοκτήτης του (που συνήθως δεν αποζημιωνόταν) κατά παράβαση του Συντάγματος (1911, 1927), βλ. Απόφαση Επαναστάσεως υπ’ αριθμ. 3473/14.2.1923 : «επιτρέπεται η κατάληψις των ακινήτων τούτων και προ της καταβολής αποζημιώσεως» (ΦΕΚ Α΄ 57/1923). Η αφαίρεση πριν (και τελικά χωρίς) την καταβολή αποζημίωσης αποτελούσε συνήθη κρατική μεθόδευση κατά την απαλλοτρίωση τσιφλικιών και μοναστηριακών κτημάτων την περίοδο 1920-1930.

[11]. Χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μητροπολίτης Λαρίσης Δωρόθεος (όπ.π., σελ. 42): «Ωνομάσθη ζήτημα αποκαταστάσεως ακτημόνων, και πάντες, ακτήμονες και μη, επεστράτευσαν εαυτούς … .Και ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος και ημείς ως Οικονομικός Επίτροπος …ελαμβάνομεν επιστολάς από όλα τα μέρη της Ελλάδος από αγνώστους εις ημάς ζητούντας να περιληφθώσι και αυτοί εις τους ακτήμονας και λάβωσι μερίδιον εκ της αδεσπότου αυτής περιουσίας της Εκκλησίας, ήτις ως επληροφορούντο διαμεροιράζετο!».

[12]. Νομοθετικό Διάταγμα της 15/2/1923 (ΦΕΚ Α΄ 57/1923) : «1.Υπόκεινται εις ολοκληρωτικήν απαλλοτρίωσιν: α΄) Αι εις … τας Μονάς, τα πάσης κατηγορίας θρησκευτικά ιδρύματα και πάντα έν γένει τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ανήκουσαι εκτάσεις μετά των επ’ αυτών κειμένων και την γεωργικήν αποκατάστασιν εξυπηρετούντων κτιρίων».

[13]. Βλ. ενδεικτικό πίνακα 231 μεγάλων κτημάτων Μονών (απαλλοτριωμένων χωρίς αποζημίωση) σε : Ιερωνύμου (Λιάπη), Αρχιεπισκόπου Αθηνών & πάσης Ελλάδος, Εκκλησιαστική περιουσία και μισθοδοσία του κλήρου, Αθήναι 2012, σελ. 85-92 και του ιδίου : Η μισθοδοσία του εφημεριακού κλήρου στην Ελλάδα, Αθήνα 2015, σελ. 39-47.

[14]. «Γαίαι …ανήκουσαι εις … τας Μονάς, τον ΟΔΕΠ … εκμισθούνται αναγκαστικώς προς ακτήμονας γεωργούς ή κτηνοτρόφους» (άρθρο 1 Ν/Δ/τος 327/1947, ΦΕΚ Α΄ 84/1947).
[15]. Ενδεικτικά για τα έτη 1989 – 2007, το ποσό αυτό (που δεν έχει καταβληθεί) ανέρχεται σε 23.447.157,30 ευρώ.


Εγγραφή στο ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ μέσω Email

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ

1. Οι ενυπόγραφες αναρτήσεις (άρθρα, ομιλίες, κριτικές βιβλίων, επιφυλλίδες, δοκίμια, μελετήματα κλπ) που φιλοξενούνται ή αναδημοσιεύονται στο ιστολόγιο "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ" εκφράζουν κατά κύριο λόγο τους συγγραφείς τους και όχι απαραίτητα το ιστολόγιο "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ".

2. Τα σχόλια των αναγνωστών του ιστολογίου "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ" εκφράζουν τους ίδιους προσωπικά και όχι το ιστολόγιο "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ". Σχόλια άσχετα με το περιεχόμενο των αναρτήσεων δεν θα δημοσιεύονται.

3. Υπάρχουν στο ιστολόγιο μας πολλές προτάσεις (σύνδεσμοι, links) προς άλλους δικτυακούς τόπους (sites, blogs κλπ). Το ιστολόγιο μας δε φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενο των αναρτήσεων ή των σχολίων που γίνονται εκεί.

ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

ΤΟ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΣΤΗ WORDPRESS

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Αρχείο

Αξίζει να διαβάσετε

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ
Περίπλους στην ορθόδοξη πνευματικότητα

ΑΝΤΙΦΩΝΟ

ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

AHDONI

Ιερός Ναός Αγίου Διονυσίου Αχαρνών

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan
台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan: ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΜΕΤΑΒΑΣΗ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

Ορθόδοξα ιστολόγια

Ορθόδοξοι Ιστoχώροι στα ελληνικά

ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ

Home of the Greek Bible

ΕΝΟΡΙΑ ΑΓΙΑΣ ΖΩΝΗΣ

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ
ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ

ΟΟΔΕ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ